Ποίηση

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Απριλίου 2026

Έγινε ο κόσμος μια μεγάλη φυλακή
κι εγώ ψάχνω έναν τρόπο τα δεσμά να σπάσω.
Έχω ένα μέρος που με περιμένει εκεί,
σε μια πολύ ψηλή κορφή πρέπει να φτάσω.
Γι’ αυτό απλώνω ξανά πολύ ψηλά τα δυο μου χέρια,
για να κλέψω λίγο φως από τα λαμπερά αστέρια.
Δεν αντέχω εδώ κάτω και κοντεύει να με πνίξει
των ανθρώπων η μιζέρια τόσο, όσο κι η θλίψη.
Δεν αντέχω άλλο κι όλοι αυτοί δε μου ταιριάξαν,
πήρα τ’άλλο μονοπάτι κι όχι αυτό που μου χαράξαν.
Ήταν δύσβατο, σκληρό και με παγίδες πολλές,
αγάπες σκάρτες και φίλοι φαρμακερές οχιές.
Είχε τέρατα με παράξενες στολές
που παραμονεύαν πάντοτε κρυφά μεσ’ στις σκιές,
Μην κοντοσταθείς αν πρόκειται ν’ ακολουθήσεις,
τα δόντια σφίξε γερά και μη δακρύσεις.
Εγώ το πήγα και το έφτασα στο τέρμα
κι όπως γράφουν στα βιβλία οι παλιοί σοφοί,
όταν θα φτάσει ο ήλιος στο τελευταίο γέρμα,
θα βάλουνε φωτιά από ψηλά οι αετοί.

Για όσους με πρόδωσαν με πίσω μαχαιριές, θέλω να ξέρουν ότι
σιγά μην κλάψω.
Και για αυτές τις αγάπες τις παλιές, θέλω να ξέρουν ότι
σιγά μην κλάψω.
Κι όσοι μ’ απείλησαν με πύρινα δεσμά, θέλω να ξέρουν ότι
σιγά μη φοβηθώ.
Να’ρθούνε να με βρουν στην κορυφή ψηλά, τους περιμένω και
σιγά μη φοβηθώ.

Μου είπαν να μην κάνω όνειρα τρελά,
να μην τολμήσω να κοιτάξω τα αστέρια,
μα εγώ ποτέ μου δεν τους πήρα σοβαρά,
πήρα τον κόσμο ολόκληρο στα δυο μου χέρια.
Θέλουνε τώρα να μου φτιάξουν μια φωλιά,
που εκεί πάνω της το φόβο, την ασχήμια
κι ένα κλάμα γοερό και μια αλυσίδα βαριά,
κουβαλάει την κατάρα των θεών και τη βλασφήμια.
Δε θα δακρύσω μια και δε θα φοβηθώ.
Δε θα αφήσω να μου κλέψουν τα όνειρα μου,
ελεύθερα, ψηλά, πολύ ψηλά πετώ
κι όλοι ζηλεύουν τα περήφανα κι αδέσμευτα φτερά μου.
Και περιμένω κι άλλα αδέρφια για να `ρθουν
σ’ αυτήν την κορυφή που όλους περιμένει,
αρκεί να μη δακρύσουν και να μη φοβηθούν
σ’ αυτήν την έξυπνη απάτη, την καλοστημένη.

Στίχοι και μουσική : Γιάννης Αγγελάκας – Πέτρος Φύσσας

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 11 Απριλίου 2026

 

Η UNESCO ανακοινώνει την επιλογή του Μεντεγίν, βασιζόμενη στην εντυπωσιακή αύξηση των βιβλιοπωλείων και του δείκτη ανάγνωσης. Η απόφαση αναγνωρίζει τον ρόλο του βιβλίου ως εργαλείου κοινωνικής αλλαγής και οικοδόμησης της ειρήνης στην κολομβιανή πόλη.
Το Μεντεγίν μεταμορφώθηκε από σύμβολο βίας σε πρότυπο πολιτιστικής αναγέννησης. Οι δημόσιες βιβλιοθήκες, που δημιουργήθηκαν συχνά σε χώρους με βαρύ παρελθόν, διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο σε αυτή την ταυτοτική αλλαγή της πόλης.
Η πρωτοβουλία εντάσσεται στη στρατηγική της UNESCO για την ενίσχυση της ανάγνωσης παγκοσμίως, ακολουθώντας το παράδειγμα άλλων πόλεων όπως η Αθήνα. Αναδεικνύει πώς η πρόσβαση στο βιβλίο λειτουργεί ως μοχλός κοινωνικής συνοχής.
Οι εκδηλώσεις για το 2027 θα ξεκινήσουν την Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου, περιλαμβάνοντας φεστιβάλ και εκπαιδευτικά προγράμματα. Ο στόχος είναι η εδραίωση μιας μακροπρόθεσμης πολιτικής για την προώθηση της ανάγνωσης και της γραφής στην πόλη.
Η πόλη του Μεντεγίν στην Κολομβία ετοιμάζεται να βρεθεί στο επίκεντρο της παγκόσμιας πολιτιστικής σκηνής το 2027, καθώς η UNESCO την ανακήρυξε επίσημα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου. Η επιλογή – σύμφωνα με την αρμόδια επιτροπή – αποτελεί μια αναγνώριση μιας βαθιάς και μακρόχρονης διαδικασίας βιβλιοφιλικού μετασχηματισμού της κολομβιανής πόλης, όπου το βιβλίο και η ανάγνωση λειτούργησαν ως εργαλεία κοινωνικής αλλαγής.

