Κυριακή στις 23 Δεκεμβρίου 2015

Χριστούγεννα

Δεν περιμένω όμως τίποτα πια
Τον Αι Βασίλη απλώς τον λέγαν μπαμπά
Κι είν’ ένας πρώην Έλλην αριστερός
Ένας θνητός
Με τ’ όνειρό του δίχως στέγη καμιά
Και το ανοιξιάτικο κορίτσι – μαμά
Πλακώνεται απ’ τη συνταγή την παλιά
Οι μυρωδιές μυρίζουν κάτι βαρύ
Κάποια πληγή
Που απλώς δεν θέλουμε ν’ ανοίξει ξανά

Χριστούγεννα

Τα πλεϊμομπίλ μου είν’ εξαιτίας μου κουτσά
Σβησμένα στη σαμπάνια βεγγαλικά
Ίσως για κάποιους νά ’ναι ακόμα γιορτή
Μα ποιοι είν’ αυτοί;
Ζουν σε θερμοκοιτίδες ή σε χωριά;

Χριστούγεννα

Κι ό,τι αρχίζω μου πηγαίνει στραβά
Πάντα με πάει σ’ ενός σταυρού τα καρφιά
Και πότε-πότε τα καρφώνω κι εγώ
Σε άλλον αμνό
Έτσι ήταν πάντα κι έτσι θά ’ναι ξανά

Χριστούγεννα

Κι εσύ τι θες απ’ τη ζωή μου ξανά;
Με τα λαμπιόνια σου τα θανατερά
Και το φιλί σου πάντοτε αποδεκτό
Πως σε μισώ
Θες νά ’σαι η ίδια και ν’ αλλάζω εγώ
Με θες προσωπικό σου δημιουργό
Μη λες πως μοιάζω με τον Ντόναλντ εγώ
Λάμπω εγώ
Με μ’ ένα σπότλαϊτ που δε μου είναι αρκετό

Χριστούγεννα

Τι φταίω που αν λείπεις η ζωή μου διψά
Το γαϊδουράκι της τραβάει αργά
Να βρει ένα πανδοχείο νυχτερινό
Να ’ναι ανοιχτό
Ή έστω μια φάτνη να χωράει το κενό

Χριστούγεννα

Χωρίς αυτά ο χρόνος δεν ξεκινά
Βοσκούς μαζεύω, μάγους από μακριά
Γιορτάζω για ν’ αλλάξουμε οριστικά
Χρόνια πολλά
Χωρίς να προσποιούμαι τίποτα πια

http://www.eros-erotas.gr/

Μαράκι στις 20 Δεκεμβρίου 2015

πηγη : http://poema.gr

Οι μέρες μου δεν είναι ίδιες
με τις μέρες σας
κι οι μέρες σας δεν είναι ίδιες
με τις μέρες μου
έστω και αν το ίδιο γρήγορα πετούν
οι δικές μου κι οι δικές σας
σαν τα πουλιά άμα φωνάξει ο καιρός
ν” αποδημήσουνε
Ομως
επειδή η θέληση
φτιάνει το χαρακτήρα
κι η δράση τη ζωή
ας είναι οι αξίες ανθρώπινες
για να χωρούν σε λόγια
χαρούμενα ή λυπημένα
μιας και στο τέλος μένουν πάντα
δρόμοι ν” ανοιχτούνε
κι είναι πολλοί
αλλού ίσως όπου νομίζαμε
κοντά ή μακριά
άδειοι ή γεμάτοι
με μια ζωή στην άκρη τους
να γνέφει
ίδια για όλους
και μοναδική για τον καθένα
αφού μαζί του φεύγει
όταν σφίξουνε τα χέρια
μες στο μυστήριο τ” αξεδιάλυτο

Ποίημα από τη συλλογή «Τέντα στον αέρα»
εκδόσεις Το Ροδακιό, 2009

Μαράκι στις 20 Δεκεμβρίου 2015

πηγη : http://poema.gr/

Αν είναι να “ρθεις
θα “ρθεις απ” τη θάλασσα
όχι γιατί καήκανε τα μονοπάτια
ούτε γιατί εξάντλησες τα δάση
και οι καρδιές των ελαφιών
και οι εικόνες που δεν έζησες
πάνω στο καύκαλο
της γριάς χελώνας
αλλά γιατί θα κόψεις
την κλωστή του ορίζοντα
με βάρκα
που δεν έχει βαφτιστεί
και με λωρίδες
από το σταρένιο δέρμα σου
θα δέσεις
τις φλέβες που έχουνε τριφτεί
στις ξύλινες προβλήτες
των δακρύων

Ποίημα από τη συλλογή «Τα φώτα απέναντι», εκδόσεις Ικαρος, 2008

 

πηγη : http://poema.gr

Καθώς ετοιμάζεις το πρωινό σου, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Μην ξεχνάς να ταΐζεις τα περιστέρια.
Οταν πολέμους ξεκινάς, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Μην ξεχνάς όσους λαχταρούν την ειρήνη.
Οταν πληρώνεις το νερό, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Εκείνους που μόνο τα σύννεφα έχουν να τους θηλάσουν.
Οταν γυρνάς στο σπιτικό σου, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Μην ξεχνάς όσους ζουν σε αντίσκηνα.
Οταν τα αστέρια μετράς πριν κοιμηθείς, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Εκείνους που δεν έχουνε πού να πλαγιάσουν.
Οταν ελεύθερα μιλάς, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Εκείνους που δεν τους αφήνουν να μιλήσουν.
Και καθώς σκέφτεσαι εκείνους τους άλλους,
στον εαυτό σου γύρισε και πες:
«Αχ και να ήμουν ένα κερί στο σκοτάδι».

 

Ποίημα από την έκδοση «Μαχμούντ Νταρουΐς…να σκέφτεσαι τους άλλους
- 12 ποιήματα του Παλαιστίνιου ποιητή», μτφρ.: Τζένη Καραβίτη, Νήσος, 2009

Μαράκι στις 20 Δεκεμβρίου 2015

οι άνθρωποι που κοιμήθηκαν μέσα μου
κι η αγωνία
να τους κρατήσω εκεί
για πάντα κοιμισμένους
οι άνθρωποι που μέσα μου κοιμούνται
κι η έγνοια
να σκουπίσω καλά όλους τους θορύβους
προτού τους ξυπνήσουν
οι άνθρωποι που μέσα μου θα αποκοιμιούνται
κι η ανακούφιση ότι
ποτέ ξανά δεν θα αφήσω να υπάρξουν
άνθρωποι που μέσα μου θα αποκοιμιούνται.

Ποίημα από τη συλλογή «χιόνι-χιόνι»,
Εκδόσεις Νεφέλη 2010

πηγή : http://poema.gr

Ἡ μαμὰ γύρισε κουρασμένη ἀπὸ τὴ δουλίτσα της, ἔγειρε στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ μπαμπᾶ νὰ ξεκουραστεῖ καὶ βρῆκα τὴν εὐκαιρία νὰ χωθῶ ἀνάμεσά τους, ποὺ εἶναι τόσο ζεστά, φτάνει νὰ μὴν ἐμφανιστεῖ ὁ Ἀχιλλέας – ὁ Ἀχιλλέας εἶναι ὁ βλάκας ὁ μεγάλος μου ἀδερφὸς – καὶ θέλει κι αὐτὸς ἀγκαλίτσες. Μοῦ ἀρέσει πολὺ ἡ ἀγκαλίτσα τοῦ μπαμπὰ καὶ τῆς μαμᾶς καὶ δὲν θέλω καθόλου νὰ μαλώνουνε, γιατί ὁ μπαμπὰς καὶ ἡ μαμὰ εἶναι κι οἱ δυό τους πολὺ καλοί, ὄχι σὰν τὸν Ἀχιλλέα, ποὺ σὲ κάνει νὰ τσακώνεσαι κάθε τρεῖς καὶ λίγο!

Μερικὲς φορὲς ὅμως ὁ μπαμπὰς δὲν συμφωνεῖ μὲ τὴ μαμὰ καὶ ἔχουμε γκρίνιες, ὅπως τότε ποὺ ἀποφασίζαμε σὲ ποιὸ σχολεῖο θὰ πάει ὁ ἀδερφός μου. Ἡ μαμὰ ἤθελε νὰ πάει σὲ ἕνα μεγάλο σχολεῖο μακριὰ ἀπὸ τὸ σπίτι μας καὶ ὁ μπαμπάς μου τῆς ἔλεγε πὼς καὶ τὸ δικό μας, αὐτὸ ποὺ ἔχουμε στὴ γειτονιὰ καὶ πηγαίνει ὁ φίλος μου ὁ Φίλιππος, εἶναι μία χαρά. Κάθε φορὰ ποὺ ὁ Ἀχιλλέας ἤτανε κοντά, κοιτάζονταν μὲ νόημα καὶ σταματοῦσαν τὴ συζήτηση, ἀλλὰ ἐμένα μὲ ξεχνοῦσαν καὶ τοὺς ἄκουγα νὰ μαλώνουνε ποιὸ εἶναι τὸ καλύτερο σχολεῖο γιὰ τὸν ἀδερφό μου.

