Παραμύθια

Γιάννα στις 12 Νοεμβρίου 2017

«»Όταν ο Θεός έφτιαξε τη γυναίκα εργαζόταν μέχρι αργά την 6η ημέρα, ένας άγγελος πλησίασε και είπε: – Γιατί σπαταλάς τόσο πολύ χρόνο γι’ αυτή; Και ο Κύριος απάντησε: – Ξέρεις πόσες προδιαγραφές πρέπει να πληροί για να την τελειοποιήσω; Πρέπει να μπορεί να πλυθεί, αλλά να μην είναι πλαστική, να παίζει περισσότερους από 200 ρόλους, και να μπορεί να φτιάξει όλων των ειδών τα φαγητά, θα πρέπει να μπορεί να αγκαλιάζει πολλά παιδιά ταυτόχρονα, να δίνει μια αγκαλιά που θα θεραπεύει οτιδήποτε, από ένα πληγωμένο γόνατο μέχρι μια πληγωμένη καρδιά και να τα κάνει όλα αυτά μόνο με δυο χέρια. Ο άγγελος εντυπωσιάστηκε. -“Μόνο δυο χέρια….αδύνατον! Και είναι το βασικό μοντέλο; Πολλή δουλειά για μια μέρα… περίμενε μέχρι αύριο και την ολοκληρώνεις. -‘ Όχι , είπε ο Κύριος. Είμαι τόσο κοντά στην ολοκλήρωση αυτής της δημιουργίας, που θα είναι η αγαπημένη της καρδιάς μου. Θεραπεύεται μόνη της όταν αρρωσταίνει και δουλεύει 18 ώρες την ημέρα. Ο άγγελος πλησίασε και άγγιξε την γυναίκα. – Μα την έφτιαξες τόσο μαλακή, Κύριε. – Είναι μαλακή, είπε ο Κύριος. Αλλά την έφτιαξα και δυνατή, επίσης. Δεν διανοείσαι τι μπορεί να αντέξει για να αντεπεξέλθει. – Μπορεί να σκεφτεί; ρώτησε ο άγγελος. Ο Κύριος απάντησε: – Όχι μόνο να σκεφτεί, αλλά να αιτιολογήσει και να διαπραγματευθεί. – Ο άγγελος άγγιξε της Γυναίκας το μάγουλο… – Κύριε, φαίνεται πως η δημιουργία σου στάζει! Της έχεις βάλει πολλά βάρη. – Δεν στάζει… είναι δάκρυ, ο Κύριος διόρθωσε τον άγγελο. – Τι εξυπηρετεί; ρώτησε ο άγγελος. Και είπε ο Κύριος: -Τα δάκρυα είναι ο τρόπος να εκφράσει τη λύπη της, τις αμφιβολίες της, την αγάπη της, τη μοναξιά της, τον πόνο και την υπερηφάνειά της. Αυτό έκανε μεγάλη εντύπωση στον άγγελο. – Κύριε, είσαι ιδιοφυΐα. Σκέφτηκες τα πάντα. Η Γυναίκα είναι πραγματικά υπέροχη! – Πράγματι είναι! Η Γυναίκα έχει αντοχές που εντυπωσιάζουν τον άντρα. Μπορεί να διαχειριστεί προβλήματα και να έχει πολλές ευθύνες. Δημιουργεί ευτυχία, αγάπη και έχει άποψη. Χαμογελάει όταν θέλει να τσιρίξει. Τραγουδάει όταν θέλει να κλάψει, κλαίει όταν είναι ευτυχισμένη και γελάει όταν φοβάται. Δίνει μάχη για τα πιστεύω της. Αντιμάχεται την αδικία. Δεν δέχεται το “όχι” για απάντηση , όταν διαβλέπει καλύτερη λύση. Δίνει τον εαυτό της για την προκοπή της οικογένειάς της. Συνοδεύει τη φίλη της στο γιατρό αν φοβάται. Η αγάπη της είναι άνευ όρων. Κλαίει όταν τα παιδιά της κερδίζουν. Είναι ευτυχισμένη όταν οι φίλοι της τα καταφέρνουν. Χαίρεται όταν ακούει για μια γέννηση ή ένα γάμο. Είναι συντετριμμένη όταν χάνεται κάποιος συγγενής ή φίλος. Αλλά βρίσκει τη δύναμη να συνεχίσει στη ζωή. Γνωρίζει πως ένα φιλί και μια αγκαλιά θεραπεύουν μια πληγωμένη καρδιά. Έχει μόνο ένα ελάττωμα… Ξεχνάει τι αξίζει…»

tilestwra.gr

Γιάννα στις 27 Οκτωβρίου 2017

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας αυτοκράτορας, που είχε διαλέξει σαν προσωπικό του σύμβουλο ένα πολύ σοφό γέροντα, που όμως είχε ένα μεγάλο ελάττωμα, συνεχώς επαναλάμβανε, «ότι σου συμβαίνει είναι για το καλό σου, ότι σου συμβαίνει είναι για το καλό σου…». Ο αυτοκράτορας όμως παρόλο που το «ελάττωμα» του σοφού τον εκνεύριζε, τον κρατούσε κοντά του γιατί οι συμβουλές και η σοφία του, τού ήταν πολύ χρήσιμα και γι΄ αυτό το λόγο τον έπαιρνε πάντα μαζί του, ειδικά όταν απομακρυνόταν από το παλάτι. Μια βροχερή μέρα, ο αυτοκράτορας αποφάσισε να καλλωπιστεί και αφού τον έπλυναν οι γυναίκες της αυλής, ζήτησε από τον κουρέα να τον ξυρίσει και να του κάνει μανικιούρ. Την ώρα όμως που ο κουρέας του έκοβε τα νύχια, ακούστηκε ένας κεραυνός τόσο δυνατός που ο αυτοκράτορας και ο κουρέας τρόμαξαν τόσο πολύ που ο κουρέας έκοψε το μικρό δαχτυλάκι του αυτοκράτορα… Κραυγές, πόνου και θυμού κυρίευσαν τον αυτοκράτορα που έπεσε πάνω στον κουρέα με μεγάλη οργή :«Γρήγορα στην φυλακή, ανάξιε, έκοψες το δάχτυλο του αυτοκράτορα, θα σαπίσεις μέσα στην φυλακή για τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής σου!». Τότε επενέβη ο σοφός γέρος και άρχισε πάλι να επαναλαμβάνει : «Ότι σου συμβαίνει είναι για το καλό σου. Ότι σου συμβαίνει είναι για το καλό σου». Ο αυτοκράτορας γεμάτος οργή, φώναξε: «Φτάνει πια, με αυτές τις ανοησίες, σε βαρέθηκα όλα αυτά τα χρόνια και εσύ στην φυλακή, έτσι θα μπορείς ν” ακούς μόνος σου τις βλακείες σου μέχρι το τέλος της ζωής σου!». Την επόμενη μέρα ο αυτοκράτορας, για να ξεθυμώσει και να χαλαρώσει, αποφάσισε να πάει κυνήγι στο δάσος, βέβαια μόνος του, μια και είχε φυλακίσει τον γέροντα σοφό που συνήθως τον ακολουθούσε παντού. Ενώ βρισκόταν στο δάσος, ξαφνικά τον περικύκλωσαν οι πολεμιστές-αιρετικοί της θεάς Κάλι, τον συνέλαβαν και ήταν πολύ ευτυχισμένοι που βρήκαν ένα θύμα για να το θυσιάσουν στην θεά τους. Ο αυτοκράτορας, φώναξε, ούρλιαξε, παρακάλεσε, αλλά τίποτα. Εκείνοι είχαν αποφασίσει να τον θυσιάσουν στη θεά Κάλι που ήταν η θεά του κακού και γιόρταζε εκείνη τη μέρα. Τον έντυσαν λοιπόν με το ειδικό ράσο, τον άλειψαν με το ιερό τους λάδι, τον έδεσαν στον βωμό και ενώ ο αρχηγός ήταν έτοιμος να του μπήξει το μαχαίρι στην καρδιά, είδε, με τρόμο, πως από το θύμα έλλειπε ένα μέλος, το μικρό του δαχτυλάκι. Βρίζοντας και φτύνοντας τον έλυσε, γιατί δεν επιτρεπόταν να θυσιάσουν κάποιον που δεν ήταν αρτιμελής και έτσι τον άφησαν να φύγει. Ακόμα ζαλισμένος, ο αυτοκράτορας γρήγορα έτρεξε στο παλάτι του και στο δρόμο κατάλαβε τι είχε γίνει. Ο σοφός γέροντας είχε δίκιο και ευτυχώς που σε εκείνο το ατύχημα τού έκοψε ο κουρέας το δάχτυλο και έτσι σώθηκε η ζωή του. Τι σημασία είχε ένα δαχτυλάκι λιγότερο μπροστά στον κίνδυνο που είχε διατρέξει; Καλύτερα ζωντανός και με ένα δάχτυλο λιγότερο παρά νεκρός. Φτάνοντας στο παλάτι ο αυτοκράτορας, πήγε αμέσως στις φυλακές και ελευθέρωσε τον κουρέα και μετά πήγε στον σοφό γέροντα, μπήκε στο κελί τον αγκάλιασε και του είπε: «Φίλε μου, συγχώρεσε με, για το κακό που σου έκανα, τι τυφλός που ήμουνα. Με συνέλαβαν οι αιρετικοί της θεάς Κάλι και ενώ ήταν έτοιμοι να με θυσιάσουν, είδαν πως μου έλειπε το μικρό μου δαχτυλάκι και με άφησαν να φύγω. Είχες δίκιο φίλε μου. Ότι μας συμβαίνει είναι για το καλό μας. Συγχώρεσε με φίλε μου, θα είσαι πάντοτε κοντά μου και όλο το βασίλειο σου ανήκει». Αλλά τώρα πες μου σε παρακαλώ πολύ, εσύ, που σε έβαλα φυλακή, που είναι το καλό που συνέβη σε σένα; Με ηρεμία ο γέροντας κοίταξε τον αυτοκράτορα και του απάντησε: «Βλέπετε, εξοχότατε, εάν δεν με είχατε φυλακίσει, θα σας είχα συνοδέψει, όπως πάντα, στο κυνήγι σας στο δάσος και σε εμένα δεν λείπει κανένα δάχτυλο. Ό,τι μας συμβαίνει είναι για το καλό μας».

[Πηγή: www.doctv.gr]

Γιάννα στις 2 Σεπτεμβρίου 2017

Ένας Ινδιάνικος μύθος ανάμεσα στον Άγριο Ταύρο και στο Ψηλό Σύννεφο

Ένας πανάρχαιος μύθος των ινδιάνων Σιου, λέει πως ήρθαν κάποτε στη σκηνή του γέρου μάγου της φυλής, πιασμένοι χέρι χέρι, ο Άγριος Ταύρος, ο πιο γενναίος και τιμημένος νέος πολεμιστής, και το Ψηλό Σύννεφο, η κόρη του αρχηγού, μια από τις ωραιότερες γυναίκες της φυλής.