Η δυναμική γύρω από την κουλτούρα του βιβλίου
Η ανακοίνωση, που βασίστηκε στη σύσταση της διεθνούς επιτροπής συμβούλων του θεσμού, υπογραμμίζει τη δυναμική που έχει αναπτύξει η πόλη γύρω από την κουλτούρα του βιβλίου. Τα στοιχεία είναι ενδεικτικά: τα βιβλιοπωλεία στο Μεντεγίν έχουν αυξηθεί κατά 542% τα τελευταία 70 χρόνια, ενώ η πόλη καταγράφει τον υψηλότερο δείκτη ανάγνωσης σε εθνικό επίπεδο. Και σε μια χώρα με έντονες κοινωνικές ανισότητες και ιστορικές εντάσεις, η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

«Τα βιβλία λένε περισσότερα από απλές ιστορίες. Είναι πηγή δημιουργικότητας και μάθησης», δήλωσε ο γενικός διευθυντής της UNESCO, Χαλέντ Ελ-Ενανί, υπογραμμίζοντας τον ρόλο της πόλης ως παράδειγμα πολιτιστικής και αστικής αναγέννησης. «Η ανάδειξη του Μεντεγίν στέλνει ένα ισχυρό μήνυμα για το πώς ο πολιτισμός μπορεί να οικοδομήσει ειρήνη και κοινωνική συνοχή».

Επαναπροσδιορίζει την ταυτότητά της μέσα από τον πολιτισμό
Η περίπτωση του Μεντεγίν είναι χαρακτηριστική μιας πόλης που επαναπροσδιορίζει την ταυτότητά της μέσα από τον πολιτισμό. Από σύμβολο βίας και εγκληματικότητας τις προηγούμενες δεκαετίες, έχει εξελιχθεί σε διεθνές παράδειγμα καινοτομίας στον αστικό σχεδιασμό και την πολιτιστική πολιτική.

Σημαντικό ρόλο σε αυτή τη μετάβαση έχουν διαδραματίσει οι δημόσιες βιβλιοθήκες και τα πολιτιστικά κέντρα, πολλά από τα οποία δημιουργήθηκαν σε χώρους με βαρύ παρελθόν, όπως πρώην φυλακές ή αστυνομικές εγκαταστάσεις.

Σήμερα, η πόλη διαθέτει περισσότερα από 110 βιβλιοπωλεία και 25 βιβλιοθήκες, που λειτουργούν όχι μόνο ως χώροι γνώσης αλλά και ως καταφύγια κοινωνικής συνοχής. Σε γειτονιές που άλλοτε συνδέονταν με αποκλεισμό και βία, οι χώροι αυτοί έχουν μετατραπεί σε σημεία συνάντησης, εκπαίδευσης και πολιτιστικής συμμετοχής.

Η UNESCO αναγνώρισε αυτή τη στρατηγική προσέγγιση, επισημαίνοντας τη δέσμευση της πόλης στη «πολιτιστική κινητοποίηση» και την ικανότητά της να υλοποιεί μεγάλης κλίμακας πολιτιστικές δράσεις.

Ο θεσμός της Παγκόσμιας Πρωτεύουσας Βιβλίου δεν περιορίζεται σε συμβολικές εκδηλώσεις, αλλά προϋποθέτει ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα δράσεων που στοχεύει στην ενίσχυση της ανάγνωσης σε όλες τις ηλικιακές ομάδες και κοινωνικά στρώματα, με ιδιαίτερη έμφαση στους νέους και τις ευάλωτες κοινότητες.

Σε γειτονιές που άλλοτε συνδέονταν με αποκλεισμό και βία, οι χώροι αυτοί έχουν μετατραπεί σε σημεία συνάντησης, εκπαίδευσης και πολιτιστικής συμμετοχής.

Η πρωτοβουλία εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική της UNESCO για την ενίσχυση των οικοσυστημάτων ανάγνωσης παγκοσμίως. Προγράμματα όπως το «Centroamérica Lectora», που εφαρμόστηκε σε χώρες της Κεντρικής Αμερικής, έχουν ήδη δείξει ότι η πρόσβαση στο βιβλίο μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός ανάπτυξης και κοινωνικής συνοχής. Αντίστοιχες δράσεις υλοποιούνται και στην Αφρική, με έμφαση στη λογοτεχνία για παιδιά και νέους, ενισχύοντας τη δημιουργία τοπικών εκδοτικών δομών.

Το Μεντεγίν γίνεται η 27η πόλη που λαμβάνει τον τίτλο από το 2001, ακολουθώντας μια μακρά λίστα που περιλαμβάνει πόλεις όπως η Μαδρίτη, η Αλεξάνδρεια, η Αθήνα και η Μπουένος Άιρες. Κάθε μία από αυτές αξιοποίησε τον θεσμό για να ενισχύσει τις πολιτιστικές της πολιτικές και να προσελκύσει διεθνές ενδιαφέρον.

Η χρονιά των εκδηλώσεων θα ξεκινήσει στις 23 Απριλίου 2027, ανήμερα της Παγκόσμιας Ημέρας Βιβλίου και Πνευματικών Δικαιωμάτων, και αναμένεται να περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα δράσεων, από φεστιβάλ και εκθέσεις μέχρι εκπαιδευτικά προγράμματα και πρωτοβουλίες ενίσχυσης της συγγραφικής δημιουργίας. Στόχος είναι όχι μόνο η προβολή της πόλης αλλά και η εδραίωση μιας μακροπρόθεσμης πολιτικής για την ανάγνωση και τη γραφή.

Από iefimerida

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 25 Μαρτίου 2026

ΛΕΕΙ Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΣΤΗΝ ΑΓΑΠΗ:

ΚΑΠΟΤΕ ΣΟΥ ΧΑΡΙΣΑ ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΖΕΥΓΑΡΙ ΦΤΕΡΑ
ΓΙΑ ΝΑ ΠΕΤΑΣ,
ΝΑ ΜΗΝ ΚΟΥΡΑΖΕΣΑΙ

ΤΙ ΤΑ ΕΚΑΝΕΣ;
ΚΑΙ ΣΕ ΒΛΕΠΩ ΠΑΛΙ ΝΑ ΠΕΡΠΑΤΑΣ ΣΤΟ ΧΩΜΑ
ΙΔΡΩΜΕΝΗ ΚΑΙ ΞΥΠΟΛΙΤΗ !