Μία μέρα ὁ μπαμπὰς εἶπε πὼς δὲν μποροῦμε νὰ πληρώνουμε κι ἄλλα λεφτά, φτάνουν ὅσα δίνουμε γιὰ τὸ σταθμὸ τῆς μικρῆς, καὶ ἡ μαμὰ τὸν κοίταξε πολὺ ἄγρια ὅπως κοίταξε τὸν Ἀχιλλέα ὅταν ἔσπασε τὸ βάζο τῆς θείας Οὐρανίας, δείχνοντας πρὸς τὴ μεριά μου. Ὁ μπαμπάς μου κοκκίνισε, μὲ πῆρε ἀγκαλιὰ καὶ κάναμε τρενάκι σὲ ὅλο τὸ σπίτι. Μοῦ ἀρέσει πολὺ ὅταν ὁ μπαμπὰς δὲν ἔχει δουλίτσα καὶ παίζουμε τὸ τρενάκι! Μία φορὰ ποὺ κάναμε τρενάκι στὶς σκάλες, ὁ μπαμπάς μου σταμάτησε γιατί κουράστηκε πολὺ καὶ φούσκωσε, καὶ ἡ μαμὰ τοῦ ἔλεγε ὅτι ἔχει μεγαλώσει ἡ κοιλιά του καὶ δὲν μετράει τὴν πίεσή του καὶ πότε θὰ πᾶμε νὰ κάνουμε τὴ δοκιμασία κοπώσεως ποὺ τοῦ ζήτησε ὁ γιατρὸς καὶ τὴ ζαχάρου, ἢ κάτι μὲ ζάχαρη, δὲν κατάλαβα καλά. Ἡ μαμὰ δὲν ἀφήνει τὸν μπαμπὰ νὰ τρώει γλυκὰ μὲ ζάχαρη, γιατί μαζεύεται στὸ αἷμα του καὶ θὰ τοῦ κάνει κακό, καὶ πρέπει νὰ τρώει λίγο καὶ νὰ μὴν ἔχει κοιλίτσα καὶ νὰ περπατάει τὰ βράδια μετὰ τὴ δουλίτσα του.

Ὁ μπαμπὰς ὅμως φεύγει γιὰ τὴ δουλίτσα του πολὺ πρωί, καὶ ὅταν γυρίζει εἶναι πολὺ κουρασμένος καὶ δὲν μπορεῖ νὰ περπατάει, οὔτε νὰ παίζουμε τὸ τρενάκι μπορεῖ. Ἡ μαμὰ ἔχει δουλίτσα μακριὰ ἀπὸ τὸν μπαμπὰ καὶ κουράζεται κι αὐτὴ πολὺ στὴ δουλίτσα της. Ἐγὼ ζηλεύω ποὺ ἡ μαμὰ καὶ ὁ μπαμπὰς πᾶνε στὴ δουλίτσα τους καὶ θέλω νὰ πάω κι ἐγώ, ἀλλὰ ἡ μαμά μου λέει πὼς ἡ δικιά μου δουλίτσα εἶναι τὸ σχολεῖο, ἐγὼ ὅμως ὅταν μεγαλώσω θὰ κάνω δουλίτσα σὰν τῆς μαμᾶς καὶ τοῦ μπαμπᾶ, σχολεῖο νὰ πηγαίνει ὁ Ἀχιλλέας!

Ἄλλες φορὲς πάλι ὁ μπαμπὰς καὶ ἡ μαμὰ ἔχουνε δουλίτσα καὶ τὸ βράδυ, κι ἐμεῖς μένουμε μὲ τὴ γιαγιά μου, κι ἐγὼ εἶμαι πολὺ χαρούμενη, γιατί μᾶς κάνει τηγανίτες μὲ μέλι καί, ἅμα εἶμαι καλὸ κορίτσι, κοιμᾶμαι στὴν ἀγκαλίτσα της. Ἡ γιαγιά μου φτιάχνει τηγανίτες καὶ πίττες καὶ ὡραῖες σοῦπες πού μοῦ ἀρέσουνε πολὺ καὶ αὐγὰ μάτια ποὺ ἀρέσουνε στὸν Ἀχιλλέα. Ἡ γιαγιὰ μᾶς ἀγαπάει πολύ, ἀλλὰ μόνο ἐγὼ κοιμᾶμαι στὴν ἀγκαλίτσα της, γιατί ὁ Ἀχιλλέας εἶναι ὁλόκληρος ἄντρας καὶ κοιμᾶται μόνος στὸ κρεβάτι του, καὶ ἡ ἀγκαλίτσα της εἶναι πολὺ ζεστὴ καὶ μαλακὴ καὶ μοῦ ἀρέσει πολὺ γιατί μυρίζει ὡραῖα.

Ἡ μαμά μου μαλώνει τὴ γιαγιὰ ἅμα μᾶς φτιάχνει τηγανίτες μὲ μέλι τὸ βράδυ, γιατί τὸ βράδυ δὲν πρέπει νὰ τρῶμε πολύ, γιατί ἀμέσως μετὰ κοιμόμαστε. Ἡ μαμὰ λέει πὼς φτιάχνουμε τηγανίτες τὶς Κυριακές, ποὺ ἔχει καλὸ καιρὸ καὶ πᾶμε στὴν παιδικὴ χαρὰ καὶ κάνουμε βόλτα στὸ πάρκο καὶ ἔχουμε κουραστεῖ καὶ πεινᾶμε σὰν λύκοι, ὅπως λέει ὁ μπαμπάς. Ἡ μαμὰ ὅμως λέει ὅτι δὲν πρέπει νὰ πεινᾶμε σὰν λύκοι, πρέπει πάντα κάτι νὰ τρῶμε πρὶν πεινάσουμε πολύ, καὶ ἡ μαμὰ παίρνει μαζί της στὴν παιδικὴ χαρὰ μπανάνες κι ἀχλάδια καὶ μῆλα, ποὺ ἐμένα μοῦ ἀρέσουνε πολύ.

Σάββατο καὶ Κυριακὴ εἶναι οἱ καλύτερες ἡμέρες, γιατί ὁ μπαμπὰς καὶ ἡ μαμὰ δὲν ἔχουνε δουλίτσα καὶ ἐμεῖς δὲν πᾶμε σχολεῖο καὶ μποροῦμε νὰ ζωγραφίσουμε καὶ νὰ παίξουμε στὴν παιδικὴ χαρὰ καὶ νὰ κάνουμε ποδήλατο. Ὁ Ἀχιλλέας ἔχει ἕνα μεγάλο ποδήλατο καὶ ὁ μπαμπὰς τὸν παίρνει μαζὶ σὲ μεγάλες βόλτες, γιατί δὲν τοῦ ἀρέσει στὴν παιδικὴ χαρά, εἶναι ἄντρας πιὰ καὶ ἐγὼ θὰ πάρω μεγάλο ποδήλατο μὲ κουδούνι καὶ κόκκινη σέλα καὶ θὰ πηγαίνουμε ὅλοι μαζὶ μεγάλες βόλτες πολὺ μακριά. Τώρα ὅμως μένω μὲ τὴ μαμά μου στὴν παιδικὴ χαρὰ καὶ μοῦ ἀρέσει πολύ, γιατί ἔχω φίλους καὶ κάνουμε τσουλήθρα καὶ τραμπάλα καὶ κάνω κούνια μὲ τὴ φίλη μου τὴ Μαίρη καὶ παραβγαίνουμε ποιὰ θὰ φτάσει πιὸ ψηλὰ κι ἐγὼ μία μέρα πέρασα πολὺ τὴ Μαίρη κι ἔφτασα πολὺ ψηλά, μέχρι τὸν οὐρανό!

Καὶ ἡ μαμά μου ἔχει φίλες στὴν παιδικὴ χαρὰ καὶ μία μέρα τὴν ἄκουσα ποὺ μάλωνε τὴ μαμὰ τῆς Μαίρης, γιατί κάπνιζε κρυφὰ ἀπὸ τὸν μπαμπά της καὶ τὸ κάπνισμα κάνει πολὺ κακὸ καὶ ὁ μπαμπὰς τῆς Μαίρης τὸ ξέρει καὶ δὲν καπνίζει πιά, καὶ ἡ μαμὰ τῆς Μαίρης τὸ ξέρει, ἀλλὰ καπνίζει, καὶ ἡ μαμά μου τὴ μάλωνε γιατί καπνίζει μπροστὰ στὸ παιδί, κι ἐκείνη ἔλεγε ὅτι ὅπου μπορεῖ καπνίζει φτάνει νὰ μὴν τὴ βλέπει ὁ Γιῶργος· Γιῶργος εἶναι ὁ μπαμπὰς τῆς Μαίρης ποὺ εἶναι γιατρὸς καὶ ξέρει ὅτι τὸ τσιγάρο εἶναι πολὺ κακὸ πράγμα. Κι ἐγὼ νομίζω ὅτι ἡ μαμά μου ἔχει δίκιο, δὲν κάνει ἡ μαμὰ τῆς Μαίρης νὰ λέει ψέματα στὸν μπαμπά της, τὰ καλὰ παιδιὰ δὲν λένε ψέματα, οὔτε ὁ Ἀχιλλέας λέει ψέματα! Μόνο οἱ πολιτικοὶ λένε ψέματα, ἔτσι λέει ὁ μπαμπάς μου καὶ ἡ μαμὰ συμφωνεῖ καὶ ἡ μαμὰ τῆς Μαίρης συμφωνεῖ, καὶ ὁ μπαμπάς μου λέει ὅτι τὰ ψέματα τώρα τελειώσανε, ἀλλὰ οἱ πολιτικοὶ κάνουν σὰν νὰ μὴν τὸ ἔχουνε καταλάβει, ἐμεῖς πρέπει νὰ τὸ καταλάβουμε καὶ νὰ ἀλλάξουμε, καὶ ἂν ἀλλάξουμε ἐμεῖς θὰ ἔχουμε καλοὺς πολιτικούς, ποὺ δὲν θὰ λένε ψέματα, ἢ θὰ λένε λιγότερα ψέματα δὲν κατάλαβα καλά. Καὶ ἡ μαμά μου λέει ὅτι μπορεῖ ἔτσι ὅπως τὰ κάναμε νὰ μὴν ἔχουμε λεφτά, ἀλλὰ μποροῦμε νὰ γίνουμε καλύτεροι, τὰ πολλὰ λεφτὰ δὲν εἶναι πάντα γιὰ καλὸ καὶ ὁ μπαμπάς μου λέει ὅτι φοβᾶται πολὺ γιὰ τὸ θεῖο μου τὸν Κώστα, ποὺ δὲν ἔχει πιὰ δουλίτσα, γιατί τὸ μέρος ποὺ δούλευε ἔκλεισε καὶ ἔφυγε ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἐγὼ κατάλαβα ὅτι ἡ δουλίτσα εἶναι κάτι πολὺ καλό, σὰν τὶς τηγανίτες τῆς γιαγιᾶς μὲ μέλι, καὶ ὅπως ὅλα τὰ καλὰ πράγματα δὲν εἶναι πάντα εὔκολο νὰ τὰ ἔχουμε. Αὐτὰ ἤθελα νὰ σᾶς πῶ γιὰ τὴν ἡμέρα μας, τοῦ παιδιοῦ, ἂν καὶ ὁ μπαμπάς μου λέει ὅτι ὅλες οἱ μέρες εἶναι δικές μας καὶ ὅλοι τὰ παιδιὰ πρέπει νὰ σκεφτόμαστε τώρα ποὺ τὰ ψέματα τελειώσανε!

