Οικογένεια

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 15 Σεπτεμβρίου 2021

Υπάρχουν κάποια παιδιά που θα έρθουν στο σχολείο με το ίδιο περσινό παντελόνι κι ας είναι πια ξεθωριασμένο και στενό…

Υπάρχουν κάποια παιδιά που θα έχουν την ίδια κασετίνα,την ίδια τσάντα αλλά και τα ίδια όνειρα,τα ίδια χαμόγελα με πέρισυ…

Υπάρχουν κάποια παιδιά που θα κοιτούν με λαχτάρα το θερμοθάλαμο του κυλικείου αλλά δε θα μπορούν να αγοράσουν κάτι από εκεί…

Υπάρχουν κάποια παιδιά που δε θα τα συνοδεύσει η μητέρα τους γιατί εκείνη “ταξίδεψε” νωρίς και τώρα τα καμαρώνει απ’τον ουρανό…

Υπάρχουν κάποια παιδιά που θα έρθουν στο σχολείο με ένα κενό στην ψυχή γιατί οι γονείς τους δε μοιράζονται πια το ίδιο σπίτι κι ίσως δε μιλιούνται καν μεταξύ τους…

Υπάρχουν κάποια παιδιά που δε βρίσκουν εύκολα παρέα και συνήθως τα συναντάς μόνα και σκυθρωπά σε μια γωνιά της σχολικής αυλής…

Υπάρχουν κάποια παιδιά που ήρθαν από άλλη πόλη ή χώρα και στο παιδικό τους μυαλό φωλιάζει ο τρόμος μπροστά στο άγνωστο περιβάλλον…

Υπάρχουν κάποια παιδιά που δυσκολεύονται να αφομοιώσουν γνώσεις αλλά έχουν υψηλή συναισθηματική ευφυΐα,ενσυναίσθηση κι ευγένεια στη συμπεριφορά τους…

Υπάρχουν κάποια παιδιά διαφορετικά,με ιδιαιτερότητες που γίνονται συχνά αντικείμενο χλευασμού και κοροϊδίας…

Υπάρχουν κάποια παιδιά ίσως πιο ατίθασα και ζωηρά απ’τα υπόλοιπα που μπλέκουν σε καβγάδες και που δεν πήραν όση αγάπη χρειάζονταν απ’το σπίτι και δεν τα συμβούλεψε ποτέ κανείς…

ΟΛΑ τα παιδιά αξίζουν τη σκέψη μας αλλά και μια μεγάλη και ζεστή αγκαλιά…

Καλή αρχή σε όλα τα παιδιά, όπως και να ‘χει!

Από το mommy. gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Μαρτίου 2021

Πυγμαίοι χιμπατζήδες, γνωστοί και ως μπονόμπο, καταγράφηκαν για πρώτη φορά να υιοθετούν μικρά που προέρχονται από άλλες ομάδες, ένα εύρημα που επιβεβαιώνει ότι η ανιδιοτελής αγάπη δεν είναι αποκλειστικά ανθρώπινο συναίσθημα.

Δύο σπάνια περιστατικά υιοθεσίας μικρού από άλλη ομάδα καταγράφηκαν στη ζούγκλα της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κογκό, αναφέρει διεθνής ομάδα ζωολόγων και ψυχολόγων στην επιθεώρηση Scientific Reports.

Οι ερευνητές πέρασαν χρόνια παρακολουθώντας τους μπονόμπο στην περιοχή του Ουάμπα, πριν αναγκαστούν να αποχωρήσουν λόγω της πανδημίας Covid.

Το πρώτο περιστατικό αφορά την Τσίο, ηλικίας 52 έως 57 ετών, η οποία είχε πιθανότατα περάσει την εμμηνόπαυση όταν υιοθέτησε τον τρίχρονο Ρούμπι, μέλος διαφορετικής ομάδας μπονόμο.

Στη δεύτερη περίπτωση, η 18χρονη Μαρί υιοθέτησε τη Φλόρα, περίπου 2,5 ετών, η οποία επίσης δεν ανήκε στην ομάδα.

Η Τσίο και η Μαρί είχαν προηγουμένως αποκτήσει δικά τους παιδιά, και δεν είχαν προηγούμενες επαφές με τα υιοθετημένα μικρά ή τις μητέρες τους, οι οποίες εξαφανίστηκαν μυστηριωδώς και δεν αποκλείεται να είχαν πεθάνει.

Και οι δύο βιντεοσκοπήθηκαν να φροντίζουν τα υιοθετημένα τέκνα τους, να τους δίνουν τροφή και να τα θηλάζουν –έστω και για παρηγοριά, μιας και η Τσίο είναι απίθανο να παρήγαγε γάλα στην ηλικία της.

Τα περιστατικά αποκαλύπτουν ότι οι πλησιέστεροι συγγενείς του ανθρώπου νιώθουν μητρική έλξη για τα βρέφη και δείχνουν ανεκτικότητα σε άτομα που δεν ανήκουν στην ομάδα τους, λένε οι ερευνητές.

«Μεταξύ άγριων ζώων, τα θηλυκά που υιοθετούν ξένα μικρά συνήθως είναι συγγενείς των ορφανών» επισημαίνει η Μαρί Λόρι Πουαρέ, ψυχολόγος του Πανεπιστημίου του Ντέραμ στη Βρετανία.

«Σε άλλες περιπτώσεις, νεαρά θηλυκά υιοθετούν μικρά για να βελτιώσουν τις δικές τους μητρικές συμπεριφορές, κάτι που βελτιώνει την πιθανότητα επιβίωσης για τους βιολογικούς απογόνους τους» προσθέτει.

Με άλλα λόγια, η υιοθεσία στη φύση συχνά δεν έχει εντελώς ανιδιοτελή κίνητρα.

Τα δύο περιστατικά υιοθεσίας μεταξύ των μπονόμπων του Κογκό αποκαλύπτουν τώρα ότι υπάρχουν και εξαιρέσεις, όπως συμβαίνει και στις ανθρώπινες υιοθεσίες.

Οι περιπτώσεις της Τσία και της Μαρί «προκαλούν έκπληξη και θαυμασμό, και ίσως μας βοηθούν να εξηγήσουμε τις υιοθεσίες μεταξύ ανθρώπων, οι οποίες δεν εξηγούνται μόνο από τα οφέλη που λαμβάνουν οι θετές μητέρες» λέει ο Πουαρέ.

«Από τα παραδείγματα που βλέπουμε στους μπονόμπο μπορούμε να πούμε ότι η υιοθεσία στον άνθρωπο μπορεί να εξηγηθεί από το ανιδιοτελές ενδιαφέρον για τους άλλους καιτην επιθυμία για παροχή φροντίδας σε άλλους με τους οποίους δεν είχαμε προηγούμενη σχέση».

Τι απέγιναν όμως τα υιοθετημένα μικρά; Οι ερευνητές είναι περίεργοι να μάθουν όταν χαλαρώσουν οι περιορισμοί της πανδημίας και μπορέσουν να επιστρέψουν στο Κογκό.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 26 Δεκεμβρίου 2020

Aπό τον Μανόλη Μπαρδάνη

Στο χωριό δεν γιορτάζαμε τα γενέθλια. Ποτέ δεν ξέραμε την ακριβή ημερομηνία που γεννήθηκαν οι φίλοι μας και οι συγγενείς μας για να τους ευχηθούμε. Εδώ καλά – καλά δεν γνωρίζαμε τη δική μας. Η ίδια η μάνα μας δεν ήταν σίγουρη: «Μανώλη μου από νωρίς το βράδυ με πιάσανε οι πόνοι, αλλά δε θυμούμαι αν είχε ξημερώσει όντε σ έκαμα». Την ονομαστική μας γιορτή όμως δεν την ξεχνούσαμε ποτέ. Ήταν η δική μας μέρα. Θα εισπράτταμε τις ευχές απ όλους τους συγχωριανούς και τα δώρα απ τους συγγενείς. Τα δώρα βέβαια θα ήταν ένα τυρί, ή ένα υφαντό, ή ένα μπουκάλι ρακή. Τυχεροί όσοι είχαν συγγενείς που έμεναν στην Αθήνα και ακόμα πιο τυχεροί όσων τα ονόματα συμπίπτανε με τις γιορτές. Το γιορτινό αποδοσίδι που θα ερχόταν θα περιείχε και το προσωπικό δώρο του εορτάζοντος.
Το πολυπόθητο δώρο για μένα ήταν το ποδήλατο. Θυμάμαι κάποιους φίλους να το έχουν αποκτήσει. Τους ζήλευα. Ξεροστάλιαζα όσο τους έβλεπα να κάνουν ευτυχισμένοι τις βόλτες τους και περίμενα μήπως φιλοτιμηθούν και μου δώσουν να κάνω και γω έναν μικρό γύρο.
Τελευταία τάξη δημοτικού ήμουν. Άριστος σαν μαθητής. Εκεί παραμονές Χριστουγέννων ο πατέρας μιλάει στο τηλέφωνο με τα αδέλφια του στην Αθήνα. Ανταλλάσσουν τις καθιερωμένες ευχές και περιγράφουν το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αποδοσιδιών. Αποδοσίδια λέγαμε αυτά που στέλναμε απ το χωριό και αυτά που παίρναμε απ τους Αθηναίους συγγενείς σαν ανταπόδοση. Τα δικά μας με κρέας, τυριά, υφαντά, καρύδια, χόρτα, κρασί, ρακή. Τα δικά τους ρούχα, παπούτσια, γλυκά. Τη μεταφορά την είχαν αναλάβει οι ταχυδρόμοι του χωριού. Θυμάμαι τρείς. Τον Αντάμη, το Μιχελέκο και το Νικόλα του Νανούρη. Συμπαθέστατοι σε μας τα παιδιά, λόγω και του επαγγέλματός τους.
Τελειώνει το τηλέφωνο ο πατέρας μου και με χαρά μου ανακοινώνει πως ο ένας μου θείος θα μου κάνει δώρο ένα ποδήλατο. Φυσικά δεν πίστευα στ αυτιά μου. Τα ουρλιαχτά της χαράς μου ακούστηκαν μέχρι την Πλάτσα. Δεν έδωσα σημασία εκείνη τη στιγμή στο ανήσυχο βλέμμα της μάνας και τα νοήματα προς τον πατέρα μου. Ευτυχισμένος κατεβαίνω στην Παναγία, στον αμαξωτό, να αγναντέψω τους δρόμους που σε λίγο θα διαβώ εποχούμενος στο δώρο μου.
Η Μάνα όμως κατάφερε να με πείσει πως αυτή την περίοδο το ποδήλατο είναι άχρηστο. Πως λόγω χειμώνα δεν θα το χαρώ. Πως είναι καλύτερα τώρα να ζητήσω σαν δώρο μια εγκυκλοπαίδεια για να πάω πιο μορφωμένος στο Γυμνάσιο. Πως το ποδήλατο θα μου το κάνουν δώρο το Πάσχα. Πως … πως …. Πως.
Πάντα όταν περιμέναμε αποδοσίδι, συγκεντρωνόμαστε εκεί που θα ερχόταν ο ταχυδρόμος, από νωρίς. Κάτω στου Ντεμπέλη το καφενείο. Πηγαίναμε μέχρι την άκρη του δρόμου, στο πέταλο να δούμε τα φώτα του φορτηγού που θα ξεπρόβαινε στον Άι Γιάννη. Αυτή την φορά θα ερχόταν και το προσωπικό μου δώρο. Βαρύ το κουτί. Μου το άνοιξε με χαρά η μάνα στο σπίτι. «ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΧΑΡΗ ΠΑΤΣΗ». 24 τόμοι. Άνοιξα τον πρώτο τόμο. Τον φυλλομέτρησα λίγο. Ένα δάκρυ μου κύλισε πάνω. Ακόμα το λήμμα «ΒΛΑΚΑΣ» φαίνεται μισοσβησμένο, για να μου θυμίζει το χαμένο μου δώρο. Ακόμα το όνομα Χάρης το απεχθάνομαι, όπως και την μυρωδιά του καινούργιου βιβλίου.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 24 Οκτωβρίου 2020

