Ποίηση

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 18 Δεκεμβρίου 2021

Να βρίσκεις το καλύτερο στους άλλους.
Να αφήνεις με το πέρασμά σου τον κόσμο λίγο καλύτερο από ότι τον βρήκες.Κάθε μέρα να βάζεις στη ζωή σου μια δόση από γέλιο.Και να θυμάσαι ότι η πορεία μας γίνεται ομορφότερη όταν μπορούμε να τη μοιραζόμαστε.

Να γελάς πολύ και συχνά…

Και να κοιτάς τον ήλιο στα μάτια…
Να απολαμβάνεις την ύπαρξή του, την απεραντοσύνη του.
Για πες μου, υπάρχει πιο ωραίο από το να δέχεσαι μέσα σου το φως του;

Να γελάς πολύ και συχνά…

Και να ονειρεύεσαι με πάθος.
Να θαυμάζεις το γαλάζιο του ουρανού και το βαθύ μπλε της θάλασσας.
Να μάθεις να χαίρεσαι τις απλές βόλτες με παρέες που θυμίζουν καλοκαίρι.

Να γελάς πολύ και συχνά…

Να αφήνεις τον εαυτό σου να λύνεται στα γέλια.
Έτσι ξαφνικά κι απρόσμενα σαν ένα μικρό παιδί που σκόνταψε σε σκάλα.
Και ας σε λένε οι άλλοι τρελό ή αιθεροβάμων.
Να τους απαντάς πάντα ότι ”Εγώ τη ζωή έτσι θέλω να τη βλέπω”.

Να γελάς πολύ και συχνά…

Και να απολαμβάνεις τον ήχο της βροχής με όλες σου τις αισθήσεις.
Και ας έχεις μέσα σου χειμώνα.
Και ας κρυώνεις με το βαθύ σκοτάδι.
Ακόμα και τότε μια μικρή αχτίδα φωτός θα λάμψει…αρκεί να χαμογελάσεις.

Να γελάς πολύ και συχνά…

Να γεύεσαι εκείνο το γλυκό καφέ που με το πρώτο ξύπνημα θα φτιάξεις.
Και να αναζητάς εκείνη τη αίσθηση ανεμελιάς και αθωότητας που κάποιες φορές μπορεί να σου λείπει

Να γελάς πολύ και συχνά…

Να απολαμβάνεις τη μυρωδιά των λουλουδιών,
Και το αίσθημα ελευθερίας που η ελπίδα σου χαρίζει…Για σκέψου…κάπου γίνεται πόλεμος για να επέλθει η λύτρωση.

Να γελάς πολύ και συχνά…

Να βάζεις γύρω σου αρώματα που πάντα θα σου θυμίζουν αισιοδοξία.
Εκείνο το συναίσθημα που κάνει το πρόσωπο να ανθίζει από λάμψη
Και εκείνο το βλέμμα που θα σε γεμίσει υποσχέσεις για να ξεκινήσεις από την αρχή.

Να γελάς πολύ και συχνά…

Και μη ξεχνάς όπου πας να πορεύεσαι με πίστη.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη αλήθεια από αυτή.
Για κοίτα γύρω σου…ποσο όμορφοι γίνονται οι άνθρωποι όταν έχουν πίστη μέσα τους…

Να γελάς πολύ και συχνά…

ΝΙΚΌΛ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Νοεμβρίου 2021

Μόνο όταν φεύγω είμαι ευτυχισμένος.

Όχι ανάμεσα σε τέσσερις τοίχους, με δρόμους κλειστούς,
μα ανάμεσα στο εδώ και στο εκεί, στο ’να σπίτι ή στ’ άλλο,
και τα δυο κατά προτίμηση αλλονών.

Δεν μπορώ πια, ούτε θέλω, να μένω ήσυχος.
Ούτε τώρα ούτε μετά. Ούτε εδώ ούτε εκεί.
Εκεί που τελοσπάντων είσαι εσύ,
όποια και να ’σαι εσύ, το όνομά σου βάλε στα χείλη μου τα διψασμένα, τα αχόρταγα.

Εγώ δεν είμαι εγώ ούτε έχω σπίτι.
Δεν λέω πια, γιατί ποτέ δεν ήμουν,
ποτέ δεν είχα, πάντα ήμουν ξένος
μέσα μου ή έξω μου. Είμαι αυτός που δεν:
ο αλήτης που κοιμάται κάτω απ’ το γεφύρι
που τις όχθες μου ενώνει και το περνώ
χωρίς σταματημό, μέρα και νύχτα.

Γράφω γιατί ψάχνω, γιατί ελπίζω.
Όμως πια δεν ξέρω τι, το ’χω ξεχάσει.
Ελπίζω πως γράφοντας, κάποια στιγμή
θα θυμηθώ. Επιμένω κόντρα στους καιρούς.

Αγωνιώ ανάμεσα σε παρενθέσεις
σε τόπο ζωντανό, χρόνο νεκρό
κάποιας ελπίδας, ανάμεσα σε δύο εδώ.

