Ποίηση

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 27 Νοεμβρίου 2022

Κάθομαι εδώ στο παράθυρο, κοιτάω τους διαβάτες
και κοιτάζομαι μές στα μάτια τους. Θαρρώ πως είμαι
μια σιωπηλή φωτογραφία, μες στην παλαιά κορνίζα της,
κρεμασμέμη έξω απ’ το το σπίτι, στο δυτικό τοίχο,
εγώ και το παράθυρό μου.
Κοιτάζω κάποτε ο ίδιος
ετούτη τη φωτογραφία με τα ερωτικά, κουρασμένα της μάτια –
ένας ίσκιος αποκρύβει το στόμα, η επίπεδη λάμψη απ’ το τζάμι της κορνίζας,
στιγμές – στιγμές, αντίκρυ στο λιόγερμα ή στο φεγγαρόφωτο,
σκεπάζει ολόκληρο το πρόσωπο, κ’ είμαι κρυμμένος
πίσω απόνα τετράγωνο φως, χλωμό ή ασημένιο ή ρόδινο,
και μπορώ ελεύθερα να κοιτάζω τον κόσμο
χωρίς να με βλέπει. Ελεύθερα, – τι να πούμε;û

Γι’ αυτό διαλέγουμε συχνά ένα χώρο στενό που να μας προστατεύει
απ’ το ίδιο μας το απέραντο. Κ’ ίσως γι’ αυτό
κάθομαι εδώ, σε τούτο το παράθυρο να βλέπω
τα νωπά χνάρια απ’ τις πατούσες του βαρκάρη
πάνω στις πλάκες της προκυμαίας να σβήνουν λίγο – λίγο
σα μια σειρά μικρά στενόμακρα φεγγάρια μέσα σ’ ένα παραμύθι.

Κι ούτε που καταλαβαίνω πια τίποτα κι ούτε που προσπαθώ να
καταλάβω.
Μια γυναίκα λουσμένη σκύβει στο πλαινό μπαλκόνι
σιγοτραγουδώντας
για να στεγνώσει τα μαλλιά της με το τραγούδι της. Ένας ναύτης
στέκεται απορημένος, μ’ ανοιχτά τα σκέλια,
μπρος στην πελώρια απογευματινή σκιά του, σα νάναι
όρθιος στην πλώρη ενός καραβιού σε ξένο λιμάνι
και δε γνωρίζει τα νερά και δε γνωρίζει που να ρίξει την άγκυρα.
Αργότερα, που σκοτεινιάζει λίγο – λίγο και σβήνει στους τοίχους
και στις μάντρες
το σιγαλό, βιολετί καρδιοχτύπι του ηλιοβασιλέματος, πριν ανάψουν ακόμη
τα φανάρια του δρόμου,γίνεται μια άξαφνη ζέστα – και τότε
τα πρόσωπα πιότερο μαντεύονται παρά που υπάρχουν,
βλέπεις τη σκιά να εισχωρεί στις ιδρωμένες μασχάλες,
ο ήχος ενός φυγααλέου φορέματος ανεμίζει το φύλλωμα ενός δέντρου
τ’ άσπρα πουκάμισα των νέων παίρνουν ένα απόμακρο χρώμα γαλανό
κι αχνίζουν,
κ’ είναι όλα τόσο καταμόναχα, μαγεμένα κι ασύλληπτα, που ίσως γι’ αυτό
ν’ ανάβουν τα φώτα θετικά για να τα διαλύσουν όλα μες
στον ορισμό τους.

Τι παράπονο λοιπόν μπορώ νάχω απ’ αυτό το παράθυρο;
Αν θες το μισανοίγεις και, δίχως διόλου να κοιτάξεις έξω,
μπορείς μες απ’ τα τζάμια να παρακολουθείς αθέατος
αυθεντικές σκηνές του δρόμου, σ’ ένα χώρο πιο βαθύ και
διαρκέστερο
με τον πράο φωτισμό μιας μεγάλης απόστασης,
ενώ όλα αυτά διαδραματίζονται κάτω απ’ τα μάτια σου, ένα μέτρο πιο πέρα.
Αν θέλεις πάλι μπορείς να το ανοίξεις ολότελα και να κοιτιέσαι
στο τζάμι, σαν μέσα
σε καθρέφτη μαγικό, και να χτενίζεις τα μαλλιά σου
που αραιώνουν
ή να διορθώσεις κάπως το χαμόγελό σου, Μες απ’ τα τζάμια
όλα φαίνονται ευκτινέστερα – πιο σιωπιλά, πιο ακίνητα,
επομένως κι απαραίτητα κι αγέραστα.
Σούτυχε να κοιτάξεις
μ’ ένα γυαλί μέσα στη θάλασσα; Κάτω απ’ την ταραγμένη
επιφάνεια
φαίνεται εξαίσιος ο βυθός μες στην ακινησία του,
σε μια κρυστάλλινη τάξη, αδιατάρακτη κ’ εύθραυστη ταυτόχρονα,
σε μια βουβή αγιότητα – όπως λέγαμε. Μονάχα
που πιάνεται κάπως η ανάσα σου αν μείνεις έτσι περισσότερη ώρα,
γι’ αυτό σηκώνεις πάλι το κεφάλι σου στον αέρα
ή ανοίγεις αυτό το παράθυρο (ξέροντας όμως τώρα), ή βγαίνεις
απ’ την πόρτα.