– ΤΑ ΕΧΩ ΦΥΛΑΓΜΕΝΑ

ΓΙΑΤΙ Ο,ΠΟΤΕ ΤΑ ΦΟΡΕΣΑ ΕΧΑΣΑ ΤΟ ΔΡΟΜΟ

ΚΑΙ ΞΕΡΕΙΣ ΕΓΩ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΚΑΝΩ
ΜΟΝΟ
ΜΙΚΡΑ ΒΗΜΑΤΑ ΜΕ ΜΕΓΑΛΕΣ ΑΝΑΣΕΣ

-ΚΡΙΜΑ

ΓΙΑΤΙ ΓΙΑ ΤΟ ΥΨΟΣ ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ ΓΕΝΝΗΜΕΝΗ
ΝΑ ΑΝΕΒΕΙΣ
ΜΟΝΟ ΜΕ ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΜΟΥ ΜΠΟΡΕΙΣ

ΕΙΠΕ Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΣΤΗΝ ΑΓΑΠΗ

Από Λουδοβίκο Ανωγείων

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 25 Μαρτίου 2026

Την άνοιξη αν δεν την βρεις την φτιάχνεις.

Ναι την φτιάχνεις.
Κάθε φορά από την αρχή.
Όλο και πιο ζωντανή.
Όλο και πιο ποτισμένη.

Ναι την φτιάχνεις.
Με εκείνα τα χρώματα που σημαίνουν αρμονία.
Και με εκείνες τις λέξεις που δηλώνουν αρχή.

Ναι την φτιάχνεις.
Με εκείνο το φως, που μπορεί να σου δώσει Παράδεισο.
Και με εκείνα τα λουλούδια που μυρίζουν ζωή.

Ναι την φτιάχνεις.
Με εκείνο το άρωμα της αθάνατης, Ελπίδας.
Και με εκείνη την Πίστη που θα σε κάνει να μην φοβηθείς.

Ναι την φτιάχνεις λοιπόν.
Με υλικά αγνά για την ψυχή σου.
Και με στιγμές απλές που χαρίζουν αιώνιες χαρές

Που σε ακούν στην σιωπή.
Και δεν έχουν ανάγκη τα λόγια για εξηγήσεις.

Ναι την φτιάχνεις.
Με εκείνα τα όνειρα που θα σε γεμίσουν υποσχέσεις.
Και με εκείνα τα χαμόγελα που θα σου δείξουν πως πρέπει να ζεις.

Διότι, αν δεν κουβαλάς την Άνοιξη μέσα σου, πρέπει να μάθεις να την χτίζεις.
Από το χειρότερο σκοτάδι στο πιο λαμπερό φως.

Μην την αφήσεις ποτέ να φύγει.
Διότι, όσο πιο δυνατά μπαίνει αυτή, τόσο πιο εύκολα διώχνει τους χειμώνες από την καρδιά σου.

Να την αγαπάς την Άνοιξη.
Όχι μόνο για τα όμορφα και τα ανάλαφρα ρούχα που φοράς.
Μήτε για τους καταγάλανους ουρανούς που σου δωρίζει.
Αλλά για την Αναγέννηση που σε κάνει να ζεις.

Εκείνον τον γλυκό αέρα που δροσίζει την ψυχή σου.
Και εκείνον τον ήλιο που σου χαρίζει ζεστασιά.

Να της δίνεις γεύση λοιπόν.
Σαν εκείνη την βαριά και γλυκιά, που μόνο ο Έρωτας μπορεί να δώσει.

Και μην στεναχωριέσαι αν ξαφνικά χαθεί ή απλά δεν σου έρθει.

Διότι, την Άνοιξη αν δεν την βρεις, την φτιάχνεις

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 22 Μαρτίου 2026

Η Άνοιξη που Επιμένει
Ο κόσμος μοιάζει κουρασμένος τελευταία, σαν να λύγισε από το βάρος της ίδιας του της ιστορίας.

Σαν δέντρο στη μέση του χειμώνα—
με κλαδιά λεπτά, γυμνά και εκτεθειμένα,
που τρέμουν σε κάθε ριπή, χωρίς τίποτα να τα προστατεύει από το γκρίζο και το κρύο

Οι ειδήσεις εισβάλλουν σαν παγωμένος αέρας κάτω από την πόρτα μας
Σπίτια που φλέγονται στις οθόνες μας,
καρδιές που κλείνονται σε κοχύλια φόβου,
φωνές που μπλέκονται σε μια ακατάληπτη βαβέλ,
και άνθρωποι που προσπερνούν, ξεχνώντας πως η σωτηρία κρύβεται στο να κοιτάξεις τον άλλον στα μάτια.

Κι όμως…
Αν σταθείς για μια στιγμή, αν κοιτάξεις λίγο πιο βαθιά,
εκεί που ο θόρυβος των ημερών δεν μπορεί να φτάσει,
υπάρχει ακόμη ένα πεισματάρικο κομμάτι γαλάζιο.

Μικρά άνθη επιμένουν να φυτρώνουν ανάμεσα στα ξερά κλαδιά :
Σαν μια αυθόρμητη καλημέρα που δεν ζήτησε αντάλλαγμα,
σαν ένα χέρι που μένει απλωμένο όταν όλα γύρω αποσύρονται,
σαν μια ελπίδα που αρνείται να γίνει συνήθεια που σβήνει.

Ίσως η εποχή να είναι δύσκολη, ίσως να είναι η πιο άγρια που γνώρισε η γενιά μου,
μα δεν είναι άδεια.

Γιατί όπως το δέντρο, κάτω από τον παγωμένο φλοιό,
διοχετεύει αθόρυβα τους χυμούς του και φυλάει την άνοιξη σαν μυστικό,
ακόμα κι όταν δείχνει γυμνό και ανήμπορο,
έτσι κι εμείς —
μέσα στην αγριάδα του «τώρα»,
κουβαλάμε κάτι που δεν έμαθε ποτέ να φοβάται:
Την ακατανίκητη ανάγκη να ανθίσουμε ξανά.