Aπό τον Μανώλη Μπαρδάνη

Το σαλόνι του σπιτιού μας, ήταν και η κρεβατοκάμαρά μας. Ένας καναπές για τον μικρό μου αδελφό, ένα μπαουλοντίβανο κολλητά στο παράθυρο για μένα κι ένα ντιβάνι στον απέναντι τοίχο για την αδελφή μου, σχηματίζανε ένα μεγάλο Π. Στην βάση του μια ξύλινη ντουλάπα με καθρέφτη και κολλητά της μια συρταριέρα. Εκεί, πάνω στη συρταριέρα, έμελλε να τοποθετηθεί μία από τις πρώτες τηλεοράσεις που ήρθαν στο χωριό. Εκείνη την εποχή ένας θείος του πατέρα μου και αδελφός της γιαγιάς μου, στρατηγός ε.α. ήταν πρόεδρος του ΟΠΑΠ και μέσω αυτής του της ιδιότητας είχαμε την τύχη ν αποκτήσουμε το μαγικό κουτί σαν δώρο. Όλες οι γυναίκες της γειτονιάς και όχι μόνο μαζευόταν στη σάλα μας το βράδυ για να δουν πότε τον «Άγνωστο πόλεμο» και πότε τους «Εμπόρους των εθνών». Εμείς τα παιδιά είχαμε πέσει ήδη για ύπνο. Οι καρέκλες που είχαμε φυσικά δεν έφθαναν για να εξυπηρετήσουν τις γειτόνισσες και έτσι τα κρεβάτια μας γινόταν και καθίσματά τους. Εμένα το κρεβάτι μου χωρούσε πέντε, με την μία να κάθεται η μισή πάνω στο μαξιλάρι μου. Φυσικά δεν μπορούσα να δω τίποτα στην τηλεόραση καθότι κότσοι, πλάτες, πισινοί μου έκρυβαν τη θέα. Δυστυχώς όμως δεν μπορούσα και να κοιμηθώ. Οι μισές απ τις γειτόνισσες ήταν και κουφές και έπρεπε ο ήχος να είναι στη διαπασών. Συγχρόνως δεν σταματούσαν να μιλάνε δυνατά, περιγράφοντας τις σκηνές που έβλεπαν:
– Μωρή λες οι Γερμαναράδες να σκοτώσουνε το γιό του Ψάχου;
– Μπα. Ο θείος του ο Βαρτάνης να δεις που θα τόνε σώσει.
Εκεί ακούγεται η φωνή της γιαγιάς μου, της αδελφής του δωρητή της τηλεόρασης.
– Να ξέρετε πως το όνομα Βαρτάνης του το δώκανε για τον αδελφό μου το στρατηγό Βαρδάνη.
Δεν δίνουν σημασία στο κόρδωμα της, γιατί η σκηνή έχει μεγάλη αγωνία και οι γειτόνισσες χτυπάνε άλλες τα γόνατα και άλλες τα μάγουλά τους, παρακαλώντας συγχρόνως την Παναγία να σώσει το παλληκάρι. Όταν δε τύχαινε ν ακουστεί και κανένας πυροβολισμός, μαζί με τις κραυγές τρόμου και αγωνίας τα σώματά τους τινάζονταν πάνω στο κρεβάτι μου. Εννοείται πως η γειτόνισσα που κάθεται στο μαξιλάρι μου, μου έχει ρίξει αρκετές σφαλιάρες και αγκωνιές ακούσιες με το αριστερό της χέρι, μέχρι το τέλος του επεισοδίου.
Στην άλλη σειρά, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, το σκηνικό είναι διαφορετικό. Τα επεισόδια εμπεριέχουν έρωτα, πάθος, μοιχεία και η αντίδραση των τηλεθεατών αλλάζει.
– Ω που να τσ έρθει το γλυκύ τζη μα ήντα ομορφιά είναι που την έχει η Αυγούστα!
– Ια να δεις που θα την κλέψει ο Ενετός!
– Ναι. Κλέψιμο χρειάζεται! Δε θωρείς πως λιώνει η καμοχείλα;
– Και θ αφήσει τον Αξώτη για το Μάρκο;
– Άμα το νιτερέσο ντου δε δουλεύγει ήντα να κάμει η καλότυχη;
Ξαφνικά τα γέλια που ακολούθησαν την τελευταία φράση σταματούν απότομα. Απόλυτη σιωπή στη σάλα. Μόνο η μουσική ακούγεται από την τηλεόραση. Εγώ έχω κλείσει τα μάτια πιστεύοντας πως τελειώνει το επεισόδιο και ότι επιτέλους θα κοιμηθώ. Η γειτόνισσα όμως που κάθεται στο προσκεφάλι μου είναι αρκετά ανήσυχη. Κουνάει συνεχώς το αριστερό της πόδι σείοντας ελαφρώς το κρεβάτι μου. Αντιλαμβάνομαι όμως πως το στρώμα μου κουνιέται από παντού. Ναι. Όλες οι γειτόνισσες που κάθονταν στο κρεβάτι μου είχαν την ίδια ανησυχία. Υπήρχε μια παράξενη κινητικότητα. Ανασηκώνομαι λίγο προσπαθώντας να καταλάβω τι βλέπουν τόσην ώρα και δεν μιλάνε. Ωωωωω!!! Ο Σανούδος φιλιέται παθιασμένα με την Αυγούστα. Σκηνή πρωτόγνωρη για τα ήθη του χωριού την εποχή εκείνη, αλλά σαφώς άκρως ερεθιστική για τις γειτόνισσες.
Κάπου εκεί ακούστηκε και η φωνή του Ξυλούρη –λυτρωτική για μένα- να τραγουδάει και να σηματοδοτεί το τέλος του επεισοδίου.

Την επομένη η μάνα μου είχε αναλάβει να βράσει κόλλυβα για το μνημόσυνο του πεθερού της. Του πάππου μου. Ήταν πρώτη φορά απ’ όσο θυμάμαι που θα γινόταν κάτι τέτοιο στο σπίτι μας.
Τα μνημόσυνα στο χωριό μου είναι μια ιεροτελεστία. Την παραμονή της τελετουργίας, στο σπίτι του μνημονευόμενου η γυναίκα βράζει το σιτάρι. Το κόλλυβο. Στη συνέχεια μαζεύονται οι γυναίκες της γειτονιάς και με μια τρυπητή κουτάλα μεταφέρουν λίγα βρασμένα κόλλυβα από τον τέντζερη στο μέρος που θα στεγνώσουν, ψιθυρίζοντας λόγια συγχώρεσης και για τον δικό τους πεθαμένο. Όλη η διαδικασία αυτή λέγεται «το χύσιμο του κόλλυβου», αλλά έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το πώς μαθαίνουν οι γειτόνισσες για τον τόπο και την ώρα του χυσίματος και ακόμα μεγαλύτερο για κάποιον –όπως εγώ- που δεν το γνωρίζει.
Η μάνα βγαίνει στην αυλή και φωνάζει στη θεία μας
– Ω Βδοκιά θα ‘ρθεις να χύσεις;
– Μα ήντα ώρα χύνεται;
– Κατά το μεσημέρι. Πες το και τση Βούλας.
– Ω Βούλα. Το μεσημέρι χύνομε στς Αννέζας. Θα ‘ρθεις να χύσεις λέει και συ;

Για αρκετή ώρα το παραπάνω ρήμα ακούγεται από τα στόματα των γυναικών σε όλους τους χρόνους, τις φωνές, τις εγκλίσεις και τα πρόσωπα.
Παναγιά μου! Τι θα γίνει το μεσημέρι στο σπίτι μας; Αμέσως στη σκέψη μου έρχεται η χθεσινοβραδινή σκηνή με το φιλί στην τηλεόραση και το τρεμούλιασμα των γυναικών. Η φαντασία μου καλπάζει ασταμάτητα, πλέκοντας συγχρόνως σατανικά σενάρια. Μεσημέρι επιτέλους και κάθομαι στο σετζάκι της αυλής μας. Πρώτη έρχεται η θεία μου η Βδοκιά με τη μάνα της τη Μαρκούλα. Είχε χάσει πρόσφατα τον αδελφό της και συνεχώς τα μάτια της ήταν δακρυσμένα, ενώ η μάνα της αναφωνούσε με πόνο «Ώχου υιέ μου». Στη συνέχεια έρχεται η Βδοκιά του Σμανωλάκη, η Βούλα του Νικόλαου, η γριά Θανασία, η Βδοκιά του Χορευτή, η Πετρινιά, η Μπαστώνα, η Σοφία του παπά Στεφάνου, η Κατερίνα τση Παρασκουνιάς, η Τσαϊνοσοφκιά, η Πασκού, η Καλλή και η Σοφκιά του Φλωράκη, η Βδοκιά του Γλεζοιώργη, η Κική του Μαρθαίου, η Μαϊδανορήνη και άλλες πολλές. Προφανώς άρχισε να γίνεται το αδιαχώρητο στο μαερειό μας και οι γειτόνισσες σιγά-σιγά αποχωρούσαν. Όλες ήταν κλαμένες με τα μάτια τους κόκκινα και πρησμένα. Μα τόσο πόνο και θρήνο προκαλεί πια αυτό το χύσιμο; Κάποιες στιγμές συναντιόταν αυτές που έβγαιναν μ αυτές έμπαιναν και οι διάλογοι που άκουγα στ αυτιά μου εμπλούτιζαν τα σενάριά μου με σκηνές απείρου κάλους:
– Ω Μαριά μα ήχυσες;
– Ναι ω Ρήνη, για τον Πέτρο και το Ιάννη κι εξέχασα να χύσω ια το Νικόλα και να χαρείς τα παιδιά σου χύσε μια κουταλιά ια πάρτη ντου.
Πάνω που προσπαθώ να αναπροσαρμόσω τα σενάριά μου με τα νέα δεδομένα από τον διάλογο που άκουσα, προβαίνει στην πόρτα της αυλής ο Μαστροδημήτρης κρατώντας την μαγκούρα του. Γείτονας ηλικιωμένος, ασπρομάλλης, σεβάσμιος και με σοβαρό πρόβλημα στην ακοή του. Με χαιρετάει και κατευθύνεται προς την πόρτα του μαερειού μας. Εκεί τον σταματάνε οι δύο γειτόνισσες που κουβέντιαζαν πριν.
Με δυνατή φωνή του απευθύνεται η Μαριά:
– Καλώς το Μαστροδημήτρη. Μα ια που το ‘βαλες;
– Ψάχνω τη υναίκα μου ια να μου δώσει τα κλειδιά του κατωϊού να ταίσω τη σκρόφα με τα ουρνάκια ιατί έχουνε να φάνε από χτες και θα φάει το ‘να τ’ άλλο.
– Πρέπει να χύνει εουτή την ώρα
– Εεεεεε;
Με πολύ πιο δυνατή φωνή:
– Πρέπει λέω να χύνει, μόνου άστηνε να ‘χει το μυαλό τζη εκεί. Σε πέντε λεφτά θα ‘χει τελειώσει και θα ‘ρθει.
– Ας μου δώσει εμένα τα κλειδιά κι ύστερα ας κάτσει να χύνει όσην ώρα θέλει.
Με τα τελευταία του λόγια σπρώχνει την πόρτα του μαερειού και εισέρχεται. Ακούγεται η δυνατή φωνή της μάνας μου να τον καλωσορίζει και κατόπιν ακούγεται η γυναίκα του η Βδοκιά, με εκκωφαντική φωνή να του λέει:
– Πενήντα χρόνια κοιμούμεστα στο ίδιο κρεβάτι και δεν ήμαθες ακόμα πως….
Ξαφνικά ακούγονται όλες οι γυναίκες που βρίσκονται μέσα να συμπληρώνουν τη φράση, φωνάζοντας δυνατά:
– Οι άντρες δεν χύνουσι.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 11 Σεπτεμβρίου 2020