Και πια δεν είναι τίποτα που να λυγίζει τη ζωή σου και τα μάτια σου
και τίποτα δεν είναι που να μη μπορείς να το δείξεις περήφανα
και να το τραγουδήσεις,
και τίποτα δεν είναι που να μη μπορείς να στρέψεις τη μορφή του προς τον ήλιο.

Πειραιάς, Απρίλης 1959

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 26 Νοεμβρίου 2022

Ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του Οδυσσέα.
Ευτυχισμένος αν στο ξεκίνημα, ένιωθε γερή την αρματωσιά μιας αγάπης, απλωμένη μέσα στο κορμί του, σαν
τις φλέβες όπου βουίζει το αίμα.

Μιας αγάπης με ακατέλυτο ρυθμό, ακατανίκητης σαν τη μουσική και παντοτινής γιατί γεννήθηκε όταν γεννηθήκαμε και σαν πεθαίνουμε, αν πεθαίνει, δεν το ξέρουμε ούτε εμείς ούτε άλλος κανείς.

Παρακαλώ το θεό να με συντρέξει να πω, σε μια στιγμή μεγάλης ευδαιμονίας, ποια είναι αυτή η αγάπη·

κάθομαι κάποτε τριγυρισμένος από την ξενιτιά κι ακούω το μακρυνό βούισμά της, σαν τον αχό της θάλασσας
που έσμιξε με το ανεξήγητο δρολάπι.

Και παρουσιάζεται μπροστά μου, πάλι και πάλι, το φάντασμα του Οδυσσέα, με μάτια κοκκινισμένα
από του κυμάτου την αρμύρα κι από το μεστωμένο πόθο να ξαναδεί τον καπνό
που βγαίνει από τη ζεστασιά του σπιτιού του
και το σκυλί του που γέρασε προσμένοντας
στη θύρα.

Στέκεται μεγάλος, ψιθυρίζοντας, ανάμεσα στ’
ασπρισμένα του γένια, λόγια της γλώσσας
μας, όπως τη μιλούσαν πριν τρεις χιλιάδες χρόνια.

Απλώνει μια παλάμη ροζιασμένη από τα σκοινιά
και το δοιάκι, με δέρμα δουλεμένο από το ξεροβόρι, από την κάψα κι από τα χιόνια.

Θα ‘λεγες πως θέλει να διώξει τον υπεράνθρωπο Κύκλωπα που βλέπει μ’ ένα μάτι, τις Σειρήνες
που σαν τις ακούσεις ξεχνάς, τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη απ’ ανάμεσό μας·τόσα περίπλοκα τέρατα, που δεν μας αφήνουν να
στοχαστούμε, πως ήταν κι αυτός ένας άνθρωπος
που πάλεψε μέσα στον κόσμο, με την ψυχή και με το σώμα.

Είναι ο μεγάλος Οδυσσέας· εκείνος που είπε να γίνει το ξύλινο άλογο και οι Αχαιοί κερδίσανε
την Τροία.

Φαντάζομαι πως έρχεται να μ’ αρμηνέψει πώς να
φτιάξω κι εγώ ένα ξύλινο άλογο για να κερδίσω τη δική μου Τροία.

Γιατί μιλά ταπεινά και με γαλήνη, χωρίς προσπάθεια,
λες με γνωρίζει σαν πατέρας είτε σαν κάτι γέρους θαλασσινούς, που ακουμπισμένοι στα δίχτυα τους, την ώρα που χειμώνιαζε και θύ-
μωνε ο αγέρας, μου λέγανε, στα παιδικά μου χρόνια, το τραγούδι του Ερωτόκριτου με τα δάκρυα στα μάτια· τότες που τρόμαζα μέσα στον ύπνο μου ακούγοντας την αντίδικη μοίρα της Αρετής να κατεβαίνει τα
μαρμαρένια σκαλοπάτια.

Μου λέει το δύσκολο πόνο να νιώθεις τα πανιά του καραβιού σου φουσκωμένα από τη θύμηση και την ψυχή σου να γίνεται τιμόνι.

Και να ‘σαι μόνος, σκοτεινός μέσα στη νύχτα και ακυβέρνητος σαν τ’ άχερο στ’ αλώνι.
Την πίκρα να βλέπεις τους συντρόφους σου καταποντισμένους μέσα στα στοιχεία, σκορπισμένους: έναν έναν.

Και πόσο παράξενα αντρειεύεσαι μιλώντας με τους πεθαμένους, όταν δε φτάνουν πια οι ζωντανοί που σου
απομέναν.