«Αγαπιόμαστε» αρχίζει ο νέος.

«Και θα παντρευτούμε» λέει εκείνη.

«Και αγαπιόμαστε τόσο που φοβόμαστε…»

«Θα θέλαμε κάποιο μαγικό, ένα χαϊμαλί, ένα φυλαχτό…»

«Κάτι που θα μας εγγυάται ότι θα είμαστε για πάντα μαζί.»

«Που θα μας εξασφαλίσει ότι θα είμαστε ο ένας στο πλευρό του άλλου, ώσπου να συναντήσουμε τον Μανιτού, την ημέρα του θανάτου».

«Σε παρακαλούμε» ικετεύουν, «πες μας τί μπορούμε να κάνουμε…»

Ο μάγος τους κοιτάζει και συγκινείται που τους βλέπει τόσο νέους, τόσο ερωτευμένους, να λαχταρούν τόσο μια του λέξη.

«Υπάρχει κάτι …» λέει τελικά ο σοφός μάγος μετά από αρκετή ώρα. «Αλλά δεν ξέρω…είναι ένα έργο πολύ δύσκολο και απαιτεί θυσίες.»

«Δεν μας πειράζει» λένε και οι δύο.

«Ό,τι και να” ναι» επιβεβαιώνει ο Άγριος Ταύρος.

«Ωραία» λέει ο μάγος. «Ψηλό Σύννεφο, βλέπεις το βουνό που είναι βόρεια από το χωριό μας; Πρέπει να το ανέβεις μόνη σου, χωρίς τίποτα άλλο εκτός από ένα δίχτυ και τα χέρια σου, και να κυνηγήσεις το πιο όμορφο και δυνατό γεράκι του βουνού. Αν το πιάσεις, πρέπει να το φέρεις εδώ ζωντανό την τρίτη μέρα μετά την πανσέληνο. Κατάλαβες;»

Η νεαρή κοπέλα συγκατανεύει σιωπηλά.

«Κι εσύ Άγριε Ταύρε» συνεχίζει ο μάγος, «πρέπει να ανέβεις το βουνό του κεραυνού, κι όταν φτάσεις στην κορυφή, τον πιο άγριο απ” όλους τους αετούς, και με τα χέρια σου μόνο κι ένα δίχτυ να τον πιάσεις χωρίς να τον τραυματίσεις και να τον φέρεις μπροστά μου, ζωντανό, την ίδια μέρα που θα έρθει και το Ψηλό Σύννεφο…. Πηγαίνετε τώρα.»

Οι δυο νέοι κοιτάζονται με τρυφερότητα, κι ύστερα από ένα φευγαλέο χαμόγελο φεύγουν για να εκπληρώσουν την αποστολή που τους ανατέθηκε. Εκείνη πάει προς το βορρά, εκείνος προς το νότο…

Την καθορισμένη ημέρα, μπροστά στη σκηνή του μάγου, περιμένουν οι δυο νέοι, ο καθένας με μια πάνινη τσάντα, που περιέχει το πουλί που του ζητήθηκε.

Ο μάγος τους λέει να βγάλουν τα πουλιά από τις τσάντες με μεγάλη προσοχή. Οι νέοι κάνουν αυτό που τους λέει, και παρουσιάζουν στο γέρο για να τα εγκρίνει τα πουλιά που έπιασαν Είναι πανέμορφα, χωρίς αμφιβολία, τα καλύτερα του είδους τους.

«Πετούσαν ψηλά;» ρωτάει ο μάγος.

«Ναι, βέβαια. Κι εμείς, όπως μας ζητήσατε…. Και τώρα;» ρωτάει ο νέος. «Θα τα σκοτώσουμε και θα πιούμε την τιμή από το αίμα τους;»

«Όχι» λέει ο γέρος.

«Να τα μαγειρέψουμε και να φάμε τη γενναιότητα από το κρέας τους;» προτείνει η νεαρή.

«Όχι» ξαναλέει ο γέρος. «Κάντε ότι σας λέω. Πάρτε τα πουλιά και δέστε τα μεταξύ τους από τα πόδια μ” αυτές τις δερμάτινες λωρίδες… Αφού τα δέσετε, αφήστε τα να φύγουν, να πετάξουν ελεύθερα.»

Ο πολεμιστής και η νεαρή κοπέλα κάνουν ό,τι ακριβώς τους έχει πει ο μάγος, και στο τέλος ελευθερώνουν τα πουλιά.

Ο αετός και το γεράκι προσπαθούν να πετάξουν, αλλά το μόνο που καταφέρνουν είναι να στριφογυρίζουν και να ξαναπέφτουν κάτω. Σε λίγα λεπτά, εκνευρισμένα που δεν καταφέρνουν να πετάξουν, τα πουλιά επιτίθενται με τσιμπήματα το ένα εναντίον του άλλου, μέχρι που πληγώνονται.

«Αυτό είναι το μαγικό. Μην ξεχάσετε ποτέ αυτό που είδατε σήμερα. Τώρα, είστε κι εσείς ένας αετός κι ένα γεράκι. Αν δεθείτε ο ένας με τον άλλον, ακόμα κι αν το κάνετε από αγάπη, όχι μόνο θα σέρνεστε στη ζωή σας, αλλά επιπλέον, αργά ή γρήγορα, θα αρχίσετε να πληγώνετε ο ένας τον άλλον. Αν θέλετε η αγάπη σας να κρατήσει για πάντα, να πετάτε μαζί, αλλά ποτέ δεμένοι.»

(Είναι από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάι «Ο δρόμος της συνάντησης».)

Γιάννα στις 19 Απριλίου 2017

O Nους και η Ψυχή ενώθηκαν κι έδιωξαν το Χάος, έδιωξαν την έλλειψη και την απουσία, έδιωξαν τον πόνο κι έγινε το δάκρυ φωτεινό αστέρι να θυμίζει τις ζωές πριν το Φως. Και γεννήθηκαν γενιές ευτυχισμένες που χόρταιναν το χάδι και τις αγκαλιές, που τα πρωινά τους γέμιζαν φιλιά κι οι νύχτες τους αναστεναγμούς.

Και κάποτε ο Νους και η Ψυχή θυμήθηκαν τα πρώτα τους τα λόγια, που ο Νους την προστάτευε και δεν την άφηνε να ελευθερωθεί και να μάθει από τα παθήματά της. Και της μιλούσε για όρκους που δεν κρατήθηκαν, για αδύναμους όρκους των θνητών που θα έκαναν την Ψυχή να ματώσει, να αλλάξει και να πάρει την παγωμένη μά

Κι ο Νους πάσχιζε να κρατήσει την Ψυχή να μην αγαπήσει. «Όσα δεν είσαι σε μένα θα τα βρεις, όσα σου λείπουν πάρε μου για να ολοκληρωθείς, δανείσου από την πίστη μου μέχρι να στερεωθείς» ψιθύριζε ο Νους ξανά και ξανά.

Μα η Ψυχή δεν τον άκουσε και δοκίμασε… κι έγινε ένα με το φως του έρωτα το άλικο, το κόκκινο, ξαναγεννήθηκε κι έζησε, γεύτηκε το βέλος του Έρωτα, τις γητειές και την ύπουλη μαγεία του. Κι ο Νους κρυφά τη θαύμαζε που γινόταν με κάθε χάδι πιο λαμπερή, με κάθε φιλί πιο γαλήνια, με κάθε ανατριχίλα του κορμιού πιο θεϊκή.

Και σαν αντάμωσαν του είπε: «Μη μου ζητάς τις πιο κρυφές σκέψεις μου, μη βασανίζεσαι αν ζω χωρίς εσένα. Εσύ μου έμαθες ελεύθερα να ζω μα εγώ κατάλαβα πως ζω για να αγαπώ. Μη με ρωτάς πώς θέλω πια να ζήσω. Μόνο με έρωτα κι αγάπη… κι ας μου πεις πως θα χαθώ».

Κι ο Νους στα λόγια της Ψυχής λύγισε, έγειρε, χάρισε το πρώτο του φιλί και υποσχέθηκε πως δεν θα τη σταματήσει ποτέ ξανά να αγαπήσει.

Γιατί έτσι και μόνο έτσι μπορεί να υπάρξει ζωή. Πώς μπορεί το κορμί να σταματήσει να νιώθει από το Νου; Πώς μπορεί ο χείμαρρος του έρωτα να στερέψει; Ο Νους το ξέρει πια καλά κι αφήνει την Ψυχή να πετάει

Γιάννα στις 19 Μαρτίου 2017

Ένα παραμύθι για μεγάλα παιδιά

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε κάποια μακρινή πόλη κάπου στα έγκατα της Κεντρικής Ευρώπης μια κοπέλα όμορφη πολύ, ανεξάρτητη και κοινωνικά καταξιωμένη. Το όνομά της ήταν Νεφέλη και ζούσε φτιάχνοντας κούκλες για κουκλοθέατρο.

Τον πρώτο καιρό έφτιαχνε πολλές κούκλες πανέμορφες που τις αγαπούσαν όλοι όσοι τις αγόραζαν. Η ικανότητά της να μεταφέρει σε αυτές, κάμποση από τη γλυκύτητα της ήταν χαρακτηριστική.

Πολλοί γονείς και παιδιά σύχναζαν κάθε μέρα στο όμορφο μικρό μαγαζάκι της γυρεύοντας κάποιο δώρο, ένα φίλο, κάτι να μοιράζονται όσα δεν μπορούσαν να χωρέσουν μέσα τους και πάντα έφευγαν χαρούμενοι γιατί πάντα έβρισκαν αυτό που ζητούσαν.

Η ζωή της Νεφέλης στη μικρή της πόλη κυλούσε ήρεμα για πολλά χρόνια με αυτούς τους ρυθμούς. Τον Σεπτέμβρη όμως της χρονιάς που δεν άνθισαν οι μυγδαλιές στη χώρα εκείνη, συνέβη κάτι που άλλαξε τη ζωή όλων στη μικρή εκείνη πόλη.

Η Νεφέλη το προηγούμενο βράδυ είχε κατασκευάσει μετά από πολλή δουλειά έναν παλιάτσο κούκλο, διαφορετικό από τους άλλους. Αυτός της φαινόταν πιο άσχημος από τις άλλες κούκλες της γιατί δεν είχε το χρόνο να τον κάνει το ίδιο όμορφο.

Πρόχειρα έφτιαξε το σώμα του, γιατί νύσταζε κιόλας, έκοψε λίγο τη μύτη του γιατί άκουσε μια φωνή από το δρόμο που τη τρόμαξε, χρησιμοποίησε μάλιστα και μικρότερο κομμάτι από κάποιο ξύλο που τις είχε απομείνει από άλλη κατασκευή.

