Ποίηση

Όλα περνούν και όλα μένουν αλλά δικό μας είναι το να περνάμε.

Να περνάμε κάνοντας δρόμους, δρόμους πάνω στη θάλασσα.

Ποτέ δεν κυνήγησα τη δόξα, ούτε ν’ αφήσω στη μνήμη των ανθρώπων το τραγούδι μου.

Εγώ αγαπώ τους ανεπαίσθητους κόσμους, τους αβαρείς και αβρούς, σαν σαπουνόφουσκες.

Μ’ αρέσει να τους βλέπω να ζωγραφίζονται από ήλιο και πορφύρα, να πετάνε, κάτω απ’ το γαλανό ουρανό, να πάλλουν, κι αμέσως να σπάνε.

Ποτέ δεν κυνήγησα τη δόξα. Διαβάτη, τα ίχνη σου είναι μόνο ο δρόμος και τίποτ’ άλλο.

Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος, ο δρόμος γίνεται βαδίζοντας. Βαδίζοντας γίνεται ο δρόμος και γυρίζοντας το βλέμμα πίσω φαίνεται το μονοπάτι που ποτέ δε θα ξαναπατήσεις.

Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος μόνο απόνερα στη θάλασσα

Γιάννα στις 29 Απριλίου 2018

ΤΕΛΕΙΩΜΕΝΑ

Μέσα στον φόβο και στες υποψίες,

με ταραγμένο νου και τρομαγμένα μάτια, λυώνουμε και σχεδιάζουμε

το πώς να κάμουμε για ν’ αποφύγουμε τον βέβαιο τον κίνδυνο που έτσι φρικτά μας απειλεί.

Κι όμως λανθάνουμε, δεν είν’ αυτός στον δρόμο· ψεύτικα ήσαν τα μηνύματα (ή δεν τ’ ακούσαμε ή δεν τα νοιώσαμε καλά).

Άλλη καταστροφή, που δεν την φανταζόμεθαν, εξαφνική, ραγδαία πέφτει επάνω μας, κι ανέτοιμους -πού πια καιρός- μας συνεπαίρνει. [Π

Γιάννα στις 11 Μαρτίου 2018

Ήταν άνθρωποι Πολλοί πολλοί άνθρωποι

Αγκαλιασμένοι Με τα δάχτυλα σφιχτά (Σα χειροπέδες)

Κι όταν σκοτείνιασε Ύστερα μείναν λίγοι άνθρωποι

Κι ύστερα ακόμα πιο λίγοι Όσο σβήναν τα φώτα ένα ένα

Όσο βούλιαζε η νύχτα Κι ύστερα ακόμα πιο λίγοι

Κι οι άλλοι πουλούσαν τα μάτια τους Κι οι άλλοι τούς κλέβαν τα δόντια τους

Κι αυτοί κλειδώναν τα μάτια τους Κι αυτοί καρφώναν τα δόντια τους

Γυρίζοντας στον τοίχο τους καθρέφτες (Όλο και λίγοι πιο λίγοι)

Ώσπου σε μια στιγμή Άνοιξε κάποιος το μαχαίρι Κι έσκισε το πουκάμισό του

Κι είδανε τ’ όνομά του γραμμένο στο στήθος Πάνω ακριβώς στο μέρος της καρδιάς. 

Γιάννα στις 3 Φεβρουαρίου 2018

Ρώτησαν κάποτε το Ναστραντίν Χότζα:
” Όταν γίνεται ένα καινούργιο φεγγάρι, το παλιό τι το κάνουν;”
Κι αυτός απάντησε:
“Το ψαλιδίζουν και το κάνουν άστρα”

Γιάννα στις 28 Ιανουαρίου 2018

Τραγούδι (Eskimo)

Και ξαναθυμάμαι τις μικρές μου περιπέτειες. Όταν ξανοίχτηκα με ένα θαλασσινό άνεμο στο καγιάκ μου και νόμισα πως κινδύνευα. Οι φόβοι μου που θεωρούσα μεγάλους για όλα τα επίγεια που έπρεπε να βρω και να αποκτήσω. Κι όμως υπάρχει μόνο ένα μεγάλο πράγμα το σπουδαιότερο πράγμα: να ζήσω για να δω στα καλύβια και στα ταξίδια τη μεγάλη μέρα που ξημερώνει και το φως που γεμίζει τη γη.

