Πεζογραφία

Γιάννα στις 9 Σεπτεμβρίου 2017

«Τις πίκρες που ρίχνει ο χρόνος μέσα μου, τις αφαιρεί από τα ποιήματά μου. Γέμισα ρυτίδες, για να μείνω λείος εκεί που κανείς δε θα με θυμάται.

Ένα τριαντάφυλλο που γίνεται ποίηση μπορεί να σε συντρίψει πολύ περισσότερο από μια γροθιά που δεν γίνεται ποίηση.

Μυριάδες λόγια μαραίνονται στα κόκκινα βιβλία, όταν ένα απλό κοριτσάκι πυροβολεί. Καθώς φαίνεται, ακόμη και για ν” αποτραπούν καθεστώτα -τι θρίαμβος- χρειάζεται η καλή ποιότητα. Μέσα στη θλίψη της απέραντης μετριότητας που μας πνίγει από παντού, παρηγοριέμαι ότι κάπου, σε κάποιο καμαράκι, κάποιοι πεισματάρηδες αγωνίζονται να εξουδετερώσουν τη φθορά.

Μια φωτογραφική μηχανή κρυμμένη μέσα στην κακή ποίηση μας καταδικάζει να ξαναβλέπουμε αυτά που πολλές φορές είδαμε –και να μη βλέπουμε αυτά που δεν είδαμε ποτέ. Σίγουρα η παρατηρητικότητα είναι μεγάλο ελάττωμα για τον ποιητή· που καταντά, στο τέλος, τα σύννεφα να τα παίρνει για σύννεφα…

Μυρωδιά τῶν ποιημάτων: ὑγρό ξύλο στή φωτιά ἤ σάπια φύλλα ἤ ἄδειο δωμάτιο. Κι ἀκόμη: πυρωμένη πέτρα στήν ἥλιο· σταῦλος· ἄλουστα μαλλιά ὡραίας γυναίκας. Καημένε Guerlin!

Προσοχή στη συγκίνηση. Αν είναι γόησσα, δεν παύει να ’ναι και ρουφιάνα.

Μέ τόν ἴδιο τρόπο πού μερικές φορές μιά λέξη (ὄχι κατ” ἀνάγκην ὡραία ἤ σπάνια) γίνεται ἀφορμή νά ἐπινοήσει κανείς ἕνα ὁλόκληρο στίχο, ἔτσι πού νά μπορέσει αὐτή ἡ λέξη νά βρεῖ τήν ἀκριβή της θέση καί ν” ἀκτινοβολήσει· ὁ στίχος αὐτός, μέ τή σειρά του, γιά τόν ἴδιο λόγο, γίνεται κάποτε ἀφορμή νά ἐπινοηθεῖ ἕνα ὁλόκληρο ποίημα· πού τό περιεχόμενό του, ἄν γεννήθηκε ἀπό δύο ἤ τρεῖς ταπεινές συλλαβές, ἀπέχει σάν νόημα ἀπ” αὐτές, ὅσο ἕνας ὁλοκληρωμένος ἄνθρωπος ἀπό τήν ἡδονή μιᾶς στιγμῆς πού ἔγινε καί ἡ αἰτία νά ὑπάρξει.

Τό Ἕνα καί τό Ἀπόλυτο πού συλλαμβάνει ὁ νοῦς μας – εἶναι τά πολλά καί σχετικά τῶν ἄλλων, φτασμένα στήν καθαρότητα τῆς μονάδας …

 

 

