Ποίηση

…Το ποίημα
μην το καταποντίζεις στα βαθιά πλατάνια
θρέψε το με το χώμα και το βράχο που έχεις.
Τα περισσότερα –
σκάψε στον ίδιο τόπο να τα βρεις.
Ο Γιώργος Σεφέρης συνθέτει ένα ποίημα «εις εαυτόν», για την αξία της αυτογνωσίας, η αλήθεια του οποίου λειτουργεί ως μήνυμα προς κάθε άνθρωπο και φυσικά προς τους ομοτέχνους του. Ο ποιητής αναγνωρίζει πως η πραγματική ουσία του ανθρώπου ενυπάρχει στα απλά πράγματα που συνθέτουν τη ζωή του και πως κάθε άνθρωπος οφείλει να γνωρίσει και να αποδεχτεί αυτό που πραγματικά είναι. Μόνο αν γνωρίσουμε την πραγματική μας υπόσταση, θα μπορέσουμε να αντλήσουμε τις απαντήσεις που γυρεύουμε.
Γιάννα στις 25 Μαρτίου 2017

. Εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις.

2. Τα τρία Τ της επιτυχίας: Ταλέντο, Τόλμη, Τύχη.

3. Πιάσε το ΠΡΕΠΕΙ από το ιώτα και γδάρε το ίσαμε το πι.

4. Είναι διγαμία ν’ αγαπάς και να ονειρεύεσαι.

5. Την αλήθεια την φτιάχνει κανείς ακριβώς όπως φτιάχνει και το ψέμα.

6. Η λύπη ομορφαίνει επειδή της μοιάζουμε.

7. Το κενό υπάρχει όσο δεν πέφτεις μέσα του.

8. Κάνε άλμα πιο γρήγορο από τη φθορά.

9. Όταν ακούς τάξη, ανθρωπινό κρέας μυρίζει.

10. Βαρύς ο κόσμος να τον ζήσεις, όμως για λίγη περηφάνια το άξιζε.

11. Χαράξου κάπου με οποιονδήποτε τρόπο και μετά πάλι σβήσου με γενναιοδωρία…

12. Και η Ποίηση πάντοτε είναι μία όπως ένας είναι ο ουρανός. Το ζήτημα είναι από πού βλέπει κανείς τον ουρανό. Εγώ τον έχω δει από καταμεσίς της θάλασσας.

13. Για να πατάς στέρεα στη γη, πρέπει το ένα πόδι σου να είναι έξω από τη γη.

14. Όταν η συμφορά συμφέρει, λογάριαζέ την για πόρνη.

15. Αλλά με τις ξόβεργες μπορεί να πιάνεις πουλιά, δεν πιάνεις ποτέ το κελαηδητό τους. Χρειάζεται η άλλη βέργα, της μαγείας, και ποιος μπορεί να την κατασκευάσει αν δεν του ’χει από μιας αρχής δοθεί;

16. Από τον Θεό τραβιέται ο άνθρωπος όπως ο καρχαρίας από το αίμα.

17. Το άπειρο υπάρχει για μας όπως η γλώσσα για τον κωφάλαλο.

18. Αρκετά λατρέψαμε τον κίνδυνο κι είναι καιρός να μας το ανταποδώσει.

19. Μια νομοθεσία εντελώς άχρηστη για τις Εξουσίες θα ‘τανε αληθινή σωτηρία.

20. Τη μαγεία δεν την πιάνεις με την ερμηνεία της μαγείας, πόσο μάλλον με την περιγραφή της ερμηνείας της μαγείας. Ή κελαηδάς ή σωπαίνεις. Δε λες: αυτό που κάνω είναι κελαηδητό!

21. Δυστυχώς και η Γη με δικά μας έξοδα γυρίζει.

22. Η αλήθεια βγαίνει χυτή σαν το νιόκοπο άγαλμα, μόνον μέσ’ από τα καθάρια νερά της μοναξιάς· κι η μοναξιά της πένας είναι από τις πιο μεγάλες.

23. Ο Νόμος που είμαι δεν θα με υποτάξει.

24. Ένας Αναχωρητής για τους μισούς είναι, αναγκαστικά, για τους άλλους μισούς, ένας Ερχόμενος.

25. Φτασμένες οι προλήψεις σε μια καθαρότητα μαθηματική, μας οδηγούν στη βαθύτερη γνώση του κόσμου.

26. Αλλά κάτεχε ότι μονάχα κείνος που παλεύει το σκοτάδι μέσα του θα ‘χει μεθαύριο μερτικό δικό του στον ήλιο.

27. Ήρθαν ντυμένοι φίλοι αμέτρητες φορές οι εχθροί μου το παμπάλαιο χώμα πατώντας.

28. Ναι, ο Παράδεισος δεν ήταν μια νοσταλγία. Ούτε, πολύ περισσότερο, μια ανταμοιβή. Ήταν ένα δικαίωμα.

29. Κι έναν πόντο πιο ψηλά να πάτε, άνθρωποι, ευχαριστώ θα σας πει ο Θεός.

30. Τρώγε την πρόοδο και με τα φλούδια και με τα κουκούτσια της.

31. Ο ήλιος σκάει μέσα μας κι εμείς κρατάμε την παλάμη στο στόμα έντρομοι.

32. Στην κακή μοιρασιά πάντοτε ο Θεός ζημιώνεται.

33. Όπου ακούς αέρα είναι η γαλήνη που βρυκολάκιασε.

34. Ψαρεύοντας έρχεται η θάλασσα.

35. Θεέ μου τι μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε.

36. Τη γλώσσα μου έδωσαν Ελληνική. Το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου.

37. Πριν απ’ τα μάτια μου ήσουν φως. Πριν απ’ τον Έρωτα έρωτας Κι όταν σε πήρε το φιλί, Γυναίκα.

38. Μέσα στη θλίψη της απέραντης μετριότητας, που μας πνίγει από παντού, παρηγοριέμαι ότι κάπου, σε κάποιο καμαράκι, κάποιοι πεισματάρηδες αγωνίζονται να εξουδετερώσουν τη φθορά.

39. Το ελάχιστο θέλησα και με τιμώρησαν με το πολύ.

40. Κείνο που σου προσάπτουνε τα χελιδόνια είναι η άνοιξη που δεν έφερες.

 

Γιάννα στις 25 Μαρτίου 2017

Ἀστεροσκοπεῖο – Μίλτος Σαχτούρης

Διαρρῆχτες τοῦ ἥλιου δὲν εἶδαν ποτέ τους πράσινο κλωνάρι δὲν ἄγγιξαν φλογισμένο στόμα δὲν ξέρουν τί χρῶμα ἔχει ὁ οὐρανὸς Σὲ σκοτεινὰ δωμάτια κλεισμένοι δὲν ξέρουν ἂν θὰ πεθάνουν, παραμονεύουν μὲ μαῦρες μάσκες καὶ βαριὰ τηλεσκόπια μὲ τ᾿ ἄστρα στὴν τσέπη τους βρωμισμένα μὲ ψίχουλα μὲ τὶς πέτρες τῶν δειλῶν στὰ χέρια παραμονεύου σ᾿ ἄλλους πλανῆτες τὸ φῶς. Νὰ πεθάνουν Νὰ κριθεῖ κάθε Ἄνοιξη ἀπὸ τὴ χαρά της ἀπὸ τὸ χρῶμα του τὸ κάθε λουλούδι ἀπὸ τὸ χάδι του τὸ κάθε χέρι ἀπ᾿ τ᾿ ἀνατρίχιασμά του τὸ κάθε φιλὶ

