Πεζογραφία

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 18 Απριλίου 2021

Το ξέρω πως θα ’ρθει ένας καιρός, που οι άνθρωποι θα θαυμάζουν, ο ένας τον άλλον, όπου καθένας τους θα λάμπει σαν αστέρι στα μάτια του άλλου, όπου όλοι θ’ ακούνε το διπλανό τους σα να ’τανε μουσική η φωνή του.

Θα υπάρχουν άνθρωποι ελεύθεροι στη γη, όλοι θα ’χουν ανοιχτή καρδιά, εξαγνισμένοι από κάθε απληστία και φθόνο.

Και τότε η ζωή δε θα ’ναι πια η ζωή, μα ένας ύμνος στον άνθρωπο, η μορφή του θα πάει ψηλά, γιατί οι ελεύθεροι άνθρωποι μπορούν να φτάσουν όλα τα ύψη!

Θα ζούνε τότε μες στην ελευθερία και στην ισότητα, θα ζούνε για την ομορφιά.

Τότε οι καλύτεροι θα ’ναι εκείνοι που θα μπορούν ν’ αγκαλιάσουν περισσότερο τον κόσμο μέσα στην καρδιά τους, εκείνοι που θα τον αγαπήσουν πιο βαθιά, εκείνοι πού θα ’ναι οι πιο ελεύθεροι, γιατί μέσα σ’ εκείνους θα υπάρχει η περισσότερη ομορφιά! Τότε η ζωή θα ’ναι μεγάλη και μεγάλοι θα ’ναι εκείνοι που θα τη ζούνε.

Από το βιβλίο του Μαξίμ Γκόρκι “Η μάνα”

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 7 Φεβρουαρίου 2021

Αποσπάσματα.

…..”Άμα πεινάς το ξέρεις. Φωνάζουνε τα σπλάχνα σου. Άμα κρυώνεις, το ίδιο. Άμα αγαπάς, πώς να το καταλάβεις; Γιατί: τι είναι η αγάπη; Κάποιος πήγε να πει κάτι και δεν είπε τίποτα. Είπε πως είναι κάτι σαν φωτιά. Μα είναι; Άλλος είπε πάλι, πως είναι δροσούλα, άλλος σαν δοξαριά. Τι είναι τέλος πάντων…

Κι αν, πάλι, αγάπη είναι κάτι που το λένε «αγάπη», είναι αυτό η αγάπη; Βάλε μια δύση κι ένα βαρκάκι να λιώνει μέσα.

Ομορφιά! Μα αν δεν υπάρχει μάτι να το δει, είναι ομορφιά; Ένα πουλάκι κελαηδά ολομόναχο σ ένα έρημο δάσος…

Αν δεν τ ακούσει κανείς.. είναι κελάηδηγμα;

Κι είναι μπορετό να κελαηδήσει γλυκά ένα ολομόναχο πουλάκι, αν δεν υπάρχει πίσω από κάποιο φύλλο το αυτάκι ενός άλλου πουλιού; Πήγαν κι οι σοφοί να πούνε κάτι πάνω σ αυτό και τα κάνανε θάλασσα. Αυτοί, γι αγάπη!…

Τα μωρά ξέρουν περσσότερα. Ένα λουλούδι είπε: «Αγάπη; Είμαι εγώ».

Τρελαίνεσαι με τέτοια καμώματα. Ένας «Πέρσης» θα πει αυτό είναι «τρίχα».

Ένας βαρκάρης θ αφήσει τα κουπιά και θα σκουπίσει το κούτελο του. Δε θα ξέρει να πει τίποτα. Μπορεί αυτό να είναι αγάπη.

Μα είναι; Ποιος να του το πει; Όσο έχεις κάτι μέσα σου και δε χρειάζεται να το πεις, το έχεις και ησυχάζεις.

Σε καίει… Σε λιώνει… Εσύ το βλέπεις. Κι αντί να βάλεις τα κλάμματα, το ρίχνεις στο τραγούδι. Είσαι μεθυσμένος και δεν έχεις πιει ούτε στάλα! Αυτό το «πράμα» πρέπει να σκάβεις μέσα σου μια λακούβα να το θάβεις, κι ό, τι βρέξει.

Μην το λες πουθενά.

Άστο να σε κάψει. Θα ξέρεις ότι χάνεσαι λίγο λίγο από μια αρρώστια που δεν ξέρεις τ όνομά της. Θα ξέρεις όμως ότι είναι μια αρρώστια, που σε κάνει όμορφο.

Ομορφαίνεις και πεθαίνεις… Κι όταν θα νομίσεις ότι πέθανες… θα χει τελειώσει η αρρώστια. Θα είσαι ζωντανός, μα θα είσαι και άσκημος.

Θα χεις φρικτά ασκημίσει. Αλήθεια… αυτό είναι η αγάπη;

  • Όποιος αγαπά δεν μπορεί να το πει. Κι όποιος δεν αγαπά, δεν το ξέρει”….. ———————————————–

…”Σε τρεις μέρες του φερε ένα χαρτί, λίγο πιο χοντρό απ το βαγγέλιο, και του το δωσε. «Το πασπάτεψα από παντού», λέει στο παιδί. «Δε βγαίνει τίποτα. Για πάρ το εσύ, μην πα και σε γνωρίζει και συνεννοηθείτε». Mια μέρα κάθισε και παίδεψε το κεφάλι του. Το ‘βαλε κάτω και το παίδεψε, το ‘πλεξε όπως είδε να κάνουν οι γύφτοι με το καλάθι. Στο τέλος το βρήκε: Θα πιανε φιλία με τα βιβλία. Θα γύρευε να μάθει από κει, αυτά που του κρυβαν οι μεγάλοι πίσω απ τα παραμύθια που λέγανε αυτοί οι μικροί χάρτινοι «παππούδες» που κάθονται στα γόνατά σου και σου λένε τις ιστορίες τους χωρίς καμώματα και παρακάλια.

Μα στο χωριό, που δούλευε παραπαίδι, δεν είχε χαρτοπουλειά. Έπρεπε, λοιπόν, να παρακαλέσει κανένα μπάρμπα απ αυτούς που κατεβαίνανε στην πολιτεία και πουλούσανε το καλαμπόκι τους να του φέρει ένα. Και μια μέρα αυτό έγινε. Έπιασε έναν τέτοιο γερούλη, του βαλε στη χούφτα καναδυό μεταλλίκια και, «σε παρακαλώ», του λέει, «αν βρεις, εκεί που πας, κανένα βιβλίο που να λέει καλές ιστορίες, πάρ το μου.

Ε; Πολύ θα σε περικαλέσω, όμως…». Έβαλε ο παππούς τα μεταλλίκια στην απαλάμη του, τα πασπάτεψε με το δάχτυλο, αναποδογύρισε ένα, για να δει τι έχει από κάτω… έστρωσε με το δάχτυλο τα μουστάκια του… και του τα δωσε πίσω. «Πάρ τα», του λέει. «Αν τα χαρτιά λένε καλά παραμύθια… μου τα λες και μένα και ξεχρεώνουμε. Αν, πάλι, δε λένε, θα σου πάρω ένα αυτί. Ε;…». Το παιδί τρόμαξε.

Ο γέρος τότε έβαλε τα γέλια… «Άιντε, άιντε… Σύχασε…», είπε. «Δε σου παίρνω αυτί, σου παίρνω ένα μεταλλίκι.

Σύμφωνοι;».

Σε τρεις μέρες του φερε ένα χαρτί, λίγο πιο χοντρό απ το βαγγέλιο, και του το δωσε. «Το πασπάτεψα από παντού», λέει στο παιδί. «Δε βγαίνει τίποτα. Για πάρ το εσύ, μην πα και σε γνωρίζει και συνεννοηθείτε». Το παιδί τ άνοιξε τρέμοντας. Ήταν σαν μικρό σπιτάκι, «Ιστορία Σεβάχ του Θαλασσινού» έλεγε το ξώφυλλό του. Αυτό ήταν!

Το παιδί έπεσε πάνου στο βιβλίο με τα μούτρα. Και το διάβαζε, το διάβαζε ολόκληρο το χειμώνα. Το διάβαζε και ξανά το διάβαζε και πάλι το ξαναδιάβαζε, και το μαθε νεράκι. Κείνος ο μπάρμπας, που του το χε φέρει, τ άκουε και τρέμανε τα μουστάκια του.

Όμορφο βιβλίο. Μόνο που είχε μια παραξενιά. Έλεγε την ιστορία του μονάχα σ όποιον ήθελε.

Ώσπου να κλείσει κείνη η χρονιά, είχε καταπιεί κι άλλα καμιά δεκαριά βιβλία.

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 3 Ιανουαρίου 2021

Πού θα με πάει ακόμα ο δρόμος μου; Είναι ένας δρόμος τρελός, γεμάτος στροφές, ίσως να ‘ναι ένας κύκλος. Ας πηγαίνει όπου θέλει, εγώ θα τον ακολουθήσω.
Ένιωθε το υπέροχο σκίρτημά της στο στήθος του.
«Τι σε κάνει» ρωτούσε την καρδιά του, «να είσαι τόσο χαρούμενη»; Είναι μήπως απ’τον πολύωρο ωραίο ύπνο, που μου έκανε καλό; Ή μήπως επειδή ξέφυγα, επειδή η φυγή μου είναι οριστική κι εγώ επιτέλους είμαι πάλι ελεύθερος, σαν παιδί κάτω απ’ τον ουρανό; Ω πόσο καλό είναι να έχεις ξεφύγει, να έχεις ελευθερωθεί! Πόσο καθαρός και όμορφος είναι εδώ ο αέρας, πόσο καλό μου κάνει να τον ανασαίνω! Αυτά που δραπετεύοντας άφησα πίσω μου, μύριζαν όλα αλοιφές, μπαχαρικά, κρασί νωθρότητα και κορεσμό. Πόσο μισούσα τον κόσμο των πλουσίων, των ασώτων και των παιχτών! Πόσο μίσησα τον εαυτό μου που έμεινα τόσο καιρό στον φριχτό εκείνο κόσμο! Πόσο μίσησα τον εαυτό μου, πόσο τον λήστεψα, τον δηλητηρίασα, τον βασάνισα, πόσο γέρο και κακό τον έκανα! Όχι, ποτέ πια δε θα πιστέψω, όπως έκανα κάποτε, με τόση ευχαρίστηση, πως ο Σιντάρτα είναι σοφός! Όμως τώρα έκανα καλά, είμαι ικανοποιημένος, πρέπει να παινέσω τον εαυτό μου που έβαλα ένα τέλος σ’εκείνο το μίσος απέναντι σ’εμένα τον ίδιο, σ’ εκείνη την ανόητη κι έρημη ζωή! Είσαι αξιέπαινος, Σιντάρτα, μετά από τόσα χρόνια ανοησίας κάτι σε φώτισε, έκανες κάτι, άκουσες το πουλί να κελαηδάει στο στήθος σου και το ακολούθησες!
Έτσι επαινούσε τον εαυτό του, χαιρότανε μαζί του, κι άκουγε γεμάτος περιέργεια το στομάχι του να γουργουρίζει από την πείνα. Ένιωθε πως τον τελευταίο καιρό, τις τελευταίες μέρες, είχε γευτεί τον πόνο και την αθλιότητα ως το τέλος, ως την απελπισία και το θάνατο. Ήταν καλά έτσι. Θα μπορούσε να είχε μείνει κοντά στον Καμασβάμι πολύ καιρό ακόμη, να κερδίζει χρήματα, να τα σπαταλάει, να γεμίζει την κοιλιά του αφήνοντας την ψυχή του να πεθαίνει από τη δίψα, θα μπορούσε να είχε μείνει για πολύ σ’εκείνη τη γλυκιά και παραγεμισμένη κόλαση αν δεν είχε έρθει η στιγμή της απόλυτης απελπισίας και τη απόγνωσης, εκείνη η έσχατη στιγμή που κρεμασμένος πάνω απ’ τα νερά που κυλούσαν, ήταν έτοιμος να σκοτωθεί. Είχε νιώσει την απελπισία, εκείνη τη βαθύτατη αηδία που δεν κατάφερε να τον καταστρέψει, και το πουλί, η χαρούμενη πηγή και η φωνή μέσα του ήταν ακόμη ζωντανά -γι’ αυτό ένιωσε τόση χαρά, γι’ αυτό γελούσε κι έλαμπε το πρόσωπό του κάτω από το γκρίζα του μαλλιά.

«Είναι καλό» σκέφτηκε, «να δοκιμάζει κανείς μόνος του ό,τι είναι ανάγκη να μάθει. Οι απολαύσεις του κόσμου και τα πλούτη δεν είναι καλά πράγματα, αυτό το είχα μάθει από παιδί. Το ήξερα πολύ καιρό, τώρα το έζησα κιόλας. Το ξέρω όχι μονάχα με το νου αλλά και με τα μάτια, με την καρδιά, με το στομάχι μου. Κι είμαι ευτυχισμένος που το ξέρω!
Σκεφτόταν πολλή ώρα τη μεταμόρφωσή του, αφουγκραζόταν το πουλάκι να κελαηδάει από χαρά. Δεν είχε πεθάνει μέσα του, δεν είχε νιώσει το θάνατό του; Όχι, κάτι άλλο είχε πεθάνει. Κάτι που επιθυμούσε από καιρό το θάνατο. Δεν ήταν εκείνο που ήθελε να σκοτώσει κάποτε, στα φλογερά χρόνια που είχε ζήσει σαν ασκητής: Δεν ήταν το Εγώ του, το μικρό, φοβισμένο και περήφανο Εγώ του, που τόσα χρόνια το πάλευε κι εκείνο πάντα τον νικούσε, που πάντα αναγεννιόταν μετά από κάθε θανάτωσή του, που απαγόρευε τη χαρά κι ένιωθε φόβο; Δεν ήταν αυτό που βρήκε επιτέλους το θάνατο, εδώ, στο δάσος, πλάι σε τούτο το όμορφο ποτάμι; Χάρη σ’ αυτό το θάνατο δεν ήταν τώρα σαν παιδί, άφοβος, γεμάτος εμπιστοσύνη και χαρά;

Τώρα, καταλάβαινε ο Σιντάτρα γιατί είχε παλέψει μάταια με το Εγώ του, όταν ήταν βραχμάνος. Τον εμπόδιζαν η πολλή γνώση και οι πολλοί ιεροί στίχοι, οι πολλοί κανόνες των θυσιών, ο υπερβολικός ασκητισμός και, η υπέρμετρη προσπάθεια! Ήταν γεμάτος έπαρση, πάντα ο εξυπνότερος, πάντα ο επιμελέστερος, πάντα ένα βήμα πιο μπροστά απ’ τους άλλους, ο γνώστης και πνευματικός  άνθρωπος, πάντα ιερέας ή σοφός. Μέσα στην ιεροσύνη, την έπαρση, μες στην πνευματικότητα είχε τρυπώσει το Εγώ του, καθόταν εκεί και μεγάλωνε, ενώ εκείνος πίστευε ότι το νεκρώνει με τη νηστεία και τον ασκητισμό. Τώρα το έβλεπε και καταλάβαινε πως η μυστική φωνή είχε δίκιο, πως κανένας δάσκαλος δε θα μπορούσε να τον λυτρώσει . Γι’ αυτό έπρεπε να βγει στον κόσμο, να χαθεί μέσα στις ηδονές και τη δύναμη, στη γυναίκα και το χρήμα, έπρεπε να γίνει έμπορος και παίχτης των ζαριών, πότης και πλεονέκτης, ώσπου ο ιερέας κι ο σαμάνος να πεθάνουν μέσα του. Έπρεπε να υποφέρει εκείνα τα φριχτά χρόνια, την αηδία, το κενό, τον παραλογισμό μιας έρημης και χαμένης ζωής, ως το τέλος, ως την πικρή απόγνωση, ώσπου να μπορέσει να πεθάνει κι ο φιλήδονος, ο άπληστος Σιντάρτα. Είχε πεθάνει, ένας νέος Σιντάρτα ξύπνησε απ’ τον ύπνο. Κι αυτός θα γερνούσε, κι αυτός θα ‘πρεπε να πεθάνει κάποτε, εφήμερος ήταν ο Σιντάρτα, κάθε μορφή είναι εφήμερη. Μα σήμερα ήταν νέος, ήταν παιδί, ο καινούριος Σιντάρτα – κι ήταν γεμάτος χαρά.