Aπό τον Μανώλη Μπαρδάνη

  • Ο Καρκός ήταν η εξοχή μας. Η άνοιξη και το φθινόπωρό μας. Αχ εκείνα τα Σάββατα του Μάη του Ιούνη και του Σεπτέμβρη! Ήταν τα μόνα που δεν δυσφορούσα απ το πρωϊνό ξύπνημα. 6:30’ εγερτήριο. Ο πάππος σαμαρώνει τον γάϊδαρό του και η μάνα ετοιμάζει κολατσιό και μεσημεριανό για να τα πάρουμε μαζί. Ο πάππος καβαλικεύει βρακοφόρος με την μαγκούρα του παραμάσχαλα κάνοντας τον σταυρό του και ξεκινάει. Εγώ ακολουθώ. Η Μάνα, μας σταυρώνει ψιθυρίζοντας διάφορες προσευχές και στο τέλος πιο δυνατά ακούγεται η φράση «η ευκή του Χριστού αμπρουστά σας κι από πίσω σας». Εγώ καμαρώνω τον πάππο πάνω στον γάιδαρο. Αγέρωχος, λεβέντης και προσηλωμένος στο μονοπάτι της διαδρομής. Έτσι όπως τον είχα ηρωοποιήσει στο μυαλό μου, νόμιζα πως ήταν κάτι μεταξύ του Δον Κιχώτη και του Ανδρέα Μιαούλη.
    Καρκό λέγαμε μια έκταση καμιά ογδονταριά στρεμμάτων στο πέρα χωριό, στο νοτιοδυτικό κομμάτι του βουνού «Κορακιά» και σε απόσταση περίπου μιας ώρας. Ο πάππος μου είχε ένα σπιτάκι με δύο δωμάτια, με χαρακτηριστικό του την τεράστια σε ύψος καμινάδα που είχε και η οποία φαινόταν από το χωριό. Το κυρίως δωμάτιο είχε το κρεβάτι που ξεκουραζόταν το μεσημέρι, το τζάκι και το τραπεζάκι δίπλα στο παράθυρο. Το άλλο δωμάτιο όμως είχε το μεγάλο ενδιαφέρον για μένα. Ήταν γεμάτο με εργαλεία απ ότι μου είχε πει ο πάππος, αλλά και γεμάτο με μυστήριο, όπως εγώ πίστευα.
    Μόλις φθάσαμε φρόντισε για τον γάιδαρο και αμέσως άρχισε να ασχολείται με τα περιβόλια που ήταν κάτω από το σπιτάκι. Τρεις μακρόστενες ανισόπεδες επιφάνειες, χωρισμένες με αναβαθμίδες από ξερολιθιά. Εγώ κάθισα κάτω απ τη μεγάλη συκαμιά που ήταν στην αυλή. Όλα τα είδη των πουλιών κοίταζαν πάνω της και γεύονταν τα άσπρα νόστιμα συκάμινα. Σπουργίτια, συκοφαδάκια, τρυπολόγοι, κοκκινολαίμηδες, κοτσύφια, κιτρινόπουλα συνέθεταν μια μελωδία όμορφη στ αυτιά μου. Νυσταγμένος από το πρωϊνό ξύπνημα αποκοιμήθηκα στη ρίζα της συκαμιάς μέχρι που ένας συνεχής, δυνατός, παράξενος θόρυβος με οδήγησε να κυττάξω και να δω το μαγγανοπήγαδο του πάππου σε λειτουργία. Τα κουβαδάκια που ανέβαιναν γεμάτα, να αδειάζουν ένα-ένα σ ένα μεγάλο και φαρδύ τσίγκινο αγωγό, που λεπταίνοντας μετά κατέληγε στην χτιστή στέρνα. Την κίνηση στη φτερωτή του πηγαδιού την έδινε ο γάιδαρος. Ο πάππος του μιλούσε γλυκά σαν να ήταν παιδί κι αυτός γύριζε γύρω απ το πηγάδι με σταθερό βήμα. Χωρίς να αγκομαχεί, χωρίς να φαίνεται πως κουράζεται. Καθόμουν και απολάμβανα τη σκηνή για αρκετή ώρα. Μόλις γέμισε η στέρνα, ξεζεύει το γάιδαρο του, τον χαϊδεύει στη χαίτη, του μιλάει τρυφερά και τον αφήνει να βοσκήσει. Μου φωνάζει να πάω κοντά του. Μ ανεβάζει στο χείλος της στέρνας και εντυπωσιασμένος κοιτάζω μέσα. Στην άκρη της ένα ξύλινο παλούκι καρφωμένο στον πάτο της, που προφανώς χρησίμευε για να κρατάει το νερό στη στέρνα.
    – Ετούτος είναι ο «καλόγερος». Μόλις σου πω, να βάλεις και τα δύο σου χέρια μέσα στο νερό και να τονε πιάσεις λίγο πιο πάνω απ τη μέση. Να τονε βαστάς γερά γιατί το νερό έχει μεγάλη πίεση και θα στον πάρει. Να βάλεις προσεχτικά δύναμη να τονε τραβήξεις για να μη χτυπήσεις, κι όταν σου πω, να τονε ξανακαρφώσεις στην τρύπα. Εντάξει;
    Γεμάτος χαρά και υπευθυνότητα για το ρόλο που μόλις μου είχε επιδώσει ο πάππος, χώνω τα χέρια στο νερό και κρατάω τον «καλόγερο» όπως μου είπε. Το κεφάλι μου σχεδόν εφάπτεται στην επιφάνεια και ένας ξεχωριστός υδρόβιος κόσμος αποκαλύπτεται στα μάτια μου. Βατράχια, γυρίνοι, βδέλλες, κάτι μαύρα πολύποδα σαν ακρίδες που τινάζονται με ταχύτητα και νομίζω πως είδα κι ένα νερόφιδο.
    Στην εντολή «τράβα» του πάππου, με αρκετή δύναμη και περίσσια προσοχή, τον βγάζω απ την τρύπα και τον κρατάω σφιχτά στα χέρια μου.
    Αμέσως το νερό άρχισε να φεύγει με ορμή, γεμίζοντας τον «κατεβάτη», τον αγωγό που επιμελώς είχε φτιάξει ο πάππος γύρω απ τις σφύρες. Οι σφύρες ήταν παραλληλόγραμμες επιφάνειες μέσα στο περιβόλι, το ποτιστικό όπως το λένε, που χωριζόταν μεταξύ τους από τον αρμό. Μέσα σε κάθε σφύρα ήταν φυτεμένα και από ένα είδος μπαξεβανικών. Φρέσκα κρεμμυδάκια, ντομάτες, πιπεριές, κολοκύθια, παντζάρια, γλιστρίδες, μελιτζάνες και ότι άλλο μπορούσε να ευδοκιμήσει στον τόπο. Στα δύο από κάτω χαλιά ήταν τα ποτιστικά με τις πατάτες και τις γλυκοπατάτες. Πιο κάτω απλωνόταν τα αμπέλια και γύρω τους καρποφόρα δέντρα: αχλαδιές, δαμασκηνιές, τζανεριές, καρυδιές, συκιές, βατομουριές.
    Ο πάππος όρθιος, με μια τσάπα στο χέρι περίμενε να φθάσει το νερό. Μόλις πλησίαζε στην πρώτη σφύρα, άνοιγε με την τσάπα λίγο το χωμάτινο φράγμα και το νερό εισερχόταν να ποτίσει το χώμα της. Μόλις καταλάβαινε πως είχε ποτιστεί επαρκώς την έφραζε με το ίδιο χώμα που είχε παραμερίσει δίπλα και αμέσως άνοιγε τον αρμό της διπλανής σφύρας. Μαγεμένος παρακολουθούσα τη διαδικασία του ποτίσματος, αλλά συγχρόνως με αγωνία κοιτούσα τα ζωντανά της στέρνας τι θα κάνουν μόλις το νερό τελειώσει. Έπαιζα με τον καλόγερο και με την πίεση του νερού όσο τον πλησίαζα στην τρύπα, μέχρι που σφηνώθηκε άθελά μου ξανά, σταματώντας τη ροή του νερού. Φοβισμένος απ τις φωνές του πάππου έβαλα πολύ δύναμη για να τον τραβήξω. Ο καλόγερος τραβήχτηκε βίαια και μοιραία το κεφάλι του χτύπησε με σφοδρότητα τα μούτρα μου. Αποτέλεσμα: εγώ να πέσω στην στέρνα και το νερό ν αρχίσει να φεύγει πάλι με ορμή. Εκτός απ τον δυνατό πόνο που ένιωθα, φοβόμουν το νερόφιδο και τα υπόλοιπα ζωντανά. Τα ουρλιαχτά μου έκαναν τον πάππο να τρέξει να με σώσει. Η μύτη μου αιμορραγούσε και στο μέτωπό μου είχε ήδη αρχίσει να σχηματίζεται ένα μεγάλο καρούμπαλο. Ο πάππος, αφού με τράβηξε έξω, άρχισε να ψάχνει τον καλόγερο για να κλείσει τη ροή του νερού. Δυστυχώς όμως η στέρνα είχε σχεδόν αδειάσει. Εγώ έκλαιγα για τον πόνο που ένιωθα και την τρομάρα που πέρασα, αλλά περισσότερο για την καταστροφή που είχε συντελεστεί εξ αιτίας μου. Το νερό είχε παρασύρει τους αρμούς απ τις σφύρες και τα ποτιστικά είχαν γίνει μικρές λίμνες. 0 πάππος αντικρίζοντας την καταστροφή, το μόνο που έκανε ήταν να βαράει τα χέρια του πάνω στα πόδια του δυο – τρεις φορές, με αργές κινήσεις. Περιμένω ν ακούσω εκείνα τα λόγια που θα με βαφτίσουν γι άλλη μια φορά άχρηστο. Να αναθεματίσει την ώρα που με γέννησε η θυγατέρα του. Κι όμως. Γυρίζει και μ αγκαλιάζει, μου σκουπίζει με την άκρη του πουκαμίσου του τα δάκρυα και τα αίματα και μου προφέρει τη φράση «μη σε νοιάζει παιδί μου. Πάμε να πλυθείς και να στεγνώσεις και σε καμιά ώρα που θα
    ‘ρθω για να φάμε, θα τα έχω όλα στη θέση τους πάλι».
    Ήρθε η ώρα του γεύματος λοιπόν. Φρεσκοκομμένες ντομάτες και κρεμμυδάκια απ το ποτιστικό, ελιές, ένα κομμάτι τυρί και μισό καρβέλι ψωμί. Αααα. Και τα αγαπημένα του κονσερβάκια με σαρδέλες. Ένα με πιπεριά καυτερή κόκκινη για τον πάππο, ένα χωρίς καυτερό για μένα. Το κρασοπότηρο με το μπρούσκο δίπλα. Πάντα έπινε ένα ποτήρι το μεσημέρι και ένα το βράδυ. Πίστευε πως του δίνει υγεία το κρασί. Εγώ νόμιζα πως είναι το ελιξίριο που θα του δώσει την αθανασία, γιατί πίστευα πως αυτός ο γίγαντας δεν θα πεθάνει ποτέ. Έτρωγε πολύ αργά. Ούτε ένα ψίχουλο πάνω στο τραπέζι, ούτε ένας λεκές. Μετά ξάπλωνε ανάσκελα στο κρεβάτι με τα ρούχα. Έβγαζε μόνο τα παπούτσια και το φέσι. Το κάτασπρο σγουρό του μαλλί κάλυπτε το κεφάλι του και ενωνόταν με την γενειάδα του. Ήταν ίδιος με τον Μωυσή, αλλά εγώ νόμιζα πως ήταν ο ίδιος ο Θεός, ο Θεός μου.
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 15 Ιουλίου 2020