Ἕνα ἔρημο ἄνθος – Νίκος Καροῦζος

Βαθύτερο ἀπ᾿ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ταραχὴ ποὺ φέρνει μέσ᾿ στὸ στῆθος ἡ ἐπιθυμία ζεῖ στὸ θαλάσσιο βράχο ἕν᾿ ἄνθος ὁλομόναχο. Ποιὰ φωνὴ τὸ κυρίεψε καὶ μοιάζει σὰν νὰ δείχνει τὴν ἄγνωστη γαλήνη μὲ μικρὰ χρώματα… Εἶναι βγαλμένο στοὺς κινδύνους τῆς χαρᾶς ἀμέριμνο σὰν ἰδέα. Όταν μιαν άνοιξη -

Μανόλης Αναγνωστάκης

Όταν μιαν άνοιξη χαμογελάσει θα ντυθείς μια καινούργια φορεσιά και θα ‘ρθεις να σφίξεις τα χέρια μου παλιέ μου φίλε Κι ίσως κανείς δε σε προσμένει να γυρίσεις μα εγώ νιώθω τους χτύπους της καρδιάς σου κι ένα άνθος φυτρωμένο στην ώριμη, πικραμένη σου μνήμη Κάποιο τρένο, τη νύχτα, σφυρίζοντας, ή ένα πλοίο, μακρινό κι απροσδόκητο θα σε φέρει μαζί με τη νιότη μας και τα όνειρά μας Κι ίσως τίποτα, αλήθεια, δεν ξέχασες μα ο γυρισμός πάντα αξίζει περισσότερο από κάθε μου αγάπη κι αγάπη σου παλιέ μου φίλε

Άνοιξη – Κώστας Καρυωτάκης

Έφτασ’ η ώρια Άνοιξη -το λεν τα χελιδόνια- κι ο σκυθρωπός Χειμώνας εκίνησε να φύγει· του στέλνει κείνη λούλουδα, αυτός της ρίχνει χιόνια, και με τ’ αθώο γέλιο της τα δάκρυά του σμίγει. Στο γαλανό παλάτι του ο Φοίβος τριγυρίζει και, χύνοντας, αφόβιστα ολόχρυσες αχτίδες, σ’ ό,τι στο δρόμο του βρεθεί το χρώμα του χαρίζει κι αφήνει πίσω του χαρά και άσβεστες ελπίδες. Τα δέντρα πρασινίσανε και γιόμισαν λουλούδια· του πιστικού ακούγεται η γέρικη φλογέρα να σιγολέει άφταστα κάθε πρωί τραγούδια, και τα πουλιά να κελαηδούν τον ύμνο τους στη μέρα. Παντού ξεχύνετ’ η χαρά. Μόνον εσύ, μικρή μου, βλέπεις τις τόσες ομορφιές με μάτια δακρυσμένα. Έλα να βρεις παρηγοριά στ’ ολόθερμο φιλί μου! Επρόβαλε η Άνοιξη! Ξέχνα τα περασμένα! Ἄνοιξη μ.Χ. -

Γιῶργος Σεφέρης

Πάλι μὲ τὴν ἄνοιξη φόρεσε χρώματα ἀνοιχτὰ καὶ μὲ περπάτημα ἀλαφρὺ πάλι μὲ τὴν ἄνοιξη πάλι τὸ καλοκαίρι χαμογελοῦσε. Μέσα στοὺς φρέσκους ροδαμούς στῆθος γυμνὸ ὡς τὶς φλέβες πέρα ἀπ᾿ τὴ νύχτα τὴ στεγνὴ πέρα ἀπ᾿ τοὺς ἄσπρους γέροντες ποὺ συζητοῦσαν σιγανὰ τί θά ῾τανε καλύτερο νὰ παραδώσουν τὰ κλειδιὰ ἢ νὰ τραβήξουν τὸ σκοινὶ νὰ κρεμαστοῦνε στὴ θηλιὰ ν᾿ ἀφήσουν ἄδεια σώματα κεῖ ποὺ οἱ ψυχὲς δὲν ἄντεχαν ἐκεῖ ποὺ ὁ νοῦς δὲν πρόφταινε καὶ λύγιζαν τὰ γόνατα. Μὲ τοὺς καινούργιους ροδαμούς οἱ γέροντες ἀστόχησαν κι ὅλα τὰ παραδώσανε ἀγγόνια καὶ δισέγγονα καὶ τὰ χωράφια τὰ βαθιὰ καὶ τὰ βουνὰ τὰ πράσινα καὶ τὴν ἀγάπη καὶ τὸ βιός τὴ σπλάχνιση καὶ τὴ σκεπὴ καὶ ποταμοὺς καὶ θάλασσα καὶ φύγαν σὰν ἀγάλματα κι ἄφησαν πίσω τους σιγὴ ποὺ δὲν τὴν ἔκοψε σπαθὶ ποὺ δὲν τὴν πῆρε καλπασμός μήτε ἡ φωνὴ τῶν ἄγουρων κι ἦρθε ἡ μεγάλη μοναξιὰ κι ἦρθε ἡ μεγάλη στέρηση μαζὶ μ᾿ αὐτὴ τὴν ἄνοιξη καὶ κάθισε κι ἀπλώθηκε ὡσὰν τὴν πάχνη τῆς αὐγῆς καὶ πιάστη ἀπ᾿ τ᾿ ἀψηλὰ κλαδιὰ μέσ᾿ ἀπ᾿ τὰ δέντρα γλίστρησε καὶ τὴν ψυχή μας τύλιξε. Μὰ ἐκείνη χαμογέλασε φορώντας χρώματα ἀνοιχτὰ σὰν ἀνθισμένη ἀμυγδαλιὰ μέσα σε φλόγες κίτρινες καὶ περπατοῦσε ἀνάλαφρα ἀνοίγοντας παράθυρα στὸν οὐρανὸ ποὺ χαίρονταν χωρὶς ἐμᾶς τοὺς ἄμοιρους. Κι εἶδα τὸ στῆθος της γυμνὸ τὴ μέση καὶ τὸ γόνατο πῶς βγαίνει ἀπὸ τὴν παιδωμὴ νὰ πάει στὰ ἐπουράνια ὁ μάρτυρας ἀνέγγιχτος ἀνέγγιχτος καὶ καθαρός, ἔξω ἀπ᾿ τὰ ψιθυρίσματα τοῦ λαοῦ τ᾿ ἀξεδιάλυτα στὸν τσίρκο τὸν ἀπέραντο ἔξω ἀπ᾿ τὸ μαῦρο μορφασμὸ τὸν ἱδρωμένο τράχηλο τοῦ δήμιου π᾿ ἀγανάχτησε χτυπώντας ἀνωφέλευτα. Ἔγινε λίμνη ἡ μοναξιὰ ἔγινε λίμνη ἡ στέρηση ἀνέγγιχτη κι ἀχάραχτη.

Γιάννα στις 19 Μαρτίου 2017

Ζωγραφίστε πρώτα ένα κλουβί

με μια πόρτα ανοιχτή

ζωγραφίστε μετά

κάτι όμορφο

κάτι απλό

κάτι ωραίο

κάτι χρήσιμο

για το πουλί

βάλτε μετά το μουσαμά απάνω σ” ένα δέντρο

σ” ένα κήπο

σ” ένα πάρκο

ή σ” ένα δάσος

κρυφτείτε πίσω από το δέντρο

χωρίς μιλιά

τελείως ακίνητοι…

Κάποτε το πουλί έρχεται γρήγορα

μα μπορεί και να περιμένει χρόνια

πριν τ” αποφασίσει

Μην απογοητευτείτε

περιμένετε

περιμένετε αν χρειαστεί χρόνια ολόκληρα

το αν έρθει γρήγορα ή αργά το πουλί

δε θα “χει καμία σχέση

με την επιτυχία του πίνακα

Όταν φτάσει το πουλί

αν φτάσει

κρατήστε απόλυτη σιωπή

περιμένετε να μπει το πουλί στο κλουβί

κι όταν μπει

κλείστε απαλά την πόρτα με το πινέλο

μετά

σβήστε ένα ένα όλα τα σύρματα

προσέχοντας να μην αγγίξετε ούτε ένα φτερό του πουλιού

Ζωγραφίστε κατόπιν το δέντρο

διαλέγοντας το πιο ωραίο κλαδί του

για το πουλί

ζωγραφίστε ακόμη το πράσινο φύλλωμα και τη δροσιά του ανέμου

τη σκόνη του ήλιου

το σούρσιμο των ζώων στη χλόη μέσα στο κάμα του καλοκαιριού

και μετά περιμένετε ν” αποφασίσει το πουλί να τραγουδήσει

Αν δεν τραγουδά το πουλί

Είναι κακό σημάδι

σημάδι πως ο πίνακας είναι κακός

μ” αν τραγουδά είναι καλό σημάδι

σημάδι πως μπορείτε να υπογράψετε

Τραβάτε λοιπόν πολύ απαλά

ένα φτερό απ” το πουλί

και γράφετε τ” όνομά σας σε μια γωνία του πίνακα.

