Αν δεν βρίσκεσαι στο Πλατύ την ώρα που ο ήλιος βουτά στο Καρπάθιο Πέλαγος και αρχίζει ο χορός του Δεκαπενταύγουστου, δεν μπορείς να καταλάβεις λέξη από το μυστήριο που λέγεται Ελυμπος (η Ολυμπος για τους ντόπιους). Κυριολεκτικά δεν καταλαβαίνεις λέξη, αφού και η ασυνήθιστη λαλιά των ανθρώπων εδώ στην Πάνω Κάρπαθο ακούγεται σαν μελωδική ηχώ από τα βάθη των αιώνων, κατευθείαν από το στόμα των Δωριέων που λάτρευαν όσο κανείς άλλος τον Ποσειδώνα, τον θεό της θάλασσας, και τα ψηλά απότομα βράχια που είναι ριζωμένα στον βυθό της. Κι εδώ, όντως, αυτό το τοπίο αποθεώνεται. Τα πάντα γκρεμίζονται και όλα ανορθώνονται με βυζαντινή μεγαλοπρέπεια. Από τη μεριά της θάλασσας οι απότομες πλαγιές κατρακυλούν μέχρι τον γιαλό με κοσμογονικό πάταγο. Στα αφτιά σου φτάνει η μακρινή μουρμούρα του πελάγους, αλλά εδώ είναι ένα μέρος που βλέπεις τους ήχους, παρά τους ακούς. Κι αυτή η παραστατική εικόνα των εξαιρετικά απότομων βουνών φέρνει στον νου σου τον σάλο τιτανομαχίας. Συνήθως αυτή η τιτανομαχία μεταξύ της στεριάς και της θάλασσας μοιάζει αμφίρροπη, αλλά, από εδώ πάνω, η επίθεση των γκρεμών στο πέλαγος είναι τόσο άγρια και μεγαλόπρεπη, που η συνήθης οργή του Ποσειδώνα φαντάζει σαν αντίδραση θυμωμένου κατοικίδιου. Είναι απίστευτα γοητευτική η θέα του Μαλό και των γκρεμών του Σαραντάκοπου, που τους γλυκαίνει της Μέλισσας το Σελάι στην περιοχή της Ασίας. Αλλά και οι γλυκές αγκαλιές, παρ” όλη τη σκληράδα τους, με τα γκρίζα βότσαλα, το Φορόκλι, ο Νάττης, ο Αγιος Μηνάς.

Tο πανηγύρι της Καρπάθου

Το καβάι, αυτή η πολύχρωμη παραδοσιακή φορεσιά - πιο σοβαρή για τις παντρεμένες και πιο φανταχτερή για τις ελεύθερες - που φορούν οι μεγάλες γυναίκες καθημερινά και οι νεότερες όταν έχουν γιορτή, όπως το πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου, θυμίζει τα ρούχα των λαών που ζουν γύρω από τα Ιμαλάια στην ήπειρο της Ασίας. Μπορεί να έχεις δει μια γυναίκα με την ελυμπίτικη φορεσιά της στην Αθήνα ή ακόμη και στη Νέα Υόρκη. Κάποιες δεν την αποχωρίζονται ποτέ και όλες τη φορούν με περίσσια υπερηφάνεια. Τη ράβουν μόνες τους, εκτός από τα καλά πασούμια και τα καθημερινά στιβάνια, τα οποία τσαγκαρεύει ο Γιάννης Πρεάρης που παίζει και λαούτο. Πόσο λαχταρώ να δω εφέτος τον Γιάννη και τον Μιχάλη Ζωγραφίδη να παίζουν δίπλα στα απομεινάρια μιας από τις τέσσερις αρχαίες πόλεις της Καρπάθου, τη Βρουκούντα, στο πανηγύρι του Αϊ-Γιάννη στις 29 Αυγούστου! Λες να αξιωθούμε να ξενυχτήσουμε εκεί ακούγοντας το τραγούδι τους που γίνεται ένα με τη μουσική της θάλασσας;

και παίρνει αγέρας τη λαλιά

κι εις τον γιαλό τη ρίχνεικι η θάλασσα εμπονάτσαρε

και τα καράβια αράξαν

 

 

Από τη μεριά της θάλασσας, στη συνοικία Εξω Καμάρα, τα σπίτια της Ολύμπου σταματούν μισό βήμα προτού γκρεμιστούν μέχρι κάτω τις Φρίκες. Από την άλλη πλευρά, τα σπίτια κατρακυλούν ως το βάθος της ρεματιάς. Πολλά άλλα κτίσματα μοιάζουν να διστάζουν να κινδυνεύσουν να γκρεμιστούν ή να κατρακυλήσουν και συνωστίζονται στην κόψη, εκατέρωθεν του κεντρικού σοκακιού που διατρέχει την πιο πυκνή γειτονιά του οικισμού ως το Πλατύ, τη μικρή πλατεία μπροστά στην εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου, το επίκεντρο της ζωής στην Ολυμπο. Η πολύ ατμοσφαιρική εκκλησία, με τη φιγούρα του μερακλή παπα-Γιάννη, φαίνεται να είναι η κορυφή του οικισμού, απ” όπου ξεκινούν όλα, και το πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου φυσικά. Στην απέναντι άκρη, όμως, και στην πίσω γειτονιά, ο οικισμός καταλήγει σε σειρές ανεμόμυλων, που κάποτε συντηρούσαν τη ζωή στην Ολυμπο και τώρα συντηρούν τη μαγευτική εικόνα της.

 

Ενας από τους ανεμόμυλους διατηρεί ακόμη την αρματωσιά του στραμμένη επάνω στην αφετηρία του μπονέντη, έτσι λένε το μελτέμι στο Καρπάθιο, και λειτουργεί κανονικά αν τον απελευθερώσεις. Μέσα πλάθουν με τα χέρια τους μακαρούνες και τις σερβίρουν με τσιγαρισμένο κρεμμύδι έξω στα τραπέζια μαζί με χίλιες δυο άλλες γεύσεις αρωματισμένες δίπλα στον φούρνο που καίει με ξύλα από τα γύρω όρη. Στο Μέγαρο, ο Βασίλης Μιχαλής και ο Ηλίας Λιορεΐσης μαγείρεψαν για τους ξένους το πιάτο του πανηγυριού, σφαχτό κοκκινιστό με άσπρο πιλάφι και πατάτες τηγανητές. Ολο κι έρχονται καινούργιοι για να το γευτούν, αλλά ο ήχος των πιρουνιών που χτυπούν στα πιάτα κατά το βυζαντινό συνήθειο επιβάλλει ησυχία για να κηρύξουν ο παπα-Γιάννης και οι ψάλτες την αρχή του γλεντιού. Ξεκινούν με τροπάρια και γρήγορα περνούν στα φημισμένα συρματικά τραγούδια, όπως το πιο παλιό «Αρχοντες τρων και πίνουσι σε μαρμαρένια τάβλα». Στο μεταξύ, στο Πλατύ το αρχικό κύτταρο του γλεντιού, η παρέα με τους βασιλικούς της Παναγίας περασμένους στον γιακά, άρχισε να πίνει και να τραγουδά. Μόλις ο ήλιος ακουμπήσει το Καρπάθιο, θα χτυπήσουν την καμπάνα και οι κοπέλες θα έρθουν στο Πλατύ για να πιαστούν στον χορό - και θα χορεύουν μέχρι ο ήλιος να διατρέξει όλο το ημισφαίριο και να εμφανιστεί από την κορυφή του προφήτη Ηλία.

να πάω να σαϊτέψω την κόρη π” αγαπώ.

ΑΠΌ ΤΟ ΒΗΜΑgasino

 

Γιάννα στις 23 Αυγούστου 2014

Στην χώρα που ανθούν στις αμμουδιές οι κόρες

Τ” άστρα ξυπνούν και φέγγουν άναυδα τη νύχτα

Στιλπνά σαν μουσαμάδες των ψαράδων

Ενώ τ” αστέρια της θαλάσσης πλησιάζουν

Πρώτα λευκά και σχεδόν άχρωμα

Έπειτα κόκκινα και ζωηρά

Με τα πλοκάμια των σφαδάζοντα

Για το εφήβαιον και για τα στήθηΤων νεανίδων.

Οι αμμουδιές είναι διάστικτες από κοχύλια

Μ” ένα φιλί λησμονημένο μες στα βότσαλα

Μ” ένα πουλί που κούρνιασε στα στήθη Κόρης γλυκιάς

που του μιλάει και λέγει

Πουλί καλό πουλί χρυσό πουλί λαμπρό μαντάτο

Χαϊδεύοντας το στα βυζιά της με λαχτάρα

Σαν χαϊμαλί της ηδονής ή σαν αγόρι

Ο ουρανός είναι διάστικτος από πετράδια

Βάρκες με δίχτυα και ψαράδες πλησιάζουν

Για να ψαρέψουν πριν ο ήλιος τους προφτάσει

Τις κόρες της Ανατολής και της Ευρώπης

Άσπρα κορίτσια ή μελαμψά

Κορίτσια έτοιμα για τα ταξίδια.

Κορίτσια έτοιμα για τους λωτούς

Κορίτσια έτοιμα για τις παλάμες

Και για τα βέλη των ανδρών

Και για τα βέλη του ήλιου

Τώρα που αρχίζει κι ανατέλλει

Ροδίζοντας τα κορφοβούνια

Χρυσίζοντας τις αμμουδιές

Ενώ βουίζουν οι σπηλιάδες

Κ” η θάλασσα βαθιά στενάζει

Και ψιθυρίζουνε τα φύλλα

Και τιτιβίζουν οι κορυδαλλοί

Ραμφίζοντας μαστούς και ρώγες

Τώρα που ο ήλιος ξεπροβάλλει

Και ντύνει τις κόρες με άσπρα ρίγη

Τώρα που αρχίζουν τα τζιτζίκια

Και γδύνονται οι λογισμοί

Και βάφονται όλα τα λουλούδια

Με πράσινο με κρεμεζί.

 

 

Γιάννα στις 17 Αυγούστου 2014

 

Το να µιλήσεις για τη θάλασσα στη γλώσσα ενός λαού, όπως οι Έλληνες, που έχουν συνδέσει διαχρονικά τη ζωή τους µε τη θάλασσα, το να µιλήσεις για τη θάλασσα στη γλώσσα µιας χώρας που η θάλασσα αποτελεί µέρος τής βιολογικής, εθνικής, οικονοµικής και ψυχολογικής ύπαρξης των κατοίκων της, είναι πραγµατικά και πρακτικά ριψοκίνδυνο. Κινδυνεύεις ν’ αφήσεις έξω από τη γλωσσική πραγµάτευσή σου κοµµάτια τής γλωσσικής υπόστασης αυτού τού λαού, πολύτιµα δηλαδή πετράδια τής έκφρασής του, που είναι στην πραγµατικότητα οι λέξεις. Γιατί οι λέξεις είναι πολύτιµοι λίθοι τής γλωσσικής παρακαταθήκης ενός ολόκληρου λαού. Είναι κειµήλια τής πολιτισµικής κληρονοµιάς ενός έθνους. Είναι αναντικατάστατα συστατικά τής ταυτότητάς του.

