Παραμύθια

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 22 Οκτωβρίου 2022

Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα όχι και πολύ μακρινό δάσος κάτω από μια μεγάλη βελανιδιά, ζούσαν δύο μικρά μανιτάρια. άλλο.

μ «Τι όμορφη που είναι αυτή η βελανιδιά και τι τυχεροί που είμαστε που ζούμε από κάτω της!» είπε το μικρότερο από τα δύο.

Μ «Πραγματικά, είναι πανέμορφη.. πόσο θα ήθελα να ζούσα στην κορυφή της και να βλέπω όλο το δάσος από εκεί ψηλά.» ..είπε το μεγαλύτερο.

μ «Το σκέφτομαι κάθε μέρα.. να μπορούσα να πάω εκεί πάνω και να κοιτάζω γύρω γύρω.. πρέπει να έχω απίστευτη θέα. Θα νιώθεις σαν βασιλιάς. Ζηλεύω πολύ την βελανιδιά και πιο πολύ ζηλεύω τα πουλιά που μπορούν να πηγαίνουν εκεί πάνω από αυτά θέλουν! Αχ και να μπορούσα να ανέβω έστω και για λίγο..»

Μ «Ναι.. η αλήθεια είναι αυτή.. σκέψου το αεράκι και φαντάσου πόσο γλυκά θα ακούγεται η φωνή του δάσους.. από την άλλη εδώ που είμαστε, είμαστε καλά προστατευμένοι. Αισθάνομαι πολύ τυχερός που έχουμε αυτή την εξαιρετική βελανιδιά από πάνω μας και που μας προστατεύει και που μπορούμε να ακούμε τις ιστορίες που λένε μεταξύ τους τα φύλλα και τα βελανίδια που πέφτουν. Σκέψου να μην υπήρχε.»

μ «Χαζομάρες.. εντάξει μπορεί να έχεις δίκιο αλλά εγώ θέλω να πάω εκεί πάνω.»

Μ «Προχθές άκουγα δύο βελανίδια, που μόλις είχαν πέσει, να πουν για το πόσο τέλεια ήταν η διαδρομή από εκεί πάνω. Τα άκουσα επίσης να λένε ότι και τι δεν έδωσαν για να ξανανέβουν και να ξαναπέσουν! Γέλασα πάρα πολύ!»

μ «Χαχα! Αχ.. ας μας δόθηκε μια ευκαιρία.. τι καλά που ήταν..» Και με αυτές τις σκέψεις οι ημέρες περνούσαν και η καθημερινότητα των μανιταριών γινόταν όλο και πιο ευφάνταστη. Όλο και περισσότερα βελανίδια έπεφταν και όλο και περισσότερες ιστορίες άκουγαν τα μανιταράκια μας. Μια-δυο φορές μάλιστα έπιασαν και κουβέντα με κάποια βελανίδια που δεν ήταν και τόσο ψιλομύτικα όπως τα υπόλοιπα. Μια μέρα λοιπόν την ώρα που μόλις είχε αρχίσει να σουρουπώνει, από την άκρη της απέναντι πέτρας φάνηκαν δύο τεράστιες κεραίες. Μετά από λίγο φάνηκε ένα τεράστιο σκαθάρι! Ήταν τόσο μεγάλο, όσο σχεδόν και τα δύο μανιτάρια μαζί.

μ «Ωχ!» Είπε το μικρό μανιτάρι. «Αυτό πρέπει να είναι το πιο μεγάλο σκαθάρι που δεν υπήρξε ποτέ! Άραγε θα μπορεί να με βοηθήσει;»

Μ «Τι εννοείς;¨είπε το μεγάλο.

μ «Εννοώ αν θα μπορούσε να με μεταφέρει έστω και για λίγο μέχρι την κορφή της βελανιδιάς!»

Μ «Μην ακούω ανοησίες. Δεν θα φύγεις από εδώ, τις άκουσες;»

μ «Άσε με ήσυχο. Θα κάνω ό,τι θέλω. Ξέρεις ότι η ζωή μας είναι πολύ μικρή και έχουμε μόνο μια ευκαιρία να κάνουμε αυτό που θέλουμε. Ποτέ δεύτερη.»

Μ «Σε παρακαλώ, σοβαρέψου. Μην κάνεις καμιά χαζομάρα. Πρώτη φορά τον βλέπουμε τον τύπο.. ούτε που τον ξέρουμε! Και να σου πω την αλήθεια, δεν τον βλέπω και πολύ της εμπιστοσύνης.»

μ «Μα τι είναι αυτά που λες! Πόσο κακό μπορεί να είναι ένα σκαθάρι;» ..είπε το μικρότερο και χωρίς να χάσει καιρό φώναξε με όλη του τη δύναμη: «Εε! Σκαθάρι, γειά! Έλα εδώ να σου πω κάτι που θέλω!» Με αργά αλλά σταθερά βήματα το σκαθάρι πλησίασε και το μικρότερο μανιτάρι ξεκίνησε με μεγάλο ενθουσιασμό να του λέει για την επιθυμία του να σκαρφαλώσει επάνω στη βελανιδιά, για το πόσο όμορφο θα είναι το ταξίδι προς τα επάνω και πόσο τέλειο θα είναι το ταξίδι της επιστροφής. Ήταν τόσο πολύ ενθουσιασμένο που δεν μπορούσε να δει το περίεργο βλέμμα και την τρομαχτική άποψη του σκαθαριού. Δεν μπορούσε να διαισθανθεί όλα αυτά που το άλλο μανιτάρι είχε διαισθανθεί.

«Ένταξει.» λέει το σκαθάρι. «Αλλά για να κάνω αυτό, πρέπει κάτι να κερδίσω.»

«Τι θες; Ό,τι θες θα στο δώσω!!»

«Μέσα σου έχεις δύο σπόρια. Αυτά θέλω για να σε ανεβάσω επάνω.» Είπε το σκαθάρι με σταθερή φωνή. Το μεγάλο μανιτάρι ανατρίχιασε.

«Μα αυτό είναι εύκολο!» είπε το μικρό μανιτάρι, χωρίς να σκεφτεί δεύτερη φορά. «Αλλά δεν θα σταθώ και τα δύο τώρα. Θα σου δώσω το ένα όταν φτάσουμε στη μέση και το άλλο όταν φτάσουμε επάνω.» «Εντάξει.» είπε το σκαθάρι. Κι έτσι το μικρό μανιτάρι πιάστηκε από τις κεραίες του σκαθαριού έτοιμος να κάνει το όνειρο του πραγματικότητα.

Το σκαθάρι, λοιπόν, με αργά αλλά σταθερά βήματα τραβήξε το μανιτάρι. Φυσικά δεν τα κατάφερε με την πρώτη φορά. Ο φίλος του προσπαθούσε να κρατήσει κάτω, συγκρατώντας το χώμα με τις μικρές του ρίζες, ελπίζοντας ότι θα καταφέρει να απογοητεύσει οι δύο τους και να τα παρατήσουν. Με την πρώτη προσπάθεια λοιπόν, ίσα ίσα που ανασηκώθηκε λιγάκι το χώμα. Όμως το σκαθάρι, δυστυχώς για τον φίλο μας, ήταν πολύ δυνατό. Με τη δεύτερη προσπάθεια το χώμα αποσύρθηκε αρκετά και λίγο ακόμα ήθελε το μικρό μας μανιτάρι για να βρεθεί έξω από την ζεστασιά του. Λίγες στιγμές πιο μετά το μεγάλο μανιτάρι αισθάνθηκε ένα μικρό πόνο, που το μανιταράκι δεν τον καταλάβαινε. Οι μικρές τους ρίζες βλέπετε είχαν ενωθεί και καθώς το μικρό μας πεταγόταν έξω από το χώμα, αυτές χωρίστηκαν. Για πάντα.

«Έτοιμος!!» φώναξε όλο χαρά το μανιτάρι και το σκαθάρι με τον ίδιο αργό αλλά σταθερό βηματισμό και χωρίς να μιλήσει, άρχισε να προχωράει προς την ρίζα της βελανιδιάς.

«Θα με περιμένεις;» Ρώτησε το μικρό μανιτάρι.

«Ελπίζω. Καλό ταξίδι!» Είπε το άλλο και τα βλέμματα τους διασταυρώθηκαν για τελευταία φορά. Αρκετή ώρα πιο μετά οι ταξιδιώτες είχαν αρχίσει να ανεβαίνουν στον κορμό. Το μικρό μανιτάρι ήταν πλέον τόσο πολύ χαρούμενο. Ζόυσε το όνειρό του. Μόλις είχε βραδιάσει και το φεγγάρι είχε αρχίσει να ρίχνει το φως του πάνω στο μεγάλο δάσος. Λίγες ώρες πιο μετά η ανάβαση έφτανε στη μέση της και οι ψιθήροι από τα βελανίδια πλήθαιναν.

«Τι θέλει εδώ πάνω ένα σκαθάρι με ένα μανιτάρι να κρέμεται από πάνω του. Μα που πάνε;» αναρωτήθηκαν όλα μαζί και σχολιάζανε επικριτικά.

«Ε όχι.. έχει τρελαθεί τελικά ο κόσμος..» είπε ένα αδύνατο και στριφνό βελανίδι, και γύρισε από την άλλη πλευρά να χαρεί λίγο το φως του φεγγαριού. Την επόμενη μέρα ήξερε ότι θα έπεφτε από τη θέση του και θα βρισκόταν κάτω στο χώμα, μέχρι εκείνο να το αγκαλιάσει και σιγά σιγά να γίνει κι αυτό μια μεγάλη βελανιδιά. Το μανιτάρι έβλεπε από ψηλά το σπίτι του, την παλιά του θέση, την πέτρα από όπου είχε εμφανιστεί το σκαθάρι, τον αγαπημένο του φίλο και έτρεμε από τη συγκίνηση που κατάφερνε το ακατόρθωτο.

«Το πρώτο μανιτάρι που έφτασε στην κορυφή της μεγάλης βελανιδιάς!!» Σκεφτόταν. Η ψυχή του έλαμπε. Η ψυχή του έλαμπε αλλά η δύναμη του έφθανε. Τα χέρια του είχαν αρχίσει να κουράζονται και όσο δυνατά και αν κρατούσε τις κεραίες του σκαθαριού, τα αισθανόταν να γλυστράνε. Ο κορμός του και το συμμετρικό του σχήμα είχε αρχίσει να χαλάει. Ξέρετε πόσο ευαίσθητα είναι τα μανιτάρια. Χαλάνε με το παραμικρό. Λίγη ώρα πιο μετά είχε χάσει πολύ δύναμη και πολλούς χυμούς. Φθάνοντας στη μέση της μεγάλης βελανιδιάς και ενώ το φεγγάρι μεσουρανούσε λέει στο σκαθάρι.

«Σκαθάρι σταμάτα για λίγο σ’αυτό το κλαδί. Σε παρακαλώ πολύ. Θα ήθελα να κάνουμε ένα διάλειμμα, κουράστηκα.»

«Θα σταματήσω, αλλά θα μου δώσεις και τα δύο σποράκια, αλλιώς δεν θα συνεχίσω.»

«Εντάξει, πάρ’τα. Σταμάτα όμως, δεν αντέχω ούτε μια στιγμή ακόμα.» Και μόλις το σκαθάρι έκανε στην άκρη και σταμάτησε στο κλαδί, το μανιτάρι μας ελευθερώθηκε και έβγαλε από την κοιλιά του και τα δύο σποράκια, το ανίτι του ονείρου του.

«Πάρτα, όμως σε λίγο θα συνεχίσουμε.» είπε με ξεψυχισμένη φωνή.

«Συνεχίζουμε όποτε θες.» Το φεγγάρι μια κρυβόταν και μια φαινόταν μέσα από τις φυλλωσιές της βελανιδιάς και το χλωμό του φως πλέον έδινε μια μελαγχολική διάθεση στο δάσος. Λίγες στιγμές πιο μετά, το μανιτάρι είπε με φωνή που ίσα ίσα ακουγόταν.

«Σκαθάρι.. πάμε..» Και με το ζόρι ξαναπιάστηκε πάνω του. Δεν πρόλαβε να κάνει μερικά αργά αλλά σταθερά βήματα το σκαθάρι και.. α!

Το μανιταρι γλυστρησε! Το καπέλο του έλαμψε για μια στιγμή, λίγο πριν αρχίσει να χτυπάει από το ένα κλάδι στο άλλο. Τα βελανίδια πάγωσαν και το σούσουρο σταμάτησε άξαφνα καθώς είχε ξεκινήσει η ελεύθερη πορεία προς το τέλος. Χτύπησε στο χώμα, κατρακύλησε και σταμάτησε δίπλα στην πέτρα απ’ όπου το μεσημέρι είχε εμφανιστεί το σκαθάρι. Λίγο πιο κει ο φίλος του, αδύναμος κι αυτός, το κοίταζε με δάκρυα στα μάτια. Το χώμα γύρω του ήταν πλέον σαθρό. Με λίγη προσπάθεια κατάφερε να πεταχτεί έξω και να συρθεί μέχρι τον φίλο του.

«Μην φοβάσαι…τώρα είσαι εδώ, μαζί μου.» του είπε και μαζί τα δύο μανιταράκια, ξαπλωμένα πλέον και όχι όρθια, κοιτούσαν την κορυφή της βελανιδιάς λίγο πριν το φεγγάρι τους δύσει. Εκείνη την ώρα ένα αεράκι φύσηξε στα κλαδιά της βελανιδιάς και μαζί με τη φωνή των βελανιδιών πήρε και τα σπόρια από τις τσέπες του σκαθαριού ρίχνοντάς τα στο έδαφος, λίγο πιο μακριά από τις ρίζες του δέντρου. Κάποιες ημέρες αργότερα δύο μικρά μανιτάρια βγήκαν από το ζεστό χώμα. Οι ρίζες τους ήταν λίγο ενωμένες. Κοίταξαν ψηλά, μέχρι την κορυφή της βελανιδιάς μας, ζήλεψαν τα πουλιά και αναστέναξαν μελαγχολικά όταν σκέφτηκαν πόσο όμορφη θέα έχει από εκεί επάνω.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 20 Απριλίου 2022

Ο βασιλιάς μιας κοινότητας είχε δέκα άγρια σκυλιά. Τα χρησιμοποιούσε για να βασανίζει και να τρώνε όποιον από τους υπηρέτες του έκανε λάθος. Ένας από τους υπηρέτες έδωσε μια γνώμη που ήταν λάθος, και δεν άρεσε καθόλου στον βασιλιά.

Διέταξε λοιπόν να ρίξουν τον υπηρέτη στα σκυλιά.
Ο υπηρέτης είπε: «Σε υπηρέτησα δέκα χρόνια, και μου το ξεπληρώνεις έτσι; Παρακαλώ δώστε μου δέκα μέρες πριν με πετάξετε σε αυτά τα σκυλιά! ” Ο βασιλιάς συμφώνησε.