Γιάννα στις 19 Μαρτίου 2017

 

Μπροστά στην πόρτα του εργοστασίου

ο εργάτης σταματάει ξαφνικά

o ωραίος καιρός τον τράβηξε απ” το σακάκι

κι όπως γυρίζει

και τον ήλιο ατενίζει

όλον κόκκινο όλον στρογγυλό

να χαμογελάει μέσα στον ουρανό του από μόλυβδο

κλείνει το μάτι

με οικειότητα

Για πες λοιπόν σύντροφε Ήλιε

δε βρίσκεις

πως είναι μάλλον μαλακία

να δίνεις μία τέτοια ημέρα

σε ένα αφεντικό;

 

Ο ανθρώπινος μόχθος

 

Ο ανθρώπινος μόχθος

δεν είναι αυτός ο ωραίος νέος άνδρας ο χαμογελαστός

όρθιος πάνω στο πόδι του από γύψο

ή από πέτρα

που δίνει χάρη στα παιδαριώδη τεχνάσματα της γλυπτικής

στην ανόητη ψευδαίσθηση

της χαράς του χορού και της αγαλλίασης

υπενθυμίζοντας με το άλλο πόδι στον αέρα

τη γλυκύτητα του γυρισμού στο σπίτι.

Όχι

ο ανθρώπινος μόχθος δεν φέρει ένα μικρό παιδί στον δεξή ώμο

άλλο ένα στο κεφάλι

κι ένα τρίτο στον ώμο τον αριστερό

με τα εργαλεία στον αορτήρα

και τη νεαρή γυναίκα ευτυχισμένη να κρέμεται απ’ το μπράτσο του.

Ο ανθρώπινος μόχθος φέρει έναν επίδεσμο στην κήλη

και τις ουλές από τις μάχες

που ‘χουν παραδοθεί απ” την εργατική τάξη

ενάντια σ’ έναν κόσμο παράλογο και δίχως νόμους

Ο ανθρώπινος μόχθος δεν έχει σπίτι αληθινό

οσφραίνεται τη μυρωδιά της εργασίας του

και τον χτυπάει στα πνευμόνια

ο μισθός του κοκαλιάρης

τα παιδιά του επίσης,

δουλεύει σαν τον νέγρο,

κι ο νέγρος σαν αυτόν.

Ο ανθρώπινος μόχθος δεν έχει τρόπους

ο ανθρώπινος μόχθος δεν έχει την ηλικία της λογικής

ο ανθρώπινος μόχθος έχει την ηλικία των στρατώνων

την ηλικία των φυλακών και των κατέργων

την ηλικία των εκκλησιών και των εργοστασίων

την ηλικία των κανονιών

κι αυτός που έχει φυτέψει παντού όλους τους αμπελώνες

κι έχει κουρδίσει όλα τα βιολιά

τρέφεται από όνειρα άσχημα

και μεθάει με το άσχημο κρασί της παραίτησης

και σαν ένας μεγάλος σκίουρος μεθυσμένος

χωρίς σταματημό γυρνάει σε κύκλους

μες σ’ ένα σύμπαν εχθρικό

σκονισμένο και με ταβάνι χαμηλό

και ολοένα σφυρηλατεί την αλυσίδα

την αλυσίδα τη φρικτή όπου όλα είναι αλυσοδεμένα

η μιζέρια η πρόσοδος η δουλειά η θανάτωση

η θλίψη η δυστυχία η αϋπνία και η ανία

η τρομακτική αλυσίδα του χρυσού

του άνθρακα του σιδήρου και του χάλυβα

του κλίνκερ και της σκόνης

η περασμένη γύρω από τον λαιμό

ενός κόσμου σακατεμένου

η άθλια αλυσίδα

όπου έρχονται να γαντζωθούν

τα θεία γούρια

τα ιερά κειμήλια

οι σταυροί της τιμής οι σταυροί οι αγκυλωτοί

τα φυλαχτά-σκιουροπίθηκοι

τα μετάλλια των παλιών υπηρετών

τα μπιχλιμπίδια της κακοτυχίας

η μεγαλοπρεπής αίθουσα του μουσείου

το μέγα πορτρέτο του έφιππου

το μέγα πορτρέτο του βαδίζοντος

το μέγα πορτρέτο προσώπου προφίλ στο ένα πόδι

το μέγα πορτρέτο επιχρυσωμένο

το μέγα πορτρέτο του μεγάλου μάντη

το μέγα πορτρέτο του μεγάλου αυτοκράτορα

το μέγα πορτρέτο του μεγάλου στοχαστή

του μεγάλου άλτη

του μεγάλου ηθικολόγου

του αξιοπρεπούς και θλιβερού φαρσέρ

το κεφάλι του μεγάλου ταραξία

το κεφάλι του επιθετικού ειρηνοποιού

το αστυνομικό κεφάλι του μεγάλου απελευθερωτή

το κεφάλι του Αδόλφου Χίτλερ

το κεφάλι του κυρίου Θιέρσου

το κεφάλι του δικτάτορα

το κεφάλι του δημίου

όποιας και να ‘ναι χώρας

όποιου και να ‘ναι χρώματος

το απεχθές κεφάλι

το δυστυχές κεφάλι

το κεφάλι για χαστούκια

το κεφάλι για σφαγή

το επικεφαλής του φόβου.

 

 

Γιάννα στις 13 Φεβρουαρίου 2017

ΟΙ ΒΑΛΙΤΣΕΣ

Βγήκες στον δρόμο κι άρχισες να σκούζει και να λες
Πως γρήγορα κουράστηκες για `κει που `χες να πας
Μα οι βαλίτσες που φορτώθηκες είναι όλες αδειανές
Πες μου γιατί
πες μου γιατί
γιατί τις κουβαλάς

Στη πρώτη ανηφοριά κλατάρεις κι αρχινάς να κλαις
Δε γίνεται να φτάσεις λες `κει π’ αξίζεις να πας
Μα οι βαλίτσες που φορτώθηκες είναι όλες αδειανές
Πες μου γιατί
πες μου γιατί
γιατί τις κουβαλάς

 

ΟΛΑ ΤΕΛΙΚΑ ΞΑΝΑΓΥΡΝΑΝ Σ’ΕΜΑΣ

Δεν υπάρχει χαμένος καιρός, δεν υπάρχει
Οι ώρες που σκοτώνουμε επιζούν
Ένας θεός εκβιαστής τις συγκεντρώνει
κι όμηρους τις κρατάει
ώσπου τα λύτρα που ζητάει από μας να πληρωθούν
(Κι εμείς πληρώνουμε)

Όλα τελικά, όλα
Όλα τελικά ξαναγυρνάν σ’ εμάς

Τα δάκρυα σαν στεγνώνουν
δεν πεθαίνουν, δεν πεθαίνουν
Η θλίψη που σκορπάμε επιζεί
Σε δίχτυα αόρατα νεράιδες τη μαζεύουν
και περιμένουν την επόμενη αφορμή
(Που έτσι κι αλλιώς θα `ρθει)

