Πεζογραφία

Γιάννα στις 4 Μαρτίου 2018

 …»Το έθνος να λυπάστε αν φορεί ένδυμα που δεν το ύφανε.

Ψωμί αν τρώει αλλά όχι απ” τη σοδειά του.

Κρασί αν πίνει, αλλά όχι από το πατητήρι του.

Το έθνος να λυπάστε που δεν υψώνει τη φωνή παρά μονάχα στη πομπή της  κηδείας.

Που δεν συμφιλιώνεται παρά μονάχα μες τα ερείπιά του.

Που δεν επαναστατεί παρά μονάχα σαν βρεθεί ο λαιμός του ανάμεσα στο

σπαθί και την πέτρα.

Το έθνος να λυπάστε που έχει αλεπού για πολιτικό, απατεώνα για

φιλόσοφο, μπαλώματα και απομιμήσεις είναι η τέχνη του.

Το έθνος να λυπάστε που έχει σοφούς από χρόνια βουβαμένους.»

 

Η ΡΟΔΙΑ
Κάποτε, όταν ζούσα στην καρδιά μιας ροδιάς, άκουσα έναν σπόρο της να λέει: «Κάποια μέρα θα γίνω δέντρο, κι ο αγέρας θα τραγουδάει ανάμεσα στα κλώνια μου. Ο ήλιος θα χορεύει πάνω στα φύλλα μου και θα είμαι δυνατό δέντρο κι όμορφο, στις εποχές όλες μέσα».

Ύστερα μίλησε ένας άλλος σπόρος και είπε: «Όταν ήμουν νιος σαν κι εσένα, είχα κι εγώ τέτοιες απόψεις, μα τώρα που μπορώ να μετρώ και να ζυγίζω τα πράγματα, βλέπω ότι οι ελπίδες μου τρέφονταν του κάκου».

Κι ένας τρίτος σπόρος, μίλησε κι αυτός: «Δεν βλέπω τίποτα που να προμαντεύει, για μας, ένα τόσο μεγαλειώδες μέλλον».

Κι ένας τέταρτος είπε: «Όμως τι φενάκη θα “ταν η ζωή μας, χωρίς προοπτικές μεγαλοσύνης».

Είπε ένας πέμπτος: «Γιατί να διαφωνούμε για το τι θα γίνουμε, αφού το τι είμαστε δεν γροικάμε καν».

Μα ένας έκτος απάντησε: «Εκείνο που είμαστε, αυτό θα εξακολουθήσουμε να είμαστε».

Κι ένας έβδομος: «Έχω τόσο ξεκάθαρη ιδέα για το καθετί πως θα γίνει. Μα να μην μπορώ να την ντύσω με λέξεις!».

Κι ένας όγδοος μίλησε -κι ένατος και δέκατος- και σειρά από άλλους, και δεν μπορούσα να βγάλω άκρη πια, από τις φωνές τους.

Κι έτσι, την ίδια εκείνη μέρα, μετακόμισα στην καρδιά μιας κυδωνιάς, εκεί όπου οι σπόροι είναι λιγοστοί και δεν μιλάνε σχεδόν καθόλου.

 

Η ΑΛΛΗ ΓΛΩΣΣΑ
Τρεις μέρες, αφού είχα γεννηθεί, κι όπως ήμουν ξαπλωμένος στη μεταξόστρωτη κούνια μου, θωρώντας με κατάπληκτη δυσαρέσκεια τα του καινούργιου κόσμου, τριγύρνα μου, η μητέρα μου μίλησε στην παραμάνα, λέγοντας: «Πώς τα πάει το παιδί μου;».

Κι η παραμάνα απάντησε: «Καλά τα πάει, κυρία, το τάισα τρεις φορές, και δεν έχω ξαναδεί ποτέ άλλο μωρό τόσο μικρό να “ναι τόσο χαρωπό».

Κι εγώ εξοργίστηκα και φώναξα: «Δεν είν” αλήθεια μητέρα. Το κρεβάτι μου είναι σκληρό, και το γάλα του θηλασμού πικρόγευστο στο στόμα μου. Η μυρωδιά του στήθους μού πνίγει τα ρουθούνια, κι είμαι τρισδυστυχισμένο».

Μα η μητέρα μου δεν κατάλαβε, ούτε κι η παραμάνα. Γιατί η γλώσσα μου ήταν η γλώσσα κείνου του κόσμου απ” όπου είχα έρθει.

Και στις, είκοσι και μία, μέρες της ζωής μου, που βαφτιζόμουν, ο παπάς είπε στην μητέρα μου: «Πρέπει στ” αλήθεια να είσαστε ευτυχισμένη, κυρία, που ο γιος σας γεννήθηκε χριστιανός».

Κι εγώ ξαφνιάστηκα και είπα στον παπά: «Τότε η μάνα σου, στους ουρανούς, πρέπει να “ναι δυστυχισμένη που εσύ δεν γεννήθηκες χριστιανός».

Μα κι ο παπάς, τα ίδια: Δεν κατάλαβε τη γλώσσα μου.

Μετά από εφτά φεγγάρια, ένας μάντης με κοίταξε μια μέρα κι είπε στην μητέρα μου: «Ο γιος σου θα γίνει πολιτικός και μέγας αρχηγέτης».

Κι εγώ έσκουξα: «Αυτή “ναι ψευτοπροφητεία, γιατί εγώ, μουσικός θα γίνω και τίποτα απ” όσα λέει».

Μα ακόμα κι αυτό τον καιρό ήταν η γλώσσα μου ακατάληπτη -κι ήταν μεγάλη η κατάπληξή μου.

Κι ύστερα από τριάντα και τρία χρόνια, που στο μεταξύ η μητέρα μου, κι η παραμάνα μου, κι ο παπάς, είχαν όλοι τους πεθάνει, ο μάντης ζούσε ακόμα. Και χτες τον συναπάντησα κοντά στην πύλη του ναού. Κι όπως μιλούσαμε μου είπε: «Πάντα μου το ΄ξερα πως θα γινόσουν μεγάλος μουσικός. Ακόμα κι από τα γεννοφάσκια σου προφήτεψα και προείπα το μέλλον σου».

Κι εγώ τον πίστεψα, γιατί τώρα πια, έχω κι εγώ λησμονημένη τη γλώσσα εκείνου, τ” αλλουνού του κόσμου.

 

Η ΦΙΛΟΔΟΞΗ ΒΙΟΛΕΤΑ
Υπήρχε μία ωραία κι ευωδιαστή βιολέτα που ζούσε ήσυχα ανάμεσα στους φίλους της και κουνιόταν χαρούμενα ανάμεσα στα άλλα λουλούδια, σ” έναν μοναχικό κήπο. Ένα πρωί, όταν το στέμμα της ήταν στολισμένο με δροσοσταλίδες, σήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε γύρω της. Είδε ένα ψηλό και ωραίο τριαντάφυλλο να στέκεται υπερήφανα και να φτάνει ψηλά στο διάστημα, σαν φλογισμένος πυρσός πάνω σε μία λάμπα από σμαράγδια.

Η βιολέτα άνοιξε τα γαλάζια χείλη της και είπε: «Τι άτυχη που είμαι ανάμεσα σ” αυτά τα λουλούδια και πόσο ταπεινή είναι η θέση που έχω μπροστά τους! Η φύση μ” έπλασε να είμαι κοντή και φτωχιά… Ζω πολύ κοντά στη γη και δεν μπορώ να σηκώσω το κεφάλι μου προς τον γαλάζιο ουρανό ή να στρέψω το πρόσωπό μου στον ήλιο, όπως κάνει το τριαντάφυλλο».

Και το τριαντάφυλλο άκουσε τα λόγια της γειτόνισσάς της. Γέλασε και σχολίασε: «Τι παράξενη είναι η ομιλία σου! Είσαι τυχερή, και όμως δεν μπορείς να καταλάβεις την τύχη σου. Η Φύση σού έδωσε ευωδία και ομορφιά που δεν χάρισε σε κανένα άλλο λουλούδι. Πέταξε αυτές τις σκέψεις και να “σαι ευχαριστημένη, και να θυμάσαι ότι όποιος ταπεινώνεται, θα εξυψωθεί και όποιος εξυψώνει τον εαυτό του θα συντριβεί».

Η βιολέτα απάντησε: «Με παρηγορείς γιατί έχεις αυτό που λαχταρώ… Ζητάς να με πικράνεις με το νόημα ότι είσαι σπουδαία…Πόσο οδυνηρό είναι το κήρυγμα των τυχερών, στην καρδιά των δυστυχισμένων! Και πόσο αυστηρός είναι ο δυνατός όταν είναι σύμβουλος των αδυνάτων».

Και η Φύση άκουσε τη συνομιλία της βιολέτας με το τριαντάφυλλο, πλησίασε και είπε: «Τι σου συνέβη, κόρη μου βιολέτα; Υπήρξες ταπεινή και γλυκιά σε όλες σου τις πράξεις και τα λόγια σου. Μήπως μπήκε η απληστία στην καρδιά σου και μούδιασε τις αισθήσεις σου;».

Με παρακλητική φωνή, η βιολέτα απάντησε σ” αυτή λέγοντας: «Μεγάλη και σπλαχνική μητέρα, γεμάτη αγάπη και συμπάθεια, σε παρακαλώ, με όλη μου την καρδιά και την ψυχή μου, να μου κάνεις τη χάρη και να με αφήσεις να είμαι τριαντάφυλλο για μια μέρα».

Και η Φύση απάντησε: «Δεν ξέρεις τι ζητάς. Δεν αντιλαμβάνεσαι την κρυμμένη συμφορά πίσω από την τυφλή φιλοδοξία σου. Αν ήσουν τριαντάφυλλο θα το μετάνιωνες και το μετάνιωμά σου δεν θα σε ωφελούσε σε τίποτε».

Η βιολέτα επέμεινε: «Κάνε με ψηλό τριαντάφυλλο, γιατί θέλω να σηκώνω το κεφάλι μου ψηλά με καμάρι. Και ασχέτως της τύχης μου, θα είναι δικό μου σφάλμα».

Η Φύση υποχώρησε, λέγοντας: «Α, αμαθής και ανυπότακτη βιολέτα, θα σου κάνω το χατήρι. Αλλά αν πέσει συμφορά σε σένα, το παράπονό σου πρέπει να στραφεί στον εαυτό σου».

Και η Φύση άπλωσε τα μυστηριώδη και μαγικά δάχτυλά της και άγγιξε τις ρίζες τις βιολέτας, που αμέσως έγινε ψηλό τριαντάφυλλο, και υψώθηκε πάνω απ” όλα τα λουλούδια του κήπου.

Το δειλινό, ο ουρανός γέμισε από πυκνά μαύρα σύννεφα και τα μαινόμενα στοιχεία τάραξαν τη σιωπή της ύπαρξης με βροντές και άρχισαν να χτυπούν τον κήπο, εκτοξεύοντας μεγάλη βροχή και δυνατούς ανέμους. Η καταιγίδα έσκισε τα κλαδιά και ξερίζωσε τα φυτά κι έσπασε τα κοτσάνια των δυνατών λουλουδιών, αφήνοντας άθικτα μόνο τα μικρά λουλούδια που φύτρωναν κοντά στη φιλική γη. Εκείνος ο μοναχικός κήπος υπέφερε πολύ από τον εχθρικό ουρανό και όταν ησύχασε η θύελλα και ο ουρανός καθάρισε, όλα τα φυτά καταστράφηκαν και κανένα από αυτά δεν ξέφυγε την οργή της Φύσης, εκτός από τις μικρές βιολέτες που κρύβονταν κοντά στον τοίχο του κήπου.

Αφού σήκωσε το κεφάλι της και είδε την τραγωδία των λουλουδιών και δέντρων, μία από τις νεαρές βιολέτες χαμογέλασε χαρούμενα και είπε στις συντρόφισσές της: «Κοιτάξτε τι έκανε η καταιγίδα στα υπερήφανα λουλούδια!».

Μία άλλη βιολέτα είπε: «Είμαστε μικρές και ζούμε κοντά στη γη, αλλά είμαστε ασφαλείς από την οργή των ουρανών».

Και μία τρίτη πρόσθεσε: «Επειδή έχουμε μικρό ύψος, η καταιγίδα δεν μπορεί να μας υποτάξει».

Εκείνη τη στιγμή η βασίλισσα των βιολετών είδε δίπλα της την αλλαγμένη βιολέτα, πεταμένη στη γη από τη θύελλα και παραμορφωμένη πάνω στη βρεγμένη χλόη σαν αδύναμος στρατιώτης στο πεδίο της μάχης.

Η βασίλισσα των βιολετών σήκωσε το κεφάλι της και φώναξε την οικογένειά της, λέγοντας: «Κοιτάξτε, κόρες μου και σκεφτείτε αυτό που έκανε η Απληστία στη βιολέτα που έγινε υπερήφανο τριαντάφυλλο για μία ώρα. Η ανάμνηση αυτής της σκηνής ας γίνει υπενθύμιση της καλής σας τύχης».