Εκλιπαρώντας την ανάσα (Zuni)

Εκλιπαρώντας την ανάσα του θεού τη ζωοδότρα ανάσα του την αρχαία ανάσα του την ανάσα των νερών την ανάσα των σπόρων την ανάσα των αγαθών την ανάσα της γονιμότητας την ανάσα της δύναμης την ανάσα του δυνατού πνεύματος την ανάσα κάθε ευτυχίας ζητώντας την ανάσα του και μέσα στο ζεστό μου σώμα τραβώντας την ανάσα του τη φυσάω στην ανάσα σου ευτυχισμένες πάντα για να ζεις.

Φιλία (Aztec)

Σαν φτερό από κετζάλ*, σαν ευωδιαστό λουλούδι λάμπει η φιλία: σαν φτερά ερωδιού υφαίνεται γεμάτη στολίδια. Το τραγούδι μας είναι φωνή πουλιού σαν κουδουνάκι: Τι όμορφα που κάνεις κι αντηχεί! Εδώ, ανάμεσα στα λουλούδια που μας περικλείουν ανάμεσα στα ανθισμένα λουλούδια, τραγουδάς. * Σ.τ.μ.: Εξωτικό πουλί

Λόγια της μητέρας στο νεογέννητο γιο της την ώρα που κόβει τον ομφάλιο λώρο (Aztec)

Κόβω από την κοιλιά σου τον αφαλό: να ξέρεις πως ο τόπος που γεννήθηκες δεν είναι η πατρίδα σου, γιατί είσαι υπηρέτης και πολεμιστής, είσαι το πουλί που λέγεται κετζάλ, είσαι το πουλί που λέγεται ζακουάν, είσαι υπηρέτης και πολεμιστής Εκείνου που κατοικεί σε Όλους τους Τόπους. Το σπίτι που γεννήθηκες δεν είναι παρά η φωλιά σου. Είναι ένας σταθμός στο δρόμο σου. Είναι το σημείο εισόδου σου στον κόσμο. Εδώ ξεπήδησες, εδώ άνθισες. Εδώ αποχωρίζεσαι τη μάνα σου σαν το πελεκούδι που κόπηκε απ’ την πέτρα.

Σε μια αγαπημένη γυναίκα (Otomi)

Στον ουρανό ένα φεγγάρι· στο πρόσωπο σου ένα στόμα. Στον ουρανό πολλά άστρα· στο πρόσωπο σου μόνο δύο μάτια.

Τραγούδι ονείρου (Papago)

Εκεί που διασταυρώνονται τα βουνά. Στην κορυφή του βουνού, ούτε ξέρω που. Περιπλανήθηκα εκεί που το μυαλό και η καρδιά μου έμοιαζαν χαμένα. Έφυγα μακριά.

Γιάννα στις 1 Ιανουαρίου 2018

Το φίλτρο

Η νέα χρονιά ήρθε με δώρο

Αόρατο μπήκε
διάτρητο πλέγμα στην πόρτα

Οτι ειναι χοντρό μενει απ έξω

Οι λεπτές μόνο αισθήσεις διαπερνούν

Ο καινούργιος χρόνος
αφήνει την πόρτα ανοιχτή
σε όσους αδολα θελουν να μπουν
και για οσους οργισμένα
θέλουν να βγουν

Το φούσκωμα του εγώ
και άλλων παρόμοιων σκουπιδιών
Θα φυλάσσονται σε κάδο
άχρηστων συμπεριφορών

Δίνω όρκο μεγάλο
ότι με πληγώνει βαθιά
με ελαφριά την καρδιά
θα πω ευχαριστώ
δεν θα πάρω

Ανοιγομαι στο δυνατό , το αληθινό
το αυτονόητο…..και το μεγάλο

 

Του φίλου μου Μανώλη Γραμματικάκη

 

