Οικογένεια

Γιάννα στις 14 Οκτωβρίου 2018
Υπάρχουν οικογενειακά επίθετα στην Κρήτη που δηλώνουν:

 
*Επίθετα που δηλώνουν αρετές της ψυχής και του νου π.χ. Λεβέντης – Λεβεντάκης, Σπίθας – Σπιθάκης.

*Ονόματα που δηλώνουν ελαττώματα της ψυχής και του νου, δηλαδή κουσούρια, π.χ. Ατσάλης – Ατσαλάκης, Βαβούρας – Βαβουρανάκης.

*Το χωριό ή την πόλη καταγωγής π.χ. Σπήλι – Σπηλιανός – Σπηλιανάκης, Κάστρο – Καστρινός – Καστρινάκης.

*Το τμήμα της επαρχίας, το νομό, το νησί, το κράτος κάποιου π.χ. Τσιρίγο – Τσιριγώτης – Τσιριγωτάκης, Μισίρι (Αίγυπτος) – Μισιρλής – Μισιρλάκης.

*Επίθετα που δηλώνουν την εθνική καταγωγή κάποιου π.χ. Αρβανίτης-Αρβανιτάκης, Αρμένης – Αρμενάκης.

*Ονόματα αρσενικά που δηλώνουν παραγωγικό επάγγελμα π.χ. Καλαθάς – Καλαθάκης, Κιτράς – Κιτράκης.

*Ονόματα αρσενικά που δηλώνουν διοικητικό κι επιστημονικό επάγγελμα π.χ. Γούμενος – Γουμενάκης, Γιατρός – Γιατράκης.

*Ονόματα που δηλώνουν χαρακτηριστικά του ανθρώπου και που από παρατσούκλια έγιναν επίθετα π.χ. Σγουρός – Σγουράκης, Κουλός – Κουλάκης.

*Ονόματα που έχουν διφορούμενη έννοια και έγιναν οικογενειακά επίθετα π.χ. Μπίκος – Μπικάκης.

*Ονόματα που δεν τα λες ούτε χαρίσματα ούτε κουσούρια, π.χ. Μαμούνας – Μαμουνάκης, Πετύχης – Πετυχάκης.

*Ονόματα που από παρατσούκλια έγιναν επώνυμα χωρίς όμως να ξέρουμε γιατί τα είπαν παρατσούκλια π.χ. Πυρόβολος – Πυροβολάκης.

*Παρατσούκλια που σχηματίστηκαν από λέξεις ή φράσεις που συνήθιζε να λέει κάποιος π.χ  Καλησπέρης – Καλησπεράκης, Καλιώρας -Καλιωράκης.

*Ονόματα που δηλώνουν κοινωνικές σχέσεις και τα αποτελέσματα αυτών π.χ. Ακριβός – Ακριβάκης, Αναθρεφτός – Αναθρεφτάκης.

*Ονόματα πουλιών, ζώων, ψαριών κτλ εξομοιωτικά παρατσουκλιών, είτε κανονικού μεγέθους, είτε υποκοριστικά, είτε μεγεθυντικά π.χ. Γκιώνης – Γκιωνάκης, Άρκαλος – Αρκαλάκης, Κατσούλης – Κατσουλάκης, Μαμούνας – Μαμουνάκης, Πουλής – Πουλάκης, Αγρίμης – Αγριμάκης.

*Ονόματα που το θέμα τους δηλώνει εργαλεία κα αντικείμενα π.χ. Καζάνης – Καζανάκης, Σκαλίδης – Σκαλιδάκης.

*Ονόματα παράγωγα πολύτιμων μετάλλων και πετρών που ειπώθηκαν ως επαινετικά παρατσούκλια π.χ. Αργυρός – Αργυράκης, Ζαφείρης – Ζαφειράκης.

*Ονόματα παράγωγα λουλουδιών, δέντρων, φυτών π.χ. Γαριφαλής – Γαριφαλάκης, Πρινάρης – Πριναράκης.

*Ονόματα παράγωγα βιομηχανικών προϊόντων, γλυκών και φαγητών π.χ. Μόσκος – Μοσκάκης, Τραχανάς – Τραχανάκης.

*Όλα τα κανονικά βαπτιστικά κάθε προέλευσης που έγιναν οικογενειακά επίθετα και μάλιστα κατά την ονομαστική του ενικού π.χ. Γιώργος Θεοχάρης, Γιώργης Λουκάς.

*Βυζαντινά οικογενειακά επίθετα π.χ. Βαρούχας – Βαρουχάκης, Σκορδίλης – Σκορδιλάκης.

*Βενετσιάνικα και ιταλικά ονόματα π.χ. Γάσπαρης – Γασπαράκης, Μπαρότσης – Μπαροτσάκης.

*Ονόματα βαπτιστικά ή παρατσούκλια υποκοριστικά σε -ούλης, π.χ. Γιαννούλης – Γιαννουλάκης, Ψαρούλης – Ψαρουλάκης.

*Ονόματα υποκοριστικά σε -ούδι, π.χ. Γιαννούδης – Γιαννουδάκης, Ξανθούδης – Ξανθουδάκης.

*Χαϊδευτικά βαπτιστικών π.χ. Αντρούλης – Αντρουλάκης, Γιαννίκος – Γιαννικάκης.

*Λέξεις νηπίων που έγιναν επίθετα π.χ. Τατάς (πατέρας) – Τατάκης.

