Γιάννα στις 15 Σεπτεμβρίου 2016

Δεν μπορείτε να κάνετε τα πάντα, για τους πάντες και συνέχεια.

Μία ζωή όπου δεν θέτει κάποιος τα προσωπικά του όρια, είναι μία ζωή στην οποία δεν μπορεί να πει «όχι». Οι άνθρωποι εκείνοι που βάζουν πάντα τους άλλους πριν από τους ίδιους τους τους εαυτούς, εξαντλούνται προσπαθώντας να ικανοποιήσουν τους γύρω τους, κάτι που τους προκαλεί άγχος και δεν τους αφήνει να ευχαριστηθούν τη ζωή. Εκεί είναι που έρχονται τα όρια για να μας βοηθήσουν. Είναι ο τρόπος που μπορεί να μας βοηθήσει να κάνουμε τη ζωή μας πιο ευχάριστη, τόσο για εσάς τους ίδιους, όσο και για τους γύρω σας.

Ζητήσαμε από τον Chad Buck, Κλινικό Ψυχολόγο, να μας πει τι συμβαίνει στη ζωή κάποιου μόλις αποφασίσει να θέσει διακριτά όρια στη ζωή και τις σχέσεις του.

1. Θα αρχίσετε να αντιλαμβάνεστε καλύτερα τον εαυτό σας

Το να γνωρίζει κανείς καλά τον εαυτό του σημαίνει να αναγνωρίζει καλύτερα τα συναισθήματα και τις ανάγκες του και να εξαρτάται από άλλους ανθρώπους ή το περιβάλλον του. Θέτοντας όρια, βοηθάτε τον εαυτό σας να διαχωρίσει τις σκέψεις του από τις σκέψεις των γύρω του και να κατανοήσει καλύτερα τον εαυτό του.

2. Θα γίνετε καλύτερος φίλος και σύντροφος

Τα όρια σας βοηθούν να γεμίσετε τις μπαταρίες σας και να έχετε περισσότερη ενέργεια που μπορείτε να αφιερώσετε στα αγαπημένα σας πρόσωπα.

3. Θα φροντίζετε περισσότερο τον εαυτό σας

Τα όριο θα σας βοηθήσουν να βάζετε πρώτο τον εαυτό σας και το να είστε εσείς καλά. Δεν είναι εγωιστικό να θέλετε να φροντίσετε τον εαυτό σας και να ικανοποιήσετε τις ανάγκες σας.

4. Θα έχετε λιγότερο άγχος
Επιτρέποντας συνέχεια στους άλλους να καθορίζουν την συμπεριφορά σας είναι εξουθενωτικό. Άλλωστε, όλοι έχουν προβλήματα και άγχος και δεν χρειάζεται να επιβαρύνονται και με τα θέματα που έχουν οι άλλοι.

5. Θα επικοινωνείτε καλύτερα
Εάν θέλετε να θέσετε πραγματικά όριο πρέπει να δηλώσετε πρώτα τι είναι αυτό που δεν ανέχεστε. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να είστε ξεκάθαροι και να μπορείτε να εκφράσετε τις ανάγκες σας. Όλα αυτά τα παραπάνω είναι στοιχεία της καλής επικοινωνίας.

6. Θα ξεκινήσετε να εμπιστεύεστε περισσότερο τους ανθρώπους
Πολλοί άνθρωποι ανησυχούν ότι θα στεναχωρήσουν ή θα εκνευρίσουν τους γύρω τους, αν αρχίσουν να θέτουν όρια. Για πολλούς η αποδοχή και η αγάπη των γύρω τους είναι συνδεδεμένη με το κατά πόσο ευχαριστούν τους άλλους και θέτοντας όρια ρισκάρουν αυτή την αγάπη και την αποδοχή. Καμία σχέση, όμως, δεν πρέπει να εξαρτάται από τον φόβο και τον έλεγχο. Θέτοντας όρια στις σχέσεις σας, σημαίνει ότι έχετε εμπιστοσύνη σε αυτούς. Και η εμπιστοσύνη ισοδυναμεί με καλύτερες σχέσεις.

7. Θα είστε λιγότερο θυμωμένοι

Όταν δεν έχετε θέσει τα όριά σας δίνεται την ευκαιρία στους γύρω σας να ελέγχουν την ζωή σας, κάτι που μπορεί να σας οδηγήσει στον θυμό.

8. Μαθαίνετε πώς να λέτε «όχι»

Το «όχι» μπορεί να είναι μία μικρή λέξη, αλλά είναι και ισχυρή. Ταυτόχρονα, είναι και ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να θέσει κανείς όρια.

9. Θα κάνετε πράγματα που πραγματικά θέλετε

Φανταστείτε την ζωή σας χωρίς αχρείαστες υποχρεώσεις. Τα όρια θα σας βοηθήσουν να κάνετε αυτά που πραγματικά θέλετε, είτε πρόκειται για δουλειά, είτε για δραστηριότητες.

10. Θα ξεκινήσετε να κατανοείτε περισσότερο τους ανθρώπους

Ακούγεται περίεργο αλλά αν το καλοσκεφτείτε, όσοι δείχνουν αγάπη και κατανόηση προς τον εαυτό τους, είναι πιο ανεκτικοί και προς τους γύρω τους.

Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε αρχικά στην αμερικάνικη έκδοση της HuffPost.

huffingtonpost.gr

Γιάννα στις 15 Σεπτεμβρίου 2016

Πόσες φορές δεν έχετε «ζηλέψει» κάποιον γνωστό σας που γεμίζει τον ελεύθερο χρόνο του με χόμπι και ασχολίες οι οποίες όχι μόνο τον ξεκουράζουν, αλλά τον εξελίσσουν και σαν άνθρωπο;  Ε λοιπόν, ήρθε η ώρα να κάνετε και εσείς κάτι για τον εαυτό σας! Και το καλύτερο; Για να ξεκινήσετε ένα δημιουργικό χόμπι δε χρειάζεται να υπερβείτε εαυτό, αφού μπορείτε να βρείτε το ιδανικό χόμπι για εσάς αντλώντας έμπνευση από τα πράγματα που ήδη κάνετε.

Περνάτε πολλές ώρες στο Instagram; Δοκιμάστε να κάνετε μαθήματα φωτογραφίας!

Παραδεχτείτε το! Το Instagram έχει ξυπνήσει μέσα σας το φωτογραφικό πνεύμα με αποτέλεσμα να θέλετε να απαθανατίζετε με το φακό του smartphone σας ακόμα και την πιο μικρή λεπτομέρεια; Εάν η απάντηση είναι θετική τότε θα μπορούσατε να ξεκινήσετε άμεσα μαθήματα φωτογραφίας!

Σε αντίθεση με τα περισσότερα δημιουργικά χόμπι, η φωτογραφία εστιάζει στην απεικόνιση των πραγμάτων που βρίσκονται γύρω μας, όπως για παράδειγμα η φύση, οι άνθρωποι, τα αντικείμενα του σπιτιού κλπ. Οπότε δεν χρειάζεται να δημιουργήσετε κάτι από το μηδέν αλλά να αναδείξετε τα πράγματα που ήδη υπάρχουν γύρω σας μέσα από το φωτογραφικό φακό σας.
Μπορείτε λοιπόν να ξεκινήσετε την ενασχόλησή σας με τη φωτογραφία μέσα από τους διάφορους δωρεάν οδηγούς που βρίσκονται στο Internet αλλά και στο YouTube ή ακόμα και να παρακολουθήσετε κάποιο σχετικό σεμινάριο.

Σας αρέσουν οι χειροτεχνίες. Μήπως να ασχοληθείτε με τη ζωγραφική;

Πόσες φορές δεν έχετε συλλάβει τον εαυτό σας να ζωγραφίζει ενώ μιλάτε στο τηλέφωνο ή βρίσκεστε σε meeting; Αυτά τα εκ πρώτης όψεως ορνιθοσκαλίσματα μπορούν να γίνουν πρώτης τάξεως πίνακες αρκεί να ασχοληθείτε λίγο παραπάνω!

Από πινέλα και καμβά μέχρι μαρκαδόρους, μπορείτε να βγάλετε από μέσα σας τον καλλιτέχνη που κρύβατε τόσα χρόνια και να το ευχαριστηθείτε κιόλας. Σε αντίθεση με τη φωτογραφία, η ζωγραφική σας επιτρέπει να πειραματιστείτε μόνοι σας και να δημιουργήσετε κάτι από την αρχή. Επίσης, η ζωγραφική είναι ένα χόμπι το οποίο μπορείτε να το κάνετε και από το σπίτι, ότι ώρα το επιθυμήσετε. Εναλλακτικά, το internet έχει πολλά σεμινάρια και tutorials, τα οποία θα σας βοηθήσουν να εξελίξετε την τεχνική σας και να απολαύσετε τη διαδικασία.

Αγαπάτε το φαγητό; Η μαγειρική μπορεί να είναι η λύση που ψάχνετε!

Η μαγειρική και η ζαχαροπλαστική μπορούν πραγματικά να αποτελέσουν δημιουργικό χόμπι για τους περισσότερους. Αντί λοιπόν να επαναπαύεστε στα γεμιστά της μαμάς μπορείτε να σηκώσετε τα μανίκια, να δέσετε την ποδιά σας και να δώσετε σε αυτό το κατά τα άλλα παραδοσιακό πιάτο μια πιο φρέσκια πινελιά. Αν δεν θέλετε να πειραματιστείτε με τα γεμιστά μπορείτε να δημιουργήσετε τις δικές σας ευφάνταστες συνταγές ενώ παράλληλα ενεργοποιείτε όλες τις αισθήσεις σας.

Αυτή η διαδικασία θα σας ξεκουράσει και θα απομακρύνει το στρες που πιθανό να έχετε! Επίσης, θα κάνετε ακόμα ένα καλό στον εαυτό σας αφού θα σταματήσετε να παραγγέλνετε απέξω κάθε δεύτερη μέρα και θα τρέφεστε πιο υγιεινά. Για να μην ξεχάσουμε και την οικονομία που θα κάνετε ακολουθώντας αυτήν την τακτική!

Αγαπάτε τα βιβλία; Μήπως ήρθε η ώρα να γράψετε το δικό σας; Ψάξτε για μαθήματα δημιουργικής γραφής!

Πριν απορρίψετε την ιδέα σκεφτείτε πόσο θα σας βοηθήσει να αποτυπώσετε μερικές σκέψεις στο χαρτί. Και πού ξέρετε; Μπορεί πριν το καταλάβετε να έχετε γράψει το επόμενο best seller. Το μόνο που χρειάζεστε είναι μολύβι και χαρτί (για τους παραδοσιακούς) ή τον υπολογιστή σας και ένα κεντρικό θέμα. Αν θέλετε να κάνετε το χόμπι σας πιο ολοκληρωμένα μπορείτε να παρακολουθήσετε μαθήματα δημιουργικής γραφής και να αποκτήσετε μια άποψη για το πώς μπορείτε να προσεγγίσετε το γραπτό λόγο.

Ασχολείστε με το σπίτι; Η κηπουρική μπορεί να είναι το hobby που θα σας αναζωογονήσει!

Μετά από τόσες ώρες στο γραφείο είναι λογικό να βρίσκετε καταφύγιο στη θαλπωρή του σπιτιού σας. Γιατί λοιπόν να μην ομορφύνετε το περιβάλλον στο οποίο περνάτε ένα σημαντικό μέρος του χρόνου σας και παράλληλα να αποκτήσετε ένα νέο χόμπι;

Η κηπουρική είναι από τα δημιουργικά χόμπι που δεν θέλουν πολύ κόπο αλλά τρόπο. Θα επαναφέρετε στη μνήμη σας λοιπόν το κλασικό πείραμα του νηπιαγωγείου με τις φακές που φύτρωναν, αλλά και τις ακριβείς οδηγίες της μαμάς σας όταν λείπει διακοπές και σας στέλνει να ποτίσετε τα φυτά και θα είστε μια χαρά! Εναλλακτικά μπορείτε να απευθυνθείτε στη σχετική βιβλιογραφία, σε sites και blogs αλλά και στο φυτώριο απ’ όπου θα προμηθευτείτε τα φυτά σας.

Άλλωστε όπως είπε και ο Οβίδιος «στον ελεύθερο χρόνο μας φανερώνουμε τι είδους άνθρωποι είμαστε». Γι΄αυτό μη χάνετε χρόνο! Ξεκινήστε σήμερα ένα δημιουργικό χόμπι και ανακαλύψτε τις κρυμμένες πτυχές του εαυτού σας.

www.in.gr

Μαράκι στις 12 Σεπτεμβρίου 2016

- «Και πώς τα καταφέρατε ;»  με ρώτησε ο μικρός μαθητής σε ένα απο τα δημοτικά σχολεία τα οποία επισκεπτόμουν.

Του απάντησα με την εξής φράση : «τα κατάφερα με την αγάπη».

Την αγάπη που έχω για μένα.Το να θέλω να είμαι καλά.

 

Αντώνης Τσαπατάκης , Παραολυμπιονίκης κολυμβητής.  [http://www.characters.gr]

antonis-tsapatakis-people-122-1 tsapatakissurf

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μαράκι στις 8 Σεπτεμβρίου 2016

Ενσωμάτωση ή/και ακύρωση του βιώματος. 2 στιγμές, η προϊστορία και προοπτικές για το μέσο της φωτογραφίας  [http://www.toperiodiko.gr]

el-kolaz11-1050x700

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Γράφει: Γιώργος Καλογήρου – Ιδέες + Φιλοσοφία – 01/12/2015
                                                                                                                                                                                                                                                            Όπως κι εμείς, τα Παρόντα χαροπαλεύουν απ’ τη στιγμή που

                                                        νέες στιγμές πολλαπλασιάζονται στο REWIND, PAUSE, PLAY,

                                                   FAST FORWARD και στο ΚΑΝΕΝΑΣ ΧΡΟΝΟΣ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΠΙΣΤΕΥΤΟΣ.

 

            Ενώ οι μέρες έμαθαν να’ ναι ηθοποιοί μιας προ πολλού ξεθυ-

                                                      μασμένης γλώσσας.

 

                       (Ευγένιος Αρανίτσης, από το Καλοκαίρι στον σκληρό δίσκο)

 

Γράφει: Γιώργος Καλογήρου

Για όποια έχει περάσει συνειδητά τα 25 (τουλάχιστον) και έχει επομένως μια, έστω θολή, ανάμνηση της ζωής της νεολαίας πριν την ολοκληρωτική επικράτηση των ψηφιακών μηχανών, θα παρουσιάζει ίσως ενδιαφέρον μία προσπάθεια ερμηνείας της σημερινής κατάστασης με κάπως πιο θεωρητικούς όρους. Όσα ακολουθούν δεν διεκδικούν δάφνες απόλυτης αλήθειας ή επιστημονικής εγκυρότητας. Στόχος τους είναι μια πιο αναλυτική οπτική σε κοινωνικά φαινόμενα και συμπεριφορές που μέσα σε λίγα χρόνια εδραιώθηκαν ως «φυσιολογικά». Ο μεγαλεπήβολος τίτλος του κειμένου προδίδει υπερβολικές φιλοδοξίες, ενισχύει όμως την αναγκαιότητα της πολεμικής θέσης κάθε ανάλογης προσπάθειας και αφήνει ανοιχτό το πεδίο για περαιτέρω συνεισφορές.