Γιάννα στις 5 Σεπτεμβρίου 2017

1. Ο κύρης

  Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ ΣΠΑΝΙΑ ΜΙΛΟΥΣΕ, ΔΕ ΓΕΛΟΥΣΕ, δέ μάλωνε· κάποτε μονάχα έτριζε τα δόντια-του ή έσφιγγε τη γροθιά-του, κι άν τύχαινε να κρατάει κανένα πετραμύγδαλο, έστριβε τα δάχτυλά-του και τό “κανε σκόνη. Κάποτε που είδε έναν αγά να στρώνει ένα χριστιανό με σαμάρι και να τον φορτώ­νει σαν γάιδαρο, τόσο τον κυρίεψε το κακό-του, που χίμηξε απά­νω στον Τούρκο, μιά βρισιά ήθελε να ξεστομίσει, μα τα χείλια-του είχαν στρουφίξει, δέν μπόρεσε να βγάλει λόγο ανθρώπινο κι άρχισε να χλιμιντρίζει σαν άλογο· ήμουν εκεί μπροστά-του, παιδί ακόμα, τον κοίταζα και με κυρίεψε τρόμος. Κι ένα μεση­μέρι που γύριζε σπίτι να φάει, άκουσε, σ” ένα στενό που περνούσε, γυναίκες να σκληρίζουν και πόρτες να σφαλνούν κι ένας μεθυ­σμένος τουρκαλάς είχε βγάλει το γιαταγάνι-του και κυνηγούσε τους χριστιανούς. “Ως να δεί τον πατέρα-μου, χύθηκε καταπάνω-του· κάψα, κουρασμένος απο τη δουλειά, δέν είχε κέφι ο πατέρας-μου για καβγάδες· μιά στιγμή του πέρασε απο το νού να στρίψει απο το στενό να φύγει, κανένας δέν τον έβλεπε· μα ντράπηκε. Ξεζώστηκε την ποδιά που φορούσε, τύλιξε τη γροθιά-του, και την ώρα που σήκωνε ο τουρκαλάς απάνω απο το κεφάλι-του το γιαταγάνι, τού “δωκε μιά γροθιά στην κοιλιά και τον έστρωσε χάμω· έσκυψε, του ξεγάντζωσε το γιαταγάνι απο τη φούχτα και τράβηξε κατα το σπίτι. Η μητέρα-μου τού “φερε πουκάμισο ν” αλλάξει, είχε γίνει μουσκίδι στον ίδρωτα, κι εγώ, θά ’μουν ως τριών χρονών, κάθουμουν στον καναπέ και τον κοίταζα· όλο τρίχες ήταν το απανωκόρμι-του, άχνιζε· κι άμα άλλαξε και δροσέρεψε, πέταξε το γιαταγάνι στον καναπέ, δίπλα- μου· στράφηκε στη γυναίκα- του:
—     Σαν μεγαλώσει ο γιός-σου, της είπε, και πάει στο σκολειό, δώσ’-του το να ξύνει το μολύβι-του.
Ποτέ δέ θυμούμαι να μού “πε τρυφερό λόγο· μιά φορά μονάχα· ήμασταν στη Νάξο, την επανάσταση, και πήγαινα στη φράγκικη Σχολή, στους φραγκοπαπάδες· είχαμε δώσει εξέτασες κι είχα πάρει κάμποσα βραβεία, μεγάλα, χρυσοδεμένα βιβλία· δέν μπο­ρούσα μόνος-μου να τα σηκώσω, πήρε ο πατέρας-μου τα μισά και γυρίσαμε σπίτι. Σε όλο το δρόμο δέν άνοιξε το στόμα· προσπαθούσε να κρύψει τη χαρά-του που ο γιός-του δέν τον ντρόπιασε· και μονάχα όταν μπήκαμε στο σπίτι, χωρίς να με κοιτάξει:
—   Δέν ντρόπιασες την Κρήτη, είπε με κάποια τρυφεράδα. Μα ευτύς θύμωσε με τον εαυτό-του που προδόθηκε κι έδειξε πως ήταν συγκινημένος, κι όλη τη βραδιά απέφυγε να με κοιτάξει κι ήταν κατσουφιασμένος.
Βαρίσκιωτος, αβάσταχτος. Όταν τύχαινε νά “ναι βίζιτες σπίτι, συγγενείς-μας ή γειτόνοι, κι είχαν πιάσει ψιλή κουβέντα και γελούσαν, άν άνοιγε ξαφνικά η πόρτα κι έμπαινε, κόβουνταν η κουβέντα και το γέλιο, κι ένας ίσκιος πλάκωνε το σπίτι. Χαι­ρετούσε με μισό χείλι, κάθουνταν στη συνηθισμένη θέση-του στη γωνιά του καναπέ, πλάι στο παράθυρο της αυλής, χαμή­λωνε τα μάτια, άνοιγε την ταμπακέρα κι έστριβε ένα τσιγάρο, αμίλητος. Ξερόβηχαν οι βίζιτες, κλεφτοκοιτάζουνταν ανήσυχα, και με τρόπο, ύστερα από λίγη ώρα, σηκώνουνταν, πατούσαν στις άκρες των ποδιών τους κι έφευγαν.
2.
Η μάνα
Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΑΓΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ. ΠΩΣ μπόρεσε πενήντα χρόνια, χωρίς να σπάσει η καρδιά-της, να νιώθει πλάι-της την αναπνοή και το χνότο του λιόντα; Είχε την υπομονή, την αντοχή και τη γλύκα της γής.  …………………………………………………………………….
Όταν έλειπε ό κύρης απο το σπίτι, τί γαλήνη ήταν εκείνη, πώς περνούσαν γοργές, ευτυχισμένες οι ώρες στο κλειστό περβολάκι της αυλής-μας! Η κληματαριά απάνω απο το πηγάδι, στη γωνιά της αυλής μιά μεγάλη γαζία και μοσκομύριζε, οι γλά­στρες, ο βασιλικός τριγύρα κι οι κατιφέδες και το αράπικο για­σεμί, κι η μάνα κάθουνταν ομπρός στο παράθυρο κι έπλεχε κάλτσες, καθάριζε χορταρικά, χτένιζε τη μικρή-μου αδερφή ή τη μάθαινε να στραταρίζει… Κι εγώ, κουκουβισμένος σ” ένα σκαμνάκι, την κοίταζα, άκουγα τους διαβάτες που περνούσαν απόξω απο την κλεισμένη πόρτα, ανάσαινα τη μυρωδιά απο το γιασεμί και το βρεμένο χώμα κι έμπαινε στο κορμί-μου ο κό­σμος, έτριζαν, άνοιγαν τα κόκαλα του κεφαλιού-μου να τον χω­ρέσουν.
Οι ώρες πού περνούσα με τη μητέρα-μου ήταν γεμάτες μυστή­ριο· καθόμασταν ο ένας αντίκρα στον άλλο, εκείνη σε καρέκλα πλάι στο παράθυρο, εγώ στο σκαμνάκι-μου, κι ένιωθα, μέσα στη σιωπή, το στήθος-μου να γεμίζει και να χορταίνει, σαν νά “ταν ο αγέρας ανάμεσά-μας γάλα και βύζαινα.
Απο πάνω-μας ήταν η γαζία, κι όταν ήταν ανθισμένη, η αυλή μοσκομύριζε. Αγαπούσα πολύ τα εύωδάτα κίτρινα λουλούδια-της, τά “βαζε η μητέρα-μου στις κασέλες και τα σώρουχά-μας, τα σεντόνια-μας, όλη-μου η παιδική ηλικία μύριζε γαζία.
Μιλούσαμε, πολλές ήσυχες κουβέντες, πότε ή μητέρα-μου δηγόταν για τον πατέρα της, για το χωριό που γεννήθηκε, και πότε εγώ της στορούσα τους βίους των αγίων που είχα διαβάσει και ξόμπλιαζα τη ζωή-τους με τη φαντασία-μου· δέ μ” έφταναν τα μαρτύρια-τους, έβαζα κι από δικού-μου, ωσότου έπαιρναν τη μητέρα-μου τα κλάματα, τη λυπόμουν, κάθιζα στα γόνατα-της, της χάδευα τα μαλλιά και την παρηγορούσα:
— Μπήκαν στον Παράδεισο, μητέρα, μή στενοχωριέσαι, σεριανίζουν κάτω απο ανθισμένα δέντρα, κουβεντιάζουν με τούς αγγέλους και ξέχασαν τα βάσανά-τους. Και κάθε Κυριακή βάζουν χρυσά ρούχα, κόκκινα κασκέτα με φούντες και πάνε να κάμουν βίζιτα στο Θεό.
Κι η μητέρα σφούγγιζε τα δάκρυά-της, με κοίταζε σαν να μου έλεγε: «Αλήθεια λές;» και χαμογελούσε.
Και το καναρίνι, μέσα απο το κλουβί-του, μας άκουγε, σή­κωνε το λαιμό και κελαηδούσε μεθυσμένο, ευχαριστημένο, σαν νά “χε κατέβει απο τον Παράδεισο, σαν νά “χε αφήσει μιά στιγμή τούς αγίους κι ήρθε στη γής να καλοκαρδίσει τούς ανθρώπους.
Η μητέρα-μου, η γαζία, το καναρίνι, έχουν σμίξει αχώριστα, αθάνατα μέσα στο μυαλό-μου· δέν μπορώ πιά να μυρίσω γαζία, ν” ακούσω καναρίνι, χωρίς ν” ανέβει απο το μνήμα-της — απο το σπλάχνο-μου — η μητέρα-μου και να σμίξει με τη μυρωδιά τούτη και με το κελάδημα του καναρινιού.
Ποτέ δέν είχα δεί τη μητέρα-μου να γελάει· χαμογελούσε μόνο, και τα βαθουλά μαύρα μάτια-της κοίταζαν τους ανθρώπους γεμάτα υπομονή και καλοσύνη. Πηγαινόρχουνταν σαν πνέμα αγαθό μέσα στο σπίτι, κι όλα τα πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, σαν νά “χαν τα χέρια-της μιά καλοπροαίρετη μαγική δύναμη, που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινή ανάγκη. Μπορεί και νά “ναι η νεράιδα, συλλογίζουμουν κοιτάζοντάς-τη σιωπηλά, η νεράιδα που λέν τα παραμύθια, και κινούσε στο παιδικό μυαλό-μου η φαντασία να δουλεύει: μιά νύχτα ο πατέρας-μου, περνώντας απο τον ποταμό, την είδε να χορεύει στο φεγγάρι, χίμηξε, της άρπαξε το κεφαλομάντιλο, κι απο τότε την έφερε σπίτι και την έκαμε γυναίκα-του. Κι ολημέρα τώρα πάει κι έρχεται η μάνα μέσα στο σπίτι και ψάχνει νά βρει το κεφαλομάντιλο, να το ρίξει στα μαλλιά-της, να γίνει πάλι νεράιδα και να φύγει. Την κοίταζα να πηγαινόρχεται, ν” ανοίγει τα ντουλάπια και τις κασέλες, να ξεσκεπάζει τα πιθάρια, να σκύβει κάτω απο το κρεβάτι, κι έτρεμα μήν τύχει και βρει το μαγικό κεφαλομάντιλό-της και γίνει άφαντη. Η τρομάρα αυτή βάσταξε χρόνια και λάβωσε βαθιά τη νιογέν­νητη ψυχή-μου· κι ακόμα και σήμερα αποκρατάει μέσα-μου, πιό ανομολόγητη, η τρομάρα ετούτη: παρακολουθώ κάθε αγα­πημένο πρόσωπο, κάθε αγαπημένη ιδέα, με αγωνία, γιατί ξέρω πως ζητάει το κεφαλομάντιλό-της να φύγει.
Μονάχα μιά φορά θυμούμαι τη μητέρα-μου να λάμπει παρά­ξενα το μάτι-της, να γελάει και να χαίρεται, σαν όταν θά “ταν ανύπαντρη ή αρραβωνιασμένη. Πρωτομαγιά, είχαμε πάει σ” ένα χωριό, στη Φόδελε, γεμάτο νερά και περβόλια πορτοκαλιές, να κάμει ο πατέρας-μου μιά βάφτιση. Οπόταν, άξαφνα, σφοδρή νεροποντή ξέσπασε, γίνηκε ο ουρανός νερό κι άδειασε απάνω στη γής, κι αυτή κακάριζε, άνοιγε και δέχουνταν τ” αρσενικά νερά βαθιά στον κόρφο-της. Είχαν μαζευτεί οι προύχοντες του χωριού, με τις γυναίκες-τους και τις κόρες, στο μεγάλο οντά του κουμπάρου, η βροχή κι οι αστραπές έμπαιναν απο τις χαραμάδες της πόρτας και των παραθυριών, ο αέρας μύριζε πορτο­κάλι και χώμα. Και μπαινόβγαιναν τα τραταρίσματα, τα κρασιά, τα ρακιά κι οι μεζέδες, πήρε να βραδιάζει, άναψαν τα λυχνάρια, οι άντρες ήρθαν στο κέφι, οι γυναίκες οι χαμηλοβλεπούσες σήκω­σαν τα μάτια κι άρχισαν να κακαρίζουν σαν τις πέρδικες* κι όξω απο το σπίτι μούγκριζε ακόμα ο Θεός, πλήθαιναν οι βροντές, τα στενά δρομάκια του χωριού είχαν γίνει ποτάμια, κατρακυ­λούσαν οι πέτρες και χαχάριζαν, είχε γίνει ο Θεός νεροποντή κι αγκάλιαζε, πότιζε, κάρπιζε τη γής.
Κι ο κύρης στράφηκε στη μάνα-μου, πρώτη φορά είδα να την κοιτάζει με τρυφεράδα, κι η φωνή-του πρώτη φορά είχε γλυκάνει:
— Μαργή, της είπε, τραγούδηξε.
Της έδινε την άδεια, μπροστά σε τόσους άντρες, να τραγου­δήσει· κι εγώ σηκώθηκα ανταρεμένος· δέν ξέρω γιατί, είχα θυ­μώσει· έκαμα να τρέξω στη μάνα-μου, σαν νά “θελα να την προ­στατέψω· μα ο κύρης με άγγιξε με το δάχτυλό-του στον ώμο και με κάθισε κάτω. Κι η μάνα-μου φάνηκε αγνώριστη, γυάλιζε το πρόσωπό-της, σαν να το αγκάλιαζαν όλες οι βροχές κι οι αστρα­πές, σήκωσε το λαιμό, και θυμούμαι τα μακριά κορακάτα μαλλιά της λύθηκαν ξαφνικά, της σκέπασαν τις πλάτες και κατέβηκαν ώς τα γοφιά-της. Κι άρχισε… τί φωνή ήταν εκείνη, βαθιά, γλυ­κιά, λίγο βραχνή, όλο πάθος· μεσόκλεισε τα μάτια-της κατα τον κύρη και  τραγούδησε μιά μαντινάδα. Δέ θα την ξεχάσω ποτέ τη μαντινάδα αυτή· τότε δέν κατάλαβα γιατί την είπε, για ποιόν την είπε· αργότερα, σαν μεγάλωσα, κατάλαβα. Τραγουδούσε με τη γλυκιά, γεμάτη συγκρατημένο πάθος φωνή-της και κοίταζε τον πατέρα:
Θαμάζουμαι όταν περπατείς πώς δέν ανθούν οι ρούγες και πώς δέ γίνεσαι αϊτός με τις χρυσές φτερούγες!
Γύρισα πέρα τα μάτια, να μή βλέπω τον κύρη, να μή βλέπω τη μάνα, πήγα στο παραθύρι κι ακούμπησα το κούτελό-μου στο τζάμι κι έβλεπα τη βροχή να πέφτει και να τρώει τα χώματα.
3.
Τον Αύγουστο ξάπλωναν και στους οψιγιάδες τα σταφύλια, να τα ξεράνει ο ήλιος να γίνουν σταφίδα. Μιά χρονιά είχαμε πάει στο αμπέλι-μας και μέναμε στο εξοχικό-μας σπιτάκι· ο αγέρας μύριζε, η γής καίγουνταν, τα τζιτζίκια καίγουνταν κι αυτά, σαν να κάθουνταν απάνω σε κάρβουνα αναμμένα.
Τη μέρα εκείνη, της Κοίμησης της Παναγιάς, 15 Αυγού­στου, οι εργάτες δέ δούλευαν κι ο πατέρας-μου κάθουνταν στη ρίζα μιάς ελιάς και  κάπνιζε· είχαν έρθει γύρα οι γειτόνοι, πού είχαν απλώσει κι αυτοί τη σταφίδα-τους, κάπνιζαν πλάι στον πατέρα-μου, αμίλητοι. Φαίνουνταν στενοχωρημένοι. Όλοι είχαν καρφώσει τα μάτια σ” ένα συννεφάκι πού “χε προβάλει στον ουρανό, κατασκότεινο, βουβό, και  προχωρούσε. Είχα καθίσει κι εγώ κοντά στον πατέρα-μου και  κοίταζα το σύννεφο· μου άρεσε· σκούρο μολυβί, χνουδάτο, κι ολοένα μεγάλωνε, άλ­λαζε πρόσωπο και  κορμί, πότε σαν γεμάτο ασκί, πότε σαν μαυροφτέρουγο όρνιο και  πότε σαν τον ελέφα που είχα δεί ζωγραφιά· κουνούσε την προβοσκίδα-του κι έψαχνε ν” αγγίξει κάτω τη γής. Αεράκι χλιαρό φύσηξε, τα φύλλα της ελιάς ανατρίχιασαν. Ένας γείτονας πετάχτηκε όρθιος, άπλωσε το χέρι κατα το σύν­νεφο που προχωρούσε.
—Ανάθεμά-το, μουρμούρισε, ο Θεός να με βγάλει ψεύτη, φέρνει τον κατακλυσμό!
— Δάγκασε τη γλώσσα-σου, τού “καμε ένας γέρος θεοφοβού­μενος, δέ θα το αφήσει η Παναγιά· σήμερα είναι της χάρης-της.
Ο πατέρας-μου έγρουξε, μα δέν έβγαλε άχνα· πίστευε στην Παναγιά, μα δέν πίστευε πως η Παναγιά μπορεί να κουμαντάρει τα σύννεφα.
Εκεί που μιλούσαν, ο ουρανός σκεπάστηκε· οι πρώτες στάλες, χοντρές, ζεστές, άρχισαν να πέφτουν. Τα σύννεφα χαμή­λωσαν, κίτρινες βουβές αστραπές καταξέσκιζαν τον ουρανό.
— Παναγιά-μου, φώναξαν οι γειτόνοι, βοήθεια!
Όλοι πετάχτηκαν απάνω, κατασκόρπισαν, καθένας έτρεχε κατα το αμπέλι-του, όπου είχε απλώσει τη σταφίδα της χρονιάς· κι ως έτρεχαν, ολοένα και  σκοτείνιαζε ο αγέρας, κρεμάστηκαν μαύρες πλεξούδες απο τα σύννεφα, ξέσπασε η μπόρα. Γέμισαν τ” αυλάκια, πήραν να τρέχουν οι   δρόμοι σαν ποταμοί, φωνές ακούστηκαν γοερές απο το κάθε αμπέλι. Άλλοι βλαστημούσαν, άλλοι φώναζαν την Παναγιά να τους λυπηθεί, να βάλει το χέρι-της, και  στο τέλος θρήνος ξέσπασε πίσω απο τις ελιές στο κάθε αμπέλι.
………………………………………………………………
Είχα φτάσει ώς το δρόμο, δέν μπόρεσα να τον περάσω, ήταν ποταμός, και  στάθηκα και  κοίταζα: μαζί με τα νερά κυλούσαν αγκαλιές αγκαλιές τα μεσοξεραμένα σταφύλια, ο μόχτος της χρονιάς, έτρεχαν κατα τη θάλασσα και  χάνουνταν. Ο θρήνος δυνάμωνε, μερικές γυναίκες είχαν χωθεί ώς τα γόνατα μέσα στα νερά και  μάχουνταν να περισώσουν λίγη σταφίδα· άλλες, όρθιες στην άκρα του δρόμου, είχαν βγάλει τις μπολίδες-τους και  συρομαδιούνταν.
Είχα γίνει μουσκίδι ώς το κόκαλο· πήρα δρόμο κατα το σπιτάκι και  μάχουμουν να κρύψω τη χαρά-μου· βιάζουμουν να δώ τί θά “κανε ο πατέρας-μου· θά “κλαιγε, θα βλαστημούσε, θα φώναζε; Περνώντας απο τον οψιγιά είδα πως όλη-μας η σταφίδα είχε φύγει.
Τον είδα να στέκεται στο κατώφλι, ακίνητος, και  δάγκανε τα μουστάκια-του. Πίσω-του, όρθια, η μητέρα-μου έκλαιγε.
—Πατέρα, φώναξα, πάει η σταφίδα-μας!
—Εμείς δέν πάμε, μου αποκρίθηκε· σώπα!
Ποτέ δέν ξέχασα τη στιγμή ετούτη· θαρρώ μου στάθηκε στις δύσκολες στιγμές της ζωής-μου μεγάλο μάθημα· αναθυμόμουν τον πατέρα-μου ήσυχο, ασάλευτο, να στέκεται στο κα­τώφλι, μήτε βλαστημούσε, μήτε παρακαλούσε, μήτε έκλαιγε· ασάλευτος κοίταζε τον όλεθρο, κι έσωζε, μόνος αυτός, ανάμεσα σε όλους τους γειτόνους, την αξιοπρέπεια του άνθρωπου.
4.
Ποτέ δέν είχα αντικρίσει με τρυφεράδα τον πατέρα-μου· ο φόβος που μου προξενούσε ήταν τόσο μεγάλος, που όλα τ” άλλα, αγάπη, σεβασμός, οικειότητα, εξαφανίζουνταν. Βαρύς ήταν ο λόγος-του, πιό βαριά η σιωπή-του* σπάνια μιλούσε* κι όταν άνοιγε το στόμα-του, τα λόγια-του ήταν μετρημένα, καλά ζυγια­σμένα, δέν μπορούσες νά βρεις πάτημα να φέρεις αντίλογο· είχε πάντα δίκιο, κι αυτό θαρρείς τον έκανε άτρωτο. Συχνά συλλογίζουμουν: άχ, να μήν είχε δίκιο, ίσως τότε νά “κανα κόμπο την καρδιά-μου να του αντιμιλήσω· μα ποτέ δέν έδινε μιά τέτοια αφορμή, κι αυτό δέν μπορούσες ποτέ να το συχωρέσεις. Ένας δρύς ήταν με σκληρό κορμό, με τραχιά φύλλα, με στυφό καρπό, χωρίς κανέναν ανθό· έτρωγε όλη τη δύναμη γύρα-του, και στον ίσκιο-του κάθε άλλο δέντρο κάτσιαζε· όμοια κάτσιαζα κι εγώ στον ίσκιο-του και δέν ήθελα να ζώ κάτω απο την ανάσα-του· παράφορες ανταρσίες ξεσπούσαν μέσα-μου όταν ήμουν νέος, ήμουν έτοιμος να ριχτώ σ” επικίντυνες περιπέτειες· μα συλλογίζουμουν τον κύρη, κι η καρδιά-μου κιότευε· νά γιατί, αντί να γίνω μεγάλος αγωνιστής στην πράξη, αναγκάστηκα, απο φόβο στον κύρη, να γράφω ό,τι θά “θελα να κάμω· το αίμα-μου το είχε καταντήσει μελάνι.
Όταν, ύστερα απο τρείς μέρες, γύρισα στο σπιτάκι της ακρο­γιαλιάς, ένιωθα ανομολόγητη, ανίερη αλάφρωση· ένα βάρος είχε φύγει από πάνω μου, ένας ίσκιος· κόπηκε το μυστικό αόρατο σκοινί που μ” έδενε με την υποταγή και με το φόβο· μπορούσα τώρα να πώ και να γράψω και να πράξω ό,τι ήθελα, δέν είχα πιά να δώσω λόγο σε κανένα· έφυγε ο κηδεμόνας, αποβασίλεψε το μάτι που έβλεπε και δέ συχωρνούσε, σκίστηκε το δουλοχάρτι· ήμουν τώρα λεύτερος, απελεύτερος.
Πολύ αργά· είχα πιά πάρει ένα δρόμο, δέν τον διάλεξα, αυτός με διάλεξε, είχαν φράξει μπροστά και πίσω-μου όλοι οι άλλοι δρόμοι, είχα βολευτεί σε ορισμένες συνήθειες, σε ορισμένες συμπάθειες κι αντιπάθειες, πολύ αργά πιά να κάμω απότομη στροφή και ν’ αλλάξω μέτωπο μάχης. το δρόμο που πήρα έπρε­πε να τον περάσω όλο, να φτάσω ώς την άκρα· τίποτα άλλο· όμως ένα κέρδος τώρα μεγάλο· είχα αλαφρώσει και μπορούσα πιά να περπατώ άνετα κι όπως εγώ ήθελα: τραγουδώντας, γελών­τας, σταματώντας, παίζοντας· δέν ντρέπουμουν, δέ φοβόμουν πιά κανένα. Στη ζωή-μου ένα μονάχα άνθρωπο φοβήθηκα, τον πατέρα-μου· τώρα ποιό να φοβηθώ; Όταν ήμουν μικρό παιδί, σήκωνα τα μάτια, τον κοίταζα και μου φαίνουνταν γίγας· όσο μεγάλωνα, όλα τα πράματα γύρα-μου μίκραιναν, άνθρωποι, σπί­τια, δέντρα· μονάχα αυτός απόμενε πάντα, όπως τον έβλεπα παιδί, γίγας· πυργώνουνταν μπροστά-μου και μου έκρυβε τον ήλιο. Μάταια απόφευγα να μένω στο πατρικό σπίτι, στη σπηλιά του λιόντα· ρεμπέλευα, ταξίδευα, ρίχνουμουν σε δύσκολες πνεματικές περιπέτειες· πάντα ανάμεσα έμενα και στο φώς ο ίσκιος-του· οδοιπορούσα κάτω από ακατάπαυτη έκλειψη ήλιου.
Σκοτάδια πολλά μέσα-μου, κύρης πολύς· σε όλη-μου τη ζωή απελπισμένα μάχουμαι να μετουσιώσω τα σκοτάδια αυτά και να τα κάμω φώς, μιά στάλα φώς· αγώνας τραχύς, χωρίς έλεος, χωρίς αναπαή, μιά στιγμή να κουράζουμουν, να σκόλαζα τον πόλεμο, ήμουν χαμένος· κι άν έβγαινα κάποτε νικητής, τί αγωνία και πόσες λαβωματιές! Δέ γεννήθηκα αγνός· μάχουμαι να γίνω. Η αρετή για μένα δέν είναι καρπός της φύσης-μου, είναι καρπός του αγώνα-μου· δέ μου την έδωκε ο Θεός, μοχτώ να την καταχτή­σω με το σπαθί-μου· το άνθος της αρετής για μένα είναι σωρός μετουσιωμένη κοπριά.
Ποτέ δέν πήρε τέλος ο πόλεμος αυτός· ώς τώρα δέ νικήθηκα ολοκληρωτικά, δέ νίκησα ολοκληρωτικά· πάντα αγωνίζουμαι, κι απο στιγμή σε στιγμή μπορώ να χαθώ όλος, μπορώ να σωθώ όλος· ακόμα περνώ της Τρίχας το γιοφύρι απάνω απο την άβυσσο.

