Ποίηση

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 12 Ιουνίου 2022

“Ω αιώνιε εσύ ταξιδευτή, άκου μια ιστορία

γιατί είτε είσαι πρίγκιπας μικρός ειτ΄ ένας Οδυσσέας
η Γη θα είναι πάντα στρογγυλή και πάντα θα γυρίζεις
εκεί όπου πρωτάρχισες, στην πρώτη σου ανάσα
μες της μητέρας Γης μήτρα ζεστή, πριν κι απ’ το πρώτο κλάμα
επάνω στον πλανήτη σου, στο θρόνο της αλήθειας

Γιατί τους παγωμένους τους ωκεανούς, τις πύρινες ερήμους
τ’ απόμερα απογέματα, τις τρελαμένες πόλεις
τις λέξεις τις χαρούμενες, τις πληγωμένες μνήμες
στ’ αλήθεια μια σπιθαμή απόσταση όλα τα χωρίζει
κι άμα εσύ το επιθυμείς, ο χρόνος σε ξεχνάει

Άσε λοιπόν το νου σου να διψά, χιλιόμετρα να τρέχει
να υφαίνει με ψευδαίσθηση το θάνατο ότι κλέβει
με σχέδια, όνειρά, στιγμές σε πέτρινα μνημεία
να ξεγλιστράει σαν ληστής απ’ την ακινησία

Και πριν ταξιδέψεις αδερφέ, βυθίσου στην αγκαλιά σου
ένα απομεσήμερο, στο δάσος μιας ηπείρου
κάτω απ’ τον ήλιο το ζεστό, στο απαλό το χώμα
και αν δεις τις πόρτες ανοιχτές διάπλατα να είναι
κλείσε τα μάτια μια στιγμή και νιώσε την ανάσα
και τι ‘ναι αυτό που λαχταρά να λιώσει μέσα σ’ όλα

Κάνε το νου σου σύμμαχο, και χάσου στις αισθήσεις
παλάτια, χρώματα τρελά, φλεγόμενα αστέρια
και μια στάλα από φως Ελληνικό, να κατεβάζει πνεύμα
να πίνει αγάπη η ψυχή μέχρι να ξεδιψάσει
και δες πιά με κρυστάλληνη ματιά πως μέσα σου αιώνια
όλα τα πλούτη κατοικούν στην απαλή σου φύση

Αίρε λοιπόν τα ξάρτια σου και αέρα στα πανιά σου
κι άμα γυρίσεις να με δεις φέρε μια ιστορία
μια ιστορία απ’ αυτές που όλα είναι ένα
λύπη, χαρά και θάνατος από την ίδια ουσία
που ένα ταξίδι αληθινό συμβαίνει στην καρδιά σου
που από ζωή φλεγόμενη παντού είναι και πάντα
κρατώντας απ’ το χέρι ένα παιδί, την ψυχή όλου του κόσμου
γιατί όλα τα ταξίδια μιας ζωής είναι μονάχα ένα ταξίδι”

Aπό τον Ηλία

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 13 Μαρτίου 2022

ΕΓΚΩΜΙΟ ΣΤΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ

Το άδικο προχωράει σήμερα με αβέβαιο βήμα.
Γι’ ακόμα δέκα χιλιάδες χρόνια
οι καταπιεστές παίρνουνε μέτρα.
Η βία μάς βεβαιώνει πως
όπως είναι τα πράγματα, θα παραμείνουν.
Φωνή άλλη δεν ακούγεται
πάρεξ η φωνή των κυριάρχων,
ενώ η εκμετάλλευση ξελαρυγγιάζεται στις αγορές
πως μόλις τώρα ν’ αποδίδει ξεκινάει.
Μα κι από τους καταπιεσμένους
πολλοί λένε τώρα: ’Κείνο που θέλουμ’ εμείς
ποτέ δεν πρόκειται να γίνει.

Όμως όποιος ακόμα ανεβαίνει
δεν κάνει να λέει ποτέ!
Καθόλου βέβαιο το βέβαιο δεν είναι.
Όταν οι Αποπάνω αποσώσει θα ’χουνε τους λόγους τους,
θα μιλήσουνε οι Αποκάτω.
Ποιος θα τολμήσει πια να ξαναπεί ποτέ!
Ποιος φταίει που υπάρχει ακόμα καταπίεση; Εμείς!
Ποιος να την συντρίψει θ’ αναλάβει; Εμείς ομοίως!
Οι γονατισμένοι όλοι, εμπρός! Σηκωθείτε!
Οι χαμένοι όλοι, εμπρός! Στον αγώνα! Πολεμήστε!
Όποιος την κατάστασή του ξέρει και κατανοεί
πώς θα εμποδιστεί να την αλλάξει;
Οι νικημένοι του σήμερα, βλέπετε,
είναι οι νικητές του αύριο,
όσο για κείνο το π ο τ έ
έχει πλέον γίνει  σ ή μ ε ρ α, κι έχουμε κιόλας αργήσει!