Κι έτσι τον άφησε στην άκρη από κάποιο ράφι του μαγαζιού. Οι μέρες κυλούσαν και κανείς δεν τον αγόραζε γιατί ήταν άσχημος πολύ δίπλα σε όλες τις υπόλοιπες πανέμορφες κούκλες που κάθονταν δίπλα του και στόλιζαν το μαγαζί.

Και τα χρόνια και η σκόνη πάνω του μαζεύονταν και έκρυβαν κάπως την ασχήμια του. Ήταν όμως τόσος κακοφτιαγμένος αυτός ο παλιάτσος που και πάλι κανείς δε βρισκόταν να τον προτιμήσει. Και ενώ κούκλες και κούκλες άλλαζαν και έφευγαν από τα ράφια αυτός παρέμενε πιο μόνος και σκονισμένος στην ίδια θέση.

Αφού λοιπόν πέρασαν πάνω από δεκατέσσερα χρόνια της είπε ένα βράδυ που η ίδια μόλις είχε κλείσει το μαγαζάκι της. – Εεεε Νεφέλη! Εκείνη γύρισε το κεφάλι στο μέρος του και όλο γλύκα τον ρώτησε τι θέλει.

- Χάρισε με κάπου. Δώσε με σε κάποιον που θα με θέλει μα δεν μπορεί να με αγοράσει. Σου πιάνω άδικα τόσο χώρο στο ράφι για τόσα χρόνια Αν με δώσεις κάπου θα κάνεις κάποιο παιδάκι πολύ χαρούμενο.

Εγώ είμαι τόσο άσχημος και γερασμένος που δεν θα με αγοράσει κανείς. Δεν έχεις να κερδίσεις τίποτε από μένα. Χάρισε με λοιπόν σε κάποιο φτωχό παιδάκι και θα μας κάνεις και τους δυο χαρούμενους.

- Να σε δώσω; Μα εσύ είσαι δικός μου. Εγώ σε έφτιαξα

- Δε μ’ αγαπάς όμως. Κάποιος άλλος μπορεί να με αγαπήσει. Δώρισε με λοιπόν…

- Τι είναι αυτά που λες; Εγώ δε σε αγαπώ; Αν δε σε αγαπούσα θα σε είχα πετάξει στα σκουπίδια, θα είχα βάλει άλλες κούκλες στη θέση σου, δε θα ένιωθα τίποτα για σένα.

- Δε μ’ αγαπάς Νεφέλη. Η όψη μου άλλαξε από τη σκόνη και νομίζεις πως είμαι ακόμη ίδιος. Δε μ’ άφησες να δω τη λαχτάρα ενός παιδιού για να με κρατήσει στην αγκαλιά του, να κοιμηθεί δίπλα μου, να μου πει τα μυστικά του…

- Παρόλα σου όμως τα προβλήματα εγώ με την αγάπη μου σε κράτησα τόσα χρόνια σε τούτο το ράφι δίνοντάς σου την ευκαιρία κάποιος να σε αγοράσει. Άλλος στη θέση μου θα σε είχε πουλήσει…

- Δεν είμαι προϊόν. Δεν με θέλει κανείς γιατί εσύ με έφτιαξες έτσι. Όμως έτσι είμαι. Αυτό δεν αλλάζει. Κάποιο παιδί που του λείπουν τα πιο απλά και δε τα μετρά όλα από το πόσο εμπορικό είναι αυτό που φαίνομαι μπορεί να με αγαπήσει. Χάρισέ με σε παρακαλώ…

Άσε σε κάποιον την ευθύνη να με αγαπήσει και να τον αγαπήσω. Αφού εσύ δεν μπορείς άσε με να κάνω τη δική μου και τη ζωή κάποιου άλλου ομορφότερη. Σε παρακαλώ…

- Την ευθύνη για το που θα καταλήξεις τη έχω εγώ. Κι εγώ σε αγαπώ πιο πολύ απ’ τον καθένα…

- Πιο πολύ μπορεί, πιο όμορφα όμως όχι, δεν μ’ αγαπάς.

Ο παλιάτσος κούκλος έκλεισε τα μάτια θλιμμένος μες στη σκόνη του. Δεν ένιωθε πια αγάπη για την καλή του Νεφέλη γιατί δεν ένιωθε πως την αγαπούσε κι η ίδια. Εκείνο το βράδυ δεν μίλησε με καμιά άλλη κούκλα στο ράφι.

Είχε κουραστεί πια να γνωρίζει κούκλες για μια δυο μέρες κι έπειτα να φεύγουν από τη ζωή του γιατί κάποιος πλήρωσε για να δώσει κάπου χαρά. Για πρώτη φορά στη ζωούλα του δεν είχε κάπου να ελπίσει. Ένιωθε πως η ζωή του όλη θα χαριζόταν στο σαράκι που με τα χρόνια θα πέρναγε τη σκόνη και θα επισκεπτόταν ό,τι είχε μείνει από τα σωθικά του.

Η Νεφέλη για πρώτη φορά στη ζωή της δάκρυσε. Είχε περάσει τα πιο όμορφα χρόνια της ανάμεσα σε κούκλες σε παιδιά και γονείς που την αγαπούσαν. Πρώτη φορά της έλεγαν τέτοια λόγια.

Το βράδυ όλο δεν κοιμήθηκε. Είχε την ευθύνη, ένιωθε ελεύθερη, μιλούσε για αγάπη.

Την επόμενη μέρα η θέση του άσχημου παλιάτσου κούκλου στο ράφι ήταν άδεια.

Κανείς δεν έμαθε ποτέ που κατέληξε. Σε κανέναν δεν έλειψε και κανείς δε ρώτησε τι απέγινε.

Οι μόνοι που ήξεραν ήταν η Νεφέλη, ο άσχημος παλιάτσος και το πρώτο παιδάκι που εκείνη τη μέρα πέρασε έξω από το μαγαζί.

 

 

Γιάννα στις 11 Μαρτίου 2017
Μια φορά και έναν καιρό, πλάι σε ένα πανύψηλο υπερήφανο κυπαρίσσι, ζούσε μια ελάχιστη ταπεινή αγριάδα, που ζήλευε το μπόι του κυπαρισσιού κι ήθελε να το φτάσει, γι’ αυτό και τεντωνότανε αδιάκοπα στις μύτες των ριζών της, πασχίζοντας να σηκωθεί πιο πάνω από το χώμα. Μάταιη προσπάθεια και αρκετά οδυνηρή γιατί, κάθε φορά που έκανε αυτή τη γυμναστική, για μέρες μετά την πόναγε ανυπόφορα η μέση της.

 

Το κυπαρίσσι, που παρακολουθούσε αφ’ υψηλού τον αγώνα της αγριάδας, σειόταν και λυγιόταν καμαρωτό και της έλεγε υπεροπτικά, με προφορά σχεδόν εγγλέζικη, της Οξφόρδης: “Δεν γνωρίζετε τι χάνετε αγαπητή μου αγριάδα, εκεί στην επιφάνεια του εδάφους όπου βρίσκεσθε. Δίχως να θέλω διόλου να υπερηφανευθώ, σας πληροφορώ ότι από την κορυφή μου έχω απεριόριστη θέα του κόσμου και θα ήταν ακόμα πιο απεριόριστη, θα έβλεπα ως τη Γουατεμάλα, αν κάποια αναιδή βουνά, γύρω τριγύρω, δεν την περιόριζαν. Ωστόσο ευελπιστώ ή, μάλλον έχω τη βεβαιότητα ότι η βροχή θα λιώσει, σιγά σιγά, αυτά τα αναιδή βουνά και τότε θα δω τη Γουατεμάλα. Το σχέδιο αυτό είναι βεβαίως μακροπρόθεσμο, αλλά μπορώ να περιμένω, αφού ως γνωστόν, ζω επτακόσια χρόνια”.

Η αγριάδα αν και δεν ήξερε ούτε που βρίσκεται αυτή η Γουατεμάλα ούτε αν τα βουνά λιώνουν από τη βροχή ούτε, ακόμη, αν είναι πολλά τα επτακόσια χρόνια, ακούγοντας αυτά τα ανήκουστα λόγια, ένιωθε την καρδιά της να μαραζώνει και, τις νύχτες που κοιμόταν, έβλεπε πάντα το ίδιο όνειρο. Ψήλωνε, λέει, ψήλωνε τόσο, που ξεπερνούσε κατά πολύ στο μπόι το κυπαρίσσι, ξεπερνούσε ακόμη και τα πιο ψηλά βουνά κι έβλεπε από κει πάνω όχι μόνο τη Γουατεμάλα αλλά και το Ακαλακούμπα, χώρα ακόμα πιο μακρινή, ακόμα πιο ωραία, όπου οι άνθρωποι χόρευαν ένα γρήγορο χορό που τόνε λέγανε ρούμπα. Βέβαια όταν ξύπναγε το πρώτο πράγμα που έβλεπε μπροστά της ήταν ένα σαλιγκάρι τόσο αργοκίνητο, που έμενε στο οπτικό πεδίο της όλη τη μέρα, προκαλώντας της κατάθλιψη και κάνοντας την να μην βλέπει την ώρα πότε θα ξανανυχτώσει, για να κοιμηθεί και να ονειρευτεί το μακρινό Ακαλακούμπα και τον γρήγορο χορό που τόνε λένε ρούμπα.

Έτσι ζούσαν κυπαρίσσι και αγριάδα, πλάι πλάι, αλλά το καθένα στον κόσμο του, ώσπου μια μέρα φθινοπωρινή (χρόνια πολλά, πάρα πολλά πριν τα επτακόσια), που ο ουρανός είχε ένα χρώμα μολυβί, μια λάμψη ξαφνική, ονόματι αστροπελέκι, χτύπησε κατακέφαλα το κυπαρίσσι και το έκαψε. Η βροχή που ακολούθησε, μπόρα τρικούβερτη, αντί να λιώσει τα βουνά που του κρύβαν τη Γουατεμάλα, τη στάχτη του έλιωσε και γκρίζα λάσπη την υπερηφάνεια του έκανε.

Η αγριάδα, άναυδη στην αρχή, όταν συνήλθε κάπως, μακάρισε το ελάχιστο της μπόι και θρήνησε το κυπαρίσσι, που -πως να το κάνουμε;- αν και φλύαρο και υπερφίαλο, της είχε χαρίσει το όνειρο των μεγάλων αποστάσεων, του απέραντου κόσμου.

Μετά απ’ αυτό το θλιβερό γεγονός, σταμάτησε την έτσι κι αλλίως ανώφελη γυμναστική της και μόνο αραιά και που έβλεπε στον ύπνο της το εξωτικό Ακαλακούμπα. Κανένας όμως πια δεν χόρευε εκεί τη ρούμπα.

