Άρθρα

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 13 Σεπτεμβρίου 2026

Πάντα έβρισκα την επιλογή των βιβλίων πριν από ένα ταξίδι ως μεγάλη υπόθεση. Συχνά ήταν μια επιλογή εξίσου σημαντική με την επιλογή του τόπου του ταξιδιού. Πέρσι ήμουν κουρασμένος. Πραγματικά κουρασμένος. Ετσι πήρα μια ριζική απόφαση. Πήρα μαζί μου αποκλειστικά βιβλία που είχα διαβάσει. Βιβλία που ίσως δεν θυμόμουν τόσο καλά, αλλά θυμόμουν με βεβαιότητα πως μου άρεσαν. Δίπλα στη θάλασσα, σε έναν χρόνο που συντονιζόταν με τις επιταγές του καλοκαιριού, ένιωσα πως η έντασή μου ημερεύει. Ενώ επαναλάμβανα αναγνωστικές διαδρομές που δεν θυμόμουν, αλλά καθετί επιβεβαίωνε πως είχα περάσει από εδώ. Μια παλιά τσάκιση της σελίδας, σποραδικές υπογραμμίσεις, η ίδια η κατάσταση του βιβλίου. Κανένα άγχος να τελειώσει κάτι. Δεν υπήρχε εδώ αποστολή. Ούτε καν πλάνο. Το αποτέλεσμα θα ήταν πάντοτε το ίδιο. Μια στοίβα από διαβασμένα βιβλία. Ακόμα και αν αυτή τη φορά δεν τα τελείωνα καν.

Πολλές φορές η απουσία στόχων -και ιδανικά αυτό είναι διακοπές- γεννάει νέους στόχους. Υποσχέσεις που θα αντικαταστήσουν τα χρονοδιαγράμματα της ρουτίνας, μη ομολογημένες προσδοκίες και απαιτήσεις από τον εαυτό σου. Πόση ώρα θα κολυμπήσεις, πόσες φορές θα φας φρούτα αντί για παγωτά, πόσα βιβλία θα διαβάσεις. Και με λίγη κακή διαχείριση κάθε τι μπορεί να γίνει εξίσου πιεστικό με μια πραγματική δουλειά.

Φέτος δεν ξέρω τι βιβλία θα πάρω μαζί μου (την ώρα που διαβάζεται αυτό το άρθρο εγώ μάλλον θα τα διαβάζω). Σκέφτομαι να πάρω μαζί μου μόνο βιβλία που θα αφήσω στη μέση. Λόγω αριθμού σελίδων, λόγω έλλειψης συγκέντρωσης, λόγω μια κρυφής αγάπης για το ανολοκλήρωτο. Η σχέση μας με τα βιβλία που δεν τελειώσαμε πολλές φορές είναι η πιο έντονη σχέση. Πιο έντονη από αυτά που τελειώσαμε και σιγά σιγά ξεχνάμε, πιο έντονη από αυτά που θέλουμε να διαβάσουμε, αλλά δεν μας δόθηκε η ευκαιρία. Είναι μια σχέση που διακόπηκε, αλλά δεν τελείωσε. Μια σχέση σταθερά δυναμική. Ολο και πιο συχνά προσπαθούμε να επαναφέρουμε στο μυαλό μας όσα διαβάσαμε, το πώς ξεκινούσε, το σημείο στο οποίο τα αφήσαμε. Και μαζί τις υποθέσεις μας για την εξέλιξή του, τα όσα καταλάβαμε και τα όσα υποθέσαμε. Ολο και πιο συχνά προσπαθούμε να επαναφέρουμε την αίσθηση της ανάγνωσης του συγκεκριμένου βιβλίου από το παρελθόν στο παρόν, να συντηρήσουμε την αίσθηση αυτή όχι ως μια στιγμή του παρελθόντος, αλλά ως μια υπόσχεση για το μέλλον που κάποια στιγμή θα επαναληφθεί. Με τον τρόπο αυτό τα βιβλία που δεν τελειώσαμε μένουν μαζί μας περισσότερο. Μέσα σε μια διαρκή συνομιλία που μας επηρεάζει περισσότερο από οτιδήποτε ολοκληρώσαμε.

Ο πολιτισμός μας έχει εμμονή με το σχήμα αρχή – μέση – τέλος. Σαν να έχει διδαχτεί γεωμετρία αποκλειστικά από χολιγουντιανές ταινίες. Ολα οφείλουν να τελειώνουν με την ίδια ακρίβεια που ξεκινάνε. Θυμάμαι την εμμονή του Φελίνι να μη γράφει ποτέ «τέλος» όταν μια ταινία του τελείωνε. Οπως έλεγε ο ίδιος, καμία ταινία δεν τελειώνει (τουλάχιστον καμία καλή ταινία). Ο θεατής την κουβαλάει μαζί και τη συνεχίζει. Η απουσία της μικρής αυτή λέξης στην πραγματικότητα του επιβεβαιώνει αυτό το δικαίωμα. Γιατί τελικά κανένα έργο τέχνης δεν τελειώνει. Ούτε για τον δημιουργό του, ούτε για τον δέκτη του. Οπως έλεγε ο Πολ Βαλερί, δεν υπάρχουν ολοκληρωμένα ποιήματα, μόνο ποιήματα που έχεις παρατήσει. Το ίδιο μάλλον ισχύει και για την ανάγνωση. Αυτό αποδεικνύεται άλλωστε άμα διαβάσεις ένα μυθιστόρημα για δεύτερη φορά ή ένα ποίημα για εικοστή φορά. Η επιστροφή και η νέα ανάγνωση κάνουν την αρχική ανάγνωση να μοιάζει με μια ερασιτεχνική, επιδερμική εμπειρία. Οταν τελειώνουμε ένα βιβλίο έχουμε την ψευδαίσθηση πως ξεμπερδέψαμε μαζί του. Αντίθετα όταν το αφήνουμε ανολοκλήρωτο, κάτι πάλλεται κάθε φορά που το επαναφέρουμε στη μνήμη μας. Μαζί μας επανέρχεται και η λαχτάρα για συνέχεια, η πείνα για ανάγνωση. Κάτι από την πρωταρχική ανάγκη που γεννάει την κάθε ειλικρινή ανάγνωση.

Τα βιβλία που δεν τελειώσαμε είναι οι πιο ολοκληρωμένες αναγνώσεις μας.

Από efsyn.gr
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 8 Αυγούστου 2026

Οι άνθρωποι που ξαναβλέπουν τις ίδιες ταινίες για να νιώσουν παρηγοριά έχουν δημιουργήσει ένα μικρό και ασφαλές «καταφύγιο» μέσα στην εβδομάδα.

Γιατί βλέπουμε ξανά και ξανά τις ίδιες ταινίες; Την απάντηση επιχειρεί να δώσει ο Daniel Moran με άρθρο του στο Silicon Canals.

Όπως αναφέρει, υπάρχει μία ταινία που την έχει δει τόσες φορές, ώστε μπορεί να απαγγείλει τους διαλόγους της ακόμη και την ώρα που πλένει τα πιάτα, ενώ θυμάται κάθε λεπτομέρεια και το τέλος σχεδόν καρέ-καρέ.

Για μεγάλο διάστημα θεωρούσε αυτή τη συνήθεια προσωπική αποτυχία, καθώς, παρά τις αμέτρητες ταινίες που είναι διαθέσιμες, επέστρεφε διαρκώς στην ίδια. Ωστόσο, όπως μεταφέρει, η συμπεριφορά αυτή έχει μελετηθεί. Δύο ερευνητές, η Cristel Russell και ο Sidney Levy, σε μελέτη το 2012 στο Journal of Consumer Research της έδωσαν την ονομασία ηθελημένη επανακατανάλωση (volitional reconsumption). Ο όρος αφορά στην εκούσια επαναβίωση μιας εμπειρίας που έχουμε ήδη ζήσει, όπως η επανάγνωση ενός βιβλίου ή η επαναπροβολή μιας ταινίας.

Αυτό που αποκάλυψαν οι συνεντεύξεις τους ήταν ότι οι άνθρωποι δεν επιστρέφουν σε αυτές τις εμπειρίες απλώς από συνήθεια. Επιλέγουν συνειδητά το συναίσθημα που θέλουν να ξαναζήσουν, γνωρίζοντας ότι η συγκεκριμένη ταινία θα τους το προσφέρει. Οι Russell και Levy το ονομάζουν συναισθηματική αποτελεσματικότητα, ενώ Moran «κράτηση δωματίου».

Η ψυχολογία λέει ότι οι άνθρωποι που τους ενοχλεί και το παραμικρό δεν είναι απαραίτητα «μονίμως θυμωμένοι»: Δείτε τι μπορεί να σημαίνει η συμπεριφορά τους
Μάλιστα, το γεγονός ότι γνωρίζουμε το τέλος δεν καταστρέφει απαραίτητα την εμπειρία. Έρευνα ψυχολόγων από το UC San Diego το 2011 έδειξε ότι οι αναγνώστες μπορούσαν να απολαμβάνουν ακόμη περισσότερο ιστορίες όταν γνώριζαν εκ των προτέρων την ανατροπή. Η εξήγηση βρίσκεται στη λεγόμενη «ευχέρεια» επεξεργασίας: όταν ο εγκέφαλος δεν χρειάζεται να καταναλώνει ενέργεια προσπαθώντας να προβλέψει τι θα συμβεί και μπορεί να επικεντρωθεί περισσότερο σε άλλα στοιχεία της εμπειρίας.

Οι γνώριμες ταινίες μπορούν επίσης να λειτουργήσουν ως ένα είδος κοινωνικής υποκατάστασης. Μελέτη του 2009 της Jaye Derrick έδειξε ότι οι άνθρωποι στρέφονται στις αγαπημένες τους σειρές όταν νιώθουν μοναξιά και στη συνέχεια αισθάνονται λιγότερο μόνοι. Σύμφωνα με τον Moran πρόκειται για την «υπόθεση της κοινωνικής υποκατάστασης» (social surrogacy hypothesis), την ιδέα δηλαδή ότι μια αγαπημένη τηλεοπτική σειρά μπορεί, ως έναν βαθμό, να λειτουργήσει ως υποκατάστατο της πραγματικής ανθρώπινης συντροφιάς. Η επίδραση αυτή ωστόσο συνδέεται με συγκεκριμένους, γνώριμους χαρακτήρες και όχι απλώς με το γεγονός ότι υπάρχει μια

Βλέπουμε τις ίδιες ταινίες και σειρές όταν έχουμε κακές μέρες
Σύμφωνα με το άρθρο, η ανάγκη να δει κανείς μία ταινία που ξέρει καλά γίνεται ακόμη εντονότερη μετά από ημέρες που απαιτούν μεγάλη αυτοσυγκράτηση. Επικαλούμενο σχετική έρευνα του 2013 αναφέρει ότι οι συμμετέχοντες, αφού είχαν καταναλώσει σημαντικά αποθέματα αυτοελέγχου, προτιμούσαν γνώριμους φανταστικούς κόσμους και στη συνέχεια ανταποκρίνονταν καλύτερα σε νέα καθήκοντα που απαιτούσαν πειθαρχία.

Και σε αυτή την περίπτωση, ο αρθρογράφος ταυτίστηκε. Όπως αναφέρει, στο παρελθόν μετά από μία εξαντλητική μέρα στη δουλειά όπου έπρεπε να αντιδρά με ηρεμία σε κάθε απαίτηση και συμπεριφορά, γυρνώντας στο σπίτι δεν αναζητούσε μια απαιτητική ταινία αλλά εκείνη της οποίας γνώριζε ήδη το τέλος. Ήθελε απλώς να περάσει την τελευταία ώρα της ημέρας σε έναν κόσμο όπου κανείς δεν χρειαζόταν τίποτα από εκείνον.

Τι πρέπει να προσέξει κανείς
Ωστόσο, η συμπεριφορά αυτή μπορεί να έχει και κάποια μειονεκτήματα. Σύμφωνα με τον Moran, η ίδια η Derrick έχει επισημάνει κάτι αντίστοιχο: όταν απομακρυνόμαστε από τους πραγματικούς ανθρώπους και αναζητούμε παρηγοριά στην τηλεόραση, μπορεί με τον καιρό να διαθέτουμε λιγότερα ψυχικά και κοινωνικά αποθέματα για να αντιμετωπίσουμε την καθημερινότητα. Το ερώτημα, σύμφωνα με τον αρθρογράφο, είναι αν κάποιος επισκέπτεται απλώς αυτό το «δωμάτιο» ή αν έχει εγκατασταθεί εκεί. Η επανάληψη μετά από μια δύσκολη εβδομάδα μπορεί να λειτουργεί αποκαταστατικά, ενώ η χρήση της για να αποφεύγεται μια συζήτηση ή μια κατάσταση μπορεί να έχει διαφορετική λειτουργία.