Στιγμή 1. Μήλος. 2012


Στον Παπαφράγκα. Ιδιαίτερη περίπτωση παραλίας όπου η εκρηκτική γεωλογική ζωή του νησιού έχει δημιουργήσει με τη βοήθεια των αιώνων μία στενή πλαζ 10 περίπου μέτρων πλαισιούμενη αριστερά και δεξιά από τεράστια συμπαγή βράχια τα οποία σχηματίζουν ένα μεγάλο «φράχτη» 50 και πλέον μέτρων μέχρι μία βραχώδη πύλη που αν την περάσεις βγαίνεις στο ανοικτό Αιγαίο. Πραγματικά εντυπωσιακό μέρος, από εκείνα που η ομορφιά τους καθοδηγεί νομοτελειακά τον παραθεριστή προς την παλιά ρομαντική αναζήτηση αναλογιών ανάμεσα στη φύση και τον ανθρώπινο ψυχισμό. Μικροσκοπικός, κρυφός ορμίσκος απ’ αυτούς που στα κολάζ του ο Ελύτης τοποθετούσε αιωρούμενες παναγίες και καλοκαιρινά κορίτσια. Σημειωτέον ότι για να φτάσεις πρέπει να κάνεις μια αρκετά επικίνδυνη κατάβαση της  ψηλής πλαγιάς από κάθετο ορειβατικό «μονοπάτι».

Εκεί παρατηρούσα αποσβολωμένος πριν τρία χρόνια μια γυναίκα να μην αφήνει από τα χέρια -και τα μάτια- της μία ορθογώνια ψηφιακή μηχανή. Δεν ξέρω αν έβγαζε φωτογραφίες ή τραβούσε βίντεο, πάντως δεν την άφησε από τα χέρια της ούτε στιγμή. Στην αμμουδιά καθισμένη, στη θάλασσα μέσα όπου είχε μπει ως τις γάμπες, βολτάροντας από δω κι από κει, η μηχανή είχε γίνει προέκταση των χεριών και του βλέμματός της. Πέρα από τα πολλά που θα μπορούσε να πει κανείς εδώ για την μετεξέλιξη του ανθρώπινου σώματος, το οποίο πλέον δεν υφίσταται καθεαυτό και μέσω της αλληλεπίδρασης με το φυσικό περιβάλλον αλλά απλώς ως υποδοχέας μηχανών, το μείζoν θέμα που προκύπτει είναι η νέα σχέση που φαίνεται να δημιουργείται ανάμεσα στο υποκείμενο και τον κόσμο.

Όταν το ανθρώπινο βλέμμα διαμεσολαβείται εξολοκλήρου από τη φωτογραφική μηχανή τα περιθώρια στενεύουν απελπιστικά για εκείνο που παλιά ονομάζονταν «βίωμα». Η θέα της ηφαιστιακής μηλιακής παραλίας δεν αποτελεί για την ηρωίδα μας το πρώτο σκαλοπάτι για μια πιθανή διαλεκτική ή ονειρική συσχέτιση του «έξω» και του «μέσα». Η ομορφιά αλλά και η ανοικειωτική διάσταση του τοπίου δεν έχει εδώ καμιά ελπίδα συνάντησης με την ατομική, την «εσωτερική» πραγματικότητα. Η τελευταία αυτή, σύμφωνα με έναν παλιό μας γνώριμο, «έγινε κοινωνική, άμεσα εξαρτημένη από την κοινωνική δύναμη, διαμορφωμένη από αυτήν. Και μόνο εφόσον δ ε ν  ε ί ν α ι της επιτρέπεται να φαίνεται.»[1] Η βιωμένη εμπειρία έφτασε στο σημείο να ελέγχεται πλέον κυριαρχικά από την εξέλιξη της τεχνολογίας των εικόνων, η οποία, ήδη γεννημένη από τον κόσμο του εμπορεύματος -αυτήν την αόρατη «κοινωνική δύναμη»- και οργανικά συνδεδεμένη με αυτόν, αντιστρέφει αναγκαστικά την αλήθεια του βιώματος στην «πραγματική τεχνικά» πλαστότητα των pixels. Με τον ίδιο τρόπο που το εμπόρευμα δημιουργεί γύρω του μια ψευδαισθησιακή αχλή και υποβιβάζει την πραγματική αξία χρήσης του πράγματος προς όφελος της ανταλλακτικής του αξίας, η ψηφιακή μηχανή λήψης εικόνων χρησιμοποιεί την τεχνική για να αποκόψει τη σύνδεση του εντυπωσιακού φυσικού τοπίου με την ατομική πραγματικότητα -το «εδώ και τώρα» του ψυχισμού-, με αποτέλεσμα τον υποβιβασμό ως και την κατάργηση και των δύο προς όφελος της αποθήκευσης και της ανταλλαγής της εικόνας ως ουδέτερου τεχνικού αναπαραστατικού σημείου στα διάφορα «μέσα επικοινωνίας». Σε μια κοινωνία ολοκληρωτικά κυριαρχούμενη από εικόνες έχει αρθεί ο διαχωρισμός πραγματικότητας και διαμεσολάβησης. Ο αρχέγονος συμπαραστάτης του ανθρώπινου πνεύματος, η αναπαράσταση, η μίμηση, δεν αποτελεί πλέον ένα «παράθυρο στον κόσμο», αλλά έχει μάλλον «παραθυροποιηθεί» η ίδια μέσα σε έναν ατέρμονο φαύλο κύκλο διαδοχικών αυτοαναφορικών ανα-αναπαραστάσεων με τη βοήθεια της τεχνικής και των κοινωνικών δικτύων.[2]

Βρισκόμαστε λοιπόν στο σημείο όπου η ηρωίδα μας, ως θεατής της φυσικής ομορφιάς, δεν μπορεί παρά να την αρνηθεί ως πραγματικό ατομικό βίωμα έτσι ώστε να την αποθηκεύσει ως τεχνικό σημείο μέσα σε μια μηχανή λήψης εικόνων. Ένα μέλος του Ινστιτούτου Κοινωνικών Ερευνών της Φρανκφούρτης έγραψε σε ανύποπτο χρόνο πως, μέσα στα πλαίσια της μαζικής κουλτούρας, «από την περιοχή της ομορφιάς ο άνθρωπος πάει στην περιοχή της διασκέδασης που εντάσσεται στις αναγκαιότητες της κοινωνίας και αρνείται το δικαίωμα πλήρωσης του ατόμου.»[3] Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με ένα υποκείμενο στο οποίο η σύγχρονη κοινωνική και τεχνική οργάνωση αρνείται το βίωμα της ομορφιάς ως τέτοιο ενώ του αρνείται και την ίδια τη φυσική όραση ως δυνατότητα –και εδώ δεν πρόκειται για σχήμα καθ’ υπερβολήν∙ η ηρωίδα μας την είχε αρνηθεί ουσιαστικά κρατώντας συνέχεια τη ψηφιακή μηχανή μπροστά απ’ τα μάτια της. Η άρνηση αυτή όμως δεν υπάρχει εν κενώ. Είναι το αποτέλεσμα μιας καθαρής θετικότητας. Εκείνης που θα μπορούσε να οριστεί ως ολοκληρωτική κυριαρχία της εμπορευματικής μορφής στο σύνολο των κοινωνικών σχέσεων και των ανθρώπινων λειτουργιών. Αυτής που ουσιαστικά αποτελεί «την εξάλειψη των ορίων του εγώ και του κόσμου, διαμέσου της συντριβής του εγώ που πολιορκείται από την παρουσία-απουσία του κόσμου» και αποτελεί επίσης την «εξάλειψη των ορίων του αληθινού και του ψεύτικου, διαμέσου της απώθησης κάθε βιωμένης αλήθειας απ’ την π ρ α γ μ α τ ι κ ή   π α ρ ο υ σ ί α της πλαστότητας, που την εγγυάται η οργάνωση της φαινομενικότητας.»[4] Ο αισθητός κόσμος καταργείται και αντικαθίσταται από μια υπερσυσσώρευση εικόνων, οι οποίες πλέον διεκδικούν για λογαριασμό τους το κατεξοχήν αισθητό. – Ας το πούμε καθαρά. Τα εκατοντάδες φυσικά τοπία που βλέπουμε να γυρνάνε στα διάφορα μέσα κοινωνικής και φωτογραφικής δικτύωσης, οσονδήποτε μαγευτικά, δεν έχουν καμία σχέση με αυτό που αντίκριζαν οι μεγάλοι ολλανδοί τοπιογράφοι του 17ου αιώνα ή οι έλληνες ψαράδες ή ποιητές μέχρι και τα μέσα του περασμένου αιώνα. Δεν υπήρξαν ποτέ «εκεί». Το βλέμμα που πάτησε το κλικ δεν τα είδε ποτέ, παρά με τη βοήθεια της τεχνολογίας τα συσκεύασε σε πίξελ για να τα μεταφέρει στην κοντινότερη αγορά εφήμερων αναπαραστάσεων.

Στιγμή 2. Πήλιο. 2015


Τα πράγματα δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο όταν οι ψηφιακές μηχανές αναλαμβάνουν τον ρόλο διαμεσολαβητή ανάμεσα στο άτομο και μια συλλογική ανθρώπινη δράση όπως ένα μουσικό γλέντι ή ακόμα και μια εξέγερση. Όσον αφορά το τελευταίο, δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει η εμπειρία του Δεκέμβρη του 2008. Πρώτη φορά, σε σχέση με παλαιότερα γεγονότα τέτοιου είδους, εμφανίστηκε στους δρόμους της Αθήνας σε μαζική κλίμακα η φιγούρα του «τουρίστα του κοινωνικού αρχιπελάγους» ο οποίος παράπλευρα στις φωτιές και την ένταση των οδομαχιών φωτογραφίζει ή καταγράφει με κινητό-κάμερα τα μπάχαλα. Άμεση αυτοανάλωση της στιγμής στο σημείο μηδέν της εμπειρίας. Η ψηφιακή τεχνική μεσολάβηση οδηγεί στην κατανάλωση των γεγονότων επί τόπου και στην απώλεια των κοινωνικών σχέσεων ακόμα και σε στιγμές άμεσης-υλικής έντασης του κοινωνικού ανταγωνισμού.[5]

Τι συμβαίνει όμως όταν σε ένα λαϊκό γλέντι στο Πήλιο εξαιρετικοί νέοι οργανοπαίχτες τραγουδάνε μαζί με την παρέα μουσικά διαμάντια ενός λαϊκού πολιτισμού που πέρασε -ανεπιστρεπτί(?); Πολλά μπορεί να συμβούν. Τα πλατάνια φρεσκάρουν τη νύχτα, μυρωδιές και άστρα πλαισιώνουν διακριτικά το χώρο και τα νυκτά έγχορδα γλυκαίνουν το μυαλό και τη ψυχή. Ο «διανοούμενος» της παρέας στοχάζεται συνδέσεις με τα πρώτα εκείνα «θυμελικά παίγνια» στα λαϊκά σπίτια του Βυζαντίου με κιθάρες, ταμπουράδες και κανονάκια. Ο «φυσιολάτρης» απολαμβάνει την όλη κατάσταση, ο ανήσυχος αριστερός ξεκουράζεται για λίγο στην αγκαλιά του μελίρρυτου Τσιτσάνη. Ερωτικά ειδύλλια προετοιμάζονται με το πάσο τους και, γενικά, κυριαρχεί μια «μέθεξη». Ώσπου κάποιος διακόπτει όλες αυτές τις αλληλοδιαπλεκόμενες διαδικασίες με ένα κλικ, ένα φλας, ένα play. Η πραγματικότητα πρέπει υποχρεωτικά να «επιβεβαιωθεί» και η εμπειρία να «ενισχυθεί» μέσα από έναν «αισθητικό καταναλωτισμό»[6] ο οποίος επηρεάζει σήμερα τους πάντες.

H εμφάνιση της ψηφιακής μηχανής στο προσκήνιο ενσωματώνει τα πάντα και την ίδια στιγμή τα ακυρώνει. Η παρουσία της κυριαρχεί επί τη εμφανίσει∙ τα βλέμματα στρέφονται όλα ξαφνικά προς αυτήν. Αυτήν την ακύρωση θα πρέπει να τη συνδέσουμε με εκείνο που, σύμφωνα με τον Μπαρτ, υπάρχει σε κάθε φωτογραφία: την «επιστροφή του νεκρού»[7]. Το υποκείμενο –αλλά, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε, και οι καταστάσεις, οι διαδικασίες της συλλογικής δραστηριότητας- που φωτογραφίζεται δεν είναι, σύμφωνα με τον Γάλλο θεωρητικό, ούτε υποκείμενο ούτε αντικείμενο, αλλά μάλλον ένα υποκείμενο που νιώθει να γίνεται αντικείμενο και κατά συνέπεια βιώνει μια μικρο-εμπειρία θανάτου.[8] Ο Ευγένιος Αρανίτσης είχε θέσει παλιότερα το πρόβλημα με όρους τυπικής λογικής: εφ’ όσον η φωτογραφία στοχεύει στο να απαθανατίσει το αντικείμενό της, το αντικείμενο θα πρέπει να είναι ήδη νεκρό.[9]

Επιστρέφοντας στην περίπτωση μας, θα μπορούσε να πει κανείς πως εκείνοι που επέλεξαν να αναπαραστήσουν τεχνικά και να αποθηκεύσουν ψηφιακά τη μουσική και τις εικόνες του γλεντιού κινήθηκαν για να αποτρέψουν έναν «θάνατο», να αποφύγουν τη λήθη. Η ενθύμηση όμως προϋποθέτει την εσωτερίκευση ενός βιώματος είτε με συνειδητό είτε με ασυνείδητο τρόπο. Η ψηφιακή αποθήκευση παρεμβάλλεται στην διαδικασία της εσωτερίκευσης υποσχόμενη την ενθύμηση με εξωτερικά τεχνικά μέσα και κατά συνέπεια την ακυρώνει. Η φωτογράφηση της στιγμής υποτίθεται πως μας δίνει τη δυνατότητα να τη θυμόμαστε για πάντα. Στην πραγματικότητα συμβαίνει το αντίθετο. «Φωτογραφίζουμε πράγματα για να τα διώξουμε απ’ το μυαλό μας», έλεγε ο Κάφκα.[10] Όταν η ψηφιακή φωτογραφία εισβάλλει απρόσκλητη στη μουσική τελετουργία του λαϊκού γλεντιού συμβάλλει ακριβώς στη λήθη του παρόντος προς όφελος ενός αφηρημένου χρόνου. Είναι βέβαια αυτός ο γνωστός μας χρόνος της αφηρημένης εργασίας, της παραγωγής και της κατανάλωσης.  Η λογική της γενικευμένης εμπορευματικής παραγωγής προσπαθεί να μας πείσει πως όλες οι στιγμές είναι ίδιες και ως εκ τούτου μπορούν να κατατμηθούν, να αποθηκευτούν και να πολλαπλασιαστούν κατά το δοκούν. Για τον καπιταλισμό, το μοναδικό θα πρέπει να γίνει ανταλλάξιμο και ως εκ τούτου να ακυρωθεί ως τέτοιο. Εναπόκειται όμως πάντα στην ελεύθερη ατομική και συλλογική δραστηριότητα να αποδείξει πως κάθε στιγμή της ζωής, κάθε ιδέα και κάθε χειρονομία, βρίσκει το νόημά της όχι κάπου έξω από την ίδια,[11] στον κόσμο της αφαίρεσης και του διαχωρισμού, αλλά ακριβώς στο hic et nunc του πραγματικού φυσικού κόσμου και της κοινωνικής πράξης.