*Επίθετα σε -ίτσης που είχαν διαμορφωθεί από βαπτιστικά και παρατσούκλια με την κατάληξη -ίτσι, π.χ. Μανολιτσης – Μανολιτσάκης, Μαυρίτσης – Μαυριτσάκης.

*Οικογενειακά επίθετα από παρατσούκλια σε -άλι, π.χ. Μπρόκα – Μπροκάλι – Μπροκάλης – Μπροκαλάκης.

*Μεγεθυντικά βαπτιστικών, π.χ. Γιάνναρος – Γιανναράκης, Αντώναρος – Αντωναράκης.

*Οικογενειακά επίθετα που έχουν διαμορφωθεί από βαπτιστικά με την κατάληξη -άκης κι έχουν έτσι φαινομενική κατάληξη -ακάκης, π.χ. Αντωνάκης – Αντωνακάκης, Βασιλάκης – Βασιλακάκης.

*Οικογενειακά επίθετα από επαγγέλματα με την κατάληξη -άκης, π.χ. Μάμος – Μαμάκης και Μαμακάκης, Σωμαράς – Σωμαράκης και Σωμαρακάκης.

*Ονόματα σύνθετα δύο βαπτιστικών που συνήθως το πρώτο ήταν του πατέρα και το δεύτερο του γιού, π.χ. Μαρκογιάννης – Μαρκογιαννάκης, Σηφογιάννης – Σηφογιαννάκης.

*Ονόματα από τοπωνύμιο, επαγγελματικό ή παρατσούκλι πρώτο κι ένα βαπτιστικό δεύτερο, π.χ. Καστρινογιάννης – Καστρινογιαννάκης, Δασκαλογιάννης – Δασκαλογιαννάκης.

*Οικογενειακά επίθετα από ένα βαπτιστικό και την κατάληξη -ίδης, π.χ. Αγγελίδης – Αγγελιδάκης, Παντελίδης – Παντελιδάκης.

*Οικογενειακά επίθετα από ένα τοπωνύμιο ή εθνωνύμιο ή επαγγελματικό παρατσούκλι με την κατάληξη -ίδης, π.χ. Χαλκίδης – Χαλκιδάκης και Χαλκιαδάκης, Μακρίδης – Μακριδάκης.

*Μερικά αβέβαιης αρχής σε -ίδης, π.χ. Βρουλιδάκης, Ντεντιδάκης.

*Οικογενειακά επίθετα από βαπτιστικά επαγγελματικά, παρατσούκλια και την κατάληξη -όπουλος, π.χ. Γιαννόπουλος – Γιαννοπουλάκης, Καστανάς – Καστανόπουλος – Καστανοπουλάκης.

 

Γιάννα στις 6 Οκτωβρίου 2018

Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, σε είδα να φτιάχνεις για μένα το αγαπημένο μου γλυκό και έμαθα ότι μικρά πράγματα μπορεί να έχουν ξεχωριστή σημασία στη ζωή.

Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, σε παρακολουθούσα και έμαθα τα περισσότερα «μαθήματα ζωής», εφόδια για να γίνω καλύτερο και παραγωγικότερο άτομο όταν μεγαλώσω.

Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, σε είδα να κρεμάς την ζωγραφιά μου στο ψυγείο και αμέσως ήθελα να ζωγραφίσω την επόμενη.

Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, ακόμη και όταν ήσουν θυμωμένη με συμβούλευσες ήρεμα και απλά για να καταλάβω το γιατί και έτσι έμαθα ότι ο διάλογος και η επικοινωνία είναι σημαντικά ακόμη και όταν τα πράγματα είναι δύσκολα.

Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, σε είδα να φτιάχνεις φαγητό για κάποιο φίλο που ήταν άρρωστος και έμαθα ότι όλοι μας πρέπει να νοιαζόμαστε και να φροντίζουμε ο ένας τον άλλο.

Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, σε είδα να φροντίζεις το σπίτι και όσους ζούμε σε αυτό και έμαθα ότι πρέπει να εκτιμάμε ότι μας προσφέρεται.

Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, σε είδα να φροντίζεις ένα αδέσποτο γατάκι και έμαθα ότι είναι καλό να είσαι ευγενικός με τα ζώα.

Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, ένοιωσα ότι νοιαζόσουν και ήθελα να γίνω καλύτερος.

Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, σε είδα να κλαις και έμαθα ότι κάποια πράγματα στη ζωή πληγώνουν αλλά έχεις δικαίωμα να είσαι στενοχωρημένος.

Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, σε είδα να αναλαμβάνεις τις ευθύνες ακόμα και όταν οι καταστάσεις ήταν δύσκολες και έμαθα ότι πρέπει να είμαι υπεύθυνο άτομο.

Βάσια Σαραντοπούλου

Οικογενειακοί μύθοι: Η συμμετοχή του διαγενεαλογικού στην ψυχοπαθολογία του εφήβου

 

της Ελένης  Λαζαράτου

 

Το αίσθημα της γενεαλογίας είναι ένα ψυχικό φαινόμενο που χτίζεται σ’ένα κοινωνικό πλαίσιο.

Τρεις διαστάσεις συμμετέχουν στον καθορισμό της γενεαλογίας

-  βιολογική

-  νομική , απαραίτητη και διαφορετική σε κάθε κοινωνικό σύστημα.

Όπως λέει ο Legendre στο βιβλίο «L’inestimable objet de la transmission» (Το ανεκτίμητο αντικείμενο της μετάδοσης) δεν αρκεί να αναπαράγεις την ανθρώπινη σάρκα θα πρέπει και να την εγκαταστήσεις «.