Σ’ αυτό το ριψοκίνδυνο έργο θα αποδυθώ, ζητώντας την κατανόησή σας, απόψε και θα σάς ξεναγήσω σ’ ένα ταξίδι στον µαγικό κόσµο των λέξεων και ειδικότερα των λέξεων τής γλώσσας µας που συνδέονται µε τη θάλασσα. Άλλωστε, οι ίδιες οι λέξεις είναι µια θάλασσα. Θάλασσα οι λέξεις στον κόσµο τής γλώσσας ενός λαού, θάλασσα που διασχίζουµε µε επικοινωνιακή ασφάλεια µέσα στα γερά σκαριά που µάς εξασφαλίζει η στέρεη και δοκιµασµένη αρµατωσιά τής ελληνικής γλώσσας.

***

Λένε πως η γλώσσα τού ανθρώπου ξεκίνησε από τέσσερεις λέξεις, τις λέξεις ουρανός – γη – θάλασσα – αέρας. Αυτές πρωτόπλασε ο άνθρωπος. ∆εν θα σάς παρασύρω στους ανεξερεύνητους αντικειµενικά για την επιστήµη χώρους τής γλωσσογονίας που οι γλωσσολόγοι θεωρούµε εξαιρετικά ανασφαλείς, πλάσµατα µιας µυθικής φαντασίας. Θα ήµουν όµως έτοιµος να δεχθώ µαζί σας ότι µία από τις λέξεις που χρειάστηκαν πολλοί λαοί, µεταξύ των οποίων οι Έλληνες, περνώντας από την κοινωνία στην επι-κοινωνία, ήταν η ανάγκη να δηλώσουν το υγρό στοιχείο που τους περιέβαλλε. Γι’ αυτό το υγρό στοιχείο, οι Έλληνες χρησιµοποίησαν πέντε λέξεις: τις λέξεις θάλασσα, ἅλς (η), πόντος, πέλαγος και ωκεανός. Μέσα απ’ αυτές και γύρω απ’ αυτές πλάστηκαν πλήθος άλλων λέξεων για να δηλώσουν ποικίλες άλλες συναφείς έννοιες, καθώς και σύνθετες και λεπτές διαφοροποιήσεις, χρησιµοποιώντας τους δύο κύριους λεκτικούς µηχανισµούς τής γλώσσας µας: την παραγωγή και τη σύνθεση. Από αυτόν τον τεράστιο πλούτο θα ξεχωρίσουµε –µε τους περιορισµούς τού χρόνου που έχουµε– µερικές ενδεικτικές λέξεις, για να τις σχολιάσουµε εν συντοµία.

 

θάλασσα Και πρώτα-πρώτα η πιο αρχαία λέξη που χρησιµοποιήθηκε στην Ελληνική (από τον Όµηρο µέχρι σήµερα), για να δηλώσει «τη µεγάλη υδάτινη επιφάνεια µε αλµυρό νερό», η λέξη θάλασσα. Η λέξη αυτή δεν απαντά σε καµιά άλλη γλώσσα τής οικογένειας των γλωσσών στην οποία ανήκει η Ελληνική –ούτε σε άλλη γλωσσική οικογένεια ή µεµονωµένη γλώσσα. Είναι µια προελληνική λέξη, που όπως τόσες άλλες (πβ. δάφνη, πύργος, µέγαρον, χαλκός, ασπίς, τύρρανος, ξίφος, Αθηνά, Κόρινθος, Ιλισός, Υµηττός, Ρέθυµνο, Κρήτη κ.ά.) υιοθέτησαν οι Έλληνες από τους Προέλληνες. Πρόκειται δηλ. γλωσσολογικά για λέξη που δεν ετυµολογείται από τα Ελληνικά, µολονότι παραδίδονται πολλές παρετυµολογίες («λαϊκές ετυµολογίες») τής λέξης:

 

1. < «θοῶς ἀλλασσομένη καὶ σαλευομένη».

 

2. < «ἐκ τοῦ θῶ τοῦ σημαίνοντος τὸ ‘τρέχω’ καὶ τοῦ λὰ τὸ ἁλμυρόν, ἤγουν τὸ ἅλας».

 

3. < «ἐκ τοῦ ἄσσα τοῦ τινάσσεσθαι, τοῦτ’ ἔστι θεόν ἅλα τινασσόμενον».

 

4. < «παρά τὸ σάλον σάλασσα καὶ θάλασσα».

 

5. < «παρὰ τὸ ἆσσον (‘εγγύτερον’) εἶναι θανάτου τοὺς πλέοντας ἐν

 

αὐτῷ».

 

Είναι, λοιπόν, χαρακτηριστική η πεισµατική όσο και απεγνωσµένη και ανεπιτυχής επιστηµονική προσπάθεια των αρχαίων γραµµατικών να ετυµολογήσουν τη λέξη, η οποία –σηµειωτέον– δεν παραδίδεται στα Μυκηναϊκά (πινακίδες γραµµικής γραφής Β΄), ενώ φαίνεται να συνδέεται µορφικά µε τη λέξη δαλάγχα που παραδίδει ο Ησύχιος ως λέξη τής αρχαίας µακεδονικής διαλέκτου. Επίσης, ας σηµειωθεί ότι στις άλλες γλώσσες τής ινδοευρωπαϊκής οικογένειας οι λέξεις για τη θάλασσα ανάγονται στη ρίζα “mar-, που έδωσε λατ. mare, απ’ όπου ιταλ. mare, γαλλ. mer, ισπ. mar, ρουµ. mare, ιρλ. muir, λιθ. mares, σλαβ. morje, γερµ. Meer. Η ρίζα αυτή φαίνεται να συνδέεται µε το αρχ. ελλην. µαρµαίρω «λάµπω, ακτινοβολώ» (απ’ όπου και οι λ. µάρµαρο, η αρχική σηµ. ήταν «η στιλπνή επιφάνεια που ακτινοβολεί», και µαρµαρυγή «λαµπύρισµα»), τού οποίου αρχική σηµασία ήταν «η στιλπνότητα τής επιφάνειας τής θάλασσας που ακτινοβολεί, όταν πέφτουν επάνω της οι ακτίνες τού ηλίου».

 

Αν κρίνει κανείς από το πλήθος των συνθέτων και των παραγώγων που πλάστηκαν µε αναφορά στη θάλασσα καθ’ όλη τη διαδροµή τής ελληνικής γλώσσας (αρχαία – µεσαιωνική – νέα), µένει κατάπληκτος πόσο έντονα έχει περάσει διαχρονικά η θάλασσα στη ζωή των Ελλήνων, κατ’ εξοχήν θαλασσινού λαού. Άλλοτε για να περιγράψει τον φυσικό κόσµο που τον περιβάλλει (ζώα, φυτά, γεωλογικά µορφώµατα): θαλασσο-πούλι, θαλασσ-αετός, θαλασσο-κόρακας, θαλασσο-µάννα (η τσούχτρα), θαλασσο-σαύρια, θαλασσο-χελώνα, θαλασσό-χελυς, θαλασσο-σφαιρίδαι ― θαλασσ-άγκαθο, θαλασσό-γαµπρος, θαλασσ-αίγλη (αρχ.), θαλασσοκράµβη, θαλασσό-πρασο, θαλασσό-χορτο, θαλασσία (αρχ.) ― θαλασσό- βραχος, θαλασσο-σπηλιά, θαλασσο-θραύστης, λιµνο-θάλασσα, ακρο-θαλασσιά, ακρο- θαλάσσι. Άλλοτε, πάλι, για να περιγράψει τη σχέση τού Έλληνα µε τη θάλασσα, είτε ως χώρο επικοινωνίας, είτε ως ζωτικό χώρο διαβίωσης, είτε ως πηγή εξουσίας, είτε ως καλλιτεχνική έµπνευση, είτε ως πηγή δυσκολιών, συγκινήσεων αλλά και πίκρας που ήταν για τον Έλληνα η θάλασσα. Παραδείγµατα. Χώρος επικοινωνίας: θαλασσο-πλόος/πλοΐα, θαλασσο-πόρος/-ία, θαλασσο-βάτης (αρχ.), θαλασσοδοµέτρης (αρχ.), θαλασσοπόνος (πβ. γεωπόνος), θαλασσουργώ/-ός/-ία (αρχ.), θαλασσοαυλώ (αρχ.), θαλασσοδρόµος. Χώρος-µέσα ζωής: θαλασσόβιος (αρχ.), θαλασσοβίωτος, θαλασσοδίαιτος, θαλασσονόµος. Καλλιτεχνική ενασχόληση: θαλασσογραφία/-ος/- ώ. Πηγή βιωµάτων, συγκινήσεων, µόχθων, πικρίας: πικροθάλασσα, θαλασσοδέρνοµαι/-δαρµένος, θαλασσοµαχώ/-ία/-ος, θαλασσοπνίγοµαι, θαλασσοπνίχτης, θαλασσοπαλεύω, θαλασσογέννητος, θαλασσογέννηµα, θαλασσόθρεφτος, θαλασσόκλυστος, θαλασσοκοπώ, θαλασσόπλαγκτος (αρχ.), θαλασσόπληκτος, θαλασσόµοχθος, θαλασσοπλάνητος (αρχ.), θαλασσόλυκος. Πηγή εξουσίας: θαλασσοκράτωρ/-κρατορία, θαλασσοκρατώ/-ία (αρχ.), θαλασσοµέδων (αρχ. «κύριος τής θάλασσας»). Θαλασσινοί χαρακτηρισµοί: θαλασσόζωστος, θαλασσόλουστος, θαλασσοπέλαγος, θαλασσοτείχιστος, θαλασσόχρωµος, θαλασσοπόρφυρος, θαλασσοβραχής, θαλασσοβάφω/-ής, θαλασσοταραχή, θαλασσοφοβία, θαλασσαιµία (µεσογειακή αναιµία), θαλασσοθεραπεία, θαλασσασφάλεια, θαλασσοδάνειο (δάνειο που θα πληρωνόταν αν έφτανε το πλοίο στο λιµάνι!!), ανθρωποθάλασσα, λαοθάλασσα, φουσκοθαλασσιά, υποθαλάσσιος, επιθαλάσσιος, παραθαλάσσιος (οι αρχαίοι έλεγαν και ενθαλάσσιος και υπερθαλάσσιος)…………………. ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…..

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Γιάννα στις 17 Αυγούστου 2014

Αφορμή για την εμφάνιση της Ελληνικής Λαογραφίας ως επιστήμης με τη συγκέντρωση στοιχείων σχετικών με τον ελληνικό λαϊκό πολιτισμό και τις ρίζες του έδωσε η ανθελληνική πολιτική ορισμένων Ευρωπαίων λογίων και ιδιαίτερα του Fallmerayer, ο οποίος αμφισβήτησε την εθνική συνέχεια των Ελλήνων με τη θεωρία του για τον πλήρη εκσλαβισμό και εξαλβανισμό τους.

 

Ο Fallmerayer ήταν καθηγητής της ιστορίας στο Μόναχο, όταν παρουσίασε την ανθελληνική του θεωρία στον πρόλογο του έργου του για την ιστορία της Πελοποννήσου. Επισκέφτηκε πολλές φορές την Ελλάδα για να  επιτοπίως τις απόψεις του σχετικά με την καταγωγή των Ελλήνων και δούλεψε με εμπάθεια πάνω σ” αυτές δημοσιεύοντας ως το θάνατό του σχόλια και κριτικές για την υποστήριξή τους.