Γιάννα στις 3 Δεκεμβρίου 2017

Πάντα τη θάλασσα, άνθρωπε λεύτερε, θ’ αγαπάς!Αυτή είναι ο καθρέπτης σου κοιτάζεις τους βυθούς σουστο κύλισμα τ’ ατελείωτο του κύματος, κι ο νους σουκλείνει κι αυτός την πίκρα της αβύσσου, της βαθιάςΣ’ αρέσει να βυθίζεσαι στο πέλαο που σου μοιάζει’να κλείσεις στην αγκάλη σου θες τον ωκεανό,και της καρδιάς σου η τρικυμιά καμιά φορά ησυχάζει,τον άγριο του κι αδάμαστο ακούοντας στεναγμόΕίστε κι οι δυο σκοτεινοί κι απόκρυφοι’ κανείς,ω άνθρωπε, δε μέτρησε την άπατη άβυσσό σου’κανείς δεν ξέρει, ω θάλασσα, τον πλούτο τον κρυφό σου,τόσο με ζήλια κρύβετε τα μυστικά σας εσείς!Κι όμως, να που αναρίθμητους αιώνες στη ζωή,ο ένας τον άλλον άφοβα κι ανήλεα πολεμάτε,τόσο κι οι δυο σας τη σφαγή, το θάνατο αγαπάτε,ω πολέμαρχοι αιώνιοι, ω αμείλικτοι αδερφοί!

Γιάννα στις 3 Δεκεμβρίου 2017

Είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι,
οι βαλσαμωμένοι άνθρωποι
σκύβοντας μαζί
κεφαλοκαύκι γεμισμένο άχυρο. Aλίμονο!
οι στεγνές φωνές μας όταν
ψιθυρίζουμε μαζί
είναι ήσυχες κι ανόητες
σαν άνεμος σε ξερό χορτάρι
ή πόδια ποντικών σε σπασμένο γυαλί
στο ξερό μας κελάρι

σχήμα χωρίς μορφή, σκιά χωρίς χρώμα,
παραλυμένη δύναμη, χειρονομία χωρίς κίνηση

αυτοί που πέρασαν
με ολόισια μάτια, στου θανάτου το άλλο βασίλειο
μας θυμούνται -αν καθόλου μας θυμούνται-
σαν κούφιους ανθρώπους
σα βαλσαμωμένους

μάτια δεν τολμώ να δω στα όνειρα
στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο
αυτά δεν εμφανίζονται εκεί:
τα μάτια είναι
ηλιόφως σε μια σπασμένη κολώνα
εκεί, είναι ένα δέντρο χορεύοντας
και φωνές
στου ανέμου το τραγούδισμα
πιο μακρινές και πιο τελεστικές
από ένα μαραμένο αστέρι

ας είμαι όχι πιο κοντά
στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο
ας φορέσω επίσης
τις μεταμφιέσεις
αρουραίου τρίχωμα, κοράκου δέρμα, κουρελούδες
σ” έναν αγρό
φερόμενος όπως φέρεται ο άνεμος
όχι πιο κοντά

όχι αυτή την τελική συνάντηση
στου λυκόφωτος το βασίλειο

αυτή είναι η νεκρή χώρα
αυτή είναι του κάκτου η χώρα
εδώ τα πέτρινα είδωλα
σηκώνονται, εδώ λαμβάνουν
την ικεσία ενός χεριού νεκρού ανθρώπου
κάτω απ” το σπίθισμα σβησμένου άστρου

αυτό είναι σαν αυτό
στου θανάτου το άλλο βασίλειο
ξυπνώντας μόνοι
την ώρα που είμαστε
τρέμοντας με τρυφερότητα
χείλη που θα φιλούσαν
κάνουν προσευχές σε τσακισμένες πέτρες

αόμματοι
αν δεν τα μάτια μας ξαναφανούν
όπως το αέναο άστρο
του πολύφυλλου ρόδου
στου θανάτου το λυκοφωτικό βασίλειο
η ελπίδα μόνο
των κενών ανθρώπων
των άδειων ανθρώπων