Μιλά… βλέπω ακόμη τα χέρια του που ξέραν να δοκιμάσουν αν ήταν καλά σκαλισμένη στην πλώρη η γοργόνα

να μου χαρίζουν την ακύμαντη γαλάζια θάλασσα μέσα
στην καρδιά του χειμώνα.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 20 Νοεμβρίου 2022

Νὰ ποὺ μ᾿ ἀρέσουν ἐπὶ τέλους αὐτὰ τὰ βουνὰ μ᾿ αὐτὸ τὸ φῶς

μὲ δέρμα ρυτιδωμένο σὰν τὴν κοιλιὰ τοῦ ἐλέφαντα
ὅταν τὰ μάτια του στενεύουν ἀπ᾿ τὰ χρόνια.
Νὰ ποὺ μ᾿ ἀρέσουν αὐτὲς οἱ λεῦκες, δὲν εἶναι πολλὲς
σηκώνοντας τοὺς ὤμους μέσα στὸν ἥλιο.Οἱ ἀψηλοὶ γκέγκηδες, οἱ κοντοὶ τόσκηδες, τὸ καλοκαίρι μὲ τὰ δρεπάνια καὶ τὸ χειμώνα μὲ τὰ τσεκούριακ

κι ὅλο τὰ ἴδια ξανὰ καὶ ξανά, ἴδιες κινήσεις, στὰ ἴδια σώματα κόπηκε ἡ μονοτονία.

Τί λέει ὁ Μουεζίνης στὴν ἄκρη τοῦ μιναρέ; γιὰ πρόσεξε

Ἔσκυψε ν᾿ ἀγκαλιάσει μία ξανθὴ κούκλα στὸ πλαϊνὸ μπαλκόνι.
Αὐτὴ ἀνεμίζει δυὸ ρόδινα χεράκια στὸν οὐρανὸ δὲν παραδέχεται νὰ τὴ βιάζουν
Ὡστόσο γέρνει ὁ μιναρὲς καὶ τὸ μπαλκόνι σὰν τὸν πύργο τῆς Πίζας
ἀκοῦς μονάχα ψιθυρίσματα, δὲν εἶναι τὰ φύλλα μήτε τὸ νερὸ
«ἀλλάχ! ἀλλάχ!» δὲν εἶναι μήτε τ᾿ ἀγεράκι, παράξενη προσευχὴ, ἕνας κόκορας λάλησε, πρέπει νά᾿ ναι ξανθὸς, ὢ ψυχὴ ἐρωτευμένη ποὺ πέταξες στὰ ὕψη!

Νὰ ποὺ μ᾿ ἀρέσουν ἐπὶ τέλους αὐτὰ τὰ βουνά, ἔτσι κουλουριασμένα, τὸ γερασμένο κοπάδι τριγύρω μου μ᾿ αὐτὲς τὶς ρυτίδες
σκέφτηκε κανεὶς νὰ πεῖ τὴ μοίρα ἑνὸς βουνοῦ ὅπως κοιτάζει μία παλάμη
σκέφτηκε κανείς;…
Ὢ ἐκείνη ἡ ἐπίμονη σκέψη
κλεισμένη σ᾿ ἕνα κουτὶ ἀδειανό, θεληματικὴ
χτυπώντας ἀδιάκοπα τὸ χαρτόνι, ὅλη τὴ νύχτα
σὰν ποντικὸς ποὺ ροκανίζει τὸ πάτωμα.
Κόπηκε ἡ μονοτονία, ὦ ἐσὺ ποὺ πέταξες στὰ ὕψη
νὰ ποὺ μ᾿ ἀρέσει
κι αὐτὸ τὸ βουβάλι τοῦ μακεδονίτικου κάμπου τόσο ὑπομονετικὸ
τόσο ἀβίαστο, σὰ νὰ τὸ ξέρει πὼς δὲν φτάνει κανεὶς πουθενὰ
θυμίζει τ᾿ ἀγέρωχο κεφάλι τοῦ πολεμόχαρου Βερκινγετόριξ
Tel qu᾿en lui-même enfin l᾿éternité le change.

Κορυτσὰ 1937

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 11 Νοεμβρίου 2022

Ότι έχεις μέσα σου παιδιάστικο

Σα θησαυρό να το φυλλάξεις
Τους λογισμούς, τους πόθους σου άλλαξε
Μα αυτό ποτέ να μην τ’ αλλάξεις

‘κι ‘Οποτε της ζωή τα ψεύτικα
κι άσχημα σφίγγουν την καρδιά σου
Μες σ’ ότι φύλλαξες παιδιάστικο
θα βρίσκεις την παρηγοριά σου.

