Γλώσσα

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 8 Οκτωβρίου 2021

Από τον Πέτρο

Όλοι έχουμε δει κωφούς συμπολίτες μας να μιλούν μεταξύ τους ή διερμηνέα της νοηματικής στην τηλεόραση – τι πραγματικά, όμως, ξέρουμε γι’ αυτήν τη διαφορετική γλώσσα; Περιορίζεται μόνο στις κινήσεις των χεριών; Είναι φυσική ή επινοημένη; Είναι μία και μοναδική, διεθνής γλώσσα; Αξίζει –κι αν θέλουμε να είμαστε συνειδητοποιημένοι πολίτες, πρέπει– να γνωρίζουμε τις βασικές πληροφορίες.

Κατ’ αρχάς, κάθε νοηματική γλώσσα είναι οπτικο-κινησιακή: αυτό σημαίνει ότι χρησιμοποιεί την κίνηση των χεριών, τη στάση ή την κίνηση του σώματος, καθώς και τις εκφράσεις του προσώπου, για να μεταφέρει τα νοήματα. Είναι φυσική γλώσσα, δηλαδή έχει δημιουργηθεί από τον ίδιο τον άνθρωπο και εξελίσσεται από γενιά σε γενιά, καλύπτοντας τις ανάγκες επικοινωνίας κωφών και βαρήκοων. Διαθέτει λεκτικές και συντακτικές δομές.

 

Δεν υπάρχει μία και μοναδική νοηματική γλώσσα που να χρησιμοποιείται διεθνώς. Κάθε χώρα αναπτύσσει τη δική της: για παράδειγμα, υπάρχει η Γαλλική Νοηματική Γλώσσα, η Κινεζική Νοηματική Γλώσσα κ.ο.κ. Ένα ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι, παρά το γεγονός ότι η αγγλική είναι η γλώσσα των ΗΠΑ και της Βρετανίας, υπάρχει Αμερικανική Νοηματική Γλώσσα και Βρετανική Νοηματική Γλώσσα, οι οποίες μάλιστα διαφέρουν μεταξύ τους λόγω των ιστορικών εξελίξεων που επηρεάζουν τον τρόπο που βιώνονται οι προφορικές γλώσσες. Επίσης, υπάρχουν χώρες που δεν έχουν μόνο μία νοηματική γλώσσα, όπως η Ισπανία, με την Ισπανική Νοηματική Γλώσσα και την Καταλανική Νοηματική Γλώσσα. Παρ’ όλο που, όπως είπαμε, δεν υπάρχει διεθνής νοηματική γλώσσα, υφίσταται ένα διεθνές σύστημα επικοινωνίας που ονομάζεται Διεθνές Σύμβολο (ΔΣ). Πρόκειται για μια βοηθητική γλώσσα συνεννόησης που χρησιμοποιείται σε διεθνή συνέδρια και συναντήσεις με συμμετέχοντες χωρίς κοινή νοηματική γλώσσα.

Η Ελληνική Νοηματική Γλώσσα (ΕΝΓ) αναγνωρίστηκε τον Σεπτέμβριο του 2017 ως ισότιμη της ομιλούμενης ελληνικής με τον νόμο 4488/2017 (Άρθρο 65, παράγραφος 2). Επιπλέον, βάσει του νόμου το κράτος λαμβάνει μέτρα για την προώθησή της, καθώς και για την κάλυψη των αναγκών επικοινωνίας όλων των κωφών και βαρήκοων πολιτών. Η ΕΝΓ διδάσκεται: για παράδειγμα, η Σχολή Ελληνικής Νοηματικής Γλώσσας του Εθνικού Ιδρύματος Κωφών προσφέρει μαθήματα που ολοκληρώνονται σε 4 ετήσιους κύκλους. Υπάρχουν, επίσης, προγράμματα εκπαίδευσης διερμηνέων και επαγγελματίες διερμηνείς νοηματικής, οι οποίοι έχουν συστήσει το Σωματείο Διερμηνέων Ελληνικής Νοηματικής Γλώσσας, που συμπληρώνει φέτος 30 χρόνια ζωής. Πέραν των όσων επιτάσσει το νομικό πλαίσιο για την κάλυψη των αναγκών επικοινωνίας όλων των κωφών και βαρήκοων πολιτών, το γενικό ενδιαφέρον για την ΕΝΓ ολοένα και αυξάνεται, και στο πλαίσιο της ανάδειξης της έννοιας της προσβασιμότητας, δηλαδή της ισότιμης πρόσβασης των ανάπηρων ατόμων σε προϊόντα και υπηρεσίες εκπαίδευσης, ενημέρωσης και ψυχαγωγίας.

Πριν από λίγες μέρες, την 23η Σεπτεμβρίου, τιμήθηκε η Διεθνής Ημέρα Νοηματικών Γλωσσών, που έχει καθιερωθεί μετά από απόφαση της γενικής συνέλευσης του ΟΗΕ τον Δεκέμβριο του 2017. Η επιλογή της ημερομηνίας αυτής συμπίπτει με την ίδρυση της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Κωφών (WFD) στις 23 Σεπτεμβρίου 1951, στη Ρώμη. Επίσης γιορτάστηκε η Διεθνής Εβδομάδα Κωφών, πληροφορίες για την οποία μπορείτε να δείτε στη σχετική σελίδα της Ομοσπονδίας Κωφών Ελλάδας.

Το θέμα της νοηματικής γλώσσας είναι ευρύ και σαφώς ξεπερνά τα όρια αυτού του άρθρου. Ωστόσο, ελπίζουμε ότι καταφέραμε να σας κεντρίσουμε το ενδιαφέρον να μάθετε περισσότερα, ώστε να κάνουμε όλοι ένα βήμα προς την κατανόηση των κωφών και βαρήκοων συμπολιτών μας.

Βασίλης Μπαμπούρης – Κωνσταντίνα Τριανταφυλλοπούλου

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 3 Οκτωβρίου 2021

Aπό τον Πέτρο

Ένα αρκετά συνηθισμένο λάθος είναι να λέμε και να γράφουμε τον δέκατο μήνα του ημερολογίου ως «Οκτώμβριο» αντί για το ορθό που είναι Οκτώβριο.

Γιατί ο Οκτώβριος δεν έχει «μ», όπως οι μήνες Σεπτέμβριος, Νοέμβριος και Δεκέμβριος; Ποια είναι η εξήγηση που κρύβεται πίσω από αυτή τη διαφοροποίηση;

Η απάντηση βρίσκεται στο ρωμαϊκό ημερολόγιο, το οποίο και έχουμε δανειστεί αυτούσιο. Παλιά το ημερολόγιο είχε 10 μήνες, καθώς απουσίαζαν οι μήνες Ιανουάριος και Φεβρουάριος, οι οποίοι προστέθηκαν αργότερα, με το νέο έτος να ξεκινά από τον Μάρτιο.

Το ρωμαϊκό ημερολόγιο στα λατινικά ήταν το εξής:

1) Martius (στον Άρη)
2) Aprilis (στην Αφροδίτη)
3) Maius (στη Μαία)
4) Junius (στην Ήρα)
5) Quintilis (πέμπτος)
6) Sextilis (έκτος)
7) September (έβδομος)
8) October (όγδοος)
9) November (ένατος)
10)December (δέκατος)

Σύμφωνα, λοιπόν, με το ρωμαϊκό ημερολόγιο, οι πρώτοι τέσσερις μήνες είχαν ονόματα Θεών. Οι επόμενοι συνέχιζαν αριθμητικά, δηλ. ο Quintilis ήταν ο πέμπτος, ο Sextilis ήταν ο έκτος κ.ο.κ.

Αργότερα ο πέμπτος και ο έκτος μήνας αφιερώθηκαν σε αυτοκράτορες και συγκεκριμένα στον Ιούλιο Καίσαρα και στον Οκταβιανό Αύγουστο.

Οι επόμενοι μήνες όμως συνέχισαν αριθμητικά. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το dogma.gr, ο έβδομος μήνας λεγόταν September από το septem (εφτά), ο όγδοος μήνας ονομάστηκε October από το octo (οκτώ), ο ένατος ήταν ο November από το novem (εννιά) και τέλος δέκατος και τελευταίος ήταν ο December από το decem (δέκα).

Επομένως, αφού ο Οκτώβριος δεν είχε μ στα λατινικά (October), δεν έχει, προφανώς, ούτε στα ελληνικά.

Αργότερα, όταν προστέθηκαν οι μήνες Ιανουάριος και Φεβρουάριος στην αρχή του ημερολογίου, η αρίθμηση… χάλασε, καθώς ο Σεπτέμβριος από 7ος έγινε 9ος, ο Οκτώβριος έγινε 10ος, ο Νοέμβριος 11ος και ο Δεκέμβριος 12ος. Ωστόσο, η ονοματολογία παρέμεινε η ίδια.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Σεπτεμβρίου 2021

ΛΟΝΔΙΝΟ. «Λέγουσιν/ α θέλουσιν/ λεγέτωσαν/ ου μέλι μοι /συ φιλί με/ συνφέρι σοι» («Ας λένε ό,τι θέλουν, δεν με νοιάζει, αγάπα με, σου κάνει καλό»). Τους στίχους σύγχρονου μουσικού κομματιού θυμίζει η ελληνική επιγραφή που βρέθηκε στην Καρταχένα της Ισπανίας και χρονολογείται από τον 2ο με 3ο αιώνα μ.Χ., κάνοντας τον καθηγητή Κλασικών Σπουδών Τιμ Ουίτμαρς να μιλάει για το πρώτο μοντέρνο ποίημα στην ιστορία της λογοτεχνίας. Το ποίημα, που εντοπίσθηκε σε 20 μικροσκοπικά κοσμήματα και σφραγιδόλιθους, αλλά και σε σκάλισμα σε τοίχο ανασκαφής στην Ισπανία, κάνει λόγο για την αδιαφορία του ερωτευμένου απέναντι στις επικρίσεις της κοινωνίας και αποτελεί κάλεσμα ή νουθεσία σε ανώνυμο ερωτικό σύντροφο.

Ο καθηγητής Ουίτμαρς επισημαίνει ότι ο δημιουργός του έχει εγκαταλείψει τη ρίμα, εκφράζοντας ίσως για πρώτη φορά στην καταγεγραμμένη ιστορία τον έρωτά του χωρίς τους περιορισμούς των ποιητικών κανόνων της αρχαιοελληνικής γραμματείας. «Γνωρίζαμε εδώ και χρόνια για την ύπαρξη λαϊκής ποίησης στην αρχαία Ελλάδα. Οσα έργα επέζησαν, όμως, υποτάσσονταν στις επιταγές της λόγιας ποίησης. Το ποίημα αυτό, αντίθετα, αποκαλύπτει ότι οι ρίζες του βρίσκονται στην προφορική παράδοση. Οφείλουμε να είμαστε ευγνώμονες που το έργο αυτό αποτυπώθηκε σε σημαντικό αριθμό πολύτιμων λίθων. Δεν χρειάζονται λόγιοι ποιητές για τη δημιουργία μιας τόσο μουσικής γλώσσας. Επρόκειτο για δημοκρατική, προσιτή σε όλους, μορφή λογοτεχνίας. Αποκτήσαμε συναρπαστική εικόνα της λαϊκής –ή ποπ– κουλτούρας της εποχής, κάτω από τον μανδύα της κλασικής κουλτούρας», λέει ο δρ Ουίτμαρς στην εφημερίδα The Guardian.

«Η ποίηση είχε μεγάλη σημασία στην αρχαιότητα. Ολοι γνώριζαν τα έπη του Ομήρου. Ο προφορικός λόγος όμως, για παράδειγμα, δεν θεωρείτο κατάλληλος για ελεγειακή ποίηση. Η χρήση της προφορικής γλώσσας στην ποίηση σημειώνεται για πρώτη φορά σε κάποια άγνωστη ακόμη χρονική συγκυρία του ελληνικού πολιτισμού. Αυτό που μπορώ να πω, όμως, με βεβαιότητα είναι ότι το ποίημα αυτό μετατοπίζει την πρώτη εμφάνιση της σύγχρονης ποίησης κατά τουλάχιστον τρεις αιώνες πίσω», σημειώνει ο Ουίτμαρς, η μελέτη του οποίου δημοσιεύθηκε στην επιστημονική επιθεώρηση Cambridge Classical Journal.

Ο τονισμένος λόγος, πρόγονος της σύγχρονης ποίησης και του τραγουδιού, ήταν άγνωστος πριν από τον 5ο αιώνα, όταν άρχισε να χρησιμοποιείται σε βυζαντινούς χριστιανικούς ύμνους. Πριν από την εμφάνιση της ρίμας η ποίηση ήταν μάλλον ποσοτική, αφού βασιζόταν στο μήκος της συλλαβής. Το ποίημα εντόπισε ο Ουίτμαρς χάρη στην παρατηρητικότητα της συναδέλφου του στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ, Αννας Λευτεράτου, η οποία επεσήμανε πρώτη την υφολογική και νοηματική συνάφεια του ποιήματος με τη βυζαντινή ποίηση. O Ουίτμαρς θεωρεί το θέμα του εξαιρετικά σύγχρονο, φθάνοντας στο σημείο να το συγκρίνει με στίχους των Sex Pistols στο «Pretty vacant»: «Είμαστε αρκετά κενοί / και δεν μας νοιάζει».

Το πιο καλοδιατηρημένο από τα κοσμήματα επάνω στα οποία είχε καταγραφεί το ποίημα βρέθηκε στον λαιμό νεαρής γυναίκας που είχε ενταφιασθεί σε σαρκοφάγο, στη σημερινή Ουγγαρία.

Απο την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΉ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 15 Μαΐου 2021

Ευτυχώς για τους λάτρεις των ξένων γλωσσών σήμερα, τα βιβλία και οι κασέτες του Ινστιτούτου Εξωτερικών Υπηρεσιών (FSI) των ΗΠΑ υπάρχουν διαθέσιμες στο διαδίκτυο.

Μια όμως από τις σημαντικότερες υπηρεσίες που προσφέρει το FSI είναι η ταξινόμηση των γλωσσών με βάση των βαθμό δυσκολίας με τον οποίο έρχονται «αντιμέτωποι» οι αγγλόφωνοι.

Ακολουθούν μερικά παραδείγματα γλωσσών, ταξινομημένα με βάση τον αριθμό των ωρών που χρειάζεται ο μέσος άνθρωπος για να τις μάθει.

Ευκολότερες (περίπου 600 ώρες διαβάσματος)

Μαζί με τα ολλανδικά και τα νορβηγικά, οι δημοφιλείς λατινικές γλώσσες – ιταλικά, γαλλικά, ισπανικά και πορτογαλικά – απαιτούν περίπου 600 ώρες διαβάσματος για να επιτύχει κάποιος «γενική επαγγελματική επάρκεια» στην ομιλία και την ανάγνωση.

Από αυτές, τα ισπανικά και τα ιταλικά είναι ευκολότερες γλώσσες για τους γηγενείς αγγλόφωνους ομιλητές, ενώ ακολουθούν τα πορτογαλικά και – τέλος – τα γαλλικά.

Αυτές οι γλώσσες «μοιράζονται» πολλές λέξεις με τα Αγγλικά, όμως το κοινό λεξιλόγιο δημιουργεί πολλές φορές «ψεύτικους φίλους» – λέξεις που μοιάζουν ή ακούγονται παρόμοιες σε διαφορετικές γλώσσες, αλλά διαφέρουν σημαντικά όσον αφορά στο νοηματικό τους πλαίσιο.

Γερμανικά (750 ώρες)

Με ουσιαστικά που είναι αρσενικά, θηλυκά και ουδέτερα, ρήματα που κλίνονται δύσκολα και εξαιρετικά αυστηρή σύνταξη, τα Γερμανικά μπορεί να φαίνονται εξαιρετικά δύσκολα.

Από την άλλη πλευρά, η προφορά και η ορθογραφία είναι απλή και μόλις μάθει κάποιος του – αρκετούς – κανόνες, τότε όλα γίνονται εύκολα.

Οσοι μαθαίνουν γερμανικά καταλαβαίνουν επίσης τον λόγο για τον οποίο οι Γερμανοί δεν διακόπτουν τον συνομιλητή τους ποτέ προτού ακούσουν το ρήμα που θα χρησιμοποιήσει στο τέλος, προκειμένου να καταλάβουν για τι πράγμα μιλάει.

Μαλαισιανά και Σουαχίλι (900 ώρες)

Τα Μαλαισιανά είναι η κοινή γλώσσα πολλών χωρών της νοτιοανατολικής Ασίας και έχει απλοποιηθεί με τη χρήση της ως δεύτερης γλώσσας από μη γηγενείς ομιλητές.

Για παράδειγμα, ο πληθυντικός σχηματίζεται με την επανάληψη μιας λέξης δύο φορές – το «buku» σημαίνει βιβλίο και το «buku-buku» σημαίνει βιβλία.

Ομοίως, τα Σουαχίλι εξελίχθηκαν ως η εμπορική γλώσσα της ανατολικής Αφρικής, ενώ διαθέτουν αραβικό λεξιλόγιο που προσαρμόζεται πάνω στην αφρικανική γραμματική.

Ουγγρικά (1.100 ώρες)

Η εκμάθηση των ουγγρικών είναι μια τεράστια πρόκληση, αφού δεν μοιάζουν με καμία άλλη ευρωπαϊκή γλώσσα.