-  ψυχική , που βασίζεται στις ταυτίσεις και που το μεγαλύτερο κομμάτι της είναι ασυνείδητο

Η γενεαλογία είναι ο πυρήνας του να ανήκεις .Το οικογενειακό δέντρο , ένα κοινό όνομα , μια κοινή θρησκεία , παραδόσεις , μια κοινή γλώσσα δημιουργούν την συνοχή της ομάδας.

Η γενεαλογία κρατάει το νήμα της ζωής, δίνει στο υποκείμενο την θέση του . Για να λειτουργήσει μπαίνουν στο παιχνίδι όχι δύο αλλά τρεις γενιές . Όταν γεννιέται ένα παιδί υποκείμενο της τρίτης γενιάς καλείται να παίξει ένα ρόλο καθοριστικό , να παρέμβει στην αλυσίδα των ασυνείδητων ταυτίσεων , να αναγνωριστεί ξεχωριστά από τον πατέρα του , ο οποίος επίσης καλείται να αρνηθεί την θέση του και να την παραχωρήσει στο παιδί του.

Η άρνηση της γενεαλογίας προκαλεί το άδειασμα της ταυτότητας ένα βίωμα δυνητικά ψυχωτικό.

Ο Freud σε πολλά σημεία  του έργου του χρησιμοποιεί την διαγενεαλογική μετάδοση για να μιλήσει για την οργάνωση της ψυχικής λειτουργίας είτε  ατομικά , είτε ομαδικά .

Το υπερεγώ του παιδιού λεει ο  Freud είναι χτισμένο σύμφωνα με το υπερεγώ των γονιών του . Εάν υπολογίσουμε τον λόγο του πατέρα που απαγορεύει στη δημιουργία του υπερεγώ , καταλαβαίνουμε εύκολα ότι η ταύτιση δεν είναι με την εικόνα του γονέα αλλά με το απαγορευμένο μήνυμα που προέρχεται από τον γονέα του γονέα , δηλαδή τον πρόγονο του παιδιού .

Βέβαια το υπερεγώ δεν στηρίζεται μόνο στις ταυτίσεις , σαφώς τις ξεπερνάει .

Μπορούμε όμως να αναγνωρίσουμε  την γενεαλογική αλυσίδα και ένα λόγο με το οποίο μεταδίδεται ένα μήνυμα από τους προγόνους .

Ο S. Freud το 1914 στην «Εισαγωγή στον ναρκισσισμό» γράφει  «Το υποκείμενο έχει μια διπλή ύπαρξη, από την μια είναι ο ίδιος του ο εαυτός με τους δικούς του σκοπούς και από την άλλη είναι ένας κρίκος μιας αλυσίδας στην οποία χρησιμεύει ενάντια στην επιθυμία του ή τουλάχιστον χωρίς την θέληση του».

Η διάκριση ανάμεσα στις σεξουαλικές ενορμήσεις του εγώ αντανακλά αυτή τη διπλή λειτουργία του ατόμου . Η αυτοσυντήρηση αναφέρεται στο σώμα και η σεξουαλικότητα παραπέμπει στη σχέση με την ομάδα .

Στο totem και taboo (1912-13) ο Freud υποδεικνύει πως ο δεσμός ανάμεσα στις γενεές συμμετέχει στην δόμηση του ψυχισμού του υποκειμένου . Δίνει προβάδισμα στην ομάδα και στο συνολικό όσο αφορά τις βαθιές ρίζες της ενδοψυχικής διαφοροποίησης και μιλά για την ενοχή που μεταδίδεται από γενιά σε γενιά .

Στο τέλος της ζωής του (1939) στο Μωυσή και την Μονοθεϊκή θρησκεία υπογραμμίζει ακόμα μια φορά «Η αρχαϊκή κληρονομιά του ανθρώπου δεν περιλαμβάνει μόνο τις διαθέσεις αλλά επίσης και τα περιεχόμενα , μνημονικά ίχνη σχετικά με τα βιώματα προηγούμενων γενεών».

Φαίνεται λοιπόν ότι σ’όλο το έργο του Freud υπολογίζει τις ατομικές αλλά και τις συλλογικές  ρίζες της ταυτότητας.

Στην συνέχεια του Freud διάφοροι ψυχαναλυτές ασχολήθηκαν με τη διαγενεαλογική μετάδοση , κάτω από διαφορετικές οπτικές γωνίες , κυρίως όμως προσπαθώντας να εξηγήσουν μηχανισμούς που οδηγούν στην έκφραση της παθολογίας .

Η γνωστότερη και σημαντικότερη ίσως συνεισφορά είναι εκείνη του Nicolas Abraham και της Maria Torok (1978)που μίλησαν για την «κρύπτη» . Ένας πρόγονος μακρινός ή κοντινός έκανε κάτι κακό αλλά αυτό παρέμεινε μυστικό και αγνοείται , απ’όλους. Ένα παιδί ή ένας ενήλικας υιοθετεί συμπεριφορές που είναι ακατανόητες από το περιβάλλον αλλά θυμίζουν εκπληκτικά την συμπεριφορά του προγόνου. Εντούτοις δεν του έχει ποτέ γνωρίσει  ούτε έχει ποτέ ακούσει να μιλούν γι’αυτόν . Πρόκειται για ένα πρόσωπο που λειτουργεί μέσα από φάντασμα του , σαν το κεντρικό πρόσωπο ενός μη επιλυμένου πένθους, ένα άψυχο , άλιωτο σώμα μέσα σε μια κρύπτη . Η λιβιδινική επένδυση του προγόνου απορροφά όλη την ψυχική λειτουργία του υποκειμένου και εμποδίζει τη διεργασία της σκέψης. Έτσι αυτό το κενό της αναπαράστασης , η μη δυνατότητα σκέψης μπορεί να παράγει παραλήρημα ή κάποιο άλλο ψυχωτικό ή ψυχοσωματικό σύμπτωμα.