 

Προϊστορία


Η φωτογραφία βέβαια έχει υπάρξει, και μπορεί να υπάρξει και σήμερα, ως τέχνη. Σύμφωνα με τον Μπωντριγιάρ «φωτογραφικό είναι μόνο το παραβιασμένο, το αιφνιδιασμένο, το ξεσκεπασμένο, το φανερωμένο παρά τη θέλησή του, αυτό που δεν θα παριστανόταν ποτέ, επειδή δεν έχει εικόνα ούτε συνείδηση του εαυτού του.»[12] Για να επιτευχθεί όμως ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα πρέπει να δράσει ένα ειδικό βλέμμα, ένα βλέμμα που δεν θα αποσκοπεί στην κατανάλωση του πραγματικού αλλά θα πηγαίνει πέρα από τον ρεαλισμό και θα αναζητά την αισθητική. Η απλοποίηση της φωτογραφικής τεχνικής και η συνακόλουθη μετατροπή της σε μια μορφή «μαζική τέχνης» τις τελευταίες δύο δεκαετίες και ειδικότερα μετά την εμφάνιση των ψηφιακών φωτογραφικών μηχανών μοιάζει να προωθεί όλο και περισσότερο την επί τούτου αποτύπωση της πραγματικότητας ως έχει -κορυφαίο παράδειγμα οι εξολοκλήρου εκτός νοήματος ταυτοτικές selfies-, παρά τον αιφνιδιασμό και την «εμφάνιση αυτού που δεν θέλει να φανερωθεί».

Όμως η τάση προς την πιστή και ρεαλιστική απόδοση της πραγματικότητας στις αναπαραστατικές τέχνες έχει μακρά ιστορία στον δυτικό πολιτισμό. Ξεκινά στην Αναγέννηση όταν ο ρεαλισμός και η αυστηρή, με κάθε λεπτομέρεια, απεικόνιση της φύσης και του ανθρώπινου σώματος γίνεται κανόνας για τη ζωγραφική και τη γλυπτική. Αυτή η εξέλιξη δεν είναι αυτόνομη. Συνδέεται με την ανάδυση στις πόλεις-κράτη της Ιταλίας του 15ου αιώνα της δυναμικής νέας τάξης των εμπόρων και τραπεζιτών οι οποίοι αναλαμβάνουν πλέον τα ηνία και στην καλλιτεχνική παραγωγή χρηματοδοτώντας έργα και πατρονάροντας μεγάλους δημιουργούς. Αυτή η νέα τάξη έχει πλουτίσει και ανέλθει κοινωνικά μέσω της ορθολογικής οργάνωσης της εργασίας και της ευρείας ποσοτικοποίησης των αξιών που επιφέρει το γενικευμένο εμπόριο και η αγορά χρήματος. Τα μαθηματικά και η γενικότερη ορθολογικοποίηση του κόσμου είναι η ιδεολογική πανοπλία των νέων ισχυρών στρωμάτων και περνώντας μέσα από τα φίλτρα των μεγάλων αναγεννησιακών ζωγράφων καθίστανται κανόνας. Η δυναμική αυτού του αναπαραστατικού κανόνα φτάνει στο ζενίθ της στην όψιμη Αναγέννηση όταν και εμφανίζονται περιστατικά μάλλον παρακμιακά, που μας θυμίζουν σημερινά φαινόμενα. Ο Gombrich αναφέρει πως τα ρωμαϊκά τοπία του Κλωντ Λοραίν ήταν τόσο τέλεια και πιστά ζωγραφισμένα, ώστε για πολλά χρόνια αργότερα οι περιηγητές αξιολογούσαν το πραγματικό τοπίο με βάση τα κριτήρια του Γάλλου ζωγράφου (!).[13]

Η φωτογραφία εμφανίζεται στις αρχές του 19ου αιώνα σε ένα κοινωνικό πλαίσιο όπου πλέον οι εμπορευματικές σχέσεις κυριαρχούν δίχως κανένα εμπόδιο. Αποτελεί στοιχείο του καινούργιου και ομογενοποιημένου πεδίου κατανάλωσης και κυκλοφορίας με το οποίο ο Ευρωπαίος πολίτης βρίσκεται καθημερινά συνδεδεμένος. Ορισμένοι μάλιστα θεωρούν πως η ανάδυση του «φωτογραφικού φαινομένου» θα πρέπει να ιδωθεί ως συστατικό στοιχείο της καινούργιας πολιτιστικής οικονομίας της αξίας και της ανταλλαγής και όχι ως μέρος και συνέχεια μιας «ιστορίας της οπτικής αναπαράστασης».[14] Με αυτήν την έννοια θα μπορούσε να μορφοποιηθεί μια ιδιαίτερη αναλογία ανάμεσα στη φωτογραφία και το χρήμα όπως αυτό παρουσιάζεται στη μαρξική ανάλυση. Και τα δύο είναι «μαγικές μορφές», οι οποίες εγκαθιδρύουν ένα καινούργιο πλέγμα αφηρημένων σχέσεων ανάμεσα στους ανθρώπους και τα αντικείμενα και την ίδια στιγμή επιβάλλουν αυτές τις σχέσεις ως «πραγματικές».[15] Έτσι, ολόκληρος ο πλούτος και η ποικιλία του κοινωνικού κόσμου περιορίζεται, συγκροτείται και αναπαρίσταται αποκλειστικά από σημεία.

Αυτή η ιδιαίτερη ομογενοποίηση του κόσμου και η αύξηση του αισθήματος του «ομοειδούς» για κάθε τι που αποτελεί τον κόσμο είναι σύμφωνα με τον Μπένγιαμιν βασικό στοιχείο της αισθητηριακής αντίληψης των σύγχρονων μαζών. Ο άνθρωπος προσπαθεί να εξουσιάσει τα αντικείμενα με την εικόνα, ή μάλλον με το αντίγραφο της εικόνας. Η τεχνική αναπαραγωγή έχει καταστήσει εφικτή την απόσπαση αυτού του στοιχείου του «ομοειδούς» ακόμη και από το ανεπανάληπτο.[16] Συνεχίζοντας αυτήν τη λογική στις σημερινές συνθήκες, θα μπορούσαμε να δούμε πως οι σύγχρονες ψηφιακές μηχανές, ενσωματώνοντας μια δυνατότητα τεχνικής αναπαραγωγής η οποία υψώνεται στον κύβο συγκρινόμενη με την εποχή που έγραφε ο Μπένγιαμιν, αναστέλλουν ή αποτρέπουν από τα πριν τη δυνατότητα του ανεπανάληπτου συμβάντος. Μέσα από μια τέτοια θεώρηση, και παρ’ όλη την αίσθηση απόγνωσης που προκαλούν, περιστατικά όπως αυτά(https://en.wikipedia.org/wiki/List_of_selfie-related_injuries_and_deaths) θα μπορούσαν να ερμηνευθούν ως ασυνείδητες ανακλαστικές άμυνες των σύγχρονων υποκειμένων απέναντι στον αποκλεισμό του ανεπανάληπτου -ταυτόχρονα βέβαια και ως ιδιαίτερες πραγματικές εμφανίσεις της τραγικής αποτυχίας της κριτικής θεωρίας.

Προοπτικές


Σε αντίθεση με όσα εκτέθηκαν παραπάνω θα μπορούσε κάποιος να σκεφτεί πως το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι οι ίδιες οι ψηφιακές μηχανές αναπαράστασης της πραγματικότητας αλλά οι συνθήκες και οι προϋποθέσεις χρησιμοποίησής τους. Δεν φταίει με άλλα λόγια το μέσο αλλά οι προϋπάρχουσες δομές στις οποίες αυτό εμφανίζεται. Ο σοβιετικός φιλόσοφος Έβαλντ Ιλιένκοφ μέσα από μια παρόμοια οπτική επισημαίνει πως το πρόβλημα «άνθρωπος-μηχανή», αν εξεταστεί λίγο βαθύτερα, μετατρέπεται στο πρόβλημα «άνθρωπος-μηχανή-άνθρωπος».[17] Η ανάπτυξη των μηχανών και της τεχνολογίας επιβάλλει την αλλοτρίωση του υποκειμένου μόνο στο βαθμό που αυτή χρησιμοποιείται από –και επανατροφοδοτεί- τον συγκεκριμένο καταμερισμό εργασίας που ορίζεται από την ατομική ιδιοκτησία και αναζητά συνεχώς την υπεραξία. Η τεχνική ανάπτυξη εξεταζόμενη μέσα από ένα τέτοιο πρίσμα φαίνεται να διατηρεί μια σχετική αυτονομία και οι καρποί της μπορούν να σταματήσουν να είναι δηλητηριώδεις αν αλλάξουν οι κοινωνικές σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους στα πλαίσια του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού ολόκληρης της κοινωνίας.

Τον καιρό που έγραφε ο Ιλιένκοφ βέβαια -στις αρχές του ’70- υπήρχε όντως εν εξελίξει μια τέτοια προσπάθεια κοινωνικού μετασχηματισμού σε ένα μεγάλο τμήμα του πλανήτη και ταυτόχρονα ένας πολύμορφος αγώνας ενάντια στις καπιταλιστικές σχέσεις στο υπόλοιπο μέρος του. Τί γίνεται όμως σήμερα που οι ανθρώπινες σχέσεις σε όλες τους τις διαστάσεις μεσολαβούνται πιο πολύ από ποτέ από την εμπορευματική μορφή; Σε έναν κόσμο όπου, για να θυμηθούμε και πάλι τον παλιό μας γνώριμο, η συσσώρευση του κεφαλαίου είναι τέτοια «που το εξαπλώνει σε ακραία όρια» και η «κοινωνία σε όλη της την έκταση γίνεται το πορτραίτο του»;[18] Πόσο μάλλον όταν η απουσία του ανταγωνιστικού κινήματος τις τελευταίες δεκαετίες έχει αφήσει τους πολύτιμους χώρους της καθημερινότητας και της ατομικής προσωπικής ανάπτυξης ολοκληρωτικά έκθετους στην καπιταλιστική επεκτατικότητα;

Οι προοπτικές είναι και θα παραμένουν δυσοίωνες όσο δεν αναγνωρίζεται ότι τα σύγχρονα τεχνικά μέσα απεμπολούν όλο και περισσότερο την «ουδετερότητα» που μπορεί να είχαν στον 19ο ή τον 20ο αιώνα. Περιπτώσεις όπως η σχέση των ψηφιακών μηχανών με την αισθητηριακή αντίληψη και τη σχέση που αναπτύσσει το άτομο με την πραγματικότητα γύρω του κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου και θα πρέπει να προσανατολίσουν προς μια αποστασιοποίηση από τη λογική της ουδέτερης τεχνολογικής ανάπτυξης. O Aντόρνο σε ένα από τα πολύ σημαντικά κείμενά του έχει προειδοποιήσει από πολλά χρόνια πριν πως, μετά τον πόλεμο, οι παραγωγικές δυνάμεις είναι περισσότερο από ποτέ διαμεσολαβημένες από τις παραγωγικές σχέσεις: “ίσως τόσο απόλυτα, ώστε οι τελευταίες φαίνεται να είναι η ουσία.»[19] Υπάρχει κατά συνέπεια μια «ψευδής ταυτότητα» ανάμεσα στην οργάνωση του κόσμου και τους κατοίκους του. Η ταυτότητα αυτή είναι το αναγκαστικό αποτέλεσμα της ανάπτυξης της τεχνολογίας και της αποδοχής της από τις μάζες, η οποία αποδοχή όμως είναι, την ίδια στιγμή και αναγκαστικά, αποδοχή και επιβεβαίωση των παραγωγικών σχέσεων του ύστερου καπιταλισμού.[20]

 

Η δυνατότητα προσομοίωσης από τις ψηφιακές μηχανές οποιασδήποτε διανοητικής ή αισθητικής εμπειρίας εφόσον αυτή έχει εμπορικό ενδιαφέρον σημαίνει τη ριζική μεταμόρφωση του κοινωνικού πεδίου[21] εξολοκλήρου προς την κατεύθυνση του νέου καπιταλιστικού παραδείγματος, το οποίο για πρώτη φορά παίζει χωρίς ορατό αντίπαλο. Ο ολοκληρωτικός εκσυγχρονισμός του ύστερου καπιταλισμού έχει καταφέρει να παραγάγει τεχνικά μέσα τα οποία έχουν απεμπολίσει την ουδετερότητά τους. Και αυτό γιατί, από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 και ύστερα κατάφερε να ενσωματώσει και να επηρεάσει, καταστρεπτικά όπως πάντα, περιοχές που μέχρι τότε είχαν ξεφύγει από την εποπτεία του όπως το ασυνείδητο.[22] Όταν η τεχνολογική ανάπτυξη δημιουργεί μηχανές που καταφέρνουν να αναδιαμορφώνουν άμεσα το πεδίο της σκέψης, της συμπεριφοράς, της «αισθητικής της καθημερινότητας» προς την κατεύθυνση της ολοκληρωτικής κυριαρχίας της εμπορευματικής λογικής, θα πρέπει να είναι φανερό πως ένα πολύ σημαντικό όριο έχει ξεπεραστεί αποκλείοντας εναλλακτικές προοπτικές χρησιμοποίησης των συγκεκριμένων μέσων και οι απελευθερωτικές δυνατότητες δεν μπορούν πλέον να ενεργοποιηθούν παρά μόνο με μια κίνηση προς τα πίσω από το δεδομένο επίπεδο ανάπτυξης. Η «ψευδής ταυτότητα» τεχνικής και ζωής, παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων πρέπει να σπάσει.

Ή τουλάχιστον, ας είναι η άρνηση το πρώτο πράγμα που μας έρχεται στο μυαλό και το σώμα όταν αντιμετωπίζουμε την εμφάνιση της τεχνικής μεσολάβησης στις κοινωνικές μας αλληλεπιδράσεις. Έτσι ώστε να ακολουθήσει η επίθεση, η οποία αναγκαστικά θα στρέφεται στο σύνολο του υπάρχοντος.    –Και αφού αναγκαστήκαμε να υποπέσουμε στη γοητεία του πρωτογονισμού και της οπισθοδρόμησης, ας βάλει σε αυτό το κείμενο την τελεία ένας συντηρητικός του νεοελληνικού μοντερνισμού:

 

Ξέρω λίγα δέντρα κι ένα πρόσωπο

που κοιτάζουνε το πλήρωμα της δημιουργίας

όσο μακραίνει απ’ το χάος τόσο να χάνει θεούς

όταν οι άνθρωποι δε θα βλέπουνε πια καθόλου

 

Ξέρω ένα κοχύλι που περιμένει τους νέους πολέμους

που θα σημάνουν το γυρισμό της δημιουργίας

στα στοιχεία και τις αρχές

όταν οι άνθρωποι δεν θα φαντάζονται πια τίποτα

 

Ξέρω μια γενιά ταμένη στη μεγάλη ανταρσία

Που θέλει να τελειώνει με τα πνευματικά τερτίπια

Και τις αντινομίες του κόσμου

Για να ξαναπιάσει τη Μεγάλη Ενότητα

(Ζήσιμος Λορεντζάτος, από το ποίημα Μικρά Σύρτις)

 


[1] Γκυ ντε Μπορ, Η κοινωνία του θεάματος (μτφρ. Πάνος Τσαχαγέας-Νίκος Β. Αλεξίου), Αθήνα, Ελεύθερος Τύπος, 5η Έκδοση, χχ, σ. 28 (§ 17)

[2] Βλ. και Bernadette Wegenstein, Getting under the skin. The body and media theory, MIT Press, 2006,  σ. 68

[3] Λέο Λόβενταλ, «Ιστορικές προοπτικές της προοριζόμενης για το πλατύ κοινό κουλτούρας» [1950], στο Aντόρνο, Λόβενταλ, Μαρκούζε, Χορκχάιμερ, Τέχνη και μαζική κουλτούρα (επιλογή, μτφρ. Ζήσης Σαρίκας, Αθήνα, Ύψιλον, 1984, σ. 148

[4] Γκυ ντε Μπορ, ό. π., σ. 115 (§219), πλαγιογράφηση δική μας

[5] Sarajevo, τχ. 25, Γενάρης 2009

[6] Suzan Sontag, On Photography [1976], New York, Rosetta Books, 2005, σ. 18

[7] Ρολάν Μπαρτ, Ο φωτεινός θάλαμος. Σημειώσεις για τη φωτογραφία (μτφρ. Γιάννης Κρητικός), Αθήνα, Κέδρος, 1983, σ. 20

[8] Ρολάν Μπαρτ, ό. π., σ. 26

[9] Ευγένιος Αρανίτσης, «Φωτογραφία ενός παιδιού που πρόκειται να πεθάνει», στο Σε ποιόν ανήκει η Κέρκυρα, Αθήνα, Νεφέλη, 1999, σ. 166

[10] Ρολάν Μπάρτ, ό. π., σ. 78

[11] Ντεμπόρ-Κανζυέρ, Προκαταρκτικές σημειώσεις για έναν ορισμό της ενότητας του επαναστατικού προγράμματος, Παρίσι, 1960. Παρατίθεται στο Anselm Jappe, Γκυ Ντεμπόρ (μτφρ. Νίκος Κούρκουλος), Αθήνα, Ελεύθερος Τύπος, 1998, σ. 21

[12] Jean Baudrillard, Η διαφάνεια του κακού. Δοκίμιο πάνω στα ακραία φαινόμενα (μτφρ. Ζήσης Σαρίκας), Αθήνα, Εξάντας, 1996, σ.  166

[13] Ε. Η. Gombrich, Το χρονικό της τέχνης (μτφρ. Λ. Κάσδαγλη), Αθήνα, ΜΙΕΤ, 21998, σ. 397

[14] Jonathan Crary, Techniques of the Observer. On vision and modernity in the nineteenth century, MIT Press, 1992, σ. 13

[15] Jonathan Crary, ό. π.

