Γλώσσα

Γιάννα στις 6 Ιανουαρίου 2017

Το λεξιλόγιο των ανθρώπων ασφαλώς αλλάζει και εμπλουτίζεται ή φτωχαίνει στο πέρασμα του χρόνου. Όμως, οι επιστήμονες ανακάλυψαν για πρώτη φορά και κάτι ακόμα: ότι οι λέξεις που χρησιμοποιούμε, εμφανίζουν μυστηριώδεις κύκλους δημοφιλίας, διάρκειας περίπου 14 ετών.

Σε διαδοχικούς τέτοιους κύκλους, ορισμένες λέξεις γίνονται αρχικά πιο δημοφιλείς και μετά φεύγουν από τη μόδα, για να επανέλθουν στο προσκήνιο αργότερα. Κανείς δεν γνωρίζει γιατί μπορεί να υπάρχει μια τέτοια περιοδικότητα της τάξης των 14 ετών κατά προσέγγιση.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον Μαρτσέλο Μοντεμούρο του Πανεπιστημίου του Μάντσεστερ, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Palgrave Communications», σύμφωνα με το «New Scientist», εστίασαν σε 5.630 συχνά χρησιμοποιούμενες λέξεις (μόνο ουσιαστικά) και ανέλυσαν πώς εξελίχθηκε η δημοφιλία τους κατά τα τελευταία 300 χρόνια.

Για τον σκοπό αυτό, ανέλυσαν τη Google Ngram, μια βάση δεδομένων με λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν σε σχεδόν πέντε εκατομμύρια ψηφιοποιημένα βιβλία διαφόρων εποχών. Στη συνέχεια, εξέτασαν με ποιο τρόπο μεταβλήθηκε η δημοφιλία των 5.630 λέξεων από το 1700 μέχρι σήμερα.

Η ανάλυση έφερε στο φως μια ανεξήγητη αυξομείωση δημοφιλίας των λέξεων σε κύκλους των 14 ετών. Η περιοδικότητα αυτή καταγράφηκε όχι μόνο στις αγγλικές λέξεις, αλλά επίσης στις γαλλικές, γερμανικές, ιταλικές, ισπανικές και ρωσικές, πράγμα που σημαίνει ότι υπάρχει κάποια διεθνής τάση.

Μερικοί κύκλοι -αλλά όχι όλοι- φαίνεται να συμπίπτουν με ιστορικά συμβάντα, π.χ. πολλές λέξεις έπαψαν από κοινού να είναι δημοφιλείς στη διάρκεια των δύο παγκοσμίων πολέμων.

Προηγούμενες μελέτες έχουν δώσει ενδείξεις ότι η γλώσσα εξελίσσεται με βάση κάποια πρότυπα και με τρόπους που θυμίζουν τη μετάδοση των γονιδίων από τους γονείς στα παιδιά τους.

Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι πολιτισμικοί παράγοντες βρίσκονται πίσω από αυτά τα «μοτίβα» και τους «κύκλους» της γλώσσας, αλλά δεν έχουν πειστεί όλοι ότι δεν πρόκειται απλώς για στατιστική αυταπάτη ή για σκέτη τύχη. Όμως, σύμφωνα με τον Μοντεμούρο, «είναι πολύ δύσκολο να φανταστεί κάποιος ένα τυχαίο φαινόμενο, που θα έδινε τέτοια περιοδικότητα». Γι” αυτό, όπως λέει, το ζήτημα πρέπει να μελετηθεί περαιτέρω, για να φωτίσει πιο βαθιά την ανθρώπινη συμπεριφορά και τις τάσεις της μόδας.

Οι θετικές λέξεις λιγοστεύουν

Μια άλλη επιστημονική μελέτη επιβεβαίωσε ότι οι άνθρωποι σχεδόν σε όλους τους πολιτισμούς και σε όλες τις γλώσσες τείνουν να χρησιμοποιούν περισσότερες θετικές λέξεις παρά αρνητικές. Η προτίμηση όμως αυτή επηρεάζεται από τις συνθήκες και την ψυχική διάθεση που διαπνέει μια χώρα. Έτσι, το θετικό λεξιλόγιο μειώνεται αισθητά σε δύσκολες εποχές, όπως πολέμου, οικονομικής κρίσης και φτώχειας.

Οι ερευνητές των πανεπιστημίων του Μίσιγκαν και της Νότιας Καλιφόρνια, με επικεφαλής τον Ρόμπερτ “Αξελροντ, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών των ΗΠΑ (PNAS), σύμφωνα με τους «Τάιμς της Νέας Υόρκης», ανέλυσαν δεδομένα από το Google Books και από το αρχείο δύο αιώνων της ιστορικής αμερικανικής εφημερίδας.

Οι επιστήμονες δημιούργησαν ένα κατάλογο 400 θετικών λέξεων και ένα κατάλογο 500 αρνητικών λέξεων. Στη συνέχεια, έψαξαν να δουν πόσες φορές κάθε λέξη εμφανιζόταν κάθε χρόνο σε 1,3 εκατομμύρια βιβλία της βάσης Google Books και σε 14,9 εκατομμύρια άρθρα των «Τάιμς της Νέας Υόρκης». Διαπιστώθηκε ότι, καθώς επιδεινώνονται οι αντικειμενικές συνθήκες (πληθωρισμός, ανεργία, πόλεμος κ.α.), μειώνεται η χρήση των θετικών λέξεων.

Και ασφαλώς κάτι σημαίνει για την -αντικειμενική και υποκειμενική- πραγματικότητα των σύγχρονων κοινωνιών, το γεγονός ότι κατά τα τελευταία 200 χρόνια η τάση είναι σταδιακά πτωτική για το θετικό λεξιλόγιο, καθώς με το πέρασμα του χρόνου καταγράφεται μείωση των χρησιμοποιούμενων θετικών λέξεων…

Aπό asmilisoume

Γιάννα στις 19 Νοεμβρίου 2016

Γνώριζα ήδη την εκδοχή πού θεωρεί ότι το όνομά της προέρχεται από την Ελληνική λέξη «σκότια χώρα» δηλαδή «σκοτεινή» χώρα, γεγονός πού είναι αληθές και απηχεί μία ανέκαθεν πραγματικότητα, εφ” όσον οι ομίχλες και οι συννεφιές είναι η συνηθισμένη μετεωρολογική της κατάσταση.

Πέραν αυτού όμως, κανένα στοιχείο πού να παραπέμπει σε προφορικές παραδόσεις ή για ευρήματα αρχαίο-Ελληνικής παρουσίας στην Σκωτία σε ακαθόριστες χρονολογικά εποχές, δεν είχε υποπέσει στην αντίληψή μου, έως τότε…

Ωστόσο, για κάποιον πού έχει «πονηρευτεί» ερευνητικά, τα πράγματα είναι πιο εύκολα και αυτό επιβεβαιώθηκε όταν, σε έναν αρκετά λεπτομερή χάρτη της Σκωτίας και ειδικότερα των δυτικών παραλίων της, εντόπισα μία ονομασία πού μοy φάνηκε «οικεία».

Πρόκειται για μία παραθαλάσσια πόλη στα νοτιοδυτικά της Γλασκώβης πού ονομάζεται «Ayr», γεωγραφικά είναι εντελώς «ανοιχτή» προς τον Βορρά και -τι απλό- θα πρέπει να υποφέρει από «αέρηδες», οπότε η ονομασία της έχει αντίστοιχη γλωσσική/νοηματική σημασία στην Ελληνική γλώσσα.

Από εκεί και πέρα, όλα ήταν ένα «παιχνίδι» στον χάρτη : Μία σειρά τοπωνύμια με «υποκρυπτόμενη» (στην Αγγλική γλώσσα), αρχαιοελληνική σημασία άρχισαν να αποκαλύπτονται διαδοχικά, προς έκπληξή μου.

Υπάρχει λοιπόν εκεί πέρα ένα νησί με το όνομα «Gigha» (δηλαδή Γίγας!!!), ενώ ένα άλλο ονομάζεται «Jura» (Γιούρα), όπως και το αντίστοιχο νησί των Κυκλάδων.

Βορειότερα, ένα άλλο νησί ονομάζεται «Colonsay». Εκ πρώτης όψεως η ονομασία υποκρύπτει τηνΕλληνική λέξη «Κολώνα», όμως το Αγγλικό λεξικό την αποδίδει και ως «αποικία» !!!

Πολύ κοντά στα προηγούμενα, ένα άλλο νησί ονομάζεται «Ιοna» και βέβαια δεν χρειάζεται πολύ φαντασία για ν’ αναζητηθεί ο Ίωνας πρόγονός μας, ο ταξιδευτής / αποικιστής πού έφτασε εκεί, «τις οίδε» πότε. (Εκ των υστέρων πληροφορήθηκα από το διαδίκτυο ότι, στο συγκεκριμένο νησάκι έχουν εντοπισθεί και σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα αλλά χωρίς να προσδιορίζεται η «πατρότητά» τους…)

Στην συνέχεια, σ’ ένα άλλο μικρό νησί υπάρχει μία πόλη-λιμάνι πού ονομάζεται «Αchill» δηλαδή παραφθορά εκ τού «Αχιλλεύς» ή «Αχίλλειον» (!!!) δοθέν προφανώς προς τιμήν της μνήμης τού κορυφαίου Ομηρικού ήρωα των αρχαίων προγόνων μας.

Όμως και άλλος ονομαστός Ομηρικός ήρωας φαίνεται πώς έχει δώσει έμπνευση ονοματοθεσίας στην ίδια περιοχή, αφού ένας θαλάσσιος δίαυλος ονομάζεται «Εasdale», δηλαδή το «πέρασμα τού Αίαντα»!

Ωστόσο, εξ ίσου «Ομηρικές» ονοματοθεσίες είναι αδιαμφισβήτητα και τα τοπωνύμια «Kirkisbowl», δηλαδή «το κύπελλον» ή «το κοίλον» της Κίρκης αλλά και το «Aris aig», εκεί στα ίδια νησιωτικά περάσματα της Σκωτίας.

skwtia

Ακόμη, εκπληκτικής «Ελληνικότητος» είναι και τα τοπωνύμια :

«Cori» («Κόρη»),

«Couros» («Κούρος»),

«Troon» («Τρώων») και

«Helen’s burg» («Ελένης κάστρον»), σε σημείο να νομίζει κάποιος ότι ομιλούμε για αρχαία παραλιακή ή νησιωτική ζώνη τού Αιγαίου ή τού Ιονίου πελάγους.

Τέλος, υπάρχει στην ίδια περιοχή, νησιωτικό συγκρότημα αποτελούμενο από τρία νησάκια, το οποίο ονομάζεται «Treshnish isles» (Τρία νησιά) !

Το εκπληκτικό στην περίπτωση αυτή είναι ότι, ο Βρετανός γεωγράφος – χαρτογράφος, προφανώς αγνοώντας τί σημαίνει στην Ελληνική γλώσσα «Τresh nish», εφ’ όσον παρέλαβε και κατέγραψε την ονομασία αυτή από την προφορική «ντοπιολαλιά», αυτονόητα προσέθεσε την Αγγλική ονομασία «Isles», οπότε δημιούργησε -άθελά του- έναν «ωραίο» λεκτικό πλεονασμό, δηλαδή καθ’ ερμηνείαν : «Τρία νησιά, νησιά» (…)

Συμπληρωματικά θα αναφέρω ότι, η ονομασία της ακτής έναντι των «Τριών Νησιών», ονομάζεται«Gometra», δηλαδή είναι προδήλως λεκτική σύνθεση από τις Ελληνικές λέξεις (Γή + Μέτρο).

Όλες αυτές οι ονομασίες αφορούν παραθαλάσσιες τοποθεσίες και νησιωτικά συγκροτήματα στον θαλάσσιο δίαυλο ανάμεσα στην νοτιοδυτική Σκωτία και την Βορειοανατολική Ιρλανδία και σε καμία περίπτωση τοποθεσίες της ενδοχώρας τους.

Και αυτό το στοιχείο επιβεβαιώνει την υπόθεση ότι, οι …«ονοματοθέτες» ήσαν μετά-Ομηρικοί αρχαίοι Έλληνες ναυτικοί – έμποροι – εξερευνητές, οι οποίοι προφανώς έφθασαν εκεί προς εμπορία μετάλλων (μιλάμε για την περιοχή όπου ήσαν οι περίφημες «Κασσιτερίδες νήσοι», απ’ όπου προμηθεύονταν τον πολύτιμο κασσίτερο οι δαιμόνιοι πρόγονοί μας…), χωρίς όμως να έχουν την δυνατότητα ή και την διάθεση να εισχωρήσουν στην ενδοχώρα, γι’ αυτό και δεν υπάρχουν εκεί αντίστοιχα αρχαίο-Ελληνικά τοπωνύμια.

Αξίζει να προστεθεί ότι, αρκετά βορειότερα, στο άκρο της χερσαίας Βόρειας Σκωτίας, υπάρχει πόλη-λιμάνι με την ονομασία «Τhurso» και -βέβαια- η λέξη αυτή δεν απέχει από την αρχαία Ελληνική λέξη «Θύρσος» την οποία το Επίτομο Λεξικό τού «Ηλίου» αποδίδει ως : «Ράβδον διακόσμητον εις τήν κορυφήν με φύλλα κισσού ή κώνον πίτυος και με ταινίες».

Όμως, εξ’ ίσου πιθανό είναι για εμάς, το συγκεκριμένο τοπωνύμιο να «απηχεί» πλόες ναυτικών από την αρχαία Μεσογειακή Ελληνική πόλη Ταρσό, έναντι της Ανατολικής Κύπρου.

Στο Αγγλοελληνικό λεξικό δεν βρήκαμε την αντίστοιχη λέξη/έννοια, επομένως, η ονοματοθεσία αυτή -όπως και οι περισσότερες από τις προηγούμενες- δ έ ν απηχούν κάποια αντίστοιχη έννοια στην Αγγλική, άρα δεν ονομάσθηκαν έτσι από τούς γνωστούς «πρώϊμους» λαούς της Βόρειας Βρετανίας (Πίκτους, Κέλτες ή Σάξωνες).

Είναι λοιπόν σαφές ότι, οι ονοματοθεσίες εκείνες διατηρήθηκαν προφορικά από τούς λαούς αυτούς ή και άλλους προγενέστερους (επομένως «προϊστο-ρικούς»), κατοίκους της περιοχής, οι οποίοι, ακούγοντάς τις από τούς -πλέον προηγμένους πολιτισμικά και γλωσσολογικά- πρώτο-Έλληνες ναυτικούς πού έφθασαν εκεί, τις κράτησαν στην μνήμη τους αναπαράγοντάς τις, χωρίς όμως να κατανοούν και την αντίστοιχη σημασία τους στην Ελληνική γλώσσα.

Άλλωστε μία άλλη πασίγνωστη ονομασία της Σκωτίας είναι «Kalydonia» και, ενώ η λέξη αυτή δ ε ν έχει κάποια συγκεκριμένη έννοια στην Αγγλική γλώσσα, εμείς οι Έλληνες γνωρίζουμε την αρχαία Καλυδώνα (στην περιοχή τού Μεσολογγίου), η οποία προ-Ομηρικά ήταν παραθαλάσσια πόλη και εκεί βασίλευσε ο Οινέας, πατέρας τού Αργοναύτη Τυδέα και παππούς τού σπουδαίου Ομηρικού ήρωα Διομήδη…»

Τελευταίο -αλλά όχι αμελητέο- αποδεικτικό στοιχείο των παραπάνω ισχυρισμών μας, είναι και τό εξής εύρημα :

Στον ίδιο θαλάσσιο δίαυλο, πού ορίζεται, αφ’ ενός από τις ακτές Ουαλλίας και Σκωτίας και αφ’ ετέρου από εκείνες της Ιρλανδίας, βρίσκεται το -σχετικά γνωστό- νησί τού «Μάν» («Ιsle of Man»).

Επιφυλασσόμαστε για τυχόν λεπτομέρειες της ιστορίας του και των αρχαιολογικών ευρημάτων πού πιθανόν έχουν εντοπισθεί εκεί. Περιοριζόμαστε να αναφέρουμε ότι, η επίσημη σημαία («Τhe flag of Isle of Man»), δεν είναι άλλο από την περίφημη «Τρισκελίδα», δηλαδή ένα από τα πλέον διαδεδομένα διακοσμητικά σύμβολα των αρχαίο-Ελληνικών ασπίδων!!!