Ποτέ σε κάτι μα ανάμεσα. Άσε με,
όποια και να ’σαι εσύ, στην ησυχία μου
ή τέλειωνε πια μαζί μου και με το μέλι το πικρό
του να ’μαι μόνος μιλώντας μόνος.

Αποφάσισα να μην αποφασίζω,
να μην είμαι πουθενά αλλά στον δρόμο,
σε γεφύρια, σε πλοία, σε τρένα
όπου θα είμαι απλώς ο επιβάτης που ξέρω πως είμαι, και να αισθάνομαι πως με ανησυχεί η γαλήνη,
πως η ησυχία με τρομάζει,
πως η ασφάλεια δεν με ενδιαφέρει,κι ευτυχισμένος είμαι μόνο στη φυγή.

 

Ο Χουάν Βιθέντε Πικέρας θεωρείται ένας από τους πιο μοναχικούς και αυθεντικούς ποιητές της σύγχρονης ισπανικής ποίησης. Γεννήθηκε το 1960 στο Ντούκες ντε Ρεκένα, ένα μικρό αγροτικό χωριό. Η παιδική του ηλικία σημαδεύτηκε από τη φύση, τις αγροτικές δραστηριότητες, την έλλειψη βιβλίων, την αθλιότητα του φρανκισμού. Η λογοτεχνική του καλλιέργεια ήταν τελείως προσωπικό του πάθος. Τη δεκαετία του ’80 έφυγε τρέχοντας από την Ισπανία. Τα τελευταία είκοσι χρόνια ζει έξω από την πατρίδα του: στην αρχή στη Γαλλία, μετά στην Ιταλία και τώρα στην Ελλάδα

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Νοεμβρίου 2021

“Θα καλλιεργήσω το ωραιότερο άνθος. Στις καρδιές των ανθρώπων θα φυτέψω την Αχαριστία. Ευνοϊκοί είναι οι καιροί, κατάλληλος ο τόπος. Ο άνεμος τσακίζει τα δέντρα. Στη νοσηρή ατμόσφαιρα ορθώνονται φίδια. Οι εγκέφαλοι, εργαστήρια κιβδηλοποιών. Τερατώδη νήπια τα έργα, υπάρχουν στις γυάλες. Και μέσα σε δάσος από μάσκες, ζήτησε να ζήσεις. Εγώ θα καλλιεργήσω την Αχαριστία.

Όταν έρθει η τελευταία άνοιξις, ο κήπος μου θα ‘ναι γεμάτος από θεσπέσια δείγματα του είδους. Τα σεληνοφώτιστα βράδια, μονάχος θα περπατώ στους καμπυλωτούς δρόμους, μετρώντας αυτά τα λουλούδια. Πλησιάζοντας με κλειστά μάτια τη βελούδινη, σκοτεινή στεφάνη τους, θα νιώθω στο απρόσωπο τους αιχμηρούς των στημόνες και θ? αναπνέω το άρωμά τους.
Οι ώρες θα περνούν, θα γυρίζουν τ’ άστρα, και οι αύρες θα πνέουν, αλλά εγώ, γέρνοντας ολοένα περσότερο, θα θυμάμαι.
Θα θυμάμαι τις σφιγμένες γροθιές, τα παραπλανητικά χαμόγελα και την προδοτική αδιαφορία.
θα μένω ακίνητος ημέρες και χρόνια, χωρίς να σκέπτομαι, χωρίς να βλέπω, χωρίς να εκφράζω τίποτε άλλο. Θα είμαι ολόκληρος μια πικρή ανάμνησης, ένα άγαλμα που γύρω του θα μεγαλώνουν τροπικά φυτά, θα πυκνώνουν, θα μπερδεύονται μεταξύ τους, θα κερδίζουν τη γη και τον αέρα. Σιγά σιγά οι κλώνοι τους θα περισφίγγουν το λαιμό μου, θα πλέκονται στα μαλλιά μου, θα με τυλίγουν με ανθρώπινη περίσκεψη.
Κάτου από τη σταθερή τους ώθηση, θα βυθίζομαι στο χώμα.
Και ο κήπος μου θα είναι ο κήπος της Αχαριστίας.”

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 7 Νοεμβρίου 2021

“Δεν υπάρχει κελί που να μην τρυπιέται.

Δεν υπάρχει φυλακή που δεν μπορείς να δραπετεύσεις.

Δεν υπάρχει σκλαβιά που να εμποδίζει την ελευθερία σου.

Όλα είναι στο κεφάλι σου.

Σπάσ’ το και πέτα.

Ο ουρανός είναι απέραντος.

Υπάρχει μια γωνιά που σε περιμένει.

Βρες την».