ΑΝ ΜΕΙΝΟΥΝΕ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΟΠΩΣ ΕΙΝΑΙ

Αν μείνουνε τα πράγματα όπως είναι
είσαστε χαμένοι.
Η μεταβολή, ναι, είναι εσάς ο φίλος σας,
και η διαφωνία ο σύμμαχός σας στον αγώνα.
Από το τίποτα
κάτι πρέπει εσείς να φτιάξετε,
οι δε του κόσμου οι παντοδύναμοι
να γίνουν πρέπει τίποτα.
Αυτό που ήδη κατέχετε αφήστε το·
πιάστε πάρτε αυτό που σας αρνιούνται

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 11 Μαρτίου 2022

Πάρε μόνο τα πιο σημαντικά.
Πάρε τα γράμματα.
Ό,τι μπορείς να κουβαλήσεις πάρε μόνο.
Τις εικόνες πάρε, και τα κεντήματα,
πάρε τ’ ασημικά, πάρε τον ξύλινο σταυρό,
και τις χρυσές ρεπλίκες.

Πάρε λίγο ψωμί, λαχανικά απ’ τον κήπο
κι έπειτα φύγε.
Δεν θα γυρίσουμε ποτέ.
Την πόλη μας δεν θα την ξαναδούμε.
Πάρε τα γράμματα, όλα τα γράμματα,
ως και το τελευταίο κακό μαντάτο.

Το μαγαζάκι εκείνο στη γωνία δεν θα το ξαναδούμε.
Ούτε θα πιούμε ξανά απ’ το πηγάδι μας το ξεραμένο.
Οικεία πρόσωπα δεν θ’ αντικρίσουμε ξανά.
Είμαστε πρόσφυγες.
Θα τρέχουμε όλη νύχτα.

Θα τρέχουμε μες σε χωράφια μ’ ηλιοτρόπια.
Θα τρέχουμε για να ξεφύγουμε απ’ τα σκυλιά. Θα αναπαυόμαστε δίπλα σε αγελάδες.
Θα πίνουμε απ’ τις χούφτες μας νερό.
Μες σε στρατόπεδα θα περιμένουμε,
τους δράκους του πολέμου ενοχλώντας.

Δεν θα επιστρέψεις ξανά,
ούτε κι οι φίλοι σου θα επιστρέψουν.
Δεν θα υπάρξουν ξανά κουζίνες καπνισμένες,
συνηθισμένες δουλειές,
φώτα ονειρικά σε νυσταγμένες πόλεις,
λιβάδια πράσινα, επαρχιώτικοι χερσότοποι.

Ο ήλιος μια κηλίδα θα είναι
σε τρένου φτηνού το παράθυρο, που θα περνά βιαστικό μπροστά από χολεριασμένους λάκκους καλυμμένους μ’ ασβέστη.
Θα έχουν ματώσει οι φτέρνες των γυναικών,
κουρασμένοι σκοποί θα φρουρούν χιονισμένα σύνορα.

Ένας ταχυδρόμος μ’ άδειους τους σάκους σκοτωμένος θα κείτεται,
κάποιος παπάς, μ’ ένα κακόμοιρο χαμόγελο στα χείλη, θα κρέμεται απ’ τα πλευρά του,
κοιμητηρίου σιωπή, θόρυβος στρατηγείου,
κι ανεπεξέργαστες λίστες νεκρών θα υπάρχουν,

λίστες τόσο μακρές που δεν θα προλαβαίνεις καν να ψάξεις
για το δικό σου όνομα.

Ποίημα του Ουκρανού Σέρχι Ζαντάν
(Serhiy Zhadan), σε ελληνική απόδοση του
Σπύρου Κιοσσέ.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 6 Μαρτίου 2022

Τι όμορφο που είναι να ζειςν

Nα μπορείς να διαβάζεις τον κόσμο

τη ζωή να τη νοιώθεις τραγούδι χαράς
τι όμορφο που είναι να ζεις σαν παιδί
να απορείς και να ζεις.

Κι όμως είναι ν’ απορείς
πως αυτό το ωραίο τραγούδι
πως αυτή η ζωή η γεμάτη χαρά
έχει γίνει σκληρή,
έχει γίνει φτηνή και τόσο πικραμένη
που είναι πονεμένη.

Τι όμορφο που είναι να ζεις
να σου λεν καλημέρα του κόσμου τα χείλη
τη ζωή να την κάνεις τραγούδι αγάπης
τι όμορφο που είναι να ζεις
σαν παιδί να απορείς και να ζεις!