[16] Walter Benjamin, «Συνοπτική ιστορία της φωτογραφίας» [1931], στο Δοκίμια για την τέχνη (μτφρ. Δημοσθένης Κούρτοβικ), Αθήνα, Κάλβος, 1978, σ. 60

[17] Έβαλντ Ιλένκοφ, Τεχνοκρατία και ανθρώπινα ιδεώδη στο σοσιαλισμό (μτφρ. Αποστόλης Τσέλιος), Αθήνα, Οδυσσέας, 1976, σ. 27

[18] Γκυ Ντεμπόρ, ό. π., σ. 45 (§ 50)

[19] T. W. Adorno, «Ύστερος καπιταλισμός ή βιομηχανική κοινωνία» (μτφρ. Χάρης Λ.), διαθέσιμο στοhttps://grassrootreuter.wordpress.com/2014/09/11/t-w-adorno/

[20] T. W. Adorno, ό. π.

[21] Sarajevo, τχ. 97, Ιούλης 2015

[22] Fredric Jameson, «Periodizing the 60s», Social Text 9/10 (Spring-Summer 1984), σ. 207

Μαράκι στις 8 Σεπτεμβρίου 2016
«Δεν φταίνε οι άνθρωποι σήμερα όταν δεν μπορούν να ερωτευθούν, όταν ταυτίζουν τον έρωτα μόνο με τη χρήση του άλλου»
«ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ἔχουμε δύο λέξεις γιὰ νὰ σημάνουμε τὰ ἀντι-κείμενα τῆς ἐμπειρικῆς μας πιστοποίησης: τὴ λέξη «πράγματα» καὶ τὴ λέξη «χρήματα». «Πράγματα» εἶναι τὰ παράγωγα τοῦ πράττειν, τὰ ἀποτελέσματα μιᾶς ποιητικῆς ἐνέργειας, τὰ πεπραγμένα ἑνὸς δημιουργοῦ προσώπου. «Χρήματα» εἶναι ἐκεῖνα ἀπὸ τὰ πράγματα ποὺ καθορίζονται κυρίως ἀπὸ τὴ χρήση τους, ἐξυπηρετοῦν χρηστικὲς ἀνάγκες, εἶναι χρήσιμα στὴν πρακτικὴ τοῦ βίου. Τὰ πράγματα ἐνδέχεται νὰ διασώζουν τὴν ἑτερότητα (μοναδικότητα καὶ ἀνομοιότητα) ἑνὸς προσωπικοῦ δημιουργικοῦ λόγου, νὰ παραπέμπουν στὸ πρόσωπο τοῦ δημιουργοῦ τους (ὅπως ἡ ζωγραφιὰ στὸν ζωγράφο καὶ τὸ ποίημα στὸν ποιητή). Τὰ χρήματα ταυτίζονται ἁπλῶς μὲ τὴ χρηστική τους σκοπιμότητα, παραπέμπουν στὴν ἴδια γιὰ ὅλους ὠφέλιμη διευκόλυνση.
EΧΟΥΜΕ ΚΑΙ ΜΙΑ ΤΡΙΤΗ ΛΕΞΗ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ: τὴ λέξη «νομίσματα». Εἶναι ἐκεῖνα ἀπὸ τὰ χρήματα ποὺ τὴ χρήση τους τὴν καθορίζουμε ἐμεῖς (κάθε ἀνθρώπινη κοινωνία) μὲ κοινὴ συμφωνία-σύμβαση. Ἀντιπροσωπεύουν τὴ σύμβαση (τὸν δικό μας «νόμο»), δὲν ἔχουν δική τους «φύση-οὐσία», γι” αὐτὸ καὶ τὰ λέμε «νομίσματα»: εἶναι τὰ νομιζόμενα, «ὅτι οὐ φύσει, ἀλλὰ νόμῳ κεῖνται», καθὼς ὅρισε ὁ Ἀριστοτέλης. Μὲ τὰ νομίσματα κατορθώνουμε οἱ ἄνθρωποι νὰ «ἰσάζωμεν» τὶς ἀνταλλακτικές μας σχέσεις, νὰ κοινωνοῦμε τὶς ἀνάγκες μας «κατὰ λόγον», μὲ τρόπο λογικό: τὸν τρόπο τῆς συμπαντικῆς ἁρμονίας καὶ κοσμιότητας. Στόχος εἶναι οἱ ἁρμονικές, κόσμιες σχέσεις μας (στόχος ὑπαρκτικῆς ἀλήθειας καὶ γνησιότητας τόσο γιὰ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες ὅσο —ὡς ἐλευθερία ἀγάπης— καὶ γιὰ τοὺς Χριστιανούς).
ΤΟ ΝΟΜΙΣΜΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΩΣ ΤΟ ΜΕΣΟ, τὸ ἐργαλεῖο ποὺ ὑπηρετεῖ τὴ λογικότητα τῶν σχέσεών μας. Γι” αὐτὸ καὶ μοιάζει ἀδιανόητο (τουλάχιστον γιὰ τὸν Ἀριστοτέλη) νὰ αὐτονομεῖται τὸ νόμισμα, νὰ λειτουργεῖ ἄσχετα ἀπὸ τὶς σχέσεις, γιὰ παράδειγμα νὰ αὐτοπολλαπλασιάζεται μὲ τὸν «τόκο»: ὁ τόκος, τὸ νὰ «τίκτει» τὸ νόμισμα, «παρὰ φύσιν τῶν χρηματισμῶν ἐστι». Τὰ «πράγματα» προσφέρονται στὴ σχέση, τὰ «χρήματα» καὶ τὰ «νομίσματα» στὴ χρήση ποὺ ὑπηρετεῖ τὴ σχέση (ὅταν ἀποβλέπει ἡ χρήση στὴν «κοινωνία τῆς χρείας»).
ΟΜΩΣ ΣΗΜΕΡΑ ΖΟΥΜΕ ΣΕ ΚΟΙΝΟ ΤΡΟΠΟ ΒΙΟΥ (δηλαδὴ πολιτισμό) ποὺ μειώνει συνεχῶς τὸ πεδίο τῶν σχέσεων, τὸ ἐνδιαφέρον ἢ τὴν ἀνάγκη τῆς σχέσης, γιὰ χάρη τῆς προτεραιότητας τῶν χρήσεων. Στὸν πολιτισμό μας ἡ χρήση αὐτονομεῖται ἀπὸ τὴ σχέση, τείνει νὰ ὑποκαταστήσει τὴν κοινωνία τῆς χρείας μὲ παράλληλες ἄπληστες χρήσεις. Διαμορφώνει ἀνεπαίσθητα τὸν ψυχισμό μας αὐτὸς ὁ πολιτισμός, μᾶς μπολιάζει μὲ ἀντανακλαστικὰ κυρίως χρησιμοθηρικά, μὲ προϊούσα ἀνικανότητα σχέσης, ἀνέραστη συμπεριφορά.
ΔΕΝ ΦΤΑΙΝΕ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΣΗΜΕΡΑ ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΕΡΩΤΕΥΘΟΥΝ, ὅταν ταυτίζουν τὸν ἔρωτα μόνο μὲ τὴ χρήση τοῦ ἄλλου. Δὲν φταῖνε, γιατὶ δὲν ἀσκήθηκαν ποτὲ στὴ σχέση, δὲν ξέρουν νὰ σχετίζονται, κάθε ἐπιθυμία τους ἐκπληρώνεται πατώντας ἕνα κουμπί. Δὲν ἔμαθαν νὰ μοιράζονται τὸ θέλημά τους, νὰ βγαίνουν ἀπὸ τὸ ἐγώ τους. Ξέρουν μόνο τὴ χρήση, ὄχι τὴ σχέση, μόνο τὰ χρήματα, ὄχι τὰ πράγματα.
Ο Χρήστος Γιανναράς (10 Απριλίου 1935) είναι σύγχρονος Έλληνας καθηγητής φιλοσοφίας και συγγραφέας. Σπούδασε θεολογία στην Αθήνα και φιλοσοφία στη Βόννη και στο Παρίσι (Σορβόνη). Το συγγραφικό του έργο σχετίζεται πολύ με την έρευνα των διαφορών ανάμεσα στην ελληνική και στη δυτικοευρωπαϊκή φιλοσοφία και ορθόδοξη χριστιανική παράδοση. Πολλά από τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε πάνω από 10 γλώσσες.
[Πηγή: www.doctv.gr]

Η τέχνη της μουσικής θεωρήθηκε ιδιαιτέρως θεία, επειδή είναι το ακριβές αντίγραφο του νόμου που λειτουργεί στο σύμπαν. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι η μουσική είναι η γλώσσα της ομορφιάς του Ενός, το οποίον κάθε ψυχή αγαπάει.

Πολλοί την θεωρούν πηγή διασκέδασης, χόμπι ή μια τέχνη όμως για εκείνους που ακολουθούν την εσωτερική ατραπό, η μουσική υπερβαίνει όλες τις τέχνες γιατί μπορεί να εξυψώσει την ψυχή πάνω από τη μορφή. Η αληθινή χρήση της είναι να γίνει κανείς μουσικός στις σκέψεις, στα λόγια και στις πράξεις του.

Θα πρέπει να είμαστε ικανοί να προσφέρουμε την αρμονία την οποία ποθεί η ψυχή και την οποία επιθυμεί κάθε στιγμή…

Πολλούς αιώνες πριν η ΝΑΣΑ αποδείξει την ύπαρξη μουσικής στο Σύμπαν ο Πλάτωνας την ονόμαζε ως «ομορφιά του Σύμπαντος» κι έλεγε ότι «Η Μουσική είναι ένας ηθικός κανόνας. Δίνει ψυχή στο Σύμπαν, φτερά στη σκέψη, απογειώνει τη φαντασία, χαρίζει χαρά στη λύπη και ζωή στα πάντα».

Η μουσική για τους Πυθαγόρειους ήταν η εικόνα της ουράνιας αρμονίας. Η μουσική ήταν πάνω από όλα μαθηματικά γιατί οι αρμονικές σχέσεις των αριθμών μεταφέρονταν στους πλανήτες. Ο μεγάλος φιλόσοφος δίδασκε ότι οι πλανήτες καθώς περιστρέφονται  παράγουν διάφορους μουσικούς ήχους τους οποίους δεν ακούμε. Επίσης πίστευαν ότι όλη η ύλη προήλθε από μουσικές αποχρώσεις, ωστόσο ήταν σε ένα επίπεδο όπου κανείς δεν μπορούσε να ακούσει παρά μόνο ο πραγματικός Θεουργός.

Αν σταθούμε για λίγο στη γεωμετρική και μαθηματική πλευρά του θέματος θα παρατηρήσουμε ότι υπάρχουν πέντε συμμετρικά πολύεδρα. Ο Πλάτων έλεγε ότι αυτά τα πολύεδρα είναι οι βασικοί δομικοί κρίκοι, τα πλέον σημαντικά δομικά στοιχεία στην δημιουργία του σύμπαντος.

Ο Κέπλερ που μελέτησε τα έργα των αρχαίων Ελλήνων και ιδιαίτερα του Πλάτωνα παρατήρησε με τις έρευνές του ότι οι τροχιές των πλανητών, και φυσικά της Γης, σχηματίζουν την περιφέρεια συγκεκριμένων πολύεδρων.

Για παράδειγμα η τροχιά του Αρη σχηματίζει την περιφέρεια ενός τετράεδρου  που συμβολίζει το Πυρ. Η τροχιά του Διός σχηματίζει την περιφέρεια ενός κύβου που συμβολίζει τη γη. Η τροχιά της Αφροδίτης σχηματίζει την περιφέρεια ενός οκτάεδρου που συμβολίζει τον Αέρα, ενώ η τροχιά της Γης σχηματίζει την περιφέρεια ενός εικοσάεδρου που συμβολίζει το Νερό.

Και οι αποκαλύψεις δεν σταματούν εδώ.

Οι Πυθαγόρειοι ταύτιζαν τους πλανήτες με τις νότες της μουσικής ΝΤΟ, ΡΕ ΜΙ, ΦΑ, ΣΟΛ, ΛΑ, ΣΙ, ΝΤΟ, δηλαδή με τους νόμους της μουσικής. Κάτι που έχει επαληθευτεί και από σύγχρονους επιστήμονες, δηλαδή ότι οι συγκεκριμένες νότες αποδίδουν συγκεκριμένα γεωμετρικά σχήματα – στερεά.

Επίσης η φιλοσοφία της Τετρακτύος πρέσβευε ότι οι ήχοι των ουρανίων σωμάτων συνθέτουν μια κοσμική μουσική, γιατί οι αποστάσεις και οι ταχύτητες των πλανητών και των απλανών αστέρων διέπονται από αριθμητικούς λόγους που παράγουν και τη συμφωνία των ήχων. Οι συμφωνίες των ήχων παράγουν αρμονικό αποτέλεσμα και έχουν μορφή απλών αριθμητικών σχέσεων όπως μας διδάσκουν: 2/1 (οκτάβα), 3/2 (Πέμπτη), 4/3 (τέταρτη).

Επομένως για τους Πυθαγόρειους το μυστικό της μουσικής και της κοσμικής Αρμονίας κρύβεται στις σχέσεις των τεσσάρων πρώτων φυσικών αριθμών (1, 2, 3, 4).

Με τη θεωρία της αρμονίας των σφαιρών, που συνδυάζει την κοσμική αρμονία με τη μουσική αρμονία, ο μεγάλος φιλόσοφος επιχείρησε να εξηγήσει τη θέση και την κίνηση των πλανητών στον ουράνιο θόλο. Χρησιμοποιώντας μουσικούς όρους, δηλαδή τα μουσικά διαστήματα που ανέφερα πιο πάνω, καθόρισε υπό μορφή κλίμακας τις μεσοπλανητικές αποστάσεις.

Για τους Πυθαγόρειους η μουσική κλίμακα είναι ένα κοσμολογικό πρόβλημα και η αστρονομία η θεωρία της ουράνιας μουσικής.

Ο Βοήθιος (σημαντικός Ρωμαίος φιλόσοφος, θεολόγος και πολιτικός που έζησε στα τέλη του 5ου αιώνα) αντιστοιχούσε συγκεκριμένη μουσική νότα σε κάθε έναν από τους επτά πλανήτες καθώς και με τις ηλικίες του ανθρώπου όπως και με συγκεκριμένα φωνήεντα.