 

Στην ανθελληνική αυτή πρόκληση η απάντηση ήταν οι έντονες αντιδράσεις από Έλληνες λόγιους και φιλέλληνες. Η κατά μέτωπο επίθεση του Fallmerayer στον πολύπαθο ελληνικό λαό, που με σκληρούς αγώνες αποτίναξε τον τουρκικό ζυγό και ανέκτησε την ελευθερία του διατηρώντας την εθνική του συνείδηση, του δημιούργησε επικίνδυνα τραύματα. Η αντίδραση εκδηλώθηκε αμέσως από λόγιους και φιλέλληνες, που απάντησαν με την κατεργασία πολλών γλωσσικών ιστορικών και λαογραφικών στοιχείων. Ενδεικτικοί είναι οι κόποι επιφανών Ελλήνων και ξένων λογίων προς την κατεύθυνση αυτή, όπως του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, του Σλοβένιου Kοpitar, του Σπυρίδωνα Λάμπρου, του Κωνσταντίνου Άμαντου, των Γερμανών Hοpf και Zinkeisen, του Παύλου Καρολίδη και άλλων.

 

Με συγγράμματά τους, που είδαν το φως της δημοσιότητας, οι λόγιοι αυτοί υποστήριξαν δυναμικά την αδιάσπαστη συνοχή του ελληνικού εθνικού βίου από τα αρχαία χρόνια ως τη σύγχρονή τους εποχή, συγκεντρώνοντας ενδείξεις, που πιστοποιούσαν την ομοιότητα των στοιχείων της εποχής τους με στοιχεία προγενέστερων εποχών, ακόμη και με άλλα που ανάγονται στους αρχαίους ελληνικούς χρόνους.

 

Για λόγους πατριωτικούς στην αρχή και καθαρά επιστημονικούς αργότερα η επίθεση του Fallmerayer αποτέλεσε πρόκληση στη συνείδηση την πνευματικά προικισμένων Ελλήνων και Φιλελλήνων, των οποίων το ενδιαφέρον για τον ελληνικό λαό και την εθνική του υπόσταση έφερε στο φως τα πρώτα λαογραφικά στοιχεία του ελληνικού έθνους.

 

Εκτός από τις εργασίες των λογίων, πολλά περιοδικά όπως τα γνωστά της εποχής, όπως η  και η , δημοσίευσαν άφθονη λαογραφική ύλη, ενώ το Πανεπιστήμιο της Αθήνας προκήρυξε διαγωνισμό για τον σκοπό αυτό.

 

Εκείνη την εποχή έκανε την εμφάνισή του στο λαογραφικό χώρο ο Ν. Πολίτης και στα πλαίσια της υπεράσπισης του ελληνικού έθνους από τις αλύπητες ανθελληνικές βολές εργάστηκε με φιλότιμο εδραιώνοντας στην Ελλάδα την επιστήμη της Λαογραφίας.

 

Σημαντική φυσιογνωμία, μια από τις κορυφαίες μορφές της Ελληνικής Λαογραφίας, με συγγραφικά χαρίσματα και σπουδαία οργανωτική ικανότητα, ο Νικόλαος Πολίτης άρχισε από νωρίς το λαογραφικό του έργο με τη δημοσίευση σχετικών σχολίων σε περιοδικά της εποχής.

 

Το έργο του , που εξέδωσε σε δύο μέρη το 1871 και 1874 βραβεύτηκε από τους κριτές του Ροδοκανακείου Φιλολογικού Διαγωνίσματος, ενώ η αναγνώριση του κύρους του ως σημαντικού λαογράφου προήλθε από τα έργα του ,  και τις σοφές του μελέτες, πολλές από τις οποίες περιέλαβε στα .

 

Ο Ν. Πολίτης υπήρξε καθηγητής της Ελληνικής Μυθολογίας και της Αρχαιολογίας από το 1890. Λίγα χρόνια αργότερα περιέλαβε και θέματα λαογραφικά στις πανεπιστημιακές του παραδόσεις. Ίδρυσε και οργάνωσε την  και το , με σκοπό να συστηματοποιήσει τη μελέτη των εκδηλώσεων του λαϊκού βίου. Εξάλλου τα περιοδικά  και  της Ακαδημίας Αθηνών, που είναι τα κυριότερα ελληνικά περιοδικά λαογραφικού περιεχομένου με διεθνή απήχηση, υπήρξαν αποκυήματα της δημιουργικής έμπνευσης του Ν. Πολίτη.

 

Ο Πολίτης ήταν εκείνος που πρότεινε στο Βυζαντινό τμήμα του 16ου Συνεδρίου των Ανατολιστών στην Αθήνα τη μελέτη της λαογραφίας του βυζαντινού κόσμου, όπου εντοπίζεται η απαρχή πολλών εκδηλώσεων της ζωής του ελληνικού λαού και διαπιστώνεται η εθνική του συνέχεια, πρόταση που έγινε αποδεκτή με ιδιαίτερο ενθουσιασμό και ξεκίνησε μια λαογραφική δραστηριότητα, που απέφερε σημαντικούς πνευματικούς καρπούς στη λαογραφική έρευνα.

 

Ο όρος  Στον Πολίτη αποδίδεται και η χρήση του όρου , για να δηλωθεί η λαογραφική επιστήμη και μάλιστα στο περιοδικό  κατά το έτος 1884. Ο όρος ήταν γνωστός από τους αλεξανδρινούς χρόνους με την έννοια κεφαλικού φόρου για τον ανδρικό πληθυσμό της Αιγύπτου, που ήταν υποχρεωμένος να τον καταβάλλει από το 14ο έτος της ηλικίας του ως το 60ο ή 70ο. Όσοι υπάγονταν σ” αυτή την εισφορά ονομάζονταν , ενώ όσοι ήταν υπεύθυνοι για την καταβολή της .

 

Ο Πολίτης έχοντας υπόψη του ότι λέξεις συνώνυμες των λέξεων  και  είχαν ήδη χρησιμοποιηθεί για να δηλώσουν σχετικές με τη λαογραφία επιστήμες όπως λαογραφία, εθνογραφία χρησιμοποίησε τον όρο  χωρίς δισταγμό, για να εκφράσει την επιστήμη που αντικείμενό της είναι ο λαός και οι εκδηλώσεις του.

 