O Α. de Mijolla (1981) γράφει για τους  » Les visiteurs du moi»( επισκέπτες του Εγώ) , επισκέπτες πάνω στους οποίους βασίζονται ασυνείδητες ταυτοποιήσεις .Προσπαθεί να ορίσει τις μεταψυχολογικές συνθήκες μετάδοσης από το αναδρομικό υλικό των θεραπειών, παίρνονταςι υπ’όψη τη δυναμική της γενεαλογίας σε τρεις διαδοχικές γενιές απαραίτητες για την κατασκευή του υποκειμένου.

Για τον A.de Mijolla δεν ισχύει η άποψη μιας σταθερής και αμετακίνητης ταυτότητας που παίρνει την οριστική της μορφή στην αποδρομή   του Οιδιποδείου .

Προτείνει μια δυναμική διεργασία ικανή να υιοθετεί διαδοχικά διαφορετικά μοντέλα προσώπων γνωστών ή αγνώστων για το υποκείμενο , διαφυλαγμένων όμως σε κλειστά συρτάρια της οικογενειακής μνήμης . Αυτά τα πρόσωπα τροφοδοτούν τις ονειροπολήσεις και τις φαντασιώσεις όλης της οικογένειας , δημιουργούν σενάρια που διατηρούνται σε περισσότερες από μια γενεές.

Στην ίδια οπτική των τακτοποιήσεων ο Baranes γράφει «το διαγενεαλογικό εγκαθιστά τον άλλο πάντα παρόντα μέσα στο Εγώ , παράδοξα  παρόντα στη δόμηση κάθε ατόμου» .

Ο J.Cornut στο «Deuil rates , mort meconues»  (Αποτυχημένα πένθη , άγνωστοι νεκροί) μελετά τα διαγενεολογικά αποτελέσματα του παθολογικού πένθους.

Μιλά για την μετάδοση της ασυνείδητης ενοχής σ’ένα μέλος μιας συγκεκριμένης γενιάς από μέλη της προηγούμενης γενιάς που έκαναν ένα παθολογικό πένθος. Μιλά επίσης για πένθη που έμειναν μπλοκαρισμένα και σιωπηλά ή δεν αναγνωρίστηκαν από μια ή πολλές ενδιάμεσες γενιές.

Τέλος η Fraiberg γράφει για τα φαντάσματα στο δωμάτιο των παιδιών (Chosts in the nursery).

Σύμφωνα με την Fraiberg σε κάθε νηπιακή ηλικία υπάρχουν φαντάσματα / επισκέπτες από το ξεχασμένο παρελθόν των γονιών του παδιού . Σαν να έχει καταδικαστεί ο γονιός να επαναλαμβάνει την τραγωδία του δικών του παιδικών χρόνων. Υπάρχουν μάλιστα φαντάσματα που έχουν εγκατασταθεί / επιβληθεί για τρεις και παραπάνω γενιές και έτσι δεν είναι εύκολο να αναγνωριστούν ως εκπρόσωποι του παρελθόντος των γονέων .

Έτσι ξεκίνησε στην Αμερική δεκαετία του 1970 η ψυχοθεραπεία βρέφους-γονιού βασισμένη στην παραδοχή ότι οι διαταραχές του δεσμού απορρέουν από τις άλυτες ψυχοσυγκρούσεις των γονιών. Όταν υπάρχει ένα φάντασμα στο παιδικό δωμάτιο οι γονείς έχουν ελαττωμένες ικανότητες να επενδύσουν για να αγαπήσουν το παιδί . Τα φαντάσματα αντιπροσωπεύουν άγνωστες και ανολοκλήρωτες  αναμνήσεις που βρίσκονται εκτός του χώρου του συνειδητού.

Συνεχίζουν όμως να επηρεάζουν την εικόνα των γονέων για τον εαυτό τους και εκφράζονται στα πλαίσια των πιο στενών τους σχέσεων.

 

Ο Γιάννης ήταν 16 ετών όταν συνάντησα για πρώτη φορά, μαθητής στη Β΄ Λυκείου .

Τους τελευταίους μήνες η σχολική απόδοση ήταν αρκετά χαμηλή , φαινόταν να μην ενδιάφερεται για τα μαθήματα και τους βαθμούς. Ήταν κάτι που παραξένευε τους γονείς , οι οποίοι μέχρι τότε είχαν την εικόνα ενός καλού και μελετηρού μαθητή.

Η συμπεριφορά του επίσης είχε αλλάξει τους  τελευταίους μήνες . Ήταν εκνευρισμένος , θύμωνε με το παραμικρό, μιλούσε άσχημα και στον τελευταίο θυμό του είχε σπάσει την κιθάρα του την οποία αγαπούσε πολύ. Είχε σχεδόν απομονωθεί από τους φίλους του και έμενε αρκετές ώρες στο κρεβάτι άυπνος ακούγοντας επαναληπτικά την ίδια μουσική .

Οι γονείς πανικοβλήθηκαν όταν βρήκαν ένα σημείωμα στο οποίο έγραφε ότι δεν αξίζει να ζει κανείς αυτή τη ζωή .