(Πηγή: «Στοὺς ρυθμοὺς τῆς καρδιᾶς», ἔκδ. Ἑλληνικοῦ Ἱδρύματος Καρδιολογίας, τεύχ. 230 –ἀφιέρωμα- 11 Δεκεμβρίου ἡμέρα παγκοσμίως ἀφιερωμένη στὸ παιδί, σ. 87-88)

WWW.AGIAZONI.GR

Γιάννα στις 20 Δεκεμβρίου 2015

Έχουμε μεγαλύτερη ανάγκη των φίλων στην ευτυχία ή στη δυστυχία; – Επίλογος: Πεμπτουσία της φιλίας είναι η συνεχής επικοινωνία μεταξύ των φίλων

Μτφρ. Β. Μοσκόβης. 1993. Αριστοτέλους Ηθικά Νικομάχεια. Ι–ΙΙ. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.

 

Πότε χρειάζεται κανείς φίλους στην ευτυχία ή στην δυστυχία του;

Τους ζητά και στις δύο περιπτώσεις, γιατί οι δυστυχισμένοι έχουν ανάγκη από βοήθεια, κι οι ευτυχισμένοι από συντρόφους που συζούν μαζί τους και τους ευεργετούν, γιατί η επιθυμία τους συνίσταται στο να παρέχουν τις ευεργεσίες τους.

Είναι, λοιπόν, πιο αναγκαίο να έχει φίλους στη δυστυχία του, (25) αφού χρειάζεται χρήσιμους φίλους, αλλά από ηθική άποψη ωραιότερο είναι να αισθάνεται την ανάγκη φίλων στην ευτυχία του, γιατί σ” αυτή την περίπτωση αναζητεί ενάρετους ανθρώπους, γιατί είναι προτιμότερο να παρέχει σ” αυτούς τις ευεργεσίες του και να τους συναναστρέφεται. Κι είναι η παρουσία των φίλων γλυκειά και στην ευτυχία και στη δυστυχία, γιατί όσο υποφέρουν από οδύνη ανακουφίζεται, (30) όταν συμπάσχουν μαζί τους κι οι φίλοι. Γιατί και θα μπορούσε ν” αμφιβάλλει κανείς, αν οι φίλοι σηκώνουν κι αυτοί κατά κάποιο τρόπο το βάρος ή, αντίθετα, αν λιγοστεύει τον πόνο η ευχάριστη παρουσία τους κι η πεποίθηση ότι συμμετέχει σ” αυτόν.

 

Αλλά το ζήτημα, αν ανακουφίζονται γι” αυτά ή για κάτι άλλο, ας μη το εξετάσουμε τώρα, αρκεί το ότι ανακουφίζονται πραγματικά. (35) Φαίνεται ότι η επίδραση που οφείλεται στην παρουσία είναι ανάμεικτη, [1171b] επειδή το να βλέπει κανείς τους φίλους είναι για τον δυστυχισμένο πολύ ευχάριστο, αφού ο φίλος είναι παρηγοριά και όταν τον βλέπει κανείς και όταν μιλά αν είναι ευαίσθητος. Γιατί ξεύρει τον χαρακτήρα μας καθώς και ό,τι μας προξενεί χαρά ή λύπη. Αλλά, από την άλλη μεριά υποφέρουμε και “μεις, (5) όταν βλέπουμε τον φίλο μας να λυπάται για τις δυστυχίες μας, επειδή κάθε φίλος θέλει ν” αποφεύγει να προκαλεί λύπη στο φίλο του. Γι” αυτό και οι ανδροπρεπείς από τη φύση τους δεν θέλουν να δίνουν αφορμή στους φίλους τους να συμπάσχουν μαζί τους. Αν όμως δεν αντιλαμβάνονται ότι μονάχα με μια μικρή λύπη των φίλων τους, ανακουφίζουν μια δική τους μεγάλη λύπη, δεν ανέχονται να πάσχει ο φίλος εξαιτίας τους. Γενικά προσπαθούν ν” αποφεύγουν ανθρώπους που έχουν διάθεση να κλαψουρίζουν όλοι μαζί, γιατί κι αυτοί οι ίδιοι δεν έχουν τάση στο να θρηνούν, (10) μονάχα γυναικάκια και άνδρες γυναικωτοί αισθάνονται χαρά να αναστενάζουν μ” αυτούς που πενθούν, και αγαπούν αυτά τα πρόσωπα σα φίλους που συμμετέχουν στη θλίψη τους, αλλά έχει χρέος να μιμείται κανείς τον καλύτερο. Αντίθετα στην ευτυχία η παρουσία των φίλων δεν είναι μόνο ευχάριστη, αλλά γεννά και την ιδέα ότι οι φίλοι χαίρονται για τα δικά μας αγαθά. (15) Γι” αυτό φαίνεται ότι πρέπει να φωνάζουμε πρόθυμα τους φίλους μας, όταν είμαστε ευτυχισμένοι (γιατί είναι ωραίο να ευεργετεί κανείς) και στα ατυχήματά μας να κάνουμε αυτό με δισταγμό (γιατί πρέπει ν” αποφεύγουμε όσο το δυνατό περισσότερο, να παίρνουν μέρος αυτοί στις λύπες μας). Από “δω και το ρητό:

 

«Αρκετό να είμαι μονάχος μου εγώ ο δυστυχής».

 

Τέλος πρέπει να φωνάζουμε προπάντων τους φίλους μας, όταν αυτοί πρόκειται να μας προσφέρουν μια μεγάλη υπηρεσία, χωρίς να ενοχληθούν πολύ. (20) Αντίθετα,πρέπει ίσως να πηγαίνουμε στους φίλους μας απρόσκλητοι και πρόθυμοι, όταν αυτοί είναι δυστυχισμένοι (γιατί είναι καθήκον της φιλίας να εξυπηρετούμε μάλιστα εκείνους που βρίσκονται στην ανάγκη, κι ακόμα όταν αυτοί δεν μας το ζητούν, η τέτοια προθυμία είναι αξιοπρεπέστερη και πιο ευχάριστη κι από τα δύο μέρη). Όταν οι φίλοι μας είναι ευτυχισμένοι, πρέπει να τρέχουμε σ” αυτούς, εφόσον είμαστε ικανοί να τους εξυπηρετήσουμε (γιατί γι” αυτό χρειαζόμαστε τους φίλους).Όταν όμως πρόκειται να ευεργετούμεθα, πρέπει να πηγαίνουμε σ” αυτούς απρόθυμα και αργά (25) (γιατί δεν είναι ωραίο να τρέχει κανείς για να παίρνει οφέλη από τους άλλους). Εννοείται ότι δεν πρέπει κανείς να φαίνεται αγενής αποκρούοντας τις υπηρεσίες που του προσφέρουν οι φίλοι του. Γιατί κι αυτό συμβαίνει κάποτε. Σύμφωνα μ” αυτά την παρουσία των φίλων πρέπει να την ευχόμαστε σε κάθε περίσταση.

 

Μήπως η συμβίωση δεν είναι για τη φιλία, (30) όπως για τους ερωτευμένους η θέα του λατρεμένου προσώπου, κι όπως οι εραστές προτιμούν την αίσθηση αυτή από κάθε άλλη, εφόσον μέσω αυτής υπάρχει κι απ” αυτήν γεννιέται το ερωτικό συναίσθημα; Γιατί η φιλία είναι ένα είδος κοινότητας. Επίσης όπως διατίθεται κάποιος προς τον εαυτό του, έτσι διατίθεται και στους φίλους του. Επομένως όπως η αίσθηση της ύπαρξης είναι αγαπητή για μας τους ίδιους, έτσι είναι και σχετικά με τους συνανθρώπους μας. (35) Αλλά η δράση που για χάρη της αντιλαμβανόμαστε την ύπαρξή τους, πραγματοποιείται στη διάρκεια της συμβίωσης [1172a] ώστε η προσπάθεια των φίλων μας απευθύνεται σ” αυτήν. Τέλος ό,τι ο καθένας θεωρεί σαν πραγματικό «Είναι» και σαν τελικό σκοπό της ύπαρξής του, θέλει να το πραγματοποιεί επικοινωνώντας με τους φίλους του. Άλλοι πίνουν μαζί κρασί, άλλοι παίζουν μαζί κύβους, μαζί γυμνάζονται, άλλοι κυνηγούν με τους φίλους τους (5) και άλλοι φιλοσοφούν μαζί τους. Για να μιλήσουμε σύντομα, κάθε τι που αγαπούμε στη ζωή θέλουμε να το πραγματοποιούμε μαζί με τους φίλους μας, επειδή ο καθένας θέλει να ζει μαζί τους και γι” αυτό κάμνει και συμμερίζεται μ” αυτούς κάθε τι που εννοεί με τις λέξεις ζωή και συμβίωση. Γι” αυτό η φιλία ανάμεσα στους φαύλους γίνεται πηγή του κακού (γιατί εφόσον οι φαύλοι είναι επιπόλαιοι, ο ένας συμμετέχει στην κακία του άλλου, (10) και με τον τρόπο αυτό γίνονται όλοι κακοί, αφού εξομοιώνονται ο ένας με τον άλλο). Αντίθετα η ανάμεσα στους ενάρετους ανθρώπους φιλία γίνεται πηγή αγαθού. Καθημερινά αυξάνεται το ηθικό της περιεχόμενο, και η πρόοδος συντελείται τόσο για την άσκηση της αρετής από κοινού, όσο για την αμοιβαία νουθεσία. Ο ένας δέχεται από τον άλλο τις ευχάριστες σ” αυτόν ιδιότητες, και από “δω προέρχεται και το ρητό:

 

 

 

Γιάννα στις 20 Δεκεμβρίου 2015

…..Ό,τι αγαπάμε.. είναι μέσα μας..