Το ετοιμοθάνατο τριαντάφυλλο κινήθηκε, μάζεψε τα υπολείμματα της δύναμής του και είπε ήσυχα: «Είστε ευχαριστημένοι και πειθήνιοι βλάκες! Ποτέ δεν φοβήθηκα την καταιγίδα. Χθες, κι εγώ ήμουν ευχαριστημένη και ικανοποιημένη με τη Ζωή, αλλά η Ικανοποίηση ενήργησε σαν εμπόδιο ανάμεσα στην ύπαρξή μου και στην καταιγίδα της Ζωής, που με περιόριζε σε μία αρρωστιάρικη και νωθρή ειρήνη και γαλήνη πνεύματος. Μπορούσα να ζήσω την ίδια ζωή που ζείτε εσείς τώρα, με το να προσκολλείστε από φόβο στη γη… Μπορούσα να περιμένω τον χειμώνα να με τυλίξει με χιόνι και να με παραδώσει στον Χάρο, που θα πάρει σίγουρα όλες τις βιολέτες… Χαίρομαι τώρα γιατί ερεύνησα έξω από τον μικρό κόσμο μου το μυστήριο του Σύμπαντος -κάτι που δεν κάνατε εσείς ακόμη. Μπορούσα να παραβλέψω την Απληστία, που η φύση της είναι ανώτερη από τη δική μου, αλλά καθώς πρόσεχα την ησυχία της νύχτας, άκουσα τον ουράνιο κόσμο να μιλά σ” αυτό τον γήινο κόσμο, λέγοντας: “Η φιλοδοξία πέρα από την ύπαρξη, είναι ο βασικός σκοπός της ζωής μας”. Εκείνη τη στιγμή το πνεύμα μου επαναστάτησε και η καρδιά μου λαχτάρησε μία θέση ανώτερη από την περιορισμένη ύπαρξή μου. Κατάλαβα ότι η άβυσσος δεν μπορεί ν” ακούσει το τραγούδι των άστρων, κι εκείνη τη στιγμή άρχισα να πολεμώ κατά της μικρότητάς μου και να λαχταρώ εκείνο που δεν ανήκε σε μένα, ώσπου η ανυποταξία μου έγινε μεγάλη δύναμη και η λαχτάρα μου δημιουργική θέληση… Η Φύση, που είναι το μεγάλο αντικείμενο των βαθύτερων ονείρων μας, ικανοποίησε την παράκλησή μου και μ” έκανε τριαντάφυλλο με τα μαγικά δάχτυλά της».

Το τριαντάφυλλο έγινε σιωπηλό για μία στιγμή και με αδύνατη φωνή, ανακατεμένη με υπερηφάνεια και κατόρθωμα, είπε: «Έζησα μία ώρα σαν υπερήφανο τριαντάφυλλο. Υπήρξα για ένα διάστημα σαν βασίλισσα. Κοίταξα το Σύμπαν πίσω από τα μάτια του τριαντάφυλλου. Άκουσα τον ψίθυρο του στερεώματος με τ” αυτιά του τριαντάφυλλου και άγγιξα τις πτυχές του ρούχου του Φωτός, με ροδοπέταλα. Υπάρχει κάποιος εδώ, που μπορεί να διεκδικήσει τέτοια τιμή;».

Αφού μίλησε έτσι, χαμήλωσε το κεφάλι του και με πνιγμένη φωνή είπε ασθμαίνοντας: «Θα πεθάνω τώρα, γιατί η ψυχή μου πέτυχε τον σκοπό της. Τελικά, επέκτεινα τις γνώσεις μου ως έναν κόσμο πέρα από το στενό σπήλαιο της γέννησής μου. Αυτό είναι το σχέδιο της Ζωής… Αυτό είναι το μυστικό της Ύπαρξης».

Τότε το τριαντάφυλλο άρχισε να τρέμει, δίπλωσε αργά τα πέταλά του, και πήρε την τελευταία αναπνοή του μ” ένα ουράνιο χαμόγελο πάνω στα χείλη του… Ένα χαμόγελο εκπλήρωσης, ελπίδας και σκοπού στη Ζωή… Ένα χαμόγελο νίκης, ένα χαμόγελο του Θεού.

 

….»Τότε η Αλμήτρα είπε: Μίλησε μας για την Αγάπη.

Κι εκείνος, ύψωσε το κεφάλι του κι αντίκρισε το λαό κι απλώθηκε βαθιά ησυχία.

Και με φωνή μεγάλη είπε: Όταν η αγάπη σε καλεί,
ακολούθησέ την, Μόλο που τα μονοπάτια της είναι τραχιά κι απότομα. Κι όταν τα φτερά της σε αγκαλιάσουν, παραδόσου, μόλο που το σπαθί που είναι κρυμμένο ανάμεσα στις φτερούγες της μπορεί να σε πληγώσει.

Κι όταν σου μιλήσει, πίστεψε την, μ” όλο που η φωνή της μπορεί να διασκορπίσει τα όνειρά σου σαν το βοριά που ερημώνει τον κήπο.

Γιατί όπως η αγάπη σε στεφανώνει, έτσι και θα σε σταυρώσει. Κι όπως είναι για το μεγάλωμα σου, είναι και για το κλάδεμά σου.

Κι όπως ανεβαίνει ως την κορφή σου και χαϊδεύει τα πιο τρυφερά κλαδιά σου που τρεμοσαλεύουν στον ήλιο,

Έτσι κατεβαίνει κι ως τις ρίζες σου και ταράζει την προσκόλληση τους στο χώμα.

Σα δεμάτια σταριού σε μαζεύει κοντά της.

Σε αλωνίζει για να σε ξεσταχυάσει.

Σε κοσκινίζει για να σε λευτερώσει από τα φλούδια σου.

Σε αλέθει για να σε λευκάνει.

Σε ζυμώνει ώσπου να γίνεις απαλός.

Και μετά σε παραδίνει στην ιερή φωτιά της για να γίνεις ιερό ψωμί για του Θεού το άγιο δείπνο.

Όλα αυτά θα σου κάνει η αγάπη για να μπορέσεις να γνωρίσεις τα μυστικά της καρδιάς σου και με τη γνώση αυτή να γίνεις κομμάτι της καρδιάς της ζωής.

Αλλά αν από το φόβο σου, γυρέψεις μόνο την ησυχία της αγάπης και την ευχαρίστηση της αγάπης,

Τότε, θα ήταν καλύτερα για σένα να σκεπάσεις τη γύμνια

σου και να βγεις έξω από το αλώνι της αγάπης. Και να σταθείς στον χωρίς εποχές κόσμο όπου θα γελάς, αλλά όχι με ολάκερο το γέλιο σου και θα κλαις, αλλά όχι με όλα τα δάκρυά σου.

Η αγάπη δε δίνει τίποτα παρά μόνο τον εαυτό της και δεν παίρνει τίποτα παρά από τον εαυτό της. Η αγάπη δεν κατέχει κι ούτε μπορεί να κατέχεται, γιατί η αγάπη αρκείται στην αγάπη.

Όταν αγαπάς, δε θα “πρεπε να λες: «Ο Θεός είναι στην καρδιά μου», αλλά μάλλον «Εγώ βρίσκομαι μέσα στην καρδιά του Θεού».

Και μη πιστέψεις ότι μπορείς να κατευθύνεις την πορεία της αγάπης, γιατί η αγάπη, αν σε βρει άξιο, θα κατευθύνει εκείνη τη δική σου πορεία.

Η αγάπη δεν έχει καμιά άλλη επιθυμία εκτός από την εκπλήρωσή της. Αλλά αν αγαπάς κι είναι ανάγκη να έχεις επιθυμίες, ας είναι αυτές οι επιθυμίες σου: Να λιώσεις και να γίνεις σαν το τρεχούμενο ρυάκι που λέει το τραγούδι του στη νύχτα.

Να γνωρίσεις τον πόνο της πολύ μεγάλης τρυφερότητας.

Να πληγωθείς από την ίδια την ίδια τη γνώση σου της αγάπης. Και να ματώσεις πρόθυμα και χαρούμενα.

Να ξυπνάς την αυγή με καρδιά έτοιμη να πετάξει και να προσφέρεις ευχαριστίες για μια ακόμα μέρα αγάπης. Να αναπαύεσαι το μεσημέρι και να στοχάζεσαι την έκσταση της αγάπης.

Να γυρίζεις σπίτι το σούρουπο με ευγνωμοσύνη στην καρδιά

Και ύστερα να κοιμάσαι με μια προσευχή για την αγάπη που έχεις στην καρδιά σου και μ” έναν ύμνο δοξαστικό στα χείλη σου

Γιάννα στις 3 Φεβρουαρίου 2018

Τότε είναι που παρουσιάστηκε η αλεπού.

– Καλημέρα, είπε η αλεπού.

– Καλημέρα, αποκρίθηκε ευγενικά ο μικρός πρίγκιπας και γύρισε, μα δεν είπε τίποτα..

– Ποια είσαι; είπε ο μικρός πρίγκιπας. Μου φαίνεσαι πολύ όμορφη…

– Είμαι μια αλεπού, είπε η αλεπού.

– Έλα να παίξεις μαζί μου, της πρότεινε ο μικρός πρίγκιπας. Είμαι τόσο λυπημένος…

– Δεν μπορώ να παίξω μαζί σου, είπε η αλεπού. Δε μ’ έχουν ημερώσει.

– Α! με συγχωρείς, έκανε ο μικρός πρίγκιπας. Το σκέφτηκε όμως και πρόσθεσε:

– Τι πάει να πει «ημερώσει;»

– Εσύ δεν είσαι απ’ εδώ, είπε η αλεπού, τι γυρεύεις;

– Γυρεύω τους ανθρώπους, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Τι πάει να πει «ημερώσει;»

– Οι άνθρωποι, είπε η αλεπού, έχουν τουφέκια και κυνηγούνε. Μεγάλος μπελάς! Ανατρέφουν όμως και κότες. Αυτό είναι το μόνο τους όφελος. Κότες γυρεύεις;

– Όχι, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Γυρεύω φίλους. Τι πάει να πει «ημερώσει;»

– Είναι κάτι που παραμελήθηκε πολύ, είπε η αλεπού. Σημαίνει «να δημιουργείς δεσμούς…».

– Να δημιουργείς δεσμούς;

– Βέβαια, είπε η αλεπού. Για μένα, ακόμα δεν είσαι παρά ένα αγοράκι εντελώς όμοιο μ’ άλλα εκατό χιλιάδες αγοράκια. Και δε σ’ έχω ανάγκη. Μήτε κι εσύ μ’ έχεις ανάγκη. Για σένα, δεν είμαι παρά μια αλεπού όμοια μ’ εκατό χιλιάδες αλεπούδες. Αν όμως με ημερώσεις, ο ένας θα έχει την ανάγκη του άλλου. Για μένα εσύ θα είσαι μοναδικός στον κόσμο. Για σένα εγώ θα είμαι μοναδική στον κόσμο…

– Αρχίζω να καταλαβαίνω, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Ξέρω ένα λουλούδι…νομίζω πως με ημέρωσε…

– Γίνεται, είπε η αλεπού. Βλέπει κανείς στη Γη τόσα περίεργα πράγματα…

– Ω! δεν είναι πάνω στη Γη, είπε ο μικρός πρίγκιπας.

Η αλεπού φάνηκε πολύ παραξενεμένη:

– Πάνω σ’ άλλο πλανήτη;

– Ναι.

– Έχει κυνηγούς σ’ αυτόν τον πλανήτη;

– Όχι.

– Πολύ ενδιαφέρον αυτό. Και κότες;

– Όχι.

– Τίποτα δεν είναι τέλειο, αναστέναξε η αλεπού. Ξαναγύρισε όμως στην ιδέα της:

– Η ζωή μου είναι μονότονη. Κυνηγάω τις κότες, οι άνθρωποι κυνηγούν εμένα. Όλες οι κότες μοιάζουν, κι όλοι οι άνθρωποι μοιάζουν. Γι’ αυτό λοιπόν βαριέμαι κάπως. Αν με ημερώσεις όμως, η ζωή μου θα είναι σαν ηλιόλουστη. Θα γνωρίσω έναν κρότο από πατήματα που θα είναι διαφορετικός απ’ όλους τους άλλους. Τ’ άλλα πατήματα με κάνουν να χώνομαι κάτω απ’ τη γη. Το δικό σου θα με κάνει να βγαίνω έξω απ’ τη φωλιά μου, σα μια μουσική. Κι ύστερα, κοίτα! Βλέπεις εκεί κάτω τα χωράφια με το στάρι; Εγώ δεν τρώω ψωμί. Το στάρι εμένα μου είναι άχρηστο. Τα χωράφια με το στάρι δε μου θυμίζουν τίποτα. Κι αυτό, είναι κρίμα! Εσύ όμως έχεις μαλλιά χρώμα χρυσαφένιο. Θα είναι λοιπόν θαυμάσια όταν θα μ’ έχεις ημερώσει! Το στάρι, που είναι χρυσαφένιο, θα με κάνει να σε θυμάμαι. Και θα μ’ αρέσει ν’ ακούω τον άνεμο μέσα στα στάχυα…

Σώπασε η αλεπού και κοίταξε πολλή ώρα το μικρό πρίγκιπα.