Ο Γιάννης είναι το δεύτερο παιδί μιας οικογένειας χωρίς προβλήματα . Η μητέρα εκπαιδευτικός , έδινε μεγάλη σημασία στη σχολική πρόοδο των παιδιών της και εκείνα την αντάμειβαν με το να είναι καλοί μαθητές .Δεν υπήρχαν έντονες συγκρούσεις στο σπίτι . Η εφηβεία του μεγαλύτερου γιου εξελίχθηκε ομαλά . Οι γονείς λένε ότι του έδιναν ελευθερία και ότι εκείνος ποτέ δεν την καταχράστηκε .

Έτσι βρέθηκαν έκπληκτοι μπροστά στο πρόβλημα του Γιάννη .Ήταν κάτι που δεν περίμεναν .

Η μητέρα αναφέρει φυσιολογική εγκυμοσύνη και τοκετό. Παραδοσιακά σαν δεύτερο παιδί ο Γιάννης πήρε το όνομα του μητρικού παππού που όμως δεν γνώρισε γιατί εκείνος είχε πεθάνει πριν το γάμο των γονιών του .

Σαν μωρό ο Γιάννης ήταν ήσυχος και διήλθε τα αναπτυξιακά στάδια φυσιολογικά . Στο παιδικό σταθμό και στο νηπιαγωγείο δεν παρουσίασε προβλήματα προσαρμογής . Ήταν κοινωνικός και συμμετείχε στα ομαδικά παιχνίδια . Στα χρόνια του Δημοτικού έδειξε έφεση στην μάθηση , με την προτροπή βέβαια και μερικές φορές την πίεση της μητέρας του .

Η εφηβεία τον βρήκε απροετοίμαστο. Στα 16 του είχε την όψη και την προβληματική του παιδιού. Δεν διεκδικούσε ελευθερίες , ήταν συνεσταλμένος με τα κορίτσια, οι παρέες του ακόμη ήταν κυρίως του ίδιου φύλου . Συνέχιζε να είναι καλός μαθητής και ασχολιόταν πολύ με τα μαθήματα μέχρι την έναρξη του καταθλιπτικού επεισοδίου .

 

Ενώ έχει εγκατασταθεί η σχέση μου με το Γιάννη και έχει προχωρήσει η θεραπευτική αντιμετώπιση η μητέρα ζητάει να με δει μόνη της.  Μέχρι τότε έδειχνε να αντιμετωπίζει με σχετική ψυχραιμία το πρόβλημα του παιδιού της. Σ’ αυτή τη συνέντευξη όμως καταρρέει. Κατηγορεί τον εαυτό της, είναι μια  ανίκανη μητέρα που δεν μπόρεσε να προφυλάξει το παιδί της από αυτό που ήξερε ότι θα συνέβαινε .

Μιλάει για κληρονομικότητα.  Κλαίγοντας λέει ότι ο πατέρας της που ο Γιάννης έχει το ονομά του , είχε μανιοκατάθλιψη . Τον θυμάται πάντα να παίρνει φάρμακα , να νοσηλεύεται κατά καιρούς , να είναι άλλοτε καλός και τρυφερός απέναντι της και άλλοτε να θυμώνει απότομα και να την χτυπάει . Ο πατέρας της αυτοκτόνησε πέφτοντας από το μπαλκόνι του σπιτιού τους όταν εκείνη ήταν 13 ετών . Είναι κάτι για το οποίο κανείς δεν μιλάει . Δεν το ανακοίνωσε ποτέ στον σύζυγο της και στην νέα της οικογένεια .

Με βάση της δικές προβολές η μητέρα του Γιάννη είχε προκαθορίσει την μοίρα του . Ένα κεντρικό φαντασιωσικό σενάριο την  ένωνε μ’αυτό το παιδί .

 

Το δόσιμο του ονόματος του παππού στον εγγονό είναι μια κοινή συνήθεια της ελληνικής κοινωνίας . Το όνομα είναι η πρώτη γλωσσική στιγμή που τοποθετεί το άτομο σαν ξεχωριστό όν , η πρώτη συμβολική καταγραφή του .

Ταυτόχρονα το όνομα αποτελεί τη συμβολική μετάδοση μιας κληρονομιάς . Η πίστη ενός είδους μετενσάρκωσης του προγόνου στο πρόσωπο του εγγονού είναι μια πίστη σχεδόν παγκόσμια .Σε πολλούς πολιτισμούς και στον δικό μας δίνεται το όνομα του πεθαμένου στο πρώτο παιδί του ίδιου φύλλου που θα γεννηθεί. Έτσι το όνομα αποτελεί τη σύνδεση ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο.

Αλλά και γενικότερα , το δόσιμο ενός ονόματος τις περισσότερες φορές έχει σχέση μ’ένα πρόγονο που είναι ήδη νεκρός ή που πρόκειται να πεθάνει πρίν από το νεογέννητο , από κάποιο συγγενή στην ευρύτερη οικογένεια ή κάποιο όνομα εκτός οικογένειας σημαντικό για κάποιο λόγο για τον ένα ή τον άλλο γονέα .

Το όνομα αποδεικνύεται έτσι φορέας των γονικών φαντασιώσεων και επιθυμιών και αποτελεί μια ταυτησιακή δυνατότητα για το υποκείμενο.