Απόσπασμα από το έργο ΣΙΝΤΑΡΤΑ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Νοεμβρίου 2020

Ο μόνος δρόμος

Εκείνο που μπορώ να υποστηρίξω το υποστηρίζω: ότι ο μόνος δρόμος, ο οποίος δεν μας οδηγεί σε κανένα λάκκο, σε καμιά λακκούβα, σε κανένα κακό συναπάντημα, είναι ο δρόμος της αγάπης, είναι ο δρόμος της τρυφερότητας, είναι ο δρόμος της κατανόησης, είναι ο δρόμος της υπεράσπισης της διαφορετικότητας του άλλου! Αυτός είναι ο μόνος δρόμος. Αν τον ακολουθήσουμε αυτόν τον δρόμο δεν κινδυνεύουμε. Ούτε εμείς ούτε οι συνάνθρωποί μας.

Να ‘σαι άνθρωπος δημιουργικός και ευαίσθητος. Και να αγαπάς. Να αγαπάς! Να μπορείς να μετατρέπεις κάθε μέρα την αγάπη σε αγαπημένο. Η φρέζα μου που είναι εκεί φυτεμένη την αγαπάω, την βλέπω κάθε πρωί, καταλαβαίνεις; Ή έναν συγκεκριμένο άνθρωπο…  Όλα τα άλλα… Παρέες, ρε, μπορείς να κάνεις παρέες; Φιλία. Έρωτα! Κάντε έρωτα, αγαπηθείτε κάντε τις παρέες σας, σκεφτείτε, αναπτύξτε την κριτική σας σκέψη.

Το νόημα της ελευθερίας

Πιστεύω πως το πρόβλημα της ελευθερίας του ανθρώπου ξεκινάει από το σώμα του. Άμα δεν έχεις το δικαίωμα να χρησιμοποιήσεις το σώμα σου όπως σου γουστάρει, τότε μπορεί να αρνείσαι ένα ανελεύθερο σύστημα, αλλά ταυτόχρονα να αναπαραγάγεις ένα νέο σύστημα καταπίεσης.

Και η ευτυχία του ανθρώπου δε μπορεί να νοηθεί διαφορετικά, παρά μονάχα μες από την ελευθερία του σώματός του, μες από την ελευθερία της συμπεριφοράς του.

Νομίζω πως το πιο κρίσιμο πρόβλημα, για την εποχή μας τουλάχιστον, σχετικά με την ευτυχία του ανθρώπου είναι το πρόβλημα της ελευθερίας του, η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, χωρίς εξαρτήσεις, όρους ή περιορισμούς. Η απελευθέρωσή του από κάθε μορφή εξουσίας, ιεραρχίας και αυθεντίας.

Οι άνθρωποι δε θα δουλεύουν από ανάγκη για να ζήσουν, αλλά από την ανάγκη της χαράς, της δημιουργίας.

Ο καθένας στο παιχνίδι του, στο άθλημά του.

Το νόημα του συστήματος

Είναι πάρα πολύ εύκολο να φτιάξεις μια ιδεολογία ή μια θεωρία για την κοινωνία και να καλέσεις τους ανθρώπους να την εφαρμόσουν. Είναι όμως τρομερά δύσκολο, ως ανυπέρβλητο, να ξεπεράσεις το εμπόδιο του εαυτού σου και της κουλτούρας που σου πότισαν από τα γεννοφάσκια σου και τα δεσμά που έχει δέσει γύρω σου το σύστημα.

Δεν υπάρχει παιδεία, σήμερα. Μη γελιόμαστε. Υπάρχει εκπαίδευση. Άλλο πράγμα η παιδεία κι άλλο πράγμα η εκπαίδευση. Σήμερα, λοιπόν, τα παιδιά εκπαιδεύονται. Γιατί; Για να βρούνε τη μηχανή του κέρδους! Να εξασφαλίσουν κάποια θέση σε κάποιο επάγγελμα.

Τη μηχανή του κέρδους! Αυτό είναι το πρόβλημα. Όσο στην κοινωνία μας η κυρίαρχη αξία του συστήματος είναι το κέρδος, από κει και πέρα μην ψάχνεις να βρεις… αυτό διαποτίζει όλες τις ανθρώπινες σχέσεις και διαποτίζει όλες τις κοινωνικές δραστηριότητες όπως είναι η παιδεία και όλα τα πράγματα.

Τώρα, αν σκεφτεί κάποιος, πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος και μάλιστα ιδιοφυής, ένα εξαιρετικό μυαλό, που μετέχει της παιδείας του εικοστού πρώτου αιώνα, αφού αποφοιτήσει να πάει σε μια πολυεθνική και να κάνει έρευνα για μικροβιολογικούς, χημικούς ή άλλους πολέμους; Αυτό είναι ακατανόητο!

Χρειάζεται κανένα άλλο επιχείρημα για να αποδείξει ότι αυτό που συντελείται σήμερα, στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, δεν έχει καμία σχέση με την παιδεία; Διότι αν αυτός ο ιδιοφυής άνθρωπος είχε αποκτήσει πραγματικά κάποια παιδεία, δεν θα πήγαινε να διαθέσει τις γνώσεις του για να κάνει έρευνες για χημικούς πολέμους ή για το πώς η εξουσία θα υποδουλώσει π.χ. στην Αφρική για μια ακόμη φορά αυτούς τους λαούς, μέσα από τους οποίους πέρασε η πρωταρχική συσσώρευση του κεφαλαίου και τους κατάπνιξε!

Η “κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι”

Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται, άπαξ, που λένε, σα μια μοναδική ευκαιρία. Τουλάχιστον μ’ αυτή την αυτόνομη μορφή της δεν πρόκειται να ξανα-υπάρξουμε ποτέ. Και μείς τι την κάνουμε ρε, αντί να τη ζήσουμε; Τι την κάνουμε; Τη σέρνουμε από δω κι από κει δολοφονώντας την.

Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις. Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις; Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματος, πώς να οργανώσεις τα συναισθήματα.

Έτσι, μ’ αυτή την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες σα να μας είναι βάρος, και μας είναι βάρος, γιατί δε ζούμε, κατάλαβες; Όλο κοιτάμε το ρολόι, να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ’ την αρχή.

Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που θα τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν “αξίες”, σαν “ηθική”, σαν “πολιτισμό”.

Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να παίξουμε και να χαρούμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να κάνουμε έρωτα, να απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τον διπλανό μας.

Όλα, όλα τα αφήνουμε για το αύριο που δε θα ‘ρθει ποτέ… Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος και δεν πάμε πουθενά αλλού, παρά μόνο στο θάνατο, και εμείς οι μαλάκες, αντί να κλαίμε το δειλινό που χάθηκε άλλη μια μέρα απ’ τη ζωή μας, χαιρόμαστε.

Η κορυφαία πολιτική μάχη

Όταν συνειδητοποίησα ότι δε μπορώ να αλλάξω το σύστημα, άρχισα να αγωνίζομαι να μη με αλλάξει αυτό.

Αγωνίζομαι να μείνω άνθρωπος. Και αυτό είναι η κορυφαία πολιτική μάχη. Να μπορείς να αποφύγεις τη βαρβαρότητα αυτής της εποχής. Να μπορείς να παραμείνεις άνθρωπος με τρυφερότητα. Με το δικό σου βλέμμα.

Η ζωή είναι ένα δώρο που μας δίνεται μία φορά. Οι περισσότεροι άνθρωποι όταν ξημερώνει λένε “άντε να τελειώσει κι αυτή η κωλομέρα”. Και δεν καταλαβαίνουν ότι κάνουν άλλο ένα βήμα προς το θάνατο.

“Τολμάτε ρε!”

Τολμάτε ρε, τολμάτε! Γράψτε αυτό που θέλετε, αυτό που σκέφτεστε. Απορρίψτε τις σκοπιμότητες.

Εγώ έγραφα, κι έγραφα με την ψυχή, κι όταν με είπαν συγγραφέα πρώτη φορά τα ‘χασα! Μα, σοβαρά μιλάτε ρε παιδιά, συγγραφέας; Δεν είχα καμία τέτοια πρόθεση απλά στις παρέες, στον κήπο, τους έλεγα ιστορίες και μου έλεγαν, ρε Χρόνη γιατί δεν τα γράφεις αυτά τα πράγματα; Κι έτσι βγήκε.

Γιατί τα βιώματα ήταν ουσιαστικά. Κατάλαβες; Ζούσαμε. Είχε συνέχεια η ζωή μας, δεν ήταν αυτή η γκρίζα καθημερινότητα, αλλά ήταν μεγάλο κατόρθωμα να παραμείνεις άνθρωπος.

Ήταν πολύ σημαντικό να μπορείς να κοιτάξεις τη μάπα σου το πρωί στον καθρέφτη και να πεις, “είμαστε εντάξει ρε μάγκα, πάμε”.

_______________________

Πηγή: Χρόνης Μίσσιος στο tvxs.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 1 Νοεμβρίου 2020

OΤΑΝ ΑΡΧΙΣΑ ΝΑ ΑΓΑΠΩ τον εαυτό μου πραγματικά, μπόρεσα να καταλάβω ότι ο συναισθηματικός πόνος και η θλίψη απλώς με προειδοποιούσαν να μη ζω κόντρα στην αλήθεια μου. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε Αυθεντικότητα.

OΤΑΝ ΑΡΧΙΣΑ ΝΑ ΑΓΑΠΩ τον εαυτό μου πραγματικά, κατάλαβα σε πόσο δύσκολη θέση ερχόταν κάποιος με το να του επιβάλλω τις επιθυμίες μου, παρότι ήξερα ότι ούτε ήταν κατάλληλη η στιγμή ούτε ο άνθρωπος ήταν έτοιμος, ακόμα κι αν αυτός ο άνθρωπος ήμουν εγώ. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε Αυτοεκτίμηση.

OΤΑΝ ΑΡΧΙΣΑ ΝΑ ΑΓΑΠΩ τον εαυτό μου πραγματικά, έπαψα να λαχταρώ μια άλλη ζωή και μπόρεσα να δω ότι τα πάντα γύρω μου με προκαλούσαν να μεγαλώσω. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε Ωριμότητα.

OTΑΝ ΑΡΧΙΣΑ ΝΑ ΑΓΑΠΩ τον εαυτό μου πραγματικά, κατάλαβα ότι βρίσκομαι πάντα και σε όλες τις περιστάσεις, την κατάλληλη στιγμή και στο σωστό μέρος και ότι όλα όσα γίνονται είναι σωστά. Από τότε κατάφερα να γαληνέψω. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε Αποδοχή.

ΟΤΑΝ ΑΡΧΙΣΑ ΝΑ ΑΓΑΠΩ τον εαυτό μου πραγματικά, έπαψα να στερούμαι τον ελεύθερο χρόνο μου και σταμάτησα να κάνω μεγαλόπνοα σχέδια για το μέλλον. Σήμερα κάνω μόνο ό,τι με ευχαριστεί και με γεμίζει χαρά, ό,τι αγαπώ και κάνει την καρδιά μου να γελά, με τον δικό μου τρόπο και στους δικούς μου ρυθμούς. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε Ειλικρίνεια.

OΤΑΝ ΑΡΧΙΣΑ ΝΑ ΑΓΑΠΩ τον εαυτό μου πραγματικά, απελευθερώθηκα από ό,τι δεν ήταν υγιές για μένα. Από φαγητά, άτομα, πράγματα, καταστάσεις και από ό,τι με τραβούσε συνεχώς μακριά από τον ίδιο μου τον εαυτό. Στην αρχή το ονόμαζα «υγιή εγωισμό». Αλλά σήμερα ξέρω ότι είναι Αυταγάπη.

ΟΤΑΝ ΑΡΧΙΣΑ ΝΑ ΑΓΑΠΩ τον εαυτό μου πραγματικά, έπαψα να θέλω να έχω πάντα δίκιο. Έτσι έσφαλλα πολύ λιγότερο. Σήμερα κατάλαβα ότι αυτό το λέμε Απλότητα.

OΤΑΝ ΑΡΧΙΣΑ ΝΑ ΑΓΑΠΩ τον εαυτό μου πραγματικά, αρνήθηκα να συνεχίσω να ζω στο παρελθόν και να ανησυχώ για το μέλλον μου. Τώρα ζω περισσότερο τη στιγμή όπου όλα συμβαίνουν. Έτσι σήμερα ζω την κάθε μέρα και αυτό το λέω Πληρότητα.

OΤΑΝ ΑΡΧΙΣΑ ΝΑ ΑΓΑΠΩ τον εαυτό μου πραγματικά, συνειδητοποίησα ότι η σκέψη μου μπορεί να με κάνει μίζερο και άρρωστο. Όταν όμως επικαλέστηκα τις δυνάμεις της καρδιάς μου, η λογική απέκτησε έναν πολύτιμο σύντροφο. Αυτή τη σχέση την ονομάζω σήμερα σοφία (της καρδιάς).

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΛΟΓΟΣ ΝΑ ΦΟΒΟΜΑΣΤΕ τις αντιπαραθέσεις, τις συγκρούσεις και τα προβλήματα με τον εαυτό μας και τους άλλους γιατί καμιά φορά ακόμα και τα άστρα εκρήγνυνται και δημιουργούνται νέοι Γαλαξίες.

Σήμερα ξέρω ότι αυτό είναι η Ζωή.

Από το βιβλίο της Kim Macmillan “όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου”

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 26 Απριλίου 2020

«Παγκόσμια ημέρα βιβλίου σήμερα και ξεφυλλίζοντας ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία, το “Αδριανού Απομνημονεύματα” της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, πέφτω πάνω στη φράση: “Αναζήτησα την ελευθερία πιο πολύ από τη δύναμη, και τη δύναμη μόνο γιατί ως ένα σημείο ευνοεί την ελευθερία”. Μέσα σε λίγα λόγια, η συγγραφέας κατορθώνει να αποτυπώσει τον τρόπο με τον οποίο άσκησε την εξουσία ένας Ρωμαίος αυτοκράτορας που δεν θέλησε να γίνει θεός γιατί εκτιμούσε απεριόριστα τον άνθρωπο μέσα του, ούτε και Καίσαρας, γιατί θεωρούσε, ως το τέλος, τον εαυτό του “υπάλληλο του Κράτους”. Να συλλάβει, καθώς γράφει η ίδια η Γιουρσενάρ, “μια ζωή γνωστή, συμπληρωμένη, καθορισμένη από την Ιστορία” και να μας κάνει κι εμάς συμμετόχους της.

Αυτό δεν είναι η λογοτεχνία; Αυτό δεν είναι η ανάγνωση; Μια βαθιά σχέση με τον εαυτό μας και μια σύνδεση με τον εσωτερικό μας κόσμο. Γινόμαστε πολλοί όταν διαβάζουμε, μετέχουμε με χίλια πρόσωπα στην ανθρώπινη περιπέτεια. Αρχίζουμε να συνομιλούμε με τον συγγραφέα και να κατανοούμε τι σημαίνει ο άλλος, ο διαφορετικός από μας. Και βέβαια συσχετίζουμε τα βιβλία που αγαπήσαμε με στιγμές από τη ζωή μας: ένα ταξίδι με πλοίο, μια πολύωρη αναμονή σ’ ένα σταθμό, μια μακρινή παραλία, μια μοναχική βραδιά, γόνιμες κουβέντες με φίλους.