– Σε παρακαλώ…ημέρωσέ με, του είπε.

– Θέλω βέβαια, της αποκρίθηκε ο μικρός πρίγκιπας, μα δεν με παίρνει ο καιρός. Έχω ν’ ανακαλύψω φίλους και πολλά πράματα να γνωρίσω.

– Δε γνωρίζει κανείς παρά τα πράματα που ημερώνει, είπε η αλεπού. Οι άνθρωποι δεν έχουν πια καιρό να γνωρίσουν τίποτα. Τ’ αγοράζουν όλα έτοιμα στα εμπορικά. Καθώς όμως δεν υπάρχουν εμπορικά που πουλάνε φίλους, οι άνθρωποι δεν έχουν πια φίλους. Αν θες ένα φίλο, ημέρωσέ με!

– Τι πρέπει να κάνω; είπε ο μικρός πρίγκιπας.

– Πρέπει να έχεις μεγάλη υπομονή, αποκρίθηκε η αλεπού. Θα καθίσεις πρώτα κάπως μακριά μου, έτσι στο χορτάρι. Εγώ θα σε κοιτάζω με την άκρη του ματιού μου κι εσύ δε θα λες τίποτα. Τα λόγια είναι που κάνουν τις παρεξηγήσεις. Αλλά, κάθε μέρα, θα μπορείς να κάθεσαι λιγάκι πιο κοντά…

Την άλλη μέρα ήρθε πάλι ο μικρός πρίγκιπας.

– Θα ‘ταν πιο καλά να έρχεσαι πάντα την ίδια ώρα, είπε η αλεπού. Αν έρχεσαι λόγου χάρη, στις τέσσερις το απόγευμα, εγώ θ’ αρχίζω από τις τρεις να είμαι ευτυχισμένη. Όσο θα περνάει η ώρα, τόσο εγώ θα νιώθω και πιο ευτυχισμένη. Στις τέσσερις πια, δε θα μπορώ να καθίσω και θα τρώγομαι∙ θ’ ανακαλύψω την αξία της ευτυχίας. Αν έρχεσαι όμως όποτε και να’ ναι, δε θα ξέρω ποτέ ποια ώρα να φορέσω στην καρδιά μου τα καλά της…Σ’ όλα χρειάζεται κάποια τελετή.

– Τι είναι τελετή; είπε ο μικρός πρίγκιπας.

– Είναι κι αυτό κάτι που πολύ παραμελήθηκε, είπε η αλεπού. Είναι αυτό που κάνει τη μια μέρα να μη μοιάζει με τις άλλες, τη μια ώρα με τις άλλες ώρες. Οι κυνηγοί μου, λόγου χάρη, έχουν μια τελετή. Κάθε Πέμπτη χορεύουν με τις κοπέλες του χωριού. Γι’ αυτό η Πέμπτη είναι θαυμάσια μέρα! Μπορώ και κάνω μια βόλτα ως τ’ αμπέλι. Αν χόρευαν οι κυνηγοί όποτε και να ‘ναι, όλες οι μέρες θα μοιάζαν μεταξύ τους, κι εγώ δε θα είχα καθόλου διακοπές.

ΜΠ3

Έτσι ο μικρός πρίγκιπας ημέρωσε την αλεπού. Κι όταν κόντευε πια η ώρα που θα χωρίζανε:

– Αχ! είπε η αλεπού. Κλάμα που θα κάνω…

– Εσύ φταις, είπε ο μικρός πρίγκιπας, εγώ δεν ήθελα το κακό σου, μα εσύ θέλησες να σε ημερώσω…

– Ναι, σωστά, είπε η αλεπού.

– Μα τώρα θα κλάψεις! είπε ο μικρός πρίγκιπας.

– Ναι, σωστά, είπε η αλεπού.

– Και τότε τι κέρδισες;

– Κέρδισα, είπε η αλεπού, γιατί μου μένει το χρώμα του σταριού.

 

Γιάννα στις 14 Ιανουαρίου 2018

«Η ψυχή μου είναι μια κρυμμένη ορχήστρα. Το μόνο που ακούω είναι η μουσική» (Φ. Πεσσόα). 

Γιάννα στις 25 Νοεμβρίου 2017

Ένας κόσμος υπέροχος είναι το βλέμμα του ανθρώπου. Μέσα του ταξιδεύουν οι στιγμές του. Τα καρδιοχτύπια της ψυχής του. Η πίκρα και το παράπονό του. Μέσα του ταξιδεύουν οι άνθρωποι που έγιναν συνοδοιπόροι του στην αναζήτηση για τις μικρές Ιθάκες της ζωής του.

Μέσα στο βλέμμα του ανθρώπου είναι γραμμένες οι πιο όμορφες ιστορίες. Γραμμένες με συναισθήματα και με λόγια τρυφερά. Ζωγραφισμένες με έρωτα, με πάθος και με χαμόγελο. Χαραγμένες με την αγάπη.

Εκεί, μέσα στο βλέμμα του θ’ ανακαλύψεις την πιο γλυκιά αλήθεια του. Αρκεί να κοιτάξεις βαθιά και αποφασιστικά μέσα του και θα τη βρεις μέσα στην προσμονή να σε περιμένει. Κι αυτή η τόσο καλά φυλαγμένη αλήθεια, κρατά σφιχτά στον κόρφο της το παράπονο και την αγωνία της ζωής του. Μην τα προσπεράσεις. Μην τα απαξιώσεις. Κι από το χέρι τρυφερά κρατάει την αγάπη. Δες πώς καταλαγιάζει η αντάρα σου όταν την αντικρίζεις!

Στα μάτια να τον κοιτάζεις τον άνθρωπο. Στο βλέμμα του ν΄ αναζητάς το φως που σου έχουνε κλεμμένο. Μέσα τους θα βρεις και τη δική σου λησμονημένη αλήθεια. Βλέπεις, μοιάζουν τόσο πολύ οι ιστορίες των ανθρώπων. Και οι στιγμές τους είναι τόσο μοναδικές, αλλά και τόσο ίδιες.

Η ομορφιά δε βρίσκει τόπο για να κρυφτεί. Καθρεφτίζεται μέσα στο ανθρώπινο βλέμμα και επιμένει σε έναν κόσμο που να μοσχοβολά τρυφερότητα κι αγάπη. Γι’ αυτό κι εσύ μέσα στα μάτια του ανθρώπου να την αναζητάς την ομορφιά που λαχταρά η καρδιά σου. Θα την αναγνωρίσεις γιατί θα είναι μοναδική στα δικά σου μάτια.

Της Γεωργίας Ανδριώτου. Από anapnoes

Γιάννα στις 4 Οκτωβρίου 2017
Να Μάθεις Να Φεύγεις
Από την ασφάλεια τρύπιων αγκαλιών.
Από χειραψίες που σε στοιχειώνουν.
Από την ανάμνηση μιας κάλπικης ευτυχίας.

Να φεύγεις !
Αθόρυβα, σιωπηλά, χωρίς κραυγές, μακρόσυρτους αποχαιρετισμούς.
Να μην παίρνεις τίποτα μαζί, ούτε ενθύμια, ούτε ζακέτες για το δρόμο.
Να τρέχεις μακριά από δήθεν καταφύγια κι ας έχει έξω και χαλάζι.
Να μάθεις να κοιτάς βαθιά στα μάτια όταν λες αντίο κι όχι κάτω ή το άπειρο.
Να εννοείς τις λέξεις σου, μην τις εξευτελίζεις, σε παρακαλώ.
Να μάθεις να κοιτάς την κλεψύδρα, να βλέπεις πως ο χρόνος σου τελείωσε.
Όχι αγκαλιές, γράμματα, αφιερώσεις, κάποτε θα ξανασυναντηθούμε αγάπη μου (όλα τα βράδια και τα τραγούδια δεν θα είναι ποτέ δικά σας).
Αποδέξου το.

Να αποχωρίζεσαι τραγούδια που αγάπησες, μέρη που περπάτησες.
Δεν έχεις τόση περιορισμένη φαντασία όσο νομίζεις.
Μπορείς να φτιάξεις ιστορίες ολοκαίνουριες, με ουρανό κι αλάτι.
Να θυμίζουν λίγο φθινόπωρο, πολύ καλοκαίρι κι εκείνη την απέραντη Άνοιξη.
Να φεύγεις από εκεί που δε σου δίνουν αυτά που χρειάζεσαι.
Από το δυσανάλογο, το μέτριο και το λίγο.
Να απαιτείς αυτό που δίνεις να το παίρνεις πίσω -δεν τους το χρωστάς.
Να μάθεις να σέβεσαι την αγάπη σου, το χρόνο σου και την καρδιά σου.
Μην πιστεύεις αυτά που λένε -η αγάπη δεν είναι ανεξάντλητη, τελειώνει.
Η καρδιά χαλάει, θα τη χτυπάς μια μέρα και δεν θα δουλεύει.
Να καταλάβεις πως οι δεύτερες ευκαιρίες είναι για τους δειλούς
-οι τρίτες για τους γελοίους.
Μην τρέμεις την αντιστοιχία λέξεων-εννοιών,να ονομάζεις σχέση τη σχέση, την κοροϊδία κοροϊδία.
Να μαλώνεις τον εαυτό σου καμιά φορά που κάθεται και κλαψουρίζει
-σαν μωρό κι εσύ κάθεσαι και του δίνεις γλειφιτζούρι μη και σου στεναχωρηθεί το βυζανιάρικο.
Να μάθεις να ψάχνεις για αγάπες που θυμίζουν Καζαμπλάνκα
– όχι συμβάσεις ορισμένου χρόνου
Και να μάθεις να φεύγεις από εκεί που ποτέ πραγματικά δεν υπήρξες.
Να φεύγεις κι ας μοιάζει να σου ξεριζώνουν το παιδί από τη μήτρα.
Να φεύγεις από όσα νόμισες γι’ αληθινά, μήπως φτάσεις κάποτε σ’ αυτά.
 
Μενέλαος Λουντέμης 1906 – 1977
Γιάννα στις 9 Σεπτεμβρίου 2017

«Τις πίκρες που ρίχνει ο χρόνος μέσα μου, τις αφαιρεί από τα ποιήματά μου. Γέμισα ρυτίδες, για να μείνω λείος εκεί που κανείς δε θα με θυμάται.

Ένα τριαντάφυλλο που γίνεται ποίηση μπορεί να σε συντρίψει πολύ περισσότερο από μια γροθιά που δεν γίνεται ποίηση.

Μυριάδες λόγια μαραίνονται στα κόκκινα βιβλία, όταν ένα απλό κοριτσάκι πυροβολεί. Καθώς φαίνεται, ακόμη και για ν” αποτραπούν καθεστώτα -τι θρίαμβος- χρειάζεται η καλή ποιότητα. Μέσα στη θλίψη της απέραντης μετριότητας που μας πνίγει από παντού, παρηγοριέμαι ότι κάπου, σε κάποιο καμαράκι, κάποιοι πεισματάρηδες αγωνίζονται να εξουδετερώσουν τη φθορά.

Μια φωτογραφική μηχανή κρυμμένη μέσα στην κακή ποίηση μας καταδικάζει να ξαναβλέπουμε αυτά που πολλές φορές είδαμε –και να μη βλέπουμε αυτά που δεν είδαμε ποτέ. Σίγουρα η παρατηρητικότητα είναι μεγάλο ελάττωμα για τον ποιητή· που καταντά, στο τέλος, τα σύννεφα να τα παίρνει για σύννεφα…

Μυρωδιά τῶν ποιημάτων: ὑγρό ξύλο στή φωτιά ἤ σάπια φύλλα ἤ ἄδειο δωμάτιο. Κι ἀκόμη: πυρωμένη πέτρα στήν ἥλιο· σταῦλος· ἄλουστα μαλλιά ὡραίας γυναίκας. Καημένε Guerlin!

Προσοχή στη συγκίνηση. Αν είναι γόησσα, δεν παύει να ’ναι και ρουφιάνα.

Μέ τόν ἴδιο τρόπο πού μερικές φορές μιά λέξη (ὄχι κατ” ἀνάγκην ὡραία ἤ σπάνια) γίνεται ἀφορμή νά ἐπινοήσει κανείς ἕνα ὁλόκληρο στίχο, ἔτσι πού νά μπορέσει αὐτή ἡ λέξη νά βρεῖ τήν ἀκριβή της θέση καί ν” ἀκτινοβολήσει· ὁ στίχος αὐτός, μέ τή σειρά του, γιά τόν ἴδιο λόγο, γίνεται κάποτε ἀφορμή νά ἐπινοηθεῖ ἕνα ὁλόκληρο ποίημα· πού τό περιεχόμενό του, ἄν γεννήθηκε ἀπό δύο ἤ τρεῖς ταπεινές συλλαβές, ἀπέχει σάν νόημα ἀπ” αὐτές, ὅσο ἕνας ὁλοκληρωμένος ἄνθρωπος ἀπό τήν ἡδονή μιᾶς στιγμῆς πού ἔγινε καί ἡ αἰτία νά ὑπάρξει.