το κουβαλάμε μέσα μας..και δεν τελειώνει ποτέ..

κανείς δεν μπορεί να μας το πάρει..

 

– Ναι ίσως..αλλά όταν δεν έχουμε αυτό που αγαπάμε

είμαστε δυστυχισμένοι..

Όπως όταν χάσαμε τη σνόου (τη γατούλα)..

τώρα είμαι στεναχωρημένη χωρίς τη σνόου..

 

Σίγουρα νιώθεις στεναχώρια και πόνο..

αλλά η αγάπη είναι άλλο πράγμα..μην τα μπερδεύεις..

Δεν μπορείς να πεις.. «Δεν σ’αγαπώ γιατί δεν σε έχω»..

Η αγάπη δεν είναι κτήμα..

αυτό που νιώθεις..είναι εγωισμός..

είναι η έλλειψη της ικανοποίησης της ανάγκης σου

να είσαι με αυτό που αγαπάς..

 

Η αγάπη δεν είναι κτήμα..

είτε μιλάμε για άνθρωπο..είτε για έννοια..είτε για αντικείμενο..είτε για ζώο..

Αγαπώ..δεν σημαίνει έχω..

κανείς..δεν είναι κανενός..

Καθένας είναι κύριος του εαυτού του..

Η αγάπη δεν είναι κτήμα..

αγάπη είναι η γνώση της ύπαρξης αυτού που αγαπάς..

Ξέρεις ότι υπάρχει απλά..

και ξεχειλίζεις από αγάπη..

ακόμη κι όταν αυτό παύει να υπάρχει..

η αγάπη σου δεν θα πάψει να υπάρχει ποτέ..

 

είναι μέσα σου..

φτάνει να είναι αληθινή..

όχι καπρίτσιο…όχι εγωισμός..

αληθινή..ατόφια..πως να στο πω..

 

Η αγάπη ενώνει..τα βάθη μας..

με τα σπλάχνα της Γης

και το βλέμμα του Θεού..

 

Και μέσα σε αυτό το τρίγωνο..

σε αυτό το «γήπεδο»..

παλεύουν οι αντιθέσεις μας..

 

νικητής..υπάρχει μόνον..

όταν νικήσει η αγάπη..

μόνον..

 

– Όταν νιώσεις αγάπη μου αυτό που σου λέω..

τότε θα βρεις τις δόσεις ευτυχίας που χρειάζεσαι

για να ζήσεις τη ζωή σου όπως αξίζει..

 

Γιατί αυτό που αγαπάς..δεν θα τελειώνει ποτέ..

θα αγαπάς..ανθρώπους..μουσικές..ποιήματα..χρώματα..

πίνακες..τόξα Ουράνια..γατούλες..φιλίες..γεύσεις..μυρωδιές..

θα τα κουβαλάς μέσα σου..

προσεκτικά..

πολύτιμα..

με αγάπη..

 

ακόμη..κι όταν εγώ..δε θα είμαι τριγύρω..

θα ξέρεις..

θα νιώθεις..

ότι δεν θα έχω φύγει ποτέ

γιατί σε αγαπώ και με αγαπάς..

γιατί ποτέ δεν θα σταματήσουμε

η μια..να κουβαλά..μέσα της την άλλη..

 

όπως η Θάλασσα κι ο Ουρανός..

όπως οι μουσούδες και τα χρώματα που αγαπάς..

όπως τα λόγια του Ελύτη..που αγαπώ..

 

«Δίνω το χέρι στη δικαιοσύνη

Διάφανη κρήνη κορυφαία πηγή

Ο ουρανός μου είναι βαθύς κι ανάλλαχτος

Ό,τι αγαπώ γεννιέται αδιάκοπα

Ό,τι αγαπώ βρίσκεται στην αρχή του πάντα»

να νιώθεις..

να ακούς..

 

να κοιτάς Ουρανό..

 

να αγαπάς..αδιάκοπα..

 

Από την Ιώ Τσίντα

 

 

Κυριακή στις 17 Δεκεμβρίου 2015

xmas bazaar_invitationΜε αγάπη

Αρχοντούλα

Ο δρόμος μου που έχει μία μόνο λωρίδα κυκλοφορίας:τη δική μου.

Στ’αριστερά μου, ένας αιώνιος τοίχος χωρίζει το δρόμο μου απ’δρόμο κάποιου που βαδίζει δίπλα μου, απ’την άλλη πλευρά του του τοίχου.

Που και που σ’αυτόν τον τοίχο βρίσκω μια τρύπα ένα παράθυρο μια

σχισμή…….Και μπορώ να κοιτάξω το δρόμο του γείτονα ή της γειτόνισσάς μου.

Μια μέρα καθώς περπατώ, μου φαίνεται ότι βλέπω στην άλλη άκρη του τοίχου, μια μορφή που κινείται στον δικό μου ρυθμό προς την ίδια κατεύθυνση.

Κοιτάζω αυτή τη μορφή:είναι γυναίκα.Είναι όμορφη.

Με βλέπει και αυτή,Με κοιτάζει.

 

Την ξανακοιτάζω. Της χαμογελώ…..Μου χαμογελά.

Παίρνει πάλι να βαδίζει το δρόμο της κι εγώ επιταχύνω το βήμα μου,γιατί ανυπομονώ για την επόμενη ευκαιρία.Να ξανασυναντηθώ με αυτή τη γυναίκα.

Στο επόμενο παράθυρο κοντοστέκομαι μισό λεπτό.Όταν εκείνη φτάνει, κοιταζόμαστε μέσα από το άνοιγμα.Της δείχνω με νοήματα πόσο πολύ μου αρέσει.Μου απαντά με νοήματα. Δεν ξέρω αν σημαίνουν ότι και τα δικά μου,αλλά διαιασθάνομαι ότι καταλαβαίνει τι θέλω να της πω.Νιώθω ότι θα μπορούσα να σταθώ αρκετή ώρα να την κοιτάζω και να την αφήνω να με κοιτάζει,αλλά ξέρω πως ο δρόμος μου συνεχίζεται…..Λέω στον εαυτό μου ότι ίσως παρακάτω να υπάρχει μια πόρτα.Και ίσως να μπορώ να την διαβώ, για να τη συναντήσω.

Τίποτα δε δίνει περισσότερη σιγουριά από την επιθυμία κι έτσι επιταχύνω για να βρω την πόρτα που φαντάζομαι.

 

Αρχίζω να τρέχω με τη ματιά μου καρφωμένη στον τοίχο.

Λίγο πιο κάτω η πόρτα εμφανίζεται.

Είναι εκεί στην άλλη πλευρά η πολυπόθητη πια και αγαπημένη σύντροφος.Περιμένοντας…….Περιμένοντας με….

 

Κάνω μια χειρονομία.Αυτή μου επιστρέφει ένα φιλί με τον αέρα.Μου κάνει ένα νόημα σαν να με καλεί.Μου αρκεί.Επιταχύνω προς την πόρτα για να βρεθώ μαζί της στη δική της πλευρά του τοίχου.

Η πόρτα είναι πολύ στενή.Περνάω ένα χέρι,έναν ώμο,ρουφάω λίγο το στομάχι,στρίβω λιγάκι το σώμα μου,σχεδόν καταφέρνω να περάσω το κεφάλι μου…….αλλά το δεξί μου αυτί είναι σφηνωμενο.

Σπρώχνω.Δεν υπάρχει τρόπος.Δεν περνάει.Και δεν μπορώ να βοηθήσω με το χέρι μου,γιατί δεν περνάει ούτε το δαχτυλάκι μου εκεί μέσα.

Δεν υπάρχει αρκετός χώρος για να περάσω μαζί με το αυτί μου κι έτσι παίρνω μιαν απόφαση…..(γιατί η αγαπημένη μου είναι εκεί και με περιμένει……γιατί είναι η γυναίκα που πάντα ονειρευόμουν και με καλεί…..)

 

Βγάζω έναν σουγιά από την τσέπη μου και με μια γρήγορη κίνηση βρίσκω το κουράγιο να κόψω το αυτί μου για να περάσω από την πόρτα.Και τα καταφέρνω:το κεφάλι μου περνάει.Αλλά μετά το κεφάλι μου βλέπω πως και ο ώμος μου μένει παγιδευμένος.Η πόρτα δεν έχει το σχήμα του σώματός μου.Βάζω δύναμη αλλά δεν υπάρχει λύση.Το χέρι και το σώμα μου έχουν περάσει,αλλά ο άλλος μου ο ώμος και το άλλο μου το χέρι δεν περνούν.Και δε με νοιάζει τίποτε,οπότε….

Κάνω πίσω και χωρίς να σκεφτώ τις συνέπειες παίρνω φόρα και ορμώ να περάσω την πόρτα.