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 6 Νοεμβρίου 2021

Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της, και συ να λείπεις,

να ‘ρχονται οι Άνοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα, και συ να λείπεις,

να ‘ρχονται τα κορίτσια στα παγκάκια του κήπου με χρωματιστά φορέματα,

και συ να λείπεις,

οι νέοι να κολυμπάνε το μεσημέρι, και συ να λείπεις,

ένα ανθισμένο δέντρο να σκύβει στο νερό,

πολλές σημαίες ν’ ανεμίζουν στα μπαλκόνια,

ν’ ανεβαίνει μια παρέλαση στην οδό Σταδίου,

χιλιάδες κόσμος κρατώντας στα χέρια του κόκκινες σημαίες,

κρατώντας επιτέλους τα όνειρά του μέσα στα χέρια του,

να λένε δυνατά τη λέξη σύντροφος, και συ να λείπεις,

ύστερα ένα κλειδί να στρίβει – η κάμαρα να ‘ναι σκοτεινή

δυο στόματα να φιλιούνται στον ίσκιο, και συ να λείπεις,

σκέψου δυο χέρια να σφίγγονται, και σένανε να σου λείπουν τα χέρια,

δυο κορμιά να παίρνονται, και συ να κοιμάσαι κάτου απ’ το χώμα,

και τα κουμπιά του σακακιού σου ν’ αντέχουν πιότερο από σένα

κάτου απ’ το χώμα,

κι η σφαίρα η σφηνωμένη στην καρδιά σου να μη λιώνει,

όταν η καρδιά σου, που τόσο αγάπησε τον κόσμο, θα ‘χει λιώσει».

Τότε ο Πέτρος πήρε το λόγο

κι είπε με τη βαθειά του τη φωνή:

Nα λείπεις – δεν είναι τίποτα να λείπεις˙

αν έχεις λείψει για ό,τι πρέπει,

θάσαι για πάντα μέσα σ’ όλα εκείνα

που γι’ αυτά έχεις λείψει,

θάσαι για πάντα

μέσα σ’ όλο τον κόσμο»

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 24 Οκτωβρίου 2021

Γόνος του Ρήγα ο κύρης μου γεννήθηκε στις Σέρρες,

Στο Σούλι η μάνα μου είδε το φως, στου Αλί Πασά τις μέρες.

Κι’ εγώ Υδραίος και Σπετσιώτης, θαλασσινός και στεριανός,
το βράδυ είμαι αποσπερίτης και το πρωί αυγερινός
κι’ είναι ο Θούριος για μένα ύμνος εωθινός.

Κλέφτης κι’ αρματολός στον Μπότσαρη και στη Γραβιά Ανδρούτσος
ναύτης ήμουνα στον Κανάρη και στον Μιαούλη μούτσος.

Με τον Καραϊσκάκη, φρουρός της θείας ήμουν πίστης
και με τον Υψηλάντη της Φιλικής έγινα μύστης.Είπα τη Μάντω αρχόντισσα, την Μπουμπουλίνα λεβεντιά,
δώρα τους έφερα στολίδια από τη Βενετιά.

Τιμώ τον Γέρο του Μωριά και αγαπώ τον Μακρυγιάννη
ο λόγος του αστραφτερός, φτερά μου δίνει και με κάνει
στη Λαύρα το λάβαρο να υψώνω, που εχθρός κανείς δεν φτάνει
αυτό που ευλόγησε ο Πατρών κι’ είχε την άνοιξη σημάνει.

Το είπαν με τον τρόπο τους, Σέλλεϋ, Ουγκώ, Ντελακρουά
κι’ ο Σολωμός το τραγουδά: Χαίρε ω! χαίρε ελευθεριά.

Ας μην ξεχνάμε όμως τα χαλεπά και θλιβερά
Του Διάκου το μαρτύριο, του Ζάλογγου τα οδυνηρά.
Θρήνησε η λευτεριά τον Μπάιρον, η δόξα τα Ψαρά,
τα γυναικόπαιδα της Χίου έκλαψε ο κόσμος όλος.
Του Φαναριού η πύλη χτίστηκε και σείστηκε ο θόλος.

Πέσαν στην ΄Εξοδο οι ντάπιες, το Μεσολόγγι όμως ζει
Έζησε τον Απρίλη εκείνο, πάθη κι’ Ανάσταση μαζί.

Χρόνια και χρόνια κράτησε η άνιση πάλη αυτή˙
παρά τις έριδες, τους διχασμούς και τα εμφύλια μίση,
που παραλίγο τον αγώνα θα είχαν αφανίσει,
νίκησε τέλος ο σταυρός (του Κάλβου η τόλμη κι’ αρετή)˙

Νίκη που Γάλλοι, Ρώσοι κι Άγγλοι δική τους έκαναν γιορτή,
όταν κατατροπώσαν τον Ιμπραήμ στο Ναυαρίνο
και οι Έλληνες Ανάσταση ζήσαν τον χρόνο εκείνο.
Έτσι από τότε στο σχολειό μαθαίνουν τα παιδιά
τη Λευτεριά να τραγουδάνε σαν άλλη Παναγιά.
Κι’ εμείς για του εικοσιένα τον απολογισμό,
μετράμε Πάσχα, Άνοιξη και Ευαγγελισμό

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 23 Οκτωβρίου 2021

Μεγάλωσα φίλη..
Μεγάλωσα και δεν με θυμώνει πια η προδοσία..
Συνήθισε η πλάτη μου στις μαχαιριές και μου παίρνει μόνο μια στιγμή να βγάλω το μαχαίρι και να καθαρίσω την πληγή..