Τό Ἕνα καί τό Ἀπόλυτο πού συλλαμβάνει ὁ νοῦς μας – εἶναι τά πολλά καί σχετικά τῶν ἄλλων, φτασμένα στήν καθαρότητα τῆς μονάδας …

 

 

Γιάννα στις 5 Σεπτεμβρίου 2017

1. Ο κύρης

  Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ ΣΠΑΝΙΑ ΜΙΛΟΥΣΕ, ΔΕ ΓΕΛΟΥΣΕ, δέ μάλωνε· κάποτε μονάχα έτριζε τα δόντια-του ή έσφιγγε τη γροθιά-του, κι άν τύχαινε να κρατάει κανένα πετραμύγδαλο, έστριβε τα δάχτυλά-του και τό “κανε σκόνη. Κάποτε που είδε έναν αγά να στρώνει ένα χριστιανό με σαμάρι και να τον φορτώ­νει σαν γάιδαρο, τόσο τον κυρίεψε το κακό-του, που χίμηξε απά­νω στον Τούρκο, μιά βρισιά ήθελε να ξεστομίσει, μα τα χείλια-του είχαν στρουφίξει, δέν μπόρεσε να βγάλει λόγο ανθρώπινο κι άρχισε να χλιμιντρίζει σαν άλογο· ήμουν εκεί μπροστά-του, παιδί ακόμα, τον κοίταζα και με κυρίεψε τρόμος. Κι ένα μεση­μέρι που γύριζε σπίτι να φάει, άκουσε, σ” ένα στενό που περνούσε, γυναίκες να σκληρίζουν και πόρτες να σφαλνούν κι ένας μεθυ­σμένος τουρκαλάς είχε βγάλει το γιαταγάνι-του και κυνηγούσε τους χριστιανούς. “Ως να δεί τον πατέρα-μου, χύθηκε καταπάνω-του· κάψα, κουρασμένος απο τη δουλειά, δέν είχε κέφι ο πατέρας-μου για καβγάδες· μιά στιγμή του πέρασε απο το νού να στρίψει απο το στενό να φύγει, κανένας δέν τον έβλεπε· μα ντράπηκε. Ξεζώστηκε την ποδιά που φορούσε, τύλιξε τη γροθιά-του, και την ώρα που σήκωνε ο τουρκαλάς απάνω απο το κεφάλι-του το γιαταγάνι, τού “δωκε μιά γροθιά στην κοιλιά και τον έστρωσε χάμω· έσκυψε, του ξεγάντζωσε το γιαταγάνι απο τη φούχτα και τράβηξε κατα το σπίτι. Η μητέρα-μου τού “φερε πουκάμισο ν” αλλάξει, είχε γίνει μουσκίδι στον ίδρωτα, κι εγώ, θά ’μουν ως τριών χρονών, κάθουμουν στον καναπέ και τον κοίταζα· όλο τρίχες ήταν το απανωκόρμι-του, άχνιζε· κι άμα άλλαξε και δροσέρεψε, πέταξε το γιαταγάνι στον καναπέ, δίπλα- μου· στράφηκε στη γυναίκα- του:
—     Σαν μεγαλώσει ο γιός-σου, της είπε, και πάει στο σκολειό, δώσ’-του το να ξύνει το μολύβι-του.
Ποτέ δέ θυμούμαι να μού “πε τρυφερό λόγο· μιά φορά μονάχα· ήμασταν στη Νάξο, την επανάσταση, και πήγαινα στη φράγκικη Σχολή, στους φραγκοπαπάδες· είχαμε δώσει εξέτασες κι είχα πάρει κάμποσα βραβεία, μεγάλα, χρυσοδεμένα βιβλία· δέν μπο­ρούσα μόνος-μου να τα σηκώσω, πήρε ο πατέρας-μου τα μισά και γυρίσαμε σπίτι. Σε όλο το δρόμο δέν άνοιξε το στόμα· προσπαθούσε να κρύψει τη χαρά-του που ο γιός-του δέν τον ντρόπιασε· και μονάχα όταν μπήκαμε στο σπίτι, χωρίς να με κοιτάξει:
—   Δέν ντρόπιασες την Κρήτη, είπε με κάποια τρυφεράδα. Μα ευτύς θύμωσε με τον εαυτό-του που προδόθηκε κι έδειξε πως ήταν συγκινημένος, κι όλη τη βραδιά απέφυγε να με κοιτάξει κι ήταν κατσουφιασμένος.
Βαρίσκιωτος, αβάσταχτος. Όταν τύχαινε νά “ναι βίζιτες σπίτι, συγγενείς-μας ή γειτόνοι, κι είχαν πιάσει ψιλή κουβέντα και γελούσαν, άν άνοιγε ξαφνικά η πόρτα κι έμπαινε, κόβουνταν η κουβέντα και το γέλιο, κι ένας ίσκιος πλάκωνε το σπίτι. Χαι­ρετούσε με μισό χείλι, κάθουνταν στη συνηθισμένη θέση-του στη γωνιά του καναπέ, πλάι στο παράθυρο της αυλής, χαμή­λωνε τα μάτια, άνοιγε την ταμπακέρα κι έστριβε ένα τσιγάρο, αμίλητος. Ξερόβηχαν οι βίζιτες, κλεφτοκοιτάζουνταν ανήσυχα, και με τρόπο, ύστερα από λίγη ώρα, σηκώνουνταν, πατούσαν στις άκρες των ποδιών τους κι έφευγαν.
2.
Η μάνα
Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΑΓΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ. ΠΩΣ μπόρεσε πενήντα χρόνια, χωρίς να σπάσει η καρδιά-της, να νιώθει πλάι-της την αναπνοή και το χνότο του λιόντα; Είχε την υπομονή, την αντοχή και τη γλύκα της γής.  …………………………………………………………………….
Όταν έλειπε ό κύρης απο το σπίτι, τί γαλήνη ήταν εκείνη, πώς περνούσαν γοργές, ευτυχισμένες οι ώρες στο κλειστό περβολάκι της αυλής-μας! Η κληματαριά απάνω απο το πηγάδι, στη γωνιά της αυλής μιά μεγάλη γαζία και μοσκομύριζε, οι γλά­στρες, ο βασιλικός τριγύρα κι οι κατιφέδες και το αράπικο για­σεμί, κι η μάνα κάθουνταν ομπρός στο παράθυρο κι έπλεχε κάλτσες, καθάριζε χορταρικά, χτένιζε τη μικρή-μου αδερφή ή τη μάθαινε να στραταρίζει… Κι εγώ, κουκουβισμένος σ” ένα σκαμνάκι, την κοίταζα, άκουγα τους διαβάτες που περνούσαν απόξω απο την κλεισμένη πόρτα, ανάσαινα τη μυρωδιά απο το γιασεμί και το βρεμένο χώμα κι έμπαινε στο κορμί-μου ο κό­σμος, έτριζαν, άνοιγαν τα κόκαλα του κεφαλιού-μου να τον χω­ρέσουν.
Οι ώρες πού περνούσα με τη μητέρα-μου ήταν γεμάτες μυστή­ριο· καθόμασταν ο ένας αντίκρα στον άλλο, εκείνη σε καρέκλα πλάι στο παράθυρο, εγώ στο σκαμνάκι-μου, κι ένιωθα, μέσα στη σιωπή, το στήθος-μου να γεμίζει και να χορταίνει, σαν νά “ταν ο αγέρας ανάμεσά-μας γάλα και βύζαινα.
Απο πάνω-μας ήταν η γαζία, κι όταν ήταν ανθισμένη, η αυλή μοσκομύριζε. Αγαπούσα πολύ τα εύωδάτα κίτρινα λουλούδια-της, τά “βαζε η μητέρα-μου στις κασέλες και τα σώρουχά-μας, τα σεντόνια-μας, όλη-μου η παιδική ηλικία μύριζε γαζία.
Μιλούσαμε, πολλές ήσυχες κουβέντες, πότε ή μητέρα-μου δηγόταν για τον πατέρα της, για το χωριό που γεννήθηκε, και πότε εγώ της στορούσα τους βίους των αγίων που είχα διαβάσει και ξόμπλιαζα τη ζωή-τους με τη φαντασία-μου· δέ μ” έφταναν τα μαρτύρια-τους, έβαζα κι από δικού-μου, ωσότου έπαιρναν τη μητέρα-μου τα κλάματα, τη λυπόμουν, κάθιζα στα γόνατα-της, της χάδευα τα μαλλιά και την παρηγορούσα:
— Μπήκαν στον Παράδεισο, μητέρα, μή στενοχωριέσαι, σεριανίζουν κάτω απο ανθισμένα δέντρα, κουβεντιάζουν με τούς αγγέλους και ξέχασαν τα βάσανά-τους. Και κάθε Κυριακή βάζουν χρυσά ρούχα, κόκκινα κασκέτα με φούντες και πάνε να κάμουν βίζιτα στο Θεό.
Κι η μητέρα σφούγγιζε τα δάκρυά-της, με κοίταζε σαν να μου έλεγε: «Αλήθεια λές;» και χαμογελούσε.
Και το καναρίνι, μέσα απο το κλουβί-του, μας άκουγε, σή­κωνε το λαιμό και κελαηδούσε μεθυσμένο, ευχαριστημένο, σαν νά “χε κατέβει απο τον Παράδεισο, σαν νά “χε αφήσει μιά στιγμή τούς αγίους κι ήρθε στη γής να καλοκαρδίσει τούς ανθρώπους.
Η μητέρα-μου, η γαζία, το καναρίνι, έχουν σμίξει αχώριστα, αθάνατα μέσα στο μυαλό-μου· δέν μπορώ πιά να μυρίσω γαζία, ν” ακούσω καναρίνι, χωρίς ν” ανέβει απο το μνήμα-της — απο το σπλάχνο-μου — η μητέρα-μου και να σμίξει με τη μυρωδιά τούτη και με το κελάδημα του καναρινιού.
Ποτέ δέν είχα δεί τη μητέρα-μου να γελάει· χαμογελούσε μόνο, και τα βαθουλά μαύρα μάτια-της κοίταζαν τους ανθρώπους γεμάτα υπομονή και καλοσύνη. Πηγαινόρχουνταν σαν πνέμα αγαθό μέσα στο σπίτι, κι όλα τα πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, σαν νά “χαν τα χέρια-της μιά καλοπροαίρετη μαγική δύναμη, που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινή ανάγκη. Μπορεί και νά “ναι η νεράιδα, συλλογίζουμουν κοιτάζοντάς-τη σιωπηλά, η νεράιδα που λέν τα παραμύθια, και κινούσε στο παιδικό μυαλό-μου η φαντασία να δουλεύει: μιά νύχτα ο πατέρας-μου, περνώντας απο τον ποταμό, την είδε να χορεύει στο φεγγάρι, χίμηξε, της άρπαξε το κεφαλομάντιλο, κι απο τότε την έφερε σπίτι και την έκαμε γυναίκα-του. Κι ολημέρα τώρα πάει κι έρχεται η μάνα μέσα στο σπίτι και ψάχνει νά βρει το κεφαλομάντιλο, να το ρίξει στα μαλλιά-της, να γίνει πάλι νεράιδα και να φύγει. Την κοίταζα να πηγαινόρχεται, ν” ανοίγει τα ντουλάπια και τις κασέλες, να ξεσκεπάζει τα πιθάρια, να σκύβει κάτω απο το κρεβάτι, κι έτρεμα μήν τύχει και βρει το μαγικό κεφαλομάντιλό-της και γίνει άφαντη. Η τρομάρα αυτή βάσταξε χρόνια και λάβωσε βαθιά τη νιογέν­νητη ψυχή-μου· κι ακόμα και σήμερα αποκρατάει μέσα-μου, πιό ανομολόγητη, η τρομάρα ετούτη: παρακολουθώ κάθε αγα­πημένο πρόσωπο, κάθε αγαπημένη ιδέα, με αγωνία, γιατί ξέρω πως ζητάει το κεφαλομάντιλό-της να φύγει.
Μονάχα μιά φορά θυμούμαι τη μητέρα-μου να λάμπει παρά­ξενα το μάτι-της, να γελάει και να χαίρεται, σαν όταν θά “ταν ανύπαντρη ή αρραβωνιασμένη. Πρωτομαγιά, είχαμε πάει σ” ένα χωριό, στη Φόδελε, γεμάτο νερά και περβόλια πορτοκαλιές, να κάμει ο πατέρας-μου μιά βάφτιση. Οπόταν, άξαφνα, σφοδρή νεροποντή ξέσπασε, γίνηκε ο ουρανός νερό κι άδειασε απάνω στη γής, κι αυτή κακάριζε, άνοιγε και δέχουνταν τ” αρσενικά νερά βαθιά στον κόρφο-της. Είχαν μαζευτεί οι προύχοντες του χωριού, με τις γυναίκες-τους και τις κόρες, στο μεγάλο οντά του κουμπάρου, η βροχή κι οι αστραπές έμπαιναν απο τις χαραμάδες της πόρτας και των παραθυριών, ο αέρας μύριζε πορτο­κάλι και χώμα. Και μπαινόβγαιναν τα τραταρίσματα, τα κρασιά, τα ρακιά κι οι μεζέδες, πήρε να βραδιάζει, άναψαν τα λυχνάρια, οι άντρες ήρθαν στο κέφι, οι γυναίκες οι χαμηλοβλεπούσες σήκω­σαν τα μάτια κι άρχισαν να κακαρίζουν σαν τις πέρδικες* κι όξω απο το σπίτι μούγκριζε ακόμα ο Θεός, πλήθαιναν οι βροντές, τα στενά δρομάκια του χωριού είχαν γίνει ποτάμια, κατρακυ­λούσαν οι πέτρες και χαχάριζαν, είχε γίνει ο Θεός νεροποντή κι αγκάλιαζε, πότιζε, κάρπιζε τη γής.