Ήτανε, βέβαια, ακόμα νεαρά και εστερείτο πείρας, που καν δεν γνώριζε τις φυσικές τις ιδιότητες. Έτσι, ένα ανοιξιάτικο πρωί, παραξενεύτηκε πολύ, νίωθοντας να τη φαγουρίζουνε οι ρίζες της, κι ακόμα πιο πολύ παραξενεύτηκε σαν είδε, δύο μέρες τρεις αργότερα, λίγο πιο κεί, μεσ’ απ’ το χώμα να προβάλει ένα μικρό, χλωροπράσινο βλαστάρι αγριάδας.

“Μπα, καινούργια απόχτησα γειτόνισσα!” ήταν η πρώτη σκέψη της, αλλά όταν είπε “καλωσόρισες, γειτόνισσα”, άκουσε, την ίδια ακριβώς στιγμή, να λέει και το βλαστάρι τα ίδια λόγια, να την καλοσωρίζει δηλαδή με την φωνή της. Το ίδιο έγινε, ακριβώς, άλλες δύο μέρες τρεις αργότερα, όταν καινούργιο εμφανίστηκε, πιο πέρα, βλασταράκι.

 

Μπορεί, λοιπόν, να ήταν άπειρη, αλλά κουτή δεν ήταν.Έτσι, κατάλαβε ότι στον εαυτό της μίλαγε, αφού τα νέα αυτά βλαστάρια από τις ρίζες της ξεπήδαγαν και σαρξ εκ της σαρκός της ήσαν.

Λόγια πολλά για να μην λέμε και χρόνο να μην κλέβουμε απ’ την αιωνιότητα, μέσα σε χρόνια ελάχιστα, πολύ πιο λίγα από τα επτακόσια, η αγριάδα είχε ρίζα τη ρίζα, καταβολάδα τη καταβολάδα, βλαστάρι το βλαστάρι, όλο το κάμπο καταχτήσει κι όλα τα βουνά ως τη κορφή τους και πιο πέρα. Για το πιο πέρα δεν μπορώ να πω, τα μάτια μου μονάχα ως τις βουνοκορφές την ακολούθησαν, πιο πέρα δεν άντεξαν. Έμαθα ωστόσο, από έγκυρες πηγές, πως έφτασε στο Ακαλακούμπα και πως στο δροσερό και καταπράσινο χαλί της χορεύουν τώρα γυμνοπόδαροι εραστές τη ρούμπα.

Επιμύθιο Ι: Όσο πιο κοντά στη γη βρίσκεσαι, τόσο πιο μακριά από τ’ αστροπελέκια είσαι.

Επιμύθιο ΙΙ: Δια του οριζοντίου ύψους, η απόστασις, εώς το Ακαλακούμπα, καλύπτεται εις χρόνον κατά πολύ συντομότερον των επτακοσίων ετών.

________

 Η ιστορία αυτή είναι από το βιβλίο: “Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες” του Αργύρη Χιόνη, εκδόσεις Κίχλη.

Από antikleidi

Γιάννα στις 9 Μαρτίου 2017

Μια γυναίκα είδε τρεις γέρους με λευκές γενειάδες στον κήπο της. Δεν ήξερε ποιοι ήταν, αλλά τους λυπήθηκε και τους κάλεσε να μπουν στο σπίτι να τους δώσει να φάνε κάτι.
-Είναι εδώ ο άντρας του σπιτιού; τη ρώτησε κάποιος.
-Όχι, απάντησε η γυναίκα.
Το σούρουπο, όταν ο άντρας της γύρισε στο σπίτι, η γυναίκα του διηγήθηκε το συμβάν.
-Πήγαινε και πες τους ότι είμαι στο σπίτι κι ότι τους καλώ να έρθουν και οι τρεις.
Έτσι έκανε η σύζυγος, κι αυτή τη φορά η απάντηση ήταν διαφορετική:
-Δεν μπορούμε να είμαστε καλεσμένοι σ’ ένα σπίτι και οι τρεις, της είπε με αποφασιστικότητα κάποιος.
-Γιατί; ρώτησε η γυναίκα με πολλή περιέργεια. Ο γέροντας με τη λευκότερη γενειάδα της απάντησε:
-Το όνομά του είναι Πλούτος, είπε δείχνοντας τον έναν και, δείχνοντας τον άλλο, πρόσθεσε: Το όνομά του είναι Επιτυχία, και το δικό μου είναι Αγάπη… Τώρα, πήγαινε στον άντρα σου κι αποφασίστε ποιον καλείτε.
Ο άντρας της, συγκινημένος, αναφώνησε:
-Τι καταπληκτικό! Αν πρέπει να διαλέξουμε, θα καλέσουμε τον Πλούτο. Έτσι θα γεμίσουμε το σπίτι με πλούτη.
Όμως η σύζυγος σχολίασε πως ήταν καλύτερα να καλέσουν την Επιτυχία, ώστε να τους θαυμάζουν όλοι. Η κόρη , που άκουγε τη συζήτηση από το δωμάτιό της, αναφώνησε:
-Γιατί δεν καλούμε την Αγάπη; Γιατί πρέπει πάντα να σκεφτόμαστε τα πλούτη και την επιτυχία σαν να μην είναι η αγάπη τόσο σημαντική για μας;
Οι γονείς, ντροπιασμένοι, της έδωσαν δίκιο. Τότε η γυναίκα βγήκε να συναντήσει τους γέροντες και τους ρώτησε:
-Ποιος από σας είναι η Αγάπη; Παρακαλώ, να περάσει και να είναι ο καλεσμένος μας.
Ο γέροντας Αγάπη σηκώθηκε κι άρχισε να περπατάει. Σηκώθηκαν και οι άλλοι δύο. Έκπληκτη η γυναίκα κοίταξε τους γέροντες Επιτυχία και Πλούτο και τους ρώτησε:
-Αφού κάλεσα την Αγάπη, γιατί έρχεστε κι εσείς;
Οι τρεις γέροντες απάντησαν μαζί:
-Αν είχατε καλέσει την Επιτυχία ή τον Πλούτο, οι άλλοι δύο θα έμεναν έξω, αλλά όπου πάει η Αγάπη, ακολουθούν και οι άλλοι δύο. Όπου υπάρχει αγάπη, πάντα υπάρχει επιτυχία και πλούτος.

Γιάννα στις 7 Μαρτίου 2017

ΕΠΤΑ ΦΟΡΕΣ ΠΕΡΙΦΡΟΝΗΣΑ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΜΟΥ

Την πρώτη φορά όταν την είδα να δειλιάζει μπροστά στη λαχτάρα της να φτάσει στα ύψη.

-τη δεύτερη φορά όταν την είδα να κουτσαίνει μπροστά στους ανάπηρους.

-την τρίτη φορά όταν της δόθηκε να διαλέξει ανάμεσα στο δύσκολο και το εύκολο και εκείνη διάλεξε το εύκολο.

-την τέταρτη φορά όταν έκανε κάποιο κακό και παρηγορήθηκε ότι και οι άλλοι κάνουν κακό.

-την πέμπτη φορά όταν ανέχτηκε από αδυναμία, και δικαιολόγησε την ανοχή της σαν δύναμη.

-την έκτη φορά όταν περιφρόνησε την ασχήμια κάποιου προσώπου και δεν ήξερε ότι αυτό το πρόσωπο ήταν μια από τις δικές της μάσκες.

-και την έβδομη φορά όταν τραγούδησε τραγούδι επαίνου και το θεώρησε αρετή…»

ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΚΑΙ Ο ΓΕΡΟΣ

Κάποτε, ζούσε ένας άνθρωπος ανάμεσα στους λόφους, που είχε στην ιδιοκτησία του ένα άγαλμα, σμιλεμένο από αρχαίο τεχνίτη. Κειτόταν εκεί, στην πόρτα του, με το πρόσωπο προς τα κάτω κι εκείνον ούτε που τον ένοιαζε γι΄αυτό. Μια μέρα, πέρασε απ΄το σπίτι του ένας άνθρωπος από την πόλη, ένας άνθρωπος της γνώσης, και, βλέποντας το άγαλμα, ρώτησε τον ιδιοκτήτη αν θα΄θελε να το πουλήσει.

Ο ιδιοκτήτης γέλασε και είπε: «Και ποιος παρακαλώ θα θέλει ν΄αγοράσει αυτή τη μαυρισμένη και βρώμικη πέτρα;». Ο άνθρωπος από την πόλη είπε: «Εγώ, θα σου δώσω ετούτο το νόμισμα τ΄ασημένιο, γι΄αυτή την πέτρα». Κι ο άλλος άνθρωπος έμεινε κατάπληκτος και κατενθουσιασμένος.

Το άγαλμα μεταφέρθηκε στην πόλη, στη ράχη ενός ελέφαντα. Και μετά από πολλά φεγγάρια, ο άνθρωπος απ΄τους λόφους, πήγε στην πόλη και εκεί που περπατούσε στους δρόμους, είδε πλήθος μπρος σ΄ένα μαγαζί και κάποιον που με δυνατή φωνή διαλαλούσε: «Ελάτε μέσα και δείτε τ΄ομορφότερο, το θαυμαστότερο άγαλμα όλου του κόσμου! Μόνο δυο ασημένια νομίσματα για να κοιτάξετε αυτό το θαυμάσιο έργο ενός δεξιοτέχνη του είδους!».

Μετά απ΄αυτό, ο άνθρωπος απ΄τους λόφους πλήρωσε δυο νομίσματα ασημένια και μπήκε μες στο μαγαζί να δει το άγαλμα που είχε πουληθεί από τον ίδιο για ένα νόμισμα ασημένιο.

Το παραπάνω απόσπασμα του Χαλίλ Γκιμπράν μας θυμίζει ότι πολλές φορές δεν δίνουμε σημασία σε αυτά που θεωρούμε δεδομένα μέχρι να είναι πολύ αργά. Για την ακρίβεια, από τη στιγμή που θα θεωρήσουμε κάτι ως δεδομένο, ένα αντικείμενο, έναν άνθρωπο, την υγεία μας – οτιδήποτε – ουσιαστικά μειώνουμε την αξία του. Μέχρι η ζωή να μας υπενθυμίσει ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο. Αλλά τότε είναι αργά.

Γι αυτό, αγαπητοί φίλοι, εκτιμήστε αυτά που έχετε, τους ανθρώπους που σας αγαπούν και που αγαπάτε και μην μην αφήνετε τη ρουτίνα να μειώσει την αξία αυτών που μετράνε. Η ζωή δίνει απλόχερα, το αν μπορούμε να κρατήσουμε αυτά που μας δίνει είναι δικό μας θέμα.