Ετσι:

Η Σελήνη αντιστοιχεί στην παιδική ηλικία, το φωνήεν Α και τη νότα ΛΑ

Ο Ερμής αντιστοιχεί στην παιδική ηλικία, το φωνήεν Ε και τη νότα ΣΟΛ

Η Αφροδίτη αντιστοιχεί στην νεότητα, στο φωνήεν Η και στη νότα ΦΑ

Ο Ηλιος αντιστοιχεί στην ενηλικίωση, στο φωνήεν Ι και στη νότα ΜΙ

Ο Αρης αντιστοιχεί στην Πλήρη Ισχύ, στο φωνήεν Ο και στη νότα ΡΕ

Ο Δίας αντιστοιχεί στην Ωριμότητα, στο φωνήεν Υ και στη νότα ΝΤΟ, ενώ

Ο Κρόνος αντιστοιχεί στα γηρατεία, στο φωνήεν Ω και στη νότα ΣΙ.

Δικαιολογημένα λοιπόν η τέχνη της Μουσικής δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά μια ανώτερη εσωτερική έκφραση. Γίνεται λοιπόν ένα είδος καθολικής γλώσσας, η οποία έχει τη δυνατότητα να εξωτερικεύσει όλα όσα συντελούνται στον εσωτερικό κόσμο κάθε έλλογου όντος. Οι αρχαίοι θεωρούσαν ότι ήταν η μόνη τέχνη η οποία μπορούσε να επηρεάσει θνητούς και Θεούς. Η συμβολική αναφορά του μύθου του Ορφέα, ο οποίος με τη μουσική κατόρθωσε να περάσει τα σύνορα του Αδη, δείχνει τη δύναμη της Τέχνης των Ήχων αλλά και τη φύση της στην τέρψη των αισθήσεων, στην εσωτερική μεταμόρφωση του ατόμου.

Ο γερμανός φιλόσοφος, θεολόγος και ποιητής Γιόχαν Χέρντερέλεγε πως «η μουσική αποκαλύπτει σχέσεις προς τα σύμπαντα, τον κύκλο του Όντος, μας κάνει να αισθανόμαστε τις κινήσεις και τις δονήσεις του παγκόσμιου πνεύματος, του Σύμπαντος».

Πράγματι, όταν  δημιουργούμε ή ακούμε μουσική γινόμαστε εν δυνάμει μάρτυρες της δημιουργίας του κόσμου. Γιατί ο ήχος έχει γεννηθεί από το άπειρο δυναμικό του κενού.Και ξαφνικά τι γίνεται; Εξαφανίζεται! Πού πάει; Επιστρέφειπίσω στο κενό της σιωπής, στο μη-Ον. Μπορεί να διαρκεί γιαμια στιγμή στη μνήμη όπως η φευγαλέα παρουσία του αγγίζειτη φευγαλέα παρουσία των ήχων που ακολουθούν, αλλάπάντα η σιωπή είναι αυτή που προηγείται και πάντα σε σιωπήθα τελειώνει.

Κάθε κίνηση που ξεπηδά από αυτή την Απόλυτη σιωπηλή Ζωή είναι μια δόνηση και ένας δημιουργός δονήσεων. Όπως η κίνηση προκαλεί κίνηση έτσι και η σιωπηλή ζωή γίνεται ενεργός σε ένα ορισμένο μέρος και δημιουργεί κάθε στιγμή όλο και περισσότερες δονήσεις που ευθύνονται για τα διάφορα πεδία ύπαρξης. Αυτά τα πεδία φανταζόμαστε ότι διαφέρουν μεταξύ τους αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι χωριστά το ένα από το άλλο.

Το ορυκτό, το φυτικό το ζωικό και το ανθρώπινο βασίλειο είναι βαθμιαίες αλλαγές δονήσεων, που διαφέρουν μεταξύ τους σε βαρύτητα, πλάτος, μήκος, χρώμα, επίδραση, ήχο και ρυθμό.

Ο άνθρωπος όχι μόνο σχηματίζεται από δονήσεις αλλά ζει και κινείται μέσα σε αυτές. Οι διάφορες διαθέσεις του, οι τάσεις, οι ασχολίες, οι επιτυχίες και οι αποτυχίες του καθώς και όλες οι συνθήκες της ζωής του εξαρτώνται από ορισμένη δράση δονήσεων, είτε αυτές είναι σκέψεις, συναισθήματα ή αισθήματα.

Υπάρχουν δύο όψεις της δόνησης: λεπτή και χονδροειδής.

Μερικές γίνονται αντιληπτές από την ψυχή, άλλες από το νου, και μερικές από τα μάτια. Εκείνα που αντιλαμβάνεται η ψυχή είναι οι δονήσεις των αισθημάτων, εκείνα που αντιλαμβάνεται ο νους είναι οι δονήσεις των σκέψεων, ενώ εκείνα που βλέπει το μάτι  είναι οι δονήσεις που έχουν στερεοποιηθεί από την αιθερική τους κατάσταση και αποτελούν τα στοιχεία αιθέρα, αέρα, πυρ, νερό και γη, ενώ οι πιο λεπτές δονήσεις είναι ασύλληπτες ακόμη και από την ψυχή.

Αν δεν υπήρχε δόνηση οι πολύτιμοι λίθοι δεν θα μας έδειχναν το χρώμα και τη λάμψη τους, τα δέντρα δεν θα αναπτύσσονταν δεν θα υπήρχαν λουλούδια και καρποί.  Οι δονήσεις μπορούν να κατανοηθούν σαν αιτία και αποτέλεσμα. Το αν ένα πράγμα είναι ορατό ή ακουστό, αντιληπτό ή ασύλληπτο, εξαρτάται από την ταχύτητα των δονήσεων. Το καθετί έχει τον ήχο και τη μορφή του.

Ακόμη και τα πράγματα που δεν μπορούμε να αντιληφθούμε. Αυτό που ονομάζουμε ζωή και θάνατο είναι στην ουσία διαφορετικοί ρυθμοί δονήσεων. Για παράδειγμα όταν ένας καρπός σαπίσει, όταν ένα λουλούδι μαραθεί υφίσταται μια αλλαγή στις δονήσεις του. Αν προσπαθήσουμε να δούμε τη ζωή μέσα από αυτή τη σκοπιά, ίσως συνειδητοποιήσουμε ότι η γέννηση και ο θάνατος είναι μόνο δικές μας ιδέες για τη ζωή, ότι δεν υπάρχει θάνατος και ότι τα πάντα είναι ζώντα γιατί η διαφορά στις δονήσεις νεκρών και ζώντων σωμάτων είναι η διαφορά του ρυθμού των δονήσεων.

Ο νόμος του ρυθμού κρύβεται πίσω από τη φύση. Η ανατολή και η δύση του Ήλιου, η αύξηση και η μείωση της σελήνης, η ρυθμική αλλαγή της πλημμύριδας στη θάλασσα και οι αλλαγές των εποχών δείχνουν έναν ρυθμό. Για ποιο λόγο άραγε η μουσική που τονίζει το ρυθμό μας δημιουργεί  την επιθυμία για χορό;

Το μωρό ηρεμεί όταν η μητέρα του το κτυπά  απαλά στην πλάτη, γιατί ενστικτωδώς δίνει ένα ρυθμό στο σώμα του.

Ένα άτομο είναι ρυθμικό και η επιρροή του είναι ηρεμιστική, άλλο είναι άρρυθμο και μας αναστατώνει. Γιατί ο ρυθμός να έχει τέτοια επίδραση πάνω μας; Γιατί οι ίδιοι είμαστε ρυθμός. Ο κτύπος της καρδιάς, ο σφυγμός, η κυκλοφορία του αίματος είναι ρυθμική. Όταν ο ρυθμός αυτός παρεμποδίζεται προκύπτει αταξία, ασθένεια, ενόχληση, απελπισία.

Ο νόμος του ρυθμού μπορεί να θεωρηθεί ότι κυβερνά τέσσερις τομείς στον άνθρωπο:

Α) τον ορθό ή λαθεμένο ρυθμό στο αίσθημα,

Β) τον ορθό ή λαθεμένο ρυθμό στη σκέψη,

Γ) τον ορθό ή λαθεμένο ρυθμό στην ομιλία, και

Δ) τον ορθό ή λαθεμένο ρυθμό στη δράση.

Για παράδειγμα, αν το σώμα χάσει το ρυθμό του, κάτι πάει στραβά στο νου, αν ο νους χάσει το ρυθμό του το σώμα μπερδεύεται, αν η καρδιά χάσει το ρυθμό της ο νους ταράζεται, και αν ο ρυθμός της ψυχής χαθεί τότε όλα πηγαίνουν στραβά.

Επιστημονικές έρευνες που έγιναν πρόσφατα στο νοσοκομείο Piedmont στην  Ατλάντα, απέδειξαν ότι νεογέννητα – κυρίως πρόωρα – που εκτίθενται σε μουσική ακρόαση ειδικά επεξεργασμένων ενδομήτριων ήχων και σε νανουρίσματα με την φωνή της μητέρας, κερδίζουν πολύ γρηγορότερα βάρος και εξέρχονται από τη μονάδα εντατικής θεραπείας νεογνών ταχύτερα σε σχέση με νεογνά που δεν έχουν εκτεθεί σε μουσική.

Ακόμη, έδειξαν ότι η ακρόαση της Κ.448 σονάτας για πιάνο του W.A. Mozart μπορεί να βελτιώνει την ικανότητα επίλυσης περίπλοκων μαθηματικών προβλημάτων. Η ίδια σονάτα επίσης χρησιμοποιήθηκε σαν φάρμακο για την καταστολή κρίσεων σε επιληπτικούς ασθενείς.

Σύμφωνα με τα μέχρι τώρα επιστημονικά δεδομένα η μουσική επηρεάζει:

τον καρδιακό ρυθμό και το σφυγμό, το ρυθμό της αναπνοής, την αρτηριακή πίεση, τον όγκο του αίματος, τη θερμοκρασία του δέρματος, τη γαστρική κίνηση, τα ανακλαστικά της κόρης του ματιού, την οξυγόνωση του αίματος, τις ορμόνες, την αντιμετώπιση του στρες, του άγχους, του πόνου, των συνεπειών των εγκεφαλικών επεισοδίων, του καρκίνου και της κατάθλιψης.

Μετά από σύγχρονες έρευνες νευροεπιστημόνων γνωρίζουμε ότι:

1) υπάρχει ένας ξεχωριστός μηχανισμός στον εγκέφαλο ο οποίος διαχωρίζει τη μουσική από άλλους ήχους συμπεριλαμβανομένης της γλώσσας.

2) ότι παρόλο που το δεξί είναι το κυρίαρχο ημισφαίριο της μουσικής η επεξεργασία των διαφόρων μουσικών στοιχείων πραγματοποιούνται ξεχωριστά στον εγκέφαλο.

3) ότι ο άνθρωπος διατηρεί την ικανότητά του να αισθάνεται και να απολαμβάνει τη μουσική πέρα από τις όποιες εγκεφαλικές βλάβες και

4) ότι η μουσική, εκτός από τέχνη των ήχων, αποτελεί πολύπλοκη εκδήλωση της συμπεριφοράς όχι μόνο του ανθρώπου.

Για παράδειγμα, ο Χανς Τζένυ (Ελβετός) πειραματίστηκε με διάφορους ήχους και μουσικές και μελέτησε την επίδρασή τους σε ρινίσματα σιδήρου και σε υδράργυρο. Το πλήθος σχημάτων έδειξε, ότι ο ήχος είναι ο κρυμμένος δημιουργικός παράγων πίσω από τον κόσμο των ορατών μορφών. Οι δονήσεις, οι συχνότητες, η περιοδικότητα και τα ρυθμικά μοτίβα ίσως είναι η γενεσιουργός αιτία της ύλης, αποτελώντας ταυτόχρονα μια γιγάντια μουσική ορχήστρα ηχοχρωμάτων, που αέναα εκτελεί ένα μουσικό έργο εν αγνοία μας.

Ετσι λοιπόν όταν η φιλοσοφία, η επιστήμη, ο μυστικισμός αγγίζουν την κορυφή της γνώσης τους όλα συμφωνούν σε ένα σημείο και αυτό είναι η κίνηση, είναι ο κραδασμός, είναι η δόνηση.

Αυτή η κίνηση έχει δύο όψεις γιατί έχουμε αναπτύξει δύο βασικές ιδιότητες: την όραση και την ακοή. Η όψη που απευθύνεται στην ακοή μας είναι αυτή που ονομάζουμε ήχο, ενώ η άλλη που απευθύνεται στην όραση την αποκαλούμε φως ή χρώμα. Το αποτέλεσμα της σχέσης των ήχων, της σχέσης των χρωμάτων και της σχέσης ήχου και χρώματος είναι η αρμονία.

Καθώς αναπτύσσεται κανείς πνευματικά μέσα στη ζωή αλλάζουν οι προτιμήσεις του για τα χρώματα. Σε κάποιους αρέσουν τα έντονα χρώματα ενώ σε άλλους τα απαλά. Ο λόγος είναι ότι τα έντονα χρώματα έχουν έντονες δονήσεις ενώ τα απαλά έχουν απαλές αρμονικές δονήσεις. Οπότε ανάλογα με τη συναισθηματική κατάσταση προτιμά διαφορετικά χρώματα.

Ετσι:

Το κόκκινο αντιστοιχεί στη νότα ΝΤΟ

Το πορτοκαλί στη νότα ΡΕ

Το κίτρινο στη νότα ΜΙ

Το πράσινο στη νότα ΦΑ

Το μπλε στη νότα ΣΟΛ

Το ίντιγκο στη νότα ΛΑ

Το βιολετί στη νότα ΣΙ και

Το σκούρο κόκκινο πάλι στη νότα ΝΤΟ

Το ίδιο ισχύει και για τον ήχο. Κάθε άτομο έχει τη δική του νότα και έναν ήχο που συγγενεύει με την δική του ιδιαίτερη εξέλιξη. Για άλλη μια φορά έρχεται η φιλοσοφία των Πυθαγόρειων να μας πει πως «Όλα τα όντα τραγουδούν τον Δημιουργό. Ο άνθρωπος όμως αδυνατεί να ακούσει αυτές τις θείες μελωδίες επειδή η ψυχή του είναι εγκλωβισμένη στην ψευδαίσθηση της ύλης. Οταν λοιπόν η ανθρώπινη ψυχή ξανακερδίσει την πραγματική της υπόσταση τότε όχι μόνο θα ακούει την ουράνια χορωδία αλλά θα συμμετέχει και η ίδια στην δοξολογία του Αιώνιου Θεού γιατί η Αρμονία αναγνωρίζει την Αρμονία».

Αντίστοιχα σε χιλιάδες χρόνια αργότερα ένας Σούφι ποιητής και φιλόσοφος (Ιναγιάτ Χαν) αναφέρει σε βιβλίο του:«Η καρδιά ενός ανθρώπου από τη στιγμή που θα διευρυνθεί γίνεται πιο μεγάλη από όλους τους ουρανούς. Δεν είναι πόσο γνωστό πόσο μακρινό είναι το τέρμα, αλλά μια μουσική από μακριά φθάνει στα αυτιά μου. Η μουσική των σφαιρών μοιάζει με τον φάρο στο λιμάνι που φαίνεται από τη θάλασσα και ο οποίος μου δείχνει ότι πλησιάζω στον προορισμό μου.

Τι είδους μουσική θα μπορούσε να ήταν αυτή; Αν δεν υπήρχε αρμονία στην ουσία της ζωής, η ζωή δεν θα μπορούσε να δημιουργήσει αρμονία σε αυτό τον κόσμο της ποικιλίας. Επομένως η μουσική των σφαιρών είναι η μουσική που αποτελεί την πηγή της δημιουργίας, η μουσική που γίνεται ακουστή όταν ταξιδεύουμε προς το σκοπό όλης της δημιουργίας. Και αυτή την ακούν και την απολαμβάνουν εκείνοι που αγγίζουν τα ίδια τα βάθη της ζωής τους. Γιατί εκείνο που υπήρχε πριν από την δημιουργία ήταν η Τέλεια Ύπαρξη.