Στα ουγγρικά, η κατοχή δηλώνεται με καταλήξεις ρημάτων στα ουσιαστικά. Τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο περίπλοκα αν σκεφτεί κανείς ότι η κατοχή δηλώνεται σε πολλές προτάσεις δύο φορές.

Ελληνικά (1.100 ώρες)

Η νεοελληνική είναι ίσως η ευκολότερη γλώσσα για να μάθει κάποιος που χρησιμοποιεί διαφορετικό αλφάβητο.

«Υπάρχει ένα βιβλίο με τίτλο “Μάθετε ελληνικά σε 25 χρόνια”, αλλά θα εκπλαγείτε με το πόσο απλό είναι να μάθετε το αλφάβητο», τονίζει το αφιέρωμα του CNN. «Τα ελληνικά είναι επίσης μια γλώσσα που συνέβαλε στη δημιουργία πολλών λέξεων στα αγγλικά».

«Το 1957, ο Ξενοφών Ζολώτας, τότε διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας έδωσε δύο ομιλίες στο ΔΝΤ που περιείχαν μόνο λέξεις “δανεισμένες” από τα ελληνικά και κάποια απαραίτητα βασικά αγγλικά (παράδειγμα: “Our policies should be based more on economic and less on political criteria”)», προσθέτει το CNN.

Ρωσικά (1.100 ώρες)

Το μεγάλο πλεονέκτημα της εκμάθησης ρωσικών είναι ότι, μόλις κάποιος φτάσει σε ένα καλό επίπεδο, μπορεί να καταλάβει άλλες σλαβικές γλώσσες όπως τα τσεχικά, τα πολωνικά ή τα βουλγαρικά.

Η γλώσσα χρησιμοποιείται επίσης σε όλες τις πρώην περιοχές της Σοβιετικής Ενωσης, από την Αρμενία έως το Κιργιζιστάν.

Κρυμμένη πίσω από ένα κυριλλικό πέπλο μυστηρίου, είναι μια από τις πιο δύσκολες γλώσσες που μπορεί να μάθει κάποιος – τόσο που ακόμη και πολλοί Ρώσοι κάνουν λάθη.

Αλλά κάθε λάτρης της λογοτεχνίας, της μουσικής και του μπαλέτου και κάθε επίδοξος αστροναύτης πρέπει να μελετήσει αυτήν την πλούσια γλώσσα που διαθέτει πάνω από 500.000 λέξεις.

Αραβικά (2.200 ώρες)

Ποιος μπορεί να αντισταθεί σε μια γλώσσα με 11 λέξεις για την αγάπη και σχεδόν 100 λέξεις που περιγράφουν μια καμήλα; © Ayesha Firdaus/ Unsplash

Υπάρχει ένας αστικός μύθος για μια φαρμακευτική εταιρεία που διαφημίζει ένα αναλγητικό χάπι με τρεις εικόνες που θα έχουν διεθνή απήχηση.

Η αριστερή εικόνα απεικονίζει μια γυναίκα με πονοκέφαλο. Η μεσαία τη δείχνει να καταπίνει το χάπι και η δεξιά να χαμογελάει αφού ο πόνος έχει υποχωρήσει.

Η διαφήμιση αποδείχθηκε αποτελεσματική σε όλο τον κόσμο- εκτός από τον αραβικό, ο οποίος τη διάβασε από δεξιά προς τα αριστερά.

Η κατεύθυνση της ανάγνωσης είναι ένα από τα δύο μεγαλύτερα εμπόδια για όσους προσπαθούν να μάθουν αραβικά. Τα κλασικά αραβικά – η γλώσσα του Κορανίου – θα τους κάνει να γίνονται κατανοητοί παντού, όμως μόλις οι ντόπιοι αρχίσουν να συνομιλούν μεταξύ τους, τα πράγματα ίσως γίνουν αρκετά δυσκολότερα.

Αλλά ποιος μπορεί να αντισταθεί σε μια γλώσσα με 11 λέξεις για την αγάπη και σχεδόν 100 λέξεις που περιγράφουν μια καμήλα;

Ιαπωνικά (2.200 ώρες)

Οντας μια χώρα που έχει «χαρίσει» στον κόσμο το σούσι, το καραόκε και τα manga, η Ιαπωνία έχει πολλούς «πιστούς», ειδικά μεταξύ των gamers.

Αυτοί οι άνθρωποι έρχονται όμως αντιμέτωποι με μια εξαιρετικά δύσκολη γλώσσα που χρησιμοποιεί «εισαγόμενους» κινεζικούς χαρακτήρες που έχουν αποκοπεί από την αρχική τους έννοια, καθώς και δύο συλλαβάρια – το Hiragana και το Katakana (πρέπει να μάθουν πότε να χρησιμοποιούν ποιο).

Η μέτρηση των αντικειμένων εξαρτάται από το αν είναι μακριά και λεπτά (δρόμοι), μικρά και στρογγυλά (μήλα), λεπτά και επίπεδα (φύλλα χαρτιού), πλατιά και επίπεδα (χαλιά) και πολλά άλλα.

Το τι ιαπωνικά μιλάει κάποιος εξαρτάται επίσης από το φύλο του. Υπάρχει μια «σκληρή» γλώσσα για τους άνδρες και μια πιο «λεπτεπίλεπτη» γλώσσα για τις γυναίκες.

Καντονεζικά – Μανδαρινικά (2.200 ώρες η καθεμία.

Κάθε κινεζική διάλεκτος είναι ουσιαστικά μια άλλη γλώσσα, αλλά τα μανδαρινικά θεωρούνται η επίσημη γλώσσα της σύγχρονης Κίνας. Ολες οι διάλεκτοι μοιράζονται (περίπου) ένα εξελιγμένο σύστημα γραφής, το οποίο έχει δημιουργηθεί για να αποτελέσει «κοινό τόπο» σε μια μεγάλη αυτοκρατορία.

Υπάρχουν δύο βασικοί τύποι γραπτών κινεζικών χαρακτήρων στο ίδιο σύστημα γραφής: τα παραδοσιακά κινεζικά που χρησιμοποιούνται στο Χονγκ Κονγκ και την Ταϊβάν και τα απλοποιημένα κινέζικα στην ηπειρωτική Κίνα.

Για παράδειγμα, η μύγα γράφεται ως 飛 στα παραδοσιακά κινεζικά και 飞 στα απλοποιημένα. Είναι βασικά το ίδιο πράγμα γραμμένο με δύο διαφορετικούς τρόπους, αλλά προφέρεται διαφορετικά κατά την ανάγνωση σε κάποια διαφορετική διάλεκτο.

Κάθε γραπτή λέξη έχει όμως το ίδιο νόημα μεταξύ ενός ομιλητή των μανδαρινικών στο Πεκίνο και των καντονεζικών στο Χονγκ Κονγκ. Είναι περίπου το ίδιο πράγμα που συμβαίνει με το αριθμητικό μας σύστημα: το σύμβολο «9» έχει την ίδια σημασία παγκοσμίως, όμως προφέρεται ως «εννέα» στην Ελλάδα και «nine» στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Η προφορά είναι ακόμη ένας παράγοντας που κάνει την εκμάθηση των κινεζικών ακόμη δυσκολότερη.

Στην εποχή της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, εάν κάποιος επρόκειτο να πάει στο Χονγκ Κονγκ για να εργαστεί ως δημόσιος υπάλληλος, έπρεπε πρώτα να περάσει ένα μουσικό τεστ, καθώς όλες οι κινεζικές διάλεκτοι είναι τονικές.

Με άλλα λόγια, δεν είναι τυχαίο που τα κινεζικά θεωρούνται η δυσκολότερη γλώσσα στον κόσμο.

Από cnn.travel

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 15 Μαρτίου 2021

 

Μάρτιαι ειδοί
(15 Μαρτίου)
“Αι ειδοί του Μαρτίου”: Δυσοίωνη ημερομηνία, αποφράδα ημέρα.
«Να φοβάσαι τις ειδούς του Μαρτίου»! Είναι η προειδοποίηση του μάντη προς τον Γάιο Ιούλιο Καίσαρα ενόψει της σχεδιαζόμενης δολοφονίας του από τους συγκλητικούς, όπως την παρουσιάζει ο Σαίξπηρ στο έργο του “Ιούλιος Καίσαρ” του 1601.
Η λέξη Ειδοί” προέρχεται από τη ρωμαϊκή λέξη Idus ‘ήμισυ’, μετοχή του ρ. iduo ‘χωρίζω, διαιρώ’ που σημαίνει διαίρεση στη μέση, και στο ρωμαϊκό ημερολόγιο σηματοδοτούσε τη μέση του μήνα. Για τους μήνες Μάρτιο, Μάιο, Οκτώβριο και Ιούλιο οι Ειδοί ήταν στις 15 του μήνα και για τους άλλους μήνες ήταν στις 13. Οι Ειδοί του Μαρτίου ήταν ημέρα γιορτής αφιερωμένη στον θεό του πολέμου Άρη (Mars στα λατινικά, από όπου και το όνομα του μήνα Martius / Μάρτιος).
Σαν σήμερα, 15 Μαρτίου του 44 π.Χ., στις Ειδούς του Μαρτίου, δολοφονήθηκε ο Καίσαρας στη Γερουσία (Curia) από πολλούς συγκλητικούς (με 23 μαχαιριές) υπό την ηγεσία του Κάσσιου και του Βρούτου, από όπου και η γνωστή υποτιθέμενη τελευταία φράση του Καίσαρα: «Και συ τέκνον; Et tu Brute», όπως το γράφει ο Σαίξπηρ.
Την προηγούμενη ημέρα της δολοφονίας, στις 14 του Μαρτίου, σε ένα συμπόσιο που παρευρέθηκε ο Καίσαρας, είχε ερωτηθεί ποιον θάνατο θα προτιμούσε. Ο Ρωμαίος ηγέτης τότε απάντησε: «Έναν απροσδόκητο». Όπως και έγινε…
Η προειδοποίηση του μάντη «Να φοβάσαι τις Ειδούς του Μαρτίου» δεν ήταν η μόνη προειδοποίηση που φαίνεται να δέχθηκε ο Καίσαρας. Ο Πλούταρχος αναφέρει μια σειρά άλλων ενδείξεων, όπως ο ταραγμένος ύπνος με κακά όνειρα της γυναίκας του Καίσαρα, Καλπουρνίας, την προηγούμενη νύχτα, που γι’ αυτόν τον λόγο τον παρακάλεσε να μην πάει στη σύγκλητο και σ’ αυτό συνηγόρησαν οι οιωνοσκόποι τους οποίους κάλεσε ο Καίσαρας (αλλά τον έπεισε για το αντίθετο ένας άλλος συνωμότης, ο Δέκιμος Βρούτος!).
Επίσης, καθώς ο Καίσαρας προχωρούσε προς την Γερουσία, έπρεπε να περάσει μέσα από το πλήθος που τον επευφημούσε και τον θαύμαζε. Μέσα στο πλήθος λοιπόν, πρόσεξε τον μάντη και του είπε ειρωνικά «Είδες, ήρθαν οι Ειδοί του Μαρτίου και δεν έπαθα τίποτα», οπότε ο μάντης του απάντησε «Ήρθαν, αλλά δεν πέρασαν ακόμα»! Στη συνέχεια, μέσα στον κόσμο εμφανίστηκε ο Έλληνας σοφιστής Αρτεμίδωρος ο Κνίδιος, που έδωσε στον Καίσαρα ένα σημείωμα με πληροφορίες για τη συνωμοσία εναντίον του με την προτροπή να το διαβάσει (όπως γράφει ο Πλούταρχος) «μόνος και γρήγορα γιατί περιέχει πράγματα σημαντικά». Όμως, ο Καίσαρας δήλωσε επιδεικτικά: «Ό,τι αφορά τον Καίσαρα έρχεται μετά από τα Δημόσια πράγματα», θεατρινισμός που του κόστισε τη ζωή του. Κατά άλλη εκδοχή, απασχολημένος με το πλήθος ανθρώπων που του εξέφραζαν το θαυμασμό τους ή επιχειρούσαν να του εκθέσουν δικά τους αιτήματα, δεν πρόλαβε να το διαβάσει και μπήκε στη Γερουσία κρατώντας το στο χέρι.
Μετά από λίγο θα έπεφτε νεκρός μέσα στη Σύγκλητο, με 23 μαχαιριές από τα χέρια των συνωμοτών, κάτω από το άγαλμα το Πομπήιου.
Επιφανέστεροι μεταξύ των συνωμοτών ο Γάιος Κάσιος Λογγίνος και ο Μάρκος Ιούνιος Βρούτος.
Ο Καβάφης επιλέγει το συγκεκριμένο συμβάν με τον Αρτεμίδωρο για να παρουσιάσει τη στάση του Ιούλιου Καίσαρα, ο οποίος έχοντας παρασυρθεί από την υπεροψία της αποθέωσης που του προσέφερε ο ρωμαϊκός λαός, δεν δίνει σημασία σ’ εκείνους που επιχειρούν να τον προφυλάξουν. Ο Καίσαρας μέσα στο γενικότερο ενθουσιασμό της καταξίωσής του, θεωρεί εαυτόν υπεράνω κινδύνου και φόβου, γεγονός που δεν του επιτρέπει να λάβει επαρκώς υπόψη του τις προειδοποιήσεις που του γίνονται. Η υπεροψία κι η μέθη της απόλυτης εξουσίας υπονομεύουν τη δυνατότητα του Καίσαρα ν’ αντιληφθεί τον κίνδυνο που τον απειλεί.
Μάρτιαι Ειδοί
Τα μεγαλεία να φοβάσαι, ω ψυχή.
Και τες φιλοδοξίες σου να υπερνικήσεις
αν δεν μπορείς, με δισταγμό και προφυλάξεις
να τες ακολουθείς. Κι όσο εμπροστά προβαίνεις,
τόσο εξεταστική, προσεκτική να είσαι.

Κι όταν θα φθάσεις στην ακμή σου, Καίσαρ πια·
έτσι περιωνύμου ανθρώπου σχήμα όταν λάβεις,
τότε κυρίως πρόσεξε σα βγεις στον δρόμον έξω,
εξουσιαστής περίβλεπτος με συνοδεία,
αν τύχει και πλησιάσει από τον όχλο
κανένας Aρτεμίδωρος, που φέρνει γράμμα,
και λέγει βιαστικά «Διάβασε αμέσως τούτα,
είναι μεγάλα πράγματα που σ’ ενδιαφέρουν»,
μη λείψεις να σταθείς· μη λείψεις ν’ αναβάλεις
κάθε ομιλίαν ή δουλειά· μη λείψεις τους διαφόρους
που χαιρετούν και προσκυνούν να τους παραμερίσεις
(τους βλέπεις πιο αργά)· ας περιμένει ακόμη
κ’ η Σύγκλητος αυτή, κ’ ευθύς να τα γνωρίσεις
τα σοβαρά γραφόμενα του Aρτεμιδώρου.
(κυρ. πηγή: protagon)