Γιάννα στις 14 Αυγούστου 2014

Αγγελόκτιστος, Αγία Σκέπη, Αγιάσσου, Αγιοδεκτινή, Αγιοηλιώτισσα, Αγιολούσαινα, Αγίου όρους, Αγριδιώτισσα, Αγριλιώτισσα, Αειμεσιτεύουσα, Αθηνιώτισσα, Αιγύπτια, Αιματούσα, Αιμίαλου, Αιρκώτισσα, Ακαθή, Ακατάβλητος, Ακατάφλεκτη, Ακήραση, Ακρωτηριανή, Αλανιώτισσα, Αλεξανδριανή, Αλεξίου Κομνηνού, Αλεπινή, Αληθινή, Αλλοιώτισσα, Αλόχη, Αματίτση, Αμεμπτος,Αμετάθετος, Αμολιανή, Αμόλυντος, Αμπελακίων, Αμπελοκήπισσα, Αμωμη, Αναφωνήτρια, Αντινίτισσα, Αντιφωνήτρια, Ανωμερίτισσα, Απειρόγαμος, Απρόσιτος, Αρακιώτισσα, Αράπισσα, Αρβανίτισσα, Αρειας, Αρμενοκρατούσα, Αρσανά, Αρτάκης, Αρχαγγελιώτισσα, Αρχισπορίτισσα, Ασπραγγέλου, Ασπροβουνιώτισσα, Ασπροπαναγιά, Ασύγκριτη, Αυγουστιανή, Αφέντρικα, Αφθορος, Αφροδίτισσα, Αχειροποίητος, Αψιδιώτισσα, Βαλουκλιώτισσα, Βανιώτισσα, Βαραγγιώτισσα, Βαρδιανιώτισσα, Βαρκού, Βασιληγενέτειρα, Βατοπεδινή, Βατούσαινα, Βελανιδιά, Βελεστίνου, Βελλά, Βεργουπουλιανή, Βιγλιώτισσα, Βιδιανή, Βιργιωμένη, Βλασαρού,  Βλαχέρνα, Βλέπουσα, Βλυχιόρικα, Βοήθεια, Βορεινή, Βούλιστα, Βουναρκώτισσα, Βουνογιάτρισσα, Βουνού, Βουρνιώτισσα, Βράχου, Βρεσθενίτισσα, Βρεφοκομούσα, Βρεφουργήσασα, Βρεχούσα, Βροντιανή, Βρόντου, Βροχής, Βρυσιανή, Γαλακτίνης, Γαλακτοτροφούσα, Γαλανή, Γαλανούσα, Γαλατιανή, Γαλατούσα, Γαλαχτοτροφία, Γαλαχτοφορούσα, Γαλουχιότισσα, Γενεσίου Θεοτόκου Σαβαθιανών, Γέννας, Γεσθημανίτισσα, Γηνατού, Γηρομεριού, Γιαλούσα, Γιάτρισσα, Γκαβή, Γκιζιλκιζιώτισσα, Γκουβερνιώτισσα, Γλυκιώτισσα, Γλυκοκυματούσα, Γλωσσά, Γοιρδελάκη, Γοργόνα, Γουμένισσα, Γουμερά, Γουνιώτισσα, Γούντα, Γουρλομάτα, Γραφιώτισσα, Γρηγορίτσα, Γρηγορούσα, Γύψενη, Γωνιά, Δαδιού, Δαδιώτισσα, Δακρυρροούσα, Δέηση, Δεκαπεντούσα, Δένδρου, Δεξιοκρατούσα, Δεόμενη, Δερμάτα, Δημοκράνια, Διακονούσα, Διασώζουσα, Δικαιόκριτος, Δικαιότατη, Διότισσα, Δόβρα, Δομνιανίτισσας, Δοξάρισσα, Δουβέργαινα, Δακρύβρεχτος, Εγγυήτρια, Εκατονταπυλιανή, Εκκλησιάρχουσα, Εικονίστρια, Ελεημονήτρια, Ελαία, Ελειμονήτρια, Ελεοβρύτης, Ελέους, Ελευθερώτρια, Ελπιδοφόρα, Ελπίς Πιστών, Έλωνα, Ένθρονη, Εξακουστή, Εξοχική, Επακούουσα, Επανωχωριανή, Επισκοπιανή, Επουράνιος, Επουράνιος Πύλη, Επταβηματούσα, Ερυπιανή, Ευαγγελίστρα, Ευρετή, Εύσπλαχνος, Ζαλακιώτισσα, Ζεραχιώτισσα, Ζεριχιώτισσα, Ζερμπτίτσης, Ζυλή, Ζωάρκεια, Ζωήρρυτος, Ζωηφόρος, Ζωοδότειρα, Ζωοδότρα, Ζωοπηγή, Ζωοπόρος, Ζωοτόκος, Ηγήτρια, Ηγουμένη, Ηδύπνους, Ηλιόκαλη, Ηλιοτόκος, Θαλασσινή, Θαλασσίτρα, Θαλασσομάχισσα, Θαλασσομαχούσα, Θαρεινή, Θεάλεχτη, Θεοδίδαχτη, Θεοδόξαστη, Θεόκλητη, Θεοκνήτωρ, Θεοκόσμητη, Θεόληπτος, Θεομάνα, Θεομητροπρεπεστέρα, Θεοσκέπαστη, Θεοτίμητη, Θεουργία, Θεόφραστος, Θεόφρων, Θερμιανή, Θευαγέστατη, Θρηνούσα, Θρηνωδούσα, Θωμιανή, Ίαμα, Ίαση, Ιερόβλαστος, Ιερομύτης, Ιεροσολυμιτική, Ιεροσολυμίτισσα, Ιλαρώτατη, Ιμερόεσσα, Ισηγορία, Καγιά, Καθαριώτισσα, Καθαρών, Καθρέπτης, Κακαβιώτισσα, Καλαθή, Καλαμιώτισσα, Καλάμου, Καλιγού, Καλλίτοκος, Καλού Νερού, Καλυβιανή, Καμακάρι, Καματερός, Καμένη, Καμπιώτισσα, Κάμπου, Κανάλα, Κανδήξη, Κανταριώτισσα, Καπνικαραία, Καρδιοβαστάζουσα, Καρδιώτισσα, Καρποφορούσα, Καρύπη, Καστριανή, Κάστρου, Καστρουλέρου, Κατάκαρπος, Καταλωνική, Κατάπαυση, Καταπολιανή, Καψοδερματούσα, Κερά, Κέρνιτσα, Κεχρινιώτισσα, Κηπουραίων, Κισσιώτισσα, Κιτιού, Κλειδί του Παραδείσου, Κλεισούρας, Κλεφτοπαναγιά, Κοιμητηρίων, Κόκκινη, Κολοκυθιώτισσα, Κολυβιανή, Κορκοδειλιά, Κορυφή, Κορφιάτισσα, Κοσμοσωτείρα, Κοσυφοίνισσα, Κότσικα, Κουκουζέλισσα, Κουμπελίδικη, Κουνοπιώτισσα, Κουρίου, Κουροτρόφος, Κουτσουρώ, Κουφή, Κουφή Πέτρας, Κοφινή, Κρομμυδιώτισσα, Κτιστή, Κτιτόρισσα, Κυκκώτισσα, Κυπαιότισσα, Κυρά Ξένη και κυρία των Αγγέλων, Κώμη, Λαγουδιανή, Λαμπρότατη, Λαμπροφορία, Λαοδηγήτρια, Λαού, Λαρνιώτισσα, Λαυριώτισσα, Λάχνη, Λεσινιώτισσα, Λεφένα, Λεχούσα, Λιβαδιώτισσα, Λιόσα, Λιόσα, Λογκοβάρδα, Λοιμιώτισσα, Λουβαρά, Λυκοδήμου, Λυκούρεσι, Μαγαζιώτισσα, Μαγδαληνή, Μαδύτου, Μακελάρια, Μανδαλάκη, Μανεδή, Μαντιλούσα, Μαραθούντα, Μαστών, Μαύρη, Μαυριώτισσα, Μαυρομμάτα, Μαχαιρωμένη, Με τους κρίνους, Μεγαλομάρτυρος, Μεγαλόχαρη, Μεσοσπορίτισσα, Μητέρα, Μητέρα Θεού επί τον θρόνο, Μικρά, Μογρονήσι, Μολυβδοσκέβαστη, Μοναρκά, Μυροβλύτισσα, Μυρτενή, Μυρτιδιώτισσα, Μυφελαιώτισσα, Νάπα, Νάσσα, Νέα, Νέγρων, Νεοφάνεισσα, Νεροφορούσα, Νικητάτου, Νικοποιός, Νταλλιανή, Νυμφοτόκος, Ξενοβλήτης, Ξένων, Ξεσκλαβώτρα, Ξεσπορίτισσα, Ξηροκαμπίτισσα, Ξηρορείτισσα, Ξυνήγορος, Οικειώτατη, Οικονόμισσα, Ολβιόδωρος, Ομόθεος, Ομονοούσα, Ορθοκωστά, Οσιώτατη, Ουρανού και Γης, Παγγαιότισσα, Πάθους, Παιδεύσασα, Παλαιοκαστρίτισσα, Παλαιολογίνα, Παλατιανή, Παλίνου, Παναγιόχορτο, Πανάχραντος, Παντευλόγητη, Πάντιμος, Παντόχαρα, Πάντων χαρά, Παμμακάριστος, Παυσολύπη, Πειραιώτισσα, Πελαγονίτισσα, Πεπελινίτσης, Περίβλεπττος, Περλιγού, Πετραϊδα, Πλαγιά, Πλατανιώτισσα, Πολίτισσα, Πολυσπορίτισσα, Πονολύτρια, Πόνου, Πορτιανή, Πουλάτη, Πρέσβειρα, Προαναγγελλομένη, Προπύλη, Προσηγορία, Προσίστισσα, Προστάτρια, Προσφυγιά, Προυσιώτισσα, Πυριότισσα, Ραγίου, Ραχοπήδη, Ρόδο το Αμάραντο, Ρόμβη, Ρουβαλιώτισσα, Ρουμελιώτισσα, Σαμακιώτισσα, Σεπτεμβριανή, Σημάου, Σκάλα του Ουρανού, Σκαλωτή, Σκιαδενή, Σκοπιότισσα, Σοίριζα, Σοτομβριανή, Σουμελά, Στεφάνα, Σώματα, Σωτήρα, Ταξιδιάρα, Ταταρνώτισσα, Τήνου, Tης Βάτου, Τίμια Σκέπη, Τοπλoύ, Του Χάρου, Τουρλιανή, Τροβάτου, Τρουλή, Τρυπητή, Τρυφερούσα, Τσαμπίκα, Τσυκκώτισσα, Υπέρμαχος, Υψηλή, Φανερουλιώτισσα, Φαρμακολύτρα, Φιδιότισσα, Φιδοττοταμιανή, Φίδωσα, Φλεβαριανή, Φοβερά Προστασία, Χαιρετισμών, Χαλκοπρατειών, Χελιδονού, Χιλιονοματούσα, Χρυσαφίτισσα, Χρυσοβαλάντη, Χρυσογαλούσα, Χρυσοδαφνιώτισσα, Χρυσοκαστριώτισσα, Χρυσοκελλαριά, Χρυσοπηγή, Χρυσοσκαλίτισσα, Χρυσοσπιλιώτισσα, Ψυχοσώστα, Ψυχοσώτρια

 

 

Γιάννα στις 14 Αυγούστου 2014

Παγκόσμιο είναι πλέον το ενδιαφέρον για τη σπουδαία αρχαιολογική ανακάλυψη στην Αμφίπολη Σερρών, στοιχεία της οποίας θα δουν το φως τις επόμενες ημέρες.

 

Ολες οι πληροφορίες συγκλίνουν πάντως στο ότι πρόκειται για τον τάφο της συζύγου του Μεγάλου Αλεξάνδρου, της Ρωξάνης και το γιό του Αλέξανδρο Δ’. , Σύμφωνα με τους αρχαολόγους «κατά την περίοδο που χρονολογείται ο ταφικός περίβολος, μετά τον θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου μέχρι το τέλος του 4ου π.Χ. αιώνα, διαδραματίζονται σπουδαία ιστορικά γεγονότα στην περιοχή της Αμφίπολης». Υπενθυμίζεται πως ο Αλέξανδρος Δ” (323 π.Χ. – 311 π.Χ.) ήταν βασιλιάς της Μακεδονίας, γιος του Μεγάλου Αλεξάνδρου και της Ρωξάνης, πριγκίπισσας της Βακτριανής. Γεννήθηκε μετά το θάνατο του πατέρα του το 323 π.Χ. και αναγνωρίστηκε Βασιλιάς μετά του Φιλίππου του Αρριδαίου, υπό την κηδεμονία πρώτα του Περδίκκα και αργότερα του Αντίπατρου, αλλά μετά το θάνατό του υπέστη με τη μητέρα του Ρωξάνη πολλές περιπέτειες. Tελικά δολοφονήθηκε με διαταγή του Κασσάνδρου μαζί με τη μητέρα του, το 311 π.Χ. σε ηλικία 12 ετών στην Αμφίπολη που ήταν φυλακισμένος.

 

Σε λίγες ημέρες θα γνωρίζουν όλοι αν πράγματι υπάρχουν σημαντικοί αρχαιολογικοί θησαυροί, με την ευχή να μην έχει συληθεί ο τάφος αυτός. Το γεγονός πάντως ότι υπάρχει ήδη το μαρμάρινο λιοντάρι, ο «Λέων της Αμφίπολης» αλλά και ότι ο χώρος «φυλασσόταν» από δύο ολόγλυφες Σφίγγες, προδιαθέτει για μια σημαντική ανακάλυψη.

 

 

Γιάννα στις 12 Αυγούστου 2014

Αυτή η απλοποιημένη έκδοση των 30 άρθρων της Οικουμενικής Διακήρυξης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει δημιουργηθεί ειδικά για τους νέους.

 

1. Είµαστε Όλοι Γεννηµένοι Ελεύθεροι και Ίσοι. Είµαστε όλοι γεννηµένοι ελεύθεροι. Όλοι έχουµε τις δικές µας σκέψεις και ιδέες. Θα πρέπει όλοι να μας αντιμετωπίζουν µε τον ίδιο τρόπο.

 

2. Μην Κάνεις Διακρίσεις. Αυτά τα δικαιώµατα ανήκουν σε όλους, ανεξάρτητα από τις διαφορές µας.

 

3. Το ∆ικαίωµα στη Ζωή.Όλοι έχουµε δικαίωµα στη ζωή, και να ζήσουµε με ελευθερία και.ασφάλεια.

 

4. Όχι Σκλαβιά. Κανείς δεν έχει το δικαίωµα να µας κάνει σκλάβους. ∆εν µπορούµε εµείς να σκλαβώσουµε κανέναν.

 

5. Όχι Βασανιστήρια. Κανείς δεν έχει το δικαίωµα να µας πληγώσει ή να µας βασανίσει.

 

6. Έχεις Δικαιώµατα Όπου κι αν Πηγαίνεις. Είµαι ένας άνθρωπος όπως κι εσύ!

 

7. Είµαστε Όλοι Ίσοι Ενώπιον του Νόµου. Ο νόµος είναι ίδιος για όλους. Πρέπει να φέρεται σε όλους μας δίκαια.

 

8. Τα Ανθρώπινα Δικαιώµατά σου Προστατεύονται από το Νόµο. Μπορούµε όλοι να ζητήσουµε τη βοήθεια του νόµου όταν αντιμετωπίζουμε άδικη μεταχείριση.

 

9. Όχι Άδικη Κράτηση. Κανείς δεν έχει το δικαίωµα να µας φυλακίσει χωρίς καλό λόγο και να µας κρατάει εκεί ή να µας διώξει από τη χώρα µας.