Κι όταν χλωμοφυλλιάσσει η όψη σου
και στα μαλλιά σου πέσουν χιόνια
Μόνο ότι φύλλαξες παιδιάστικο
Θα μείνει απείραχτο απ’τα χρόνια.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 25 Οκτωβρίου 2022

Οι αναμνήσεις μας, σωρό,
που ζούμε πια, στο όνειρο,
χειμώνες, καλοκαίρια,
σε χρώμα κίτρινο, καφέ,
πορτοκαλί του κατιφέ,
μιας και το πράσινο εφέ,
μας ξέφυγε απ’ τα χέρια.
*
Μα, ειν’ ο νους ταξιδευτής,
ακούραστος και γητευτής,
ο χρόνος που περνά,
σε θάλασσα ασημόχρυση,
ταξίδια και μπρούσκο κρασί,
τα όνειρα κερνά.
*
Κι όσο γυρνούν πεισματικά,
ανήλεα κι αμείλικτα
του χρόνου τα γρανάζια,
ένα όνειρο, το πιο πυρό,
κάτω απ’ το φέγγος, τ’ αργυρό
του φεγγαριού, στήνει χορό,
στης μάγισσας τα νάζια.
*
Αλαφιασμένη η καρδιά,
στη νοτισμενη αμμουδιά,
ακούμπησε, τη δίψα της να σβήσει
κι εκεί, γλυκά κι ονειρικά,
στα κύματα νωχελικά,
το άχραντο μυστήριο, να ζήσει.
*
Στην ασημένια ακρογιαλιά,
μέσ’ στην υδάτινη αγκαλιά,
‘κεί, στον ευλογημένο τόπο,
θα γιάνει, αξημέρωτα,
λαβωματιές του έρωτα,
με το λυτρωτικό, δικό της τρόπο.
*
Ξημέρωσε και τ’ όνειρο,
έσμιξε, με το άπειρο,
σε κάποιο ουράνιο λιμάνι,
της κάθε ανοιχτής πληγής
και κάθε αναίτιας φυγής,
τον πόνο, να γλυκάνει.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 23 Οκτωβρίου 2022
Κυνηγέ,
υποπτεύομαι γιατί σκοτώνεις τα πουλιά.
Τα απωθημένα σου φτερά εκδικείσαι.
 
Λυτρώσου.
Όλων μας σχεδόν τα πετάγματα
κάποια τα βρήκε αζύγιαστη
ή ζυγιασμένη σφαίρα.
 
Είτε σκάρτο νερουλό ήτανε το Ικάριο
κερί
είτε γιατί ο ήλιος είναι συνεργάσιμος
μονάχα με τη δύση του
είτε γιατί κατά την απογείωση εξερράγη
εκρηκτικός αντίπαλος.
 
Υπολόγισε τώρα τι φτερά ταπείνωσε
ενός κλουβιού το ύψος ότι τάχα
κελαηδούσαν γήινα καθημερινά
λες και η ανάγκη υπέργεια να κελαηδήσεις
δεν είναι γήινη δεν είναι καθημερινή.
 
Μνημονεύω χώρια, με ευλάβεια προσευχετική
τα αυτοκτόνα εκείνα πετάγματα
με σφαίρα που κρυφά τους επρομήθευσε
του ακατανόητου η μεγάλη γενναιότης
δεδικαίωται:
η νεκροψία όλης αυτής της καντεμιάς
έδειξε πως τα μόνα καλότυχα φτερά
τα είχε η ματαιότης.
 
Ηρέμησε λοιπόν.
Έχω κι εγώ ένα σωρό απωθημένους ουρανούς
μα δε σκοτώνω άστρα.
 
Και αν καμιά φορά από μανία αδέσποτη συμβεί
κάποιο να σημαδέψω
το πολύ να κλείσω τον τραυματία κελαηδισμό του
σ’ ένα κλουβάκι στοίχου φευγαλέο.
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 23 Οκτωβρίου 2022
  1. Αυτοί που έφυγαν ήταν δικοί μας. Μάς έλειψαν.
    Αυτοί που γύρισαν μάς είναι ολότελα άγνωστοι.
    Άλλοτε δε φορούσανε γυαλιά. Τώρα φοράνε.
    Δεν ξέρεις αν υπάρχουν μάτια πίσω απ’ τα γυαλιά τους.
    Θα πρέπει να τους δούμε όταν κοιμούνται,
    την ώρα πού οι βαλίτσες τους ανοιχτές στο διάδρομο
    εκπνέουν τον ξένο αέρα καινούργιων εσώρουχων,
    την ώρα που ανάβει έξω στο δρόμο το μεγάλο φανάρι
    φωτίζοντας τις πόρτες των κλειστών καταστημάτων
    και το αδιάβατο γίνεται προσιτό, γιατί δεν έχεις
    τίποτα πια ν’ αγοράσεις ή να πουλήσεις.
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 23 Οκτωβρίου 2022
Επέστρεψα.
Άγγιξα την κλειδαριά.
Μονομιάς μου θύμισε προς τα που γυρίζει.
Άνοιξα.
Μπήκα μέσα με το δεξί.
Τόσος καιρός πέρασε,
άξιζε μια κίνηση καλορίζικη.
Σκοτάδι,
στωικά καρτερικό,
περίμενε να ξαναεισβάλω.
Μέρα-νύχτα με περίμενε.
Μόνο με μένα, λέει, θά ‘βρισκε
το φως που του αξίζει.
 