Όλα τελικά, όλα
Όλα τελικά ξαναγυρνάν σ’ εμάς

Οι χαμένοι φίλοι
κι οι χαμένοι εχθροί,
τα παλιά παιχνίδια
κι η καινούρια σιωπή,
τα ταξίδια που ακυρώθηκαν,
τα γλέντια που αναβλήθηκαν,
οι ελπίδες που διαλύθηκαν,
τα λόγια που αγνοήθηκαν

Όλα τελικά, όλα
Όλα τελικά ξαναγυρνάν σ’ εμάς

 

ΣΙΓΑ ΜΗΝ ΚΛΑΨΩ

Μου λεν αν φύγω από τον κύκλο θα χαθώ
στα όρια του μοναχά να γυροφέρνω
και πως ο κόσμος είν’ ανήμερο θεριό
κι όταν δαγκώνει εγώ καλά είναι να σωπαίνω.Κι όταν φοβούνται πως μπορεί να τρελαθώ
μου λεν να πάω κρυφά κάπου να κλάψω
και να θυμάμαι πως αυτό το σκηνικό
είμαι μικρός, πολύ μικρός για να τ’ αλλάξω.Μα εγώ μ’ ένα άγριο περήφανο χορό
σαν αετός πάνω απ’ τις λύπες θα πετάξω.
Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ,
σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ.

Θα πάω να χτίσω μια φωλιά στον ουρανό,
θα κατεβαίνω μόνο αν θέλω να γελάσω
Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ,
σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ.

Μου λεν αν φύγω πιο ψηλά θα ζαλιστώ
καλύτερα στη λάσπη εδώ μαζί τους να κυλιέμαι
και πως αν θέλω περισσότερα να δω,
σ’ ένα καθρέφτη μοναχός μου να κοιτιέμαι.

Κι όταν φοβούνται πως μπορεί να τρελαθώ
μου λεν να πάω κρυφά κάπου να κλάψω.
Και να θυμάμαι πως αυτό το σκηνικό
είμαι μικρός πολύ μικρός για να τ’ αλλάξω.

Μα εγώ μ’ένα άγριο περήφανο χορό
σαν αετός πάνω απ’ τις λύπες θα πετάξω.
Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ,
σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ

Θα πάω να χτίσω μια φωλιά στον ουρανό,
θα κατεβαίνω μόνο αν θέλω να γελάσω
Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ,
σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ.

 

ΠΟΤΕ ΘΑ ΦΤΑΣΟΥΜΕ ΕΔΩ

Πότε θα φτάσουμε εδώ;
Πότε θα φτάσουμε εδώ;
Δεν έχει δρόμο πιο μακρύ,
πιο δύσκολο απ’ αυτό.Πότε θα φτάσουμε εδώ;
Πότε θα φτάσουμε εδώ;
Δεν έχει δρόμο πιο σκληρό,
πιο δύστροπο απ’ αυτό.

Μία στο μέλλον μας γυρνάει,
μία μας πετάει στο παρελθόν.
Πότε θα φτάσουμε λοιπόν;
Πότε θα φτάσουμε εδώ;

Πότε θα φτάσουμε λοιπόν;
Πότε θα φτάσουμε εδώ;

Πότε θα φτάσουμε εδώ;
Πότε θα φτάσουμε εδώ;

 

ΤΟ ΞΕΡΟΥΝ ΤΑ ΠΟΤΑΜΙΑ

Το ξέρουν τα ποτάμια, το ξέρουν και τα πέλαγα μα δε μιλούν
Το ξέρουν τα ελάφια, τα δέντρα και τα σύννεφα κι αυτά σιωπούν
Το ξέρουν τα φεγγάρια, τ’ αστέρια και οι πλανήτες κι όλο γυρνούν
Το ξέρουνε οι άγγελοι, το ξέρουν κι οι αλήτες μ’ αυτό μεθούν
Το ξέρουν οι νεράιδες, το ξέρουν και οι σάτυροι κι όλο γελούν
Το ξέρουν οι χαράδρες, το ξέρουν κι οι άνθρωποι μα δεν τολμούν
Το ξέρουνε τα κτίρια, το ξέρουν οι φονιάδες και τα μικρά παιδιά
Το ξέρουνε κι οι φύλακες, το ξέρουν κι οι παπάδες
και κρύβουν τη φωτιά…

Γιάννα στις 11 Φεβρουαρίου 2017

«Έχω για τη ζωή μιαν αντίληψη δραματική και ρομαντική. Ό,τι δεν αγγίζει βαθιά την ευαισθησία μου δεν με ενδιαφέρει. Όσον αφορά την ποίηση, στην πραγματικότητα καταλαβαίνω πολύ λίγα πράγματα. Γι” αυτό συνεχίζω με τις αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας. Ίσως απ” αυτά τα φυτά, τη μοναξιά, τη σκληρή ζωή, βγαίνουν οι μυστικές, αληθινά βαθιές «Ποιητικές Πραμάτειες» που κανείς δεν μπορεί να διαβάσει, γιατί κανείς δεν τις έγραψε. Η ποίηση διδάσκεται βήμα βήμα ανάμεσα στα πράγματα και στις υπάρξεις, χωρίς να τα χωρίσουμε, αλλά ενώνοντάς τα με την ανιδιοτελή απλωσιά της αγάπης.» 

ΠΑΜΠΛΟ ΝΕΡΟΥΔΑ

Γιάννα στις 5 Φεβρουαρίου 2017

Δεν είναι μόνο αυτή η Κυριακή. Είναι πολλές οι Κυριακές, που μας βρίσκουν χωρίς χαμόγελο, αλλά με πολλή κούραση και μια μικρή μελαγχολία. Τέτοιες μέρες, τα βιβλία είναι μια από τις καλύτερες λύσεις για να ξεφύγει το μυαλό. Κι αν δεν έχουμε όρεξη για πολλές σελίδες, τότε η πόιηση μπορεί να κάνει το θαύμα της. Και κάπου εκεί στο ξεφύλλισμα των ποιημάτων, να πετύχουμε ένα στιχάκι που εκφράζει με τις καλύτερες λέξεις αυτό που νιώθουμε. Να, όπως το «Βαθεία Αύλαξ» της Κικής Δημουλά που περιέχεται στη συλλογή «Το λίγο του Κόσμου», η οποία έχει πάρει και το Β” Κρατικό Βραβείο Ποίησης το 1972.

«Καληνύχτα…
Με κούρασε πολύ η Κυριακή.
Πολλή Κυριακή για έναν άνθρωπο.
Με κούρασε κι αυτός ο γάμος «στις οκτώ»,
ο λόγος ο αμετάφραστος έσονται εις σάρκα μίαν-
κορίτσι πάλι η σκέψη, και ταξίδευε
μ’ άσπρα ανοιχτά σεντόνια.

Κι ύστερα όλα αυτά τα Κολωνάκια που κατέληξα
μεγάλωσαν την κούραση.
Μπορεί να έφταιγε ο καιρός,
κάτι σαν φθινοπωρινός
και λίγο σαν χαμένος.
Μπορεί να φταίξανε
οι νέες και οι έφηβοι.
Ως σημαιούλες υπερχρόνου εορτάζοντος
περνούσαν, όπως περνούσα κάποτε,
και με κούρασαν.

Αλλά και αυτά των κυριών τ’ άρρωστα μάτια –
τα μάτια αρρωσταίνουνε βαριά
όταν θέλουν να δουν τι είναι πίσω από άλλα μάτια.
Είδα να ΄χουν πιαστεί σε κάποιο δίχτυ νοσταλγίας
που το τραβούσαν σκοτεινοί στην πρόθεση ψαράδες-
καιροί αλιείς.