 

10. Το Δικαίωµα για Δίκη. Αν δικαζόµαστε, αυτό πρέπει να γίνεται δηµοσίως. Οι άνθρωποι που µας δικάζουν, δεν πρέπει να αφήνουν κανένα να τους λέει τι να κάνουν.

 

11. Είµαστε Πάντα Αθώοι Μέχρι Αποδείξεως του Εναντίου. Κανείς δεν θα πρέπει να κατηγορείται για τίποτα µέχρι να αποδειχθεί η ενοχή του. Όταν οι άνθρωποι λένε ότι κάναµε κάτι κακό, έχουµε το δικαίωµα να δείξουµε ότι δεν είναι αλήθεια.

 

12. Δικαίωµα στην Ιδιωτική Ζωή.Κανείς δεν πρέπει να προσπαθήσει να βλάψει την υπόληψή µας. Κανείς δεν έχει το δικαίωµα να µπει στο σπίτι µας, να ανοίξει τα γράµµατά µας ή να ενοχλεί εµάς ή την οικογένειά µας χωρίς κάποιο καλό λόγο.

 

13. Ελευθερία της Μετακίνησης. Όλοι έχουµε το δικαίωµα να πάµε όπου θέλουµε στη χώρα µας και να ταξιδέψουµε όπως θέλουµε.

 

14. Το Δικαίωµα στο να Αναζητάς Ασφαλή Τόπο να Ζήσεις. Αν φοβόµαστε µια κακή µεταχείριση στη χώρα µας έχουµε όλοι το δικαίωµα να µεταβούµε σε µια άλλη χώρα για να είµαστε ασφαλείς.

 

15. Δικαίωµα στην Εθνικότητα. Όλοι έχουµε το δικαίωµα να ανήκουµε σε µια χώρα.

16. Γάµος και Οικογένεια. Κάθε ενήλικας έχει το δικαίωµα να παντρευτεί και να κάνει οικογένεια αν το θέλει. Άνδρες και γυναίκες έχουν τα ίδια δικαιώµατα όταν είναι παντρεµένοι, και όταν είναι χωρισµένοι.

 

17. Το Δικαίωµα στα Δικά σου Πράγµατα. Ο καθένας έχει το δικαίωµα να κατέχει πράγµατα ή να τα µοιράζεται. Κανείς δεν έχει το δικαίωµα να παίρνει τα πράγµατά µας χωρίς κάποιον καλό λόγο.

 

18.. Ελευθερία της Σκέψης. Όλοι έχουµε το δικαίωµα να πιστεύουµε σε αυτό που θέλουµε να πιστεύουµε, να έχουµε µια θρησκεία ή να την αλλάζουµε αν θέλουµε.

 

19.. Ελευθερία της Έκφρασης. Όλοι έχουµε το δικαίωµα να παίρνουµε αποφάσεις, να σκεφτόµαστε ότι θέλουµε, να λέµε ό,τι πιστεύουµε και να µοιραζόµαστε τις ιδέες µας µε άλλους ανθρώπους.

 

20. Το Δικαίωµα στις Δηµόσιες Συγκεντρώσεις. Όλοι έχουµε το δικαίωµα να συναντιόµαστε µε τους φίλους µας και να δουλεύουµε µαζί ειρηνικά για να υπερασπιστούµε τα δικαιώµατά µας. Κανείς δεν µπορεί να µας κάνει µέλη µιας οµάδας αν δεν το θέλουµε.

 

21.. Το Δικαίωµα στη Δηµοκρατία. Όλοι έχουµε το δικαίωµα να συµµετέχουµε στην κυβέρνηση της χώρας µας. Κάθε ενήλικας θα πρέπει να µπορεί να επιλέξει τους δικούς του ηγέτες.

 

22. Κοινωνική Ασφάλιση. Όλοι έχουµε το δικαίωµα για µια οικονοµικώς προσιτή στέγαση, φάρµακα, εκπαίδευση και παιδική φροντίδα, αρκετά χρήµατα για να ζούµε και ιατρική περίθαλψη αν είµαστε άρρωστοι ή ηλικιωµένοι.

 

23. Δικαιώματα Εργαζομένων. Κάθε ενήλικος έχει το δικαίωµα να κάνει µια δουλειά, να παίρνει ένα τίµιο εισόδηµα για τη δουλειά του και να γίνει µέλος ενός επαγγελματικού σωματείου.

 

24. Το Δικαίωµα στο Παιχνίδι. Όλοι έχουμε το δικαίωμα να ξεκουραζόμαστε από την εργασία μας και να αναπαυόμαστε.

 

25. Φαγητό και Στέγη για Όλους. Όλοι έχουµε το δικαίωµα µιας καλής ζωής. Μητέρες και παιδιά, ηλικιωµένοι, άνεργοι ή ανάπηροι, όλοι έχουν το δικαίωµα να λαµβάνουν φροντίδα.

 

26. Το Δικαίωµα στην Εκπαίδευση. Η εκπαίδευση είναι ένα δικαίωµα. Το δηµοτικό σχολείο πρέπει να είναι δωρεάν. Πρέπει να μάθουμε για τα Ηνωµένα Έθνη και για το πώς να συνεργαζόμαστε µε τους άλλους. Οι γονείς µας µπορούν να επιλέξουν τι θα µάθουµε.

 

27. Δικαίωμα Πνευματικής Ιδιοκτησίας. Τα πνευµατικά δικαιώµατα είναι ένας ειδικός νόµος που προστατεύει τις προσωπικές καλλιτεχνικές δηµιουργίες και συγγράµµατα. Οι άλλοι δεν µπορούν να κάνουν αντίγραφα χωρίς άδεια. Έχουµε όλοι το δικαίωµα του δικού µας τρόπου ζωής και του να επωφελούµαστε από την τέχνη, την επιστήµη και τη µάθηση.

 

28. Ένας Δίκαιος και Ελεύθερος Κόσµος. Πρέπει να υπάρχει τάξη ώστε να επωφελούµαστε από τα δικαιώµατα και τις ελευθερίες στη χώρα µας και σε όλο τον κόσµο.

 

29. Υπευθυνότητα. Έχουµε ένα καθήκον απέναντι στους άλλους ανθρώπους και θα πρέπει να προστατεύουµε τα δικά τους δικαιώµατα και τις ελευθερίες τους.

 

30. Κανείς δεν Μπορεί να σας Αφαιρέσει αυτά τα Δικαιώµατα.

 

 

 

 

Γιάννα στις 12 Αυγούστου 2014

Ο Γουίτμαν λέει:

 

«Ω, εγώ, ω ζωή των ερωτήσεων, χωρίς τελειωμό,

 

των ατέλειωτων τραίνων των άπιστων,

 

των πόλεων γεμάτων ανόητους.

 

Τι καλό έχουν αυτά, ω εγώ, ω ζωή;

 

Απάντηση.

 

Ότι είσαι εδώ, ότι η ζωή υπάρχει· και η ταυτότητα.

 

Ότι το παντοδύναμο παιχνίδι συνεχίζεται,

 

κι ίσως συνεισφέρεις μια στροφή».

«Δεν διαβάζουμε και δεν γράφουμε ποίηση γιατί είναι χαριτωμένη. Διαβάζουμε και γράφουμε ποίηση γιατί είμαστε μέλη της ανθρώπινης φυλής. Και η ανθρώπινη φυλή είναι γεμάτη πάθος. Και η ιατρική, η νομική, οι επιχειρήσεις, η μηχανική, αυτά είναι ευγενείς ασχολίες και απαραίτητες για την διατήρηση της ζωής. Αλλά η ποίηση, η ομορφιά, το ρομάντζο, η αγάπη, αυτά είναι (τα πράγματα) για τα οποία μένουμε ζωντανοί».

 

 

 

Αυτό έλεγε ο Ρόμπιν Γουίλιαμς στους μαθητές του, στον ανεπανάληπτο ρόλο του αντισυμβατικού καθηγητή Τζον Κίτινγκ στην ταινία «Ο κύκλος των χαμένων ποιητών», όπου τους συμβούλευε να «αδράξουν την ημέρα» – «Carpe diem».

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Γιάννα στις 7 Αυγούστου 2014

Το Ταξίδι είναι ένα συναρπαστικό κυνήγι, και βγαίνεις έξω και δε μπορείς να ξέρεις τι πουλί θα σου λάχει. Το Ταξίδι είναι σαν το κρασί, και πίνεις και δε μπορείς να μαντέψεις τι οράματα θα κατεβούν στο κεφάλι σου. Σίγουρα, ταξιδεύοντας, βρίσκεις πάντα ό,τι μέσα σου έχεις. Χωρίς να το θες, από τις αναρίθμητες εντυπώσεις που πλημμυρίζουν τα μάτια σου κάνεις επιλογές και διαλέγεις ό,τι περισσότερο ανταποκρίνεται στις ανάγκες ή στις περιέργειες της ψυχής σου. «Αντικειμενική» αλήθεια υπάρχει μονάχα στους φωτογραφικούς θαλάμους, στις ψυχές που βλέπουν κρύα, χωρίς συγκίνηση, δηλαδή χωρίς βαθιά επαφή, τον κόσμο.

 

Όσοι πονούν κι αγαπούν συνεργάζονται με μυστική επικοινωνία με το τοπίο που βλέπουν, με τους ανθρώπους που σμίγουν και με τα γεγονότα που διαλέγουν. Γι’ αυτό κάθε άρτιος Ταξιδευτής δημιουργεί πάντα τη χώρα όπου ταξιδεύει..

 

 

Γιάννα στις 6 Αυγούστου 2014

Κοίτα πως χάνονται οι δρόμοι

μες τους ανθρώπους…

τα περίπτερα πως κρυώνουνε

απ΄τις βρεγμένες εφημερίδες

ο ουρανός

πως τρυπιέται στα καλώδια

και το τέλος της θάλασσας

από το βάρος των πλοίων

πόσο λυπημένες είναι οι ξεχασμένες ομπρέλες

στο τελευταίο δρομολόγιο

και το λάθος εκείνου που κατέβηκε

στην πιό πρίν στάση

τα αφημένα ρούχα στο καθαριστήριο

και τη ντροπή σου

ύστερα από δύο χρόνια που βρήκες λεφτά

πως να τα ζητήσεις

πως τσούκου τσούκου

αργά μεθοδικά

μας αλλοιώνουνε

να καθορίζουμε τη στάση μας στη ζωή

από το στύλ της καρέκλας…

 

Η μοναξιά…

δεν έχει το θλιμμένο χρώμα στα μάτια

της συννεφένιας γκόμενας.

Δεν περιφέρεται νωχελικά κι αόριστα

κουνώντας τα γοφιά της στις αίθουσες συναυλιών

και στα παγωμένα μουσεία.

Δεν είναι κίτρινα κάδρα παλαιών «καλών» καιρών

και ναφθαλίνη στα μπαούλα της γιαγιάς

μενεξελιές κορδέλες και ψάθινα πλατύγυρα.

Δεν ανοίγει τα πόδια της με πνιχτά γελάκια

βοιδίσο βλέμμα κοφτούς αναστεναγμούς

κι ασορτί εσώρουχα.

Η μοναξιά.

Έχει το χρώμα των Πακιστανών η μοναξιά

και μετριέται πιάτο-πιάτο

μαζί με τα κομμάτια τους

στον πάτο του φωταγωγού.