Κι ο κύρης στράφηκε στη μάνα-μου, πρώτη φορά είδα να την κοιτάζει με τρυφεράδα, κι η φωνή-του πρώτη φορά είχε γλυκάνει:
— Μαργή, της είπε, τραγούδηξε.
Της έδινε την άδεια, μπροστά σε τόσους άντρες, να τραγου­δήσει· κι εγώ σηκώθηκα ανταρεμένος· δέν ξέρω γιατί, είχα θυ­μώσει· έκαμα να τρέξω στη μάνα-μου, σαν νά “θελα να την προ­στατέψω· μα ο κύρης με άγγιξε με το δάχτυλό-του στον ώμο και με κάθισε κάτω. Κι η μάνα-μου φάνηκε αγνώριστη, γυάλιζε το πρόσωπό-της, σαν να το αγκάλιαζαν όλες οι βροχές κι οι αστρα­πές, σήκωσε το λαιμό, και θυμούμαι τα μακριά κορακάτα μαλλιά της λύθηκαν ξαφνικά, της σκέπασαν τις πλάτες και κατέβηκαν ώς τα γοφιά-της. Κι άρχισε… τί φωνή ήταν εκείνη, βαθιά, γλυ­κιά, λίγο βραχνή, όλο πάθος· μεσόκλεισε τα μάτια-της κατα τον κύρη και  τραγούδησε μιά μαντινάδα. Δέ θα την ξεχάσω ποτέ τη μαντινάδα αυτή· τότε δέν κατάλαβα γιατί την είπε, για ποιόν την είπε· αργότερα, σαν μεγάλωσα, κατάλαβα. Τραγουδούσε με τη γλυκιά, γεμάτη συγκρατημένο πάθος φωνή-της και κοίταζε τον πατέρα:
Θαμάζουμαι όταν περπατείς πώς δέν ανθούν οι ρούγες και πώς δέ γίνεσαι αϊτός με τις χρυσές φτερούγες!
Γύρισα πέρα τα μάτια, να μή βλέπω τον κύρη, να μή βλέπω τη μάνα, πήγα στο παραθύρι κι ακούμπησα το κούτελό-μου στο τζάμι κι έβλεπα τη βροχή να πέφτει και να τρώει τα χώματα.
3.
Τον Αύγουστο ξάπλωναν και στους οψιγιάδες τα σταφύλια, να τα ξεράνει ο ήλιος να γίνουν σταφίδα. Μιά χρονιά είχαμε πάει στο αμπέλι-μας και μέναμε στο εξοχικό-μας σπιτάκι· ο αγέρας μύριζε, η γής καίγουνταν, τα τζιτζίκια καίγουνταν κι αυτά, σαν να κάθουνταν απάνω σε κάρβουνα αναμμένα.
Τη μέρα εκείνη, της Κοίμησης της Παναγιάς, 15 Αυγού­στου, οι εργάτες δέ δούλευαν κι ο πατέρας-μου κάθουνταν στη ρίζα μιάς ελιάς και  κάπνιζε· είχαν έρθει γύρα οι γειτόνοι, πού είχαν απλώσει κι αυτοί τη σταφίδα-τους, κάπνιζαν πλάι στον πατέρα-μου, αμίλητοι. Φαίνουνταν στενοχωρημένοι. Όλοι είχαν καρφώσει τα μάτια σ” ένα συννεφάκι πού “χε προβάλει στον ουρανό, κατασκότεινο, βουβό, και  προχωρούσε. Είχα καθίσει κι εγώ κοντά στον πατέρα-μου και  κοίταζα το σύννεφο· μου άρεσε· σκούρο μολυβί, χνουδάτο, κι ολοένα μεγάλωνε, άλ­λαζε πρόσωπο και  κορμί, πότε σαν γεμάτο ασκί, πότε σαν μαυροφτέρουγο όρνιο και  πότε σαν τον ελέφα που είχα δεί ζωγραφιά· κουνούσε την προβοσκίδα-του κι έψαχνε ν” αγγίξει κάτω τη γής. Αεράκι χλιαρό φύσηξε, τα φύλλα της ελιάς ανατρίχιασαν. Ένας γείτονας πετάχτηκε όρθιος, άπλωσε το χέρι κατα το σύν­νεφο που προχωρούσε.
—Ανάθεμά-το, μουρμούρισε, ο Θεός να με βγάλει ψεύτη, φέρνει τον κατακλυσμό!
— Δάγκασε τη γλώσσα-σου, τού “καμε ένας γέρος θεοφοβού­μενος, δέ θα το αφήσει η Παναγιά· σήμερα είναι της χάρης-της.
Ο πατέρας-μου έγρουξε, μα δέν έβγαλε άχνα· πίστευε στην Παναγιά, μα δέν πίστευε πως η Παναγιά μπορεί να κουμαντάρει τα σύννεφα.
Εκεί που μιλούσαν, ο ουρανός σκεπάστηκε· οι πρώτες στάλες, χοντρές, ζεστές, άρχισαν να πέφτουν. Τα σύννεφα χαμή­λωσαν, κίτρινες βουβές αστραπές καταξέσκιζαν τον ουρανό.
— Παναγιά-μου, φώναξαν οι γειτόνοι, βοήθεια!
Όλοι πετάχτηκαν απάνω, κατασκόρπισαν, καθένας έτρεχε κατα το αμπέλι-του, όπου είχε απλώσει τη σταφίδα της χρονιάς· κι ως έτρεχαν, ολοένα και  σκοτείνιαζε ο αγέρας, κρεμάστηκαν μαύρες πλεξούδες απο τα σύννεφα, ξέσπασε η μπόρα. Γέμισαν τ” αυλάκια, πήραν να τρέχουν οι   δρόμοι σαν ποταμοί, φωνές ακούστηκαν γοερές απο το κάθε αμπέλι. Άλλοι βλαστημούσαν, άλλοι φώναζαν την Παναγιά να τους λυπηθεί, να βάλει το χέρι-της, και  στο τέλος θρήνος ξέσπασε πίσω απο τις ελιές στο κάθε αμπέλι.
………………………………………………………………
Είχα φτάσει ώς το δρόμο, δέν μπόρεσα να τον περάσω, ήταν ποταμός, και  στάθηκα και  κοίταζα: μαζί με τα νερά κυλούσαν αγκαλιές αγκαλιές τα μεσοξεραμένα σταφύλια, ο μόχτος της χρονιάς, έτρεχαν κατα τη θάλασσα και  χάνουνταν. Ο θρήνος δυνάμωνε, μερικές γυναίκες είχαν χωθεί ώς τα γόνατα μέσα στα νερά και  μάχουνταν να περισώσουν λίγη σταφίδα· άλλες, όρθιες στην άκρα του δρόμου, είχαν βγάλει τις μπολίδες-τους και  συρομαδιούνταν.
Είχα γίνει μουσκίδι ώς το κόκαλο· πήρα δρόμο κατα το σπιτάκι και  μάχουμουν να κρύψω τη χαρά-μου· βιάζουμουν να δώ τί θά “κανε ο πατέρας-μου· θά “κλαιγε, θα βλαστημούσε, θα φώναζε; Περνώντας απο τον οψιγιά είδα πως όλη-μας η σταφίδα είχε φύγει.
Τον είδα να στέκεται στο κατώφλι, ακίνητος, και  δάγκανε τα μουστάκια-του. Πίσω-του, όρθια, η μητέρα-μου έκλαιγε.
—Πατέρα, φώναξα, πάει η σταφίδα-μας!
—Εμείς δέν πάμε, μου αποκρίθηκε· σώπα!
Ποτέ δέν ξέχασα τη στιγμή ετούτη· θαρρώ μου στάθηκε στις δύσκολες στιγμές της ζωής-μου μεγάλο μάθημα· αναθυμόμουν τον πατέρα-μου ήσυχο, ασάλευτο, να στέκεται στο κα­τώφλι, μήτε βλαστημούσε, μήτε παρακαλούσε, μήτε έκλαιγε· ασάλευτος κοίταζε τον όλεθρο, κι έσωζε, μόνος αυτός, ανάμεσα σε όλους τους γειτόνους, την αξιοπρέπεια του άνθρωπου.
4.
Ποτέ δέν είχα αντικρίσει με τρυφεράδα τον πατέρα-μου· ο φόβος που μου προξενούσε ήταν τόσο μεγάλος, που όλα τ” άλλα, αγάπη, σεβασμός, οικειότητα, εξαφανίζουνταν. Βαρύς ήταν ο λόγος-του, πιό βαριά η σιωπή-του* σπάνια μιλούσε* κι όταν άνοιγε το στόμα-του, τα λόγια-του ήταν μετρημένα, καλά ζυγια­σμένα, δέν μπορούσες νά βρεις πάτημα να φέρεις αντίλογο· είχε πάντα δίκιο, κι αυτό θαρρείς τον έκανε άτρωτο. Συχνά συλλογίζουμουν: άχ, να μήν είχε δίκιο, ίσως τότε νά “κανα κόμπο την καρδιά-μου να του αντιμιλήσω· μα ποτέ δέν έδινε μιά τέτοια αφορμή, κι αυτό δέν μπορούσες ποτέ να το συχωρέσεις. Ένας δρύς ήταν με σκληρό κορμό, με τραχιά φύλλα, με στυφό καρπό, χωρίς κανέναν ανθό· έτρωγε όλη τη δύναμη γύρα-του, και στον ίσκιο-του κάθε άλλο δέντρο κάτσιαζε· όμοια κάτσιαζα κι εγώ στον ίσκιο-του και δέν ήθελα να ζώ κάτω απο την ανάσα-του· παράφορες ανταρσίες ξεσπούσαν μέσα-μου όταν ήμουν νέος, ήμουν έτοιμος να ριχτώ σ” επικίντυνες περιπέτειες· μα συλλογίζουμουν τον κύρη, κι η καρδιά-μου κιότευε· νά γιατί, αντί να γίνω μεγάλος αγωνιστής στην πράξη, αναγκάστηκα, απο φόβο στον κύρη, να γράφω ό,τι θά “θελα να κάμω· το αίμα-μου το είχε καταντήσει μελάνι.
Όταν, ύστερα απο τρείς μέρες, γύρισα στο σπιτάκι της ακρο­γιαλιάς, ένιωθα ανομολόγητη, ανίερη αλάφρωση· ένα βάρος είχε φύγει από πάνω μου, ένας ίσκιος· κόπηκε το μυστικό αόρατο σκοινί που μ” έδενε με την υποταγή και με το φόβο· μπορούσα τώρα να πώ και να γράψω και να πράξω ό,τι ήθελα, δέν είχα πιά να δώσω λόγο σε κανένα· έφυγε ο κηδεμόνας, αποβασίλεψε το μάτι που έβλεπε και δέ συχωρνούσε, σκίστηκε το δουλοχάρτι· ήμουν τώρα λεύτερος, απελεύτερος.
Πολύ αργά· είχα πιά πάρει ένα δρόμο, δέν τον διάλεξα, αυτός με διάλεξε, είχαν φράξει μπροστά και πίσω-μου όλοι οι άλλοι δρόμοι, είχα βολευτεί σε ορισμένες συνήθειες, σε ορισμένες συμπάθειες κι αντιπάθειες, πολύ αργά πιά να κάμω απότομη στροφή και ν’ αλλάξω μέτωπο μάχης. το δρόμο που πήρα έπρε­πε να τον περάσω όλο, να φτάσω ώς την άκρα· τίποτα άλλο· όμως ένα κέρδος τώρα μεγάλο· είχα αλαφρώσει και μπορούσα πιά να περπατώ άνετα κι όπως εγώ ήθελα: τραγουδώντας, γελών­τας, σταματώντας, παίζοντας· δέν ντρέπουμουν, δέ φοβόμουν πιά κανένα. Στη ζωή-μου ένα μονάχα άνθρωπο φοβήθηκα, τον πατέρα-μου· τώρα ποιό να φοβηθώ; Όταν ήμουν μικρό παιδί, σήκωνα τα μάτια, τον κοίταζα και μου φαίνουνταν γίγας· όσο μεγάλωνα, όλα τα πράματα γύρα-μου μίκραιναν, άνθρωποι, σπί­τια, δέντρα· μονάχα αυτός απόμενε πάντα, όπως τον έβλεπα παιδί, γίγας· πυργώνουνταν μπροστά-μου και μου έκρυβε τον ήλιο. Μάταια απόφευγα να μένω στο πατρικό σπίτι, στη σπηλιά του λιόντα· ρεμπέλευα, ταξίδευα, ρίχνουμουν σε δύσκολες πνεματικές περιπέτειες· πάντα ανάμεσα έμενα και στο φώς ο ίσκιος-του· οδοιπορούσα κάτω από ακατάπαυτη έκλειψη ήλιου.
Σκοτάδια πολλά μέσα-μου, κύρης πολύς· σε όλη-μου τη ζωή απελπισμένα μάχουμαι να μετουσιώσω τα σκοτάδια αυτά και να τα κάμω φώς, μιά στάλα φώς· αγώνας τραχύς, χωρίς έλεος, χωρίς αναπαή, μιά στιγμή να κουράζουμουν, να σκόλαζα τον πόλεμο, ήμουν χαμένος· κι άν έβγαινα κάποτε νικητής, τί αγωνία και πόσες λαβωματιές! Δέ γεννήθηκα αγνός· μάχουμαι να γίνω. Η αρετή για μένα δέν είναι καρπός της φύσης-μου, είναι καρπός του αγώνα-μου· δέ μου την έδωκε ο Θεός, μοχτώ να την καταχτή­σω με το σπαθί-μου· το άνθος της αρετής για μένα είναι σωρός μετουσιωμένη κοπριά.
Ποτέ δέν πήρε τέλος ο πόλεμος αυτός· ώς τώρα δέ νικήθηκα ολοκληρωτικά, δέ νίκησα ολοκληρωτικά· πάντα αγωνίζουμαι, κι απο στιγμή σε στιγμή μπορώ να χαθώ όλος, μπορώ να σωθώ όλος· ακόμα περνώ της Τρίχας το γιοφύρι απάνω απο την άβυσσο.