Συμβουλές
Τέλος, ο αρθρογράφος προτείνει να επιλέγεται εκ των προτέρων η ταινία ή η σειρά, πριν επέλθει η κόπωση, να παραμένει η παρακολούθηση περιορισμένη και να αποφεύγεται το ατελείωτο autoplay.

Παράλληλα, σημειώνει πως αξίζει να προσέχουμε τι επιλέγουμε να ξαναδούμε, καθώς αυτό μπορεί να αποκαλύπτει τι μας λείπει περισσότερο: τάξη, φροντίδα ή ανθρώπους που κάνουν τη ζωή πιο διασκεδαστική. Όπως, λέει, «ένα μικρό, ασφαλές και προβλέψιμο “καταφύγιο” δεν σημαίνει ότι έχεις παραιτηθεί από τον κόσμο. Για κάποιους από εμάς, είναι ακριβώς αυτό που κάνει τον κόσμο αρκετά υποφερτό, ώστε να μπορούμε να ξαναβγούμε σε αυτόν.

Από iefimerida

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 11 Απριλίου 2026

Η ακριβής τοποθεσία του Γολγοθά, του «Κρανίου Τόπου» όπου σταυρώθηκε ο Ιησούς, αποτελεί ένα από τα πιο συναρπαστικά πεδία της βιβλικής αρχαιολογίας. Σήμερα, η συντριπτική πλειοψηφία των αρχαιολόγων και των ιστορικών συμφωνεί ότι ο αυθεντικός χώρος βρίσκεται εντός του σημερινού Ναού της Αναστάσεως (ή Ναού του Παναγίου Τάφου) στην Ιερουσαλήμ.

Τα αρχαιολογικά δεδομένα που υποστηρίζουν την ιστορικότητα της συγκεκριμένης τοποθεσίας είναι πολυάριθμα και αλληλοσυμπληρούμενα.

1. Γεωμορφολογία: Το εγκαταλελειμμένο λατομείο

Οι ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν στον 20ό αιώνα, κυρίως από τον Φραγκισκανό αρχαιολόγο Virgilio Corbo τη δεκαετία του 1970, έφεραν στο φως τη γεωλογική ιστορία της περιοχής.

Το Λατομείο του 8ου-1ου αιώνα π.Χ.: Διαπιστώθηκε ότι η περιοχή ήταν αρχικά ένα μεγάλο λατομείο ασβεστόλιθου (του είδους “Meleke”).

Ο Βράχος του Γολγοθά: Ένα συγκεκριμένο κομμάτι βράχου είχε αφεθεί άκοπο από τους λατόμους, πιθανότατα επειδή ήταν ρηγματωμένο και ακατάλληλο για οικοδόμηση. Αυτός ο απορριφθείς, προεξέχων βράχος αντιστοιχεί στον λόφο του Γολγοθά. Μέχρι τον 1ο αιώνα μ.Χ., το λατομείο είχε εγκαταλειφθεί και είχε καλυφθεί εν μέρει από χώμα, επιτρέποντας τη δημιουργία κήπων

2. Εκτός των τειχών της πόλης

Ο εβραϊκός νόμος επέβαλλε οι εκτελέσεις και οι ταφές να γίνονται έξω από τα τείχη της πόλης.

Για πολλά χρόνια υπήρχε αμφιβολία για την τοποθεσία του Ναού της Αναστάσεως, καθώς σήμερα βρίσκεται στην καρδιά της Παλαιάς Πόλης της Ιερουσαλήμ.

Ωστόσο, οι σύγχρονες αρχαιολογικές έρευνες απέδειξαν ότι τον 1ο αιώνα μ.Χ. η περιοχή αυτή βρισκόταν έξω από το λεγόμενο “Δεύτερο Τείχος” της Ιερουσαλήμ. Τα τείχη επεκτάθηκαν προς τα βόρεια (το “Τρίτο Τείχος”) από τον Ηρώδη Αγρίππα περίπου δέκα χρόνια μετά τη Σταύρωση, εγκλωβίζοντας τον Γολγοθά μέσα στη νέα περίμετρο της πόλης.

3. Τάφοι του 1ου αιώνα

Ένα από τα ισχυρότερα στοιχεία που επιβεβαιώνουν ότι η περιοχή ήταν χώρος ταφής την εποχή του Ιησού είναι η ύπαρξη συλημένων αρχαίων τάφων μέσα στο ίδιο το κτιριακό συγκρότημα του σημερινού ναού.

Τάφοι τύπου Kokhim: Σε μικρή απόσταση από το σημείο του Γολγοθά και τον Πανάγιο Τάφο, διασώζεται ένα ταφικό συγκρότημα σκαλισμένο στον βράχο (συχνά αναφέρεται ως “Τάφος του Ιωσήφ της Αριμαθαίας”). Ο σχεδιασμός αυτών των τάφων είναι τυπικός των ιουδαϊκών ταφικών εθίμων του 1ου αιώνα, επιβεβαιώνοντας απόλυτα τις αναφορές των Ευαγγελίων ότι ο τόπος της σταύρωσης ήταν δίπλα σε ένα νεκροταφείο/κήπο.

4. Η «ακούσια» διατήρηση από τον αυτοκράτορα Αδριανό

Μια ειρωνεία της ιστορίας είναι ότι η ακριβής τοποθεσία διατηρήθηκε εξαιτίας μιας προσπάθειας να καταστραφεί.

Όταν ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας Αδριανός κατέστειλε την εξέγερση του Μπαρ Κοχμπά (135 μ.Χ.) και ανοικοδόμησε την Ιερουσαλήμ ως ρωμαϊκή πόλη (Aelia Capitolina), προσπάθησε να εξαλείψει κάθε ίχνος ιουδαϊκής και χριστιανικής λατρείας.

Για να εμποδίσει τους πρώτους Χριστιανούς να προσκυνούν στο σημείο, ο Αδριανός επιχωμάτωσε πλήρως το εγκαταλελειμμένο λατομείο (κρύβοντας τον Γολγοθά και τον Τάφο) και έχτισε από πάνω έναν τεράστιο παγανιστικό ναό αφιερωμένο στη θεά Αφροδίτη. Αντί να διαγράψει το σημείο, το σφράγισε και το σημάδεψε κάτω από έναν ογκώδη αναλημματικό τοίχο, προστατεύοντάς το μέχρι το 325 μ.Χ., όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος διέταξε την κατεδάφιση του ρωμαϊκού ναού και την αποκάλυψη του βράχου.

Εν κατακλείδι, η τοποθεσία του Γολγοθά στον Ναό της Αναστάσεως δεν βασίζεται απλώς στην παράδοση αιώνων. Η στρωματογραφία του εδάφους, η μορφολογία του αρχαίου λατομείου, η ύπαρξη τάφων της εποχής του Ηρώδη και τα τοπογραφικά δεδομένα των τειχών της πόλης του 1ου αιώνα δημιουργούν ένα αδιάσειστο αρχαιολογικό προφίλ που ταιριάζει απόλυτα με τις ιστορικές πηγές και καθιστά το σημείο αυτό την πιο τεκμηριωμένη τοποθεσία για τα γεγονότα της Σταύρωσης.

Από in. gr

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 11 Ιανουαρίου 2025
Τα Πετράλωνα είχαν κυριολεκτική σημασία, αφού πήραν το όνομα τους από αλάνες που γέμισαν με πέτρες, όταν γινόταν εξομάλυνση του δύσβατου εδάφους. Τα κομμάτια της πέτρας πετάχτηκαν και έτσι οι δημιουργήθηκαν πέτρινα αλώνια, τα οποία έδωσαν το όνομά τους στην περιοχή.

Τα Πατήσια βαφτίστηκαν έτσι από την έκφραση «παπά πάτα ίσια», που συνήθιζαν να λένε τα παιδιά της περιοχής σε έναν Τούρκο Αγά, που ήταν συνέχεια μεθυσμένος. Τα παιδιά τον έβλεπαν να παραπατάει από το ποτό και του φώναζαν «παπά πάτα ίσια», με αποτέλεσμα να ονομαστεί η περιοχή Πατήσια.

Το Θησείο πήρε το όνομα του από ένα λάθος. Στην περιοχή και συγκεκριμένα στο λόφο της αρχαίας αγοράς βρίσκεται ο ναός του Ηφαίστου, ο οποίος έχει ανάγλυφες παραστάσεις στις μετώπες του. Η αρχική ερμηνεία ήταν πως στις μετώπες αναπαρίσταντο άθλοι του Θησέα και έτσι η περιοχή συσχετίστηκε με τον μυθικό ήρωα και πήρε το όνομά του. Αργότερα, οι έρευνες των αρχαιολόγων απέδειξαν πως η ερμηνεία ήταν λάθος, αλλά το όνομα διατηρήθηκε.

Το Χαλάνδρι ήταν μια εύφορη περιοχή με μεγάλες καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Γι’ αυτό παλιότερα η ευρύτερη περιοχή ονομαζόταν «Δήμος Φλύας» από το ρήμα φλεί, που σημαίνει ευδοκιμώ. Την περίοδο της Τουρκοκρατίας το μεγαλύτερο μέρος των εκτάσεων πέρασε στα χέρια ενός τσιφλικά που λεγόταν Χαλάς. Έτσι η περιοχή ονομάστηκε Χαλάνδρι.

Εξάρχεια: Η περιοχή πήρε το όνομά της από τον παντοπώλη από την Ήπειρο, Έξαρχο, ο οποίος στα τέλη του 19ου αιώνα διατηρούσε μεγάλο κατάστημα στη διασταύρωση των οδών Θεμιστοκλέους και Σολωμού.

Κουκάκι: Η ονομασία του προέρχεται από τον εργοστασιάρχη Γεώργιο Κουκάκη. Ο Κουκάκης στις αρχές του 20ου αιώνα ήταν ένας από τους πρώτους κατοίκους της περιοχής ο οποίος δραστηριοποιήθηκε και επαγγελματικά στην περιοχή διατηρώντας βιοτεχνία σιδερένιων κρεβατιών.

Μεταξουργείο: Από το 1835 υπήρχε στην περιοχή ένα εργοστάσιο κατασκευής μεταξωτών υφασμάτων που έδρευε στην ημιτελή κατοικία του Πρίγκιπα Κατακουζηνού, οικία που διατηρείται ακόμα και σήμερα στις οδούς Μεγάλου Αλεξάνδρου, Μυλλέρου και Γιατράκου.

Σεπόλια: Στην αρχαιότητα ήταν γνωστά ως “Μύλοι των Αθηνών” γιατί εκεί οι Αθηναίοι άλεθαν το σιτάρι. Το τωρινό όνομά της περιοχής προέρχεται από τη λέξη “εξωπόλια” χαρακτηρισμός που δινόταν σε πόλεις που βρίσκονταν εκτός σχεδίου πόλεως και δεν είχαν ασφαλτόστρωση.

Πλάκα: Η επικρατέστερη ερμηνεία για το όνομα “Πλάκα” είναι αυτή που τη συνδέει με την αρβανίτικη λέξη “πλάκα= πλάκου, παλιό, αρχαίο”. Κατά τον 16ο αιώνα Αρβανίτες κατοίκησαν την περιοχή που είχε εγκαταλειφθεί και ερημωθεί και ονόμασαν την περιοχή Πλακ΄Αθήνα. Φεύγοντας από την περιοχή οι νέοι κάτοικοι κράτησαν την επωνυμία Πλάκα.

Κολωνάκι:Η αριστοκρατική περιοχή πήρε το όνομά της από ένα “κολωνάκι” ύψους περίπου δυόμιση μέτρων που είχε τοποθετηθεί στην πλατεία κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, για προληπτικούς λόγους.

Μετς:Στην επωνυμία της μπυραρίας “Μετς”, που άνοιξε ο γιος του ιδρυτή της ζυθοποιίας Φιξ, οφείλει η περιοχή το όνομά της. Παλαιότερα η περιοχή ονομαζόταν και “παντρεμενάδικα”.