μεταξύ ιδέας
και πραγματικότητας
μεταξύ κίνησης
και δράσης
πέφτει η σκιά

μεταξύ αντίληψης
και δημιουργίας
πέφτει η σκιά

η ζωή είναι πολύ μακριά

μεταξύ πόθου
και σπασμού
μεταξύ δύναμης
και ύπαρξης
μεταξύ ουσίας
και πτώσης
πέφτει η σκιά
γιατί δικό σου είναι το βασίλειο

γιατί δική σου είναι η ζωή
γιατί η ζωή σου είναι δική σου
δική σου

αυτός είναι ο τρόπος που τελειώνει ο κόσμος
όχι μ” ένα πάταγο αλλά μ” ένα λυγμό

Γιάννα στις 25 Νοεμβρίου 2017

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΑ ΛΑΜΨΗ ΤΟΥΣ, ΤΗΝ ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΟΥ ΚΑΝΟΥΝ ΤΑ ΑΣΤΕΡΙΑ ΓΥΡΙΖΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΤΡΟΧΙΑ ΤΟΥΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΤΗΝ ΑΚΟΥΣΕΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΑΠΟΛΥΤΗ ΗΣΥΧΙΑ Ο ΕΝΘΕΟΣ ΝΟΥΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ.

«Το λέω για να τ’ ακούν οι νέοι, και να σκορπίσουν τα λαχεία τους κι αυτοί, όπου μπορέσουν κι όπου βρουν. Να μην τ’ αφήσουν κέρδος στους πολλούς. Έτσι τουλάχιστον, θα κατακτήσουμε τη δυνατότητα να μας φοβούνται. Ποιους; Εμάς, τους ποιητές. Μια και δεν είναι δυνατό να μας εντάξουν στα συρτάρια τους, σ’ ό,τι μπορούν να ελέγξουνε και να προβλέψουν οι ανερχόμενοι πολλοί. Τους φοβερίζει η άρνησή μας να δεχτούμε φάκελο, κατάταξη, τάξη κι αριθμό. Τους φοβερίζει η άρνησή μας να ενταχθούμε στις ομάδες αυτών που όταν κοιμούνται, τα χέρια τους είναι από μέσα ή απ΄ έξω από το πάπλωμα. Γιατί τα χέρια τα δικά μας την ώρα του ύπνου, ζωγραφίζουν ελεύθερα τους ανέμους, με χρώματα και με σχηματισμούς πτηνών, και μας τοποθετούν παντοτινά μες στους αιώνες, με την αθάνατη κι ερωτική μορφή του Λαχειοπώλη τ΄ Ουρανού».

Απόσπασμα από το βιβλίο του Μάνου Χατζιδάκι, Ta Σχόλια του Τρίτου

Γιάννα στις 18 Νοεμβρίου 2017

 

Για έναν ποιητή το θέμα δεν είναι να πει ότι βρέχει. Το θέμα είναι να δημιουργήσει τη βροχή! Paul Valery

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ

Εν μέσω λογισμών και παραλογισμών
άρχισε κι η βροχή να λιώνει τα μεσάνυχτα
μ’ αυτόν τον πάντα νικημένο ήχο
σι, σι, σι.
Ήχος συρτός, συλλογιστός, συνέρημος,
ήχος κανονικός, κανονικής βροχής.
Όμως ο παραλογισμός
άλλη γραφή κι άλλην ανάγνωση
μού’ μαθε για τους ήχους.
Κι όλη τη νύχτα ακούω και διαβάζω τη βροχή,
σίγμα πλάι σε γιώτα, γιώτα κοντά στο σίγμα,
κρυστάλλινα ψηφία που τσουγκρίζουν
και μουρμουρίζουν ένα εσύ, εσύ, εσύ.Και κάθε σταγόνα κι ένα εσύ,
όλη τη νύχτα
ο ίδιος παρεξηγημένος ήχος,
αξημέρωτος ήχος,
αξημέρωτη ανάγκη εσύ,
βραδύγλωσση βροχή,
σαν πρόθεση ναυαγισμένη
κάτι μακρύ να διηγηθεί
και λέει μόνο εσύ, εσύ, εσύ,
νοσταλγία δισύλλαβη,
ένταση μονολεκτική,
το ένα εσύ σαν μνήμη,
το άλλο σαν μομφή
και σαν μοιρολατρία,
τόση βροχή για μια απουσία,
τόση αγρύπνια για μια λέξη,
πολύ με ζάλισε απόψε η βροχή
μ’ αυτή της τη μεροληψία
όλο εσύ, εσύ, εσύ,
σαν όλα τ’ άλλα νά’ ναι αμελητέα
και μόνο  εσύ, εσύ, εσύ

