Πεζογραφία

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 11 Απριλίου 2026

 

Η UNESCO ανακοινώνει την επιλογή του Μεντεγίν, βασιζόμενη στην εντυπωσιακή αύξηση των βιβλιοπωλείων και του δείκτη ανάγνωσης. Η απόφαση αναγνωρίζει τον ρόλο του βιβλίου ως εργαλείου κοινωνικής αλλαγής και οικοδόμησης της ειρήνης στην κολομβιανή πόλη.
Το Μεντεγίν μεταμορφώθηκε από σύμβολο βίας σε πρότυπο πολιτιστικής αναγέννησης. Οι δημόσιες βιβλιοθήκες, που δημιουργήθηκαν συχνά σε χώρους με βαρύ παρελθόν, διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο σε αυτή την ταυτοτική αλλαγή της πόλης.
Η πρωτοβουλία εντάσσεται στη στρατηγική της UNESCO για την ενίσχυση της ανάγνωσης παγκοσμίως, ακολουθώντας το παράδειγμα άλλων πόλεων όπως η Αθήνα. Αναδεικνύει πώς η πρόσβαση στο βιβλίο λειτουργεί ως μοχλός κοινωνικής συνοχής.
Οι εκδηλώσεις για το 2027 θα ξεκινήσουν την Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου, περιλαμβάνοντας φεστιβάλ και εκπαιδευτικά προγράμματα. Ο στόχος είναι η εδραίωση μιας μακροπρόθεσμης πολιτικής για την προώθηση της ανάγνωσης και της γραφής στην πόλη.
Η πόλη του Μεντεγίν στην Κολομβία ετοιμάζεται να βρεθεί στο επίκεντρο της παγκόσμιας πολιτιστικής σκηνής το 2027, καθώς η UNESCO την ανακήρυξε επίσημα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου. Η επιλογή – σύμφωνα με την αρμόδια επιτροπή – αποτελεί μια αναγνώριση μιας βαθιάς και μακρόχρονης διαδικασίας βιβλιοφιλικού μετασχηματισμού της κολομβιανής πόλης, όπου το βιβλίο και η ανάγνωση λειτούργησαν ως εργαλεία κοινωνικής αλλαγής.

Η δυναμική γύρω από την κουλτούρα του βιβλίου
Η ανακοίνωση, που βασίστηκε στη σύσταση της διεθνούς επιτροπής συμβούλων του θεσμού, υπογραμμίζει τη δυναμική που έχει αναπτύξει η πόλη γύρω από την κουλτούρα του βιβλίου. Τα στοιχεία είναι ενδεικτικά: τα βιβλιοπωλεία στο Μεντεγίν έχουν αυξηθεί κατά 542% τα τελευταία 70 χρόνια, ενώ η πόλη καταγράφει τον υψηλότερο δείκτη ανάγνωσης σε εθνικό επίπεδο. Και σε μια χώρα με έντονες κοινωνικές ανισότητες και ιστορικές εντάσεις, η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

«Τα βιβλία λένε περισσότερα από απλές ιστορίες. Είναι πηγή δημιουργικότητας και μάθησης», δήλωσε ο γενικός διευθυντής της UNESCO, Χαλέντ Ελ-Ενανί, υπογραμμίζοντας τον ρόλο της πόλης ως παράδειγμα πολιτιστικής και αστικής αναγέννησης. «Η ανάδειξη του Μεντεγίν στέλνει ένα ισχυρό μήνυμα για το πώς ο πολιτισμός μπορεί να οικοδομήσει ειρήνη και κοινωνική συνοχή».

Επαναπροσδιορίζει την ταυτότητά της μέσα από τον πολιτισμό
Η περίπτωση του Μεντεγίν είναι χαρακτηριστική μιας πόλης που επαναπροσδιορίζει την ταυτότητά της μέσα από τον πολιτισμό. Από σύμβολο βίας και εγκληματικότητας τις προηγούμενες δεκαετίες, έχει εξελιχθεί σε διεθνές παράδειγμα καινοτομίας στον αστικό σχεδιασμό και την πολιτιστική πολιτική.

Σημαντικό ρόλο σε αυτή τη μετάβαση έχουν διαδραματίσει οι δημόσιες βιβλιοθήκες και τα πολιτιστικά κέντρα, πολλά από τα οποία δημιουργήθηκαν σε χώρους με βαρύ παρελθόν, όπως πρώην φυλακές ή αστυνομικές εγκαταστάσεις.

Σήμερα, η πόλη διαθέτει περισσότερα από 110 βιβλιοπωλεία και 25 βιβλιοθήκες, που λειτουργούν όχι μόνο ως χώροι γνώσης αλλά και ως καταφύγια κοινωνικής συνοχής. Σε γειτονιές που άλλοτε συνδέονταν με αποκλεισμό και βία, οι χώροι αυτοί έχουν μετατραπεί σε σημεία συνάντησης, εκπαίδευσης και πολιτιστικής συμμετοχής.

Η UNESCO αναγνώρισε αυτή τη στρατηγική προσέγγιση, επισημαίνοντας τη δέσμευση της πόλης στη «πολιτιστική κινητοποίηση» και την ικανότητά της να υλοποιεί μεγάλης κλίμακας πολιτιστικές δράσεις.

Ο θεσμός της Παγκόσμιας Πρωτεύουσας Βιβλίου δεν περιορίζεται σε συμβολικές εκδηλώσεις, αλλά προϋποθέτει ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα δράσεων που στοχεύει στην ενίσχυση της ανάγνωσης σε όλες τις ηλικιακές ομάδες και κοινωνικά στρώματα, με ιδιαίτερη έμφαση στους νέους και τις ευάλωτες κοινότητες.

Σε γειτονιές που άλλοτε συνδέονταν με αποκλεισμό και βία, οι χώροι αυτοί έχουν μετατραπεί σε σημεία συνάντησης, εκπαίδευσης και πολιτιστικής συμμετοχής.

Η πρωτοβουλία εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική της UNESCO για την ενίσχυση των οικοσυστημάτων ανάγνωσης παγκοσμίως. Προγράμματα όπως το «Centroamérica Lectora», που εφαρμόστηκε σε χώρες της Κεντρικής Αμερικής, έχουν ήδη δείξει ότι η πρόσβαση στο βιβλίο μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός ανάπτυξης και κοινωνικής συνοχής. Αντίστοιχες δράσεις υλοποιούνται και στην Αφρική, με έμφαση στη λογοτεχνία για παιδιά και νέους, ενισχύοντας τη δημιουργία τοπικών εκδοτικών δομών.

Το Μεντεγίν γίνεται η 27η πόλη που λαμβάνει τον τίτλο από το 2001, ακολουθώντας μια μακρά λίστα που περιλαμβάνει πόλεις όπως η Μαδρίτη, η Αλεξάνδρεια, η Αθήνα και η Μπουένος Άιρες. Κάθε μία από αυτές αξιοποίησε τον θεσμό για να ενισχύσει τις πολιτιστικές της πολιτικές και να προσελκύσει διεθνές ενδιαφέρον.

Η χρονιά των εκδηλώσεων θα ξεκινήσει στις 23 Απριλίου 2027, ανήμερα της Παγκόσμιας Ημέρας Βιβλίου και Πνευματικών Δικαιωμάτων, και αναμένεται να περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα δράσεων, από φεστιβάλ και εκθέσεις μέχρι εκπαιδευτικά προγράμματα και πρωτοβουλίες ενίσχυσης της συγγραφικής δημιουργίας. Στόχος είναι όχι μόνο η προβολή της πόλης αλλά και η εδραίωση μιας μακροπρόθεσμης πολιτικής για την ανάγνωση και τη γραφή.

Από iefimerida

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 26 Δεκεμβρίου 2025

Εμπενίζερ Σκρουτζ έχει περάσει στην παγκόσμια συνείδηση ως το απόλυτο σύμβολο φιλαργυρίας. Παρότι πρόκειται για λογοτεχνικό χαρακτήρα του A Christmas Carol, η ιστορία δείχνει πως η έμπνευση του Charles Dickens δεν προέκυψε από το πουθενά

Στην Αγγλία του 18ου αιώνα έζησε ένας άνθρωπος του οποίου η ζωή και οι επιλογές ξεπερνούσαν ακόμη και τη μυθοπλασία. Το όνομά του ήταν John Elwes, γνωστός στα νεανικά του χρόνια ως Τζον Μέγκοτ.

Ο Μέγκοτ γεννήθηκε το 1714 και κληρονόμησε από πολύ νωρίς μια τεράστια περιουσία. Μεγάλωσε σε προνομιούχο περιβάλλον, σπούδασε σε ακριβό σχολείο, ταξίδεψε στην Ευρώπη και έζησε για χρόνια μέσα στη χλιδή. Τίποτα δεν προμήνυε τη ριζική αλλαγή που θα ακολουθούσε.

Κάποια στιγμή, όμως, η στάση ζωής του άλλαξε δραματικά. Παρά τα αμύθητα χρήματα που διέθετε, άρχισε να περιορίζει κάθε προσωπική δαπάνη. Εγκατέλειψε τα πολυτελή ρούχα, απέφευγε τις κοινωνικές εκδηλώσεις και επέλεξε μια ζωή αυστηρής λιτότητας — όχι από ανάγκη, αλλά από πεποίθηση.

Οι αφηγήσεις της εποχής μιλούν για έναν άνθρωπο που έφτασε στα άκρα για να αποφύγει το παραμικρό έξοδο. Προτιμούσε να αγοράζει τρόφιμα σε μεγάλες ποσότητες και να τα καταναλώνει για ημέρες, αδιαφορώντας για την ποιότητά τους. Ζούσε σε σπίτια που του ανήκαν, χωρίς όμως να τα συντηρεί, ενώ περπατούσε μεγάλες αποστάσεις για να μη χρησιμοποιεί μεταφορικά μέσα.

Παρότι διέθετε πάνω από 100 ακίνητα και τεράστια χρηματικά αποθέματα, ζούσε σαν να μην είχε τίποτα. Ακόμα και τα άλογά του χρησιμοποιούνταν μόνο όταν ήταν απολύτως απαραίτητο, προκειμένου να αποφεύγονται έξοδα συντήρησης.

Το 1774 εξελέγη στο βρετανικό κοινοβούλιο. Ακόμη κι εκεί, όμως, απέρριψε κάθε οικονομικό όφελος που συνόδευε τη θέση του. Για περισσότερα από δέκα χρόνια παρουσίας του στην πολιτική σκηνή, διατηρούσε τον ίδιο αυστηρό τρόπο ζωής, περιορίζοντας τα έξοδά του στο απολύτως ελάχιστο.

Παρά τη φήμη του ως ενός από τους πλουσιότερους ανθρώπους της εποχής του, ο Τζον Μέγκοτ έζησε με μόνιμο φόβο απώλειας των χρημάτων του. Έκρυβε ποσά σε διάφορα σημεία του σπιτιού του και περνούσε ώρες προσπαθώντας να θυμηθεί πού τα είχε τοποθετήσει.

Όταν έφυγε από τη ζωή το 1789, άφησε στους δύο γιους του μια τεράστια περιουσία, την οποία εκείνοι εξάντλησαν σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Ο ίδιος, ωστόσο, δεν γνώρισε ποτέ τη μεταστροφή και τη συναισθηματική λύτρωση που συναντά κανείς στον λογοτεχνικό Σκρουτζ.

Μετά τον θάνατό του, ο Τζον Μέγκοτ αποτέλεσε σημείο αναφοράς για συγγραφείς και στοχαστές της εποχής, ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανθρώπου που αφιέρωσε τη ζωή του στη συσσώρευση πλούτου, χωρίς να απολαύσει ποτέ τα οφέλη του.