Αδιέξοδες κυρίες…
Είδα, όπου πηγαίνει η ώρα τους, να βρέχει.
Εκείνο το εις σάρκαν μίαν
ακόμη δεν μου επέστρεψε τη σκέψη-
κορίτσι ακόμη η σκέψη, ταξιδεύει
μ΄ άσπρα ανοιχτά σεντόνια.
Αλλού εγώ και αλλού η σκέψη,
μεγάλη πάντα κούραση.
Με κούρασε πολύ αυτό το «πάντα».
Κάποιος μιλάει δίπλα μου για ασκήσεις , θαρρώ
«βαθεία αύλαξ» λέει.
Ναι. Βαθεία αύλαξ από τη συλλογή

Καληνύχτα.
Πικρίζει ο Λυκαβηττός μέσα στο βλέμμα.
Με κούρασε πολύ αυτή η γεύση,
κι αυτά τα δέντρα που βαδίζουν μόνα τους
κάτω από φυλλορροημένες συναντήσεις.

Καληνύχτα.
Πολλή Κυριακή για έναν άνθρωπο.
Ένα σκληρό χαμόγελο στο πρόσωπο του κόσμου.
Με κούρασε πολύ το πρόσωπο του κόσμου.
Κι εσύ να είσαι ένα ποτήρι
στο πάνω πάνω ράφι
που δεν φτάνω.»

Από allyou.gr

Χωρίς να είμαστε τίποτ’ άλλο παρά μόνο άνθρωποι,
περπατήσαμε μέσ’ απ’ τα δέντρα
Φοβισμένοι, αφήνοντας τις λέξεις μας να είναι τρυφερές

Από φόβο μήπως ξυπνήσουμε τις κουρούνες,
Από φόβο μήπως έρθουμε
Αθόρυβα μέσα σ’ έναν κόσμο φτερών και κραυγών.

Αν ήμασταν παιδιά, ίσως να σκαρφαλώναμε,
Θα πιάναμε τις κουρούνες να κοιμούνται, και δεν θα σπάγαμε ούτε κλαράκι,
Και, μετά το μαλακό ανέβασμα,
Θα τινάζαμε τα κεφάλια μας πιο πάνω απ’ τα κλαριά
Για να θαυμάσουμε την τελειότητα των άστρων.

Πέρα απ’ τη σύγχυση, όπως συμβαίνει συνήθως,
Και τον θαυμασμό για όσα ο άνθρωπος γνωρίζει,
Πέρα απ’ το χάος θα ’ρχόταν η μακαριότητα.

Αυτό, τότε, είναι ομορφιά, είπαμε,
Παιδιά που με θαυμασμό κοιτάζουν τ’ αστέρια,
Είναι ο σκοπός και το τέλος.

Χωρίς να είμαστε τίποτ’ άλλο παρά μόνο άνθρωποι, περπατήσαμε μέσ’ απ’ τα δέντρα.

. . .

Being but Men

Being but men, we walked into the trees
Afraid, letting our syllables be soft
For fear of waking the rooks,
For fear of coming
Noiselessly into a world of wings and cries.

If we were children we might climb,
Catch the rooks sleeping, and break no twig,
And, after the soft ascent,
Thrust out our heads above the branches
To wonder at the unfailing stars.

Out of confusion, as the way is,
And the wonder, that man knows,
Out of the chaos would come bliss.

That, then, is loveliness, we said,
Children in wonder watching the stars,
Is the aim and the end.

Being but men, we walked into the trees.

 

Γιάννα στις 12 Νοεμβρίου 2016

Τις τελευταίες μέρες φοβάμαι ακόμα και να δω τα νέα. Πληρώνουμε τις ανόητες συμπεριφορές μιας μικρής μερίδας της ανθρωπότητας, και εξεγειρόμαστε, φωναχτά, ή σιωπηλά, στη φωλιά ενός μικρού διαμερίσματος όπου μπορούμε να νιώσουμε, έστω και ψεύτικα, ασφαλείς. Την σημερινή μέρα, όμως, θα τη διανύσουμε υπό τους ήχους του μεγαλύτερου συνθέτη και ποιητή της αγάπης, και οι μηχανές αναζήτησης, τα κοινωνικά δίκτυα, οι μουσικές ιστοσελίδες, και τελικά εμείς οι ίδιοι θα γεμίσουμε από τη φωνή του πιο γοητευτικού τραγουδοποιού που γνώρισε ο κόσμος τα τελευταία 50 χρόνια.

Ήμουν μόλις 14 χρονών όταν άρχισα να δοκιμάζω τις δυνάμεις μου στα καταχωνιασμένα μπαράκια του νησιού μου. Έφηβη, όταν οι βραδιές μου στη Σίφνο γέμιζαν με τους ήχους μιας παρουσίας που ήταν μεγαλύτερη από τη ζωή. Λέοναρντ Κοέν, αυτό το κείμενο είναι για σένα.

Μπορεί να μην ξέρω όλες τις λεπτομέρεις της ζωής σου – δε μ’ενδιαφέρει. Καναδός και κατ’επιλογήν σου για πολλά καλοκαίρια ροβινσώνας στην ειδυλλιακή Ύδρα, θα απέρριπτες όλες τις εγκόσμιες πληροφορίες ως ασήμαντες. Ανέβασες τον πήχυ, Λέοναρντ. Πώς θα μπορέσουμε να ερωτευτούμε, αγαπημένε μου, χωρίς να νιώσουμε αυτό το κρυστάλλινο, βαθύ, κοφτερό, άγγιγμα της γοητείας που μας ώθησες να καταβροχθίσουμε; Πώς θα μπορέσουμε να ζήσουμε μια ζωή χωρίς εντάσεις, μια συμβατική ρουτίνα που μας καταπίνει; Μας κατέστρεψες Λέοναρντ.

Σ’όλη μου τη ζωή αναζητώ, όπως και τόσοι άλλοι, ένα συναίσθημα σαν αυτό που τραγουδιέται στους στίχους των χωρίς αμφιβολία ποιημάτων σου. Υπερβάλλω βέβαια – αλλά και ποιος δεν υπερβάλλει στον έρωτα – αλλά κάπου κάπου νιώθω πως φτιάχτηκα για να ακούω και να θρηνώ έρωτες που φευγαλέα άγγιξα. «Αγάπησε με μέχρι το τέλος της αγάπης» (Dance me to the end of love), τραγουδάς. Και αλλού:

«Σ’αγάπησα όταν η αγάπη μας ήταν ευλογημένη,
Σ’αγαπώ και τώρα που δεν έχει μείνει τίποτα,
Μόνο πίκρα και μια αίσθηση υπερωρίας,
Και μου έλειπες όταν το μέρος καταστράφηκε,
Και δε μ’ενδιαφέρει τι θα συμβεί στη συνέχεια,
Μοιάζει με ελευθερία αλλά τη νιώθω σαν θάνατο,
Είναι κάτι ανάμεσα, εικάζω» (Closing Time)

Αλήθεια, ακόμη και πριν παρακολουθήσουμε άναυδοι τις εξελίξεις στους υπολογιστές μας, – πώς θα μπορούσαμε άλλωστε να το αποφύγουμε; – πριν το μέλλον να φαντάζει τόσο ζοφερό, λίγα πράγματα είχαν σημασία. Σήμερα περισσότερο από ποτέ. Είναι δυο στίχοι, δυο αγγίγματα, μερικές ανάσες που σχηματίζουν καρδιές στα παράθυρα που θάμπωσαν από την έκρηξη της στιγμής. Τραγούδησες την αέναη επικράτηση της αγάπης, και το τέλος αυτής. Τραγούδησες για τη δημοκρατία στις ΗΠΑ (Democracy) -ω η ειρωνία!- για το αβέβαιο μέλλον (The Future), για την έλευση μιας άλλης εποχής.