Μεγάλωσα φίλη..
Μεγάλωσα και δεν με θυμώνουν πια οι περαστικοί από τη ζωή μου..
Μεγάλωσα φίλη..
Κι έμαθα πως την οικογένεια δεν την ορίζουν οι δεσμοί αίματος..
Οικογένεια είναι οι άνθρωποι που επιλέγεις να μείνουν όταν η πόρτα σου κλείσει..
Όταν βρεθείς στο πάτωμα..
Είναι εκείνοι που δεν θα σε βάλουν σε κανένα κουτάκι και θα σε αποδεχτούν χωρίς όρους και όρια..

Μεγάλωσα φίλη..
Και το ταξίδι μου το θέλω μόνο με εκείνους που σιγοτραγουδάμε στον ίδιο ρυθμό κι ας είμαστε φάλτσοι..

Μεγάλωσα φίλη..
Κι αν δεν είναι έρωτας, δεν θέλω να είναι τίποτα..
Κι αν δεν είναι αγάπη, δεν θέλω να είναι τίποτα..
Κι αν δεν είναι πίστη, δεν θέλω να είναι τίποτα..
Γιατί από το περίπου, προτιμώ το τίποτα..

Μεγάλωσα φίλη μου κι όχι στα χρόνια..
Μεγάλωσα μέσα από τις απώλειες..

Και τώρα στέκω εδώ..
Σημαδεμένη αλλά όρθια..
Δεν χαρίζομαι..
Δεν δίνομαι..
Δεν παραδίνομαι..

(Kείμενο της Σοφίας Παπαηλιάδου)

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 18 Οκτωβρίου 2021

Aπ’ όσα έκαμα κι απ’ όσα είπα

να μη ζητήσουνε να βρουν ποιος ήμουν.

Εμπόδιο στέκονταν και μεταμόρφωνε

τες πράξεις και τον τρόπο της ζωής μου.

Εμπόδιο στέκονταν και σταματούσε με

πολλές φορές που πήγαινα να πω.

Οι πιο απαρατήρητές μου πράξεις

και τα γραψίματά μου τα πιο σκεπασμένα —

από εκεί μονάχα θα με νιώσουν.

Aλλά ίσως δεν αξίζει να καταβληθεί

τόση φροντίς και τόσος κόπος να με μάθουν.

Κατόπι — στην τελειοτέρα κοινωνία —

κανένας άλλος καμωμένος σαν εμένα

βέβαια θα φανεί κ’ ελεύθερα θα κάμει.

ΤΟ ΠΟΊΗΜΑ ΑΥΤΟ ΚΟΣΜΕΊ ΕΝΑ ΚΤΙΡΙΟ ΣΤΟ ΛΕΙΝΤΕΝ ΤΗΣ ΟΛΛΑΝΔΙΑΣ

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 10 Οκτωβρίου 2021

Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός.

Τα ύψη μού άρεσαν ακόμη και όταν
έμενα στο προσκέφαλο μου μπρούμυτα
τιμωρημένη
ώρες και ώρες.

Ένιωθα το δωμάτιο μου ανέβαινε
δεν ονειρευόμουν –ανέβαινε
φοβόμουνα και μου άρεσε.

Ήταν εκείνο που έβλεπα πώς να το πω
κάτι σαν την «ανάμνηση του μέλλοντος»
όλο δέντρα που έφευγαν βουνά πού άλλαζαν όψη
χωράφια γεωμετρικά με δασάκια σγουρά
σαν εφηβαία – φοβόμουνα και μου άρεσε –
ν’ αγγίζω μόλις τα καμπαναριά
να τους χαϊδεύω τις καμπάνες σαν όρχεις και να χάνομαι…

Άνθρωποι μ’ ελαφρές ομπρέλες περνούσανε λοξά
και μου χαμογελούσανε•
κάποτε μου χτυπούσανε στο τζάμι: «δεσποινίς»
φοβόμουνα και μου άρεσε.

Ήταν οι «πάνω άνθρωποι» έτσι τους έλεγα
δεν ήταν σαν τους «κάτω»•
είχανε γενειάδες και πολλοί κρατούσανε στο χέρι μια γαρδένια•
μερικοί μισάνοιγαν την μπαλκονόπορτα
και μου ’βαζαν αλλόκοτους δίσκους στο πικ-άπ.

