Ξύπνησα το πρωί, κι έφτιαξα δυο καφέδες. Έβαλα και δυο κομμάτια σάμαλι. Είπα, κάποιος θα διαβεί να τον κεράσω.
Πέρασε ώρα. Κανείς δεν φάνηκε.
Τα μάζεψα. Φύλαξα τα κομμάτια του γλυκού. Άδειασα τον καφέ κι έπλυνα τα φλυτζάνια. Αέρισα τα σκεπάσματα.
Ήλιο είχε και τ’ άπλωσα να τα ζεστάνει. Έκατσα στην βεράντα μου κι αγνάντεψα ως εκεί που έφτανε το μάτι μου. Χόρτασα εικόνες.
Γιόμισε η ψυχή μου πρωινά χρώματα, και μυρωδιές που άφησε η αυγή στο διάβα της.
Άνοιξα ένα βιβλίο να συνεχίσω το διάβασμα. Χθες το βράδυ ξεκίνησα το νέο βιβλίο. Είχα σταματήσει στην σελίδα είκοσι πέντε.
Εκεί που η ματιά της ηρωίδας του, έπεσε πάνω στο τρύπιο παντελόνι του.
Τον ρώτησε γιατί κυκλοφορεί με την τρύπα, κι απάντησε, έτσι είναι αυτός. Σέρνει και τις τρύπες μαζί του.
Κι η καρδιά του, έχει. Και η ψυχή του, αλλά δεν φαίνονται. Τις έραψε η λησμονιά. Μόνο σαν φυσάει πολύ μοναξιά μπαίνει το κρύο και κρυώνει. Για λίγο όμως.
Τις κλείνει ο πόνος.
Εκείνος ο πόνος που δεν αφήνει τίποτα να διαβεί μέσα σου.
Έκλεισα το βιβλίο, κι άφησα το βλέμμα μου ξανά να πλανηθεί. Ταξίδεψε πολύ μακριά κι ακούμπησε στην δική μου τρύπα.
Σε κείνη την τρύπα που την έραψα και ‘γω με χοντρή κλωστή, μουσκεμένη από δάκρυα.
Την έραψα με ένα κομμάτι σκληρό πίκρας, κι έβαλα πάνω της μια πλάκα πέτρινη δύναμης.
Μα δεν σκέφτηκα να γεμίσω το κενό. Κι ήρθαν στιγμές που φύσαγε στο βάθος της. Με τα χρόνια την γέμιζα σιγά σιγά,ώσπου πια δεν σφύριζε το κενό της.
Νέος ήταν ο διαβάτης του βιβλίου. Νέος. Θα τις γέμιζε τις τρύπες του με τον καιρό, μόνο που η ηρωίδα δεν το γνώριζε.
Το έμαθε αργότερα κι αυτή. Τον ακολούθησε, να ανοίξει τις δικές της τρύπες. Όπως έμαθε πως δεν περπατάμε αντάμα με τους ανέμους που σφυρίζουν στα κενά.
Πέφτουμε μέσα κι ανοίγουμε τις τρύπες μας. Κλείνω το βιβλίο στην σελίδα σαράντα πέντε, με τον σελιδοδείχτη μου τον ξύλινο, δώρο του εγγονού μου στα γενέθλια των εξήντα πέντε μου χρόνων.
Είχε γράψει πάνω του, (Στην γιαγιά μου! Στην δική μου σελίδα! )
Το άφησα στο τραπέζι, και σηκώθηκα να μαζέψω τα σκεπάσματά μου, να τα στρώσω στο κρεβάτι μου.
Καίγανε από τον ήλιο. Είχε περάσει αρκετή ώρα και χόρτασαν και κείνα ζεστασιά, να μου την δώσουν το βράδυ.
Έβαλα να φάω. Δυο πιάτα στο τραπέζι μου, δυο πηρούνια, δυο ποτήρια. Κάποιος θα έρθει σκέφτηκα. Έτοιμο να το’ χω.
Μόνη μου έφαγα. Κανείς δεν ήρθε.
Τα μάζεψα, τα άφησα στον νεροχύτη. Θα τα βάλω στο πλυντήριο αργότερα μαζί με ό,τι μαζευτεί στη διάρκεια της μέρας.
Πήρα ένα περιοδικό με προορισμό διακοπών.
Το ξεφύλλιζα μήπως και σταθώ κάπου που θα μου αρέσει να πάω. Παρέα μου τα βιβλία, κι ο σελιδοδείχτης μου ο ξύλινος. Διάλεξα ένα μέρος με βουνό για διακοπές.
Είχε στην πλαγιά του μικρά σπιτάκια, για οικογένειες και για μοναχικούς επισκέπτες, μέσα στο πράσινο.
Στο τελείωμα της πλαγιάς, ένας μεγάλος ποταμός περνούσε με τα ήσυχα νερά του, παίρνοντας μαζί του και την σκέψη σου, να την χύσει στην ψυχή της θάλασσας.
Εκεί θα πάω είπα και βγήκα να περπατήσω. Δεν κοιμάμαι τα μεσημέρια. Να κουραστώ θέλω να μπορέσω το βράδυ να κοιμηθώ ευκολότερα. Σαν ήμουν νέα, έλεγα, θα χορτάσω τον ύπνο μου στα “γεράματα”, που να φανταστώ πως τότε ο ύπνος μου θα ήταν μόνο πέντε με έξι ώρες.