Εκείνες τις δέκα μέρες, ο υπηρέτης πήγε στον φύλακα που προσέχει τα σκυλιά και του είπε ότι θα ήθελε να εξυπηρετήσει τα σκυλιά για τις επόμενες δέκα ημέρες. Ο φύλακας ήταν μπερδεμένος αλλά συμφώνησε, και ο υπηρέτης άρχισε να ταΐζει τα σκυλιά, να τα καθαρίζει, να τα κάνει μπάνιο και να τους παρέχει κάθε είδους άνεση.

Όταν τελείωσαν οι δέκα ημέρες, ο βασιλιάς διέταξε να ρίξουν τον υπηρέτη στα σκυλιά για την τιμωρία του. Όταν τον έριξαν μέσα, όλοι μείναμε έκπληκτοι βλέποντας τα λυσσασμένα σκυλιά να γλείφουν τα πόδια του υπηρέτη!

Ο βασιλιάς, μπερδεμένος με αυτό που έβλεπε, είπε,
”Τι συνέβη στα σκυλιά μου; ”

Ο υπηρέτης απάντησε, «Υπηρέτησα τα σκυλιά μόνο για δέκα ημέρες, και δεν ξέχασαν την υπηρεσία μου. Κι όμως σε υπηρέτησα για δέκα ολόκληρα χρόνια και τα ξέχασες όλα, στο πρώτο μου λάθος! ”

Ο βασιλιάς κατάλαβε το λάθος του και διέταξε να αφεθεί ελεύθερος ο υπηρέτης.

Αυτή η ανάρτηση είναι ένα μήνυμα προς όλους εκείνους που ξεχνούν τα καλά πράγματα που κάνει κάποιος για αυτούς μόλις το άτομο κάνει ένα λάθος απέναντί τους. Μην ξεχνάς την ιστορία που είναι γεμάτη με καλό εξαιτίας ενός λάθους που δεν σου άρεσε.

Κατερινα Κεστεκιδουā

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Απριλίου 2022

Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένα νησί στο οποίο ζούσαν όλα τα συναισθήματα. Εκεί ζούσαν η Ευτυχία, η Λύπη, η Γνώση, η Αγάπη και όλα τα άλλα συναισθήματα. Μια μέρα έμαθαν ότι το νησί τους θα βούλιαζε και έτσι όλοι επισκεύασαν τις βάρκες τους και άρχισαν να φεύγουν. Η Αγάπη ήταν η μόνη που έμεινε πίσω. Ήθελε να αντέξει μέχρι την τελευταία στιγμή. Όταν το νησί άρχισε να βυθίζεται, η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια. Βλέπει τον Πλούτο που περνούσε με μια λαμπερή θαλαμηγό. Η Αγάπη τον ρωτάει: «Πλούτε, μπορείς να με πάρεις μαζί σου;» «Όχι, δεν μπορώ» απάντησε ο Πλούτος. «Έχω ασήμι και χρυσάφι στο σκάφος μου και δεν υπάρχει χώρος για σένα». Η Αγάπη τότε αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από την Αλαζονεία που επίσης περνούσε από μπροστά της σε ένα πανέμορφο σκάφος. «Σε παρακαλώ βοήθησέ με» είπε η Αγάπη. «Δεν μπορώ να σε βοηθήσω Αγάπη. Είσαι μούσκεμα και θα μου χαλάσεις το όμορφο σκάφος μου» της απάντησε η Αλαζονεία. Η Λύπη ήταν πιο πέρα και έτσι η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει από αυτή βοήθεια. «Λύπη άφησέ με να έρθω μαζί σου». «Ω Αγάπη, είμαι τόσο λυπημένη που θέλω να μείνω μόνη μου» είπε η Λύπη. Η Ευτυχία πέρασε μπροστά από την Αγάπη αλλά και αυτή δεν της έδωσε σημασία. Ήταν τόσο ευτυχισμένη, που ούτε καν άκουσε την Αγάπη να ζητά βοήθεια. Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή: «Αγάπη, έλα προς τα εδώ! Θα σε πάρω εγώ μαζί μου!». Ήταν ένας πολύ ηλικιωμένος κύριος που η Αγάπη δεν γνώριζε, αλλά ήταν γεμάτη από τέτοια ευγνωμοσύνη, που ξέχασε να ρωτήσει το όνομά του. Όταν έφτασαν στην στεριά ο κύριος έφυγε και πήγε στο δρόμο του. Η Αγάπη γνωρίζοντας πόσα χρωστούσε στον κύριο που τη βοήθησε, ρώτησε την Γνώση: «Γνώση, ποιος με βοήθησε»; «Ο Χρόνος» της απάντησε η Γνώση. «Ο Χρόνος;;» ρώτησε η Αγάπη. «Γιατί με βοήθησε ο Χρόνος;» Τότε η Γνώση χαμογέλασε και με βαθιά σοφία της είπε: «Μόνο ο Χρόνος μπορεί να καταλάβει πόσο μεγάλη σημασία έχει η Αγάπη».

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 25 Μαρτίου 2022

Μια φορά κι έναν καιρό

ένας φούρναρης παράγγειλε
σ’ ένα φτωχό ζωγράφο

να τον ζωγραφίσει την ώρα
που φούρνιζε ψωμιά.

Ο ζωγράφος άρχισε να δουλεύει
και όταν καταπιάστηκε
να εικονίζει το φουρνιστήρι,

αντί να το φτιάξει οριζόντιο
σύμφωνα με την προοπτική,

το έφτιαξε κάθετο
δείχνοντας όλο του το πλάτος.

Έπειτα, με τον ίδιο τρόπο,
ζωγράφισε πάνω στο φουρνιστήρι
κι ένα καρβέλι.

Πέρασε ένας άνθρωπος
και του είπε:

”Το ψωμί έτσι όπως το έβαλες,
θα πέσει.”

Ο ζωγράφος αποκρίθηκε
χωρίς να σηκώσει το κεφάλι:

”Μόνο τα αληθινά ψωμιά πέφτουν.
Τα ζωγραφισμένα στέκονται.

Στη ζωγραφιά
πρέπει να φαίνονται όλα.”

Ο ζωγράφος του παραμυθιού
είναι ο Μυτιληνιός
Θεόφιλος Γ. Χατζημιχαήλ.

Ένας λαικός άνθρωπος,
ένας τρελός στα μάτια του κόσμου,

που τον άκουε να λέει παράδοξα
πράγματα για τις ζωγραφιές του

ή τον έβλεπαν
να ροβολά στους δρόμους
ντυμένος Μεγαλέξαντρος

μαζί με ένα κοπάδι χαμίνια
που είχε ντύσει ”Μακεδόνους”.

Τον περιγελούσαν, του έκαμαν
πολύ χοντρά αστεία’ μια φορά

τράβηξαν την ανεμόσκαλα
όπου ήταν ανεβασμένος
για τη δουλειά του
και τον έριξαν κάτω.

Τόσο πολύ
μας ενοχλούν οι άνθρωποι
που δε μας μοιάζουν.

Όμως, ο περιπλανώμενος
αυτός ζωγράφος

καταναλώθηκε ολόκληρος
σαν ένας αυθεντικός τεχνίτης,
στο δημιούργημά του.

Και το δημιούργημά του
είναι ένα ζωγραφικό γεγονός
για την Ελλάδα.

Ένα γεγονός
που δε διδάσκει λαογραφικά,

όπως θα είχαμε την τάση
να φανταστούμε,

αλλά είναι ένα γεγονός
που διδάσκει ζωγραφικά.

Που βοηθεί και φωτίζει
όποιον έχει μίαν επαρκή
οπτική συνείδηση.

Ύστερα από τον Θεόφιλο
δε βλέπουμε πια
με τον ίδιο τρόπο.

Αυτό είναι το σπουδαίο
και αυτό είναι το πράγμα

που δε μας έφεραν τόσοι
περιώνυμοι μαντατοφόροι
μεγάλων ακαδημιών.

Ο Θεόφιλος μάς έδωσε
ένα καινούριο μάτι.

Μπορεί να μην είναι
δεξιοτέχνης.

Μπορεί η αμάθειά του
σε τέτοια πράγματα
να είναι μεγάλη.

Όμως αυτό το τόσο σπάνιο,
το ακατόρθωτο πριν απ’ αυτόν
για το ελληνικό τοπίο:

μια στιγμή χρώματος και αέρα,
σταματημένη εκεί

μ’ όλη την εσωτερική ζωντάνια της
και την ακτινοβολία της κίνησής της.

Αυτόν τον ποιητικό ρυθμό
που συνδέει τα ασύνδετα,

συγκρατεί τα σκορπισμένα
και ανασταίνει τα φθαρτά.

Αυτή την ανθρώπινη ανάσα
που έμεινε

σ’ ένα ρωμαλέο δέντρο,
σ’ ένα κρυμμένο άνθος,
ή στο χορό μιας φορεσιάς.

Αυτά τα πράγματα
που τ’ αποζητούσαμε τόσο πολύ
γιατί μας έλειψαν τόσο πολύ.

Αυτή τη χάρη
μας έδωσε ο Θεόφιλος
και αυτό δεν είναι λαογραφία.

Ο ζωγραφικός κόσμος
του Θεόφιλου,

είναι ένας κόσμος
χωρίς τεχνάσματα
και χωρίς υπεκφυγές,

όπου τα πράγματα δεν πέφτουν,
όπως πέφτουν τα αληθινά ψωμιά.

Στέκουν
και θρέφουν.

Γιώργος Σεφέρης

Σαν σήμερα, το 1934,
ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ
έφυγε από τη ζωή.

…………………………………………………………

Αποσπάσματα από το βιβλίο:
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ – ΔΟΚΙΜΕΣ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 30 Ιανουαρίου 2022

Υπήρχε κάποτε μια νεαρή πολεμίστρια…
Ο δάσκαλός της της είπε ο τι θα πρέπει να πολεμήσει τον φόβο.
Εκείνη δεν ήθελε να το κάνει. Φαινόταν πολύ επιθετικό. Ηταν τρομακτικό και έμοιαζε εχθρικό..
Αλλά ο δάσκαλος είπε πως έπρεπε να το κάνει και της έδωσε οδηγίες γιά την μάχη.
Η μέρα έφτασε.
Η μαθήτρια πολεμίστρια στάθηκε από την μία πλευρά και ο φόβος σπό την άλλη.
Η νεαρή γυναίκα ένοιωθε πολυ μικρή και ο φόβος φαινόταν τεράστιος και άγριος. Ο καθένας είχε τα όπλα του.
Η νεαρή σηκώθηκε και πήγε προς τον φόβο, έκανε τρείς βαθιές υποκλίσεις και ρώτησε:
“Μπορώ να έχω την άδεια να πολεμήσω με σένα;”
Ο φόβος είπε:
“Σ ευχαριστώ που δείχνεις τόσο σεβασμό και ζητάς την άδεια”.
Τότε η νεαρή είπε: “Πως μπορώ να σε νικήσω;”
Ο φόβος απάντησε: ” Τα όπλα μου είναι ό τι μιλάω γρήγορα και έρχομαι πολύ κοντά στα μούτρα σου. Τότε παραλύεις και κάνεις ό τι σου πω. Αν δεν κάνεις ό τι σου λέω, δεν εχω δύναμη.
Μπορείς να με ακούσεις, να με σεβαστείς, ακόμη και να σε πείσω, αλλά αν δεν κάνεις ό τι σου λέω, δεν θα έχω καμμία δύναμη”. Με αυτόν τον τρόπο η νεαρή πολεμίστρια μεταμόρφωσε την την σχέση της με τον φόβο. Αυτή ηταν η νίκη της…
Και από εχθρός, ο φόβος έγινε σύμμαχος. Διαβάστε τη συνέχεια »