Η οικογένεια ως βατήρας

Το σπίτι όπου έζησε το παιδάκι που ήμουν κάποτε, και τα πρόσωπα με τα οποία μοιράστηκα την οικογενειακή μου ζωή υπήρξαν ο βατήρας πάνω στον οποίο πάτησα για να εκτελέσω το άλμα προς την ενήλικη ζωή μου.

Η οικογένεια αποτελεί πάντοτε τον βατήρα, και κάποια στιγμή πρέπει να σταθούμε στην άκρη του και να πραγματοποιήσουμε το άλμα προς τον κόσμο και τη μετέπειτα ζωή.

Αν, καθώς πάω να πηδήξω από τον βατήρα, πιαστώ από κάπου και κρεμαστώ, θα μείνω εκεί να κρέμομαι και δεν θα πραγματοποιήσω το ταξίδι μου ποτέ.

Τι καλά που θα ήταν αν βρίσκαμε το θάρρος να πηδήξουμε από τον βατήρα μ” έναν θεαματικό τρόπο! Αυτό μπορεί να γίνει αν ο βατήρας είναι υγιής. Αν η οικογενειακή σχέση είναι υγιής. Αν το ζευγάρι των γονιών είναι υποστηρικτικό.

Ο βατήρας αυτός πατάει πάνω σε τέσσερα βασικά στηρίγματα, τόσο σημαντικά, που αν δεν είναι στέρεα κανένα παιδάκι δεν μπορεί να περπατήσει πάνω του χωρίς να πέσει.

Το πρώτο στήριγμα είναι η αγάπη

Ένα παιδί που δεν ένιωσε ότι το αγάπησαν οι γονείς του, έχει μια θλιβερή ιστορία: θα του είναι πολύ δύσκολο να αγαπήσει τον εαυτό του. Η αγάπη για τον εαυτό μας μαθαίνεται μέσα από την αγάπη που δεχόμαστε από τους γονείς μας. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να διδαχτούμε και αλλιώς, λέω απλώς ότι αυτός είναι ο καλύτερος τόπος και τρόπος για να το μάθουμε. Και βέβαια, ένα παιδί που δεν αγαπήθηκε δεν μπορεί ούτε το ίδιο να αγαπήσει, κι αν έτσι έχει συμβεί στη ζωή του, τι μπορεί να κάνει αργότερα στις σχέσεις του με τους άλλους;

Ο βατήρας που δεν έχει αυτό το στήριγμα είναι επικίνδυνος. Είναι δύσκολο να βαδίσει κανείς πάνω του. Είναι ένας βατήρας χωρίς ισορροπία.

Το δεύτερο στήριγμα είναι η εκτίμηση

Αν η οικογένεια δεν έχει ένα καλό απόθεμα αυτοεκτίμησης, αν οι γονείς θεωρούν ότι οι ίδιοι είναι ένα τίποτα, τότε και το παιδί θα αισθάνεται ένα τίποτα. Αν προέρχεται κανείς από ένα σπίτι όπου δεν τον εκτιμούν και δεν θεωρούν ότι αξίζει, δυσκολεύεται να πιστέψει ο ίδιος για τον εαυτό του ότι αξίζει. Τα σπίτια με ένα καλό επίπεδο αυτοεκτίμησης διαθέτουν κατάλληλους βατήρες.

Η Βιρτζίνια Σατίρ λέει: «Στις καλές οικογένειες, η χύτρα της αυτοεκτίμησης του σπιτιού είναι γεμάτη». Που σημαίνει: οι γονείς πιστεύουν ότι είναι αξιόλογοι άνθρωποι, πιστεύουν ότι τα παιδιά τους αξίζουν, ο μπαμπάς πιστεύει ότι η μαμά αξίζει, η μαμά πιστεύει ότι ο μπαμπάς αξίζει, ο μπαμπάς και η μαμά πιστεύουν ότι έχουν μια οικογένεια που αξίζει, και είναι κι οι δύο υπερήφανοι για την ομάδα που έχουν φτιάξει.

Όταν έρχεται σπίτι το παιδί και λέει: «Τι ωραία που είναι αυτή η οικογένεια!» τότε ξέρουμε πως ο βατήρας είναι γερός.

Όταν έρχεται το παιδί σπίτι και λέει: «Μπορώ να πάω να μείνω στο σπίτι της θείας Μαργαρίτας;»… τότε έχουμε πρόβλημα.

Όταν λέει ο πατέρας στο παιδί: «Γιατί τότε δεν πας να μείνεις με τη θεία σου τη Μαργαρίτα;» πάλι κάτι συμβαίνει.

Το τρίτο στήριγμα είναι οι κανόνες

Στην οικογένεια πρέπει να υπάρχουν κανόνες, με τη μόνη προϋπόθεση ότι δεν θα είναι αυστηροί. Οι κανόνες πρέπει να είναι ευέλικτοι, ελαστικοί, αμφισβητήσιμοι, συζητήσιμοι και διαπραγματεύσιμοι. Πάντως, πρέπει να υπάρχουν. Ακριβώς όπως πιστεύω ότι οι κανόνες στην οικογένεια υπάρχουν για να μπορεί κανείς να τους παραβεί και είναι δική μας υποχρέωση να βάζουμε καινούργιους, πιστεύω και ότι η διαδικασία αυτή πρέπει να βασίζεται σε μια χρονική στιγμή που τα παιδιά έχουν μάθει να μεγαλώνουν και να ωριμάζουν σ” ένα περιβάλλον με ασφάλεια και προστασία.

Αυτό είναι το περιβάλλον της οικογένειας. Οι κανόνες αποτελούν το πλαίσιο ασφάλειας και πρόβλεψης που είναι αναγκαίο για την ανάπτυξη μου. Ένα σπίτι χωρίς κανόνες δημιουργεί έναν βατήρα πάνω στον οποίο το παιδί δεν μπορεί να σταθεί για να κάνει το άλμα του στον κόσμο…

Το τελευταίο στήριγμα είναι η επικοινωνία

Για να μπορέσει να πραγματοποιηθεί το άλμα, είναι αναγκαίο να υπάρχει διαρκής και έντιμη επικοινωνία. Με κανένα άλλο θέμα δεν έχουν ασχοληθεί τόσο πολύ τα εγχειρίδια ψυχολογίας, όσο με αυτό της επικοινωνίας. Να διαβάζετε μαζί σαν ζευγάρι, να κουβεντιάζετε με τα παιδιά σας, να συζητάτε όλοι μεταξύ σας με την τηλεόραση κλειστή… Αυτός είναι ένας τρόπος για να ενισχυθεί η επικοινωνία, όχι όμως ο πιο σημαντικός.

Ουσιαστικό είναι αυτό που ξεκινάει με ερωτήσεις που κάνει κανείς με αληθινό ενδιαφέρον, μέσα από την καρδιά του: Πώς είσαι; Πώς τα πέρασες σήμερα; Θέλεις να κουβεντιάσουμε;

Και σ” αυτό το στήριγμα —αποκλειστικά σ” αυτό το στήριγμα—, στηρίζεται η δυνατότητα επανόρθωσης των υπολοίπων.

Αγάπη, εκτίμηση, κανόνες και επικοινωνία: πάνω σ” αυτόν τον βατήρα στέκεται το παιδί νια να κάνει το άλμα του στη ζωή. Για να βαδίσει, καταρχάς, τον δρόμο της αυτοεξάρτησης και, στη συνέχεια, τον δρόμο της συνάντησης με

Γιάννα στις 10 Μαΐου 2017

hessaloniki Likes χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη παροχή των υπηρεσιών του. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των ι

ΘΕΛΩ…

Θέλω να με ακούς χωρίς να με κρίνεις

Θέλω τη γνώμη σου χωρίς συμβουλές

Θέλω να με εμπιστεύεσαι χωρίς απαιτήσεις…

Θέλω τη βοήθειά σου και όχι να αποφασίζεις για μένα…

Θέλω να με προσέχεις χωρίς να με ακυρώνεις…

Θέλω να με κοιτάς χωρίς να προβάλλεις τον εαυτό σου σε μένα..

Θέλω να με αγκαλιάζεις χωρίς να με κάνεις να ασφυκτιώ…

Θέλω να μου δίνεις ζωντάνια χωρίς να με σπρώχνεις…

Θέλω να με υποστηρίζεις χωρίς να με φορτώνεσαι…

Θέλω να με προστατεύεις χωρίς ψέματα…

Θέλω να με πλησιάζεις χωρίς να εισβάλλεις…

Θέλω να ξέρεις τις πλευρές μου που πιο πολύ σε ενοχλούν..

Να τις αποδέχεσαι και να μην προσπαθείς να τις αλλάξεις…

Θέλω να ξέρεις… πως σήμερα μπορείς να βασίζεσαι πάνω μου…

 

 

Γιάννα στις 5 Μαΐου 2017

…»Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται, άπαξ, που λένε, σα μια μοναδική ευκαιρία. Τουλάχιστον μ’ αυτή την αυτόνομη μορφή της δεν πρόκειται να ξανα-υπάρξουμε ποτέ. Και μείς τι την κάνουμε ρε, αντί να τη ζήσουμε; Τι την κάνουμε; Τη σέρνουμε από δω κι από κει δολοφονώντας την.

Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις. Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις; Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματος, πώς να οργανώσεις τα συναισθήματα.

Έτσι, μ’ αυτή την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες σα να μας είναι βάρος, και μας είναι βάρος, γιατί δε ζούμε, κατάλαβες; Όλο κοιτάμε το ρολόι, να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ’ την αρχή.

Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που θα τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν “αξίες”, σαν “ηθική”, σαν “πολιτισμό”.

Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να παίξουμε και να χαρούμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να κάνουμε έρωτα, να απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τον διπλανό μας.

Όλα, όλα τα αφήνουμε για το αύριο που δε θα ‘ρθει ποτέ… Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος και δεν πάμε πουθενά αλλού, παρά μόνο στο θάνατο, και εμείς οι μαλάκες, αντί να κλαίμε το δειλινό που χάθηκε άλλη μια μέρα απ’ τη ζωή μας, χαιρόμαστε.

Η κορυφαία πολιτική μάχη

Όταν συνειδητοποίησα ότι δε μπορώ να αλλάξω το σύστημα, άρχισα να αγωνίζομαι να μη με αλλάξει αυτό.

Αγωνίζομαι να μείνω άνθρωπος. Και αυτό είναι η κορυφαία πολιτική μάχη. Να μπορείς να αποφύγεις τη βαρβαρότητα αυτής της εποχής. Να μπορείς να παραμείνεις άνθρωπος με τρυφερότητα. Με το δικό σου βλέμμα.

Η ζωή είναι ένα δώρο που μας δίνεται μία φορά. Οι περισσότεροι άνθρωποι όταν ξημερώνει λένε “άντε να τελειώσει κι αυτή η κωλομέρα”. Και δεν καταλαβαίνουν ότι κάνουν άλλο ένα βήμα προς το θάνατο.

“Τολμάτε ρε!”

Τολμάτε ρε, τολμάτε! Γράψτε αυτό που θέλετε, αυτό που σκέφτεστε. Απορρίψτε τις σκοπιμότητες.

Εγώ έγραφα, κι έγραφα με την ψυχή, κι όταν με είπαν συγγραφέα πρώτη φορά τα ‘χασα! Μα, σοβαρά μιλάτε ρε παιδιά, συγγραφέας; Δεν είχα καμία τέτοια πρόθεση απλά στις παρέες, στον κήπο, τους έλεγα ιστορίες και μου έλεγαν, ρε Χρόνη γιατί δεν τα γράφεις αυτά τα πράγματα; Κι έτσι βγήκε.