Γύρισα, κι ήταν ώρα για τον απογευματινό καφέ. Ξανά δυο φλυτζάνια, ξανά το γλυκό στο πιατάκι. Κανείς επισκέπτης.
Μια μικρή ομάδα από έξι εφτά πουλιά διάβηκαν μονάχα.
Πέταξε το γλυκό στον αέρα….έτσι, να πω πως τα κέρασα μα κείνα
φτερούγισαν και χάθηκαν.
Πόση μοναξιά, να θες να προσφέρεις, και να μην έχεις που; Κι έβαλα τα γέλια, να της δείξω πως την βρίσκω αστεία..’Οχι. Δεν θα με μελαγχολήσει.
Μπήκα ξανά στο βιβλίο μου. Σελίδα σαράντα πέντε. Να το τελειώσω ήθελα πριν φύγω για διακοπές. Θα έπαιρνα άλλο μαζί μου. Η ηρωίδα πέταξε το τρύπιο παντελόνι του. Τον ακολούθησε, αφού πήρε καινούργιο, να ταξιδέψουν μαζί.
Εκείνος έκλεισε τις τρύπες του, πέφτοντας μέσα εκείνη, κι έφυγε. Την άφησε να βγει μόνη της, και βγήκε.
Ήθελα να της πω, πως δεν πετάμε πάνω από τα κενά των άλλων. Μα το έμαθε μόνη της. Στην σελίδα ογδόντα δύο, το είπε.
Είπε, πως τις τρύπες του, ο κάθε ένας πρέπει μόνος του να τις κλείσει, και πως ο άλλος δεν είναι το υλικό για να τις κλείνει. Τις τρύπες μας, να τις γεμίζουμε με ζωή.
Έτσι θα μπορέσει ο συνοδοιπόρος μας να πατήσει πάνω τους στέρεα, για όσο κρατήσει το ταξίδι μας.
Ήθελα να της το πω, μα το κατάλαβε μόνη της κι ήταν καλύτερα έτσι. Η γνώση είναι κείνη που σε προστατεύει, κι όχι η θεωρία.
Σελίδα διακόσια δέκα, η ηρωίδα είχε την δική μου ηλικία.
Καθισμένη στην βεράντα του σπιτιού της, σκεφτότανε να πάει ένα ταξίδι. Με τις τρύπες της και κείνη να μην σφυρίζουν πλέον, σαν τις δικές μου, που από χρόνια έπαψαν να κάνουν θόρυβο.
Μόνη θα ταξίδευε και κείνη. Δεν ξέρω αν είχε κάποιο σελιδοδείχτη στις αποσκευές της. Μα και να’ χε, δώρο δεν θα ήταν. Ακόμα και να ήταν, δεν θα έγραφε πάνω, (Στην γιαγιά μου! Στην δική μου σελίδα )
Κάποια πράγματα, είναι μόνο δικά μας, γιατί προέρχονται από ξεχωριστούς και μοναδικούς ανθρώπους της ζωής μας.
Σελίδα διακόσια εβδομήντα, η ηρωίδα έκλεινε τις βαλίτσες της. Πετούσε σε τρεις ώρες. Η πτήση της ήταν γεμάτη γνώση. Επέλεξε θάλασσα να παίξει με τα κύματα.
Εγώ είμαι στο δωμάτιο της πλαγιάς. Ένα παράθυρο μεγάλο, βλέπει στο ποτάμι που κυλάει ήσυχα.
Είναι απόγευμα, πήρα το ποδήλατό μου και πηγαίνω μαζί με τα νερά του ποταμού στην άκρη της όχθης. Κοντεύει να βασιλέψει ο ήλιος, κι αποφάσισα να γυρίσω.
Αφήνω το ποδήλατό μου στον ειδικά διαμορφωμένο χώρο για ποδήλατα, και μπαίνω στο δωμάτιό μου.
Βγήκα στην βεράντα του, να δω τον ήλιο που έγερνε πίσω από το βουνό. Καλησπέρα μου φώναξαν από την διπλανή βεράντα.
Ανταπέδωσα τον χαιρετισμό. Ένας κύριος έπινε τον καφέ του. Δεν είχε δυο φλυτζάνια στο τραπέζι του.
Είχε όμως το κάλεσμα στην διάθεσή του, και χρόνο να τον μοιραστεί με κάποιον. Έμαθα εκείνο το απόγευμα, πως δεν αρκεί ένα σερβίτσιο άδειο να καρτερεί να γεμίσει.
Έμαθα πως όσο γεμάτη και να είναι η ψυχή σου, κι όσο κι αν θέλεις να προσφέρεις, αν δεν καλέσεις κανείς δεν έρχεται. Στον περαστικό, θα προσφέρεις, ένα ποτήρι νερό, να ξεδιψάσει να συνεχίσει.
Την καρέκλα σου όμως θα την προσφέρεις σε κείνον που θέλει να καθίσει. Σε κείνον που θα καλέσεις να μοιραστείς μαζί του τον χρόνο σου, και τον καφέ σου.
Σε κείνον που δεν θα σφυρίζουν οι τρύπες του…και θα απολαμβάνετε κι οι δυο την διαδρομή της ηρεμίας. Σελίδα διακόσια εβδομήντα δύο, η ηρωίδα σκέφτεται, να πει ναι, σε μια πρόσκληση. Είναι όμορφο να σε καλούν και να φεύγεις…παρά να καλείς και να φεύγουν…
Θέλει δρόμο ακόμα. Ίσως οι τρύπες της να μπάζουν φυγές…
Ελευθερία Λάππα