Τέτοιο «διακοσμητικό» -εξ όσων γνωρίζουμε- δ έ ν έχει εντοπισθεί σε αναφορές περί ασπίδων άλλων λαών (σε αντίθεση με άλλα γνωστά σύμβολα, όπως λ.χ. αετούς, λέοντες, ταύρους, «δράκους», αστέρες κλπ.), προφανώς δε, παρέπεμπε στην «ωκυποδία» (δηλαδή στην ταχύτητα των ποδιών, στο γρήγορο τρέξιμο), τού συγκεκριμένου -κάθε φορά- αρχαίου Έλληνα πολεμιστή.

Προφανέστατα, κάποιος ή κάποιοι από τούς θαλασσοπόρους προγόνους μας πού έφθασαν, αποβιβάσθηκαν ή και εγκαταστάθηκαν στο νησί τού «Μάν» σε εκείνα τα πανάρχαια χρόνια, διέθεταν τέτοιες ασπίδες και εκείνο το εντυπωσιακό διακοσμητικό σύμβολο τους, «έμεινε» και διατηρήθηκε στην μνήμη των («μικτών»;;;) επιγόνων τους εκεί.

Ήταν δε τόσο σεβαστό -εφ’ όσον παρέπεμπε στην ανάμνηση «θρυλικών» προγόνων- ώστε επιλέχθηκε ως σύμβολο της σύγχρονης σημαίας τού εν λόγω Βρετανικού νησιού.

Ολοφάνερο λοιπόν είναι ότι, η Μυκηναϊκή/Αχαϊκή θαλάσσια εξάπλωση πού επακολούθησε την καθυπόταξη της Τροίας και των συμμάχων της, έφθασε μέχρι την συγκεκριμένη θαλάσσια περιοχή πού ορίζεται, αφ’ ενός από τις δυτικές ακτές Ουαλίας-Σκωτίας και αφ’ ετέρου τις ανατολικές ακτές της Ιρλανδίας.

Μήπως όμως όχι μόνον εκεί, όχι μόνον τότε αλλά -ίσως- και προηγουμένως;

Όντως, στο εξαιρετικό βιβλίο τού Ηπειρώτη συγγραφέα-αρχαιολόγου Αποστ. Δ.Σπήλιου, με τίτλο «ΠΕΛΑΣΓΙΚΗ ΗΠΕΙΡΟΣ» (Εκδόσεις «ΝΕΑ ΘΕΣΙΣ», Αθήνα, 2002, σελ. 29-30), γίνεται εκτενής αναφορά στην ναυσιπλοΐα των Μυκηναίων/Αχαιών.

«…Είναι φανερό το μέγεθος των ικανοτήτων των Πελασγικών απολήξεων της εποχής εκείνης» -δηλαδή των Μυκηναίων/Αχαιών- «για υπερπόντια ταξίδια στα πέρατα τού κόσμου…».

«…Κατά τεκμήριο, κατείχαν γνώσεις ναυπηγικής για την κατασκευή ποντοπόρων πλοίων. Κατείχαν, επίσης, γνώσεις ναυσιπλοΐας για ν’ αυλακώνουν τις ανοιχτές θάλασσες και -βεβαίως- γνώσεις αστρονομίας. Μόνο με αυτές τις γνώσεις η επιστροφή τους, είτε από ανάγκη είτε από νοσταλγία, θα ήταν σίγουρη…»

Η -ενδεικτική- επιβεβαίωση σε όλα αυτά, «έρχεται» και πάλι από την Σκωτία !!!

Πράγματι, μία λέξη/έννοια η οποία σημαίνει πολλά για τούς Σκώτους, ακόμη και σήμερα, είναι η λέξη «CLAN» πού σημαίνει «γένος» και αναφέρεται στα πανάρχαια γένη από τα οποία υπερηφανεύονται ότι προέρχονται και συγκεκριμενοποιούνται με το χαρακτηριστικό πρόθεμα «ΜΑC». (Λ.χ. Μάκ Γκρέγκορ, Μακ Ντόναλντ, Μάκ Φάρλαντ, Μάκ Ιντος, Μάκ Ιντάϊρ, Μάκ Ντούγκαλ, Μάκ Φέρσον κ.ο.κ.)

Όμως, στο πολύτιμο βιβλίο τού σπουδαίου Ελληνα αρχαιολόγου / γλωσσολόγου Ιάκωβου Θωμόπουλου «ΠΕΛΑΣΓΙΚΑ» (Εκδόσεις «Πελεκάνος», σελ. 563-564 και σελ.223, Αθήνα Β’ Έκδοση 2007), στην ανάλυση Πελασγικής επιγραφής πού βρέθηκε στην Κρήτη, εντοπίζονται τα ακόλουθα :

«Στην Πελασγική γλώσσα «Κλάν» = κλώνος, μεταφορικά υιός, Ελληνικά κέλωρ και -κλέης εν τοίς Ηρακλέης = Ηρακλής, υιός της Ηρας…»

Και ακόμη (στο ίδιο βιβλίο) : «Ότι Ηρακλής ουδέν άλλο σημαίνει ή υιός της Ήρας (οίος εθεωρείτο παρά των Πελασγών), μαρτυρεί τό Ετρουσκικόν κάτοπτρον Gerh (V, 60), ένθα ο Ηρακλής (Ηέρκλε) λέγεται ρητώς «όνιαλ κλάν», δηλ. «Ήρας υιός» (αλλά και) «κλέος» = «καύχημα», «δόξα», «καμάρι».

Επομένως, η λέξη/έννοια πού προσδιορίζει «καταγωγικώς» τα γένη των Σκώτων, τα περίφημα CLAN’S -δηλαδή τούς «κλώνους» τους- είναι πολύ σημαντική για να είναι τυχαία, προφανώς δε «κληρονομήθηκε» και αυτή από Έλληνες θαλασσοπόρους αλλά σαφώς προγενέστερους από εκείνους πού άφησαν «κληρονομιά» από το πέρασμά τους, εκεί στην μακρινή Σκωτία, τα παραπάνω τοπωνύμια (αφού εκείνοι αναφέρονταν σε -μεταγενέστερους- Ομηρικούς ήρωες) και τέτοιοι -προγενέστεροι από τούς Μυκηναίους/Αχαιούς/Μινωϊτες- πρόγονοί μας δεν μπορεί να ήσαν άλλοι από τούς προϊστορικούς Αιγαίους «Δίους» Πελασγούς.

http://mythiki-anazitisi.blogspot.gr/2013/11/blog-post_5278.html

Γιάννα στις 6 Οκτωβρίου 2016

Πολλά λέγονται και ακόμα περισσότερα γράφονται κατά καιρούς για τη λεγόμενη «Generation Z». Ποια είναι η γενιά αυτή; Είναι τα παιδιά που έχουν γεννηθεί από το 1995 έως το 2000. Τι χαρακτηριστικά έχουν; Αποτελούν τη γενιά που έμαθε πρώτα  να “σερφάρει” στο διαδίκτυο και μετά  να διαβάζει και γράφει. Και γιατί η συγκεκριμένη γενιά παρουσιάζει επιστημονικό και κοινωνικό ενδιαφέρον; Πρώτον, για τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, σε σύγκριση με τις προηγούμενες γενιές. Και, δεύτερον, για τους κινδύνους που εγκυμονεί η κοινωνική απομόνωση των παιδιών αυτών, μέσω της διαρκούς ενασχόλησής τους με μια εικονική πραγματικότητα.

Για τους μεγαλύτερους είναι εξαιρετικά δυσνόητη η  κοινωνική συμπεριφορά των «GENZ» και συχνά παρατηρούνται προστριβές μεταξύ τους. Και όχι άδικα. Διότι αυτά  τα παιδιά χτίζουν την προσωπικότητα τους πάνω σε διαφορετικές και ξένες ,προς τους μεγαλύτερους, βάσεις. Δημιουργούν τις πρώτες τους φιλίες μέσω των smartphones, ανταλλάζουν στιγμές της προσωπικής τους ζωής με τους διαδικτυακούς τους φίλους και  η δημοτικότητα τους ανεβαίνει ή πέφτει ανάλογα με την κινητικότητα που παρατηρείται στο προφίλ που διατηρούν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Ένα κορίτσι 14 ετών για παράδειγμα, κάτοχος smartphone  με προφίλ στο instagram  ζει αποκλειστικά στον μικρόκοσμο του κινητού της τηλεφώνου. Και πώς να μη συμβαίνει αυτό όταν  ή κοινωνική ζωή της λειτουργεί παράλληλα με τη διαχείριση του ηλεκτρονικού προφίλ της; Μια επιθυμητή αύξηση στους followers θα καθορίσει τη δημοφιλία της ανάμεσα στους συμμαθητές της, ενώ μια αναπάντεχη μείωση στα likes της επόμενης φωτογραφίας θα αποτελέσει ενδεχομένως φθορά στην δημόσια εικόνα της.

Το ίδιο θα συμβεί και σε ένα αγόρι της ίδιας ηλικίας με τα ίδια χαρακτηριστικά. Σε όλους του τομείς  της κοινωνικής του ζωής τον ακολουθεί το κινητό του τηλέφωνο με όλες τις «έξυπνες  εφαρμογές» του. Στην ψυχαγωγία, στον αθλητισμό, ακόμα και στο σχολικό περιβάλλον ένας έφηβος  μέσω του δικού του smartphone καθορίζει το «ύψος» του  με τη συμμετοχή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η αποδοχή ή μη του προφίλ του στα διάφορα  social media σε όλους τους παραπάνω τομείς θα αποτελέσει την ταυτότητα του στην πραγματική (;) του ζωή.

Ποιες είναι οι επιπτώσεις όμως αυτής της κοινωνικής συμπεριφοράς; Έρευνες δείχνουν ότι η υπερβολική έκθεση των εφήβων στις οθόνες είτε των κινητών τηλεφώνων είτε του ηλεκτρονικού υπολογιστή επηρεάζουν το νευρικό σύστημα και την ανάπτυξη του ανθρώπινου εγκεφάλου. Και σαν να μην έφτανε αυτό, τα παιδιά που μένουν κολλημένα με τις ώρες  στο κινητό τους τηλέφωνο παρουσιάζουν μειωμένες κοινωνικές δεξιότητες με άμεσο αντίκτυπο στην ανάπτυξη της προσωπικότητας, στη δημιουργία αληθινών ανθρώπινων σχέσεων και στην καλλιέργεια της πνευματικής τους κουλτούρας.

Είναι λοιπόν ζοφερό το μέλλον για την Generation Z; Ασφαλώς και όχι. Άλλωστε δεν είναι αυτός ο σκοπός του άρθρου. Το αντίθετο μάλιστα! Παρουσιάζονται πολλές ευκαιρίες για την αναδιοργάνωση της αγοράς εργασίας, την οποία θα κληθούν οι GENZ  να υπηρετήσουν. Για παράδειγμα, ένας διαφημιστής θα πρέπει να κατανοήσει την εξής παράμετρο: Ότι οι GENZ δεν παρακολουθούν  τα παλιά κανάλια επικοινωνίας (τηλεόραση), αλλά τις νέες μορφές διαδραστικής ενημέρωσης (YouTube)…

Και όλα αυτά συμβαίνουν μακριά από την παραδοσιακή ζεστασιά του οικογενειακού τους περιβάλλοντος! Στον θαυμαστό κόσμο του νέου τους  smartphone

Από as-milisoume

Γιάννα στις 25 Σεπτεμβρίου 2016

ΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΙΟ ΕΥΓΕΝΙΚΕΣ ΑΣΚΗΣΕΙΣ κι από τους πιο υψηλούς πόθους του ανθρώπου. Η παιδεία είναι ο κυβερνήτης του βίου. Κι επειδή οι αρχές αυτές είναι αληθινές, πρέπει να μην ξεχνούμε πως υπάρχει μια καλή παιδεία, εκείνη που ελευθερώνει και βοηθά τον άνθρωπο να ολοκληρωθεί σύμφωνα με τον εαυτό του και μια κακή παιδεία, εκείνη που διαστρέφει και αποστεγνώνει και είναι μια βιομηχανία που παράγει τους ψευτομορφωμένους και τους νεόπλουτους της μάθησης, που έχουν την ίδια κίβδηλη ευγένεια με τους νεόπλουτους του χρήματος». «ΛΕΜΕ ΚΑΙ ΔΙΑΠΙΣΤΩΝΟΥΜΕ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ότι ζούμε σ” ένα χάος ηθικό. Κι αυτό, τη στιγμή που ποτέ άλλοτε η κατανομή των στοιχείων της υλικής μας ύπαρξης δεν έγινε με τόσο σύστημα, τόση στρατιωτική, θα έλεγα, τάξη, τόσον αδυσώπητο έλεγχο. Η αντίφαση είναι διδακτική. Όταν σε δύο σκέλη το ένα υπερτροφεί, το άλλο ατροφεί. Μια αξιέπαινη ροπή να συνενωθούν σε ενιαία μονάδα οι λαοί της Ευρώπης προσκόπτει σήμερα στην αδυναμία να συμπέσουν τα ατροφικά και τα υπερτροφικά σκέλη του πολιτισμού μας. Οι αξίες μας, ούτε αυτές δεν αποτελούν μια γλώσσα κοινή». «ΑΝ Η ΓΛΩΣΣΑ ΑΠΟΤΕΛΟΥΣΕ ΑΠΛΩΣ ΕΝΑ ΜΕΣΟΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ, πρόβλημα δεν θα υπήρχε. Συμβαίνει όμως ν” αποτελεί και εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών. Προσκτάται η γλώσσα στο μάκρος των αιώνων ένα ορισμένο ήθος. Και το ήθος αυτό γεννά υποχρεώσεις. Χωρίς να λησμονεί κανείς ότι στο μάκρος είκοσι πέντε αιώνων δεν υπήρξε ούτε ένας, επαναλαμβάνω ούτε ένας, που να μη γράφτηκε ποίηση στην ελληνική γλώσσα. Nα τι είναι το μεγάλο βάρος παράδοσης που το όργανο αυτό σηκώνει. Το παρουσιάζει ανάγλυφα η νέα ελληνική ποίηση». «ΔΕΝ ΑΡΚΕΙ ΝΑ ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΟΥΜΕ με τους στίχους. Είναι λίγο. Δεν αρκεί να πολιτικολογούμε. Είναι πολύ. Κατά βάθος, ο υλικός κόσμος είναι απλώς ένας σωρός από υλικά. Θα εξαρτηθεί από το αν είμαστε καλοί ή κακοί αρχιτέκτονες το τελικό αποτέλεσμα. Ο Παράδεισος ή η Κόλαση που θα χτίσουμε. Εάν η Ποίηση παρέχει μια διαβεβαίωση, και δη στους καιρούς τους dürftiger, είναι ακριβώς αυτή: ότι η μοίρα μας παρ” όλ” αυτά βρίσκεται στα χέρια μας». [Πηγή: www.doctv.gr]

Γιάννα στις 20 Σεπτεμβρίου 2016

Η ποντιακή διάλεκτος αποτελεί μία από τις τέσσερις διαλέκτους της νέας ελληνικής γλώσσας και είναι άμεση απόγονος της ιωνικής διαλέκτου της αρχαίας ελληνικής, καθώς Ίωνες από τη Μίλητο αποίκησαν τα παράλια του Εύξεινου Πόντου ξεκινώντας από τη Σινώπη και συνεχίζοντας με τα Κοτύωρα, την Κερασούντα και την Τραπεζούντα. Υπολογίζεται, λοιπόν, πως η αρχαία ιωνική διάλεκτος πρωτοακούστηκε στα παράλια του Εύξεινου Πόντου το 785 π.Χ., όταν κατοικήθηκε η Σινώπη. Η ελληνική ταυτότητα, τουλάχιστον για την Τραπεζούντα, επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία του Ξενοφώντα στην «Κύρου Ανάβαση», όπου περιγράφει την Τραπεζούντα ως «πόλιν ελληνίδα, οικουμένην εν τω Ευξείνω Πόντω, Σινωπέων αποικία». Η περιοχή του Πόντου αποτέλεσε το βορειοανατολικό άκρο, στο οποίο ομιλήθηκε η ελληνική γλώσσα. Και, χάρη στη γεωγραφική απόσταση του Πόντου από τη μητροπολιτική Ελλάδα, δεν επηρεάστηκε η ποντιακή από την κοινή νεοελληνική, διασώζοντας έτσι πολλούς τύπους της αρχαίας ελληνικής είτε ατόφιους είτε ελαφρά παραλλαγμένους.