Τόσοι ήλιοι εναλλάχτηκαν με τόσα φεγγάρια
πάνω απ’τα πατρογονικά αυτά ντουβάρια.
Στήλη άλατος, δίχως άλας,
μ´ είδαν και ξαφνιάστηκαν.
Δεν τό ‘λεγαν, φαίνεται,
πως θα ξαναεισβάλω.
 
Και τώρα, ξέρεις τι φοβάμαι.
Πως αν τα ζεστάνω και πάλι,
έστω και λίγο,
μονομιάς θα τρέξουν να θέτουν
υποψηφιότητες σοβαρές
για την Ιθάκη μου.
 
Δεν τους έφτανε, βλέπεις,
που τόσα χρόνια ήταν,
κάθε φορά,
η άγκυρά μου.
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 12 Ιουνίου 2022

“Ω αιώνιε εσύ ταξιδευτή, άκου μια ιστορία

γιατί είτε είσαι πρίγκιπας μικρός ειτ΄ ένας Οδυσσέας
η Γη θα είναι πάντα στρογγυλή και πάντα θα γυρίζεις
εκεί όπου πρωτάρχισες, στην πρώτη σου ανάσα
μες της μητέρας Γης μήτρα ζεστή, πριν κι απ’ το πρώτο κλάμα
επάνω στον πλανήτη σου, στο θρόνο της αλήθειας

Γιατί τους παγωμένους τους ωκεανούς, τις πύρινες ερήμους
τ’ απόμερα απογέματα, τις τρελαμένες πόλεις
τις λέξεις τις χαρούμενες, τις πληγωμένες μνήμες
στ’ αλήθεια μια σπιθαμή απόσταση όλα τα χωρίζει
κι άμα εσύ το επιθυμείς, ο χρόνος σε ξεχνάει

Άσε λοιπόν το νου σου να διψά, χιλιόμετρα να τρέχει
να υφαίνει με ψευδαίσθηση το θάνατο ότι κλέβει
με σχέδια, όνειρά, στιγμές σε πέτρινα μνημεία
να ξεγλιστράει σαν ληστής απ’ την ακινησία

Και πριν ταξιδέψεις αδερφέ, βυθίσου στην αγκαλιά σου
ένα απομεσήμερο, στο δάσος μιας ηπείρου
κάτω απ’ τον ήλιο το ζεστό, στο απαλό το χώμα
και αν δεις τις πόρτες ανοιχτές διάπλατα να είναι
κλείσε τα μάτια μια στιγμή και νιώσε την ανάσα
και τι ‘ναι αυτό που λαχταρά να λιώσει μέσα σ’ όλα

Κάνε το νου σου σύμμαχο, και χάσου στις αισθήσεις
παλάτια, χρώματα τρελά, φλεγόμενα αστέρια
και μια στάλα από φως Ελληνικό, να κατεβάζει πνεύμα
να πίνει αγάπη η ψυχή μέχρι να ξεδιψάσει
και δες πιά με κρυστάλληνη ματιά πως μέσα σου αιώνια
όλα τα πλούτη κατοικούν στην απαλή σου φύση

Αίρε λοιπόν τα ξάρτια σου και αέρα στα πανιά σου
κι άμα γυρίσεις να με δεις φέρε μια ιστορία
μια ιστορία απ’ αυτές που όλα είναι ένα
λύπη, χαρά και θάνατος από την ίδια ουσία
που ένα ταξίδι αληθινό συμβαίνει στην καρδιά σου
που από ζωή φλεγόμενη παντού είναι και πάντα
κρατώντας απ’ το χέρι ένα παιδί, την ψυχή όλου του κόσμου
γιατί όλα τα ταξίδια μιας ζωής είναι μονάχα ένα ταξίδι”

Aπό τον Ηλία

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 13 Μαρτίου 2022

ΕΓΚΩΜΙΟ ΣΤΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ

Το άδικο προχωράει σήμερα με αβέβαιο βήμα.
Γι’ ακόμα δέκα χιλιάδες χρόνια
οι καταπιεστές παίρνουνε μέτρα.
Η βία μάς βεβαιώνει πως
όπως είναι τα πράγματα, θα παραμείνουν.
Φωνή άλλη δεν ακούγεται
πάρεξ η φωνή των κυριάρχων,
ενώ η εκμετάλλευση ξελαρυγγιάζεται στις αγορές
πως μόλις τώρα ν’ αποδίδει ξεκινάει.
Μα κι από τους καταπιεσμένους
πολλοί λένε τώρα: ’Κείνο που θέλουμ’ εμείς
ποτέ δεν πρόκειται να γίνει.