Η οικογένεια ως βατήρας

Το σπίτι όπου έζησε το παιδάκι που ήμουν κάποτε, και τα πρόσωπα με τα οποία μοιράστηκα την οικογενειακή μου ζωή υπήρξαν ο βατήρας πάνω στον οποίο πάτησα για να εκτελέσω το άλμα προς την ενήλικη ζωή μου.

Η οικογένεια αποτελεί πάντοτε τον βατήρα, και κάποια στιγμή πρέπει να σταθούμε στην άκρη του και να πραγματοποιήσουμε το άλμα προς τον κόσμο και τη μετέπειτα ζωή.

Αν, καθώς πάω να πηδήξω από τον βατήρα, πιαστώ από κάπου και κρεμαστώ, θα μείνω εκεί να κρέμομαι και δεν θα πραγματοποιήσω το ταξίδι μου ποτέ.

Τι καλά που θα ήταν αν βρίσκαμε το θάρρος να πηδήξουμε από τον βατήρα μ” έναν θεαματικό τρόπο! Αυτό μπορεί να γίνει αν ο βατήρας είναι υγιής. Αν η οικογενειακή σχέση είναι υγιής. Αν το ζευγάρι των γονιών είναι υποστηρικτικό.

Ο βατήρας αυτός πατάει πάνω σε τέσσερα βασικά στηρίγματα, τόσο σημαντικά, που αν δεν είναι στέρεα κανένα παιδάκι δεν μπορεί να περπατήσει πάνω του χωρίς να πέσει.

Το πρώτο στήριγμα είναι η αγάπη

Ένα παιδί που δεν ένιωσε ότι το αγάπησαν οι γονείς του, έχει μια θλιβερή ιστορία: θα του είναι πολύ δύσκολο να αγαπήσει τον εαυτό του. Η αγάπη για τον εαυτό μας μαθαίνεται μέσα από την αγάπη που δεχόμαστε από τους γονείς μας. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να διδαχτούμε και αλλιώς, λέω απλώς ότι αυτός είναι ο καλύτερος τόπος και τρόπος για να το μάθουμε. Και βέβαια, ένα παιδί που δεν αγαπήθηκε δεν μπορεί ούτε το ίδιο να αγαπήσει, κι αν έτσι έχει συμβεί στη ζωή του, τι μπορεί να κάνει αργότερα στις σχέσεις του με τους άλλους;

Ο βατήρας που δεν έχει αυτό το στήριγμα είναι επικίνδυνος. Είναι δύσκολο να βαδίσει κανείς πάνω του. Είναι ένας βατήρας χωρίς ισορροπία.

Το δεύτερο στήριγμα είναι η εκτίμηση

Αν η οικογένεια δεν έχει ένα καλό απόθεμα αυτοεκτίμησης, αν οι γονείς θεωρούν ότι οι ίδιοι είναι ένα τίποτα, τότε και το παιδί θα αισθάνεται ένα τίποτα. Αν προέρχεται κανείς από ένα σπίτι όπου δεν τον εκτιμούν και δεν θεωρούν ότι αξίζει, δυσκολεύεται να πιστέψει ο ίδιος για τον εαυτό του ότι αξίζει. Τα σπίτια με ένα καλό επίπεδο αυτοεκτίμησης διαθέτουν κατάλληλους βατήρες.