»Η φετινή παγκόσμια ημέρα του βιβλίου συμπίπτει με μια πολύ δύσκολη περίοδο για όλο τον κόσμο. Μας λείπουν τα βιβλιοπωλεία, οι δημόσιες και δημοτικές βιβλιοθήκες, οι εκθέσεις βιβλίου, όλοι αυτοί οι συναρπαστικοί χώροι που υποδέχονται και καλλιεργούν τις αναζητήσεις μας. Μας προβληματίζει η κρίση στην οποία έχει περιέλθει ολόκληρη η αλυσίδα παραγωγής και διανομής του βιβλίου. Μας λυπεί η μικρή εμβέλεια των δημόσιων και δημοτικών βιβλιοθηκών μας, γιατί εν μέσω πανδημίας θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια εξαιρετική δίοδο συνάντησης του βιβλίου με τους αναγνώστες του, μέσω του δανεισμού. Μας ανησυχεί η βιωσιμότητα των εκδοτικών επιχειρήσεων, ιδίως των μικρότερων, που συμβάλλουν στη ζωντάνια και την ποικιλομορφία του εκδοτικού τοπίου.

»Παρ’ όλ’ αυτά, είμαι αισιόδοξη. Το βιβλίο, είτε στη φυσική είτε στην ψηφιακή του μορφή, μας κρατά συντροφιά και μας στηρίζει ψυχολογικά στις συνθήκες απομόνωσης που βιώνουμε όλοι μας. Διευρύνει τα όρια του σπιτιού μας, δίνει ρυθμό στον χρόνο. Επιβεβαιώνει τη θέση-κλειδί που κατέχει στη ζωή μας, ως μέσο πολιτισμού, μάθησης και απόλαυσης – με δυο λόγια ως μέσο ελευθερίας. Πιστεύω ακράδαντα ότι αυτή η θέση θα διατηρηθεί, ακλόνητη κι ακόμη περισσότερο ενισχυμένη, και μετά την υποχώρηση της πανδημίας»

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ, Πρόεδρος της Δημοκρατίας

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 6 Ιανουαρίου 2020

Λειτουργία των Θεοφανείων. Έτσι τον ρίχναν και στην πατρίδα μου κι ήταν ένα θέαμα έμορφο και παράξενο.

Εκινούσε η συνοδεία από τη Μητρόπολη. Μπροστά πηγαίνανε τα ξαφτέρουγα και τα μπαϊράκια κι ύστερα πηγαίνανε οι παπάδες με τον Δεσπότη, ντυμένοι με τα χρυσά τα άμφια, παπάδες πολλοί κι αρχιμανδρίτες, γιατί η πολιτεία είχε δώδεκα εκκλησίες και κατά τις επίσημες μέρες στις μικρές ενορίες τελειώνανε γρήγορα τη λειτουργία και πηγαίνανε οι παπάδες στη Μητρόπολη για να γίνει η γιορτή πιο επίσημη. Οι ψαλτάδες ήτανε κι εκείνοι κάμποσοι κι οι πιο καλλίφωνοι, και ψέλνανε με μεγαλοπρέπεια βυζαντινά, δηλαδή ελληνικά. Από πίσω ακολουθούσε λαός πολύς.

fota_protiΣαν φτάνανε στ’ Αγγελή τον Γιαλό, όπως λέγανε κείνη την ακρογιαλιά, ο Δεσπότης με τους παπάδες ανεβαίνανε σε μια μεγάλη σανιδωτή εξέδρα εμορφοσκαρωμένη, για να κάνουνε τον Αγιασμό.

Ο κόσμος έπιανε την ακρογιαλιά κι ανέβαινε ο καθένας όπου έβρισκε, για να μπορεί να βλέπει. Τα σπίτια που ήτανε γύρο, γεμίζανε κόσμο. Οι γυναίκες θυμιάζανε από τα παραθύρια.

Από το μέρος της θάλασσας ήτανε μαζεμένα ίσαμε εκατό καΐκια και βάρκες αμέτρητες, με τις πλώρες γυρισμένες κατά το μέρος που στεκόταν ο Δεσπότης. Έτσι που ήτανε παρατεταγμένα τα καΐκια, μοιάζανε σαν αρμάδα που θα κάνει πόλεμο. Πιο ανοιχτά, κατά το πέλαγο, έβλεπες φουνταρισμένα τα μεγάλα καΐκια, γεμάτα κόσμο κι εκείνα. Άλλα πάλι είχανε περιζωσμένες τις βάρκες που βρισκόντανε γιαλό κι ήτανε κι αυτά γεμάτα κόσμο, προπάντων θαλασσινοί και παιδομάνι.

Σ’ αυτά τα μέρη κάνει πολύ κρύο και τις πιο πολλές φορές οι αντένες των καραβιών ήτανε χιονισμένες, ένα θέαμα πολύ έμορφο. Απάνου στα ξάρτια και στις σκαλιέρες, στις γάμπιες και στα μπαστούνια των καραβιών ήτανε σκαλωμένοι πλήθος θαλασσινοί, μεγάλοι και μικροί. Η θάλασσα ήτανε κοιμισμένη, μπουνάτσα. Κρούσταλλα κρεμόντανε από τα ξάρτια σε πολλά καΐκια. Κρύο τάρταρος.

aibali_andresΣτην κάθε βάρκα από κείνες που είχανε κοντοζυγώσει στη στεριά και περιμένανε να πέσει ο Σταυρός στη θάλασσα, στεκόντανε από ένα δυο νοματέοι απάνω στην πλώρη, ενώ άλλοι δυο ήτανε στα κουπιά. Οι πιο πολλοί ήτανε σαν θερία, χεροδύναμοι, πλαταράδες, χοντρολαίμηδες, μαλλιαρόστηθοι, τα κορμιά τους ήτανε κόκκινα από το κρύο. Τα ποδάρια τους ήτανε γερά και φουσκωμένα σαν αδράχτια. Θαλασσάνθρωποι, γεμιτζήδες, κοντραμπατζήδες, ψημένοι με τ’ αλάτι. Οι πιο πολλοί είχανε ριγμένες στις πλάτες τις γούνες τους για να μην παγώσουνε, ένας-δύο όμως στεκόντανε γυμνοί και κάνανε κάπου κάπου τον σταυρό τους. Μα το μάτι τους ήτανε καρφωμένο στο μέρος που θα ‘ριχνε τον Σταυρό ο Δεσπότης.

Ανάμεσά τους ήτανε ο Κωστής ο Γιωργάρας, ο Στρατής ο Μπεκός, ο Γιωργής ο Σόνιος, ο Δημητρός ο Μπούμπας, ο Πέτρος ο Κλόκας, ο Βασίλης ο Αρναούτης, ο παλαβο-Παρασκευάς κι άλλοι. Σαν να τους βλέπω μπροστά μου.

Σαν σίμωνε λοιπόν η συνοδεία στη θάλασσα κι ακουγόταν από μακριά η ψαλμωδία, γινότανε μεγάλος αλαλαγμός απάνω στις βάρκες. Οι βουτηχτάδες πετούσανε τις γούνες τους κι οι άλλοι τραβούσανε τα κουπιά, για να ‘ναι οι βάρκες τους κοντά στο μέρος που θα ‘πεφτε ο Σταυρός. Άλλοι φωνάζανε από τα ξάρτια, άλλοι μαλώνανε, άλλοι ανεβαίνανε στις κουπαστές για να δούνε.

Τέλος φτάνανε οι στρατιώτες και ταχτοποιούσανε τον κόσμο. Μπροστά πήγαινε ο αξιωματικός ο Τούρκος κι άνοιγε τον δρόμο να περάσει ο Δεσπότης, κι έλεγε: «Γιολ βέριν εφεντιά!» (Κάντε δρόμο στον αφέντη). Ο στρατός αραδιαζότανε σε παράταξη κι οι ψαλτάδες ψέλνανε πολλές φορές «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε». Στο τέλος το ‘ψελνε κι ο Δεσπότης κι έριχνε τον Σταυρό στη θάλασσα.

fota_colour1_mesa

Αλαλαγμός σηκωνότανε μέσα στη θάλασσα. Οι βάρκες και τα καΐκια καργάρανε τα κουπιά και τρακάρανε το ‘να στ’ άλλο. Οι πλώρες χτυπούσανε η μία την άλλη. Κουπιά, κοντάρια, καμάκια, απόχες μπερδευότανε μεταξύ τους. Οι βουτηχτάδες πέφτανε στο νερό κι η θάλασσα άφριζε σαν να παλεύανε σκυλόψαρα. Πολλοί απ’ αυτούς κάνανε ώρα πολλή ν’ ανεβούνε απάνω, παίρνανε μακροβούτι και ψάχνανε στον πάτο να βρούνε τον Σταυρό. Για μια στιγμή φανερωνότανε κανένα κεφάλι και βούλιαζε γρήγορα πριν να το δεις.

Άξαφνα βγήκε ένα κεφάλι με κόκκινα γένια κι ένα χέρι ξενέρισε και βαστούσε τον Σταυρό. Ήτανε ο παλαβο-Παρασκευάς. Με δυο τρεις χεροβολιές κολύμπησε κατά το μέρος του Δεσπότη και σκάλωσε στην αραξιά. Έκανε μετάνοια και φίλησε το χέρι του κι έδωσε τον Σταυρό. Ο Δεσπότης τον πήρε, τον ασπάστηκε και τον έβαλε στον ασημένιο δίσκο κι ύστερα έδωσε τον δίσκο στον Παρασκευά. Οι ψαλτάδες πιάσανε πάλι και ψέλνανε κι ο κόσμος αλάλαζε. Ύστερα η συνοδεία τράβηξε πάλι για την εκκλησιά.

fota_colour2_mesaΟ Παρασκευάς, με τον δίσκο στα χέρια, γύριζε στους μεγάλους καφενέδες και στις ταβέρνες κι έριχνε ο καθένας ό,τι ρεγάλο ήθελε. Τόσες ώρες γυμνός και βρεμένος μήτε κρύωνε μήτε τους ώμους του δεν ανασήκωνε.

Την ώρα που έπεφτε ο Σταυρός στη θάλασσα, όλα τα καΐκια και τα καράβια που ήτανε φουνταρισμένα ανοιχτά στο πέλαγο, γυρίζανε την πλώρη τους κατά την Ανατολή, από κει που ήρθε ο Χριστός στον κόσμο.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 26 Δεκεμβρίου 2019

Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη (1896, δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ακρόπολις)

Το βράδυ, αφού ενύκτωσε, επήγε με τόλμην από τας πολλάς σπονδάς και από την ενθύμησιν του κούρκου και έκρουε την θύραν της οικογενείας του. Η θύρα ήτο κλεισμένη έσωθεν.
–Καλησπέρα, κυρα-Παύλαινα, εφώναξεν απ’έξω, χρόνους πολλούς. Πώς πήγε ο γάλος; Βλέπεις, εγώ πάλε;
Ουκ ην φωνή, ουδέ ακρόασις. Όλη η αυλή ήτο ήσυχος. Τα ισόγεια, αι τρώγλαι, τα κοτέτσια της κυρα-Στρατίνας, όλα εκοιμώντο. Ο σκύλος μόνον εγνώρισε τον μαστρο-Παύλον, έγρυξεν ολίγον και πάλιν ησύχασεν.
Υπήρχον εκεί εκτός από το ψυχομέτρι τριων ή τεσσάρων οικογενειών, οπού εκατοικούσαν εις τ’ ανήλια δωμάτια, δύο γίδες, δώδεκα όρνιθες, τέσσαρες γάτοι, δύο ινδιάνοι και πολλά ζεύγη περιστερών. Αι δύο γίδες ανεχάραζαν βαθιά εις το σκεπασμένο μανδράκι τους, αι όρνιθες έκλωζον υποκώφως εις το κοτέτσια τους, τα περιστέρια είχαν μαζωχθή εις τους περιστερώνας περίτρομαα από το κυνήγι, οπού ήρχιζον εναντίον των την νύκτα οι γάτοι. Όλοι αυτοί οι μικροί θόρυβοι ήσαν το ροχάλισμα της αυλής κοιμωμένης.
Πάραυτα ηκούσθη κρότος βημάτων εις το σπίτι.
–Έ, μαστρο-Παύλε, είπε πλησιάσασα η κυρα-Στρατίνα, νάχουμε και καλό ρώτημα… Τί γάλος και γαλίζεις και γυαλίζεις και καλό να μούχης, ασίκη μου; Είδαμε κι επάθαμε να σκεπάσουμε το πράμα, να μη προσβαλθή το σπίτι… Εκείνος που ήτον δικός του ο γάλος, ήλθε μεσάνυκτα κι εφώναζε, έκανε το κακό, και μας φοβέριζεν όλους, κι η φαμίλια σου, επειδής τον είχε κόψει το γάλο, μαθές, και τον είχε βάλει στο τσουκάλι, βρέθηκε στα στενά… κλειδώθηκε μες στην κάμαρα, και δεν ήξευρε τι να κάμη… Είπε και ο κουνιάδος σου.. καλό κελεπούρι ήτανε κι αυτό, μαθές… και επέρασεν η φαμίλια σου όλην την ημέραν κλειδομανταλωμένη μέσα, από φόβον μην ξαναέλθη εκείνος πούχε το γάλο και μας φέρη και την αστυνομία… ήτον φόβος να μην προσβαλθή κι εμένα το σπίτι μου. Άλλη φορά, τέτοιαα αστεία να μην τα κάνης, μαστρο-Παυλάκη. Τέτοια προσβολή να λείπη από το σπίτι μου, εμένα, τ’ ακουσες;
Ο μαστρο-Παύλος ηρώτησε δειλά·
–Τώρα… είναι μέσα η φαμίλια μου;
–Είναι μέσα όλοι τους, κι έχουνε κλειδωμένα καλά, και το φως κατεβασμένο, δια τον φόβο των Ιουδαίων. Κοίταξε, μη σε νοιώση από πουθενά, κείνος ο σκιάς ο κουνιάδος σου, πάλε…
–Είναι μέσα;
–Ή μέσα είναι, ή όπου είναι έφθασε… να, κάπου ακούω τη φωνή του.
Ηκούσθη, τω όντι, μία φωνή εκεί πλησίον, ήτις δεν υπέσχετο καλά δια τον νυκτερινόν επισκέπτην.
–Έ, μαστρο-Παυλίνε, έλεγε, καλός ήταν ο γάλος…
Ποίος ήτον ο ομιλήσας, άδηλον. Ίσως να ήτο ο μαστρο-Δημήτρης ο γείτων. Δυνατόν να ήτο και ο φοβερός γυναικάδελφος του μαστρο–Παύλου.
–Και να μην πάρω κι εγώ ένα μεζέ; παρεπονέθη ως τόσον ο άνθρωπός μας.
Τι σου χρειάζεται ο μεζές, μαστρο-Παυλάκη μου; επανέλαβεν η Στρατίνα. Τα πράματα είναι πολύ σκούρα. Άφσε τα αυτά. Δουλειά, δουλειά! Η δουλειά βγάζει παλληκάρια. Ό,τι έγινε–έγινε, να πας να δουλέψης, να μου φέρης εμένα τα νοίκια μου. Τ’ ακούς;
–Τ’ ακούω.