Όμως όποιος ακόμα ανεβαίνει
δεν κάνει να λέει ποτέ!
Καθόλου βέβαιο το βέβαιο δεν είναι.
Όταν οι Αποπάνω αποσώσει θα ’χουνε τους λόγους τους,
θα μιλήσουνε οι Αποκάτω.
Ποιος θα τολμήσει πια να ξαναπεί ποτέ!
Ποιος φταίει που υπάρχει ακόμα καταπίεση; Εμείς!
Ποιος να την συντρίψει θ’ αναλάβει; Εμείς ομοίως!
Οι γονατισμένοι όλοι, εμπρός! Σηκωθείτε!
Οι χαμένοι όλοι, εμπρός! Στον αγώνα! Πολεμήστε!
Όποιος την κατάστασή του ξέρει και κατανοεί
πώς θα εμποδιστεί να την αλλάξει;
Οι νικημένοι του σήμερα, βλέπετε,
είναι οι νικητές του αύριο,
όσο για κείνο το π ο τ έ
έχει πλέον γίνει  σ ή μ ε ρ α, κι έχουμε κιόλας αργήσει!

ΑΝ ΜΕΙΝΟΥΝΕ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΟΠΩΣ ΕΙΝΑΙ

Αν μείνουνε τα πράγματα όπως είναι
είσαστε χαμένοι.
Η μεταβολή, ναι, είναι εσάς ο φίλος σας,
και η διαφωνία ο σύμμαχός σας στον αγώνα.
Από το τίποτα
κάτι πρέπει εσείς να φτιάξετε,
οι δε του κόσμου οι παντοδύναμοι
να γίνουν πρέπει τίποτα.
Αυτό που ήδη κατέχετε αφήστε το·
πιάστε πάρτε αυτό που σας αρνιούνται

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 11 Μαρτίου 2022

Πάρε μόνο τα πιο σημαντικά.
Πάρε τα γράμματα.
Ό,τι μπορείς να κουβαλήσεις πάρε μόνο.
Τις εικόνες πάρε, και τα κεντήματα,
πάρε τ’ ασημικά, πάρε τον ξύλινο σταυρό,
και τις χρυσές ρεπλίκες.

Πάρε λίγο ψωμί, λαχανικά απ’ τον κήπο
κι έπειτα φύγε.
Δεν θα γυρίσουμε ποτέ.
Την πόλη μας δεν θα την ξαναδούμε.
Πάρε τα γράμματα, όλα τα γράμματα,
ως και το τελευταίο κακό μαντάτο.

Το μαγαζάκι εκείνο στη γωνία δεν θα το ξαναδούμε.
Ούτε θα πιούμε ξανά απ’ το πηγάδι μας το ξεραμένο.
Οικεία πρόσωπα δεν θ’ αντικρίσουμε ξανά.
Είμαστε πρόσφυγες.
Θα τρέχουμε όλη νύχτα.

Θα τρέχουμε μες σε χωράφια μ’ ηλιοτρόπια.
Θα τρέχουμε για να ξεφύγουμε απ’ τα σκυλιά. Θα αναπαυόμαστε δίπλα σε αγελάδες.
Θα πίνουμε απ’ τις χούφτες μας νερό.
Μες σε στρατόπεδα θα περιμένουμε,
τους δράκους του πολέμου ενοχλώντας.

Δεν θα επιστρέψεις ξανά,
ούτε κι οι φίλοι σου θα επιστρέψουν.
Δεν θα υπάρξουν ξανά κουζίνες καπνισμένες,
συνηθισμένες δουλειές,
φώτα ονειρικά σε νυσταγμένες πόλεις,
λιβάδια πράσινα, επαρχιώτικοι χερσότοποι.

Ο ήλιος μια κηλίδα θα είναι
σε τρένου φτηνού το παράθυρο, που θα περνά βιαστικό μπροστά από χολεριασμένους λάκκους καλυμμένους μ’ ασβέστη.
Θα έχουν ματώσει οι φτέρνες των γυναικών,
κουρασμένοι σκοποί θα φρουρούν χιονισμένα σύνορα.

Ένας ταχυδρόμος μ’ άδειους τους σάκους σκοτωμένος θα κείτεται,
κάποιος παπάς, μ’ ένα κακόμοιρο χαμόγελο στα χείλη, θα κρέμεται απ’ τα πλευρά του,
κοιμητηρίου σιωπή, θόρυβος στρατηγείου,
κι ανεπεξέργαστες λίστες νεκρών θα υπάρχουν,

λίστες τόσο μακρές που δεν θα προλαβαίνεις καν να ψάξεις
για το δικό σου όνομα.

Ποίημα του Ουκρανού Σέρχι Ζαντάν
(Serhiy Zhadan), σε ελληνική απόδοση του
Σπύρου Κιοσσέ.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 6 Μαρτίου 2022

Τι όμορφο που είναι να ζειςν

Nα μπορείς να διαβάζεις τον κόσμο

τη ζωή να τη νοιώθεις τραγούδι χαράς
τι όμορφο που είναι να ζεις σαν παιδί
να απορείς και να ζεις.