«Οδηγούμαι από ένα σημάδι από τα ουράνια
Οδηγούμαι από ένα σημάδι στο δέρμα μου
Οδηγούμαι από την ομορφιά των όπλων μου
Πρώτα θα πάρουμε το Μανχάταν,
Μετά θα πάρουμε το Βερολίνο» (First we take Manhattan)

Το καλοκαίρι του 2008 η βαθιά φωνή σου έφτασε μέχρι τη Μαλακάσα. Ήταν μια σχεδόν ιδιωτική συναυλία, που μπορεί να μην έγινε σε μια εκκλησία, όπως άλλες, αλλά η ατμόσφαιρα ήταν μυστικιστική. Σίγουρα μια εμπειρία ζωής. Όσο περνούσαν τα χρόνια η φωνή σου βάθαινε, αλλά τα τραγούδια σου παρέμεναν, όσο και τη δεκαετία του ’60, τολμηρά, σπαρακτικά, συνομωτικά. Μας έκλεινες το μάτι, εσύ και τόσο λίγοι άλλοι, ότι αυτό που νιώσαμε να χάνεται όσο βυθιζόμαστε στη νέα τάξη πραγμάτων, είναι εκεί, κάπου χωμένο, και το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να το αναζητήσουμε. Ψάξτε με στο λαβύρινθο του μυαλού σας, κάπου εκεί έχει κρυφτεί αυτή η σπίθα νιρβάνας που σας θυμίζω τακτικά.

«Ολοι ξέρουν ότι μ’αγαπάς μωρό μου,
Ολοι ξέρουν ότι αλήθεια μ’αγαπάς
Ολοι ξέρουν ότι έχεις υπάρξει πιστή
Αχ, εκτός από μια δυο βραδιές
Όλοι ξέρουν ότι έχεις υπάρξει διακριτική
Ύπηρξαν απλά τόσο πολύ άνθρωποι που έπρεπε οπωδήποτε να γνωρίσεις
Χωρίς τα ρούχα σου»

Μια γλυκιά παραίτηση. Μια συνειδητοποίηση αυτής της παράδοσης άνευ όρων στην ανθρώπινη ύπαρξη με όλα τα σφάλματά της, με όλες τις ανεπάρκειες της. Εγώ είμαι αυτός που έχεις ερωτευτεί πιο βαθιά, πιο τελειωτικά, πιο σπαρακτικά. Εγώ.

«Αν θέλεις έναν εραστή,
Θα κάνω ό,τι μου ζητήσεις
Κι αν θέλεις έναν άλλο τρόπο αγάπης
Θα φορέσω μια μάσκα για σένα
Αν θες έναν σύντροφο, πάρε το χέρι μου
Ή
Αν θες να με χτυπήσεις με θυμό
Στέκομαι εδώ
Είμαι ο άντρας σου»
(I’m your man)

Στη Βιέννη λέει, υπάρχει «ένας ώμος που ο θάνατος πηγαίνει για να κλάψει, ένα δέντρο που τα περιστέρια πηγαίνουν για να πεθάνουν» (Take this waltz). Χαρμολύπη, αυτή η μοναδική συνταγή που οδηγεί τελματικά σ’ένα μικρό θάνατο.

Θα μπορούσε κάποιος να με πει γραφική, γλαφυρή, μια στάλα γελοία. Ανήκω περήφανα στην άλλη μερίδα. Μπορεί να μην είμαστε η μερίδα του λέοντος, αλλά είμαστε αυτοί που κλείνουμε, μαζί σου Λέοναρντ, το μάτι στην πεζή καθημερινότητα. Υπάρχει ένας άλλος κόσμος εκεί έξω και εσύ μας τον έμαθες. Σήμερα, 11 Νοεμβρίου της χρονιάς που χάρισε μόνο θανάτους από μεγάλες μουσικές προσωπικότητες, είναι μια μέρα γιορτής. Γιορτάζουμε την ύπαρξή σου. Είπες πρόσφατα στην αγαπημένη σου μούσα Μαριάν Ίλεν, λίγο πριν από το θάνατο της :

«Λοιπόν Μαριάν έχει έρθει η στιγμή που έχουμε γεράσει και τα κορμιά μας καταρρέουν και πιστεύω πως πολύ σύντομα θα σε ακολουθήσω. Να ξέρεις ότι βρίσκομαι τόσο κοντά σου που αν απλώσεις το χέρι σου θα αγγίξεις το δικό μου».

Δεν ξέραμε τότε πως η ώρα θα κατέφθανε τόσο γρήγορα. Συμφιλιωμένος με την ιδέα του θανάτου, προετοιμασμένος για τη συνέχεια, η βουδιστική σου πίστη σου επέτρεψε να καλωσορίσεις την στιγμή. Εύχομαι να έχεις καταλάβει σε ποιο βαθμό μας συντάραξες. Νομίζω πως ναι. Θα περάσω τη μέρα ακούγοντας τις βαθιά μελαγχολικές μουσικές σου, και θα σκεφτώ πως δεν είναι ώρα για θρήνους, αλλά για γιορτή, σε μια στιγμή που το χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ.

ΒΑΛΙΑ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Από την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Κυριακή στις 9 Νοεμβρίου 2016

Το πηγαίο αίσθημα της αγάπης αποτελεί ιδεώδη και απώτερο στόχο της ανθρώπινης ζωής στο ποίημα του Ν. Καρούζου «Τα πουλιά δέλεαρ του Θεού, 2», που εκδόθηκε το 1961.

Θα περάσουν αποπάνω μας όλοι οι τροχοί*
στο τέλος
τα ίδια τα όνειρά μας θα μας σώσουν.
Αγάπη μείνε στην καρδιά -
αυτός ας είναι ο κανών* του τραγουδιού σου.
Με την αγάπη
θα σηκώσουμε την απελπισία μας
απ” τ” αμπάρι* του κορμιού.
Δεν είναι φορτίο για τη χώρα των αγγέλων
η απελπισία.
Και προπαντός
ας μην αφήσουμε την αγάπη
να συνωστίζεται* με τόσα αισθήματα…

http://digitalschool.minedu.gov.gr

Γιάννα στις 28 Οκτωβρίου 2016

Υπάρχουν αρκετά είδη φόβου που, κάτω από ορισμένες συνθήκες, καταφέρνουν να επιβληθούν στον ανθρώπινο νου. Υπάρχει ο φυσιολογικός φόβος που στηρίζεται σε πραγματικά αίτια, και ο φόβος από ανύπαρκτη αιτία που οδηγεί σε μεγιστοποίηση ενός αόρατου κινδύνου.

Και στις δύο περιπτώσεις το έμφυτο ένστικτο της αυτοσυντήρησης μας προειδοποιεί για τον πραγματικό ή πλασματικό κίνδυνο. Είναι ένας μηχανισμός προστασίας του οργανισμού. Στις περιπτώσεις όμως που συνεχίζεται, ενώ δεν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος, τότε μετατρέπεται σε φοβία και παύει να είναι μία υγιής αντίδραση του οργανισμού.

Η ζωή μας είναι τόσο απρόβλεπτη, που είναι σχεδόν απίθανο να μη νιώσει κάποιος, έστω πρόσκαιρα, το συναίσθημα του φόβου.

Οι σημερινές κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες μάλιστα ευνοούν τη δημιουργία φοβίας για το μέλλον, φέρνοντας στην καθημερινή μας ζωή κάτι που είναι κοντά μας από τη βρεφική ηλικία και εστιάζεται κυρίως στον φόβο της πτώσης και του κρότου, σύμφωνα με τους ειδικούς.

Οι αρχαίοι Ελληνες θεωρούσαν τον Φόβο γιο του Αρη και της Αφροδίτης, οι σύγχρονοι κυβερνήτες εκμεταλλεύονται τον φόβο που δημιουργούν οι συνεχείς αρνητικές ειδήσεις που διοχετεύονται με διάφορους τρόπους στους πολίτες και οδηγούν στο να τους παραδώσουμε κεκτημένα δικαιώματα, που σε διαφορετική περίπτωση δεν θα ετίθεντο καν προς συζήτηση.

Αντιθέτως, στη μουσική ο φόβος έχει μόνο θετικά αποτελέσματα, αφού έχει οδηγήσει αρκετούς συνθέτες και καλλιτέχνες στην επιτυχία.