Η Βιρτζίνια Σατίρ λέει: «Στις καλές οικογένειες, η χύτρα της αυτοεκτίμησης του σπιτιού είναι γεμάτη». Που σημαίνει: οι γονείς πιστεύουν ότι είναι αξιόλογοι άνθρωποι, πιστεύουν ότι τα παιδιά τους αξίζουν, ο μπαμπάς πιστεύει ότι η μαμά αξίζει, η μαμά πιστεύει ότι ο μπαμπάς αξίζει, ο μπαμπάς και η μαμά πιστεύουν ότι έχουν μια οικογένεια που αξίζει, και είναι κι οι δύο υπερήφανοι για την ομάδα που έχουν φτιάξει.

Όταν έρχεται σπίτι το παιδί και λέει: «Τι ωραία που είναι αυτή η οικογένεια!» τότε ξέρουμε πως ο βατήρας είναι γερός.

Όταν έρχεται το παιδί σπίτι και λέει: «Μπορώ να πάω να μείνω στο σπίτι της θείας Μαργαρίτας;»… τότε έχουμε πρόβλημα.

Όταν λέει ο πατέρας στο παιδί: «Γιατί τότε δεν πας να μείνεις με τη θεία σου τη Μαργαρίτα;» πάλι κάτι συμβαίνει.

Το τρίτο στήριγμα είναι οι κανόνες

Στην οικογένεια πρέπει να υπάρχουν κανόνες, με τη μόνη προϋπόθεση ότι δεν θα είναι αυστηροί. Οι κανόνες πρέπει να είναι ευέλικτοι, ελαστικοί, αμφισβητήσιμοι, συζητήσιμοι και διαπραγματεύσιμοι. Πάντως, πρέπει να υπάρχουν. Ακριβώς όπως πιστεύω ότι οι κανόνες στην οικογένεια υπάρχουν για να μπορεί κανείς να τους παραβεί και είναι δική μας υποχρέωση να βάζουμε καινούργιους, πιστεύω και ότι η διαδικασία αυτή πρέπει να βασίζεται σε μια χρονική στιγμή που τα παιδιά έχουν μάθει να μεγαλώνουν και να ωριμάζουν σ” ένα περιβάλλον με ασφάλεια και προστασία.

Αυτό είναι το περιβάλλον της οικογένειας. Οι κανόνες αποτελούν το πλαίσιο ασφάλειας και πρόβλεψης που είναι αναγκαίο για την ανάπτυξη μου. Ένα σπίτι χωρίς κανόνες δημιουργεί έναν βατήρα πάνω στον οποίο το παιδί δεν μπορεί να σταθεί για να κάνει το άλμα του στον κόσμο…

Το τελευταίο στήριγμα είναι η επικοινωνία

Για να μπορέσει να πραγματοποιηθεί το άλμα, είναι αναγκαίο να υπάρχει διαρκής και έντιμη επικοινωνία. Με κανένα άλλο θέμα δεν έχουν ασχοληθεί τόσο πολύ τα εγχειρίδια ψυχολογίας, όσο με αυτό της επικοινωνίας. Να διαβάζετε μαζί σαν ζευγάρι, να κουβεντιάζετε με τα παιδιά σας, να συζητάτε όλοι μεταξύ σας με την τηλεόραση κλειστή… Αυτός είναι ένας τρόπος για να ενισχυθεί η επικοινωνία, όχι όμως ο πιο σημαντικός.

Ουσιαστικό είναι αυτό που ξεκινάει με ερωτήσεις που κάνει κανείς με αληθινό ενδιαφέρον, μέσα από την καρδιά του: Πώς είσαι; Πώς τα πέρασες σήμερα; Θέλεις να κουβεντιάσουμε;

Και σ” αυτό το στήριγμα —αποκλειστικά σ” αυτό το στήριγμα—, στηρίζεται η δυνατότητα επανόρθωσης των υπολοίπων.

Αγάπη, εκτίμηση, κανόνες και επικοινωνία: πάνω σ” αυτόν τον βατήρα στέκεται το παιδί νια να κάνει το άλμα του στη ζωή. Για να βαδίσει, καταρχάς, τον δρόμο της αυτοεξάρτησης και, στη συνέχεια, τον δρόμο της συνάντησης με

Γιάννα στις 10 Μαΐου 2017

hessaloniki Likes χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη παροχή των υπηρεσιών του. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των ι

ΘΕΛΩ…

Θέλω να με ακούς χωρίς να με κρίνεις

Θέλω τη γνώμη σου χωρίς συμβουλές

Θέλω να με εμπιστεύεσαι χωρίς απαιτήσεις…

Θέλω τη βοήθειά σου και όχι να αποφασίζεις για μένα…

Θέλω να με προσέχεις χωρίς να με ακυρώνεις…

Θέλω να με κοιτάς χωρίς να προβάλλεις τον εαυτό σου σε μένα..

Θέλω να με αγκαλιάζεις χωρίς να με κάνεις να ασφυκτιώ…

Θέλω να μου δίνεις ζωντάνια χωρίς να με σπρώχνεις…

Θέλω να με υποστηρίζεις χωρίς να με φορτώνεσαι…

Θέλω να με προστατεύεις χωρίς ψέματα…

Θέλω να με πλησιάζεις χωρίς να εισβάλλεις…

Θέλω να ξέρεις τις πλευρές μου που πιο πολύ σε ενοχλούν..

Να τις αποδέχεσαι και να μην προσπαθείς να τις αλλάξεις…

Θέλω να ξέρεις… πως σήμερα μπορείς να βασίζεσαι πάνω μου…

 

 

Γιάννα στις 5 Μαΐου 2017

…»Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται, άπαξ, που λένε, σα μια μοναδική ευκαιρία. Τουλάχιστον μ’ αυτή την αυτόνομη μορφή της δεν πρόκειται να ξανα-υπάρξουμε ποτέ. Και μείς τι την κάνουμε ρε, αντί να τη ζήσουμε; Τι την κάνουμε; Τη σέρνουμε από δω κι από κει δολοφονώντας την.

Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις. Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις; Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματος, πώς να οργανώσεις τα συναισθήματα.

Έτσι, μ’ αυτή την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες σα να μας είναι βάρος, και μας είναι βάρος, γιατί δε ζούμε, κατάλαβες; Όλο κοιτάμε το ρολόι, να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ’ την αρχή.

Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που θα τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν “αξίες”, σαν “ηθική”, σαν “πολιτισμό”.

Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να παίξουμε και να χαρούμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να κάνουμε έρωτα, να απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τον διπλανό μας.

Όλα, όλα τα αφήνουμε για το αύριο που δε θα ‘ρθει ποτέ… Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος και δεν πάμε πουθενά αλλού, παρά μόνο στο θάνατο, και εμείς οι μαλάκες, αντί να κλαίμε το δειλινό που χάθηκε άλλη μια μέρα απ’ τη ζωή μας, χαιρόμαστε.

Η κορυφαία πολιτική μάχη

Όταν συνειδητοποίησα ότι δε μπορώ να αλλάξω το σύστημα, άρχισα να αγωνίζομαι να μη με αλλάξει αυτό.

Αγωνίζομαι να μείνω άνθρωπος. Και αυτό είναι η κορυφαία πολιτική μάχη. Να μπορείς να αποφύγεις τη βαρβαρότητα αυτής της εποχής. Να μπορείς να παραμείνεις άνθρωπος με τρυφερότητα. Με το δικό σου βλέμμα.

Η ζωή είναι ένα δώρο που μας δίνεται μία φορά. Οι περισσότεροι άνθρωποι όταν ξημερώνει λένε “άντε να τελειώσει κι αυτή η κωλομέρα”. Και δεν καταλαβαίνουν ότι κάνουν άλλο ένα βήμα προς το θάνατο.

“Τολμάτε ρε!”

Τολμάτε ρε, τολμάτε! Γράψτε αυτό που θέλετε, αυτό που σκέφτεστε. Απορρίψτε τις σκοπιμότητες.

Εγώ έγραφα, κι έγραφα με την ψυχή, κι όταν με είπαν συγγραφέα πρώτη φορά τα ‘χασα! Μα, σοβαρά μιλάτε ρε παιδιά, συγγραφέας; Δεν είχα καμία τέτοια πρόθεση απλά στις παρέες, στον κήπο, τους έλεγα ιστορίες και μου έλεγαν, ρε Χρόνη γιατί δεν τα γράφεις αυτά τα πράγματα; Κι έτσι βγήκε.

Γιατί τα βιώματα ήταν ουσιαστικά. Κατάλαβες; Ζούσαμε. Είχε συνέχεια η ζωή μας, δεν ήταν αυτή η γκρίζα καθημερινότητα, αλλά ήταν μεγάλο κατόρθωμα να παραμείνεις άνθρωπος.

Ήταν πολύ σημαντικό να μπορείς να κοιτάξεις τη μάπα σου το πρωί στον καθρέφτη και να πεις, “είμαστε εντάξει ρε μάγκα, πάμε”.

Ο μόνος δρόμος

Εκείνο που μπορώ να υποστηρίξω το υποστηρίζω: ότι ο μόνος δρόμος, ο οποίος δεν μας οδηγεί σε κανένα λάκκο, σε καμιά λακκούβα, σε κανένα κακό συναπάντημα, είναι ο δρόμος της αγάπης, είναι ο δρόμος της τρυφερότητας, είναι ο δρόμος της κατανόησης, είναι ο δρόμος της υπεράσπισης της διαφορετικότητας του άλλου! Αυτός είναι ο μόνος δρόμος. Αν τον ακολουθήσουμε αυτόν τον δρόμο δεν κινδυνεύουμε. Ούτε εμείς ούτε οι συνάνθρωποί μας.