Παρατηρούμε π.χ. πως αντίθετα με τη λατινική λέξη «τσεκούρι», που χρησιμοποιείται στη νέα ελληνική, η ποντιακή χρησιμοποιεί τη λέξη «αξινάριν», η οποία προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη «αξίνη». Επίσης, για τη λέξη κόσα, που σημαίνει το μεγάλο δρεπάνι με το οποίο θερίζει κανείς όρθιος και είναι λέξη σλαβικής προέλευσης, η ποντιακή χρησιμοποιεί τη λέξη «κερεντή», η οποία βγαίνει από το ρήμα «κείρω» (κουρεύω). Η ποντιακή κρατώντας τη λέξη «μακέλιν», αντί για τη λέξη κασμάς, που χρησιμοποιούμε σήμερα, διατηρεί την αρχαία ελληνική λέξη «μακέλη», κι όχι τη λέξη «κασμάς» που είναι τουρκικής προέλευσης.

Το ίδιο συμβαίνει και με τη λέξη «ρούχο». Ενώ, δηλαδή, η ποντιακή χρησιμοποιεί τη λέξη «λώμα», που προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη «λώπη» (ένδυμα), η νεοελληνική χρησιμοποιεί τη σλαβική λέξη «ρούχο». Τέλος, για τη λέξη «τσουκνίδα», η οποία δεν είναι σίγουρο πώς προέκυψε ετυμολογικά στη νέα ελληνική, η ποντιακή χρησιμοποιεί τη λέξη «κνιδέα» και «κιντέα», διατηρώντας την αρχαία ελληνική ονομασία «κνίδη».

Ανάλογες σκέψεις προκαλούν και αρκετά ρήματα που διασώθηκαν στην ποντιακή, τα οποία η νέα ελληνική δεν τα κράτησε ή τα αντικατέστησε με άλλα. Π.χ. το ρήμα «κλοτσώ» αντικατέστησε το αρχαίο «λακτίζω», ενώ στην ποντιακή υπάρχει ως «λαχτίζω». Το «ριγώ», που παρέμεινε αυτούσιο στην ποντιακή από την αρχαία, στη νέα ελληνική αντικαταστάθηκε από το «κρυώνω». Ακόμη, το «κρούω» διατηρήθηκε ακέραιο στην ποντιακή, ενώ στη νέα ελληνική χρησιμοποιείται κυρίως το «χτυπάω».

Επιπλέον, τα ρήματα «φιλέω-ω» και «πονέω-ω» στη νέα ελληνική πήραν την κατάληξη «-άω-ώ», ενώ στην ποντιακή διατηρήθηκε η αρχαία κατάληξη «-έω-ώ». Το ρήμα «ικανέω-ώ» και «ικανέομαι-ούμαι», που δεν διατηρήθηκε στη νέα ελληνική, διατηρήθηκε στην ποντιακή και είναι το πολύ γνωστό μας «κανείται» (=φτάνει, είναι αρκετό). Το ίδιο συμβαίνει και με την Ευκτική Αορίστου β΄ του ρήματος «λαγχάνω», η οποία διατηρείται στην ποντιακή στο γ΄ ενικό για να εκφράζει πιθανότητα κι ευχή (π.χ. λάχ’ επορούν κι έρχουνταν), ενώ στη νέα ελληνική δεν διατηρήθηκε το ρήμα αυτό, παρά μόνο τα παράγωγά του, όπως: «λαχνός», «λαχείο», «λαχειοφόρος» κτλ.

Εκτός από πολλά ρήματα της αρχαίας ελληνικής, που διατηρήθηκαν ακέραια στην ποντιακή, υπάρχουν και αρκετά ουσιαστικά της αρχαίας που βρίσκονται εγγύτερα στην ποντιακή, απ’ ότι στη νέα ελληνική. Για παράδειγμα, η λέξη «φέγγος» (=φως στην αρχαία και φεγγάρι στην ποντιακή), καθώς και λέξεις: «ψύχος», «στέγος» «γέλος» (γέλως στην αρχαία). Εγγύτερα στην ποντιακή διάλεκτο είναι και οι λέξεις: «ωβόν» (αρχ. το ωόν, το αβγό) και «ωτίν» (αρχ. ο ους, του ωτός, το αυτί). Η διατήρηση όλων αυτών των αρχαϊκών στοιχείων στη γλώσσα των Ποντίων διατρανώνει πως η ελληνική συνείδηση παρέμεινε ακλόνητη κι επαυξημένη στον Πόντο, παρόλες τις εχθρικές επιθέσεις και τις προσπάθειες αφομοίωσης που δέχτηκε για πολλούς αιώνες από ξένους λαούς.

Πέρα, όμως, κι από αυτό, φανερώνει τον πλούτο και τη δύναμη που έχουν τα ιδιώματα της ελληνικής, τα οποία, δυστυχώς, σε προηγούμενες δεκαετίες αντιμετωπίστηκαν με περιφρόνηση και αδιαφορία, καθώς υπήρχε ο φόβος ότι οι ομιλητές τους θα αντιμετώπιζαν δυσκολίες επικοινωνίας κι ένταξης στο κοινωνικό σύνολο.

Ήδη μία πρώτη επιστημονική και οργανωμένη προσπάθεια για τη διδασκαλία της Ποντιακής διαλέκτου έχει ξεκινήσει από τον Σύνδεσμο Ποντίων Εκπαιδευτικών και τα πρώτα αποτελέσματα είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά κι ελπιδοφόρα για το μέλλον της ποντιακής. Ευχόμαστε κάτι ανάλογο να γίνει και για τις άλλες διαλέκτους και τα ιδιώματα της ελληνικής, γιατί το κάθε ένα από αυτά είναι πολύτιμο και η απώλεια, έστω και ενός, καθιστά την ελληνική γλώσσα φτωχότερη.

Της Αρχοντούλας Κωνσταντινίδη

Γιάννα στις 4 Σεπτεμβρίου 2016

Ονόματα αντρών

 

Αγαθοκλής (αγαθός+κλέος) ο έχων καλή φήμη. Αγησίλαος ( άγω+λαός) ο ικανός ηγέτης. Αθηναγόρας (Αθήναι+αγορά) ο σοφός αγορητής Αθηνόδωρος (Αθηνά+δώρο) δώρο της Αθηνάς, ο σοφός. Αλέξανδρος (αλέξω:απομακρύνω+ανήρ) ο απωθών τους άνδρες, ο ανδρείος. Αλκιβιάδης (αλκή+βία) ο τολμηρότατος. Ανδροκλής (ανήρ+κλέος) ο ένδοξος. Αριστογένης (άριστος+γένος) ο ευγενής. Αριστόβουλος (άριστος+βουλή) ο άριστος σύμβουλος. Αριστοκλής (άριστος+κλέος) ο έχων άριστη δόξα. Αριστομένης (άριστος+μένος) ο ανδρειότατος. Δημοσθένης (δήμος+σθένος) η δύναμη του λαού. Διογένης (Ζευς+γένος) ο Θεογένητος Διομήδης (Διός+μέδων:άρχων) ο άρχων με θεία δύναμη. Επαμεινώνδας (επί+άμεινον) ο προοδευτικός. Ετεοκλής (ετεός:αληθής+κλέος) ο έχων αληθινή δόξα. Ευαγόρας (ευ+αγορεύω) ο καλός ομιλητής. Ευρυβιάδης (ευρύς+βία) ο πολύ αυταρχικός. Ευρυσθένης (ευρύς+σθένος) ο καρτερικότατος. Θεμιστοκλής (θέμις+κλέος) ο ένδοξος υπερασπιστής του δικαίου. Θουκυδίδης (Θεού+κύδος:δόξα) ο δοξάζων τον θεό. Θρασύβουλος (θρασύς+βουλεύομαι) ο τολμηρά σκεπτόμενος. Ιάσων (ίασις:θεραπεία) ο θεραπευτής. Ίων (ίον:άνθος) ο μενεξεδένιος. Κίμων (χίμων:χειμών) ο θυελλώδης. Κλέαρχος (κλέος+άρχω) ο ένδοξος άρχων. Κλεόβουλος (κλέος+βουλή) ο επινοητικότατος. Κλεομένης (κλέος+μένος) ο ένδοξος για τη γενναιότητά του. Κρίτων (κρίνω) ο ευφυής. Λέανδρος (λαός+ανήρ) ο ανδρείος του λαού. Μενέλαος (μένος+λαός) η ορμή του λαού. Μιλτιάδης (μίλτος:ερυθρά βαφή) ο αιματώδης, ο ανδρείος. Νεοκλής (νέος+κλέος) η νέα δόξα. Ξενοφών : ο ανδρείος ηγέτης των ξένων Οδυσσεύς (οδύσσομαι:διώκομαι) ο διωκόμενος υπό των θεών. Ορέστης (όρος+ίσταμαι) ο ορεσίβιος. Πάτροκλος (πατρίς+κλέος) η δόξα της πατρίδος Περικλής (περί+κλέος) ο ένδοξος Πολυδεύκης (πολύ+δεύκος:γλεύκος) ο πολύ γλυκός Πύρρος (εκ του πυρρός) ο ξανθοκόκκινος Σόλων (πιθανώς από το ρ. σέλλω:σείω) ο διασείσας το παλαιό, ριζοσπάστης Σοφοκλής (σοφός+κλέος) ο έχων δόξα σοφού Σωκράτης (σώζω+κράτος) ο σωτήρ του κράτους Τηλέμαχος (τηλέ: μακριά+μάχομαι) ο αγωνιζόμενος μακράν της πατρίδος Τιμολέων (τιμή+λέων) ο ισχυρός ως λέων Φαίδων (φως) ο λαμπρός καθ όλα Φίλιππος (φιλώ+ίππος) ο αγαπών τους ίππους Φοίβος (φάος:φως) ο ακτινοβόλος Φρίξος (φρίττω) ο τρομακτικός.

 

Ονόματα γυναικών

 

Αγαθόκλεια (αγαθή+κλέος) η έχουσα καλή φήμη Αγαθονίκη (αγαθή+νίκη) η νικήτρια ένδοξης νίκης. Aλκηστις (αλκή+εστία) η χάρη της οικογενείας Αλκμήνη (αλκή+μήνη:σελήνη) η ακτινοβολούσα. Ανδρομάχη (ανήρ+μάχομαι) η πρόμαχος. Αριάδνη (άρι:πολύ+αγνή) η αγνότατη Αρσινόη (άρσις < αίρω+νους) η υψηλόφρων. Αφροδίτη (αφρός+αναδύω) η αφρογενής, η ωραιοτάτη. Δηϊδάμεια (δήϊος:εχθρός+δαμάζω) η νικήτρια των εχθρών. Διώνη (εκ του Διός) η θεϊκή. Ερατώ (ερώ:αγαπώ) η αξιολάτρευτη, Μούσα Εριφύλη (έρι:πολύ+φύλον) η έξοχη των γυναικών. Ευδοξία (ευ+δόξα) η έχουσα καλή φήμη. Ευνομία (ευ+νέμω:διανέμω) η δίκαιη χορηγός των αγαθών. Ευρυδίκη (ευρύς+δίκη) η πολύ δίκαιη. Ευρύκλεια (ευρύς+κλέος) η πολυένδοξη. Ευτέρπη (ευ+τέρπω) η πολύ ευχάριστη, Μούσα. Ήβη (ήβη:ακμή) η πάντοτε θαλερή, νέα Ηλέκτρα (ηλέκτωρ:ο ακτινοβολών ήλιος) η ακτινοβολούσα από χάρη Ηρώ (Ήρα) η προσωποποίηση της Θεάς Ήρας Θάλεια (θάλλω) η δροσερή, η ωραία, Μούσα Θέμις (τίθημι>θεσμός) η θεά του Δικαίου, η άκρως δίκαιη. Ιοκάστη (ίον+κάζω:στολίζω) η ωραία ως μενεξές. Ιππολύτη (ίππος+λύω) η αρματιλάτις. Ίρις (είρω:αγγέλω) η αγγελιοφόρος των θεών. Ιφιγένεια (ίφι:ισχυρά+γίγνομαι) η πολύ ισχυρή. Καλλιόπη (κάλλος+ωψ:οφθαλμός) η έχουσα ωραία μάτια. Καλλιρρόη ( καλώς+ρέω) η δροσερή ως καθαρό νερό. Κλειώ (κλέος) Η ένδοξη, Μούσα. Κλεονίκη (κλέος+νίκη) η ένδοξη νικήτρια. Κλεοπάτρα (κλέος+πάτρη) η δόξα της πατρίδος. Λητώ (λανθάνω) η μυστηριώδης. Μελπομένη (μέλπω) η ευφραίνουσα με το άσμα της. Μυρτώ (μύρτον) η ευχάριστη ως μυρτιά. Ναυσικά (ναυς+καίνυμαι:υμνούμαι) η υμνούμενη από τους ναυτικούς. Νεφέλη (νέφω:χύνω ύδωρ) η προσφέρουσα ζωογόνον ύδωρ. Ξανθίππη η ξανθή ιππεύτρια. Πηνελόπη (πήνη:υφάδι+λέπω:εκτυλίσσω) η καλλιτέχνις υφάντρια. Πολυξένη (πολύ+ξενία) η πολύ φιλόξενη. Πολύμνια (πολύς+ύμνος) η θεία τραγουδίστρια, Μούσα. Τερψιχόρη (τέρπω+χορός) η τέρπουσα με το χορό της, Μούσα. Φαίδρα (φαιδρός < φως) η φωτεινή, η λάμπουσα από χάρη. Φερενίκη (φέρω+νίκη) η νικηφόρος Φιλομήλα (φιλώ+μέλος) η φιλόμουσος, η φίλη της αρμονίας. Χρυσηϊς (χρυσός) η πολύτιμη, η χρυσαφένεια.

 

 

Γιάννα στις 18 Αυγούστου 2016

Ποία είναι η ωραιοτέρα λέξις της ελληνικής γλώσσης;» αναρωτιόταν ο Πέτρος Χάρης (Ιωάννης Μαρμαριάδης 1902-1998) πριν από περίπου 80 χρόνια και ξεκινούσε ένα όμορφο δημοσιογραφικό παιχνίδι, δημοσιεύοντας τις απόψεις των σπουδαιότερων λογοτεχνών, δημοσιογράφων αλλά και πολιτικών της εποχής· μιας εποχής κατά την οποία κυρίως ο κόσμος των Τεχνών και των Γραμμάτων ερωτοτροπούσε με τη γλώσσα μας, επηρεασμένος σαφώς από την εθνική πολιτική και τον αστικό εκσυγχρονισμό της σχολικής γνώσης που διαμόρφωνε τη νέα ελληνική γλώσσα.

 

Nομοσχέδια και γλωσσο-εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις από το 1913 και εντεύθεν, καθώς και το νεοφιλελληνικό γλωσσικό κίνημα που αναπτύχθηκε στο εξωτερικό –κυρίως στη Γαλλία με αιχμή την ίδρυση του Ινστιτούτου της Σορβόνης (1920) από τον Hubert Pernot (1870-1946)– έδιναν νέες διαστάσεις στην ευρεία κατανόηση και διάδοση του ελληνικού πνεύματος τόσο στο εσωτερικό όσο και στην Ευρώπη.

 

Στην Ελλάδα ο Π. Χάρης, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι στον τόπο μας ακόμη και η καθημερινή γλώσσα χώριζε τους ανθρώπους σε στρατόπεδα, καλούσε τους διανοούμενους να απαντήσουν.

 

Έτσι, ο Κωστής Παλαμάς απάντησε ότι η ωραιότερη λέξη είναι ο «δημοτικισμός», ο Γρηγόρης Ξενόπουλος έβρισκε γοητεία στη λέξη «αισιοδοξία», ο Σπύρος Μελάς χωρίς δισταγμό έβρισκε πιο ελκυστική τη λέξη «ελευθερία» και ο στιλίστας Ζαχαρίας Παπαντωνίου εξήρε την ομορφιά της λέξης «μοναξιά». Ο ζωγράφος και καθηγητής της Σχολής Καλών Τεχνών Ουμβέρτος Αργυρός επέλεγε τη λέξη «χάρμα» διότι, όπως υποστήριζε, δεν υπάρχει σε καμία άλλη γλώσσα και στα πέντε γράμματά της κλείνει ό,τι χίλιες άλλες λέξεις μαζί.

 

Ο Σωτήρης Σκίπης ανέσυρε τη λέξη «απέθαντος» από τα βυζαντινά κείμενα, διαχωρίζοντάς την από τη λέξη «αθάνατος», και ο Παντελής Χορν δήλωσε παντοτινή προτίμηση στη λέξη «νειάτα».