Ναζίμ Χικμέτ, Απόδοση στα ελληνικά Γιάννης Ριτσος

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 22 Φεβρουαρίου 2022

Η ζωή σου είναι η δική σου ζωή

μην την αφήσεις να τσακιστεί σε μια φτηνή υποταγή.

Να παραφυλάς.

Υπάρχουν τρόποι να ξεφύγεις.

Και κάπου υπάρχει και ένα φως.

Μπορεί να μην είναι πολύ δυνατό αλλά διώχνει σκοτάδι.

Να παραφυλάς.

Οι θεοί θα σου προσφέρουν ευκαιρίες.

Να τις μάθεις.

Να τις αρπάξεις.

Να παραφυλάς.

Να θυμάσαι πως δεν μπορείς ποτέ να νικήσεις το θάνατο

μα καμιά φορά μπορείς να νικήσεις το θάνατο της ζωής.

Και όσο πιο συχνά το κάνεις τόσο περισσότερο φως θα υπάρχει.

Η ζωή σου είναι η δική σου ζωή.

Κατάλαβέ το όσο την έχεις.

Είσαι υπέροχος.

Οι θεοί προσμένουν μεγάλη ευχαρίστηση από σένα

Μην ξεχνάς

υπάρχει πάντα κάποιος ή κάτι που σε περιμένει,

κάτι δυνατότερο, πιο έξυπνο,

πιο κακό, πιο καλοσυνάτο, πιο ανθεκτικό,

κάτι μεγαλύτερο, κάτι καλύτερο,

κάτι χειρότερο, κάτι με μάτια σαν της τίγρης, σαγόνια σαν του καρχαρία,

κάτι πιο τρελό από τρελό,
λογικότερο του λογικού,

υπάρχει πάντα κάτι ή κάποιος που σε περιμένει

ενώ φοράς τα παπούτσια σου

ή ενώ κοιμάσαι
ή ενώ πετάς τα σκουπίδια
ή χαϊδεύεις τη γάτα σου
ή πλένεις τα δόντια σου
ή γιορτάζεις μια αργία

υπάρχει πάντα κάποιος ή κάτι
που σε περιμένει.

Έχε το καλά στον νου σου
ώστε όταν συμβεί
να είσαι όσο πιο έτοιμος γίνεται.

Μέχρι τότε, καλή σου μέρα
αν είσαι ακόμα εκεί.

Εγώ είμαι, νομίζω –
μόλις έκαψα τα δάχτυλά μου

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 30 Ιανουαρίου 2022

ΓΚΑΖΕΡΑ ΤΗΣ ΦΥΓΗΣ

Έχω χαθεί πολλές φορές στη θάλασσα

με το αυτί γεμάτο νιόκοπα λουλούδια,

με τη γλώσσα γεμάτη έρωτα και αγωνία.

Πολλές φορές έχω χαθεί στη θάλασσα,

όπως χάνομαι στην καρδιά κάποιων παιδιών.

Δεν υπάρχει νύχτα που, δίνοντας ένα φιλί,

να μη νιώθεις το γέλιο των απρόσωπων ανθρώπων,

μήτε υπάρχει κανείς που, χαϊδεύοντας ένα νεογέννητο,

να ξεχνά τα ασάλευτα κρανία των αλόγων.

Γιατί τα ρόδα αναζητούν στο μέτωπο

ένα σκληρό κοκάλινο τοπίο

και τα χέρια του ανθρώπου δεν έχουν άλλο σκοπό

παρά να μιμηθούν τις υπόγειες ρίζες.

Έτσι όπως χάνομαι στην καρδιά κάποιων παιδιών,

έχω χαθεί πολλές φορές στη θάλασσα.

Αδιάφορος για το νερό πάω γυρεύοντας

ένα θάνατο από φως που να με αναλώνει.

ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

Το απόβραδο λέει: Διψώ για σκοτάδι

Κι εγώ, γι’ αστροφεγγιά, λέει το φεγγάρι.
Η κρουσταλλένια βρύση χείλη αποζητάει
και στεναγμούς ο άνεμος.
Μα εγώ διψώ γι’ αρώματα και γέλια,
διψώ για καινούρια τραγούδια
χωρίς φεγγάρια και κρίνους,
και χωρίς πεθαμένες αγάπες.
Για ένα τραγούδι αυγινό που να ταράξει
του μελλούμενου καιρού
τα βαλτονέρια. Και να γεμίσει μ’ ελπίδα
τα κύματα και το βούρκο τους.
Για ένα ολόφωτο γαληνεμένο τραγούδι
πλούσιο από στοχασμούς,
παρθένο από λύπες κι αγωνίες,
παρθένο κι από ονειροφαντασίες.
Τραγούδι ανάλαφρο που να πλημμύριζε
με γέλια τη σιωπή.
(Ωσάν κοπάδι από τυφλά περιστέρια
απολυμένα μέσ’ στο μυστήριο).
Τραγούδι που να ‘φτάνε ως την ψυχή των πραγμάτων,
ως την ψυχή των ανέμων
και να συγχωνευθεί στο τέλος με της αμνημόνευτης
καρδίας την ευφροσύνη.