Από Αναστασία Σιδέρη

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Φεβρουαρίου 2026

Ἀπὸ Ἀντιόχεια, Ἀλεξάνδρεια, καὶ πιὸ πέρα ἀκόμη,

ἀσθμαῖνον ἔφτασε τὸ ἑλληνίζειν μέσα στὴ Νέα Ρώμη.

Βασιλικὰ τὸ ὑποδέχθηκε ὁ Ἰουλιανός,
μὲ σθένος τὸ διεκδίκησε ὁ Ναζιανζηνός,
καὶ τέλος ὁ Βασίλειος, στῶν Νέων τὴν παιδεία,
κράτησε τὸ ἀπόσταγμα ἀπ᾿ τὴν παλιὰ σοφία,
αὐτὴν πού, «ἔξω καὶ θύραθεν», εἶπε ἡ ἐκκλησία.

Γκρέμισε ὁ Θεοδόσιος ναούς, ἱερά, βωμοὺς
(Τὰ ἀγάλματα συντρίμμια, σωρὸς ἄμορφος λίθων),
τοὺς ἀγωνιστικοὺς τῆς Ὀλυμπίας κατήργησε θεσμούς,
ἔψεξε κι ὁ Χρυσόστομος τῶν Ἀθηνῶν τὸν τύφον,
ἐνῶ ἡ Πυθία ἔβγαζε παράξενους χρησμούς,
λὲς κι εἶχε τὸν Ἀπόλλωνα κατατροπώσει ὁ Πύθων.

Θρίαμβο τοῦ Χριστιανισμοῦ εἶπαν τὴν ἐποχή.
Μόνο τῶν Ὀρθοδόξων ἦταν δεκτὴ ἡ προσευχή.
Ὁ τρόμος τῶν Αἱρετικῶν καὶ τῶν Βαρβάρων, ἴσος·
ὁ ἀρχαῖος κόσμος χάλασμα, γύρω φόβος καὶ μίσος.

Μὰ ἀπ᾿ τὶς παλιὲς περγαμηνές, μέσα στὰ μοναστήρια,
σὰν τὸν Χριστὸ ἀναστήθηκε νέος ἑλληνισμός,
ἔνδοξος, οἰκουμενικός, ὁ Βυζαντινισμός.
Ἡ Ρωμιοσύνη δηλαδή, ποὺ πάθη ἔζησε μύρια.

Κλαίει κι ἀναστενάζει τώρα ἀπ᾿ τῆς καρδιᾶς τὰ βάθη,
ὅποιος τὰ βάσανά της δεῖ, καὶ τὸν καημό της μάθει.

Ἑλένη Ἀρβελέρ, Τὸ Ἄγνωστο Βυζάντιο,

 

ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟ

Ήσουν του Στάλιν θυγατέρα,
του Χίτλερ ήσουν η εταίρα
και του Πολ- Ποτ η εκλεκτή,
γι’ αυτό ξέρω από πρώτο χέρι
τι κόστισε στου κόσμου το ασκέρι
εκείνο το σατανικό χαρτί
που υπέγραψαν στον Εωσφόρο εμπρός,
ο κόκκινος ματωβαμμένος Τσάρος,
ο χολιασμένος κίτρινος κουρσάρος
κι ο αιμοσταγής μελανοχίτων Βαυαρός,
για να μπορέσουν της μοίρας το αδράχτι
να το γυρίσουν όπως ήθελαν αυτοί.

Με τον καιρό άλλαξε η ιστορία τη σελίδα,
έσβησε τ’ όνομά τους απ’ το χάρτη,
στο άδικο κάποιο πήγε να βάλει φράχτη,
όμως το πέρασμά τους άφησε στη γη
σύννεφο μαύρο και καπνό ντουμάνι,
και των φτωχών του κόσμου η ελπίδα
σκοτείνιασε κι έγινε γκρίζα κρύα στάχτη
κατ’ από τις θερινές φωτιές του Άη Γιάννη.

Μένει τώρα μόνη αναλαμπή και θρυαλλίδα,
αυτό που πάντα αρνείται να πεθάνει
Η πίστη στον Μωάμεθ, στον Βούδα, στον Χριστό,
για, στην Παναγιά και στην πατρίδα
και για τους άλλους, σε ένα νεοπρόβλητο Θεό
που προσκυνούν μονάχα τσαρλατάνοι.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Φεβρουαρίου 2026

Την άνοιξη αν δεν την βρεις την φτιάχνεις
Ναι την φτιάχνεις.
Κάθε φορά από την αρχή.
Όλο και πιο ζωντανή.
Όλο και πιο ποτισμένη.
Ναι την φτιάχνεις.
Με εκείνα τα χρώματα που σημαίνουν αρμονία.
Και με εκείνες τις λέξεις που δηλώνουν αρχή.
Ναι την φτιάχνεις.
Με εκείνο το φως, που μπορεί να σου δώσει Παράδεισο.
Και με εκείνα τα λουλούδια που μυρίζουν ζωή.
Ναι την φτιάχνεις.
Με εκείνο το άρωμα της αθάνατης, Ελπίδας.
Και με εκείνη την Πίστη που θα σε κάνει να μην φοβηθείς.
Ναι την φτιάχνεις λοιπόν.
Με υλικά αγνά για την ψυχή σου.
Και με στιγμές απλές που χαρίζουν αιώνιες χαρές
Που σε ακούν στην σιωπή.
Και δεν έχουν ανάγκη τα λόγια για εξηγήσεις.
Ναι την φτιάχνεις.
Με εκείνα τα όνειρα που θα σε γεμίσουν υποσχέσεις.
Και με εκείνα τα χαμόγελα που θα σου δείξουν πως πρέπει να ζεις.
Διότι, αν δεν κουβαλάς την Άνοιξη μέσα σου, πρέπει να μάθεις να την χτίζεις.
Από το χειρότερο σκοτάδι στο πιο λαμπερό φως.
Μην την αφήσεις ποτέ να φύγει.
Διότι, όσο πιο δυνατά μπαίνει αυτή, τόσο πιο εύκολα διώχνει τους χειμώνες από την καρδιά σου.
Να την αγαπάς την Άνοιξη.
Όχι μόνο για τα όμορφα και τα ανάλαφρα ρούχα που φοράς.
Μήτε για τους καταγάλανους ουρανούς που σου δωρίζει.
Αλλά για την Αναγέννηση που σε κάνει να ζεις.
Εκείνον τον γλυκό αέρα που δροσίζει την ψυχή σου.
Και εκείνον τον ήλιο που σου χαρίζει ζεστασιά.
Να της δίνεις γεύση λοιπόν.
Σαν εκείνη την βαριά και γλυκιά, που μόνο ο Έρωτας μπορεί να δώσει.
Και μην στεναχωριέσαι αν ξαφνικά χαθεί ή απλά δεν σου έρθει.
Διότι, την Άνοιξη αν δεν την βρεις, την φτιάχνεις.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Φεβρουαρίου 2026
Θάρρεψα πως το ταξίδι μου
είχε φτάσει στο τέλος του,
πως ήμουν στο τελευταίο όριο
της δύναμής μου,
πως το μονοπάτι έκλεισε
εμπρός μου,
πως οι τροφές μου εξαντλήθηκαν,
και πως είχε έρθει ο καιρός
να προστρέξω