Στέκεται υπομονετικά όρθια στην ουρά

Μπουρνάζι – Αγ. Βαρβάρα – Κοκκινιά

Τούμπα – Σταυρούπολη – Καλαμαριά

Κάτω από όλους τους καιρούς

με ιδρωμένο κεφάλι.

Εκσπερματώνει ουρλιάζοντας κατεβάζει μ΄ αλυσίδες τα τζάμια

κάνει κατάληψη στα μέσα παραγωγής

βάζει μπουρλότο στην ιδιοχτησία

είναι επισκεπτήριο τις Κυριακές στις φυλακές

ίδιο βήμα στο προαύλιο ποινικοί κι επαναστάτες

πουλιέται κι αγοράζεται λεφτό λεφτό ανάσα ανάσα

στα σκλαβοπάζαρα της γής – εδώ κοντά είναι η Κοτζιά-

ξυπνήστε πρωί.

Ξυπνήστε να τη δείτε.

Είναι πουτάνα στα παλιόσπιτα

το γερμανικό νούμερο στους φαντάρους

και τα τελευταία

ατελείωτα χιλιόμετρα ΕΘΝΙΚΗ ΟΔΟΣ-ΚΕΝΤΡΟΝ

στα γαντζωμένα κρέατα από τη Βουλγαρία.

Κι όταν σφίγγει το αίμα της και δεν κρατάει άλλο

που ξεπουλάν τη φάρα της

χορεύει στα τραπέζια ξυπόλυτη ζεμπέκικο

κρατώντας στα μπλαβιασμένα χέρια της

ένα καλά ακονισμένο τσεκούρι.

Η μοναξιά

η μοναξιά μας λέω. Για τη δική μας λέω

είναι τσεκούρι στα χέρια μας

που πάνω από τα κεφάλια σας γυρίζει γυρίζει γυρίζει γυρίζει

 

Πάει. Αυτό ήταν.

Χάθηκε η ζωή μου φίλε

μέσα σε κίτρινους ανθρώπους

βρώμικα τζάμια

κι ανιστόρητους συμβιβασμούς.

Άρχισα να γέρνω

σαν εκείνη την ιτιούλα

που σου ‘χα δείξει στη στροφή του δρόμου.

Και δεν είναι που δεν θέλω να ζήσω.

Είναι το γαμώτο που δεν έζησα.

κι ούτε που θα σε ξαναδώ.

 

Γιάννα στις 6 Αυγούστου 2014

Η εποχή των σκιών

 

Είμαστε εδώ

Χωρίς να είμαστε

Αναπνέουμε

Περπατάμε

Μισούμε

Αγαπάμε

Αγοράζουμε

Πουλάμε

Μόνο και μόνο

Για να δικαιολογούμε

Την απουσία μας

Πώς μπορεί να ονομάζεται

Ένας κόσμος

Φτιαγμένος από σκιές

Ανύπαρκτων σωμάτων

Οι καθρέφτες αποτυπώνουν

Εντυπώσεις δυνατών ψευδαισθήσεων πόνου

Είμαστε όλοι

Ασθενικά αιμορραγούντα φαντάσματα

Μάταια προσπαθούμε ν’ αφήσουμε τα χνάρια μας

Για την εποχή των πραγμάτων

Που θα ακολουθήσει

Τη δικιά μας εποχή των σκιών

 

*

 

Ο χαμένος καιρός δε χάνεται

Οι ώρες που σκοτώνουμε επιζούν

Κάποιος θεός τις συμμαζεύει

Ζητά πίστη για λύτρα

Και μεις πληρώνουμε

 

Όλα τελικά

Επιστρέφουν σε μας

 

Τα δάκρυα σαν εξατμίζονται δε χάνονται

Η θλίψη που σκορπάμε επιζεί

Κάποιος θεός τη συγκεντρώνει

Ζητά δύναμη για λύτρα

Και μεις πληρώνουμε

 

Όλα τελικά

Επιστρέφουν σε μας

 

Τα όνειρα που εγκαταλείψαμε

Τα λόγια που δεν είπαμε

Τα απραγματοποίητα θαύματα

Οι γιορτές που αναβλήθηκαν

Οι αστερισμοί που αγνοήθηκαν

Τα ταξίδια που ακυρώθηκαν

Δεν χάθηκαν

Κάποιος θεός τα φροντίζει

 

Όλα τελικά

 

 

 

 

 

ΘΑΛΑΜΟΣ Δ

Με κατατρώγει αυτό το ανώδυνο ξεπέρασμα των αρχι­κών μου πόθων.Ω! Η πρώτη ιδέα έχει κιόλας αντικατασταθεί με μια άλλη πιότερο ευπρόβλεπτη, ευέλικτη, πρακτική. Ή μάλλον όχι. Εδώ έχουμε να κάνουμε με υποκατάσταση. Παλεύω με το υποκατάστατο της μέρας και όχι με την ίδια τη μέρα. Ερωτοτροπώ με το υποκατάστατο της νύχτας και όχι με την ίδια τη νύχτα. Ούτε καν αυτό τον ίδιο το θάνατο δεν ανέχομαι, πρέπει να βρεθεί κάτι άλλο.Αρχίζω και νιώθω περισσότερο άνθρωπος μέσα σ” αυτή τη φτηνή και απόκοσμη φαντασμαγορία της ματαιότη­τας, θέλω να παρουσιάσω το δικό μου νούμερο.Στριμώχνομαι στη σειρά με υπερτροφικές μπαλαρίνες, σταφιδιασμένες πριμαντόνες, καυλωμένους στρατοκράτες, βιαστές λαχανικών, ορχήστρες δολοφόνων, φυματι­κούς μεσσίες, πυρηνικούς επιβήτορες. Έρχεται η σειρά μου, έρχεται η σειρά μου και δεν έχω τίποτα αξιόλογο να επιδείξω, κάποιο τρικ να γοητεύσω έστω μερικούς. Τρέ­μω. Τα έχω χαμένα. Αυτό θα κάνω. Θα ουρλιάξω πως είμαι πάμφτωχος κι αδέξιος κι ανίκανος και κενός και ί­σως γι” αυτό ν” αξίζω μια στιγμή την προσοχή σας. Θα τρομάξουν. Δεν μπορεί, θα με χειροκροτήσουν.Α! Ξημερώνει για τα καλά, πρέπει να βρω κάποιον να του πω μια καλημέρα. Αρκεί βέβαια αυτός ο κάποιος να μην οπλοφορεί.

 

 

 

ΛΑΘΟΣ ΚΙΝΗΣΗ

Καθισμένος ένα ολόκληρο απόγευμαΣτην παλιά μπαλωμένη μου πολυθρόνα

Μην περιμένοντας κανέναν να μου χτυπήσει την πόρτα

και κανέναν να με χαϊδέψει

και κανέναν να με μαστιγώσει

και κανέναν να με δεχτεί

και κανέναν να με απορρίψει

Ένιωσα να με πλησιάζει κάτιπου θα μπορούσε να “ταν η ευτυχία

Τότε σηκώθηκα να σημειώσω αυτές τις λέξεις

Και όλα πήγανε στράφι

 

 

 

 

 

 

 

Θέλω να γνωρίσω όλους αυτούς που σκύβουν

Πάνω από ένα καθαρό κομμάτι χαρτί

Μέσα σε βρόμικες διαλυμένες κάμαρες

Γεμάτοι οργή κι απόγνωση

Αποφασισμένοι ωστόσο

Να το λεκιάσουν με λέξεις

                     βρόμικες λέξεις

                          άγιες λέξεις

                               λέξεις κλειδιά

                                    ιδέες φαντάσματα

                                         λυτρωτικές φράσεις

 

Θέλω να γνωρίσω όλους αυτούς τους μανιακούς του λόγου

 

Να γλείψω το μελάνι από τα δάχτυλα τους

Να φιλήσω τα παραμορφωμένα τους μέτωπα

Να συμμαζέψω τις τσαλακωμένες τους ονειρώξεις

Να διορθώσω τα ορθογραφικά λάθη του έρωτα τους

Να τους καθησυχάσω

Να τους πείσω πως δε χρειαζόμαστε άλλο αίμα γι” απόψε

Πως χορτάσαμε

Κι ύστερα να τους βάλω στο κρεβάτι

Και να τους νανουρίσω

 

Γιάννα στις 6 Αυγούστου 2014

Σε κάποια συγκεκριμένη φάση της ζωής τους οι άνθρωποι αρχίζουν να προβληματίζονται για τη σωτηρία της ψυχής τους.

 

Δυστυχώς αυτός ο προβληματισμός συνήθως έρχεται στους περισσότερους από εμάς με σημαντική καθυστέρηση ενώ, αν συνέβαινε το αντίθετο, μάλλον θα βοηθούσε στο να γίνει ο κόσμος μας καλύτερος.

 

Δεν χρειάζεται να είμαστε θρησκευόμενοι για να παραδεχτούμε και να συνειδητοποιήσουμε ότι αν είμαστε όλοι πιο τίμιοι στις σχέσεις μας με τους άλλους σε συναισθηματικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο, η γαλήνη στην ψυχή μας θα ήταν εξασφαλισμένη εν ζωή και, για όσους το πιστεύουν, μετά θάνατον.

 

Ολες οι θρησκείες αναγνωρίζουν την ύπαρξη της ψυχής, αρκετοί φιλόσοφοι μάλιστα υποστηρίζουν ότι οι προϊστορικές αντιλήψεις περί επιβίωσης ενός αόρατου μέρους του ανθρώπου, μετά τον θάνατο, υπήρξε η γενεσιουργός αιτία της ίδιας της θρησκείας, αναφέροντας ότι η θρησκεία δημιουργήθηκε καθαρά με αφορμή την ψυχή ή πνεύμα, που σε συνδυασμό με το σώμα αποτελεί το σύνολο της ανθρώπινης ύπαρξης.

 

Σωκράτης, Πλάτων, Αριστοτέλης και άλλοι Ελληνες φιλόσοφοι μας άφησαν τις απόψεις τους περί άυλης και αθάνατης ψυχής επηρεάζοντας σημαντικά τους μετέπειτα στοχαστές.

 

Ο Σωκράτης μάλιστα, ως γνήσιος φιλόσοφος, επιθυμούσε να πεθάνει το σώμα του, ώστε να απελευθερωθεί η ψυχή του από τα απατηλά ερεθίσματα των υλικών αισθητηρίων και έτσι να κατακτήσει την πραγματική γνώση και σοφία, σε αντίθεση με άλλους που αρνούνταν τη μετά θάνατον επιβίωση της ψυχής.