Ψυχικό: Λέγεται ότι πήρε το όνομά του επειδή εκεί άφησε την τελευταία του πνοή ο μαραθωνομάχος Φειδιππίδης που ήρθε τρέχοντας να αναγγείλει τη νίκη των Αθηναίων έναντι των Περσών. Μία δεύτερη εκδοχή θέλει την Οσία Φιλοθέη που είχε εκτάσεις γης στην περιοχή, να ανοίγει πηγάδι για να ξεδιψούν οι περαστικοί και οι αγρότες. Πράξη που χαρακτηρίστηκε ως ψυχικό εκ μέρους της και για τον λόγο αυτό την τίμησαν δίνοντας στην περιοχή αυτήν την ονομασία.

Ψυρή: Οφείλει το όνομά της σε ένα νησιώτη από τα Ψαρά ο οποίος έφτασε στην περιοχή και έκτισε και μία εκκλησία που σήμερα δεν υπάρχει πια. Αυτός μετονομάστηκε σε Ψυρής που σημαίνει Ψαριανός και μετέπειτα πήρε και η περιοχή Ψυρή το όνομά της. Ψυρή όμως με ένα ρ και όχι με δύο όπως έχουμε συνηθίσει.

Όλοι θέλουν να καταλάβουν τη ζωγραφική. Γιατί δεν προσπαθούν να καταλάβουν το κελάηδημα των πουλιών; Τους αρέσει η νύχτα, ένα λουλούδι, τόσα πράγματα γύρω τους, χωρίς να τα καταλαβαίνουν. Γιατί πρέπει οπωσδήποτε να καταλάβουν τη ζωγραφική; Όλα στη ζωή είναι ένα θαύμα. Είναι θαυμαστό ακόμα και ότι δεν διαλύεται κανείς στο λουτρό σαν κομματάκι ζάχαρης. Δεν «εγκρίνω» ποτέ τίποτα κατά τον ίδιο τρόπο που δεν συμπαθώ ποτέ τίποτα. Αγαπώ ή μισώ. Όταν αγαπώ μια γυναίκα, η κατάστασή μου αυτή τινάζει στον αέρα τα πάντα, ακόμη και την ίδια μου τη ζωγραφική. Κάθε παιδί είναι καλλιτέχνης. Το θέμα είναι πώς θα παραμείνει καλλιτέχνης μεγαλώνοντας. Μου πήρε τέσσερα χρόνια να μάθω να ζωγραφίζω σαν τον Ραφαήλ και μια ολόκληρη ζωή να μάθω να ζωγραφίζω σαν παιδί. Οι κακοί καλλιτέχνες αντιγράφουν. Οι καλοί καλλιτέχνες κλέβουν. Δεν υπάρχει αφηρημένη τέχνη. Πρέπει πάντα να αρχίζεις ζωγραφίζοντας κάτι συγκεκριμένο. Μετά μπορείς να αφαιρέσεις κάθε ίχνος ρεαλισμού. Πάντα κάνω αυτό που δεν μπορώ να κάνω, με σκοπό να διαπιστώσω αν μπορώ να το κάνω. Κάθε θετική αξία έχει την τιμή της σε αρνητικούς όρους. Η ιδιοφυΐα του Αϊνστάιν οδηγεί στη Χιροσίμα. Οι στόχοι μας μπορούν να επιτευχθούν μόνο μέσα από ένα σχέδιο, στο οποίο πρέπει να πιστέψουμε θερμά και πάνω στο οποίο πρέπει να δράσουμε ενεργά. Δεν υπάρχει άλλη διαδρομή προς την επιτυχία. Ποτέ μην επιτρέπετε μια διχοτόμηση να κυβερνά τη ζωή σας, μια διχοτόμηση στην οποία μισείτε ό, τι κάνετε, ώστε να μπορείτε να απολαύσετε τον ελεύθερο χρόνο σας. Ψάξτε για μια κατάσταση στην οποία η δουλειά σας θα σας δώσει τόσο μεγάλη ευτυχία όσο ο ελεύθερος χρόνος σας. Μάθε τους κανόνες σαν επαγγελματίας ώστε να μπορείς να τους παραβαίνεις σαν ερασιτέχνης. Αν είχαμε κουλτούρα, δεν θα είχαμε τόσο έντονη την αίσθηση ότι μας λείπει (ή απλώς θα τη θεωρούσαμε δεδομένη). Αντί γι’ αυτό, βαυκαλιζόμαστε με την ιδέα της κουλτούρας, αλλά αν γνωρίζαμε την αληθινή αξία αυτής της λέξης, θα διαθέταμε και αρκετή κουλτούρα ώστε να μην της δίνουμε και τόσο πολλή σημασία. Ο καλλιτέχνης είναι αποδέκτης συναισθημάτων που προέρχονται από οπουδήποτε: από τον ουρανό, τη γη, από ένα κομμάτι χαρτί, από μια μορφή, από έναν ιστό αράχνης. Μερικές φορές είμαστε πιο ελεύθεροι από ποτέ, τη στιγμή ακριβώς που νιώθουμε πιο ανελεύθεροι από ποτέ. Πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί με την ελευθερία. Τόσο στη ζωγραφική, όσο και αλλού. Μ’ ό,τι κι αν καταπιαστείς, καταλήγεις κάποτε αλυσοδεμένος. Οι καλλιτέχνες δεν μπορούν να μένουν αδιάφοροι μπροστά σε μια διαμάχη κατά την οποία διακυβεύονται οι πιο υψηλές αξίες της ανθρωπότητας και του πολιτισμού». Η επιτυχία είναι επικίνδυνη. Αρχίζει κανείς να αντιγράφει τον εαυτό του, και αυτό είναι χειρότερο από το να αντιγράφεις άλλους. Είναι στείρο. Όλοι ξέρουμε ότι η τέχνη δεν είναι αλήθεια. Η τέχνη είναι ένα ψέμα το οποίο μας μαθαίνει να κατανοούμε την αλήθεια, τουλάχιστον εκείνη την αλήθεια την οποία εμείς (ως άνθρωποι) μπορούμε να κατανοήσουμε. Η τέχνη είναι ένα ψέμα που λέει την αλήθεια Η τέχνη ξεπλένει από την ψυχή τη σκόνη της καθημερινότητας. Πιστεύω μονάχα στη δουλειά. Δεν υπάρχει τέχνη παρά μόνο ύστερα από σκληρή δουλειά, χειρωνακτική και πνευματική. Ένας πίνακας υπάρχει μονάχα γι’ αυτό που είναι και για τίποτε άλλο. Γίνεσαι νέος τελικά στα εξήντα. Δυστυχώς, τότε είναι πολύ αργά πια. Να αναβάλλεις για αύριο μόνο αυτό που είσαι διατεθειμένος να αφήσεις μισοτελειωμένο αν τυχόν πεθάνεις

Από doctv

«Ας μου επιτραπεί, παρακαλώ, να μιλήσω στο όνομα της φωτεινότητας και της διαφάνειας. Επειδή οι ιδιότητες αυτές είναι που καθορίσανε τον χώρο μέσα στον οποίο μου ετάχθη να μεγαλώσω και να ζήσω. Και αυτές είναι που ένιωσα, σιγά-σιγά, να ταυτίζονται μέσα μου με την ανάγκη να εκφρασθώ.

Είναι σωστό να προσκομίζει κανείς στην τέχνη αυτά που του υπαγορεύουν η προσωπική του εμπειρία και οι αρετές της γλώσσας του. Πολύ περισσότερο όταν οι καιροί είναι σκοτεινοί και αυτό που του υπαγορεύουν είναι μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ορατότητα.

Δεν μιλώ για τη φυσική ικανότητα να συλλαμβάνει κανείς τ’ αντικείμενα σ’ όλες τους τις λεπτομέρειες, αλλά για τη μεταφορική, να κρατά την ουσία τους και να τα οδηγεί σε μια καθαρότητα τέτοια που να υποδηλώνει συνάμα την μεταφυσική τους σημασιολογία……..

Πού λοιπόν βρίσκεται σε έσχατη ανάλυση η αλήθεια; Στην φθορά και στον θάνατο που διαπιστώνουμε κάθε μέρα γύρω μας ή στη ροπή που μας ωθεί να πιστεύουμε

Είναι φρόνιμο ν’ αποφεύγουμε τις μεγαλεπήβολες εκφράσεις, το ξέρω. Οι κατά καιρούς κοσμολογικές θεωρίες τις χρησιμοποίησαν, ήρθαν σε σύγκρουση, ακμάσανε, πέρασαν.

Η ουσία όμως έμεινε, μένει. Και η ποίηση, που εγείρεται στο σημείον όπου ο ορθολογισμός καταθέτει τα όπλα του για να τ’ αναλάβει εκείνη και να προχωρήσει μέσα στην απαγορευμένη ζώνη, ελέγχεται να είναι ίσια-ίσια εκείνη που προσβάλλεται λιγότερο από τη φθορά. Διασώζει σε καθαρή μορφή τα μόνιμα, τα βιώσιμα στοιχεία που καταντούν δυσδιάκριτα μέσα στο σκότος της συνείδησης όπως τα φύκια μέσα στους βυθούς των θαλασσών.

Να γιατί μας χρειάζεται η διαφάνεια. Για να διακρίνουμε τους κόμπους στο νήμα που μέσ’ από τους αιώνες τεντώνεται και μας βοηθεί να σταθούμε όρθιοι πάνω σ’ αυτή τη γη……..

Λέμε, και το διαπιστώνουμε κάθε μέρα, ότι ζούμε σ’ ένα χάος ηθικό. Κι αυτό, τη στιγμή που ποτέ άλλοτε η κατανομή των στοιχείων της υλικής μας ύπαρξης δεν έγινε με τόσο σύστημα, τόση στρατιωτική θα έλεγα τάξη, τόσον αδυσώπητο έλεγχο.

Η αντίφαση είναι διδακτική. Όταν σε δύο σκέλη το ένα υπερτροφεί, το άλλο ατροφεί. Μια αξιέπαινη ροπή να συνενωθούν σε ενιαία μονάδα οι λαοί της Ευρώπης, προσκόπτει σήμερα στην αδυναμία να συμπέσουν τα ατροφικά και τα υπερτροφικά σκέλη του πολιτισμού μας. Οι αξίες μας, ούτε αυτές δεν αποτελούν μια γλώσσα κοινή…..

Δεν αρκεί να ονειροπολούμε με τους στίχους. Είναι λίγο.

Δεν αρκεί να πολιτικολογούμε. Είναι πολύ.

Κατά βάθος ο υλικός κόσμος είναι απλώς ένας σωρός από υλικά. Θα εξαρτηθεί από το αν είμαστε καλοί ή κακοί αρχιτέκτονες το τελικό αποτέλεσμα. Ο Παράδεισος ή η Κόλαση που θα χτίσουμε.

Εάν η ποίηση παρέχει μια διαβεβαίωση και δη στους καιρούς τους dürftiger, είναι ακριβώς αυτή: ότι η μοίρα μας παρ’ όλ’ αυτά βρίσκεται στα χέρια μας»

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 18 Δεκεμβρίου 2022

Είμαστε μία γενιά που δεν θα γυρίσει ποτέ … Μια γενιά που πήγε σχολείο και γύρισε πίσω με τα πόδια.
Μια γενιά που έκανε τα μαθήματά της μόνη της για να βγει το συντομότερο δυνατό να παίξει στο δρόμο.
Μια γενιά που περνούσε όλο τον ελεύθερο χρόνο της στο δρόμο.
Μια γενιά που έπαιζε κρυφτό όταν ήταν σκοτάδι. Μια γενιά που έφτιαχνε κέικ λάσπης.
Μια γενιά που μάζευε μπάλες. Μια γενιά που αγαπούσε τα lollies.
Μια γενιά που έφτιαχνε χάρτινα παιχνίδια με γυμνά χέρια .
Μια γενιά που μάζευε φωτογραφίες και άλμπουμ με αποκόμματα.
Μια γενιά που είχε γονείς, όχι ηλικιωμένους.
Μια γενιά που γέλασε λίγο πριν τον ύπνο για να μην ξέρουν οι γονείς ότι είμαστε ακόμα ξύπνιοι.
Μια γενιά που περνάει και δυστυχώς δεν θα επιστρέψει ποτέ!!!