 

 

Γιάννα στις 2 Μαρτίου 2017
Νονά του Μάρτη είναι η χαριτωμένη Άνοιξη. Τον βάφτισε μαζί με τα πρώτα χελιδόνια και κέρασε τους προσκεκλημένους παγωτό από το τελευταίο χιόνι των βουνών με αγριόμελο και τροπικά φρούτα.Το τρίτο και το πιο παράξενο παιδί της μητέρας Φύσης. Μια γελάει και μια κλαίει….
Ο Μάρτης μόλις μεγάλωσε άρχισε να τρέχει πάνω στις κορυφές των βουνών, στους κάμπους και στα λιβάδια. Ο ήλιος από τον ουρανό τον ακολουθούσε και έπαιζε μαζί του.
Από το πολύ το τρέξιμο και το παιχνίδι, ίδρωνε και τότε, κάνοντας αέρα για να δροσιστεί, φώναζε: Ούφ!! Ζεσταίνομαι!!
Ο ήλιος ακούγοντας τη γκρίνια του έφευγε τρέχοντας.
Τότε ερχόταν ο βοριάς να τον δροσίσει, ερχονταν και τα συννεφάκια κι η βροχή που δρόσιζαν το Μάρτη.
Ο Μάρτης για μια δυο ώρες ήταν ευχαριστημένος.
Αλλά μετά από λίγο άρχιζε να κρυώνει.
- Αχ κρυώνω!! Αχ παγώνω!! Φώναζε κλαίγοντας.
Ήλιε μου, έλα, Ήλιε μου, να με ζεστάνεις!!
Και πάλι έτρεχε ο ήλιος κοντά του.
Τέλος πάντων αυτός ο Μάρτης δεν ξέρει τι θέλει και τι γυρεύει! Φώναζαν νευριασμένα μερικά χελιδόνια, που εκείνη την ώρα πετούσαν και γυρνούσαν πάλι πίσω από τις μακρινές χώρες που είχαν πάει για να ξεχειμωνιάσουν…
Το Μάρτη τον πεντάγνωμο όπου γελά και κλαίει, θα τόνε τιμωρήσουμε ψέματα να μη λέει του φώναζαν τιτιβίζοντας …
Γιάννα στις 19 Φεβρουαρίου 2017

Σε μια χώρα μακρινή, στη χώρα του ΖήσεΓέλα, ετοιμάζονται όλοι να υποδεχτούν την Αποκριά. Το Κάστρο των γιορτών ετοιμάστηκε, στολίστηκε με τα πολύχρωμα σημαιάκια του και άνοιξε τις βαριές ξύλινες πόρτες του για να καλωσορίσει μασκαράδες από όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης.
Μέρες τώρα οι πιο ξακουστοί ζαχαροπλάστες και οι πιο προκομμένες μαγείρισσες ετοιμάζουν ζαχαρωτά και λιχουδιές που όμοιά τους κανείς δεν έχει ξαναφάει! Κατασκευαστές του περίφημου χυμού από μούρα και σταφύλι γεμίζουν τις τεράστιες γυάλινες κανάτες που θα κρατήσουν φρέσκο και δροσερό τον χυμό του Καρναβαλιού. Ξυλοπόδαροι, ακροβάτες, θεατρίνοι, σχοινοβάτες, τροβαδούροι, μουζικάντηδες φθάνουν από στιγμή σε στιγμή με σκοπό να διασκεδάσουν και τον πιο απαιτητικό μασκαρά. Άλλωστε ποιος δεν θέλει να έρθει σε τούτη τη μαγική χώρα.
Και μάλιστα μέσα στην Αποκριά! Ποιος δεν θέλει να γνωρίσει τη χώρα του Ζήσε Γέλα! Εκεί όπου όλοι γελούν, τραγουδούν και προπαντός ζουν μονοιασμένοι κι αγαπημένοι. Δίχως διαφορές και τσακωμούς… Δίχως γκρίνιες και καημούς…
Όμως, τώρα τελευταία, μια επίμονη και δυνατή γκρίνια έχει σκεπάσει τον καθαρό ουρανό της ΖήσεΓέλα. Μια γκρίνια τόσο δυνατή που όπου και να σταθείς στη χώρα ακούς όλους τους μεγάλους να γκρινιάζουν. Θαρρείς και κάποιος την έστειλε επίτηδες μέσα στις μέρες του Καρναβαλιού. Γκρίνια από δω! Γκρίνια από κει! Ακόμα και οι ήσυχες γιαγιούλες της γειτονιάς γκρινιάζουν για το καθετί.
«Οι βελόνες μου σκούριασαν! Πώς θα ράψω τη στολή του εγγονού μου;», γκρίνιαζε η μία… «Δεν μου αρέσει καθόλου αυτό το ύφασμα. Δεν θα επιτρέψω ποτέ στην εγγονή μου να ντυθεί βασίλισσα του φεγγαριού», γκρίνιαζε η άλλη…
Αν πεις για τις μαμάδες, γκρίνιαζαν κι αυτές τόσο επίμονα που τα παιδιά έκλειναν τα αυτιά τους για να μην τις ακούν.
«Το Καρναβάλι είναι ό, τι πιο βαρετό υπάρχει. Δεν χρειάζεται να ντυθείς μασκαράς», γκρίνιαζε η μαμά του Πέτρου.
«Δεν μου αρέσει το κομφετί! Πέφτει σε όλο το σπίτι σαν σμήνος από ακρίδες!», γκρίνιαζε η μαμά της Ελένης. Η γκρίνια όλο και απλωνόταν στους παππούδες, στους μπαμπάδες, στις δασκάλες, στον γιατρό, στον μανάβη, στον φούρναρη, στον ταχυδρόμο… Παντού γκρίνια!
Τα παιδιά δεν έχασαν καιρό κι έτσι αποφάσισαν να ζητήσουν βοήθεια από τον Πολύχρωμο Πιερότο, τον μεγαλύτερο και σπουδαιότερο διοργανωτή του Καρναβαλιού. Ο Πολύχρωμος Πιερότος μόλις έμαθε τα κατορθώματα της γκρίνιας και την αγωνία των παιδιών έτρεξε αμέσως κοντά τους. Η άφιξή του εντυπωσιακή. Τα μαλλιά του χρυσά σαν το στάχυ, το πρόσωπό του μακιγιαρισμένο με ένα πλατύ χαμόγελο και η στολή του τυλιγμένη με τα πιο έντονα χρώματα της Αποκριάς. Δεν πρόλαβε να πατήσει το πόδι του και τα παιδιά αναστατωμένα χαλούσαν τον κόσμο με τις φωνές τους.
«Σκούρα τα πράγματα», είπε λυπημένη η μικρή Δάφνη.
«Κοντεύουμε να χάσουμε το Καρναβάλι…», πρόσθεσε ο μικρός Στέφανος.
«Η μαμά μου έκρυψε τη στολή του Ινδιάνου!», φώναξε έξαλλος ο Μάρκος.
Ο Πιερότος άκουγε με υπομονή τα παράπονα των παιδιών και με αυστηρό τόνο στην φωνή τους είπε:
«Παιδιά! Έχετε καταλάβει τι κάνετε; Έχετε καταλάβει ότι κι εσείς τώρα γκρινιάζετε; Δώστε τα χέρια κι ελάτε να βρούμε μια λύση!».
Πόσο δίκιο είχε! Τα προβλήματα των μεγάλων έγιναν τώρα και προβλήματα των μικρών. Έπρεπε να βρεθεί γρήγορα μια λύση αλλιώς η χώρα του ΖήσεΓέλα θα γινόταν σύντομα η χώρα της ΚακιάςΓκρίνιας!
«Και πώς θα βρούμε λύση;», αναρωτήθηκε ο μικρός Αλέξης.
«Πρώτα πρώτα θα πρέπει να μη νιώθετε αδύναμοι. Να σταθείτε καλά στα πόδια σας, να δώσετε τα χέρια και τότε να πείτε το μαγικό ξόρκι».
«Ποιο μαγικό ξόρκι;», φώναξαν όλα τα παιδιά μαζί.
«Το μαγικό ξόρκι της Αποκριάς!», απάντησε δυναμικά ο Πιερότος και συνέχισε:
«Όμως, για να γίνει αυτό πρέπει να πιστέψετε πρώτα στον εαυτό σας. Αλλιώς το μαγικό ξόρκι δεν θα πιάσει ποτέ!».
Τα παιδιά ακολούθησαν τις συμβουλές του Πιερότου και με ορμή σηκώθηκαν όρθια σχηματίζοντας έναν κύκλο. Έδεσαν τα χέρια σφιχτά κι έτσι ξεκίνησαν να λένε το μαγικό ξόρκι. Έμοιαζε με ένα τραγούδι αγάπης.
Το τραγούδι εκείνο που θα έδιωχνε την γκρίνια και θα έφερνε πάλι την αισιοδοξία στη χώρα του ΖήσεΓέλα.
Χαμόγελο χαρίζω
αγάπη τραγουδώ
την γκρίνια εγώ ξορκίζω
να φύγει από δω.
Να φύγει από τη χώρα
που ξέρει να γελά
για να χαρούμε όλοι
την τρελή Αποκριά.
Τρεις φορές ήταν αρκετές για να πιάσει το μαγικό ξόρκι. Ο Πολύχρωμος Πιερότος χοροπηδούσε από χαρά όταν ξαφνικά σε όλη τη χώρα ακούστηκαν γέλια και χαρές. Φωνές αλλιώτικες, αισιόδοξες και γιορτινές. Οι μεγάλοι πέταξαν επιτέλους από πάνω τους την γκρίνια κι έπεσαν με τα μούτρα στη δουλειά για τη μεγάλη γιορτή. Τα παιδιά, ντυμένα πια στις αποκριάτικες στολές τους, σκόρπισαν σερπαντίνες και κομφετί σε κάθε γωνιά της χώρας.
Το Καρναβάλι αρχίζει!
Το μαγικό ξόρκι της Αποκριάς κερδίζει!
Τα παιδιά ξέρουν πια πως με πείσμα, χαμόγελο κι αγάπη κερδίζονται τα πάντα.
Γιατί τα παιδιά είναι οι νικητές του Καρναβαλιού!