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 8 Φεβρουαρίου 2021

Tην αξία τού να διδάσκονται τα παιδιά στο σχολείο την εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας υπογράμμισε η Βυζαντινολόγος- Ιστορικός, Πρόεδρος του ΔΣ του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου των Δελφών και πρώην Πρύτανης της Σορβόννης, Ελένη Γλύκατζη- Αρβελέρ, μιλώντας στη διαδικτυακή διημερίδα «Κτήμα ες αεί:Ελληνική Γλώσσα και Ελληνικός Πολιτισμός παρακαταθήκη 40 αιώνων», που διοργάνωσαν το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας και ομογενειακοί φορείς, στο πλαίσιο του εορτασμού της Παγκόσμιας Ημέρας της Ελληνικής Γλώσσας.
«Διατείνομαι ότι κανείς δεν ξέρει τέλεια ελληνικά», είπε η κ. Αρβελέρ εξηγώντας ότι δεν μπορεί κανείς να έχει μελετήσει «και Σοφοκλή και Όμηρο και Θουκυδίδη και Ξενοφώντα και τις Άγιες Γραφές και τον Μακρυγιάννη, και και και…, άρα φτάνει να λέμε στα παιδιά να αρχίζουν από τη βάση και η βάση είναι ακριβώς η Αλεξανδρινή Κοινή».
«Όποιος δεν καταλαβαίνει το “τη Υπερμάχω” δεν καταλαβαίνει καλά ελληνικά και αν αρχίσουμε από αυτή τη βάση στα σχολειά μας, τα παιδιά θα μάθουν καλύτερα τα ελληνικά», τόνισε η κ. Αρβελέρ, εξηγώντας ότι το Βυζάντιο, ως η αυτοκρατορία του μεγάλου ελληνισμού έθεσε τη βάση της νεοελληνικής γλώσσας, όταν σταδιακά χάθηκε η προτεραιότητα των Λατινικών ως γλώσσα της νομοθεσίας στην αυτοκρατορία και αντικαταστάθηκε από μία αττική γλώσσα «πότε λογία, την οποία χρησιμοποιούσαν οι μεγάλοι ιστορικοί της εποχής και πότε λιτή των θρησκευτικών απλών κειμένων, όπως οι βίοι και θαύματα των Αγίων, κείμενα για να διαβάζει ο πολύς κόσμος».
Προσέθεσε, δε, ότι «δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πρέπει να μαθαίνουμε και κάποια ξένη γλώσσα, για έναν λόγο απλό, για να μην νομίζουμε ότι μόνο οι Έλληνες ανακαλύψανε τα πάντα», διότι «μία ξένη γλώσσα οποιαδήποτε κι αν είναι μιλάει για φόβους, για αγωνίες, για ελπίδες και αγάπες όπως ακριβώς τις ξέρουμε και στα ελληνικά».
«Κοινή Αλεξανδρινή, η πρώτη διεθνής γλώσσα»
Η ακαδημαϊκός μίλησε για την ελληνική γλώσσα ως σύμπτυξη του ευρωπαϊκού πολιτισμού, καθώς «στα ελληνικά εκφέρονται όλες οι ιδέες που είναι οι βασικές ιδέες του πολιτισμού που μας τρέφει σήμερα» και τόνισε ότι ουδέποτε τα ελληνικά μπορεί να θεωρηθούν ως νεκρή γλώσσα, «γι’ αυτό άλλωστε δεν υπάρχουν ελληνογενείς γλώσσες», και «ενώ τα λατινικά έδωσαν γαλλικά, ιταλικά πορτογαλικά , ισπανικά, ρουμανικά, τα ελληνικά έχουν μόνο ντοπιολαλιές, διαλέκτους αλλά όχι γλώσσες ελληνογενείς». Σημείωσε ακόμη πως «τα ελληνικά δεν είναι μόνο μία γλώσσα, είναι σειρά από γλώσσες, είναι τα ελληνικά της αρχαιότητας, της ποίησης, της πεζογραφίας, η αττική γλώσσα και οποιαδήποτε άλλη».
Μιλώντας για την Κοινή Αλεξανδρινή εξήγησε πως «είναι η πρώτη διεθνής γλώσσα, που εκείνη την εποχή σημαίνει τη γλώσσα των λαών της Μεσογείου» και η κοινή ελληνική γλώσσα «αμέσως μετά από τα χρόνια του Αλεξάνδρου είχε γίνει η γνωστή γλώσσα των πολιτισμών».
«Σε αυτή τη γλώσσα έχει μεταφραστεί η Παλαιά Διαθήκη πολύ πριν από τη γέννηση του Χριστού, γιατί οι ελληνόφωνοι Εβραίοι της Αλεξάνδρειας είχαν ξεχάσει την μητρική τους γλώσσα και δεν ξέρανε παρά ελληνικά. Δεν είναι μόνον η Παλαιά Διαθήκη που έχει μεταφραστεί εκεί στα ελληνικά. Είκοσι επτά κώδικες της Καινής Διαθήκης, πλην του κατά Μαθταίον Ευαγγελίου, είναι όλοι γραμμένοι ελληνικά και αν δεν υπήρχε ο ελληνόφωνος ελληνολάτρης Παύλος ο Σαούλ, ο Απόστολος των Εθνών, ίσως δε θα υπήρχε ο χριστιανισμός όπως είναι σήμερα», είπε η κ. Αρβελέρ, υπογραμμίζοντας τον ρόλο της ελληνικής γλώσσας για τη διάδοση του χριστιανισμού.
«Η μακραίωνη ιστορία της ελληνικής γλώσσας»
«Η ελληνική γλώσσα εμπεριέχει μία οικουμενική διάσταση και αξία καθώς είναι κεφαλαιώδους σημασίας για την παγκόσμια σκέψη, τον πολιτισμό και τις επιστήμες», τόνισε ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας Θεόδωρος Θεοδουλίδης, ανοίγοντας τις εργασίες της διαδικτυακής διημερίδας, που περιλαμβάνει στο πρόγραμμά της σαράντα ομιλητές, διακεκριμένοι επιστήμονες και εκπρόσωποι Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων, Ελληνικών Ινστιτούτων, ομογενειακών οργανώσεων και άλλων φορέων από όλο τον κόσμο, που θα αναδείξουν τη μακραίωνη ιστορία της ελληνικής γλώσσας.
«Η ελληνική γλώσσα και ο ελληνικός πολιτισμός αποτελούν έναν θησαυρό, που μας κληροδότησε το ιστορικό παρελθόν μας και μετουσιώνουμε στον πλούτο του παρόντος και του μέλλοντος . Επενδύοντας σε αυτόν τον πλούτο εδραιώνουμε ακόμη περισσότερο την παρουσία μας στο διεθνές γίγνεσθαι», τόνισε στον χαιρετισμό του ο υφυπουργός Εξωτερικών για τον Απόδημο Ελληνισμό, Κώστας Βλάσης.
«Από τις σημαντικότερες κατακτήσεις του ανθρώπου, η γλώσσα διαμορφώνει τα εθνικά χαρακτηριστικά, την πνευματική και πολιτιστική ταυτότητα , την ιστορική και εθνική συνείδηση και μνήμη. Η μακραίωνη παρουσία και διαχρονικότητα της πλούσιας ελληνικής γλώσσας ξεπερνά τους περιορισμούς στην έκφραση, στη σκέψη, στην παιδεία, είναι η κινητήρια δύναμη προς τον δρόμο της μόρφωσης του πολιτισμού της δημοκρατίας και η διαφύλαξη της ελληνικής γλώσσας από την κακοποίηση και τη φθορά απαιτεί ωριμότητα και ετοιμότητα στο σημερινό παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον», υπογράμμισε στον δικό της χαιρετισμό η υφυπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων Ζέττα Μακρή.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 20 Δεκεμβρίου 2020

«Ποία είναι η ωραιοτέρα λέξις της ελληνικής γλώσσης;» αναρωτιόταν ο Πέτρος Χάρης (Ιωάννης Μαρμαριάδης 1902-1998) πριν από περίπου 80 χρόνια και ξεκινούσε ένα όμορφο δημοσιογραφικό παιχνίδι, δημοσιεύοντας τις απόψεις των σπουδαιότερων λογοτεχνών, δημοσιογράφων αλλά και πολιτικών της εποχής· μιας εποχής κατά την οποία κυρίως ο κόσμος των Τεχνών και των Γραμμάτων ερωτοτροπούσε με τη γλώσσα μας, επηρεασμένος σαφώς από την εθνική πολιτική και τον αστικό εκσυγχρονισμό της σχολικής γνώσης που διαμόρφωνε τη νέα ελληνική γλώσσα.

Νομοσχέδια και γλωσσο-εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις από το 1913 και εντεύθεν, καθώς και το νεοφιλελληνικό γλωσσικό κίνημα που αναπτύχθηκε στο εξωτερικό –κυρίως στη Γαλλία με αιχμή την ίδρυση του Ινστιτούτου της Σορβόνης (1920) από τον Hubert Pernot (1870-1946)– έδιναν νέες διαστάσεις στην ευρεία κατανόηση και διάδοση του ελληνικού πνεύματος τόσο στο εσωτερικό όσο και στην Ευρώπη.

Την ώρα που το παιχνίδι αυτό παιζόταν στον Τύπο της Γαλλίας, στην Ελλάδα ο Π. Χάρης, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι στον τόπο μας ακόμη και η καθημερινή γλώσσα χώριζε τους ανθρώπους σε στρατόπεδα, καλούσε τους διανοούμενους να απαντήσουν. Έτσι, ο Κωστής Παλαμάς απάντησε ότι η ωραιότερη λέξη είναι ο «δημοτικισμός», ο Γρηγόρης Ξενόπουλος έβρισκε γοητεία στη λέξη «αισιοδοξία», ο Σπύρος Μελάς χωρίς δισταγμό έβρισκε πιο ελκυστική τη λέξη «ελευθερία» και ο στιλίστας Ζαχαρίας Παπαντωνίου εξήρε την ομορφιά της λέξης «μοναξιά». Ο ζωγράφος και καθηγητής της Σχολής Καλών Τεχνών Ουμβέρτος Αργυρός επέλεγε τη λέξη «χάρμα» διότι, όπως υποστήριζε, δεν υπάρχει σε καμία άλλη γλώσσα και στα πέντε γράμματά της κλείνει ό,τι χίλιες άλλες λέξεις μαζί.

Ο Σωτήρης Σκίπης ανέσυρε τη λέξη «απέθαντος» από τα βυζαντινά κείμενα, διαχωρίζοντάς την από τη λέξη «αθάνατος», και ο Παντελής Χορν δήλωσε παντοτινή προτίμηση στη λέξη «νειάτα». Ο αλησμόνητος Αθηναιογράφος Δημήτριος Γρ. Καμπούρογλους, παρά τα χρόνια του, προτιμούσε τη λέξη «ιμερτή», δηλαδή την αγαπητή, την ποθητή. Ο θεατράνθρωπος Νικόλαος Λάσκαρις τη «ζάχαρη», ο ιστορικός Διονύσιος Κόκκινος τη λέξη «χίμαιρα», ο ζωγράφος Παύλος Μαθιόπουλος το «φως» και ο γλύπτης Μιχαήλ Τόμπρος τη λέξη «ουσία». Ο Παύλος Νιρβάνας (Πέτρος Κ. Αποστολίδης), προφανώς επηρεασμένος από τον τόπο του (Σκόπελο), αγαπούσε τη λέξη «θάλασσα». Οι ζωγράφοι αποκάλυπταν τις ευαισθησίες τους: Ο Δημήτριος Γερανιώτης ήθελε την «αρμονία», ο Κωνσταντίνος Παρθένης την «καλημέρα» και ο Δημήτριος Μπισκίνης το «όνειρο».

Ως προς τις γυναίκες που κυριαρχούσαν στην πνευματική ζωή η λαογράφος Αγγελική Χατζημιχάλη ήθελε «πίστη», ενώ η 25χρονη ηθοποιός Ελένη Παπαδάκη, η οποία έμελλε να δολοφονηθεί άδικα στα Δεκεμβριανά του 1944, δήλωνε πως «η λέξις που περικλείει τα περισσότερα πράγματα, τα πάντα θα έλεγα, είναι η λέξις «ΖΩΗ»»! Η ιατρός και συγγραφέας Άννα Κατσίγρα ήθελε «χαρά» και η καθηγήτρια του Ελληνικού Ωδείου Αύρα Θεοδωροπούλου αναζητούσε την «καλοσύνη». Ενδιαφέρουσες όμως ήταν και οι απαντήσεις των πολιτικών του 1933: Ο στρατιωτικός και Πρόεδρος της Γερουσίας Στυλιανός Γονατάς προτιμούσε το «εμπρός», ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου τη λέξη «μάννα» και ο πρόεδρος της Βουλής Θεμιστοκλής Σοφούλης τη λέξη «φιλότιμο» διότι εκφράζει έναν ολόκληρο ηθικό κόσμο και δεν υπάρχει σε άλλη γλώσσα του κόσμου. Ο αρχηγός του Αγροτικού Κόμματος Ελλάδος Ιωάννης Σοφιανόπουλος πρότασσε την «ανατολή» και ο ιδρυτής του ίδιου κόμματος Αλέξανδρος Μυλωνάς τη λέξη «πόνος».

Αισιοδοξία, ελευθερία, μοναξιά, νειάτα, ιμερτή, θάλασσα, αρμονία, καλημέρα, όνειρο, πίστη και ζωή είναι λέξεις με τις οποίες πορευόταν η Ελλάδα πριν από ογδόντα χρόνια. Ατένιζε την έξοδο από την οικονομική κρίση, έπαιζε με τη ζωντανή ελληνική γλώσσα και επέτρεπε στην παγκόσμια κοινότητα να βαφτίζεται στα νάματά της.

του Ελευθερίου Γ. Σκιαδά.

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 1 Νοεμβρίου 2020

Οι επιστήμονες δεν έχουν ακόμα κατανοήσει πώς εξελίχθηκε η γλώσσα. Πολλοί πιστεύουν πως τα παλαιότερα ανθρώπινα είδη, όπως ο Ηomo habilis και ο Ηomo erectus, διέθεταν πρωτόγονα συστήματα επικοινωνίας γλωσσικού ή συμβολικού τύπου. Αλλά η ανάπτυξη της γλώσσας όπως τη γνωρίζουμε πιθανότατα συνέβη μόνο μετά από την εμφάνιση των σύγχρονων ανθρώπων. Ορισμένοι υποστηρίζουν πως η γλώσσα γεννήθηκε πριν από 100.000 χρόνια και άλλοι αργότερα· αλλά η ανάγκη για σύνθετη επικοινωνία σίγουρα έγινε πιο επείγουσα από τη στιγμή που εμφανίστηκαν οι «σύγχρονοι ως προς τη συμπεριφορά» κοινωνικοί άνθρωποι, πριν από 50.000 χρόνια. Έχουμε δει τη σημασία που έχουν για το είδος μας οι κοινωνικές αλληλεπιδράσεις, οι οποίες ασφαλώς συμβαδίζουν με την ανάγκη της επικοινωνίας. Η ανάγκη αυτή είναι τόσο δυνατή ώστε ακόμη και μωρά που είναι κουφά αναπτύσσουν συστήματα χειρονομιών που μοιάζουν με γλώσσα και, αν διδαχθούν τη νοηματική γλώσσα, μιλούν «μωρουδίστικα» χρησιμοποιώντας τα χέρια τους.

Αλλά γιατί ανέπτυξαν οι άνθρωποι τη μη λεκτική επικοινωνία; Μεταξύ των πρώτων που μελέτησαν σοβαρά το θέμα ήταν ένας Άγγλος που παρακινήθηκε από το ενδιαφέρον του για τη θεωρία της εξέλιξης. Κατά τη δική του εκτίμηση, ο ίδιος δεν ήταν καμιά ιδιοφυία. Δεν είχε «ιδιαίτερα γρήγορη αντίληψη ή πνεύμα», ή «τη δύναμη να ακολουθεί μια μακρά και καθαρά αφηρημένη αλληλουχία σκέψεων». Στις συχνές περιπτώσεις που αισθάνομαι κι εγώ το ίδιο, παίρνω κουράγιο ανατρέχοντας στα λόγια αυτά, μια και ο συγκεκριμένος Άγγλος δεν τα κατάφερε και τόσο άσχημα στη ζωή του – ήταν ο Κάρολος Δαρβίνος. Δεκατρία χρόνια μετά την έκδοση της Καταγωγής των ειδών, ο Δαρβίνος εξέδωσε άλλο ένα ριζοσπαστικό βιβλίο με τίτλο Η έκφραση των συγκινήσεων στον άνθρωπο και τα ζώα. Εκεί υποστήριζε ότι τα συναισθήματα -και οι τρόποι με τους οποίους εκφράζονται- συνιστούν ένα πλεονέκτημα για την επιβίωση και δεν είναι αποκλειστικό χαρακτηριστικό του ανθρώπου, αλλά εμφανίζονται σε πολλά είδη. Επομένως, μπορούμε να εντοπίσουμε στοιχεία για τον ρόλο των συναισθημάτων εξετάζοντας τις ομοιότητες και τις διαφορές της μη λεκτικής συναισθηματικής έκφρασης σε πολλά διαφορετικά είδη.

Αν και ο Δαρβίνος δεν θεωρούσε τον εαυτό του ιδιοφυία, πίστευε ωστόσο πως διέθετε μια μεγάλη πνευματική δύναμη: την ικανότητα για προσεκτική και λεπτομερή παρατήρηση. Και πράγματι, μολονότι δεν ήταν ο πρώτος που διατύπωσε την ιδέα για την καθολικότητα των συναισθημάτων και της έκφρασής τους, πέρασε πολλές δεκαετίες μελετώντας σχολαστικά τις σωματικές εκδηλώσεις των διάφορων νοητικών καταστάσεων. Παρακολουθούσε τόσο τους συμπατριώτες του όσο και τους ξένους, ψάχνοντας για πολιτισμικές ομοιότητες και διαφορές. Μελέτησε ακόμη και κατοικίδια ζώα, καθώς και τα ζώα του ζωολογικού κήπου του Λονδίνου. Στο βιβλίο του, ο Δαρβίνος ταξινόμησε σε κατηγορίες πολλές ανθρώπινες εκφράσεις και χειρονομίες που εξέφραζαν συναισθήματα, και διατύπωσε υποθέσεις για την προέλευσή τους.

Παρατήρησε επίσης πώς εκδηλώνουν τα κατώτερα ζώα τις προθέσεις και τα συναισθήματά τους μέσα από τις εκφράσεις του προσώπου, τη στάση του σώματος και τις χειρονομίες τους. Ο Δαρβίνος υπέθεσε ότι μεγάλο μέρος της μη λεκτικής επικοινωνίας μας μπορεί να είναι ένα εγγενές και αυτόματο κατάλοιπο από προηγούμενες φάσεις της βιολογικής μας εξέλιξης. Για παράδειγμα, μερικές φορές χρησιμοποιούμε το δάγκωμα για να εκφράσουμε τρυφερότητα, όπως κάνουν και άλλα ζώα. Επίσης, χλευάζουμε και εμείς, όπως άλλα πρωτεύοντα, διαστέλλοντας τα ρουθούνια και αποκαλύπτοντας τα δόντια μας.

Μια άλλη έκφραση που μοιραζόμαστε με τα κατώτερα πρωτεύοντα είναι το χαμόγελο. Φανταστείτε πως κάθεστε σε κάποιο δημόσιο χώρο και καταλαβαίνετε ότι κάποιος σας κοιτάζει. Αν ανταποδώσετε το βλέμμα και το άλλο άτομο χαμογελάσει, μάλλον θα νιώσετε καλά για αυτή την ανταλλαγή των βλεμμάτων. Αν όμως το άλλο άτομο εξακολουθήσει να κοιτάζει χωρίς κανένα ίχνος χαμόγελου, θα νιώσετε μάλλον αμήχανα.