στη σιωπή της μοναξιάς.

Κατάλαβα όμως
ότι η επιθυμία μου παρέμενε
κι όταν οι παλιές λέξεις ξεθώριασαν
και η γλώσσα απόκαμε,
καινούργιες μελωδίες
γέννησε η καρδιά μου.
Όπου οι παλιοί δρόμοι τελείωναν,
καινούργιοι κόσμοι ανοίγονταν

μπροστά μου.

Όταν θα αναχωρήσω από δω,
αυτή θα είναι η λέξη του αποχαιρετισμού μου:
ότι εκείνο που είδα είναι ανυπέρβλητο.
Ότι γεύτηκα το μυστικό μέλι του λωτού αυτού
που ανοίγει στον ωκεανό του φωτός,
κι έτσι ευλογήθηκα,
αυτή θα ’ναι η λέξη του αποχαιρετισμού μου..

Rabindranath Tagore ( Νόμπελ 2013)

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 31 Ιανουαρίου 2026

 

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν΄αγωνίζεσαι για την ειρήνη και
για το δίκαιο.

Θα βγείς στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα
ματώσουν απ΄τις φωνές
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες – μα ούτε βήμα πίσω.

Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων
Κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζει την αδικία.Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή.

Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια
αφήνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται την ώρα που παίζουν ανύποπτα στις
πολιτείες
μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα
αύριο οι άνθρωποι θα χάνουνται στη νύχτα του πολέμου
έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω από τις οβίδες.

Δεν έχεις καιρό
δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί ν΄αφήσεις τη μάνα σου, την αγαπημένη
ή το παιδί σου.

Δε θα διστάσεις.

Θ΄απαρνηθείς τη λάμπα σου και το ψωμί σου

Θ΄απαρνηθείς τη βραδινή ξεκούραση στο σπιτικό κατώφλι
για τον τραχύ δρόμο που πάει στο αύριο.

Μπροστά σε τίποτα δε θα δειλιάσεις κι ούτε θα φοβηθείς.
Το ξέρω, είναι όμορφο ν΄ακούς μια φυσαρμόνικα το βράδυ,
να κοιτάς έν΄ άστρο, να ονειρεύεσαι
είναι όμορφο σκυμένος πάνω απ΄το κόκκινο στόμα της αγάπης σου

Να την ακούς να σου λέει τα όνειρα της για το μέλλον.
Μα εσύ πρέπει να τ΄αποχαιρετήσεις όλ΄αυτά και να ξεκινήσεις
γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για όλες τις φυσαρμόνικες του κόσμου,
για όλα τ΄άστρα, για όλες τις λάμπες και
για όλα τα όνειρα
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί να σε κλείσουν φυλακή για είκοσι ή
και περισσότερα χρόνια
μα εσύ και μες στη φυλακή θα θυμάσαι πάντοτε την άνοιξη,
τη μάνα σου και τον κόσμο.

Εσύ και μες απ΄ το τετραγωνικό μέτρο του κελλιού σου
θα συνεχίσεις τον δρόμο σου πάνω στη γη .
Κι΄ όταν μες στην απέραντη σιωπή, τη νύχτα
θα χτυπάς τον τοίχο του κελλιού σου με το δάχτυλο
απ΄τ΄άλλο μέρος του τοίχου θα σου απαντάει η Ισπανία.

Εσύ, κι ας βλέπεις να περνάν τα χρόνια σου και ν΄ ασπρίζουν
τα μαλλιά σου
δε θα γερνάς.

Εσύ και μες στη φυλακή κάθε πρωί θα ξημερώνεσαι πιο νέος
Αφού όλο και νέοι αγώνες θ΄ αρχίζουνε στον κόσμο
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό.
Αποβραδίς στην απομόνωση θα γράψεις ένα μεγάλο τρυφερό
γράμμα στη μάνα σου

Θα γράψεις στον τοίχο την ημερομηνία, τ΄αρχικά του ονόματος σου και μια λέξη :
Ειρήνη
σα ναγραφες όλη την ιστορία της ζωής σου.

Να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό
να μπορείς να σταθείς μπροστά στα έξη ντουφέκια
σα να στεκόσουνα μπροστά σ΄ολάκαιρο το μέλλον.