Η ιστορία του αποδεικνύει ότι πολλές φορές η λογοτεχνία δεν απέχει τόσο από την πραγματικότητα όσο νομίζουμε.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 12 Δεκεμβρίου 2025

Σουηδία, 1941. Μια μητέρα κάθεται δίπλα στο κρεβάτι της κόρης της. Το κορίτσι καίγεται από πυρετό, παραληρώντας. «Πες μου μια ιστορία», ψιθυρίζει.
«Για ποιο πράγμα;» ρωτάει η μητέρα.
«Πες μου για την Πίπη Φακιδομύτη».
Η Άστριντ Λίντγκρεν δεν είχε απολύτως καμία ιδέα τι σήμαινε αυτό. Η κόρη της, η Κάριν, είχε μόλις εφεύρει ένα όνομα από το πουθενά. Αλλά η Άστριντ άρχισε να μιλάει ούτως ή άλλως – το εφηύρε καθώς προχωρούσε.
Περιέγραψε ένα κορίτσι με έντονες κόκκινε κοτσίδες και αταίριαστες κάλτσες. Ένα κορίτσι τόσο δυνατό που μπορούσε να σηκώσει ένα άλογο. Ένα κορίτσι που ζούσε μόνο του σε ένα σπίτι που ονομαζόταν Βίλα Βιλεκούλα με μια μαϊμού και ένα άλογο, χωρίς γονείς να της λένε τι να κάνει. Ένα κορίτσι που έτρωγε γλυκά για πρωινό, κοιμόταν με τα πόδια της στο μαξιλάρι και έλεγε στους ενήλικες «όχι» όποτε ήθελε.
Η Κάριν την αγαπούσε. Η Άστριντ συνέχιζε να εφευρίσκει περισσότερες ιστορίες για την Πίπη κάθε φορά που η κόρη της ρωτούσε.
Λίγα χρόνια αργότερα, η Άστριντ γλίστρησε στον πάγο και τραυμάτισε τον αστράγαλό της. Κατάκοιτη και βαριεστημένη, αποφάσισε να γράψει όλες τις ιστορίες της Πίπης ως δώρο γενεθλίων για την Κάριν. Τότε σκέφτηκε: ίσως θα έπρεπε να προσπαθήσω να το εκδώσω αυτό.

Οι εκδότες το απέρριψαν αμέσως.
Ο χαρακτήρας ήταν πολύ άγριος. Πολύ ασεβής. Πολύ ακατάλληλος. Ήταν στη Σουηδία του 1944, όπου τα παιδικά βιβλία αφορούσαν υπάκουα αγόρια και κορίτσια που μάθαιναν ηθικά μαθήματα. Η Πίπη Φακιδομύτη ήταν απόλυτο χάος – ένα παιδί που ζούσε χωρίς την επίβλεψη ενηλίκων, ψεύδονταν όταν της ταίριαζε, αψηφούσαν τους δασκάλους, πετούσαν σωματικά αστυνομικούς από τα παράθυρα, αρνούνταν να πάει σχολείο ή να ακολουθήσει κανόνες.
Οι κριτικοί αργότερα θα χαρακτήριζαν το βιβλίο επικίνδυνο, προειδοποιώντας ότι θα μάθαινε στα παιδιά να συμπεριφέρονται άσχημα.
Αλλά το 1945, ένας εκδότης – οι Ράμπεν και Σιόγκρεν – ρίσκαραν. Εξέδωσαν την Πίπη Φακιδομύτη.
Τα παιδιά τρελάθηκαν εντελώς γι’ αυτό.
Τέλος, να ένας χαρακτήρας που αντιπροσώπευε όλα όσα δεν τους επιτρεπόταν να είναι. Θορυβώδης. Ακατάστατη. Ελεύθερη. Ανεξάρτητη. Η Πίπη είχε περιπέτειες με τους δικούς της όρους, έπαιρνε τις δικές της αποφάσεις και φερόταν στους ενήλικες ως ίσους και όχι ως αυθεντίες που έπρεπε να φοβούνται.
Μερικοί ενήλικες τρομοκρατήθηκαν. Αλλά άλλοι ενήλικες – και εκατομμύρια παιδιά – είδαν κάτι επαναστατικό: μια ιστορία που αντιμετώπιζε τα παιδιά ως έξυπνους, ικανούς ανθρώπους που άξιζαν σεβασμό και αυτονομία.
Η Άστριντ συνέχισε να γράφει. Δημιούργησε τον Κάρλσον-στη-Στέγη, τον Εμίλ του Λένεμπεργκα, τη Ρόνια την Κόρη του Ληστή. Όλοι οι χαρακτήρες της αμφισβήτησαν την εξουσία, εμπιστεύονταν την κρίση τους και είχαν πλούσια συναισθηματική ζωή. Η Άστριντ δεν έγραφε ποτέ για τα παιδιά. Δεν απλοποιούσε τα συναισθήματά τους ούτε προσποιούνταν ότι η ζωή ήταν πάντα ευτυχισμένη. Τα βιβλία της ασχολούνταν με τη μοναξιά, τον φόβο, την αδικία, ακόμη και τον θάνατο – αλλά πάντα με σεβασμό στην ικανότητα των παιδιών να κατανοούν σύνθετα συναισθήματα.
Τα βιβλία της άρχισαν να αναδιαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο η σουηδική κουλτούρα αντιλαμβανόταν την παιδική ηλικία.
Μέχρι τη δεκαετία του 1970, η Άστριντ Λίντγκρεν δεν ήταν απλώς η πιο αγαπημένη συγγραφέας παιδικών βιβλίων της Σουηδίας – ήταν ένα πολιτιστικό είδωλο με πραγματική πολιτική δύναμη.
Το 1976, έγραψε ένα σατιρικό παραμύθι με τίτλο «Pomperipossa in Monismania» που δημοσιεύτηκε στη μεγαλύτερη εφημερίδα της Σουηδίας. Σαρκάζει το παράλογο φορολογικό σύστημα της χώρας χρησιμοποιώντας χιούμορ – περιγράφοντας μια συγγραφέα παιδικών βιβλίων που φορολογείται με πάνω από 100% του εισοδήματός της.
Το άρθρο εξερράγη σε εθνικό διάλογο. Πυροδότησε έντονη συζήτηση για τη φορολογική πολιτική. Η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση, η οποία είχε κυβερνήσει τη Σουηδία για πάνω από 40 χρόνια, έχασε τις εκλογές λίγο αργότερα – εν μέρει λόγω της φορολογικής συζήτησης που είχε πυροδοτήσει η σάτιρα της Άστριντ.
Είχε αποδείξει ότι η φωνή της μπορούσε να μετακινήσει βουνά.
Και αποφάσισε να χρησιμοποιήσει αυτή τη δύναμη για κάτι που είχε σημασία ακόμη περισσότερο από τους φόρους.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, η Άστριντ έστρεψε την προσοχή της σε μια σκληρή πραγματικότητα που όλοι στη Σουηδία απλώς αποδέχονταν ως φυσιολογική: το χτύπημα των παιδιών ήταν νόμιμο.
Οι γονείς ξυλοκοπούσαν. Οι δάσκαλοι χρησιμοποιούσαν χάρακες και μπαστούνια στους μαθητές. Ονομαζόταν «πειθαρχία», όχι κακοποίηση. Έτσι γίνονταν πάντα τα πράγματα.
Η Άστριντ Λίντγκρεν πίστευε ότι ήταν βία εναντίον των πιο ανυπεράσπιστων ανθρώπων στην κοινωνία. Και πίστευε ότι έπρεπε να σταματήσει.
Άρχισε να μιλάει παντού – εφημερίδες, τηλεόραση, δημόσιες ομιλίες, συνεντεύξεις. Έγραφε άρθρα. Εμφανιζόταν σε εθνικά προγράμματα. Χρησιμοποίησε κάθε ίχνος της φήμης της για να υποστηρίξει ένα απλό σημείο: το χτύπημα, διδάσκει στα παιδιά, ότι η βία είναι αποδεκτή. Η σωματική τιμωρία δεν δημιουργεί καλύτερη συμπεριφορά – δημιουργεί φόβο, ντροπή και δεν του διδάσκει τα παιδιά πως να κάνουν το σωστό.
Η Σουηδία την άκουσε.
Το 1979, η Σουηδία έγινε η πρώτη χώρα σε ολόκληρο τον κόσμο που απαγόρευσε νόμιμα τη σωματική τιμωρία των παιδιών.
Οι γονείς δεν μπορούσαν πλέον νόμιμα να χτυπούν τα παιδιά τους. Οι δάσκαλοι δεν μπορούσαν να χρησιμοποιούν σωματική τιμωρία στα σχολεία. Ο νόμος δεν ποινικοποιούσε τους γονείς, αλλά καθιέρωσε μια απόλυτη αρχή: τα παιδιά έχουν το δικαίωμα προστασίας από τη βία, ακόμη και από τους ίδιους τους γονείς τους.
Ήταν επαναστατικό. Καμία χώρα δεν το είχε κάνει ποτέ πριν.
Και η υπεράσπιση της Άστριντ Λίντγκρεν ήταν απολύτως κρίσιμη για να γίνει αυτό πραγματικότητα.
Δεν σταμάτησε εκεί. Αγωνίστηκε για τα δικαιώματα των ζώων, την προστασία του περιβάλλοντος και την ανθρώπινη μεταχείριση των ζώων εκτροφής. Χρησιμοποίησε την πλατφόρμα της για να ωθήσει την Σουηδία να γίνει μια πιο συμπονετική κοινωνία – για τα παιδιά, για τα ζώα, για οποιονδήποτε ευάλωτο.
Η Άστριντ συνέχισε να γράφει μέχρι τα ογδόντα της. Δημοσίευσε πάνω από 100 βιβλία που μεταφράστηκαν σε περισσότερες από 100 γλώσσες. Η Πίπη Φακιδομύτη έγινε παγκόσμιο σύμβολο – ένα σύμβολο ανεξαρτησίας και χαράς από την παιδική ηλικία που αναγνωρίζεται σε κάθε ήπειρο.
Όταν η Άστριντ Λίντγκρεν πέθανε το 2002 σε ηλικία 94 ετών, η Σουηδία την θρήνησε σαν αγαπημένη εθνική γιαγιά. Η σουηδική βασιλική οικογένεια παρευρέθηκε στην κηδεία της. Χιλιάδες άνθρωποι παρατάχθηκαν στους δρόμους. Η τελετή μεταδόθηκε ζωντανά σε όλη τη χώρα.
Αλλά η πραγματική της κληρονομιά ήταν αυτό που άλλαξε.
Η απαγόρευση της σωματικής τιμωρίας στη Σουηδία το 1979 επηρέασε ολόκληρο τον κόσμο. Σήμερα, περισσότερες από 60 χώρες έχουν ακολουθήσει το παράδειγμα της Σουηδίας και έχουν απαγορεύσει το χτύπημα των παιδιών. Αυτός ο αριθμός αυξάνεται κάθε χρόνο.
Και αμέτρητα εκατομμύρια παιδιά μεγάλωσαν διαβάζοντας για την Πίπη, τον Εμίλ, τη Ρόνια και τον Κάρλσον – χαρακτήρες που τους έδειξαν ότι το να είσαι παιδί δεν σήμαινε ότι είσαι ανίσχυρος, άφωνος ή λιγότερο σημαντικός από τους ενήλικες.
Σκεφτείτε τι πραγματικά κατάφερε η Άστριντ Λίντγκρεν.
Δημιούργησε την Πίπη Φακιδομύτη το 1941 για να διασκεδάσει την άρρωστη κόρη της. Αυτό το κορίτσι με τις κόκκινες κοτσίδες και την υπεράνθρωπη δύναμη έγινε ένας από τους πιο αναγνωρισμένους χαρακτήρες στην παιδική λογοτεχνία παγκοσμίως.
Αλλά το πραγματικό επίτευγμα της Άστριντ ήταν η κατανόηση ότι αν πρόκειται να γράψεις ιστορίες όπου τα παιδιά έχουν αξιοπρέπεια, πρέπει να αγωνιστείς για να χτίσεις έναν κόσμο όπου πραγματικά έχουν.
Έγραψε βιβλία που σεβόντουσαν τα παιδιά. Στη συνέχεια, βοήθησε στη δημιουργία νόμων που τα προστάτευαν.
Η Σουηδία έγινε η πρώτη χώρα που έθεσε αυτόν τον σεβασμό στο νόμο.
Επειδή μια συγγραφέας πίστευε ότι τα παιδιά άξιζαν κάτι καλύτερο – και αρνήθηκε να μείνει σιωπηλή μέχρι να συμφωνήσει ο κόσμος. Η Άστριντ Λίντγκρεν απέδειξε ότι ο σεβασμός στα παιδιά δεν ήταν απλώς μια καλή αφήγηση. Ήταν μια καλή πολιτική. Ήταν δικαιοσύνη. Ήταν απαραίτητο.
Και όλα ξεκίνησαν με ένα κοριτσάκι με πυρετό που ζητούσε από τη μητέρα της να της πει για έναν χαρακτήρα με ένα αστείο όνομα.
Έτσι ξεκινούν οι επαναστάσεις.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 2 Αυγούστου 2025