Κι όμως είναι ν’ απορείς
πως αυτό το ωραίο τραγούδι
πως αυτή η ζωή η γεμάτη χαρά
έχει γίνει σκληρή,
έχει γίνει φτηνή και τόσο πικραμένη
που είναι πονεμένη.

Τι όμορφο που είναι να ζεις
να σου λεν καλημέρα του κόσμου τα χείλη
τη ζωή να την κάνεις τραγούδι αγάπης
τι όμορφο που είναι να ζεις
σαν παιδί να απορείς και να ζεις!

Ναζίμ Χικμέτ, Απόδοση στα ελληνικά Γιάννης Ριτσος

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 22 Φεβρουαρίου 2022

Η ζωή σου είναι η δική σου ζωή

μην την αφήσεις να τσακιστεί σε μια φτηνή υποταγή.

Να παραφυλάς.

Υπάρχουν τρόποι να ξεφύγεις.

Και κάπου υπάρχει και ένα φως.

Μπορεί να μην είναι πολύ δυνατό αλλά διώχνει σκοτάδι.

Να παραφυλάς.

Οι θεοί θα σου προσφέρουν ευκαιρίες.

Να τις μάθεις.

Να τις αρπάξεις.

Να παραφυλάς.

Να θυμάσαι πως δεν μπορείς ποτέ να νικήσεις το θάνατο

μα καμιά φορά μπορείς να νικήσεις το θάνατο της ζωής.

Και όσο πιο συχνά το κάνεις τόσο περισσότερο φως θα υπάρχει.

Η ζωή σου είναι η δική σου ζωή.

Κατάλαβέ το όσο την έχεις.

Είσαι υπέροχος.

Οι θεοί προσμένουν μεγάλη ευχαρίστηση από σένα

Μην ξεχνάς

υπάρχει πάντα κάποιος ή κάτι που σε περιμένει,

κάτι δυνατότερο, πιο έξυπνο,

πιο κακό, πιο καλοσυνάτο, πιο ανθεκτικό,

κάτι μεγαλύτερο, κάτι καλύτερο,

κάτι χειρότερο, κάτι με μάτια σαν της τίγρης, σαγόνια σαν του καρχαρία,

κάτι πιο τρελό από τρελό,
λογικότερο του λογικού,

υπάρχει πάντα κάτι ή κάποιος που σε περιμένει

ενώ φοράς τα παπούτσια σου

ή ενώ κοιμάσαι
ή ενώ πετάς τα σκουπίδια
ή χαϊδεύεις τη γάτα σου
ή πλένεις τα δόντια σου
ή γιορτάζεις μια αργία

υπάρχει πάντα κάποιος ή κάτι
που σε περιμένει.

Έχε το καλά στον νου σου
ώστε όταν συμβεί
να είσαι όσο πιο έτοιμος γίνεται.

Μέχρι τότε, καλή σου μέρα
αν είσαι ακόμα εκεί.

Εγώ είμαι, νομίζω –
μόλις έκαψα τα δάχτυλά μου

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 30 Ιανουαρίου 2022

ΓΚΑΖΕΡΑ ΤΗΣ ΦΥΓΗΣ

Έχω χαθεί πολλές φορές στη θάλασσα

με το αυτί γεμάτο νιόκοπα λουλούδια,

με τη γλώσσα γεμάτη έρωτα και αγωνία.

Πολλές φορές έχω χαθεί στη θάλασσα,

όπως χάνομαι στην καρδιά κάποιων παιδιών.

Δεν υπάρχει νύχτα που, δίνοντας ένα φιλί,

να μη νιώθεις το γέλιο των απρόσωπων ανθρώπων,

μήτε υπάρχει κανείς που, χαϊδεύοντας ένα νεογέννητο,

να ξεχνά τα ασάλευτα κρανία των αλόγων.

Γιατί τα ρόδα αναζητούν στο μέτωπο

ένα σκληρό κοκάλινο τοπίο

και τα χέρια του ανθρώπου δεν έχουν άλλο σκοπό

παρά να μιμηθούν τις υπόγειες ρίζες.

Έτσι όπως χάνομαι στην καρδιά κάποιων παιδιών,

έχω χαθεί πολλές φορές στη θάλασσα.

Αδιάφορος για το νερό πάω γυρεύοντας

ένα θάνατο από φως που να με αναλώνει.

ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

Το απόβραδο λέει: Διψώ για σκοτάδι

Κι εγώ, γι’ αστροφεγγιά, λέει το φεγγάρι.
Η κρουσταλλένια βρύση χείλη αποζητάει
και στεναγμούς ο άνεμος.
Μα εγώ διψώ γι’ αρώματα και γέλια,
διψώ για καινούρια τραγούδια
χωρίς φεγγάρια και κρίνους,
και χωρίς πεθαμένες αγάπες.
Για ένα τραγούδι αυγινό που να ταράξει
του μελλούμενου καιρού
τα βαλτονέρια. Και να γεμίσει μ’ ελπίδα
τα κύματα και το βούρκο τους.
Για ένα ολόφωτο γαληνεμένο τραγούδι
πλούσιο από στοχασμούς,
παρθένο από λύπες κι αγωνίες,
παρθένο κι από ονειροφαντασίες.
Τραγούδι ανάλαφρο που να πλημμύριζε
με γέλια τη σιωπή.
(Ωσάν κοπάδι από τυφλά περιστέρια
απολυμένα μέσ’ στο μυστήριο).
Τραγούδι που να ‘φτάνε ως την ψυχή των πραγμάτων,
ως την ψυχή των ανέμων
και να συγχωνευθεί στο τέλος με της αμνημόνευτης
καρδίας την ευφροσύνη.