Να μπορείς, απάνω απ΄την ομοβροντία που σε σκοτώνει
εσύ ν΄ακούς τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων που
τραγουδώντας πολεμάνε για την ειρήνη.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 31 Ιανουαρίου 2026

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΕΜΕΝΑ ΚΑΙ ΣΕ ΕΜΕΝΑ

Σου είπα

Λύγισα.
Καὶ εἶπες:
– Μὴ θλίβεσαι.
Ἀπογοητεύσου ἥσυχα.
Ἤρεμα δέξου νὰ κοιτᾷς
σταματημένο τὸ ρολόι.
Λογικὰ ἀπελπίσου
πῶς δὲν εἶναι ξεκούρδιστο,
ὅτι ἔτσι δουλεύει ὁ δικός σου χρόνος.
Κι ἂν αἴφνης τύχει
νὰ σαλέψει κάποιος λεπτοδείκτης,
μὴ ριψοκινδυνέψεις νὰ χαρεῖς.
Ἡ κίνηση αὐτὴ δὲν θά ῾ναι χρόνος.
Θά ῾ναι κάποιων ἐλπίδων ψευδορκίες.
Κατέβα σοβαρή,
νηφάλια αὐτοεκθρονίσου
ἀπὸ τὰ χίλια σου παράθυρα..
Γιὰ ἕνα μήπως τ᾿ ἄνοιξες.
Κι αὐτοξεχάσου εὔχαρις.
Ὅ,τι εἶχες νὰ πεῖς,
γιὰ τὰ φθινόπωρα, τὰ κύκνεια,
τὶς μνῆμες, ὑδροροὲς τῶν ἐρώτων,
τὴν ἀλληλοκτονία τῶν ὠρῶν,
τῶν ἀγαλμάτων τὴν φερεγγυότητα,
ὅ,τι εἶχες νὰ πεῖς
γι᾿ ἀνθώπους ποὺ σιγὰ-σιγὰ λυγίζουν,
τὸ εἶπες.
καὶ τὴν πείθει
νὰ κουλουριάζεται πνιχτὰ
νὰ τρίβεται σὰ γάτα ἀνεπαίσθητη
πάνω στὸν διαθέσιμο ἀέρα
ποῦ ἀφήνεις προσπερνώντας.

Ἀπόλαυση πολὺ μοναχικότερη
ἀπὸ τὴ στέρησή της.

ΠΡΟΦΥΛΑΞΕΙΣ

Όταν βρέχει δεν παίρνω ομπρέλα.
To θεωρώ δειλία να προφυλάσσομαι από το ξεκάθαρο.
Όταν δε βρέχει, όσο και αν ευτυχεί ο ουρανός όσο κι αν τον πιστεύω
ανοίγω την ομπρέλα μου δεν είναι ξεκάθαρη καιρική συνθήκη η ευτυχία.

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Μόνη, ἐντελῶς μόνη,
περπατῶ στὸ δρόμο
καὶ πέφτω πάνω σὲ μεγάλα γεγονότα:
Ὁ ἥλιος σὰν ἐπειγόντως νὰ ἐκλήθη ἀπὸ τὴ Δύση
ἀφήνοντας ἡμιτελὲς τὸ δειλινό…

Σὲ λίγο ἡ νύχτα,
κρατώντας τοὺς ἀμφορεῖς τοῦ μυστηρίου,
τῶν ἰδιοτήτων της ἐπαίρετο,
ὅταν τὸ ρεμβῶδες μάτι της, τὸ φεγγάρι,
ἕνα ἀπρόδεκτο, λαθραῖο σύννεφο, πάτησε
καὶ τὴν τύφλωσε.

Τοῦ ἀτυχήματος τούτου
ἐπωφελήθηκε
κάποιος παράξενος κατάσκοπος
-τὸ μεσονύχτιο ὑποπτεύονται-
τὸ σύμπαν πυροβόλησε
καὶ τὸ ἄφησε ἀκίνητο…

Μετὰ ἀπὸ τέτοια γεγονότα,
τὸ γεγονὸς πὼς εἶμαι πάλι μόνη
παρελείφθη.

ΓΡΑΜΜΑ

Ὁ ταχυδρόμος,
σέρνοντας στὰ βήματά του τὴν ἐλπίδα μου
μοῦ ῾φερε καὶ σήμερα ἕνα φάκελο
μὲ τὴ σιωπή σου.
Τὸ ὄνομά μου γραμμένο ἀπ᾿ ἔξω μὲ λήθη.
Ἡ διεύθυνσή μου ἕνας ἀνύπαρκτος δρόμος.
Ὅμως ὁ ταχυδρόμος
τὸν βρῆκε ἀποσυρμένο στὴ μορφή μου,
κοιτώντας τὰ παράθυρα ποὺ ἔσκυβαν μαζί μου,
διαβάζοντας τὰ χέρια μου
ποὺ ἔπλαθαν κιόλας μιὰ ἀπάντηση.
Θὰ τὸν ἀνοίξω μὲ τὴν καρτερία μου
καὶ θὰ ξεσηκώσω μὲ τὴ μελαγχολία μου
τ᾿ ἄγραφά σου.
Κι αὔριο θὰ σοῦ ἀπαντήσω
στέλνοντάς σου μιὰ φωτογραφία μου.
Στὸ πέτο θὰ ἔχω σπασμένα τριφύλλια,
στὸ στῆθος σκαμμένο
τὸ μενταγιὸν τῆς συντριβῆς.
Καὶ στ᾿ αὐτιά μου θὰ κρεμάσω-συλλογίσου-
τὴ σιωπή σου.

ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΤΙ ΝΑ ΧΑΣΕΙΣ

Καλὰ τὰ βγάζει πέρα ἡ μοναξιὰ
φτωχικὰ ἀλλὰ τίμια.
Ἀλλοῦ κοιμᾶται αὐτὴ
κι ἀλλοῦ τὸ ἐγκρατὲς σκεπτικὸ ἐάν.

Μόνο καμιὰ φορὰ
σὲ πειραματισμοὺς τὴν παρασύρει
ἡ περιέργεια
– ὄφις προγενέστερος
καὶ πιὸ φανατικὸς
ἀπ᾿ τὸν νερόβραστον ἐκεῖνον τῆς μηλέας.

Δοκίμασε τῆς λέει, μὴ φοβᾶσαι
δὲν ἔχεις τί νὰ χάσεις

ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

Ο έρωτας

ὄνομα οὐσιαστικόν,
πολὺ οὐσιαστικόν,
ἑνικοῦ ἀριθμοῦ,
γένους οὔτε θηλυκοῦ, οὔτε ἀρσενικοῦ,
γένους ἀνυπεράσπιστου.
Πληθυντικὸς ἀριθμὸς
οἱ ἀνυπεράσπιστοι ἔρωτες.