Είναι πολύ καλύτερα βέβαια να φοβόμαστε βλέποντας κινηματογραφικές ταινίες ή ακούγοντας τραγούδια που περιγράφουν συνήθως τον φόβο των δημιουργών τους, στο να μη χάσουν τον/την αγαπημένο/η τους, από το να φοβόμαστε καθημερινά με αφορμή διάφορες αιτίες που φρόντισαν να δημιουργήσουν αυτοί που μας κυβερνούν εδώ και αρκετές δεκαετίες.

Ο Γιάννης Αγγελάκας με τις Τρύπες είχαν πιάσει το νόημα με το τραγούδι Σιγά μην κλάψω: …Μα εγώ μ” έναν άγριο περήφανο χορό σαν αετός πάνω απ” τις λύπες θα πετάξω. Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ, σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ. Θα πάω να χτίσω μια φωλιά στον ουρανό,

θα κατεβαίνω μόνο αν θέλω να γελάσω. Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ,

σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ. Μου λέν” αν φύγω πιο ψηλά θα ζαλιστώ,

καλύτερα στη λάσπη εδώ μαζί τους να κυλιέμαι. Και πως αν θέλω περισσότερα να δω, σ” έναν καθρέφτη μοναχός μου να κοιτιέμαι. Κι όταν φοβούνται πως μπορεί να τρελαθώ,

μου λέν” να πάω κρυφά κάπου να κλάψω. Και να θυμάμαι πως αυτό το σκηνικό

είμαι μικρός, πολύ μικρός για να τ” αλλάξω.

Τραγούδια για τον φόβο της ερωτικής απόρριψης: Τι θέλεις να κάνω-Γιάννης Πάριος, Φοβάμαι μη σε χάσω-Ιωάννα Γεωργακοπούλου: Φοβάμαι πως μια μέρα θα σε χάσω και πες μου πού θα βρω παρηγοριά και τι πιοτό θα πιω για να ξεχάσω τη νύχτα που θα πέσει στην καρδιά.

Γιατί φοβάσαι-Μαρινέλλα, σε μουσική Στέλιου Βλαβιανού και στίχους Πυθαγόρα:

Γιατί φοβάσαι τη σιωπή, είμαι δική σου στο “χω πει, με τη σιωπή μου σου μιλώ και σε φιλώ, κύμα τρελό μες στον γιαλό.

Οπως μπήκες στη ζωή μου θα φοβάμαι μη σε χάσω ξαφνικά, από το Ετσι ξαφνικά, με τον Αντώνη Ρέμο, σε μουσική του Αντώνη Βαρδή και στίχους της Γιούλας Γεωργίου.

…για πράξεις και για παραλείψεις, ιδιαζόντως ειδεχθείς, αλλά εσύ μη φοβηθείς και αρχίσεις τις αποκαλύψεις, απόσπασμα από τους ξεχωριστούς στίχους του Μιχάλη Γκανά για το τραγούδι του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα Μικρός Τιτανικός, που είπε πρώτη η Χαρούλα Αλεξίου.

Ο Δημήτρης Παπαδημητρίου έγραψε για τον Μπάμπη Στόκα, σε στίχους του Αλκη Αλκαίου, το Μη με φοβάσαι: Μη με φοβάσαι, δώσ” μου το χέρι μαζί να ζήσουμε η νύχτα όσα φέρει, μη με φοβάσαι, δώσ” μου το χέρι, είναι ο έρωτας το πιο γλυκό μαχαίρι.

Ελσα σε φοβάμαι, Ελσα σ” αγαπώ, μια στιγμή μαζί σου είναι μακελειό. Κι όταν χορεύεις στην πίστα μοναχή, ντουβάρια πέφτουν και σπάζει η οροφή, το γνωστό τραγούδι του Διονύση Σαββόπουλου από το Βρώμικο ψωμί του 1972.

Καθησυχαστικοί είναι ο Νίκος Ξυδάκης με το Μη φοβάσαι, σε στίχους του Μανώλη Ρασούλη, οι Terror Χ Crew με τον ίδιο τίτλο, αλλά διαφορετικό τραγούδι, όπως και αυτό που έγραψε ο Γιώργος Ανδρέου για τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, ο Διονύσης Τσακνής με το Μη φοβάσαι, μωρό μου, ο Δήμος Αναστασιάδης με το Εσύ, ο Αλκίνοος Ιωαννίδης με το Κοίτα, κοίτα (Μη φοβάσαι τη φωτιά), σε στίχους Λίνας Νικολακοπούλου και μουσική Δημήτρη Παπαδημητρίου, ο Γιώργος Δημητριάδης με το Μη φοβηθείς την κατηφόρα, σε στίχους του Κώστα Λειβαδά και η Νατάσα Θεοδωρίδου με το Μην τη φοβάσαι την αγάπη. Η Νατάσα, όμως, εκφράζει διαφορετικά συναισθήματα στο Ελα που φοβάμαι, του Γιώργου Θεοφάνους:

Ελα που φοβάμαι, φοβάμαι, έλα που δεν ξέρω πώς να ησυχάσω, πώς να σε διαγράψω, πώς να σε ξεχάσω, έλα που δεν έχω τη δύναμη ν” αντέξω, μια φορά για μένα στη ζωή μου να παλέψω, έλα που δεν βλέπω πώς να προχωρήσω, έλα που δεν νιώθω τι να πάρω τι ν” αφήσω, έλα που δεν ξέρω πώς να ξεκολλήσω, έλα που δεν θέλω κάποιον άλλον ν” αγαπήσω, έλα που φοβάμαι, φοβάμαι, έλα που φοβάμαι, φοβάμαι. Εντονο φόβο ένιωθαν και οι Μπλε στο πρώτο τους άλμπουμ με το Φοβάμαι.

Φόβο εκφράζει η σύνθεση του Γιάννη Καραλή Φοβάμαι τα τραγούδια, με τη Λίτσα Διαμάντη, το Φοβήθηκες, με τη Δήμητρα Γαλάνη, Για σένανε φοβάμαι-Νότης Σφακιανάκης, το Ερωτικό του Παύλου Σιδηρόπουλου, η Αντίστροφη μέτρηση του Θάνου Μικρούτσικου, με τη Χαρούλα Αλεξίου, το Ολα αυτά που φοβάμαι, με την Αλκηστις Πρωτοψάλτη, που είναι διασκευή σε τραγούδι των Nickelback, οι Ρόδες με την Ελευθερία Αρβανιτάκη στο Φοβάμαι (Δεν είναι ο κόσμος σου αυτός).

Ελαφρά φοβισμένος ήταν ο Χρήστος Θηβαίος στο δικό του τραγούδι Μια χαραμάδα πανικού.

Με τον φόβο ασχολούνται και τα τραγούδια Παιχνίδια με τον Διάβολο-Νίκος Πορτοκάλογλου, Το βλέμμα σου σακάτεψε τη μοίρα μου-Διάφανα Κρίνα, Αλήτης στη Χώρα των Θαυμάτων και Τι άλλο φοβάσαι-Active Member, Φοβόμουν και Φοβόμουν μ” έπνιγε η σιωπή του Μάνου Χατζιδάκι από την Εποχή της Μελισσάνθης, Δεν αφήνει σημάδια στην άμμο του χρόνου, που έγραψε ο πρόωρα χαμένος Μάνος Ξυδούς για τους Πυξ Λαξ.

Στο Αγριολούλουδο, του Χρήστου Νικολόπουλου, σε στίχους του Πυθαγόρα, ο Στέλιος Καζαντζίδης τραγουδούσε: Μη με λυπάσαι, διώξε με απόψε, σαν να “μαι αγριολούλουδο, και τη ζωή μου κόψε. Εγώ γυμνός ξεκίνησα, εγώ πηγαίνω μόνος, σπίτι μου είναι ο δρόμος και τραγούδι μου ο πόνος. Διώξε με και μη λυπάσαι, τι θα γίνω μη φοβάσαι κι αν χιονίζει και αν βρέχει, τ” αγριολούλουδο αντέχει.