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

Η θάλασσα
χαμογελάει μακρυάθε.
Κι είναι τα δόντια της αφρός,
τα χείλη της ουρανός.
-Μα τί πουλάς, εσύ θολή κοπέλλα,
με τα γυμνά σου στήθια στον αγέρα;
-Νερό της θάλασσας, αφέντη,
εγώ πουλώ.
-Τί κουβαλάς, αγόρι μελαψό,
με το αίμα σου ανακατωμένο;
-Νερό της θάλασσας, αφέντη,
κουβαλώ.
-Κι αυτά τα δάκρυα τ’ αρμυρά
πούθε έρχονται, μητέρα;
-Νερό της θάλασσας, αφέντη,
κλαίω εγώ.
-Και τούτη η πίκρα η βαρειά,
καρδιά μου πούθε να γεννιέται;
-Έχει πικράδα το νερό της θάλασσας,
περίσσια!
Η θάλασσα
χαμογελάει μακρυάθε.
Τα δόντια της αφρός,
τα χείλη της ουρανός.
(Μετ. Βαρβιτσιώτη)

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 18 Δεκεμβρίου 2021

Να βρίσκεις το καλύτερο στους άλλους.
Να αφήνεις με το πέρασμά σου τον κόσμο λίγο καλύτερο από ότι τον βρήκες.Κάθε μέρα να βάζεις στη ζωή σου μια δόση από γέλιο.Και να θυμάσαι ότι η πορεία μας γίνεται ομορφότερη όταν μπορούμε να τη μοιραζόμαστε.

Να γελάς πολύ και συχνά…

Και να κοιτάς τον ήλιο στα μάτια…
Να απολαμβάνεις την ύπαρξή του, την απεραντοσύνη του.
Για πες μου, υπάρχει πιο ωραίο από το να δέχεσαι μέσα σου το φως του;

Να γελάς πολύ και συχνά…

Και να ονειρεύεσαι με πάθος.
Να θαυμάζεις το γαλάζιο του ουρανού και το βαθύ μπλε της θάλασσας.
Να μάθεις να χαίρεσαι τις απλές βόλτες με παρέες που θυμίζουν καλοκαίρι.

Να γελάς πολύ και συχνά…

Να αφήνεις τον εαυτό σου να λύνεται στα γέλια.
Έτσι ξαφνικά κι απρόσμενα σαν ένα μικρό παιδί που σκόνταψε σε σκάλα.
Και ας σε λένε οι άλλοι τρελό ή αιθεροβάμων.
Να τους απαντάς πάντα ότι ”Εγώ τη ζωή έτσι θέλω να τη βλέπω”.

Να γελάς πολύ και συχνά…

Και να απολαμβάνεις τον ήχο της βροχής με όλες σου τις αισθήσεις.
Και ας έχεις μέσα σου χειμώνα.
Και ας κρυώνεις με το βαθύ σκοτάδι.
Ακόμα και τότε μια μικρή αχτίδα φωτός θα λάμψει…αρκεί να χαμογελάσεις.

Να γελάς πολύ και συχνά…

Να γεύεσαι εκείνο το γλυκό καφέ που με το πρώτο ξύπνημα θα φτιάξεις.
Και να αναζητάς εκείνη τη αίσθηση ανεμελιάς και αθωότητας που κάποιες φορές μπορεί να σου λείπει

Να γελάς πολύ και συχνά…

Να απολαμβάνεις τη μυρωδιά των λουλουδιών,
Και το αίσθημα ελευθερίας που η ελπίδα σου χαρίζει…Για σκέψου…κάπου γίνεται πόλεμος για να επέλθει η λύτρωση.

Να γελάς πολύ και συχνά…

Να βάζεις γύρω σου αρώματα που πάντα θα σου θυμίζουν αισιοδοξία.
Εκείνο το συναίσθημα που κάνει το πρόσωπο να ανθίζει από λάμψη
Και εκείνο το βλέμμα που θα σε γεμίσει υποσχέσεις για να ξεκινήσεις από την αρχή.

Να γελάς πολύ και συχνά…

Και μη ξεχνάς όπου πας να πορεύεσαι με πίστη.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη αλήθεια από αυτή.
Για κοίτα γύρω σου…ποσο όμορφοι γίνονται οι άνθρωποι όταν έχουν πίστη μέσα τους…

Να γελάς πολύ και συχνά…

ΝΙΚΌΛ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Νοεμβρίου 2021

Μόνο όταν φεύγω είμαι ευτυχισμένος.