Αυτό που μεταφέρεται στο παιδί από το όνομα είναι κάτι σαν μοίρα. Είτε την υιοθετεί , είτε την απωθεί , είτε την δέχεται , είτε απομακρύνεται απ’αυτήν .Πάντα υπάρχει σαν μια βασική αναφορά σαν ένα σχέδιο που κάποιος άλλος έχει επεξεργαστεί γι’αυτό.

Ο Rosolato μιλάει για κατοχή του ατόμου από την κατοχή του ονόματος του.

 

Στην γενεαλογία υπάρχει κατ’ανάγκη η μετάδοση.

Μετάδοση γενετικού υλικού στην βιολογική συγγένεια , μετάδοση υλικών αγαθών , ονόματος στην νομική .

Σε ψυχικό επίπεδο αυτό που μεταδίδεται έχει μια θετική πλευρά , αντικειμενοτρόπο (μια γνώση , ένα αντικείμενο , μια παρουσία) και μια αρνητική πλευρά , ναρκισσιστική (μια έλλειψη , ένα μη-αντικείμενο , μια απουσία). Εδώ μεταδίδεται αυτό που λείπει , αυτό που δεν έχει ειπωθεί.

«Η συνέχεια  μεταδίδεται από την ασυνέχεια» λέει ο D.Sibony. Έτσι βλέπουμε να σχηματίζεται η αναπαράσταση της οικογένειας σαν ένα σύνολο ανθρώπων αποφασισμένων να σιωπήσουν πάνω στο ίδιο θέμα και αναγνωρίζονται μεταξύ τους χάρη σ’αυτή την συμφωνία της σιωπής.

Το συναίσθημα να ενσωματώνεσαι σ’ένα γενεαλογικό δένδρο βασίζεται τόσο σε όσα γνωρίζουμε αντικειμενικά γι’αυτή την ιδιαίτερη γενεαλογία όσο και σε όσα αγνοούμε, σαν η επιβεβαίωση του να ανήκεις μπορεί να προέρχεται από τα κενά και τις ελλείψεις του λόγου του άλλου. Οι αναπαραστάσεις προβάλλονται και δημιουργούν ασυνείδητους δεσμούς στην οικογένεια . Κάθε μέλος απευθύνεται στον άλλο μ’αυτό το μοντέλο σχέσεων. Εδώ οι διαγενεαλογικές αναπαραστάσεις έχουν ένα ρόλο δομικό και βρίσκονται στην βάση των δυσκολιών της οικογένειας .

Το διανενεαλογικό αντικείμενο  ένας πρόγονος , άμεσος ή έμμεσος συγγενής από τις προηγούμενες γενιές  διακινεί φαντασιώσεις και προκαλεί ταυτίσεις σ’ένα ή περισσότερα μέλη της οικογένειας. Συνήθως είναι το αποτέλεσμα της τήρησης ενός μυστικού .

Κάθε οικογένεια έχει μια εικόνα μυθική , ιδεατή που τη συνδέει με το γενεαλογικό της δένδρο. Στην περίπτωση ύπαρξης μυστικού η οικογένεια θέλει να κόψει με τις ρίζες της , να αρνηθεί το γενεαλογικό της δένδρο. Αυτό δεν μπορεί παρά να κινητοποιεί συμπτώματα , συγκρούσεις , υπονοούμενα , ατομικές ή ομαδικές δυσφορίες.

 

Στην περίπτωση του Γιάννη η μητέρα  , θέλησε να προφυλάξει το παιδί από οιανδήποτε αναφορά σ ’αυτό το αντικείμενο. Ο πατέρας της είχε αυτοκτονήσει και αυτό από τη μια  είχε βιωθεί τραυματικά και από την άλλη της είχε προκαλέσει ντροπή.

Όταν οι αναπαραστάσεις που το διαγενεαλογικό αντικείμενο είναι εγγεγραμμένο στον ψυχισμό των γονιών, λέει ο Eiguer,  αναφέρονται σε επώδυνο τραυματισμό ή είναι ηθικά κατακριτέες  στις επόμενες γενιές υπάρχει έλλειψη αναπαράστασης ή μια πρώτο- αναπαράσταση του πράγματος ανίκανη να φτάσει στο επίπεδο του λόγου .

 

Στην διαγενεαλογική μετάδοση η παθολογία στηρίζεται στην ύπαρξη ενός μυστικού που με την σειρά του συνδέεται μ’ένα άλυτο πένθος .Το μυστικό δεν είναι ατομικό ή ενδοψυχικό – εμπλέκει την σχέση με τον άλλο – αν δεν υπάρχει άλλος δεν υπάρχει μυστικό. .Δηλώνει επίσης μια ισχύ πάνω στον άλλο που συνοδεύεται με μια απειλή : την αποκάλυψη του μυστικού .

Στην διαγενεαλογική μετάδοση είναι η ενοχή που μεταφέρουν τα μυστικά και είναι αυτή η ίδια η ενοχή που επηρεάζει την άρση τους.

Τα μυστικά προσπαθούν να καλύψουν μια ναρκισσιστική πληγή , μια απαξίωση της εικόνας της οικογένειας που δεν θέλουμε να μεταδώσουμε. Εδώ κατοικούν τα φαντάσματα – οι μη – αναπαραστάσεις των αντικειμένων , το κενό , τα μη-αναπαρισπώμενα συναισθήματα του άδειου. Το παιδί εκφράζει με τα  συμπτώματα του όχι μια εσωτερική σύγκρουση αλλά την σύγκρουση ενός άλλου .Ενός προγόνου από τον οποίο κατοικείται όπως ένα κάστρο στοιχειωμένο από φάντασμα .