Από πού προέρχονται αυτές οι ενστικτώδεις αντιδράσεις; Ανταλλάσσοντας μεταξύ μας το νόμισμα του χαμόγελου, μοιραζόμαστε ένα συναίσθημα που βιώνουν πολλά από τα πρωτεύοντα ξαδέλφια μας. Στις κοινωνίες των άλλων πρωτευόντων εκτός του ανθρώπου, ένα άμεσο βλέμμα είναι επιθετικό σήμα. Συχνά προηγείται μιας επίθεσης και μπορεί, επομένως, και να την προκαλέσει Έτσι, αν μια υποτακτική μαϊμού θελήσει να ελέγξει τις διαθέσεις μιας κυρίαρχης μαϊμούς, θα αποκαλύψει τα δόντια της σε ένδειξη ειρηνικής πρόθεσης. Στη γλώσσα των μαϊμούδων τα γυμνά δόντια σημαίνουν Συγγνώμη για το βλέμμα μου. Ναι, σε κοιτάζω, αλλά δεν σκοπεύω να επιτεθώ, γι ’ αυτό σε ΠΑΡΑΚΑΛΩ, μη μου επιτεθείς εσύ πρώτος. Στους χιμπατζήδες, το χαμόγελο μπορεί επίσης να λειτουργήσει αντίστροφα: ένα κυρίαρχο άτομο μπορεί να χαμογελάσει σε ένα υποτακτικό, λέγοντας αντίστοιχα “Μην ανησυχείς, δεν θα σου επιτεθώ”. Οπότε, όταν περνάτε δίπλα από έναν άγνωστο σε κάποιο διάδρομο και εκείνος σας χαμογελάει στιγμιαία, βιώνετε μια ανταλλαγή που έχει βαθιές ρίζες στην κληρονομιά μας ως πρωτευόντων. Υπάρχουν μάλιστα κάποιες ενδείξεις ότι στους χιμπατζήδες, όπως και στους ανθρώπους, η ανταλλαγή ενός χαμόγελου μπορεί να είναι σημάδι φιλίας.

Μπορεί να νομίζετε ότι ένα χαμόγελο είναι μάλλον ανακριβές βαρόμετρο των αληθινών συναισθημάτων, αφού μπορεί κάλλιστα να είναι προσποιητό. Είναι αλήθεια ότι μπορούμε να επιδείξουμε συνειδητά ένα χαμόγελο ή οποιαδήποτε άλλη έκφραση, χρησιμοποιώντας τους μυς του προσώπου μας με τρόπους στους οποίους έχουμε εξασκηθεί. Σκεφτείτε πώς φέρεστε όταν προσπαθείτε να κάνετε καλή εντύπωση σε ένα κοκτέιλ πάρτυ, ακόμη και αν δεν διασκεδάζετε καθόλου εκεί. Αλλά οι εκφράσεις του προσώπου μας καθορίζονται επίσης υποκατωφλικά, από μυς που δεν τους ελέγχουμε συνειδητά. Κατά συνέπεια, οι αληθινές εκφράσεις μας δεν μπορούν να «πλαστογραφηθούν».

Ο καθένας μπορεί βέβαια να σχηματίσει ένα ψεύτικο χαμόγελο συσπώντας τους μείζονες ζυγωματικούς μυς, που τραβάνε τις γωνίες του στόματος προς τα πάνω, στα μάγουλα. Αλλά το αυθεντικό χαμόγελο απαιτεί και τη σύσπαση ενός πρόσθετου ζεύγους μυών, των σφιγκτήρων των βλεφάρων, που τραβάνε το δέρμα γύρω από το μάτι προς τον οφθαλμικό βολβό, προκαλώντας ένα αποτέλεσμα που μοιάζει με το πόδι της χήνας, αλλά μπορεί να είναι εξαιρετικά ανεπαίσθητο. Το γεγονός αυτό επισημάνθηκε για πρώτη φορά τον 19ο αιώνα από τον Ντυσέν ντε Μπουλόν, έναν Γάλλο νευρολόγο που επηρέασε τον Δαρβίνο και συγκέντρωσε μια μεγάλη συλλογή από φωτογραφίες ανθρώπων που χαμογελούσαν. Για αυτούς τους μυς του χαμόγελου υπάρχουν δυο διαφορετικές νευρικές οδοί: μια εκούσια για τον μείζονα ζυγωματικό μυ και μια ακούσια για τον σφιγκτήρα των βλεφάρων. Συνεπώς, ένας φωτογράφος μπορεί να σας παρακαλέσει να πείτε «cheese» για να ωθήσετε το στόμα σας στη θέση του χαμόγελου, αλλά αν δεν ανήκετε στην κατηγορία των ανθρώπων που πραγματικά ενθουσιάζονται όταν τους ζητούν να πουν τη λέξη «cheese», το χαμόγελό σας δεν θα δείχνει αυθεντικό.

Κοιτάζοντας φωτογραφίες των δύο τύπων χαμόγελου που του είχε δώσει ο Ντυσέν ντε Μπουλόν, ο Δαρβίνος παρατήρησε ότι μολονότι οι άνθρωποι μπορούσαν να αισθανθούν τη διαφορά, για τον ίδιο ήταν πολύ δύσκολο να προσδιορίσει συνειδητά ποια ήταν αυτή, αναφέροντας ότι

«Συχνά με παραξενεύει το γεγονός ότι μπορούμε να αναγνωρίσουμε αμέσως τόσες πολλές αποχρώσεις εκφράσεων χωρίς καμία συνειδητή αναλυτική επεξεργασία από μέρους μας».

Αν και μέχρι πρόσφατα κανείς δεν είχε δώσει ιδιαίτερη προσοχή σε αυτά τα ζητήματα, νεότερες μελέτες δείχνουν ότι, όπως παρατήρησε ο Δαρβίνος, ακόμη και άνθρωποι που δεν είναι εκπαιδευμένοι στην ανάλυση του χαμόγελου έχουν τη διαίσθηση να διακρίνουν ένα πραγματικό από ένα ψεύτικο χαμόγελο όταν τους δοθεί η δυνατότητα να παρατηρήσουν και τις δύο εκδοχές στο ίδιο πρόσωπο. Τα χαμόγελα που αναγνωρίζουμε ενστικτωδώς ως προσποιητά είναι ένας από τους λόγους που οι πωλητές μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, οι πολιτικοί και άλλοι άνθρωποι που χαμογελούν χωρίς να το εννοούν χαρακτηρίζονται συχνά γλοιώδεις. Οι ηθοποιοί της σχολής της «Μεθόδου» προσπαθούν να ξεπεράσουν αυτό το πρόβλημα ασκώντας τον εαυτό τους να βιώνει πραγματικά το συναίσθημα που πρέπει να εκφράσει, ενώ πολλοί επιτυχημένοι πολιτικοί λέγεται πως έχουν την ικανότητα να ανακαλούν στο μυαλό τους αυθεντικά συναισθήματα φιλίας και ενσυναίσθησης όταν μιλούν σε ανθρώπους που δεν γνωρίζουν.

Ο Δαρβίνος συνειδητοποίησε ότι αν οι εκφράσεις μας εξελίχθηκαν παράλληλα με το είδος μας, τότε πολλοί από τους τρόπους με τους οποίους εκφράζουμε τα βασικά συναισθήματα -χαρά, φόβο, θυμό, αηδία, λύπη και έκπληξη-πρέπει να είναι κοινοί ανάμεσα σε ανθρώπους που προέρχονται από διαφορετικούς πολιτισμούς. Και έτσι, το 1867 ετοίμασε ένα ερωτηματολόγιο που κυκλοφόρησε σε ιθαγενείς λαούς και των πέντε ηπείρων, ορισμένοι από τους οποίους είχαν πολύ μικρή επαφή με τους Ευρωπαίους.

Η έρευνα περιλάμβανε ερωτήσεις όπως: «Εκφράζετε την έκπληξη ανοίγοντας διάπλατα τα μάτια και το στόμα και σηκώνοντας τα φρύδια;». Με βάση τις απαντήσεις που πήρε, ο Δαρβίνος συμπέρανε πως «η ίδια νοητική κατάσταση εκφράζεται με αξιοσημείωτη ομοιομορφία σε όλο τον κόσμο». Αλλά η μελέτη του ήταν μεροληπτική, καθώς περιείχε ερωτήσεις όπως η προηγούμενη, που υπέβαλλαν στους ερωτώμενους συγκεκριμένες απαντήσεις. Έτσι, όπως πολλές από τις πρώιμες έρευνες στον τομέα της ψυχολογίας, υποσκελίστηκε από κάποια άλλη ιδέα: ότι οι εκφράσεις του προσώπου είναι επίκτητες συμπεριφορές, που μαθαίνονται στη νηπιακή ηλικία, καθώς το μωρό μιμείται τα άτομα που το φροντίζουν και άλλους από το άμεσο περιβάλλον του. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, ένας σημαντικός αριθμός διαπολιτισμικών ερευνών έχει φέρει στο φως στοιχεία που δείχνουν ότι τελικά ο Δαρβίνος είχε δίκιο.

Στην πρώτη από μια σειρά διάσημων μελετών, ο ψυχολόγος Πωλ Έκμαν ξεκίνησε να δείχνει φωτογραφίες με ανθρώπινες εκφράσεις σε συμμετέχοντες από τη Χιλή, την Αργεντινή, τη Βραζιλία, τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία. Μέσα σε λίγα χρόνια ο Έκμαν και ένας συνεργάτης του κατάφεραν να δείξουν τέτοιες φωτογραφίες σε ανθρώπους από είκοσι μία χώρες. Τα ευρήματά τους ήταν ίδια με του Δαρβίνου, αποδεικνύοντας ότι άνθρωποι από διαφορετικούς πολιτισμούς αντιλαμβάνονταν με παρόμοιο τρόπο το συναισθηματικό νόημα μιας γκάμας εκφράσεων του προσώπου. Από μόνες τους, όμως, τέτοιου είδους μελέτες δεν σημαίνουν απαραίτητα ότι οι συγκεκριμένες εκφράσεις είναι έμφυτες, ή έστω παγκόσμιες.

Οι οπαδοί της θεωρίας των «επίκτητων εκφράσεων» υποστήριζαν πως τα πορίσματα του Έκμαν δεν αποκάλυπταν τίποτα παραπάνω από το γεγονός ότι οι άνθρωποι στις εν λόγω κοινωνίες είχαν όλοι τους παρακολουθήσει την αμερικανική τηλεοπτική σειρά της δεκαετίας του 1960 Gilligan’s Island, ή άλλες ταινίες και τηλεοπτικές εκπομπές. Και έτσι ο Έκμαν αποφάσισε να ταξιδέψει στη Νέα Γουινέα, όπου μόλις είχε ανακαλυφθεί ένας απομονωμένος πληθυσμός με νεολιθικό πολιτισμό. Οι εκεί ιθαγενείς δεν διέθεταν γραπτή γλώσσα και χρησιμοποιούσαν ακόμη λίθινα εργαλεία. Πολύ λίγοι είχαν δει κάποια φωτογραφία, πόσω μάλλον ταινία ή τηλεοπτική εκπομπή. Ο Έκμαν συγκέντρωσε εκατοντάδες συμμετέχοντες από αυτό τον πληθυσμό, που δεν είχαν εκτεθεί ποτέ πριν σε άλλους πολιτισμούς, και με τη βοήθεια ενός μεταφραστή τους έδειξε φωτογραφίες με πρόσωπα Αμερικανών που εξέφραζαν τα βασικά συναισθήματα.

Οι πρωτόγονοι τροφοσυλλέκτες αποδείχθηκαν εξίσου ικανοί με τους εθελοντές από τις είκοσι μία εγγράμματες χώρες στο να αναγνωρίσουν τη χαρά, τον φόβο, τον θυμό, την αηδία, τη λύπη και την έκπληξη στις εκφράσεις του προσώπου ενός Αμερικανού. Οι επιστήμονες έκαναν επίσης μια αντίστροφη έρευνα. Φωτογράφισαν τους γηγενείς της Νέας Γουινέας να παριστάνουν πώς θα αντιδρούσαν αν έβλεπαν το παιδί τους νεκρό ή αν έβρισκαν το κουφάρι ενός γουρουνιού που είχε πεθάνει πριν από πολλές μέρες. Οι εκφράσεις που καταγράφηκαν από τον Έκμαν ήταν σαφέστατα αναγνωρίσιμες.

Αυτή η καθολική ικανότητα των ανθρώπων να δημιουργούν και να αναγνωρίζουν εκφράσεις του προσώπου αρχίζει ταυτόχρονα με τη γέννηση ή λίγο μετά. Έχει παρατηρηθεί πως τα νεαρά βρέφη κάνουν σχεδόν όλες τις μυϊκές κινήσεις του προσώπου που χρησιμοποιούν και οι ενήλικες για να δηλώσουν τα συναισθήματα. Τα βρέφη μπορούν επίσης να ξεχωρίσουν τις διάφορες εκφράσεις σε άλλα πρόσωπα και, όπως οι ενήλικες, να προσαρμόσουν τη συμπεριφορά τους ανάλογα με ό,τι βλέπουν.

Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι τέτοιες συμπεριφορές είναι επίκτητες. Μάλιστα, μικρά παιδιά που έχουν γεννηθεί τυφλά και δεν έχουν δει ποτέ τους ένα κατσούφιασμα ή ένα χαμόγελο εκδηλώνουν τα συναισθήματά τους με μια γκάμα αυθόρμητων εκφράσεων του προσώπου που είναι σχεδόν ίδιες με των παιδιών με φυσιολογική όραση. Ο κατάλογος με τις εκφράσεις του προσώπου φαίνεται πως ανήκει στον βασικό εργοστασιακό εξοπλισμό των ανθρώπων. Και επειδή είναι σε μεγάλο βαθμό ένα έμφυτο, ασυνείδητο κομμάτι της ύπαρξής μας, η εκδήλωση των συναισθημάτων μας είναι κάτι που μας έρχεται φυσικά, ενώ η απόκρυψή τους απαιτεί μεγάλη προσπάθεια.

Aπό antikleidi.com

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 24 Οκτωβρίου 2020

Aπό τον Μανώλη Μπαρδάνη

Το σαλόνι του σπιτιού μας, ήταν και η κρεβατοκάμαρά μας. Ένας καναπές για τον μικρό μου αδελφό, ένα μπαουλοντίβανο κολλητά στο παράθυρο για μένα κι ένα ντιβάνι στον απέναντι τοίχο για την αδελφή μου, σχηματίζανε ένα μεγάλο Π. Στην βάση του μια ξύλινη ντουλάπα με καθρέφτη και κολλητά της μια συρταριέρα. Εκεί, πάνω στη συρταριέρα, έμελλε να τοποθετηθεί μία από τις πρώτες τηλεοράσεις που ήρθαν στο χωριό. Εκείνη την εποχή ένας θείος του πατέρα μου και αδελφός της γιαγιάς μου, στρατηγός ε.α. ήταν πρόεδρος του ΟΠΑΠ και μέσω αυτής του της ιδιότητας είχαμε την τύχη ν αποκτήσουμε το μαγικό κουτί σαν δώρο. Όλες οι γυναίκες της γειτονιάς και όχι μόνο μαζευόταν στη σάλα μας το βράδυ για να δουν πότε τον «Άγνωστο πόλεμο» και πότε τους «Εμπόρους των εθνών». Εμείς τα παιδιά είχαμε πέσει ήδη για ύπνο. Οι καρέκλες που είχαμε φυσικά δεν έφθαναν για να εξυπηρετήσουν τις γειτόνισσες και έτσι τα κρεβάτια μας γινόταν και καθίσματά τους. Εμένα το κρεβάτι μου χωρούσε πέντε, με την μία να κάθεται η μισή πάνω στο μαξιλάρι μου. Φυσικά δεν μπορούσα να δω τίποτα στην τηλεόραση καθότι κότσοι, πλάτες, πισινοί μου έκρυβαν τη θέα. Δυστυχώς όμως δεν μπορούσα και να κοιμηθώ. Οι μισές απ τις γειτόνισσες ήταν και κουφές και έπρεπε ο ήχος να είναι στη διαπασών. Συγχρόνως δεν σταματούσαν να μιλάνε δυνατά, περιγράφοντας τις σκηνές που έβλεπαν:
– Μωρή λες οι Γερμαναράδες να σκοτώσουνε το γιό του Ψάχου;
– Μπα. Ο θείος του ο Βαρτάνης να δεις που θα τόνε σώσει.
Εκεί ακούγεται η φωνή της γιαγιάς μου, της αδελφής του δωρητή της τηλεόρασης.
– Να ξέρετε πως το όνομα Βαρτάνης του το δώκανε για τον αδελφό μου το στρατηγό Βαρδάνη.
Δεν δίνουν σημασία στο κόρδωμα της, γιατί η σκηνή έχει μεγάλη αγωνία και οι γειτόνισσες χτυπάνε άλλες τα γόνατα και άλλες τα μάγουλά τους, παρακαλώντας συγχρόνως την Παναγία να σώσει το παλληκάρι. Όταν δε τύχαινε ν ακουστεί και κανένας πυροβολισμός, μαζί με τις κραυγές τρόμου και αγωνίας τα σώματά τους τινάζονταν πάνω στο κρεβάτι μου. Εννοείται πως η γειτόνισσα που κάθεται στο μαξιλάρι μου, μου έχει ρίξει αρκετές σφαλιάρες και αγκωνιές ακούσιες με το αριστερό της χέρι, μέχρι το τέλος του επεισοδίου.
Στην άλλη σειρά, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, το σκηνικό είναι διαφορετικό. Τα επεισόδια εμπεριέχουν έρωτα, πάθος, μοιχεία και η αντίδραση των τηλεθεατών αλλάζει.
– Ω που να τσ έρθει το γλυκύ τζη μα ήντα ομορφιά είναι που την έχει η Αυγούστα!
– Ια να δεις που θα την κλέψει ο Ενετός!
– Ναι. Κλέψιμο χρειάζεται! Δε θωρείς πως λιώνει η καμοχείλα;
– Και θ αφήσει τον Αξώτη για το Μάρκο;
– Άμα το νιτερέσο ντου δε δουλεύγει ήντα να κάμει η καλότυχη;
Ξαφνικά τα γέλια που ακολούθησαν την τελευταία φράση σταματούν απότομα. Απόλυτη σιωπή στη σάλα. Μόνο η μουσική ακούγεται από την τηλεόραση. Εγώ έχω κλείσει τα μάτια πιστεύοντας πως τελειώνει το επεισόδιο και ότι επιτέλους θα κοιμηθώ. Η γειτόνισσα όμως που κάθεται στο προσκεφάλι μου είναι αρκετά ανήσυχη. Κουνάει συνεχώς το αριστερό της πόδι σείοντας ελαφρώς το κρεβάτι μου. Αντιλαμβάνομαι όμως πως το στρώμα μου κουνιέται από παντού. Ναι. Όλες οι γειτόνισσες που κάθονταν στο κρεβάτι μου είχαν την ίδια ανησυχία. Υπήρχε μια παράξενη κινητικότητα. Ανασηκώνομαι λίγο προσπαθώντας να καταλάβω τι βλέπουν τόσην ώρα και δεν μιλάνε. Ωωωωω!!! Ο Σανούδος φιλιέται παθιασμένα με την Αυγούστα. Σκηνή πρωτόγνωρη για τα ήθη του χωριού την εποχή εκείνη, αλλά σαφώς άκρως ερεθιστική για τις γειτόνισσες.
Κάπου εκεί ακούστηκε και η φωνή του Ξυλούρη –λυτρωτική για μένα- να τραγουδάει και να σηματοδοτεί το τέλος του επεισοδίου.