Γιατί τα βιώματα ήταν ουσιαστικά. Κατάλαβες; Ζούσαμε. Είχε συνέχεια η ζωή μας, δεν ήταν αυτή η γκρίζα καθημερινότητα, αλλά ήταν μεγάλο κατόρθωμα να παραμείνεις άνθρωπος.

Ήταν πολύ σημαντικό να μπορείς να κοιτάξεις τη μάπα σου το πρωί στον καθρέφτη και να πεις, “είμαστε εντάξει ρε μάγκα, πάμε”.

Ο μόνος δρόμος

Εκείνο που μπορώ να υποστηρίξω το υποστηρίζω: ότι ο μόνος δρόμος, ο οποίος δεν μας οδηγεί σε κανένα λάκκο, σε καμιά λακκούβα, σε κανένα κακό συναπάντημα, είναι ο δρόμος της αγάπης, είναι ο δρόμος της τρυφερότητας, είναι ο δρόμος της κατανόησης, είναι ο δρόμος της υπεράσπισης της διαφορετικότητας του άλλου! Αυτός είναι ο μόνος δρόμος. Αν τον ακολουθήσουμε αυτόν τον δρόμο δεν κινδυνεύουμε. Ούτε εμείς ούτε οι συνάνθρωποί μας.

Να ‘σαι άνθρωπος δημιουργικός και ευαίσθητος. Και να αγαπάς. Να αγαπάς! Να μπορείς να μετατρέπεις κάθε μέρα την αγάπη σε αγαπημένο. Η φρέζα μου που είναι εκεί φυτεμένη την αγαπάω, την βλέπω κάθε πρωί, καταλαβαίνεις; Ή έναν συγκεκριμένο άνθρωπο… Όλα τα άλλα… Παρέες, ρε, μπορείς να κάνεις παρέες; Φιλία. Έρωτα! Κάντε έρωτα, αγαπηθείτε κάντε τις παρέες σας, σκεφτείτε, αναπτύξτε την κριτική σας σκέψη»…

 

 

 

 

Γιάννα στις 29 Απριλίου 2017

«ΤΟ ΕΝΙΩΣΑ ΑΥΤΟ, ΠΟΛΥ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΚΙ ΑΠΟ ΤΗ ΣΚΗΝΗ το μέτωπο που διηγήθηκα πριν, δυο μήνες αργότερα, όταν βρέθηκα στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου των Ιωαννίνων, με όλες τις ενδείξεις τις επιστημονικές ότι δεν πρόκειται να ξανασηκωθώ. Πριν από τ’ αντιβιοτικά, ο τύφος δεν είχε άλλη σωτηρία από την αντοχή του οργανισμού σου. Έπρεπε να υπομένεις, ακίνητος υποχρεωτικά, με πάγο στην κοιλιά και μερικά κουταλάκια γάλα ή πορτοκαλόζουμο για τροφή, όλες τις ατέλειωτες μέρες που βαστούσε ο πυρετός, σαράντα ακατέβατα. Κι ο Θεός βοηθός. ΈΤΥΧΕ ΝΑ ΠΕΡΑΣΩ ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΚΡΙΣΗ τις ημέρες ακριβώς που άρχισε η επίθεση των Γερμανών. Δεν ήταν και τόσο ρόδινα τα πράγματα. Το κρεβάτι μου βρισκότανε πλάι στο παράθυρο και κάθε φορά, θυμάμαι, που σήμαινε συναγερμός όλοι οι άλλοι άρρωστοι (το νοσοκομείο ήταν παθολογικό και δεν είχε τραυματίες) μαζί με τις νοσοκόμες και τους γιατρούς τρεχοκοπούσανε στα καταφύγια. ΜΕ ΤΟΥΣ ΓΕΡΜΑΝΟΥΣ ΔΕΝ ΗΤΑΝΕ ΦΡΟΝΙΜΟ ΝΑ ΠΑΡΙΣΤΑΝΟΥΝ ΤΟ ΠΑΛΙΚΑΡΙ. Πριν φύγουν από το θάλαμο μού άνοιγαν τα τζάμια, μήπως και σπάσουν και με χτυπήσουν τα θραύσματα. Κι απόμενα έτσι ολομόναχος μέσα στον άδειο θάλαμο, που μου φαινότανε ξαφνικά ότι μεγάλωνε, γινότανε απέραντος, με τα ξέστρωτα κρεβάτια, τα κουβαριασμένα σεντόνια, τις εφημερίδες, τα σακίδια, μια σταματημένη απότομα ζωή, ένα είδος Πομπηίας του κλειστού χώρου, απ’ όπου αναδυόμουν και επέπλεα μετέωρος, βουτηγμένος μέσα σε μια παράξενη ηρεμία. Ώσπου σε λίγο άρχιζαν οι εκρήξεις, που ολοένα πλήθαιναν και πλησίαζαν. ΑΥΤΟ ΠΙΑ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΠΟΛΕΜΟΣ, ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ. Δεν υπήρχανε στρατεύματα, όπλα, υπηρεσίες, επιτελεία. Τίποτε. Μονάχα το αόρατο εκείνο τέρας που μπουμπούνιζε από ψηλά. Κι εγώ ασάλευτος, με την πληγιασμένη ράχη και το κομμάτι τ’ ουρανού απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο. Ένα αίσθημα που δεν είχα δοκιμάσει ποτέ όσο ήμουν τριγυρισμένος από τους στρατιώτες μου αναπηδούσε τώρα μέσα μου, πολλαπλασιαζότανε, με χίλιες φωνές μου έκρενε: «πρέπει, πρέπει, πρέπει να ζήσεις, να νικήσεις, να τα βγάλεις πέρα». ΘΑ ‘ ΝΑΙ ΦΑΙΝΕΤΑΙ, ΣΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΑΝΙΣΟ ΑΓΩΝΑ που ξυπνάει όλος ο άντρας. Και ο ποιητής. Η ιδέα ενός βιβλίου με κρατούσε – όπως άλλους ένα εικόνισμα. Το έβλεπα, το φυλλομετρούσα, τα ποιήματα που δεν είχα γράψει, και που θα ήθελα να είχα γράψει, γεμίζανε με το εξωτερικό τους σχήμα τις σελίδες του, δεν απόμενε παρά να τα «γεμίσω», όπως γεμίζεις μια σειρά από άδεια ποτήρια, και αμέσως τι δύναμη, τι ελευθερία, τι αψηφησιά στις βόμβες και στο θάνατο. Να ‘χεις βγάλει τον εαυτό σου τον πραγματικό, από τον άλλο τον καθημερινό, έξω, και να τον βλέπεις αντίκρυ σου άτρωτον, άφθαρτον, προσιτό στα μέλλοντα όπου πια εσύ δε θα συμμετέχεις, τι ανακούφιση!» «ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΜΕΡΑ, ΟΤΑΝ ΕΙΔΑ ΝΑ ΜΕ ΠΛΗΣΙΑΖΕΙ ΕΝΑΝ ΠΑΠΑΣ με το δισκοπότηρο στο χέρι, μόνο που δε γάβγισα. Το ‘βαλε στα πόδια, και οι άλλοι άρρωστοι, θαρρώ, γελούσανε. Όμως εγώ δε βάσταξα πια κι έβαλα τα κλάματα. Οι γιατροί μαζεύτηκαν γύρω μου, κάτι είπανε μεταξύ τους, και στο τέλος ένας απ’ αυτούς μου έκανε μια ένεση. Βυθίστηκα στον ύπνο για ώρες πολλές. Και την άλλη μέρα –κάτι απίστευτο– ξύπνησα σχεδόν απύρετος. Είχα περάσει τη μεγάλη κρίση. Το βιβλίο που ονειρευόμουνα θα μπορούσε ίσως να γίνει. ΚΑΙ ΤΩΡΑ, ΒΕΒΑΙΑ, ΠΟΥ ΓΡΑΦΩ, ύστερα από τόσα χρόνια, το ιδανικό αυτό βιβλίο δεν έγινε. Αλλά τι σημαίνει; Η ελπίδα του με κράτησε στη ζωή, και τότε που δεν ήξερα και τώρα που κατάλαβα ότι τα ιδανικά βιβλία δε γίνονται ποτέ. “Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι”. Να πάλι το passe-partout Καβάφη»

. [Πηγή: www.doctv.gr]

Γιάννα στις 29 Απριλίου 2017

» Ξεκινάς αυτό το ταξίδι μόνο όταν έχεις δει πραγματικά αυτή την αλήθεια: ότι πρέπει να βαδίσεις ολομόναχος. Και τότε είσαι μόνος. Και βαδίζεις χωρίς πίκρα ή κυνισμό, χωρίς απελπισία, αλλά επειδή βλέπεις το γεγονός ότι η μοναξιά είναι απόλυτα απαραίτητη. Το γεγονός αυτό και η αντίληψη αυτού του γεγονότος κάνουν κάποιον ελεύθερο να βαδίσει μόνος. Το βιβλίο, ο σωτήρας, ο δάσκαλος, όλα αυτά είσαι ΕΣΥ. Πρέπει, λοιπόν, να ερευνήσεις μέσα σου, πρέπει να μάθεις τον εαυτό σου. Κι αυτό δεν σημαίνει να συσσωρεύσεις γνώση για τον εαυτό σου και ύσtερα με αυτή τη γνώση να κοιτάζεις την κίνηση της ίδιας σου της σκέψης. Για να μάθεις τον εαυτό σου, για να γνωρίζεις τον εαυτό σου, πρέπει να παρατηρείς με φρεσκάδα, με ελευθερία. Δεν μπορείς να μάθεις κάτι για τον εαυτό σου αν απλώς χρησιμοποιείς κάποια γνώση που έχεις πάρει, δηλαδή αν κοιτάς τον εαυτό σου με γνώμονα όσα έχεις μάθει από κάποιο καθοδηγητή, κάποιο βιβλίο ή κι από την ίδια σου την εμπειρία. Το “εγώ” είναι μια εξαιρετική οντότητα, είναι κάτι περίπλοκο, ζωτικό, εκπληκτικά ζωντανό, που αλλάζει αδιάκοπα και περνάει από όλων των ειδών τις εμπειρίες. Είναι ένας στρόβιλος τεράστιας ενέργειας και δεν υπάρχει κανείς να σου διδάξει τίποτα για αυτό-ΚΑΝΕΙΣ! Τούτο είναι το πρώτο που πρέπει να καταλάβει κανείς! Όταν το καταλάβεις μία και καλή αυτό, όταν δεις πραγματικά την αλήθεια του, τότε έχεις ήδη απελευθερωθεί από ένα βαρύ φορτίο: έχεις πάψει να περιμένεις από κάποιον άλλο να σου πει τι να κάνεις. Υπάρχει ήδη η αρχή του εκπληκτικού αρώματος της ελευθερίας».

Γιάννα στις 19 Μαρτίου 2017

…….«ΘΑ ‘ΘΕΛΑ ΝΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑ ΝΑ ΤΡΙΓΥΡΙΣΩ σε κείνα τα πανύψηλα, αιχμηρά βουνά, όπου οι άνθρωποι πεθαίνουν από δίψα και κρύο, να γνωρίσω την «εξωχρονική ιστορία», τον απόλυτο χώρο και χρόνο, όπου δεν υπάρχουν μήτε ανθρώπινα όντα, μήτε ζώα, μήτε βλάστηση, κι όπου μπορεί κανείς να τρελαθεί απ” τη μοναξιά. Να βρεθώ εκεί όπου οι άναρθρες κραυγές έχουν αντικαταστήσει την ομιλία κι όλα είναι αδέσμευτα, απεριόριστα, ελευθερωμένα από τη συνάρτησή τους με το χρόνο.

ΛΑΧΤΑΡΩ ΕΝΑΝ ΚΟΣΜΟ ΟΠΟΥ ΟΙ ΑΝΤΡΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ, θα “ναι σιωπηλοί σαν τα δέντρα (γιατί, αλίμονο, στον κόσμο μας μιλούμε τόσο πολύ, που το πράγμα έχει καταντήσει αφόρητο). Έναν κόσμο όπου οι ποταμοί -ανώνυμοι, άγνωστοι, ελεύθεροι από κάθε μυθολογία- θα σε κουβαλούν από μέρος σε μέρος και θα σε φέρνουν σ” επαφή μ” άλλους ανθρώπους και θα σε βοηθούν να γνωρίσεις την αρχιτεκτονική, τη θρησκεία, τα φυτά και τα ζώα διάφορων τόπων

.ΠΟΘΩ ΜΕΓΑΛΟΥΣ ΚΙ ΑΔΑΜΑΣΤΟΥΣ ΠΟΤΑΜΟΥΣ, χωρίς βάρκες και πλοία, ποταμούς που μέσα τους θα πνίγονται τα ανθρώπινα όντα, βουλιάζοντας όχι πια στο μύθο, την παράδοση, τα βιβλία και την σκόνη του παρελθόντος, αλλά στο χρόνο, στο διάστημα και στην ιστορία. Ποταμούς τεράστιους, δημιουργούς απέραντων ωκεανών, όμοιων με τον Δάντη και τον Σαίξπηρ, ποταμούς που δε θα κινδυνεύουν να ξεραθούν μες στο κενό του παρελθόντος.