Από το χτύπημα,ο ώμος μου εξαρθρώνεται και το χέρι μου μένει κρεμασμένο και άψυχο.Αλλά τώρα ευτυχώς σε μια θέση που μου επιτρέπει να περάσω την πόρτα…..

 

Είμαι σχεδόν στην άλλη πλευρά.Μόλις είμαι έτοιμος να ολοκληρώσω το πέρασμά μου από τη σχισμή συνειδητοποιώ ότι το δεξί μου πόδι έχει μείνει κολλημένο στην άλλη πλευρά.Όσο και να προσπαθώ δεν καταφέρνω να περάσω.Δεν υπάρχει τρόπος.Η πόρτα είναι υπερβολικά στενή για να περάσει ολόκληρο το σώμα μου.

Υπερβολικά στενή:δεν χωρούν και τα δυό μου πόδια……

Δε διστάζω.Είμαι πια σχεδόν δίπλα στην αγαπημένη μου.

Δε μπορώ να κάνω πίσω….Έτσι αρπάζω τον μπαλτά και σφίγγοντας τα δόντια δίνω ένα χτύπημα και κόβω και το πόδι.

 

Ματωμένος,κουτσός,στηριγμένος στον μπαλτά και με το ένα χέρι εξαρ

θρωμένο,μ’ένα αυτί κι ένα πόδι λιγότερο,συναντιέμαι με την αγαπημένη μου.

«Να’μαι.Επιτέλους πέρασα.Με κοίταξες,σε κοίταξα,σ’ερωτεύτηκα. Πλήρωσα όλα τα τιμήματα για σένα.Όλα επιτρέπονται στον έρωτα στον πόλεμο.Δεν έχουν σημασία οι θυσίες.

Άξιζε τον κόπο,αν έγιναν για να συναντηθώ μαζί σου,για να μπορέσουμε να συνεχίσουμε μαζί……Μαζί για πάντα….»

Αυτή με κοιτάζει και της ξεφεύγει ένας μορφασμός.

«Έτσι όχι……..Έτσι δεν σε θέλω…..Εμένα μου άρεσες όταν ήσουν ολόκληρος.»

Επιμέλεια κειμένου Ζωή Φωτάκη

healingeffect.gr

Γιάννα στις 12 Δεκεμβρίου 2015

Αίσθηση: Οι κόπιτσες στον νηπιακό καβάλο – εκεί που κούμπωνε η ολόσωμη φορμίτσα. Κοφτερή σκληράδα στο κου-ντε-πιέ από το λουστρίνι παπούτσι. Χθές ήταν;

 

Τρόμος: Άσπρο σκυλί, «λουλού», της κυρίας στο ισόγειο. Με φερμάρει κολλημένον στην εξώπορτα, με ασημένιο τάληρο στη χούφτα. Το τάληρο θρυμματίζει τη τζαμαρία, ένα κομμάτι γυαλί σφηνώνεται στο μπράτσο μου. Ανεξάλειπτα: η ουλή στο μπράτσο και ο τρόμος μπροστά σε αγριεμένο σκυλί.

 

Γεύση: Με το ένα χέρι κλείνω τη μύτη μου σαν με τσιμπίδα. Στο άλλο κρατάω φέτα πορτοκάλι. Πρέπει να καταπιώ την κουταλιά το μουρουνόλαδο και να χώσω αμέσως στο στόμα μου το πορτοκάλι. Πληρώνω την καθυστέρηση (της αλλαγής των γεύσεων) ως σήμερα.

 

Προτίμηση: «Ποιο είναι το καλύτερό σου φαγητό;». Η απάντηση συνιστά πρωτίστως επίδειξη ότι έμαθα επιτέλους να προφέρω σωστά το κάπα: «Κοτόπουλο κοκκινιστό». Είναι και η μόνη ανάμνηση της γιαγιάς, δεν έχω άλλη εικόνα της.

 

Πανικός: Ο θυρωρός της διπλανής πολυκατοικίας, ο Μανώλης, με παίρνει μαζί του στην «Αθήνα». (Ξέρω ότι μένω στην πλατεία Αγάμων – η διάκριση πλατείας Αγάμων και «Αθήνας» μου είναι ακόμα δυσπρόσιτη.) Κόσμος πολύς, χάνω το χέρι του που με κρατούσε. Ο Μανώλης άφαντος κι εγώ για λίγα λεπτά στο κενό ενός πρωτόγνωρου φόβου. Πότε έπαψε να ξεμυτίζει πανικός σε ασυνόδευτη ξενιτειά;

 

Φιλίες: Στο διπλανό από το σπίτι μας οικόπεδο παίζω μόνος στους λάκκους με τα βροχόνερα. Πλησιάζει δειλά συνομήλικος άγνωστος. – Πώς σε λένε; – Τάκη. Ξεκινάμε ναυμαχίες με πλεούμενα στο νερόλακκο. – Θες να γίνουμε φίλοι; Χαμόγελο συγκατάθεσης. (Ζει άραγε σήμερα ο Τάκης;)

 

Εντυπωσιασμός: Βυθισμένος σε βαθειά πολυθρόνα ο Καραγάτσης, με ρόμπα φαρδειά, χώνει τη γάτα από τη μασχάλη μέσα στο μανίκι του και τη βγάζει στην παλάμη του φιλική και ναζιάρα. Τον χαζεύω κατάπληκτος.

 

Φύλο: Ανεβαίνω με την Κατερίνη στην ταράτσα, έχει να μαζέψει τη μπουγάδα. (Εμείς δεν έχουμε υπηρέτρια με μαύρο φουστάνι και άσπρη ποδιά, έχουμε όμως την Κατερίνη που δεν πάει πια σχολείο και βοηθάει τη μητέρα μου στις δουλειές.) Χαζεύω τα στεγνωμένα ρούχα. – Τι είναι αυτό; ρωτάω για κάποιο την Κατερίνη. – Να μη ρωτάς, είσαι μικρός, απαντάει περίεργα θορυβημένη. Όταν κατεβαίνουμε, σπεύδει να δώσει αναφορά στη μητέρα με συνωμοτικά μισόλογα. – Γιατί κάνεις έτσι; της λέει ήρεμα η μητέρα. Και σε μένα: – Αυτό το λέμε σουτιέν, το φοράμε οι γυναίκες για να μας κρατάει το στήθος.

 

Πράσινο: Το μεγάλο φυλλόδεντρο στην είσοδο του σπιτιού μας. Πρώτα στην Πρωτέως 3. Ύστερα, Σπάρτης 11. Πόσα χρόνια ζει το φυλλόδεντρο;

 

Κρουστό γαλάζιο: Ο ουρανός της Αθήνας τη μέρα που μπαίνουν οι Γερμανοί. Ένα αεροπλάνο κόβει ράθυμα βόλτες στην ανοιξιάτικη φωτοχυσία.

 

Κόκκινο: Το πελώριο στα μάτια μου πασχαλινό αυγό, δώρο από τον νονό μου. Έκθαμβος για το σοκολατένιο εύρημα στα σωθικά μου, αναφωνώ: Πω-πω ένας ό-ο-ρας! (Το κάπα ήταν η πιο καθυστερημένη γλωσσική μου κατάκτηση.)

 

Συλλαβισμός της ζωής, και η φλυαρία της μνήμης στέρηση. Ποιος είναι τελικά ο αληθινός εαυτός μου; Αυτό που ήμουν τότε, αυτό που είμαι σήμερα, αυτό που θα είμαι αύριο αν με προλάβει η άνοια; Πότε και πού σαρκώνεται η υποστατική μου ετερότητα, η υπαρκτική μου ταυτότητα, ο «πυρήνας» ή το «εγώ» μου; Στροβιλιζόμαστε στο κενό, στο αξεδιάλυτο μυστήριο του θανάτου. Μάθαμε τη συγκρότηση του πυρήνα των ατόμων, τα στοιχεία της ύλης των απώτατων γαλαξιών, τη σύνθεση του φωτός, τη δομή του DNA. Και δεν ξέρουμε να ορίσουμε τον ίδιο τον εαυτό μας. Το μόνο που ισχυρίζεσαι κι ο Θεός δεν μεταβάλλει, Κείνο το κάτι ανεξακρίβωτο που υπάρχει, Παρ’ όλα αυτά μέσα στο Μάταιο και στο Τίποτα. Ελύτης έφη.

 

 

Γιάννα στις 12 Δεκεμβρίου 2015

«ΤΟ ΚΑΘΕ ΠΑΙΔΙ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ. Το πρόβλημα είναι πώς να παραμείνει καλλιτέχνης όταν ενηλικιώνεται» είχε πει ο Πικάσο. Και η πικρή αλήθεια είναι ότι κάνουμε ό,τι μπορούμε για να καυτηριάσουμε τον καλλιτέχνη μέσα στο παιδί. Αντί να ενθαρρύνουμε και να αναπτύσσουμε,  αγνοούμε ή ακόμα και διώκουμε τη φαντασία και τη δημιουργικότητα, τα δύο sine qua non της τέχνης. Η ΕΝΘΑΡΡΥΝΣΗ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑΣ και η καλλιέργεια της φαντασίας είναι από τις πιο παραμελημένες πλευρές των σύγχρονων εκπαιδευτικών συστημάτων. Η φαντασία συνδέεται με το ψεύδος και η δημιουργικότητα με την παράβαση κανόνων και την προσβολή ιερών αγελάδων. Τα παιδιά εισέρχονται στο σχολείο προικισμένα με πλούσια φαντασία και αστείρευτη δημιουργικότητα και αποφοιτούν με φαντασίες ατροφικές και δημιουργικές δυνατότητες στραγγαλισμένες.