Που πας Γιασεμή μου; Για νερό γιαγιά απαντούσε η Γιασεμή κι άρπαζε την στάμνα και εξαφανιζότανε. Δεν προλάβαινε η γιαγιά να της πει πότε τελείωσε το νερό αφού το πρωί ξαναπήγες μα η Γιασεμή είχε ήδη σκαπετήσει.
Δεκατεσσάρων ήταν η Γιασεμή της και έμοιαζε στην μάνα της! Όμορφη και νοικοκυροκόριτσο. Που την έχανες που την έβρισκες όλο με την στάμνα ριγμένη στον ώμο με τα μαλλιά λυτά να ανεμίζουνε ολόξανθα σαν ώριμα στάχυα σιταριού και να χάνεται πότε για νερό, πότε να μαζέψει χόρτα που αρέσανε στη γιαγιά της, πότε να κόψει ξύλα να κάνει θυμωνιές για τον χειμώνα.
Άξια σαν την μάνα της ήταν και άτυχη.
Η μάνα της χάθηκε στην γέννα της Γιασεμής κι ο πατέρας της την εγκατέλειψε στα πεθερικά του. Έχασε τον άντρα της η Θανάσω και μείναν οι δυο τους.
Μόνο που αυτή δεν μπορούσε να περπατήσει. Ένα πόδι είχε κι αυτό σακατεμένο. Πάνε χρόνια που το έχασε το άλλο της πόδι από μια μόλυνση. Έρανο κάνανε στο χωριό και όχι μόνο και στα γύρω χωριά πήγανε να μαζευτούνε τα χρήματα να μεταφερθεί σε νοσοκομείο να της το κόψουν.
Ήταν την χρονιά που πέθανε ο άντρας της. Τότε το έπαθε το κακό. Με την μοίρα της τα είχε βάλει εκείνη την ημέρα. Με την μοίρα της και έσκουζε μήπως και την λυπηθεί.
Της έλεγε για την μάνα της Γιασεμής που της την πήρε. Για τον πατέρα της που την άφησε μια σταλιά παιδάκι. Στη χούφτα της χώραγε όταν την παράτησε και έφυγε και δεν τον είδαν ποτέ.
Ζούσε; Πέθανε; Κανείς δεν ήξερε να της πει.
Της έλεγε και για τον άντρα της που δεν τον άφησε να ζήσει να έχουν κι αυτές ένα στήριγμα αντρικό. Ας τον άφηνες της έλεγε της μοίρας της λίγα χρόνια ακόμα να μεγαλώσουν την Γιασεμή κι ας τον έπαιρνες μετά. Είχαν γεμίσει τα μάτια της δάκρυα κι αντί η καψερή να σκάψει το χώμα να φυτέψει το μποστάνι της, χτύπησε το δάχτυλο και κόπηκε σαν πράσο.
Σαν το πράσο κόπηκε λες κι ήταν ψεύτικο. Ήταν που έσκουζε να την λυπηθεί η μοίρα. Να πεις πως το έκανε και ψέματα;
Από την ψυχή τα έβγαζε τα δάκρυα μα η μοίρα φαίνεται δεν τα είδε. Στραβώθηκε γιατί αν τα έβλεπε δεν θα ήταν σκληρή μαζί της. Και καλά εγώ της είπε. Το ορφανό δεν το λυπάσαι;
Και πιάνει το τσαπί και πάει το δάχτυλο.
Κι η καημένη η Θανάσω αντί να τουλουπώσει το κομμένο πόδι άρχισε η δόλια να μουτζώνει και να φωνάζει προς τα που είσαι να σου δώσω κι άλλες μπας και ξεστραβωθείς.
Η ζημιά είχε γίνει. Το δάχτυλο χάθηκε μέσα στο μποστάνι η πληγή γέμισε αίματα και χώμα και τώρα κάθε λίγο φωνάζει που είσαι Γιασεμάκι μου; Εδώ γιαγιά. Που πας Γιασεμή μου για νερό γιαγιά.
Στα δεκατέσσερα ήταν. Πριν από ένα χρόνο ήταν που πήγε κι έπεσε στην αγκαλιά της γιαγιάς της και έκλαιγε το πουλάκι της κι έκλαιγε και δεν ήξερε πως να της πει εκείνο που είδε στα ποδαράκια της. Κι όταν σταμάτησε πια να κλαίει κατάλαβε η Θανάσω πως της είχαν έρθει τα ρούχα της.
Της σκούπισε τα δάκρυα, της χτένισε τα στάχυα της, την φίλησε στα μαγουλάκια της και της είπε πως αυτό θα το βλέπει κάθε μήνα και πως εκείνη θα της έχει έτοιμα πανάκια από παλιές πετσέτες ραμμένα στο εσώρουχο να τα συχναλλάζει ώσπου να της περνάει. Τέσσερις μέρες Γιασεμάκι μου και θα περνάει της είπε και μην κλαις παιδί μου. Όλες οι γυναίκες το έχουμε αυτό. Έτσι μας έφτιαξε ο θεός.
Μα ξέχασε να της πει η Θανάσω πως όταν το έχεις αυτό τότε μπορείς να κάνεις και παιδί και πως δεν πρέπει να σε φιλήσει κανένας άντρας αν δεν είναι ο άντρας σου. Το ξέχασε η δόλια. Το ξέχασε. Που πας Γιασεμή μου; Πάω να σου μαζέψω χόρτα που σου αρέσουν γιαγιά. Μην αργήσεις νισιάνι μου.
Όχι γιαγιά μου κι όλο αργούσε το Γιασεμάκι της κι όλο ξεπόρτιζε τάχα μου για δουλειές. Και ψέματα δεν έλεγε για τις δουλειές γιατί και ξύλα έφερνε και την στάμνα γεμάτη την έφερνε.
Μα να…αργούσε λίγο παραπάνω. Κάποια βράδια η Θανάσω άκουγε σαν κάποιος να πετούσε λιθαράκια στο παραθύρι κι η Γιασεμή έκανε πως δεν τα άκουγε.
Σαν της έλεγε άντε νισιάνι μου να δεις τι είναι, έβγαινε έξω το Γιασεμάκι της κι ερχόταν αφού είχε περάσει κάμποση ώρα. Τι ήταν Γιασεμή μου κι άργησες; Τίποτα γιαγιά μου. Πήγα μέχρι την καλύβα με τα ζώα να δω πως είναι. Κλείδωνε την πόρτα και ξάπλωνε να κοιμηθεί αφού ταχτοποιούσε την γιαγιά της κι αφού την αγκάλιαζε λέγοντάς της καληνύχτα.
Το ξέχασε η δόλια να της το πει. Το ξέχασε. Έβλεπε το Γιασεμάκι της να κάνει κάνει εμετό. Αρρώστησες παιδί μου πέρα δόθε όλη μέρα να κουβαλάς νερό να κόβεις ξύλα. Μα φτάνουν πια.
Τρεις θυμωνιές έκανες. Θα τον βγάλουμε τον χειμώνα. Ένα διάστημα δεν έτρωγε και κείνη η καψερή,τι έχεις παιδί μου; Γιατί είσαι ανόρεχτη; Κι άμα την έβλεπε να τρώει η χαρά της ήταν μεγάλη.
Δόξα τον θεό έλεγε της ήρθε η όρεξη ξανά. Είχε τόση όρεξη το Γιασεμάκι της που πάχυνε κιόλας κι η Θανάσω της έλεγε στενέψανε τα φουστάνια σου μα σου πάει το πάχος νισιάνι μου.
Πως το ξέχασε να της το πει. Πως το’ κανε ετούτο η δόλια.
Ένα βράδυ που καθότανε και είχε γείρει το κεφαλάκι της στα γόνατα της γιαγιάς της, ποια γόνατα; Ένα είχε…Της είπε.
Γιασεμή μου δεν έχεις τρεις τέσσερις μήνες να μου φέρεις να σου ράψω τα πετσετάκια. Τα ράβω μόνη μου γιαγιά της είπε. Να πας αυριο να σου πάρει μέτρα η μοδίστρα να ράψεις δυο φουστάνια μεγαλύτερα της είπε η γιαγιά της. Μεγάλωσες παιδί μου και δεν χωράς. Κοντύνανε και στενέψανε.
Σαν ξημέρωσε της είπε ξανά η Θανάσω άμε νισιάνι μου πετάξου μέχρι την μοδίστρα να σου ράψει δυο φουστάνια και πες της πως θα την πληρώσω μόλις πάρω εκείνα τα λεφτά της αναπηρίας.
Που πας Γιασεμάκι μου; Πάω στην μοδίστρα γιαγιά. Μα το πρωί δεν πήγες; Ναι και μου είπε να ξαναπάω και δεν θα αργήσω γιαγιά μου. Δεν πρόλαβε να φύγει και χτύπησε η πόρτα της. Ελάτε είπε ανοιχτά είναι. Η μοδίστρα ήταν κι η Θανάσω της είπε πως τώρα έφυγε η εγγονή της και ήρθε να σε βρει. Θανάσω, δεν ήρθα για καλό της είπε. Δεν ήρθες για καλό μα δεν έχω και κάτι κακό να πάθω. Όλα τα έπαθα. Τι άλλο θα με βρει; Θανάσω το Γιασεμάκι σου δεν πάχυνε μόνο αλλά είναι χαλασμένο και εγκυος της είπε η μοδίστρα μόνο ήρθα να σου το πω γιατί και κείνο το κακόμοιρο δεν ξέρει τι έχει στην κοιλιά του και τι του γίνεται. Αυτά της είπε η μοδίστρα και φεύγοντας γύρισε και της λέει πως είναι αργά για άλλα πράγματα…γιατί την ώρα που της έπαιρνα τα μέτρα σάλευε μες την κοιλιά της.
Κι έβγαλε μια φωνή η Θανάσω που σείστηκε το σπίτι της όπως σείστηκαν και τα σπλάχνα της. Το Γιασεμάκι της; Που πας Γιασεμή μου; Για νερό γιαγιά. Τι να της πει; Πάω να με μυρίσουν;
Που ήσουν Γιασεμή μου; Στα ζώα γιαγιά. Τι να της πει; Πήγα και με έκοψαν; Τραβούσε τα μαλλιά της και χτύπαγε τα στήθια της και φώναζε την κόρη της και φώναζε τον άντρα της και έβριζε τον πατέρα που την παράτησε κι αφού δεν είχε πια δύναμη να πει και να φωνάξει έκανε να σηκωθεί από το κρεβάτι μα δεν τα κατάφερε δεν είχε δυνάμεις πια. Μόνο άνοιξε τις παλάμες της και είπε που είσαι μοίρα μου να σε μουντζώσω.
Κι αφού την μούντζωσε προς όλες τις μεριές κράτησε και για τον εαυτό της μούντζες λέγοντας η καψερή και ήταν τα τελευταία της λόγια, πως το ξέχασα εγώ αυτό να της το πω. Πως ξέχασα να της πω να μην δώσει το φιλί της σε κανέναν αν δεν είναι ο άντρας της και έγειρε στο κρεβάτι με τις μούντζες ανοιχτές.
Δεν έμαθε ποτέ πως το Γιασεμάκι της δεν έδωσε το φιλί του μα της το πήραν με το ζόρι.
Δεν έμαθε ποτέ πως το Γιασεμάκι της το μύρισε και το έκοψε ο πρωτοξάδερφος του άντρα της.
Δεν έμαθε ποτέ η καψερή η Θανάσω πως της έλεγε αν το πεις πουθενά η γιαγιά σου θα πάθει μεγάλο κακό.
Δεν έμαθε ποτέ πως έφερε στον κόσμο με κίνδυνο να χάσει την ζωή της ένα κοριτσάκι με ξανθά μαλλάκια σαν τα στάχυα ώριμου σιταριού και πως το φώναζε Θανάσω.
Έπεσε πάνω στην νεκρή το Γιασεμάκι. Έκλαιγε και την χάιδευε και της έλεγε γιαγιά μου με το ζόρι μου το πήραν το φιλί.
Γιαγιά μου δεν το έδωσα με την θέλησή μου και προσπαθούσε το κακόμοιρο να της κλείσει τις μούντζες. Που πας Γιασεμάκι μου;
Για νερό γιαγιά μου.
Πέρασαν τα χρόνια κι η μικρή Θανάσω ήταν ίδια η μάνα της! Στα δεκατέσσερα και κείνη άξια και όμορφη! Που πας Θανάσω μου;
Πάω να φέρω νερό μάνα. Να πας νισιάνι μου!
Που πας Θανάσω; Στα ζώα μάνα. Μόνο που το Γιασεμάκι δεν ξέχασε να της πει, πως το φιλί το δίνουμε μόνο στον άντρα μας και σε κανέναν άλλο. Κι αν κάποιος θελήσει να μας το πάρει με το ζόρι φωνάζουμε δυνατά και δεν τον πιστεύουμε σαν μας λέει θα πάθουν κακό αυτοί που αγαπάμε.
Δεν τον πιστεύουμε και το λέμε στην μάνα μας. Ακούς Θανασούλα μου; Ακούω μάνα μου. Κάθε μέρα πήγαινε το Γιασεμάκι να ανάψει το καντηλάκι της γιαγιάς της.
Κάθε μέρα. Και σαν έφτανε κοντά της και έσκυβε να την φιλήσει την άκουγε που της έλεγε, ήρθες Γιασεμή μου; Ήρθα γιαγιά μου.
Και σαν έφευγε, της έλεγε. Που πας Γιασεμάκι μου;
Στη Θανασούλα μας γιαγιά. Στη Θανασούλα να της πω ξανά να μην φοβηθεί πως θα μου κάνουν κακό όπως φοβήθηκα εγώ για σένα. Να πας νισιάνι μου! Να πας.
Ήρθες μάνα; Ήρθα Θανασούλα μου. Όλα καλά; Όλα μάνα μου! Όλα της έλεγε και έπεφτε στην αγκαλιά της. Όλα μάνα μου και μη φοβάσαι. Δεν θα το δώσω το φιλί παρά μόνο στον άντρα μου κι αν θελήσουν να μου το πάρουν με το ζόρι, θα σου το πω.
Και κείνη της χάιδευε τα στάχυα της τα ώριμα όπως έκανε και η γιαγιά της η Θανάσω.