Να ‘σαι άνθρωπος δημιουργικός και ευαίσθητος. Και να αγαπάς. Να αγαπάς! Να μπορείς να μετατρέπεις κάθε μέρα την αγάπη σε αγαπημένο. Η φρέζα μου που είναι εκεί φυτεμένη την αγαπάω, την βλέπω κάθε πρωί, καταλαβαίνεις; Ή έναν συγκεκριμένο άνθρωπο… Όλα τα άλλα… Παρέες, ρε, μπορείς να κάνεις παρέες; Φιλία. Έρωτα! Κάντε έρωτα, αγαπηθείτε κάντε τις παρέες σας, σκεφτείτε, αναπτύξτε την κριτική σας σκέψη»…

 

 

 

 

Γιάννα στις 29 Απριλίου 2017

«ΤΟ ΕΝΙΩΣΑ ΑΥΤΟ, ΠΟΛΥ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΚΙ ΑΠΟ ΤΗ ΣΚΗΝΗ το μέτωπο που διηγήθηκα πριν, δυο μήνες αργότερα, όταν βρέθηκα στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου των Ιωαννίνων, με όλες τις ενδείξεις τις επιστημονικές ότι δεν πρόκειται να ξανασηκωθώ. Πριν από τ’ αντιβιοτικά, ο τύφος δεν είχε άλλη σωτηρία από την αντοχή του οργανισμού σου. Έπρεπε να υπομένεις, ακίνητος υποχρεωτικά, με πάγο στην κοιλιά και μερικά κουταλάκια γάλα ή πορτοκαλόζουμο για τροφή, όλες τις ατέλειωτες μέρες που βαστούσε ο πυρετός, σαράντα ακατέβατα. Κι ο Θεός βοηθός. ΈΤΥΧΕ ΝΑ ΠΕΡΑΣΩ ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΚΡΙΣΗ τις ημέρες ακριβώς που άρχισε η επίθεση των Γερμανών. Δεν ήταν και τόσο ρόδινα τα πράγματα. Το κρεβάτι μου βρισκότανε πλάι στο παράθυρο και κάθε φορά, θυμάμαι, που σήμαινε συναγερμός όλοι οι άλλοι άρρωστοι (το νοσοκομείο ήταν παθολογικό και δεν είχε τραυματίες) μαζί με τις νοσοκόμες και τους γιατρούς τρεχοκοπούσανε στα καταφύγια. ΜΕ ΤΟΥΣ ΓΕΡΜΑΝΟΥΣ ΔΕΝ ΗΤΑΝΕ ΦΡΟΝΙΜΟ ΝΑ ΠΑΡΙΣΤΑΝΟΥΝ ΤΟ ΠΑΛΙΚΑΡΙ. Πριν φύγουν από το θάλαμο μού άνοιγαν τα τζάμια, μήπως και σπάσουν και με χτυπήσουν τα θραύσματα. Κι απόμενα έτσι ολομόναχος μέσα στον άδειο θάλαμο, που μου φαινότανε ξαφνικά ότι μεγάλωνε, γινότανε απέραντος, με τα ξέστρωτα κρεβάτια, τα κουβαριασμένα σεντόνια, τις εφημερίδες, τα σακίδια, μια σταματημένη απότομα ζωή, ένα είδος Πομπηίας του κλειστού χώρου, απ’ όπου αναδυόμουν και επέπλεα μετέωρος, βουτηγμένος μέσα σε μια παράξενη ηρεμία. Ώσπου σε λίγο άρχιζαν οι εκρήξεις, που ολοένα πλήθαιναν και πλησίαζαν. ΑΥΤΟ ΠΙΑ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΠΟΛΕΜΟΣ, ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ. Δεν υπήρχανε στρατεύματα, όπλα, υπηρεσίες, επιτελεία. Τίποτε. Μονάχα το αόρατο εκείνο τέρας που μπουμπούνιζε από ψηλά. Κι εγώ ασάλευτος, με την πληγιασμένη ράχη και το κομμάτι τ’ ουρανού απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο. Ένα αίσθημα που δεν είχα δοκιμάσει ποτέ όσο ήμουν τριγυρισμένος από τους στρατιώτες μου αναπηδούσε τώρα μέσα μου, πολλαπλασιαζότανε, με χίλιες φωνές μου έκρενε: «πρέπει, πρέπει, πρέπει να ζήσεις, να νικήσεις, να τα βγάλεις πέρα». ΘΑ ‘ ΝΑΙ ΦΑΙΝΕΤΑΙ, ΣΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΑΝΙΣΟ ΑΓΩΝΑ που ξυπνάει όλος ο άντρας. Και ο ποιητής. Η ιδέα ενός βιβλίου με κρατούσε – όπως άλλους ένα εικόνισμα. Το έβλεπα, το φυλλομετρούσα, τα ποιήματα που δεν είχα γράψει, και που θα ήθελα να είχα γράψει, γεμίζανε με το εξωτερικό τους σχήμα τις σελίδες του, δεν απόμενε παρά να τα «γεμίσω», όπως γεμίζεις μια σειρά από άδεια ποτήρια, και αμέσως τι δύναμη, τι ελευθερία, τι αψηφησιά στις βόμβες και στο θάνατο. Να ‘χεις βγάλει τον εαυτό σου τον πραγματικό, από τον άλλο τον καθημερινό, έξω, και να τον βλέπεις αντίκρυ σου άτρωτον, άφθαρτον, προσιτό στα μέλλοντα όπου πια εσύ δε θα συμμετέχεις, τι ανακούφιση!» «ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΜΕΡΑ, ΟΤΑΝ ΕΙΔΑ ΝΑ ΜΕ ΠΛΗΣΙΑΖΕΙ ΕΝΑΝ ΠΑΠΑΣ με το δισκοπότηρο στο χέρι, μόνο που δε γάβγισα. Το ‘βαλε στα πόδια, και οι άλλοι άρρωστοι, θαρρώ, γελούσανε. Όμως εγώ δε βάσταξα πια κι έβαλα τα κλάματα. Οι γιατροί μαζεύτηκαν γύρω μου, κάτι είπανε μεταξύ τους, και στο τέλος ένας απ’ αυτούς μου έκανε μια ένεση. Βυθίστηκα στον ύπνο για ώρες πολλές. Και την άλλη μέρα –κάτι απίστευτο– ξύπνησα σχεδόν απύρετος. Είχα περάσει τη μεγάλη κρίση. Το βιβλίο που ονειρευόμουνα θα μπορούσε ίσως να γίνει. ΚΑΙ ΤΩΡΑ, ΒΕΒΑΙΑ, ΠΟΥ ΓΡΑΦΩ, ύστερα από τόσα χρόνια, το ιδανικό αυτό βιβλίο δεν έγινε. Αλλά τι σημαίνει; Η ελπίδα του με κράτησε στη ζωή, και τότε που δεν ήξερα και τώρα που κατάλαβα ότι τα ιδανικά βιβλία δε γίνονται ποτέ. “Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι”. Να πάλι το passe-partout Καβάφη»

. [Πηγή: www.doctv.gr]

Γιάννα στις 29 Απριλίου 2017

» Ξεκινάς αυτό το ταξίδι μόνο όταν έχεις δει πραγματικά αυτή την αλήθεια: ότι πρέπει να βαδίσεις ολομόναχος. Και τότε είσαι μόνος. Και βαδίζεις χωρίς πίκρα ή κυνισμό, χωρίς απελπισία, αλλά επειδή βλέπεις το γεγονός ότι η μοναξιά είναι απόλυτα απαραίτητη. Το γεγονός αυτό και η αντίληψη αυτού του γεγονότος κάνουν κάποιον ελεύθερο να βαδίσει μόνος. Το βιβλίο, ο σωτήρας, ο δάσκαλος, όλα αυτά είσαι ΕΣΥ. Πρέπει, λοιπόν, να ερευνήσεις μέσα σου, πρέπει να μάθεις τον εαυτό σου. Κι αυτό δεν σημαίνει να συσσωρεύσεις γνώση για τον εαυτό σου και ύσtερα με αυτή τη γνώση να κοιτάζεις την κίνηση της ίδιας σου της σκέψης. Για να μάθεις τον εαυτό σου, για να γνωρίζεις τον εαυτό σου, πρέπει να παρατηρείς με φρεσκάδα, με ελευθερία. Δεν μπορείς να μάθεις κάτι για τον εαυτό σου αν απλώς χρησιμοποιείς κάποια γνώση που έχεις πάρει, δηλαδή αν κοιτάς τον εαυτό σου με γνώμονα όσα έχεις μάθει από κάποιο καθοδηγητή, κάποιο βιβλίο ή κι από την ίδια σου την εμπειρία. Το “εγώ” είναι μια εξαιρετική οντότητα, είναι κάτι περίπλοκο, ζωτικό, εκπληκτικά ζωντανό, που αλλάζει αδιάκοπα και περνάει από όλων των ειδών τις εμπειρίες. Είναι ένας στρόβιλος τεράστιας ενέργειας και δεν υπάρχει κανείς να σου διδάξει τίποτα για αυτό-ΚΑΝΕΙΣ! Τούτο είναι το πρώτο που πρέπει να καταλάβει κανείς! Όταν το καταλάβεις μία και καλή αυτό, όταν δεις πραγματικά την αλήθεια του, τότε έχεις ήδη απελευθερωθεί από ένα βαρύ φορτίο: έχεις πάψει να περιμένεις από κάποιον άλλο να σου πει τι να κάνεις. Υπάρχει ήδη η αρχή του εκπληκτικού αρώματος της ελευθερίας».

Γιάννα στις 19 Μαρτίου 2017

…….«ΘΑ ‘ΘΕΛΑ ΝΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑ ΝΑ ΤΡΙΓΥΡΙΣΩ σε κείνα τα πανύψηλα, αιχμηρά βουνά, όπου οι άνθρωποι πεθαίνουν από δίψα και κρύο, να γνωρίσω την «εξωχρονική ιστορία», τον απόλυτο χώρο και χρόνο, όπου δεν υπάρχουν μήτε ανθρώπινα όντα, μήτε ζώα, μήτε βλάστηση, κι όπου μπορεί κανείς να τρελαθεί απ” τη μοναξιά. Να βρεθώ εκεί όπου οι άναρθρες κραυγές έχουν αντικαταστήσει την ομιλία κι όλα είναι αδέσμευτα, απεριόριστα, ελευθερωμένα από τη συνάρτησή τους με το χρόνο.

ΛΑΧΤΑΡΩ ΕΝΑΝ ΚΟΣΜΟ ΟΠΟΥ ΟΙ ΑΝΤΡΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ, θα “ναι σιωπηλοί σαν τα δέντρα (γιατί, αλίμονο, στον κόσμο μας μιλούμε τόσο πολύ, που το πράγμα έχει καταντήσει αφόρητο). Έναν κόσμο όπου οι ποταμοί -ανώνυμοι, άγνωστοι, ελεύθεροι από κάθε μυθολογία- θα σε κουβαλούν από μέρος σε μέρος και θα σε φέρνουν σ” επαφή μ” άλλους ανθρώπους και θα σε βοηθούν να γνωρίσεις την αρχιτεκτονική, τη θρησκεία, τα φυτά και τα ζώα διάφορων τόπων

.ΠΟΘΩ ΜΕΓΑΛΟΥΣ ΚΙ ΑΔΑΜΑΣΤΟΥΣ ΠΟΤΑΜΟΥΣ, χωρίς βάρκες και πλοία, ποταμούς που μέσα τους θα πνίγονται τα ανθρώπινα όντα, βουλιάζοντας όχι πια στο μύθο, την παράδοση, τα βιβλία και την σκόνη του παρελθόντος, αλλά στο χρόνο, στο διάστημα και στην ιστορία. Ποταμούς τεράστιους, δημιουργούς απέραντων ωκεανών, όμοιων με τον Δάντη και τον Σαίξπηρ, ποταμούς που δε θα κινδυνεύουν να ξεραθούν μες στο κενό του παρελθόντος.

ΩΚΕΑΝΟΥΣ, ΝΑΙ! ΑΣ ΒΡΟΥΜΕ, ΣΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ ΑΣ ΕΦΕΥΡΟΥΜΕ νέους ωκεανούς, παρθένους, άγνωστους, που θα μας ξεπλύνουν απ” το παρελθόν, ωκεανούς, που θα δημιουργήσουν νέες γεωλογικές κατατάξεις και νέους γεωλογικούς ηπείρους. Ωκεανούς που θα καταστρέφουν και συνάμα θα συντηρούν, ωκεανούς που θα μπορείς να ξανοιχτείς σ” αναζήτηση νέων ανακαλύψεων και νέων οριζόντων…».