Ήταν θυμάμαι «Ή Άννέτα με τα σάνταλα»

«Ο Γκέυζερ της Σπιτσβέργης»
το «Φρούτο δεν εδαγκώσαμε Μάης δεν θα μας έρθει»
(ναι θυμάμαι και αλλά)
το ξαναλέω – δεν ονειρευόμουν
αίφνης εκείνο το «Μισάνοιξε το ρούχο σου κι έχω πουλί για σένα».

Μου το ’χε φέρει ο Ιππότης-ποδηλάτης
μια μέρα πού καθόμουνα κι έκανα πως εδιάβαζα
το ποδήλατο του με άκρα προσοχή
το ’χε ακουμπήσει πλάι στο κρεβάτι μου•

Ύστέρα τράβηξε τον σπάγκο κι εγώ κολπώνομουν μες στον αέρα
φέγγανε τα χρωματιστά μου εσώρουχα
κοίταζα πόσο διάφανοι γίνονται κείνοι πού αγαπούνε
τροπικά φρούτα και μαντίλια μακρινής ηπείρου•
φοβόμουνα και μου άρεσε
το δωμάτιο μου ανέβαινε
ή εγώ – δεν το κατάλαβα ποτέ μου.

Είμαι από πορσελάνη και μαγνόλια
το χέρι μου κατάγεται από τους πανάρχαιους Ίνκας
ξεγλιστράω ανάμεσα στις πόρτες όπως
ένας απειροελάχιστος σεισμός
που τον νιώθουν μονάχα οι σκύλοι και τα νήπια•
δεοντολογικά θα πρέπει να είμαι τέρας
και όμως η εναντίωση
αείποτε μ’ έθρεψε και αυτό εναπόκειται
σ’ εκείνους με το μυτερό καπέλο
που συνομιλούν κρυφά με τη μητέρα μου
τις νύχτες να το κρίνουν. Κάποτε
η φωνή της σάλπιγγας από τους μακρινούς στρατώνες
με ξετύλιγε σαν σερπαντίνα και όλοι γύρω μου
χειροκροτούσαν – απίστευτων χρόνων θραύσματα
μετέωρα όλα.

Στο λουτρό από δίπλα οι βρύσες ανοιχτές
μπρούμυτα στο προσκέφαλό μου
θωρούσα τις πηγές με το άσπιλο λευκό πού με πιτσίλιζαν•
τι ωραία Θεέ μου τι ωραία
χάμου στο χώμα ποδοπατημένη
να κρατάω ακόμη μες στα μάτια μου
ένα τέτοιο μακρινό του παρελθόντος πένθος.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Σεπτεμβρίου 2021

ΛΟΝΔΙΝΟ. «Λέγουσιν/ α θέλουσιν/ λεγέτωσαν/ ου μέλι μοι /συ φιλί με/ συνφέρι σοι» («Ας λένε ό,τι θέλουν, δεν με νοιάζει, αγάπα με, σου κάνει καλό»). Τους στίχους σύγχρονου μουσικού κομματιού θυμίζει η ελληνική επιγραφή που βρέθηκε στην Καρταχένα της Ισπανίας και χρονολογείται από τον 2ο με 3ο αιώνα μ.Χ., κάνοντας τον καθηγητή Κλασικών Σπουδών Τιμ Ουίτμαρς να μιλάει για το πρώτο μοντέρνο ποίημα στην ιστορία της λογοτεχνίας. Το ποίημα, που εντοπίσθηκε σε 20 μικροσκοπικά κοσμήματα και σφραγιδόλιθους, αλλά και σε σκάλισμα σε τοίχο ανασκαφής στην Ισπανία, κάνει λόγο για την αδιαφορία του ερωτευμένου απέναντι στις επικρίσεις της κοινωνίας και αποτελεί κάλεσμα ή νουθεσία σε ανώνυμο ερωτικό σύντροφο.

Ο καθηγητής Ουίτμαρς επισημαίνει ότι ο δημιουργός του έχει εγκαταλείψει τη ρίμα, εκφράζοντας ίσως για πρώτη φορά στην καταγεγραμμένη ιστορία τον έρωτά του χωρίς τους περιορισμούς των ποιητικών κανόνων της αρχαιοελληνικής γραμματείας. «Γνωρίζαμε εδώ και χρόνια για την ύπαρξη λαϊκής ποίησης στην αρχαία Ελλάδα. Οσα έργα επέζησαν, όμως, υποτάσσονταν στις επιταγές της λόγιας ποίησης. Το ποίημα αυτό, αντίθετα, αποκαλύπτει ότι οι ρίζες του βρίσκονται στην προφορική παράδοση. Οφείλουμε να είμαστε ευγνώμονες που το έργο αυτό αποτυπώθηκε σε σημαντικό αριθμό πολύτιμων λίθων. Δεν χρειάζονται λόγιοι ποιητές για τη δημιουργία μιας τόσο μουσικής γλώσσας. Επρόκειτο για δημοκρατική, προσιτή σε όλους, μορφή λογοτεχνίας. Αποκτήσαμε συναρπαστική εικόνα της λαϊκής –ή ποπ– κουλτούρας της εποχής, κάτω από τον μανδύα της κλασικής κουλτούρας», λέει ο δρ Ουίτμαρς στην εφημερίδα The Guardian.