Το πνεύμα της έννοιας της τελειότητας που βρίσκεται πέρα από λόγια. Είναι η τελειότητα του κάλλους, της σοφίας, της δύναμης, η τελειότητας της αγάπης και της γαλήνης. Αλλά εκεί που υπάρχουν μάτια πρέπει να υπάρχει και ένα αντικείμενο να το δουν, να το θαυμάσουν, έτσι εκπληρώνεται ο σκοπός των ματιών.

Εκεί όπου υπάρχουν αυτιά, πρέπει να υπάρχει ένας ήχος για να ακουστεί προκειμένου να απολαύσουν την ομορφιά, εκεί βρίσκεται η τελείωση των αυτιών. Έτσι η Τέλεια Ύπαρξη ήταν αναγκαία προκειμένου να αντιληφθεί την ίδια της την τελειότητα, να δημιουργήσει μια περιορισμένη τελειότητα της δικής της Ύπαρξης και έτσι χωρίστηκε σε τρεις όψεις. Αυτή η ιδέα κρύβεται πίσω από την Τριάδα. Ο θεατής, η θέαση και το θέαμα».

Ο ίδιος φιλόσοφος συνεχίζει: «Η μουσική μας βοηθά να εκπαιδευθούμε στην αρμονία. Όταν ακούμε τη μουσική που μας αρέσει, μας συντονίζει σε αρμονία με τη ζωή. Εκείνο που στερεί τον άνθρωπο από όλη την ομορφιά γύρω του είναι η βαρύτητα του σώματος ή η βαρύτητα της καρδιάς. Έλκεται προς τη γη και καθετί γίνεται περιορισμένο.

Μόνο όταν διώξει αυτή τη βαρύτητα γίνεται ανάλαφρος και αποκτά όλες τις καλές τάσεις όπως ευγένεια, ανεκτικότητα, μεγαλοψυχία, αγάπη και εκτίμηση. Η ζωή είναι όπως ο ωκεανός. Όταν δεν υπάρχει εκτίμηση, δεν υπάρχει δεκτικότητα, ο άνθρωπος βυθίζεται σαν ένα κομμάτι σίδερο ή μια πέτρα στο βυθό της θάλασσας.

Δεν μπορεί να επιπλεύσει όπως η βάρκα, που είναι κοίλη και δεκτική.  Τα δύσκολα στην πνευματική ατραπό είναι πάντα εκείνα που έρχονται από τον εαυτό μας. Αυτός που μαθαίνει να βαδίζει την πνευματική ατραπό, πρέπει να γίνει σαν ένα άδειο κύπελλο, προκειμένου ο οίνος της μουσικής και της αρμονίας να χυθεί μέσα στην καρδιά του».

Εργασία Σίσης Γαλανοπούλου

Βιβλιογραφία

  1. Ο Μυστικισμός του Ήχου,
  2. Η εσωτερική διάσταση της Μουσικής,
  3. Η θεραπευτική δύναμη του ήχου,
  4. Το μικρό βιβλίο της θεωρίας των χορδών,
  5. Ο Πυθαγόρας και η μυστική διδασκαλία του Πυθαγορισμό

theosophy-ult.blogspot.gr / http://www.awakengr.com

Γιάννα στις 7 Σεπτεμβρίου 2016

 

«Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει

στο μαύρο αδιέξοδο, στην άβυσσο του νου.

Ας υποθέσουμε πως ήρθανε τα δάση

μ’ αυτοκρατορικήν εξάρτηση πρωινού

θριάμβου, με πουλιά, με το φως τ’ ουρανού,

και με τον ήλιο όπου θα τα διαπεράσει.

Ας υποθέσουμε πως είμαστε κει πέρα,

σε χώρες άγνωστες, της δύσης, του βορρά,

ενώ πετούμε το παλτό μας στον αέρα,

οι ξένοι βλέπουνε περίεργα, σοβαρά.

Για να μας δεχθεί κάποια λαίδη τρυφερά,

έδιωξε τους υπηρέτες της ολημέρα.

Ας υποθέσουμε πως του καπέλου ο γύρος

άξαφνα εφάρδυνε, μα εστένεψαν, κολλούν,

τα παντελόνια μας και, με του πτερνιστήρος

το πρόσταγμα, χιλιάδες άλογα κινούν.

Πηγαίνουμε — σημαίες στον άνεμο χτυπούν —

ήρωες σταυροφόροι, σωτήρες του Σωτήρος.

Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει

από εκατό δρόμους, στα όρια της σιγής,

κι ας τραγουδήσουμε, — το τραγούδι να μοιάσει

νικητήριο σάλπισμα, ξέσπασμα κραυγής —

τους πυρρούς δαίμονες, στα έγκατα της γης,

και, ψηλά, τους ανθρώπους να διασκεδάσει.»

Γιάννα στις 7 Σεπτεμβρίου 2016

Ο άνθρωπος όταν μένει πολύ καιρό μόνος του αγριεύει…
Αγριεύει και ξεχνάει…
Ξεχνάει πως είναι να μοιράζεσαι στιγμές…
Ξεχνάει το μαγικό άγγιγμα μιας αγκαλιάς τη νύχτα…
Ξεχνάει πως είναι  να παραγγέλνεις φαγητό για δύο…
Ξεχνάει πως είναι να σε περιμένει κάποιος στο σπίτι μετά τη δουλειά…
Ξεχνάει πώς είναι να μαλώνεις γιατί δεν ήταν η σειρά σου να πλύνεις τα πιάτα…
Ξεχνάει πως είναι να βλέπεις ταινίες με τον άνθρωπο σου και να σχολιάζεις τα κενά στο σενάριο…
Ξεχνάει πως είναι να κάνεις υποχωρήσεις και να προσπαθείς…
Ξεχνάει πως είναι να παίρνεις τα χούγια του και τις εκφράσεις του άλλου και μετά από καιρό να σας περνάνε γι’αδέρφια…
Ξεχνάει πως είναι να μην σε παίρνει ο ύπνος γιατί μαλώσατε σήμερα…
Ξεχνάει πως είναι να σχεδιάζετε διακοπές μαζί και να μαλώνετε σε ποιό νησί θα πάτε…
Ξεχνάει πως είναι να σου φέρνουν το αγαπημένο σου γλυκό για να σου φτιάξουν τη μέρα…
Ξεχνάει πως είναι να ψιθυρίζεις σ’αγαπώ κάτω απ’τα σεντόνια…
Ξεχνάει να νιώθει…
Κι όσο ο χρόνος περνάει… ξεχνάει όλο και περισσότερο… ξεχνάει γιατί συνήθισε πιά…
Συνήθισε να είναι μόνος,να περπατάει μόνος,να τρώει μόνος,να παλεύει μόνος,να γελάει μόνος,να βλέπει ταινίες μόνος,να πορεύεται μόνος,να σχεδιάζει τη ζωή του μόνος,να κοιμάται και να ξυπνάει μόνος…
Συνήθισε…
Γι’αυτό μην τον παρεξηγείς…έμεινε πολύ καιρό μόνος και συνήθισε…
Κάποτε ήταν εξημερωμένος… μα τώρα πια είναι αγρίμι στο κλουβί της μοναξιάς του κι ακόμη κι αν σπάσεις τις κλειδαριές και του ανοίξεις την πόρτα είναι δεμένος μ’αόρατες αλυσίδες… κι όσο κι αν θέλει να ελευθερωθεί δεν θα προσπαθήσει να το σκάσει…
Θέλει πολύ χρόνο και υπομονή για να εξημερωθεί ξανά…
κι αν δεν είσαι διατεθειμένος να του τα προσφέρεις άφησέ τον ήσυχο μες το κλουβί του.
Μην απορείς μαζί του.
Μην τον λυπάσαι.
Είναι πολύ πιο δυνατός απ’όλους εσάς τους ”εξημερωμένους”.
Κρύβει μια δύναμη που όμοια της δεν έχεις συναντήσει.Τη φυλάει καλά κρυμμένη.Κι όταν έρθει ο κατάλληλος άνθρωπος θα την απελευθερώσει και θα ελευθερωθεί..μα μέχρι τότε άφησε τον..αγάπα τον από μακρυά..θα’ρθει εκείνος σ’εσένα…
Μην ξεχνάς ότι είναι αγρίμμι… και τ’αγρίμμια παλεύουν για κάτι μόνο όταν υπάρχει λόγος…

Γράφει η Luna Sirano, anapnoes.gr

Γιάννα στις 7 Σεπτεμβρίου 2016

H Σουηδία έβαλε τέλος στο 8ώρο και προχώρησε σε μια προοδευτική κίνηση να εισάγει ένα νέο μοντέλο, που θέλει τους εργαζομένους να δουλεύουν μόνο 6 ώρες την ημέρα.

Πέρυσι, η σουηδική κυβέρνηση επέλεξε να χρηματοδοτήσει τη διεξαγωγή πειράματος σε γηροκομείο, με τους νοσηλευτές να εργάζονται έξι ώρες την ημέρα. Σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου τα αποτελέσματα ήταν υπέρ του 6ώρου.

Ενας από τους τρόπους μελέτης ήταν η μέτρηση της παραγωγικότητας σε σύγκριση με την ποιότητα φροντίδας των ασθενών.

Τα ευρήματα έδειξαν πως στη διάρκεια του έτους, η συντριπτική πλειοψηφία των νοσηλευτών, που εργάζονταν για 6 ώρες ήταν πιο παραγωγικοί σε σύγκριση με εκείνους που δούλευαν περισσότερο.

Αναλύοντας τα αποτελέσματα, οι μελετητές ανέφεραν πως υπήρξαν και άλλα πλεονεκτήματα. Οσοι δούλευαν 6ώρο ήταν σχεδόν τρεις φορές λιγότερο πιθανό να πάρουν άδεια δύο εβδομάδων, ενώ μειώθηκε κατά το ήμισυ το ποσοστό που ζητούσε αναρρωτική.

Μάλιστα, οι εργαζόμενοι φάνηκαν να είναι και πιο υγιείς και πιο ευτυχισμένοι.

Πολλές επιχειρήσεις στην σκανδιναβική χώρα έχουν εφαρμόσει το συγκεκριμένο εργασιακό μοντέλο, του οποίου τα οφέλη ήταν γνωστά ήδη πριν από χρόνια. Η Toyota το εφήρμοσε πριν από 14 χρόνια στα κέντρα, που κάνει σέρβις στο Γκέντεμποργκ. Οπως διαπιστώθηκε και τότε, το προσωπικό ήταν πιο χαρούμενο, ενώ τα κέρδη αυξήθηκαν κατά 25%.

Κυριακή στις 6 Σεπτεμβρίου 2016
Μου είπαν πως έχεις πεθάνει. Και σε ξαναβρίσκω
στο καφενείο να παίζεις τάβλι με τους ζωντανούς.
Κερδίζεις κιόλας. Φοράς και γραβάτα.
Ποτέ δεν κατεβαίνεις στην πλατεία.
Κλεινόσουν πάντα σ” εκείνο το σπίτι
και κοίταζες αμίλητος τους γείτονες και τους περαστικούς.
Μου είπαν πως έχεις πεθάνει. Ποιον να πιστέψω.
Χάθηκες ξαφνικά χωρίς να πεις ούτε λέξη.
Χωρίς ν” αφήσεις ούτε ένα σημείωμα.
Τα παντζούρια σου κλειστά. Το κουδούνι χαλασμένο.
Το σκυλί πικραμένο. Και τα φώτα σβηστά.
Είσαι; Δεν είσαι; Ποιον να πιστέψω;
Πόσο έχει αλλάξει η φωνή σου.
Οι άλλοι δεν μιλούν. Σε κοιτάζουν που παίζεις.
Σε κοιτάζουν που ρίχνεις χαμογελώντας τα ζάρια.
Κι όλο κερδίζεις. Κι όλο κερδίζεις.
Μα εσύ ποτέ δεν κέρδιζες. Ήσουν πάντα ο χαμένος.
http://ai2avatongar.blogspot.gr
Γιάννα στις 4 Σεπτεμβρίου 2016

Ήταν κάποτε ένα όμορφο και εντυπωσιακό κόκκινο τριαντάφυλλο το οποίο όμως φοβόταν όσο τίποτα άλλο την απόρριψη.

Ήθελε να το αγαπούν όλοι, να βρίσκεται σε συμφωνία με κάθε περιβάλλον και να μην προκαλεί καμία χρωματική αντίθεση.

Έτσι αποφάσισε να παρουσιαστεί σαν λευκό για να ταιριάζει με τα πάντα.

Σκέφτηκε ότι το λευκό είναι μια ασφαλής επιλογή, ένα ευέλικτο και ευπροσάρμοστο χρώμα γιατί μπορεί να συνδυαστεί με τα πάντα και έτσι θα μπορούσε να το προστατέψει από την πιθανή απόρριψη.

Πίστεψε, λοιπόν, ότι θα λαμβάνε αποδοχή και αναγνώριση από τα άλλα λουλούδια τα οποία θα το ήθελαν σίγουρα στο περιβάλλον τους.

Έκανε, όμως, ένα λάθος. Θεώρησε ότι το λευκό σημαίνει υποστηρίζω τα πάντα, ενώ στην πραγματικότητα σημαίνει δεν έχω άποψη, άρα απέχω. Και το να μην μπορεί κάποιος να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει μαζί σου, δε σε κάνει αξιαγάπητο αλλά βαρετό και αδιάφορο.

Το κόκκινο τριαντάφυλλο δεν ήταν σίγουρα αδιάφορο, είχε πέσει, όμως, στην παγίδα να πιστέψει ότι το εν λευκώ σημαίνει έχω το κεφάλι μου ήσυχο γιατί με αποδέχονται όλοι και μπορώ να προσαρμοστώ σε οποιοδήποτε περιβάλλον.

Στην πραγματικότητα, όμως, σημαίνει ότι κρύβω την πραγματική ταυτότητα μου, χάνω την ιδιαιτερότητά μου και στερώ από τους άλλους τη δυνατότητα να με αγαπήσουν για αυτό που είμαι και όπως μου αξίζει.

Δεν έφταιγε, βέβαια, και το ίδιο γιατί έτσι του είχαν μάθει. Του είχαν πει ότι σημασία έχει να μην ξεχωρίζεις και να μην προκαλείς αλλά να ταιριάζεις με τους περισσότερους. Στην πραγματικότητα, βέβαια, αρκεί να ταιριάζεις με τους εκλεκτούς σου.

Πέρασε καιρός ώσπου ήρθε η ώρα που το κόκκινο τριαντάφυλλο διαπίστωσε το λάθος του στην πράξη. Τα σημάδια της φθοράς ήταν πλέον ορατά. Με τον καιρό άρχισε να μαραίνεται γιατί κανείς δεν του έδινε σημασία, αντιθέτως όλοι το θεωρούσαν μια δεύτερη επιλογή, μια ακόμα εναλλακτική λύση. Μέχρι και το ίδιο άρχισε να αμφιβάλει για τον εαυτό του και για το αν άξιζε να αγαπηθεί.

Η αλήθεια είναι πως δε λάμβανε την αγάπη και το ενδιαφέρον που θεωρούσε ότι του άξιζε, όμως, σε αυτό είχε και εκείνο ένα μερίδιο ευθύνης γιατί δεν άφηνε να βγει προς τα έξω η πραγματική, ξεχωριστή του φύση.