Χριστούγεννα

Εάν το Πάσχα είναι η λαμπρότατη του Χριστιανισμού εορτή, τα Χριστούγεννα βεβαίως είναι η γλυκύτατη και συγκινητικωτάτη, και δια τούτο ανέκαθεν εθεωρήθη ως οικογενειακή κατ’ εξοχήν εορτή.
Εν τη Εσπερία δε τα κατ’ αυτήν ανεπτύχθησαν και διετυπώθησαν όντως, ώστε προσέλαβεν ιδιόρρυθμόν τινα τύπον, και ήθη, έθιμα και παραδόσεις ιδιαίτεραι προς αυτήν συνεκροτήθησαν και επ’ αυτής αντεπέδρασαν.
Ολόκληρον φιλολογίαν αποτελούσι τα λεγόμενα Contes de Noël, τα χριστούγεννιάτικα δηλ. παραμύθια, ών τινα εξόχων συγγραφέων έργα είναι ωραιότατα, βιβλιοθήκην δε ολόκληρον δύνανται να γεμίσωσι τα κατ’ έτος εκδιδόμενα Christmas Numbers, τα έκτακτα δηλ. φυλλάδια των εικονογραφημένων περιοδικών, τα δημοσιευόμενα επί τη εορτή των Χριστουγέννων, μετά καλών εικόνων και ποικιλωτάτης τερπνής ύλης.
Ουδέν δε άπορον αν εν τη Δύσει ιδίως ανεπτύχθη η εορτή αύτη, διότι εκ της Δύσεως έχει αν όχι την αρχήν, τουλάχιστον την τάξιν και την σύστασιν.
Γνωστόν ότι πρώτος ο θείος Χρυσόστομος, «ελθόντων τινών από της Δύσεως και απαγγειλάντων», εκανόνισε την εορτήν ταύτην εν τη Ανατολική Εκκλησία, ότε, κατ’ αυτόν τον μήνα Δεκέμβριον τη ιε’, εχειροτονήθη πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, περί τα τέλη του δ’ αιώνος.
Διότι, φαίνεται, έως τότε επεκράτει σύγχυσις, και εωρτάζετο μεν κατά τόπους η Χριστού Γέννησις, αλλ’ ετέλουν την εορτήν άλλοι άλλοτε και δεν συνεφώνουν περί της ημέρας. Η Δυτική Εκκλησία είχεν ορίσει απ’ αρχής την κε’ του Δεκεμβρίου και την ημέραν ταύτην έταξεν εν τη Ανατολή ο ιερός Χρυσόστομος.
Ουχ ήττον όμως η Χριστού Γέννησις ετιμάτο έκπαλαι εν τη Ανατολική Εκκλησία, οι μέγιστοι δε των Πατέρων, οίτινες έζησαν κατά την Δ’ εκατονταετηρίδα, τον χρυσούν εκείνον αιώνα της χριστιανικής Εκκλησίας, ων πολλοί είναι κατά τι αρχαιότεροι του Χρυσορρήμονος διδασκάλου, συνέθεσαν πανηγυρικούς και εγκωμιαστικούς λόγους προς τιμήν της ημέρας. Το δημοτικώτατον εκείνο άσμα, το «Χριστός γεννάται, δοξάσατε, Χριστός εξ ουρανών, απαντήσατε, Χριστός επί γης, υψώθητε», είναι κατά λέξιν ηρανισμένον εκ του πανηγυρικού του ιερού Γρηγορίου του Ναζιανζηνού, του και Θεολόγου επικαλουμένου. Εκ πανηγυρικού λόγου ελήφθη επίσης και το εξαποστειλάριον της εορτής. «Επεσκέψατο ημάς εξ ύψους ο Σωτήρ ημών, ανατολή ανατολών…» Η τελευταία αυτή φράσις, έχει το προνόμιον, ως ήκουσα, να εμπνέη μέγαν ενθουσιασμόν εις τους ατυχήσαντας μεν περί την γλώσσαν, Έλληνας δε την καρδίαν και το φρόνημα αδελφούς ημών της Καισαρείας και Καππαδοκίας, ευλόγως καυχωμένους και λέγοντας ότι «εξ Ανατολής το φως»

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 23 Νοεμβρίου 2019

«Όταν πρότεινα τη θεωρία της σχετικότητας, ελάχιστοι με κατάλαβαν.  Και αυτό που θα αποκαλύψω τώρα, θα συγκρουστεί με την παρανόηση και την προκατάληψη του κόσμου. Σου ζητώ να φυλάξεις τα γράμματα για όσο διάστημα χρειαστεί, χρόνια, δεκαετίες, έως ότου η κοινωνία είναι αρκετά προηγμένη για να δεχτεί αυτό που θα εξηγήσω παρακάτω. Υπάρχει μια εξαιρετικά ισχυρή δύναμη που, μέχρι σήμερα, η επιστήμη δεν έχει βρει επίσημη εξήγηση για αυτήν. Είναι μια δύναμη που περιλαμβάνει και διέπει όλους, είναι πίσω από κάθε φαινόμενο που λειτουργεί στο σύμπαν και δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί από εμάς. Αυτή η παγκόσμια δύναμη είναι η ΑΓΑΠΗ.   Η Αγάπη ξεδιπλώνει και αποκαλύπτει. Για την αγάπη ζούμε και πεθαίνουμε. Αγάπη είναι ο Θεός και Θεός είναι η Αγάπη   Όταν οι επιστήμονες ερεύνησαν για μια ενοποιημένη θεωρία του σύμπαντος ξέχασαν την πιο ισχυρή αόρατη δύναμη. Η αγάπη είναι φως, που φωτίζει αυτούς που δίνουν και λαμβάνουν. Η αγάπη είναι βαρύτητα, επειδή κάνει τους ανθρώπους να αισθάνονται έλξη για άλλους. Η αγάπη είναι δύναμη, διότι πολλαπλασιάζει το καλύτερο που έχουμε, και επιτρέπει στην ανθρωπότητα να μην σβήσει στον τυφλό εγωισμό της. Η Αγάπη ξεδιπλώνει και αποκαλύπτει. Για την αγάπη ζούμε και πεθαίνουμε. Αγάπη είναι ο Θεός και Θεός είναι η Αγάπη. Η δύναμη αυτή εξηγεί τα πάντα και δίνει νόημα στη ζωή. Αυτή είναι η μεταβλητή που έχουμε αγνοήσει για πολύ καιρό, ίσως γιατί φοβόμαστε την αγάπη, γιατί είναι η μόνη ενέργεια στο σύμπαν που ο άνθρωπος δεν έχει μάθει να οδηγεί κατά βούληση. Για να δώσω ορατότητα στην αγάπη, έκανα μια απλή αντικατάσταση στην πιο διάσημη εξίσωση μου. Αν αντί για E = mc2, δεχθούμε ότι η ενέργεια για να θεραπεύσει τον κόσμο μπορεί να επιτευχθεί μέσα από την αγάπη όταν πολλαπλασιάζεται με την ταχύτητα του φωτός στο τετράγωνο, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η αγάπη είναι η πιο ισχυρή δύναμη που υπάρχει, διότι δεν έχει όρια.   Αν θέλουμε να σώσουμε τον κόσμο και κάθε ον με αισθήσεις που κατοικεί σε αυτόν, η αγάπη είναι η μία και μοναδική απάντηση   Μετά την αποτυχία της ανθρωπότητας στη χρήση και τον έλεγχο των άλλων δυνάμεων του σύμπαντος, που έχουν στραφεί εναντίον μας, είναι επιτακτική ανάγκη να τραφούμε με ένα άλλο είδος ενέργειας. Αν θέλουμε το είδος μας να επιβιώσει, αν θέλουμε να βρούμε το νόημα της ζωής, αν θέλουμε να σώσουμε τον κόσμο και κάθε ον με αισθήσεις που κατοικεί σε αυτόν , η αγάπη είναι η μία και μοναδική απάντηση. Ίσως δεν είμαστε ακόμη έτοιμοι να κάνουμε μια βόμβα αγάπης, μια συσκευή αρκετά ισχυρή ώστε να καταστρέψει εντελώς το μίσος, τον εγωισμό και την απληστία που καταστρέφουν τον πλανήτη. Ωστόσο, κάθε άτομο φέρει μέσα του μια μικρή αλλά ισχυρή γεννήτρια αγάπης της οποίας η ενέργεια περιμένει να απελευθερωθεί. Όταν μάθουμε να δίνουμε και να λαμβάνουμε αυτή την παγκόσμια ενέργεια, αγαπητή Lieserl, θα έχουμε επιβεβαιώσει ότι η αγάπη κατακτά τα πάντα, είναι σε θέση να ξεπεράσει τα πάντα, γιατί η αγάπη είναι η πεμπτουσία της ζωής. Με λυπεί βαθύτατα που δεν μπόρεσα να εκφράσω ό, τι έχω στην καρδιά μου, που χτυπά για σένα μια ζωή. Ίσως είναι πολύ αργά για να ζητήσω συγγνώμη, αλλά καθώς ο χρόνος είναι σχετικός, πρέπει να σου πω ότι σ’ αγαπώ και πως χάρη σε εσένα έφτασα στην τελική απάντηση.

Ο πατέρας σου, Άλμπερτ Αϊνστάιν»

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 12 Οκτωβρίου 2019

“Είναι χειμώνας. Με όσα αυτό συνεπάγεται. Μια κρύα νύχτα του, ένα λαμπερό αστέρι, όμοιο με κομμάτι από χρυσάφι, πέφτει από τον ουρανό αγγίζοντας κι άλλα αστέρια στην τροχιά του. Στις ιτές θα φωλιάζει, είπαν οι ξυλοκόποι που το είδαν να πέφτει κι έτρεξαν κατακεί. Οι ξυλοκόποι έσκυψαν να πιάσουν το θησαυρό. Σηκώνουν τον καμωμένο από αστέρια χρυσαφένιο μανδύα αλλά θησαυρός δεν υπάρχει. Μονάχα ένα παιδί που κοιμάται. Ένα αστερόπαιδο.

Ο ένας ξυκλοκόπος αρνείται να το πάρει. Είναι φτωχός. Ο άλλος δεν το συζητά. Ας είναι φτωχός. Θα το πάρει σπίτι του. Η ανάδοχη οικογένεια, καίτοι έχει πολλά παιδιά, το περιβάλλει με θαλπωρή. Καθώς μεγαλώνει, γίνεται ολοένα και ομορφότερο, χρυσά δαχτυλίδια τα μαλλιά του, λευκή επιδερμίδα σαν ελεφαντόδοντο, νάρκισσος το κορμί του. Μα όσο ομορφότερο γινόταν, τόσο σκληρότερο και περιφρονητικό προς όλους έμοιαζε. Από ένα αστέρι γεννημένος αυτός, πώς θα ήταν ίδιος και ίσος με τους άλλους; Τους άσχημους, τους φτωχούς, τους διαφορετικούς. Κυνηγούσε ζώα, έστηνε παγίδες, τα βασάνιζε.

Κάποτε έφτασε στο χωριό μια ζητιάνα, άσχημη και βρομιάρα. Είπε πως ήταν η μάνα του κι ο υξλοκόπος το φώναξε να τη δει. “Αν είσαι στ’ αλήθεια η μητέρα μου, καλύτερα να φύγεις. Με ντροπιάζεις. Εγώ νόμιζα πως γεννήθηκα από ένα αστέρι κι όχι από μια ζητιάνα. Φύγε. Δε θέλω να σε ξαναδώ… Καλύτερα να με φιλήσει οχιά ή βάτραχος παρά εσύ”, της είπε το λιγότερο απαξιωτικά. Παράξενο. Οι σύντροφοί του άρχισαν να το κοροιδεύουν. Είχε πια πάρει την όψη βάτραχου και το κορμί οχιάς. Μετάνιωσε που αρνήθηκε τη μητέρα του και τιμωρήθηκε κι αποφάσισε να πάει να τη βρει. Κανείς δεν έδειχνε προθυμία να βοηθήσει όμως ένα τόσο άσχημο πλάσμα. Τον περιγελούσαν, τον έδιωχναν από παντού. Μέχρι που ένας αξιωματούχος μιας πολιτείας με ψηλά τείχη, τον πήρε και τον πούλησε δούλο για μια κούπα κρασί σε έναν γέρο, πανούργο μάγο. Αυτός του έβαλε σκληρές δουλειές, να του φέρει τρία κομμάτια χρυσάφι από το δάσος της πολιτείας. Το αστερόπαιδο έβρισκε τα κομμάτια αλλά στο δρόμο του γυρισμού κάποιος τον παρακαλούσε να τον λυπηθεί κι αυτό τους τα χάριζε. Ώσπου πήρε την αρχική του μορφή και όλα άρχισαν να παίρνουν έναν αλλιώτικο δρόμο που θα μεταμόρφωνε το αστερόπαιδο όχι σε έναν πανέμορφο πρίγκιπα αλλά και σε έναν αναγεννημένο χαρακτήρα…

Μια σύμβαση η ομορφιά, μια παραδοξότητα την οποία προσκυνούμε όλοι. Το αστερόπαιδο όσο ήταν ένας άγγελος ομορφιάς είχε έναν τραγικά κακό χαρακτήρα. Προκλητικός, εριστικός, κακότροπος, εξουσιαστικός, ένα control freak με αρνητικό πρόσημο σε όλες του τις εκδοχές. Όταν η εξωτερική του ομορφιά απωλέσθη, τότε η εσωτερική του αναγέννηση άρχισε να χτίζεται με γοργό ρυθμό, πρώτα με την αναζήτηση της ζητιάνας μητέρας του, κατόπιν με όλη την αλλαγή στη συμπεριφορά και στον αξιακό του κώδικα. Η ομορφιά του προσώπου και του σώματος, η outer εκδοχή μας, μοιάζει για τον Γουάιλντ η γενεσιουργός αιτία της ηθικής συντριβής του ανθρώπου. Η ηθική κι η αισθητική ομορφιά (εσωτερική και εξωτετική αντίστοιχα) κονταροχτυπιούνται σκληρά στο Αστερόπαιδο. Γεννιέται από άλλους αλλά ανατρέφεται από καλούς, ταπεινούς, φτωχούς ανθρώπους. Ωστόσο μεγαλώνοντας αναπτύσσει μια ανίκητη κακοτροπία. Το σχόλιο του Ουάιλντ για τη φύση των ανθρώπων, την επιρροή της ανατροφής αλλά κυρίως την ηθική πτώση στην οποία μπορεί να σε οδηγήσει η εξωτερική ομορφιά παρά το περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνεις, είναι σαφές αλλά και την ίδια στιγμή νεφελώδες, επιδεχόμενο πολλών ερμηνειών. Είναι η ομορφιά που σου δίνει το δικαίωμα να ενεργείς, όχι απλά εξουσιαστικά, αλλά ουσιαστικά δίχως κανόνες και μέτρο; Είναι τόσο εγκλωβιστικός για τον “όμορφο” άνθρωπο αυτός ο ναρκισσιμός που τον οδηγεί σε απώλεια πολλών ή όλων των ποιοτικών του χαρακτηριστικών;
Η μεταμόρφωση έρχεται μέσα από τη βίωση ακραίων καταστάσεων. Και η ηθική αναγέννηση του Αστερόπαιδου θα συμβεί καθώς θα εκτεθεί σε ένα πλέγμα κινδύνων όπου το βάζει ο γέροντας-μάγος, μια ακόμα αινιγματική φυσιογνωμία της ιστορίας του διάσημου συγγραφέα. Ένα παραμύθι που ξεφεύγει από το συμβατικό ολοκάθαρο τέλος, που “ματώνει” τον ήρωα για να τον εξαγνίσει.

Μια ιστορία που σε βάζει σε σκέψεις δραματοποίησης, φιλοσοφίας, εκτενών συζητήσεων για την ομορφιά, την μητέρα, τη μετάνοια, την ηθική, τη συμπεριφορά, τον πλούτο.”