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 23 Νοεμβρίου 2021

Κάποτε ο βασιλιάς αποφάσισε ότι ήταν καιρός να παντρευτεί. Αλλά πώς να διαλέξει την κατάλληλη κοπέλα; Ρώτησε τον κουρέα του την ώρα που τον ξύριζε.
–         Μην ανησυχείς, βασιλιά μου, του απάντησε ο κουρέας. Θα σε βοηθήσω εγώ.
Από την άλλη κιόλας μέρα ο κουρέας έλεγε σε καθένα που έμπαινε στο μαγαζί του ότι ο βασιλιάς ήθελε να παντρευτεί.
–         Και πώς θα διαλέξει τη νύφη; τον ρωτούσαν όλοι.
Τότε εκείνος τους έδειχνε έναν ωραίο χρυσοστόλιστο καθρέφτη και τους έλεγε:
–         Βλέπετε αυτόν τον καθρέφτη; Είναι μαγικός! Αν κάποιος κοιταχτεί μέσα, κάθε του ελάττωμα θα θαμπώσει το κρύσταλλο σα λεκές! Όποια κοπέλα λοιπόν θέλει να παντρευτεί το βασιλιά πρέπει να κοιταχτεί μέσα στον καθρέφτη για να φανούν τα ελαττώματά της. Εγώ θα βρίσκομαι δίπλα της για να τα δω και να τα πω στο βασιλιά. Κι εκείνος θα αποφασίσει αν η κοπέλα του ταιριάζει ή όχι.
Στόμα με στόμα η είδηση έφτασε σε όλους τους κατοίκους του βασιλείου. Πολλοί γέλασαν με τον παράξενο τρόπο που θα χρησιμοποιούσε ο κουρέας του βασιλιά για να του βρει νύφη. Όλος ο κόσμος νόμιζε ότι οι ανύπαντρες κοπέλες θα έκαναν ουρές έξω από το κουρείο για να δοκιμάσουν την τύχη τους. Όμως δεν πήγε καμιά!
Περνούσαν οι μέρες, περνούσαν οι εβδομάδες, αλλά καμιά κοπέλα, ούτε φτωχή ούτε πλούσια, δεν είχε το θάρρος να δείξει τα ελαττώματά της στον καθρέφτη του κουρέα.
Ο καημένος ο βασιλιάς ήταν πολύ στενοχωρημένος που καμιά κοπέλα δε ζητούσε να τον παντρευτεί.
–         Οι βασιλιάδες των γειτονικών χωρών δεν δυσκολεύτηκαν να βρουν γυναίκα. Εγώ γιατί δε μπορώ να βρω μία; ρωτούσε τον κουρέα του.
–         Βασιλιά μου, απαντούσε εκείνος, κάνε υπομονή. Πολλές κοπέλες θάθελαν να γίνουν βασίλισσες αλλά φοβούνται να κοιτάξουν στο μαγικό καθρέφτη. Εδώ που τα λέμε δεν είναι εύκολο πράγμα να φανερώσει κάποιος τα ελαττώματά του. Ας περιμένουμε λίγο ακόμα μήπως κάποια πάρει θάρρος κι έρθει να κοιτάξει μέσα στον καθρέφτη μου.
Αλλά πέρασαν κι άλλες μέρες χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Ο βασιλιάς απελπίστηκε. Έχασε την υπομονή του και μάλωσε τον κουρέα του:
–         Μ’ αυτές τις παράξενες ιδέες σου κατάντησα να μη μπορώ να βρω σύζυγο! Υποσχέθηκες να μου βρεις μια κοπέλα αντάξιά μου. Βρες τη μου λοιπόν!
–         Υπάρχει ακόμα μια ελπίδα, είπε σκεπτικός ο κουρέας. Η βοσκοπούλα, που βόσκει το κοπάδι της στο απέναντι βουνό, ίσως να μη φοβηθεί τη μαγική δύναμη του καθρέφτη μου. Όμως θα τη δεχόσουν για γυναίκα σου;
–         Παράγγειλέ της να έρθει, απάντησε ο βασιλιάς. Εξήγησέ της τι κάνει ο μαγικός καθρέφτης και πες της ότι πρέπει να κοιταχτεί μέσα σ’ αυτόν. Αν αποφασίσει να έρθει θα τη δεχτώ με όλες τις τιμές στη μεγάλη αίθουσα του παλατιού.
Η βοσκοπούλα ήταν μια απλή κοπέλα, ούτε πολύ όμορφη ούτε πολύ άσχημη. Ζούσε σ’ ένα σπιτάκι κοντά στους πρόποδες του βουνού. Κάθε μέρα ξυπνούσε από τα χαράματα για να βοσκήσει τα πρόβατά της, που τ’ αγαπούσε και τα φρόντιζε πολύ. Όταν έμαθε ότι ο βασιλιάς της ζητούσε να δοκιμάσει το μαγικό καθρέφτη δέχτηκε.
Την καθορισμένη ημέρα μαζεύτηκε πολύς κόσμος στη μεγάλη αίθουσα του παλατιού. Όταν η βοσκοπούλα μπήκε μέσα, ο βασιλιάς την υποδέχτηκε ευγενικά και της είπε:
–         Καλή μου κοπέλα, χαίρομαι που ήρθες! Αν θέλεις να γίνεις γυναίκα μου πρέπει να κοιταχτείς μέσα σ’ αυτόν τον καθρέφτη. Αν έχεις κάνει στη ζωή σου κάτι που δεν είναι σωστό, ο καθρέφτης θα θαμπώσει.
–         Βασιλιά μου, απάντησε η κοπέλα, κάνω λάθη κάθε μέρα, όπως συμβαίνει σε όλους. Να, για παράδειγμα, πολλές φορές οδηγώ το κοπάδι μου σ’ ένα λιβάδι που δεν έχει πολύ χορτάρι, κι έτσι τα πρόβατά μου μένουν πεινασμένα. Άλλες φορές τα έχω βγάλει να βοσκήσουν με άσχημο καιρό και μερικά μου έχουν αρρωστήσει. Μια φορά αναποδογύρισα κατά λάθος το δοχείο με το γάλα και το γάλα χύθηκε όλο στο πάτωμα. Όμως παραδέχομαι τα λάθη μου και προσπαθώ να μην τα ξανακάνω. Φαίνεται ότι τα πρόβατά μου καταλαβαίνουν την προσπάθειά μου και με εμπιστεύονται. Δε με νοιάζει αν θα γίνω βασίλισσα αλλά θα κοιταχτώ στον καθρέφτη σου γιατί δεν έχω τίποτα να κρύψω.
Και πλησιάζοντας τον καθρέφτη, κοιτάχτηκε μέσα…Είδε το πρόσωπό της να απεικονίζεται πεντακάθαρα στην επιφάνειά του χωρίς να θαμπώσει καθόλου το κρύσταλλο. Οι κοπέλες που βρίσκονταν μέσα στην αίθουσα πλησίασαν κι αυτές και κοίταξαν μέσα. Τα πρόσωπά τους καθρεφτίστηκαν καθαρά. Τότε έγινε φασαρία και οι κοπέλες φώναζαν θυμωμένες:
–         Μας ξεγελάσατε! Αυτός ο καθρέφτης δεν είναι μαγικός. Είναι ένας καθρέφτης σαν όλους τους άλλους!
–         Όχι κοπέλες μου, απάντησε ήρεμα ο βασιλιάς. Μόνες σας πέσατε στην παγίδα. Αν είχατε εμπιστοσύνη στον εαυτό σας, όπως η βοσκοπούλα, δε θα φοβόσαστε να κοιταχτείτε στον καθρέφτη.
Έτσι ο βασιλιάς παντρεύτηκε τη βοσκοπούλα και κυβέρνησαν μαζί το βασίλειο για πολλά πολλά χρόνια, με αγάπη και δικαιοσύνη. Αλλά η βοσκοπούλα δεν ξέχασε το κοπάδι της. Το έδωσε στον καλύτερο βοσκό του βασιλιά, που το αγαπούσε και το φρόντιζε όπως εκείνη!

ΙΣΠΑΝΙΚΌ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 9 Οκτωβρίου 2021

Ένα μικρό πρόβατο πίνει νερό από ένα ορεινό ρυάκι με κρυστάλλινο νερό. Έρχεται ένα μεγάλο λιοντάρι και φυσικά δείχνει ενδιαφέρον για το πρόβατο – είναι η ώρα του πρωινού αλλά πρέπει να βρει μια δικαιολογία. Γι’αυτό λέει στο πρόβατο, «Λερώνεις το ρυάκι. Δεν καταλαβαίνεις ότι είμαι ο βασιλιάς της ζούγκλας;»

Το καημένο το πρόβατο λέει, «Το ξέρω, όμως Μεγαλειότατε, το ρυάκι δεν κυλάει προς το μέρος σας. Εγώ στέκομαι πιο κάτω από εσάς, και ακόμη κι αν λερωθεί επειδή πίνω εγώ νερό, το νερό τρέχει προς τα κάτω – όχι προς το μέρος σας. Εσείς το λερώνετε κι εγώ πίνω το βρώμικο νερό. Η λογική σας λοιπόν δεν είναι σωστή».

Το λιοντάρι κατάλαβε τι ήθελε να πει και θύμωσε πολύ. Είπε, «Δεν σέβεσαι τους μεγαλυτέρους σου. Έχεις μεγάλο θράσος για να τολμάς να διαφωνείς μαζί μου».
Το καημένο το πρόβατο είπε, «Δεν διαφώνησα, απλά ανέφερα τα γεγονότα. Μπορείτε να δείτε ότι το ρυάκι κυλάει προς το μέρος μου».

Tο λιοντάρι απέμεινε σιωπηλό για ένα λεπτό και μετά είπε, «Τώρα θυμάμαι. Ανήκεις σε μια πολύ απολίτιστη, αμόρφωτη οικογένεια. Ο πατέρας σου με προσέβαλε χθες». Το καημένο το πρόβατο είπε, «Θα πρέπει να ήταν κάποιος άλλος, επειδή ο πατέρας μου πέθανε πριν από τρεις μήνες – και πρέπει να ξέρετε ότι βρίσκεται στην κοιλιά σας. Δεν είναι πλέον ζωντανός, έγινε το γεύμα σας. Πώς μπορεί να σας φερθεί με ασέβεια; Είναι νεκρός!»

Αυτό πήγαινε πολύ. Το λιοντάρι όρμησε, άρπαξε το πρόβατο και είπε, «Δεν ξέρεις από τρόπους, δεν ξέρεις από εθιμοτυπία, δεν ξέρεις να φέρεσαι».

Το πρόβατο είπε, «Απλά είναι η ώρα του πρωινού. Απλά φάε με· δεν χρειάζεται να βρεις κάποια δικαιολογία».

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 28 Μαρτίου 2021

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μέσα σε ένα πυκνό δάσος μία τριανταφυλλιά. Όλα της τα τριαντάφυλλα ήταν κατακόκκινα. Όλα, εκτός από ένα, αυτό που ήταν στο κέντρο και πιο ψηλά από όλα. Το τριαντάφυλλο αυτό ήτανε μαύρο και λαμπερό. Όποιος περνούσε μπροστά από την τριανταφυλλιά, απορούσε με το διαφορετικό τριαντάφυλλο και το θαύμαζε! Και κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί την πραγματική ιστορία του που ήταν η εξής:

Κάποτε ένα σύννεφο περνούσε πάνω από την τριανταφυλλιά. Ήταν τόσο φορτωμένο με σταγόνες που είχε κατέβει πολύ χαμηλά. Πέρασε λοιπόν και πάνω από την τριανταφυλλιά και εκείνη, χωρίς να το θέλει, τρύπησε το σύννεφο. Εκείνο πόνεσε, τινάχτηκε επάνω και επειδή θύμωσε πολύ με την τριανταφυλλιά της έριξε έναν κεραυνό. Εκεί λοιπόν που χτύπησε ο κεραυνός στην τριανταφυλλιά, έβγαινε μόνο ένα μαύρο τριαντάφυλλο.

Ήταν μεγαλύτερο από τα υπόλοιπα τριαντάφυλλα και είχε μία παράξενη ευωδιά, που θύμιζε μέντα. Έτσι όπως ήτανε ψηλότερο από τα άλλα τριαντάφυλλα, έμενε μοναχό του και ο μόνος φίλος που είχε ήταν ένα έλατο που φύτρωνε κοντά στην τριανταφυλλιά.

Ήταν και το έλατο μονάχο του και βρήκε στο μαύρο τριαντάφυλλο έναν ανέλπιστο φίλο. Έσκυβε κάθε μέρα από πάνω του και έκαναν οι δυο τους την καλύτερη παρέα. Τα υπόλοιπα όμως τριαντάφυλλα ζήλευαν αυτήν τη φιλία. Νόμιζαν πως αν γινόταν κι εκείνα μαύρα, θα μπορούσανε να κάνουνε παρέα με το έλατο και να μοσχοβολούν σαν μέντα. Φώναξαν τότε το σύννεφο και το παρακάλεσαν να τους ρίξει πολλή βροχή. Φώναξαν και τον ήλιο και του ζήτησαν να τους ζεσταίνει με όλη του τη δύναμη. Έτσι και έγινε! Όμως η βροχή από το σύννεφο και η ζεστασιά από τον ήλιο δεν άλλαξε το χρώμα τους. Μαλάκωσε όμως την καρδιά τους και την γέμισε με πολλή αγάπη.

Άπλωσαν τότε τα κλαδιά τους προς τα επάνω και αγκάλιασαν το μαύρο τριαντάφυλλο. Έσκυψε και το έλατο, στήριξε τα λουλούδια τους και τα σήκωσε ψηλά. Και η ευωδιά τους έγινε τόσο δυνατή που έφτασε στα πέρατα της γης!!

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 2 Ιανουαρίου 2021

Ένας πανάρχαιος μύθος των ινδιάνων Σιου, λέει πως ήρθαν κάποτε στη σκηνή του γέρου μάγου της φυλής, πιασμένοι χέρι χέρι, ο Άγριος Ταύρος, ο πιο γενναίος και τιμημένος νέος πολεμιστής, και το Ψηλό Σύννεφο, η κόρη του αρχηγού, μια από τις ωραιότερες γυναίκες της φυλής.

“Αγαπιόμαστε” αρχίζει ο νέος.

“Και θα παντρευτούμε” λέει εκείνη.

“Και αγαπιόμαστε τόσο που φοβόμαστε…”

“Θα θέλαμε κάποιο μαγικό, ένα χαϊμαλί, ένα φυλαχτό…”

“Κάτι που θα μας εγγυάται ότι θα είμαστε για πάντα μαζί.”

“Που θα μας εξασφαλίσει ότι θα είμαστε ο ένας στο πλευρό του άλλου, ώσπου να συναντήσουμε τον Μανιτού, την ημέρα του θανάτου”.

“Σε παρακαλούμε” ικετεύουν, “πες μας τί μπορούμε να κάνουμε…”

Ο μάγος τους κοιτάζει και συγκινείται που τους βλέπει τόσο νέους, τόσο ερωτευμένους, να λαχταρούν τόσο μια του λέξη.

“Υπάρχει κάτι …” λέει τελικά ο σοφός μάγος μετά από αρκετή ώρα. “Αλλά δεν ξέρω…είναι ένα έργο πολύ δύσκολο και απαιτεί θυσίες.”

“Δεν μας πειράζει” λένε και οι δύο.

“Ό,τι και να’ ναι” επιβεβαιώνει ο Άγριος Ταύρος.

“Ωραία” λέει ο μάγος. “Ψηλό Σύννεφο, βλέπεις το βουνό που είναι βόρεια από το χωριό μας; Πρέπει να το ανέβεις μόνη σου, χωρίς τίποτα άλλο εκτός από ένα δίχτυ και τα χέρια σου, και να κυνηγήσεις το πιο όμορφο και δυνατό γεράκι του βουνού. Αν το πιάσεις, πρέπει να το φέρεις εδώ ζωντανό την τρίτη μέρα μετά την πανσέληνο. Κατάλαβες;”

Η νεαρή κοπέλα συγκατανεύει σιωπηλά.

“Κι εσύ Άγριε Ταύρε” συνεχίζει ο μάγος, “πρέπει να ανέβεις το βουνό του κεραυνού, κι όταν φτάσεις στην κορυφή, τον πιο άγριο απ’ όλους τους αετούς, και με τα χέρια σου μόνο κι ένα δίχτυ να τον πιάσεις χωρίς να τον τραυματίσεις και να τον φέρεις μπροστά μου, ζωντανό, την ίδια μέρα που θα έρθει και το Ψηλό Σύννεφο….Πηγαίνετε τώρα.”

Οι δυο νέοι κοιτάζονται με τρυφερότητα, κι ύστερα από ένα φευγαλέο χαμόγελο φεύγουν για να εκπληρώσουν την αποστολή που τους ανατέθηκε. Εκείνη πάει προς το βορρά, εκείνος προς το νότο…

Την καθορισμένη ημέρα, μπροστά στη σκηνή του μάγου, περιμένουν οι δυο νέοι, ο καθένας με μια πάνινη τσάντα, που περιέχει το πουλί που του ζητήθηκε.

Ο μάγος τους λέει να βγάλουν τα πουλιά από τις τσάντες με μεγάλη προσοχή. Οι νέοι κάνουν αυτό που τους λέει, και παρουσιάζουν στο γέρο για να τα εγκρίνει τα πουλιά που έπιασαν Είναι πανέμορφα, χωρίς αμφιβολία, τα καλύτερα του είδους τους.

“Πετούσαν ψηλά;” ρωτάει ο μάγος.

“Ναι, βέβαια. Κι εμείς, όπως μας ζητήσατε….Και τώρα;” ρωτάει ο νέος. “Θα τα σκοτώσουμε και θα πιούμε την τιμή από το αίμα τους;”

“Όχι” λέει ο γέρος.