Την επομένη η μάνα μου είχε αναλάβει να βράσει κόλλυβα για το μνημόσυνο του πεθερού της. Του πάππου μου. Ήταν πρώτη φορά απ’ όσο θυμάμαι που θα γινόταν κάτι τέτοιο στο σπίτι μας.
Τα μνημόσυνα στο χωριό μου είναι μια ιεροτελεστία. Την παραμονή της τελετουργίας, στο σπίτι του μνημονευόμενου η γυναίκα βράζει το σιτάρι. Το κόλλυβο. Στη συνέχεια μαζεύονται οι γυναίκες της γειτονιάς και με μια τρυπητή κουτάλα μεταφέρουν λίγα βρασμένα κόλλυβα από τον τέντζερη στο μέρος που θα στεγνώσουν, ψιθυρίζοντας λόγια συγχώρεσης και για τον δικό τους πεθαμένο. Όλη η διαδικασία αυτή λέγεται «το χύσιμο του κόλλυβου», αλλά έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το πώς μαθαίνουν οι γειτόνισσες για τον τόπο και την ώρα του χυσίματος και ακόμα μεγαλύτερο για κάποιον –όπως εγώ- που δεν το γνωρίζει.
Η μάνα βγαίνει στην αυλή και φωνάζει στη θεία μας
– Ω Βδοκιά θα ‘ρθεις να χύσεις;
– Μα ήντα ώρα χύνεται;
– Κατά το μεσημέρι. Πες το και τση Βούλας.
– Ω Βούλα. Το μεσημέρι χύνομε στς Αννέζας. Θα ‘ρθεις να χύσεις λέει και συ;

Για αρκετή ώρα το παραπάνω ρήμα ακούγεται από τα στόματα των γυναικών σε όλους τους χρόνους, τις φωνές, τις εγκλίσεις και τα πρόσωπα.
Παναγιά μου! Τι θα γίνει το μεσημέρι στο σπίτι μας; Αμέσως στη σκέψη μου έρχεται η χθεσινοβραδινή σκηνή με το φιλί στην τηλεόραση και το τρεμούλιασμα των γυναικών. Η φαντασία μου καλπάζει ασταμάτητα, πλέκοντας συγχρόνως σατανικά σενάρια. Μεσημέρι επιτέλους και κάθομαι στο σετζάκι της αυλής μας. Πρώτη έρχεται η θεία μου η Βδοκιά με τη μάνα της τη Μαρκούλα. Είχε χάσει πρόσφατα τον αδελφό της και συνεχώς τα μάτια της ήταν δακρυσμένα, ενώ η μάνα της αναφωνούσε με πόνο «Ώχου υιέ μου». Στη συνέχεια έρχεται η Βδοκιά του Σμανωλάκη, η Βούλα του Νικόλαου, η γριά Θανασία, η Βδοκιά του Χορευτή, η Πετρινιά, η Μπαστώνα, η Σοφία του παπά Στεφάνου, η Κατερίνα τση Παρασκουνιάς, η Τσαϊνοσοφκιά, η Πασκού, η Καλλή και η Σοφκιά του Φλωράκη, η Βδοκιά του Γλεζοιώργη, η Κική του Μαρθαίου, η Μαϊδανορήνη και άλλες πολλές. Προφανώς άρχισε να γίνεται το αδιαχώρητο στο μαερειό μας και οι γειτόνισσες σιγά-σιγά αποχωρούσαν. Όλες ήταν κλαμένες με τα μάτια τους κόκκινα και πρησμένα. Μα τόσο πόνο και θρήνο προκαλεί πια αυτό το χύσιμο; Κάποιες στιγμές συναντιόταν αυτές που έβγαιναν μ αυτές έμπαιναν και οι διάλογοι που άκουγα στ αυτιά μου εμπλούτιζαν τα σενάριά μου με σκηνές απείρου κάλους:
– Ω Μαριά μα ήχυσες;
– Ναι ω Ρήνη, για τον Πέτρο και το Ιάννη κι εξέχασα να χύσω ια το Νικόλα και να χαρείς τα παιδιά σου χύσε μια κουταλιά ια πάρτη ντου.
Πάνω που προσπαθώ να αναπροσαρμόσω τα σενάριά μου με τα νέα δεδομένα από τον διάλογο που άκουσα, προβαίνει στην πόρτα της αυλής ο Μαστροδημήτρης κρατώντας την μαγκούρα του. Γείτονας ηλικιωμένος, ασπρομάλλης, σεβάσμιος και με σοβαρό πρόβλημα στην ακοή του. Με χαιρετάει και κατευθύνεται προς την πόρτα του μαερειού μας. Εκεί τον σταματάνε οι δύο γειτόνισσες που κουβέντιαζαν πριν.
Με δυνατή φωνή του απευθύνεται η Μαριά:
– Καλώς το Μαστροδημήτρη. Μα ια που το ‘βαλες;
– Ψάχνω τη υναίκα μου ια να μου δώσει τα κλειδιά του κατωϊού να ταίσω τη σκρόφα με τα ουρνάκια ιατί έχουνε να φάνε από χτες και θα φάει το ‘να τ’ άλλο.
– Πρέπει να χύνει εουτή την ώρα
– Εεεεεε;
Με πολύ πιο δυνατή φωνή:
– Πρέπει λέω να χύνει, μόνου άστηνε να ‘χει το μυαλό τζη εκεί. Σε πέντε λεφτά θα ‘χει τελειώσει και θα ‘ρθει.
– Ας μου δώσει εμένα τα κλειδιά κι ύστερα ας κάτσει να χύνει όσην ώρα θέλει.
Με τα τελευταία του λόγια σπρώχνει την πόρτα του μαερειού και εισέρχεται. Ακούγεται η δυνατή φωνή της μάνας μου να τον καλωσορίζει και κατόπιν ακούγεται η γυναίκα του η Βδοκιά, με εκκωφαντική φωνή να του λέει:
– Πενήντα χρόνια κοιμούμεστα στο ίδιο κρεβάτι και δεν ήμαθες ακόμα πως….
Ξαφνικά ακούγονται όλες οι γυναίκες που βρίσκονται μέσα να συμπληρώνουν τη φράση, φωνάζοντας δυνατά:
– Οι άντρες δεν χύνουσι.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Δεκεμβρίου 2019

Σύμφωνα με στοιχεία που συνέλεξε ο Δημήτρης Σταθακόπουλος, δρ. Κοινωνιολογίας της Ιστορίας του Πάντειου Πανεπιστημίου, η ρίζα του ονόματος του κουραμπιέ είναι η εξής:

Qurabiya στα Αζέρικα, kurabiye, στα τούρκικα και φυσικά κουραμπιές στα ελληνικά, που στην κυριολεξία σημαίνει kuru = ξηρό, biye = μπισκότο. Όμως, η ονομασία μπισκότο καθιερώθηκε τον Mεσαίωνα, ετυμολογικά προερχόμενη από το λατινογενές bis-cuit, που σημαίνει ψημένο δύο φορές (στα αρχαία ελληνικά λεγόταν δί-πυρον), ως τεχνική ψησίματος για να μην «χαλάει» εύκολα ο άρτος, κυρίως των στρατιωτών και των ναυτικών.

Στα σύγχρονα ιταλικά, η λέξη είναι biscotto (τo cookies έχει φλαμανδική/ολλανδική προέλευση που πέρασε στην αγγλική γλώσσα). Το λατινικό bis-cuit διαδόθηκε μέσω των Βενετών εμπόρων και στην Ασία, όπου καθιερώθηκε ως παραφθορά της λατινικής λέξης, σε biya/biye, οπότε συνδέθηκε με το δικό τους qura /kuru (ξηρό) και έδωσε τη νέα μικτή (λατινο-ανατολίτικη) λέξη qurabiya/kurabiye, η οποία με αντιδάνεια ξαναγύρισε στη δύση και ελληνοποιημένη πλέον έδωσε το «κουραμπιές» με την έννοια του ξηρού μπισκότου, που διανθίστηκε με αμύγδαλα, ζάχαρη άχνη κ.λπ.

Θεωρείται ότι πρωτοεμφανίστηκε στην Περσία, τον 7ο αιώνα, όταν η ζάχαρη διαδόθηκε στην περιοχή. Την πατρότητα του κουραμπιέ διεκδικεί και ο Λίβανος. Το γλύκισμα είναι διαδεδομένο στην Ελλάδα, την Τουρκία και τις Βαλκανικές χώρες. Ένα είδος κουραμπιέ με την ονομασία Πολβορόν (Polvorón) είναι διαδεδομένο στις ισπανόφωνες χώρες και το νότιο Τέξας.

Τα μελιμακάρονα έχουν ετυμολογικά αρχαιοελληνική προέλευση όσο και αν το μυαλό πάει στο «ιταλικό» μακαρόνι. Στα λεξικά αναφέρεται ότι η λέξη «μακαρόνι» παράγεται από τη μεσαιωνική ελληνική λέξη «μακαρωνία» (επρόκειτο για νεκρώσιμο δείπνο με βάση τα ζυμαρικά, όπου μακάριζαν το νεκρό). Η μακαρωνία με τη σειρά της έρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη «μακαρία», που δεν ήταν άλλο από την ψυχόπιτα, δηλαδή, ένα κομμάτι άρτου, στο σχήμα του σύγχρονου μελομακάρονου, το οποίο το προσέφεραν μετά την κηδεία.

Αργότερα, όταν η μακαρία περιλούστηκε με σιρόπι μελιού ονομάστηκε: μέλι+μακαρία = μελομακάρονο και καθιερώθηκε ως γλύκισμα του 12ημέρου, κυρίως από τους Μικρασιάτες Έλληνες και με το όνομα «φοινίκια». Οι Λατίνοι και αργότερα οι Ιταλοί χρησιμοποιούσαν τη λέξη μακαρωνία ως maccarone που τελικά κατέληξε να σημαίνει το σπαγγέτι. Τέλος, από το μεσαίωνα και μετά στη Γαλλία και την Αγγλία, ένα είδος αμυγδαλωτού μπισκότου ονομάστηκε «macaroon» (το γνωστό σε όλους σήμερα «μακαρόν»).

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 24 Νοεμβρίου 2019
Για πολλά ‘πράγματα’ που λέμε περιφραστικά και για πολλές έννοιες για τις οποίες νομίζουμε ότι δεν μπορούμε να τις αποτυπώσουμε με μία και μόνο λέξη, υπάρχει λύση: λεξικό. Ένα καλό λεξικό και θα εκπλαγείς. Υπάρχουν λέξεις σχεδόν για τα πάντα. Από το πώς λέγεται μία συγκεκριμένη τριχούλα στην άκρη του αυτιού σου μέχρι η φοβία που μπορεί να έχεις για τα πληκτρολόγια ή τα τραπέζια.
Συγκεντρώσαμε 15 τέτοιες λέξεις για πράγματα που νόμιζες ότι δεν έχουν όνομα, για καταστάσεις που δεν ήξερες ότι μπορείς να τις κατονομάσεις “λακωνκά”.

Δες 15 απ’ αυτές:

1. Πετριχώρος: Η μυρωδιά που αναδύεται στην ατμόσφαιρα μετά τη βροχή που έχει πέσει στο έδαφος. Προέρχεται από τα σύνθετα ‘πέτρα’ και ‘ιχώρ’, το οποίο σύμφωνα με τη μυθολογία ήταν το αίμα των Ελλήνων θεών.

2. Μεσόφρυο: Οι Άγγλοι το λένε ‘glabella’, κάτι που δεν τους προϊδεάζει για τι πρόκειται, σε αντίθεση με μας, που με το που ακούς τη λέξη, όλο και κάπου πάει το μυαλό σου. Πρόκειται για το μέρος ανάμεσα στα φρύδια, εκεί που μερικοί κάνουν ρυτίδες από το πολύ συνοφρύωμα.

3. Δυσάνια: Κι όμως υπάρχει λέξη για την κατάσταση “δυσκολεύομαι να σηκωθώ απ’ το κρεβάτι μου το πρωί”. Στο εξωτερικό τη λένε και ‘clinomania’.

4. Box tent: Αυτό το τρίποδο τραπεζάκι που βρίσκεις στη μέση της πίτσας, έχει συγκεκριμένη ονομασία και δεν είναι τόσο άχρηστο όσο νομίζεις. Εμποδίζει το πάνω χαρτόνι της συσκευασίας να κολλήσει πάνω στην πίτσα.

5. Lunula: αυτά τα άσπρα μισοφέγγαρα στη βάση του νυχιού σας. Προέρχεται απ’ τη λατινική λέξη που σημαίνει ‘φεγγαράκι’.

6. Κολουμέλλα-Στυλίδα: Το κάτω μέρος της μύτης, το δέρμα που βρίσκεται ανάμεσα στα ρουθούνια. Έρχεται από τη λατινική λέξη ‘columella’ που σημαίνει ‘μικρή κολόνα’.

7. Ακρασία: Η κατάσταση στην οποία βρίσκεται κάποιος που αν και γνωρίζει το καλό, το ηθικό, το σωστό, δεν το πράττει.

8. Τράγος: Όχι αυτός που νομίζεις. Είναι το εσωτερικό μέρος του χόνδρου που υπάρχει πάνω από το κανάλι του αυτιού, κάθετα στον λοβό.

9. Περικαψύλιο: Το πλαστικό ή μεταλλικό κομμάτι στην άκρη του κορδονιού σου έχει όνομα.

10. Vibrissae: Η επιστημονική ονομασία για το μουστάκι μία γάτας.

11. Ullage: Αν ήσουν σομελιέ μπορεί και να την ήξερες αυτή τη λέξη. Έτσι ονομάζεται το κενό σε μία φιάλη κρασιού ανάμεσα στο κρασί και τον φελλό. Το ‘ελλιπές φορτίο’ όπως μεταφράζεται, αυτός ο κενός χώρος αφήνεται γιατί το εμφιαλωμένο κρασί εκτίθεται στις μεταβολές της πίεσης και της θερμοκρασίας, υπάρχει το ενδεχόμενο συστολής και διαστολής.

12. Φωσφονές: Όταν κλείνεις τα μάτια σου κανονικά θα έπρεπε να βλέπεις μόνο ένα μαύρο χρώμα. Πολλές φορές όμως διάφορα χρώματα και μικρές αναλαμπές αναβοσβήνουν. Αυτές λέγονται ‘φωσφονές’.

13. Γείσο ή κορνίζα: Το ξεροψημένο κομμάτι στην άκρη της πίτσας που είναι σκέτο ψωμί και πολλοί το παρατάνε, έχει συγκεκριμένη ονομασία. Οι Ιταλοί το λένε ‘Cornicone’.

14. Χάρτης Snellen: Την επόμενη φορά που θα γυρίσεις απ’ τον οφθαλμίατρο, μην πεις ότι σου “έδειχνε κάτι αριθμούς και γράμματα στον τοίχο, άλλα μεγάλα, άλλα πιο μικρά”. Το εργαλείο αυτό λέγεται ‘Χάρτης Snellen’, προς τιμήν του Ολλανδού οφθαλμίατρου Herman Snellen που το δημιούργησε το 1862.