 

ΜΑΝΩΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

[Άρχισε μια σιγανή βροχή…]

Έπεφτε μια κίτρινη παλιά βροχή…
Γ. Κ.
Άρχισε μια σιγανή βροχή αργά προς το βράδυ. Στις πολιτείες ο ουρανός φαίνεται μιαν απέραντη λασπωμένη πεδιάδαΚι η βροχή είναι μια καλοσύνη, όσο να πεις, δε μοιάζει διόλου με το θάνατο Μπορείς να βαδίζεις κάποτε χωρίς κανένα σκοπό ή με σκοπό —σου είναι αδιάφορο—Μιαν εποχή μακρινή και νεκρή σα μια βίαια σκισμένη πολυτέλεια. Εγώ συλλογίζομαι πώς και γιατί άραγε μια βροχή μπορεί να σου θυμίζει τόσα πράγματα— Χωρίς αμφιβολία είναι τόσο ανόητο να τα στοχάζεσαι όλα αυτά μια τέτοιαν ώρα— Συλλογίζομαι όμως στις ζεστές χειμωνιάτικες κάμαρες μιαν αλλιώτικη μυρουδιά Ύστερα από τις 6 με τα κλειστά παραθυρόφυλλα και τ’ αναμμένο φως. Ή μια γωνιά δίπλα στο τζάμι σ’ ένα μεγάλο καφενείο με τις αδιάφορες φωνές. Τα συλλογίζεσαι όλα αυτά με τον πιο απλούστερο τρόπο ολωσδιόλου παιδιάστικα Μπορείς να λησμονείς το κάθε τι, τί τάχα να γυρεύεις εδώ μια τέτοιαν ώρα. Εσύ, ο διπλανός σου, όλος αυτός ο κόσμος που πορεύεται δίπλα σου μες στο σκοτάδι. Αυτή η ανήσυχη σιωπή που πληγώνει περισσότερο κι απ’ το πιο κοφτερό λεπίδι. Να λησμονείς για μιαν ελάχιστη στιγμή πως ίσως δεν τέλειωσε ούτε και απόψε για σένανε το κάθε τι . Τόσο π’ αν τρίξει κάτι αναπάντεχα είναι να σου ξυπνήσει την ακριβήν υπόθεση μιας επιστροφής Τη χειμωνιάτικη ζεστή κάμαρα, το καφενείο με τις πολύχρωμες φωνές.

…Έτσι βρέχει λοιπόν μια κίτρινη βροχή χωρίς τέλος. Μια κίτρινη παλιά βροχή, τη νύχτα, σα μαστίγιο.

Γιάννα στις 27 Οκτωβρίου 2017

Άγρια των άστρων μουσική
μόλις νυχτώνει με ξυπνάς
Μέσα στην πιο βαθιά σιωπή
έρχεσαι και με τυραννάς

Άγρια των άστρων μουσική

στην ξεχασμένη σου φωτιά
ρίχνονται οι πιο κρυφοί καημοί
ψάχνοντας να “βρουν γιατρειά

Μ’ όσα φύγαν, μ’ όσα έχουν πια χαθεί
μ’ ό,τι μέσα μου έχω ως τώρα περισώσει
ξεκινάω κάθε μέρα απ’ την αρχή
τα μετράω και περιμένω να νυχτώσει

Άγρια των άστρων μουσική
μόλις νυχτώνει με ξυπνάς
Μέσα στην πιο βαθιά σιωπή
έρχεσαι και με τυραννάς

Με μεθάς με γελάς με χαϊδεύεις με χτυπάς με πονάς
Στην ανύπαρκτη πατρίδα των ονείρων μ’ οδηγάς
Με μεθάς με γελάς με χαϊδεύεις με χτυπάς με πονάς
Κι όταν φεύγεις το πρωί σαν παιδί με παρατάς

