Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μέσα σε ένα πυκνό δάσος μία τριανταφυλλιά. Όλα της τα τριαντάφυλλα ήταν κατακόκκινα. Όλα, εκτός από ένα, αυτό που ήταν στο κέντρο και πιο ψηλά από όλα. Το τριαντάφυλλο αυτό ήτανε μαύρο και λαμπερό. Όποιος περνούσε μπροστά από την τριανταφυλλιά, απορούσε με το διαφορετικό τριαντάφυλλο και το θαύμαζε! Και κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί την πραγματική ιστορία του που ήταν η εξής:

Κάποτε ένα σύννεφο περνούσε πάνω από την τριανταφυλλιά. Ήταν τόσο φορτωμένο με σταγόνες που είχε κατέβει πολύ χαμηλά. Πέρασε λοιπόν και πάνω από την τριανταφυλλιά και εκείνη, χωρίς να το θέλει, τρύπησε το σύννεφο. Εκείνο πόνεσε, τινάχτηκε επάνω και επειδή θύμωσε πολύ με την τριανταφυλλιά της έριξε έναν κεραυνό. Εκεί λοιπόν που χτύπησε ο κεραυνός στην τριανταφυλλιά, έβγαινε μόνο ένα μαύρο τριαντάφυλλο.

Ήταν μεγαλύτερο από τα υπόλοιπα τριαντάφυλλα και είχε μία παράξενη ευωδιά, που θύμιζε μέντα. Έτσι όπως ήτανε ψηλότερο από τα άλλα τριαντάφυλλα, έμενε μοναχό του και ο μόνος φίλος που είχε ήταν ένα έλατο που φύτρωνε κοντά στην τριανταφυλλιά.

Ήταν και το έλατο μονάχο του και βρήκε στο μαύρο τριαντάφυλλο έναν ανέλπιστο φίλο. Έσκυβε κάθε μέρα από πάνω του και έκαναν οι δυο τους την καλύτερη παρέα. Τα υπόλοιπα όμως τριαντάφυλλα ζήλευαν αυτήν τη φιλία. Νόμιζαν πως αν γινόταν κι εκείνα μαύρα, θα μπορούσανε να κάνουνε παρέα με το έλατο και να μοσχοβολούν σαν μέντα. Φώναξαν τότε το σύννεφο και το παρακάλεσαν να τους ρίξει πολλή βροχή. Φώναξαν και τον ήλιο και του ζήτησαν να τους ζεσταίνει με όλη του τη δύναμη. Έτσι και έγινε! Όμως η βροχή από το σύννεφο και η ζεστασιά από τον ήλιο δεν άλλαξε το χρώμα τους. Μαλάκωσε όμως την καρδιά τους και την γέμισε με πολλή αγάπη.

Άπλωσαν τότε τα κλαδιά τους προς τα επάνω και αγκάλιασαν το μαύρο τριαντάφυλλο. Έσκυψε και το έλατο, στήριξε τα λουλούδια τους και τα σήκωσε ψηλά. Και η ευωδιά τους έγινε τόσο δυνατή που έφτασε στα πέρατα της γης!!