Τα καλοκαίρια στον Κλειδό, η μάνα, πέρα απ όλα τ άλλα, έκανε και την βοηθό βοσκού. Έμπαινε στην μάντρα την ώρα του αρμέγματος, επέλεγε το λαάριο ζο ή πρόβατο, το έπιανε απ το πισινό του πόδι και το πήγαινε στον πατέρα μου να τ αρμέξει. Ο πατέρας μου καθόταν πάνω σε μια μεγάλη πέτρα στην είσοδο της μάντρας, με τα γόνατα ανοιχτά να εμποδίζουν την έξοδο των ζω και τον αρμεό ανάμεσα στα πόδια του. Μου έκανε εντύπωση πως, παρά του ότι βλαστημούσε με το παραμικρό τα θεία, πάντα όταν ξεκινούσε το άρμεγμα έκανε τον σταυρό του και ψιθύριζε «έλα Χριστέ μου». Έπιανε σφιχτά απ τα βυζιά το ζο, σάλιωνε τα δάχτυλα του ενός χεριού, πίεζε ελαφρά χαμηλά τις ρώγες για να βγει λίγο γάλα και μετά με τις χούφτες τα έσφιγγε ρυθμικά με δύναμη. Το ζο βέλαζε και κουνούσε το κεφάλι. Ήταν εμφανές πως πονούσε. Όσο το άρμεγε καθόταν υπομονετικά ακίνητο. Μόλις καταλάβαινε πως το γάλα στα βυζιά του τελειώνει, άρχιζε ανυπόμονα να ψάχνει με το κεφάλι του την έξοδο, την ελευθερία του. Ο πατέρας δεν έβλεπε στον αρμεό. Κοιτούσε μπροστά και καθοδηγούσε την μάνα για την επόμενη επιλογή. Θυμάμαι πάντα πως ένα μεγάλο μέρος απ το αρμεγμένο γάλα, χυνόταν στο χώμα δίπλα στον αρμεό και πάνω στα παπούτσια του. Στην αρχή που το έβλεπα νόμιζα πως το έκανε επίτηδες. Πως ένα μέρος του γάλακτος δεν έπρεπε για κάποιο λόγο να μπει στον αρμεό. Στη συνέχεια κατάλαβα πως ήταν ακόμα ένα στοιχείο της τσαπατσουλιάς του πατέρα μου.
Στα δώδεκα μου χρόνια λοιπόν αντικατέστησα τη μάνα και έγινα εγώ βοηθός βοσκού. Στην αρχή ένιωσα υπερήφανος, συγκινημένος και γεμάτος υπευθυνότητα για τον τίτλο που μου είχε αποδοθεί. Στην πράξη όμως αποδείχτηκε πως δεν μπορούσα να ανταποκριθώ στις προσδοκίες του πατέρα μου και τον έκανα να μετανιώσει για την επιλογή του.
Ο πατέρας μου σηκωνόταν αξημέρωτα, αντιραβδιαζόταν και ξεκινούσε να ρεβάρει τα ζουλοπρόβατά του. Όταν τα συγκέντρωνε, αυτά σταλιάζανε κάτω απ τις ελιές και περίμεναν πότε θα αρμεχτούν, για να πάνε στην συνέχεια να ποτιστούν στο πηγάδι και μετά να είναι πάλι ελεύθερα να βοσκήσουν. Μάντριζε λοιπόν πρώτα τα ζα -πιο ατίθασα και ανυπόμονα απ τα πρόβατα- και ξεκινούσε το άρμεγμα.
Στην αρχή, που η μάντρα είναι γεμάτη, είμαι όρθιος στο βάθος της. Τα ζα φοβούνται την παρουσία μου και στριμώχνονται προς τον πατέρα μου. Αυτός σηκώνεται ελάχιστα απ την πέτρα που κάθεται τα πιάνει ένα-ένα και τα αρμέγει. Όσο λιγοστεύουν τα ζα, τόσο δυσκολότερη γίνεται η προσπάθειά του να τα πιάσει. Τότε αρχίζει ο δικός μου ρόλος. Με αδέξιες κινήσεις προσπαθώ να του τα γυρίσω. Μάλλον δεν τα καταφέρνω καλά. Βλέπω στο πρόσωπό του ένα χαμόγελο ειρωνείας για τις άγαρμπες κινήσεις μου.
– Μουρέ τη Λιβανοχελιά
– Μουρέ όχι ευτή
– Μα δε σκαμπάζεις ελεϊκό παιδί μου;
Εγώ, προσπαθώντας να του αποδείξω πως τα καταφέρνω, κάνω γρήγορες και νευρικές κινήσεις, αγριεύοντας τα ζα και δημιουργώντας μέσα στη μάντρα πανικό. Σκόνη, φασαρία, φωνές, νευρικότητα. Μια φορά ο πατέρας μου θυμάμαι, σηκώθηκε εντελώς απ την πέτρα και έκανε μερικά βήματα για να πιάσει ένα ζο. Εγώ κάνω γρήγορη κίνηση να το πιάσω για να του το πάω και τα αγριεύω. Αυτά είδαν την έξοδο αφύλαχτη και άρχισαν να τρέχουν για να βγουν. Ο πατέρας μου προσπαθεί, κρατώντας απ το πόδι το ζο, να ξανακαθίσει στη θέση του. Τα ουρλιαχτά του και η βλαστήμιες τα τρομάζουν. Με φοβερή ταχύτητα και δύναμη, τον παρασέρνουν και τον ρίχνουν κάτω. Ρίχνουν και τον αρμεό και χύνεται το γάλα. Δεν θα ξεχάσω τη σκηνή, να είναι πεσμένος στο χώμα, να κρατάει με το ένα χέρι το ζο, με το άλλο την τραγιάσκα, τα ζα να πηδούν από πάνω του και να φεύγουν και το έρημο που κρατούσε απ το πόδι να προσπαθεί να φύγει και να μη μπορεί. Στο τέλος που έχει αδειάσει η μάντρα, αφήνει ελεύθερο το ζο, κάθεται οκλαδόν, τινάζει την τραγιάσκα για να την ξεσκονίσει πάνω στο γόνατό του και την φοράει. Πιάνει το ραβδί του, στηρίζεται και σηκώνεται όρθιος. Ξέρω πως είμαι η αιτία για την καταστροφή που μόλις έχει γίνει. Περιμένω την αντίδρασή του. Η αλήθεια είναι πως φοβάμαι, παρότι δεν είχε σηκώσει χέρι ποτέ πάνω μου. Με αργά βήματα βγαίνει από την μάντρα μονολογώντας δυνατά για ν ακούω: «Που να ‘χει ανάθεμα που σε έσπερνε. Μα ήντα αχρηστεμός του παιδιού ήτονε ευτός. Μα ήντα ‘θελα να σε κάμω υιέ μου.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΑΝΩΛΗ ΜΠΑΡΔΑΝΗ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 5 Ιουλίου 2020

Από  τον Μανόλη Μπαρδάνη

“Ο Κλειδός είναι ο τόπος των παιδικών καλοκαιρινών αναμνήσεων. Με το που έμπαινε ο Ιούλης – ο (Γ)Υαλιστής που τον έλεγαν στο χωριό μου, ξεκινούσαμε για τη δίμηνη παραμονή μας στον μαγευτικό Τόπο.
Από την επομένη που έκλειναν τα σχολεία, άρχιζαν οι ετοιμασίες για την μετακόμισή μας στον Κλειδό. Η λαχτάρα και των τριών αδελφιών δεν μπορούσε να κρυφτεί. Το λεωφορειάκι του Τζιγκοϊώργη έφευγε στις 7 το πρωί. Ο πατέρας έχει έρθει από βραδύς για να βοηθήσει στην μεταφορά μέχρι την Παναγία. Εννοείται πως το λεωφορείο ήταν αποκλειστικά μόνο για την οικογένειά μου. Δύο καφάσια μεγάλα, σκεπασμένα και δεμένα με σεντόνι στο πάνω μέρος, που περιείχαν τις κότες μας. Δύο γουρούνια, δύο κατσίκες γκριβίτσες με τα δυό τους ριφάκια. Τρία στρώματα και ένα ράντζο. Κατσαρόλες, τηγάνια και άπειρα τσουμπλέκια. Και μαζί μ αυτά έπρεπε να πάρουμε και τον πάππο μας μαζί. Τον αφέντη της μάνας. Ένας γίγαντας 90 χρόνων, υγιέστατος, ακμαιότατος. Μυλωνάς στο επάγγελμα και καλός τεχνίτης. Δεν του άρεσε ο Κλειδός. Δεν άντεχε την ζέστη. Φορούσε τη βράκα του με το μεγάλο κάτασπρο σώβρακο από μέσα, το πουκάμισο το ντρίλινο με τον μπιρίκο από πάνω του σταυρωτά. Την μάλλινη ζώνη του σφιχτά δεμένη στη μέση. Το φέσι με το γκρι μαντήλι στο κεφάλι του. Τα παπούτσια του τα βρακαδίστηκα με τις χοντρές μάλλινες κάλτσες και τους κεντητούς καλτσοδέτες σφιχτά δεμένους στην κάλτσα, κάτω απ το γόνατο. Καθόταν στην πρώτη θέση πάντα του λεωφορείου με τα χέρια του ανοιχτά να πιάνει όλο το κάθισμα. Οι δύο κατσίκες με τα ρίφια ήταν στην καμπίνα του λεωφορείου. Τα στρώματα με το ράντζο και τα καφάσια με τις κότες φορτωνόταν στην οροφή. Οι χοίροι στους πλαϊνούς χώρους. Οι μάνα, με την ρόμπα της, με το μαντήλι περασμένο στο κεφάλι και δεμένο κάτω από το σαγόνι, έδειχνε με την έκφραση στο πρόσωπό της, πως, για ακόμα μια φορά τα κατάφερε.
Και να που ξεκινήσαμε, με τον πατέρα ν ανάβει τσιγάρο και την μάνα να σταυροκοπιέται ψιθυρίζοντας διάφορες προσευχές μέχρι το πέταλο. Ο Τζιγκοιώργης, ο οδηγός, εβδομηντάχρονος σχεδόν, ασπρομάλλης, με την τραγιάσκα σηκωμένη ψηλά και πλάγια στο κεφάλι, είχε πιάσει συζήτηση με τον πάππο μου. Χαρακτηριστικό του και ελάττωμά του για μας τα παιδιά, η μικρή ταχύτητα που οδηγούσε το αμάξι του. Εμείς λαχταρούσαμε να φθάσουμε γρήγορα στον τόπο μας, να δούμε τους φίλους μας, να κάνουμε το πρώτο μας μπάνιο. Μετά από μιάμιση ώρα εποχούμενοι, ζαλισμένοι και ταλαιπωρημένοι από τον επικίνδυνο και γεμάτο στροφές δρόμο, φθάνουμε στην Μουτσούνα. Πάντα την υπολογίζαμε ως το μέσο της διαδρομής.
Αρχίζει ο κουραστικός χωματόδρομος. Το λεωφορείο πάει εκνευριστικά σιγά. Αλμυρό νερό, στροφή στα Λιαρίδια, περνάμε στ Αμοργινοπέτρου το μαζωμό και λίγο πριν τελειώσει η ευθεία, ο Τζιγκοιώργης στρίβει το όχημά του δεξιά, εκτός του κύριου δρόμου. Σε καμιά εκατοσταριά μέτρα σταματάει. Κατεβαίνει απ τη θέση του και αρχίζει να σφυρίζει βοσκήστικα. Σε λίγο μαζεύονται καμιά τριανταριά προβατίνες, τις μαντρίζει κι αρχίζει να τις αρμέγει. Μία ώρα καθυστέρηση και φυσικά το πρωινό μπάνιο κινδυνεύει να χαθεί. Ξεκινάμε πάλι. Αρχίζει να μυρίζει ο Τόπος θυμάρι και θάλασσα. Η ζέστη αφόρητη στην καμπίνα.
Μεσημέρι επιτέλους, φθάνουμε στον προορισμό μας. Θυμάμαι δεν υπήρχε ούτε νερό να κεράσουμε το Τζιγκοιώργη. Το νερό στον Κλειδό το κουβαλούσαμε απ το πηγάδι που ήταν στο λιμανάκι κάτω. Τετρακόσια μέτρα απόσταση σχεδόν. Από δύο πεντόκιλα μπιτόνια άδεια, για μένα και την αδελφή μου, μας περίμεναν πάντα πριν ξεκινήσουμε για το πρωϊνό και το απογευματινό μας μπάνιο. Ποτέ δεν κατεβήκαμε στην παραλία χωρίς τα μπιτόνια μας. Έπρεπε να τα γυρίσουμε γεμάτα. Ένιωθα σαν το Σίσυφο. Ειδικά την μέρα που φθάναμε, η τιμωρία ήταν σκληρή. Έπρεπε να κατεβούμε με τα μπιτόνια μας στην παραλία, εκεί που οι φίλοι μας οι Αθηναίοι ανέμελοι θα κολυμπούσαν, κι εμείς, ούτε να τους χαιρετήσουμε δεν είχαμε χρόνο. Έπρεπε να τα γεμίσουμε και να τα πάμε σπίτι. Να μαγειρέψει η μάνα, να πλύνει και να καθαρίσει, να ποτίσει τις δύο κατσίκες, τα ριφάκια, τους χοίρους. Κουβαλούσε κι ο πατέρας νερό. Πως θα γινόταν αλλιώς; Η μάνα όμως τραβούσε το μεγάλο ζόρι.”