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Απριλίου 2022

«Βιογραφικό σε πρώτο προσωπικό

Γεννήθηκα στις 23 Οκτώβρη του ’25, στην Ξάνθη τη διατηρητέα κι όχι την άλλη τη φριχτή που χτίστηκε μεταγενέστερα από τους μεταπολεμικούς της ενδοχώρας μετανάστες.

Η μητέρα μου ήταν από την Αδριανούπολη και ο πατέρας μου απ’ την Κρήτη. Με φέραν το ’31 στην Αθήνα απ’ όπου έλαβα την Αττική παιδεία – όταν ακόμη υπήρχε στον τόπο μας και Αττική και Παιδεία.
Είμαι λοιπόν γέννημα δύο ανθρώπων που δεν συνεργάστηκαν ποτέ, εκτός απ’ την στιγμή που αποφάσισαν την κατασκευή μου. Γι’ αυτό και περιέχω μέσα μου όλες τις δυσκολίες του Θεού και όλες τις αντιθέσεις. Όμως η αστική μου συνείδηση, μαζί με τη θητεία μου την Ευρωπαϊκή, φέραν έν’ αποτέλεσμα εντυπωσιακό. Εγινα τόσο ομαλός, έτσι που οι γύρω μου να φαίνονται ως ανώμαλοι.

Η κατοχική περίοδος μου συνειδητοποίησε πως δεν χρειαζόμουν τα μαθήματα της Μουσικής, γιατί με καθιστούσαν αισθηματικά ανάπηρο και ύπουλα μ’ απομάκρυναν απ’ τους αρχικούς μου στόχους που ήταν: Να διοχετευθώ, να επικοινωνήσω και να εξαφανιστώ. Γι’ αυτό και τα σταμάτησα ευθύς μετά την κατοχή – σαν ήρθε η απελευθέρωση. Δεν σπούδασα σε Ωδείο και συνεπώς δεν μοιάζω φυσιογνωμικά με μέλος του γνωστού Πανελληνίου Μουσικού Συλλόγου.

Ταξίδεψα πολύ. Κι’ αυτό με βοήθησε ν’ αντιληφθώ πώς η βλακεία δεν ήταν μόνο προϊόν του τόπου μας αποκλειστικό, όπως περήφανα αποδεικνύουν συνεχώς οι Έλληνες σωβινιστές και οι ντόπιοι εθνικιστές. Έτσι ενισχύθηκε η έμφυτη ελληνικότητά μου και μίκραινε κατά πολύ ο ενθουσιασμός μου για τους αλλοδαπούς.
Έγραψα μουσική για το Θέατρο, για τον Κινηματογράφο και τον Χορό. Παράλληλα έγραψα πολλά τραγούδια – δύο χιλιάδες μέχρι στιγμής, – μέσ’ απ’ τα οποία ξεχωρίζω όλα όσα περιέχει αυτή μου η συναυλία.

To 1966 βρέθηκα στην Αμερική, και επειδή χρωστούσα στην ελληνική εφορία κάπου τρισήμιση εκατομμύρια δραχμές, αναγκάστηκα να κατοικήσω εκεί ώσπου να τα εξοφλήσω.

Εξόφλησα τα χρέη μου το ’72 κι’ επέστρεψα στην Αθήνα, για να κατασκευάσω το καφενείο με το όνομα «Πολύτροπο». Ήρθε όμως ο τυφώνας που ονομάστηκε «Μεταπολίτευση» με τις σειρήνες των γηπέδων και των σφαιριστηρίων και τους χιλιάδες εκ των υστέρων αντιστασιακούς, που αγανακτισμένοι τραγουδούσαν τραγούδια ενάντια στη Δικτατορία, και που με αναγκάσανε να κλείσω το «Πολύτροπο», μ’ ένα παθητικό περίπου πάλι των τρισήμιση εκατομμυρίων. Μοιραίος αριθμός.
<span;>Κι’ έτσι απ’ το ’75 αρχίζει μια διάσημη «εποχή μου» που θα την λέγαμε, για να την ξεχωρίσουμε η υπαλληλική, και που με κατέστησε πάλι διάσιμο σ’ όλους τους απληροφόρητους συμπατριώτες μου και σ’ όσους πίστεψαν πως τοποθετήθηκα χαρακτηριστικά στις όποιες θέσεις της δημόσιας ζωής. Μέσα σ’ αυτή που λέτε την περίοδο, προσπάθησα ανεπιτυχώς είναι αλήθεια, να πραγματοποιήσω «ακριβές καφενειακές ιδέες» πότε στην ΕΡΤ και πότε στο Υπουργείο Πολιτισμού. Και οι δύο ετούτοι οργανισμοί βαθύτατα διαβρωμένοι και σαθροί από τη γέννησή τους, κατάφεραν ν’ αντισταθούν επιτυχώς ώσπου στο τέλος να με νικήσουν «κατά κράτος». Παρ΄ όλα αυτά, μέσα σε τούτον τον καιρό, γεννήθηκε η φιλελεύθερη έννοια του ΤΡΙΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ και επιβλήθηκε σε ολόκληρο τον τόπο.
Και καταστάλαγμα μέχρι στιγμής του βίου μου είναι:

Α δ ι α φ ο ρ ώ για την δόξα. Με φυλακίζει στα όρια που εκείνη καθορίζει κι’ όχι εγώ.

Π ι σ τ ε ύ ω στο τραγούδι που μας αποκαλύπτει κι όχι σ’ αυτό που μας διασκεδάζει και μας κολακεύει εις τας βιαίως αποκτηθείσας συνήθειές μας.

Ε π ι θ υ μ ώ να έχω πολλά χρήματα για να μπορώ να στέλνω «εις τον διάβολον» – πού λένε – κάθε εργασία που δεν με σέβεται. Το ίδιο και τους ανθρώπους.

Πε ρ ι φ ρ ο ν ώ αυτούς που δεν στοχεύουν στην αναθεώρηση και στην πνευματική νεότητα, τους εύκολα «επώνυμους» πολιτικούς και καλλιτέχνες, τους εφησυχασμένους συνομήλικους, την σκοτεινή και ύποπτη δημοσιογραφία την πάσα λογής χυδαιότητα καθώς και κάθε ηλίθιο του καιρού μου.

Aυτό το ρεσιτάλ είναι αποτέλεσμα πολύχρονης συνειδητής προσπάθειας και μελέτη «υψηλού πάθους». Γι’ αυτό και το αφιερώνω στους φίλους μου.

ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ
Μελβούρνη 20 Μαΐου 1980»

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 13 Μαρτίου 2022

Παραδέξου πόσο ευλογημένος είσαι που ξυπνάς κάθε πρωί, μη το ξεχνάς, μη το θεωρείς δεδομένο, δεν είναι και δεν θα είναι ποτέ. Κάθε μέρα να ευγνωμονείς που υπάρχεις σε αυτό τον κόσμο, να το δείχνεις με το χαμόγελο σου και να φροντίζεις να είναι αληθινό, να προέρχεται από την ψυχή σου.

Μέσα σε ένα κόσμο που πρωταγωνιστεί το ψέμα, η κακία, η μιζέρια εσύ φρόντισε να είσαι η άλλη μεριά του νομίσματός, η αλήθεια, η καλοσύνη, η χαρά και ας μη ταιριάζεις με τους υπόλοιπους, τίποτα πιο όμορφο από το αληθινό.

Να σηκώνεσαι με φόρα από το κρεβάτι σου κάθε πρωί, με όρεξη, με χαμόγελο, έτοιμος να ζήσεις, να αρπάξεις την κάθε ευκαιρία, να χαρίσεις σε εσένα και σε όσους αγαπάς χαμόγελα. Αυτό είναι η ζωή, χαρούμενες στιγμές, γεμάτες από ξεγνοιασιά και ευγνωμοσύνη που είμαστε ακόμη εδώ. Στιγμές αξέχαστες που δείχνουν πόσο ευλογημένοι αισθανόμαστε για αυτά που έχουμε. Θέλει θάρρος και ειλικρίνεια για να παραδεχτείς πόσο τυχερός είσαι που έχεις ένα σπίτι, υλικά για να μαγειρέψεις, ανθρώπους για να μοιραστείς την χαρά και τον πόνο σου. Πράγματα, απλά, καθημερινά που είναι τόσο σημαντικά και καθόλου δεδομένα. Αν κοιτάξεις γύρω σου, στο δρόμο, θα δεις ανθρώπους που πεινάνε, που δεν έχουν έναν άνθρωπο, ο καθένας μας κρύβει μία ιστορία, αναλογίσου και συνειδητοποίησε το.

Να χαίρεσαι λοιπόν αυτά που έχεις, να δείχνεις ευγνωμοσύνη, μη γίνεσαι αχάριστος, βάλε το θάρρος στη ζωή σου και κάνε όσα θέλεις, μη φοβηθείς στιγμή, μη τα παρατήσεις επειδή όλα σου φαίνονται μάταια. Ξέρεις θα πέσεις πολλές φορές σε αυτήν την παγίδα, κάθε φορά όμως να ρίχνεις μία μάτια στην ψυχή σου, στη ζωή σου, να κοιτάς πόσο γεμάτος είσαι από ευλογία, όλα αυτά που ήρθαν στο δρόμο σου, τους ανθρώπους σου και αυτά που κατέκτησες. Όλα αυτά σου δίνουν δύναμη να προσπαθείς, σου θυμίζουν την αξία που έχει η ζωή, το πόσο όμορφη είναι μέσα στις ατέλειες και στις δυσκολίες της.

Πάντα σου δίνει κάτι όμορφο μέσα στην ασχήμια που επικρατεί και είναι το φως μέσα στη μαυρίλα που σε οδηγεί σε όσα θέλεις να κατακτήσεις και θα τα κατακτήσεις έχοντας το θάρρος, την δύναμη να αντέξεις ότι έρθει στο δρόμο σου. Δόξα τω θεώ είσαι ευλογημένος με τόσο απόθεμα δύναμης που δεν έχεις φανταστεί. Για αυτό σου λέω, μη διστάσεις ποτέ, μη γίνεις εγωιστής, αχάριστος, δέξου ό,τι τελειώνει και καλωσόρισε ό,τι έρχεται.

Ζήσε την ζωή σου με χαρά και αγάπη, έχοντας πάντα στο μυαλό σου πως όλα στο τέλος θα πάνε καλά και αν δεν πάνε θα τα κάνουμε εμείς να πάνε. Και ας σε πουν τρελό, ονειροπόλο, εσύ πάντα να προσπαθείς για το καλύτερο, για το αδύνατο, για ένα καλύτερο κόσμο, να ξέρεις ότι εσύ προσπάθησες και να είσαι ευτυχισμένος με αυτό που κατάφερες. Μέσα σε αυτήν την ασχήμια που μας περιβάλλει, να κρατήσεις το χαμόγελο σου ζωντανό και να νιώσεις ευλογημένος γιατί αυτό είσαι και ας δυσκολεύεσαι ώρες, ώρες να το παραδεχτείς και ας σε τρώει η μιζέρια και η αχαριστία.