Από lecturesbureau

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 4 Οκτωβρίου 2019

Τον μύθο του Περσέα, του νεαρού από τη Σέριφο που έταξε στον Βασιλιά το κεφάλι της Μέδουσας, την οποία κατάφερε να σκοτώσει με το τέχνασμα της αντανάκλασης, λίγο-πολύ τον γνωρίζουμε όλοι. Αυτό που δεν γνωρίζουμε, είναι πως από την υπόσχεση του Περσέα στον Βασιλιά μέχρι τον θάνατο της Μέδουσας, μεσολάβησε μια περιπέτεια με φοβερές και τρομερές μορφές της μυθολογίας. Η θεά Αθηνά ανέλαβε να βοηθήσει τον απογοητευμένο από το αδύνατο της αποστολής του Περσέα, πηγαίνοντάς τον στις Ναϊάδες. Οι νύμφες του υγρού στοιχείου τον προίκισαν με φτερωτά σανδάλια και με ένα κράνος που τον έκανε αόρατο. Ξεκίνησε έτσι να βρει την Μέδουσα, αλλά οι μόνες που γνώριζαν πού βρίσκεται ήταν οι Γραίες. Αυτές οι τρεις εφιαλτικές οντότητες της μυθολογίας ήταν θεές με τη μορφή γερασμένων γυναικών. Την ζοφερή της εμφάνιση ολοκλήρωναν τα εκ γενετής φαλακρά τους κεφάλια και το γεγονός πως είχαν από κοινού μόνο ένα μάτι και ένα δόντι, τα οποία δανείζονταν με τη σειρά. Μία εξ αυτών λοιπόν κάθε φορά έπαιρνε το μάτι τους και φυλούσε την σπηλιά τους, αλλά την στιγμή που η επόμενη Γραία άλλαζε… βάρδια και έπαιρνε με τη σειρά της το μάτι, και οι τρεις τους ήταν τυφλές. Αυτό το δευτερόλεπτο της αλλαγής εκμεταλλεύτηκε ο Περσέας που παραμόνευε, άρπαξε το μάτι και τους δήλωσε πως θα τους το επιστρέψει μόνο αν του πουν πού κρύβεται η Μέδουσα. Όπως και τελικά έγινε…

 

Ο Φινέας και οι Άρπυιες
Ο Φινέας ήταν ο βασιλιάς της Θράκης και του Βόσπορου, και τύχαινε να είναι επίσης και πολύ γνωστός μάντης της περιοχής. Ήταν τόσο καλός στους χρησμούς του, που ο μύθος αναφέρει ότι ο Δίας οργίστηκε φοβερά, γιατί ο Φινέας αποκάλυπτε στους ανθρώπους λεπτομερώς όλα τα σχέδιά του. Φρόντισε λοιπόν να τον τιμωρήσει: Αρχικά, έριξε τον κεραυνό του και τον τύφλωσε. Αυτό όμως δεν εμπόδισε τον Φινέα να συνεχίσει την δουλειά του ως τυφλός μάντης. Έτσι, ο Δίας πέρασε στην επόμενη «πίστα»: Έστειλε στα μέρη τους τις Άρπυιες, πέντε μυθολογικά όντα με σώμα πουλιού και κεφάλι γυναίκας. Αυτές, κάθε φορά που ο Φινέας ετοιμαζόταν να φάει, άρπαζαν το φαγητό του ή του έριχναν… κουτσουλιές, προφανώς για να του «τη σπάσουν» και να τον κρατήσουν για πάντα πεινασμένο και εξαθλιωμένο. Από αυτό το βασανιστήριο προσπάθησαν να τον απαλλάξουν οι διερχόμενοι Αργοναύτες. Δύο εξ αυτών, οι γοργοπόδαροι Καλάις και Ζήτης, ήταν «γραφτό» από χρησμό να κυνηγήσουν τις Άρπυιες και είτε να τις πιάσουν και να τις σκοτώσουν, είτε να αποτύχουν και να σκοτωθούν. Τελικά, προς μεγάλη δυσφήμηση των χρησμών, τίποτα από τα δύο δεν έγινε: Αργοναύτες και Άρπυιες ήρθαν σε συμβιβασμό: Οι πρώτοι τους χάρισαν τη ζωή, και οι δεύτερες συμφώνησαν να μεταναστεύσουν στην Κρήτη και να μην ξαναενοχλήσουν τον Φινέα. Ο τυφλός μάντης, για να τους ευχαριστήσει, τους αποκάλυψε πώς να περάσουν με ασφάλεια τις Συμπληγάδες.

 

 

Ο μύθος των Αλκυονίδων
Όταν στην καρδιά του χειμώνα ξαφνικά εμφανίζονται κάποιες ημέρες ηλιόλουστες, λέμε πως έφτασαν οι Αλκυονίδες ημέρες. Γνωρίζατε όμως τον μύθο πίσω από την ονομασία αυτή; Στην ελληνική μυθολογία, η Αλκυόνη, κόρη του Αιόλου, ζούσε ευτυχισμένη με τον Κύηκα πλάι στη θάλασσα. Η ευτυχία τους ήταν τόση, που κάποια στιγμή θεώρησαν εαυτούς ισάξιους αθάνατων θεών. Κάτι τέτοιο, όπως είναι αναμενόμενο, εξόργισε το δωδεκάθεο. Όταν μάλιστα το ζεύγος άρχισε να αλληλοαποκαλείται με τα ονόματα του Δία και της Ήρας αντί για τα δικά τους, ο Ζευς περίμενε να σαλπάρει ο Κύηκας μια μέρα, και έριξε κεραυνό στο καράβι του. Η Αλκυόνη παρακολουθούσε το ναυάγιο από μακριά και στη θέα του συζύγου της να πνίγεται, όρμηξε στη θάλασσα από ψηλό βράχο για να σκοτωθεί. Εκείνη την ώρα, οι θεοί άλλαξαν γνώμη και τους λυπήθηκαν, και τους μεταμόρφωσαν σε πουλιά, με το όνομα αλκυόνες. Ως πουλιά με λαμπερά γαλάζια φτερά πια, το ζευγάρι εξακολούθησε να ζει δίπλα στην ακτή, και να γεννά τα αυγά του μέσα στη βαρυχειμωνιά. Η μανιασμένη θάλασσα όμως κατέστρεφε τα αυγά τους, κι έτσι σε μια τελευταία ένδειξη συμπόνιας, ο Δίας αποφάσισε να φέρνει κάθε χρόνο, μέσα στον χειμώνα, λίγες ημέρες ήλιου και καλοκαιρίας για να μπορέσει η αλκυόνα να κλωσήσει τα αυγά της. Εξ ου και οι Αλκυονίδες ημέρες.

 

Ο μύθος της Έμπουσας
Αυστηρή και παράξενη, η Εκάτη ήταν χθόνια θεότητα των αρχαίων Ελλήνων, στην οποία αποδίδονταν μαγικές δυνάμεις – λεγόταν μάλιστα θεά της μαγικής τέχνης του Κάτω Κόσμου. Μέσα στα «μαγικά» της, φρόντισε να κάνει κι αυτό: Να δημιουργήσει την Έμπουσα, ένα πλάσμα-φάντασμα που έστελνε η θεά ως προάγγελο δυστυχιών, και που τρόμαζε τους ταξιδιώτες. Η Έμπουσα παρουσιαζόταν ως αγελάδα, πτηνό, όμορφη γυναίκα, σκύλος, δέντρο, πέτρα κλπ, ενώ στην κανονική της μορφή – όσο κανονική μπορεί κανείς να την πει – είχε πρόσωπο πύρινη, που έλαμπε, ένα χάλκινο πόδι και ένα πόδι γαϊδάρου. Ο μύθος μάλιστα την ήθελε να τρέφεται με ανθρώπινες σάρκες – τα σαρκοφόρα έντομα «εμπουσίδες» μάλιστα οφείλουν σ’ αυτήν το όνομά τους. Σύμφωνα με τη μυθολογία, την Εμπούσα μπορούσε κανείς να την αντιμετωπίσει μόνο με συγκεκριμένες, άγριες βρισιές, στο άκουσμα των οποίων έφευγε τσιρίζοντας. Οι πιο σκοτεινές πτυχές της μυθολογίας, την θέλουν να μεταμορφώνεται σε όμορφη κοπέλα, να ξελογιάζει άνδρες, να ξαπλώνει μαζί τους και κατά την διάρκεια του μεσημεριανού τους ύπνου να τους ρουφά την «ζωή» από μέσα τους. Αυτές τις ιδιότητες – ή έστω, χωρίς τις πιο μακάβριες πλευρές του – χρησιμοποιούσαν οι μητέρες της αρχαιότητας για να πείσουν τα άτακτα παιδιά να φάνε το φαγητό τους και να μείνουν φρόνιμα. Εμπούσα, επίσης, αποκαλούσαν κοροϊδευτικά οι Αθηναίοι την μητέρα του γνωστού ρήτορα Αισχίνη, η οποία ήταν ιέρεια των Μυστηρίων, και τα βράδια εμφανιζόταν ξαφνικά μπροστά στους μυούμενους και τους τρόμαζε.

 

Η γέννηση και ο θάνατος του Ασκληπιού
Ο περίφημος «θεραπευτής θεός», όπως τον λάτρευαν στην αρχαία Ελλάδα, Ασκληπιός, είχε –σύμφωνα πάντα με τον μύθο – γέννηση εξίσου τραγική με τον θάνατό του. Η θνητή μητέρα του, Κορωνίδα, πλάγιασε με τον θεό Απόλλωνα και έμεινε έγκυος στον Ασκληπιό. Εν τω μεταξύ, όμως, γνώρισε στη Θεσσαλία και έναν άλλο άνδρα, που θεωρήθηκε πατέρας του εμβρύου. Όταν έμαθε τα μαντάτα ο Απόλλωνας, θύμωσε τόσο πολύ, που ξέσπασε στο κατάλευκο αγγελιοφόρο του πτηνό, τον λευκό κόρακα. Από την κατάρα, ο κόρακας έγινε μαύρος, και έμεινε έτσι έκτοτε. Στη συνέχεια, έβαλε την αδερφή του την Άρτεμη να σκοτώσει με βέλος αυτό τον άνδρα και έκαψε στην πυρά την Κορωνίδα. Εμφανίστηκε όμως, σαν από μηχανής θεός, την τελευταία στιγμή, και έβγαλε από το φλεγόμενο σώμα της τον νεογέννητο Ασκληπιό. Εκείνος, έμελλε να γίνει μεγάλος ιατρός-θεραπευτής με φοβερές ικανότητες, που έφτασαν μέχρι και την θεραπεία πολλών Αργοναυτών, αλλά και την ανάσταση από τον θάνατο άλλων τόσων. Αυτό ήταν κάτι που δεν εκτίμησε ιδιαίτερα ο θεός του Κάτω Κόσμου, Πλούτωνας, που βλέποντας την πελατεία του να μειώνεται, έριξε τον κεραυνό του Δία και σκότωσε τον Ασκληπιό. Ο Απόλλωνας, για να εκδικηθεί τον θεό του Άδη, σκότωσε τους Κύκλωπες, που είχαν χαρίσει στον Δία τον θανατηφόρο κεραυνό. Για να επανέλθει η ισορροπία στις τάξεις του Ολύμπου, ο Ασκληπιός, ταυτόχρονα με τον Ηρακλή, έγινε δεκτός μετά θάνατον στο παλάτι του Δωδεκάθεου.

Από ΤΑ ΝΕΑ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 3 Φεβρουαρίου 2019

Στις 28 Αυγούστου του 1963 ο Κινγκ εκφωνούσε κατά τη διάρκεια της Πορείας για δουλειά και ελευθερία από τα σκαλιά του Lincoln Memorial της Ουάσινγκτον «Έχω ένα όνειρο, ότι τα τέσσερα μικρά παιδιά μου θα ζήσουν μια μέρα σε ένα έθνος όπου δεν θα κρίνονται από το χρώμα του δέρματός τους αλλά από το περιεχόμενο του χαρακτήρα τους. Έχω ένα όνειρο σήμερα» έλεγε, και θα ανατρίχιαζε αν έβλεπε τα αποτελέσματα των εκλογών των ακροδεξιών κομμάτων και τις ρατσιστικές επιθέσεις στο σημερινό κόσμο.

Η ομιλία επικαλείται τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, τη Διακήρυξη Χειραφέτησης και το Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών, και χαρακτηρίζεται ως ένα αριστούργημα της ρητορικής. Υπάρχουν πολλές εκδόσεις της ομιλίας και έχει ξαναγραφτεί αρκετές φορές σε διάφορες χρονικές στιγμές. Η εκδοχή που είναι ευρέως γνωστή, φαίνεται πως είναι ένα αμάλγαμα με αφετηρία την ομιλία «Κανονικότητα, Ποτέ Ξανά» (σχέδιο αυτής της ομιλίας στεγάζεται στο Κολέγιο Morehouse στη συλλογή Martin Luther King Jr Collection). Λίγο από το ένα, λίγο από το άλλο, και τελικά το «Έχω Ένα Όνειρο» γεννιέται σε μια στιγμή έμπνευσης και επικοινωνίας. Προς το τέλος προκαθορισμένης ομιλίας του Κινγκ, η τραγουδίστρια της Gospel, Mahalia Jackson, που βρισκόταν μέσα στο πλήθος και παρακολουθούσε, φώναξε: «Πες τους για το όνειρο, Μάρτιν!». Ο Κινγκ σταμάτησε την παράδοση της προετοιμασμένης ομιλίας του και άρχισε το δικό του «κήρυγμα», τονίζοντας τα κύρια σημεία του «Έχω ένα Όνειρο».

Τα μεγάλα όνειρα καλλιεργούνται, χτίζονται, φτιάχνονται μέρα με τη μέρα με σκέψεις και αλληλεπίδραση. Όπως και οι λόγοι που μας εμπνέουν να οραματιζόμαστε έναν καλύτερο κόσμο σχεδόν 50 χρόνια μετά.

Η γενιά μας, θα πρέπει να απολογηθεί όχι τόσο για τις σκληρές και άδικες πράξεις των κακών ανθρώπων, όσο για την απαράδεκτη σιωπή των καλών ανθρώπων.

Πίστη είναι να ξεκινάς ανεβαίνοντας το πρώτο σκαλοπάτι, χωρίς να βλέπεις ολόκληρη τη σκάλα.

.Στο τέλος δεν θα θυμόμαστε τα λόγια των εχθρών μας, αλλά τη σιωπή των φίλων μας

.Η ζωή μας αρχίζει να τελειώνει όταν σιωπάμε για πράγματα που έχουν σημασία. Έχω αποφασίσει να επιμένω στην αγάπη. Το μίσος είναι ένα πολύ μεγάλο βάρος για να σηκώνει κανείς. Αγάπη: η μοναδική δύναμη, που έχει την ικανότητα να κάνει τον εχθρό φίλο.

Αν ένας άνθρωπος καλείται να είναι ένας οδοκαθαριστής, θα πρέπει να καθαρίζει τους δρόμους όπως ο Michelangelo ζωγράφιζε, όπως ο Μπετόβεν συνέθεσε μουσική ή όπως ο Σαίξπηρ έγραψε ποίηση. Θα πρέπει να καθαρίζει δρόμους τόσο καλά, ώστε όλοι οι οικοδεσπότες του ουρανού και της γης με θαυμασμό να σταματούν και να λένε «εδώ έζησε ένας μεγάλος οδοκαθαριστής ο οποίος έκανε τη δουλειά του καλά».