Ὁ φόβος,
ὄνομα οὐσιαστικὸν
στὴν ἀρχὴ ἑνικὸς ἀριθμὸς
καὶ μετὰ πληθυντικὸς
οἱ φόβοι.
Οἱ φόβοι
γιὰ ὅλα ἀπὸ δῶ καὶ πέρα.

Ἡ μνήμη,
κύριο ὄνομα τῶν θλίψεων,
ἑνικοῦ ἀριθμοῦ
μόνον ἑνικοῦ ἀριθμοῦ
καὶ ἄκλιτη.
Ἡ μνήμη, ἡ μνήμη, ἡ μνήμη.

Ἡ νύχτα,
Ὄνομα οὐσιαστικόν,
Γένους θηλυκοῦ,
Ἑνικὸς ἀριθμός.
Πληθυντικὸς ἀριθμὸς
Οἱ νύχτες.
Οἱ νύχτες ἀπὸ δῶ καὶ πέρα.

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 24 Ιανουαρίου 2026

Η Ισμήνη ήτανε μια γυναίκα,
η οποία όταν ήταν μικρή
έπεσε από τα πόδια της μητέρας της,

χτύπησε το κεφάλι κι έπαθε μια ζημιά
που δεν άφησε το μυαλό της
να αναπτυχθεί

και το μόνο που έκανε στο χωριό,
στ’ Ανώγεια, ήταν να κλώθει.

Τη βλέπαμε,
μια ζωή με το αδράχτι, με τη ρόκα
και να κλώθει.

Μια εικόνα μαγική, μινωική, αρχαία.

Να τη βλέπεις να ταξιδεύει το χωριό,
χωρίς να μιλάει.

Κάποτε της τέλειωσαν τα μαλλιά
και βλέποντας πάνω στο βουνό
την ομίχλη, είπε: ”Αυτά είναι μαλλιά.”

Πήρε τη ρόκα της κι ανέβηκε…

Αυτή την εικόνα,
αυτή την εικόνα της Ισμήνης,
έκανα τραγούδι.

Η Ισμήνη μόνη,
μικρό αηδόνι
μπρος στον καθρέφτη χαμογελά,

βάφει τα χείλη
μαύρο σταφύλι
παίρνει τη ρόκα και ξεκινά.

Μια Πηνελόπη
που υφαίνει το χρόνο
με το στημόνι και τον καημό,

μια Αριάδνη
που πια δεν προσμένει
φτιάχνει το νήμα χωρίς σκοπό.

Μα κάποια μέρα
χάθηκε η κόρη
μέσα στα φώτα τού ουρανού,

μαλλιά τής φανήκαν
τα κόκκινα νέφη
κι έγινε η κλώστρα του δειλινού.

Λουδοβίκος των Ανωγείων

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Δεκεμβρίου 2025

Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
στο μαύρο αδιέξοδο, στην άβυσσο του νου.

Ας υποθέσουμε πως ήρθανε τα δάση
μ’  αυτοκρατορικήν εξάρτηση πρωινού
θριάμβου,  με πουλιά, με το φως τ’ ουρανού,
και με τον ήλιον όπου θα τα διαπεράση.

Ας υποθέσουμε πως είμαστε εκεί πέρα,
σε χώρες άγνωστες της δύσης, του βορρά,
ενώ πετούμε το παλτό μας στον αέρα,
οι ξένοι βλέπουνε περίεργα, σοβαρά.
Για να μας δεχτή κάποια λαίδη τρυφερά,
έδιωξε τους υπηρέτες της όλη μέρα.

Ας υποθέσουμε πως του καπέλλου ο γύρος

άξαφνα εφάρδυνε, μα εστένεψαν, κολλούν
τα παντελόνια μας και με του πτερνιστήρος
το πρόσταγμα χιλιάδες άλογα κινούν.
Πηγαίνουμε – σημαίες στον άνεμο χτυπούν –
ήρωες σταυροφόροι, σωτήρες του Σωτήρος.

Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
από εκατό δρόμους τα όρια της σιγής,
κι ας τραγουδήσουμε, – το τραγούδι να μοιάση
νικητήριο σάλπισμα, ξέσπασμα κραυγής –
τους πυρρούς δαίμονες, στα έγκατα της γης,
και ψηλά τους ανθρώπους να διασκεδάση.

-Ἂς ὑποθέσουμε πὼς δὲν ἔχουμε φτάσει
στὸ μαῦρο ἀδιέξοδο, στὴν ἄβυσσο τοῦ νοῦ.
Ἂς ὑποθέσουμε πὼς ἤρθανε τὰ δάση
μ᾿ αὐτοκρατορικὴν ἐξάρτηση πρωινοῦ
θριάμβου, μὲ πουλιά, μὲ τὸ φῶς τ᾿ οὐρανοῦ,
καὶ μὲ τὸν ἥλιο ὅπου θὰ τὰ διαπεράσῃ.

Ἂς ὑποθέσουμε πὼς εἴμαστε κεῖ πέρα,
σὲ χῶρες ἄγνωστες, τῆς δύσης, τοῦ βορρᾶ,
ἐνῷ πετοῦμε τὸ παλτό μας στὸν ἀέρα,
οἱ ξένοι βλέπουνε περίεργα, σοβαρά.
Γιὰ νὰ μᾶς δεχθῆ κάποια λαίδη τρυφερά,
ἔδιωξε τοὺς ὑπηρέτες της ὁλημέρα.

Ἂς ὑποθέσουμε πὼς τοῦ καπέλου ὁ γῦρος
ἄξαφνα ἐφάρδυνε, μὰ ἐστένεψαν, κολλοῦν,
τὰ παντελόνια μας καί, μὲ τοῦ πτερνιστῆρος
τὸ πρόσταγμα, χιλιάδες ἄλογα κινοῦν.
Πηγαίνουμε — σημαῖες στὸν ἄνεμο χτυποῦν
ἥρωες σταυροφόροι, σωτῆρες τοῦ Σωτῆρος.