Ελευθερία Λάππα

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 22 Απριλίου 2025

Ξύπνησα το πρωί, κι έφτιαξα δυο καφέδες. Έβαλα και δυο κομμάτια σάμαλι. Είπα, κάποιος θα διαβεί να τον κεράσω.
Πέρασε ώρα. Κανείς δεν φάνηκε.
Τα μάζεψα. Φύλαξα τα κομμάτια του γλυκού. Άδειασα τον καφέ κι έπλυνα τα φλυτζάνια. Αέρισα τα σκεπάσματα.
Ήλιο είχε και τ’ άπλωσα να τα ζεστάνει. Έκατσα στην βεράντα μου κι αγνάντεψα ως εκεί που έφτανε το μάτι μου. Χόρτασα εικόνες.
Γιόμισε η ψυχή μου πρωινά χρώματα, και μυρωδιές που άφησε η αυγή στο διάβα της.
Άνοιξα ένα βιβλίο να συνεχίσω το διάβασμα. Χθες το βράδυ ξεκίνησα το νέο βιβλίο. Είχα σταματήσει στην σελίδα είκοσι πέντε.
Εκεί που η ματιά της ηρωίδας του, έπεσε πάνω στο τρύπιο παντελόνι του.
Τον ρώτησε γιατί κυκλοφορεί με την τρύπα, κι απάντησε, έτσι είναι αυτός. Σέρνει και τις τρύπες μαζί του.
Κι η καρδιά του, έχει. Και η ψυχή του, αλλά δεν φαίνονται. Τις έραψε η λησμονιά. Μόνο σαν φυσάει πολύ μοναξιά μπαίνει το κρύο και κρυώνει. Για λίγο όμως.
Τις κλείνει ο πόνος.
Εκείνος ο πόνος που δεν αφήνει τίποτα να διαβεί μέσα σου.
Έκλεισα το βιβλίο, κι άφησα το βλέμμα μου ξανά να πλανηθεί. Ταξίδεψε πολύ μακριά κι ακούμπησε στην δική μου τρύπα.
Σε κείνη την τρύπα που την έραψα και ‘γω με χοντρή κλωστή, μουσκεμένη από δάκρυα.
Την έραψα με ένα κομμάτι σκληρό πίκρας, κι έβαλα πάνω της μια πλάκα πέτρινη δύναμης.
Μα δεν σκέφτηκα να γεμίσω το κενό. Κι ήρθαν στιγμές που φύσαγε στο βάθος της. Με τα χρόνια την γέμιζα σιγά σιγά,ώσπου πια δεν σφύριζε το κενό της.
Νέος ήταν ο διαβάτης του βιβλίου. Νέος. Θα τις γέμιζε τις τρύπες του με τον καιρό, μόνο που η ηρωίδα δεν το γνώριζε.
Το έμαθε αργότερα κι αυτή. Τον ακολούθησε, να ανοίξει τις δικές της τρύπες. Όπως έμαθε πως δεν περπατάμε αντάμα με τους ανέμους που σφυρίζουν στα κενά.
Πέφτουμε μέσα κι ανοίγουμε τις τρύπες μας. Κλείνω το βιβλίο στην σελίδα σαράντα πέντε, με τον σελιδοδείχτη μου τον ξύλινο, δώρο του εγγονού μου στα γενέθλια των εξήντα πέντε μου χρόνων.
Είχε γράψει πάνω του, (Στην γιαγιά μου! Στην δική μου σελίδα! )
Το άφησα στο τραπέζι, και σηκώθηκα να μαζέψω τα σκεπάσματά μου, να τα στρώσω στο κρεβάτι μου.
Καίγανε από τον ήλιο. Είχε περάσει αρκετή ώρα και χόρτασαν και κείνα ζεστασιά, να μου την δώσουν το βράδυ.
Έβαλα να φάω. Δυο πιάτα στο τραπέζι μου, δυο πηρούνια, δυο ποτήρια. Κάποιος θα έρθει σκέφτηκα. Έτοιμο να το’ χω.
Μόνη μου έφαγα. Κανείς δεν ήρθε.
Τα μάζεψα, τα άφησα στον νεροχύτη. Θα τα βάλω στο πλυντήριο αργότερα μαζί με ό,τι μαζευτεί στη διάρκεια της μέρας.
Πήρα ένα περιοδικό με προορισμό διακοπών.
Το ξεφύλλιζα μήπως και σταθώ κάπου που θα μου αρέσει να πάω. Παρέα μου τα βιβλία, κι ο σελιδοδείχτης μου ο ξύλινος. Διάλεξα ένα μέρος με βουνό για διακοπές.
Είχε στην πλαγιά του μικρά σπιτάκια, για οικογένειες και για μοναχικούς επισκέπτες, μέσα στο πράσινο.
Στο τελείωμα της πλαγιάς, ένας μεγάλος ποταμός περνούσε με τα ήσυχα νερά του, παίρνοντας μαζί του και την σκέψη σου, να την χύσει στην ψυχή της θάλασσας.
Εκεί θα πάω είπα και βγήκα να περπατήσω. Δεν κοιμάμαι τα μεσημέρια. Να κουραστώ θέλω να μπορέσω το βράδυ να κοιμηθώ ευκολότερα. Σαν ήμουν νέα, έλεγα, θα χορτάσω τον ύπνο μου στα “γεράματα”, που να φανταστώ πως τότε ο ύπνος μου θα ήταν μόνο πέντε με έξι ώρες.
Γύρισα, κι ήταν ώρα για τον απογευματινό καφέ. Ξανά δυο φλυτζάνια, ξανά το γλυκό στο πιατάκι. Κανείς επισκέπτης.
Μια μικρή ομάδα από έξι εφτά πουλιά διάβηκαν μονάχα.
Πέταξε το γλυκό στον αέρα….έτσι, να πω πως τα κέρασα μα κείνα
φτερούγισαν και χάθηκαν.
Πόση μοναξιά, να θες να προσφέρεις, και να μην έχεις που; Κι έβαλα τα γέλια, να της δείξω πως την βρίσκω αστεία..’Οχι. Δεν θα με μελαγχολήσει.
Μπήκα ξανά στο βιβλίο μου. Σελίδα σαράντα πέντε. Να το τελειώσω ήθελα πριν φύγω για διακοπές. Θα έπαιρνα άλλο μαζί μου. Η ηρωίδα πέταξε το τρύπιο παντελόνι του. Τον ακολούθησε, αφού πήρε καινούργιο, να ταξιδέψουν μαζί.
Εκείνος έκλεισε τις τρύπες του, πέφτοντας μέσα εκείνη, κι έφυγε. Την άφησε να βγει μόνη της, και βγήκε.
Ήθελα να της πω, πως δεν πετάμε πάνω από τα κενά των άλλων. Μα το έμαθε μόνη της. Στην σελίδα ογδόντα δύο, το είπε.
Είπε, πως τις τρύπες του, ο κάθε ένας πρέπει μόνος του να τις κλείσει, και πως ο άλλος δεν είναι το υλικό για να τις κλείνει. Τις τρύπες μας, να τις γεμίζουμε με ζωή.
Έτσι θα μπορέσει ο συνοδοιπόρος μας να πατήσει πάνω τους στέρεα, για όσο κρατήσει το ταξίδι μας.
Ήθελα να της το πω, μα το κατάλαβε μόνη της κι ήταν καλύτερα έτσι. Η γνώση είναι κείνη που σε προστατεύει, κι όχι η θεωρία.
Σελίδα διακόσια δέκα, η ηρωίδα είχε την δική μου ηλικία.
Καθισμένη στην βεράντα του σπιτιού της, σκεφτότανε να πάει ένα ταξίδι. Με τις τρύπες της και κείνη να μην σφυρίζουν πλέον, σαν τις δικές μου, που από χρόνια έπαψαν να κάνουν θόρυβο.
Μόνη θα ταξίδευε και κείνη. Δεν ξέρω αν είχε κάποιο σελιδοδείχτη στις αποσκευές της. Μα και να’ χε, δώρο δεν θα ήταν. Ακόμα και να ήταν, δεν θα έγραφε πάνω, (Στην γιαγιά μου! Στην δική μου σελίδα )
Κάποια πράγματα, είναι μόνο δικά μας, γιατί προέρχονται από ξεχωριστούς και μοναδικούς ανθρώπους της ζωής μας.
Σελίδα διακόσια εβδομήντα, η ηρωίδα έκλεινε τις βαλίτσες της. Πετούσε σε τρεις ώρες. Η πτήση της ήταν γεμάτη γνώση. Επέλεξε θάλασσα να παίξει με τα κύματα.
Εγώ είμαι στο δωμάτιο της πλαγιάς. Ένα παράθυρο μεγάλο, βλέπει στο ποτάμι που κυλάει ήσυχα.
Είναι απόγευμα, πήρα το ποδήλατό μου και πηγαίνω μαζί με τα νερά του ποταμού στην άκρη της όχθης. Κοντεύει να βασιλέψει ο ήλιος, κι αποφάσισα να γυρίσω.
Αφήνω το ποδήλατό μου στον ειδικά διαμορφωμένο χώρο για ποδήλατα, και μπαίνω στο δωμάτιό μου.
Βγήκα στην βεράντα του, να δω τον ήλιο που έγερνε πίσω από το βουνό. Καλησπέρα μου φώναξαν από την διπλανή βεράντα.
Ανταπέδωσα τον χαιρετισμό. Ένας κύριος έπινε τον καφέ του. Δεν είχε δυο φλυτζάνια στο τραπέζι του.
Είχε όμως το κάλεσμα στην διάθεσή του, και χρόνο να τον μοιραστεί με κάποιον. Έμαθα εκείνο το απόγευμα, πως δεν αρκεί ένα σερβίτσιο άδειο να καρτερεί να γεμίσει.
Έμαθα πως όσο γεμάτη και να είναι η ψυχή σου, κι όσο κι αν θέλεις να προσφέρεις, αν δεν καλέσεις κανείς δεν έρχεται. Στον περαστικό, θα προσφέρεις, ένα ποτήρι νερό, να ξεδιψάσει να συνεχίσει.
Την καρέκλα σου όμως θα την προσφέρεις σε κείνον που θέλει να καθίσει. Σε κείνον που θα καλέσεις να μοιραστείς μαζί του τον χρόνο σου, και τον καφέ σου.
Σε κείνον που δεν θα σφυρίζουν οι τρύπες του…και θα απολαμβάνετε κι οι δυο την διαδρομή της ηρεμίας. Σελίδα διακόσια εβδομήντα δύο, η ηρωίδα σκέφτεται, να πει ναι, σε μια πρόσκληση. Είναι όμορφο να σε καλούν και να φεύγεις…παρά να καλείς και να φεύγουν…
Θέλει δρόμο ακόμα. Ίσως οι τρύπες της να μπάζουν φυγές…