 

Στα συγγράμματα του Πλάτωνα εμφανίζεται η άποψη ότι όλος ο υλικός κόσμος έχει αρχέτυπο τον άυλο κόσμο των ιδεών, όπου οι ιδέες είναι οι αιώνιοι τύποι, τα αιώνια πρότυπα όλων ανεξαιρέτως των όντων. Στο Συμπόσιο μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψη πως, όταν η ψυχή πρόκειται να ενσαρκωθεί, χωρίζεται σε δύο τμήματα που εισέρχονται σε δύο διαφορετικά σώματα. Εντούτοις, τα δύο μέρη της ψυχής έλκονται μεταξύ τους και έτσι εξηγείται το φαινόμενο του έρωτα. Στον Φαίδρο παρουσιάζεται η θεωρία ότι ο άνθρωπος έχει τρεις ψυχές: μία στο κεφάλι (έδρα της νόησης), μία στο στήθος (έδρα των συναισθημάτων) και μία στην κοιλιά (έδρα των σωματικών επιθυμιών). Στην Πολιτεία, όμως, η προσέγγιση αλλάζει, με σκοπό να ξεπεραστούν τα κενά των προηγούμενων θεωριών. Εκεί λοιπόν αναφέρεται ότι ο άνθρωπος έχει μία μόνο ψυχή αλλά τριμερή: τον νουν (νόηση), τον θυμόν (συναίσθημα) και το επιθυμητικόν (επιθυμία). Στον Τίμαιο, επιπρόσθετα, παρουσιάζεται η θεωρία της τριμερούς ψυχής που εφαρμόζεται και στην ψυχή του κόσμου, και αυτή η τριάδα των ιδιοτήτων είναι που εξασφαλίζει την κίνηση στα ουράνια σώματα.

 

Εκτός από την αρχαία Ελλάδα, η αθανασία της ψυχής έπαιζε σημαντικό ρόλο και σε άλλες περιοχές του πλανήτη, Κίνα, Αίγυπτο, Μεσοποταμία, Ινδία και σε όλο τον γνωστό αρχαίο κόσμο.

 

Οι διάφοροι τρόποι που αξιοποιεί ο σημερινός άνθρωπος τη λέξη ψυχή και τα παράγωγά της, συναντώνται συχνά στη μουσική, έχει δημιουργηθεί μάλιστα από αυτήν και ο όρος ψυχεδέλεια, για το γνωστό μουσικό κίνημα της δεκαετίας του ’60.

 

Για τη σωτηρία της ψυχής, που είναι ένα πράγμα για το οποίο θα πρέπει να ανησυχούν σχεδόν όλοι οι Ελληνες πολιτικοί, έγραψε ο Σταμάτης Κραουνάκης το ομώνυμο τραγούδι για την Αλκηστη Πρωτοψάλτη σε στίχους της Λίνας Νικολακοπούλου, το 1985.

 

10 χρόνια αργότερα, η Χάρις Αλεξίου ερμηνεύει το δικό της τραγούδι Ψυχές και Σώματα: Στην προηγούμενη ζωή μου είχα φτάσει να σ” αγαπήσω, να σε νιώσω, να σε βρω κι ύστερα απ” αυτό μ” είχες καταδικάσει ώς την επόμενη ζωή να σ” αγαπώ.

 

Ψυχές και σώματα στο χρόνο γυρνάνε, αλλάζουν ονόματα και πάλι απ” την αρχή.

 

Τα Ησυχα βράδια είναι ένα από τα πιο ωραία τραγούδια του Λάκη Παπαδόπουλου, με εξαιρετικούς στίχους από τη Μαριανίνα Κριεζή και ερμηνεία από την Αρλέτα.

 

Ακόμα κι αν φύγεις για το γύρο του κόσμου θα “σαι πάντα δικός μου

 

θα “μαστε πάντα μαζί.

 

Και δε θα μου λείπεις γιατί θα “ναι η ψυχή μου το τραγούδι της ερήμου

 

που θα σ” ακολουθεί.

 

Από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του Γιάννη Πουλόπουλου το Εκλαψα χθες από την ταινία του 1966, Οι θαλασσιές οι χάντρες. Στίχοι του Ακου Δασκαλόπουλου και μουσική από τον Μίμη Πλέσσα: Εκλαψα χθες σαν μέτρησα τις πίκρες της ψυχής μου

 

κι εσύ δεν ήσουν πλάι μου αστέρι της ζωής μου.

 

Αγγιγμα ψυχής, επιτυχία του Μιχάλη Χατζηγιάννη από το 1997 και Δεν μπορώ, ένα από τα καλύτερα τραγούδια του Αλκίνοου Ιωαννίδη από το 1995, με καταπληκτικούς στίχους και μουσική από τον Νίκο Ζούδιαρη: Να γλιστρούσες στο σκοτάδι,

 

να πετούσες σαν αερικό… θα πεθάνω αυτό το βράδυ, θα πεθάνω αν δε σε δω.

 

Με γλυκό κρασί θα γίνω αργοναύτης να “ρθω να σε βρω. Να σε ανταμώσω λίγο στης ψυχής μου το βυθό.

 

Ελα ψυχούλα μου (Το τραγούδι της Κάθριν) σε μουσική από τον ίδιο τον ερμηνευτή, που είναι ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, σε στίχους του Ισαάκ Σούση (2001).

 

Η Ταξιδιάρα ψυχή από τις Τρύπες έχει συμπληρώσει ήδη 25 χρόνια ζωής και συνεχίζει να ταξιδεύει με τη μουσική του Γιώργου Καρρά και τους στίχους του Γιάννη Αγγελάκα στο αιώνιο ταξίδι των ψυχών.

 

 

Ο Κώστας Χατζής τραγουδούσε τις συχνά φιλοσοφημένες απόψεις της Σώτιας Τσώτου, όπως στο Μονολογούμε: Εγώ μιλώ με τη βροχή και με το κύμα στο γιαλό,

 

με όντα εγώ χωρίς ψυχή και με ανθρώπους δε μιλώ.

 

Μονολογούμε, μονολογούμε, τι λέν” οι άλλοι ούτε που ακούμε. Τον ξένο πόνο δεν τον μπορούμε, μιλάμε έτσι για να μιλούμε.

 

Ενα κορμί χωρίς ψυχή τραγούδησε η Ελένη Τσαλιγοπούλου, και Φύσα ψυχή μου είναι η διασκευή που έκανε η Ελευθερία Αρβανιτάκη σε τραγούδι των Night Ark με στίχους του Μιχάλη Γκανά, ενώ σε ποίηση Κώστα Καρυωτάκη γράφτηκε το Είσαι ψυχή μου με τον Νίκο Ξυλούρη.

 

Στο λαϊκό τραγούδι, μεταξύ άλλων έχουμε τα Δεν κλαίω για τώρα του Ακη Πάνου με τη Βίκυ Μοσχολιού: Κλαίω την ώρα του γυρισμού με τα σημάδια του σπαραγμού κλαίω για την ώρα που δε θα “χω πια ψυχή να σου πω σ” αγαπώ.

 

Ακου τα αηδόνια, του Γιώργου Ζαμπέτα: Στη σιγαλιά της χαραυγής, άκουσε τη φωνή μου σε τούτο το τραγούδι μου θ” αφήσω την ψυχή μου.

 

Ενα τραγούδι πες μου ακόμα, του Τάκη Μουσαφίρη με τη Ρίτα Σακελλαρίου: Σε παρακαλώ απόψε την ψυχή μου βρες και κόψε, πάρε την αναπνοή μου, βάλε τέρμα στη ζωή μου.

 

Στο ελληνικό τραγούδι υπάρχουν δεκάδες ακόμα τραγούδια με αναφορά στην ψυχή, ενώ στο αγγλόφωνο, εκτός από τα άπειρα τραγούδια που αναφέρουν στους στίχους τους την ψυχή, έχουμε και το βασικό είδος μουσικής των μαύρων που με την ονομασία Soul θέλησαν να εκφράσουν τον τρόπο που τραγουδούν.

 

Στο ιταλικό τραγούδι, χαρακτηριστικό είναι το Bella Senz” Anima του Ricardo Cocciante (1974) και το ναπολιτάνικο Anema e Core του 1950, που το 1953 έγινε πετυχημένο μιούζικαλ.

 

Ανεξάρτητα του αν πιστεύει κάποιος ότι κάθε ψυχή αντιστοιχεί στις ιδιότητες που έχει ένα ζωντανό ον (μορφή ή εντελέχεια), είτε πρόκειται για φυτό είτε για ζώο είτε για άνθρωπο και ότι, όπως οι ιδιότητες ενός αντικειμένου οφείλουν την υπόστασή τους στο ίδιο αντικείμενο έτσι και η ψυχή οφείλει την υπόστασή της στο υλικό σώμα, σίγουρα ένα μεγάλο μέρος των τραγουδιών οφείλει την ύπαρξή του στην ψυχή που έδωσε την έμπνευση στον στιχουργό τους.

 

Αλλωστε η ψυχή, ή όπως αλλιώς θέλει να την ονομάζει ο καθένας μας, είναι η πηγή για τα πάντα.

 

Από την ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (  Κ,ωστας Ζουγρής)

 

 

Γιάννα στις 6 Αυγούστου 2014

O Λέο Μπουσκάλια μέσα από το βιβλίο του «Να ζεις, ν’ αγαπάς, να μαθαίνεις» μας δίνει 10 λέξεις οδηγό για να μας συντροφεύουν στο ταξίδι της ζωής μας.

 

1. ΟΡΘΗ  ΓΝΩΣΗ, για να μας δώσει τα απαραίτητα εργαλεία για το ταξίδι.

 

2. ΣΟΦΙΑ, για να χρησιμοποιήσουμε τη συσσωρευμένη γνώση του παρελθόντος με τρόπο που θα μας βοηθήσει να ανακαλύψουμε την παρουσία μας, το «τώρα».

 

3. ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ, για να δεχόμαστε τους άλλους που έχουν ίσως διαφορετικό τρόπο από το δικό μας, με λεπτότητα και κατανόηση, καθώς προχωράμε μαζί τους ή αναμεσά τους ή γύρω τους στο δρόμο της ζωής μας.

 

4. ΑΡΜΟΝΙΑ, για να μπορούμε να δεχόμαστε τη φυσική ροή της ζωής.

 

5. ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ, για να συνειδητοποιήσουμε και να αναγνωρίσουμε νέες λύσεις και άγνωστα μονοπάτια στο δρόμο μας.

 

6. ΔΥΝΑΜΗ, για να αντισταθούμε στο φόβο και να προχωρήσουμε μπροστά, παρά την αβεβαιότητα, χωρίς εγγυήσεις ή πληρωμή.

 

7.  ΓΑΛΗΝΗ, για να στεκόμαστε γερά στα πόδια μας.

 

8. ΧΑΡΑ, για να είμαστε πάντα γεμάτοι τραγούδια, γέλια και χορούς.

 

9. ΑΓΑΠΗ, ο σίγουρος οδηγός  προς το υψηλότερο επίπεδο συνειδητότητας που είναι ικανός να φτάσει ο άνθρωπος.

 

10. ΕΝΟΤΗΤΑ, κι αυτό μας ξαναφέρνει εκεί απ’όπου ξεκινήσαμε, τη θέση όπου είμαστε ένα με τον εαυτό μας και με όλα τα άλλα πράγματα.

 

 

Πρόκειται για μία εισήγηση του πατρός Αντωνίου Πινακούλα στο  εικοστό πρώτο  συνέδριο ψυχιατρικής της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας που έγινε το Μάιο του2011 . Θέμα της η ενοχή ως απώλεια της εσωτερικότητας. Παρουσιάζεται στην εκπομπή «Ομιλήματα» της Πειραϊκής εκκλησίας. Αξίζει να το ακούσετε και να το προσέξετε όλο!