Η πιο επίμονη και επείγουσα ερώτηση στη ζωή είναι: «τι κάνεις για τους άλλους;» Οι πιο έξυπνοι ασφαλώς καταλαβαίνουν ότι εμείς, που είμαστε με τους πλούσιους και τους ασφαλείς δημιουργούμε μια κόλαση για τους φτωχούς. Αυτή η παραφροσύνη πρέπει να πάψει. Πρέπει να σταματήσουμε τώρα. Η ελευθερία ποτέ δεν χαρίζεται από τον καταπιεστή. Πρέπει να απαιτηθεί από τον καταπιεσμένο. Όταν οι μηχανές, τα κομπιούτερ, τα κέρδη κι οι τίτλοι ιδιοκτησίας θεωρούνται πιο σημαντικά από τον άνθρωπο το τρίδυμο «ρατσισμός, ακραίος υλισμός και στρατοκρατία» γίνεται ανίκητο

. Μια πραγματική επανάσταση αξιών θα μας κάνει να αμφισβητήσουμε κατά πόσον ήταν δίκαιες πολλές παλιές και σύγχρονες πολιτικές μας. Μπορεί να είναι αλήθεια ότι ο νόμος δεν μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος να με αγαπήσει, αλλά μπορεί να τον εμποδίσει να μου κάνει κακό, και νομίζω ότι αυτό είναι πολύ σημαντικό. Μην ξεχνάτε ότι όλα όσα έκανε ο Χίτλερ στη Γερμανία ήταν σύμφωνα με το νόμο. Μπορεί να έχουμε έρθει όλοι με διαφορετικά καράβια, αλλά είμαστε όλοι στην ίδια βάρκα τώρα. Εμείς στη Δύση πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι οι φτωχές χώρες είναι φτωχές, κυρίως επειδή εμείς τις έχουμε εκμεταλλευτεί μέσα από πολιτική και οικονομική αποικιοκρία.

Ο Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ (γεννήθηκε 15 Ιανουαρίου 1929 – δολοφονήθηκε: 4 Απριλίου 1968) τάχθηκε εναντίον της βίας και των διακρίσεων. Το 1964 τού απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ για τον αγώνα του κατά των φυλετικών διακρίσεων μέσω κοινωνικής ανυπακοής και άλλων μέσων χωρίς τη χρήση βίας. Δολοφονήθηκε τέσσερα χρόνια αργότερα στο Μέμφις του Τεννεσί. [Πηγή: www.doctv.gr]

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 15 Δεκεμβρίου 2018

Mπορώ να γίνω ευτυχισμένος με τα πιο απλά πράγμαυα

και με τα πιο μικρά..

Και με τα καθημερινότερα των καθημερινών.

Μου φτάνει που οι εβδομάδες έχουν Κυριακές.
Μου φτάνει που τα χρόνια φυλάνε Χριστούγεννα για το τέλος τους.

Που οι χειμώνες έχουν πέτρινα, χιονισμένα σπίτια.
Που ξέρω ν’ ανακαλύπτω τα κρυμμένα πετροράδικα στις κρυψώνες τους.
Μου φτάνει που μ’ αγαπάνε τέσσερις άνθρωποι.

Πολύ…

Μου φτάνει που αγαπάω τέσσερις ανθρώπους.
Πολύ…
Που ξοδεύω τις ανάσες μου μόνο γι’ αυτούς.
Που δεν φοβάμαι να θυμάμαι.
Που δε με νοιάζει να με θυμούνται.
Που μπορώ και κλαίω ακόμα.
Και που τραγουδάω… μερικές φορές…
Που υπάρχουν μουσικές που με συναρπάζουν.
Και ευωδιές που με γοητεύουν…

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 3 Νοεμβρίου 2018

Είναι άνοιξη. Αφέγγαρη η νύχτα στη μικρή πόλη, χωρίς αστέρια, βιβλικά μαύρη. Πέτρινοι σιωπηλοί δρόμοι και το δάσος καμπούρικο με τους ερωτευμένους, τους λαγούς, αθέατο κατεβαίνει κούτσα-κούτσα ως τη μαύρη-κορόμηλο, μαύρη-κοράκι, την ελαφροκυματούσα θάλασσα με τις ψαρόβαρκες.

ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΥΦΛΑ ΣΑΝ ΤΟΥΣ ΤΥΦΛΟΠΟΝΤΙΚΕΣ (αν κι αυτοί βλέπουν καλά τη νύχτα μεσ’ απ’ τις βελούδινες τρύπες τους, ξεμυτίζοντας), τυφλά σαν τον Καπετάν Γάτο εκεί στη μέση, κοντά στη βρύση και στο ρολόι της πόλης, τα κατάκλειστα μαγαζιά, το Ίδρυμα Κοινής Ωφελείας μαυροφορεμένο στο σκοτάδι. Η νανουρισμένη, βουβαμένη πολιτεία με τους ανθρώπους της κοιμάται τώρα.

Σ…Σ…Σ… ΤΑ ΜΩΡΑ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ, ΟΙ ΓΕΩΡΓΟΙ, ΟΙ ΨΑΡΑΔΕΣ, οι έμποροι, οι συνταξιούχοι, ο τσαγκάρης κοιμάται, ο δάσκαλος, ο ταχυδρόμος, ο ταβερνιάρης, ο νεκροθάφτης, και η ζωηρή του χωριού, ο μέθυσος, η ράφτρα, ο παπάς, ο αστυνόμος, η γυναίκα με τα μύδια και τα παπίσια πόδια και οι ταχτικές νοικοκυρές.

ΤΑ ΝΕΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΤΑ ΜΑΛΑΚΑ ΚΡΕΒΑΤΙΑ γλιστρούν στ’ όνειρό τους ως το δάσος που αντηχεί σαν εκκλησιαστικό όργανο, γλιστρούν με δαχτυλίδια και προικιά κι είναι οι πυγολαμπίδες που κρατούν την ουρά της νύφης.

Τ’ ΑΓΟΡΙΑ ΚΑΝΟΥΝ ΠΟΝΗΡΑ ΟΝΕΙΡΑ, καβαλικεύουν τ’ αδάμαστα άτια της νύχτας ή αλωνίζουν κουρσεμένες θάλασσες. Ανθρακίτης τα σώματα των αλόγων κοιμισμένα στα λιβάδια, οι αγελάδες στους σταύλους, οι σκύλοι στις αυλές μ’ υγρές μουσούδες.

ΚΙ ΟΙ ΓΑΤΕΣ ΛΑΓΟΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ ΣΤΙΣ ΓΩΝΙΕΣ ή με πονηρές δρασκελιές, σαν αστραπή, χώνονται στο σύννεφο το μοναδικό της στέγης. Μπορείς ν’ ακούσεις τη δροσούλα να πέφτει και την πόλη σε σιγή ν’ ανασαίνει.

ΜΟΝΟ ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΟΥ ΜΑΤΙΑ ΜΕΝΟΥΝ ΑΝΟΙΧΤΑ και βλέπουν τη μαύρη πολιτεία βυθισμένη, τυλιγμένη σε ύπνο αργό. Και μόνο εσύ μπορείς ν’ ακούσεις την αόρατη πτώση των άστρων, τη θάλασσα στην πιο σκοτεινή της στιγμή, την πριν απ’ την αυγή.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Ντίλαν Τόμας Κάτω από το γαλατόδασος, εκδόσεις [Πηγή: www.doctv.gr]