ΩΚΕΑΝΟΥΣ, ΝΑΙ! ΑΣ ΒΡΟΥΜΕ, ΣΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ ΑΣ ΕΦΕΥΡΟΥΜΕ νέους ωκεανούς, παρθένους, άγνωστους, που θα μας ξεπλύνουν απ” το παρελθόν, ωκεανούς, που θα δημιουργήσουν νέες γεωλογικές κατατάξεις και νέους γεωλογικούς ηπείρους. Ωκεανούς που θα καταστρέφουν και συνάμα θα συντηρούν, ωκεανούς που θα μπορείς να ξανοιχτείς σ” αναζήτηση νέων ανακαλύψεων και νέων οριζόντων…».

«ΠΙΣΤΕΥΩ ΠΩΣ ΣΗΜΕΡΑ, ΠΙΟΤΕΡΟ ΑΠΟ ΠΟΤΕ, είμαστε υποχρεωμένοι να σκαλίζουμε τα βιβλία, ακόμα κι αν στο καθένα απ” αυτά δεν υπάρχει παρά μονάχα μια αξιόλογη σελίδα, γιατί οφείλουμε να ψάχνουμε ακατάπαυστα για να βρούμε το κάθε κομμάτι, το κάθε ξεσκαλίδι, το κάθε θραύσμα που θα μπορούσε να περικλείει μέσα του λίγο μέταλλο, το καθετί που θα μπορούσε να βοηθήσει στην ανάσταση των ψυχών και των σωμάτων.

ΜΠΟΡΕΙ ΒΕΒΑΙΑ ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΟΙ, μπορεί να μην υπάρχει ελπίδα σωτηρίας για κανένα μας, αλλά ακόμα κι αν αυτό αληθεύει, δεν είναι σωστό να παραδοθούμε και να υποκύψουμε στη μοίρα μας χωρίς μάχη»……

Γιάννα στις 18 Μαρτίου 2017

 

Η ομιλία του Γ. Σεφέρη κατά την απονομή του βραβείου Νομπέλ στη Λογοτεχνία

Στοκχόλμη, 10 Δεκεμβρίου 1963

Τούτη την ώρα αισθάνομαι πως είμαι ο ίδιος μια αντίφαση. Αλήθεια, η Σουηδική Ακαδημία έκρινε πως η προσπάθειά μου σε μια γλώσσα περιλάλητη επί αιώνες, αλλά στην παρούσα μορφή της περιορισμένη, άξιζε αυτή την… υψηλή διάκριση. Θέλησε να τιμήσει τη γλώσσα μου, και να – εκφράζω τώρα τις ευχαριστίες μου σε ξένη γλώσσα. Σας παρακαλώ να μου δώσετε τη συγγνώμη που ζητώ πρώτα-πρώτα από τον εαυτό μου.

Ανήκω σε μια χώρα μικρή. Ένα πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού του, τη θάλασσα, και το φως του ήλιου. Είναι μικρός ο τόπος μας, αλλά η παράδοσή του είναι τεράστια και το πράγμα που μας χαρακτηρίζει είναι ότι μας παραδόθηκε χωρίς διακοπή. Η ελληνική γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται. Δέχτηκε τις αλλοιώσεις που δέχεται καθετί ζωντανό, αλλά δεν παρουσιάζει κανένα χάσμα. Άλλο χαρακτηριστικό αυτής της παράδοσης είναι η αγάπη της για την ανθρωπιά· κανόνας της είναι η δικαιοσύνη. Στην αρχαία τραγωδία, την οργανωμένη με τόση ακρίβεια, ο άνθρωπος που ξεπερνά το μέτρο, πρέπει να τιμωρηθεί από τις Ερινύες. Ο ίδιος νόμος ισχύει και όταν ακόμα πρόκειται για φυσικά φαινόμενα: “Ήλιος ουχ υπερβήσεται μέτρα” λέει ο Ηράκλειτος, “ει δε μη, Ερινύες μιν Δίκης επίκουροι εξευρήσουσιν”.

Συλλογίζομαι πως δεν αποκλείεται ολωσδιόλου να ωφεληθεί ένας σύγχρονος επιστήμων, αν στοχαστεί τούτο το απόφθεγμα του Ίωνα φιλοσόφου. Όσο για μένα συγκινούμαι παρατηρώντας πως η συνείδηση της δικαιοσύνης είχε τόσο πολύ διαποτίσει την ελληνική ψυχή, ώστε να γίνει κανόνας και του φυσικού κόσμου. Και ένας από τους διδασκάλους μου (εννοεί τον Μακρυγιάννη), των αρχών του περασμένου αιώνα, γράφει: “…θα χαθούμε γιατί αδικήσαμε…” Αυτός ο άνθρωπος ήταν αγράμματος· είχε μάθει να γράφει στα τριανταπέντε χρόνια της ηλικίας του. Αλλά στην Ελλάδα των ημερών μας, η προφορική παράδοση πηγαίνει μακριά στα περασμένα όσο και η γραπτή. Το ίδιο και η ποίηση. Είναι για μένα σημαντικό το γεγονός ότι η Σουηδία θέλησε να τιμήσει και τούτη την ποίηση και όλη την ποίηση γενικά, ακόμη και όταν αναβρύζει ανάμεσα σ’ ένα λαό περιορισμένο. Γιατί πιστεύω πως τούτος ο σύγχρονος κόσμος όπου ζούμε, ο τυραννισμένος από το φόβο και την ανησυχία, τη χρειάζεται την ποίηση. Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα, και τι θα γινόμασταν αν η πνοή μας λιγόστευε; Είναι μια πράξη εμπιστοσύνης κι ένας Θεός το ξέρει αν τα δεινά μας δεν τα χρωστάμε στη στέρηση εμπιστοσύνης.

Παρατήρησαν, τον περασμένο χρόνο γύρω από τούτο το τραπέζι, την πολύ μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις ανακαλύψεις της σύγχρονης επιστήμης και στη λογοτεχνία· παρατήρησαν πως ανάμεσα σ’ ένα αρχαίο ελληνικό δράμα και ένα σημερινό, η διαφορά είναι λίγη. Ναι, η συμπεριφορά του ανθρώπου δε μοιάζει να έχει αλλάξει βασικά. Και πρέπει να προσθέσω πως νιώθει πάντα την ανάγκη ν’ ακούσει τούτη την ανθρώπινη φωνή που ονομάζουμε ποίηση. Αυτή τη φωνή που κινδυνεύει να σβήσει κάθε στιγμή από στέρηση αγάπης και ολοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγημένη, ξέρει πού να βρει καταφύγιο· απαρνημένη, έχει το ένστικτο να πάει να ριζώσει στους πιο απροσδόκητους τόπους. Γι’ αυτή δεν υπάρχουν μεγάλα και μικρά μέρη του κόσμου. Το βασίλειό της είναι στις καρδιές όλων των ανθρώπων της γης.

Έχει τη χάρη να αποφεύγει πάντα τη συνήθεια, αυτή τη βιομηχανία. Χρωστώ την ευγνωμοσύνη μου στη Σουηδική Ακαδημία που ένιωσε αυτά τα πράγματα· που ένιωσε πως οι γλώσσες, οι λεγόμενες περιορισμένης χρήσης, δεν πρέπει να καταντούν φράχτες όπου πνίγεται ο παλμός της ανθρώπινης καρδιάς· που έγινε ένας Άρειος Πάγος ικανός: να κρίνει με αλήθεια επίσημη την άδικη μοίρα της ζωής, για να θυμηθώ τον Σέλεϋ, τον εμπνευστή, καθώς μας λένε, του Αλφρέδου Νόμπελ, αυτού του ανθρώπου που μπόρεσε να εξαγοράσει την αναπόφευκτη βία με τη μεγαλοσύνη της .

Σ’ αυτόν τον κόσμο, που ολοένα στενεύει, ο καθένας μας χρειάζεται όλους τους άλλους. Πρέπει ν’ αναζητήσουμε τον άνθρωπο, όπου κι αν βρίσκεται. Όταν, στο δρόμο της Θήβας, ο Οιδίπους συνάντησε τη Σφίγγα, κι αυτή του έθεσε το αίνιγμά της, η απόκρισή του ήταν: ο άνθρωπος. Τούτη η απλή λέξη χάλασε το τέρας. Έχουμε πολλά τέρατα να καταστρέψουμε. Ας συλλογιστούμε την απόκριση του Οιδίποδα.

 

_______

Γιάννα στις 7 Μαρτίου 2017

ΕΠΤΑ ΦΟΡΕΣ ΠΕΡΙΦΡΟΝΗΣΑ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΜΟΥ

Την πρώτη φορά όταν την είδα να δειλιάζει μπροστά στη λαχτάρα της να φτάσει στα ύψη.

-τη δεύτερη φορά όταν την είδα να κουτσαίνει μπροστά στους ανάπηρους.

-την τρίτη φορά όταν της δόθηκε να διαλέξει ανάμεσα στο δύσκολο και το εύκολο και εκείνη διάλεξε το εύκολο.

-την τέταρτη φορά όταν έκανε κάποιο κακό και παρηγορήθηκε ότι και οι άλλοι κάνουν κακό.

-την πέμπτη φορά όταν ανέχτηκε από αδυναμία, και δικαιολόγησε την ανοχή της σαν δύναμη.

-την έκτη φορά όταν περιφρόνησε την ασχήμια κάποιου προσώπου και δεν ήξερε ότι αυτό το πρόσωπο ήταν μια από τις δικές της μάσκες.

-και την έβδομη φορά όταν τραγούδησε τραγούδι επαίνου και το θεώρησε αρετή…»

ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΚΑΙ Ο ΓΕΡΟΣ

Κάποτε, ζούσε ένας άνθρωπος ανάμεσα στους λόφους, που είχε στην ιδιοκτησία του ένα άγαλμα, σμιλεμένο από αρχαίο τεχνίτη. Κειτόταν εκεί, στην πόρτα του, με το πρόσωπο προς τα κάτω κι εκείνον ούτε που τον ένοιαζε γι΄αυτό. Μια μέρα, πέρασε απ΄το σπίτι του ένας άνθρωπος από την πόλη, ένας άνθρωπος της γνώσης, και, βλέποντας το άγαλμα, ρώτησε τον ιδιοκτήτη αν θα΄θελε να το πουλήσει.

Ο ιδιοκτήτης γέλασε και είπε: «Και ποιος παρακαλώ θα θέλει ν΄αγοράσει αυτή τη μαυρισμένη και βρώμικη πέτρα;». Ο άνθρωπος από την πόλη είπε: «Εγώ, θα σου δώσω ετούτο το νόμισμα τ΄ασημένιο, γι΄αυτή την πέτρα». Κι ο άλλος άνθρωπος έμεινε κατάπληκτος και κατενθουσιασμένος.

Το άγαλμα μεταφέρθηκε στην πόλη, στη ράχη ενός ελέφαντα. Και μετά από πολλά φεγγάρια, ο άνθρωπος απ΄τους λόφους, πήγε στην πόλη και εκεί που περπατούσε στους δρόμους, είδε πλήθος μπρος σ΄ένα μαγαζί και κάποιον που με δυνατή φωνή διαλαλούσε: «Ελάτε μέσα και δείτε τ΄ομορφότερο, το θαυμαστότερο άγαλμα όλου του κόσμου! Μόνο δυο ασημένια νομίσματα για να κοιτάξετε αυτό το θαυμάσιο έργο ενός δεξιοτέχνη του είδους!».

Μετά απ΄αυτό, ο άνθρωπος απ΄τους λόφους πλήρωσε δυο νομίσματα ασημένια και μπήκε μες στο μαγαζί να δει το άγαλμα που είχε πουληθεί από τον ίδιο για ένα νόμισμα ασημένιο.

Το παραπάνω απόσπασμα του Χαλίλ Γκιμπράν μας θυμίζει ότι πολλές φορές δεν δίνουμε σημασία σε αυτά που θεωρούμε δεδομένα μέχρι να είναι πολύ αργά. Για την ακρίβεια, από τη στιγμή που θα θεωρήσουμε κάτι ως δεδομένο, ένα αντικείμενο, έναν άνθρωπο, την υγεία μας – οτιδήποτε – ουσιαστικά μειώνουμε την αξία του. Μέχρι η ζωή να μας υπενθυμίσει ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο. Αλλά τότε είναι αργά.

Γι αυτό, αγαπητοί φίλοι, εκτιμήστε αυτά που έχετε, τους ανθρώπους που σας αγαπούν και που αγαπάτε και μην μην αφήνετε τη ρουτίνα να μειώσει την αξία αυτών που μετράνε. Η ζωή δίνει απλόχερα, το αν μπορούμε να κρατήσουμε αυτά που μας δίνει είναι δικό μας θέμα.