 

Ο αλησμόνητος Αθηναιογράφος Δημήτριος Γρ. Καμπούρογλους, παρά τα χρόνια του, προτιμούσε τη λέξη «ιμερτή», δηλαδή την αγαπητή, την ποθητή.

 

Ο θεατράνθρωπος Νικόλαος Λάσκαρις τη «ζάχαρη», ο ιστορικός Διονύσιος Κόκκινος τη λέξη «χίμαιρα», ο ζωγράφος Παύλος Μαθιόπουλος το «φως» και ο γλύπτης Μιχαήλ Τόμπρος τη λέξη «ουσία».

 

Ο Παύλος Νιρβάνας (Πέτρος Κ. Αποστολίδης), προφανώς επηρεασμένος από τον τόπο του (Σκόπελο), αγαπούσε τη λέξη «θάλασσα».

 

Οι ζωγράφοι αποκάλυπταν τις ευαισθησίες τους: Ο Δημήτριος Γερανιώτης ήθελε την «αρμονία», ο Κωνσταντίνος Παρθένης την «καλημέρα» και ο Δημήτριος Μπισκίνης το «όνειρο».

 

Ως προς τις γυναίκες που κυριαρχούσαν στην πνευματική ζωή η λαογράφος Αγγελική Χατζημιχάλη ήθελε «πίστη», ενώ η 25χρονη ηθοποιός Ελένη Παπαδάκη, η οποία έμελλε να δολοφονηθεί άδικα στα Δεκεμβριανά του 1944, δήλωνε πως «η λέξις που περικλείει τα περισσότερα πράγματα, τα πάντα θα έλεγα, είναι η λέξις» «ΖΩΗ»!

 

Η γιατρός και συγγραφέας Άννα Κατσίγρα ήθελε «χαρά» και η καθηγήτρια του Ελληνικού Ωδείου Αύρα Θεοδωροπούλου αναζητούσε την «καλοσύνη».

 

Ενδιαφέρουσες όμως ήταν και οι απαντήσεις των πολιτικών του 1933:

 

Ο στρατιωτικός και Πρόεδρος της Γερουσίας Στυλιανός Γονατάς προτιμούσε το «εμπρός», ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου τη λέξη «μάννα» και ο πρόεδρος της Βουλής Θεμιστοκλής Σοφούλης τη λέξη «φιλότιμο» διότι εκφράζει έναν ολόκληρο ηθικό κόσμο και δεν υπάρχει σε άλλη γλώσσα του κόσμου.

 

Ο αρχηγός του Αγροτικού Κόμματος Ελλάδος Ιωάννης Σοφιανόπουλος πρότασσε την «ανατολή» και ο ιδρυτής του ίδιου κόμματος Αλέξανδρος Μυλωνάς τη λέξη «πόνος».

 

Αισιοδοξία, ελευθερία, μοναξιά, νειάτα, ιμερτή, θάλασσα, αρμονία, καλημέρα, όνειρο, πίστη και ζωή είναι λέξεις με τις οποίες πορευόταν η Ελλάδα πριν από ογδόντα χρόνια. Ατένιζε την έξοδο από την οικονομική κρίση, έπαιζε με τη ζωντανή ελληνική γλώσσα και επέτρεπε στην παγκόσμια κοινότητα να βαφτίζεται στα νάματά της.

 

Του Ελευθερίου Γ. Σκιαδά

Γιάννα στις 10 Ιουλίου 2016

 

Προφέρετε δυνατά την πρόταση «κατά την επόμενην ημέραν» και θα νιώσετε τον κραδασμό που δημιουργείται με την εκφορά του γράμματος «ν». Επιχειρήστε να ξαναπείτε την φράση χωρίς το «ν»… «Κατά την επόμενη μέρα»… Καταλαβαίνετε την διαφορά; Στην πρώτη περίπτωση, ο εγκέφαλος δονείται. Στην δεύτερη… απλά δεν συμβαίνει τίποτα. Το σίγουρο είναι ότι αυτοί που έκοψαν το «ν» από τις λέξεις της γλώσσας μας, δεν το έκαναν χάριν της «πλέριας δημοτικιάς», αλλά κάτι ήξεραν και κάπου αποσκοπούσαν. Δειλά δειλά, τελευταία επιχειρούν να κόψουν και τα τελικά σίγμα (ς) όπου αυτό βέβαια είναι δυνατόν.

 

Μήπως είχε πολύ μεγαλύτερο νόημα απ΄όσο μπορούσαμε να φανταστούμε η φράση «Μου τα είπε με το νι και με το σίγμα.

 

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ »Ν» ΚΑΙ Η ΚΑΤΆΡΓΗΣΗ ΤΟΥ

 

Ν = Νούς – Νόμος καί τά Νερά στήν φύσιν

 

Συμβολίζει το δημιούργημα, την ατομική ύπαρξη, τη Θεία αρχή που ενώνει τον ανταγωνισμό των δύο πόλων και τους ενώνει σε έναν. Ζώδιο ο Ζυγός.

 

Στο πνευματικό, η αιώνια δράση της ζωής.

 

Στο νοητικό, η συνένωση των συγκινήσεων, η αμοιβαιότητα της στοργής.

 

Στο φυσικό, η ισορροπία στη σχέση των φύλων.

 

Είναι η μετενσάρκωση, η δικαιοσύνη στον υλικό κόσμο. Η παρουσία του στις μαγικές βοές προετοιμάζει τον άνθρωπο για ένα καλλίτερο μέλλον, απομακρύνει τις αντιξοότητες, βοηθά στην αναδρομή στις προηγούμενες ζωές.

 

Κάθε γράμμα του Ελληνικού Αλφαβήτου εκπέμπει ήχο και εικόνα. Κάθε λέξη τέθηκε από τους «Ονοματοθέτες», νομοθέτες θα τους λέγαμε σήμερα, με ακρίβεια και όχι τυχαία και έχει άμεση σχέση Αιτίας και Αιτιατού, μεταξύ Σημαίνοντος και Σημαινομένου.

 

Εάν πάμε δε στις Επιστήμες, τα παραδείγματα είναι ατελείωτα και άκρως διαφωτιστικά, αλλά και διδακτικά για τις επόμενες γενεές. Σχετικά πρόσφατα (1996) στο Ιατρικό Περιοδικό MEDIZIN-JURNAL στην Γερμανία, δημοσιεύτηκε μία επιστημονική εργασία, σύμφωνα με την οποίαν:

« Η εκφορά του γράμματος «Ν» μεταφέρει οξυγόνο στον εγκέφαλο και ότι δεν ήταν τυχαίο το γεγονός της τοποθέτησης του «Ν» στο μέσον ακριβώς του Αλφαβήτου – στο πρώτο Ελληνικό Αλφάβητο με τα 27 γράμματα ».

( Εκτός αυτού στο Χάρβαρντ, από ιατρικές έρευνες διαπιστώθηκε ότι η απαγγελία των Ομηρικών Επών στο πρωτότυπο, εκτός των άλλων, κάνει καλό στην καρδιά, ως αναπνευστική άσκηση…)

 

Με αφορμή τις έρευνες αυτές των ξένων επιστημόνων θα αναρωτηθούμε και εμείς: Είναι τυχαίο πάλι το γεγονός ότι το «ους» (το αυτί) που ακούει και μαθαίνει-όπως μας διδάσκει και η Σύγχρονη Ψυχολογία- γίνεται με το «Ν» ο « Νούς » που σκέφτεται , ενεργεί και αποφασίζει;

Και δικαιούμαι να ερωτήσω: Γιατί εμείς γίναμε διώκτες του «Ν»;

Γιατί θέλομε να φτωχύνουμε τον εγκέφαλο των επομένων γενεών στην χώρα μας;

Ως μάχιμος Εκπαιδευτικός και συγγραφέας επιστημονικού συγγράμματος

( ΔΥΣΛΕΞΙΑ, Αθήνα 1994, Εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, 6η Έκδοση σήμερα), νομιμοποιούμαι να ερωτήσω, αλλά και να προτείνω στο τέλος:

Η Ελληνική Γλώσσα έχει πάρει πλέον μία μορφή τέτοια που δεν έχει ανάγκη από άλλες ακρότητες.

Άλλωστε και τις ακρότητες του Ψυχάρη τις απέρριψε (τοπωσιά ή ντοπιολαλιά κλπ.).

Δεν λέω να επιστρέψομε – και δεν μπορούμε άλλωστε – στην «Καθαρεύουσα», η οποία επίσης είναι μία μεγάλη παρεξήγηση.

Μερικοί ξένοι Ειδικοί έχουν γράψει για το σημαντικό έργο της Καθαρεύουσας στην Γλώσσα μας, μετά το 1821. Ίσως ακόμα σήμερα να λέγαμε «ο Μινίστρος= Υπουργός ή το Χοσπιτάλι =το Νοσοκομείο κλπ», αλλά αυτό πέρασε απαρατήρητο στον τόπο μας και το Γλωσσικό Ζήτημα δεν έπρεπε να είχε υπάρξει…

Όμως σήμερα αναρωτιέμαι:

Είναι τυχαίο άραγε που καταργήσαμε το γράμμα «Ν» στο τέλος των λέξεων και τα σχολικά μας βιβλία γράφουν το «εμβαδό» (!), αντί το εμβαδόν !!

(Στα σχολικά βοηθήματα όμως διαβάζομε « το εμβαδόΝ », δηλ. εκεί διατηρείται το Ν, ενώ το επίσημο Κράτος στα βιβλία (ΥΠΕΠΘ, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο) το έχουν καταργήσει !!

Για ποιον λόγο αυτή η ακρότητα:

Για ποιον λόγο επίσημα διδάσκομε στα σχολεία μας κανόνες που κατασκευάστηκαν αυθαίρετα, π.χ. χθες συνάντησα το Δήμαρχο (το φίλο, το Σύμβουλο κλπ. κλπ…).

Το γράμμα Ν είναι οργανικό και όταν το κόβομε πονάει. Είναι σαν να κόβομε το δακτυλάκι μας….

Εάν κάποιος αντιτείνει ότι αυτό είναι μία ασήμαντη λεπτομέρεια, θα πρέπει να του πούμε ότι « η λεπτομέρεια κρατάει τον Παρθενώνα »!

Να θυμίσω όμως εδώ και το ωραίο, ειρωνικό κείμενο του Οδ. Ελύτη τότε :

« ΓΙΑ ΜΙΑΝ ΟΠΤΙΚΗ ΤΟΥ ΗΧΟΥ», όπου καταλήγει : « Κανένας Ηρώδης δεν θα τολμούσε να διατάξει τέτοια γενοκτονία, όπως αυτή του τελικού «Ν», εκτός κι αν του’ λειπε η οπτική του ήχου…»

Ο Γ. Ρίτσος έγραψε επίσης:

« Και οι λέξεις φλέβες είναι. Μέσα τους αίμα κυλάει…».

Δυστυχώς, όμως, διαπιστώνομε σήμερα ότι μετά το Νι, έρχεται και η σειρά του τελικού Σίγμα (Σ).

Κάποιοι δημοσιογράφοι στα κανάλια λένε κιόλας: «η μέθοδο», η «οδό» , «η πλήρη ένταξη» (!)

Καλλιεργούν έτσι αυθαίρετα ένα αρνητικό γλωσσικό πρότυπο στους νέους μας με την τεράστια δύναμη των ΜΜΕ και το σχολείο ανήμπορο να αντιδράσει, αλλά και την κοινωνία παθητικά να δέχεται ως περίπου μοιραία την εξέλιξη αυτή.

Μετά από όλα αυτά διατυπώνω την εξής άποψη και καταθέτω στο Συνέδριό σας την δική μου «Θεωρία» για το εν λόγω ζήτημα:

Διεθνώς μελετάται η μοναδική μουσικότητα της Ελληνικής Γλώσσας και ο αντίκτυπός της στην πνευματική διαύγεια του ανθρώπου. Το γράμμα «Ν» διεγείρει τον εγκέφαλο θετικά και ενεργοποιεί τον άνθρωπο να σκέφτεται σωστά.

Το τελικό Σίγμα ηρεμεί τον άνθρωπο. Αυτό το δέχεται και η σύγχρονη Ψυχιατρική.

Οι Αρχαίοι Έλληνες τα εγνώριζαν όλα αυτά και δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι μόνον εμείς οι Έλληνες λέμε «Τα είπα με το Νι και με το Σίγμα» και δεν λέμε με άλλα γράμματα, (παρ΄ όλο που έχομε στις καταλήξεις των λέξεων και άλλα γράμματα), διότι το Νι ενεργοποιεί το μυαλό μας να σκεφθούμε σωστά και το Σίγμα ηρεμεί την ψυχή μας, αφού μιλήσουμε δημόσια ή ιδιωτικά.

Η σύγχρονη Ψυχογλωσσολογία δέχεται ότι η Γλώσσα και η Σκέψη γεννιούνται ταυτόχρονα και εξελίσσονται παράλληλα και συνιστούν ανά πάσα στιγμή μία αξεχώριστη ενότητα.

Η Γλώσσα ενσαρκώνει την Σκέψη και η Σκέψη ουσιώνεται σε Γλώσσα. Είναι ένα νόμισμα με τις δύο όψεις του.

Δεν μπορεί να υπάρχει η μία πλευρά, χωρίς την άλλη. Δεν μπορούσε να υπάρξει Ελληνική Σκέψη χωρίς την Ελληνική Γλώσσα.

Είναι γεγονός ότι η ποιότητα και ποσότητα «καταγραφών» στην Σκέψη προσδιορίζει και το νοητικό επίπεδο κάθε λαού.

Επομένως και το νοητικό επίπεδο καθορίζει και την ικανότητα της δημιουργίας Πολιτισμού.

Το Ελληνικόν Αλφάβητον, στην πορεία των χιλιάδων ετών του ήταν αρχικά Ιδεογραφικό, στη συνέχεια επινοήθηκε το Εικονογραφικό, έπειτα φθάσαμε στο Γραμμογραφικό, κατόπιν στο Συλλαβογραφικό (Γραμμική Α και Β) και τέλος καθιερώθηκε το ισχύον σήμερα Φθογγογραφικό , που είναι αξεπέραστο και στο οποίο οφείλεται η δημιουργία της Ελληνικής Γλώσσας και του Ελληνικού Οικουμενικού Πολιτισμού.

Σπύρος Μάρκου

Διευθυντής 3ου Δημ. Σχολείου Λαρίσης-irakleitos.blogspot.gr

 

 

 

 

 

Γιάννα στις 29 Μαΐου 2016

 

H Αγγλική γλώσσα έχει 490.000 λέξεις από τις οποίες 41.615 λέξεις είναι από την Ελληνική γλώσσα.. (βιβλίο Γκίνες)

Η Ελληνική με την μαθηματική δομή της είναι η γλώσσα της πληροφορικής και της νέας γενιάς των εξελιγμένων υπολογιστών, διότι μόνο σ” αυτήν δεν υπάρχουν όρια. (Μπιλ Γκέιτς, Microsoft)

Η Ελληνική και η Κινέζικη, είναι οι μόνες γλώσσες με συνεχή ζώσα παρουσία από τους ίδιους λαούς και…..στον ίδιο χώρο εδώ και 4.000 έτη. Όλες οι γλώσσες θεωρούνται κρυφοελληνικές, με πλούσια δάνεια από τη μητέρα των γλωσσών, την Ελληνική. (Francisco Adrados, γλωσσολόγος).

Η Ελληνική γλώσσα έχει λέξεις για έννοιες οι οποίες παραμένουν χωρίς απόδοση στις υπόλοιπες γλώσσες, όπως άμιλλα, θαλπωρή και φιλότιμο. Μόνον η Ελληνική γλώσσα ξεχωρίζει τη ζωή από το βίο, την αγάπη από τον έρωτα. Μόνον αυτή διαχωρίζει, διατηρώντας το ίδιο ριζικό θέμα, το ατύχημα από το δυστύχημα, το συμφέρον από το ενδιαφέρον. Το εκπληκτικό είναι ότι η ίδια η Ελληνική γλώσσα μας διδάσκει συνεχώς πώς να γράφουμε σωστά. Μέσω της ετυμολογίας, μπορούμε να καταλάβουμε ποιός είναι ο σωστός τρόπος γραφής ακόμα και λέξεων που ποτέ δεν έχουμε δει ή γράψει.