«ΕΙΝΑΙ ΣΚΑΝΔΑΛΩΔΕΣ, ΓΡΑΦΕΙ Ο JOHN WATSON, ότι τα σχολεία παραγεμίζουν τα παιδιά σαν γαλοπούλες με γνώσεις, ενώ αφήνουν τη φαντασία τους να λιμοκτονεί». Σε μια εποχή που η γνώση είναι εύκολα προσβάσιμη και τη θέση «των βιβλίων τσέπης» παίρνουν «βιβλιοθήκες τσέπης» (γιατί τι άλλο είναι οι ηλεκτρονικές συσκευές που επιτρέπουν στον καθένα να κυκλοφορεί με το περιεχόμενο πολλών βιβλιοθηκών στην τσέπη του;) η εκπαίδευση, αντί να εμπνέει και να χαρίζει δημιουργικά φτερά, συνθλίβει και καταθλίβει με τη συσσώρευση γνώσεων το παιδί, ενώ θα έπρεπε να του προσφέρει το εφόδιο της φαντασίας για τη δημιουργική αξιοποίηση αυτών των γνώσεων. ΑΥΤΟ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΕΠΕΙΔΗ Η ΠΑΣΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΕΞΟΥΣΙΑ, θρησκευτική, πολιτική οικονομική, εκπαιδευτική, έχει τη ροπή να θεωρεί αμετάβλητα όσα είναι ρευστά, να μην ανέχεται διαφορετική από την κρατούσα πραγματικότητα, να ανάγει σε υπέρτατες αξίες τη σταθερότητα και την προβλεψιμότητα. Η κάθε εξουσία τότε μόνο αισθάνεται ασφαλής όταν τα πάντα είναι αυστηρά καθορισμένα και οριοθετημένα. ΟΙ ΑΣΚΟΥΝΤΕΣ ΕΞΟΥΣΙΑ ΛΑΤΡΕΥΟΥΝ τη στασιμότητα και φοβούνται καθετί το ρευστό, το αντιφατικό, το μεταβατικό, το υπερβατικό, το μεταβλητό. Εκλαμβάνουν συνεπώς ως απειλή την αντιφατική ματιά, την απείθαρχη εστίαση της φαντασίας και το «εν δυνάμει» της δημιουργικότητας και έχουν κάθε συμφέρον να τα θέτουν υπό διωγμόν. Ο διωγμός όμως της φαντασίας και της δημιουργικότητας όχι μόνον στραγγαλίζει τον καλλιτέχνη μέσα στο παιδί, αλλά απονευρώνει και τον μελλοντικό επιστήμονα δεδομένου του κρίσιμου ρόλου των δύο αυτών παραγόντων στην επιστημονική πρόοδο και καινοτομία.

ΌΣΟ ΟΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ ΕΡΕΥΝΟΥΝ όλο και ευρύτερες εκτάσεις χώρου, όσο ανατέμνουν όλο και μικρότερες μονάδες ύλης, τόσο και πιο δυσδιάκριτη καθίσταται η διαχωριστική γραμμή μεταξύ πραγματικού και φανταστικού. Στην κβαντική φυσική τα συστατικά στοιχεία της πραγματικότητας που μας περιβάλλει, δηλαδή τα άτομα, είναι δυνατόν να υπάρχουν την ίδια στιγμή σε δύο διαφορετικούς χώρους. Ένα σύμπαν γεμάτο «κόκκινους νάνους» και «μαύρες τρύπες» που καταπίνουν αστέρια είναι πιο κοντά στον χώρο τou φανταστικού παρά στην κλασική φυσική. Eξού και το μεταμοντερνιστικό συμπέρασμα ότι «η αλήθεια είναι μύθος και ο μύθος είναι αλήθεια». ΜΟΝΟ ΑΝ ΚΑΤΑΦΕΡΟΥΜΕ ΝΑ ΔΙΑΤΗΡΗΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ μέσα στο παιδί, μόνο αν τονώσουμε τη φαντασία και καλλιεργήσουμε τη δημιουργικότητά του, μόνο αν το μάθουμε, αντί να υπηρετεί, να υπερβαίνει την πραγματικότητα, και πιο πολύ από «γιατί;» να ρωτάει «γιατί όχι;» έχουμε ελπίδα να αποφύγουμε τη στασιμότητα, την αδράνεια και την κοινωνική αποτελμάτωση.

Α3πό DOCTV

 

 

Γιάννα στις 12 Δεκεμβρίου 2015

Αίσθηση προκάλεσε πριν από λίγες ημέρες στην κοινότητα των παλαιοντολόγων η ανακάλυψη σε ένα νησί της Σκωτίας ευρημάτων που δείχνουν ότι εκεί ζούσαν δεινόσαυροι. Ενδιαφέρον δεν παρουσιάζει μόνο αυτό καθαυτό το γεγονός ότι υπήρχαν δεινόσαυροι σε ένα μακρινό νησί πολύ βόρεια στον παγκόσμιο χάρτη αλλά και το περιβάλλον του νησιού Skye όπου εντοπίστηκαν τα ευρήματα. Στο νησί εκείνη την εποχή υπήρχε μια μεγάλη λιμνοθάλασσα η οποία, σύμφωνα με τους ειδικούς που μελετούν τα ευρήματα, αποτελούσε πόλο έλξης για τους δεινοσαύρους. Από την πρώτη μελέτη των ευρημάτων οι ειδικοί συμπεραίνουν ότι στο νησί ζούσαν σαυρόποδα, στην οικογένεια των οποίων συγκαταλέγονται τα μεγαλύτερα σε μέγεθος είδη δεινοσαύρων, ορισμένα από τα οποία έφταναν σε μήκος τα 40 μέτρα! Αν και οι τεράστιοι αυτοί δεινόσαυροι δεν κολυμπούσαν, εν τούτοις, όπως φαίνεται, αρέσκονταν στο να ζουν σε ένα υγρό περιβάλλον, κάτι που δεν γνώριζαν ως σήμερα οι επιστήμονες. Ας ρίξουμε όμως μια ματιά και σε πρόσφατες ανάλογες ανακαλύψεις δεινοσαύρων που ζούσαν σε περιοχές της Γης που σε πρώτο άκουσμα θα έλεγε κάποιος ότι δεν ήταν και ιδιαίτερα φιλικές για αυτά τα ζώα.

 

Ο Αρκτικός κύκλος

 

Τα τελευταία χρόνια επιστήμονες που μελετούν απολιθώματα που είτε είναι επί χρόνια ξεχασμένα σε κάποιο κουτί είτε υπάρχει δυσκολία ή διχογνωμία για την ταυτότητά τους διαπιστώνουν ότι ανήκουν σε άγνωστα ως σήμερα είδη. Ετσι συνέβη και με απολιθώματα που είχαν εντοπιστεί πριν από 25 έτη σε μια περιοχή της Βόρειας Αλάσκας. Διαπιστώθηκε ότι ανήκουν σε ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον άγνωστο είδος δεινοσαύρων.

 

Ο δεινόσαυρος που έλαβε το όνομα Urgunaaluk kuukpikensis, που σημαίνει «αρχαίο ζώο που βόσκει» στη διάλεκτο της τοπικής φυλής Εσκιμώων Ινούπιατ, είναι ένας δεινόσαυρος που ανήκει στην οικογένεια των αδροσαύρων, που ήταν μεγάλου μεγέθους φυτοφάγα ζώα με χαρακτηριστική… μουσούδα που έμοιαζε με αυτήν της πάπιας. Τα απολιθώματα που μελέτησαν οι επιστήμονες έχουν ηλικία 69 εκατ. ετών, αλλά πιθανώς ο U. kuukpikensis να έχει μεγαλύτερη ηλικία. Ο δεινόσαυρος έφτανε σε μήκος τα 10 μέτρα και την εποχή που ζούσε στην Αλάσκα η περιοχή αυτή είχε πιο θερμό κλίμα και καλυπτόταν από δάση.

Διέθετε μεγάλη σε αριθμό οδόντων οδοντοστοιχία η οποία ήταν ανατομικά σχεδιασμένη για να μπορεί να καταναλώνει εύκολα και γρήγορα μεγάλες ποσότητες φυτών. Την ανακάλυψη έκαναν ερευνητές του Πανεπιστημίου του Μουσείου Αλάσκας και του Πολιτειακού Πανεπιστημίου της Φλόριδας, που εκτιμούν ότι ο δεινόσαυρος ζούσε μεγάλα χρονικά διαστήματα στο αρκτικό σκότος, ενώ πιθανότατα βίωνε και χιονοπτώσεις, δύσκολες συνθήκες στις οποίες όμως είχε καταφέρει να προσαρμοστεί. Η ανακάλυψη δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση «Acta Palaeontologica Polonic».

 

Ανταρκτική

 

Μια αναπάντεχη ανακάλυψη έκαναν ερευνητές από την Αργεντινή που εντόπισαν σε ένα νησί της Ανταρκτικής απολιθώματα της μεγαλύτερης σε μέγεθος οικογένειας δεινοσαύρων. Οπως φαίνεται, οι τιτανόσαυροι ζούσαν στην Ανταρκτική πριν από 70 εκατ. έτη, γεγονός που προσφέρει σημαντικές πληροφορίες τόσο για τους δεινοσαύρους όσο και για τις κλιματικές αλλαγές στη Γη. Ερευνητές του ερευνητικού ινστιτούτου Conicet της Αργεντινής πραγματοποίησαν ανασκαφές στο νησί Τζέιμς Ρος, που βρίσκεται στην Ανταρκτική Χερσόνησο, το βορειότερο μέρος της Ανταρκτικής. Εντόπισαν ένα κομμάτι 20 εκατοστών από τη σπονδυλική στήλη ενός τιτανοσαύρου και πιο συγκεκριμένα ενός τιτανοσαύρου lithostrotian. Οι τιτανόσαυροι κινούνταν στα τέσσερα πόδια, είχαν μακρείς λαιμούς και ήταν φυτοφάγοι. Ζούσαν στα τέλη του Κρητιδικού πριν από περίπου 70 εκατομμύρια έτη και ανάμεσα στα είδη τους ήταν και ο αργεντινόσαυρος, που θεωρείται το μεγαλύτερο είδος δεινοσαύρων, με το μήκος του να φτάνει τα 40 μέτρα!