«Η ποίηση είχε μεγάλη σημασία στην αρχαιότητα. Ολοι γνώριζαν τα έπη του Ομήρου. Ο προφορικός λόγος όμως, για παράδειγμα, δεν θεωρείτο κατάλληλος για ελεγειακή ποίηση. Η χρήση της προφορικής γλώσσας στην ποίηση σημειώνεται για πρώτη φορά σε κάποια άγνωστη ακόμη χρονική συγκυρία του ελληνικού πολιτισμού. Αυτό που μπορώ να πω, όμως, με βεβαιότητα είναι ότι το ποίημα αυτό μετατοπίζει την πρώτη εμφάνιση της σύγχρονης ποίησης κατά τουλάχιστον τρεις αιώνες πίσω», σημειώνει ο Ουίτμαρς, η μελέτη του οποίου δημοσιεύθηκε στην επιστημονική επιθεώρηση Cambridge Classical Journal.

Ο τονισμένος λόγος, πρόγονος της σύγχρονης ποίησης και του τραγουδιού, ήταν άγνωστος πριν από τον 5ο αιώνα, όταν άρχισε να χρησιμοποιείται σε βυζαντινούς χριστιανικούς ύμνους. Πριν από την εμφάνιση της ρίμας η ποίηση ήταν μάλλον ποσοτική, αφού βασιζόταν στο μήκος της συλλαβής. Το ποίημα εντόπισε ο Ουίτμαρς χάρη στην παρατηρητικότητα της συναδέλφου του στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ, Αννας Λευτεράτου, η οποία επεσήμανε πρώτη την υφολογική και νοηματική συνάφεια του ποιήματος με τη βυζαντινή ποίηση. O Ουίτμαρς θεωρεί το θέμα του εξαιρετικά σύγχρονο, φθάνοντας στο σημείο να το συγκρίνει με στίχους των Sex Pistols στο «Pretty vacant»: «Είμαστε αρκετά κενοί / και δεν μας νοιάζει».

Το πιο καλοδιατηρημένο από τα κοσμήματα επάνω στα οποία είχε καταγραφεί το ποίημα βρέθηκε στον λαιμό νεαρής γυναίκας που είχε ενταφιασθεί σε σαρκοφάγο, στη σημερινή Ουγγαρία.

Απο την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΉ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 17 Απριλίου 2021

Ο νους ο δικός μου είναι ένα βασίλειο, ευχάριστα δώρα εκεί μέσα βρίσκω, που ξεπερνούν κάθε άλλη ευλογία που ο κόσμος αντέχει ή από καλοσύνη τη βλασταίνει. Κι ας θέλω εκείνα που οι περισσότεροι έχουν, ο νους μου μου απαγορεύει να τα λαχταρήσω.

Κανένα πριγκιπάτο, κανένα πλούσιο μαγαζί,κανένα τάγμα τη νίκη να κερδίσω, κανένα πανούργο πνεύμα τις πληγές μου να μπαλώσει, περίγραμμα κανένα ερωτευμένο βλέμμα να ταΐσει. Σε κανένα από αυτά δεν υποχωρώ, γιατί ο νους μου όλων τους υπηρέτης είναι. Βλέπω πόσοι νιώθουν του κορεσμού την αηδία και πόσοι βιαστικά σκαρφάλωσαν και πάλι πέφτουν.

Βλέπω πως εκείνοι που στέκονται ψηλά, τους απειλούν οι ανατροπές όλο πιο συχνά:

Το κάθε τους βήμα μόχθος και σύντροφος ο φόβος, τέτοιες έγνοιες να ζυγώνουν δεν θα ‘πρεπε τον νου μου.

Ευτυχής με τη ζωή μου, αυτός είμαι, και δεν ζητώ περισσότερα απ’ όσα αντέχω. Την υπεροψία ούτε λεπτό δεν θέλω κι όσα στερούμαι μου τα προσφέρει το μυαλό μου. Ω! Έτσι σαν βασιλιάς θριαμβεύω, ικανοποιημένος με όσα καρπίζει ο νους μου.

Κάποιοι έχουν τόσο πολλά, κι όμως κι άλλα λαχταρούν. Εγώ, με τα λιγοστά μου, πόθο για πιότερα δεν έχω.

Μόνο φτωχοί είν’ εκείνοι, κι ας έχουν τόσα,μα εγώ πλούσιος είμαι με τα ψίχουλά μου. Φτωχοί εκείνοι, πλούσιος εγώ, επαίτες αυτοί, εγώ δοτικός. Τόσα τους λείπουν, εμένα περισσεύουν,εκείνοι φθονούν, εγώ ζω.