Άγρια των άστρων μουσική
έρχεσαι δίχως να ρωτάς
και μ’ ένα ξαφνικό φιλί
με καταπίνεις, με ρουφάς

Άγρια των άστρων μουσική
στην ξεχασμένη σου φωτιά
ρίχνονται οι πιο κρυφοί καημοί
ψάχνοντας να “βρουν γιατρειά

Με μεθάς με γελάς με χαϊδεύεις με χτυπάς με πονάς
Στην ανύπαρκτη πατρίδα των ονείρων μ’ οδηγάς
Με μεθάς με γελάς με χαϊδεύεις με χτυπάς με πονάς
Κι όταν φεύγεις το πρωί σαν παιδί με παρατάς…

 

Γιάννα στις 14 Οκτωβρίου 2017

Ρίτσος

Για το παιδί»: «Τα παιδιά θέλουν παπούτσια/ τα παιδιά θέλουν ψωμί/ θέλουνε και φάρμακα/ δούλεψε και συ/ Γέλα κλαίγε κι όλο λέγε/ το παιδί: ζωή./ Τίποτ’ άλλο, Ζωή./ Ζύμωνε στη σκάφη/ πρώτο σου ζυμάρι, πρώτο σου ψωμί/ ένα καλυβάκι μια μικρούλα αυλή/για το παιδί./ Ζύμωνε το χώμα/ με το δάκρυ δάκρυ/ φτιάξε ένα χωμάτινο πουλί/ να πετάει τη νύχτα/ και να κελαηδεί/ για το παιδί./ Τούτη είναι η ζωή μας/ τούτο το μεγάλο, τίποτ’ άλλο/ γέλα κλάψε, πες ό,τι θες/ Το παιδί ζωή: ζωή/ τίποτ’ άλλο.»!

Ειρήνη- Γ. Ρίτσο

Τ’ όνειρο του παιδιού είναι η ειρήνη
Τ’ όνειρο της μάνας είναι η ειρήνη
Τα λόγια της αγάπης κάτω απ’ τα δέντρα
είναι η ειρήνη. Ο πατέρας που γυρνάει τ’ απόβραδο
μ’ ένα φαρδύ χαμόγελο στα μάτια
μ’ ένα ζεμπίλι στα χέρια του γεμάτο φρούτα
και οι σταγόνες του ιδρώτα στο μέτωπό του
είναι όπως οι σταγόνες του σταμνιού
που παγώνει το νερό στο παράθυρο,
είναι η ειρήνη.
Όταν οι ουλές απ’ τις λαβωματιές
κλείνουν στο πρόσωπο του κόσμου
και μες στους λάκκους που ‘καψε η πυρκαγιά
δένει τα πρώτα της μπουμπούκια η ελπίδα
κι οι νεκροί μπορούν να γείρουν στον πλευρό τους
και να κοιμηθούν δίχως παράπονο
ξέροντας πως δεν πήγε το αίμα τους του κάκου,
είναι η ειρήνη.
Ειρήνη είναι η μυρουδιά του φαγητού το βράδυ,
τότε που το σταμάτημα του αυτοκινήτου στο δρόμο
δεν είναι φόβος,
τότε που το χτύπημα στην πόρτα
σημαίνει φίλος,
και το άνοιγμα του παραθύρου κάθε ώρα
σημαίνει ουρανός,
γιορτάζοντας τα μάτια μας
με τις μακρινές καμπάνες των χρωμάτων του,
είναι ειρήνη.
Ειρήνη είναι ένα ποτήρι ζεστό γάλα
κι ένα βιβλίο μπροστά στο παιδί που ξυπνάει,
τότε που τα στάχυα γέρνουν το ‘να στ’ άλλο λέγοντας:
το φως, το φως
και ξεχειλάει η στεφάνη του ορίζοντα φως,
είναι η ειρήνη.
Τότε που οι φυλακές επισκευάζονται να γίνουν βιβλιοθήκες,
τότε που ένα τραγούδι ανεβαίνει από κατώφλι σε κατώφλι τη νύχτα,
τότε που τ’ ανοιξιάτικο φεγγάρι βγαίνει απ’ το σύγνεφο
όπως βγαίνει απ’ το κουρείο της συνοικίας
φρεσκοξυρισμένος ο εργάτης το Σαββατόβραδο,
είναι η ειρήνη.
Τότε που η μέρα που πέρασε,
δεν είναι μια μέρα που χάθηκε,
μα είναι η ρίζα που ανεβάζει τα φύλλα της χαράς μέσα στο βράδυ
κι είναι μια κερδισμένη μέρα κι ένας δίκαιος ύπνος,
που νιώθεις πάλι ο ήλιος να δένει βιαστικά τα κορδόνια του
να κυνηγήσει τη λύπη απ’ τις γωνιές του χρόνου,
είναι η ειρήνη.
Ειρήνη είναι οι θημωνιές των αχτίνων στους κάμπους του καλοκαιριού
είναι τ’ αλφαβητάρι της καλοσύνης στα γόνατα της αυγής.
Όταν λες: αδελφές μου, – όταν λέμε: αύριο θα χτίσουμε.
όταν χτίζουμε και τραγουδάμε,
είναι η ειρήνη.
Η ειρήνη είναι τα σφιγμένα χέρια των ανθρώπων
είναι το ζεστό ψωμί στο τραπέζι του κόσμου
είναι το χαμόγελο της μάνας
Τίποτ’ άλλο δεν είναι η ειρήνη.
Και τ’ αλέτρια που χαράζουν βαθιές αυλακιές σ’ όλη τη γη,
ένα όνομα μονάχα γράφουν:
Ειρήνη.
Τίποτ’ άλλο. Ειρήνη.
Πάνω στις ράγες των στίχων μου
το τραίνο που προχωρεί στο μέλλον
φορτωμένο στάρι και τριαντάφυλλα,
είναι η ειρήνη.
Αδέρφια,
μες στην ειρήνη διάπλατα ανασαίνει όλος ο κόσμος
με όλα τα όνειρά μας
Δώστε τα χέρια αδέρφια μου,
αυτό ‘ναι η ειρήνη.