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

Η θάλασσα
χαμογελάει μακρυάθε.
Κι είναι τα δόντια της αφρός,
τα χείλη της ουρανός.
-Μα τί πουλάς, εσύ θολή κοπέλλα,
με τα γυμνά σου στήθια στον αγέρα;
-Νερό της θάλασσας, αφέντη,
εγώ πουλώ.
-Τί κουβαλάς, αγόρι μελαψό,
με το αίμα σου ανακατωμένο;
-Νερό της θάλασσας, αφέντη,
κουβαλώ.
-Κι αυτά τα δάκρυα τ’ αρμυρά
πούθε έρχονται, μητέρα;
-Νερό της θάλασσας, αφέντη,
κλαίω εγώ.
-Και τούτη η πίκρα η βαρειά,
καρδιά μου πούθε να γεννιέται;
-Έχει πικράδα το νερό της θάλασσας,
περίσσια!
Η θάλασσα
χαμογελάει μακρυάθε.
Τα δόντια της αφρός,
τα χείλη της ουρανός.
(Μετ. Βαρβιτσιώτη)

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 18 Δεκεμβρίου 2021

Να βρίσκεις το καλύτερο στους άλλους.
Να αφήνεις με το πέρασμά σου τον κόσμο λίγο καλύτερο από ότι τον βρήκες.Κάθε μέρα να βάζεις στη ζωή σου μια δόση από γέλιο.Και να θυμάσαι ότι η πορεία μας γίνεται ομορφότερη όταν μπορούμε να τη μοιραζόμαστε.

Να γελάς πολύ και συχνά…

Και να κοιτάς τον ήλιο στα μάτια…
Να απολαμβάνεις την ύπαρξή του, την απεραντοσύνη του.
Για πες μου, υπάρχει πιο ωραίο από το να δέχεσαι μέσα σου το φως του;

Να γελάς πολύ και συχνά…

Και να ονειρεύεσαι με πάθος.
Να θαυμάζεις το γαλάζιο του ουρανού και το βαθύ μπλε της θάλασσας.
Να μάθεις να χαίρεσαι τις απλές βόλτες με παρέες που θυμίζουν καλοκαίρι.

Να γελάς πολύ και συχνά…

Να αφήνεις τον εαυτό σου να λύνεται στα γέλια.
Έτσι ξαφνικά κι απρόσμενα σαν ένα μικρό παιδί που σκόνταψε σε σκάλα.
Και ας σε λένε οι άλλοι τρελό ή αιθεροβάμων.
Να τους απαντάς πάντα ότι ”Εγώ τη ζωή έτσι θέλω να τη βλέπω”.

Να γελάς πολύ και συχνά…

Και να απολαμβάνεις τον ήχο της βροχής με όλες σου τις αισθήσεις.
Και ας έχεις μέσα σου χειμώνα.
Και ας κρυώνεις με το βαθύ σκοτάδι.
Ακόμα και τότε μια μικρή αχτίδα φωτός θα λάμψει…αρκεί να χαμογελάσεις.

Να γελάς πολύ και συχνά…

Να γεύεσαι εκείνο το γλυκό καφέ που με το πρώτο ξύπνημα θα φτιάξεις.
Και να αναζητάς εκείνη τη αίσθηση ανεμελιάς και αθωότητας που κάποιες φορές μπορεί να σου λείπει

Να γελάς πολύ και συχνά…

Να απολαμβάνεις τη μυρωδιά των λουλουδιών,
Και το αίσθημα ελευθερίας που η ελπίδα σου χαρίζει…Για σκέψου…κάπου γίνεται πόλεμος για να επέλθει η λύτρωση.

Να γελάς πολύ και συχνά…

Να βάζεις γύρω σου αρώματα που πάντα θα σου θυμίζουν αισιοδοξία.
Εκείνο το συναίσθημα που κάνει το πρόσωπο να ανθίζει από λάμψη
Και εκείνο το βλέμμα που θα σε γεμίσει υποσχέσεις για να ξεκινήσεις από την αρχή.

Να γελάς πολύ και συχνά…

Και μη ξεχνάς όπου πας να πορεύεσαι με πίστη.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη αλήθεια από αυτή.
Για κοίτα γύρω σου…ποσο όμορφοι γίνονται οι άνθρωποι όταν έχουν πίστη μέσα τους…

Να γελάς πολύ και συχνά…

ΝΙΚΌΛ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