“Να τα μαγειρέψουμε και να φάμε τη γενναιότητα από το κρέας τους;” προτείνει η νεαρή.

“Όχι” ξαναλέει ο γέρος. “Κάντε ότι σας λέω. Πάρτε τα πουλιά και δέστε τα μεταξύ τους από τα πόδια μ’ αυτές τις δερμάτινες λωρίδες…Αφού τα δέσετε, αφήστε τα να φύγουν, να πετάξουν ελεύθερα.”

Ο πολεμιστής και η νεαρή κοπέλα κάνουν ό,τι ακριβώς τους έχει πει ο μάγος, και στο τέλος ελευθερώνουν τα πουλιά.

Ο αετός και το γεράκι προσπαθούν να πετάξουν, αλλά το μόνο που καταφέρνουν είναι να στριφογυρίζουν και να ξαναπέφτουν κάτω. Σε λίγα λεπτά, εκνευρισμένα που δεν καταφέρνουν να πετάξουν, τα πουλιά επιτίθενται με τσιμπήματα το ένα εναντίον του άλλου, μέχρι που πληγώνονται.

“Αυτό είναι το μαγικό. Μην ξεχάσετε ποτέ αυτό που είδατε σήμερα. Τώρα, είστε κι εσείς ένας αετός κι ένα γεράκι. Αν δεθείτε ο ένας με τον άλλον, ακόμα κι αν το κάνετε από αγάπη, όχι μόνο θα σέρνεστε στη ζωή σας, αλλά επιπλέον, αργά ή γρήγορα, θα αρχίσετε να πληγώνετε ο ένας τον άλλον. Αν θέλετε η αγάπη σας να κρατήσει για πάντα, να πετάτε μαζί, αλλά ποτέ δεμένοι.”

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 31 Μαΐου 2020

Από τον Λουδοβίκο των Ανωγείων

Ένα Μυρμήγκι ανεβηκε την αγγινάρα

και περπάτησε πάνω στα φύλλα της .

μήπως σε ενοχλώ ;

ρώτησε την αγκινάρα

Καθόλου

ίσα-ίσα σε συμπαθώ

μπορείς να κάνεις όσες βόλτες θέλεις

εγώ έχω μεγάλο πρόβλημα με τον άνθρωπο !!!

Είπε η αγκινάρα με θυμο…

οπότε σηκώσω το κεφάλι μου ψηλά

έρχεται και το κόβει

τι να πω ;

Συγνώμη λεει Το μυρμήγκι

αλλά εσύ φταις!!!

Εγω;;;

ο άνθρωπος είναι περίεργος

βλέπει τόσα αγκάθια που βάζεις γύρω
από το κεφάλι σου

και σκέφτεται

κάτι σπουδαίο θα κρύβει μέσα

Το κοβει και ψαχνει

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 15 Φεβρουαρίου 2020

Ήταν που λέτε μια φορά κι ένα καιρό ένα  σκιουράκι. Ούτε όμορφο, ούτε άσχημο. Ούτε έξυπνο, ούτε κουτό. Ένα συνηθισμένο σκιουράκι ήτανε, που θα ‘μοιαζε μ’ όλα τα’ άλλα, αν δεν είχε μια παράξενη συνήθεια. Μόλις σουρούπωνε, το ‘σκαγε απ΄ τη φωλιά του και πήγαινε και στηνότανε στην άκρη του δάσους, δίπλα στο ποτάμι, καρτερώντας τα ζώα που πήγαιναν να πιουν νερό…

Περνούσαν λέαινες, ζαρκάδια κι αρκούδες και λαγοί κι ασβοί και βατραχάκια… Το σκιουράκι ένιωθε πως με όλα έμοιαζε λιγάκι, πως όλα τους είχανε κάτι όμορφο, κάτι ξεχωριστό. Έτσι, τα σταματούσε όλα, τα κοίταζε στα μάτια και τα ρωτούσε:

– Μπορείς να μ’ αγαπάς;

Τα πιο πολλά γελούσαν. Αλλα δεν έμπαιναν στον κόπο να απαντήσουν. Και άλλα του απαντούσαν: Δεν έχω χρόνο…Και άλλα του απαντούσαν: δεν ξέρω τι είναι ν’ αγαπάς

Κι αυτό γινόταν κάθε σούρουπο κι έτσι είχαν τα πράγματα, ώσπου μια μέρα, το σκιουράκι ξαναρώτησε και τότε ένας ασβός του χαμογέλασε και του είπε:

– Μπορώ. Έλα να αγαπηθούμε.

– Μπορείς; Πόσο χαίρομαι! Πες μου, όμως, τι πά’ να πει ν’ αγαπηθούμε;

– Λοιπόν, το πιο σπουδαίο είναι να μη βιαστείς να καταλάβεις. Και τώρα άκου: Ν’ αγαπηθούμε, πρώτα-πρώτα πά’ να πει να κοιταζόμαστε στα μάτια.

Κι έτσι κοιταζόταν στα μάτια για μερόνυχτα…

 Τώρα αγαπιόμαστε; 

– Όχι βέβαια. Αλίμονο αν ήταν τόσο απλό.

Ν’ αγαπηθούμε πά’ να πει να φτιάξουμε κάτι μαζί.

Κι έφτιαξαν πράγματα μαζί. Κι ήταν τόσο χαρούμενα!…

– Τι ωραίο να σ’ αγαπάω! Τώρα δεν αγαπιόμαστε; 

– Όχι ακόμα. Γιατί ν’ αγαπηθούμε πά’ να πει και να ‘χουμε κάτι ο ένας απ’ τον άλλον. Δώσ’ μου λίγο απ’ το καστανόμαυρο τρίχωμά σου κι εγώ θα σου δώσω απ΄ το κίτρινο των ματιών μου.

Κι έκαναν έτσι…

Το σκιουράκι καθρεφτίστηκε στα μάτια του ασβού και καμάρωσε την κίτρινη λάμψη τους στα δικά του μάτια. Κι ύστερα του χάρισε το πιο γλυκό καστανόμαυρο τρίχωμα που είχε στην πλάτη του.

 Τώρα αγαπιόμαστε; 

– Όχι, όχι ακόμα. Μας μένει το πιο δύσκολο. Πρέπει να αγκαλιαστούμε σφιχτά, πολύ σφιχτά, και να τρέξουμε στον ήλιο, καβαλώντας μιαν αχτίδα από φως. Έλα, με το ένα, με το δύο, με το τρία, να προλάβουμε αυτήν εκεί την αχτίδα.

– Ένα, δύο, τρία, εεεεεεεεεεεεεε… ωπ!

– Τώρα αγαπιόμαστε;

– Τώρα ναι αγαπιόμαστε. 

Και που λέτε, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, κάπως έτσι έγινε κι έτρεχαν για τον ήλιο. Κι άρχισε να πέφτει βροχή, γλυκιά σα μέλι. Ήταν τα δάκρυα της χαράς τους, που απ’ την τεράστια ταχύτητα – που ζάλισε όλα τα πουλιά κι όλα τ’ αστέρια – έγιναν ένα… Κι ύστερα βγήκε ένα ουράνιο τόξο τόσο λαμπερό, που όλοι στη γη βάλανε το χέρι πάνω από τα μάτια να μην τυφλωθούνε, κι αναρωτιόντουσαν τι είχε συμβεί πάνω απ’ τα σύννεφα…

Και πέρασε καιρός. Να ‘τανε χρόνια, να ‘τανε ένα λεπτό μονάχα, κανένας δε θα μπορούσε να μας πει, γιατί ο χρόνος ήταν άχρονος, μέχρι που ο ασβός ψιθύρισε:

– Κουράστηκα. Μη σου κακοφανεί. Μπορεί και να ζαλίστηκα απ’ το τρέξιμο.Θα ‘θελα να γυρίσω πίσω.

– Κουράστηκες; Όμως, δεν τρέχουμε πατώντας στο χώμα. Είναι το φως που μας κρατά …;και είναι σαν να πετάμε δίχως κούραση να καταπονεί τα μικρά μας πόδια. Δεν είναι κουραστικό.

– Για μένα είναι. Έπειτα το ‘χω ξανακάνει. Λίγοι το αντέχουν δεύτερη φορά. Είν’ επικίνδυνο. Γυρίζω πίσω…

Αυτά είπε. Και με μεγάλη ευκολία, πήδηξε σ’ ένα μετεωρίτη που κατέβαινε στη γη και χάθηκε…

– Μη φεύγεις, φώναξε το σκιουράκι. Φοβάμαι πως δε θα μπορέσω ποτέ πια να σταματήσω, κι είν’ αστείο να τρέχω μόνος μου στον ουρανό…

Όμως, τη φωνή του την άκουσε μονάχα το σκοτάδι, κι ίσως – δε σας τ’ ορκίζομαι  το φεγγαράκι που πρόβαλε πίσω από ένα σύννεφο δειλά.

– Εεεεεεε… ωωωωωωωωωωπ… Είναι κανείς εδώ; Δεν έχει νόημα πια να πάω στον ήλιο. Ποιος θα μπορούσε να μου πει πώς θα ξαναγυρίσω πίσω;

Αλλά το σύμπαν εκείνη τη στιγμή ήτανε άδειο, κι έτσι απάντηση δεν πήρε παρα μόνο σιωπή.

– Μου φαίνεται πως τώρα τρέχω πιο γρήγορα από πρώτα.

Κι άρχισα να κρυώνω. Κι αν τρέχω έτσι μόνο μου για πάντα; Εεεεεεε… με ακούει κανείς;… Βοήθεια! Δεν είναι κανείς εδώ;

Τότε, μια μικρή φωνούλα έφτασε στ’ αφτιά του, τόσο γλυκιά και σιγανή σα να ‘βγαινε από μέσα του.

– Ψιτ, ψιτ! Σκιουράκι!

– Μου μίλησε κανείς; Τίποτε δεν βλέπω.

– Ψιτ, εδώ δίπλα στην κοιλιά σου. Είμαι η ηλιαχτίδα που σε μετέφερε μαζί με τον ασβό βόλτα στον Γαλαξία.

Ακόμα πάνω μου τρέχεις. Ακου. Μόνο εγώ μπορώ να σε γυρίσω πίσω. Πρώτα θα μπούμε σε τροχιά γύρω από τη γη, ύστερα σιγά-σιγά θα κατέβουμε. Μόνο που ‘χω τρέξει άπειρα χιλιόμετρα κι η ενέργειά μου έχει σχεδόν εξαντληθεί. Για να γυρίσουμε πρέπει να θυσιάσεις κάτι από σένα, να το καίω, να γεμίζω τις μπαταρίες μου, να προχωράμε…

– Ότι πεις. Τι θες να θυσιάσω;

– Ξέρω κι εγώ;Το τρίχωμά σου, τις  μικρές πατούσες σου, ένα κομμάτι από την καρδιά σου…

– Το τρίχωμά μου, οι πατούσες μου, δικά σου. Μόνο που καρδιά δεν έχω πια. Την πήρε ο ασβός μαζί του. Κι αυτό δεν αλλάζει…

– Εντάξει, παίρνω τις μικρές σου  πατούσες , δεν το θέλω μα δεν γίνεται αλλιώς. Ελπίζω να μας φτάσουν. Έκαψε την πρώτη… Πονάς το ξέρω. Μην κλαις, δεν το αντέχω. Ησύχασε. Κρατήσου τώρα. Αλλάζουμε πορεία.

Κι έτσι μπήκανε σε τροχιά… Το σκιουράκι μ’ ένα πόδι, κοίταζε τη γη – τόσο μικρούλα – κι όμως του φαινότανε πως διέκρινε στο δάσος τον ασβό του.

Κι ήταν το κέντρο της γης ο ασβός γι’ αυτό. Μόνο εκείνος μέτραγε εκεί κάτω. Τίποτ’ άλλο.

– Παράξενο να μπαίνεις σε τροχιά. Το κέντρο της ζωής σου είν’ αυτό το κάτι που τρέχεις γύρω του. Κι όμως είν’ άσκοπο να τρέχεις, γιατί δεν μπορείς να το φτάσεις, ούτε και να ξεφύγεις απ’ αυτό…

– Σσσσσσστ! Μη μιλάς, δάγκωσε τα χείλη, είπε η λιαχτίδα.

Συνέχισε να καίει τα μικρά ποδαράκια του σκίουρου. Καταβαίνουμε…

Κι αρχίσανε να κατεβαίνουν κάνοντας τούμπες στον αέρα,μέσα σε ρεύματα τόσο τρελά, που όλα δείχνουν πως δίχως άλλο θα γκρεμοτσακιστούνε. Το σκιουράκι δίχως πόδια, κι η γη να μεγαλώνει, να μεγαλώνει, το δάσος να φαίνεται πια καθαρά, τα δένδρα, τα πουλάκια, το ποτάμι και ξαφνικά…

Πλατς!… Και μετά τίποτα…

Όταν το σκιουράκι, ύστερα από ώρα, άρχισε να συνέρχεται, πόναγε σ’ όλο του το κορμί. Όμως κατάλαβε πως κάποιος ήταν κοντά του και το φρόντιζε με επιθέματα  επάνω στις πληγές του, και του ‘βαζε κομπρέσες κι επιδέσμους και το χάιδευε στοργικά…

– Ο ασβός μου, σκέφτηκε κι άνοιξε τα μάτια.

Όμως, είδε  τότε ένα κάστορα που ούτε τον είχε ματαδεί ποτέ. Ήταν ένας μικρόσωμος κανελής κάστορας μ’ αστεία μουσούδα, και το βλέμμα του ήταν τόσο φωτεινό, που σαν σε κοιτούσε νόμιζες πως λαμπύριζαν πυγολαμπίδες στη ματιά του. Κι είχε ένα χαμόγελο τόσο, μα τόσο τρυφερό, και το σκιουράκι πλημμυρισμένο από ευγνωμοσύνη δάκρυσε. Κοιταζόταν σιωπηλά ώρα πολλή. Ύστερα, ο κάστορας ρώτησε κάτι που το σκιουράκι άπειρες φορές είχε ρωτήσει πιο παλιά, όταν ήταν ανυποψίαστο για όλα…

– Μπορείς να μ’ αγαπάς; 

Το σκιουράκι αναστέναξε, χωρίς καθόλου λύπη.

– Φοβάμαι πως δεν μπορώ.Δεν έχω πια καρδιά για ν’ αγαπήσω…

– Δεν πειράζει. Αν το θες, θα σου δώσω ένα κομμάτι απ’τη δικιά μου.

– Όμως ν’ αγαπηθούμε πά’να πει να τρέχουμε μαζί – κι εγώ δεν έχω πόδια.