Το «πειρούνι» για παράδειγμα, για κάποιον που έχει βασικές γνώσεις Αρχαίων Ελληνικών, είναι προφανές ότι γράφεται με «ει» και όχι με «ι» όπως πολύ άστοχα το γράφουμε σήμερα. Ο λόγος είναι πολύ απλός, το «πειρούνι» προέρχεται από το ρήμα «πείρω» που σημαίνει τρυπώ-διαπερνώ, ακριβώς επειδή τρυπάμε με αυτό το φαγητό για να το πιάσουμε.

Επίσης η λέξη «συγκεκριμένος» φυσικά και δεν μπορεί να γραφτεί «συγκεκρυμμένος», καθώς προέρχεται από το «κριμένος» (αυτός που έχει δηλαδή κριθεί) και όχι βέβαια από το «κρυμμένος» (αυτός που έχει κρυφτεί). Άρα το να υπάρχουν πολλά γράμματα για τον ίδιο ήχο (π.χ. η, ι, υ, ει, οι κτλ) όχι μόνο δεν θα έπρεπε να μας δυσκολεύει, αλλά αντιθέτως να μας βοηθάει στο να γράφουμε πιο σωστά, εφόσον βέβαια έχουμε μια βασική κατανόηση της γλώσσας μας.

Επιπλέον η ορθογραφία με την σειρά της μας βοηθάει αντίστροφα στην ετυμολογία αλλά και στην ανίχνευση της ιστορική πορείας της κάθε μίας λέξης. Και αυτό που μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε την καθημερινή μας νεοελληνική γλώσσα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, είναι η γνώση των Αρχαίων Ελληνικών.

Είναι πραγματικά συγκλονιστικό συναίσθημα να μιλάς και ταυτόχρονα να συνειδητοποιείς τι ακριβώς λες, ενώ μιλάς και εκστομίζεις την κάθε λέξη ταυτόχρονα να σκέφτεσαι την σημασία της. Είναι πραγματικά μεγάλο κρίμα να διδάσκονται τα Αρχαία με τέτοιο φρικτό τρόπο στο σχολείο ώστε να σε κάνουν να αντιπαθείς κάτι το τόσο όμορφο και συναρπαστικό.

Η σοφία

Στη γλώσσα έχουμε το σημαίνον (την λέξη) και το σημαινόμενο (την έννοια). Στην Ελληνική γλώσσα αυτά τα δύο έχουν πρωτογενή σχέση, καθώς αντίθετα με τις άλλες γλώσσες το σημαίνον δεν είναι μια τυχαία σειρά από γράμματα. Σε μια συνηθισμένη γλώσσα όπως τα Αγγλικά μπορούμε να συμφωνήσουμε όλοι να λέμε το σύννεφο car και το αυτοκίνητο cloud, και από την στιγμή που το συμφωνήσουμε να ισχύει. Στα Ελληνικά κάτι τέτοιο είναι αδύνατον. Γι” αυτό το λόγο πολλοί διαχωρίζουν τα Ελληνικά σαν «εννοιολογική» γλώσσα από τις υπόλοιπες «σημειολογικές» γλώσσες.

Μάλιστα ο μεγάλος φιλόσοφος και μαθηματικός Βένερ Χάιζενμπεργκ είχε παρατηρήσει αυτή την σημαντική ιδιότητα για την οποία είχε πει «Η θητεία μου στην αρχαία Ελληνική γλώσσα υπήρξε η σπουδαιότερη πνευματική μου άσκηση. Στην γλώσσα αυτή υπάρχει η πληρέστερη αντιστοιχία ανάμεσα στην λέξη και στο εννοιολογικό της περιεχόμενο».

Όπως μας έλεγε και ο Αντισθένης, «Αρχή σοφίας, η των ονομάτων επίσκεψις». Για παράδειγμα ο «άρχων» είναι αυτός που έχει δική του γη (άρα=γή + έχων). Και πραγματικά, ακόμα και στις μέρες μας είναι πολύ σημαντικό να έχει κανείς δική του γη / δικό του σπίτι. Ο «βοηθός» σημαίνει αυτός που στο κάλεσμα τρέχει. Βοή=φωνή + θέω=τρέχω. Ο Αστήρ είναι το αστέρι, αλλά η ίδια η λέξη μας λέει ότι κινείται, δεν μένει ακίνητο στον ουρανό (α + στήρ από το ίστημι που σημαίνει στέκομαι).

Αυτό που είναι πραγματικά ενδιαφέρον, είναι ότι πολλές φορές η λέξη περιγράφει ιδιότητες της έννοιας την οποίαν εκφράζει, αλλά με τέτοιο τρόπο που εντυπωσιάζει και δίνει τροφή για τη σκέψη.

Για παράδειγμα ο «φθόνος» ετυμολογείται από το ρήμα «φθίνω» που σημαίνει μειώνομαι. Και πραγματικά ο φθόνος σαν συναίσθημα, σιγά-σιγά μας φθίνει και μας καταστρέφει. Μας «φθίνει» – ελαττώνει ως ανθρώπους – και μας φθίνει μέχρι και την υγεία μας. Και, βέβαια, όταν αναφερόμαστε σε κάτι που είναι τόσο πολύ ώστε να μην τελειώνει, πως το λέμε; Μα, φυσικά, «άφθονο».

Έχουμε τη λέξη «ωραίος» που προέρχεται από την «ώρα». Διότι για να είναι κάτι ωραίο, πρέπει να έλθει και στην ώρα του. Ωραίο δεν είναι το φρούτο όταν είναι άγουρο ή σαπισμένο και ωραία γυναίκα δεν είναι κάποια ούτε στα 70 της άλλα ούτε φυσικά και στα 10 της. Ούτε το καλύτερο φαγητό είναι ωραίο όταν είμαστε χορτάτοι, επειδή, σε αυτή την περίπτωση, δεν μπορούμε να το απολαύσουμε. Ακόμα έχουμε την λέξη «ελευθερία» για την οποία το «Ετυμολογικόν Μέγα» διατείνεται «παρά το ελεύθειν όπου ερά» = το να πηγαίνει κανείς όπου αγαπά… Άρα βάσει της ίδιας της λέξης, ελεύθερος είσαι όταν έχεις τη δυνατότητα να πάς όπου αγαπάς. Πόσο ενδιαφέρουσα ερμηνεία!

Το άγαλμα ετυμολογείται από το αγάλλομαι (ευχαριστιέμαι) επειδή όταν βλέπουμε (σε αρχική φάση οι Θεοί) ένα όμορφο αρχαιοελληνικό άγαλμα η ψυχή μας ευχαριστείται, αγάλλεται. Και από το θέαμα αυτό επέρχεται η αγαλλίαση. Αν κάνουμε όμως την ανάλυση της λέξης αυτής θα δούμε ότι είναι σύνθετη από αγάλλομαι + ίαση(=γιατρειά). Άρα, για να συνοψίσουμε, όταν βλέπουμε ένα όμορφο άγαλμα (ή οτιδήποτε όμορφο), η ψυχή μας αγάλλεται και γιατρευόμαστε. Και πραγματικά, γνωρίζουμε όλοι ότι η ψυχική μας κατάσταση συνδέεται άμεσα με τη σωματική μας υγεία.

Παρένθεση: και μια και το έφερε η «κουβέντα», η Ελληνική γλώσσα μας λέει και τι είναι άσχημο. Από το στερητικό «α» και την λέξη σχήμα μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε τι. Για σκεφτείτε το λίγο.

Σε αυτό το σημείο, δεν μπορούμε παρά να σταθούμε στην αντίστοιχη Λατινική λέξη για το άγαλμα (που μόνο Λατινική δεν είναι). Οι Λατίνοι ονόμασαν το άγαλμα, statua από το Ελληνικό «ίστημι» που ήδη αναφέραμε, και το ονόμασαν έτσι επειδή στέκει ακίνητο. Προσέξτε την τεράστια διαφορά σε φιλοσοφία μεταξύ των δύο γλωσσών, αυτό που σημαίνει στα Ελληνικά κάτι τόσο βαθύ εννοιολογικά, για τους Λατίνους είναι απλά ένα ακίνητο πράγμα.

Είναι προφανής η σχέση που έχει η γλώσσα με τη σκέψη του ανθρώπου. Όπως λέει και ο George Orwell στο αθάνατο έργο του «1984», απλή γλώσσα σημαίνει και απλή σκέψη. Εκεί το καθεστώς προσπαθούσε να περιορίσει την γλώσσα για να περιορίσει την σκέψη των ανθρώπων, καταργώντας συνεχώς λέξεις.

«Η γλώσσα και οι κανόνες αυτής αναπτύσσουν την κρίση», έγραφε ο Μιχάι Εμινέσκου, εθνικός ποιητής των Ρουμάνων. Μια πολύπλοκη γλώσσα αποτελεί μαρτυρία ενός προηγμένου πνευματικά πολιτισμού. Το να μπορείς να μιλάς σωστά σημαίνει ότι ήδη είσαι σε θέση να σκέφτεσαι σωστά, να γεννάς διαρκώς λόγο και όχι να παπαγαλίζεις λέξεις και φράσεις.

Η μουσικότητα

Η Ελληνική φωνή κατά την αρχαιότητα ονομαζόταν «αυδή». Η λέξη αυτή δεν είναι τυχαία αφού προέρχεται από το ρήμα «άδω» που σημαίνει τραγουδώ.

Όπως γράφει και ο μεγάλος ποιητής και ακαδημαϊκός Νικηφόρος Βρεττάκος: «Όταν κάποτε φύγω από τούτο το φώς θα ελιχθώ προς τα πάνω, όπως ένα ποταμάκι που μουρμουρίζει. Κι αν τυχόν κάπου ανάμεσα στους γαλάζιους διαδρόμους συναντήσω αγγέλους, θα τους μιλήσω Ελληνικά, επειδή δεν ξέρουνε γλώσσες. Μιλάνε Μεταξύ τους με μουσική».

Ο γνωστός Γάλλος συγγραφεύς Ζακ Λακαρριέρ επίσης μας περιγράφει την κάτωθι εμπειρία από το ταξίδι του στην Ελλάδα: «Άκουγα αυτούς τους ανθρώπους να συζητούν σε μια γλώσσα που ήταν για μένα αρμονική αλλά και ακατάληπτα μουσική. Αυτό το ταξίδι προς την πατρίδα – μητέρα των εννοιών μας – μου απεκάλυπτε ένα άγνωστο πρόγονο, που μιλούσε μια γλώσσα τόσο μακρινή στο παρελθόν, μα οικεία και μόνο από τους ήχους της. Αισθάνθηκα να τα έχω χαμένα, όπως αν μου είχαν πει ένα βράδυ ότι ο αληθινός μου πατέρας ή η αληθινή μου μάνα δεν ήσαν αυτοί που με είχαν αναστήσει».

Ο διάσημος Έλληνας και διεθνούς φήμης μουσικός Ιάνης Ξενάκης, είχε πολλές φορές τονίσει ότι η μουσικότητα της Ελληνικής είναι εφάμιλλη της συμπαντικής. Αλλά και ο Γίββων μίλησε για μουσικότατη και γονιμότατη γλώσσα, που δίνει κορμί στις φιλοσοφικές αφαιρέσεις και ψυχή στα αντικείμενα των αισθήσεων. Ας μην ξεχνάμε ότι οι Αρχαίοι Έλληνες δεν χρησιμοποιούσαν ξεχωριστά σύμβολα για νότες, χρησιμοποιούσαν τα ίδια τα γράμματα του αλφαβήτου.

«Οι τόνοι της Ελληνικής γλώσσας είναι μουσικά σημεία που μαζί με τους κανόνες προφυλάττουν από την παραφωνία μια γλώσσα κατ” εξοχήν μουσική, όπως κάνει η αντίστιξη που διδάσκεται στα ωδεία, ή οι διέσεις και υφέσεις που διορθώνουν τις κακόηχες συγχορδίες», όπως σημειώνει η φιλόλογος και συγγραφεύς Α. Τζιροπούλου-Ευσταθίου.

Είναι γνωστό εξάλλου πως όταν οι Ρωμαίοι πολίτες πρωτάκουσαν στην Ρώμη Έλληνες ρήτορες, συνέρρεαν να θαυμάσουν, ακόμη και όσοι δεν γνώριζαν Ελληνικά, τους ανθρώπους που «ελάλουν ώς αηδόνες». Δυστυχώς κάπου στην πορεία της Ελληνικής φυλής, η μουσικότητα αυτή (την οποία οι Ιταλοί κατάφεραν και κράτησαν) χάθηκε, προφανώς στα μαύρα χρόνια της Τουρκοκρατίας.

Να τονίσουμε εδώ ότι οι άνθρωποι της επαρχίας, του οποίους συχνά κοροϊδεύουμε για την προφορά τους, είναι πιο κοντά στην Αρχαιοελληνική προφορά από ό,τι εμείς οι άνθρωποι της πόλεως. Η Ελληνική γλώσσα επιβλήθηκε αβίαστα (στους Λατίνους) και χάρη στην μουσικότητά της. Όπως γράφει και ο Ρωμαίος Οράτιος «Η Ελληνική φυλή γεννήθηκε ευνοημένη με μία γλώσσα εύηχη, γεμάτη μουσικότητα».

 

Γιάννα στις 13 Φεβρουαρίου 2016

BANK = λατινικά pango από το παγιώ, πήγνυμι. Οι τράπεζες πήραν την ονομασία τους από τα πρώτα “τραπέζια” (πάγκους) της αγοράς. BAR = λατινικά: barra από το μάρα = εργαλείο σιδηρουργού. BOSS = από το πόσσις = ο αφέντης του σπιτιού. BRAVO = λατινικό, από το βραβείο. BROTHER = λατινικά frater από το φράτωρ. CARE = από το καρέζω. COLONIE από το κολώνεια = αποικιακή πόλη. DAY = Οι Κρητικοί έλεγαν την ημέρα “δία’. Και: ευδιάθετος = είναι σε καλή μέρα. DISASTER = από το δυσοίωνος + αστήρ DOLLAR = από το τάλλαρον = καλάθι που χρησίμευε ως μονάδα μέτρησης στις ανταλλαγές. π.χ. «δώσε μου 5 τάλλαρα σιτάρι». Παράγωγο είναι το τάλληρο, αλλά και το τελλάρo! DOUBLE = από το διπλούς – διπλός. EXIST = λατινικά ex+sisto από το έξ+ίστημι= εξέχω, προέχω. EXIT = από το έξιτε = εξέλθετε EXCELLENT = Εξ Ελληνων (;) EYES = από το φάεα = μάτια. FATHER = από το πάτερ (πατήρ). FLOWER = λατινικά flos από το φλόος. FOX=Αλεπου απο το Φοξος μακρυκεφαλος! FRAPPER = από το φραγκικό hrappan που προέρχεται από το (F)ραπίζω = κτυπώ ( F= δίγαμμα). GLAMO UR = λατινικό gramo ur από το γραμμάριο. Οι μάγοι παρασκεύαζαν τις συνταγές τους με συστατικά μετρημένα σε γραμμάρια και επειδή η όλη διαδικασία ήταν γοητευτική και με κύρος, το gramou r – glamou r, πήρε την σημερινή έννοια. HEART, CORE = από το κέαρ = καρδιά. HUMOR = από το χυμόρ = χυμός (Στην ευβοϊκή διάλεκτο, όπως αναφέρεται και στον Κρατύλο του Πλάτωνος, το τελικό “ ς” προφέρεται ως “ρ’. Π.χ. σκληρότηρ αντί σκληρότης). I = από το εγώ ή ίω, όπως είναι στην βοιωτική διάλεκτο. ILLUSION = από το λίζει = παίζει. ΙS = από το είς. KARAT = εκ του κεράτιον, (μικρό κέρας για τη στάθμιση βάρους). KISS ME = εκ του κύσον με = φίλησέ με (…είπε ο Οδυσσέας στην Πηνελόπη). LORD = εκ του λάρς. Οι Πελασγικές Ακροπόλεις ονομάζονταν Λάρισσες και ο διοικητής τους λάρς ή λαέρτης. Όπως: Λαέρτης – πατέρας του Οδυσσέα). LOVE = λατινικό: love από το “λάFω’. Το δίγαμμα (F) γίνεται “αυ” και “ λάF ω” σημαίνει »θέλω πολύ». MARMELADE = λατινικά melimelum από το μελίμηλον = κυδώνι. MATRIX = από το μήτρα. MATURITY = λατινικά: maturus από το μαδαρός= υγρός. MAXIMUM = λατινικά: maximum από το μέγιστος. MAYONNAISE = από την πόλη Mayon, που πήρε το όνομά της από το Μάχων = ελληνικό όνομα και αδελφός του Αννίβα. ME = από το με. MEDICINE = λατινικά :medeor από το μέδομαι, μήδομαι = σκέπτομαι, πράττω επιδέξια. Και μέδω = φροντίζω, μεδέων = προστάτης. MENACE = από το μήνις. MENTOR = από το μέντωρ. MINE = από το Μινώαι (= λιμάνια του Μίνωα, όπου γινόταν εμπόριο μεταλλευμάτων. «Κρητών λιμένες, Μίνωαι καλούμεναι». MINOR = λατινικά: minor από το μινύς = μικρός. Στα επίσημα γεύματα είχαν το μινύθες γραμμάτιον, ένα μικρό κείμενο στο οποίο αναγραφόταν τι περιελάμβανε το γεύμα. Παράγωγο το… menu! MODEL = από το μήδος= σχέδιο (η ίδια ρίζα με τη μόδα (= moda). MOKE = από το μώκος = αυτός που χλευάζει. MONEY = λατινικό: moneta από το μονία = μόνη επωνυμία της Θεάς Ήρας: Ηραμονία. Στο προαύλιο του ναού της Θεάς στη Ρώμη ήταν το νομισματοκοπείο και τα νομίσματα έφεραν την παράστασή της, (monetae). MOTHER = από το μήτερ, μάτηρ, μήτηρ. MOVE = από το ομηρικό αμείβου = κουνήσου! MOW = από το αμάω = θερίζω. NIGHT = από το νύχτα. NO = λατινικό: non, ne εκ του εκ του νη: αρνητικό μόριο ( »νέ τρώει, νέ πίνει»), ή (νηπενθής = απενθής, νηνεμία = έλλειψη ανέμου. PAUSE = από το παύση. RESISTANCE = από το ρά + ίστημι. RESTAURANT = από το ρά + ίσταμαι = έφαγα και στηλώθηκα. RESTORATION = λατινικά restauro από το ρά+ίστημι, όπου το ρά δείχνει συνάρτηση, ακολουθία, π.χ . ρά-θυμος, και ίστημι = στήνομαι. SERPENT = λατινικά serpo από το έρπω (ερπετό). H δασεία ( “) προφέρεται ως σ = σερπετό. SEX = από το έξις. Η λέξη δασύνεται και η δασεία μετατρέπεται σε σίγμα και = s + έξις. SIMPLE = από το απλούς (η λέξη δασύνεται). SPACE = από το σπίζω = εκτείνω διαρκώς. SPONSOR από το σπένδω = προσφέρω (σπονδή). TRANSFER από το τρύω (διαπερνώ) + φέρω. Transatlantic = διαπερνώ τον Ατλαντικό. TURBO = από το τύρβη = κυκλική ταραχώδης κίνηση. YES = από το γέ = βεβαίως. WATER = από το Ύδωρ ΥΔΩΡ (νερό), με το δ να μετατρέπεται σε τ .