«ΠΙΣΤΕΥΩ ΠΩΣ ΣΗΜΕΡΑ, ΠΙΟΤΕΡΟ ΑΠΟ ΠΟΤΕ, είμαστε υποχρεωμένοι να σκαλίζουμε τα βιβλία, ακόμα κι αν στο καθένα απ” αυτά δεν υπάρχει παρά μονάχα μια αξιόλογη σελίδα, γιατί οφείλουμε να ψάχνουμε ακατάπαυστα για να βρούμε το κάθε κομμάτι, το κάθε ξεσκαλίδι, το κάθε θραύσμα που θα μπορούσε να περικλείει μέσα του λίγο μέταλλο, το καθετί που θα μπορούσε να βοηθήσει στην ανάσταση των ψυχών και των σωμάτων.

ΜΠΟΡΕΙ ΒΕΒΑΙΑ ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΟΙ, μπορεί να μην υπάρχει ελπίδα σωτηρίας για κανένα μας, αλλά ακόμα κι αν αυτό αληθεύει, δεν είναι σωστό να παραδοθούμε και να υποκύψουμε στη μοίρα μας χωρίς μάχη»……

Γιάννα στις 18 Μαρτίου 2017

 

Η ομιλία του Γ. Σεφέρη κατά την απονομή του βραβείου Νομπέλ στη Λογοτεχνία

Στοκχόλμη, 10 Δεκεμβρίου 1963

Τούτη την ώρα αισθάνομαι πως είμαι ο ίδιος μια αντίφαση. Αλήθεια, η Σουηδική Ακαδημία έκρινε πως η προσπάθειά μου σε μια γλώσσα περιλάλητη επί αιώνες, αλλά στην παρούσα μορφή της περιορισμένη, άξιζε αυτή την… υψηλή διάκριση. Θέλησε να τιμήσει τη γλώσσα μου, και να – εκφράζω τώρα τις ευχαριστίες μου σε ξένη γλώσσα. Σας παρακαλώ να μου δώσετε τη συγγνώμη που ζητώ πρώτα-πρώτα από τον εαυτό μου.

Ανήκω σε μια χώρα μικρή. Ένα πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού του, τη θάλασσα, και το φως του ήλιου. Είναι μικρός ο τόπος μας, αλλά η παράδοσή του είναι τεράστια και το πράγμα που μας χαρακτηρίζει είναι ότι μας παραδόθηκε χωρίς διακοπή. Η ελληνική γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται. Δέχτηκε τις αλλοιώσεις που δέχεται καθετί ζωντανό, αλλά δεν παρουσιάζει κανένα χάσμα. Άλλο χαρακτηριστικό αυτής της παράδοσης είναι η αγάπη της για την ανθρωπιά· κανόνας της είναι η δικαιοσύνη. Στην αρχαία τραγωδία, την οργανωμένη με τόση ακρίβεια, ο άνθρωπος που ξεπερνά το μέτρο, πρέπει να τιμωρηθεί από τις Ερινύες. Ο ίδιος νόμος ισχύει και όταν ακόμα πρόκειται για φυσικά φαινόμενα: “Ήλιος ουχ υπερβήσεται μέτρα” λέει ο Ηράκλειτος, “ει δε μη, Ερινύες μιν Δίκης επίκουροι εξευρήσουσιν”.

Συλλογίζομαι πως δεν αποκλείεται ολωσδιόλου να ωφεληθεί ένας σύγχρονος επιστήμων, αν στοχαστεί τούτο το απόφθεγμα του Ίωνα φιλοσόφου. Όσο για μένα συγκινούμαι παρατηρώντας πως η συνείδηση της δικαιοσύνης είχε τόσο πολύ διαποτίσει την ελληνική ψυχή, ώστε να γίνει κανόνας και του φυσικού κόσμου. Και ένας από τους διδασκάλους μου (εννοεί τον Μακρυγιάννη), των αρχών του περασμένου αιώνα, γράφει: “…θα χαθούμε γιατί αδικήσαμε…” Αυτός ο άνθρωπος ήταν αγράμματος· είχε μάθει να γράφει στα τριανταπέντε χρόνια της ηλικίας του. Αλλά στην Ελλάδα των ημερών μας, η προφορική παράδοση πηγαίνει μακριά στα περασμένα όσο και η γραπτή. Το ίδιο και η ποίηση. Είναι για μένα σημαντικό το γεγονός ότι η Σουηδία θέλησε να τιμήσει και τούτη την ποίηση και όλη την ποίηση γενικά, ακόμη και όταν αναβρύζει ανάμεσα σ’ ένα λαό περιορισμένο. Γιατί πιστεύω πως τούτος ο σύγχρονος κόσμος όπου ζούμε, ο τυραννισμένος από το φόβο και την ανησυχία, τη χρειάζεται την ποίηση. Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα, και τι θα γινόμασταν αν η πνοή μας λιγόστευε; Είναι μια πράξη εμπιστοσύνης κι ένας Θεός το ξέρει αν τα δεινά μας δεν τα χρωστάμε στη στέρηση εμπιστοσύνης.

Παρατήρησαν, τον περασμένο χρόνο γύρω από τούτο το τραπέζι, την πολύ μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις ανακαλύψεις της σύγχρονης επιστήμης και στη λογοτεχνία· παρατήρησαν πως ανάμεσα σ’ ένα αρχαίο ελληνικό δράμα και ένα σημερινό, η διαφορά είναι λίγη. Ναι, η συμπεριφορά του ανθρώπου δε μοιάζει να έχει αλλάξει βασικά. Και πρέπει να προσθέσω πως νιώθει πάντα την ανάγκη ν’ ακούσει τούτη την ανθρώπινη φωνή που ονομάζουμε ποίηση. Αυτή τη φωνή που κινδυνεύει να σβήσει κάθε στιγμή από στέρηση αγάπης και ολοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγημένη, ξέρει πού να βρει καταφύγιο· απαρνημένη, έχει το ένστικτο να πάει να ριζώσει στους πιο απροσδόκητους τόπους. Γι’ αυτή δεν υπάρχουν μεγάλα και μικρά μέρη του κόσμου. Το βασίλειό της είναι στις καρδιές όλων των ανθρώπων της γης.

Έχει τη χάρη να αποφεύγει πάντα τη συνήθεια, αυτή τη βιομηχανία. Χρωστώ την ευγνωμοσύνη μου στη Σουηδική Ακαδημία που ένιωσε αυτά τα πράγματα· που ένιωσε πως οι γλώσσες, οι λεγόμενες περιορισμένης χρήσης, δεν πρέπει να καταντούν φράχτες όπου πνίγεται ο παλμός της ανθρώπινης καρδιάς· που έγινε ένας Άρειος Πάγος ικανός: να κρίνει με αλήθεια επίσημη την άδικη μοίρα της ζωής, για να θυμηθώ τον Σέλεϋ, τον εμπνευστή, καθώς μας λένε, του Αλφρέδου Νόμπελ, αυτού του ανθρώπου που μπόρεσε να εξαγοράσει την αναπόφευκτη βία με τη μεγαλοσύνη της .

Σ’ αυτόν τον κόσμο, που ολοένα στενεύει, ο καθένας μας χρειάζεται όλους τους άλλους. Πρέπει ν’ αναζητήσουμε τον άνθρωπο, όπου κι αν βρίσκεται. Όταν, στο δρόμο της Θήβας, ο Οιδίπους συνάντησε τη Σφίγγα, κι αυτή του έθεσε το αίνιγμά της, η απόκρισή του ήταν: ο άνθρωπος. Τούτη η απλή λέξη χάλασε το τέρας. Έχουμε πολλά τέρατα να καταστρέψουμε. Ας συλλογιστούμε την απόκριση του Οιδίποδα.

 

_______

Γιάννα στις 7 Μαρτίου 2017

ΕΠΤΑ ΦΟΡΕΣ ΠΕΡΙΦΡΟΝΗΣΑ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΜΟΥ

Την πρώτη φορά όταν την είδα να δειλιάζει μπροστά στη λαχτάρα της να φτάσει στα ύψη.

-τη δεύτερη φορά όταν την είδα να κουτσαίνει μπροστά στους ανάπηρους.

-την τρίτη φορά όταν της δόθηκε να διαλέξει ανάμεσα στο δύσκολο και το εύκολο και εκείνη διάλεξε το εύκολο.

-την τέταρτη φορά όταν έκανε κάποιο κακό και παρηγορήθηκε ότι και οι άλλοι κάνουν κακό.

-την πέμπτη φορά όταν ανέχτηκε από αδυναμία, και δικαιολόγησε την ανοχή της σαν δύναμη.

-την έκτη φορά όταν περιφρόνησε την ασχήμια κάποιου προσώπου και δεν ήξερε ότι αυτό το πρόσωπο ήταν μια από τις δικές της μάσκες.

-και την έβδομη φορά όταν τραγούδησε τραγούδι επαίνου και το θεώρησε αρετή…»

ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΚΑΙ Ο ΓΕΡΟΣ

Κάποτε, ζούσε ένας άνθρωπος ανάμεσα στους λόφους, που είχε στην ιδιοκτησία του ένα άγαλμα, σμιλεμένο από αρχαίο τεχνίτη. Κειτόταν εκεί, στην πόρτα του, με το πρόσωπο προς τα κάτω κι εκείνον ούτε που τον ένοιαζε γι΄αυτό. Μια μέρα, πέρασε απ΄το σπίτι του ένας άνθρωπος από την πόλη, ένας άνθρωπος της γνώσης, και, βλέποντας το άγαλμα, ρώτησε τον ιδιοκτήτη αν θα΄θελε να το πουλήσει.

Ο ιδιοκτήτης γέλασε και είπε: «Και ποιος παρακαλώ θα θέλει ν΄αγοράσει αυτή τη μαυρισμένη και βρώμικη πέτρα;». Ο άνθρωπος από την πόλη είπε: «Εγώ, θα σου δώσω ετούτο το νόμισμα τ΄ασημένιο, γι΄αυτή την πέτρα». Κι ο άλλος άνθρωπος έμεινε κατάπληκτος και κατενθουσιασμένος.

Το άγαλμα μεταφέρθηκε στην πόλη, στη ράχη ενός ελέφαντα. Και μετά από πολλά φεγγάρια, ο άνθρωπος απ΄τους λόφους, πήγε στην πόλη και εκεί που περπατούσε στους δρόμους, είδε πλήθος μπρος σ΄ένα μαγαζί και κάποιον που με δυνατή φωνή διαλαλούσε: «Ελάτε μέσα και δείτε τ΄ομορφότερο, το θαυμαστότερο άγαλμα όλου του κόσμου! Μόνο δυο ασημένια νομίσματα για να κοιτάξετε αυτό το θαυμάσιο έργο ενός δεξιοτέχνη του είδους!».

Μετά απ΄αυτό, ο άνθρωπος απ΄τους λόφους πλήρωσε δυο νομίσματα ασημένια και μπήκε μες στο μαγαζί να δει το άγαλμα που είχε πουληθεί από τον ίδιο για ένα νόμισμα ασημένιο.

Το παραπάνω απόσπασμα του Χαλίλ Γκιμπράν μας θυμίζει ότι πολλές φορές δεν δίνουμε σημασία σε αυτά που θεωρούμε δεδομένα μέχρι να είναι πολύ αργά. Για την ακρίβεια, από τη στιγμή που θα θεωρήσουμε κάτι ως δεδομένο, ένα αντικείμενο, έναν άνθρωπο, την υγεία μας – οτιδήποτε – ουσιαστικά μειώνουμε την αξία του. Μέχρι η ζωή να μας υπενθυμίσει ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο. Αλλά τότε είναι αργά.