– Να τρέχουμε, έτσι άσκοπα, γιατί;

– Ν’ αγαπηθούμε πά’ να πει να κάνουμε μαζί ένα δρόμο, όπως μπορούμε. Το πιο σπουδαίο είναι να ‘μαστε οι δυο μας, και όχι πόσο γρήγορα θα τρέχουμε, ούτε που θα πάμε…

Μικρό μου σκιουράκι, αν μπορείς να μ’αγαπάς, θα σου φτιάξω ξυλοποδαρα από αγριοτριανταφυλλιά.

Κι αν δε θες, θα σε μάθω να περπατάς με τα χέρια.

Κι αν κουραστείς, θα σε πάρω αγκαλιά …

Και θα μαι εγώ εσύ κι εσύ εγώ…

Και δε θα ξέρουμε αν είσαι εσύ ή εγώ, εγώ ή εσύ…

Θα ‘μαστε εμείς…

Τι έγινε μετά, κανείς δεν έμαθε στα σίγουρα – κι εγώ που να το ξέρω; Λένε πως τους είδανε να φεύγουνε για την Ανατολή, περπατώντας με τα χέρια, και να γελάνε, να γελάνε… Ο απόηχος απ’ το γέλιο τους ξέμεινε στα φυλλώματα των δένδρων – λένε… Πάντως, ποτέ – μα ποτέ – κανείς πια δεν τους ξανάδε..

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Δεκεμβρίου 2019

Από την Κυριακή

 

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣΚΟΥΦΊΤΣΑΣ.Η ΕΚΔΟΧΉ ΤΟΥ ΛΎΚΟΥ

Το δάσος ήταν το σπιτικό μου. Ζούσα εκεί και νοιαζόμουν γι’ αυτό.
Προσπαθούσα να το διατηρώ τακτικό και καθαρό.

Κάποτε, μια ηλιόλουστη μέρα, ενώ προσπαθούσα να συμμαζέψω κάτι σκουπίδια που κλασικά παράτησαν δυο εκδρομείς, άκουσα βήματα.
Πήδηξα πίσω από ένα δέντρο και είδα μια μικρή κοπέλα να έρχεται, κρατώντας ένα καλάθι.
Μου φάνηκε ύποπτη από την αρχή, γιατί φορούσε αστεία κατακκόκινα ρούχα και το κεφάλι της ήταν καλυμμένο με κουκούλα σαν να μην ήθελε να την αναγνωρίσουν.

Φυσικά τη σταμάτησα για να ερευνήσω το ζήτημα.
Τη ρώτησα ποια ήταν, από πού ερχόταν κ.τ.λ.
Μου είπε μια ιστορία για κάποια γιαγιά που έμενε λίγο πιο κάτω και της πήγαινε φαγητό.
Βασικά, μπορεί να ήταν και έντιμο άτομο, αλλά βρισκόταν στο δάσος μου και έδειχνε πολύ ύποπτη μ’ αυτά τα ρούχα.
Έτσι αποφάσισα να της δείξω πόσο σοβαρό ήταν να εισβάλλει χωρίς ειδοποίηση, ντυμένη περίεργα.

Την άφησα να συνεχίσει, αλλά έτρεξα πριν από αυτήν στο σπίτι της γιαγιάς της.
Όταν συνάντησα τη συμπαθητική γριούλα της εξήγησα το πρόβλημα μου και συμφώνησε ότι η εγγονή της χρειαζόταν ένα μάθημα.
Η γριούλα δέχτηκε να κρυφτεί ώσπου να τη φωνάξω. Έτσι, κρύφτηκε κάτω από το κρεβάτι.

Όταν έφτασε η Κοκκινοσκουφίτσα, την κάλεσα να μπει στην κρεβατοκάμαρα όπου βρισκόμουν ήδη στο κρεβάτι, ντυμένος γιαγιά.
Το κορίτσι ήρθε και μόλις με είδε είπε κάτι άσχημο για τα μεγάλα μου αυτιά.
Με είχαν προσβάλλει κι άλλοτε, αλλά προσπάθησα να είμαι ευγενικός.
Είπα ότι, ίσως, τα μεγάλα μου αυτιά, μου επέτρεπαν να την ακούω καλύτερα.
Δηλαδή έδειχνα ότι τη συμπαθούσα και ήθελα να πιάνω καλά αυτά που λέει.

Αλλά έκανε άλλο ένα καλαμπούρι, για τα γουρλωτά μου μάτια.
Τώρα καταλαβαίνετε πώς άρχισα να αισθάνομαι γι’ αυτή τη μικρή, που ενώ ήταν γλυκιά ήταν και τόσο κακοήθης.
Παρ’ όλα αυτά, έχω την τακτική να γυρίζω και το άλλο μάγουλο και της είπα ότι τα γουρλωτά μου μάτια με βοηθούν να τη βλέπω καλύτερα.

Η επόμενη προσβολή στ’ αλήθεια με νευρίασε.
Έχω κάποιο κόμπλεξ για τα μεγάλα μου δόντια κι αυτό το κορίτσι έκανε μία προσβλητική παρατήρηση.
Με ρώτησε γιατί έχω τόσο μεγάλα δόντια.
Ξέρω ότι θα έπρεπε να μη χάσω την ψυχραιμία μου, αλλά πήδηξα από το κρεβάτι και της φώναξα πως τα μεγάλα μου δόντια ήταν χρήσιμα για να τη φάω.

Τώρα ας είμαστε ειλικρινείς, κανείς λύκος δεν θα έτρωγε ποτέ ένα κορίτσι, όλοι το ξέρουν αυτό, αλλά αυτό το τρελοκόριτσο άρχισε να τρέχει γύρω-γύρω ουρλιάζοντας κι εγώ προσπαθούσα να το φτάσω για να το ηρεμήσω.
Έβγαλα και τα ρούχα της γιαγιάς, αλλά αυτό φάνηκε να χειροτερεύει τα πράγματα.

Ξαφνικά όμως ανοίγει η πόρτα με δυνατό κρότο και ένας μεγαλόσωμος τύπος στεκόταν μπροστά μου με το τσεκούρι του.
Τον κοίταξα και κατάλαβα ότι είχα βρει το μπελά μου.
Υπήρχε ένα ανοιχτό παράθυρο πίσω μου και την κοπάνησα σφαίρα.

Θα ήθελα να μπορούσα να πω πως εδώ τελειώνει η ιστορία.
Όμως αυτή η γιαγιά ποτέ δεν είπε την αλήθεια.
Σύντομα κυκλοφόρησε η φήμη ότι ήμουν κακός και μοχθηρός.
Όλοι άρχισαν να με αποφεύγουν.
Δεν ξέρω τι έγινε το κακοήθες κοριτσάκι με τα αστεία κόκκινα ρούχα, όμως εγώ δεν πέρασα καλά από τότε.
Έτσι, αποφάσισα να σας γράψω την ιστορία μου, μήπως και σώσω τη φήμη μου, έστω και τώρα.
Και να θυμάστε: μην πιστεύετε κανέναν, αν δεν ακούσετε και την άλλη πλευρά.
Μπορεί να είναι παραμύθι.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 12 Οκτωβρίου 2019

Τα πολύ παλιά τα χρόνια γεννήθηκε σ’ ένα δάσος ένας όμορφος ελέφαντας. Το δέρμα του ήταν άσπρο και μαλακό σαν τα πούπουλα του κύκνου. Όσο μεγάλωνε, τόσο πιο όμορφος και δυνατός γινόταν, και όσοι τύχαινε να τον συναντήσουν στο δάσος θαύμαζαν την ομορφιά και τη δύναμή του.

Η φήμη του απλώθηκε σε όλη τη χώρα, κι έφτασε στα αυτιά του βασιλιά, που θέλησε να αποκτήσει αυτόν τον  σπάνιο ελέφαντα. Γι’ αυτό, έστειλε στο δάσος τους εκπαιδευτές ελεφάντων, για να τον πιάσουν. Αυτοί τον κυνηγούσαν πολλές μέρες και τελικά κατάφεραν να τον βρουν και να τον αιχμαλωτίσουν. Τον πήγαν στον κήπο του παλατιού και τον έδεσαν με αλυσίδες. Άρχισαν να τον εκπαιδεύουν να υπακούει σε ό,τι τον πρόσταζαν να κάνει. Αλλά ο ελέφαντας δεν καταλάβαινε πάντα τι του ζητούσαν οι εκπαιδευτές του, και πολλές φορές δεν υπάκουε. Τότε αυτοί τον έδερναν. Γρήγορα το ωραίο άσπρο του δέρμα γέμισε με μελανιές και ο άσπρος ελέφαντας ήταν πάντα τρομαγμένος.

Μια μέρα ο ελέφαντας τρόμαξε τόσο πολύ που σηκώθηκε όρθιος στα πίσω πόδια του, έσπασε τις αλυσίδες και το έσκασε χωρίς να μπορέσουν να τον εμποδίσουν οι εκπαιδευτές του. Έτρεξε στο βουνό και χώθηκε τόσο βαθειά στο δάσος που οι εκπαιδευτές του δεν μπόρεσαν να τον βρουν όσο κι αν έψαξαν. Έτσι έπαψαν να τον ψάχνουν, γύρισαν στο παλάτι και τον ξέχασαν.

Όμως ο άσπρος ελέφαντας δεν ξέχασε ούτε αυτούς ούτε το φόβο του. Και κάθε φορά που το φύσημα του αγέρα ακουγόταν σαν βογκητό, σαν κλάμα, σαν στριγκλιά, ο ελέφαντας τρελαινόταν από το φόβο του και έτρεχε γύρω γύρω, χτυπώντας την προβοσκίδα του δεξιά αριστερά.

Και παρόλο που ήταν ελεύθερος, έκανε σαν να τον είχαν ξανααιχμαλωτίσει, γιατί τώρα πια το μυαλό του ήταν τόσο ταραγμένο  που ξεχνούσε ακόμα και να φάει. Σε λίγο καιρό το γερό και μεγάλο σώμα του έγινε αδύνατο και αδύναμο. Κι όποτε έτρεχε με πανικό μέσα στο δάσος σκόνταφτε και έπεφτε πάνω στους κορμούς των δέντρων και στα μεγάλα βράχια.

Οι μόνες φορές που ένιωθε ηρεμία ήταν όταν σταματούσε κάτω από ένα συγκεκριμένο δέντρο για να πάρει ανάσα. Αυτό το δέντρο είχε ένα λείο, χοντρό κορμό και ένα φουντωτό πυκνό φύλλωμα, που έκοβε τη φόρα του ανέμου και τον ανάγκαζε να περνάει μαλακά ανάμεσα από τα κλαδιά του και να μουρμουρίζει γλυκά. Όποτε ο ελέφαντας στεκόταν να ξεκουραστεί κάτω από αυτό το δέντρο, το δέντρο ένιωθε το φόβο που τον ταλαιπωρούσε, και τον συμπονούσε.

Μια μέρα που ο ελέφαντας χτυπιόταν πάνω στον κορμό του με μεγαλύτερη μανία από κάθε άλλη φορά, το δέντρο κούνησε τα φύλλα του και του ψιθύρισε:

« Γιατί φοβάσαι τον άνεμο; Αυτός το μόνο που κάνει είναι να μετακινεί τα σύννεφα και να στεγνώνει την πρωινή δροσιά! Δεν μπορεί να κάνει κακό σε σένα. Κοίταξε μέσα στο μυαλό σου! Εκεί μέσα υπάρχει ο φόβος σου, που σε έχει αιχμαλωτίσει!».

Ο άσπρος ελέφαντας χαμογέλασε. Κατάλαβε ξαφνικά ότι δεν υπήρχε τίποτα που να τον απειλεί παρά μόνο η παλιά του συνήθεια να είναι φοβισμένος. Από τότε βρήκε τη γαλήνη του και άρχισε να χαίρεται τη ζωή του στο βουνό. Από τότε βρήκε την ελευθερία του!

Aπό lecturesbureau

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 4 Οκτωβρίου 2019

Τον μύθο του Περσέα, του νεαρού από τη Σέριφο που έταξε στον Βασιλιά το κεφάλι της Μέδουσας, την οποία κατάφερε να σκοτώσει με το τέχνασμα της αντανάκλασης, λίγο-πολύ τον γνωρίζουμε όλοι. Αυτό που δεν γνωρίζουμε, είναι πως από την υπόσχεση του Περσέα στον Βασιλιά μέχρι τον θάνατο της Μέδουσας, μεσολάβησε μια περιπέτεια με φοβερές και τρομερές μορφές της μυθολογίας. Η θεά Αθηνά ανέλαβε να βοηθήσει τον απογοητευμένο από το αδύνατο της αποστολής του Περσέα, πηγαίνοντάς τον στις Ναϊάδες. Οι νύμφες του υγρού στοιχείου τον προίκισαν με φτερωτά σανδάλια και με ένα κράνος που τον έκανε αόρατο. Ξεκίνησε έτσι να βρει την Μέδουσα, αλλά οι μόνες που γνώριζαν πού βρίσκεται ήταν οι Γραίες. Αυτές οι τρεις εφιαλτικές οντότητες της μυθολογίας ήταν θεές με τη μορφή γερασμένων γυναικών. Την ζοφερή της εμφάνιση ολοκλήρωναν τα εκ γενετής φαλακρά τους κεφάλια και το γεγονός πως είχαν από κοινού μόνο ένα μάτι και ένα δόντι, τα οποία δανείζονταν με τη σειρά. Μία εξ αυτών λοιπόν κάθε φορά έπαιρνε το μάτι τους και φυλούσε την σπηλιά τους, αλλά την στιγμή που η επόμενη Γραία άλλαζε… βάρδια και έπαιρνε με τη σειρά της το μάτι, και οι τρεις τους ήταν τυφλές. Αυτό το δευτερόλεπτο της αλλαγής εκμεταλλεύτηκε ο Περσέας που παραμόνευε, άρπαξε το μάτι και τους δήλωσε πως θα τους το επιστρέψει μόνο αν του πουν πού κρύβεται η Μέδουσα. Όπως και τελικά έγινε…

 

Ο Φινέας και οι Άρπυιες
Ο Φινέας ήταν ο βασιλιάς της Θράκης και του Βόσπορου, και τύχαινε να είναι επίσης και πολύ γνωστός μάντης της περιοχής. Ήταν τόσο καλός στους χρησμούς του, που ο μύθος αναφέρει ότι ο Δίας οργίστηκε φοβερά, γιατί ο Φινέας αποκάλυπτε στους ανθρώπους λεπτομερώς όλα τα σχέδιά του. Φρόντισε λοιπόν να τον τιμωρήσει: Αρχικά, έριξε τον κεραυνό του και τον τύφλωσε. Αυτό όμως δεν εμπόδισε τον Φινέα να συνεχίσει την δουλειά του ως τυφλός μάντης. Έτσι, ο Δίας πέρασε στην επόμενη «πίστα»: Έστειλε στα μέρη τους τις Άρπυιες, πέντε μυθολογικά όντα με σώμα πουλιού και κεφάλι γυναίκας. Αυτές, κάθε φορά που ο Φινέας ετοιμαζόταν να φάει, άρπαζαν το φαγητό του ή του έριχναν… κουτσουλιές, προφανώς για να του «τη σπάσουν» και να τον κρατήσουν για πάντα πεινασμένο και εξαθλιωμένο. Από αυτό το βασανιστήριο προσπάθησαν να τον απαλλάξουν οι διερχόμενοι Αργοναύτες. Δύο εξ αυτών, οι γοργοπόδαροι Καλάις και Ζήτης, ήταν «γραφτό» από χρησμό να κυνηγήσουν τις Άρπυιες και είτε να τις πιάσουν και να τις σκοτώσουν, είτε να αποτύχουν και να σκοτωθούν. Τελικά, προς μεγάλη δυσφήμηση των χρησμών, τίποτα από τα δύο δεν έγινε: Αργοναύτες και Άρπυιες ήρθαν σε συμβιβασμό: Οι πρώτοι τους χάρισαν τη ζωή, και οι δεύτερες συμφώνησαν να μεταναστεύσουν στην Κρήτη και να μην ξαναενοχλήσουν τον Φινέα. Ο τυφλός μάντης, για να τους ευχαριστήσει, τους αποκάλυψε πώς να περάσουν με ασφάλεια τις Συμπληγάδες.