 

 

 

Μαράκι στις 22 Ιανουαρίου 2016

(απο την Σταυρούλα)

Κάποτε, στα τέλη της δεκαετίας του ’90, όταν το Υπουργείο Παιδείας στεγαζόταν στην Μητροπόλεως, επισκέφθηκα ένα σύμβουλο του Υπουργού και καθώς καθυστερούσε – κατά τα συνήθη – η συνάντηση, για να «σκοτώσω» τον χρόνο μου στον προθάλαμο όπου καθόμουν, άρχισα να μετρώ στην απέναντί μου τεράστια εντοιχισμένη μαρμάρινη πλάκα, τους διατελέσαντες υπουργούς Παιδείας από την σύσταση του ελληνικού κράτους μέχρι τότε:

Στα 170 χρόνια συνέχειας ελληνικού κράτους είχαν διατελέσει υπουργοί Παιδείας, 180 περίπου ψυχές. Έχει υπάρξει μάλιστα και ημερήσιος Υπουργός Παιδείας…

Θυμάμαι καλά αυτό το περιστατικό κάθε φορά που ακούω πως ο κάθε νέος Υπουργός ανακοινώνει την έναρξη ενός διαλόγου ή τις προθέσεις του για μεταρρυθμίσεις:συνήθως η επιφυλακτικότητα, ορισμένες φορές η καχυποψία, και ένα μειδίαμα στο άκουσμά τους, περιγράφουν το τι εισπράττω από τις ανακοινώσεις του εκάστοτε κ. Υπουργού Παιδείας.

Παρ’ όλα αυτά η πρόσφατη έναρξη του διαλόγου για την Παιδεία, μ’ έχει οπλίσει με μια σχετική αισιοδοξία:

Τόσο η ποιότητα των μελών της επιτροπής (πως μπορείς να μην εμπιστευθείς κάποια τουλάχιστον από τα μέλη μιας – τόσο σημαντικής- επιτροπής όταν μάλιστα είσαι φίλιος αναγνώστης των γραπτών και των βιβλίων τους;), όσο και η δομή του (μια από τις πολύ ενδιαφέρουσες καινοτομίες εντοπίζεται στο γεγονός ότι δεν θα υπάρχει μόνο οριζόντια αλλά και κάθετη δομή με ευκταίο αποτέλεσμα την αποφυγή στεγανών μεταξύ των βαθμίδων εκπαίδευσης), αποτελούν ένα αξιόπιστο εχέγγυο.

Βέβαια από την καλή δομή ενός εθνικού διαλόγου και την ποιότητα των μελών μιας επιτροπής μέχρι το δια ταύτα, υπάρχει μεγάλη διαδρομή.

Άλλωστε το γεγονός της ύπαρξης 180 (και βάλε) διατελεσάντων υπουργών Παιδείας, σχετικοποιεί την αισιοδοξία: Το πολλάκις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού…

Τις ίδιες πάνω-κάτω μέρες με την έναρξη του διαλόγου στην Παιδεία σε μια 4η τάξη ενός Δημοτικού σχολίου η δασκάλα ή ο δάσκαλος έβαλε σαν θέμα έκθεσης το «Πού βρίσκεται η ποίηση;»

Η απάντηση ενός παιδιού 9 μόλις ετών ήταν ακριβώς η παρακάτω:

zografia1

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ώστε εκεί βρίσκεται η ποίηση. Και η ποίηση στην Παιδεία, που βρίσκεται;

Υπάρχει μια πλατεία στο Παρίσι, η Place Maubert, που λέγεται ότι πήρε το όνομά της από τον Αλβέρτο τον Μέγα.

Ανάμεσα στην «καρολίγγεια αναγέννηση» και την ανάπτυξη των πανεπιστημίων του 13ου αιώνα, η μετάδοση της της γνώσης στην Ευρώπη εξασφαλίσθηκε κυρίως μέσω των μοναστηριακών και κατόπιν εκκλησιαστικών σχολών.

Καθηγητές και μαθητές είναι περιπλανώμενοι: οι δεύτεροι ακολουθούν τους πρώτους στις μετακινήσεις σ’ όλη την Ευρώπη, ταξιδεύοντας από πόλη σε πόλη στο ρυθμό μιας ζήτησης που αυξάνεται όσο μεγαλύτερη είναι η φήμη του δασκάλου (1).

Ο Αλβέρτος για παράδειγμα είχε χρηματίσει καθηγητής στο Ράτισμπον, κατόπιν στο Στρασβούργο και την Κολωνία προτού διδάξει στο Παρίσι όπου τα μαθήματά του γνωρίζουν τέτοια επιτυχία ώστε αναγκάζεται να τα παραδίδει σε ανοιχτό χώρο, σε μια πλατεία που διατηρεί το όνομά του : την πλατεία Μωμπέρ.

Αναρωτιέμαι πόσοι αλήθεια ήταν τυχεροί στην ζωή τους να συναντήσουν τέτοιους δασκάλους;

Θα μπορούσε άραγε να υπάρξει ένα εκπαιδευτικό σύστημα που να δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε τα αμφιθέατρα να μην επαρκούν να χωρέσουν τους φοιτητές εξ αιτίας της ρητορικής γοητείας των της πλειοψηφίας των δασκάλων τους;

Στα χρόνια που σπούδασα στο Παρίσι, θυμάμαι πως φοιτητές διαφόρων Πανεπιστημίων και ειδικοτήτων συσσωρεύονταν στους υπαίθριους χώρους του Πανεπιστημίου της Βενσέν για να παρακολουθήσουν την εκφορά του λόγου του Ντελέζ, τα μαθήματά του δηλαδή. Τόσο ήταν το πλήθος.

Στα χρόνια που κύλησαν, είχα την τύχη να διαβάσω στο «Βήμα» το παρακάτω κείμενο του Κωνσταντίνου Τσουκαλά με τίτλο «Μνήμη Αθανασίου Κανελλόπουλου»:

«Είχα πολλούς δασκάλους στην ζωή μου. Άκουσα και πάσχισα να παρακολουθήσω σοφούς ή λιγότερους σοφούς καθηγητές. Πολλές φορές γοητεύτηκα και συγκλονίστηκα, και ποιο πολλές ακόμη έπηξα θανάσιμα. Οι γνώσεις, οι εντυπώσεις και οι αναμνήσεις σωρεύτηκαν, παγιώθηκαν, ανακατεύτηκαν και με τον καιρό ξεθώριασαν. Και, στο τέλος, μέσα από διεργασίες απρόβλεπτες και εν πολλοίς αθέλητες, έγινα δάσκαλος και ο ίδιος. Δεν ήρθε βέβαια ο καιρός του απολογισμού. Δεν έχω επιχειρήσει ποτέ να σταθμίσω τις επιρροές που δέχθηκα και δέχομαι ακόμη. Επιρροές που γλιστρούν η μία πίσω από την άλλη, επιρροές ρητές ή αφανείς, που η καθεμιά τους ακολουθεί τη δική της άδηλη πορεία.

Οι μνήμες όμως παραμένουν. Και αναμοχλεύοντάς τες ότι την πιο συγκροτημένη διδασκαλία δεν την απήλαυσα ούτε στο Αθήνησι ούτε στη Χαϊδελβέργη ούτε στη Σορβόννη ούτε στο Yale, αλλά στο ετοιμόρροπο, σκονισμένο, κακοφωτισμένο και αθέρμαστο νομικό φροντιστήριο της οδού Καπλανών, στη μουντή και ασφυκτική ατμόσφαιρα της μετεμφυλιακής Αθήνας. Εκεί όπου, έχοντας επιστρέψει από την εξορία, ο Θανάσης Κανελλόπουλος δίδασκε, αργά πάντα το βράδυ αστικό δίκαιο.

Είναι βέβαια δύσκολο, μετά από τόσα χρόνια, να εντοπίσω με ακρίβεια τους λόγους για τους οποίους η διδασκαλία του μένει πάντα ζωντανή στη θύμησή μου. Η αυστηρότητα στην έκφραση και η ακριβολογία δεν ήταν αποκλειστικά δικό του προνόμιο. Αλλά και η ευρυμάθεια, το χιούμορ, η ευρηματικότητα και η ευστοχία των παραδειγμάτων και ανεκδότων με τα οποία διάνθιζε την ομιλία του είναι στοιχεία που τα συνάντησα και σε άλλους.

Ο Θανάσης Κανελλόπουλος γεννούσε λόγο ρέοντα, πειστικό και γοητευτικό, χωρίς κενά, αλλά και δίχως επιτήδευση ή στόμφο. Σ’ αυτό όμως δεν διέφερε από άλλους προικισμένους δασκάλους που έχουν την έκτη εκείνη αίσθηση που επιτρέπει την άμεση κατάκτηση του ακροατηρίου.

Αυτό που θυμάμαι απ’ αυτόν ξεπερνάει τόσο το περιεχόμενο του λόγου του όσο και το ύφος του. Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο ο Θανάσης Κανελλόπουλος μετέδιδε τη χαρά της αποδεικτικής επιχειρηματολογίας, την ομορφιά του αυστηρού συλλογισμού, την αισθητική και αισθαντική αυταξία της αφαιρετικής σκέψης.

Οι νομικές κατηγορίες και έννοιες δεν εμφανίζονταν σαν ψυχρά αντικείμενα μάθησης και γνώσης, αλλά ζωντάνευαν σαν στοιχεία ενός λογικού παιγνίου, ενός αινίγματος ή γρίφου που καλούμαστε να επιλύσουμε, να αναστρέψουμε και να απολαύσουμε.

Σωκρατικά, διασκέδαζε κατασκευάζοντας σοφιστικά οικοδομήματα με στόχο να τα ανατρέψει, μας ενέπλεκε σε λογικούς μαιάνδρους, αφήνοντάς μας να επινοήσουμε δικές μας εξόδους από τον λαβύρινθο, μας έκανε να πιστεύουμε ότι είμαστε πιο έξυπνοι από ό,τι ήμαστε και να θέλουμε να γίνουμε ακόμη εξυπνότεροι. Μας δίδαξε πολύ περισσότερα από το να αγαπήσουμε το αστικό δίκαιο και τη νομική επιστήμη.Μας εμφύσησε την απόλαυση της σκέψης.»

Αλήθεια, είναι εφικτό, η εμφύσηση της απόλαυσης της σκέψης να μην αποτελεί χαρισματικό προνόμιο μιας χούφτας διδασκόντων αλλά να μπορεί να υιοθετηθεί ως όραμα μιας εθνικής εκπαιδευτικής πολιτικής;

Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, η διαμόρφωση των πολιτών του 21ου αιώνα αποτέλεσε το θέμα ευρείας συζήτησης στους εκπαιδευτικούς κύκλους της Γαλλίας την οποία ξεκίνησε το Υπουργείο Παιδείας με την συνεργασία του γαλλικού Κοινοβουλίου.

Οργανώθηκαν «Ημερίδες περισυλλογής» με στόχο την ανανέωση ενός ουμανιστικού και λαϊκού πολιτισμού, παρέχοντας στοιχεία πληροφόρησης και σκέψης.

Ο πρόεδρος του γαλλικού Επιστημονικού Συμβουλίου Εθνικής ΓνωμοδότησηςΕντγκάρ Μορέν προσδιόρισε τον στόχο του διαλόγου σαν μια απελευθέρωση της γνώσης και σαν μια αναγκαιότητα μεταρρύθμισης της σκέψης, δηλαδή κάτι πολύ περισσότερο από την εκπόνηση νέων πολύ συγκεκριμένων προγραμμάτων (που και αυτά θα διαμορφωθούν με την σειρά τους), αλλά σαν προώθηση νέων τρόπων σκέψης(2):

«Κατά το δεύτερο ήμισυ του 20ου αιώνα εμφανίστηκε ένας αριθμός επιστημών, οι οποίες συνδύαζαν πολλά γνωστικά αντικείμενα, γεγονός που επέτρεψε την απελευθέρωσή τους και τα κατέστησε περισσότερο γόνιμα. Ο διαχωρισμός των γνώσεων σε κατηγορίες είναι επιζήμιος στη διαμόρφωση της σκέψης. Κι εδώ έχουμε μια πραγματική πρόκληση.

Οι γνώσεις είναι όλο και πιο διαιρεμένες και τα προς επίλυση προβλήματα όλο και πιο σύνθετα και γενικά. Γνωρίζω πως είναι τεράστιες οι αντιστάσεις στις συνήθειες της σκέψης και των θεσμών.

Οι οικονομικές επιστήμες και η Κοινωνιολογία για παράδειγμα, μαθήματα που στο Λύκειο μελετώνται παράλληλα, στο Πανεπιστήμιο χωρίζουν απότομα. Πως θα αντιμετωπισθούν τέτοιου είδους δυσκολίες;

Αυτό που πρέπει να επιδιώξουμε είναι η διάνοιξη νέου τρόπου σκέψης. Υπάρχουν «φυσικά αντικείμενα», π.χ. ο κόσμος, η Γη, η βιόσφαιρα, που έχουμε κατανοήσει μέσα από πολυεπιστημονικά γνωστικά αντικείμενα που αναπτύχθηκαν εδώ και πενήντα χρόνια.

Αν πάρουμε ως παράδειγμα την οικολογία, είναι προφανές πως καθηγητές Φυσικής, Χημείας ή Βιολογίας ακόμη και Ιστορίας ή Οικονομίας θα συναντώνται και θα εργάζονται από κοινού πάνω σε αυτά τα θέματα. Μήπως όμως αυτό σημαίνει πως πρέπει να διαμορφώσουμε έναν πολυδύναμο καθηγητή για όλα αυτά; Καθόλου.