 

Ο παγιδευμένος

 

Παλαιοντολόγοι από τις ΗΠΑ ανακάλυψαν στην Τανζανία ένα νέο είδος τιτανοσαύρου. Η ανακάλυψη είναι σημαντική γιατί έχουν εντοπισθεί ελάχιστα απολιθώματα τιτανοσαύρων στην αφρικανική ήπειρο. Επίσης φαίνεται ότι αυτός ο δεινόσαυρος διαθέτει μοναδικά χαρακτηριστικά στον κόσμο των τιτανοσαύρων.

 

Την ανακάλυψη έκαναν παλαιοντολόγοι του Πανεπιστημίου του Οχάιο σε ένα απόκρημνο σημείο του λεκανοπεδίου Rukwa που βρίσκεται στα νοτιοδυτικά της Τανζανίας. Στη συνέχεια την ανάλυση και μελέτη των ευρημάτων ανέλαβε ομάδα ειδικών διαφόρων ειδικοτήτων (βιολόγοι, καθηγητές ανατομίας κ.ά.) του ιδίου πανεπιστημίου.

 

Οι ερευνητές ονόμασαν το νέο είδος Rukwatitan bisepultus. Ζούσε πριν από περίπου 100 εκατ. έτη και ήταν μεσαίου μεγέθους τιτανόσαυρος. Ο συγκεκριμένος δεινόσαυρος παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον επειδή, όπως φαίνεται από τις πρώτες μελέτες των απολιθωμάτων, διέθετε ορισμένα χαρακτηριστικά που δεν διέθεταν οι τιτανόσαυροι που ζούσαν σε άλλες περιοχές του πλανήτη.

 

Οι ερευνητές εικάζουν ότι τα ιδιαίτερα περιβαλλοντικά και μορφολογικά στοιχεία των περιοχών όπου ζούσε αυτός ο δεινόσαυρος επηρέασαν την εξέλιξή του και ανέπτυξε χαρακτηριστικά διαφορετικά από τους υπολοίπους της οικογένειας των τιτανοσαύρων. Ο Rukwatitan bisepultus ζούσε σε μια περιοχή την οποία περιέβαλλαν έρημοι, οροσειρές και μεγάλα κανάλια νερού, με αποτέλεσμα να περιορίζεται η κίνησή του, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να προσαρμοστεί εξελικτικά σε αυτές τις συνθήκες… εγκλωβισμού. Η ανακάλυψη δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση «Vertebrate Paleontology».

Από ΤΟ ΒΗΜΑ

 

 

Γιάννα στις 12 Δεκεμβρίου 2015

Η Κίνα θα επιτρέψει σε εκατομμύρια πολίτες της που στερούνταν πολιτικών εγγράφων, πρόσωπα που γεννήθηκαν κατά παράβαση της λεγόμενης πολιτικής του ενός παιδιού, να αποκτήσουν ιατρική προστασία και πρόσβαση στην εκπαίδευση.

 

Περίπου 13 εκατομμύρια «μαύρα παιδιά» (παιδιά χωρίς ταυτότητα), περίπου το 1% του πληθυσμού της χώρας, δεν διαθέτουν μόνιμη άδεια παραμονής, απαραίτητο έγγραφο για έναν πολίτη στην Κίνα.

 

Ορισμένα είναι ορφανά, όμως στην πλειονότητά τους έχουν γεννηθεί εκτός του πλαισίου της αμφιλεγόμενης πολιτικής περιορισμού των γεννήσεων.

 

Οι γονείς που έχουν ένα παραπάνω παιδί από τον επιτρεπόμενο αριθμό που προβλέπει ο νόμος θα πρέπει να πληρώσουν βαρύ πρόστιμο προκειμένου να νομιμοποιήσουν το νεογέννητο και να μπορέσει να αποκτήσει έγγραφα.

 

Όμως η μη καταβολή του προστίμου από φτωχές οικογένειες δημιούργησε πολλά παιδιά χωρίς ταυτότητα, που δεν έχουν πρόσβαση στο σχολείο, δεν μπορούν να εργοδοτηθούν επίσημα και αντιμετωπίζουν εμπόδια στα ταξίδια, μεταξύ άλλων δυσκολιών.

 

Το Πεκίνο ανακοίνωσε στα τέλη Οκτωβρίου πως όλα τα ζευγάρια θα μπορούν στο εξής να αποκτούν δύο παιδιά, όποια κι αν είναι η κατάστασή τους, και η κυβέρνηση υποσχέθηκε «να επιλύσει πλήρως το πρόβλημα εγγραφής hukou για τα μη καταγεγραμμένα πρόσωπα» στη διάρκεια συνάντησης υπό τον ίδιο τον κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ, σύμφωνα με ανακοίνωση που δημοσιοποίησε το επίσημο πρακτορείο ειδήσεων Νέα Κίνα.

 

«Η νόμιμη καταγραφή ώστε να μπορούν να αποκτήσουν hukou είναι ένα θεμελιώδες δικαίωμα που ο νόμος αποδίδει στους πολίτες» υπογραμμίζεται στο κείμενο.

 

«Είναι αναγκαία προϋπόθεση ώστε οι πολίτες να μπορούν να συμμετέχουν στις κοινωνικές δραστηριότητες, να έχουν δικαιώματα και να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους» σύμφωνα με την ίδια πηγή, που διαβεβαιώνει πως «η πολιτική του περιορισμού των γεννήσεων θα αποσυνδεθεί από την εγγραφή για το hukou».

 

Τοπικές αρχές έχουν ανακοινώσει ήδη την πρόθεσή τους να χορηγήσουν hukou σε πρόσωπα των οποίων οι γονείς δεν έχουν πληρώσει τα πρόστιμα.

Από ΤΟ ΒΗΜΑ

 

 

Μαράκι στις 11 Δεκεμβρίου 2015

Ὁ βιολιστής 

Τὸ διήγημα «Ὁ βιολιστής» δημοσιεύτηκε στὸ ἑβδομαδιαῖο περιοδικὸ «Τύπος» καὶ ἐντοπίστηκε στὸ ἀρχεῖο τοῦ δημοσιογράφου καὶ συγγραφέα Μιχ. Χανούση.

Ἦταν ἕνας βιολιστὴς μὲ παρδαλὰ ροῦχα καὶ μὲ ὑψηλὸ σκοῦφο. Στὸ λαιμό του κρατοῦσε σφιγμένο τὸ βιολί του καὶ μὲ τ᾿ ἄλλο χέρι τὸ δοξάρι. Κουρδιζόταν κι ἔπαιζε σὰν ἀληθινὸς βιολιστής.

Κι ὅμως δὲν ἦταν ἀληθινός. Ἦταν ἀπὸ ξύλο. Ἀπὸ ἕνα πολὺ σπάνιο ὅμως ξύλο: τὸ ξύλο τῆς Ἀγάπης. Τί εἶναι αὐτὸ τὸ ξύλο κι ἀπὸ τί δένδρο κόβεται δὲν ξέρω. Ξέρω μόνο πὼς κάθε τί τὸ καμωμένο ἀπὸ τέτοιο ξύλο μπορεῖ ν᾿ ἀγαπήση σὰν ζωντανὸς ἄνθρωπος.

Ὁ βιολιστὴς ἅμα ἦρθε στὸν κόσμο ἐτυλίχθηκε μέσα σὲ χαρτί, ἐκλείσθηκε σὲ χονδρὸ κουτὶ κι ἐστάλη σ᾿ ἕνα ἐμπορικὸ γιὰ νὰ πουληθῆ σὰν νὰ ἦταν σκλάβος ὁ κακόμοιρος.

Ὁ ἔμπορος τὸν ἔβαλε στὴν βιτρίνα. Ἐκεῖ τὸν ἔβλεπαν οἱ διαβάτες καὶ ἔβλεπε κι αὐτός, χωρὶς νὰ καταλαβαίνουν ἐκεῖνοι ὅτι ἦταν κρυμμένη ζωὴ στὸ ἄψυχο ξύλο. Ὁ ἔμπορος κάποτε τὸν ἐκούρδιζε καὶ τότε πιὰ μαζευόταν κόσμος πολύς, πρὸ πάντων παιδιά, κι ἄκουαν μὲ θαυμασμὸ τὴ γλυκειὰ φωνὴ τοῦ βιολιοῦ του. Κι αὐτὴ ἡ φωνὴ εἶχε κάτι ξεχωριστό, κάτι ποὺ ἔφτανε ὡς τὴν καρδιά.

Ὅλο ἐνόμιζαν πὼς ὁ τεχνίτης εἶχε ἐπιτύχει τὴν μηχανή του. Δὲν ἤξεραν πὼς μέσα στὸ ἄψυχο ξύλο ἦταν κρυμμένη ζωή. Δὲν φαντάζονταν πὼς μόλις κουρδιζόταν ἡ μηχανὴ ὁ βιολιστὴς ἔπαιζε τὸ βιολί του μόνος μὲ τὴ δύναμη τῆς ἀγάπης ποὺ εἶχε μέσα του.

Ἀλλὰ δὲν ἔπαιζε γιὰ κείνους ποὺ μαζεύονταν κι ἔχασκαν ἔξω ἀπὸ τὴ βιτρίνα. Οὔτε τοὺς λογάριαζε οὔτε τὸν ἔμελλε. Ἔπαιζε μονάχα γιὰ τὴν ἀγάπη του. Κι ἡ ἀγάπη του ἦταν μία ὡραία κούκλα ὑψηλότερη ἀπὸ ὅλες τὶς ἄλλες, λυγερή, ξεχωριστὴ στὴ χάρη, μὲ κατακόκκινο φόρεμα στηλωμένη ἀντίκρυ του στὴν ἴδια βιτρίνα τοῦ ἐμπορικοῦ.