Όταν κοιτάζεις την ζωή σου με ειλικρίνεια και θάρρος θα καταλάβεις πως όντως είσαι και θα νιώσεις ευτυχισμένος, έτοιμος να συνεχίσεις να προσπαθείς για όλα αυτά που έχεις στο μυαλό σου.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 8 Σεπτεμβρίου 2021

{ Αποχαιρετισμός στο Μίκη Θεοδωράκη }

Για όλα τα σκαλιά που ανεβήκαμε πέντε πέντε δέκα .
Για το στρώμα που στρώσαμε για δυό και ερωτευτήκαμε .
Για τις γροθιές που υψώσαμε για να γυρίσει ο ήλιος .
Για τις Μυρτιές που μοσχοβόλησαν τα νεανικά μας όνειρα .
Για την Ρωμιοσύνη που κλάψαμε .
Για όλες τις φορές που είμαστε δυό, είμαστε τρεις, είμαστε χίλιοι δεκατρείς .
Για όλους αυτούς που δεν κατάλαβαν πως η αγάπη μας ήταν τόσο ωραία με το καθημερνό της φόρεμα .
Για την ζωή μας που αρμένισε σαν χρυσοπράσινο φύλλο ριγμένο στο πέλαγο.
Για την μέρα που θα σημάνουν οι καμπάνες.
Για αυτό το χώμα που είναι δικό τους και δικό μας.
Για την ζωή μας που πήραμε λάθος και αλλάξαμε ζωή .
Για την Άνοιξη την ακριβή .
Για το πέλαγο που είναι παιδί.
Για την αύρα σου που πότισε τα νιάτα μας…

Στο καλό Μίκη Θεοδωράκη

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 29 Αυγούστου 2020

Το ρήμα “τρώω” είναι μαζί μας από την αρχαιότητα, αν και οι αρχαίοι μας πρόγονοι όταν έτρωγαν συνήθως δεν έτρωγαν. Θέλω να πω, το κατ’ εξοχήν ρήμα που χρησιμοποιούσαν ήταν το εσθίω, που από τον επικό του τύπο έδω έχουν επιβιώσει λέξεις όπως εδώδιμος. Το ρήμα τρώγω σήμαινε “μασουλάω, τραγανίζω, ροκανίζω” και τραγήματα ή τρωγάλια ήταν οι διάφοροι ξηροί καρποί που πολύ τους αγαπούσαν οι αρχαίοι σαν επιδόρπιο ή σαν συνοδεία του κρασιού. Τα τραγήματα τα έπαιρναν μαζί τους στο θέατρο, και μάλιστα ο Αριστοτέλης λέει στα “Ηθικά Νικομάχεια” πως όταν ήταν καλοί οι ηθοποιοί, οι θεατές αρκούνταν στην απόλαυση από το έργο, ενώ όταν το έργο ήταν βαρετό, τότε κυρίως οι θεατές μασουλούσαν τραγήματα (και, φαντάζομαι, θα τα εκσφενδόνιζαν κιόλας εναντίον των ατζαμήδων).

Ο αόριστος του τρώγω ήταν έφαγον και αυτό το θέμα αποδείχτηκε πανίσχυρο, διότι αποτέλεσε τον αόριστο του εσθίω, με αποτέλεσμα τελικά να υποκαταστήσει  ολόκληρο το ρήμα. Το απαρέμφατο είναι φαγείν και από εκεί στα μεσαιωνικά χρόνια έχουμε και το φαγί (όπως και φιλείν > το φιλί, και άλλο ένα που δεν το γράφω) και μετά το φαΐ, πράγμα που θα μπορούσε να οδηγήσει ένα λεξικό που έχω υπόψη μου να γράψει “το φαεί” (αλλά ας σταματήσω, για να μην τους δίνω ιδέες). Από εκεί και το ρηματικό επίθετο, φαγητόν.

Κάτι ανάλογο με τα νέα ελληνικά έγινε και στα γαλλικά και τα ιταλικά, όπου το manger/mangiare προέρχεται από το λατινικό manducare, που σήμαινε αρχικώς “μασουλάω, καταβροχθίζω” και το χρησιμοποιούσαν ή για τα ζώα ή στη σάτιρα, αλλά τελικά επικράτησε και εκτόπισε το κλασικό edere (που όμως επιβιώνει στις ιβηρικές γλώσσες μέσω του συνθέτου comedere > comer).

Tι τρώμε όμως; Γλωσσικά και λαογραφικά αν το δει κανείς, το κατ’ εξοχήν φαγητό είναι το ψωμί. Στα αρχαία ψωμός είναι η μπουκιά, και στην ελληνιστική εποχή η σημασία εξειδικεύτηκε, και σήμαινε κυρίως τη μπουκιά ψωμί. Στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη, χρησιμοποιείται πάντοτε για το ψωμί η λέξη άρτος (πέντε άρτοι κρίθινοι, στο θαύμα του πολλαπλασιασμού) όταν όμως στον μυστικό δείπνο ο Ιησούς θέλει να υποδείξει τον μαθητή που θα τον παραδώσει, παίρνει μια μπουκιά ψωμί και λέει “εγώ βάψω το ψωμίον και δώσω αυτώ” και βουτάει το ψωμί στο κρασί και το δίνει στον Ιούδα. Με τον καιρό, το ψωμίον δεν σήμαινε πια τη μπουκιά ψωμί αλλά το ψωμί γενικώς· αλλά ο άρτος, σαν λέξη, επέζησε βέβαια· “αυτό δεν είναι ψωμί, είναι άρτος” μας έλεγε η γιαγιά όποτε έφερνε αντίδωρο από την εκκλησία.

Για πολύ καιρό και για πολύ κόσμο, το ψωμί ήταν σχεδόν η μοναδική ουσιαστική τροφή· σήμερα όταν λέμε “δεν έχουμε ψωμί”, ο συνομιλητής μας ίσως καταλαβαίνει ότι δεν προλάβαμε να περάσουμε από το φούρνο, αλλά παλιότερα μια τέτοια φράση (ή κραυγή) σήμαινε ότι πεθαίνουν της πείνας, γι’ αυτό κι έμεινε παροιμιώδης η αφελής απορία της Μαρίας Αντουανέτας (αν όντως συνέβη) “γιατί δεν τρώνε παντεσπάνι” οι φτωχοί που κραύγαζαν ότι δεν έχουν ψωμί να φάνε. Αλλά και όταν είχαμε ψωμί να φάμε, λέγαμε ‘ψωμί’ εννοώντας ‘φαγητό’, από την Κυριακή Προσευχή και τον άρτον ημών τον επιούσιον, μέχρι τον Μακρυγιάννη που γράφει επανειλημμένα ότι κάλεσε τον τάδε σπίτι του και “έφαγαν ψωμί” –ασφαλώς δεν έφαγαν μόνο ψωμί ούτε κυρίως ψωμί· κανονικά θα γευμάτισαν. Άλλωστε “βγάζω το ψωμί μου” σημαίνει κερδίζω τα προς το ζην· ξέρουμε βέβαια από τον Καζαντζίδη ότι το ψωμί της ξενιτιάς είναι πικρό, αν και στο Λουξεμβούργο ίσως είναι πολύσπορο (χωρίς αυτό να αποκλείει την πικράδα).

Όμως,ουκ επ’ άρτω μόνον ζήσεται άνθρωπος. Το ψωμί συνοδεύεται από τυρί, εξ ου και η έκφραση το έχει ψωμοτύρι για κάτι που γίνεται πολύ εύκολα και πολύ συχνά, ή ίσως από ελιές, με το δίδυμο ψωμί κι ελιά να δηλώνει εμβληματικά τη λιτή διαβίωση. Αλλά όταν θέλουμε να πούμε  ότι με κάποιον μας συνδέουν παλαιότατοι δεσμοί φιλίας, και έχουμε υποχρεώσεις ο ένας  απέναντι στον άλλο, που δεν πρέπει να λησμονήσουμε, τότε λέμε ότι έχουμε φάει μαζί ψωμί κι αλάτι. Εδώ το ψωμί και το αλάτι δηλώνουν το κοινό δείπνο, και το κοινό τραπέζι ως δεσμός φιλίας είναι πανάρχαια ιδέα. “Άλας και τράπεζαν μη παραβαίνειν” ήταν μια αρχαία παροιμία, ενώ σε μεσαιωνική διήγηση δίνεται όρκος “εις το ψωμί και εις τ’ άλαν”.  Η ιδέα υπάρχει και σε άλλους λαούς, έστω κι αν οι δυτικοί προτιμούσαν περισσότερο να δηλώνουν το ομοτράπεζο με ψωμί και κρασί και να ορκίζονται super panem et vinum, στο ψωμί και στο κρασί δηλαδή. Στο αλάτι από γλωσσική και φρασεολογική σκοπιά θα μπορούσα να αφιερώσω ξεχωριστό σημείωμα· να σημειώσω μόνο στα πεταχτά ότι ο μισθός στα αγγλικά και τα γαλλικά, το salary και το salaire δηλαδή, ανάγονται στο salarium, το χρηματικό επίδομα δηλαδή που έπαιρνε ο ρωμαίος λεγεωνάριος κάθε μήνα για να αγοράσει το απαραίτητο αλάτι.

Αλλά να γυρίσουμε στο κοινό τραπέζι. Δεν έχω εδώ το χώρο να επεκταθώ στα συμπόσια των αρχαίων (ο Πλούταρχος μόνο έχει γράψει εννιά τόμους για Συμποσιακά ζητήματα, που συνιστώ να τους διαβάσετε αν έχετε καιρό) να πω όμως ότι το νεότερο ελληνικό τσιμπούσι, που δηλώνει το φαγοπότι με πλούσια φαγητά και ποτά και χορό και τραγούδι, δηλαδή ό,τι και τα αρχαία συμπόσια περίπου (έστω και χωρίς τη φιλοσοφική συζήτηση) παρά την εκπληκτική ηχητική και σημασιολογική ομοιότητα δεν έχει ετυμολογική συγγένεια με το αρχαίο συμπόσιο, όπως θέλουν μερικά παλιότερα λεξικά. Είναι δάνειο από τα τουρκικά (çümbüs) και η τουρκική λέξη προέρχεται από τα περσικά και δεν έχει καμιά (ετυμολογική ξαναλέω) σχέση με το συμπόσιο.

Πάντως, είτε στα συμπόσια είτε στα τσιμπούσια, τρώμε και πίνουμε πολύ. Λέμε ότι τρώμε (ή πίνουμε) μέχρι σκασμού, ότι φάγαμε τον αγλέουρα, τον περίδρομο, το καταπέτασμα, τον άμπακο. Σκέφτομαι να κλείσω το σημείωμα εξερευνώντας λίγο αυτές τις τέσσερις φράσεις της κραιπάλης. Ο αγλέουρας λοιπόν δεν είναι άλλος από τον αρχαίο ελλέβορο, φυτό δηλητηριώδες ή ίσως πικρό, που οι αρχαίοι το έδιναν στους τρελούς (ελλεβόρου δείσθαι ήταν το ισοδύναμο του σημερινού είναι για δέσιμο). Όμως γιατί να το τρώμε αυτό το πικρό βότανο εμείς που δεν είμαστε παράφρονες αλλά απλώς λαίμαργοι; Καμιά πειστική εξήγηση δεν έχει δοθεί (απ’ όσο ξέρω), σημειώνω όμως τη φράση “βγάλε τον αγλέουρα” που σημαίνει “βγάλε το σκασμό”. Αβεβαιότητα επικρατεί και ως προς την προέλευση της δεύτερης φράσης, έφαγε τον περίδρομο. Κατά την επικρατέστερη  εκδοχή, περίδρομος είναι στην ιατρική ορολογία ο κολικόπονος, άρα έφαγε τόσο που τον έπιασε κολικόπονος. Ωστόσο, στην αλιευτική ορολογία “περίδρομος” είναι το σχοινί που περιβάλλει τα δίχτυα, οπότε φράση θα μπορούσε να ξεκινάει από εκεί: έφαγε όχι μόνο ολόκληρη την ψαριά, αλλά και το σκοινί! Παρόμοια πιθανώς είναι και η προέλευση της τρίτης φράσης, “έφαγε το καταπέτασμα”. Όπου καταπέτασμα στα αρχαία ήταν το κάλυμμα του τραπεζιού, άρα έφαγε όχι μόνο τα φαγητά αλλά και το τραπεζομάντιλο. Ωστόσο, εδώ σαφώς έπαιξε ρόλο και η ακολουθία των Παθών της Μεγάλης Πέμπτης, όπου ακούγεται το χωρίο “και ιδού το καταπέτασμα του ναού εσχίσθη  εις δύο από άνωθεν έως κάτω”. (Το καταπέτασμα ήταν ένα παραπέτασμα, το οποίο στο ναό του Σολομώντος στην Ιερουσαλήμ χώριζε τα λεγόμενα ‘Αγια των Αγίων από τον κυρίως ναό. Η επιβλητική  λέξη “καταπέτασμα” σε συνδυασμό με το “άνωθεν έως κάτω” εννοήθηκε ότι σημαίνει κάτι το τεράστιο.)

Πιο σαφή είναι τα πράγματα με την τελευταία φράση της τετράδας, “έφαγε τον άμπακο”. Άβαξ ήταν η πινακίδα που είχαν οι αρχαίοι για να κάνουν μαθηματικές πράξεις και πρόχειρους υπολογισμούς. Η αρχαία λέξη περνάει από παλιά στα λατινικά και όπως συχνά συμβαίνει περνάει με τη γενική της πτώση (άβαξ-άβακος) ως abacus. Από εκεί στα ιταλικά, abbaco, αλλά η σημασία έχει πλέον διευρυνθεί. Δεν σημαίνει μόνο την πινακίδα για πρόχειρες αριθμητικές πράξεις, αλλά και το αριθμητήριο, και (επέκταση) την ίδια την τέχνη των αριθμητικών υπολογισμών, την πρακτική αριθμητική που λέγαμε παλιά, και σημαίνει επίσης και τα βιβλία πρακτικής αριθμητικής που κυκλοφορούσαν. Βρισκόμαστε τώρα στον 16ο με 17ο αιώνα.