Ελευθερία Λάππα

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Απριλίου 2025

Αποσπασματα

.*Οι άνθρωποι, εκεί που ζεις, καλλιεργούν πέντε χιλιάδες τριαντάφυλλά σε έναν κήπο. Παρ’ όλα αυτά, δεν βρίσκουν αυτό που ψάχνουν… Κι όμως αυτό που ψάχνουν, μπορεί να βρεθεί σε ένα και μόνο τριαντάφυλλο.

*Είναι ο χρόνος που έχεις ξοδέψει για το τριαντάφυλλό σου που κάνει το τριαντάφυλλό σου τόσο σημαντικό.

*Είναι πιο δύσκολο να κρίνεις τον εαυτό σου από το να κρίνεις του άλλους. Αν καταφέρεις να κρίνεις τον εαυτό σου σωστά, τότε είσαι πράγματι ένας σοφός άνθρωπος.

*Μικρός Πρίγκιπας: Πού είναι όλοι οι άνθρωποι; Είναι λίγο μοναχικά στην έρημο… Το φίδι: Είναι μοναχικά, ακόμα και όταν βρίσκεσαι ανάμεσα σε ανθρώπους.

*.Αντίο, είπε η αλεπού. Αυτό είναι το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό. Δεν βλέπουμε καλά, παρά με την καρδιά μας. Το ουσιαστικό είναι αόρατο για τα μάτια.

*.Όλοι οι μεγάλοι ήταν παιδιά πρώτα… Αλλά λίγοι το θυμούνται.

*Aλλα μικρά αγόρια. Και δεν σε έχω ανάγκη. Ούτε εσύ με έχεις ανάγκη. Για σένα είμαι μόνο μια αλεπού όμοια με εκατό χιλιάδες άλλες αλεπούδες. Αλλά αν με εξημερώσεις θα έχει ανάγκη ο ένας τον άλλον. Θα είσαι το μόνο αγόρι στον κόσμο για μένα και θα είμαι η μόνη αλεπού στον κόσμο για σένα.

*Μόνο τα παιδιά ξέρουν τι ψάχνουν.

*Είναι ακριβώς όπως συμβαίνει με το λουλούδι. Αν αγαπάς ένα λουλούδι που ζει σε ένα αστέρι, είναι γλυκό να κοιτάς τον ουρανό τη νύχτα. Όλα τα αστέρια είναι ανθισμένα λουλούδια…

*.Θα ‘ταν καλύτερα να ‘ρχεσαι την ίδια ώρα, είπε η αλεπού. Αν, για παράδειγμα, πρόκειται να έρθεις στις τέσσερις το απόγευμα, από τις τρεις κιόλας εγώ θ’ αρχίσω να ‘μαι ευτυχισμένη. Όσο θα προχωρεί η ώρα, τόσο περισσότερο ευτυχισμένη θα νιώθω.

*Οι λέξεις είναι η πηγή των παρεξηγήσεων.

*.Εδώ και εκατομμύρια χρόνια τα λουλούδια παράγουν αγκάθια.

*.Ήμουν πολύ μικρός για να ξέρω πως να την αγαπώ.

*Αλλά ο αλαζόνας δεν τον άκουσε. Οι αλαζονικοί άνθρωποι δεν ακούν τίποτα άλλο παρά μόνο επαίνους.

*.Οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει αυτήν την αλήθεια, είπε η αλεπού. Αλλά δεν πρέπει να το ξεχνάς. Γίνεσαι υπεύθυνος για πάντα για ό,τι έχεις εξημερώσει.

*Αλλά αν με εξημερώσεις, τότε θα χρειαστούμε ο ένας τον άλλον. Για μένα θα είσαι μοναδικός σε όλο τον κόσμο. Για σένα, θα είμαι μοναδικός σε όλο τον κόσμο.

*Όταν βρίσκεις ένα διαμάντι που δεν ανήκει σε κανέναν, είναι δικό σου…όταν ανακαλύπτεις ένα νησί που δεν ανήκει σε κανέναν, είναι δικό σου. Όταν βρίσκεις μια ιδέα πριν από οποιονδήποτε άλλον, βγάζεις δίπλωμα ευρεσιτεχνίας: είναι δική σου. Έτσι με εμένα: Είμαι κάτοχος των αστεριών, γιατί κανείς άλλος πριν από εμένα δεν σκέφτηκε ποτέ να του ανήκουν.

*Το να ξεχνάς έναν φίλο είναι λυπηρό. Δεν έχουν όλοι φίλους.

*Οι άνθρωποι δεν έχουν χρόνο να ασχοληθούν με τους άλλους καταφεύγουν στις εύκολες λύσεις. Δίνουν σημασία στα υλικά αγαθά και όχι στις ανθρώπινες σχέσεις.

20.Οι άνθρωποι δεν έχουν πια καιρό να γνωρίσουν τίποτα. Τα αγοράζουν όλα από τα εμπορικά. Καθώς όμως δεν υπάρχουν εμπορικά που πουλάνε φίλους, οι άνθρωποι δεν έχουν πια φίλους.

*Τα αστέρια στο νυχτερινό ουρανό γελάνε στη δική σου φωνή.

*Έπρεπε να κρίνω με πράξεις και όχι με λόγια.

*Μερικές φορές δεν βλάπτει να αναβάλεις μια δουλειά για αργότερα.

*Οι μεγάλοι δεν καταλαβαίνουν ποτέ τίποτα από μόνοι τους και είναι κουραστικό τα παιδιά συνεχώς και πάντα να τους εξηγούν τα πράγματα.

*Οι άνθρωποι δεν χρειάζονται πάντα συμβουλές μερικές φορές το μόνο που χρειάζονται είναι ένα χέρι για να κρατηθούν, ένα αυτί να τους ακούσει και μια καρδιά που μπορεί να τους καταλάβει.

*Η αγάπη δεν είναι να κοιτάζουμε ο ένας τον άλλον, αλλά να κοιτάζουμε μαζί προς την ίδια κατεύθυνση.

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 13 Απριλίου 2025

Απόσπααμα…

“Μια γυναίκα κοντή ήταν. Κοντή κι άσχημη με ένα κουσούρι που δεν μπορούσε να το κρύψει.
Αυτό το κουσούρι ήταν η αιτία να κλειστεί στον εαυτό της. Δεν είχε πολλά πολλά με τους χωριανούς της.
Κλεισμένη στον εαυτό της και στο σπίτι της. Ο άνθρωπος όμως έχει ανάγκη να μιλάει, να λέει και καμιά κουβέντα. Εκείνη τίποτα..
Δεν σας έχω ανάγκη τους έλεγε κι αλήθεια ήταν.
Ποτέ δεν ζήτησε κάτι από κανέναν. Ζούσε μ ένα κομμάτι ψωμί και μια χούφτα ελιές. Αδύνατη, κακοτερένια μ ένα γρήγορο περπάτημα να μιλάει μόνη της και να κουνάει τον δείχτη του χεριού της σα να φοβερίζει κάποιον.
Φορούσε πάντα ένα μεγάλο μαντήλι στο κεφάλι να κρύβει το κουσούρι της μα κείνο δεν κρυβόταν με τίποτα..
Την μέρα δεν έβγαινε απ’ το σπίτι. Μόνο σαν έπεφτε το σκοτάδι έπαιρνε τους δρόμους μιλώντας μόνη της και κουνώντας τον δείχτη. Μάγισσα την λέγανε τα μικρά παιδιά και δεν είχαν κι άδικο. Έτσι έμοιαζε. Σαν μάγισσα.
Κάτι τα νυχτοπερπατήματα, κάτι οι κουβέντες που’ κανε μόνη της, κάτι το παρουσιαστικό της, της ταίριαζε μια χαρά το μάγισσα.
Στην τσέπη της πάντα βαστούσε μια τράπουλα.
Τα χαρτιά έριχνε κι ερχόταν από μακριά να τους τα πει.
Την τράπουλα όμως την είχε μόνιμα στην τσέπη της κι ο λόγος ήταν πως αν σε συναντούσε και σε συμπαθούσε, πράγμα σπάνιο δεν ήθελε ούτε τ άντερά της. Σου έπιανε την κουβέντα, σε τράβαγε παράμερα και σου’ ριχνε τα χαρτιά.
Και να δεις που βγαίναν τ’ άτιμα. Κι είχε απλωθεί η φήμη της στα γύρω χωριά κι όχι μόνο. Αν δεν έριχνε τα χαρτιά θα σου’λεγε τον καφέ. Κι ήταν πολλές που τρέχανε και για τα δύο.
Κάποιες φορές πηγαίνανε και οι άντρες κι είχαν να λένε πως όλα τους τα βρήκε το παρασάνταλο.
Έτσι την ξέρανε. Παρασάνταλο. Μα ψυχή είχε και κείνη. Ποιος όμως νοιάστηκε για τούτο; Σχεδόν κανείς.
Μα κι αν κάποιος θέλησε να της δείξει λίγη συμπόνια, με τις πέτρες τον κυνηγούσε. Τα παιδιά μόλις την βλέπανε τρέχανε να κρυφτούνε. Ο θεός όμως όταν φτιάνει έναν τέτοιο άνθρωπο, φτιάνει και το ταίρι του.
Έτσι της έστειλε κάποιον να την δεχτεί όπως ήταν αρκεί να του έπλενε δυο σκουτιά και να’ βρισκε ένα πιάτο φαΐ σαν γύρναγε απ’ την δουλειά. Δουλευταράς πολύ ήταν ο γαμπρός κι ήθελε μόνο αυτό. Δεν τον ένοιαζε αν ήταν άσχημη.
Αν σβήσεις την λάμπα έλεγε όλες το ίδιο είναι. Σάμπως και γω; Τι;
Όμορφος είμαι; Και σμίξαν τα κουσούρια τους και παντρεύτηκαν.
Τον πρώτο καιρό το παρασάνταλο έκανε προσπάθειες να κρατήσει το γάμο αλλά το χούι δεν κόβεται. Αυτός δεν ήθελε να λέει τα χαρτιά, ούτε τον καφέ. Δεν τα πίστευε αυτά και δεν ήθελε η γυναίκα του να ασχολείται.
Μα η καψερή δεν το μπόρεσε τούτο κι αρχίσαν τα προβλήματα ώσπου χωρίσανε τα τσανάκια τους. Έφυγε κείνη απ’ το σπίτι της. Δικό της ήταν κι έμεινε κείνος αφέντης και στην περιουσία της.
Και το παρασάνταλο άφαντο. Κανείς δεν το είδε πουθενά.
Κάποιοι είπαν πως τάχτηκε σε μοναστήρι. Κάποιοι άλλοι πως τρελάθηκε και μπήκε σε ίδρυμα.
Μα ψέματα ήταν και τα δυο. Κομπόδεμα γερό είχε απ’ τα χαρτιά και τον καφέ το πήρε κι έφυγε σε άλλη πόλη πολύ μακριά απ’ το χωριό να κάνει εκεί τα μαγιολίκια της.
Έκανε πολλούς παράδες μα πάντα μόνη ήταν. Μεγάλωσε, γέρασε κι ήρθε στο χωριό ξανά. Είχε φύγει απ’ την ζωή ο δουλευταράς και γύρισε στο κονάκι της γριά πια.
Μόνο που τούτη τη φορά δεν απόπαιρνε τον κόσμο, δεν κυνηγούσε τα παιδιά και δεν έριχνε πια τα χαρτιά. Τον τόπο της ήθελε η καημένη. Τον τόπο της και το φτωχικό της. Να αφήσει την ψυχή της εκεί στη γωνιά με τις στάχτες που τις ανακάτευε τα βράδια μόνη της και μιλούσε με την μοναξιά της και της κουνούσε τον δείχτη του χεριού.
Ν’ αφήσει την ψυχή της στην κούρνια της. Όπου κι αν πήγε την φωλιά της ήθελε σαν πουλί κυνηγημένο ήταν η έρμη.
Τις στάχτες κουβάλαγε ο νους της κι αυτές ονειρευότανε και κείνο το σκαλί που το πότιζε με τα δάκρυά της σαν έβγαινε το φεγγάρι.
Κι έτσι την βρήκαν μια μέρα.
Είχε γείρει στην γωνιά που άναβε την φωτιά. Είχε γείρει κι άφησε την τελευταία ανάσα η ψυχούλα εκεί. Βρήκαν τις στάχτες υγρές απ’ τα στερνά της δάκρυα κι ένα φάκελο στο χέρι της. Σε κείνο το χέρι που κούναγε το δείχτη.
Μα τούτη την φορά δεν φοβέριζε.
Τούτη την φορά έδειχνε ένα πολύ μεγάλο χρηματικό ποσό που το άφηνε στα παιδιά του χωριού. Να σπουδάσουν λέει εκείνα που είχαν θέληση για γράμματα. Το κομπόδεμά της ήταν.
Να την θυμάται και κείνη κάποιος και να την συγχωρέσουν που τρόμαζε και κυνηγούσε τα παιδιά κάποτε..
Ετούτα έγραφε το γράμμα κι είχε υπογραφή το παρασάνταλο.
Σάμπως ξέρανε και τ όνομά της. Μ’ αυτό την φώναζαν.
Σάμπως το θυμόταν κι αυτή;