Όχι ανάμεσα σε τέσσερις τοίχους, με δρόμους κλειστούς,
μα ανάμεσα στο εδώ και στο εκεί, στο ’να σπίτι ή στ’ άλλο,
και τα δυο κατά προτίμηση αλλονών.

Δεν μπορώ πια, ούτε θέλω, να μένω ήσυχος.
Ούτε τώρα ούτε μετά. Ούτε εδώ ούτε εκεί.
Εκεί που τελοσπάντων είσαι εσύ,
όποια και να ’σαι εσύ, το όνομά σου βάλε στα χείλη μου τα διψασμένα, τα αχόρταγα.

Εγώ δεν είμαι εγώ ούτε έχω σπίτι.
Δεν λέω πια, γιατί ποτέ δεν ήμουν,
ποτέ δεν είχα, πάντα ήμουν ξένος
μέσα μου ή έξω μου. Είμαι αυτός που δεν:
ο αλήτης που κοιμάται κάτω απ’ το γεφύρι
που τις όχθες μου ενώνει και το περνώ
χωρίς σταματημό, μέρα και νύχτα.

Γράφω γιατί ψάχνω, γιατί ελπίζω.
Όμως πια δεν ξέρω τι, το ’χω ξεχάσει.
Ελπίζω πως γράφοντας, κάποια στιγμή
θα θυμηθώ. Επιμένω κόντρα στους καιρούς.

Αγωνιώ ανάμεσα σε παρενθέσεις
σε τόπο ζωντανό, χρόνο νεκρό
κάποιας ελπίδας, ανάμεσα σε δύο εδώ.

Ποτέ σε κάτι μα ανάμεσα. Άσε με,
όποια και να ’σαι εσύ, στην ησυχία μου
ή τέλειωνε πια μαζί μου και με το μέλι το πικρό
του να ’μαι μόνος μιλώντας μόνος.

Αποφάσισα να μην αποφασίζω,
να μην είμαι πουθενά αλλά στον δρόμο,
σε γεφύρια, σε πλοία, σε τρένα
όπου θα είμαι απλώς ο επιβάτης που ξέρω πως είμαι, και να αισθάνομαι πως με ανησυχεί η γαλήνη,
πως η ησυχία με τρομάζει,
πως η ασφάλεια δεν με ενδιαφέρει,κι ευτυχισμένος είμαι μόνο στη φυγή.

 

Ο Χουάν Βιθέντε Πικέρας θεωρείται ένας από τους πιο μοναχικούς και αυθεντικούς ποιητές της σύγχρονης ισπανικής ποίησης. Γεννήθηκε το 1960 στο Ντούκες ντε Ρεκένα, ένα μικρό αγροτικό χωριό. Η παιδική του ηλικία σημαδεύτηκε από τη φύση, τις αγροτικές δραστηριότητες, την έλλειψη βιβλίων, την αθλιότητα του φρανκισμού. Η λογοτεχνική του καλλιέργεια ήταν τελείως προσωπικό του πάθος. Τη δεκαετία του ’80 έφυγε τρέχοντας από την Ισπανία. Τα τελευταία είκοσι χρόνια ζει έξω από την πατρίδα του: στην αρχή στη Γαλλία, μετά στην Ιταλία και τώρα στην Ελλάδα

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Νοεμβρίου 2021

“Θα καλλιεργήσω το ωραιότερο άνθος. Στις καρδιές των ανθρώπων θα φυτέψω την Αχαριστία. Ευνοϊκοί είναι οι καιροί, κατάλληλος ο τόπος. Ο άνεμος τσακίζει τα δέντρα. Στη νοσηρή ατμόσφαιρα ορθώνονται φίδια. Οι εγκέφαλοι, εργαστήρια κιβδηλοποιών. Τερατώδη νήπια τα έργα, υπάρχουν στις γυάλες. Και μέσα σε δάσος από μάσκες, ζήτησε να ζήσεις. Εγώ θα καλλιεργήσω την Αχαριστία.