Με όλες αυτές τις σημασίες, η λέξη επανακάμπτει στα ελληνικά, ως άμπακος ή άμπακας και αποτελεί αντιδάνειο. Λοιπόν, είπαμε ότι η λέξη άμπακος σήμαινε διάφορα βιβλία πρακτικής αριθμητικής. Το πρώτο ελληνικό βιβλίο πρακτικής αριθμητικής, του Εμμ. Γλυνζωνίου, κυκλοφόρησε στη Βενετία το 1568 με τίτλο “Βιβλίον πρόχειρον τοις πάσι περιέχον την τε πρακτικήν Αριθμητικήν, ή μάλλον ειπείν την λογαριαστικήν, και πώς ευρίσκει έκαστος το άγιον Πάσχα”. Το βιβλίο γνώρισε αλλεπάλληλες εκδόσεις στους επόμενους αιώνες και έγινε γνωστό στον πολύ κόσμο με το όνομα “Ο άμπακος”. Μέσα στην αμορφωσιά της εποχής, το να ξέρει κανείς ανάγνωση ήταν ήδη κάτι σοβαρό. Το να έχει επιπλέον μελετήσει ένα τόσο χοντρό βιβλίο, εθεωρείτο το άπαν της σοφίας. Ο Μοισιόδαξ αφηγείται ένα διασκεδαστικό επεισόδιο: κάποτε στην Πόλη, ένας μπακάλης λογομάχησε με τον λόγιο Ευγένιο Βούλγαρι και τον προσκάλεσε σε “μονομαχία” περί μαθηματικών και φιλοσοφίας. Κατέφθασε λοιπόν κραδαίνοντας τον “Άμπακο”, το βιβλίο του Γλυνζωνίου, βέβαιος ότι με το όπλο αυτό θα κατατροπώσει τον αντίπαλό του!

Από εκεί προκύπτει η φράση “ξέρει τον άμπακο”, δηλ. ξέρει πάρα πολλά, την οποία αποδελτιώνει ο Πολίτης στις Παροιμίες του. Χαρακτηριστικό είναι ότι στις Παροιμίες του Ν. Πολίτου, που οι τέσσερις πρώτοι τόμοι τους κυκλοφόρησαν το 1901  και οι επόμενοι 20 παραμένουν ανέκδοτοι επί έναν αιώνα προς δόξαν του αθάνατου ελληνικού πολιτισμού και του ελληνικού κράτους που δεν μπορεί να διαθέσει το κόστος των ετήσιων μισθών ενός  καρεκλοκένταυρου για να τυπώσει το έργο που μένει να το τρώει ο σκώρος, ο Πολίτης λοιπόν δεν περιλαμβάνει στη συλλογή του την έκφραση “έφαγε/ήπιε τον άμπακο”, και για να μην την περιλαμβάνει ο Πολίτης σημαίνει σχεδόν ασφαλώς ότι η έκφραση δεν λεγόταν τότε.

Αρχικά λοιπόν έχουμε “ξέρει τον άμπακο”. Στη συνέχεια η λέξη άμπακος μετέπεσε στη σημασία του μεγάλου πλήθους, έτσι ο Πολίτης αποδελτιώνει επίσης την έκφραση “του έψαλε τον άμπακο” η οποία είναι συχνή στη λογοτεχνία του τέλους του 19ου αιώνα –τη βρίσκουμε επανειλημμένα στον Σουρή, π.χ. “Καταλαλούν τον Κόντη μας, τον άμπακο του ψάλλουν”. Από εκεί δεν είναι παρά ένα βηματάκι για να πει κάποιος “έφαγε τον άμπακο” και “ήπιε τον άμπακο” δηλαδή “πάρα πολύ” και αυτή η χρήση έμεινε, ενώ οι πρώτες, οι αρχικές ξεχάστηκαν.

Από www.sarantakos.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 23 Αυγούστου 2020

«Εις τους τόπους της Τουρκίας, διά το να συμβαίνη συνεχέστερον το θανατικόν, δεν είναι άλλο κοινότερον από το να βλέπη τις πολλούς ριψοκινδύνους· οι οποίοι χωρίς συνείδησιν βάλλουσιν εις κίνδυνον όχι μόνον την ιδίαν ζωήν, αλλά και εκείνην του πλησίον. Αν το “ό συ μισείς, ετέρω μη ποιήσης” ήναι φυσικός νόμος, τετυπωμένος εις την καρδίαν εκάστου, ο κανών, τον οποίον χρεωστεί να φυλάττη ο άνθρωπος εις τοιαύτας δυστυχείς περιστάσεις, είναι το, αφού λάβη την ελαχίστην υποψίαν της ολεθρίου ταύτης ασθενείας εις εαυτόν, ή εις άλλον τινά της οικίας αυτού, μήτε αυτός να εξέλθη από τον οίκον μήτε εις άλλον να συγχωρήση να εμβή εις τον οίκον του, πάρεξ με την αναγκαίαν προφυλακήν. Οστις άλλως ήθελε πράξη, είναι μισάδελφος και φονεύς…».

Οι αυστηρές αυτές υγειονομικές συστάσεις απευθυνόμενες στους Ελληνες χριστιανούς της οθωμανικής αυτοκρατορίας το 1782 και η ανελέητη καταδικαστική κρίση για όσους ριψοκίνδυνους και ασυνείδητους αψηφούσαν τους περιοριστικούς κανόνες σε περιόδους «θανατικού», δηλαδή επιδημίας πανώλης, θέτοντας σε κίνδυνο τόσο την ίδια τους τη ζωή όσο και των άλλων, δεν εκπορεύονταν από κάποια τοπική εξουσία που προνοούσε για την υγεία των χριστιανών της επαρχίας της ή έστω από το ανθρωπιστικό καθήκον κάποιου Ελληνα γιατρού προκειμένου να σωθούν ζωές ομογενών του.

Εντάσσονταν στην πρώιμη διαφωτιστική δράση ενός νεαρού πολίτη της ελληνικής κοινότητας της Σμύρνης, που μικρό παιδί είχε και αυτός βιώσει την απειλή του θανατικού όταν η οικογένειά του αναγκαζόταν να παίρνει προφυλάξεις καταφεύγοντας στην εξοχή.

Μιλάμε για τον Αδαμάντιο (Διαμαντή ακόμη τότε) Κοραή. Το 1782 έκλειναν τέσσερα χρόνια αφότου είχε επιστρέψει από το Αμστερνταμ, χρεοκοπημένος διαχειριστής της εμπορικής συντροφίας του πατέρα του, αλλά διαμορφωμένος καθολικά άνθρωπος. Ετοιμαζόταν σε λίγο να ταξιδέψει στη Γαλλία όχι πια ως έμπορος αλλά ως υποψήφιος σπουδαστής της Ιατρικής Σχολής του Μονπελιέ, κι ας ήταν 34 ετών, για να εμβαθύνει στα μυστικά μιας επιστήμης, στοιχειώδεις γνώσεις της οποίας είχε αποκομίσει ήδη από την παρακολούθηση μαθημάτων σε μορφωτικούς κύκλους του Αμστερνταμ.

Η μετάφραση

Ενόψει, λοιπόν, του ταξιδιού της Γαλλίας προείχε να εξασφαλίσει τα έξοδα των σπουδών και της διαβίωσης στην ξένη χώρα, αφού οι γονείς του, αρνητικοί στη νέα αποδημία του γιου τους ύστερα μάλιστα από το ναυάγιο της Ολλανδίας, αδυνατούσαν να τον στηρίξουν οικονομικά.

Ετσι αναγκαστικά η εξασφάλιση βιοπορισμού βρέθηκε στο κέντρο των άμεσων κινήσεών του και ήταν αυτή που δρομολόγησε την έναρξη του μακρού συγγραφικού του σταδίου που εγκαινιάστηκε τότε με τη μετάφραση ενός έργου της σύγχρονης εκκλησιαστικής γραμματείας, της «Ορθοδόξου Διδασκαλίας» (Ο.Δ.) του φωτισμένου Ρώσου θεολόγου και αρχιεπισκόπου Μόσχας Πλάτωνος. Τη μετέφερε στα ελληνικά ο γλωσσομαθής Κοραής από τη γερμανική μετάφρασή της που είχε προηγηθεί.

Ανεξαρτήτως από το αν τελικά η δική του έκδοση, τυπωμένη στη Λειψία το 1782, ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες του ως προς την εμπορική διακίνησή της, η επιλογή του παραπάνω έργου βασιζόταν στη γνώση των θρησκευτικών αναγκών των ορθόδοξων ελληνικών πληθυσμών της αυτοκρατορίας και της διασποράς. Μην ξεχνάμε ότι ο ίδιος προερχόταν από θρησκευόμενο οικογενειακό περιβάλλον που είχε δώσει στην Εκκλησία κατώτερους και μεγαλόσχημους κληρικούς και ότι συνδεόταν με σπουδαίες εκκλησιαστικές προσωπικότητες του καιρού, δεδομένα που ασφαλώς θα έπαιξαν τον ρόλο τους στη συγκεκριμένη επιλογή.

Το έργο του Πλάτωνος Μόσχας δεν ήταν μια απλή κατήχηση, εκλαϊκευτική θεολογικών εννοιών και δογματικών ερμηνειών. Επεκτεινόταν και σε θέματα αντιλήψεων και συμπεριφορών των ανθρώπων προβάλλοντας σε αυτές τις θέσεις της χριστιανικής πίστης και ομολογίας. Ενα παράδειγμα: επεξηγώντας ο συγγραφέας το νόημα της έκτης εντολής («Ου φονεύσεις») το διεύρυνε πέρα από τα στενά του όρια, εστιάζοντας στο χρέος κάθε μέλους της κοινωνίας να περιβάλλει με αγάπη τον συμπολίτη του χωρίς να τον βλάπτει με τις πράξεις του, συνεισφέροντας με αυτό τον τρόπο στην ευδαιμονία τόσο εκείνου όσο και του ίδιου του εαυτού του. Ετσι παραβάτες της θείας προσταγής δεν ήταν μόνο οι δράστες φόνου, ακόμη και όποιοι διανοούνταν να τον διαπράξουν, αλλά και όσοι υπάγονταν στον ευρύ κύκλο της κοινωνικής παραβατικότητας έχοντας βλάψει τον συνάνθρωπο: ηθικοί αυτουργοί αδικημάτων, κλέφτες, ληστές, εμπρηστές, δικαστές προδότες του δικαίου, πολίτες αδρανείς και φυγόμαχοι ενώπιον της αδικίας, αφεντικά σκληρά προς το υπηρετικό προσωπικό τους, άτομα εριστικά και φιλέκδικα όντας ευεπίφορα στον φόνο.

Οι αυτόχειρες

Τέλος, μια ιδιαίτερη κατηγορία παραβατών της εντολής ήταν κατά τον συγγραφέα οι αυτόχειρες. Η εθελουσία αφαίρεση της ίδιας τους της ζωής χαρακτηριζόταν «ένας θρασύς σφετερισμός της εξουσίας του Θεού» και το όλο σκεπτικό κατέληγε με τα εξής συμπληρωματικά: «Συναριθμούνται με τους αυτόχειρας και όσοι εθελουσίως επιρρίπτονται εις κινδύνους ζωής: οίον οπόταν τις κολυμβά εις το ύδωρ με φανερόν κίνδυνον πνιγμού· ή υπάγει χωρίς ανάγκης εις τόπους, όπου κυριεύει το θανατικόν, κ.τ.λ.».

Ο Κοραής ξεκινώντας τη μετάφραση της «Ο.Δ.» δεν ήθελε η συμβολή του να περιοριστεί μόνο στη μεταφραστική διαδικασία, αλλά να αποτυπωθεί με σχολιαστικές παρεμβάσεις ώστε να καταστεί αποτελεσματικότερη η διδαχή του βιβλίου απευθυνόμενη στο ελληνικό χριστιανικό κοινό. Η μέχρι τότε γνωστική περιουσία του και η ενδυνάμωση της πνευματικής του καλλιέργειας μετά την επιστροφή στη Σμύρνη με διαβάσματα που τον ενδιέφεραν, η εντρύφηση σε αγιογραφικές και πατερικές πηγές ενόψει της μετάφρασης της «Ο.Δ.», του εξασφάλιζαν τα αναγκαία εφόδια για την πραγμάτωση του σχεδίου του.