Ελευθερία Λάππα “Ομφαλός της γη

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 15 Φεβρουαρίου 2025

Απόσπασμα

Το ξέρω πως θα ’ρθει ένας καιρός, που οι άνθρωποι θα θαυμάζουν, ο ένας τον άλλον, όπου καθένας τους θα λάμπει σαν αστέρι στα μάτια του άλλου, όπου όλοι θ’ ακούνε το διπλανό τους σα να ’τανε μουσική η φωνή του.

Θα υπάρχουν άνθρωποι ελεύθεροι στη γη, όλοι θα ’χουν ανοιχτή καρδιά, εξαγνισμένοι από κάθε απληστία και φθόνο.

Και τότε η ζωή δε θα ’ναι πια η ζωή, μα ένας ύμνος στον άνθρωπο, η μορφή του θα πάει ψηλά, γιατί οι ελεύθεροι άνθρωποι μπορούν να φτάσουν όλα τα ύψη!

Θα ζούνε τότε μες στην ελευθερία και στην ισότητα, θα ζούνε για την ομορφιά.

Τότε οι καλύτεροι θα ’ναι εκείνοι που θα μπορούν ν’ αγκαλιάσουν περισσότερο τον κόσμο μέσα στην καρδιά τους, εκείνοι που θα τον αγαπήσουν πιο βαθιά, εκείνοι πού θα ’ναι οι πιο ελεύθεροι… γιατί μέσα σ’ εκείνους θα υπάρχει η περισσότερη ομορφιά!

Τότε η ζωή θα ’ναι μεγάλη και μεγάλοι θα ’ναι εκείνοι που θα τη ζούνε!…

Σώπασε στάθηκε ορθός, κ’ εξακολούθησε με μια φωνή όπου αντιλαλούσε όλη η δύναμή του:

Στο όνομα αυτής της ζωής, είμαι έτοιμος για όλα… θα ξεριζώσω την καρδιά μου, αν χρειάζεται, και θα την ποδοπατήσω χάμω εγώ ο ίδιος.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 2 Φεβρουαρίου 2025

Από την Κυριακή

“Σαν πέθανε ο Νάρκισσος, μεταμορφώθηκε η λίμνη της χαράς του κι από κύπελλο γλυκού νερού άλλαξε και γιόμισε αρμυρά δάκρυα.

Κ’ οι Δρυάδες ήρθανε κλαίγοντας απ’ το δάσος για να της τραγουδήσουν και να την παρηγορήσουν.

Κι άμα είδανε πως η λίμνη από κύπελλο γλυκού νερού μεταμορφώθηκε σε κύπελλο γιομάτο αρμυρά δάκρυα, απόλυσαν τις πράσινες πλεξούδες των μαλλιών τους και φώνα­ξαν κλαίγοντας: «Δεν παραξενευόμαστε που θρηνείς με τέ­τοιον τρόπο για το Νάρκισσο, ήτανε τόσο όμορφος!»
«Ήτανε όμορφος ο Νάρκισσος;» ρώτησε η λίμνη.

«Αυτό ποιος μπορεί καλύτερα να το ξέρει από σένα;» απά­ντησαν οι Δρυάδες. «Από μας πάντα προσπερνούσε, μα σέ­να πάντα σε ζήταγε για να ξαπλώνει πλάι σου, να σε θαυμά­ζει και να καθρεφτίζει στον καθρέφτη των νερών σου την ομορφιά του».

Κ’ η λίμνη απάντησε: «Εγώ όμως αγαπούσα το Νάρκισ­σο, γιατί όταν ξαπλωνόταν στην όχθη μου και με κοίταζε, καθρέφτιζα στον καθρέφτη των ματιών του τη δική μου ο­μορφιά».

Όσκαρ Γουάιλντ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 29 Νοεμβρίου 2024

Απόσπασμα

Ο νους βολεύεται, έχει υπομονή,
του αρέσει να παίζει μα η καρδιά αγριεύει,
δεν καταδέχεται αυτή να παίξει, πλαντάει
και χιμάει να ξεσκίσει το δίχτυ της ανάγκης.
Ρωτώ, ξαναρωτώ χτυπώντας το χάος:
Ποιος μας φυτεύει στη γης ετούτη
χωρίς να μας ζητήσει την άδεια;
Ποιος μας ξεριζώνει από τη γης ετούτη
χωρίς να μας ζητήσει την άδεια;
Είμαι ένα πλάσμα εφήμερο, αδύναμο,
καμωμένο από λάσπη κι ονείρατα.
Μα μέσα μου νογώ να στροβιλίζουνται
όλες οι δυνάμεις του Σύμπαντου.
Θέλω μια στιγμή, προτού με συντρίψουν,
ν΄ ανοίξω τα μάτια μου και να τις δω.
Αλλο σκοπό δε δίνω στη ζωή μου.

Θέλω να βρω μια δικαιολογία για να ζήσω
και να βαστάξω το φοβερό
καθημερινό θέαμα της αρρώστιας,
της ασκήμιας, της αδικίας και του θανάτου.
Ξεκίνησα από ένα σκοτεινό σημείο, τη Μήτρα·
οδεύω σ΄ ένα άλλο σκοτεινό σημείο, το Μνήμα.
Μια δύναμη με σφεντονάει μέσα από το σκοτεινό
βάραθρο· μια άλλη δύναμη με συντραβάει
ακατάλυτα στο σκοτεινό βάραθρο.

Και μάχουμαι
πως να γνέψω στους συντρόφους,
προτού πεθάνω.
Να τους δώσω το χέρι μου,
να προφτάσω να συλλαβίσω
και να τους ρίξω έναν ακέραιο λόγο.
Να τους πω τι φαντάζουμαι πως είναι
τούτη η πορεία·
και κατά που ψυχανεμίζουμαι πως πάμε.
Και πως ανάγκη να ρυθμίσουμε όλοι μαζί
το περπάτημα και την καρδιά μας.
Ένα σύνθημα, σα συνωμότες, ένα λόγο απλό
να προφτάσω να πω στους συντρόφους!

Ναι, σκοπός της Γης δεν είναι η ζωή,
δεν είναι ο άνθρωπος. έζησε χωρίς αυτά,
θα ζήσει χωρίς αυτά. Είναι σπίθες εφήμερες
της βίαιης περιστροφής της.

Ας ενωθούμε, ας πιαστούμε σφιχτά,
ας σμίξουμε τις καρδιές μας,
ας δημιουργήσουμε εμείς, όσο βαστάει
ακόμα η θερμοκρασία τούτη της Γης,
όσο δεν έρχουνται σεισμοί, κατακλυσμοί,
πάγοι, κομήτες να μας εξαφανίσουν,
ας δημιουργήσουμε έναν εγκέφαλο
και μιαν καρδιά στη Γης, ας δώσουμε
ένα νόημα ανθρώπινο
στον υπερανθρώπινον αγώνα!

Πολεμούμε γιατί έτσι μας αρέσει, τραγουδούμε
κι ας μην υπάρχει αυτί να μας ακούσει.
Δουλεύουμε, κι ας μην υπάρχει αφέντης,
να μας πλερώσει το μεροκάματο μας.
Δεν ξενοδουλεύουμε· εμείς είμαστε οι αφέντες·
το αμπέλι τούτο της Γης είναι δικό μας,
σάρκα μας κι αίμα μας.
Το σκάβουμε, το κλαδεύουμε, το τρυγούμε,
πατούμε τα σταφύλια του, πίνουμε το κρασί,
τραγουδούμε και κλαίμε, οράματα κι Ιδέες
ανηφορίζουν στην κεφαλή μας.
Σε ποια εποχή του αμπελιού σου έλαχε
ο κλήρος να δουλεύεις; Στα σκάμματα;
Στον τρύγο; Στα ξεφαντώματα;
Όλα είναι ένα.
Σκάβω και χαίρουμαι
όλον τον κύκλο του σταφυλιού,
τραγουδώ μέσα στη δίψα και στο μόχτο μου,
μεθυσμένος από το μελλούμενο κρασί.
Κρατώ το γιομάτο ποτήρι και ξαναζώ το μόχτο
του παππού και του προπάππου.
Κι ο ιδρώτας της δουλειάς τρέχει κρουνός
στο αψηλό καταμέθυστο κρανίο.
Είμαι ένα σακί γιομάτο κρέας και κόκαλα, αίμα,
ιδρώτα και δάκρυα, επιθυμίες και οράματα.