Το μυστικό σ ’αυτές τις περιπτώσεις είναι τα πράγματα τα οποία μη μοιραζόμενα με τον άλλο με τα λόγια μεταφέρουν και στοιχειώνουν τις ανθρώπινες ζωές .

«Μέσα στην κοιλία της κρύπτης στέκονται χωρίς λόγια , όμοια με κουκουβάγιες , σε μια εγρήγορση χωρίς  αναπαμό  , οι λέξεις θαμμένες ζωντανές»  λέει η Maria Τorok.

Πρόκειται για μια απώθηση συντήρησης -  όχι δυναμική απώθηση κατά Freud όπου το «παρελθόν-παρόν» σχηματίζει ένα συμπαγές μόρφωμα θαμμένης πραγματικότητας. Τόσο αδύνατο να ξαναγεννηθεί όσο και να γίνει σκόνη

Σ’αυτή την ενδοψυχική σπηλιά , αυτή την κρύπτη , θα μένουν κλεισμένες «όλες οι λέξεις που δεν μπόρεσαν να ειπωθούν όλες οι σκηνές που δεν μπόρεσαν να επανέλθουν στη μνήμη , όλα τα δάκρυα που δεν μπόρεσαν να χυθούν»  είναι λοιπόν ένα ανείπωτο πένθος που βρίσκεται στην αρχή , στην γένεση της κρύπτης στο εσωτερικό του υποκειμένου .

Και είναι με την μορφή του φαντάσματος που θα επανεμφανιστεί στις επόμενες γενεές  «Το φάντασμα είναι μια κατασκευή του ασυνείδητου που έχει σαν ιδιαιτερότητα να μην υπήρξε ποτέ συνειδητό και να είναι αποτέλεσμα περάσματος , ο τρόπος με το οποίο το πέρασμα μένει να ορισθεί , από το ασυνείδητο του γονέα στο ασυνείδητο του παιδιού.»

Εντούτοις αυτά τα φαντάσματα είναι εφεύρεση των ζωντανών και δημιουργούνται από τα κενά που αφήνουν μέσα μας τα μυστικά των άλλων .

Η εμφάνιση του φαντάσματος συνδέεται με την ενόρμηση θανάτου και αποτελεί μια ναρκισσιστική καταστροφή . Το φάντασμα είναι ένας νεκρός θαμμένος μέσα στον άλλο που επανέρχεται για να στοιχειώσει τους ζωντανούς .

Περισσότερο από το μυστικό  ενδιαφέρον έχουν  οι σχέσεις γύρω απ ’αυτό. Η αποκάλυψη του μυστικού  κάνει  τους γονείς να φοβούνται την επανάληψη της τραυματικής πράξης , την παρακμή της οικογένειας , την άφιξη μιας καινούργιας δυστυχίας. Το κεντρικό πρόβλημα είναι εκείνο της ατομικής ψυχικής οικονομίας , των επενδύσεων και των απο-επενδύσεων.

Σ’αυτές τις οικογένειες η αποεπένδυση λόγω της επένδυσης του φαντάσματος και της αμυντικής προσπάθειας στη δόμηση της σχέσης για να κατοικήσει το φάντασμα αφήνουν ελάχιστη λιβιδινική ενέργεια διαθέσιμη για το εξωτερικό αντικείμενο δηλαδή το παιδί . Έτσι το παιδί βιώνει είτε ένα συναισθηματικό κανό είτε υπερβολή μιας ναρκισσιστικής επένδυσης όπου δεν έχει δικαίωμα να υπάρξει το ίδιο εξω απ’αυτό που του προβάλλουν οι γονείς .

Ο πατέρας ή η μητέρα απορροφημένοι από το φάντασμα δεν προσφέρονται για πρωτογενή ταυτοποίηση απαραίτητη για τη δημιουργία αντικειμενοτρόπου σχέσης ικανή να δημιουργήσει εμπάθεια και οικειότητα .Όλα λειτουργούν με ναρκισσιστικές ταυτίσεις που συγχέουν το εγώ με τον άλλον .

Συμπερασματικά οι κρύπτες αγγίζουν δυο ζευγάρια αντίθετων ψυχικών διεργασιών . Από τη μια πλευρά η διαγενεαλογική βία απέναντι στο διαγενεαλογικό συμβολικό μήνυμα , από την άλλη πλευρά η ναρκισσιστική ταύτιση απέναντι στη πρωτογενή ταύτιση .

 

«Δεν είναι μόνο απ’αυτό που λείπει και αποτυνχάνει που οργανώνεται η μετάδοση αλλά και απ’αυτό που δεν καταλήγει , αυτό που είναι απουσία εγγραφής και αναπαράστασης ή απ’αυτό που είναι σε στάση , σε κατάσταση αναμονής χωρίς να έχει εγγραφεί», γράφει ο Golse .

Έτσι η διαγενεαλογική μετάδοση ζωής ευνοεί τις δομικές ταυτοποιήσεις και μπορεί να είναι ασυγκρουσιακή ενώ η διαγενεαλογική μετάδοση θανάτου προκαλεί ταυτοποιήσεις αλλοτριώσεις , είναι συγκρουσιακή και οδηγεί στην παθολογία .

Η διαγενεαλογική μετάδοση βοηθάει άρα στο καλύτερο και στο χειρότερο. Μπορεί να  βοηθήσει στη δόμηση και την ελευθερία του ατόμου ή αντίθετα να αποδειχθεί παραλυτική και θανατηφόρα .