Γι αυτό, αγαπητοί φίλοι, εκτιμήστε αυτά που έχετε, τους ανθρώπους που σας αγαπούν και που αγαπάτε και μην μην αφήνετε τη ρουτίνα να μειώσει την αξία αυτών που μετράνε. Η ζωή δίνει απλόχερα, το αν μπορούμε να κρατήσουμε αυτά που μας δίνει είναι δικό μας θέμα.

 

 

Γιάννα στις 7 Μαρτίου 2017

Το πρόβλημα με την ελευθερία του ανθρώπου ξεκινάει από το σώμα του. Άμα δεν έχεις το δικαίωμα να χρησιμοποιήσεις το σώμα σου όπως σου γουστάρει, τότε μπορεί να αρνείσαι ένα ανελεύθερο σύστημα, αλλά ταυτόχρονα να αναπαραγάγεις ένα νέο σύστημα καταπίεσης.

Και η ευτυχία του ανθρώπου δε μπορεί να νοηθεί διαφορετικά, παρά μονάχα μες από την ελευθερία του σώματός του, μες από την ελευθερία της συμπεριφοράς του.

Νομίζω πως το πιο κρίσιμο πρόβλημα, για την εποχή μας τουλάχιστον, σχετικά με την ευτυχία του ανθρώπου είναι το πρόβλημα της ελευθερίας του, η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, χωρίς εξαρτήσεις, όρους ή περιορισμούς. Η απελευθέρωσή του από κάθε μορφή εξουσίας, ιεραρχίας και αυθεντίας.

Οι άνθρωποι δε θα δουλεύουν από ανάγκη για να ζήσουν, αλλά από την ανάγκη της χαράς, της δημιουργίας. Ο καθένας στο παιχνίδι του, στο άθλημά του.

 

Το νόημα του συστήματος

Είναι πάρα πολύ εύκολο να φτιάξεις μια ιδεολογία ή μια θεωρία για την κοινωνία και να καλέσεις τους ανθρώπους να την εφαρμόσουν. Είναι όμως τρομερά δύσκολο, ως ανυπέρβλητο, να ξεπεράσεις το εμπόδιο του εαυτού σου και της κουλτούρας που σου πότισαν από τα γεννοφάσκια σου και τα δεσμά που έχει δέσει γύρω σου το σύστημα.

Δεν υπάρχει παιδεία, σήμερα. Μη γελιόμαστε. Υπάρχει εκπαίδευση. Άλλο πράγμα η παιδεία κι άλλο πράγμα η εκπαίδευση. Σήμερα, λοιπόν, τα παιδιά εκπαιδεύονται. Γιατί; Για να βρούνε τη μηχανή του κέρδους! Να εξασφαλίσουν κάποια θέση σε κάποιο επάγγελμα.

Τη μηχανή του κέρδους! Αυτό είναι το πρόβλημα. Όσο στην κοινωνία μας η κυρίαρχη αξία του συστήματος είναι το κέρδος, από κει και πέρα μην ψάχνεις να βρεις… αυτό διαποτίζει όλες τις ανθρώπινες σχέσεις και διαποτίζει όλες τις κοινωνικές δραστηριότητες όπως είναι η παιδεία και όλα τα πράγματα.

Τώρα, αν σκεφτεί κάποιος, πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος και μάλιστα ιδιοφυής, ένα εξαιρετικό μυαλό, που μετέχει της παιδείας του εικοστού πρώτου αιώνα, αφού αποφοιτήσει να πάει σε μια πολυεθνική και να κάνει έρευνα για μικροβιολογικούς, χημικούς ή άλλους πολέμους; Αυτό είναι ακατανόητο!

Χρειάζεται κανένα άλλο επιχείρημα για να αποδείξει ότι αυτό που συντελείται σήμερα, στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, δεν έχει καμία σχέση με την παιδεία; Διότι αν αυτός ο ιδιοφυής άνθρωπος είχε αποκτήσει πραγματικά κάποια παιδεία, δεν θα πήγαινε να διαθέσει τις γνώσεις του για να κάνει έρευνες για χημικούς πολέμους ή για το πώς η εξουσία θα υποδουλώσει π.χ. στην Αφρική για μια ακόμη φορά αυτούς τους λαούς, μέσα από τους οποίους πέρασε η πρωταρχική συσσώρευση του κεφαλαίου και τους κατάπνιξε!

 

Η “κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι”

Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται, άπαξ, που λένε, σα μια μοναδική ευκαιρία. Τουλάχιστον μ’ αυτή την αυτόνομη μορφή της δεν πρόκειται να ξανα-υπάρξουμε ποτέ. Και μείς τι την κάνουμε ρε, αντί να τη ζήσουμε; Τι την κάνουμε; Τη σέρνουμε από δω κι από κει δολοφονώντας την.

Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις. Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις; Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματος, πώς να οργανώσεις τα συναισθήματα.

Έτσι, μ’ αυτή την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες σα να μας είναι βάρος, και μας είναι βάρος, γιατί δε ζούμε, κατάλαβες; Όλο κοιτάμε το ρολόι, να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ’ την αρχή.

Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που θα τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν “αξίες”, σαν “ηθική”, σαν “πολιτισμό”.

Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να παίξουμε και να χαρούμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να κάνουμε έρωτα, να απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τον διπλανό μας.

Όλα, όλα τα αφήνουμε για το αύριο που δε θα ‘ρθει ποτέ… Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος και δεν πάμε πουθενά αλλού, παρά μόνο στο θάνατο, και εμείς οι μαλάκες, αντί να κλαίμε το δειλινό που χάθηκε άλλη μια μέρα απ’ τη ζωή μας, χαιρόμαστε.

 

Η κορυφαία πολιτική μάχη

Όταν συνειδητοποίησα ότι δε μπορώ να αλλάξω το σύστημα, άρχισα να αγωνίζομαι να μη με αλλάξει αυτό.

Αγωνίζομαι να μείνω άνθρωπος. Και αυτό είναι η κορυφαία πολιτική μάχη. Να μπορείς να αποφύγεις τη βαρβαρότητα αυτής της εποχής. Να μπορείς να παραμείνεις άνθρωπος με τρυφερότητα. Με το δικό σου βλέμμα.

Η ζωή είναι ένα δώρο που μας δίνεται μία φορά. Οι περισσότεροι άνθρωποι όταν ξημερώνει λένε “άντε να τελειώσει κι αυτή η κωλομέρα”. Και δεν καταλαβαίνουν ότι κάνουν άλλο ένα βήμα προς το θάνατο.

 

“Τολμάτε ρε!”

Τολμάτε ρε, τολμάτε! Γράψτε αυτό που θέλετε, αυτό που σκέφτεστε. Απορρίψτε τις σκοπιμότητες.

Εγώ έγραφα, κι έγραφα με την ψυχή, κι όταν με είπαν συγγραφέα πρώτη φορά τα ‘χασα! Μα, σοβαρά μιλάτε ρε παιδιά, συγγραφέας; Δεν είχα καμία τέτοια πρόθεση απλά στις παρέες, στον κήπο, τους έλεγα ιστορίες και μου έλεγαν, ρε Χρόνη γιατί δεν τα γράφεις αυτά τα πράγματα; Κι έτσι βγήκε.

Γιατί τα βιώματα ήταν ουσιαστικά. Κατάλαβες; Ζούσαμε. Είχε συνέχεια η ζωή μας, δεν ήταν αυτή η γκρίζα καθημερινότητα, αλλά ήταν μεγάλο κατόρθωμα να παραμείνεις άνθρωπος.

Ήταν πολύ σημαντικό να μπορείς να κοιτάξεις τη μάπα σου το πρωί στον καθρέφτη και να πεις, “είμαστε εντάξει ρε μάγκα, πάμε”.

 

Ο μόνος δρόμος

Εκείνο που μπορώ να υποστηρίξω το υποστηρίζω: ότι ο μόνος δρόμος, ο οποίος δεν μας οδηγεί σε κανένα λάκκο, σε καμιά λακκούβα, σε κανένα κακό συναπάντημα, είναι ο δρόμος της αγάπης, είναι ο δρόμος της τρυφερότητας, είναι ο δρόμος της κατανόησης, είναι ο δρόμος της υπεράσπισης της διαφορετικότητας του άλλου! Αυτός είναι ο μόνος δρόμος. Αν τον ακολουθήσουμε αυτόν τον δρόμο δεν κινδυνεύουμε. Ούτε εμείς ούτε οι συνάνθρωποί μας.

Να ‘σαι άνθρωπος δημιουργικός και ευαίσθητος. Και να αγαπάς. Να αγαπάς! Να μπορείς να μετατρέπεις κάθε μέρα την αγάπη σε αγαπημένο. Η φρέζα μου που είναι εκεί φυτεμένη την αγαπάω, την βλέπω κάθε πρωί, καταλαβαίνεις; Ή έναν συγκεκριμένο άνθρωπο…  Όλα τα άλλα… Παρέες, ρε, μπορείς να κάνεις παρέες; Φιλία. Έρωτα! Κάντε έρωτα, αγαπηθείτε κάντε τις παρέες σας, σκεφτείτε, αναπτύξτε την κριτική σας σκέψη.

 

Γιάννα στις 25 Φεβρουαρίου 2017
Αναρωτιέμαι μερικές φορές: είμαι εγώ που σκέφτομαι καθημερινά πως η ζωή μου είναι μία; Όλοι οι υπόλοιποι το ξεχνούν; Ή πιστεύουν πως θα έχουν κι άλλες, πολλές ζωές, για να κερδίσουν τον χρόνο που σπαταλούν;

Μούτρα. Ν’ αντικρίζεις τη ζωή με μούτρα. Τη μέρα, την κάθε σου μέρα. Να περιμένεις την Παρασκευή που θα φέρει το Σάββατο και την Κυριακή για να ζήσεις. Κι ύστερα να μη φτάνει ούτε κι αυτό, να χρειάζεται να περιμένεις τις διακοπές. Και μετά ούτε κι αυτές να είναι αρκετές. Να περιμένεις μεγάλες στιγμές. Να μην τις επιδιώκεις, να τις περιμένεις. Κι ύστερα να λες πως είσαι άτυχος και πως η ζωή ήταν άδικη μαζί σου.

Και να μη βλέπεις πως ακριβώς δίπλα σου συμβαίνουν αληθινές δυστυχίες που η ζωή κλήρωσε σε άλλους ανθρώπους. Σ’ εκείνους που δεν το βάζουν κάτω και αγωνίζονται. Και να μην μαθαίνεις από το μάθημά τους. Και να μη νιώθεις καμία φορά ευλογημένος που μπορείς να χαίρεσαι τρία πράγματα στη ζωή σου, την καλή υγεία, δυο φίλους, μια αγάπη, μια δουλειά, μια δραστηριότητα που σε κάνει να αισθάνεσαι ότι δημιουργείς, ότι έχει λόγο η ύπαρξή σου.