Ν΄ αγαπάς την ευθύνη.
Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου
έχω χρέος να σώσω τη γης.
Αν δε σωθεί, εγώ φταίω.
Ένας λάκκος αίμα είναι η κεφαλή σου,
και μαζώνουνται κοπάδια κοπάδια οι γίσκιοι
των πεθαμένων και σε πίνουν να ζωντανέψουν.

«Μην πεθάνεις, για να μην πεθάνουμε!»
φωνάζουν μέσα σου οι νεκροι.
«Δεν προφτάσαμε να χαρούμε τις γυναίκες
που πεθυμήσαμε· πρόφτασε εσύ,
κοιμήσου μαζί τους!

Δεν προφτάσαμε
να κάμουμε έργα τις Ιδέες μας·
κάμε τις έργα εσύ!
Δεν προφτάσαμε να συλλάβουμε
και να στερεώσουμε το πρόσωπο
της ελπίδας μας· στερέωσε το εσύ!

«Τέλεψε το έργο μας! Τέλεψε το έργο μας!
Μέρα νύχτα μπαινοβγαίνουμε στο κορμί σου
και φωνάζουμε: Όχι, δε φύγαμε,
δεν ξεκορμίσαμε από σένα,
δεν κατεβήκαμε στη γης.
Μέσα από τα σωθικά σου
ξακλουθουμε τον αγώνα.
Λύτρωσε μας!»
Μια Φλόγα είναι η ψυχή του ανθρώπου·
ένα πύρινο πουλί, πηδάει από κλαρί σε κλαρί,
από κεφάλι σε κεφάλι, και φωνάζει:
«Δεν μπορώ να σταθώ, δεν μπορώ να καώ,
κανένας δεν μπορεί να με σβήσει!»
«Αφεντικό, έχεις τα πάντα αλλά παρ’όλα αυτά
χάνεις τη ζωή γιατί σου λείπει λίγη τρέλα.
Εάν αποκτήσεις λίγη τρέλα
θα καταλάβεις τι σημαίνει ζωή.»

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 13 Οκτωβρίου 2024

Ο αετός, λένε, πως ζει μέχρι και 70 χρόνια. Στη διάρκεια της ζωής του, υφίσταται τη φθορά που επιφέρει ο χρόνος σε όλα τα ζωντανά της φύσης. Έτσι στα μισά της ζωής του, το δυνατό του ράμφος, με το οποίο κατασπάραζε τα θύματά του, κυρτώνει τόσο πολύ, που είναι αδύνατο να φάει.

Τα γαμψά του νύχια, με τα οποία άρπαζε τη λεία του, μακραίνουν τόσο, που αδυνατούν να συγκρατήσουν το βάρος των θηραμάτων του. Και τα φτερά του αδυνατίζουν από την ασιτία, ώστε με δυσκολία μπορεί, πλέον, να πετά.

Ο αετός όμως, δεν είναι απ’ αυτά τα ζωντανά που παραδίνεται περιμένοντας το μοιραίο. Συμμαζεύει όση δύναμη τού έχει απομείνει και πετά στην κορυφή, εκεί που έχει τη φωλιά του. Βρίσκει τη δύναμη να αντέξει τον πόνο και συντρίβει το γερασμένο ράμφος του στο βράχο.

Ύστερα βρίσκει το κουράγιο και την υπομονή να περιμένει, όσο χρόνο χρειαστεί, να φυτρώσει το καινούριο ράμφος του. Τότε, με το καινούριο, πια, ράμφος του, ξεριζώνει τα παλιά ατροφικά του νύχια και περιμένει πάλι, όσο χρειαστεί, ώσπου να φυτρώσουν τα καινούρια νύχια του. Και σαν φυτρώσουν τα νύχια του, απαλλάσσει τα φτερά του από το άχρηστο φορτίο τους, για να φυτρώσουν τα καινούρια του φτερά, που θα του χαρίσουν και πάλι την περηφάνια και το γρήγορο πέταγμα.

Έτσι κατά τη λαϊκή παράδοση, ο αετός πετυχαίνει την αναγέννησή του και ζει περήφανος και δυνατός ως το τέλος της ζωής του!

Κι έτσι περήφανος και δυνατός ζει μέσα στα δημοτικά τραγούδια του λαού μας.
Εάν ο αετός με το ζωικό του ένστικτο κατορθώνει να αναγεννηθεί, ο άνθρωπος με τη δύναμη της λογικής που διαθέτει, δεν θα μπορούσε να επιτύχει το ίδιο αποτέλεσμα;

«Ας μου επιτραπεί, παρακαλώ, να μιλήσω στο όνομα της φωτεινότητας και της διαφάνειας. Επειδή οι ιδιότητες αυτές είναι που καθορίσανε τον χώρο μέσα στον οποίο μου ετάχθη να μεγαλώσω και να ζήσω. Και αυτές είναι που ένιωσα, σιγά-σιγά, να ταυτίζονται μέσα μου με την ανάγκη να εκφρασθώ.

Είναι σωστό να προσκομίζει κανείς στην τέχνη αυτά που του υπαγορεύουν η προσωπική του εμπειρία και οι αρετές της γλώσσας του. Πολύ περισσότερο όταν οι καιροί είναι σκοτεινοί και αυτό που του υπαγορεύουν είναι μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ορατότητα.

Δεν μιλώ για τη φυσική ικανότητα να συλλαμβάνει κανείς τ’ αντικείμενα σ’ όλες τους τις λεπτομέρειες, αλλά για τη μεταφορική, να κρατά την ουσία τους και να τα οδηγεί σε μια καθαρότητα τέτοια που να υποδηλώνει συνάμα την μεταφυσική τους σημασιολογία……..

Πού λοιπόν βρίσκεται σε έσχατη ανάλυση η αλήθεια; Στην φθορά και στον θάνατο που διαπιστώνουμε κάθε μέρα γύρω μας ή στη ροπή που μας ωθεί να πιστεύουμε

Είναι φρόνιμο ν’ αποφεύγουμε τις μεγαλεπήβολες εκφράσεις, το ξέρω. Οι κατά καιρούς κοσμολογικές θεωρίες τις χρησιμοποίησαν, ήρθαν σε σύγκρουση, ακμάσανε, πέρασαν.

Η ουσία όμως έμεινε, μένει. Και η ποίηση, που εγείρεται στο σημείον όπου ο ορθολογισμός καταθέτει τα όπλα του για να τ’ αναλάβει εκείνη και να προχωρήσει μέσα στην απαγορευμένη ζώνη, ελέγχεται να είναι ίσια-ίσια εκείνη που προσβάλλεται λιγότερο από τη φθορά. Διασώζει σε καθαρή μορφή τα μόνιμα, τα βιώσιμα στοιχεία που καταντούν δυσδιάκριτα μέσα στο σκότος της συνείδησης όπως τα φύκια μέσα στους βυθούς των θαλασσών.

Να γιατί μας χρειάζεται η διαφάνεια. Για να διακρίνουμε τους κόμπους στο νήμα που μέσ’ από τους αιώνες τεντώνεται και μας βοηθεί να σταθούμε όρθιοι πάνω σ’ αυτή τη γη……..

Λέμε, και το διαπιστώνουμε κάθε μέρα, ότι ζούμε σ’ ένα χάος ηθικό. Κι αυτό, τη στιγμή που ποτέ άλλοτε η κατανομή των στοιχείων της υλικής μας ύπαρξης δεν έγινε με τόσο σύστημα, τόση στρατιωτική θα έλεγα τάξη, τόσον αδυσώπητο έλεγχο.

Η αντίφαση είναι διδακτική. Όταν σε δύο σκέλη το ένα υπερτροφεί, το άλλο ατροφεί. Μια αξιέπαινη ροπή να συνενωθούν σε ενιαία μονάδα οι λαοί της Ευρώπης, προσκόπτει σήμερα στην αδυναμία να συμπέσουν τα ατροφικά και τα υπερτροφικά σκέλη του πολιτισμού μας. Οι αξίες μας, ούτε αυτές δεν αποτελούν μια γλώσσα κοινή…..

Δεν αρκεί να ονειροπολούμε με τους στίχους. Είναι λίγο.

Δεν αρκεί να πολιτικολογούμε. Είναι πολύ.

Κατά βάθος ο υλικός κόσμος είναι απλώς ένας σωρός από υλικά. Θα εξαρτηθεί από το αν είμαστε καλοί ή κακοί αρχιτέκτονες το τελικό αποτέλεσμα. Ο Παράδεισος ή η Κόλαση που θα χτίσουμε.

Εάν η ποίηση παρέχει μια διαβεβαίωση και δη στους καιρούς τους dürftiger, είναι ακριβώς αυτή: ότι η μοίρα μας παρ’ όλ’ αυτά βρίσκεται στα χέρια μας»