Ετσι, εκτός από την εισαγωγή που πρόταξε για την παρουσία της κατήχησης στη χριστιανική παράδοση, φανερώνοντας τον θεολογικό του οπλισμό, πεδίο των ουσιαστικών του παρεμβάσεων θα αποτελέσουν οι σημειώσεις του κειμένου.

Εκεί ακριβώς, με σημείο αφετηρίας τα ερεθίσματα που του πρόσφερε κάθε φορά ο συγγραφέας, θα παρέμβαινε για να διαφωτίσει τους αναγνώστες πάνω σε ζητήματα και καταστάσεις σύμφυτες με τις αντιλήψεις, νοοτροπίες και συνήθειες των υπόδουλων και με ελλειμματική παιδεία Ελλήνων, οι οποίες έπρεπε να αλλάξουν.

Μία από αυτές ήταν και οι ριψοκίνδυνες επισκέψεις σε μέρη ευάλωτα στην επιδημία της πανώλης (με αυτοχειρία τις παρομοίαζε, όπως είδαμε, ο συγγραφέας της «Ο.Δ.»), οι ολέθριες επιπτώσεις των οποίων στις ζωές όχι μόνο των ίδιων των επισκεπτών αλλά και των μελών της τοπικής τους κοινωνίας υπογραμμίζονταν εμφατικά από τον Κοραή με τριπλό σκοπό: πρώτον, να συνειδητοποιηθεί η ανάγκη αποφυγής της έκθεσης στον κίνδυνο της επιδημίας, δεύτερον, να εμφυτευθεί το αίσθημα της ατομικής και κοινωνικής ευθύνης σε όσους μάλιστα είχαν ακόμη και την παραμικρή υποψία ότι νοσούσαν, ώστε να τηρούν αυστηρά τον αυτοπεριορισμό στο σπίτι παίρνοντας και εκεί τις αναγκαίες προφυλάξεις, και τρίτον, να κατανοήσουν οι παραβάτες αυτού του χρέους ότι ήταν παραβάτες της έκτης εντολής: «Μισάδελφοι και φονείς». Στη χριστιανική συνείδησή τους ο φόβος για τις συνέπειες της παρακοής θα αρκούσε ίσως για να οδηγήσει στον συνετισμό τους.

Δεν γνωρίζω αν έλαβαν το μήνυμα του συμπατριώτη τους οι αναγνώστες της «Ο.Δ.», ούτε αν τον 18ο αιώνα είχαν εκπέμψει ανάλογες εκκλήσεις και άλλα άτομα ή συλλογικοί φορείς και μάλιστα από τον κύκλο των Ελλήνων γιατρών των εκπαιδευμένων στις ιατρικές σχολές της Δύσης (στον αρχόμενο πάντως 19ο αιώνα Ελληνες λοιμολόγοι θα συγγράψουν συστηματικά εγχειρίδια για τη φύση και τους τρόπους αντιμετώπισης της πανώλης).

Στην περίπτωση που μας απασχόλησε το μήνυμα εκπέμφθηκε μέσα από ένα βιβλίο θρησκευτικής διδαχής, είδος κατά τεκμήριο ευρείας απήχησης στον τουρκοκρατούμενο χώρο, από την πένα ενός λογίου που δεν διέθετε ακόμη επιστημονικές περγαμηνές, ενστερνισμένου όμως τα νεωτερικά φώτα της Ευρώπης αλλά και διακατεχόμενου από το πατριωτικό αίσθημα προσφοράς στο γένος του. Το κείμενο βέβαια της «Ο.Δ.» θα του παρείχε εναύσματα για να παρέμβει συμβουλευτικά και σε άλλα φαινόμενα ριζωμένων νοοτροπιών και πρακτικών ενός λαού που βρισκόταν σε μακραίωνη αιχμαλωσία.

* Ο κ. Εμμ. Ν. Φραγκίσκος είναι oμ. διευθυντής Ερευνών Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών/ΕΙΕ.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 19 Ιουλίου 2020

Ο Μαρσέλ Προυστ έλεγε πως δεν υπάρχει τίποτα πιο τρυφερό από την αλληλογραφία φίλων που δεν επιδιώκουν να συναντηθούν. Αν ζούσε φυσικά στην εποχή των σόσιαλ μίντια ίσως να ισχυριζόταν το ακριβώς αντίθετο.

Η φιλία, την εποχή του Διαδικτύου, δεν έχει καμία σχέση με αυτό που εννοούσαμε παλιά. Ο ενσώματος εαυτός αντικαθίσταται από τον ψηφιακό, ο οποίος είναι μια κατασκευή, μια σκηνοθετημένη επιλογή τού τι θέλουμε κάθε φορά να προβάλλουμε. Είναι ένας πλασματικός εαυτός, αποτέλεσμα σύνθεσης αποκρύψεων και προσθηκών, ένα υβριδικό ον που αφήνει ίχνη μέσα από τα οποία η ανασύσταση της προσωπικότητας είναι ιδιαίτερα επίπονη εργασία. Τι φιλίες μπορεί να συνάψει αυτός ο ψηφιακός εαυτός; Κι ακόμη σε περιόδους «σοσιαλμιντιακής» κρίσης, μακροχρόνιες φιλίες (ηλεκτρονικές ή μη) μπορεί να διαταραχτούν για ένα αιμοβόρο post ή ένα «λάθος» like. Αυτά ακούγονται κωμικοτραγικά, αλλά είναι η θλιβερή πραγματικότητα που ανέτρεψε την έννοια της φιλίας.

Η αξία της φιλίας ήταν πολύ σημαντικό ζήτημα τα αρχαία χρόνια. Ο Αριστοτέλης θεωρούσε ότι υπάρχουν τρία είδη φιλίας: Το πρώτο, η ωφελιμιστική φιλία, που απορρέει από το συμφέρον, είναι συμπτωματική, δεν πηγάζει από ειλικρινά συναισθήματα, είναι ρευστή και παροδική και αφορά μεγαλύτερα σε ηλικία άτομα. Το δεύτερο, η απολαυστική φιλία, χαρακτηρίζει τα νιάτα. Αναπτύσσεται ανάμεσα σε εφήβους, σε συμφοιτητές και συμμαθητές, είναι συμπτωματική κι αυτή. Πηγάζει από αυθόρμητα συναισθήματα, διαφοροποιείται και η απόλαυσή της φθίνει καθώς διαφοροποιούνται τα κοινά ενδιαφέροντα.      Ισχυρότερο, δίχως αμφισβήτηση, είναι το τρίτο είδος φιλίας που θεμελιώνεται κατά τον Αριστοτέλη στον αλληλοσεβασμό και την αλληλοεκτίμηση των αρετών, των αξιών και των ιδανικών δύο προσωπικοτήτων, οι οποίες ανοίγονται αμφίδρομα δίχως αναστολές. Ο ψυχικός αυτός δεσμός εξυπακούεται ότι προϋποθέτει και απαιτεί χρόνο, έχει χαρακτήρα άφθαρτο, στηρίζεται στην καλοσύνη, την εμπιστοσύνη και τη στέρεα αγάπη και ενσυναίσθηση. Είναι μακροχρόνιος και δοκιμάζεται στη χαρά και στη θλίψη, «εν πόνοις και κινδύνοις», χωρίς κλυδωνισμούς στις καλές και κακές φάσεις της διαδρομής της ζωής. Και σίγουρα εμπεριέχει και το ωφέλιμο και την απόλαυση.

Ο φίλος σου είναι ο καθρέφτης σου. «Δείξε μου τον φίλο σου να σου πως ποιος είσαι» λέει η παροιμία. Κάτι που ισχύει βέβαια και στις περιπτώσεις κοινών συμφερόντων όπου βλέπεις περίεργους συνδυασμούς ανθρώπων άλλων που θεωρούνται ηθικοί, άλλων που έχουν τη φήμη του μπαγαπόντη, ενωμένους για έναν κοινό σκοπό.

Φιλία σημαίνει να αποδέχεσαι τον άλλον. Να του εκχωρείς τον εαυτό σου, να μπορείς να μπαίνεις στη θέση του. Και φυσικά να μη τον φθονείς. O Αισχύλος είπε: «Λίγοι άνθρωποι το έχουν στη φύση τους αυτό: να τιμούν χωρίς φθόνο τον ευτυχισμένο φίλο τους».

Δεν είναι τυχαίο ότι όσο μεγαλώνουμε, μένουμε με δυο-τρία άτομα που θεωρούμε ουσιαστικά φίλους μας. Συνήθως είναι με άτομα που έχουμε γνωρίσει στην εφηβική ή μετεφηβική ηλικία και για κάποιον λόγο, ο οποίος ίσως να είναι η ανάμνηση της καθαρότητας του αισθήματος, έχουν παραμείνει στη ζωή μας.

Θυμάμαι κάποτε κατά τη διάρκεια των σπουδών μου, όποιος φίλος περνούσε κάτω από το σπίτι μου, χτυπούσε απροειδοποίητα το κουδούνι και ανέβαινε. Μπορεί η επόμενη μέρα να μας έβρισκε σε ένα άλλο σπίτι ή και σε άλλη πόλη ή νησί. Σήμερα κάτι τέτοιο είναι αδιανόητο. Κανονίζουμε συναντήσεις μία βδομάδα πριν και ορίζουμε μάλιστα και τη διάρκεια. Το να καλλιεργήσεις μια φιλία ακούγεται πλέον ουτοπικό.

Ζούμε λοιπόν στην εποχή της αντανακλαστικής φιλίας, όπου η έννοια παραποιείται. Σχεδόν γνωστοί, ακόλουθοι, προσθήκες «φίλων» και «φίλοι» «φίλων» προσμετρώνται στους «φίλους» που δεν είναι φίλοι αφού ούτε την πραγματική εικόνα τους έχουμε. Σαν παιχνίδι προφίλ που σε καλεί να μαντέψεις ποιος είναι ο εκάστοτε «φίλος» και βέβαια είναι αυτός που νομίζεις ότι θέλει να είναι. Ζούμε στην εποχή των γνωριμιών. Της αμοιβαιότητας, της ανταλλαγής. Της φιλίας του Διαδικτύου.

Πόσω μάλλον εάν συζητήσουμε για αξίες και αντίστοιχες συμπεριφορές. Υπάρχουν «φίλοι» που την ίδια στιγμή μπορούν να κάνουν like σε μια ανάρτηση που στρέφεται εναντίον σου αλλά ταυτόχρονα να επαινούν και μια δική σου. Τι γίνεται άμα σε δουν στον δρόμο; Ευτυχώς που τώρα υπάρχουν και με τη βούλα οι μάσκες. Και άμα έχεις τέτοιους φίλους όπως λένε, τι τους θέλεις τους εχθρούς.

Επιστρέφοντας στο πόσο δύσκολο και απαιτητικό είναι το αίσθημα της φιλίας είναι γεγονός ότι οι αληθινές φιλίες χαρακτηρίζονται από μια σταθερή δοκιμασία. Δεν είναι δυνατόν να είναι όλα ρόδινα. Η σχέση για να είναι νοηματοδοτημένη θα δοκιμαστεί. Θα τσεκαριστεί στη σιωπή, θα ακονιστεί στη διαφωνία, θα σφυρηλατηθεί στη διεκδίκηση. Θα βιωθεί στη βιωμένη πνευματικότητα και την προσωπική αναζήτηση, στο άνοιγμα της ψυχής. Η επικράτησή της έναντι όλων των δοκιμασιών θα είναι και η τελική σφραγίδα της.

Από τον «Αμλετ» του Σαίξπηρ ουσιαστικά ένας χαρακτήρας επιβιώνει: ο Οράτιος. Ο μοναδικός φίλος του Αμλετ, ο μόνος στον οποίον εμπιστεύεται το γεγονός ότι θα υποδυθεί τον τρελό. Ο φίλος, ο Οράτιος, εκείνος που θα ανεχτεί όλες τις παραξενιές και τις αλλοκοτιές του πρίγκιπα, θα είναι εκείνος που θα ζήσει για να πει την ιστορία.