Ὁ βιολιστὴς αὐτὴν ἀντίκρυσε πρώτη ἅμα βγῆκε στὸ φῶς τῆς ἡμέρας ἀπὸ τὸ χονδρὸ κουτί του καὶ σ᾿ αὐτὴν ἐχάρισε ὅλη τὴν ἀγάπη ποὺ εἶχε μέσα του. Ἄλλος κόσμος δὲν ὑπῆρχε ἐκτὸς τῆς κούκλας. Ἐζοῦσε πιὰ γι᾿ αὐτήν. Ἀλλὰ κι ἐκείνη βέβαια τὸν ἀγαποῦσε. Ἂν δὲν τὸν ἀγαποῦσε, τότε γιατί δὲν ξεκολλοῦσε τὰ μάτια της ἀπὸ πάνω του, τὰ φωτερά της ἐκεῖνα μάτια ποὺ τὸν ἔκαιαν; Ἂν δὲν τὸν ἀγαποῦσε γιατί δὲν ἐγύριζε κἂν νὰ ἰδῆ ἕναν ξανθὸ ἀξιωματικὸ ποὺ ἐπάνω στὸ ξύλινο ἄλογό του καθισμένος εἶχε γυρισμένο τὸ κεφάλι πρὸς τὸ μέρος της ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ τὸν ἔβαλε ἐκεῖ ὁ ἔμπορος; Ἂν δὲν τὸν ἀγαποῦσε, γιατί χαμογελοῦσε ἀπὸ εὐχαρίστηση ὅταν ἔπαιζε τὸ βιολί του, σὰν νὰ καταλάβαινε πὼς μόνο γι᾿ αὐτὴν ἔπαιζε;

Τὸν ἀγαποῦσε, τὸν ἀγαποῦσε. Ὅλα αὐτὰ ἦσαν φανερὰ σημάδια. Ὁ βιολιστὴς ἕνα φόβο εἶχε μέσα στὴν εὐτυχία τῆς ἀγάπης του: μήπως τοὺς χωρίσουν. Πῶς ἦταν δυνατὸν νὰ ζήση χωρὶς αὐτή; Καὶ τί τὴν ἤθελε τὴ ζωή;

Μὰ ἡ τύχη ποὺ προστατεύει ὅλους τοὺς ἐρωτευμένους δὲν ἄφησε ἀπροστάτευτο καὶ τὸν ξύλινο βιολιστή. Μιὰ μέρα, ἐνῶ ἔπαιζε μὲ ὄρεξη τὸ βιολί του, ἐπερνοῦσαν ἀπ᾿ ἔξω ἕνας ἡλικιωμένος κύριος καὶ μία μεσόκοπη κυρία.

-Τί ὡραῖα ποὺ παίζει αὐτός!, εἶπε ὁ κύριος. Μοὔρχεται νὰ τὸν ἀγοράσω τοῦ ἀνεψιοῦ μου.

Τὴν ἴδια στιγμὴ ἡ κυρία ἐκύτταξε τὴν κούκλα.

- Καὶ τί ὡραία ποὺ εἶναι κι αὐτή! Θὰ τὴν πάρω κι ἐγὼ τῆς ἀνεψιᾶς μου.

Γιὰ μία στιγμή, ὁ βιολιστὴς ἐνόμισε πὼς θὰ χωριζόταν πιὰ ἀπὸ τὴν ἀγάπη του καὶ τουρχόταν νὰ σκάση ἀπὸ τὸ κακό του. Ἐνῶ ὅμως τὸν ἐτύλιγε ὁ ἔμπορος στὸ χαρτί, κατάλαβε ἀπὸ τὴν ὁμιλία τῆς κυρίας ὅτι ὁ ἀνεψιὸς καὶ ἡ ἀνεψιὰ ἦσαν ἀδέλφια καὶ ὅτι ὕστερα ἀπὸ λίγες μέρες θὰ βρισκόταν πάλι κοντὰ στὴν ἀγαπημένη του κούκλα.

Ἔκαμε ὑπομονή, μὰ καὶ οἱ δυὸ μέρες, ποὺ ἔμεινε φυλακισμένος μέσα σ᾿ ἕνα σκοτεινὸ ντουλάπι, τοῦ φάνηκαν χρόνοι ἀτέλειωτοι. Συλλογιζόταν τί θὰ γινόταν μόνη ἡ ἀγαπημένη του, πὼς θὰ τὸν ἀναζητοῦσε, πὼς θὰ νόμιζε ὅτι δὲν θὰ τὸν ξανάβλεπε πιὰ καὶ θὰ σπαραζόταν ἀπὸ ἀπελπισία.

Κι ὁ καϋμένος ὁ βιολιστὴς ἐδάκρυζε τόσο πολὺ καὶ τόσο συχνά, ὥστε ὅταν τὸν ἐξετύλιξαν ἀπὸ τὸ χαρτὶ τὴν Πρωτοχρονιὰ ἀπὸ τὰ δάκρυα εἶχαν ξεβάψει τὰ μάτια του.

Βρέθηκε μέσα σὲ μιὰ σάλα φωτισμένη καὶ γεμάτη κόσμο. Τί τὸν ἔμελλε γιὰ τὸν κόσμο; Αὐτὸς ἐκύτταζε μόνο νὰ ἰδῆ ποὺ εἶνε ἡ ἀγάπη του. Κι ὅταν τὸν ἐκούρδισαν, ἔπαιξε μ᾿ ὅλη του τὴ δύναμη γιὰ νὰ τὸν ἀκούσῃ αὐτὴ καὶ νὰ χαρῇ. Τοῦ κάκου ὅμως, τοῦ κάκου! Ἡ ὥρα περνοῦσε κι ἐκείνη δὲν φαινόταν πουθενά. Ἦσαν ἄλλες κοῦκλες ἐκεῖ καθισμένες γύρω στὶς μεγάλες πολυθρόνες, ἀλλὰ καμμιὰ δὲν εἶχε τὴ χάρι τῆς ἀγαπημένης του. Ὁ βιολιστὴς ἄρχισε ν᾿ ἀπελπίζεται, ὅταν ξαφνικὰ πέρα ἐκεῖ πίσω ἀπὸ μία πόρτα τοῦ φάνηκε πὼς εἶδε τὴν ἄκρη ἑνὸς φορέματος καὶ τὸ φόρεμα αὐτὸ ἔμοιαζε πολὺ μ᾿ ἐκεῖνο τὸ κόκκινο ποὺ φοροῦσε ἡ ἀγάπη του. Πῶς, ἦταν λοιπὸν ἐκεῖ καὶ δὲν ἐγύριζε νὰ τὸν δῆ; Τί ἔκανε πίσω ἀπὸ τὴν πόρτα; Μήπως τὸν ἐπερίμενε ἐπίτηδες ἐκεῖ, μακρυὰ ἀπὸ τὸν κόσμο; Ἐπλησίασε σιγὰ-σιγὰ μὲ λαχτάρα, μὲ καρδιοχτύπι. Καὶ τί εἶδε; Τὴν ἀγαπημένη του μαζὶ μὲ τὸν ξανθὸ ἐκεῖνον ἀξιωματικό, ποὺ δὲν ἐγύριζε ἡ ἄπιστη νὰ δῆ ὅταν ἦταν στὴ βιτρίνα τοῦ ἐμπορικοῦ. Καὶ τώρα θὰ κρυφομιλοῦσαν βέβαια οἱ δυὸ γλυκὰ-γλυκὰ ἐκεῖνος ἀπὸ τὸ ἄλογό του κι αὐτὴ στηλωμένη ὀρθὴ στὸν τοῖχο.

Ὁ βιολιστὴς ἄναψε ἀπὸ τὸν θυμό. Χωρὶς νὰ συλλογισθῆ τί κάνει, ἅρπαξε τὸ ξύλινο σπαθὶ ἀπὸ τὴ μέση τοῦ ἀξιωματικοῦ κι ἐπέρασε τὰ ἄπιστα στήθη τῆς κούκλας.

Ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἀνοιχτὴ πληγὴ ἐχύθηκε ξαφνικὰ κάτι ποὺ δὲν ἔμοιζε καθόλου μὲ αἷμα. Ὁ βιολιστὴς μὲ τ᾿ ἀγριεμένα μάτια του τὸ εἶδε καὶ τινάχθηκε πίσω…

- Τί! ἐφώναξε μὲ βραχνὴ φωνή. Καὶ τὴν εἶχα ἀγαπήσει τόσο, κι ἐνόμιζα ὅτι μ᾿ ἀγαποῦσε κι αὐτὴ ἐνῶ δὲν εἶχε μέσα στὰ στήθη της τίποτε ἄλλο ἀπὸ πίτουρα… πίτουρα!

Τὸ πρωί, βρῆκαν πίσω ἀπὸ τὴν πόρτα τὴν ὄμορφη κούκλα μὲ τρυπημένα τὰ στήθη καὶ χυμένα τὰ πίτουρα ἐπάνω στὸ κόκκινο φόρεμα καὶ τὸ σπαθὶ τοῦ ἀξιωματικοῦ πεσμένο κάτω στὸ πάτωμα. Κι ὅταν πῆραν νὰ κουρδίσουν τὸν βιολιστή, εἶδαν πὼς τὸ ξύλο του ἦταν σπασμένο σὲ δυὸ κομμάτια. Ἔρραψαν τὴν πληγὴ τῆς κούκλας, ἐκόλλησαν τὸ σπαθὶ τοῦ ἀξιωματικοῦ, κι ἐπέταξαν στὸ κάρρο τῶν σκουπιδιῶν τὸν ἄχρηστο βιολιστή…

Γεώργιος Δροσίνης