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 20 Ιουλίου 2024

Απόσπασμα

Εδώ και μερικά χρόνια, σε ένα μακρύ ταξίδι με το τραίνο, θέλησα να επισκεφτώ την μετακινούμενη πατρίδα, όπου είχα κλειστεί για τρεις μέρες, αιχμάλωτος για τρεις μέρες αυτού του θορύβου σαν από χαλίκια που τα κυλά η θάλασσα, και σηκώθηκα. Διέσχισα, κατά τη μία το πρωί το τραίνο από τη μια άκρη ως την άλλη. Τα βακόν-λι ήταν άδεια. Τα βαγόνια της πρώτης θέσεως ήταν άδεια. Όμως τα βαγόνια της τρίτης στέγαζαν εκατοντάδες Πολωνούς εργάτες, που είχαν απολυθεί από τη Γαλλία και ξαναγύριζαν στην Πολωνία τους. Και πέρναγα τους διαδρόμους, δρασκελώντας ξαπλωμένα σώματα. Στάθηκα να κοιτάξω. Ορθός, κάτω από το φώς, αντίκριζα μέσα σε αυτό το δίχως χωρίσματα βαγόνι, που έμοιαζε με θάλαμο και μύριζε στρατώνα ή κρατητήριο, ένα ολόκληρο λαό ανάκατο, που ταρακουνιόταν από τη ρυθμική κίνηση του τραίνου. Ένα ολόκληρο λαό, βυθισμένο στα κακά του όνειρα, που ξαναγύριζε στη μιζέρια του. Χοντρά ξυρισμένα κεφάλια κυλούσαν πάνω στα σανίδια των πάγκων. Άντρες, γυναίκες, παιδιά, στριφογύριζαν όλοι δεξιά και αριστερά, σαν χτυπημένοι από όλους αυτούς τους θορύβους, όλα αυτά τα τραντάγματα, που τους απειλούσαν στη λησμονιά τους. Δεν είχαν βρει τη φιλοξενία ενός καλού ύπνου. Ένα παιδί θήλαζε μια μάνα, τόσο κουρασμένη, που έμοιαζε σαν να κοιμόταν. Η ζωή μεταδινόταν μέσα στην παραζάλη και την ανακατωσούρα του ταξιδιού. Κοίταζα τον πατέρα. Ένα κεφάλι βαρύ και γυμνό σαν πέτρα. Ένα κορμί διπλωμένο στον άβολο ύπνο, φυλακισμένο στα ρούχα της δουλειάς, φτιαγμένο από καμπούρες και βαθουλώματα. Έμοιαζε με ένα σωρό λάσπη. Έτσι, τη νύχτα, ναυάγια που δεν έχουν πια ανθρώπινο σχήμα κοιμούνται βαριά πάνω στους πάγκους της αγοράς. Και συλλογιόμουν: το πρόβλημα δεν βρίσκεται διόλου σε αυτή τη μιζέρια, σε αυτή τη βρώμια, ούτε σε αυτή την ασχήμια. Όμως αυτός ο ίδιος άντρας και αυτή η ίδια γυναίκα, γνωρίστηκαν μια μέρα και ο άντρας σίγουρα χαμογέλασε στη γυναίκα. Σίγουρα μετά τη δουλειά της έφερε λουλούδια. Συνεσταλμένος και αδέξιος, έτρεμε ίσως μην τον περιφρονήσει. Μα η γυναίκα, από φυσική φιλαρέσκεια, η γυναίκα, σίγουρη για τη χάρη της ευχαριστιόταν ίσως να τον κρατά σε αμφιβολία. Και εκείνος που πια δεν είναι σήμερα παρά μια μηχανή για να σκάβει ή να φτυαρίζει, δοκίμαζε έτσι στην καρδιά του τη γλυκεία αγωνία. Το μυστήριο είναι πού έγιναν αυτοί οι σωροί από λάσπη. Από ποιο τρομερό καλούπι πέρασαν και τους σημάδεψε, όπως η πρέσα το μέταλλο; Ένα γερασμένο ζώο διατηρεί τη χάρη του. Γιατί αυτή η ωραία ανθρώπινη άργιλος έπαθε τέτοια φθορά; Κάθισα αντίκρυ σε ένα ζευγάρι. Ανάμεσα στον άντρα και στην γυναίκα, το παιδί, όσο γινόταν πιο βολικά, είχε χωθεί και κοιμόταν. Γύρισε όμως μέσα στον ύπνο του και το πρόσωπο του μού φανερώθηκε κάτω απ΄το φώς. Ά! Τι εξαίσιο πρόσωπο! Είχε γεννηθεί από αυτό το ζευγάρι, κάτι σαν ένας χρυσός καρπός. Από αυτά τα βαριά και άχαρα σώματα είχε βγει αυτό το επίτευγμα λεπτότητας και χάρης. Έσκυψα πάνω από αυτό το λείο μέτωπο, από αυτά τα γλυκά σουφρωμένα χείλη και είπα μέσα μου: να ένα πρόσωπο μουσικού, να το παιδί Μότσαρτ, να μια ωραία υπόσχεση της ζωής. Οι μικροί πρίγκιπες των παραμυθιών δεν ήταν αλλιώτικοι. Αν έβρισκε προστασία, στοργή, καλλιέργεια, και τι δε θα μπορούσε να γίνει! Όταν γεννιέται ένα καινούργιο τριαντάφυλλο, στους κήπους, από διασταύρωση, όλοι οι κηπουροί συγκινιούνται. Απομονώνουν το τριαντάφυλλο, το καλλιεργούν, το ευνοούν. Όμως δεν υπάρχει κηπουρός για τους ανθρώπους. Το παιδί Μότσαρτ θα περάσει, μαζί με τους άλλους από την πρέσα. Ο Μότσαρτ θα βρει τις πιο ανώτερες χαρές του στη διεφθαρμένη μουσική, μέσα στη βρωμιά των καφενείων. Ο Μότσαρτ είναι καταδικασμένος. Και ξαναγύρισα στο βαγόνι μου. Μέσα μου έλεγα: αυτοί οι άνθρωποι δεν υποφέρουν καθόλου από την κατάντια τους. Και δεν είναι ο οίκτος που με βασανίζει. Το θέμα δεν είναι να συγκινείσαι για μια πληγή που ποτέ δεν κλείνει. Αυτοί που την έχουν δεν την νοιώθουν. Εκείνο που τραυματίζεται εδώ, που βλάπτεται, είναι το ανθρώπινο είδος και όχι το άτομο. Δεν πιστεύω καθόλου στον οίκτο. Αυτό που με βασανίζει είναι η άποψη του κηπουρού. Αυτό που με βασανίζει δεν είναι τούτη η αθλιότητα, όπου στο κάτω- κάτω βολεύεται κανείς, το ίδιο καλά, όπως και στην τεμπελιά. Γενιές και γενιές ανατολίτες ζούνε μέσα στην λίγδα και τους αρέσει. Αυτό που με βασανίζει δεν το θεραπεύουν τα λαϊκά συσσίτια. Αυτό που βασανίζει δεν είναι ούτε οι καμπούρες και τα βαθουλώματα στα κορμιά ούτε η ασχήμια. Είναι ο Μότσαρτ που δολοφονείται μέσα στον κάθε άνθρωπο…

Μόνο το Πνεύμα, όταν πνέει στη λάσπη, μπορεί να δημιουργήσει τον Άνθρωπο.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 4 Ιουνίου 2024

– Αύριο, πρέπει να πάω, στον Αρσό, να ρινιάσομε τσι συκιές.
Είπε η μάνα μου, που σά σήμερα, ήρθε απού όξω κι ήφερε σ’ένα καλάθι, κάτι πολύ μικρά σύκα.
– Μα ήντά ναι φτά, ώ μάνα;;
-Ερίνοι . Άγρια σύκα.
Δέ ντρώουνται.(τρώγονται). Μόνου γλυκό τσι κάνουνε.
Κάτσε, να δεις, που θα τα κάμω αρμαθιές κι αύριο θα πάω να τσι κρεμάσω στσι συκιές. Ετσά, θα ενούνε τα σύκα, που θα φέρνω τον Αύγουστο. Να ξέρεις…….
Μπορεί καμμιά βολά, να το κάμεις κι εσύ, το ρίνιασμα.
“Μα τόση καλή ψυχή να ‘χω, όσο πρόκεται…. Άμα σφαλίξομε ντα μάθια μας, θα ξεραθούν όλα.”
“Λες ..κι είχε πυθιά (πυτιά), το στόμα τζη…”
Ετράβηξα το σκαμνάκι κι ήκατσα.
Εκείνη, εβάστα μια βελόνα με κλωστή
κι επέρνα τα συκαλάκια , τρία – τέσσερα μαζί, ήκοβγε τη ‘ν’ κλωστή, την ήδενε κόμπο και ξανά το ίδιο.
Μου θύμισε τσί μαργαρίτες και τα διπλά πουλιά, που τα περνούμα με κλωστή και κάναμε κολιέδες τη Μ.Παρασκευγή , ια να στολίσομε, τον Επιτάφιο.
– Καλέ ώ μάνα;; Δε μοιάζουνε σα βραχιόλια , με πράσινες πέτρες και σα ντα σκουλαρίκια τση ιαιάς;;;
Δώσ’ μου, να βάλω ένα…. βραχιόλι.
– Άστα κάτω και μήν ακουμπήξεις το στόμα σου, ιατί θα πρηστεί..
-Και, δέ θά ξεραθούνε, αφού είναι κομμένα; Πώς θα ενούνε σύκα;;;;
-Ώ !!! ζαβοκουκιά…..(αθώα χαζή).
Μα ευτά τα σύκα, θαρρείς πως θα φάτε;;;
Μέσ’ σ’ εουτά τα σύκα, έχει ένα μυάκι(μυγάκι), μικρό, που βγαίνει και πάει και κάθεται, απάνω στα λουλούδια τση ήμερης συκιάς. Εουτό, είν’ ασερνικό, ιαυτό, λέμε, “ο έρινας”. Από φτό, ίνουνται τα σύκα.
Ότι να μεγαλώξεις, θα το καταλάβεις…
Στο παιδικό μυαλό, συντελέστηκε, ένα θαύμα.!!!!
Πέρασαν τα χρόνια κι όπως το ‘χε προβλέψει η μάνα, ετσά εΐνηκε(έγινε).
Επεθάνανε οι ονείς(γονείς), εξεράθησα κι οι τόποι..,
*
Σήμερα, γνωρίζω, πως η ερινιά, είναι η άγρια συκιά και οι καρποί της είναι θηλυκοί και αρσενικοί.
Από τον αρσενικό καρπό, βγαίνει το μυγάκι, και γονιμοποιει με τη γύρη που μεταφέρει, (όπως φρόντισε η φύση),τα άνθη της ήμερης συκιάς, που είναι μόνο θηλυκά.
Ένα δέντρο, με δύο φύλα.!!
Ένα δέντρο με ένα φύλο.!!
Μια γονιμοποίηση.!!
Ένας υπέροχος καρπός, που δεν έχει φύλο…. Είναι ουδέτερος..
*
Καλό Ρινιαστή λοιπόν.!!! 1-6-2023

Από την Παρασκευή Μπαρδάνη

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Απριλίου 2024

Μέτρησα τα χρόνια μου και συνειδητοποίησα, ότι μου υπολείπεται λιγότερος χρόνος ζωής απ’ ότι έχω ζήσει έως τώρα…

Αισθάνομαι όπως αυτό το παιδάκι που κέρδισε μια σακούλα καραμέλες: τις πρώτες τις κατβρόχθισε με λαιμαργία αλλά όταν παρατήρησε ότι του απέμεναν λίγες, άρχισε να τις γεύεται, μία-μία και με βαθιά απόλαυση.

Δεν έχω πια χρόνο για ατέρμονες συγκεντρώσεις όπου συζητούνται, καταστατικά, νόρμες, διαδικασίες και εσωτερικοί κανονισμοί, γνωρίζοντας ότι δε θα καταλήξει κανείς πουθενά.

Δεν έχω πια χρόνο για να ανέχομαι παράλογους ανθρώπους που παρά τη χρονολογική τους ηλικία, δεν έχουν μεγαλώσει. Δεν έχω πια χρόνο για να λογομαχώ με μετριότητες.

Δε θέλω να βρίσκομαι σε συγκεντρώσεις όπου παρελαύνουν παραφουσκωμένοι εγωισμοί. Δεν ανέχομαι τους χειριστικούς και τους καιροσκόπους.

Με ενοχλεί η ζήλια και όσοι προσπαθούν να υποτιμήσουν τους ικανότερους για να οικειοποιηθούν τη θέση τους, το ταλέντο τους και τα επιτεύγματα τους. Μισώ, να είμαι μάρτυρας των ελαττωμάτων που γεννά η μάχη για ένα μεγαλοπρεπές αξίωμα. Οι άνθρωποι δεν συζητούν πια για το περιεχόμενο… μετά βίας για την επικεφαλίδα.

Ο χρόνος μου είναι λίγος για να συζητώ για τους τίτλους, τις επικεφαλίδες. Θέλω την ουσία, η ψυχή μου βιάζεται…Μου μένουν λίγες καραμέλες στη σακούλα.

Θέλω να ζήσω δίπλα σε πρόσωπα με ανθρώπινη υπόσταση. Που μπορούν να γελούν με τα λάθη τους. Που δεν επαίρονται για το θρίαμβό τους. Που δε θεωρούν τον εαυτό τους εκλεκτό, πριν από την ώρα τους. Που δεν αποφεύγουν τις ευθύνες τους. Που υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Και που το μόνο που επιθυμούν είναι να βαδίζουν μαζί με την αλήθεια και την ειλικρίνεια.

Το ουσιώδες είναι αυτό που αξίζει τον κόπο στη ζωή. Θέλω να περιτριγυρίζομαι από πρόσωπα που ξέρουν να αγγίζουν την καρδιά των ανθρώπων…Άνθρωποι τους οποίους τα σκληρά χτυπήματα της ζωής τους δίδαξαν πως μεγαλώνει κανείς με απαλά αγγίγματα στην ψυχή. Ναι, βιάζομαι, αλλά μόνο για να ζήσω με την ένταση που μόνο η ωριμότητα μπορεί να σου χαρίσει. Σκοπεύω να μην πάει χαμένη καμιά από τις καραμέλες που μου απομένουν…

Είμαι σίγουρος ότι ορισμένες θα είναι πιο νόστιμες απ’ όσες έχω ήδη φάει. Σκοπός μου είναι να φτάσω ως το τέλος ικανοποιημένος και σε ειρήνη με τη συνείδησή μου και τους αγαπημένους μου.

Εύχομαι και ο δικός σου Σκοπός να είναι ο ίδιος γιατί με κάποιον τρόπο θα φτάσεις κι εσύ…ως το τέλος, Ικανοποιημένος και σε Ειρήνη με τη Συνείδησή σου και τους Αγαπημένους σου!

Από το Βραζιλιάνου ποιητή και συγγραφέα Mario de Andrade