ΜΑΡΩ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ

(Περιοδικό Παράθυρο στην Εκπαίδευση του Παιδιού, τεύχος 85)

 

Γιάννα στις 19 Φεβρουαρίου 2017

Ένας άνθρωπος ενδιαφερόταν πολύ να γνωρίσει τον εαυτό του και ν’ ανακαλύψει τις υπέρτατες αλήθειες της ζωής.
Σ’ όλη του τη ζωή αναζητούσε έναν φωτισμένο άνθρωπο που θα του έδινε κι εκείνου τα φώτα του.
Πήγαινε απ’ τον ένα δάσκαλο στον άλλον, όμως, έμενε στην ίδια κατάσταση.
Πέρασαν πολλά χρόνια αναζήτησης, κι ο άνθρωπος ήταν πια κουρασμένος· εξαντλημένος.
Τότε, μια μέρα, ένας γέροντας από ένα μικρό ορεινό χωριό, του είπε:
«Αν στ’ αλήθεια θέλεις να βρεις το δάσκαλό σου, πρέπει να πας στο Νεπάλ. Εκεί ζει ένας άνθρωπος που έχει φήμη μεγάλου σοφού. Κανένας δεν ξέρει πού ακριβώς βρίσκεται – είναι μυστήριο. Θα πρέπει να τον βρεις μόνος σου, αλλά ένα είναι το σίγουρο: δεν θα είναι εύκολο. Όσοι τον αναζήτησαν είπαν ότι όταν κάποιος πλησίαζε τον τόπο του, εκείνος έφευγε και χωνόταν ακόμα πιο βαθιά μέσα στα βουνά.
Ο άνθρωπος ένιωθε να γερνά, όμως οπλίστηκε με θάρρος και ξεκίνησε.
Δύο χρόνια ταξίδευε με καμήλες, με άλογα, και τελικά με τα πόδια, ώσπου να φτάσει στο σημείο εκείνο, στη βάση του βραχώδους όγκου του Νεπάλ.
Κι από πού να ξεκινήσει το ψάξιμο;
Ο κόσμος του έλεγε:
«Ναι, τον γνωρίζουμε τον γέροντα. Είναι τόσο γέρος…»
«Αδύνατο να καταλάβεις την ηλικία του. Μπορεί να είναι τριακοσίων ετών, πεντακοσίων… Κανείς δεν ξέρει.»
«Ζει κάπου εδώ, πράγματι, όμως δεν ξέρουμε ακριβώς το μέρος… Κανένας δεν ξέρει με ακρίβεια.»
«Κάπου εδώ θα τριγυρίζει. Αν ψάξεις συστηματικά θα τον βρεις».
Ο άνθρωπος έψαχνε, έψαχνε, έψαχνε…
Δύο ολόκληρα χρόνια τριγυρνούσε στο Νεπάλ κατάκοπος, αδυνατισμένος, τρώγοντας άγρια φρούτα, φύλλα και αγριόχορτα, χωρίς κανένα αποτέλεσμα.
Θα ήταν πολύ ήπιο αν λέγαμε ότι έχασε «πολλά», γιατί μάλλον τα είχε χάσει «όλα». Ωστόσο, ήταν αποφασισμένος να βρει εκείνον τον άνθρωπο.
Για να πάρει θάρρος έλεγε με το νου του ότι για να είναι τόσο δύσκολο να βρεθεί κάποιος, σίγουρα θ’ αξίζει τον κόπο.
«Ακόμα κι αν σου κοστίσει τη ζωή σου;» τον ρώτησε ένα απόγευμα κάποιος χωρικός.
«Ακόμα κι έτσι» απάντησε.
«Είσαι τρελός» είπε ο χωρικός, «αλλά αν αυτό θέλεις… Λένε ότι υπάρχει ένας πολύ σοφός δάσκαλος που ζει σε μια καλύβα πάνω σ’ εκείνο το βουνό… Λένε ακόμα ότι η ανάβαση είναι θανατηφόρα.»
Μάζεψε τις τελευταίες του δυνάμεις και σκαρφάλωσε στην κορυφή. Παλεύοντας με τα βράχια, με κουρελιασμένα και τα τελευταία απομεινάρια των ρούχων του, σκελετωμένος, διψασμένος, βρόμικος και πληγιασμένος έφτασε σ’ ένα μικρό αχυρένιο καλύβι.
Έρποντας σχεδόν, έσπρωξε τη σαραβαλιασμένη πόρτα…
Τότε είδε πεσμένο στο έδαφος το ακίνητο σώμα ενός γέροντα.
Πλησίασε και κατάλαβε ότι αυτός ήταν ο δάσκαλος…
Όμως, είχε φτάσει αργά. Ο γέρος ήταν νεκρός.
Ο άνθρωπος κατέρρευσε κυριολεκτικά δίπλα στο παγωμένο σώμα του φωτισμένου δασκάλου, τσακισμένος από την κούραση, τον πόνο, την απογοήτευση.
Δυο μέρες και δυο νύχτες έκλαιγε χωρίς να κουνηθεί από εκεί, και την τρίτη μέρα σηκώθηκε και βγήκε να πιει λίγο νερό.
Στάθηκε κάτω από τον ήλιο κι ανάσανε τον δροσερό αέρα των βουνών.
Οι σκέψεις είχαν εξαφανιστεί χωρίς συγκεκριμένο λόγο. Δεν είχε κάνει τίποτα, δεν είχε πετύχει τίποτα και δεν του έμενε τίποτα να κάνει.
Για πρώτη φορά εδώ και πολύ καιρό ένιωσε ανακουφισμένος, γαλήνιος, χωρίς επείγουσες ανάγκες…
Κι ένιωσε ξάφνου να γεμίζει με φως η ψυχή του.
Ποτέ δεν είχε νιώσει τέτοια ευτυχία!
Ένας μικρός, ανεπαίσθητος θόρυβος του έδωσε να καταλάβει ότι δεν ήταν μόνος.
Καθώς στράφηκε, τον είδε.
Πίσω του στεκόταν ο γέρος δάσκαλος. Ο φωτισμένος. Τον κοίταζε χαμογελώντας.
Ύστερα από λίγο του είπε:
«Ώστε έφτασες τελικά. Θέλεις να με ρωτήσεις κάτι;»
Και ο άνθρωπος που τόσο τον είχε αναζητήσει, απάντησε:
«Όχι».
Και γέλασαν και οι δυο τους με γέλια τρανταχτά που αντηχούσαν στα φαράγγια…

 

Γιάννα στις 28 Ιανουαρίου 2017

Γύρω από εκείνον ήταν συγκεντρωμένοι σαν ζωηρό μελίσσι οι μαθητές του. Κάποιος, ένας νεαρός που μοιραζόταν την ίδια λάμψη στα μάτια, του είπε:

«Δάσκαλε, κοίταξα ξανά τα σχέδιά μου και έκανα κάποιες διορθώσεις στις αναλογίες. Τώρα νομίζω ότι έχω υπολογίσει σωστά και με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια τις αποστάσεις που χωρίζουν τη Γη από τον Ήλιο και τη Σελήνη».

«Νομίζω, Αναξίμανδρε, ότι δε θα έχεις πέσει έξω στους υπολογισμούς σου. Μπορείς, λοιπόν, να μας τους παρουσιάσεις αύριο, την ώρα που θα μελετάμε αστρονομία», του αποκρίθηκε ο Θαλής.

Ο Μέλισσος δεν μπόρεσε να μη θαυμάσει το δάσκαλο και το μαθητή, που από εκείνη τη μικρή γωνία του σύμπαντος κατόρθωναν ήδη να μετρούν τις αποστάσεις ανάμεσα στη Γη και στη Σελήνη, στη Γη και στον Ήλιο…

Τότε ο Θαλής είδε το Μέλισσο, που στεκόταν λίγο παράμερα από τους μαθητές του και παρακολουθούσε.

«Φίλε μου, τι κάνεις;» τον ρώτησε αμέσως πηγαίνοντας προς το μέρος του. «Πάει πολύς καιρός!»

«Όμως, Θαλή, δε σε λησμονώ ποτέ. Όχι ύστερα από εκείνο που συνέβη τότε…»
«Είναι πολύ ωραία εδώ, στη Σχολή σου, Θαλή!» είπε με θαυμασμό ο Μέλισσος. «Tόσοι νέοι μαθητές που, όπως κι εσύ, αποζητούν τη γνώση για τη γνώση. Και μαθαίνουν τόσα πράγματα, για την αστρονομία, για τα μαθηματικά, ακόμα και για το πώς πρέπει να κυβερνιούνται οι πολιτείες»

«Πάνω απ’ όλα μαθαίνουν να μαθαίνουν!» είπε ο Θαλής
«Μαθαίνουν και να αποζητούν τη γνώση και να την κατακτούν βήμα βήμα», πρόσθεσε ο
Μέλισσος και συνέχισε: «Όπως εκείνος ο αλλοτινός Οδυσσέας είχε την Ιθάκη του, έτσι και για τους νέους που έρχονται εδώ η Ιθάκη είναι η , γνώση. Εγώ, βλέπεις, Θαλή, είμαι ταξιδιώτης και από αυτή τη σκοπιά τα βλέπω τα πράγματα».

«Έτσι είναι, Μέλισσε», αποκρίθηκε ο Θαλής.

Κι έπειτα πρόσθεσε: «Να, βλέπεις εκείνον το νέο εκεί πέρα; Τον λένε Αναξίμανδρο και είναι εδώ και τρία χρόνια περίπου μαθητής μου. Ήδη ανακάλυψε σπουδαία πράγματα κι έχει αναπτύξει μια δική του θεωρία… Ξέρεις τι υποστηρίζει; Ότι έχει δίκιο ο Όμηρος να λέει πως η ζωή γεννήθηκε στη θάλασσα. Ο Αναξίμανδρος όμως προχωρεί ακόμα περισσότερο και υποστηρίζει πως ο μακρινός πρόγονος όλων των ανθρώπων ήταν ένα υδρόβιο ζώο, κάποιο είδος ψαριού. Και ότι στο πέρασμα πολλών, αναρίθμητων, χιλιάδων χρόνων αυτό το θαλάσσιο ζώο βγήκε στη στεριά και σιγά σιγά συνήθισε να ζει σε αυτή κι έγινε το πρώτο στεριανό ζώο. Και από το πρώτο αυτό στεριανό ζώο
προέρχονται όλα τα όντα που ζουν σήμερα στη στεριά και, βέβαια, κι εμείς οι άνθρωποι μαζί…
Α, να το θυμάσαι το όνομα του Αναξίμανδρου, Μέλισσε. Είναι ήδη σοφός, κι ας είναι τόσο νέος. Κάποια μέρα ελπίζω να με διαδεχτεί εδώ, στη Σχολή μου».

ο Μέλισσος σώπασε για λίγο συλλογισμένος. Έπειτα είπε:

«Παράξενα μου φαίνονται όλα αυτά που μου λες, Θαλή. Αλλά, βέβαια, γι’ αυτό σε λένε σοφό, και πιστεύω κι εγώ πως είσαι. Και αυτός είναι και ο λόγος που βρίσκομαι σήμερα εδώ. Ήρθα για τη σοφία σου, Θαλή».

«Εγώ, Μέλισσε», αποκρίθηκε ο Θαλής, «δεν είπα ποτέ σοφό τον εαυτό μου. Έτσι με είπαν άλλοι. Όμως εγώ γνωρίζω πως είναι δύσκολη για τους ανθρώπους η σοφία και συχνά συμβαίνει όσο πιο κοντά της νομίζει κάποιος ότι βρίσκεται τόσο πιο πολύ αυτή να του ξεφεύγει και να ξεμακραίνει…»

Ο πιο σοφός απ’όλους 
ΟΥΡΑΝΙΑ ΤΟΥΤΟΥΝΤΖΗ

Γιάννα στις 25 Ιανουαρίου 2017

Το παραμύθι που ακολουθεί είναι κεφαλονίτικη παραλλαγή μιας παλαιάς λαϊκής αφήγησης. Ανήκει στον ευρύ τύπο των διηγηματικών ή κοσμικών παραμυθιών, τα οποία αναφέρονται στις περιπέτειες των ανθρώπων χωρίς να χρησιμοποιούν υπερφυσικά στοιχεία. Ειδικότερα, το συγκεκριμένο παραμύθι κατατάσσεται στην κατηγορία των διδακτικών παραμυθιών που, όπως παρατηρεί ο Δ. Λουκάτος, «έχουν πάντα μέσα τους μια διάθεση για διδασκαλία».