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 24 Ιουνίου 2020

Βιτωροκωστας εντεκα παιδια εκπροσωπος της πατρότητας μερα που ειναι

Γραφει στο γιο του που ηταν Αμερική αλλα αργούσε να στειλει γραμμα :

Από το μπαλκόνι μια βραδιά
Κοίταζα το φεγγάρι

και φάνηκε μου μια στιγμή
πως περπατάτε ομάδι

καθόρισε μια στιγμή
πες μου ακριβώς πιο βράδυ

να το κοιτάζομε και οι δυό
ομάδι το φεγγάρι

που ίσως αντανάκλαση
κείνη την ώρα γίνει
να δούμε ο γείς τον άλλο μας

Απάνω στη σελήνη

Από τον Λουδοβίκο

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 10 Μαΐου 2020

Το χωριό μου η Απείρανθος ή τ’ Απεράθου όπως το λένε οι κάτοικοί του, είναι ορεινό, σχεδόν στα 700μ υψόμετρο, χτισμένο στην πλαγιά του βουνού Φανάρι. Πετρόχτιστο όλο, με τα στενά σοκάκια του, τα στιαστά του, τα σπίτια του με τις αυλές και την κληματαριά από πάνω, την πλάτσα του με τα έξι καφενεία που πρόφθασα τριγύρω της. Οι κάτοικοί του ξεχωριστοί απ τους υπόλοιπους Ναξιώτες. Με ιδιαίτερη ντοπιολαλιά, φερμένη απ ότι ισχυρίζονται απ την ορεινή Κρήτη, με αξιοθαύμαστη ευκολία στο να φτιάχνουν κοτσάκια και πατινάδες, με ετυμολογία στο λόγο τους και πειράγματα στ αστεία τους. Συγχρόνως ανέδειξε σπουδαίους επιστήμονες, καλλιτέχνες, λογοτέχνες, ποιητές και σημαντικούς πολιτικούς.
Ναι. Οι Απεραθίτες «έπαιρναν» τα γράμματα όπως λένε. Δεν ξέρω αν ήταν το υψόμετρο, οι δάσκαλοι ή κάτι άλλο. Ξέρω όμως πως σαφώς στη μόρφωση και στην διαμόρφωση του πνεύματος του παιδιού προς την κλίση και την αγάπη στα γράμματα, σημαντικότατο ρόλο έπαιξε η Απεραθίτισσα μάνα.
Υπήρχε μητριαρχία στο χωριό. Και πώς να μην υπάρχει, όταν οι μισοί άντρες ήταν βοσκοί που έλειπαν απ τα σπίτια τους μέρες, εβδομάδες και μήνα ορισμένες φορές; Οι υπόλοιποι ήταν σμυριδεργάτες που έφευγαν αξημέρωτα και γύριζαν βράδυ αποκαμωμένοι απ τη δύσκολη δουλειά τους. Υπήρχαν και κάποιοι που έμεναν στο χωριό όπως ο οι δάσκαλοι, οι παππάδες (ναι, πρόφθασα τρεις), οι μαγαζάτορες, οι καφετζήδες, οι βιοτέχνες κ.α.
Χαρακτηριστικό είναι το δεύτερο συνθετικό που συνόδευε τα ονόματα των παιδιών. Εγώ ήμουν ο Μανώλης τς Αννεζάρας –λόγω σωματικού μεγέθους της μάνας-, ο φίλος και γείτονας ο Ιώργης τση Βούλας του Νικόλαου, οι άλλοι φίλοι ο Ντώνης τση Χάρκας, ο Ιάννης τση Φιλίππας, ο Κώστας τση Ρουδιάς κλπ. Αλλά υπήρχαν και ο Μιχάλης του Λαφαζανοϊάννη, ο Νικόλας του Φρατζεσκάκη, ο Ιώργης του Φραγκιά, ο Ιάννης του Γλεζολοθέτη. Ο Φραγκιάς ήταν ο Χασάπης, ο Φρατζεσκάκης ο μπακάλης, ο Γλεζολοθέτης ο καφετζής και ο Λαφαζανοϊάννης ο Φούρναρης. Αυτοί και καμιά δεκαριά ακόμα, ήταν οι άντρες που έμεναν καθημερινά στο χωριό.
Κάτω απ αυτές τις συνθήκες, ο ρόλος της μάνας μέσα στο σπίτι ήταν καθοριστικός, με σημαντικότερο, τη βοήθεια στο διάβασμα του παιδιού. Μανάδες που δεν είχαν τελειώσει ούτε το δημοτικό σχολείο, μιλούσαν λατινικά, για την μάχη των Θερμοπυλών και τη στάση του Νίκα, για λίμνες, όρη και πρωτεύουσες κρατών, για εξισώσεις και εμβαδά. Το πάθος τους για να μάθει το παιδί τους, τις έκανε να διαβάζουν το μάθημα του πρώτα αυτές, να το αποστηθίζουν και στη συνέχεια να προσπαθούν να του το εμπεδώσουν. Ήθελαν το παιδί τους να είναι ο καλύτερος μαθητής και αυτό του το είχαν μεταδώσει. Ο συναγωνισμός ήταν μεγάλος και διαρκής. Πολλές φορές χρησιμοποιούσαν και αθέμιτα μέσα για να πετύχουν τον σκοπό τους. Σπίτια δασκάλων και καθηγητών είχαν γεμίσει από τυριά κάθε είδους, υφαντά και ότι καλό και ακριβό είχε μια μάνα να διαθέσει, για να πάρει το παιδί της έναν βαθμό παραπάνω.
Η μάνα ήταν ο διαχειριστής του Νοικοκυριού. Θυμάμαι τον πατέρα μου, όταν ερχόταν, να της ζητάει χαρτζιλίκι για να πάει στο καφενείο. Για όλες τις σημαντικές αποφάσεις που έπρεπε να παρθούν, ο λόγος της μάνας έπαιζε καθοριστικό ρόλο. Ειδικά σ αυτές που διακυβευόταν οι σπουδές των παιδιών και δη του γιου. Πάντα υπήρχε ένα μικρό οιδιπόδειο σύμπλεγμα. Ο γιος ήταν το καμάρι της. Για τον γιο η μάνα έκανε τα πάντα, μέχρι να τον δει επιστήμονα. Γιατρό, καθηγητή ή δάσκαλο. Άντε και πολιτικό μηχανικό ή δικηγόρο. Αν τύχαινε δε και σπούδαζε στην Αθήνα, το πιο πιθανόν ήταν να ξεσηκωθεί όλη η οικογένεια να μετακομίσει. Να αναγκάσει τον πατέρα να πουλήσει το κοπάδι του ή ότι άλλο είχε, να αγοράσουν ένα μικρό διαμέρισμα στο Γαλάτσι, ο πατέρας να δουλεύει στην οικοδομή ή θυρωρός σε πολυκατοικία και η μάνα να προσέχει τον γιο. Να τον νταντεύει. Να τον κανακεύει. Να τον ευνουχίζει. Αρκετές οικογένειες εκεί, στην δεκαετία του ’70, μετακόμισαν στην Αθήνα γι αυτό το λόγο. Και ήταν αρκετές γιατί τα Απεραθιτόπουλα τα έπαιρναν τα γράμματα και πετύχαιναν στις σχολές, κάνοντας κατά κύριο λόγο το χατίρι της μάνας τους.
Ο ρόλος της κόρης προδιαγεγραμμένος. Να τελειώσει το δημοτικό, αν σκάμπαζε στα γράμματα, άντε να τελειώσει και το (εξατάξιο) γυμνάσιο. Μετά η μάνα θα ήθελε να βρει έναν καλό γαμπρό να την παντρέψει. Να της δώσει προίκα το σπίτι της. Η κόρη έπαιρνε την περιουσία της μάνας και ο γιος του πατέρα. Η κόρη αυστηρά στο πρώτο της κορίτσι θα του έδινε το όνομα της μάνας της. Ένα οικογενειακό πρωτόκολλο, κατάλοιπο μητριαρχικό, που συντηρείται ακόμη και σήμερα. Θυμάμαι την αδελφή μου όταν γέννησε το πρώτο της παιδί που ήταν κορίτσι. Ο άντρας της ήταν απ την Μάνη. Βρέθηκα μπροστά σε μια λογομαχία για την επιλογή του ονόματος του παιδιού. Πριν η λογομαχία γίνει καυγάς, θέλοντας να ηρεμήσω τα πνεύματα ρωτάω:
– Βρε Κυριάκο, εμείς στο χωριό μας έχουμε σαν έθιμο, το πρώτο κορίτσι που κάνει η Απεραθίτισσα, να είναι δικό της. Εννοώ το όνομα που θα πάρει να είναι της μάνας της το όνομα. Εσείς στη Μάνη τι έθιμο έχετε;
– Τα οχτώ πρώτα παιδιά είναι του πατέρα.
Κι όμως, το όνομα της ανιψιάς μου βγήκε Αννέζα.

Από τον Μανόλη Μπαρδάνη

Μαρία Ανδρεάδου στις 12 Απριλίου 2020

από την Σταυρούλα

– Δάσκαλε, πώς μπορώ να αντέξω την απομόνωση;

Καθάρισε το σπίτι σου. Σε βάθος. Σε κάθε γωνιά. Συμπεριλαμβανομένων των πραγμάτων που δεν είχες ποτέ την διάθεση, το θάρρος και την υπομονή να αγγίξεις.. Κάνε το σπίτι σου φωτεινό και τακτοποιημένο. Αφαίρεσε τη σκόνη, τις αράχνες, τις βρωμιές. Ακόμα και τα πιο κρυμμένα. Το σπίτι σου σε αντιπροσωπεύει: Αν το φροντίζεις, φροντίζεις και τον εαυτό σου.

– Δάσκαλε ο χρόνος είναι πολύς! Αφού φροντίσω τον εαυτό μου στο σπίτι, πώς μπορώ να βιώσω την απομόνωση;

Φτιάξε ό, τι μπορεί να διορθωθεί και ξεφορτώσου ό, τι δεν χρειάζεται Μαστόρεψε , ταξινόμησε τους λογαριασμούς σας, διέγραψε τα περιττά email, βάλε τις φωτογραφίες σου σε άλμπουμ, άλλαξε τη θέση σ’ένα έπιπλο, φτιάξε οτιδήποτε αξίζει να διορθωθεί. Τα υπόλοιπα, πέταξε τα! Με ευγνωμοσύνη. Και με την επίγνωση ότι ο κύκλος τους τελείωσε. Η επισκευή και η απομάκρυνση πραγμάτων έξω από σένα σου επιτρέπει να αλλάξεις ή να αποβάλλεις πράγματα που βρίσκονται μέσα σου.

– Δάσκαλε, και μετά τι;
Τι μπορώ να κάνω όλο αυτό το διάστημα μόνος μου;

– Φύτεψε…
Ακόμα και ένα σπόρο σε βάζο.
Φρόντισε ένα φυτό, πότισε το κάθε μέρα, μίλα του, δώσε του ένα όνομα, απομάκρυνε τα ξερά φύλλα και τα ζιζάνια που μπορούν να το πνίξουν και άφησε τη ζωτική του ενέργεια να διεισδύσει μέσα σου. Είναι ένας τρόπος να φροντίσεις τους εσωτερικούς σου σπόρους, τις επιθυμίες σου, τις προθέσεις σου, τα ιδανικά σου.

– Δάσκαλε τι θα γίνει αν έρθει το κενό να με επισκεφτεί; … Αν έρθει ο φόβος της ασθένειας και του θανάτου;

– Μίλα τους.
Ετοίμασε το τραπέζι και για αυτούς, κράτησε μια θέση για κάθε φόβο σου. Προσκάλεσε τους για δείπνο μαζί σου. Και ρώτα τους γιατί έφτασαν τόσο μακριά μέχρι το σπίτι σου. Τι μήνυμα θέλουν να σου φέρουν;
Τι θέλουν να σου πουν;

– Δάσκαλε, δεν νομίζω ότι μπορώ να το κάνω αυτό…

Δεν είναι η απομόνωση του προβλήματος σου, είναι ο φόβος να αντιμετωπίσεις τους εσωτερικούς σου δράκους αυτούς που πάντα ήθελες να κρατήσεις μακριά. Τώρα δεν μπορείς να το σκάσεις. Κοίταξε τους στα μάτια, άκουσέ τους και θα μάθεις ότι σε κολλάνε στον τοίχο.
Σε κόλλησαν στον τοίχο να σου μιλήσουν.
Όπως οι σπόροι που μπορούν να βλαστήσουν μόνο αν είναι μόνοι τους.