 

…Το ποίημα
μην το καταποντίζεις στα βαθιά πλατάνια
θρέψε το με το χώμα και το βράχο που έχεις.
Τα περισσότερα –
σκάψε στον ίδιο τόπο να τα βρεις.
Ο Γιώργος Σεφέρης συνθέτει ένα ποίημα «εις εαυτόν», για την αξία της αυτογνωσίας, η αλήθεια του οποίου λειτουργεί ως μήνυμα προς κάθε άνθρωπο και φυσικά προς τους ομοτέχνους του. Ο ποιητής αναγνωρίζει πως η πραγματική ουσία του ανθρώπου ενυπάρχει στα απλά πράγματα που συνθέτουν τη ζωή του και πως κάθε άνθρωπος οφείλει να γνωρίσει και να αποδεχτεί αυτό που πραγματικά είναι. Μόνο αν γνωρίσουμε την πραγματική μας υπόσταση, θα μπορέσουμε να αντλήσουμε τις απαντήσεις που γυρεύουμε.
Γιάννα στις 25 Μαρτίου 2017

. Εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις.

2. Τα τρία Τ της επιτυχίας: Ταλέντο, Τόλμη, Τύχη.

3. Πιάσε το ΠΡΕΠΕΙ από το ιώτα και γδάρε το ίσαμε το πι.

4. Είναι διγαμία ν’ αγαπάς και να ονειρεύεσαι.

5. Την αλήθεια την φτιάχνει κανείς ακριβώς όπως φτιάχνει και το ψέμα.

6. Η λύπη ομορφαίνει επειδή της μοιάζουμε.

7. Το κενό υπάρχει όσο δεν πέφτεις μέσα του.

8. Κάνε άλμα πιο γρήγορο από τη φθορά.

9. Όταν ακούς τάξη, ανθρωπινό κρέας μυρίζει.

10. Βαρύς ο κόσμος να τον ζήσεις, όμως για λίγη περηφάνια το άξιζε.

11. Χαράξου κάπου με οποιονδήποτε τρόπο και μετά πάλι σβήσου με γενναιοδωρία…

12. Και η Ποίηση πάντοτε είναι μία όπως ένας είναι ο ουρανός. Το ζήτημα είναι από πού βλέπει κανείς τον ουρανό. Εγώ τον έχω δει από καταμεσίς της θάλασσας.