Κάποτε ήταν ένας πλούσιος βασιλιάς, πολύ πλούσιος, που ό,τι επιθυμούσε η καρδιά του το ’χε. Όλα τα είχε, και τον έλεγαν ευτυχισμένο, ώσπου έπαθε μια παράξενη ανορεξιά και δεν είχε όρεξη να βάλει τίποτα στο στόμα του. Σιγά σιγά αδυνάτιζε, κι άρχισε να γίνεται γκρινιάρης και παράξενος. Πολλοί γιατροί επήγαιναν και τον έβλεπαν, μα τα γιατρικά τους τίποτα δεν μπορούσαν να του κάμουν. Η ανορεξιά του βασιλιά όλο και κρατούσε, κι εκείνος έρεβε μέρα με την ημέρα. Τίποτα δε λιμπιζόταν να φάει· ούτε «του πουλιού το γάλα», που λέει ο λόγος.

Oπού κάποια μέρα, έτυχε να περνάει από το παλάτι του ένας ασπρομάλλης γέροντας φτωχός, που ήτανε όμως σοφός κι ήξερε από γιατρικά. Του είπανε λοιπόν για το βασιλιά, κι ανέβηκε να τον δει. «Μήπως κουράζεσαι, βασιλιά μου;», τον ρώτησε. «Τι λες, γιατρέ μου», του λέει ο βασιλιάς. «Όλη μέρα ξαπλωμένος απάνου στο θρόνο μου, ούτε το μικρό μου δαχτυλάκι δεν κουνώ». «Μήπως έχεις έγνοιες και σκοτούρες για το λαό σου;» «Όχι, κάθε άλλο. Εγώ ζω ξέγνοιαστος, και καρφάκι δε μου καίεται για κανέναν!» «Μήπως επιθύμησες ποτέ σου κάτι και δεν μπόρεσες να το ’χεις;» «Oύτε κι αυτό! Βασιλιάς είμαι, κι ό,τι γυρέψω, το βλέπω μπροστά μου!…».

Σκέφτηκε, σκέφτηκε λίγο ο γέροντας, ύστερα γυρίζει και λέει του βασιλιά: «Άκουσε, βασιλιά μου: Καθώς βλέπω, δεν έχεις τίποτα σοβαρό. Εκείνο που φταίει και δεν έχεις όρεξη να τρως, είναι το ψωμί που σου δίνουν στο παλάτι! Να διατάξεις να σου φέρουν να φας το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου. Αν μπορέσεις να το ’χεις αυτό, τότε θα γιατρευτείς!».

Από την ίδια μέρα ο βασιλιάς έδωσε διαταγή στους φουρναραίους του παλατιού να ζυμώσουν και να του ψήσουν «το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου!». Έπεσαν με τα μούτρα στη δουλειά οι ψωμάδες σ’ όλο το βασίλειο, ποιος θα κάμει στο βασιλιά το πιο γλυκό ψωμί! Ζύμωσαν με ζάχαρη κι ανθόγαλα κάθε λογής ψωμιά και του τα ’φερναν στο παλάτι να τα δοκιμάσει. Μα κανένα απ’ όλα εκείνα τα ψωμιά δεν άνοιγε την όρεξη στο βασιλιά. Oύτε κι ήθελε να τα φάει. Το ’να του μύριζε, τ’ άλλο του βρομούσε. Ώσπου μια μέρα, έξω φρενών ο βασιλιάς, έστειλε ανθρώπους του να πάνε να βρούνε το γέροντα και να τον ξαναφέρουνε μπροστά του. Έτσι λοιπόν κι έγινε.

«Θα σε κρεμάσω, που με ξεγέλασες!», του φώναξε ο βασιλιάς μόλις τον είδε. «Γιατί, βασιλιά μου;», τον ρώτησε ο γέροντας. «Γιατί το γλυκό ψωμί, που είπες να μου φτιάξουνε να φάω, δε μου έκαμε τίποτα!» «Μπα;», έκαμε ο γέροντας. «Φαίνεται πως το ψωμί που σου ζύμωσαν, δεν ήταν τόσο γλυκό όσο έπρεπε!» O βασιλιάς ήταν πάλι έτοιμος ν’ αγριέψει, μα είδε το γέρο που κάτι συλλογιζότανε, και περίμενε.

«Άκουσε, βασιλιά μου», του λέει ο γέροντας ύστερ’ από λίγο. «Αν θέλεις να δοκιμάσεις στ’ αληθινά το ψωμί που θα σε γιατρέψει, πρέπει να ’ρθεις μαζί μου για τρεις μέρες μονάχα και να κάνεις ό,τι σου λέω. Αν δε γίνεις καλά, είσαι ελεύτερος να μου πάρεις το κεφάλι!»

Κι ο βασιλιάς, παιδί μου, θέλοντας και μη, δέχτηκε να πάει μαζί με τον παράξενο γέροντα, εκεί που του ’λεγε. Φόρεσε κι αυτός φτωχικά ρούχα, ποδέθηκε παλιοπάπουτσα, πήρε κι ένα μπαστούνι στα χέρια του κι έφυγε κρυφά από το παλάτι, μακριά, κι επήγανε στον κάμπο, εκεί που καθόταν ο γέροντας, σε μια καλύβα, μέσα σ’ ένα χωράφι σπαρμένο.

Ξημερώνοντας, έδωκε ο γέροντας στο βασιλιά ένα δρεπάνι και του λέει: «Έλα να θερίσουμε!». Έπιασε ο βασιλιάς και θέριζε μες στο λιοπύρι ολάκερημέρα. Έκαμε καμιά σαρανταριά δεμάτια στάχυα. Ήρθε το βράδυ, πέσανε ξεροί να κοιμηθούνε. Oύτε φαΐ όλη μέρα, ούτε τίποτα. Έμενε, βλέπεις, κι ο γέροντας νηστικός.
Την άλλη μέρα, πρωί πρωί, ξύπνησε ο γέροντας το βασιλιά και του λέει: «Σήκω τώρα, να πάρουμε όλ’ αυτά τα δεμάτια, να τα πάμε στ’ αλώνι να τ’ αλωνίσουμε!». Κουβάλησε στην πλάτη του ο βασιλιάς περσότερ’ από τα μισά, κι ύστερα όλη μέρα, γκαπ γκουπ, τα κοπάνιζε με το δάρτη, ώσπου κάμανε το στάρι σωρό, τ’ανεμίσανε και το βάλανε στο σακί. Κι όλη μέρα την περάσανε πάλε έτσι, νηστικοί κι οι δυο τους, μόνο λίγο νερό ήπιανε από τη στέρνα, που ήτανε κοντά στην καλύβα. Πέσανε πάλι κουρασμένοι το βράδυ και κοιμηθήκανε.

Την τρίτη μέρα, το χάραμα, ο γέροντας σήκωσε το βασιλιά: «Ξύπνα», του λέει, «τώρα να πάμε το στάρι μας στο μύλο να τ’ αλέσουμε! Πάρ’ το εσύ στην πλάτη σου, γιατί εγώ δεν μπορώ, και πάμε εκεί στην κορφή του βουνού, που ’ναι ο μύλος». Τι να κάμει ο βασιλιάς, αφού έτσι ήτανε η συφωνία, φορτώνεται το σακί στην πλάτη, και κουρασμένος κι ελεεινός το κουβάλησε στην κορφή. Τώρα αρχίνησε και να πεινάει, μα δεν έλεγε ακόμα τίποτα.

Αλέσανε το στάρι τους, και για να μην τα πολυλογούμε, γυρίσανε κατά το μεσημέρι στην καλύβα, πάλι ο βασιλιάς φορτωμένος τ’ αλεύρι. «Έλα τώρα να ζυμώσουμε», του λέει ο γέρος. Ξεχώρισε ως δέκα λίτρες αλεύρι, το ’ριξε στη σκάφη κι έβαλε το βασιλιά να ζυμώνει. Ύστερα τον έστειλε στο λόγγο να κόψει ξύλα, κι αργά κατά το βράδυ βάλανε κι εκάψανε το φούρνο, για να ψήσουνε 3-4 καρβέλια. O βασιλιάς τώρα πεινούσε κι επερίμενε πότε να ψηθούν τα ψωμιά, για να φάει! Μα πιο πολύ τα λιμπιζόταν, όταν άρχισε να βγαίνει από το φούρνο η μυρωδιά τους. «Πεινάω πολύ», λέει του γέρου. «Περίμενε και θα φας!», του απάντησε κείνος.
Σε λίγο βγήκανε τα καρβέλια, αχνιστά και ροδοψημένα. Σαν πεινασμένος λύκος τότε ο βασιλιάς άρπαξε το καρβέλι, το έκοψε με τα χέρια του κι άρχισε να τρώει. Μα με την πρώτη μπουκιά που κατάπιε, το πρόσωπό του έγινε κόκκινο από χαρά και φώναξε: «Μάλιστα! Αυτό είναι το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου! Κι όμως ούτε μια κουταλιά ζάχαρη δεν έριξα στο ζυμάρι του!». Τότε ο γέροντας χαμογέλασε και του είπε: «Βασιλιά μου, πρέπει να ξέρεις πως η ζάχαρη του ψωμιού σου ήταν ο ιδρώτας που έχυσες για να το φτιάξεις. Τώρα είσ’ ελεύτερος να ξαναπάς στο παλάτι σου. Κοίτα μονάχα να δουλεύεις αποδώ κι εμπρός, και θα δεις πως η όρεξη δε θα σου λείψει».

O βασιλιάς ακολούθησε την ορμήνεια του γέροντα, κι όταν γύρισε στο παλάτι του, δούλευε κάθε μέρα για το λαό του, εκατέβαινε και στον κήπο του γι’ άλλες δουλειές, κι από τότε γιατρεύτηκε από την ανορεξιά κι έτρωε καλά, που μακάρι να τρώαμε κι εμείς έτσι!
Νεοελληνικά λαογραφικά κείμενα, επιμέλεια Δ. Λουκάτος, Βασική Βιβλιοθήκη, Ζαχαρόπουλος

 

Γιάννα στις 4 Νοεμβρίου 2016

Του Μάνου Χατζηδάκι

Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένα νησί στο οποίο ζούσαν όλα τα Συναισθήματα.
Εκεί ζούσαν η Ευτυχία, η Λύπη, η Γνώση, η Αγάπη και όλα τα άλλα συναισθήματα.