Να κλαίγεσαι που δεν έχεις πολλά. Που κι αν τα είχες, θα ήθελες περισσότερα. Να πιστεύεις ότι τα ξέρεις όλα και να μην ακούς. Να μαζεύεις λύπες και απελπισίες, να ξυπνάς κάθε μέρα ακόμη πιο βαρύς. Λες και ο χρόνος σου είναι απεριόριστος.

Κάθε μέρα προσπαθώ να μπω στη θέση σου. Κάθε μέρα αποτυγχάνω. Γιατί αγαπάω εκείνους που αγαπούν τη ζωή. Και που η λύπη τους είναι η δύναμή τους. Που κοιτάζουν με μάτια άδολα και αθώα, ακόμα κι αν πέρασε ο χρόνος αδυσώπητος από πάνω τους. Που γνωρίζουν ότι δεν τα ξέρουν όλα, γιατί δεν μαθαίνονται όλα. Που στύβουν το λίγο και βγάζουν το πολύ. Για τους εαυτούς τους και για όσους αγαπούν. Και δεν κουράζονται να αναζητούν την ομορφιά στην κάθε μέρα, στα χαμόγελα των ανθρώπων, στα χάδια των ζώων, σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, σε μια πολύχρωμη μπουγάδα.

Όσο κι αν κανείς προσέχει

όσο κι αν το κυνηγά

πάντα, πάντα θα ‘ναι αργά

δεύτερη ζωή δεν έχει.

(από Το Παράπονο, του Οδ. Ελύτη)

Γιάννα στις 19 Φεβρουαρίου 2017

Μου λείπει η θάλασσά μου. Μου λείπει που όταν χαζεύω τον κόσμο της το μυαλό βλέπει μόνο χρώματα, φύκια έρμαια των θαλάσσιων ρευμάτων και ψαράκια που με κάνουν να μετακινώ το πέλμα μου προσπαθώντας να τα αγγίξω. Μου λείπει που παρά το ότι τα αυτιά μου είναι κλειστά, δεν ακούω τις σκέψεις μου, αλλά μόνο το βουητό του βυθού. Μου λείπει το αλάτι της που καίει το δέρμα μου και αφήνει άσπρους χάρτες στους ώμους μου, όταν στεγνώσω. Μου λείπει που όταν τα μαλλιά μου μπλεχτούν από τον αέρα στο στόμα μου, έχουν αυτή την αλμύρα. Μου λείπει η μυρωδιά της που φουσκώνει τους πνεύμονές μου με αισιοδοξία ή ηρεμία σε κάθε εισπνοή. Μου λείπουν αυτές οι υπέροχες φυσαλλίδες που δημιουργούνται σε κάθε μακροβούτι. Μου λείπει η εικόνα της επιφάνειάς της, όταν ανηφορίζω προς αυτήν μετά απο μια βουτιά σε μεγάλο βάθος, ενώ αισθάνομαι ότι ο αέρας μου λιγοστεύει. Μου λείπουν οι σκιές στο βυθό που δημιουργούνται από τις ακτίνες του ήλιου. Μου λείπουν οι σταγόνες που θαμπώνουν τα μάτια μου και οι αντανακλάσεις του ήλιου πάνω στο νερό που γεμίζουν το οπτικό μου πεδίο με εκατομμύρια αστεράκια. Μέσα στο χειμώνα, μου λείπει αφόρητα η θάλασσά μου.

Από athensvoice.gr

Γιάννα στις 19 Φεβρουαρίου 2017

ΣΤΗΝ ΠΙΟ ΗΣΥΧΗ ΩΡΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ, καθώς ήμουν ξαπλωμένος και μισοκοιμισμένος, οι εφτά εαυτοί μου κάθισαν μαζί και έτσι κουβέντιαζαν ψιθυριστά.

Ο ΠΡΩΤΟΣ ΕΑΥΤΟΣ: Εδώ, σε αυτόν τον τρελό, κατοίκησα όλα αυτά τα χρόνια, χωρίς να κάνω τίποτα παρά να ανανεώνω τον πόνο του την ημέρα και να ξαναδημιουργώ τη θλίψη του τη νύχτα. Δε μπορώ να αντέξω άλλο τη μοίρα μου, και τώρα επαναστατώ.

Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΕΑΥΤΟΣ: Η δικιά σου μοίρα είναι καλύτερη από τη δικιά μου, αδελφέ, γιατί μου δόθηκε να είμαι ο χαρούμενος εαυτός αυτού του τρελού. Γελώ το γέλιο του και τραγουδώ τις χαρούμενες ώρες του, και με τριπλο-φτερωμένα πόδια χορεύω τις φωτεινότερες σκέψεις του. Εγώ θα έπρεπε να επαναστατήσω ενάντια στην κουρασμένη μου ύπαρξη

. Ο ΤΡΙΤΟΣ ΕΑΥΤΟΣ: Και εγώ ο από αγάπη κυριαρχούμενος εαυτός, ο φλεγόμενος πυρσός του αχαλίνωτου πάθους και των φανταστικών επιθυμιών; Εγώ ο αρρωστημένος από αγάπη εαυτός είμαι που θα έπρεπε να επαναστατήσει εναντίον αυτού του τρελού. Ο ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΕΑΥΤΟΣ: Εγώ, απ’ όλους εσάς, είμαι ο πιο δυστυχισμένος, γιατί τίποτα δε μου δόθηκε εκτός από απεχθές μίσος και καταστροφική αηδία. Εγώ είμαι, ο θυελλώδης εαυτός που γεννήθηκα στις μαύρες σπηλιές της Κόλασης, αυτός που θα έπρεπε να διαμαρτυρηθεί και να μην υπηρετεί αυτόν τον τρελό.

Ο ΠΕΜΠΤΟΣ ΕΑΥΤΟΣ: Όχι, εγώ είμαι, ο σκεπτόμενος εαυτός, ο φαντασιόπληκτος εαυτός, ο εαυτός της πείνας και της δίψας, αυτός που είναι καταδικασμένος να τριγυρνά χωρίς ξεκούραση, ψάχνοντας άγνωστα και όχι ακόμα δημιουργημένα πράγματα -εγώ είμαι, όχι εσείς, αυτός που θα έπρεπε να επαναστατήσω.

Ο ΕΚΤΟΣ ΕΑΥΤΟΣ: Και εγώ, ο εργαζόμενος εαυτός, ο θλιβερός εργάτης, που με υπομονετικά χέρια και γεμάτα λαχτάρα μάτια, κάνω τις ημέρες εικόνες και δίνω νέες και αιώνιες μορφές στα άμορφα στοιχεία -εγώ είμαι, ο μοναχικός, αυτός που θα έπρεπε να επαναστατήσω ενάντια σ’ αυτόν τον ανήσυχο τρελό.

Ο ΕΒΔΟΜΟΣ ΕΑΥΤΟΣ: Πόσο περίεργο που όλοι σας θα έπρεπε να επαναστατήσετε ενάντια σ’ αυτόν τον άνθρωπο, επειδή ο καθένας σας έχει μια προκαθορισμένη μοίρα να εκπληρώσει. Α! να μπορούσα να ήμουν σαν κάποιον από εσάς, ένας εαυτός με προαποφασισμένη μοίρα! Αλλά δεν έχω καμία, είμαι ο κάνω-τίποτα εαυτός, αυτός που κάθεται στο άλαλο, κενό τίποτα και ποτέ, ενώ εσείς είστε απασχολημένοι να ξαναδημιουργείτε ζωή. Εσείς είστε ή εγώ, γείτονες, που θα έπρεπε να επαναστατήσω;

ΟΤΑΝ Ο ΕΒΔΟΜΟΣ ΕΑΥΤΟΣ ΜΙΛΗΣΕ ΕΤΣΙ, οι άλλοι έξι τον κοίταξαν με οίκτο και δεν είπαν τίποτα άλλο -και καθώς η νύχτα πύκνωνε, ο ένας μετά τον άλλο έπεσαν για ύπνο τυλιγμένοι σε μια νέα και χαρούμενη υποταγή. ΑΛΛΑ Ο ΕΒΔΟΜΟΣ ΕΑΥΤΟΣ ΠΑΡΕΜΕΙΝΕ να κοιτά και να παρατηρεί το τίποτα, το οποίο βρίσκεται πίσω απ’ όλα τα πράγματα.

[Πηγή: www.doctv.gr

Κυριακή στις 12 Φεβρουαρίου 2017

 

Αυτή την ιστορία τη λέω πάντα, την έχω γράψει και πολλοί από σας την έχετε ακούσει χιλιάδες φορές, μ” αρέσει όμως τόσο πολύ. Στο μάθημα της Αγάπης ένα κορίτσι είπε ένα βράδυ: «Ξέρω γιατί απελπίζομαι τόσο συχνά. Είναι γιατί θέλω να με αγαπούν όλοι κι αυτό δεν είναι ανθρωπίνως δυνατόν. Θα μπορούσα να είμαι το πιο ζουμερό, το πιο γευστικό, το πιο συναρπαστικό ροδάκινο του κόσμου και να προσφέρομαι σε όλους. Υπάρχουν όμως άνθρωποι που είναι αλλεργικοί στα ροδάκινα. Αυτοί θα θελήσουν ίσως να γίνω μπανάνα». Πόσο συχνά δε γινόμαστε μπανάνες για άλλους, που θέλουν ροδάκινα! Τι θλιβερή φρουτοσαλάτα. Είναι προτιμότερο να πεις στον άλλο: «Λυπάμαι πολύ που δεν μπορώ να είμαι μπανάνα, θα το “θελα πολύ να ήμουνα μπανάνα για σένα. Βλέπεις όμως, είμαι ροδάκινο».

Και ξέρετε τι θα συμβεί; Αν περιμένετε αρκετά, θα βρείτε κάποιον που του αρέσουν τα ροδάκινα. Και μετά θα μπορείτε να ζήσετε σαν ροδάκινο κι όχι σαν μπανάνα. Σκεφτείτε χάσιμο ενέργειας που έχει κανείς προσπαθώντας να γίνει μπανάνα όταν είναι ροδάκινο!

«Όταν αγαπάς, κινδυνεύεις να μην έχει ανταπόκριση η αγάπη σου». Δεν είναι κακό αυτό. Αγαπάς για ν” αγαπάς, κι όχι για να πάρεις ανταπόδοση – αυτό δεν είναι αγάπη.

«Όταν ελπίζεις, κινδυνεύεις να πονέσεις». Και «Όταν δοκιμάζεις, κινδυνεύεις να αποτύχεις». Κι όμως πρέπει να ρισκάρεις, γιατί η μεγαλύτερη ατυχία στη ζωή είναι να μη ρισκάρεις τίποτε. Όποιος δε ρισκάρει τίποτε, δεν κάνει τίποτε, δεν έχει τίποτε και δεν είναι τίποτε. Μπορεί ν” αποφεύγει τον πόνο και τη λύπη, αλλά δε μαθαίνει, δε νιώθει, δεν αλλάζει, δεν αναπτύσσεται, δε ζει και δεν αγαπά. Είναι δούλος αλυσοδεμένος με τις βεβαιότητες και τους εθισμούς του. Έχει ξεπουλήσει το μεγαλύτερο αγαθό του, την ατομική του ελευθερία. Μόνο ο άνθρωπος που ρισκάρει είναι ελεύθερος.

Λέο Μπουσκάλια, Να ζεις, ν” αγαπάς και να μαθαίνεις, μτφρ. Μαρίνα Λώμη, εκδ. Γλάρος, 1988

ebooks.edu.gr