Προτιμούσε να μένει προφυλαγμένο πίσω από την ασφάλεια του λευκού. Αγνοούσε ότι αυτό το ασφαλές λευκό λειτουργούσε, παράλληλα ως πανοπλοία που το εμπόδιζε να έρθει σε ουσιαστική επαφή με άλλα τριαντάφυλλα σαν και εκείνο.

Γιατί βρέθηκε δίπλα σε πολλά κόκκινα τριαντάφυλλα αλλά δεν τον αναγνώρισαν. Και αντίστοιχα συνάντησε πολλά λευκά τριαντάφυλλα που ήταν κατά βάθος κόκκινα. Δεν το φαντάστηκε ότι ήταν σαν και εκέινο.

Μέχρι που το κόκκινο τριαντάφυλλο, ένα βήμα πριν μαραθεί τελείως, αποφάσισε να τα παίξει όλα για όλα και να αποκαλύψει την πραγματική του φυσιογνωμία.Έτσι και αλλιώς ήταν ένα βήμα πριν τον όλεθρο, δεν είχε να φοβηθεί κάτι. Μόνο προς το καλύτερο θα μπορούσαν να πάνε τα πράγματα. Τότε άνοιξε τα πέταλά του και βγήκε προς τα έξω το κόκκινο χρώμα του.

Τότε ήταν η στιγμή που ξαναγεννήθηκε και βρήκε την αγάπη που έψαχνε τόσο καιρό, η οποία παρεπιμπτόντως ήταν μπροστά του αλλά το ίδιο ήταν τόσο ερμητικά κλειστό που δε μπορούσε να τη δει.

Η ιστοριά με το κόκκινο τριαντάφυλλο που ήθελε να γίνει λευκό είναι μια αναλογία που αφορά την προσπάθεια που κάνει ο άνθρωπος για κοινωνική αποδοχή, συχνά παρεμελώντας ιδιαίτερα στοιχεία της προσωπικότητάς του και εν τέλει βάζοντας σε δεύτερη μοίρα την προσωπική του ευτυχία. Δε χρειάζεται να γίνετε αποδεκτοί από όλους, μόνο από αυτούς που έχουν σημασία για εσάς.

Αντιγόνη Παπαζαρκάδα newsitames

 

 

Γιάννα στις 4 Σεπτεμβρίου 2016

Αλλά τι σημαίνει να δίνεις; Όσο και αν η απάντηση σε αυτό το ερώτημα φαίνεται αρχικά απλή, στην πραγματικότητα είναι γεμάτη αμφισημίες και πολυπλοκότητες. Η πιο διαδεδομένη παρανόηση είναι εκείνη σύμφωνα με την οποία όταν δίνεις σημαίνει «ότι παραιτείσαι» εσύ από κάτι, ότι στερείσαι κάτι, ότι το θυσιάζεις. Το άτομο, του οποίου ο χαρακτήρας δεν αναπτύχθηκε πέρα από το στάδιο τού να προσανατολίζεται στο πώς θα επωφεληθεί, θα εκμεταλλευτεί και θα αποθησαυρίσει και μόνο με αυτό τον τρόπο μπορεί να νιώσει το δόσιμο. Ο εμπορικός αυτός ανθρώπινος τύπος είναι πρόθυμος να δώσει, αλλά μόνο με το αντάλλαγμα ότι θα λάβει κάτι` το να δώσει χωρίς να πάρει είναι για αυτόν ισοδύναμο με εξαπάτηση. Οι άνθρωποι, των οποίων ο κύριος προσανατολισμός είναι μη δημιουργικός, νιώθουν το δόσιμο σαν κάτι που τους κάνει πιο φτωχούς. Για αυτό ακριβώς οι περισσότεροι άνθρωποι αυτού του τύπου είναι τόσο αρνητικοί στο να δίνουν. Μερικοί ανάγουν το δόσιμο σε θυσία και το αποκαλούν αρετή. Νιώθουν ότι απλώς και μόνο επειδή το να δίνεις είναι οδυνηρό, ο άνθρωπος πρέπει να δίνει` η αρετή τού να δίνεις έγκειται για αυτούς ακριβώς στην αποδοχή της θυσίας. Για αυτούς δηλαδή, το στερεότυπο ότι είναι προτιμότερο να δίνεις παρά να παίρνεις σημαίνει ότι είναι προτιμότερο να υποφέρεις από τη στέρηση παρά να βιώνεις χαρά.

Για τον δημιουργικό χαρακτήρα, το να δίνεις αποκτά μία εντελώς διαφορετική σημασία. Το να δίνεις είναι η υψηλότερη έκφραση της ανθρώπινης δυνατότητας. Στην ίδια την πράξη της προσφοράς βιώνω τη δύναμή μου, τον πλούτο μου, την ικανότητά μου. Αυτή η εμπειρία της αυξημένης ζωτικότητας και δυνατότητας με γεμίζει ευδαιμονία. Αισθάνομαι τον εαυτό μου να πλημμυρίζει, να προσφέρει, είμαι γεμάτος ζωή και επομένως ευτυχισμένος. Το να δίνω με γεμίζει με περισσότερη χαρά από ό, τι το να παίρνω όχι επειδή είναι μία πράξη με την οποία στερούμαι κάτι, αλλά επειδή μέσα στην ίδια την πράξη του δοσίματος έγκειται η εκδήλωση της ζωντάνιάς μου.

Στη σφαίρα των υλικών πραγμάτων, το να δίνει κανείς σημαίνει και ότι είναι πλούσιος. Δεν είναι πλούσιος αυτός ο οποίος έχει πολλά, αλλά αυτός ο οποίος δίνει πολλά. Ο άνθρωπος ο οποίος απλώς αποθησαυρίζει γεμάτος άγχος μήπως χάσει και το παραμικρό, είναι από ψυχολογικής άποψης φτωχός, εξαθλιωμένος, ανεξάρτητα από το πόσα πολλά έχει. Πλούσιος είναι όποιος είναι ταυτόχρονα ικανός να δίνει κάτι από τον εαυτό του. Αυτός νιώθει τον εαυτό του ως κάποιον που μπορεί να προσφέρει στους άλλους κάτι από αυτόν ακριβώς τον εαυτό. Μόνο ο άνθρωπος που είναι στερημένος ακόμη και των βασικών μέσων για να ικανοποιήσει τις στοιχειώδεις ανάγκες επιβίωσης θα ήταν ανίκανος να απολαύσει την πράξη τού να δίνει υλικά πράγματα. Όμως, η καθημερινή εμπειρία μας δείχνει ότι αυτό το οποίο ο κάθε άνθρωπος θεωρεί και αντιλαμβάνεται ως στοιχειώδεις ανάγκες εξαρτάται τόσο από το τι έχει πραγματικά στην κατοχή του όσο και από το χαρακτήρα του. Είναι ευρέως γνωστό ότι οι φτωχοί είναι πολύ περισσότερο πρόθυμοι από τους πλούσιους να δώσουν. Ωστόσο, η φτώχεια η οποία υπερβαίνει κάποιο όριο, μπορεί να καταστήσει αδύνατη την πράξη της προσφοράς, και είναι τόσο ταπεινωτική όχι μόνο εξαιτίας των βασάνων που άμεσα προκαλεί αλλά και εξαιτίας του γεγονότος ότι στερεί από τον άνθρωπο τη χαρά της προσφοράς.

Όμως ο πιο σημαντικός τομέας της προσφοράς δεν αφορά τα υλικά πράγματα, αλλά την πολύ ιδιαίτερη επικράτεια του ανθρώπου. Τι δίνει λοιπόν ένας άνθρωπος σ’ έναν άλλο άνθρωπο; Του δίνει κάτι από τον εαυτό του, από το πιο πολύτιμο που έχει, από τη ζωή του. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θυσιάζει τη ζωή του για τον άλλο – αλλά ότι του δίνει από ό, τι πιο ζωντανό υπάρχει μέσα του` του δίνει από τη χαρά του, από το ενδιαφέρον, από την κατανόησή του, από τη γνώση του, από το χιούμορ του, από τη θλίψη του – από όλες τις εκφάνσεις και εκδηλώσεις του ζωντανού πυρήνα της ύπαρξής του. Και με αυτού του είδους την προσφορά από την ίδια του τη ζωή εμπλουτίζει τους άλλους, ενδυναμώνει μέσα τους την επίγνωσή τους ότι είναι ζωντανοί, ενδυναμώνοντας έτσι και μέσα στον εαυτό του την ίδια αυτή επίγνωση. Δεν δίνει με σκοπό να πάρει` η προσφορά του είναι από μόνη της μία πηγαία χαρά. Παρ’ όλα αυτά, δίνοντας δεν μπορεί παρά να κάνει να γεννηθεί κάτι μέσα στον άλλο άνθρωπο, και αυτό το οποίο γεννιέται αντανακλάται πάλι σε αυτόν. Το να δίνεις αληθινά σημαίνει και πως δεν μπορεί παρά να λάβεις αυτό που θα σου ξαναδοθεί. Το να δίνεις σημαίνει με άλλα λόγια ότι θα κάνεις και τον άλλο άνθρωπο να δώσει, κι έτσι δύο άτομα πια θα μοιράζονται τη χαρά για αυτό που έκαναν να γεννηθεί. Μέσα στην ίδια την πράξη της προσφοράς, πάντοτε κάτι γεννιέται ώστε και οι δύο άνθρωποι που εμπλέκονται να νιώθουν ευγνωμοσύνη για τη νέα αυτή ζωντανή κατάσταση η οποία γεννήθηκε και για τους δυο τους. Ειδικότερα όσον αφορά την αγάπη, αυτό σημαίνει: η αγάπη είναι μία δύναμη που παράγει αγάπη` η αδυναμία είναι η ανικανότητα να γεννήσεις αγάπη.

Γιάννα στις 4 Σεπτεμβρίου 2016

Ονόματα αντρών

 

Αγαθοκλής (αγαθός+κλέος) ο έχων καλή φήμη. Αγησίλαος ( άγω+λαός) ο ικανός ηγέτης. Αθηναγόρας (Αθήναι+αγορά) ο σοφός αγορητής Αθηνόδωρος (Αθηνά+δώρο) δώρο της Αθηνάς, ο σοφός. Αλέξανδρος (αλέξω:απομακρύνω+ανήρ) ο απωθών τους άνδρες, ο ανδρείος. Αλκιβιάδης (αλκή+βία) ο τολμηρότατος. Ανδροκλής (ανήρ+κλέος) ο ένδοξος. Αριστογένης (άριστος+γένος) ο ευγενής. Αριστόβουλος (άριστος+βουλή) ο άριστος σύμβουλος. Αριστοκλής (άριστος+κλέος) ο έχων άριστη δόξα. Αριστομένης (άριστος+μένος) ο ανδρειότατος. Δημοσθένης (δήμος+σθένος) η δύναμη του λαού. Διογένης (Ζευς+γένος) ο Θεογένητος Διομήδης (Διός+μέδων:άρχων) ο άρχων με θεία δύναμη. Επαμεινώνδας (επί+άμεινον) ο προοδευτικός. Ετεοκλής (ετεός:αληθής+κλέος) ο έχων αληθινή δόξα. Ευαγόρας (ευ+αγορεύω) ο καλός ομιλητής. Ευρυβιάδης (ευρύς+βία) ο πολύ αυταρχικός. Ευρυσθένης (ευρύς+σθένος) ο καρτερικότατος. Θεμιστοκλής (θέμις+κλέος) ο ένδοξος υπερασπιστής του δικαίου. Θουκυδίδης (Θεού+κύδος:δόξα) ο δοξάζων τον θεό. Θρασύβουλος (θρασύς+βουλεύομαι) ο τολμηρά σκεπτόμενος. Ιάσων (ίασις:θεραπεία) ο θεραπευτής. Ίων (ίον:άνθος) ο μενεξεδένιος. Κίμων (χίμων:χειμών) ο θυελλώδης. Κλέαρχος (κλέος+άρχω) ο ένδοξος άρχων. Κλεόβουλος (κλέος+βουλή) ο επινοητικότατος. Κλεομένης (κλέος+μένος) ο ένδοξος για τη γενναιότητά του. Κρίτων (κρίνω) ο ευφυής. Λέανδρος (λαός+ανήρ) ο ανδρείος του λαού. Μενέλαος (μένος+λαός) η ορμή του λαού. Μιλτιάδης (μίλτος:ερυθρά βαφή) ο αιματώδης, ο ανδρείος. Νεοκλής (νέος+κλέος) η νέα δόξα. Ξενοφών : ο ανδρείος ηγέτης των ξένων Οδυσσεύς (οδύσσομαι:διώκομαι) ο διωκόμενος υπό των θεών. Ορέστης (όρος+ίσταμαι) ο ορεσίβιος. Πάτροκλος (πατρίς+κλέος) η δόξα της πατρίδος Περικλής (περί+κλέος) ο ένδοξος Πολυδεύκης (πολύ+δεύκος:γλεύκος) ο πολύ γλυκός Πύρρος (εκ του πυρρός) ο ξανθοκόκκινος Σόλων (πιθανώς από το ρ. σέλλω:σείω) ο διασείσας το παλαιό, ριζοσπάστης Σοφοκλής (σοφός+κλέος) ο έχων δόξα σοφού Σωκράτης (σώζω+κράτος) ο σωτήρ του κράτους Τηλέμαχος (τηλέ: μακριά+μάχομαι) ο αγωνιζόμενος μακράν της πατρίδος Τιμολέων (τιμή+λέων) ο ισχυρός ως λέων Φαίδων (φως) ο λαμπρός καθ όλα Φίλιππος (φιλώ+ίππος) ο αγαπών τους ίππους Φοίβος (φάος:φως) ο ακτινοβόλος Φρίξος (φρίττω) ο τρομακτικός.

 

Ονόματα γυναικών

 

Αγαθόκλεια (αγαθή+κλέος) η έχουσα καλή φήμη Αγαθονίκη (αγαθή+νίκη) η νικήτρια ένδοξης νίκης. Aλκηστις (αλκή+εστία) η χάρη της οικογενείας Αλκμήνη (αλκή+μήνη:σελήνη) η ακτινοβολούσα. Ανδρομάχη (ανήρ+μάχομαι) η πρόμαχος. Αριάδνη (άρι:πολύ+αγνή) η αγνότατη Αρσινόη (άρσις < αίρω+νους) η υψηλόφρων. Αφροδίτη (αφρός+αναδύω) η αφρογενής, η ωραιοτάτη. Δηϊδάμεια (δήϊος:εχθρός+δαμάζω) η νικήτρια των εχθρών. Διώνη (εκ του Διός) η θεϊκή. Ερατώ (ερώ:αγαπώ) η αξιολάτρευτη, Μούσα Εριφύλη (έρι:πολύ+φύλον) η έξοχη των γυναικών. Ευδοξία (ευ+δόξα) η έχουσα καλή φήμη. Ευνομία (ευ+νέμω:διανέμω) η δίκαιη χορηγός των αγαθών. Ευρυδίκη (ευρύς+δίκη) η πολύ δίκαιη. Ευρύκλεια (ευρύς+κλέος) η πολυένδοξη. Ευτέρπη (ευ+τέρπω) η πολύ ευχάριστη, Μούσα. Ήβη (ήβη:ακμή) η πάντοτε θαλερή, νέα Ηλέκτρα (ηλέκτωρ:ο ακτινοβολών ήλιος) η ακτινοβολούσα από χάρη Ηρώ (Ήρα) η προσωποποίηση της Θεάς Ήρας Θάλεια (θάλλω) η δροσερή, η ωραία, Μούσα Θέμις (τίθημι>θεσμός) η θεά του Δικαίου, η άκρως δίκαιη. Ιοκάστη (ίον+κάζω:στολίζω) η ωραία ως μενεξές. Ιππολύτη (ίππος+λύω) η αρματιλάτις. Ίρις (είρω:αγγέλω) η αγγελιοφόρος των θεών. Ιφιγένεια (ίφι:ισχυρά+γίγνομαι) η πολύ ισχυρή. Καλλιόπη (κάλλος+ωψ:οφθαλμός) η έχουσα ωραία μάτια. Καλλιρρόη ( καλώς+ρέω) η δροσερή ως καθαρό νερό. Κλειώ (κλέος) Η ένδοξη, Μούσα. Κλεονίκη (κλέος+νίκη) η ένδοξη νικήτρια. Κλεοπάτρα (κλέος+πάτρη) η δόξα της πατρίδος. Λητώ (λανθάνω) η μυστηριώδης. Μελπομένη (μέλπω) η ευφραίνουσα με το άσμα της. Μυρτώ (μύρτον) η ευχάριστη ως μυρτιά. Ναυσικά (ναυς+καίνυμαι:υμνούμαι) η υμνούμενη από τους ναυτικούς. Νεφέλη (νέφω:χύνω ύδωρ) η προσφέρουσα ζωογόνον ύδωρ. Ξανθίππη η ξανθή ιππεύτρια. Πηνελόπη (πήνη:υφάδι+λέπω:εκτυλίσσω) η καλλιτέχνις υφάντρια. Πολυξένη (πολύ+ξενία) η πολύ φιλόξενη. Πολύμνια (πολύς+ύμνος) η θεία τραγουδίστρια, Μούσα. Τερψιχόρη (τέρπω+χορός) η τέρπουσα με το χορό της, Μούσα. Φαίδρα (φαιδρός < φως) η φωτεινή, η λάμπουσα από χάρη. Φερενίκη (φέρω+νίκη) η νικηφόρος Φιλομήλα (φιλώ+μέλος) η φιλόμουσος, η φίλη της αρμονίας. Χρυσηϊς (χρυσός) η πολύτιμη, η χρυσαφένεια.