Κυριακή στις 6 Αυγούστου 2014

Ὅταν ἤμουνα πολὺ μικρὸ παιδάκι, τεσσάρων ὡς πέντε χρονῶ, συνηθίζαμε νὰ κοιμόμαστε κάθε μεσημέρι τὸ καλοκαίρι στρωματσάδα στὴν αὐλὴ τοῦ σπιτιοῦ μας, ποὺ βρισκόταν ὁδὸς Πελοποννήσου.

Ἕνα μεσημέρι τὸ λοιπόν, ὅταν ὁ ὕπνος πῆρε τὸν πατέρα μου καὶ τὴ μητέρα μου, ἐγὼ βγῆκα στὸ δρόμο. Ἐκεῖ ποὺ ’παιζα, σταμάτησε ἄξαφνα μπροστά μου μιά καρότσα. Μέσα ἦταν ἕνας κύριος καὶ μιά κυρία. Καὶ χωρὶς νὰ τὸ περιμένω μὲ ἅρπαξε ὁ κύριος καὶ μ’ ἔβαλε μὲς τὴν καρότσα, ποὺ ξεκίνησε τρέχοντας.

Ὅσο ἔτρεχε ἡ καρότσα τόσο ἐγὼ φώναζα δυνατὰ τὸν πατέρα μου νὰ μὲ σώσει. Κι ὁ κύριος κι ἡ κυρία προσπαθούσανε νὰ μὲ σωπάσουνε δίνοντάς μου παιχνίδια καὶ γλυκά. Μόλις ἔστριψε τὸ πρῶτο στενὸ ἡ καρότσα βλέπω τὸν πατέρα μου νὰ τηνὲ σταματάει καὶ νὰ φωνάζει: «Γιὰ θὰ μοῦ δώσετε τὸ παιδί, γιὰ θὰ κάνω τούμπα τὴν καρότσα». Ἡ κυρία, σὰν εἶδε τὴν καρότσα νὰ σηκώνεται ἀπὸ τὴ μιὰ μπάντα ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ πατέρα μου, φώναξε: «Μή, γιὰ τὸ Θεό, καὶ πάρε τὸ παιδί».

Ὁ πατέρας μου ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ δυνατοὺς ἀνθρώπους ποὺ εἶχε τότες ἡ Ἀθήνα. Κι ἐγὼ τὸ κακότυχο γιόμισα ἀπὸ χαρὰ γιατί γύρισα στοὺς γονιούς μου.

Ὕστερα ἀπὸ ἕνα χρόνο ἀλλάξαμε σπίτι, πήγαμε στὴν ὁδὸ Ἄστρους, πίσω ἀπὸ τὸ μηχανουργεῖο Βλαχάνη, ὅπου τώρα εἶναι ἡ «BIO», γιατί θὰ πλερώναμε πιὸ λίγο νοίκι. Αὐτὸ ἤτανε τὸ σπίτι τοῦ Γιώργη Ματζούρη. Σ’ αὐτὸ τὸ γρουσούζικο σπίτι μία μέρα μᾶς εἴπανε πὼς τὸν πατέρα μου, ποὺ δούλευε ἐργάτης στὴν Ἀκρόπολη, τὸν πλάκωσαν τὰ χώματα καὶ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία τὸν πῆγε στὸ νοσοκομεῖο.

Ἀπὸ τότες ἀρχίσαμε νὰ πεινᾶμε πιὸ πολὺ ἀπὸ πρῶτα. Σὲ κάνα δύο μῆνες ἦρθε στὸ σπίτι ὁ πατέρας, ἀλλὰ δὲν μποροῦσε νὰ δουλεύει πιά, γιατί τὸ χτύπημα τοῦ ’σπασε τὸ πόδι καὶ τὸ χέρι καὶ τοῦ ’ρθε μιὰ κοκκινάδα στὰ μάτια ποὺ μόλις ἔβλεπε. Κι ἀπὸ τότε ἀρχίνησε καὶ τὸ δικό μου δράμα. Γιατί σὲ μένα ἔπεσε ὁ κλῆρος νὰ πλερώσω τὰ σπασμένα. Ἐγὼ τὸ ἄτυχο καὶ συφοριασμένο. Γιατί ἂν εἶχα λιγάκι τύχη τότες ποὺ ἦρθε αὐτὴ μὲ τὴν καρότσα, δὲν θὰ ἔμπηζα τὶς φωνὲς καὶ ποιὸς ξέρει σὲ τί πλούτη θὰ ἤμουνα τώρα. Ἀλλὰ πάλι καλύτερα ποὺ φώναξα, γιατί ἂν πήγαινα στὰ πλούτη δὲν θὰ γνώριζα τὸν ἀγαπημένο μου Καραγκιόζη.

Ἔπειτα ἀπὸ τὸ δυστύχημα τοῦ πατέρα μου ὅλο τὸ βάρος τοῦ σπιτιοῦ ἔπεσε στὴν ἀθώα καὶ ἀγαθὴ μητέρα μου. Ἐπλένε, πότε στὰ ξένα σπίτια, πότε στὸ δικό μας, καὶ ποτές μου δὲν τὴν θυμᾶμαι νὰ μὴν ἤτανε βρεμένη ἀπὸ τὴ μέση καὶ κάτω. Πολλὲς φορὲς μάλιστα ὅταν κοιμότανε κουνοῦσε τὰ χέρια της σάμπως νὰ ’πλενε. Στὰ σπίτια ποὺ πήγαινε καὶ τῆς δίνανε φαΐ γιὰ νὰ φάει, τὸ ’φερνε γιὰ νὰ φᾶμε κι ἐμεῖς. Κάθε βράδυ τὴν περίμενα στὴν ἐξώπορτα, κι ὅταν τὴν ἔβλεπα νὰ ’ρχεται, ἔτρεχα γιὰ νὰ πάρω ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὴ βρεμένη ποδιὰ της ὅ,τι ἀποφάγια τῆς δίνανε. Πολλὲς φορὲς ἡ ποδιὰ της εἶχε καὶ φροῦτα, μῆλα, πορτοκάλια. Ὅ,τι πιὸ σάπιο ἤτανε γιὰ πέταμα τῆς τὸ δίνανε, γιὰ νὰ ταΐσει τὰ παιδιά της, αὐτὲς οἱ τόσο μεγάλες καὶ καλὲς κυρίες.

Τότες κι ἐγὼ τὸ ἀρρωστιάρικο, τὸ πεινασμένο καὶ τὸ ξυπόλητο, πῆρα ἀπὸ τὸ χέρι τὸν πατέρα μου καὶ βγήκαμε στὴ ζήτεια. Γυρίζαμε κάθε μέρα καὶ μία γειτονιὰ τῆς Ἀθήνας. Κάπου κάπου ἐκάναμε καὶ τουρνέ, γυρίζαμε καὶ στὰ χωριά. Γι’ αὐτὸ ἐγώ, τὸ μικρὸ Σωτηράκι, ἔγινα πολύξερος, γιατί ἤξερα νὰ πάω σὲ ὅλα τὰ σοκάκια τῆς Ἀθήνας.

Μία φορά, τὴν παραμονὴ τῆς Παναγίας, ἀπὸ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδυ ποὺ σκοτεινίασε ἐζητάγαμε μὲ τὸν πατέρα σὲ ὅλο τὸ Χαλάντρι. Ὅταν πιὰ βραδίασε καλὰ καλά, πέσαμε νὰ κοιμηθοῦμε κάτω ἀπὸ κάτι κυπαρίσσια. Ὁ πατέρας μου μοῦ ζήτησε μία πέτρα, νὰ τὴ βάλει προσκεφάλι. Ἐγώ, μὲ μισόκλειστα τὰ μάτια ἀπὸ τὴ νύστα καὶ τὴν κούραση, παίρνω ἕνα ἄσπρο πράμα ποὺ φαινότανε σὰν πέτρα καὶ τὸ βάζω ἀπὸ κάτω ἀπὸ τὸ πανὶ ποὺ εἶχε γιὰ μαξιλάρι.

Ὅταν ξυπνήσαμε τὸ πρωί, κι ἐγὼ πῆγα πιὸ πέρα πρὸς νεροῦ μου, ἀκούω τὸν πατέρα μου νὰ βλαστημάει καὶ νὰ μὲ φωνάζει. Τοῦ λέω: «Τί ἔχεις πατέρα ποὺ φωνάζεις;» καὶ μοῦ λέει θυμωμένα ἐνῶ κρατοῦσε στὰ χέρια του μιὰ νεκροκεφαλή: «Βρὲ παλιάνθρωπε, ἐγώ σοῦ εἶπα νὰ μοῦ βάλεις μιὰ πέτρα γιὰ μαξιλάρι καὶ σύ μοῦ ’βαλες τὸ κεφάλι τοῦ πεθαμένου;»

Ἐγώ, ἐνῶ ἔκλαιγα ἀπὸ τὴν τρομάρα μου, σὰν εἶδα τὴ νεκροκεφαλή, μὲ πήρανε τὰ γέλια. Ὁ πατέρας μου μ’ ἔπιασε γερὰ στὰ χέρια του κι ἀρχίνησε νὰ μὲ χτυπάει. Μοῦ ’λεγε: «Νὰ γιὰ νὰ μάθεις νὰ μὲ φέρνεις νὰ κοιμᾶμαι μέσα στὰ νεκροταφεῖα».

Ἕνας Μαρουσιώτης, ποὺ πέρναγε ἀπὸ κεῖ τοῦ λέει: «Στάσου, ρὲ μπάρμπα, μὴν τὸ χτυπᾶς τὸ παιδί. Ἐδῶ ποὺ εἶναι τὰ κυπαρίσσια εἶναι καὶ ἐκκλησιά. Ἐκεῖ κάτω εἶναι δύο τάφοι μαρμάρινοι ὅπου τὸ χωριὸ θάβει τοὺς παπάδες του. Ἐχτὲς πλύνανε τὰ κόκαλα καὶ ποιὸς ξέρει πῶς βρέθηκε ἐδῶ τὸ κεφάλι. Τὸ βρῆκε τὸ παιδὶ καὶ σ’ τὸ ’βαλε γιὰ μαξιλάρι. Γέρο, μὴ δέρνεις τὸ παιδὶ χρονιάρα μέρα. Παραπάνω εἶναι τὸ Μαρούσι. Ἐκεῖ σήμερα καὶ αὔριο γίνεται πανηγύρι καὶ πήγαινε μὲ τὸ παιδὶ νὰ πάρεις καμιὰ πεντάρα».

Αὐτὸ τὸ μέρος ποὺ κοιμηθήκαμε, ὁ πατέρας τὸ ’βλεπε στὸν ὕπνο του πολλὰ χρόνια, γιατί φοβότανε πολὺ τὰ νεκροταφεῖα. Ἐγὼ κάθομαι τριάντα χρόνια τώρα στὴν Κηφισιὰ καὶ τὸ μέρος αὐτὸ τὸ βλέπω τὸ λιγότερο τρεῖς φορὲς τὴ βδομάδα ὅταν ἀνεβοκατεβαίνω στὴν Ἀθήνα. Εἶναι ἡ στάση Παράδεισος.

agiazoni.gr