Θα ήθελα να τους δείξω πως υπάρχουν κοινές θεματικές, ώστε να μπορούν οι ίδιοι στην συνέχεια να θεμελιώσουν τις ανάλογες σχέσεις. Θα ήταν ευχής έργο αν μπορούσαμε να δημιουργήσουμε ένα Κέντρο για εκπαιδευτικούς της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, όπου θα περνούν εκεί κάποιο χρόνο μελετώντας προβλήματα που άπτονται της επιστημονικότητας, του ορθολογισμού, των σχέσεων μεταξύ ανθρωπιστικών και φυσικών επιστημών και, γιατί όχι, ανθρωπιστικών επιστημών και λογοτεχνίας.

Η λογοτεχνία είναι επίσης πολύ σημαντική. Διαθέτει αυτή την ανωτερότητα επί της Ιστορίας και της Κοινωνιολογίας, καθώς θεωρεί τα άτομα ενταγμένα σε ένα περιβάλλον, σε μια κοινωνία, σε μια προσωπική υπόθεση. Η λογοτεχνία και ο κινηματογράφος είναι σχολεία ζωής για τους εφήβους, όπου μαθαίνουν να αναγνωρίζονται μεταξύ τους.»

Αν όλα τα παραπάνω ισχύουν κάπου εκεί θα πρέπει να βρίσκεται το όραμα στην Παιδεία. Δεν έχουμε παρά να προσπαθήσουμε να αναζητήσουμε και να εφαρμόσουμε μια νέα μορφή διδασκαλίας που στο επίκεντρό της θα βρίσκεται η πολυεπιστημονική προσέγγιση και μετάδοση της γνώσης, με δεσπόζουσα την θέση της λογοτεχνίας στην εκπαιδευτική διαδικασία ασχέτως διδασκόμενου γνωστικού αντικειμένου.

Αυτά, ίσως θα ήταν επαρκή πριν είκοσι χρόνια ώστε να διαμορφώσουμε μια τέτοια μορφή εκπαιδευτικού μοντέλου. Όμως η αλματώδης εισβολή των νέων τεχνολογιών στις ζωές όλων μας, μας έχει σταδιακά μετατρέψει από αναγνώστες του κόσμου σε θεατές του.

O Χανς Γκέοργκ Γκάνταμερ σε μια συνέντευξή του, το 1996 που αναδημοσιεύθηκε στον ελληνικό Τύπο (3) απάντησε ως εξής στην ερώτηση «Τι σημαίνει να διαβάζουμε ένα κείμενο, καθηγητή Γκάνταμερ;»:

«Είναι ένα από τα πιο δύσκολα και πιο επίκαιρα ερωτήματα σήμερα, δεδομένου ότι ζούμε το τέλος της εποχής του Γουτεμβέργιου. Οι θρίαμβοι της τεχνολογίας καθόρισαν τον αιώνα μας και το μέλλον μας. Ή καλύτερα ίσως την έλλειψη του μέλλοντος μας. Γι’ αυτό και σπρώχνουμε όλο και περισσότερο στο περιθώριο την εμπειρία της ανάγνωσης. Το δίκτυο ηλεκτρονικών πληροφοριών αναπτύσσεται όλο και περισσότερο επενδύοντας ήδη μέχρι την καρδιά κάθε οικογένειας. Όλες οι αποστάσεις έχουν χαθεί και ο καθένας μας μπορεί να βλέπει σε κάθε γωνιά τη Γης.Δεν είμαστε πλέον αναγνώστες του κόσμου, είμαστε θεατές του».

Έχοντας κατασταλάξει λοιπόν σε μια μορφή νέα διδασκαλίας και έχοντας υπόψη μας ότι οι γενιές που πρόκειται να εκπαιδευθούν δεν είναι πλέον αναγνώστες του κόσμου, αλλά θεατές του, θα πρέπει να αναζητηθούν τα αναγκαία εκείνα τεχνικά εργαλεία που προσφέρει η άνθιση των νέων τεχνολογιών, να υιοθετηθούν και να τύχουν εφαρμογής στην εκπαιδευτική κλίμακα όλων των βαθμίδων:

Από τα Μαζικά Ελεύθερα Διαδικτυακά Μαθήματα και την Παιχνιδοποίηση (Gamification) ως τα διεθνικά διαδικτυακά δίκτυα που προσφέρουν την δυνατότητα οι φοιτητές συνεργαζόμενων Πανεπιστημίων να ασκούνται στην συζήτηση και επίλυση κοινών προβλημάτων και ως το Moodle και γιατί όχι το Facebook.

Όμως εδώ ελλοχεύει ο μεγάλος κίνδυνος όπως τον επισημαίνει ο Φερνάντο Σαβατέρσε μια πρόσφατη συνέντευξή του: «Το εκπαιδευτικό σύστημα εγκαταλείπει τη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία και εκχωρεί τις οδηγίες χρήσης του στο iPhone».

Και συμπληρώνει: «Δεν υφίσταται καμία τεχνολογία που να σου λέει τι πρέπει να κάνεις και πού να πας. Είναι μόνο ένα μέσον, ο ανθρωπισμός είναι ο στόχος. Ο κόσμος διαβάζει, το ζήτημα είναι να θέλει να διαβάζει βιβλία.»

Για να συμβεί όμως αυτό, θα πρέπει κάποιος να του εμφυσήσει την απόλαυση της σκέψης και να τον αναστρέψει: από θεατή του κόσμου σε αναγνώστη του.

Κάπου εκεί θα βρίσκεται η ποίηση στην Παιδεία.

Νομίζω.

*************

(1) Berstein Serge, Milza Pierre, «Ιστορία της Ευρώπης», 1ος Τόμος, Από την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία στα ευρωπαϊκά κράτη (5ος – 18ος αιώνας), Εκδόσεις Αλεξάνδρεια,

(2) Εφημερίδα «Ελευθεροτυπία»,10-3-1998

(3) Εφημερίδα «Ελευθεροτυπία»,10-11-1996

Συντάκτης: Μιχάλης Κονιόρδος - Καθηγητής ΤΕΙ Πειραιά - Πηγήefsyn

Αντικλείδι , http://antikleidi.com

 

Το πιο κοινό επώνυμο στη Βρετανία είναι το «Σμιθ», στην Ρωσία το «Κουζνέτσοφ», στη Γαλλία το «Λεφέβρ» και στη Σερβία το «Κοβάσεβιτς». Έχετε σκεφτεί ποτέ πως και τα τέσσερα αυτά επώνυμα σημαίνουν το ίδιο στην χώρα τους; Και μάλιστα, δεν δηλώνουν ένα όνομα, αλλά ένα επάγγελμα που είναι κοινό: το «σιδεράς»;

 

Ο Μάρτσιν Τσιούρα, ένας 48χρονος μηχανικός από την Πολωνία, έφτιαξε έναν χάρτη όταν συνειδητοποίησε ότι τα αγγλικά, τα πολωνικά, τα ολλανδικά, τα ρωσικά, αλλά και πολλά ακόμη γνωστά επώνυμα προέρχονται, ετυμολογικά ή μη, από το ίδιο επάγγελμα.

 

Μερικά από τα πιο κοινά επώνυμα που προέρχονται από επαγγέλματα είναι κατά σειρά εμφανίσεως στις ευρωπαϊκές χώρες  τα: Μυλωνάς (το όνομα Μίλερ σε διάφορες εκδοχές), Σιδεράς (το Κόβακς ή Κόβατς ή Κοβάσεβιτς ή απλώς… Σμιθ) και το Παπάς (Ποπόφ, Ποπέσκου, Πόπα ή Παπαδόπουλος).

 

Ας τα πάρουμε όμως αναλυτικά, πάντα με τη βοήθεια ενός συνοπτικού χάρτη:

 

Στην Αλβανία εκτός από το Χότζα που σημαίνει… «χότζας» δηλαδή ιμάμης, εξίσου κοινό είναι και το Πρίφτι (και Πρίφτης στα ελληνικά) που σημαίνει «ιερέας».

 

Στην Αυστρία τα δυο πιο κοινά επώνυμα που προέρχονται από επαγγέλματα είναι τα Γκρούμπερ (μεταλλωρύχος) και Χούμπερ (γαιοκτήμονας).

 

Στη Βόσνια το πιο κοινό επώνυμο είναι το Χότζιτς (=γιος του ιμάμη, κάτι σαν το δικό μας Παπαδόπουλος), ενώ στη Σερβία το Κοβάσεβιτς (=γιος του σιδηρουργού, σιδεράς) και το Πόποβιτς (=γιος του ιερέα). Το Κοβάσεβιτς (ή και Κόβασιτς) είναι το πιο κοινό επώνυμο και στην Κροατία.

 

Το Κόβακς ή Κοβάσεβιτς, στα λιθουανικά μεταφράζεται Καβαλιάουσκας και σημαίνει το ίδιο: ο γιος του σιδηρουργού. Είναι ένα από τα πιο κοινά επώνυμα στην Λιθουανία.

 

Αντίστοιχα, το συχνό επώνυμο Κοβάλσκι στην Πολωνία σημαίνει ακριβώς το ίδιο, όπως και σε συγγενικές χώρες όπως η Λετονία (με το επώνυμο Καλέις) και η Ρωσία (Κουζνέτσοφ = ο γιος του σιδηρουργού).

 

Οι Τσέχοι έχουν πολύ κοινό το επώνυμο Ντβόρακ (όπως, λόγου χάρη, ο μουσουργός του 19ου αιώνα Αντονίν Ντβόρακ) που σημαίνει γαιοκτήμονας, ενώ στην Εσθονία απαντάται συχνά το επώνυμο Σεπ που επίσης σημαίνει σιδηρουργός.

 

Το πιο συχνό φινλανδικό επώνυμο που προέρχεται από επάγγελμα είναι το Κινούνεν που σημαίνει «δερματέμπορος».

mobile.in.gr

 

 

Γιάννα στις 12 Σεπτεμβρίου 2015

 

Τις πρώτες ενδείξεις για την εμφάνιση βιβλιοθηκών στον ευρύτερο ελληνικό χώρο συνάγουμε από πήλινες πινακίδες της Μινωικής και της Μυκηναϊκής εποχής, που βρέθηκαν σε ανασκαφές. Οι πρώτες αναφορές σε βιβλιοθήκες εμφανίστηκαν στη Μεσοποταμία γύρω στο 3.000 π.Χ. Πρώτες αναφορές σε βιβλιοθήκες

Η έννοια της βιβλιοθήκης ήταν αντιληπτή ως συλλογή εγγράφων θρησκευτικού, εμπορικού, ιδιωτικού, κυβερνητικού, διοικητικού περιεχομένου στα ανάκτορα των βασιλέων, σε σφηνοειδή γραφή. Στην αρχαία Elba της Συρίας ανακαλύφθηκε το κύριο αρχείο του βασιλικού παλατιού (2.300-2.250 π.Χ.) με διοικητικά έγγραφα, καταγραφές και καταλόγους ζώων, καρπών, αγροτικής γης, ονόματα επαγγελμάτων και γεωγραφικών περιοχών. Στη Nippur της Νότιας Μεσοποταμίας βρέθηκαν πινακίδες του 2.000 π.Χ. με κατάλογο λογοτεχνικών έργων των Σουμερίων, οι οποίοι εφηύραν τη σφηνοειδή γραφή.

Στην εποχή των Χετταίων (17ος –13ος αι. π.Χ.) ανακαλύφθηκαν πινακίδες που υποδήλωναν την κυβερνητική δραστηριότητα. Οι κατάλογοι αυτών των βιβλιοθηκών / αρχείων ήταν πιο σύνθετοι από την απλή καταγραφή που έκαναν οι Σουμέριοι στη Nippur. Κατά τον 9ο αι. π.Χ. ο βασιλιάς της Ασσυρίας Ασουρμπανιπάλ (Ashurbanipal) στη Νινευί ιδρύει βιβλιοθήκη με την πρώτη συστηματική συλλογή εγγράφων στη Μέση Ανατολή. Εκεί ανακαλύφθηκε το έπος του Gilgamesh και το Έπος της Δημιουργίας σε σφηνοειδή γραφή, από τα πιο σημαντικά λογοτεχνικά έργα της Μέσης Ανατολής. Από την περιοχή αυτή διασώζονται 20.000 πήλινες πινακίδες.

Την ίδια εποχή στην Αίγυπτο δεν έχουμε ιδιαίτερες αναφορές σε βιβλιοθήκες. Μόνον ο Διόδωρος ο Σικελός τον 1ο αι. π.Χ. αναφέρει ότι επί βασιλείας του Ραμσή Β’ (1.279-1.213 π.Χ.) υπήρχε σε κτήριο μια «ιερή βιβλιοθήκη» που είχε την επιγραφή ψυχής ιατρείον, ένδειξη ότι αποτελούσε τμήμα ναού ή θρησκευτικού κέντρου.

 

Από τις πινακίδες της Κνωσού στην κλασική Ελλάδα

 

Στον ελληνικό κόσμο τα πρώτα δείγματα ύπαρξης βιβλιοθηκών ανάγονται στη Μινωική και Μυκηναϊκή περίοδο (1400-1100 π.Χ.). Πήλινες πινακίδες και λίθινες επιγραφές βρέθηκαν στις ανασκαφές της Κνωσού από το 1950, γραμμένες στη γραμμική Β γραφή, την παλαιότερη ελληνική γραφή.

Στις Μυκήνες και στην Πύλο βρέθηκαν πήλινες πινακίδες σωριασμένες σε δωμάτια των ανακτόρων και άλλες μέσα σε πιθάρια τοποθετημένα σε ράφια. Αντίθετα στην Κνωσό βρέθηκαν διάσπαρτες οι πινακίδες, γεγονός που συμπίπτει με τη θεωρία της καταστροφής του Μινωικού πολιτισμού από σεισμό και επακόλουθη πυρκαϊά.

 

Οι βιβλιοθήκες μέχρι την κλασική περίοδο στην Ελλάδα

Γύρω στα μέσα του 8ου αι. π.Χ. συντελέστηκε στον ελληνικό χώρο ένα σημαντικό γεγονός. Οι Έλληνες δανείστηκαν από τους Φοίνικες το αλφάβητο και το προσάρμοσαν στις ανάγκες τους. Έπρεπε όμως να υπάρξουν σχολεία, δάσκαλοι, βιβλία για την εκμάθηση της γραφής και τη διάδοση της γνώσης. Τα πρώτα δείγματα ύπαρξης συλλογών βιβλίων ήταν οι ιδιωτικές μικρές συλλογές.

 

Οι βιβλιοθήκες στην Αθήνα

 

Ερείπια από κτήρια βιβλιοθηκών δεν έχουμε στην Αθήνα για να αποδείξουμε την ύπαρξή τους. Η εικόνα για τις βιβλιοθήκες βασίζεται στην έρευνα των πηγών από την αρχαία ελληνική και λατινική γραμματεία. Έτσι κατά τον 6ο αι. π.Χ. είχε προετοιμαστεί το έδαφος για να υποδεχθεί μια βιβλιοθήκη. Το πιο παλιό ελληνικό βιβλίο βρέθηκε στον τάφο του Αμπουκίρ στην Αίγυπτο, περιείχε τους Πέρσες του Τιμοθέου και χρονολογείται το 2ο μισό του 4ου αι. π.Χ. Ο αρχαιότερος ελληνικός πάπυρος είναι του Δερβενίου έξω από τη Θεσσαλονίκη που βρέθηκε το 1960 (4ος αι).

Σύμφωνα με τον Aulus Gelius, η Αθήνα είχε δημόσια βιβλιοθήκη γύρω στο 560 π.Χ. Ο τύραννος Πεισίστρατος (605-527 π.Χ.) φέρεται ότι είχε συγκεντρώσει μια συλλογή βιβλίων που αργότερα δώρισε στην Αθήνα και λειτούργησε ως δημόσια βιβλιοθήκη. Ο Gelius αναφέρει επίσης ότι η βιβλιοθήκη αυτή λειτουργούσε μέχρι το 480 π.Χ. όταν ο Ξέρξης κατέλαβε την Αθήνα και μετέφερε τη βιβλιοθήκη ως λάφυρο στην Περσία. Η χώρα αυτή κατακτήθηκε αργότερα από τον βασιλιά Σέλευκο, ο οποίος επανέφερε τα βιβλία στην Αθήνα.