Πόσο πολυτελή ακούγονται αυτά τα αισθήματα στην εποχή μας. Η συμπίεση του χρόνου οδηγεί στην αλλοίωση της επικοινωνίας, στη συμπίεση των αισθημάτων. Το νέφος του politically correct απαλείφει την ελεύθερη άδολη επικοινωνία. Η ατζέντα – κυριολεκτικά και μεταφορικά – υπερισχύει της αυθόρμητης ανάγκης για τον άλλον.

Υπάρχουν άνθρωποι που δεν είχαν στιγμή αλτρουισμού στη ζωή τους. Πάντοτε υπήρχε ένα κρυφό χαρτί ή μια (ξανά αυτή η λέξη) κρυφή ατζέντα. Για να δημιουργείς φιλικές σχέσεις πρέπει να είσαι ψυχικά ευρύχωρος. Και αυτός ο ταλαίπωρος μυς, η καρδιά, δεν χωράει και πολλά, όταν δεν τον εξασκείς.

Από ΤΟ ΒΗΜΑ   Αλέξης Σταμάτης

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 26 Απριλίου 2020

«Παγκόσμια ημέρα βιβλίου σήμερα και ξεφυλλίζοντας ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία, το “Αδριανού Απομνημονεύματα” της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, πέφτω πάνω στη φράση: “Αναζήτησα την ελευθερία πιο πολύ από τη δύναμη, και τη δύναμη μόνο γιατί ως ένα σημείο ευνοεί την ελευθερία”. Μέσα σε λίγα λόγια, η συγγραφέας κατορθώνει να αποτυπώσει τον τρόπο με τον οποίο άσκησε την εξουσία ένας Ρωμαίος αυτοκράτορας που δεν θέλησε να γίνει θεός γιατί εκτιμούσε απεριόριστα τον άνθρωπο μέσα του, ούτε και Καίσαρας, γιατί θεωρούσε, ως το τέλος, τον εαυτό του “υπάλληλο του Κράτους”. Να συλλάβει, καθώς γράφει η ίδια η Γιουρσενάρ, “μια ζωή γνωστή, συμπληρωμένη, καθορισμένη από την Ιστορία” και να μας κάνει κι εμάς συμμετόχους της.

Αυτό δεν είναι η λογοτεχνία; Αυτό δεν είναι η ανάγνωση; Μια βαθιά σχέση με τον εαυτό μας και μια σύνδεση με τον εσωτερικό μας κόσμο. Γινόμαστε πολλοί όταν διαβάζουμε, μετέχουμε με χίλια πρόσωπα στην ανθρώπινη περιπέτεια. Αρχίζουμε να συνομιλούμε με τον συγγραφέα και να κατανοούμε τι σημαίνει ο άλλος, ο διαφορετικός από μας. Και βέβαια συσχετίζουμε τα βιβλία που αγαπήσαμε με στιγμές από τη ζωή μας: ένα ταξίδι με πλοίο, μια πολύωρη αναμονή σ’ ένα σταθμό, μια μακρινή παραλία, μια μοναχική βραδιά, γόνιμες κουβέντες με φίλους.

»Η φετινή παγκόσμια ημέρα του βιβλίου συμπίπτει με μια πολύ δύσκολη περίοδο για όλο τον κόσμο. Μας λείπουν τα βιβλιοπωλεία, οι δημόσιες και δημοτικές βιβλιοθήκες, οι εκθέσεις βιβλίου, όλοι αυτοί οι συναρπαστικοί χώροι που υποδέχονται και καλλιεργούν τις αναζητήσεις μας. Μας προβληματίζει η κρίση στην οποία έχει περιέλθει ολόκληρη η αλυσίδα παραγωγής και διανομής του βιβλίου. Μας λυπεί η μικρή εμβέλεια των δημόσιων και δημοτικών βιβλιοθηκών μας, γιατί εν μέσω πανδημίας θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια εξαιρετική δίοδο συνάντησης του βιβλίου με τους αναγνώστες του, μέσω του δανεισμού. Μας ανησυχεί η βιωσιμότητα των εκδοτικών επιχειρήσεων, ιδίως των μικρότερων, που συμβάλλουν στη ζωντάνια και την ποικιλομορφία του εκδοτικού τοπίου.

»Παρ’ όλ’ αυτά, είμαι αισιόδοξη. Το βιβλίο, είτε στη φυσική είτε στην ψηφιακή του μορφή, μας κρατά συντροφιά και μας στηρίζει ψυχολογικά στις συνθήκες απομόνωσης που βιώνουμε όλοι μας. Διευρύνει τα όρια του σπιτιού μας, δίνει ρυθμό στον χρόνο. Επιβεβαιώνει τη θέση-κλειδί που κατέχει στη ζωή μας, ως μέσο πολιτισμού, μάθησης και απόλαυσης – με δυο λόγια ως μέσο ελευθερίας. Πιστεύω ακράδαντα ότι αυτή η θέση θα διατηρηθεί, ακλόνητη κι ακόμη περισσότερο ενισχυμένη, και μετά την υποχώρηση της πανδημίας»

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ, Πρόεδρος της Δημοκρατίας

 

Στο εργαστήριο του σπιτιού του, στην οδό Βασιλίσσης Όλγας στη Θεσσαλονίκη, μετά από πειραματισμούς, ο Χρίστος Τσιγγιρίδης εγκαθιστά τον πρώτο ραδιοφωνικό πομπό που έχει κατασκευάσει ο ίδιος από έναν εγκαταλελειμμένο ασύρματο της Γαλλικής Στρατιάς Ανατολής. Έτος 1923 – ένα μόλις χρόνο μετά το BBC στην Αγγλία.

 Η χαρακτηριστική φωνή του στα πρωτοεμφανιζόμενα τότε μεσαία ραδιοκύματα πραγματοποιεί το ντεμπούτο της σε μια εκπομπή που αρχικά είχε δύο ακροατές. Ο ένας ήταν o φίλος του, ο καθηγητής Φυσικής Ηλίας Αποστόλου, στην περιοχή της πλατείας Ιπποδρομίου, και ο άλλος ο πλοίαρχος του πλοίου «Κουίν Ανν» Άντονι Ράντισον, στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Ένα αρκετά καινοτόμο βήμα για τα δεδομένα εκείνης της εποχής, αν αναλογιστούμε ότι ένας ραδιοφωνικός δέκτης κόστιζε όσο μια μικρή περιουσία.

Γεννημένος το 1877 στη Φιλιππούπολη της Ανατολικής Ρωμυλίας από Έλληνες γονείς, ο Χρίστος Τσιγγιρίδης υπήρξε επίσης ο πρώτος που εισήγαγε στην Ελλάδα την τεχνογνωσία και την τεχνολογία της μικροφωνικής εγκατάστασης και διετέλεσε υπεύθυνος για την εγκατάσταση του πρώτου ηχητικού συστήματος της Βουλής των Ελλήνων.Το 1928, ο σταθμός μεταφέρεται στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης και το ταξίδι στους ραδιοφωνικούς αιθέρες ξεκινάει και επίσημα στους 1.034 χιλιόκυκλους.

Το 1928, ο σταθμός μεταφέρεται στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης και το ταξίδι στους ραδιοφωνικούς αιθέρες ξεκινάει και επίσημα στους 1.034 χιλιόκυκλους.

tsiggiridis-studio_0

 

Ο πρώτος ραδιοφωνικός σταθμός των Βαλκανίων είναι πλέον γεγονός, παρά τα πρωτόγονα μέσα με τα οποία αρχικά λειτουργεί. Από τις πληροφορίες που διασώζονται, προκύπτει ότι οι ακροατές άκουγαν ακόμη και το θόρυβο της βροχής που έπεφτε στη στέγη από πισσόχαρτο.

Το επονομαζόμενο «Ράδιο Τσιγγιρίδη» λειτουργεί μέχρι το 1936 μόνο στο πλαίσιο της ΔΕΘ, λόγω της ισχύουσας τότε αυστηρής νομοθεσίας για τις ραδιοφωνικές εκπομπές. Παρά το γεγονός ότι οι προσπάθειες του Τσιγγιρίδη να του χορηγηθεί η σχετική άδεια διαρκούς λειτουργίας ήταν συνεχείς, για πολλά χρόνια παρέμειναν άκαρπες και ο πομπός λειτουργούσε με ίδια έξοδα καθώς και με τα έσοδα που προέρχονταν από διαφημίσεις στη διάρκεια των ΔΕΘ.

Ένα πλούσιο ψηφιδωτό από καλλιτέχνες βρέθηκαν ως καλεσμένοι πίσω από το μικρόφωνο του ραδιοφωνικού σταθμού. Το μουσικό πρόγραμμα αποτελούνταν από ζωντανές εκτελέσεις κομματιών από τραγουδιστές και οργανοπαίχτες, μέσα στο στούντιο, με βασικούς συνεργάτες κατά τη δεκαετία του ’30 τον Μιχάλη Γροσομανίδη (ΤΤΤ), τον Νίκο Καρμίρη και τον Αλέκο Στρατίδη εκφωνητές, την Ελένη Τραϊανού στις παιδικές εκπομπές και τον Κοσμά Τσαντσάνογλου τεχνικό, τον Απόστολο Κωσταντέλλη βοηθό και τους Γερμανούς μηχανικούς Krauter και Benz.

Το 1936 του δίνεται άδεια για συνεχή λειτουργία υπό την εποπτεία της νεοϊδρυθείσας τότε Υπηρεσίας Ραδιοφωνικών Εκπομπών, αφού ο Ιωάννης Μεταξάς έχει ήδη εκφωνήσει πανηγυρικό λόγο για την «επανάσταση της 4ης Αγούστου» από τη συχνότητα του ραδιοσταθμού του Χρίστου Τσιγγιρίδη.

Κατά τη γερμανική Κατοχή ο σταθμός σίγησε, καθώς ο πομπός κατασχέθηκε και ο Τσιγγιρίδης φυλακίστηκε. Ωστόσο, τα αρχικά σχέδια των Γερμανών στρατιωτικών να λειτουργήσουν τον πομπό μόνοι τους ναυάγησαν, κι έτσι την επόμενη κιόλας ημέρα τον αποφυλάκισαν για μπορέσουν να συνεχίσουν την προπαγάνδα τους.

Μετά την Απελευθέρωση ο πομπός αγοράστηκε από τον Μάρκο Βαφειάδη και το 1945 επέστρεψε στα χέρια του ιδιοκτήτη του για να εγκαινιάσει έναν νέο κύκλο εκπομπών, διασφαλίζοντας εκ νέου προσωρινή άδεια συνεχούς λειτουργίας.

Παρά τις υποσχέσεις ότι το «Ράδιο Τσιγγιρίδη» θα παρέμενε ως Ραδιοφωνικός Σταθμός Θεσσαλονίκης, το ΕΙΡ (Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας) απαλλοτριώνει αναγκαστικά με ευτελές ποσό το σταθμό εγκαθιστώντας αγγλικό στρατιωτικό πομπό στη Δόξα Τριανδρίας, όπου εγκαινιάζεται ο κρατικός πλέον Σταθμός της Θεσσαλονίκης την 1η Μαρτίου 1947.

Ο Χρίστος Τσιγγιρίδης αφήνει την τελευταία του πνοή μέσα στη θλίψη του, στις 17 Δεκεμβρίου του 1947, χωρίς να πάρει ούτε την πενιχρή αποζημίωση της απαλλοτρίωσης του σταθμού του.

Η φωνή του ανθρώπου που μέσα από τις καινοτόμες ιδέες του έδωσε πνοή ζωής στον πρώτο ραδιοφωνικό σταθμό στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια σίγησε για πάντα, η κληρονομιά όμως που άφησε πίσω του θα αποτελεί πάντοτε ένα πολύτιμο φορτίο πάνω στο οποίο θα προσθέτουν το λιθαράκι τους και όλες οι επόμενες γενιές.

Σήμερα στο Μουσείο Ραδιοφωνίας «Χρίστος Τσιγγιρίδης», που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη, οι επισκέπτες έχουν την ευκαιρία να θαυμάσουν από κοντά μερικά από τα μηχανήματα του αείμνηστου πρωτοπόρου ιδρυτή και να μεταφερθούν νοερά σε εκείνη την εποχή παίρνοντας μια ιδέα από τη μαγεία του ραδιοφώνου.

Και εγένετο «Ράδιο Τσιγγιρίδη»…

πηγή: http://www.pontos-news.gr/