Μια μέρα έμαθαν ότι το νησί τους θα βούλιαζε και έτσι όλοι επισκεύασαν τις βάρκες τους και άρχισαν να φεύγουν.

Η Αγάπη ήταν η μόνη που έμεινε πίσω. Ήθελε να αντέξει μέχρι την τελευταία στιγμή.

Όταν το νησί άρχισε να βυθίζεται, η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια. Βλέπει τον Πλούτο που περνούσε με μια λαμπερή θαλαμηγό.

Η Αγάπη τον ρωτάει: «Πλούτε, μπορείς να με πάρεις μαζί σου;»

«Όχι, δεν μπορώ» απάντησε ο Πλούτος. «Έχω ασήμι και χρυσάφι στο σκάφος μου και δεν υπάρχει χώρος για σένα»

Η Αγάπη τότε αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από την Αλαζονεία που επίσης περνούσε από μπροστά της σε ένα πανέμορφο σκάφος.

«Σε παρακαλώ βοήθησέ με» είπε η Αγάπη.

«Δεν μπορώ να σε βοηθήσω Αγάπη. Είσαι μούσκεμα και θα μου χαλάσεις το όμορφο σκάφος μου» της απάντησε η Αλαζονεία.

Η Λύπη ήταν πιο πέρα και έτσι η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει από αυτή βοήθεια.

«Λύπη άφησέ με να έρθω μαζί σου».
«Ω Αγάπη, είμαι τόσο λυπημένη που θέλω να μείνω μόνη μου» είπε η Λύπη.

Η Ευτυχία πέρασε μπροστά από την Αγάπη αλλά και αυτή δεν της έδωσε σημασία.
Ήταν τόσο ευτυχισμένη, που ούτε καν άκουσε την Αγάπη να ζητά βοήθεια.

Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή: «Αγάπη, έλα προς τα εδώ! Θα σε πάρω εγώ μαζί μου!».

Ήταν ένας πολύ ηλικιωμένος κύριος που η Αγάπη δεν γνώριζε, αλλά ήταν γεμάτη από τέτοια ευγνωμοσύνη, που ξέχασε να ρωτήσει το όνομά του.

Όταν έφτασαν στην στεριά ο κύριος έφυγε και πήγε στο δρόμο του.

Η Αγάπη γνωρίζοντας πόσα χρωστούσε στον κύριο που τη βοήθησε, ρώτησε την Γνώση:

«Γνώση, ποιος με βοήθησε»;
«Ο Χρόνος» της απάντησε η Γνώση.
«Ο Χρόνος;;» ρώτησε η Αγάπη. «Γιατί με βοήθησε o Χρόνος;»

Τότε η Γνώση χαμογέλασε και με τη βαθιά σοφία της είπε:
«Μόνο ο Χρόνος μπορεί να καταλάβει πόσο μεγάλη σημασία έχει η Αγάπη».

Μαράκι στις 1 Νοεμβρίου 2016

 (από τη Σταυρούλα)

“Κάθε ημέρα ξυπνάμε ελαφρώς αλλαγμένοι κι ο άνθρωπος που ήμασταν χτες, έχει πεθάνει”, έγραψε ο John Updike, “τότε γιατί φοβόμαστε τον θάνατο, αφού έρχεται πάντα;” 

 

Ενώ μισό αιώνα νωρίτερα ο Montaigne είχε θέσει το ίδιο ερώτημα λίγο διαφορετικά:

“Το να θρηνούμε ότι δε θα ζούμε σε εκατό χρόνια από τώρα, είναι το ίδιο τρελό με το να λυπόμαστε, γιατί δεν ήμασταν ζωντανοί εκατό χρόνια πριν.” 

Αν το ερώτημα και η ιδέα του θανάτου παραμένουν άλυτα στο μυαλό των ενηλίκων, τότε πώς και πόσο, πραγματικά, μπορούν τα παιδιά να καθησυχάσουν μέσα από την κατανόηση και την παρηγόρια;

Το βιβλίο, που προστίθεται με αξιώσεις στη σειρά βιβλίων που σκοπό έχουν να βοηθήσουν τα παιδιά να κατανοήσουν την έννοια του θανάτου, φέρει τον υπέροχο τίτλο:  Cry, Heart, But Never Break (public library), και ανήκει στον αγαπημένο Δανό συγγραφέα παιδικών βιβλίων Glenn Ringtved, με την εικονογράφηση της Charlotte Pardi.

Ο Ringtved έχει εμπνευστεί από την δική του προσωπική ιστορία – όταν η μητέρα του πέθαινε, πάσχιζε να εξηγήσει στα παιδιά του τί συνέβαινε και τότε η ίδια η μητέρα του βοήθησε με μια συμβουλή της: “Κλάψε, Καρδιά, αλλά ποτέ μην σπάσεις.” Ήταν ο τρόπος της να βεβαιώσει τα παιδιά ότι είναι καλύτερο να επιτρέπουμε, παρά να περιορίζουμε την βαθιά θλίψη της απώλειας, που μετά θα τυλιχτεί μέσα στην ολότητα της ζωής, η οποία θα συνεχίσει να ξετυλίγεται.

Η ιστορία ξεκινάει έξω από ένα “μικρό και αναπαυτικό σπίτι”, όπου κατοικούν τέσσερα παιδιά και η γιαγιά τους. Ο Χάρος έχει αφήσει το δρεπάνι του έξω από την πόρτα, επειδή δεν ήθελε να τρομάξει τα παιδιά, μια κίνηση απρόσμενης τρυφερότητας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μέσα στο σπίτι, κάθεται μαζί με τα παιδιά στο τραπέζι της κουζίνας, όπου μόνο το μικρότερο από όλα, η Leah, τολμάει να τον κοιτάξει στα μάτια.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

(Το σπουδαίο με την εικονογράφηση της Pardi είναι ότι ακόμα και ο Χάρος δείχνει λυπημένος, σχεδόν απελπισμένος.)

Ενώ τα παιδιά ακούν τη γιαγιά τους να αναπνέει βαριά και με δυσκολία από τον επάνω όροφο, καταλαβαίνουν ότι ο Χάρος έχει έρθει γι΄αυτήν κι ότι δεν έχει πολύ χρόνο, προσπαθούν να τον καθυστερήσουν. Πιστεύοντας ότι ο Χάρος δουλεύει μόνο τη νύχτα, συνεχίζουν να του γεμίζουν διαρκώς το ποτήρι του με καφέ, μέχρι να έρθει το ξημέρωμα και υποχρεωθεί να φύγει.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αλλά έρχεται η στιγμή που ο Χάρος φέρνει το κοκαλιάρικο του χέρι επάνω από το ποτήρι, δείχνοντας ότι ήρθε η ώρα. Τότε η Leah παίρνει το χέρι του στο δικό της και τον παρακαλάει να μην πάρει τη γιαγιά της.

Γιατί πρέπει να φύγει η γιαγιά;

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

“Λένε μερικοί ότι η καρδιά του Χάρου είναι νεκρή και μαύρη, σαν ένα κομμάτι κάρβουνο, αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια. Κάτω από τον μανδύα του, η καρδιά του είναι τόσο κόκκινη όσο το πιο όμορφο ηλιοβασίλεμα και πάλλεται με την μεγαλύτερη αγάπη για την ζωή.”

Ο Χάρος που έχει κατακλύστεί από τη συμπάθειά του για τα παιδιά, αποφασίζει να τους πει μια ιστορία, για να μπορέσει να τους εξηγήσει γιατί ο θάνατος είναι κάτι φυσιολογικό και απαραίτητο.

-Σε μια κοιλάδα ζούσαν δύο αδελφοί, ο Sorrow και ο Grief, οι οποίοι περνούσαν τις ημέρες τους “αργά και βαριά” γιατί ποτέ δεν κοιτούσαν ψηλά, ποτέ δεν έβλεπαν πέρα από τις σκιές στις κορυφές των λόφων.”

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πέρα από αυτές τις σκιές, έμενα δύο αδελφές που τις έλεγαν Joy και Delight.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

“Ήταν έξυπνες και λαμπερές και οι ημέρες τους ήταν γεμάτες ευτυχία. Υπήρχε μόνο μια σκιά, η αίσθηση ότι κάτι τους έλλειπε. Δεν γνώριζαν τί ήταν, αλλά ένιωθαν ότι δεν μπορούσαν να απολαύσουν ολοκληρωτικά την ευτυχία τους.”

Όσο ο Χάρος συνεχίζει αφηγείται, η Leah κουνάει το κεφάλι της, δείχνοντας να μαντεύει τί πρόκειται να γίνει στην ιστορία: τα αγόρια και τα κορίτσια συναντιούνται και ερωτεύονται. Δύο τέλεια ισορροπημένα ζευγάρια, Στενάχωρος (Sorrow) και Χαρά (Joy), Θλιμμένος (Grief) και Απόλαυση (Delight).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Λέει ο Χάρος: “Είναι το ίδιο με τη ζωή και το θάνατο…Τί θα άξιζε η ζωή εάν δεν υπήρχε ο θάνατος; Ποιος θα απολάμβανε τον ήλιο, εάν δεν έβρεχε ποτέ; Θα λαχταρούσες για την ημέρα, εάν δεν υπήρχε η νύχτα;”

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Όταν τελικά ο Χάρος ξεκινάει να ανέβει τις σκάλες, το μικρότερο αγόρι σηκώνεται, για να τον εμποδίσει, αλλά ο μεγαλύτερος αδελφός του βάζει με θλίψη το χέρι του στον ώμο και τον αποθαρρύνει ήρεμα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

“Λίγα λεπτά αργότερα τα παιδιά άκουσαν το παράθυρο του επάνω ορόφου να ανοίγει. Και μετά, με μια φωνή κάπου ανάμεσα σε θρήνο και ψίθυρο, τον Χάρο να λέει: “Πέτα ψυχή. Πέτα, πέτα μακριά.”

Τρέχουν επάνω. Η γιαγιά έχει πεθάνει. Μια στιγμή μεγάλης στεναχώριας που εξελίχθηκε σε μια στιγμή θερμής γαλήνης.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

-Οι κουρτίνες κουνιούνταν από το δροσερό πρωινό αεράκι. Κοιτώντας τα παιδιά, είπε ο Χάρος σιγανά: “Κλάψε, Καρδιά, αλλά ποτέ μην σπάσεις. Άσε τα δάκρυα της θλίψης και της στεναχώριας σου να βοηθήσουν να ξεκινήσει μια νέα ζωή.”

Μετά έφυγε.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

“Ακόμη και αργότερα, όταν τα παιδιά άνοιγαν το παράθυρο, σκέφτονταν τη γιαγιά τους. Κι όταν το πρωινό αεράκι χάιδευε τα πρόσωπά τους, μπορούσαν να νιώσουν το άγγιγμά της.”

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

πηγή : http://antikleidi.com