Zen Toyo

 

πηγή: https://www.facebook.com/groups/436603010343642/

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 26 Δεκεμβρίου 2019

Από τον Μανώλη Μπαρδάνη

Το μαερειό με την θολωτή καμινάδα, τα μπακίρια γυαλισμένα να κρέμονται από πάνω, ένα μικρό τραπεζάκι που το τραβούσαμε στην μέση και στριμωχνόμαστε για να φάμε όλοι μαζί πάντα, και ο αργαλειός στην άκρη. Μια μικρή κρεβατοκάμαρα για τους γονείς και η σάλα μετά. Το σαλόνι μας, αλλά και η κρεβατοκάμαρά μας. Ένας καναπές για τον μικρό μου αδελφό, ένα μπαουλοντίβανο κολλητά στο παράθυρο για μένα κι ένα ντιβάνι στον απέναντι τοίχο για την αδελφή μου, σχηματίζανε ένα μεγάλο Π. Στη μέση της σάλας ένα μεγάλο ξύλινο τετράγωνο τραπέζι από μασίφ ξύλο και τέσσερις καρέκλες.
Στο παράθυρο που κοιμόμουν κρεμόταν ένα υφαντό στόρι, φτιαγμένο στον αργαλειό της μάνας. Στο τελείωμά του σχηματιζόταν οχτώ γωνίες. Στην άκρη τους υπήρχε ραμμένη και από μια μεγάλη κάτασπρη φούντα. Ωσότου κοιμηθώ, μου άρεσε μία-μία να τις κρατάω και να τις χαϊδεύω. Κάποια στιγμή, την ώρα που με έπαιρνε ο ύπνος, τράβηξα μία φούντα. Κόπηκε. Η αίσθηση μαγική. Ηδονική. Σε ελάχιστο χρόνο ξεριζώνω και τις υπόλοιπες, τις κρατάω για λίγο στις χούφτες μου και μετά τις χώνω μέσα στο μπαουλοντίβανο. Η χαρά και η ηδονή ξεπερνούσαν εκείνη την ώρα το φόβο που θα έβγαινε απ την οργή της μάνας, μόλις θα έβλεπε το κατόρθωμά μου. Ήταν χειμώνας. Τα παράθυρα στο χωριό τα έφτιαχναν με το τζαμιλίκι απ έξω και τα παραθυρόφυλλα να κλείνουν από μέσα. Για να μπαίνει φως χωρίς να μπαίνει το κρύο. Τις καθημερινές ξυπνούσαμε αξημέρωτα για να πάμε σχολείο. Η μάνα ήδη είχε ανάψει το τζάκι, είχε αρμέξει τις κατσίκες, είχε κάνει το πρωινό του πατέρα της και το δικό μας και μετά θα μας ξυπνούσε. Δεν άνοιγε το πατζούρι και έτσι τις μέρες που είχαμε σχολείο, δεν είχε πάρει είδηση τη φουντοκαταστροφή που της είχα κάνει. Έλα όμως που ξημέρωσε Σάββατο. Χορτάτος από ύπνο χουζουρεύω γερμένος πλάγια προς το παράθυρο. Ξαφνικά νιώθω τα χέρια της μάνας να τεντώνονται κάθετα με το σώμα μου και να τραβούν το παραθυρόφυλλο. Ξέρω πως έρχεται η καταστροφή. Πως η παντόφλα που θα πέσει στον πισινό μου θα πάει σύννεφο και ψάχνω απεγνωσμένα τρόπους σωτηρίας.
Στο χωριό μου όταν απευθύνεσαι σε κάποιον με το όνομά του, βάζεις μπροστά πάντα το κλητικό άρθρο ώ. Ανάλογα τον λόγο που του απευθύνεσαι, αλλάζει και η προφορά του. Η έντασή και η διάρκεια της εκφοράς του αυξάνονται, όσο αυξάνεται η σοβαρότητα της πράξης που έχει γίνει. Και η δική μου πρέπει να ήταν αρκετά σοβαρή.
– Ω Μανώλη, φώναξε η μάνα μου δύο φορές.
Η πρώτη κράτησε λίγο, με τις συλλαβές ισομερώς μοιρασμένες χρονικά και με τον χαρακτήρα της μεγάλης έκπληξης στην εκφορά, γι αυτό που μόλις είχε δει. Στη δεύτερη όμως το Ω με ξεκούφανε και η διάρκειά του κράτησε έναν αιώνα. Ακόμα και οι συλλαβές του ονόματός μου, μου φάνηκε πως δεν τελείωναν. Συγχρόνως ακούω και το σύρσιμο της παντόφλας στο πάτωμα. Μ ένα απίστευτο πήδημα σηκώνομαι και αρχίζω να γυρίζω γύρω από το τραπέζι. Η μάνα με την παντόφλα υψωμένη στο αριστερό χέρι –ήταν αριστερόχειρας, με κυνηγάει με μανία. Καθ όλη τη διάρκεια του κυνηγητού άκουγα τις κατάρες που έβγαιναν με θυμό απ το στόμα της και οι οποίες όλες απευθυνόταν στην ίδια.
– Καμοχείλη που να μη χαρείς τη μάνα σου
– Που να κοπούν τα χέρια μου που σου ‘στρωσα να κοιμηθείς από κάτω τους.
– Καμοδαύλη που να με νεκροφιλήσεις
– Μα ήντα σου κάνανε οι φούντες και τσοι ξήλωσες εεεεεεεεεεεε;
– Άλι που να με δεις αύριο να με πααίνουνε οι τέσσερις
– Που να ‘θελε μα μη σε κάμω
Συγχρόνως άρχισε να μου βάζει για οδόφραγμα τις καρέκλες και να μου εκσφενδονίζει τις δύο παντόφλες της στο κεφάλι μου και οτιδήποτε άλλο έβρισκε μπροστά της. Όσο ο θυμός της και η μανία της δεν υποχωρούσαν, τόσο καταλάβαινα το τεράστιο μέγεθος της αταξίας που είχα κάνει. Στο τέλος αφού απόειδε πως δεν μπορεί να με πιάσει, εξαντλημένη κάθεται πάνω σε μια καρέκλα. Άρχισε να κλαίει γοερά. Έκλαιγε για την ατυχία της να με έχει παιδί της, για την ώρα που με γέννησε και για το πώς δεν υπάρχει λόγος η ίδια να ζει, μετά απ αυτή την καταστροφή που έκανα. Η αλήθεια είναι πως ένιωσα λίγες ενοχές, αλλά η χαρά μου ήταν μεγάλη που γλίτωνα το ξύλο. Ποτέ μου όμως δεν κατάλαβα ότι πραγματικά είχα διαπράξει ένα έγκλημα, αφού πίστευα πως πολύ εύκολα οι φούντες θα μπορούσαν να ξαναμπούν στη θέση τους.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Δεκεμβρίου 2019

 

Από την ΚΥΡΙΑΚΗ

 

Η πιο έντονη ανάμνηση της ζωής μου, είναι η μάνα μου.

Με ρωτάνε διαρκώς για τη σημαία. Εγώ όμως, ακόμα κι από την ιστορία της σημαίας, θυμάμαι τη μάνα μου. Όταν γυρίζαμε εκείνη την ημέρα στα σπίτια μας, η ώρα ήταν περασμένη, μετά τα μεσάνυχτα. Πάω στο σπίτι και βλέπω τη μάνα μου ένα κουβάρι στα σκαλοπάτια απ’ έξω.

Με περίμενε. Την πλησιάζω και της λέω, «Μάνα!»

Σηκώνεται απότομα, με πιάνει από τον λαιμό, με πάει στην κουζίνα για να μην ακούσουν οι άλλοι και ξυπνήσουν και μου λέει, «Πού ήσουν;»

Τότε εγώ ανοίγω το σακάκι και της δείχνω το κομμάτι της σβάστικας που είχαμε κόψει. Με αγκαλιάζει, με φιλάει και μου λέει, «Πήγαινε κοιμήσου».

Την άλλη μέρα το πρωί, ακούω τον εξής διάλογο: Ο πατριός μου τη ρωτάει, «Πού ήταν χθες το βράδυ ο μεγάλος σου γιος;».

Του απαντάει,
«Ανέβα στην ταράτσα και κοίταξε στην Ακρόπολη».

Ποτέ μου δεν τη ρώτησα πώς το κατάλαβε. Θα το θεωρούσα προσβολή στη νοημοσύνη της.

Αλλά για μένα αυτό ήταν το πιο συγκινητικό συμβάν στην ιστορία μου. Η μάνα μου.

~ Μανώλης Γλέζος

#φιλότιμο #philotimo #filotimo

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 6 Οκτωβρίου 2019

Το μικρό παιδί μέσα σου μπορεί να υποφέρει αφάνταστα. Όταν ήσουν μικρός, σε επηρέαζαν βαθιά οι αποφάσεις που έπαιρναν οι ενήλικες γύρω σου. Τα παιδιά είναι πολύ ευαίσθητα. Μέχρι κι ένα νεογέννητο μωρό μπορεί να διακρίνει τις αγριεμένες φωνές από το τραγούδι. Γι’ αυτό το λόγο, αν νοιάζεσαι πραγματικά για το παιδί σου, ακόμη και ως έμβρυο, θα το περιβάλλεις με αγάπη. Η αγάπη πρέπει να αρχίζει από νωρίς.

Πολλοί νέοι δηλώνουν ότι μισούν τον πατέρα ή τη μητέρα τους. Καμιά φορά μού λένε, με ένταση: «Δεν θέλω να έχω καμία σχέση μαζί του ή μαζί της». Αυτά τα άτομα είναι τόσο θυμωμένα με τους γονείς τους, που θέλουν να κόψουν κάθε σχέση μαζί τους. Καμιά φορά, οι άνθρωποι έχουν βάσιμους λόγους να θέλουν να αποκοπούν σωματικά ή συναισθηματικά από τους γονείς τους, ιδίως αν αυτοί τους έχουν φερθεί βίαια. Πολλοί φοβούνται πως κοντά στους γονείς τους θα γίνουν ευάλωτοι και θα πληγωθούν ξανά.

Αλλά ακόμη κι αν αρνούμαστε να συναντήσουμε τους γονείς μας ή αρνούμαστε να τους μιλήσουμε, δεν μπορούμε να αποκοπούμε εντελώς από αυτούς. Είμαστε φτιαγμένοι από το υλικό τους. Είμαστε ο πατέρας μας. Είμαστε η μητέρα μας. Κι αυτό ισχύει ακόμη κι όταν θεωρούμε ότι τους μισούμε.

Είμαστε η συνέχειά τους. Δεν μπορούμε να αφαιρέσουμε αυτό το κομμάτι του εαυτού τους. Όταν θυμώνουμε με τους γονείς μας, απλώς θυμώνουμε με τον εαυτό μας. Πρέπει να συμφιλιωθούμε με τους γονείς μέσα μας, να τους μιλήσουμε μέσα μας, και να αναζητήσουμε έναν τρόπο να συνυπάρξουμε ειρηνικά. Αν το συνειδητοποιήσουμε, η συμφιλίωση θα είναι εύκολη.

Είμαστε ικανοί για σπουδαίες αλλαγές μέσα μας, αλλά και ικανοί να επηρεάζουμε τον κόσμο έξω από εμάς. Επειδή φοβόμαστε, συχνά νομίζουμε ότι δεν ξέρουμε τι να κάνουμε. Αλλά το μόνο που πρέπει να κάνουμε είναι να περπατάμε ενσυνείδητα και να αναπνέουμε ενσυνείδητα, καλλιεργώντας την ενέργεια της ενσυνείδησης και της κατανόησης.

Η κατανόηση, όταν επέρχεται, μας βοηθά να απαλλαγούμε από τον φόβο μας, τον θυμό μας, το μίσος μας, και πάει λέγοντας. Η αγάπη μπορεί να γεννηθεί μόνο πάνω στη βάση της κατανόησης.

Όταν λέμε ότι το σώμα και το μυαλό συνδέονται, δεν αναφερόμαστε μόνο στο ατομικό μας σώμα και μυαλό. Μέσα σου βρίσκονται όλοι οι βιολογικοί πρόγονοι, αλλά και οι πνευματικοί σου πρόγονοι. Μπορείς να βιώσεις την παρουσία του πατέρα και της μητέρας σου σε κάθε κύτταρο του σώματός σου.