Ο Αθηναίος στο έργο του Δειπνοσοφιστές αναφέρει ότι τον 6ο αι. π.Χ. ο τύραννος Πολυκράτης ο Σάμιος φέρεται να ίδρυσε δημόσια βιβλιοθήκη στη Σάμο με έργα ίσως των φιλοσόφων της Ελεατικής Σχολής, που γράφτηκαν σε παπύρινους κυλίνδρους. Ο Αθήναιος αναφέρει τον αρχαιότερο κατάλογο με ιδρυτές ιδιωτικών και βασιλικών βιβλιοθηκών στον ελληνικό κόσμο, όπου περιλαμβάνονται ονόματα όπως ο Πολυκράτης ο Σάμιος, ο Πεισίστρατος ο τύραννος των Αθηνών, ο Ευκλείδης ο Αθηναίος, ο Νικοκράτης ο Κύπριος, οι βασιλείς της Περγάμου, ο τραγικός ποιητής Ευριπίδης, ο Αριστοτέλης, ο μαθητής του Θεόφραστος και ο Νηλέας. Από τον 5ο αι. π.Χ. εμφανίζονται αρκετές ιδιωτικές βιβλιοθήκες: Πλάτων, Ισοκράτης (436 π.Χ.), αργότερα ο Δημοσθένης (384 π.Χ.), Ζήνων (333 π.Χ.). Κατά τον 5ο αι. π.Χ. οι ενδείξεις για ύπαρξη βιβλιοθηκών εξακολουθούν να είναι ασαφείς.

Ο Πλάτων (427-347 π.Χ.), φιλόσοφος και δάσκαλος του Αριστοτέλη, είχε ιδιωτική βιβλιοθήκη για να τη χρησιμοποιούν οι μαθητές του στην Ακαδημία.

 

Η Βιβλιοθήκη του Αριστοτέλη

 

Ο φιλόσοφος Αριστοτέλης ίδρυσε στην άλλη άκρη της Αθήνας το 325 π.Χ. (έμεινε ανοικτή μέχρι το 425 μ.Χ.) τη σχολή του που αρχικά ονομάστηκε Λύκειον και από τα χρόνια του Θεόφραστου, μαθητή και διαδόχου του στη διεύθυνση της σχολής, ονομάστηκε Περίπατος. Το Λύκειον λειτουργούσε παράλληλα με την Ακαδημία. Στις σχολές αυτές διασώζονται πολλά έργα και παραδόσεις των ίδιων των ιδρυτών τους, αλλά και της παλαιότερης ελληνικής γραμματείας. Έτσι ο Αριστοτέλης κατά τον Στράβωνα δημιούργησε τη μεγαλύτερη ιδιωτική βιβλιοθήκη για την υποστήριξη του διδακτικού προγράμματος του Λυκείου. Ο Αριστοτέλης την ταξινόμησε βασιζόμενος στις δικές του στοχαστικές αρχές. Η βιβλιοθήκη του Αριστοτέλη αποτελούνταν από 400 βιβλία χωρισμένα σε εξωτερικά συγγράμματα, που απευθύνονταν στο ευρύ κοινό, από εσωτερικά ή διδακτικά που περιλάμβαναν τις παραδόσεις του στο Λύκειο (π.χ. Αναλυτικά, Φυσικά, Ηθικά, Όργανον) και από τα ξένα βιβλία που αγόρασε ή απόκτησε από δωρεές για να υποβοηθήσουν το έργο του και της σχολής του.

Μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου ο Αριστοτέλης μετακόμισε στη Χαλκίδα, όπου μάλλον θα πήρε κάποια από τα βιβλία της βιβλιοθήκης του. Τα υπόλοιπα κληρονόμησαν οι μαθητές του Θεόφραστος από τη Λέσβο που συνέχισε τη διδασκαλία στον Περίπατο και Εύδημος που πήγε στη Ρόδο. Ο Θεόφραστος με διαθήκη του κληροδοτεί τη βιβλιοθήκη στον Νηλέα, συμμαθητή του Αριστοτέλη στην Ακαδημία, άτομο χωρίς επιστημονική δραστηριότητα και μεγάλο στην ηλικία. Οι απόγονοι του Νηλέα, φοβούμενοι μήπως ο βασιλιάς της Περγάμου Ευμένης Β’ έπαιρνε κάποια χειρόγραφα όταν έκτιζε τη βιβλιοθήκη του, τα έκρυψαν σε σπηλιά όπου καταστράφηκαν από την υγρασία.

Όταν η Πέργαμος έγινε ρωμαϊκή επαρχία, οι απόγονοι του Νηλέα ξέθαψαν όσα βιβλία του Αριστοτέλη είχαν περισωθεί και τα πούλησαν στον Απελλικώνα από την Τέω (πόλη της Ιωνίας) τον 1ο αι. π.Χ. Εκείνος φρόντισε να γίνουν αντίγραφα για να περισωθούν και να καταστούν προσιτά ξανά στους κύκλους της Ακαδημίας και του Περιπάτου. Όταν το 81 π.Χ. ο Σύλλας κατέλαβε την Αθήνα, ο Απελλικών σκοτώθηκε και ο Σύλλας μετέφερε ως λάφυρο τη συλλογή του στη Ρώμη, που είχε τμήμα των αυθεντικών χειρογράφων του Αριστοτέλη. Στη Ρώμη η βιβλιοθήκη του Αριστοτέλη έπεσε πάλι σε ελληνικά χέρια, στον Τυραννίωνα, μαθητή του Διονυσίου του Θρακός. Ο Φαύστος, γιός του Σύλλα, κληρονόμησε τα βιβλία του Αριστοτέλη και η βιβλιοθήκη του έγινε κέντρο της ρωμαϊκής διανόησης. Ο Φαύστος αργότερα χρεοκόπησε, δημοπρατήθηκαν τα βιβλία και χάθηκαν.

Ο Αθήναιος αναφέρει ότι ο Πτολεμαίος Β’ ο Φιλάδελφος (309-246 π.Χ.) αγόρασε από τον Νηλέα τα βιβλία του Αριστοτέλη και τα έφερε στη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας. Σε κάθε περίπτωση όμως ο Αριστοτέλης εμφανίζεται στην ιστορία ως δημιουργός και ιδιοκτήτης μιας από τις πιο αξιόλογες ιδιωτικές βιβλιοθήκες της εποχής.

 

 

 

Ερευνητές του Πανεπιστημίου του Βερμόντ στις ΗΠΑ συνέλεξαν δισεκατομμύρια λέξεις από δέκα διαφορετικές γλώσσες, από υπότιτλους ταινιών στα αραβικά, αναρτήσεις στο Twitter στα κορεατικά, βιβλία της ρωσικής λογοτεχνίας, δικτυακούς τόπους στα κινεζικά και στίχους τραγουδιών στα αγγλικά.

Δέκα γλώσσες στο μικροσκόπιο

«Εξετάσαμε δέκα γλώσσες και διαπιστώσαμε ότι σε όλες τις περιπτώσεις οι άνθρωποι χρησιμοποιούν περισσότερες θετικές λέξεις παρά αρνητικές» λέει ο Πίτερ Ντοντς, μέλος της ερευνητικής ομάδας που υπογράφει τη δημοσίευση στην επιθεώρηση PNAS.

Σε καθεμία από τις δέκα γλώσσες που εξετάστηκαν (αγγλικά, ισπανικά, γαλλικά, γερμανικά, βραζιλιάνικα πορτογαλικά, κορεατικά, κινέζικα, ρωσικά, ινδονησιακά και αραβικά) οι ερευνητές αναγνώρισαν τις δέκα χιλιάδες λέξεις που χρησιμοποιούνται πιο συχνά.

Στη συνέχεια, πλήρωσαν εθελοντές να βαθμολογήσουν το συναισθηματικό περιεχόμενο των λέξεων αυτών στη μητρική τους γλώσσα, σε μια κλίμακα από το ένα έως το εννέα. Στην περίπτωση των αγγλικών, για παράδειγμα, η λέξη «γέλιο» βαθμολογήθηκε με 8,50, ενώ η λέξη «τρομοκράτης» με 1,30.

Αν οι άνθρωποι δεν είχαν καμία μεροληψία στη χρήση θετικών και αρνητικών λέξεων, η μέση βαθμολογία των λέξεων θα έπρεπε να βρίσκεται κοντά στη μέση τιμή του 5.

Αυτό όμως δεν ίσχυε σε καμία περίπτωση: και στις δέκα γλώσσες, η μέση βαθμολογία κυμάνθηκε αρκετά πάνω από το 5.

Όταν μάλιστα οι ερευνητές μετέφρασαν αυτές τις λέξεις σε άλλες γλώσσες, η βαθμολογία τους παρέμεινε σταθερή, ένδειξη ότι «το εκτιμώμενο συναισθηματικό περιεχόμενο των λέξεων είναι σταθερό ανάμεσα στις γλώσσες»

Υπήρχαν όμως και διαφοροποιήσεις: τα ισπανικά βρέθηκαν να είναι μακράν η πιο «ευτυχισμένη» γλώσσα, ενώ τη μικρότερη απόκλιση προς τις θετικές λέξεις παρουσιάζουν τα κινέζικα.

Από ΤΟ ΒΗΜΑ

Γιάννα στις 16 Δεκεμβρίου 2014

ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΕΤΡΟ

Συνηθισμένες εκφράσεις του παρελθόντος που σιγά σιγά χάνονται παραχωρώντας τη θέση τους σε νέες που έχουν κι αυτές τη δική
τους ιστορία, χωρίς, όμως, των παλιών εκφράσεων τη χάρη και τη φαντασία.

Είσαι μια… τρελοκαμπέρω!

Εδώ έχουμε μια λέξη που προέρχεται από κύριο όνομα πραγματικού προσώπου -χωρίς καν να το γνωρίζουν ακόμα και πολλοί από όσους την έχουν
χρησιμοποιήσει. Μιλάμε για τον χαρακτηρισμό «τρελοκαμπέρω» που έχει την έννοια της απερίσκεπτης,της γυναίκας που κάνει «τρέλες»
χωρίς δεύτερη σκέψη. Από πού βγήκε; Από το όνομα ενός εξαιρετικού ανδρός, ο οποίος έμεινε στην ιστορία για την τόλμη, την  επιδεξιότητα και τη γενναιότητά
του.Ο γεννημένος το 1883 Δημήτρης Καμπέρος έγινε το 1912 ο πιλότος που πραγματοποίησε  την πρώτη πτήση με στρατιωτικό αεροπλάνο στην Ελλάδα. Απέκτησε φήμη για τις 
παράτολμες επιδείξεις του και για τις ριψοκίνδυνες αποστολές του. Οι συνάδελφοί  του τον φώναζαν «Τρελοκαμπέρο». Πέθανε στην κατοχή το 1942 από
διαρροή αερίου στο σπίτι του. Η φήμη από τις «τρέλες» του, όμως, παρέμεινε ζωντανή. Στο πέρασμα των χρόνων, η ιστορία ξεθώριασε και η κλητική σταδιακά
παρερμηνεύτηκε σε ονομαστική θηλυκού, οπότε και προέκυψε η  «τρελοκαμπέρω».
            
Μια άλλη περίπτωση κύριου ονόματος που πια χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό -εδώ όμως σίγουρα περισσότεροι γνωρίζουν την ιστορία- είναι η λέξη 
«τόφαλος». Τη χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε κάτι το τεραστίων διαστάσεων, προέρχεται όμως από το όνομα του θρυλικού Πατρινού πρωταθλητή
της άρσης βαρών, Δημήτρη Τόφαλου.

Υπάρχουν κάποιες λέξεις που τις χρησιμοποιούμε κι ας γνωρίζουμε στο περίπου -ή στο… καθόλου- τι ακριβώς σημαίνουν.
Υπάρχει όμως μια απολύτως λογική μεταφορά πίσω τους. Μια ζεστή μέρα του Αυγούστου, για παράδειγμα, ο καθένας μας μπορεί  να «βγάλει την
μπέμπελη». Ποια είναι η μπέμπελη; Κάτι καθόλου τροπικό. Η -πεζή- έννοια της λέξης είναι η ιλαρά, όσο για τη φράση στηρίζεται σε
γιατροσόφια που έλεγαν ότι για να θεραπευτείς από την μπέμπελη – ιλαρά, πρέπει να  ιδρώσεις.

  Μια άλλη  περίπτωση είναι η μαρμάγκα, η οποία εμφανίζεται στη φράση «τον έφαγε η μαρμάγκα», που σημαίνει εξαφανίστηκε χωρίς να
αφήσει ίχνη. Μαρμάγκα είναι ένα είδος δηλητηριώδους αράχνης, η οποία αιχμαλωτίζει και εξαφανίζει τα θύματά της  χωρίς να αφήνουν πίσω τους
κανένα σημάδι…

Ποιος είναι ο αγλέορας;Αρχαιοπρεπής είναι η προέλευση του «αγλέουρα» ή «αγλέορα» -όσο κι αν δεν  του φαίνεται. Ετυμολογικά αποτελεί παραφθορά του αρχαιοελληνικού «ελλέβορος»  (αλλέβουρας – αλλέουρας -αγλέουρας), που είναι το όνομα ενός δηλητηριώδους φυτού με όμορφα κιτρινοπράσινα λουλούδια. Το χρησιμοποιούσαν ως φάρμακο στην  επιληψία μέχρι και στην κατάθλιψη, όμως μια άλλη
ιδιότητά του ήταν αυτή που το έκανε γνωστό και στη γλώσσα του σήμερα: η πικρή και στυφή γεύση
και οσμή του, που προκαλούσε ναυτία και δυσφορία. Αίσθηση ανάλογη με αυτή που μπορεί να έχει 
κανείς ύστερα από την υπερβολική κατανάλωση φαγητού ή αλλιώς έτσι και φάει τον 
αγλέορα.

Η  Μιχαλού και ο Παντελής

Αν αναζητήσουμε κάποια από τα πρόσωπα που πιθανόν κι οι ίδιοι έχουμε χρησιμοποιήσει στο λόγο μας προκύπτουν πολλές απορίες: ποια είναι η  Μιχαλού και γιατί είναι τόσο κακό να της χρωστάει κανείς
ή ποιος είναι ο Παντελής – Παντελάκης μου, που λέει όλο τα ίδια και τα ίδια; Και στις δύο περιπτώσεις, ο μύθος λέει πως υπήρξαν πραγματικά πρόσωπα.
Για την ιστορία της Μιχαλούς, ωστόσο, υπάρχουν επιφυλάξεις. Η δημοφιλέστερη εκδοχή λέει πως
πρόκειται για μια άκαρδη και ανελέητη ταβερνιάρισσα στο Ναύπλιο  τα πρώτα χρόνια του ελληνικού κράτους, η οποία εξευτέλιζε όσους  αδυνατούσαν να εκπληρώσουν τα χρέη τους και είχε μονίμως
γραμμένα τα ονόματά τους στον τοίχο του μαγαζιού της ώστε να τα βλέπουν όλοι. Γι’ 
αυτό και η φράση «χρωστάει της Μιχαλούς»

Είσαι μια… τρελοκαμπέρω!

Εδώ έχουμε μια λέξη που προέρχεται από κύριο όνομα πραγματικού προσώπου  -χωρίς καν να το γνωρίζουν ακόμα και πολλοί από όσους την έχουν χρησιμοποιήσει. Μιλάμε για τον χαρακτηρισμό
«τρελοκαμπέρω» που έχει την έννοια της απερίσκεπτης, της γυναίκας που κάνει «τρέλες» χωρίς δεύτερη σκέψη. Από πού βγήκε; Από το όνομα ενός εξαιρετικού ανδρός, ο οποίος έμεινε στην ιστορία για
την τόλμη, την επιδεξιότητα και τη γενναιότητά του. Ο γεννημένος το 1883 Δημήτρης Καμπέρος έγινε το 1912 ο πιλότος που πραγματοποίησε  την πρώτη πτήση με στρατιωτικό αεροπλάνο στην Ελλάδα. Απέκτησε φήμη για τις παράτολμες επιδείξεις του και για τις ριψοκίνδυνες αποστολές
του. Οι συνάδελφοί του τον φώναζαν «Τρελοκαμπέρο».Πέθανε στην κατοχή το 1942 από διαρροή αερίου 
στο σπίτι του. Η φήμη από τις «τρέλες» του, όμως, παρέμεινε ζωντανή. Στο πέρασμα των χρόνων, η ιστορία ξεθώριασε και η κλητική σταδιακά παρερμηνεύτηκε σε ονομαστική θηλυκού, οπότε καιπροέκυψε η «τρελοκαμπέρω»