ΖΑΚΛΙΝ ΝΤΕ ΡΟΜΙΓΥ, ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ “ΓΙΑΤΙ Η ΕΛΛΑΔΑ”
Κατ’ αρχήν κινδυνεύουμε να ξεχάσουμε ότι ο άνθρωπος που εξύμνησαν οι Έλληνες ήταν ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος. Αγαπούσε τη ζωή και τις γιορτές, τα συμπόσια, τον έρωτα, τη δόξα.
Μερικοί συγγραφείς μίλησαν γι’ αυτό περισσότερο από άλλους: ό­πως ο Ησίοδος, οι λυρικοί, ο Αριστοφάνης. Από τον Όμηρο όμως ως τα χορικά των τραγωδιών, αυτή η πλευρά δεν λείπει ποτέ. Πρέπει να το θυμίσουμε έντονα -διότι κατ’ αρχήν αυτό είναι η εκπληκτική γοητεία της ελληνικής λογοτεχνίας, ύστερα διότι μια τέ­τοια αγάπη για τη ζωή ανυψώνει περισσότερο το τίμημα του πάθους για να την εννοήσουμε, να την κατακτήσουμε και να υψωθούμε από τα συγκεκριμένα αυτά θέλγητρα προς μία σκέψη αρμονική προς αυτά. Η μίξη αυτών των δύο καθιστά την Ελλάδα μοναδική.
Επιπλέον, ακόμα και αν αποκαταστήσουμε αυτή τη διάσταση – που ηθελημένα αφήσαμε κατά μέρος σε μία μελέτη αφιερωμένη σε ένα μόνο θέμα – διακινδυνεύουμε πάλι να ξεχάσουμε ότι η ανάλυση που περιέχεται στα κείμενα αντιπροσωπεύει μία μόνο όψη της ελληνικής κουλτούρας και του ελληνικού πολιτισμού.
Βεβαίως, η άποψη αυτή είναι η πιο αυθεντική. Διότι κανένας άλλος πολιτισμός δεν είχε τόσο πάθος για την τέχνη του λόγου, της απόδειξης και της ανάλυσης: και αυτό, χωρίς αμφιβολία, παραμένει το πιο αξιοσημείωτο γεγονός του ελληνισμού. Η επιδίωξη όμως της καθολικότητας που μαρτυρούν τα κείμενα, αν είναι τόσο χαρακτηριστική, θα πρέπει να ξαναβρεθεί επίσης στην τέχνη, στη θρησκεία, στη ζωή και στα ήθη.
Θα χρειάζονταν ακόμη πολλά βιβλία για να αποδειχθεί ότι έ­τσι είναι, αν χρησιμοποιήσουμε αναλύσεις πιο αόριστες από αυ­τές που προσφέρουν τα κείμενα: μόνο τα κείμενα μας δείχνουν αυτό που έχουν να πουν χωρίς διφορούμενα. Και όμως μπορούμε να θυμίσουμε ότι, ως προς την τέχνη και τη θρησκεία, έχουν δοθεί σύντομες ενδείξεις όταν το απαιτούσε η ανάπτυξη του θέ­ματος. Και επιβεβαιώνουν το αποτέλεσμα της έρευνας που έγινε εδώ.
Η ελληνική τέχνη είναι κατ’ αρχήν ιδιαίτερα ανθρώπινη. Αρκεί να σκεφτούμε την Αίγυπτο ή την Ινδία για να μετρήσουμε τη δια­φορά. Ακόμα και όταν παριστάνει γίγαντες και τέρατα, πλησιάζει όλο και περισσότερο την ανθρώπινη μορφή. Στις μάχες μεταξύ θεών και γιγάντων μόλις διακρίνουμε τους μεν από τους δε: όλοι μοιάζουν με ανθρώπους (όπως στο διάζωμα του θησαυρού των Σιφνίων στους Δελφούς). Και όταν ένας θεός και ένας άνθρωπος βρίσκονται ο ένας απέναντι στον άλλον, μόλις διακρίνουμε αν ο θεός είναι μεγαλύτερος από τον άνθρωπο: όπως στο διάζωμα του θησαυρού των Αθηναίων, πάντα στους Δελφούς. Η σκέψη μας πηγαίνει στις σχέσεις που έχουν οι ήρωες και οι θεοί στον Όμηρο…
Εξάλλου, η απεικόνιση ανθρώπινων μορφών, ιδιαίτερα κατά την αρχαϊκή εποχή, περιβάλλεται -όπως είδαμε- από μια γενίκευση και από μια συγκράτηση που αποκλείουν τα ατομικά χαρακτηριστικά και τα τονισμένα συναισθήματα. Αν αυτό συμβαίνει από έλλειψη πείρας ή από συνειδητή επιθυμία, δεν έχει σημασία: τα αγάλματα που μας υποδέχονται στα μουσεία έχουν την αγέ­ρωχη περίσκεψη του εξωπραγματικού και μας συγκινούν πολύ περισσότερο.
Τέλος, ο ελληνικός ναός είναι από μόνος του ένα μνημείο με α­πέριττες γραμμές, στο οποίο η γλυπτική κατέχει μια πολύ οριοθετημένη θέση. Βρίσκεται στα μέτρα του ανθρώπου. Δεν έχει ούτε την έπαρση των πυραμίδων ούτε την πληθώρα των γλυπτών του Ανγκόρ. Είναι ίσως η ιδέα, παραπλανητική από πρώτη άποψη, που εκφράζει ο Περικλής στο Θουκυδίδη όταν δηλώνει: «Φιλοκαλούμεν γαρ μετ’ ευτελείας».
Έτσι, η ίδια επιδίωξη προς το γενικό, το ανθρώπινο, το καθολικό εκφράζεται και στην τέχνη όπως και στη λογοτεχνία.
Όσο για τη θρησκεία, δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε άλλη πιο κοντά στον άνθρωπο. Ο ανθρωπομορφισμός είναι ο κανόνας. Και εάν στις απαρχές υπήρξαν ζώα που ταυτίστηκαν με τους θεούς, από το έπος του Ομήρου έγιναν απλά ευνοούμενα αυτών των θεών. Επιπλέον, οι θεοί είναι ποικίλοι και, εξαιτίας των συνεχών συγκρούσεων μεταξύ τους, ο άνθρωπος καταφεύγει στον ένα ή στον άλλον. Σίγουρα, οι θεοί μπορούν να χτυπούν, και ιδίως ο Δίας, ο βασιλιάς τους. Αλλά οι άνθρωποι, παρ’ ότι το ξέ­ρουν, δεν ζουν μέσα στον τρόμο ούτε στην υποταγή. Οι ποιητές κοροϊδεύουν τους θεούς όταν βρουν την ευκαιρία: εν τούτοις δεν καταποντίζονται στις καταστροφές. Οι άνθρωποι φοβούνται λι­γότερο τους θεούς όσο πιο ελεύθερα επικοινωνούν μαζί τους, ε­φόσον δεν έχουν ούτε δόγμα ούτε κλήρο. Και επιπλέον υπάρχουν οι ενδιάμεσοι και οι δυνατότητες επικοινωνίας -με τους ήρωες, που είναι σχεδόν ημίθεοι, και με τους χρησμούς από τους οποίους μπορούν να ζητήσουν συμβουλή. Αν προσθέσουμε ότι οι θεοί είναι πρόγονοι πολλών οικογενειών και οι προστάτες της μιας ή της άλ­λης πόλης, εκτιμούμε πόσο μειώνεται η απόσταση ανάμεσα στο θείο και στο ανθρώπινο. Το είδαμε όταν μιλήσαμε για τον Όμη­ρο. Αργότερα, οι δοξασίες επέτρεψαν πολύ πιο προσωπικές σχέ­σεις με τη θεότητα. Αυτό παρέμεινε αληθινό ως το τέλος του ελ­ληνισμού και διευκόλυνε, μερικές φορές, τις μεταλλαγές με το χρι­στιανισμό.
Επίσης, αυτοί οι πολλαπλοί θεοί, με τις αρκετά ελαστικές δι­καιοδοσίες, μπερδεύτηκαν στην Ελλάδα με πολλές προσφιλείς δραστηριότητες. Έτσι έγιναν και αυτοί ένα είδος συμβόλων με κα­θολική αξία. Για έναν Έλληνα της κλασικής εποχής, η Αφροδίτη εί­ναι η εικόνα του έρωτα, η Άρτεμις εικόνα της αγνότητας, ο Άρης του πολέμου. Έτσι ξαναβρίσκουμε, όπως αλλού, τη γλώσσα των συμβόλων, κατά την οποία κάθε οντότητα που ανήκει στο μύθο περιέχει μια σημασία πολύ γενική για τον άνθρωπο.
Αυτό ήταν, χωρίς αμφιβολία, ένας από τους λόγους που εξελί­χθηκαν τόσο άνετα οι ανταλλαγές και οι αφομοιώσεις με τις άλλες θρησκείες. Οπωσδήποτε η ελληνική θρησκεία δεν ήταν εθνική. Οι θεοί μπορούσαν να έχουν προνομιακούς δεσμούς με μία πόλη (ό­πως η Αθηνά με την Αθήνα): αυτό δεν τους εμπόδιζε να αναγνω­ρίζονται και να τιμώνται και αλλού -ενδεχομένως και στους βαρ­βάρους. Όταν είχαν άλλα ονόματα, οι Έλληνες έκριναν ότι υπήρ­χε κάποια παραλλαγή και η απόδειξη βρίσκεται στον Ηρόδοτο. Ήταν, γενικά, μία θρησκεία που αποδεχόταν και συγχρόνως γινό­ταν εύκολα αποδεκτή. Ξέρουμε πως ο απόστολος Παύλος βασί­στηκε, όταν βρέθηκε στην Αθήνα, στην ύπαρξη της λατρείας «τω Αγνώστω θεώ». Αλλά, χωρίς να φτάσει ως το Χριστιανισμό, ο Glen Bowersock επέμεινε πρόσφατα στο ρόλο που είχε η ελληνική θρησκεία στην ενοποίηση του όψιμου παγανισμού. Αυτή η κουλ­τούρα, γράφει, «πρόσφερε στη γλώσσα το μύθο και την εικόνα, το μέσον να εκφραστούν οι τοπικές παραδόσεις με τρόπο εύληπτο και πιο καθολικά κατανοητό». Όπως πάντοτε, η άνοδος προς το καθολικό, στο διανοητικό πεδίο, διευκολύνει, πράγματι, το άνοιγ­μα προς το καθολικό, στο επίπεδο των ανθρωπίνων σχέσεων.
Αλλά οι ίδιες αυτές λέξεις τραβούν την προσοχή σε ένα τρίτο κενό, σοβαρότερο, στην ανάπτυξη που παρουσιάζουμε σε τούτο το βιβλίο. Και όμως είχαμε απομακρυθεί για καλά από τις ανθρώ­πινες σχέσεις! Από τις πρώτες σελίδες, με τον Όμηρο, είχαμε επι­σημάνει μία απίθανη διάθεση στην αποδοχή των άλλων -μια έλ­λειψη εθνοκεντρισμού, μια κατανόηση, μια εξαιρετική φιλοφροσύνη όχι μόνο κατά την αρχαϊκή εποχή αλλά σε όλες τις εποχές. Εί­δαμε στη συνέχεια ν’ ανατέλλει με τον Ηρόδοτο μια σπάνια ανε­κτικότητα. Και στις δύο περιπτώσεις υπήρξε ερώτημα επειδή οι συγγραφείς μιλούσαν γι’ αυτό και μάλιστα με επιμονή. Αλλά, στο σύνολο, η έκταση της πνευματικής προσπάθειας που επιτελέ­σθηκε σε έναν αιώνα, έσβησε λίγο πολύ για μας τις ανθρώπινες α­ξίες. Και πώς να μιλήσουμε για έναν πολιτισμό χωρίς ν’ αναφέρουμε εκείνο που πρόσφερε σε αυτόν τον τομέα;
Καθένας γνωρίζει ότι η Ελλάδα πρόσφερε στον κόσμο την τέ­λεια και ιδανική έκφραση της δικαιοσύνης και της ελευθερίας. Και δεν είναι λίγο! Αυτές οι δύο μεγάλες ιδέες προσήλκυσαν και άλλες κατά τη ροή τους. Προκάλεσαν σίγουρα το σεβασμό στους νό­μους (που συναντήσαμε μιλώντας για τη δημοκρατία), καθώς και τη φιλοπατρία και την έννοια της γενναιότητας. Αλλά προκάλε­σαν επίσης την επιθυμία να υποστηρίξουν τους καταπιεζόμενους, να απελευθερώσουν τα θύματα, ακόμα και να ριψοκινδυνεύσουν για την υπεράσπισή τους: είναι ένας από τους τίτλους τιμής που η Αθήνα δεν έπαψε ποτέ να διεκδικεί. Οι δύο αυτές ιδέ­ες συνυφασμένες αποδείχθηκαν ζωογόνες και ευρύτατες. Ήταν ήδη άνοιγμα προς τους άλλους.
Το λαμπρό όμως αυτό ξεκίνημα δεν πρέπει να μας κάνει να ξε­χνάμε εκείνο που, πέρα από το νόμο και τους κανόνες του, προ­χωρούσε προς την ίδια κατεύθυνση πιο διακριτικά.
Ο νόμος, γιατί; Τον συναντήσαμε εδώ στο πολιτικό πλαίσιο της δημοκρατίας: είναι καιρός ν’ ανατρέξουμε λίγο πιο πίσω. Με τους Έλληνες πρέπει πάντα να γίνει αυτή η κίνηση. Τότε εκτιμάμε ότι ο νόμος εσήμαινε  γι’ αυτούς, πριν απ’ όλα, το αντίθετο της βίας.
Οι Έλληνες δεν έπαψαν να ορθώνονται εναντίον της βίας. Εμίσησαν τον πόλεμο, την αυθαιρεσία, την αταξία.
Για τον πόλεμο αυτό είναι γνωστό. Ήδη στον Όμηρο, ο πόλε­μος είναι χώρος του ηρωισμού, αλλά επίσης της οδύνης και του θανάτου. Ο Άρης, ο θεός του πολέμου, προκαλεί φρίκη ακόμα και στο Δία: «Είναι για μένα ο πιο μισητός από όλους τους θεούς, που μένουν στον Όλυμπο, γιατί πάντα του αρέσουν τα μαλώματα και οι πόλεμοι και οι μάχες».
Η καταδίκη του πολέμου διαπερνά πράγματι όλα τα ελληνικά κείμενα. Υπάρχει στον Ηρόδοτο, στον οποίον εμπνέει τη διάσημη φράση: «Διότι κανένας δεν είναι τόσον ανόητος, ώστε να προτι­μά τον πόλεμον από την ειρήνην, αφού κατ’ αυτήν μεν τα παιδιά θάπτουν τον πατέρα, ενώ κατά τον πόλεμον οι πατέρες τα παι­διά». Υπάρχει στον Αισχύλο, στα μεγάλα χορικά της οδύνης και στην εικόνα τη σχετική με τον πόλεμο της Τροίας: «Κι ο Άρης σω­μάτων αργυραμοιβός και ζυγιαστής των κονταριών στη μάχη, στέλνει από την Τροία στους δικούς βαρεία και πικροθρήνητη α­πό την πυρά μονάχη αντίς τον άντρα – βολικά γεμίζοντας ένα λεβέτι με μια φούχτα στάχτη». Βρίσκεται ιδιαίτερα στον Ευριπί­δη με τους φοβερούς μονόλογους των Ικέτιδων όπου ο κήρυκας λέει ότι οι άνθρωποι μέσα στην τρέλα τους «κυνηγάμε πολέμους και σκλαβώνουμε όποιους βρούμε πιο αδύνατους, άντρας τον ά­ντρα, η πόλη την άλλη πόλη». Υπάρχει επίσης στον Αριστο­φάνη. Υπάρχει παντού.
Εξάλλου, το κείμενο του Ευριπίδη που αναφέραμε δείχνει κα­θαρά ότι, πίσω από την καταδίκη του πολέμου για τα δεινά που προκαλεί, οι Έλληνες διέκριναν καθαρά ότι αυτός καθ’ εαυτός ο πόλεμος ήταν απαράδεκτος. Προϋπόθεση του ήταν αποκλειστι­κά η δύναμη. Το σκάνδαλο όμως της κυριαρχίας της δύναμης το εί­χαν αντιληφθεί από τις απαρχές. Ήδη ο Ησίοδος το απεικόνισε στο θαυμάσιο απόλογο με το γεράκι και το αηδόνι που αναφέρ­θηκε στο κεφάλαιο το σχετικό με τον Πίνδαρο.
Η ίδια διαμαρτυρία εμπνέει τον Προμηθέα του Αισχύλου όπου η αυθαιρεσία του Δία εκπροσωπείται από το Κράτος και τη Βία. Ξαναβρίσκεται σε όλες τις αναλύσεις τις σχετικές με την τυραννία και ιδιαίτερα με την τυραννία μεταξύ πόλεων, που είναι ο ιμπε­ριαλισμός: το να κυβερνάς με τη βία σημαίνει να κυβερνάς με εξα­ναγκασμό, αντίθετα προς τη θέληση των ανθρώπων. Ξαναβρί­σκεται στις θεωρητικές και ανελέητες αναλύσεις του Θουκυδίδη (στο διάλογο των Μηλίων, στο 5ο βιβλίο) και στον Πλάτωνα (με τον Καλλικλή στο Γοργία).
Η Ελλάδα ήταν σαν να είχε κινητοποιηθεί εναντίον της βίας και τούτο ενέπνευσε το φλογερό σεβασμό της προς το νόμο. Το συ­ναίσθημα όμως αυτό ερμηνεύτηκε επίσης με ευρύτερες μορφές διότι στη βία αντιτίθεται επίσης η πειθώ.
Με τις αναφορές που είναι συγκεντρωμένες σε τούτο το κε­φάλαιο του συμπεράσματος, ίσως εκπλαγούμε βλέποντας το κεί­μενο να αλλάζει ύφος, ενώ θα περιμέναμε γενικές ιδέες και περι­λήψεις, σχόλια και αναφορές. Είναι σχεδόν αδύνατο να κάνουμε διαφορετικά. Εάν θέλουμε να τονίσουμε, διατρέχοντας έστω βια­στικά, τη σημασία των αξιών που καθόρισε η Ελλάδα και κληρο­δότησε στο δυτικό κόσμο, πρέπει να προσφέρουμε στον ανα­γνώστη κάτι σαν ανθοδέσμη από αυτά τα κείμενα που έθρεψαν τον κόσμο επί αιώνες. Οι αξίες δηλώνουν ότι η απόδειξη είναι δυ­νατή και ότι οι επαληθεύσεις δεν είναι αδικαιολόγητες. Ιδίως με την πληθώρα τους αποδεικνύουν καθαρά ότι πρόκειται για αξίες πολύτιμες για όλους τους ανθρώπους εκείνης της εποχής, ανεξάρτητα από διαφορετικές νοοτροπίες ή λογοτεχνικά είδη. Ίσως αφήσουν στο πέρασμα τους -ποιος ξέρει;- το θάμβος που προ­καλεί ένας ενθουσιασμός φωτεινός, και πάντα λίγο πολύ μεταδο­τικός. Και τέλος μια ανθοδέσμη: τι ωραιότερο να προσφέρει κα­νείς για να αποχωρήσει;
Κλείνοντας αυτή την παρένθεση, πρέπει να σπεύσουμε να συνδέσουμε το νόμο με την πειθώ, η οποία παρεμβαίνει παντού, όπου δεν κυβερνά ο νόμος. Διέπει τις συμφωνίες. Δεν κουράζεται να αντιτίθεται στη βία. Πώς να μη θυμηθούμε ότι όλα τα φονικά και όλες οι εκδικήσεις, που αποτελούν την Ορέστεια του Αισχύ­λου, συντρίβονται πάνω στη δίκαιη ανώτατη εξουσία ενός δικα­στηρίου, και ότι η Αθηνά, τότε, αναλαμβάνει να πείσει τις Ερινύες παρά να τις εξαναγκάσει, θα λέγαμε ότι πρόκειται για ομολογία πίστης του ελληνισμού στο αποκορύφωμα του, όταν η Αθηνά ε­πικαλείται «τη θεία Πειθώ» που δίνει στο λόγο της «τη μαγική γλυκύτητα» (Ευμενίδες 885-886). Και για ν’ απαντήσουμε με αν­θρώπινη γλώσσα στα λόγια της θεάς, θα μπορούσαμε ν’ αναφέ­ρουμε το νεαρό Νεοπτόλεμο του Σοφοκλή που επεδίωκε να πεί­σει το Φιλοκτήτη παρά να τον εξαπατήσει επωφελούμενος από την πλεονεκτική του θέση. Να πείθεις: ήταν το κίνητρο αυτής της δημοκρατίας για την οποία ήταν τόσο υπερήφανοι οι Αθηναίοι, α­φήνοντας τον εξαναγκασμό στους τυράννους.