Ἂς ὑποθέσουμε πὼς δὲν ἔχουμε φτάσει
ἀπὸ ἑκατὸ δρόμους, στὰ ὅρια τῆς σιγῆς,
κι ἂς τραγουδήσουμε, — τὸ τραγούδι νὰ μοιάσῃ
νικητήριο σάλπισμα, ξέσπασμα κραυγῆς —
τοὺς πυρροὺς δαίμονες, στὰ ἔγκατα τῆς γῆς,
καί, ψηλά, τοὺς ἀνθρώπους νὰ διασκεδάση

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 11 Δεκεμβρίου 2025

Φεγγάρι του Δεκέμβρη
*
Με ξενυχτά πάλι απόψε, όπως παλιά,
τούτο τ’ ολόγιομο φεγγάρι του Δεκέμβρη
τις νύχτες, που αστερόσκονης φιλιά,
το βλέμμα έψαχνε αλαφιασμένο,
να εφεύρει.
*
Φρουρός της νύχτας φάρος λαμπερός,
το παγωμένο σύμπαν μου θωπεύει
κι όσες σιωπές κι όσες πληγές
κρύβει ο καιρός,
ο δίσκος του, καθρέφτης που μαγεύει.
*
Είν’ οι ανάσες μου βουβές μόνο και μόνο,
ν’ αφουγκραστώ τί ψιθυρίζει η ψυχή,
τούτη την ώρα που πεθαίνει και γεννιέται απ’ τον πόνο,
η πίστη στην αγάπη, η προσμονή
κι η αντοχή.
*
Στο φως του, αναθαρρούν οι προσδοκίες
κι ένα ταξίδι στ’ όνειρο ταμένο,
αχαρτογράφητο, βορά στις τρικυμίες,
του πόθου της ψυχής απωθημένο,
του “πρέπει” και του “μή”, θύμα θαμμένο,
τολμά ν’ αναδυθεί απ’ τη λησμονιά,
πορεία δίχως φόβο να χαράξει,
στο πέλαγος με όρτσα τα πανιά
να ξανοιχτεί και της καρδιάς η παγωνιά,
ζωή μια νύχτας να γευτεί
και ας βουλιάξει.

Από Παρασκευή Μπαρδάνη

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 1 Νοεμβρίου 2025

Μπορώ να γίνω ευτυχισμένος με τα πιο απλά πράγματα

και με τα πιο μικρά..
Και με τα καθημερινότερα των καθημερινών.
Μου φτάνει που οι εβδομάδες έχουν Κυριακές.
Μου φτάνει που τα χρόνια φυλάνε Χριστούγεννα για το τέλος τους.
Που οι χειμώνες έχουν πέτρινα, χιονισμένα σπίτια.
Που ξέρω ν’ ανακαλύπτω τα κρυμμένα πετροράδικα στις κρυψώνες τους.
Μου φτάνει που μ’ αγαπάνε τέσσερις άνθρωποι.
Πολύ..
Μου φτάνει που αγαπάω τέσσερις ανθρώπους.
Πολύ..
Που ξοδεύω τις ανάσες μου μόνο γι’ αυτούς.
Που δεν φοβάμαι να θυμάμαι.
Που δε με νοιάζει να με θυμούνται.
Που μπορώ και κλαίω ακόμα.
Και που τραγουδάω..μερικές φορές..
Που υπάρχουν μουσικές που με συναρπάζουν.
Και ευωδιές που με γοητεύουν

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 1 Νοεμβρίου 2025

Οδυσσέας Ελύτης

Πάει καιρός που ακούστηκεν η τελευταία βροχή
Πάνω από τα μυρμήγκια και τις σαύρες
Τώρα ο ουρανός καίει απέραντος
Τα φρούτα βάφουνε το στόμα τους
Της γης οι πόροι ανοίγουνται σιγά σιγά
Και πλάι απ’ το νερό που στάζει συλλαβίζοντας
Ένα πελώριο φυτό κοιτάει κατάματα τον ήλιο.
Ποιος είναι αυτός που κείτεται στις πάνω αμμουδιές
Ανάσκελα φουμέρνοντας ασημοκαπνισμένα ελιόφυλλα
Τα τζιτζίκια ζεσταίνονται στ’ αυτιά του
Τα μυρμήγκια δουλεύουνε στο στήθος του
Σαύρες γλιστρούν στη χλόη της μασχάλης
Κι από τα φύκια των ποδιών του αλαφροπερνά ένα κύμα
Σταλμένο απ’ τη μικρή σειρήνα που τραγούδησε:
Ω σώμα του καλοκαιριού, γυμνό, καμένο
Φαγωμένο από το λάδι κι από το αλάτι
Σώμα του βράχου και ρίγος της καρδιάς
Μεγάλο ανέμισμα της κόμης λυγαριάς
Άχνα βασιλικού πάνω από το σγουρό εφηβαίο
Γεμάτο αστράκια και πευκοβελόνες
Σώμα βαθύ πλεούμενο της μέρας!
……
Πίνοντας ήλιο κορινθιακό
Διαβάζοντας τα μάρμαρα
Δρασκελίζοντας αμπέλια θάλασσες
Σημαδεύοντας με το καμάκι
Ένα τάμα ψάρι που γλιστρά
Βρήκα τα φύλλα που ο ψαλμός του ήλιου αποστηθίζει
Τη ζωντανή στεριά που ο πόθος χαίρεται
Ν’ ανοίγει.

Πίνω νερό κόβω καρπό
Χώνω το χέρι μου στις φυλλωσιές του ανέμου
Οι λεμονιές αρδεύουνε τη γύρη της καλοκαιριάς
Τα πράσινα πουλιά σκίζουν τα όνειρά μου
Φεύγω με μια ματιά
Ματιά πλατιά όπου ο κόσμος ξαναγίνεται
Όμορφος από την αρχή στα μέτρα της καρδιάς.