15. Βρουξισμός: Αντί για ‘τρίξιμο των δοντιών’ (τρεις λέξεις), μπορείς να χρησιμοποιείς τον ‘βρουξισμό’, σημαίνει ακριβώς το ίδιο και δεν σπαταλάς επιπλέον ενέργεια.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 7 Νοεμβρίου 2019

Ιθαγενείς γλώσσες: μπορούμε να τις σώσουμε;

Διεθνές Έτος Ιθαγενών Γλωσσών είναι η χρονιά που διανύουμε: έτσι την ανακήρυξε με ψήφισμά του ο ΟΗΕ, υιοθετώντας πρόταση του συμβουλευτικού οργάνου του Permanent Forum on Indigenous Issues, σε μια προσπάθεια ανάδειξης της ανάγκης να προστατευθούν και να διασωθούν οι γλώσσες των αυτόχθονων λαών και κινητοποίησης προς αυτή την κατεύθυνση.

Ιθαγενής ονομάζεται η γλώσσα των πρώτων κατοίκων μιας περιοχής, σε αντιδιαστολή με τη γλώσσα όσων εγκαταστάθηκαν αργότερα εκεί, με τρόπο ειρηνικό ή μη. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Forum, 40% των περίπου επτά χιλιάδων χρησιμοποιούμενων γλωσσών σήμερα βρίσκεται αντιμέτωπο με την απειλή της εξαφάνισης – το μεγαλύτερο μέρος αυτών των γλωσσών είναι ιθαγενείς. Πολλές από αυτές αποδυναμώνονται και τελικά χάνονται επειδή οι αυτόχθονες πληθυσμοί συχνά ζουν σε πολιτική και κοινωνική απομόνωση και τα νεότερα μέλη τους, προκειμένου να διασφαλίσουν την επιβίωσή τους, ωθούνται στην κυρίαρχη γλώσσα της ευρύτερης περιοχής όπου διαμένουν. Τους προηγούμενους αιώνες τα πράγματα ήταν ακόμη πιο δύσκολα, καθώς αρκετές χώρες (π.χ. Αυστραλία, Καναδάς) ακολουθούσαν πολιτικές εξάλειψης των γλωσσών αυτών – οι επιστήμονες κάνουν λόγο για γλωσσοκτονία! Η εξαφάνιση μιας ιθαγενούς γλώσσας δεν συνεπάγεται μόνο απώλεια της ταυτότητας των ομιλητών της αλλά και δική μας απώλεια: δεν έχουμε πλέον πρόσβαση στις γνώσεις και την κοσμοαντίληψη ενός πληθυσμού και κατ’ επέκταση μειώνεται ο παγκόσμιος γλωσσικός πλούτος μας.

Μετά τη ραγδαία μείωση των ιθαγενών γλωσσών, τις τελευταίες δεκαετίες καταβάλλονται σοβαρές προσπάθειες για τη σωτηρία τους από την επιστημονική κοινότητα και διεθνείς οργανισμούς. Έχουν ενταχθεί στα σχολεία και μελετώνται ως πανεπιστημιακό αντικείμενο σπουδών. Η τεχνολογία παίζει σημαντικό ρόλο εντάσσοντας κάποιες από αυτές τις γλώσσες σε υπολογιστικά προγράμματα και σε εφαρμογές για κινητά. Το διαδίκτυο συμβάλλει: για παράδειγμα, εδώ βλέπουμε πώς διαμορφώνεται με τη βοήθεια του κοινού ένας Άτλαντας με το αλφάβητο επαπειλούμενων γλωσσών. Τον Αύγουστο το Google Earth ξεκίνησε ένα διαδραστικό πρότζεκτ , στο πλαίσιο το οποίου οι χρήστες μπορούν να δουν βίντεο σε 55 ιθαγενείς γλώσσες, όπου εξηγείται πόση σημασία έχει η διάσωση της συγκεκριμένης γλώσσας. Το Wikitongues είναι μια πλατφόρμα που φιλοξενεί βίντεο στα οποία αυτόχθονες μιλούν για τη γλώσσα τους. Έχουν δημιουργηθεί ψηφιακά αρχεία όπως το Indigenous Languages Digital Archive όπου καταγράφονται και αναλύονται ιθαγενείς γλώσσες, με σκοπό την αναβίωσή τους.

Ωστόσο, πέρα από αυτές τις προσπάθειες, που αναμφίβολα είναι σημαντικές, παραμένουν δύο ουσιώδη ερωτήματα: πρώτον, είναι δυνατόν να ζωντανέψει μια νεκρή γλώσσα ή μια γλώσσα που κοντεύει να σβήσει, όταν έχει πάψει πια να αποτελεί μέσο επικοινωνίας ενός πληθυσμού; Και δεύτερον, συνδυάζονται αυτές οι ενέργειες με πολιτικές προστασίας των κρατών απέναντι στους αυτόχθονες πληθυσμούς; Γιατί στην αναβίωση των γλωσσών μπορούμε να οδηγηθούμε μόνο με συντονισμένη δράση σε όλα τα μέτωπα.

 

meta|φραση

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 26 Αυγούστου 2019

Η τεχνολογία αλλάζει σταδιακά το νόημα των λέξεων που σχετίζονται με τη φύση

Η σημασία πολλών βρετανικών λέξεων (tweet, web, stream, cloud) που σχετίζονται με τη φύση έχει αλλάξει τις τελευταίες δεκαετίες και πλέον χρησιμοποιούνται ως τεχνολογικοί όροι, αποκαλύπτει νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε στον Guardian

Η σημασία πολλών βρετανικών λέξεων (tweet, web, stream, cloud) που σχετίζονται με τη φύση έχει αλλάξει τις τελευταίες δεκαετίες και πλέον χρησιμοποιούνται ως τεχνολογικοί όροι, αποκαλύπτει νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε στον Guardian.

Ο δρ Ρόμπι Λοβ, απόφοιτος Γλωσσολογίας από το Πανεπιστήμιο του Λιντς, που διεξήγαγε τη μελέτη για τον οργανισμό National Trust -οργανισμός για τη διαχείριση προστατευόμενων τοποθεσιών-, εξηγεί ότι η γλώσσα αναπαριστά αυτό που είναι σημαντικό για μια κουλτούρα και μια κοινωνία.

«Το γεγονός ότι οι έννοιες που σχετίζονται με τη φύση αντικαθίστανται ή χρησιμοποιούνται λιγότερο συχνά δείχνει ότι η φύση σταδιακά γίνεται λιγότερο σημαντική ή αντικαθίσταται από άλλα πράγματα» δηλώνει ο ίδιος.

Η παρούσα μελέτη χρησιμοποίησε αρχεία ανεπίσημων συνομιλιών σε διαφορετικές δεκαετίες, για να διερευνήσει με ποια σημασία χρησιμοποιούνται ορισμένες λέξεις που αρχικώς σχετίζονταν με τη φύση.

Διαπιστώθηκε ότι η έννοια της λέξης tweet (τιτίβισμα) έχει αλλάξει δραματικά. Το 1990 όλες οι αναφορές που βρέθηκαν αφορούσαν τον ήχο των πουλιών, ενώ το 2010 μόνο μία στις 100 περιπτώσεις διατηρούσε αυτήν τη σημασία. Όλες οι υπόλοιπες αναφορές σχετίζονται με δημοσιεύσεις (posts) στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (social media).

Επιπροσθέτως, το 1990 η λέξη ιστός (web) αναφερόταν στον ιστό της αράχνης, ενώ το 2010 μόνο μία στις 10 αναφορές φάνηκε να σχετίζεται με την αράχνη, με όλες τις άλλες να αφορούν το διαδίκτυο. Το 40% των παιδιών που χρησιμοποιούν τη λέξη web αναφέρονται στο διαδίκτυο.

Η λέξη stream (ρυάκι) το 1990 χρησιμοποιούνταν πράγματι με τη σημασία του τρεχούμενου νερού, ενώ το 2010 μόνο το 36% των αναφορών της είχαν να κάνουν με τη φύση. Το ίδιο παρατηρήθηκε και για τις λέξεις branch (κλαδί), field (αγρός), net (δίχτυ), fibre (ίνα) και cloud (σύννεφο).

Βρέθηκε, επίσης, ότι η σχετική συχνότητα χρήσης πολλών λέξεων που αφορούν τη φύση (lawn-γρασίδι, snow-χιόνι, , picnic- πικνίκ, jungle-ζούγκλα, pond-λίμνη, mountain-βουνό, soil-χώμα, rock-πέτρα, bird-πουλί, garden-κήπος και shell-κοχύλι) μειώθηκε, κυρίως μεταξύ των νέων, από το 1990 έως το 2010.

Οι γονείς και οι παππούδες αναγνωρίζουν αυτήν την τάση, με το 50% να θεωρεί ότι είναι πιθανότερο τα παιδιά ή τα εγγόνια τους να προσλάβουν τη λέξη web ως διαδίκτυο και όχι ως ιστό αράχνης.

Ο οργανισμός National Trust προτείνει μια λίστα με 50 πιθανούς τρόπους που μπορούν να βοηθήσουν τα παιδιά να έρθουν σε επαφή με τη φύση.

Ανάμεσα στις προτάσεις που έγιναν με στόχο τα παιδιά να μάθουν τις φυσικές έννοιες των λέξεων ήταν η ενθάρρυνση του παιχνιδιού σε εξωτερικούς χώρους (74%), το να γίνονται τα μαθήματα σε εξωτερικούς χώρους (56%), η διδασκαλία της φύσης στο σχολείο (54%), το να συμπεριληφθεί η γλώσσα της φύσης όπως οι σύγχρονες ξένες γλώσσες στο σχολικό πρόγραμμα, το να βλέπουν τα παιδιά τα σύννεφα, το ηλιοβασίλεμα ή την ανατολή.

Ο  Άντι Μπιρ, τοπικός διευθυντής του οργανισμού στα Μίντλαντς, εξηγεί ότι η σχέση με τη φύση δεν αφορά μόνον το παιχνίδι στο ύπαιθρο, αλλά και την πραγματική παρατήρηση της φύσης, και θέτει ένα ερώτημα: «Αν τα σημερινά παιδιά δεν συνδέονται με τη φύση, ποιος θα προστατεύσει το ύπαιθρο και την άγρια φύση στο μέλλον;»

Από ΤΑ ΝΕΑ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 26 Αυγούστου 2019
«Χτύπα ξύλο». Αυτή είναι η ν.1  φράση που χρησιμοποιούμε για να προστατευτούμε από τα αρνητικά σχόλια.
 Από πού  προήλθε και πως καταλήξαμε να την λέμε εμείς σήμερα τόσο συχνά;

Η φράση προέρχεται από την φράση «Άπτεσθαι ξύλου».

Η φράση αυτή χρησιμοποιούνταν ως προτροπή από τους  Αρχαίους Ελλήνες, λόγω της πεποίθησής τους ότι στα δένδρα κατοικούσαν νύμφες, (Δρυάδες/Αμαδρυάδες).

Χτύπαγαν το ξύλο του κορμού δηλαδή για να επικαλεστούν την προστασία τους, καθώς οι νύμφες μπορούσαν να πραγματοποιήσουν τις ευχές των ανθρώπων.

Πέραν της αρχαιοελληνικής εξήγησης, σύμφωνα με μια εκδοχή, οι άνθρωποι πολλές φορές συναντιούνταν στα δάση για να συζητήσουν τα θέματα τους, καλά ή κακά, νόμιμα ή παράνομα. Με το να χτυπάνε ξύλο, κορμούς δέντρων δηλαδή, διώχνανε τα οποιαδήποτε πνεύματα κατοικούσαν μέσα στο ξύλο για να μην τους ακούσουν…

Βέβαια δε χτυπάνε όλοι το ξύλο, άλλοι οι απλώς το ακουμπάνε.

Οι Βρετανοί, παραδείγματος χάριν, έχουν την έκφραση touch wood – άγγιξε το ξύλο!! Μια εξήγηση αυτής της «παραλλαγής» βρίσκεται σε μια παλιά Ιρλανδέζικη δεισιδαιμονία, σύμφωνα με την οποία αυτό το κάνανε για να ευχαριστήσουν τα μικρά ανθρωπάκια, τα οποία τους χαρίζανε καλή τύχη!!

Επίσης, θεωρούσαν πως τα δέντρα λατρεύονταν ως τόποι κατοικίας καλών και ευγενικών πνευμάτων. Έτσι, αγγίζοντας το ξύλο, την κατοικία δηλαδή του πνεύματος, προστατευόσουν και ο ίδιος από τα κακά πνεύματα!! Το άγγιγμα του ξύλου βλέπετε, πίστευαν πως προστατεύει και από την πραγματοποίηση κάποιων αρνητικών οιωνών!