Είναι πραγματικά παρόντες μέσα σου, μαζί με τους παππούδες και τους προπαππούδες σου. Όταν αναγνωρίσεις την παρουσία τους, θα δεις πως είσαι η συνέχειά τους. Ίσως να θεωρείς ότι οι πρόγονοί σου δεν υπάρχουν πια, αλλά οι επιστήμονες λένε πως οι πρόγονοί σου είναι παρόντες μέσα σου, στη γενετική κληρονομιά που ενυπάρχει σε κάθε κύτταρο του σώματός σου. Το ίδιο ισχύει και για τους απογόνους σου. Θα είσαι παρών σε κάθε κύτταρο του σώματός τους. Και είσαι παρών στη συνείδηση κάθε ανθρώπου που έχει αγγίξει.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Thich Nhat Nanh με τίτλο «Φόβος» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αιώρα

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 17 Μαρτίου 2019
Πέντε εκατομμύρια παιδιά ηλικίας μικρότερης των 5 ετών πέθαναν στην Αφρική από ασθένειες που μπορούσαν να προληφθούν ή να ιαθούν, από πείνα, από τραύματα και άλλες άμεσες και έμμεσες συνέπειες ένοπλων συρράξεων στην ήπειρο από το 1995 ως το 2015, τονίζουν οι συγγραφείς της μελέτης που δημοσιεύθηκε στην ιατρική επιθεώρηση The Lance.

Τα ευρωπαϊκά κράτη πρέπει να κάνουν περισσότερα ώστε να προστατεύσουν χιλιάδες παιδιά από το να πέσουν στα χέρια δουλεμπόρων που δρουν σε εγκληματικά δίκτυα ή ακόμα και στις ίδιες τους τις οικογένειες, προειδοποιεί η Europol, υπογραμμίζοντας τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν αγόρια και νεαροί πρόσφυγες. Οι δουλέμποροι στοχοθετούν ολοένα και περισσότερο παιδιά από χώρες όπως η Νιγηρία και το Βιετνάμ και τα εξαναγκάζουν να εργάζονται σε αγροκτήματα και εργοστάσια ή τα πουλάνε για σεξουαλική εκμετάλλευση, επισημαίνει η Ευρωπαϊκή Αστυνομική Υπηρεσία.

Τουλάχιστον 4 εκατομμύρια παιδιά παγκοσμίως πέφτουν θύματα εξαναγκαστικής εργασίας και σεξουαλικής εκμετάλλευσης, σύμφωνα με τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών. Αυτά τα παιδιά τα αναγκάζουν να επαιτούν, να κλέβουν στον δρόμο ή από καταστήματα, ενώ τα δίνουν σε παράνομες υιοθεσίες και τα υποχρεώνουν σε ψεύτικους γάμους, σύμφωνα με την έκθεση. Εξάλλου, η εμπορία ανθρώπων για εργασιακή εκμετάλλευση καταγράφει άνοδο στην Ευρώπη και υπερτερεί της σεξουαλικής εκμετάλλευσης ως κυρίαρχη μορφή της σύγχρονης δουλείας σε αρκετές χώρες, μεταξύ αυτών της Βρετανίας, του Βελγίου και της Πορτογαλίας, σύμφωνα με το Συμβούλιο της Ευρώπης.

Το μέλλον των εκατομμυρίων παιδιώνπου ζουν σε χώρες που πλήττονται από ένοπλες συγκρούσεις κινδυνεύει, καθώς τα εμπόλεμα μέρη εξακολουθούν να διαπράττουν σοβαρά εγκλήματα κατά των παιδιών και οι ηγέτες του κόσμου απλώς παρακολουθούν – λέει η Unicef. «Τα παιδιά που ζουν σε ζώνες σύγκρουσης σε όλο τον κόσμο συνέχισαν να υποφέρουν από ακραίες βιαιότητες τους τελευταίους 12 μήνες και ο κόσμος εξακολουθεί να αποτυγχάνει. Διαπράττονται βίαιες πράξεις με ατιμωρησία και η κατάσταση χειροτερεύει», λέει ο Manuel Fontaine, διευθυντής προγραμμάτων έκτακτης ανάγκης της Unicef. Τα παιδιά που ζουν σε χώρες που βρίσκονται σε πόλεμο χρησιμοποιούνται ως ανθρώπινες ασπίδες, συλλαμβάνονται, στρατολογούνται για να πολεμήσουν, σκοτώνονται, πεθαίνουν από πείνα, από δίψα, από αρρώστιες. Επίσης, ο βιασμός, ο αναγκαστικός γάμος και η απαγωγήέχουν γίνει συνηθισμένες τακτικές στη Συρία στην Υεμένη, στο Κονγκό, στη Νιγηρία, στο Νότιο Σουδάν και στη Μιανμάρ.

Στο Αφγανιστάν, η βία και η αιματοχυσία είναι καθημερινότητα, ενώ περίπου 6.000 παιδιά βρήκαν το θάνατο το 2018. Σχεδόν τα μισά παιδιά στο Αφγανιστάν δεν πηγαίνουν σχολείο εξαιτίας των συγκρούσεων, της φτώχειας, των γάμων ανηλίκων και των διακρίσεων εις βάρος των κοριτσιών. Και βέβαια, όταν τα παιδιά δεν είναι στα σχολεία, κινδυνεύουν περισσότερο να κακοποιηθούν, να πέσουν θύματα εκμετάλλευσης και στρατολόγησης.

Πριν λίγους μήνες, σοκ προκάλεσε βίντεο που δείχνει μια ομάδα στρατιωτών στο Καμερούν να εκτελεί εν ψυχρώ δύο μητέρες με τα δύο παιδιάς τους. Οι εκτελεστές ήταν άνδρες του στρατού του Καμερούν. Στο βίντεο ακούγονται να φωνάζουν στους τέσσερις προς εκτέλεση «είστε μέλη της Μπόκο Χαράμ, θα πεθάνετε». Τον Νοέμβριο, επίσης, περισσότεροι από 80 άνθρωποι, συμπεριλαμβανομένων πολλών παιδιών, απήχθησαν από σχολείο στο Nkwen, στα βορειοδυτικά της χώρας και απελευθερώθηκαν λίγες μέρες αργότερα. Μέχρι σήμερα, 93 χωριά φέρονται να έχουν καεί εν μέρει ή εξ ολοκλήρου εξαιτίας συγκρούσεων στις περιοχές, ενώ πολλά παιδιά βιώνουν ακραία βία.

Πέντε χρόνια μετά το ξέσπασμα του εμφυλίου πολέμου στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, η κατάσταση είναι απελπιστικά σκληρή για τα παιδιά στη χώρα. Περίπου 1,5 εκατομμύριο αγόρια και κορίτσια, δηλαδή τα δύο τρίτα των παιδιών στη χώρα των περίπου 4,5 εκατομμυρίων κατοίκων, χρειάζονται ανθρωπιστική βοήθεια. Πάνω από 43.000 παιδιά ηλικίας κάτω των πέντε ετών προβλέπεται να αντιμετωπίσουν πολύ υψηλό κίνδυνο θανάτου από ακραίο οξύ υποσιτισμό μέσα στο 2019, προειδοποιεί η υπηρεσία του ΟΗΕ. Το ένα στα τέσσερα παιδιά είτε έχει εκτοπιστεί, ή ζει στην προσφυγιά. Χιλιάδες παιδιά ζουν παγιδευμένα στις τάξεις ένοπλων ομάδων, χρησιμοποιούνται σαν στρατιώτες και βοηθητικοί, ενώ χιλιάδες άλλα είναι θύματα σεξουαλικής βίας. «Τα σκελετωμένα σώματα των παιδιών που ήταν αρκετά τυχερά για να καταφέρουν να φθάσουν στην πτέρυγα του μοναδικού παιδιατρικού νοσοκομείου της Κεντροαφρικανικής Δημοκρατίας που είναι αφιερωμένη στην αντιμετώπιση του υποσιτισμού ουσιαστικά ουρλιάζουν “λιμός”», τονίζει η UNICEF. Κι όλα αυτά στη χώρα, που διαθέτει πλούσια κοιτάσματα διαμαντιών αλλά παραμένει βυθισμένη στην απόλυτη φτώχεια.

Περίπου 700.000 παιδιά υποφέρουν από υποσιτισμό στην Κασάι, 400.000 από τα οποία «κινδυνεύουν να πεθάνουν» σε αυτή την περιοχή της κεντρικής Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, θύματα μιας σύγκρουσης από τον Σεπτέμβριο του 2016 έως τα μέσα του 2017, ανέφερε η Unicef. Η ενδοεθνική βία και οι συγκρούσεις μεταξύ των δυνάμεων ασφαλείας και των ένοπλων ομάδων-πολιτοφυλακών έχουν καταστροφικές επιπτώσεις στα παιδιά. Επιπλέον, περίπου 4,2 εκατομμύρια παιδιά διατρέχουν τον κίνδυνο σοβαρού υποσιτισμού ενώ η χώρα πλήττεται από την επιδημία «Έμπολα» Η κατάσταση εντείνεται από τις παραβιάσεις των δικαιωμάτων των παιδιών, συμπεριλαμβανομένης της αναγκαστικής στρατολόγησης από ένοπλες ομάδες και της σεξουαλικής κακοποίησης.

Στο Ιράκ, ακόμη και αν οι συγκρούσεις έχουν μειωθεί σε μεγάλο βαθμό, τέσσερα παιδιά σκοτώθηκαν το Νοέμβριο στο βόρειο τμήμα της χώρας, όταν το φορτηγό που ταξίδευαν στο σχολείο δέχθηκε σε επίθεση. Τα παιδιά και οι οικογένειες που επιστρέφουν στα σπίτια τους σε περιοχές που είχαν προηγουμένως πληγεί από ακραία βία συνεχίζουν να εκτίθενται στον κίνδυνο μη εκραγέντων πυρομαχικών. Χιλιάδες οικογένειες παραμένουν εκτοπισμένες και τώρα αντιμετωπίζουν τις πρόσθετες απειλές των χειμερινών θερμοκρασιών και των πλημμυρών.

Στη Συρία, από τον Ιανουάριο έως τον Σεπτέμβριο του 2018, ο ΟΗΕ επαλήθευσε τη δολοφονία 870 παιδιών – τον υψηλότερο αριθμό που σημειώθηκε ποτέ στους πρώτους εννέα μήνες κάθε έτους από την έναρξη της σύγκρουσης το 2011.

Ο ανταρτοπόλεμος των τζιχαντιστών της Μπόκο Χαράμ, που άρχισε το 2009 στη βορειοανατολική Νιγηρία, έχει στοιχίσει τη ζωή σε τουλάχιστον 27.000 ανθρώπους, ανάμεσά  τους χιλιάδες παιδιά και έχει προκαλέσει σοβαρή ανθρωπιστική κρίση, με τον εκτοπισμό 2,5 εκατομμυρίων κατοίκων. Μετά τη μαζική απαγωγή των νεαρών κοριτσιών στην Τσιμπόκ τον Απρίλιο του 2014, η πόλη και αρκετά κοντινά χωριά έχουν υποστεί επανειλημμένα επιθέσεις από τους τζιχαντιστές της Μπόκο Χαράμ και βέβαια τα σχολεία αποτελούν απαγορευμένη ζώνη. Οι ένοπλες ομάδες συνεχίζουν να στοχεύουν τα κορίτσια, τα οποία βιάζονται, αναγκάζονται να γίνουν σύζυγοι μαχητών ή να χρησιμοποιηθούν ως «ανθρώπινες βόμβες».

«Η γενοκτονία» των μουσουλμάνων Ροχίνγκια στη Μιανμάρ συνεχίζεται, κατήγγειλε ο επικεφαλής της αποστολής έρευνας του ΟΗΕ. Ο εξοστρακισμός, οι διακρίσεις σε βάρος μιας εθνοτικής ομάδας, η προσπάθεια παρεμπόδισης των γεννήσεων, ο εγκλεισμός των μειονοτικών σε στρατόπεδα συνεχίζουν να είναι παρόντα. Τα ίδια και όσον αφορά τα δικαιώματα στην ελεύθερη κυκλοφορία και τα εμπόδια πρόσβασης στην υγεία και την εκπαίδευση.

Στην Παλαιστίνη, σκοτώθηκαν πάνω από 50 παιδιά και το 2018 και τραυματίστηκαν εκατοντάδες, πολλά από τα οποία καταδεικνύουν την επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης στη Γάζα. Τα παιδιά στην Παλαιστίνη αλλά και στο Ισραήλ είναι μόνιμα εκτεθειμένα στο φόβο, στη βία και τους τραυματισμούς. Ειδικά στη Γάζα η ζωή για τα παιδιά είναι ένας περιορισμός.