Με τις απώλειες των άλλων δεν γελώ, πικρόχολος για τα κέρδη τους δεν είμαι.

Τα κύματα του κόσμου δεν φτάνουν στο μυαλό μου και μένω πάντα όπως είμαι δεν φοβάμαι εχθρό, δεν κολακεύω φίλο, τη ζωή μου δεν σιχαίνομαι, για το τέλος δεν τρομάζω.

Κάποιοι την ηδονή με πόθο τη ζυγίζουν, και τη σοφία με τη σφοδρή επιθυμία. Τον θησαυρό τους μονάχα εμπιστεύονται κι η μόνη τους ικανότητα η μασκαρεμένη τους κακία. Μα εγώ η μόνη ευχαρίστηση που έχω να κρατώ τον νου γαληνεμένο.

Πλούτος μου η υγεία κι η τέλεια γαλήνη, κι η καθαρή μου η συνείδηση που πάντα επικαλούμαι: να κερδίσω με δωροδοκίες δεν ποθώ ούτε με εξαπάτηση να βλάψω, να πειράξω. Έτσι ζω. Κι έτσι θα πεθάνω.

Κι είθε ο κόσμος όλος να ‘κανε αυτό που σοφά εγώ πράττω.

ΣΕΡ ΕΝΤΟΥΑΡΝΤ ΝΤΑΪΕΡ

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 17 Απριλίου 2021

Είμαστε εμείς οι ονειροπαρμένοι τρελλοί της γης
με τη φλογισμένη καρδιά και τα έξαλλα μάτια.
Είμαστε οι αλύτρωτοι στοχαστές και οι τραγικοί ερωτευμένοι.
Χίλιοι ήλιοι κυλούνε μες στο αίμα μας
κι ολούθε μάς κυνηγά το όραμα του απείρου.
Η φόρμα δεν μπορεί να μας δαμάσει.
Εμείς ερωτευτήκαμε την ουσία του είναι μας
και σ’ όλους μας τους έρωτες αυτήν αγαπούμε.
Είμαστε οι μεγάλοι ενθουσιασμένοι κι οι μεγάλοι αρνητές.
Κλείνουμε μέσα μας τον κόσμο όλο και δεν είμαστε τίποτα απ’
αυτόν τον κόσμο.
Οι μέρες μας είναι μια πυρκαγιά κι οι νύχτες μας ένα πέλαγο.
Γύρω μας αντηχεί το γέλιο των ανθρώπων.

Είμαστε οι προάγγελοι του χάους.

Γιώργος Μακρής (1923-1968), Εμείς οι Λίγοι

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 28 Μαρτίου 2021
Μη σπας τα φτερά ενός πουλιού κι έπειτα του ζητάς να πετάξει .

Μη θρυμματίζεις μια καρδιά κι έπειτα της ζητάς να αγαπήσει.

Μη συνθλίβεις μια ψυχή κι έπειτα της ζητάς να είναι ευτυχισμένη.

Μη βλέπεις ασχήμια στους ανθρώπους και περιμένεις εκείνοι να δουν ομορφιά σε σένα.

Μην κρίνεις τους ανθρώπους και περιμένεις εκείνοι να σε στηρίξουν στις δυσκολίες.

Μην παίζεις με τη φωτιά και περιμένεις να παραμείνεις απολύτως ασφαλής.

Η ζωή είναι δούναι και λαβείν.

Δεν είναι δυνατόν να μοιράζεις κακία και να περιμένεις να εισπράξεις καλοσύνη.

Δεν είναι δυνατόν να μοιράζεις καλοσύνη και να περιμένεις να εισπράξεις κακία

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 13 Μαρτίου 2021

Σκυφτοί περάσανε και φύγανε, δειλοί, μ’ έναν ίσκιο στα μάτια

Ούτε ένα μαντίλι ανεμίσανε -ξέραμε το χαιρετισμό τους- Η σκόνη μπήκε στα σπίτια μας από τα πέταλα των αλόγων

Φτάνουνε τόσο μικρές οι εποχές που δεν έχουν τον καιρό να φωτίσουν τη σιωπή μας.

Είναι που όλοι οι χειμώνες περάσανε και διαβαστήκαν όλα τα βιβλία Σαν τις διαβατικές γυναίκες που παραλλάζουνε τ’ όνομα.

Εμείς πιστεύουμε εκεί που ένας άλλος θα τ’ απόδιωχνε σαν ένα όνειρο κακό Σα μια νεροποντή που τον βρήκε στη μέση του κάμπου Σα μια φρικτή περιπέτεια που ξεβιδώνει το λογικό του

Η μνήμη τους είναι το πόδι που νοσταλγεί ο ανάπηρος Είναι η σπασμένη θερμάστρα στο γεναριάτικο δωμάτιο Είναι τα φύλλα που στοιβάζονται και ξεθωριάζουν στο συρτάρι.