Όταν έρθει η τελευταία άνοιξις, ο κήπος μου θα ‘ναι γεμάτος από θεσπέσια δείγματα του είδους. Τα σεληνοφώτιστα βράδια, μονάχος θα περπατώ στους καμπυλωτούς δρόμους, μετρώντας αυτά τα λουλούδια. Πλησιάζοντας με κλειστά μάτια τη βελούδινη, σκοτεινή στεφάνη τους, θα νιώθω στο απρόσωπο τους αιχμηρούς των στημόνες και θ? αναπνέω το άρωμά τους.
Οι ώρες θα περνούν, θα γυρίζουν τ’ άστρα, και οι αύρες θα πνέουν, αλλά εγώ, γέρνοντας ολοένα περσότερο, θα θυμάμαι.
Θα θυμάμαι τις σφιγμένες γροθιές, τα παραπλανητικά χαμόγελα και την προδοτική αδιαφορία.
θα μένω ακίνητος ημέρες και χρόνια, χωρίς να σκέπτομαι, χωρίς να βλέπω, χωρίς να εκφράζω τίποτε άλλο. Θα είμαι ολόκληρος μια πικρή ανάμνησης, ένα άγαλμα που γύρω του θα μεγαλώνουν τροπικά φυτά, θα πυκνώνουν, θα μπερδεύονται μεταξύ τους, θα κερδίζουν τη γη και τον αέρα. Σιγά σιγά οι κλώνοι τους θα περισφίγγουν το λαιμό μου, θα πλέκονται στα μαλλιά μου, θα με τυλίγουν με ανθρώπινη περίσκεψη.
Κάτου από τη σταθερή τους ώθηση, θα βυθίζομαι στο χώμα.
Και ο κήπος μου θα είναι ο κήπος της Αχαριστίας.”

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 7 Νοεμβρίου 2021

“Δεν υπάρχει κελί που να μην τρυπιέται.

Δεν υπάρχει φυλακή που δεν μπορείς να δραπετεύσεις.

Δεν υπάρχει σκλαβιά που να εμποδίζει την ελευθερία σου.

Όλα είναι στο κεφάλι σου.

Σπάσ’ το και πέτα.

Ο ουρανός είναι απέραντος.

Υπάρχει μια γωνιά που σε περιμένει.

Βρες την».

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 6 Νοεμβρίου 2021

Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της, και συ να λείπεις,

να ‘ρχονται οι Άνοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα, και συ να λείπεις,

να ‘ρχονται τα κορίτσια στα παγκάκια του κήπου με χρωματιστά φορέματα,

και συ να λείπεις,

οι νέοι να κολυμπάνε το μεσημέρι, και συ να λείπεις,

ένα ανθισμένο δέντρο να σκύβει στο νερό,

πολλές σημαίες ν’ ανεμίζουν στα μπαλκόνια,

ν’ ανεβαίνει μια παρέλαση στην οδό Σταδίου,

χιλιάδες κόσμος κρατώντας στα χέρια του κόκκινες σημαίες,

κρατώντας επιτέλους τα όνειρά του μέσα στα χέρια του,

να λένε δυνατά τη λέξη σύντροφος, και συ να λείπεις,

ύστερα ένα κλειδί να στρίβει – η κάμαρα να ‘ναι σκοτεινή

δυο στόματα να φιλιούνται στον ίσκιο, και συ να λείπεις,

σκέψου δυο χέρια να σφίγγονται, και σένανε να σου λείπουν τα χέρια,

δυο κορμιά να παίρνονται, και συ να κοιμάσαι κάτου απ’ το χώμα,

και τα κουμπιά του σακακιού σου ν’ αντέχουν πιότερο από σένα

κάτου απ’ το χώμα,

κι η σφαίρα η σφηνωμένη στην καρδιά σου να μη λιώνει,

όταν η καρδιά σου, που τόσο αγάπησε τον κόσμο, θα ‘χει λιώσει».

Τότε ο Πέτρος πήρε το λόγο

κι είπε με τη βαθειά του τη φωνή:

Nα λείπεις – δεν είναι τίποτα να λείπεις˙

αν έχεις λείψει για ό,τι πρέπει,

θάσαι για πάντα μέσα σ’ όλα εκείνα

που γι’ αυτά έχεις λείψει,

θάσαι για πάντα

μέσα σ’ όλο τον κόσμο»

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 24 Οκτωβρίου 2021

Γόνος του Ρήγα ο κύρης μου γεννήθηκε στις Σέρρες,

Στο Σούλι η μάνα μου είδε το φως, στου Αλί Πασά τις μέρες.

Κι’ εγώ Υδραίος και Σπετσιώτης, θαλασσινός και στεριανός,
το βράδυ είμαι αποσπερίτης και το πρωί αυγερινός
κι’ είναι ο Θούριος για μένα ύμνος εωθινός.

Κλέφτης κι’ αρματολός στον Μπότσαρη και στη Γραβιά Ανδρούτσος
ναύτης ήμουνα στον Κανάρη και στον Μιαούλη μούτσος.

Με τον Καραϊσκάκη, φρουρός της θείας ήμουν πίστης
και με τον Υψηλάντη της Φιλικής έγινα μύστης.Είπα τη Μάντω αρχόντισσα, την Μπουμπουλίνα λεβεντιά,
δώρα τους έφερα στολίδια από τη Βενετιά.