Θα έλεγε κανείς ότι τα λόγια αυτά δεν ταιριάζουν με τον ιμπε­ριαλισμό, που ήταν μια τυραννία. Αλλά ποιος μας το είπε, αν όχι οι Αθηναίοι, που είχαν συνείδηση αυτής της κατάστασης και ήταν ικανοί να την ελέγχουν με οξυδέρκεια. Ο Θουκυδίδης είπε και ο Ισοκράτης υπερθεμάτισε ότι ο τύραννος και το Κράτος-τύραννος είναι καταδικασμένα να καταστραφούν. Από αυτά τα δύο, απο­κάλυψαν το σχήμα αυτής της «ασθένειας» περιγράφοντας την με μία μορφή γενική που ισχύει για πάντα.
Πρέπει όμως να προσθέσουμε ότι μετά από μια τέτοια εμπει­ρία και τη σαφή αντίληψη του κακού, οι Έλληνες διέδωσαν επίσης την ιδέα όλων των δυνατών συμφωνιών μεταξύ Κρατών. Και, όπως η Αθήνα ήξερε να τα ξεχάσει όλα μετά τον εμφύλιο πόλεμο και να βρει για τη συμφιλίωση των πολιτών ένα υπόδειγμα που δεν ξεπεράστηκε ποτέ, το ίδιο οι Έλληνες ανακάλυψαν τη βασική αρχή για συμφωνίες, διαιτησίες, συνθήκες, συμμαχίες, ομοσπον­δίες και συνομοσπονδίες. Δεν κατάφεραν μεν να ενωθούν αλλά έ­θεσαν τις αρχές, υπέδειξαν τι έπρεπε να αποφευχθεί και ποιοι ή­ταν οι όροι που έπρεπε να τηρηθούν. Κι εδώ επίσης ζούμε από την κληρονομιά τους και από εκείνο που αυτή παρήγαγε.
Όλα αυτά όμως ανήκουν στην κατηγορία των διακανονισμών και του δικαίου. Οι Έλληνες δεν προχώρησαν πέρα από αυτά; Δεν είχαν τίποτα που να τους ωθήσει προς τους άλλους, προς εκείνους με τους οποίους δεν τους συνέδεε καμιά συνθήκη και καμιά γραπτή υποχρέωση; Η Αθήνα μιλούσε για ανοχή στις ιδιωτικές σχέσεις. Αλλά δεν υπήρχε τίποτα που να ξεπερνά αυτό το πλαίσιο;
Και εδώ είναι το θαύμα: Γιατί ο λαός αυτός, που χαιρόταν τη γραπτή διατύπωση και τις σταθερές βάσεις που πρόσφερε σε ό­λους,ανακάλυψε εν τούτοις την ιδέα των άγραφων νόμων για όλα όσα υπήρχαν πέρα από τη δικαιοδοσία των νόμων. Οι άγραφοι αυτοί νόμοι είναι γνωστοί από το εγκώμιο του Σοφοκλή στην Αντιγόνη και στον Οιδίποδα Τύραννο. Επιβάλλουν, λόγου χάριν, το σεβασμό προς τους ικέτες και τους κήρυκες, την ταφή των νε­κρών και τη βοήθεια στους καταπιεζόμενους. Αντίθετα όμως με τους γραπτούς νόμους, το σημαντικό είναι ότι αυτοί οι νόμοι είναι παγκόσμιοι. Συχνά τους αποκαλούσαν«κοινούς νόμους των Ελλή­νων». Σε άλλα κείμενα υπάρχει η ιδέα ότι ισχύουν για όλους. Δια­βάζουμε γι’ αυτούς στον Ξενοφώντα ότι «εις κάθε τόπον δια τα ί­δια πράγματα τους παραδέχονται» και καλύτερα στον Ισοκράτη ότι είναι «ένας πατροπαράδοτος νόμος, που όλοι οι άνθρωποι τον τηρούν ανέκαθεν, γιατί νομίζουν, ότι δεν τον εθέσπισαν άνθρωποι παρά τον επέβαλε κάποια ανωτέρα δύναμις». Και ο Αριστο­τέλης προσδιορίζει ότι οι άγραφοι νόμοι αναγνωρίζονται από την κοινή αποδοχή.
Η ελληνική αυτή επινόηση έγινε παγκόσμια: με αυτήν αρχί­ζουν καλύτερες σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Είναι η ώρα που ο ίδιος ο Αριστοτέλης δίνει ξεχωριστή θέση στην ευθύτητα, μία εσωτερική διάθεση αρκετά ευέλικτη, δίπλα στη δικαιοσύνη, και στην οποία εκδηλώνονται σχεδόν παντού οι ιδέες της πραότητας, της κατανόησης και της επιείκειας.
Το άνοιγμα προς τους άλλους, που ξεκινούσε με τον αγώνα ε­ναντίον της βίας, ολοκληρώνεται εδώ για να ξεπεράσει όλο μαζί και το πλαίσιο της πόλης, ακόμα και της ίδιας της Ελλάδας και την αυστηρότητα των βασικών απαιτήσεων.
Η Ελλάδα της εποχής εκείνης δεν επινόησε τίποτα το τόσο ά­μεσο και συναισθηματικό όσο η χριστιανική αγάπη που αγκαλιά­ζει όλα τα πλάσματα στο όνομα του χριστιανικού μηνύματος. Αλλά η επιδίωξη της για την καθολικότητα την έκανε να βρει, μέ­σα στην κοινή ιδιότητα των ανθρώπων, την πηγή μιας αδελφικής επικοινωνίας. Όταν ο καθένας συνειδητοποιεί ότι είναι άνθρω­πος, τότε «μπαίνει στη θέση» των άλλων ανθρώπων. Και όπως η παγκοσμιότητα των ιδεών στον Πλάτωνα γίνεται πόλος έλξης και αντικείμενο χαράς ή επιθυμίας, κατά τον ίδιον τρόπο, η παγκο­σμιότητα των ανθρωπίνων καταστάσεων, στην οποία παραπέ­μπει πάντοτε η ελληνική σκέψη, γίνεται πηγή συμπάθειας και α­νεκτικότητας ως προς τους άλλους ανθρώπους.
Αυτό γίνεται αισθητό ήδη από τον 5ο αιώνα. Και μας συγκινεί όταν βλέπουμε στον Αίαντα του Σοφοκλή, τον Οδυσσέα να αρνείται να περιγελάσει τον εχθρό του, ακριβώς επειδή συνειδητά συμ­μερίζεται την κατάσταση του. Το λέει στην Αθηνά χωρίς έμφαση αλλά με πεποίθηση:
«Κανένα εγώ δεν ξέρω. Όμως με πιάνει θλίψη γι’ αυτόν τον έρμο, ας είναι εχθρός μου, που συμφορά φριχτή τον έ­χει ζώσει. Γιατί δε συλλογιέμαι τη δική του μόνο την τύχη, μα και τη δικιά μου, μια και το βλέπω ξάστερα πως άλλο τίπο­τα οι ζωντανοί δεν είμαστε, μονάχα κούφιες σκιές, φαντά­σματα κι αγέρας».
Λίγο αργότερα, ο Μένανδρος θα υπερθεματίσει και σε αυτόν πρέπει να αποδοθεί η ωραία φράση του Τερέντιου: «Είμαι άνθρω­πος και τίποτα το ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο».
Η αναφορά αυτή σε μια κοινή ανθρώπινη μοίρα δεν ήταν ήδη λανθάνουσα στον τρόπο με τον οποίον ο Όμηρος μιλούσε πάντα για τους «θνητούς»; Οπωσδήποτε, συνετέλεσε, κατά την κλασική εποχή, στην εμ­φάνιση μιας καινούργιας λέξης για μια καινούργια αρετή. Η λέξη φιλανθρωπία, που δεν είχε πάρει ακόμα την έννοια της σημερινής «φιλανθρωπίας», ήταν η αγάπη για τους ανθρώπους, θα μπο­ρούσαμε να πούμε «ανθρωπισμός».
Φτάνουμε, πράγματι, σε μία τελείως διαφορετική σημασία του όρου αυτού. Γιατί έχει πολλές, που όλες προέρχονται από την Ελλάδα. Η λέξη «ανθρωπισμός» σημαίνει προφανώς την ανθρώπι­νη μοίρα, αυτήν που όλοι οι συγγραφείς θέλησαν να προσδιορί­σουν στο έπος, στην τραγωδία, στην ιστορία. Εξάλλου, επειδή η κατάσταση αυτή είναι κοινή σε όλους, η λέξη αποκτά αθροιστική έννοια που σημαίνει το σύνολο των ανθρώπων οι οποίοι συμμετέ­χουν σε αυτή την κατάσταση. Τέλος, επειδή η έννοια αυτής της συλλογικότητας προκαλεί την αλληλεγγύη, η λέξη γίνεται συνώνυ­μη της καλωσύνης για τους ανθρώπους. Ο όρος «απόδειξη αν­θρωπισμού» θυμίζει την αλληλεγγύη και την εφαρμογή της.
Θα θέλαμε να πούμε ότι οι σημασίες αυτές που μεταβιβάστη­καν με τα αρχαία κείμενα είναι παρούσες στην ονομασία που εί­χαν κάποτε οι κλασικές σπουδές όταν τις αποκαλούσαν «ανθρω­πιστικές».
Μπορούμε να πούμε ότι οι Έλληνες τις εφάρμοσαν περισσό­τερο από άλλους λαούς; Ασφαλώς όχι. Παραβίαζαν τους γρα­πτούς και άγραφους νόμους, κατά περίσταση, όπως όλος ο κό­σμος. Είχαν σκλάβους που υπέταξαν με τη βία. Η Αθήνα υπήρξε μία αυτοκρατορία-τυραννία. Και η δημοκρατία ακόμα μετετράπη κάποτε -το λέει ο Αριστοτέλης- σε οχλοκρατία. Η έλλειψη ανοχής πολλαπλασίασε στην πόλη τις δίκες για ασέβεια, θανάτωσαν το Σωκράτη. Υπήρξαν περίοδοι εθνικών αντιθέσεων και εμφυλίων πολέμων όπως και σε μας. Οι Έλληνες όμως ήξεραν τουλάχιστον να πουν τι θα έπρεπε να είναι, να προσδιορίσουν αξίες και καμιά φορά να πεθάνουν γι’ αυτές.
Οπωσδήποτε δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ήταν οι μόνοι που το έκαναν. Οι αξίες που περιγράψαμε εδώ υπήρξαν χωρίς αμφι­βολία και αλλού. Ίσως μια μέρα το μάθουμε, ίσως όχι… Και εδώ α­κόμα, οι Έλληνες είχαν τη μοναδική αυτή τιμή -που απεικονίζει θαυμάσια την κυρίαρχη ιδέα του βιβλίου- να διατυπώσουν τις διάφορες αυτές αξίες, να τις ορίσουν, να προβάλλουν, από αόρι­στες εμπνεύσεις ή παραδόσεις, στις οποίες παραμένουν οι άλλοι, μια εικόνα σαφή, φωτεινή, παγκόσμια, η οποία, ζώντας μέσα στα κείμενα, μπορούσε να επικοινωνεί με τις άλλες ή ακόμα να ενι­σχύεται από αυτές, όταν εκείνες ήταν μόνο συγκεχυμένες και λαν­θάνουσες. Ασφαλώς, πολλοί λαοί θα είχαν παραδεχθεί ότι μια α­δελφή οφείλει να θάψει τον αδελφό της. Οι λαοί όμως αυτοί δεν έ­γραψαν μια Αντιγόνη. Τα αισθήματα αναπτύσσονται σε επαφή με τις λέξεις και τα παραδείγματα, όπως ένα φυτό που δέχεται το φως του ήλιου.
Και το αποτέλεσμα είναι ότι οι λέξεις και αυτά τα παραδείγ­ματα ογκώθηκαν και αυξήθηκαν σε όλους τους λαούς που βρέθη­καν σε άμεση ή έμμεση επαφή με την αρχαία Ελλάδα. Παρά τα μέ­τρα αποκλεισμού των τελευταίων δεκαετιών, η επιρροή συνεχίζε­ται. Μπορεί να μην αναγνωρίζουμε την προέλευση αλλά δεν μπο­ρούμε ν’ αρνηθούμε ότι υπήρξε και ότι έχει συμβάλει σε αυτό που είμαστε.
Είναι περίεργο να διαπιστώνουμε, στη σημερινή εποχή της άρ­νησης των ελληνικών σπουδών, ότι η επιρροή αυτή εκδηλώνεται με δύο μορφές πολύ διαφορετικές και άνισης σημασίας. Η πρώτη είναι ορατή και φαινομενικά τουλάχιστον πολύ επιφανειακή. Εκφράζεται με τη συνήθεια, με την προσφυγή σε κύρια ονόματα και σε αόριστους μυθολογικούς υπαινιγμούς. Ο μίτος της Αριάδνης, το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα είναι αναμνήσεις ελληνικές. Το ίδιο και οι Ολυμπιακοί αγώνες και ο Μαραθώνιος δρόμος. Η Ευρώπη που σφυρηλατούμε με γρήγορους ρυθμούς έχει ελληνικό όνομα και επικαλείται πρόθυμα μία ηρωίδα που απήγαγε ο Δίας, που ί­σως να μην είναι η σωστή. Όλοι οι θεατές της τηλεόρασης συνεχί­ζουν ν’ ακούν φράσεις όπως: «Η Αριάδνη 5 θα συναντήσει τον Ερμή». Και οι πιο αμαθείς από τους νέους διανοούμενους χρησι­μοποιούν την ελληνική λέξη έρως με περισσότερη διάθεση από την αντίστοιχη γαλλική.
Η συνήθεια αυτή με διασκεδάζει. Δεν βασίζεται σε καμιά σο­βαρή γνώση αλλά παρόλα αυτά είναι αποκαλυπτική. Προϋποθέ­τει, σε μερικές περιπτώσεις, το γεγονός ότι οι ελληνικές λέξεις διατηρούν τη δύναμη και τη λάμψη τους: ο έρως δεν είναι ούτε η φιλία ούτε η αγάπη: ο έρως είναι πραγματικά σαφέστερη έν­νοια από την αγάπη. Συχνότερα, αυτές οι χρήσεις προϋποθέτουν την ακτινοβολία των συμβόλων ακόμα και όταν έχουν απομα­κρυνθεί από το αρχικό τους νόημα και έχουν αποκοπεί από τις ρί­ζες τους: το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα και ο Μαραθώνιος δεν θα ε­πιβίωναν εάν πάρα πολλές γενιές δεν είχαν ακούσει να γίνεται λό­γος γι’ αυτές τις οριακές σκηνές του φονικού και του κατορθώμα­τος. Και τέλος, θα διαπιστώσουμε ότι οι χρήσεις αυτές συνδέονται με την εξέλιξη της διεθνούς ζωής: τα ελληνικά σύμβολα ανήκουν σε όλους ή σε κανένα. Και, όπως σε πολλούς άλλους χώρους, η αρχαία Ελλάδα μας προσφέρει μια γλώσσα για την οποία θα πω, ακόμα μια φορά, ότι είναι οικουμενική.
Αλλά, εάν αυτές οι επιβιώσεις με διασκεδάζουν -μικρά παγό­βουνα που επιπλέουν χωρίς προορισμό, χωρίς να γνωρίζει πια κανείς γιατί βρίσκονται εκεί- υπάρχει μια άλλη επιβίωση πολύ πιο βαθειά και αγνοημένη σχεδόν από όλους. Είτε το θέλουμε είτε όχι, δημιουργήθηκε από ιδέες που βιώνουν μέσα μας χωρίς να το ξέ­ρουμε -σαν την καρδιά και το αίμα μας- και οι οποίες, μέσα από ποικίλα ενδιάμεσα προέρχονται από την αρχαία Ελλάδα. Πράγμα­τι, η ελληνική κληρονομιά, εδραιωμένη στην επιδίωξη του καθολι­κού, έγινε το ίδιο το πνεύμα του δικού μας δυτικού πολιτισμού. Η καταδίκη της βίας, η ανεκτικότητα, ο σεβασμός προς τη δικαιοσύ­νη, η αγάπη για την ελευθερία, είναι λίγο πολύ τα συνθήματα αυ­τών που επικαλούνται τη δημοκρατία. Και πίσω από τα συνθή­ματα κρύβονται ολοζώντανες δυνάμεις στις οποίες είναι επικίνδυ­νο σήμερα ν’ αντισταθούμε. Αντίθετα, την εποχή που δημιουργείται η Ευρώπη, νομίζουμε ότι δεν στερείται ενδιαφέροντος ν’ αναγνωρίσουμε αυτή την οφειλή που έχουμε την τάση να την ξεχνά­με.
Όταν βλέπουμε Τσέχους διαφωνούντες να επικαλούνται τα μαθήματα του Θουκυδίδη κατά της τυραννίας, υπάρχει ασφαλώς εκεί μια συμπύκνωση. Και οι περισσότεροι από αυτούς αγνοούν σίγουρα το Θουκυδίδη. Η στάση τους όμως είναι απόλυτα σύμ­φωνη με το δίδαγμα της Ελλάδας και δεν θα ήταν ίσως κατανοητή χωρίς την πρώτη ώθηση που δόθηκε εκεί πριν 25 αιώνες.
Και εδώ μιλάμε για πολιτική. Η ευαισθησία όμως στις χώρες μας, ο τρόπος της σκέψης, η προσπάθεια για διαύγεια, η επιστή­μη, η φιλοσοφία -αυτός ο αγώνας που σχεδόν δεν σταμάτησε πο­τέ από τότε- επαναφέρουν στα πρώτα τολμηρά βήματα της Ελλάδας στους διάφορους αυτούς τομείς.
Αλλά έστω και αν φτάνουνε σήμερα στο σημείο να κόβουμε την επαφή με εκείνη την προνομιακή στιγμή στην ιστορία της αν­θρωπότητας, δεν θα καταστρέψουμε αυτή τη μακρά ωρίμανση, η οποία στην πορεία της μας πρόσφερε τους καρπούς της.
Μια τέτοια αποκοπή θα ήταν όμως παράλογη, ένοχη και επι­κίνδυνη. Προσπαθώντας ν’ απαντήσουμε στο ερώτημα «Γιατί η Ελλάδα;»,απαντάμε πάντα λίγο στην πιο πεζή και συνηθισμένη ε­ρώτηση: «Γιατί τα ελληνικά;»
Και σε τελική ανάλυση και σ’ αυτό ακόμα οι Αθηναίοι εκείνης της εποχής είχαν πλήρη συνείδηση του τι έπρατταν και του ρόλου που ήταν άξιοι να διαδραματίσουν. Ο Θουκυδίδης μας λέει, μέσω του Περικλή, ότι η Αθήνα είναι για την Ελλάδα ένα «ζωντανό δί­δαγμα», μία «αγωγή», μία «παίδευσις». Η Αθήνα υπήρξε για τους Έλληνες και οι Έλληνες για όλους εμάς: το γεγονός ότι είχε τόσο έ­ντονη την προαίσθηση, με ενθαρρύνει και με μαγεύει…….