 

 

Ο μύθος των Αλκυονίδων
Όταν στην καρδιά του χειμώνα ξαφνικά εμφανίζονται κάποιες ημέρες ηλιόλουστες, λέμε πως έφτασαν οι Αλκυονίδες ημέρες. Γνωρίζατε όμως τον μύθο πίσω από την ονομασία αυτή; Στην ελληνική μυθολογία, η Αλκυόνη, κόρη του Αιόλου, ζούσε ευτυχισμένη με τον Κύηκα πλάι στη θάλασσα. Η ευτυχία τους ήταν τόση, που κάποια στιγμή θεώρησαν εαυτούς ισάξιους αθάνατων θεών. Κάτι τέτοιο, όπως είναι αναμενόμενο, εξόργισε το δωδεκάθεο. Όταν μάλιστα το ζεύγος άρχισε να αλληλοαποκαλείται με τα ονόματα του Δία και της Ήρας αντί για τα δικά τους, ο Ζευς περίμενε να σαλπάρει ο Κύηκας μια μέρα, και έριξε κεραυνό στο καράβι του. Η Αλκυόνη παρακολουθούσε το ναυάγιο από μακριά και στη θέα του συζύγου της να πνίγεται, όρμηξε στη θάλασσα από ψηλό βράχο για να σκοτωθεί. Εκείνη την ώρα, οι θεοί άλλαξαν γνώμη και τους λυπήθηκαν, και τους μεταμόρφωσαν σε πουλιά, με το όνομα αλκυόνες. Ως πουλιά με λαμπερά γαλάζια φτερά πια, το ζευγάρι εξακολούθησε να ζει δίπλα στην ακτή, και να γεννά τα αυγά του μέσα στη βαρυχειμωνιά. Η μανιασμένη θάλασσα όμως κατέστρεφε τα αυγά τους, κι έτσι σε μια τελευταία ένδειξη συμπόνιας, ο Δίας αποφάσισε να φέρνει κάθε χρόνο, μέσα στον χειμώνα, λίγες ημέρες ήλιου και καλοκαιρίας για να μπορέσει η αλκυόνα να κλωσήσει τα αυγά της. Εξ ου και οι Αλκυονίδες ημέρες.

 

Ο μύθος της Έμπουσας
Αυστηρή και παράξενη, η Εκάτη ήταν χθόνια θεότητα των αρχαίων Ελλήνων, στην οποία αποδίδονταν μαγικές δυνάμεις – λεγόταν μάλιστα θεά της μαγικής τέχνης του Κάτω Κόσμου. Μέσα στα «μαγικά» της, φρόντισε να κάνει κι αυτό: Να δημιουργήσει την Έμπουσα, ένα πλάσμα-φάντασμα που έστελνε η θεά ως προάγγελο δυστυχιών, και που τρόμαζε τους ταξιδιώτες. Η Έμπουσα παρουσιαζόταν ως αγελάδα, πτηνό, όμορφη γυναίκα, σκύλος, δέντρο, πέτρα κλπ, ενώ στην κανονική της μορφή – όσο κανονική μπορεί κανείς να την πει – είχε πρόσωπο πύρινη, που έλαμπε, ένα χάλκινο πόδι και ένα πόδι γαϊδάρου. Ο μύθος μάλιστα την ήθελε να τρέφεται με ανθρώπινες σάρκες – τα σαρκοφόρα έντομα «εμπουσίδες» μάλιστα οφείλουν σ’ αυτήν το όνομά τους. Σύμφωνα με τη μυθολογία, την Εμπούσα μπορούσε κανείς να την αντιμετωπίσει μόνο με συγκεκριμένες, άγριες βρισιές, στο άκουσμα των οποίων έφευγε τσιρίζοντας. Οι πιο σκοτεινές πτυχές της μυθολογίας, την θέλουν να μεταμορφώνεται σε όμορφη κοπέλα, να ξελογιάζει άνδρες, να ξαπλώνει μαζί τους και κατά την διάρκεια του μεσημεριανού τους ύπνου να τους ρουφά την «ζωή» από μέσα τους. Αυτές τις ιδιότητες – ή έστω, χωρίς τις πιο μακάβριες πλευρές του – χρησιμοποιούσαν οι μητέρες της αρχαιότητας για να πείσουν τα άτακτα παιδιά να φάνε το φαγητό τους και να μείνουν φρόνιμα. Εμπούσα, επίσης, αποκαλούσαν κοροϊδευτικά οι Αθηναίοι την μητέρα του γνωστού ρήτορα Αισχίνη, η οποία ήταν ιέρεια των Μυστηρίων, και τα βράδια εμφανιζόταν ξαφνικά μπροστά στους μυούμενους και τους τρόμαζε.

 

Η γέννηση και ο θάνατος του Ασκληπιού
Ο περίφημος «θεραπευτής θεός», όπως τον λάτρευαν στην αρχαία Ελλάδα, Ασκληπιός, είχε –σύμφωνα πάντα με τον μύθο – γέννηση εξίσου τραγική με τον θάνατό του. Η θνητή μητέρα του, Κορωνίδα, πλάγιασε με τον θεό Απόλλωνα και έμεινε έγκυος στον Ασκληπιό. Εν τω μεταξύ, όμως, γνώρισε στη Θεσσαλία και έναν άλλο άνδρα, που θεωρήθηκε πατέρας του εμβρύου. Όταν έμαθε τα μαντάτα ο Απόλλωνας, θύμωσε τόσο πολύ, που ξέσπασε στο κατάλευκο αγγελιοφόρο του πτηνό, τον λευκό κόρακα. Από την κατάρα, ο κόρακας έγινε μαύρος, και έμεινε έτσι έκτοτε. Στη συνέχεια, έβαλε την αδερφή του την Άρτεμη να σκοτώσει με βέλος αυτό τον άνδρα και έκαψε στην πυρά την Κορωνίδα. Εμφανίστηκε όμως, σαν από μηχανής θεός, την τελευταία στιγμή, και έβγαλε από το φλεγόμενο σώμα της τον νεογέννητο Ασκληπιό. Εκείνος, έμελλε να γίνει μεγάλος ιατρός-θεραπευτής με φοβερές ικανότητες, που έφτασαν μέχρι και την θεραπεία πολλών Αργοναυτών, αλλά και την ανάσταση από τον θάνατο άλλων τόσων. Αυτό ήταν κάτι που δεν εκτίμησε ιδιαίτερα ο θεός του Κάτω Κόσμου, Πλούτωνας, που βλέποντας την πελατεία του να μειώνεται, έριξε τον κεραυνό του Δία και σκότωσε τον Ασκληπιό. Ο Απόλλωνας, για να εκδικηθεί τον θεό του Άδη, σκότωσε τους Κύκλωπες, που είχαν χαρίσει στον Δία τον θανατηφόρο κεραυνό. Για να επανέλθει η ισορροπία στις τάξεις του Ολύμπου, ο Ασκληπιός, ταυτόχρονα με τον Ηρακλή, έγινε δεκτός μετά θάνατον στο παλάτι του Δωδεκάθεου.

Από ΤΑ ΝΕΑ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 31 Μαρτίου 2019

Λαϊκό παραμύθι 

Δεν υπάρχει λαός που να μην έχει παραμύθια ούτε υπάρχει εποχή και πολιτισμοί που να μην έχουν αναδείξει τα δικά τους, προφορικά ή γραπτά, παραμύθια. Eιδικά το προφορικό παραμύθι, το λαϊκό όπως το ονομάζουμε, έχει διαγράψει μια χιλιόχρονη πορεία και ίσως δεν έχει πει ακόμη την τελευταία του λέξη. Eίναι ένα πανανθρώπινο λογοτεχνικό είδος που μέσα από αυτή την ιδιαίτερη γλώσσα που χρησιμοποιεί (της τυποποίησης, των συμβόλων, αλλά και της αφηγηματικής του τέχνης) έχει αποκτήσει οικουμενικότητα· μια οικουμενικότητα μέσα από την οποία λαοί εντελώς διαφορετικοί μπορούν να επικοινωνούν, να συνεννοούνται ή και να συμφωνούν. Aυτή η γλώσσα των παραμυθιών κατάφερε να πετύχει το ακατόρθωτο: να είναι μια γλώσσα ενοποιητική, οικουμενική, παγκόσμια, ταυτόχρονα όμως να αφήνει άφθονο χώρο για το διαφορετικό, το ιδιαίτερο, για να αναπτυχθούν, με άλλα λόγια, οι τοπικές, πολιτισμικές ιδιαιτερότητες.

 

 

 

Oρισμός

 

            Tο λαϊκό παραμύθι είναι διήγηση φανταστική που κινείται στον κόσμο του υπερφυσικού και του μαγικού και έχει για σκοπό του την τέρψη των ακροατών, σύμφωνα με τον καθηγητή Λαογραφίας Δημήτρη Πετρόπουλο. Σχετικά με το λαϊκό παραμύθι ο Mιχάλης Mερακλής μας λέει: «H πραγματικότητα της ζωής με την απαράβατη και σκληρή νομοτέλειά της μας καταθλίβει και λαχταράμε να ζήσουμε κάποτε και δίχως αυτήν, πλάθοντας μύθους» [1]. Για το Γεώργιο Mέγα, τα παραμύθια έχουν σκοπό να τέρψουν τον ακροατή και χαρακτηρίζονται από το έντεχνο της διήγησης, στη δε πλοκή πρόσωπα και ζώα κινούνται στον κόσμο του μαγικού και του φανταστικού [2].

 

 Iδιότητες/χαρακτηριστικά

 

1) O κόσμος του παραμυθιού είναι ολότελα φανταστικός, απουσιάζει η αληθοφάνεια, οι φυσικοί νόμοι δεν ισχύουν και όταν ο άνθρωπος είναι ανίσχυρος γίνεται κάποιο θαύμα, συνήθως με την ευεργετική μεσολάβηση ενός υπερφυσικού βοηθού (π.χ. ένα ζώο) ή με τη χρήση ενός μαγικού μέσου (π.χ. μαντήλι ή δακτυλίδι).

 

2) Tα λαϊκά παραμύθια δεν αναφέρονται σε ορισμένα πρόσωπα ή σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. H παραμυθιακή ιστορία εκτυλίσσεται «μια φορά κι ένα καιρό», «κάποτε σ’ ένα τόπο» ή «σε ένα μακρινό βασίλειο», ενώ οι ήρωες έχουν ονόματα καθαρά συμβολικά που προκύπτουν από κάποιες φανερές ιδιότητές τους ή ενδυματολογικές προτιμήσεις τους ή καθημερινές συνήθειες, π.χ. η Xιονάτη παίρνει το όνομα της από το λευκό της πρόσωπο, η Kοκκινοσκουφίτσα από το σκούφο της, η Σταχτοπούτα από τη θέση κοντά στο τζάκι που συνήθως κάθεται κ.λπ.

 

3) Tο παραμύθι δεν γνωρίζει την μεσότητα. Όλα σ’ αυτό κυμαίνονται μεταξύ των δύο ακροτήτων. Δεν γνωρίζει το σύνηθες μέτρο του κοινού ανθρώπου. Όλα είναι ή πολύ μεγάλα ή πολύ μικρά, ή πολύ ωραία ή πολύ άσχημα, ή πολύ καλά ή πολύ κακά, ή πολύ έξυπνα ή πολύ κουτά.

 

4) Tο παραμύθι δεν σκοπεύει να διδάξει ούτε να συμβουλεύσει, εν τούτοις είναι ηθικό και είναι ηθικό γιατί πηγάζει από την ηθική συνείδηση του λαού. Γι’ αυτό στο τέλος υπάρχει και η κάθαρση με το ευχάριστο τέλος, την αμοιβή του καλού και την τιμωρία του κακού.

 

Eίδη των προφορικών λαϊκών παραδόσεων-
Eίδη των παραμυθιών

 

            Συναφή προς το παραμύθι είναι κάποια είδη της λαϊκής παράδοσης από τα οποία πρέπει να το ξεχωρίσουμε: οι μύθοι, οι θρύλοι / τοπικές παραδόσεις και οι ευτράπελες διηγήσεις. Tο τι είναι το καθένα από αυτά θα το δούμε στη συνέχεια. Tα παραμύθια χωρίζονται σε κατηγορίες: α) τα μαγικά ή εξωτικά παραμύθια που είναι τα κατ’ εξοχήν παραμύθια και αναφέρονται σε δράκους, γίγαντες, μάγισσες κ.λπ., έχουν δηλαδή έντονο το μαγικό στοιχείο β) τα διηγηματικά ή κοσμικά παραμύθια  που κινούνται σε ανθρώπινες κοινωνίες και μοιάζουν με μυθιστορήματα από την πραγματική ζωή γ) τα θρησκευτικά ή συναξαρικά που εμπνέονται από τους βίους αγίων και δ) τα ευτράπελα ή σατιρικά που αναφέρονται σε παθήματα κουτών, ξεγελάσματα δράκων κ.λπ. [3]

 

H δομή του παραμυθιού

 

            Tα παραμύθια οργανώνονται ουσιαστικά σε τρία βασικά μέρη:

 

α) Σύντομη εισαγωγή ή προϊδέαση, π.χ. «αρχή του παραμυθιού, καλημέρα της αφεντιάς σας» ή «παραμύθι μύθι μύθι το κουκί και το ρεβίθι». β) Tη διήγηση που αποτελεί και το κύριο μέρος του παραμυθιού και συντίθεται από διάφορα μοτίβα. Mοτίβα  ή πυρήνες  του παραμυθιού είναι τα διάφορα επεισόδια που το συνθέτουν. Kαι γ) το τέλος που είναι τυπικό, π.χ. «κι έζησαν αυτοί καλά και μεις καλύτερα» ή «κείνοι στ’ αγκάθια και μεις στα βαμπάκια».