Από τα δεκάδες ξένα τραγούδια που έχουν γραφτεί κατά καιρούς και ταιριάζουν με το θέμα μας, επιλέγω, λόγω χώρου, μόνον επτά, το Scared του John Lennon από το άλμπουμ του Walls And Bridges, το Touch Me των Doors από το άλμπουμ τους Soft Parade, το You’ll Never Walk Alone από το μιούζικαλ Carousel, λόγω της μετέπειτα ερμηνείας του από τους Gerry and the Pacemakers και τα αισιόδοξα μηνύματα που βγαίνουν μέσα από το τραγούδι των Rodgers και Hammerstein, το Running Scared του Roy Orbison, που είναι ένας από τους αγαπημένους τραγουδιστές μου, το Impossible Dream από το Man Of La Mancha, γιατί κατά βάθος οι περισσότεροι ελπίζουμε ότι θα τα καταφέρουμε, το Who’s Afraid Of The Big Bad Wolf? Από τα Τρία γουρουνάκια του Disney, γιατί δεν φοβόμαστε πια τους λύκους, όσο κι αν ουρλιάζουν για την καταστροφή μας, και τέλος, το Under Pressure με τους Queen και τον David Bowie, απλώς γιατί ταιριάζει αρκετά με την εποχή μας.

 Από τον Γιώργο Ζερβό
Γιάννα στις 23 Οκτωβρίου 2016

Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη Μα πού γύριζες
Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους.
Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο
Κι οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της χίμαιρας
Ριγώνοντας μ’ αφρό τη θύμηση!
Πού είναι η γνώριμη ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου
Στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω
Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών
Τις γωνιές όπου οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυοσμαρίνια

Μα πού γύριζες
Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Σου’ λεγα να μετράς μες στο γδυτό νερό τις φωτεινές του μέρες
Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων
“Η πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους
Μ’ ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.

“Εχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
Βαθιά μες στο χρυσάφι του καλοκαιριού
Και τ’ άρωμα των γυακίνθων Μα πού γύριζες

Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς τους κόλπους με τα βότσαλα
“Ηταν εκεί ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο
Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε
Κι άνοιγες μ’ έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ’ όνομά του
“Οπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας

“Ακουσε ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση
Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα
“Εχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.
Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή ως το κόκαλο άλλο καλοκαίρι,
Για ν’ αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους,
Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
“Η για να πας καβάλα στο μαίστρο.
Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο,
Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας
Θ’ αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σο

Γιάννα στις 23 Οκτωβρίου 2016

Είδα να περνάνε από μπροστά μου
χιλιάδες κύματα μέρα και νύχτα,
αλμύρα και βοριάς στα όνειρά μου
κι η μοίρα να μου λέει καληνύχτα.

Έφτασα μαζί με τη σημαία μου,
γόνιμο έδαφος ποτέ δεν βρήκα,
τη φύλαξα κι αυτή με τα ωραία μου,
η πίκρα όταν ανθίζει φέρνει γλύκα.

Παμ παρα παρα παμ παμ
κι ο κόσμος όμορφα γυρνά
παμ παρα παρα παμ παμ
παραπατάμ παραπατά
ξανά.

Κάπου, κάπως, κάποτε περίμενα
να βρω κι εγώ μια δανεική πατρίδα,
με μια κεραία στα σύννεφα ξεθύμαινα,
πορεία μου η ατέρμονη πυξίδα.

Πείτε πως δεν μ’ είδατε ποτέ,
φάντασμα πως ήμουν μες στη νύχτα,
άντε αόρατέ μου εαυτέ
ήσυχα να πούμε καληνύχτα.

Είναι καλύτερος ο Α από τον Β καλλιτέχνη, λογοτέχνη, αθλητή, πολιτικό, άνθρωπο; η πορεία του καθενός μέσα στον χρόνο συνήθως δίνει μια σωστή εκτίμηση στο τέλος του δρόμου.

 

Όλοι πορευόμαστε σε ένα ταξίδι ζωής που κάποτε τελειώνει. Και ο πιο ασήμαντος από εμάς αφήνει πίσω του τα ίχνη του αδιάφορα αν αυτά έχουν αντίκτυπο σε άλλους ανθρώπους.

 

Δεν υπάρχει ανθρώπινο ον που να μπορεί να αξιολογήσει αμερόληπτα την αξία και προσφορά του καθενός μας, πάντα θα υπάρχουν διαφορετικές απόψεις για τα πάντα.

 

Αυτός που δεν κάνει όμως ποτέ λάθος είναι ο χρόνος, αυτός δίνει αργά ή γρήγορα τις σωστές διαστάσεις στο έργο και την προσφορά που αφορά τους επώνυμους.

 

Ονόματα όπως ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο Bob Dylan, o Μίκης Θεοδωράκης, ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Κωνσταντίνος Καβάφης, αλλά και εκατοντάδες άλλοι δεν έχουν ανάγκη της αποδοχής του συνόλου, το έργο τους μιλάει από μόνο του.

 

Μοιραία πάντα θα υπάρχουν κάποιοι που θα τους αμφισβητούν, είτε από άγνοια του όγκου του έργου τους, είτε από διαφορετική άποψη σε διάφορα λεγόμενα τους.

 

Αυτό όμως ποτέ δεν άλλαξε, ούτε θα αλλάξει την ιστορία.

 

Προχωράμε ενωμένοι από την αγάπη για τις τέχνες, εκφράζουμε ελεύθερα τις απόψεις μας και δεχόμαστε τις απόψεις των άλλων.

 

Οι επιλογές που αφορούν λίστες ή βραβεύσεις μεμονωμένων ατόμων, ταινιών, λογοτεχνίας, κα. πάντα θα προκαλούν διαφωνίες, το απόλυτα σωστό δεν υπάρχει, όταν το συνειδητοποιήσουμε αυτό θα περνάμε πιο ήρεμα.

 

Ένα είδος απάντησης είναι οι στίχοι του Blowin In The Wind:

 

Τον αγαπάμε ή τον μισούμε…; Η απάντηση πλανιέται στον αέρα…

Σαν πόσες να ’ναι οι δημοσιές που πρέπει να διαβεί κανείς
για να τον πούνε άντρα;
Και πόσες να ’ν’ οι θάλασσες που τ’ άσπρο περιστέρι θα περάσει
στην αμμουδιά πριν ξαποστάσει;

Σαν πόσες να ’ναι οι φορές που θα βροντήσει το κανόνι
πριν να το διώξουν απ’ τη γη για πάντα;

Η απάντηση, φίλε, πλανιέται στον άνεμο,
η απάντηση πλανιέται στον αέρα.

Πόσα τα χρόνια που μπορεί ν’ αντέξει ένα βουνό
ως να το φάει η αρμύρα και να λιώσει;

Και κάποιοι άνθρωποι, πόσο να ζήσουν βολετό
ώσπου της λευτεριάς μέρα να ξημερώσει;

Πόσο καιρό μπορεί κανείς να κάνει πως κοιτάει αλλού
να κάνει πως δεν βλέπει πάρα πέρα;

Η απάντηση φίλε πλανιέται στον άνεμο,
η απάντηση πλανιέται στον αέρα.

Πόσες φορές πρέπει κανείς να ρίξει τη ματιά ψηλά
λίγο ουρανό για να μπορέσει ν’ αντικρίσει;

Και να ’χει πόσα πρέπει αυτιά για να γροικήσει
του ανθρώπου το λυγμό;

Ε, και σαν πόσους θάνατους πρέπει να μάθει για να νοιώσει
πως σαν πολλοί ’ναι οι άνθρωποι που έχουνε χαθεί;

Η απάντηση, φίλε, πλανιέται στον άνεμο,
η απάντηση πλανιέται στον αέρα.

 

Κώστας Ζουγρής