Από τον Πέτρο

ΖΑΚΛΙΝ ΝΤΕ ΡΟΜΙΓΥ, ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ “ΓΙΑΤΙ Η ΕΛΛΑΔΑ”
Κατ’ αρχήν κινδυνεύουμε να ξεχάσουμε ότι ο άνθρωπος που εξύμνησαν οι Έλληνες ήταν ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος. Αγαπούσε τη ζωή και τις γιορτές, τα συμπόσια, τον έρωτα, τη δόξα.
Μερικοί συγγραφείς μίλησαν γι’ αυτό περισσότερο από άλλους: ό­πως ο Ησίοδος, οι λυρικοί, ο Αριστοφάνης. Από τον Όμηρο όμως ως τα χορικά των τραγωδιών, αυτή η πλευρά δεν λείπει ποτέ. Πρέπει να το θυμίσουμε έντονα -διότι κατ’ αρχήν αυτό είναι η εκπληκτική γοητεία της ελληνικής λογοτεχνίας, ύστερα διότι μια τέ­τοια αγάπη για τη ζωή ανυψώνει περισσότερο το τίμημα του πάθους για να την εννοήσουμε, να την κατακτήσουμε και να υψωθούμε από τα συγκεκριμένα αυτά θέλγητρα προς μία σκέψη αρμονική προς αυτά. Η μίξη αυτών των δύο καθιστά την Ελλάδα μοναδική.
Επιπλέον, ακόμα και αν αποκαταστήσουμε αυτή τη διάσταση – που ηθελημένα αφήσαμε κατά μέρος σε μία μελέτη αφιερωμένη σε ένα μόνο θέμα – διακινδυνεύουμε πάλι να ξεχάσουμε ότι η ανάλυση που περιέχεται στα κείμενα αντιπροσωπεύει μία μόνο όψη της ελληνικής κουλτούρας και του ελληνικού πολιτισμού.
Βεβαίως, η άποψη αυτή είναι η πιο αυθεντική. Διότι κανένας άλλος πολιτισμός δεν είχε τόσο πάθος για την τέχνη του λόγου, της απόδειξης και της ανάλυσης: και αυτό, χωρίς αμφιβολία, παραμένει το πιο αξιοσημείωτο γεγονός του ελληνισμού. Η επιδίωξη όμως της καθολικότητας που μαρτυρούν τα κείμενα, αν είναι τόσο χαρακτηριστική, θα πρέπει να ξαναβρεθεί επίσης στην τέχνη, στη θρησκεία, στη ζωή και στα ήθη.
Θα χρειάζονταν ακόμη πολλά βιβλία για να αποδειχθεί ότι έ­τσι είναι, αν χρησιμοποιήσουμε αναλύσεις πιο αόριστες από αυ­τές που προσφέρουν τα κείμενα: μόνο τα κείμενα μας δείχνουν αυτό που έχουν να πουν χωρίς διφορούμενα. Και όμως μπορούμε να θυμίσουμε ότι, ως προς την τέχνη και τη θρησκεία, έχουν δοθεί σύντομες ενδείξεις όταν το απαιτούσε η ανάπτυξη του θέ­ματος. Και επιβεβαιώνουν το αποτέλεσμα της έρευνας που έγινε εδώ.
Η ελληνική τέχνη είναι κατ’ αρχήν ιδιαίτερα ανθρώπινη. Αρκεί να σκεφτούμε την Αίγυπτο ή την Ινδία για να μετρήσουμε τη δια­φορά. Ακόμα και όταν παριστάνει γίγαντες και τέρατα, πλησιάζει όλο και περισσότερο την ανθρώπινη μορφή. Στις μάχες μεταξύ θεών και γιγάντων μόλις διακρίνουμε τους μεν από τους δε: όλοι μοιάζουν με ανθρώπους (όπως στο διάζωμα του θησαυρού των Σιφνίων στους Δελφούς). Και όταν ένας θεός και ένας άνθρωπος βρίσκονται ο ένας απέναντι στον άλλον, μόλις διακρίνουμε αν ο θεός είναι μεγαλύτερος από τον άνθρωπο: όπως στο διάζωμα του θησαυρού των Αθηναίων, πάντα στους Δελφούς. Η σκέψη μας πηγαίνει στις σχέσεις που έχουν οι ήρωες και οι θεοί στον Όμηρο…
Εξάλλου, η απεικόνιση ανθρώπινων μορφών, ιδιαίτερα κατά την αρχαϊκή εποχή, περιβάλλεται -όπως είδαμε- από μια γενίκευση και από μια συγκράτηση που αποκλείουν τα ατομικά χαρακτηριστικά και τα τονισμένα συναισθήματα. Αν αυτό συμβαίνει από έλλειψη πείρας ή από συνειδητή επιθυμία, δεν έχει σημασία: τα αγάλματα που μας υποδέχονται στα μουσεία έχουν την αγέ­ρωχη περίσκεψη του εξωπραγματικού και μας συγκινούν πολύ περισσότερο.
Τέλος, ο ελληνικός ναός είναι από μόνος του ένα μνημείο με α­πέριττες γραμμές, στο οποίο η γλυπτική κατέχει μια πολύ οριοθετημένη θέση. Βρίσκεται στα μέτρα του ανθρώπου. Δεν έχει ούτε την έπαρση των πυραμίδων ούτε την πληθώρα των γλυπτών του Ανγκόρ. Είναι ίσως η ιδέα, παραπλανητική από πρώτη άποψη, που εκφράζει ο Περικλής στο Θουκυδίδη όταν δηλώνει: «Φιλοκαλούμεν γαρ μετ’ ευτελείας».
Έτσι, η ίδια επιδίωξη προς το γενικό, το ανθρώπινο, το καθολικό εκφράζεται και στην τέχνη όπως και στη λογοτεχνία.
Όσο για τη θρησκεία, δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε άλλη πιο κοντά στον άνθρωπο. Ο ανθρωπομορφισμός είναι ο κανόνας. Και εάν στις απαρχές υπήρξαν ζώα που ταυτίστηκαν με τους θεούς, από το έπος του Ομήρου έγιναν απλά ευνοούμενα αυτών των θεών. Επιπλέον, οι θεοί είναι ποικίλοι και, εξαιτίας των συνεχών συγκρούσεων μεταξύ τους, ο άνθρωπος καταφεύγει στον ένα ή στον άλλον. Σίγουρα, οι θεοί μπορούν να χτυπούν, και ιδίως ο Δίας, ο βασιλιάς τους. Αλλά οι άνθρωποι, παρ’ ότι το ξέ­ρουν, δεν ζουν μέσα στον τρόμο ούτε στην υποταγή. Οι ποιητές κοροϊδεύουν τους θεούς όταν βρουν την ευκαιρία: εν τούτοις δεν καταποντίζονται στις καταστροφές. Οι άνθρωποι φοβούνται λι­γότερο τους θεούς όσο πιο ελεύθερα επικοινωνούν μαζί τους, ε­φόσον δεν έχουν ούτε δόγμα ούτε κλήρο. Και επιπλέον υπάρχουν οι ενδιάμεσοι και οι δυνατότητες επικοινωνίας -με τους ήρωες, που είναι σχεδόν ημίθεοι, και με τους χρησμούς από τους οποίους μπορούν να ζητήσουν συμβουλή. Αν προσθέσουμε ότι οι θεοί είναι πρόγονοι πολλών οικογενειών και οι προστάτες της μιας ή της άλ­λης πόλης, εκτιμούμε πόσο μειώνεται η απόσταση ανάμεσα στο θείο και στο ανθρώπινο. Το είδαμε όταν μιλήσαμε για τον Όμη­ρο. Αργότερα, οι δοξασίες επέτρεψαν πολύ πιο προσωπικές σχέ­σεις με τη θεότητα. Αυτό παρέμεινε αληθινό ως το τέλος του ελ­ληνισμού και διευκόλυνε, μερικές φορές, τις μεταλλαγές με το χρι­στιανισμό.
Επίσης, αυτοί οι πολλαπλοί θεοί, με τις αρκετά ελαστικές δι­καιοδοσίες, μπερδεύτηκαν στην Ελλάδα με πολλές προσφιλείς δραστηριότητες. Έτσι έγιναν και αυτοί ένα είδος συμβόλων με κα­θολική αξία. Για έναν Έλληνα της κλασικής εποχής, η Αφροδίτη εί­ναι η εικόνα του έρωτα, η Άρτεμις εικόνα της αγνότητας, ο Άρης του πολέμου. Έτσι ξαναβρίσκουμε, όπως αλλού, τη γλώσσα των συμβόλων, κατά την οποία κάθε οντότητα που ανήκει στο μύθο περιέχει μια σημασία πολύ γενική για τον άνθρωπο.
Αυτό ήταν, χωρίς αμφιβολία, ένας από τους λόγους που εξελί­χθηκαν τόσο άνετα οι ανταλλαγές και οι αφομοιώσεις με τις άλλες θρησκείες. Οπωσδήποτε η ελληνική θρησκεία δεν ήταν εθνική. Οι θεοί μπορούσαν να έχουν προνομιακούς δεσμούς με μία πόλη (ό­πως η Αθηνά με την Αθήνα): αυτό δεν τους εμπόδιζε να αναγνω­ρίζονται και να τιμώνται και αλλού -ενδεχομένως και στους βαρ­βάρους. Όταν είχαν άλλα ονόματα, οι Έλληνες έκριναν ότι υπήρ­χε κάποια παραλλαγή και η απόδειξη βρίσκεται στον Ηρόδοτο. Ήταν, γενικά, μία θρησκεία που αποδεχόταν και συγχρόνως γινό­ταν εύκολα αποδεκτή. Ξέρουμε πως ο απόστολος Παύλος βασί­στηκε, όταν βρέθηκε στην Αθήνα, στην ύπαρξη της λατρείας «τω Αγνώστω θεώ». Αλλά, χωρίς να φτάσει ως το Χριστιανισμό, ο Glen Bowersock επέμεινε πρόσφατα στο ρόλο που είχε η ελληνική θρησκεία στην ενοποίηση του όψιμου παγανισμού. Αυτή η κουλ­τούρα, γράφει, «πρόσφερε στη γλώσσα το μύθο και την εικόνα, το μέσον να εκφραστούν οι τοπικές παραδόσεις με τρόπο εύληπτο και πιο καθολικά κατανοητό». Όπως πάντοτε, η άνοδος προς το καθολικό, στο διανοητικό πεδίο, διευκολύνει, πράγματι, το άνοιγ­μα προς το καθολικό, στο επίπεδο των ανθρωπίνων σχέσεων.
Αλλά οι ίδιες αυτές λέξεις τραβούν την προσοχή σε ένα τρίτο κενό, σοβαρότερο, στην ανάπτυξη που παρουσιάζουμε σε τούτο το βιβλίο. Και όμως είχαμε απομακρυθεί για καλά από τις ανθρώ­πινες σχέσεις! Από τις πρώτες σελίδες, με τον Όμηρο, είχαμε επι­σημάνει μία απίθανη διάθεση στην αποδοχή των άλλων -μια έλ­λειψη εθνοκεντρισμού, μια κατανόηση, μια εξαιρετική φιλοφροσύνη όχι μόνο κατά την αρχαϊκή εποχή αλλά σε όλες τις εποχές. Εί­δαμε στη συνέχεια ν’ ανατέλλει με τον Ηρόδοτο μια σπάνια ανε­κτικότητα. Και στις δύο περιπτώσεις υπήρξε ερώτημα επειδή οι συγγραφείς μιλούσαν γι’ αυτό και μάλιστα με επιμονή. Αλλά, στο σύνολο, η έκταση της πνευματικής προσπάθειας που επιτελέ­σθηκε σε έναν αιώνα, έσβησε λίγο πολύ για μας τις ανθρώπινες α­ξίες. Και πώς να μιλήσουμε για έναν πολιτισμό χωρίς ν’ αναφέρουμε εκείνο που πρόσφερε σε αυτόν τον τομέα;
Καθένας γνωρίζει ότι η Ελλάδα πρόσφερε στον κόσμο την τέ­λεια και ιδανική έκφραση της δικαιοσύνης και της ελευθερίας. Και δεν είναι λίγο! Αυτές οι δύο μεγάλες ιδέες προσήλκυσαν και άλλες κατά τη ροή τους. Προκάλεσαν σίγουρα το σεβασμό στους νό­μους (που συναντήσαμε μιλώντας για τη δημοκρατία), καθώς και τη φιλοπατρία και την έννοια της γενναιότητας. Αλλά προκάλε­σαν επίσης την επιθυμία να υποστηρίξουν τους καταπιεζόμενους, να απελευθερώσουν τα θύματα, ακόμα και να ριψοκινδυνεύσουν για την υπεράσπισή τους: είναι ένας από τους τίτλους τιμής που η Αθήνα δεν έπαψε ποτέ να διεκδικεί. Οι δύο αυτές ιδέ­ες συνυφασμένες αποδείχθηκαν ζωογόνες και ευρύτατες. Ήταν ήδη άνοιγμα προς τους άλλους.
Το λαμπρό όμως αυτό ξεκίνημα δεν πρέπει να μας κάνει να ξε­χνάμε εκείνο που, πέρα από το νόμο και τους κανόνες του, προ­χωρούσε προς την ίδια κατεύθυνση πιο διακριτικά.
Ο νόμος, γιατί; Τον συναντήσαμε εδώ στο πολιτικό πλαίσιο της δημοκρατίας: είναι καιρός ν’ ανατρέξουμε λίγο πιο πίσω. Με τους Έλληνες πρέπει πάντα να γίνει αυτή η κίνηση. Τότε εκτιμάμε ότι ο νόμος εσήμαινε  γι’ αυτούς, πριν απ’ όλα, το αντίθετο της βίας.
Οι Έλληνες δεν έπαψαν να ορθώνονται εναντίον της βίας. Εμίσησαν τον πόλεμο, την αυθαιρεσία, την αταξία.
Για τον πόλεμο αυτό είναι γνωστό. Ήδη στον Όμηρο, ο πόλε­μος είναι χώρος του ηρωισμού, αλλά επίσης της οδύνης και του θανάτου. Ο Άρης, ο θεός του πολέμου, προκαλεί φρίκη ακόμα και στο Δία: «Είναι για μένα ο πιο μισητός από όλους τους θεούς, που μένουν στον Όλυμπο, γιατί πάντα του αρέσουν τα μαλώματα και οι πόλεμοι και οι μάχες».
Η καταδίκη του πολέμου διαπερνά πράγματι όλα τα ελληνικά κείμενα. Υπάρχει στον Ηρόδοτο, στον οποίον εμπνέει τη διάσημη φράση: «Διότι κανένας δεν είναι τόσον ανόητος, ώστε να προτι­μά τον πόλεμον από την ειρήνην, αφού κατ’ αυτήν μεν τα παιδιά θάπτουν τον πατέρα, ενώ κατά τον πόλεμον οι πατέρες τα παι­διά». Υπάρχει στον Αισχύλο, στα μεγάλα χορικά της οδύνης και στην εικόνα τη σχετική με τον πόλεμο της Τροίας: «Κι ο Άρης σω­μάτων αργυραμοιβός και ζυγιαστής των κονταριών στη μάχη, στέλνει από την Τροία στους δικούς βαρεία και πικροθρήνητη α­πό την πυρά μονάχη αντίς τον άντρα – βολικά γεμίζοντας ένα λεβέτι με μια φούχτα στάχτη». Βρίσκεται ιδιαίτερα στον Ευριπί­δη με τους φοβερούς μονόλογους των Ικέτιδων όπου ο κήρυκας λέει ότι οι άνθρωποι μέσα στην τρέλα τους «κυνηγάμε πολέμους και σκλαβώνουμε όποιους βρούμε πιο αδύνατους, άντρας τον ά­ντρα, η πόλη την άλλη πόλη». Υπάρχει επίσης στον Αριστο­φάνη. Υπάρχει παντού.
Εξάλλου, το κείμενο του Ευριπίδη που αναφέραμε δείχνει κα­θαρά ότι, πίσω από την καταδίκη του πολέμου για τα δεινά που προκαλεί, οι Έλληνες διέκριναν καθαρά ότι αυτός καθ’ εαυτός ο πόλεμος ήταν απαράδεκτος. Προϋπόθεση του ήταν αποκλειστι­κά η δύναμη. Το σκάνδαλο όμως της κυριαρχίας της δύναμης το εί­χαν αντιληφθεί από τις απαρχές. Ήδη ο Ησίοδος το απεικόνισε στο θαυμάσιο απόλογο με το γεράκι και το αηδόνι που αναφέρ­θηκε στο κεφάλαιο το σχετικό με τον Πίνδαρο.
Η ίδια διαμαρτυρία εμπνέει τον Προμηθέα του Αισχύλου όπου η αυθαιρεσία του Δία εκπροσωπείται από το Κράτος και τη Βία. Ξαναβρίσκεται σε όλες τις αναλύσεις τις σχετικές με την τυραννία και ιδιαίτερα με την τυραννία μεταξύ πόλεων, που είναι ο ιμπε­ριαλισμός: το να κυβερνάς με τη βία σημαίνει να κυβερνάς με εξα­ναγκασμό, αντίθετα προς τη θέληση των ανθρώπων. Ξαναβρί­σκεται στις θεωρητικές και ανελέητες αναλύσεις του Θουκυδίδη (στο διάλογο των Μηλίων, στο 5ο βιβλίο) και στον Πλάτωνα (με τον Καλλικλή στο Γοργία).
Η Ελλάδα ήταν σαν να είχε κινητοποιηθεί εναντίον της βίας και τούτο ενέπνευσε το φλογερό σεβασμό της προς το νόμο. Το συ­ναίσθημα όμως αυτό ερμηνεύτηκε επίσης με ευρύτερες μορφές διότι στη βία αντιτίθεται επίσης η πειθώ.
Με τις αναφορές που είναι συγκεντρωμένες σε τούτο το κε­φάλαιο του συμπεράσματος, ίσως εκπλαγούμε βλέποντας το κεί­μενο να αλλάζει ύφος, ενώ θα περιμέναμε γενικές ιδέες και περι­λήψεις, σχόλια και αναφορές. Είναι σχεδόν αδύνατο να κάνουμε διαφορετικά. Εάν θέλουμε να τονίσουμε, διατρέχοντας έστω βια­στικά, τη σημασία των αξιών που καθόρισε η Ελλάδα και κληρο­δότησε στο δυτικό κόσμο, πρέπει να προσφέρουμε στον ανα­γνώστη κάτι σαν ανθοδέσμη από αυτά τα κείμενα που έθρεψαν τον κόσμο επί αιώνες. Οι αξίες δηλώνουν ότι η απόδειξη είναι δυ­νατή και ότι οι επαληθεύσεις δεν είναι αδικαιολόγητες. Ιδίως με την πληθώρα τους αποδεικνύουν καθαρά ότι πρόκειται για αξίες πολύτιμες για όλους τους ανθρώπους εκείνης της εποχής, ανεξάρτητα από διαφορετικές νοοτροπίες ή λογοτεχνικά είδη. Ίσως αφήσουν στο πέρασμα τους -ποιος ξέρει;- το θάμβος που προ­καλεί ένας ενθουσιασμός φωτεινός, και πάντα λίγο πολύ μεταδο­τικός. Και τέλος μια ανθοδέσμη: τι ωραιότερο να προσφέρει κα­νείς για να αποχωρήσει;
Κλείνοντας αυτή την παρένθεση, πρέπει να σπεύσουμε να συνδέσουμε το νόμο με την πειθώ, η οποία παρεμβαίνει παντού, όπου δεν κυβερνά ο νόμος. Διέπει τις συμφωνίες. Δεν κουράζεται να αντιτίθεται στη βία. Πώς να μη θυμηθούμε ότι όλα τα φονικά και όλες οι εκδικήσεις, που αποτελούν την Ορέστεια του Αισχύ­λου, συντρίβονται πάνω στη δίκαιη ανώτατη εξουσία ενός δικα­στηρίου, και ότι η Αθηνά, τότε, αναλαμβάνει να πείσει τις Ερινύες παρά να τις εξαναγκάσει, θα λέγαμε ότι πρόκειται για ομολογία πίστης του ελληνισμού στο αποκορύφωμα του, όταν η Αθηνά ε­πικαλείται «τη θεία Πειθώ» που δίνει στο λόγο της «τη μαγική γλυκύτητα» (Ευμενίδες 885-886). Και για ν’ απαντήσουμε με αν­θρώπινη γλώσσα στα λόγια της θεάς, θα μπορούσαμε ν’ αναφέ­ρουμε το νεαρό Νεοπτόλεμο του Σοφοκλή που επεδίωκε να πεί­σει το Φιλοκτήτη παρά να τον εξαπατήσει επωφελούμενος από την πλεονεκτική του θέση. Να πείθεις: ήταν το κίνητρο αυτής της δημοκρατίας για την οποία ήταν τόσο υπερήφανοι οι Αθηναίοι, α­φήνοντας τον εξαναγκασμό στους τυράννους.