Τιμώ τον Γέρο του Μωριά και αγαπώ τον Μακρυγιάννη
ο λόγος του αστραφτερός, φτερά μου δίνει και με κάνει
στη Λαύρα το λάβαρο να υψώνω, που εχθρός κανείς δεν φτάνει
αυτό που ευλόγησε ο Πατρών κι’ είχε την άνοιξη σημάνει.

Το είπαν με τον τρόπο τους, Σέλλεϋ, Ουγκώ, Ντελακρουά
κι’ ο Σολωμός το τραγουδά: Χαίρε ω! χαίρε ελευθεριά.

Ας μην ξεχνάμε όμως τα χαλεπά και θλιβερά
Του Διάκου το μαρτύριο, του Ζάλογγου τα οδυνηρά.
Θρήνησε η λευτεριά τον Μπάιρον, η δόξα τα Ψαρά,
τα γυναικόπαιδα της Χίου έκλαψε ο κόσμος όλος.
Του Φαναριού η πύλη χτίστηκε και σείστηκε ο θόλος.

Πέσαν στην ΄Εξοδο οι ντάπιες, το Μεσολόγγι όμως ζει
Έζησε τον Απρίλη εκείνο, πάθη κι’ Ανάσταση μαζί.

Χρόνια και χρόνια κράτησε η άνιση πάλη αυτή˙
παρά τις έριδες, τους διχασμούς και τα εμφύλια μίση,
που παραλίγο τον αγώνα θα είχαν αφανίσει,
νίκησε τέλος ο σταυρός (του Κάλβου η τόλμη κι’ αρετή)˙

Νίκη που Γάλλοι, Ρώσοι κι Άγγλοι δική τους έκαναν γιορτή,
όταν κατατροπώσαν τον Ιμπραήμ στο Ναυαρίνο
και οι Έλληνες Ανάσταση ζήσαν τον χρόνο εκείνο.
Έτσι από τότε στο σχολειό μαθαίνουν τα παιδιά
τη Λευτεριά να τραγουδάνε σαν άλλη Παναγιά.
Κι’ εμείς για του εικοσιένα τον απολογισμό,
μετράμε Πάσχα, Άνοιξη και Ευαγγελισμό

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 23 Οκτωβρίου 2021

Μεγάλωσα φίλη..
Μεγάλωσα και δεν με θυμώνει πια η προδοσία..
Συνήθισε η πλάτη μου στις μαχαιριές και μου παίρνει μόνο μια στιγμή να βγάλω το μαχαίρι και να καθαρίσω την πληγή..

Μεγάλωσα φίλη..
Μεγάλωσα και δεν με θυμώνουν πια οι περαστικοί από τη ζωή μου..
Μεγάλωσα φίλη..
Κι έμαθα πως την οικογένεια δεν την ορίζουν οι δεσμοί αίματος..
Οικογένεια είναι οι άνθρωποι που επιλέγεις να μείνουν όταν η πόρτα σου κλείσει..
Όταν βρεθείς στο πάτωμα..
Είναι εκείνοι που δεν θα σε βάλουν σε κανένα κουτάκι και θα σε αποδεχτούν χωρίς όρους και όρια..

Μεγάλωσα φίλη..
Και το ταξίδι μου το θέλω μόνο με εκείνους που σιγοτραγουδάμε στον ίδιο ρυθμό κι ας είμαστε φάλτσοι..

Μεγάλωσα φίλη..
Κι αν δεν είναι έρωτας, δεν θέλω να είναι τίποτα..
Κι αν δεν είναι αγάπη, δεν θέλω να είναι τίποτα..
Κι αν δεν είναι πίστη, δεν θέλω να είναι τίποτα..
Γιατί από το περίπου, προτιμώ το τίποτα..

Μεγάλωσα φίλη μου κι όχι στα χρόνια..
Μεγάλωσα μέσα από τις απώλειες..

Και τώρα στέκω εδώ..
Σημαδεμένη αλλά όρθια..
Δεν χαρίζομαι..
Δεν δίνομαι..
Δεν παραδίνομαι..

(Kείμενο της Σοφίας Παπαηλιάδου)

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 18 Οκτωβρίου 2021

Aπ’ όσα έκαμα κι απ’ όσα είπα

να μη ζητήσουνε να βρουν ποιος ήμουν.

Εμπόδιο στέκονταν και μεταμόρφωνε

τες πράξεις και τον τρόπο της ζωής μου.

Εμπόδιο στέκονταν και σταματούσε με

πολλές φορές που πήγαινα να πω.

Οι πιο απαρατήρητές μου πράξεις

και τα γραψίματά μου τα πιο σκεπασμένα —

από εκεί μονάχα θα με νιώσουν.