13. Για να πατάς στέρεα στη γη, πρέπει το ένα πόδι σου να είναι έξω από τη γη.

14. Όταν η συμφορά συμφέρει, λογάριαζέ την για πόρνη.

15. Αλλά με τις ξόβεργες μπορεί να πιάνεις πουλιά, δεν πιάνεις ποτέ το κελαηδητό τους. Χρειάζεται η άλλη βέργα, της μαγείας, και ποιος μπορεί να την κατασκευάσει αν δεν του ’χει από μιας αρχής δοθεί;

16. Από τον Θεό τραβιέται ο άνθρωπος όπως ο καρχαρίας από το αίμα.

17. Το άπειρο υπάρχει για μας όπως η γλώσσα για τον κωφάλαλο.

18. Αρκετά λατρέψαμε τον κίνδυνο κι είναι καιρός να μας το ανταποδώσει.

19. Μια νομοθεσία εντελώς άχρηστη για τις Εξουσίες θα ‘τανε αληθινή σωτηρία.

20. Τη μαγεία δεν την πιάνεις με την ερμηνεία της μαγείας, πόσο μάλλον με την περιγραφή της ερμηνείας της μαγείας. Ή κελαηδάς ή σωπαίνεις. Δε λες: αυτό που κάνω είναι κελαηδητό!

21. Δυστυχώς και η Γη με δικά μας έξοδα γυρίζει.

22. Η αλήθεια βγαίνει χυτή σαν το νιόκοπο άγαλμα, μόνον μέσ’ από τα καθάρια νερά της μοναξιάς· κι η μοναξιά της πένας είναι από τις πιο μεγάλες.

23. Ο Νόμος που είμαι δεν θα με υποτάξει.

24. Ένας Αναχωρητής για τους μισούς είναι, αναγκαστικά, για τους άλλους μισούς, ένας Ερχόμενος.

25. Φτασμένες οι προλήψεις σε μια καθαρότητα μαθηματική, μας οδηγούν στη βαθύτερη γνώση του κόσμου.

26. Αλλά κάτεχε ότι μονάχα κείνος που παλεύει το σκοτάδι μέσα του θα ‘χει μεθαύριο μερτικό δικό του στον ήλιο.

27. Ήρθαν ντυμένοι φίλοι αμέτρητες φορές οι εχθροί μου το παμπάλαιο χώμα πατώντας.

28. Ναι, ο Παράδεισος δεν ήταν μια νοσταλγία. Ούτε, πολύ περισσότερο, μια ανταμοιβή. Ήταν ένα δικαίωμα.

29. Κι έναν πόντο πιο ψηλά να πάτε, άνθρωποι, ευχαριστώ θα σας πει ο Θεός.

30. Τρώγε την πρόοδο και με τα φλούδια και με τα κουκούτσια της.

31. Ο ήλιος σκάει μέσα μας κι εμείς κρατάμε την παλάμη στο στόμα έντρομοι.

32. Στην κακή μοιρασιά πάντοτε ο Θεός ζημιώνεται.

33. Όπου ακούς αέρα είναι η γαλήνη που βρυκολάκιασε.

34. Ψαρεύοντας έρχεται η θάλασσα.

35. Θεέ μου τι μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε.

36. Τη γλώσσα μου έδωσαν Ελληνική. Το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου.

37. Πριν απ’ τα μάτια μου ήσουν φως. Πριν απ’ τον Έρωτα έρωτας Κι όταν σε πήρε το φιλί, Γυναίκα.

38. Μέσα στη θλίψη της απέραντης μετριότητας, που μας πνίγει από παντού, παρηγοριέμαι ότι κάπου, σε κάποιο καμαράκι, κάποιοι πεισματάρηδες αγωνίζονται να εξουδετερώσουν τη φθορά.

39. Το ελάχιστο θέλησα και με τιμώρησαν με το πολύ.

40. Κείνο που σου προσάπτουνε τα χελιδόνια είναι η άνοιξη που δεν έφερες.