 

 

Γιάννα στις 4 Σεπτεμβρίου 2016

Σύμφωνα με τον ανθρωπολόγο Μαρσέλ Μάους, μέσω του παιχνιδιού καθίσταται δυνατή η ανάγνωση μιας κοινωνίας. Η θέση μας σήμερα ως ενήλικες απέναντι στο παιχνίδι των παιδιών, καθρεφτίζει την κοινωνίας μας, η οποία μοιάζει να το αντιστρατεύεται. Κατά τον Φρόιντ, «Το αντίθετο του παιχνιδιού δεν είναι η σοβαρότητα, αλλά η πραγματικότητα», με τον σημερινό άνθρωπο να προσαρμόζεται εύκολα, πεπεισμένος ότι δεν μπορεί να κάνει και πολλά για να την αλλάξει. Ο μεταβατικός χώρος του παιχνιδιού είναι το σημείο όπου το παιδί διερευνά το άγνωστο, βιώνοντας την ελευθερία της ύπαρξής του, αναδημιουργώντας τον εαυτό του και τον κόσμο του. Παίζοντας έτσι ως παιδί, είναι πιο πιθανό ως ενήλικας να είναι σε θέση να βιώνει τις επερχόμενες μεταβολές ως προκλήσεις και όχι ως μείζονα προσωπική αμφισβήτηση και να συμβάλλει στην δημιουργία του κόσμου του αύριο, απαρνούμενος τη θέση του παθητικού υποκειμένου. Δυστυχώς σήμερα η διάθεση για παιχνίδι, αν και πρωταρχική ιδιότητα του παιδιού, μοιάζει να μην του επιτρέπεται από τους ενήλικες. Ως εκπρόσωποι του καταναλωτισμού τείνουμε να συγχέουμε τα υλικά παιχνίδια με την πράξη του παιχνιδιού. Παρέχουμε στα παιδιά πληθώρα παιχνιδιών που τελούν στην υπηρεσία ενός μετρήσιμου γνωστικού στόχου, στομώνοντας έτσι την δημιουργικότητά τους. Ξεχνάμε πως «παίζω δεν σημαίνει τείνω προς ένα συγκεκριμένο στόχο αλλά είμαι δεκτικός στο απρόσμενο». Ξεχνάμε πως η λειτουργία του παιχνιδιού δεν αφορά την εξάρτηση του «έχω» μα την ελευθερία του «είναι». Μια χαρτοπετσέτα, ένα κουρελάκι μπορεί να «είναι» καπέλο, πουλί, αέρας, σύννεφο..ένας ολόκληρος κόσμος εν τη γενέσει του. Αυτή η δυνητικότητα συνιστά την συναρπαστικότητα του παιχνιδιού, την περιέργεια για το τι θα συμβεί μετά, την έκπληξη μπρος στο απρόσμενο, την δυναμική -του τι μπορώ να κάνω, την εξερεύνηση- του πώς μπορώ να είμαι. Πόσο φοβόμαστε τελικά το παιχνίδι; Πόσο τρέμουμε την ελευθερία της αταξίας που δημιουργεί, των αναπόφευκτων αμφισβητήσεων που προκύπτουν από αυτό, ώστε να αισθανόμαστε την ανάγκη να το υποτάξουμε στους νόμους της αγοράς και της ζήτησης, να το καθηλώσουμε σε ένα ακόμη προϊόν ή και παρεχόμενη υπηρεσία μέσω των εργαστηρίων παιχνιδιού για παιδιά και γονείς που εμφανίζονται τα τελευταία χρόνια. Γιατί προωθούνται τα παιχνίδια –games εις βάρος του ελεύθερου παιχνιδιού– play; Με τα games, διασφαλίζεται εκ των προτέρων, το σημείο λήξης του παιχνιδιού: νίκη, ήττα, ισοπαλία, σκορ. Αυτό που ορίζει τα games, δεν είναι η αυτοδιάθεση του παιδιού μα η φύση του αποτελέσματος. Με την αυστηρή δομή τους το ωθούν να δομεί με τη σειρά του, μια άμυνα απέναντι στο μη προβλέψιμο που προσφέρει το συμβολικό ελεύθερο παιχνίδι (play). Κι επειδή, «χωρίς καμία αμφιβολία θα ζήσουμε όπως παίξαμε»[1], μεγαλώνοντας εξακολουθούμε να παίζουμε με αφάνταστη σοβαρότητα παρόμοια παιχνίδια με τον εαυτό μας και τους άλλους. Χρειάζονται και τα games-παιχνίδια. Μα στον καιρό μας μοιάζει να υπερκαλύπτουν το μεταβατικό χώρο του συμβολικού παιχνιδιού. Κι έχει σημασία αυτό να το δούμε. Γιατί, ό,τι μας κρατά ως παιδιά περιορισμένους μέσα σε ένα συγκεκριμένο εύρος αλληλεπιδράσεων, χρησιμοποιώντας ένα επιβεβλημένο σύνολο κανόνων, εξακολουθεί και στη ζωή μας να μας κινεί και να θέτει όρια στο τι μπορούμε να κάνουμε, «φυλακίζοντάς» μας, σε ένα ανταγωνιστικό πλαίσιο συμμόρφωσης κι εξάρτησης. Σίγουρα έτσι νοιώθουμε ασφαλείς. Κάθε ιδέα ενός μεγαλύτερου ή και διαφορετικού εύρους αλληλεπίδρασης μοιάζει τρομακτική ακόμη και για να την φανταστεί κανείς. Εύκολα μπορούμε να κάνουμε τις αναγωγές σε σχέση με την λειτουργία μας στην κοινωνία και τις αντιστάσεις μας στη δημιουργικότητα και την αλλαγή που οδηγούν σε νέους τρόπους ύπαρξης, συνοχής και αλληλεπίδρασης. Στο ελεύθερο συμβολικό παιχνίδι, το παιδί ακολουθεί την εσωτερική του παρώθηση. Αφήνεται σε μια περιπέτεια, εξερευνώντας το άγνωστο μέσα κι έξω από τον εαυτό του, εμπιστευόμενο τη διαδικασία του παιχνιδιού. Αν αφιερώναμε λίγο χρόνο να το παρατηρήσουμε χωρίς να επεμβαίνουμε, θα ανακαλούσαμε την φράση του Σίλο: «Σου μιλώ για απελευθέρωση, για κίνηση, για διαδικασία». Παίζοντας μοιράζονται πράγματα και εμπειρίες, συναισθήματα, νέες αισθήσεις, δημιουργούνται αναφορές. Κι όλα αυτά τα γεννήματα της στιγμής τα υποδέχονται με χαρά και πνεύμα ανοίγματος. Μη προσδοκώντας κανένα όφελος, παρά μόνο ελπίζοντας στην επόμενη στιγμή. Ο Λάο Τσε είχε πει: «Του τροχού τον άξονα μοιράζονται τριάντα ακτίνες. Χρήσιμος όμως γίνεται από την κεντρική του τρύπα. Πλάσε κανάτι με πηλό. Χρήσιμο γίνεται από τον εσωτερικό του άδειο χώρο. Το όφελος λοιπόν έρχεται από τούτο που υπάρχει. Το χρήσιμο προκύπτει από εκείνο που λείπει». Είναι ανάγκη να αφήνουμε κενό χώρο στα παιδιά να παίζουν ελεύθερα, χωρίς σκοπό. Αυτό μόνο αρκεί! Σήμερα αποτιμάται ως χάσιμο χρόνου το να μην κάνουμε τίποτα άλλο εκτός από το να παίζουμε, το να μην έχουμε άλλο σκοπό εκτός από το να γνωριστούμε. Κι όμως μέσω αυτού που παραχωρούμε οι ενήλικες στον εαυτό μας ως ευκαιρία για απόλαυση και παιχνίδι, μεταβιβάζουμε στα παιδιά το πιο ουσιώδες, την επιθυμία και την χαρά για ζωή.

[Πηγή: www.doctv.gr]

Γιάννα στις 30 Αυγούστου 2016

 

Αθήνα
Δεκαπέντε λεπτά: τόσος είναι ο μέγιστος χρόνος που μπορεί να περάσει σήμερα κανείς στα περισσότερα σημεία του πλανήτη χωρίς να ακούσει κάποιον ήχο που να είναι προϊόν της ανθρώπινης δραστηριότητας. Κι αν λάβει υπόψη του, ότι πριν από είκοσι χρόνια αυτό το χρονικό διάστημα ήταν μερικές ώρες, δεν μπορεί παρά να καταλήξει σε ένα συμπέρασμα: η σιωπή είναι είδος προς εξαφάνιση. 

Τα μέρη όπου μπορεί κανείς να ξεπεράσει αυτό το τέταρτο της σιωπής δεν είναι περισσότερα από δεκαπέντε σε ολόκληρο τον κόσμο. Τουλάχιστον, σε τόσα τα υπολογίζει ο Γκόρντον Χέμπτον, ο άνθρωπος που έχει κάνει τρεις φορές τον γύρο του κόσμου για να καταγράψει τους ήχους και τη σιωπή της φύσης. Ο Χέμπτον έχει καταρτίσει τη λίστα της σιωπής, η οποία όπως λέει σε συνέντευξή του στην ιταλική εφημερίδα La Repubblica, μικραίνει συνεχώς. 

Αυτή η μοναδική περιήγηση του ανθρώπου που έχει αφιερωθεί στην υπεράσπιση της σιωπής αποτυπώθηκε στο βραβευμένο με Emmy ντοκιμαντέρ «Vanishing Dawn Chorus» («Η χορωδία της αυγής που σβήνει»). Η κάμερα τον ακολουθεί ενώ εκείνος ηχογραφεί σε διάφορα σημεία του πλανήτη τους ήχους της φύσης καθώς ανατέλλει ο ήλιος. Σήμερα ο Γκόρντον Χέμπτον ζει παράγοντας ηχητικά εφέ για βιντεοπαιχνίδια από τους ήχους που έχει συγκεντρώσει από τη φύση. Ο στόχος του, ωστόσο, παραμένει ένας: Η προστασία της σιωπής. Ή – από την άλλη πλευρά – η καταπολέμηση της ηχορύπανσης. 

Μάχη κατά των θορύβων 

Είναι ένα στοίχημα που ξεκίνησε το 2005 όταν ο Χέμπτον ανέκτησε την ακοή του έπειτα από 18 μήνες ενόχλησης στο εσωτερικό του αυτιού του. Ήταν ένα συνεχές βουητό. Εκείνον τον ενάμιση χρόνο ο Χέμπτον ένιωσε ότι έζησε τον μικρόκοσμό του, αυτό που θα ζήσει η ανθρωπότητα στο μέλλον εάν η ηχορύπανση συνεχιστεί σε αυτούς τους ρυθμούς. Έναν εφιάλτη, με άλλα λόγια. «Ο ακουστικός ορίζοντας – λέει στη Ρεπούμπλικα – σε μέρη όπου υπάρχει σιωπή φτάνει τα 30 χιλιόμετρα. Επομένως, εάν προστατεύσω τη σιωπή σε ένα και μόνο σημείο, προστατεύω μία περιοχή από τον θόρυβο σε ακτίνα τριάντα χιλιομέτρων. Αυτό μεταφράζεται σε μία έκταση 2.800 τετραγωνικών χιλιομέτρων». Είναι μία έκταση, περίπου, όσο ο νομός Ηλείας. Στην περίπτωση του Γκόρντον Χέμπτον είναι το Ολυμπιακό Εθνικό Πάρκο, κοντά στο Σιάτλ. Σε ένα σημείο εκεί έχει τοποθετήσει ο αμερικανός ερευνητής μία κόκκινη πέτρα, ως κέντρο ενός κύκλου ακτίνας τριάντα χιλιομέτρων τον οποίο πρέπει να υπερασπιστεί από τον θόρυβο. 

Με ποιον τρόπο; Ο Χέμπτον επιστρέφει περιοδικά στο σημείο που έχει τοποθετήσει την κόκκινη πέτρα και καταγράφει τους ήχους τους περιβάλλοντος. Εάν διαπιστώσει ότι υπάρχουν οχλήσεις εξαιτίας της ανθρώπινης δραστηριότητας, ψάχνει την πηγή τους. Το επόμενο βήμα είναι να γράψει στους υπεύθυνους επισυνάπτοντας πάντα ένα ηχητικό αρχείο με τους φυσικούς ήχους του πάρκου, οι οποίοι διακόπτονται από τον θόρυβο.

Το τζουκμπόξ του πλανήτη 

Ακούγεται πολύ δονκιχωτικό, αλλά δεν είναι και τόσο: Τρεις αεροπορικές εταιρείες άλλαξαν τις πορείες των πτήσεών τους, ενώ η δραστηριότητά τους έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον του Κογκρέσου. Μα δεν αρκούν τα διπλά τζάμια και οι ωτοασπίδες για να προστατευτούμε από τον θόρυβο; «Η σιωπή που πρέπει να προστατεύσουμε – απαντά – δεν είναι απλώς η απουσία των ήχων και των θορύβων. Είναι η φωνή της φύσης. Τα ποτάμια, τα δάση, η θάλασσα εκπέμπουν με διαφορετικό τρόπο και σε διαφορικές συχνότητες τα ηχητικά τους κύματα. Έτσι, ένα σύνολο στατικών ήχων μετατρέπεται σε μια ροή». 

Η Γη – συνεχίζει ο Γκόρντον Χέμπτον – είναι ένα τζουκμπόξ που λειτουργεί με ηλιακή ενέργεια, με το μέγιστο των ήχων στον Ισημερινό και με το ελάχιστο στους δύο πόλους. Η ηχορύπανση διαταράσσει αυτή τη συνεχή ανταλλαγή μουσικής, στίχων, βουητών και ψιθύρων που είναι απαραίτητη στα ζώα για την επιβίωσή τους και σε εμάς τους ανθρώπους για να διατηρούμε τα επίπεδα τους στρες μας σε χαμηλά επίπεδα. Γιατί το σώμα μας δεν σταματάει να ακούει ποτέ.

 
news.in.gr/sciences