Ακούοντας τα παιδιά να τραγουδούν στο δρόμο ξένοιαστα Σκεφτόμουν αν αυτό στ’ αλήθεια είναι η προϋπόθεση της γαλήνης Μιας κάποιας ανάπαυλας με μόνη την ευθύνη της αδιαφορίας Ή μήπως όταν οι στρατιώτες επιστρέφουνε με τελευταίαν ελπίδα

Ένα λευκό σεντόνι χωρίς αίμα, όταν ο ταξιδιώτης Ακούει τα μακρυσμένα βήματα του γέρικου πιστού του σκύλου.

Όμως μια μέρα φτάνουν όλα χωρίς την αρμονία της διαλογής Δεν προφταίνουμε ν’ αγαπήσουμε έναν άνθρωπο κι ύστερα τον χάνουμε Πεθαίνει μια μέρα και μαθαίνεις το θάνατό του απ’ τις εφημερίδες Φεύγει -«τέλειωσαν όλα»- κι εσύ δεν έχεις ακόμα γνωρίσει την αρχή Ψάχνεις μια θύμηση μαζί του (…το τελευταίο βράδυ που βρεθήκαμε στο καφενείο Φ…)

Δεν ξέρεις ποιά ζωή σ’ αξίζει και ταξιδεύεις άσκοπα. Α! πώς ψεύτισαν όλα! Αφήσανε στους δρόμους τα χαλάσματα δεν τα προσέχει πια κανείς

Σέρνονται τα παιδιά ξυπόλυτα ούτε που τα γνωρίζουν οι μανάδες Στους τάφους τα λουλούδια μαραθήκανε και τα σαπίζει η βροχή Τα σπίτια χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα Δείχνουνε τις πληγές στα στήθια τους και ζητιανεύουν τα κορίτσια Τα κάρα βούλιαξαν στη λάσπη και πεθάναν οι αμαξάδες Κι οι μαστροποί ποιητές βουβοί τρέμαν τις νύχτες στα κατώφλια.

Μια μέρα φτάνουν όλα χωρίς την αρμονία της διαλογής Αξίζει τέλος να σταθείς τύψη με τύψη Και, Θε μου, πόσος λυρισμός μέσα στο ανέκφραστο Κι είχα μέσα μου ακόμα τόσες εικόνες που ζητούσα Φυλαχτά τόσων πολύτιμων κρυφών αναδρομών

Δεν το ’ξερα πως ήμουν πλασμένος νά ’ρθω μια μέρα Πίσω στα σκονισμένα μονοπάτια να κοιτάξω κατάματα Τη φλεγόμενη πόλη τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους Να κλάψω κι εγώ για τους ανθρώπους που δε γνώρισα Για τις πικρές γυναίκες που δε φίλησα ποτέ μου Για τα σπασμένα χέρια των παιδιών που με κλοτσούσαν

Να κάτσω στην πιο μαύρη πέτρα και να σκεπάσω Το μαραμένο μου πρόσωπο με λιπόσαρκα χέρια Να μάθω ξένα ονόματα και ξένες προσευχές Να κρατήσω σφιχτά στα χέρια μου λίγο χώμα θυσίας. (Πώς θα ζήσουμε με μια κατάμαυρη σκιά στη θύμηση επάνω; Πώς θα κοιμίσουμε τα είκοσι χρόνια μας στη θάλασσα της λησμονιάς;)

Άκουγα πάλι τη φωνή σου όταν γυρνούσα χτες από το πληκτικό νοσοκομείο Ανάμεσα στα βρόμικα πανιά και στα νερά τα μουχλιασμένα Πλήθος ενέδρες της ζωής παραμονεύουν την πτώση σου Τα ξίφη διασταυρώνονται σε ματωμένες αστραπές Ο θάνατος είναι κι αυτός μια περασμένη αφήγηση Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει. «Με μια κατάμαυρη σκιά…».

Κι εγώ σκεφτόμουν Πεδιάδες με μαύρα άλογα και πλοία λευκά στη θάλασσα Κι εγώ σκεφτόμουν μια φευγαλέα μορφή που μου ’χε γνέψει Δεν ξέρω αν σ’ ένα χαμένο μου όνειρο ή στα παιδικά μου χρόνια.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 26 Φεβρουαρίου 2021

This poem was written in 1869 by Kathleen O’Mara and then reprinted during Spanish Flu 1919 Pandemic.But the author of this poem is the American poet Kitty O’Meara in 2020.
Timeless…. beautiful.

And people stayed at home
And read books
And listened
And they rested
And did exercises
And made art and played
And learned new ways of being
And stopped and listened
More deeply
Someone meditated, someone prayed
Someone met their shadow
And people began to think differently
And people healed.
And in the absence of people who
Lived in ignorant ways
Dangerous, meaningless and heartless,
The earth also began to heal
And when the danger ended and
People found themselves
They grieved for the dead
And made new choices
And dreamed of new visions
And created new ways of living
And completely healed the earth
Just as they were healed.