Δύο χρόνια μετά την ανεξαρτησία του από το Σουδάν, το Νότιο Σουδάνβυθίστηκε το 2013 σε έναν εμφύλιο πόλεμο που έχει προκαλέσει τον θάνατο δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων, τον εκτοπισμό έξι εκατομμυρίων και μια καταστροφική ανθρωπιστική κρίση. Ο επικεφαλής της υπηρεσίας του ΟΗΕ για τον συντονισμό της ανθρωπιστικής βοήθειας Μάρκ Λόουεκ, είπε ότι στο Νότιο Σουδάν βρίσκονται στο στάδιο 5 (δηλαδή πεθαίνουν της πείνας) περίπου 25.000 άνθρωποι, τα περισσότερα παιδιά.

Στην Υεμένη, ο ΟΗΕ έχει επαληθεύσει ότι 1.427 παιδιά σκοτώθηκαν τους τελευταίους μήνες. Τα σχολεία και τα νοσοκομεία δέχονται επίθεση ή χρησιμοποιούντα για στρατιωτικούς σκοπούς, αρνούμενα την πρόσβαση των παιδιών στο δικαίωμά τους στην εκπαίδευση και την υγειονομική περίθαλψη. Αυτό προκαλεί περαιτέρω κρίση σε μια χώρα όπου κάθε 10 λεπτά, ένα παιδί πεθαίνει λόγω ασθενειών που μπορούν να προληφθούν και 400.000 παιδιά υποφέρουν από έντονο υποσιτισμό. Η πείνα που μαστίζει την Υεμένη είναι δέκα φορές χειρότερη από εκείνη στο Νότιο Σουδάν, εκτίμησε ο επικεφαλής της υπηρεσίας του ΟΗΕ για τον συντονισμό της ανθρωπιστικής βοήθειας Μάρκ Λόουεκ.

Η εύθραυστη εκεχειρία που επιτεύχθηκε στο στρατηγικής σημασίας λιμάνι της Χοντέιντα και σε άλλα μέτωπα γέννησε ελπίδες για μια πολιτική διευθέτηση της κρίσης, παρότι συνοδεύθηκε από καταγγελίες των κυβερνητικών ότι οι αντάρτες Χούτι λυμαίνονται την ανθρωπιστική βοήθεια και από κατηγορίες των ανταρτών ότι οι κυβερνητικές δυνάμεις (μαζί με τους Άραβες και δυτικούς συμμάχους τους) χρησιμοποιούν την πείνα ως όπλο.

Τις παραμονές της πρωτοχρονιάς η εφημερίδα New York Times ανέδειξε μια άλλη διάσταση της ανθρωπιστικής κρίσης που… ενώνει τις μοίρες των φτωχών της Υεμένης και του Νότιου Σουδάν. Τις φέρνει τόσο πολύ κοντά, ώστε η επιβίωση των μεν να εξαρτάται από τον θάνατο των δε, καθώς η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα στρατολογούν μαχητές από το Σουδάν και τους βάζουν να πολεμήσουν για λογαριασμό τους στην Υεμένη. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, μεταξύ των μισθοφόρων είναι ανήλικα αγόρια καθώς και βετεράνοι πολεμιστές της διαβόητης πολιτοφυλακής Τζαντζαουίντ ή μέλη οικογενειών που καταστράφηκαν από τον πόλεμο του Νταρφούρ, μίας από τις πολλές συγκρούσεις στο εσωτερικό του Σουδάν, που έχει στοιχίσει τη ζωή 300.000 ανθρώπων και τον εκτοπισμό περισσότερων από 1 εκατομμύριο.

Οι μισθοφόροι μεταφέρονται αεροπορικώς στη Σαουδική Αραβία, όπου λαμβάνουν μια στοιχειώδη στρατιωτική εκπαίδευση τεσσάρων εβδομάδων πριν ριχτούν στις μάχες κατά των ανταρτών 2.000 χιλιόμετρα μακριά από τον τόπο τους, με «μηνιάτικα» που κυμαίνονται από 480 δολάρια (για τους άπειρους) μέχρι 530 δολάρια για τους βετεράνους. Εφόσον επιζήσουν, οι Σουδανοί επιστρέφουν στην πατρίδα τους μετά από έξι μήνες, παίρνοντας επίσης ένα «μπόνους» 10.000 δολαρίων ο καθένας, ολόκληρη περιουσία για τα δεδομένα της πάμφτωχης χώρας. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες που κατέγραψε ο δημοσιογράφος Ντέιβιντ Κιρκπάτρικ, οι Σουδανοί που πήγαν στον πόλεμο της Υεμένης ανέρχονται σε πολλές χιλιάδες, ίσως και δεκάδες χιλιάδες. Σε αρκετές περιπτώσεις οι επίδοξοι μισθοφόροι χρειάστηκε να «λαδώσουν» αξιωματούχους για να πάνε στην Υεμένη. “Δώσαμε μίζα 1.300 δολάρια”, είπε ο αδελφός ενός Σουδανού αξιωματικού που δεν επέστρεψε ποτέ. Η χήρα του και τα τρία παιδιά τους πήραν αποζημίωση 35.000 δολάρια. «Αυτά έχει η ζωή» είπε ο αδελφός.

Η κυβέρνηση του προέδρου Ομάρ Αλ Μπασίρ, που αποτελεί τμήμα της αραβικής συμμαχίας, αρνείται να δώσει στοιχεία για τους στρατιώτες που έστειλε στην Υεμένη, τις αμοιβές ή τις απώλειες. Η Σαουδική Αραβία και τα ΗΑΕ αρνούνται κατηγορηματικά ότι στρατολογούν παιδιά. Οι ανήλικοι οι οποίοι μίλησαν στον Αμερικανό δημοσιογράφο περιέγραψαν τις μάχες στις οποίες πήραν μέρος και τις τοποθεσίες υποστηρίζοντας ότι έκαναν τη βρόμικη δουλειά για εκείνες τις αραβικές χώρες που δεν αντέχουν να χάσουν δικούς τους πολίτες στον πόλεμο. Όσο για τον Μπασίρ, που κυβερνά το Σουδάν επί τρεις δεκαετίες, κατηγορείται μεν από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για εγκλήματα πολέμου στο Νταρφούρ, αλλά αυτό δεν εμποδίζει τις πλούσιες μοναρχίες του Κόλπου και τους δυτικούς συμμάχους τους να τον αντιμετωπίζουν ως έναν σημαντικό εταίρο.

Σημειώνεται ότι το 2019 σηματοδοτεί την 30ή επέτειο της σύμβασης-ορόσημο για τα δικαιώματα του παιδιού και την 70η επέτειο των συμβάσεων της Γενεύης, αλλά σήμερα περισσότερες χώρες εμπλέκονται σε εσωτερικές ή διεθνείς συγκρούσεις σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη στιγμή τις τελευταίες τρεις δεκαετίες.

Από ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙ

Λόγιος, δάσκαλος του δικαίου, θεολόγος και μυστικιστής, με το πνευματικό του έργο έσπασε το φράγμα του χρόνου και της γλώσσας

Κείμενο: ελc team

Email: info@elculture.gr

Στις 17 Δεκεμβρίου 1273 πεθαίνει ο Jalal-Al-Din Rumi, ο σημαντικότερος Πέρσης ποιητής, ιδρυτής του μυστικιστικού τάγματος του Ισλάμ «Σούφι». Λόγιος, δάσκαλος του δικαίου, θεολόγος και μυστικιστής, με το πνευματικό του έργο έσπασε το φράγμα του χρόνου και της γλώσσας.

rumi2

Ύμνησε την αγάπη πέρα από τη θρησκεία με επίκεντρο τον άνθρωπο και την αγαθότητα των αισθημάτων. Ο Ρουμί έγραψε για πλήθος θεμάτων αλλά ξεχωρίζουν μέχρι σήμερα τα αποφθέγματά του για την αγάπη και τη δύναμή της μέσα στο χρόνο:

1. «Οι εραστές δεν συναντιούνται σε κάποιο σημείο. Βρίσκονται ο ένας μέσα στον άλλο συνεχώς».

2. «Αγάπη είναι να πετάς σε έναν μυστικό ουρανό και να κανείς 100 πέπλα να πέφτουν κάθε στιγμή. Πρώτα απελευθερώσου από τη ζωή. Τέλος, κάνε ένα βήμα χωρίς πόδια».

3. «Ο στόχος σου δεν είναι να αναζητήσεις την αγάπη, αλλά απλώς να αναζητήσεις και να βρεις όλα τα εμπόδια που υπάρχουν μέσα σου και έχεις υψώσει εναντίον της».

4. «Πρέπει να εγκαταλείψεις 1000 μισές αγάπες προκειμένου να έχεις μια ολόκληρη».

5. «Όσες περιγραφές και να χρησιμοποιήσουμε για να εξηγήσουμε την αγάπη, όταν ερωτευόμαστε ντρεπόμαστε για τις ίδιες μας τις λέξεις».

6. «Η αγάπη είναι η γέφυρα ανάμεσα σε εσένα και οτιδήποτε άλλο».

7. «Αν δεν με βρεις μέσα σου, δεν θα με βρεις ποτέ. Διότι βρίσκομαι μαζί σου από την πρώτη στιγμή της ύπαρξής μου».

8. «Οι εξηγήσεις μέσω των λέξεων κάνουν τα πράγματα πιο ξεκάθαρα, αλλά η αγάπη χωρίς εξηγήσεις είναι πιο ξεκάθαρη».

9. «Τα λόγια είναι αδύναμα ως προς την έκφραση της αγάπης».

10. «Μόνο με την καρδιά μπορείς να αγγίξεις τον ουρανό».

11. «Άφησε την ομορφιά αυτού που αγαπάς να γίνει αυτό που κάνεις».

12. «Είμαι δικός σου. Μην με δώσεις πίσω στον εαυτό μου».

13. «Όταν είμαι μαζί σου, μένουμε ξύπνιοι όλη τη νύχτα. Όταν δεν είσαι εδώ, δεν μπορώ να κοιμηθώ. Δοξάζω τον Θεό για τις δυο αυτές ξαγρύπνιες αλλά και για τη διαφορά ανάμεσά τους».

14. «Θέλω να σε κοιτάζω. Γνωρίζω τη φωνή σου. Σε αναγνωρίζω όταν έρχεσαι από τη γωνιά του δρόμου. Νιώθω το άρωμά σου όταν μπαίνω σε ένα δωμάτιο από το οποίο μόλις έχεις φύγει. Γνωρίζω τον τρόπο που ανασηκώνεις τη φτέρνα σου όταν περπατάς, τον τρόπο που γλιστρά το πόδι σου. Μου είναι οικείος ο τρόπος που κλείνεις τα χείλη σου και ύστερα μόλις που τα ανοίγεις και τότε έρχομαι να σε φιλήσω. Θέλω να νιώσω τη χαρά όταν ψιθυρίζεις “κι άλλο”».

15. «Μέσα στο δικό σου φως μαθαίνω να αγαπώ. Μέσα στην ομορφιά σου, μαθαίνω να γράφω ποιήματα. Χορεύεις μέσα στο στήθος μου, εκεί που κανείς δεν σε βλέπει παρά μόνο μερικές φορές εγώ, και τότε αυτό το θέαμα γίνεται τέχνη».

16. «Οι αποχαιρετισμοί αφορούν μόνο εκείνους που αγαπούν με τα μάτια τους. Για όσους αγαπούν με την καρδιά και την ψυχή τους, δεν υπάρχει χωρισμός».

17. «Υπάρχουν δύο είδη ανθρώπων που δεν μένουν ποτέ ικανοποιημένοι – ο εραστής του κόσμου και ο εραστής της γνώσης».

18. «Όπου κι αν βρίσκεσαι και ό,τι κι αν κάνεις, ας γίνεται με αγάπη».

19. «Αφέσου σιωπηλά στην παράξενη έλξη αυτού που αγαπάς πραγματικά. Δεν θα σε οδηγήσει σε λάθη».

20. «Πέρα από την έννοια των σωστών και των λάθος πράξεων, υπάρχει ένα πεδίο. Εκεί θα σε συναντήσω».

πηγή: https://www.elculture.gr