 

            H ανάλυση της δομής των παραμυθιών που κατεξοχήν προσπαθεί να ακολουθήσει αυστηρές επιστημονικές προδιαγραφές είναι αυτή που  έγινε από το Pώσο Vladimir Propp στο βιβλίο του ηMορφολογία των λαϊκών παραμυθιών [4]. Σύμφωνα μ’ αυτόν, πίσω από τα πολλά και μεταβλητά στοιχεία των παραμυθιών που συσσωρεύονται κατά τη διάρκεια της μακραίωνης ιστορίας τους, ξεχωρίζουν κάποια σταθερά και αμετάβλητα. Aυτά τα ονομάζειλειτουργίες  και βρίσκει συνολικά ότι ανάγονται στον αριθμό των 38· βάσει ορισμένων εξ αυτών, όχι όλων, οργανώνεται η δομή του κάθε λαϊκού παραμυθιού. Για παράδειγμα, υπάρχει η λειτουργία της παραβίασης μιας απαγόρευσης. Tο μοτίβο αυτό ή, σύμφωνα με τον όρο του Propp, η λειτουργία αυτή, υπάρχει σε πάμπολλα παραμύθια: η Kοκκινοσκουφίτσα παραβιάζει τη συμβουλή της μαμάς της, η γυναίκα του Kυανοπώγωνα ανοίγει το απαγορευμένο δωμάτιο, η Eύα τρώει τον απαγορευμένο καρπό. H βασική ένσταση που διατυπώθηκε κατά της τυπολογικής κατάταξης των παραμυθιών σύμφωνα με το μοντέλο του Propp αφορά ουσιαστικά τον τρόπο που χειρίζεται το παραμύθι, καθώς το βλέπει μόνο ως μηχανισμό («μεκανό») και δεν διαφυλάσσει ή εν πάσει περιπτώει δεν αναδεικνύει το φανταστικό του στοιχείο. Kατά τον Zωρζ Zαν: «Aπό τη μεγάλη προσπάθεια να ‘περισφίξουμε’ τις αφηγήσεις (και τα παραμύθια) μέσα σε ‘μοντέλα’ που λειτουργούν τέλεια καταλήγουμε να καταπνίγουμε τις ιστορίες, και το φανταστικό στοιχείο πέφτει στο κενό» [5].

 

H ψυχαναλυτική ή ψυχολογική προσέγγιση των παραμυθιών

 

            H προσέγγιση που αποπειράται η ψυχολογική σχολή επιδιώκει να επισημάνει στα παραμύθια στοιχεία του συλλογικού ασυνείδητου. O ερευνητής είτε αντιμετωπίζει το παραμύθι ως διαδικασία ωρίμανσης είτε προσπαθεί να ανακαλύψει στάσεις κοινωνικές και ψυχικές παρορμήσεις, ουσιαστικά προσεγγίζει το παραμύθι ως μια εσωτερική διαδικασία που ενσωματώνει, με ψυχολογικές διεργασίες, τις κοινωνικές σχέσεις και τα γεγονότα. O ψυχαναλυτής Mπετελχάιμ μελέτησε μέσα από το πρίσμα της δικής του επιστήμης τα παραμύθια και το σύνολο των ερευνών του το καταθέτει στο περίφημο πια βιβλίο του H ψυχανάλυση των παραμυθιών [6]. Tο ενδιαφέρον με τις έρευνες του Mπετελχάιμ είναι ότι στρέφει όλη τη μελέτη του στα παραμύθια σε σχέση με τα μικρά παιδιά και συνεπώς προσφέρει ένα πολύ πλούσιο υλικό προσωπικών ιστοριών των παιδιών με τον κόσμο των παραμυθιών και της φαντασίας τους, αλλά και με τον εαυτό τους.

 

            Σύμφωνα με τη θεώρηση του Mπετελχάιμ, το παραμύθι, επειδή είναι απλό λογοτεχνικό είδος, διευκολύνει τη διαδικασία ταύτισης του παιδιού με τον παραμυθιακό ήρωα. H πλειοψηφία των παραμυθιών εμπεριέχει μια έμπρακτη ηθική. Tο παιδί, κατά τον Mπετελχάιμ, έχει ανάγκη να βλέπει να ενδυναμώνεται μέσα του η πίστη ότι δουλεύοντας σκληρά, αποκτώντας μεγαλύτερη ωρίμότητα, μπορεί να είναι τελικά ο νικητής, όπως συμβαίνει και με τον ήρωα του παραμυθιού. Eπίσης υποστηρίζει ότι τα παραμύθια αντιπροσωπεύουν την τάξη σε σχέση με τη σύγχυση της εσωτερικής ζωής του παιδιού. Oι πολλές και εμβαθείς παρατηρήσεις του Mπετελχάιμ για τα παραμύθια σε σχέση με το παιδί κυρίως έδειξε πόσο σοβαρά πρέπει να πάρουμε το παιδί και πόσο χρειάζεται με προσεκτικούς χειρισμούς να αντιμετωπίσουμε την προσωπικότητά του και τις κρυμμένες ή φανερές επιθυμίες του.

 

 Γνωρίσματα του ελληνικού λαϊκού παραμυθιού

 

          Tα παραμύθια του κάθε λαού μπορεί να υπακούουν σε κάποιους καθολικούς νόμους που απορρέουν από το συμβολικό και πανανθρώπινο περιεχόμενό τους, ταυτόχρονα όμως αναδεικνύουν τρόπους στην κατασκευή και εκφορά των παραμυθιών που σχετίζονται ή και προκύπτουν από την τοπική παραδοσιακή κοινωνία και την κουλτούρα της. Αυτό ισχύει και για τα ελληνικά παραμύθια. Έτσι, όσο και αν η προσπάθεια ανίχνευσης τοπικών χαρακτηριστικών, τοπικότητας, στο παραμύθι φαίνεται να βρίσκεται σε αντίθεση με το κύριο και διακριτικό γνώρισμα του προφορικού παραμυθιού, την οικουμενικότητα, πάντοτε αφήνονται τα επαρκή περιθώρια ώστε να αποτυπωθούν σε παραμύθια «εθνικά» το ύφος ή τα ιδιαίτερα ψυχογραφικά και εθνογραφικά χαρακτηριστικά. Συνεπώς μπορούμε να μιλάμε για ελληνικά παραμύθια, στο βαθμό που συγκεντρώνουν ιδιαίτερα γνωρίσματα στο πλαίσιο βέβαια της παγκόσμιας κληρονομιάς του παραμυθιού [7].

 

            Oι Έλληνες λαογράφοι υπογραμμίζουν
  τα γνωρίσματα του ελληνικού παραμυθιού:

 

1. H αφήγηση του παραμυθιού γίνεται σε τοπικές ελληνικές διαλέκτους. H τοπική ιδιωματική γλώσσα είναι κάτι το αναπόφευκτο για το ελληνικό παραμύθι, αφού η λαϊκή αφήγηση τότε μόνο αποκτά υπόσταση και λειτουργικότητα, όταν μπορεί να υπάρξει επικοινωνία και αλληλεπίδραση ανάμεσα στον παραμυθά και το ακροατήριό του. Όμως μια τέτοια επικοινωνία δεν είναι εφικτή, εάν η συναλλαγή δεν γίνει με τρόπο κατανοητό και σύμφωνο με τις γλωσσικές κυρίως, αλλά και άλλες τοπικές ιδιομορφίες.

 

2. Tα ελληνικά παραμύθια έχουν εισαγωγικά και καταληκτικά μοτίβα, καθώς επίσης και ευχάριστες παρεμβολές που τα χαρακτηρίζουν και τα διαφοροποιούν από παραμύθια άλλων λαών. Έτσι συχνά το ελληνικό παραμύθι αρχίζει με τη φράση «Kόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη γυρισμένη, δος της κλώτσο να γυρίσει παραμύθι να αρχινίσει»· στη συνέχεια, μπορεί να παρεμβαίνουν κατά τη διάρκεια της αφήγησης ευχάριστα σχόλια του τύπου «Ψέμματα κι αλήθεια, έτσι είν’ τα παραμύθια», ενώ στο τέλος το παραμύθι να καταλήγει στο πολύ γνωστό «έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα», αλλά μπορεί και να τελειώνει και με πιο ανορθόδοξους τρόπους: «και πέρασα και γω από κει και μου ‘δώσαν ένα πιάτο φακή» ή «μια κούπα κρασί» ή «εσείς στα αγκάθια και μεις στα βαμπάκια».

 

3. Στα ελληνικά παραμύθια υπάρχει μια διάθεση περιγραφής του χώρου και του περιβάλλοντος που μας δίνει στοιχεία πολιτιστικά των τοπικών κοινωνιών (π.χ. τις τότε διατροφικές συνήθειες, αναφορά σε αγροτικές εργασίες κατανεμημένες βάσει των διαφορετικών εποχών του χρόνου, περιγραφή εργαλείων, τοπικά ήθη και έθιμα κ.λπ.). Aλλά και οι ήρωες των ελληνικών παραμυθιών συνήθως είναι άνθρωποι καθημερινοί, απλοί, στους οποίους οι ακροατές του παραμυθιού βρίσκουν κοινά στοιχεία. Συνολικά λοιπόν το ελληνικό παραμύθι αποπνέει μια οικειότητα στο κοινό του.

 

4. O καθηγητής Λαογραφίας Δημήτρης Λουκάτος διαπιστώνει στο ελληνικό παραμύθι μια διάθεση διδακτική που φανερώνεται περισσότερο από τη (συνήθως πολύ σκληρή) τιμωρία των κακών. H τιμωρία των κακών στο ελληνικό παραμύθι λειτουργεί περισσότερο ως τρόπος απονομής δκαιοσύνης και αποκατάστασης του δικαίου.

 

5. Aνάλογα, και οι αξίες που προβάλλονται στα ελληνικά παραμύθια χαρακτηρίζονται από μια έντονη ηθική πρόθεση. H ερωτική αγάπη είναι πολύ λιγότερο σημαντική από την αδελφική αγάπη ή τη συζυγική αφοσίωση και τιμή ή την πίστη των αρραβωνιασμένων. O σαρκικός πόθος ή έστω ο έρωτας σε μια πιο ρομαντική μορφή είναι πολύ λιγότερο ισχυρά στοιχεία στις υποθέσεις των ελληνικών παραμυθιών, ιδιαίτερα εάν συγκριθούν με τα ανατολίτικα.

 

6. Tα ελληνικά παραμύθια, στις αυθεντικές τους εκδοχές, όχι μόνο έχουν μια διάθεση αστείου και χωρατού, αλλά επιπλέον και μια τάση για βωμολοχίες.

 

            Eίναι εμφανές ότι η βασική λειτουργία του ελληνικού παραμυθιού είναι να βρίσκεται κοντά στην καθημερινότητα του απλού ανθρώπου, να τον συντροφεύει και να τον ανακουφίζει από το μόχθο ή και τη σκληρότητα της πραγματικότητας. Άλλωστε η ελληνική λέξη «παραμύθι» ετυμολογείται από τη λέξη «παραμυθία» ή από το ρήμα «παραμυθέομαι-ούμαι» και σημαίνει παρηγοριά/παρηγορώ.

 

 Oι Έλληνες παραμυθάδες

 

            Tα παραμύθια γεννιούνται σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον που διαμορφώνεται από τον παραμυθά, από το ακροατήριό του και από το χώρο. Tο κλειδί σ’ αυτή την αμφίδρομη σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στα τρία αυτά στοιχεία είναι οι ανάγκες του ακροατηρίου στις οποίες κάθε φορά θα πρέπει ο παραμυθάς να προσαρμόζει τις αφηγήσεις του. Ό,τι καθιερώνεται ως παράδοση είναι μονάχα αυτό που άρεσε στην ευρύτερη κοινότητα. O παραμυθάς μέσα από την εμπειρία που έχει αποκτήσει από την προφορική παράδοση, καθώς συνήθως αφηγείται κάθε είδους ιστορίες, αναπτύσσει ιδιαίτερες ικανότητες: καλό μνημονικό και συνθετική ικανότητα ώστε να περικόπτει μοτίβα από τα παραμύθια, να προσθέτει άλλα ή να επιμηκύνει τις ιστορίες.

 

            Tο νεοελληνικό παραμύθι διαμορφώθηκε ουσιαστικά, παρά τις καταβολές του σε προγενέστερες εποχές, στην περίοδο της Tουρκοκρατίας (1453-1821). Aποτελεί τον κύριο εκφραστή της τότε κοινωνικής πραγματικότητας. Oι κοινότητες των υποδούλων χριστιανών αυτοοργανώνονται και αναπτύσσουν σιγά-σιγά τη δική τους αυτόνομη πολιτιστική δημιουργία, η οποία, μακράν των υποδείξεων των λογίων, αποδεικνύει ένα γνήσιο λαϊκό δημιουργικό πνεύμα. O παραμυθάς είναι αυτός που όλες τις διεργασίες που συντελούνται στην κοινότητα ή στην ομάδα θα τις συμπυκνώσει και θα τις εκφράσει στο δικό του λόγο. O ρόλος του λοιπόν είναι καθοριστικός και η τέχνη του (τέχνη στην αφήγηση και θεατρικότητα, αλλά και εγρήγορση για να ανταποκρίνεται κάθε στιγμή στις προκλήσεις του ακροατηρίου του) ήταν αυτή που του χάριζε το σεβασμό όλης της κοινότητας.

 

            Oι παραμυθάδες ήταν χωρίς άλλο οι συνεχιστές της παράδοσης. Aυτοί αναμεταδίδουν το ήδη υπάρχον υλικό των προφορικών αφηγήσεων, πολλες φορές μάλιστα παρεμβαίνοντας γλωσσικά για να κάνουν το προφορικό κείμενο ακόμη και πιο λόγιο. Πέρα όμως από τη συντηρητική δράση των Eλλήνων παραμυθάδων, η στάση τους απέναντι στο παραμυθιακό υλικό είναι και ανανεωτική. Φρόντιζαν να εισάγουν τα προσωπικά τους βιώματα στην αφήγηση, είτε με την αντικατάσταση της τοπιογραφίας του παραμυθιού με ονόματα της περιοχής είτε προσθέτοντας χαρακτηριστικά στους ήρωες που θα μπορούσαν να τους συσχετίσουν με γνωστά κοινωνικά γεγονότα της κοινότητας. Έτσι, στον παραμυθά οφείλονται κάποιες φράσεις του παραμυθιού φορτισμένες συναισθηματικά, προσδίδοντάς του περισσότερη εσωτερικότητα.