Θα έλεγε κανείς ότι τα λόγια αυτά δεν ταιριάζουν με τον ιμπε­ριαλισμό, που ήταν μια τυραννία. Αλλά ποιος μας το είπε, αν όχι οι Αθηναίοι, που είχαν συνείδηση αυτής της κατάστασης και ήταν ικανοί να την ελέγχουν με οξυδέρκεια. Ο Θουκυδίδης είπε και ο Ισοκράτης υπερθεμάτισε ότι ο τύραννος και το Κράτος-τύραννος είναι καταδικασμένα να καταστραφούν. Από αυτά τα δύο, απο­κάλυψαν το σχήμα αυτής της «ασθένειας» περιγράφοντας την με μία μορφή γενική που ισχύει για πάντα.
Πρέπει όμως να προσθέσουμε ότι μετά από μια τέτοια εμπει­ρία και τη σαφή αντίληψη του κακού, οι Έλληνες διέδωσαν επίσης την ιδέα όλων των δυνατών συμφωνιών μεταξύ Κρατών. Και, όπως η Αθήνα ήξερε να τα ξεχάσει όλα μετά τον εμφύλιο πόλεμο και να βρει για τη συμφιλίωση των πολιτών ένα υπόδειγμα που δεν ξεπεράστηκε ποτέ, το ίδιο οι Έλληνες ανακάλυψαν τη βασική αρχή για συμφωνίες, διαιτησίες, συνθήκες, συμμαχίες, ομοσπον­δίες και συνομοσπονδίες. Δεν κατάφεραν μεν να ενωθούν αλλά έ­θεσαν τις αρχές, υπέδειξαν τι έπρεπε να αποφευχθεί και ποιοι ή­ταν οι όροι που έπρεπε να τηρηθούν. Κι εδώ επίσης ζούμε από την κληρονομιά τους και από εκείνο που αυτή παρήγαγε.
Όλα αυτά όμως ανήκουν στην κατηγορία των διακανονισμών και του δικαίου. Οι Έλληνες δεν προχώρησαν πέρα από αυτά; Δεν είχαν τίποτα που να τους ωθήσει προς τους άλλους, προς εκείνους με τους οποίους δεν τους συνέδεε καμιά συνθήκη και καμιά γραπτή υποχρέωση; Η Αθήνα μιλούσε για ανοχή στις ιδιωτικές σχέσεις. Αλλά δεν υπήρχε τίποτα που να ξεπερνά αυτό το πλαίσιο;
Και εδώ είναι το θαύμα: Γιατί ο λαός αυτός, που χαιρόταν τη γραπτή διατύπωση και τις σταθερές βάσεις που πρόσφερε σε ό­λους,ανακάλυψε εν τούτοις την ιδέα των άγραφων νόμων για όλα όσα υπήρχαν πέρα από τη δικαιοδοσία των νόμων. Οι άγραφοι αυτοί νόμοι είναι γνωστοί από το εγκώμιο του Σοφοκλή στην Αντιγόνη και στον Οιδίποδα Τύραννο. Επιβάλλουν, λόγου χάριν, το σεβασμό προς τους ικέτες και τους κήρυκες, την ταφή των νε­κρών και τη βοήθεια στους καταπιεζόμενους. Αντίθετα όμως με τους γραπτούς νόμους, το σημαντικό είναι ότι αυτοί οι νόμοι είναι παγκόσμιοι. Συχνά τους αποκαλούσαν«κοινούς νόμους των Ελλή­νων». Σε άλλα κείμενα υπάρχει η ιδέα ότι ισχύουν για όλους. Δια­βάζουμε γι’ αυτούς στον Ξενοφώντα ότι «εις κάθε τόπον δια τα ί­δια πράγματα τους παραδέχονται» και καλύτερα στον Ισοκράτη ότι είναι «ένας πατροπαράδοτος νόμος, που όλοι οι άνθρωποι τον τηρούν ανέκαθεν, γιατί νομίζουν, ότι δεν τον εθέσπισαν άνθρωποι παρά τον επέβαλε κάποια ανωτέρα δύναμις». Και ο Αριστο­τέλης προσδιορίζει ότι οι άγραφοι νόμοι αναγνωρίζονται από την κοινή αποδοχή.
Η ελληνική αυτή επινόηση έγινε παγκόσμια: με αυτήν αρχί­ζουν καλύτερες σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Είναι η ώρα που ο ίδιος ο Αριστοτέλης δίνει ξεχωριστή θέση στην ευθύτητα, μία εσωτερική διάθεση αρκετά ευέλικτη, δίπλα στη δικαιοσύνη, και στην οποία εκδηλώνονται σχεδόν παντού οι ιδέες της πραότητας, της κατανόησης και της επιείκειας.
Το άνοιγμα προς τους άλλους, που ξεκινούσε με τον αγώνα ε­ναντίον της βίας, ολοκληρώνεται εδώ για να ξεπεράσει όλο μαζί και το πλαίσιο της πόλης, ακόμα και της ίδιας της Ελλάδας και την αυστηρότητα των βασικών απαιτήσεων.
Η Ελλάδα της εποχής εκείνης δεν επινόησε τίποτα το τόσο ά­μεσο και συναισθηματικό όσο η χριστιανική αγάπη που αγκαλιά­ζει όλα τα πλάσματα στο όνομα του χριστιανικού μηνύματος. Αλλά η επιδίωξη της για την καθολικότητα την έκανε να βρει, μέ­σα στην κοινή ιδιότητα των ανθρώπων, την πηγή μιας αδελφικής επικοινωνίας. Όταν ο καθένας συνειδητοποιεί ότι είναι άνθρω­πος, τότε «μπαίνει στη θέση» των άλλων ανθρώπων. Και όπως η παγκοσμιότητα των ιδεών στον Πλάτωνα γίνεται πόλος έλξης και αντικείμενο χαράς ή επιθυμίας, κατά τον ίδιον τρόπο, η παγκο­σμιότητα των ανθρωπίνων καταστάσεων, στην οποία παραπέ­μπει πάντοτε η ελληνική σκέψη, γίνεται πηγή συμπάθειας και α­νεκτικότητας ως προς τους άλλους ανθρώπους.
Αυτό γίνεται αισθητό ήδη από τον 5ο αιώνα. Και μας συγκινεί όταν βλέπουμε στον Αίαντα του Σοφοκλή, τον Οδυσσέα να αρνείται να περιγελάσει τον εχθρό του, ακριβώς επειδή συνειδητά συμ­μερίζεται την κατάσταση του. Το λέει στην Αθηνά χωρίς έμφαση αλλά με πεποίθηση:
«Κανένα εγώ δεν ξέρω. Όμως με πιάνει θλίψη γι’ αυτόν τον έρμο, ας είναι εχθρός μου, που συμφορά φριχτή τον έ­χει ζώσει. Γιατί δε συλλογιέμαι τη δική του μόνο την τύχη, μα και τη δικιά μου, μια και το βλέπω ξάστερα πως άλλο τίπο­τα οι ζωντανοί δεν είμαστε, μονάχα κούφιες σκιές, φαντά­σματα κι αγέρας».
Λίγο αργότερα, ο Μένανδρος θα υπερθεματίσει και σε αυτόν πρέπει να αποδοθεί η ωραία φράση του Τερέντιου: «Είμαι άνθρω­πος και τίποτα το ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο».
Η αναφορά αυτή σε μια κοινή ανθρώπινη μοίρα δεν ήταν ήδη λανθάνουσα στον τρόπο με τον οποίον ο Όμηρος μιλούσε πάντα για τους «θνητούς»; Οπωσδήποτε, συνετέλεσε, κατά την κλασική εποχή, στην εμ­φάνιση μιας καινούργιας λέξης για μια καινούργια αρετή. Η λέξη φιλανθρωπία, που δεν είχε πάρει ακόμα την έννοια της σημερινής «φιλανθρωπίας», ήταν η αγάπη για τους ανθρώπους, θα μπο­ρούσαμε να πούμε «ανθρωπισμός».
Φτάνουμε, πράγματι, σε μία τελείως διαφορετική σημασία του όρου αυτού. Γιατί έχει πολλές, που όλες προέρχονται από την Ελλάδα. Η λέξη «ανθρωπισμός» σημαίνει προφανώς την ανθρώπι­νη μοίρα, αυτήν που όλοι οι συγγραφείς θέλησαν να προσδιορί­σουν στο έπος, στην τραγωδία, στην ιστορία. Εξάλλου, επειδή η κατάσταση αυτή είναι κοινή σε όλους, η λέξη αποκτά αθροιστική έννοια που σημαίνει το σύνολο των ανθρώπων οι οποίοι συμμετέ­χουν σε αυτή την κατάσταση. Τέλος, επειδή η έννοια αυτής της συλλογικότητας προκαλεί την αλληλεγγύη, η λέξη γίνεται συνώνυ­μη της καλωσύνης για τους ανθρώπους. Ο όρος «απόδειξη αν­θρωπισμού» θυμίζει την αλληλεγγύη και την εφαρμογή της.
Θα θέλαμε να πούμε ότι οι σημασίες αυτές που μεταβιβάστη­καν με τα αρχαία κείμενα είναι παρούσες στην ονομασία που εί­χαν κάποτε οι κλασικές σπουδές όταν τις αποκαλούσαν «ανθρω­πιστικές».
Μπορούμε να πούμε ότι οι Έλληνες τις εφάρμοσαν περισσό­τερο από άλλους λαούς; Ασφαλώς όχι. Παραβίαζαν τους γρα­πτούς και άγραφους νόμους, κατά περίσταση, όπως όλος ο κό­σμος. Είχαν σκλάβους που υπέταξαν με τη βία. Η Αθήνα υπήρξε μία αυτοκρατορία-τυραννία. Και η δημοκρατία ακόμα μετετράπη κάποτε -το λέει ο Αριστοτέλης- σε οχλοκρατία. Η έλλειψη ανοχής πολλαπλασίασε στην πόλη τις δίκες για ασέβεια, θανάτωσαν το Σωκράτη. Υπήρξαν περίοδοι εθνικών αντιθέσεων και εμφυλίων πολέμων όπως και σε μας. Οι Έλληνες όμως ήξεραν τουλάχιστον να πουν τι θα έπρεπε να είναι, να προσδιορίσουν αξίες και καμιά φορά να πεθάνουν γι’ αυτές.
Οπωσδήποτε δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ήταν οι μόνοι που το έκαναν. Οι αξίες που περιγράψαμε εδώ υπήρξαν χωρίς αμφι­βολία και αλλού. Ίσως μια μέρα το μάθουμε, ίσως όχι… Και εδώ α­κόμα, οι Έλληνες είχαν τη μοναδική αυτή τιμή -που απεικονίζει θαυμάσια την κυρίαρχη ιδέα του βιβλίου- να διατυπώσουν τις διάφορες αυτές αξίες, να τις ορίσουν, να προβάλλουν, από αόρι­στες εμπνεύσεις ή παραδόσεις, στις οποίες παραμένουν οι άλλοι, μια εικόνα σαφή, φωτεινή, παγκόσμια, η οποία, ζώντας μέσα στα κείμενα, μπορούσε να επικοινωνεί με τις άλλες ή ακόμα να ενι­σχύεται από αυτές, όταν εκείνες ήταν μόνο συγκεχυμένες και λαν­θάνουσες. Ασφαλώς, πολλοί λαοί θα είχαν παραδεχθεί ότι μια α­δελφή οφείλει να θάψει τον αδελφό της. Οι λαοί όμως αυτοί δεν έ­γραψαν μια Αντιγόνη. Τα αισθήματα αναπτύσσονται σε επαφή με τις λέξεις και τα παραδείγματα, όπως ένα φυτό που δέχεται το φως του ήλιου.
Και το αποτέλεσμα είναι ότι οι λέξεις και αυτά τα παραδείγ­ματα ογκώθηκαν και αυξήθηκαν σε όλους τους λαούς που βρέθη­καν σε άμεση ή έμμεση επαφή με την αρχαία Ελλάδα. Παρά τα μέ­τρα αποκλεισμού των τελευταίων δεκαετιών, η επιρροή συνεχίζε­ται. Μπορεί να μην αναγνωρίζουμε την προέλευση αλλά δεν μπο­ρούμε ν’ αρνηθούμε ότι υπήρξε και ότι έχει συμβάλει σε αυτό που είμαστε.
Είναι περίεργο να διαπιστώνουμε, στη σημερινή εποχή της άρ­νησης των ελληνικών σπουδών, ότι η επιρροή αυτή εκδηλώνεται με δύο μορφές πολύ διαφορετικές και άνισης σημασίας. Η πρώτη είναι ορατή και φαινομενικά τουλάχιστον πολύ επιφανειακή. Εκφράζεται με τη συνήθεια, με την προσφυγή σε κύρια ονόματα και σε αόριστους μυθολογικούς υπαινιγμούς. Ο μίτος της Αριάδνης, το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα είναι αναμνήσεις ελληνικές. Το ίδιο και οι Ολυμπιακοί αγώνες και ο Μαραθώνιος δρόμος. Η Ευρώπη που σφυρηλατούμε με γρήγορους ρυθμούς έχει ελληνικό όνομα και επικαλείται πρόθυμα μία ηρωίδα που απήγαγε ο Δίας, που ί­σως να μην είναι η σωστή. Όλοι οι θεατές της τηλεόρασης συνεχί­ζουν ν’ ακούν φράσεις όπως: «Η Αριάδνη 5 θα συναντήσει τον Ερμή». Και οι πιο αμαθείς από τους νέους διανοούμενους χρησι­μοποιούν την ελληνική λέξη έρως με περισσότερη διάθεση από την αντίστοιχη γαλλική.
Η συνήθεια αυτή με διασκεδάζει. Δεν βασίζεται σε καμιά σο­βαρή γνώση αλλά παρόλα αυτά είναι αποκαλυπτική. Προϋποθέ­τει, σε μερικές περιπτώσεις, το γεγονός ότι οι ελληνικές λέξεις διατηρούν τη δύναμη και τη λάμψη τους: ο έρως δεν είναι ούτε η φιλία ούτε η αγάπη: ο έρως είναι πραγματικά σαφέστερη έν­νοια από την αγάπη. Συχνότερα, αυτές οι χρήσεις προϋποθέτουν την ακτινοβολία των συμβόλων ακόμα και όταν έχουν απομα­κρυνθεί από το αρχικό τους νόημα και έχουν αποκοπεί από τις ρί­ζες τους: το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα και ο Μαραθώνιος δεν θα ε­πιβίωναν εάν πάρα πολλές γενιές δεν είχαν ακούσει να γίνεται λό­γος γι’ αυτές τις οριακές σκηνές του φονικού και του κατορθώμα­τος. Και τέλος, θα διαπιστώσουμε ότι οι χρήσεις αυτές συνδέονται με την εξέλιξη της διεθνούς ζωής: τα ελληνικά σύμβολα ανήκουν σε όλους ή σε κανένα. Και, όπως σε πολλούς άλλους χώρους, η αρχαία Ελλάδα μας προσφέρει μια γλώσσα για την οποία θα πω, ακόμα μια φορά, ότι είναι οικουμενική.
Αλλά, εάν αυτές οι επιβιώσεις με διασκεδάζουν -μικρά παγό­βουνα που επιπλέουν χωρίς προορισμό, χωρίς να γνωρίζει πια κανείς γιατί βρίσκονται εκεί- υπάρχει μια άλλη επιβίωση πολύ πιο βαθειά και αγνοημένη σχεδόν από όλους. Είτε το θέλουμε είτε όχι, δημιουργήθηκε από ιδέες που βιώνουν μέσα μας χωρίς να το ξέ­ρουμε -σαν την καρδιά και το αίμα μας- και οι οποίες, μέσα από ποικίλα ενδιάμεσα προέρχονται από την αρχαία Ελλάδα. Πράγμα­τι, η ελληνική κληρονομιά, εδραιωμένη στην επιδίωξη του καθολι­κού, έγινε το ίδιο το πνεύμα του δικού μας δυτικού πολιτισμού. Η καταδίκη της βίας, η ανεκτικότητα, ο σεβασμός προς τη δικαιοσύ­νη, η αγάπη για την ελευθερία, είναι λίγο πολύ τα συνθήματα αυ­τών που επικαλούνται τη δημοκρατία. Και πίσω από τα συνθή­ματα κρύβονται ολοζώντανες δυνάμεις στις οποίες είναι επικίνδυ­νο σήμερα ν’ αντισταθούμε. Αντίθετα, την εποχή που δημιουργείται η Ευρώπη, νομίζουμε ότι δεν στερείται ενδιαφέροντος ν’ αναγνωρίσουμε αυτή την οφειλή που έχουμε την τάση να την ξεχνά­με.
Όταν βλέπουμε Τσέχους διαφωνούντες να επικαλούνται τα μαθήματα του Θουκυδίδη κατά της τυραννίας, υπάρχει ασφαλώς εκεί μια συμπύκνωση. Και οι περισσότεροι από αυτούς αγνοούν σίγουρα το Θουκυδίδη. Η στάση τους όμως είναι απόλυτα σύμ­φωνη με το δίδαγμα της Ελλάδας και δεν θα ήταν ίσως κατανοητή χωρίς την πρώτη ώθηση που δόθηκε εκεί πριν 25 αιώνες.
Και εδώ μιλάμε για πολιτική. Η ευαισθησία όμως στις χώρες μας, ο τρόπος της σκέψης, η προσπάθεια για διαύγεια, η επιστή­μη, η φιλοσοφία -αυτός ο αγώνας που σχεδόν δεν σταμάτησε πο­τέ από τότε- επαναφέρουν στα πρώτα τολμηρά βήματα της Ελλάδας στους διάφορους αυτούς τομείς.
Αλλά έστω και αν φτάνουνε σήμερα στο σημείο να κόβουμε την επαφή με εκείνη την προνομιακή στιγμή στην ιστορία της αν­θρωπότητας, δεν θα καταστρέψουμε αυτή τη μακρά ωρίμανση, η οποία στην πορεία της μας πρόσφερε τους καρπούς της.
Μια τέτοια αποκοπή θα ήταν όμως παράλογη, ένοχη και επι­κίνδυνη. Προσπαθώντας ν’ απαντήσουμε στο ερώτημα «Γιατί η Ελλάδα;»,απαντάμε πάντα λίγο στην πιο πεζή και συνηθισμένη ε­ρώτηση: «Γιατί τα ελληνικά;»
Και σε τελική ανάλυση και σ’ αυτό ακόμα οι Αθηναίοι εκείνης της εποχής είχαν πλήρη συνείδηση του τι έπρατταν και του ρόλου που ήταν άξιοι να διαδραματίσουν. Ο Θουκυδίδης μας λέει, μέσω του Περικλή, ότι η Αθήνα είναι για την Ελλάδα ένα «ζωντανό δί­δαγμα», μία «αγωγή», μία «παίδευσις». Η Αθήνα υπήρξε για τους Έλληνες και οι Έλληνες για όλους εμάς: το γεγονός ότι είχε τόσο έ­ντονη την προαίσθηση, με ενθαρρύνει και με μαγεύει…….