Aλλά ίσως δεν αξίζει να καταβληθεί

τόση φροντίς και τόσος κόπος να με μάθουν.

Κατόπι — στην τελειοτέρα κοινωνία —

κανένας άλλος καμωμένος σαν εμένα

βέβαια θα φανεί κ’ ελεύθερα θα κάμει.

ΤΟ ΠΟΊΗΜΑ ΑΥΤΟ ΚΟΣΜΕΊ ΕΝΑ ΚΤΙΡΙΟ ΣΤΟ ΛΕΙΝΤΕΝ ΤΗΣ ΟΛΛΑΝΔΙΑΣ

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 10 Οκτωβρίου 2021

Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός.

Τα ύψη μού άρεσαν ακόμη και όταν
έμενα στο προσκέφαλο μου μπρούμυτα
τιμωρημένη
ώρες και ώρες.

Ένιωθα το δωμάτιο μου ανέβαινε
δεν ονειρευόμουν –ανέβαινε
φοβόμουνα και μου άρεσε.

Ήταν εκείνο που έβλεπα πώς να το πω
κάτι σαν την «ανάμνηση του μέλλοντος»
όλο δέντρα που έφευγαν βουνά πού άλλαζαν όψη
χωράφια γεωμετρικά με δασάκια σγουρά
σαν εφηβαία – φοβόμουνα και μου άρεσε –
ν’ αγγίζω μόλις τα καμπαναριά
να τους χαϊδεύω τις καμπάνες σαν όρχεις και να χάνομαι…

Άνθρωποι μ’ ελαφρές ομπρέλες περνούσανε λοξά
και μου χαμογελούσανε•
κάποτε μου χτυπούσανε στο τζάμι: «δεσποινίς»
φοβόμουνα και μου άρεσε.

Ήταν οι «πάνω άνθρωποι» έτσι τους έλεγα
δεν ήταν σαν τους «κάτω»•
είχανε γενειάδες και πολλοί κρατούσανε στο χέρι μια γαρδένια•
μερικοί μισάνοιγαν την μπαλκονόπορτα
και μου ’βαζαν αλλόκοτους δίσκους στο πικ-άπ.

Ήταν θυμάμαι «Ή Άννέτα με τα σάνταλα»

«Ο Γκέυζερ της Σπιτσβέργης»
το «Φρούτο δεν εδαγκώσαμε Μάης δεν θα μας έρθει»
(ναι θυμάμαι και αλλά)
το ξαναλέω – δεν ονειρευόμουν
αίφνης εκείνο το «Μισάνοιξε το ρούχο σου κι έχω πουλί για σένα».

Μου το ’χε φέρει ο Ιππότης-ποδηλάτης
μια μέρα πού καθόμουνα κι έκανα πως εδιάβαζα
το ποδήλατο του με άκρα προσοχή
το ’χε ακουμπήσει πλάι στο κρεβάτι μου•

Ύστέρα τράβηξε τον σπάγκο κι εγώ κολπώνομουν μες στον αέρα
φέγγανε τα χρωματιστά μου εσώρουχα
κοίταζα πόσο διάφανοι γίνονται κείνοι πού αγαπούνε
τροπικά φρούτα και μαντίλια μακρινής ηπείρου•
φοβόμουνα και μου άρεσε
το δωμάτιο μου ανέβαινε
ή εγώ – δεν το κατάλαβα ποτέ μου.

Είμαι από πορσελάνη και μαγνόλια
το χέρι μου κατάγεται από τους πανάρχαιους Ίνκας
ξεγλιστράω ανάμεσα στις πόρτες όπως
ένας απειροελάχιστος σεισμός
που τον νιώθουν μονάχα οι σκύλοι και τα νήπια•
δεοντολογικά θα πρέπει να είμαι τέρας
και όμως η εναντίωση
αείποτε μ’ έθρεψε και αυτό εναπόκειται
σ’ εκείνους με το μυτερό καπέλο
που συνομιλούν κρυφά με τη μητέρα μου
τις νύχτες να το κρίνουν. Κάποτε
η φωνή της σάλπιγγας από τους μακρινούς στρατώνες
με ξετύλιγε σαν σερπαντίνα και όλοι γύρω μου
χειροκροτούσαν – απίστευτων χρόνων θραύσματα
μετέωρα όλα.

Στο λουτρό από δίπλα οι βρύσες ανοιχτές
μπρούμυτα στο προσκέφαλό μου
θωρούσα τις πηγές με το άσπιλο λευκό πού με πιτσίλιζαν•
τι ωραία Θεέ μου τι ωραία
χάμου στο χώμα ποδοπατημένη
να κρατάω ακόμη μες στα μάτια μου
ένα τέτοιο μακρινό του παρελθόντος πένθος.