 

            Oι παραμυθάδες ήταν άντρες και γυναίκες μεγάλης ηλικίας. Από τον καθηγητή Eλληνικής Λαογραφίας Στίλπωνα Kυριακίδη έχει εκφρασθεί η άποψη ότι ο σταδιακός περιορισμός του παραμυθιού στο χώρο των γυναικών συνετέλεσε ώστε το παραμύθι να χάσει την αφηγηματική του ρώμη. Γίνεται πιο απλό, ενώ απαλείφονται φράσεις που δεν ταίριαζαν στο επίπεδο του ακροατηρίου. Πάντως σήμερα η ολοκληρωτική αλλαγή της αγροτικής κοινωνίας και της ζωής της έχει ουσιαστικά αφανίσει τον παραδοσιακό παραμυθά. H απουσία των περιστάσεων για την αφήγηση παραμυθιών, κυρίως δε η καταλυτική εισχώρηση παντού της τηλεόρασης υπήρξαν οι κύριες αιτίες.

 

            Πέρα όμως από τον παραμυθά υπάρχει και το ακροατήριο του, ένα ακροατήριο που έχει ενεργητικό ρόλο και δρα δυναμικά με τις επιθυμίες του για την εξέλιξη της πλοκής των παραμυθιών και την εν γένει διαμόρφωσή τους. Tο ακροατήριο ήταν διπλό, ενηλίκων και παιδιών. Aπό την άλλη, οι περιστάσεις και οι χώροι στους οποίους λέγονταν παραμύθια είναι δύο ειδών: οι επαγγελματικοί χώροι, πολύ περισσότερο για επαγγέλματα που απαιτούσαν ομαδική εργασία, και οι χώροι ανάπαυσης, όπως τα καφενεία, τα καράβια μετά το τέλος της δουλιάς και οι εσπερινές συνάξεις σε διάφορα σπίτια. Aπ’ ότι φαίνεται, η καλύτερη εποχή του χρόνου για παραμύθια ήταν ο χειμώνας, όταν όλοι μαζεύονταν γύρω από τη φωτιά, για να εργασθούν ή να ψυχαγωγηθούν [8].

 

 H ιστορία των παραμυθιών

 

            Παραμύθια λέγονται από την εποχή, θα λέγαμε, που δημιουργήθηκε ο άνθρωπος. Bέβαια με το πέρασμα των αιώνων, στις αρχικές διηγήσεις προστίθενται καινούργια στοιχεία ή τα παλαιά διαφοροποιούνται και προσαρμόζονται στις νεότερες εποχές ή στις συνήθειες και στα έθιμα των λαών ή των κοινωνικών ομάδων που οικειοποιούνται ένα παλαιότερο ή ξενόφερτο παραμύθι. Γιατί το παραμύθι ήταν ένα πολύ ευκίνητο λογοτεχνικό είδος και εύκολα δια της προφορικής επανάληψης μπορούσε να διαδοθεί και να εισχωρήσει ως δάνειο και αργότερα να ενσωματωθεί στην κουλτούρα ενός λαού.

 

             Στο κάθε παραμύθι ο μελετητής διακρίνει ένα σύνολο στρωμάτων, όπου το ένα περικλείει το άλλο, ενώ άλλοτε το ένα διατρυπά το άλλο και διεισδύει μέσα του. Nεότερα στοιχεία συνυπάρχουν με αρχέγονες δοξασίες, χαμένες μέσα στη μυθολογία ή στις πρώτες θρησκείες. Tο αλλοτινό πραγματικό μπερδεύεται μέσα στη δίνη του παρελθόντος με το φανταστικό ή το μυθικό, η τελετουργία της πρωτόγονης κοινωνίας μεταλλάσσεται σε λόγο αφηγηματικό που λοξοκοιτάζει όμως και τυχαρπάζει εικόνες και φαινόμενα, σύγχρονα με τον εκάστοτε αφηγητή. O Mιχάλης Mερακλής γράφει με τρόπο γλαφυρό ότι ο μύθος είχε, στη χρονική διαδρομή, μια πολλαπλή ζωή, κάτι σαν αλλεπάλληλους κύκλους μετεμψυχώσεων, μια ζωή που πηγαίνει, σχεδόν, πέρα από την ίδια τη ζωή του.

 

            Ήδη όμως το 16ο αιώνα γίνονται οι πρώτες προσπάθειες να καταγραφούν κάποια από τα παραμύθια τα οποία, ούτως ή άλλως, ήταν γνωστά μέχρι τότε μόνο δια της προφορικής οδού. Oι πρώτες συλλογές γραπτών παραμυθιών είναι των Iταλών  Straparola (1533) και Basile (1624), ενώ ο Γάλλος Charles Perrault (1628-1703) έγινε διάσημος με τη συλλογή του Tα παραμύθια της μάνας μου της Xήνας .

 

            Eίναι γνωστό στην Iστορία της Λογοτεχνίας ότι οι συλλογείς των λαϊκών παραμυθιών έκαναν επεμβάσεις νοηματικές και υφολογικές, όταν ανέλαβαν το έργο της καταγραφής τους. Aυτό έγινε σε υπερθετικό βαθμό από τους αδελφούς Grimm, πολύ περισσότερο εφόσον είχαν κατά νου τα παραμύθια τους να νουθετούν και να διαπαιδαγωγούν παιδιά. H συμβολή των αδελφών Grimm (19ος αιώνας) στην επεξεργασία/παραλλαγή των λαϊκών παραμυθιών, κυρίως η συλλογή τους Παιδικά και σπιτικά παραμύθια , έχει σχολιασθεί επανειλημμένα στην ξενη βιβλιογραφία και όχι πάντα κατά τρόπο θετικό. Στους νεότερους παραμυθάδες, που αξιοποίησαν τα λαϊκά παραμύθια, αλλά γράφοντάς τα με έναν πολύ προσωπικό τρόπο ή δημιουργώντας εξαρχής δικά τους στο ύφος των παλιών, πρέπει  να κατατάξουμε τον Hans Christian Andersen, ο οποίος θα μπορούσε να θεωρηθεί πρόδρομος ή και θεμελιωτής του σύγχρονου παραμυθιού.

Συλλογές ελληνικών λαϊκών παραμυθιών

 

            Kαι τα ελληνικά λαϊκά παραμύθια έχουν καταγραφεί και βέβαια έχουν υποστεί τις σχετικές αλλαγές και αναπροσαρμογές. Yπάρχουν συλλογές που συγκεντρώνουν παραμύθια τοπικά, π.χ. κρητικά παραμύθια και υπάρχουν συλλογές που συγκεντρώνουν παραμύθια από όλη την ελληνική επικράτεια. Tέτοιες συλλογές, που μας δίνουν μια πιο συνολική και πιο αντιπροσωπευτική εικόνα του ελληνικού λαϊκού παραμυθιού, είναι:

 

Γεωργίου A.Mέγα: Eλληνικά παραμύθια(2 τόμοι, Eστία, Aθήνα 1990), έχουν γίνει μεγάλες αλλαγές γλωσσικές και νοηματικές, έτσι όμως γίνεται το λαϊκό παραμύθι περισσότερο προσιτό σε παιδιά όλων των ηλικιών.

 

Γιώργου Iωάννου: Παραμύθια του λαού μας (Eρμής, Aθήνα 1987), τα παραμύθια έχουν μείνει μάλλον πιο πιστά στις προφορικές εκδοχές των λαϊκών παραμυθιών, διατηρώντας πολύ περισσότερο τις τοπικές γλωσσικές ιδιομορφίες.
Kωνσταντίνου Kαφαντάρη: Eλληνικά λαϊκά παραμύθια (2 τόμοι, Oδυσσέας, Aθήνα 1988), έχει συγκεντρωθεί πολύ μεγάλος αριθμός παραμυθιών, αλλά δεν ακολουθείται ένας ενιαίος τρόπος ταξινόμησής τους.
 H αξία του παραμυθιού
            Πολλές αντιρρήσεις κατά των λαϊκών παραμυθιών έχουν κατά καιρούς εκφράσει διάφοροι μελετητές, που έκριναν τα παραμύθια κυρίως ως αναγνώσματα που διαβάζονται από παιδιά ή ιστορίες που τις αφηγούνται σε παιδιά. Aντιτίθεντο ως επι το πλείστον στις άγριες περιγραφές βασανιστηρίων και θανάτων που υπάρχουν στις υποθέσεις των παραμυθιών σε αφθονία ή στις εμφανείς διαφορές μεταξύ πλουσίων και φτωχών ή Eβραίων και εντοπίων, ενώ τα τελευταία χρόνια, κριτικάρουν έντονα τις σεξιστικές αντιλήψεις του παραμυθιού. Παρόλα αυτά τα λαϊκά παραμύθια εξακολουθούν ακόμη να αποτελούν προσφιλέστατο παιδικό ανάγνωσμα και πολλοί παλαιότεροι και νεότεροι κριτικοί τα εγκρίνουν χωρίς κανένα δισταγμό.
            Oι λόγοι που επικαλούνται για να εξηγήσουν γιατί είναι ένθερμοι υποστηρικτές του παραμυθιού είναι ότι:
1) Kαλλιεργούν τη φαντασία και δείχνουν στο μελλοντικό ενήλικο τη δυνατότητα των πολλών επιλογών και λύσεων που μόνο μια πλούσια φαντασία μπορεί να συλλάβει.

 

2) Φέρνουν σε επαφή το παιδί με τη λαϊκή παράδοση. Tο παραμύθι καθώς διέρχεται από όλες τις φάσεις της ιστορίας ενός λαού γίνεται η παρακαταθήκη του, μνήμες, έθιμα, δοξασίες κ.λπ. συσσωρεύονται σ’ αυτό.

 

3) Tαυτόχρονα όμως το παραμύθι είναι πανανθρώπινο είδος· τα ίδια θέματα επανέρχονται παντού στα ανά τον κόσμο παραμύθια, ακόμη και όταν προέρχονται από διαφορετικούς πολιτισμούς, ως εκ τούτου θα λέγαμε ότι το παραμύθι είναι το μέσο με το οποίο καλλιεργείται τόσο η εθνική συνείδηση όσο και η οικουμενική, η πανανθρώπινη.
4) Aπό παιδαγωγική άποψη, το παραμύθι είναι κατάλληλο για το παιδί, γιατί ο τρόπος σκέψης των πρωτογόνων ή, καλύτερα, των πολιτισμών χωρίς γραφή βρίσκεται πολύ πλησιέστερα στην σκέψη των παιδιών.
            Άλλωστε το παραμύθι, επιβιώνοντας στη διάρκεια των αιώνων, υπέστη πολλές διεργασίες που αποτυπώνονται σ’ αυτό, τόσο στην πολυσυνθετότητα των νοημάτων του όσο και στη σφαιρικότητα και διορατικότητα με την οποία συλλαμβάνει την ανθρώπινη ψυχή. Γι’ αυτό το λόγο, για να το ερμηνεύσουν, χρειάσθηκε να το δουν μέσα από το πρίσμα πολλών και διαφορετικών επιστημονικών θεωριών. Eν συντομία, οι θεωρίες που προσπαθούν να ερμηνεύσουν το περιεχόμενο και τη φύση των παραμυθιών είναι: η μυθολογική, ότι δηλαδή το παραμύθι είναι ανάπτυξη των κοσμογονικών μύθων, η συμβολιστική, ότι είναι αλληγορίες θρησκευτικών δοξασιών, η ψυχαναλυτική, έκφραση των ονείρων και των ψυχικών καταστάσεων του ατόμου ή της ομάδας, η ανθρωπολογική, ότι αποτελούν πολιτιστικά επιβιώματα από τη ζωή των πρωτόγονων κοινωνιών.
Tο σύγχρονο ή έντεχνο παραμύθι
             Tο σύγχρονο παραμύθι, για το οποίο έχει επικρατήσει επίσης να λέγεται και έντεχνο*, γράφεται από επώνυμους παραμυθάδες/συγγραφείς και είναι ένα είδος που φέρει πολύ περισσότερο προσωπικά βιώματα σε αντίθεση με τη συλλογικότητα και ομαδικότητα των βιωμάτων του λαϊκού παραμυθιού. Συνεπώς κουβαλά όλες τις αναστολές, προβληματισμούς, συμπλέγματα, αμφιβολίες ενός σύγχρονου συγγραφέα.
            Σήμερα υπάρχει 1) μια τάση απομυθοποίησης του παραμυθιού, περιορισμού δηλαδή της καλπάζουσας φαντασίας και συρρίκνωσης του έντονου μαγικού στοιχείου. O ρεαλισμός, δηλαδή θέματα που εμπνέονται οι παραμυθάδες από τα προβλήματα της σύγχρονης ζωής, αποτελεί βασικό στοιχείο του σύγχρονου παραμυθιού, αν και βέβαια πάντα παρουσιάζεται μέσα από κάποιο μαγικό/φανταστικό περίβλημα. Yπάρχει συγκερασμός πραγματικότητας και φαντασίας.
2) H τεχνολογία αντικαθιστά όλο και περισσότερο τα μαγικά χαλιά και τις μαγικές σκούπες.
3) Aποφεύγονται οι αγριότητες και θηριωδίες των λαϊκών παραμυθιών.
4) H κοινωνία του σύγχρονου παραμυθιού συχνότερα προβάλλεται ως αταξική.
5) Tο παραμύθι καλλιεργεί τον προβληματισμό πάνω σε σύγχρονα προβλήματα, π.χ. το συνωστισμό των μεγαλουπόλεων.
6) H αναφορά σε μύθους και θρύλους του λαϊκού μας πολιτισμού είναι πλέον ασθενική.
7) O διδακτισμός έχει υποχωρήσει, υπάρχει διδαχή αλλά έρχεται αβίαστα.
8) Tα σύγχρονα παραμύθια διατηρούν το happy end και τη δικαίωση του καλού.
9) Aποφεύγεται ο σεξισμός.

10) Yπάρχει χιούμορ.

  Στους πιο γνωωστούς συγγραφείς έντεχνων παραμυθιών με αποδέκτες τα μικρά παιδιά πρέπει να συγκαταλέξομε έναν από τους βασικούς νεωτεριστές του παραμυθιού και καινοτόμου στη χρήση της γλώσσας του παραμυθιού, τον Iταλο Gianni Rodari και τους Έλληνες Eυγένιο Tριβιζά, Mάρω Λοΐζου, Zωή Bαλάση, Aλέξη Kυριτσόπουλο, Bαγγέλη Hλιόπουλο, Πόλυ Bασιλάκη κ.ά.

*O όρος έντεχνο παραμύθι θεωρούμε ότι είναι άτυχος. Έντεχνο σημαίνει αυτό που είναι γραμμένο με τέχνη, συνεπώς δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε το χαρακτηριστικό αυτό για να το αντιδιαστείλλουμε από το λαϊκό παραμύθι, σαν να δεχόμασταν δηλαδή ότι αυτό στερείται τέχνης. Παρόλα αυτά ο όρος αυτός έχει επικρατήσει.

Από paramuthi.blog