 

 

Στην περίπτωση του Γιάννη  η  έναρξη του καταθλιπτικού επεισοδίου συμβαίνει στην εφηβεία. Όπως έλεγε προηγουμένως ο Β. Golse  οι αναλογίες στην ψυχική λειτουργία των βρεφών και των εφήβων είναι πολλές. Εκείνο που θάθελα εδώ να τονίσω είναι η επικράτηση του ναρκισσισμού απέναντι στην επένδυση του εξωτερικού αντικειμένου.

Και στις δύο περιόδους έχουμε κατ’εξοχήν ναρκισσιστικές ταυτίσεις .Γνωρίζουμε ότι η ναρκισσιστική ταύτιση προκαλεί την υποκατάσταση του Εγώ από το αντικείμενο και καταργεί την αναπαράσταση του αντικειμένου. Βρίσκεται εξ’άλλου στον πυρήνα της διεργασίας του πένθους .

Η εφηβεία συχνά περιγράφεται με όρους που θα ταίριαζαν για την περιγραφή ενός καταθλιπτικού επεισοδίου . Μελετώντας για την εφηβεία αναφέρουμε αυθόρμητα λύπη , τη διέγερση , το θυμό , το πεσσιμισμό , την αυτο-υποτίμηση .

Ένα μεγάλος μέρος των διεργασιών της εφηβείας ταυτίζονται με τις διεργασίες του πένθους . Ο έφηβος είναι αναγκασμένος να αποχωρισθεί συμβολικά τους γονείς του και να απομακρυνθεί από τον παράδεισο των παιδικών του χρόνων για να αντιμετωπίσει μονός του μια νέα πραγματικότητα .Αυτή η διεργασία διακοπής των δεσμών και απώλειας αντικειμένου έχει ακριβώς τα ίδια στάδια όπως η διεργασία αντιμετώπισης του θανάτου ενός αγαπημένου προσώπου .

Παρ’ όλη την ομοιότητα όμως υπάρχει μια πορεία δυναμική . Ο έφηβος περνάει σταδιακά από διεργασίες που θα τον οδηγήσουν μακριά από την επώδυνη κατάσταση.

Στην περίπτωση του Γιάννη όμως έχουμε ένα πραγματικό καταθλιπτικό επεισόδιο με ψυχιατρική συμπτωματολογία .Το ερώτημα που τίθεται είναι αν η ανησυχία της μητέρας επιδείνωσε μια «φυσιολογική κατάθλιψη της εφηβείας». Το τραγικό που είχε συμβεί στην εφηβεία της μητέρας «έπρεπε» να επαναληφθεί στην εφηβεία του Γιάννη.  Είχαν οι μητρικές προβολές τέτοια επίδραση ώστε να σπρώξουν τον Γιάννη στο καταθλιπτικό επεισόδιο.

Ο παππούς του Γιάννη παρουσίαζε μανιοκατάθλιψη . Κανείς δεν αρνείται πλέον τον γενετικό παράγοντα στην εκδήλωση αυτής της διαταραχής . Κατά πόσο ένα καταθλιπτικό επεισόδιο κατά την διάρκεια της εφηβείας μπορεί να αποτελεί το εναρκτήριο επεισόδιο μιας διπολικής διαταραχής μόνο η εξέλιξη μπορεί να το δείξει.

Εκείνο που έχει σημασία είναι να μην θεωρηθεί ότι η μοίρα του Γιάννη είναι προκαθορισμένη .

Είτε για λόγους βιολογικούς, γενετικής μετάδοσης είτε για λόγους φαντασιωσικής διαγενεολογικής μετάδοσης ο Γιάννης δεν πρέπει να μείνει δέσμιος της προγονικής κληρονομιάς. Και εδώ είναι η πρόσκληση της θεραπευτικής αντιμετώπισης: να μπορέσεις να δώσεις στο διαγενεαλογικό την κινητικότητα του και η συμμετοχή του στη ζωή.

 

Αναδημοσίευση από : http://www.inpsy.gr/el/digital-library/arthra/arthra-ellinika/257-2013-04-24-17-20-07

 

Γιάννα στις 20 Μαΐου 2018

Ενώ εσύ μου φώναζες, μου μάθαινες να σε φοβάμαι…

Ενώ εσύ μου φώναζες, τραυμάτιζες την αυτοπεποίθηση μου…

Ενώ εσύ μου φώναζες, μου μάθαινες ότι δεν είχα αξιοπρέπεια επειδή ήμουν μικρός…

Ενώ εσύ μου φώναζες, μου μάθαινες να μην τολμάω, να μη δοκιμάζω, να μην προσπαθώ να ανακαλύπτω, να μην παίρνω πρωτοβουλίες, για να μη θυμώνεις…

Ενώ εσύ μου φώναζες, με έκανες να νιώθω ασήμαντος και αδύναμος…

Ενώ εσύ μου φώναζες, μου έδειχνες ότι δεν μπορούσα να σε εμπιστεύομαι…

Ενώ εσύ μου φώναζες, μου μάθαινες ότι δεν μπορούσα να σου μιλήσω αν είχα κάποιο πρόβλημα ή κάποιος μου έκανε κακό, γιατί φοβόμουν πώς θα αντιδρούσες…

Ενώ εσύ μου φώναζες, μου μάθαινες ότι όταν αγαπάμε κάποιον, έχουμε δικαίωμα να του φερόμαστε άσχημα…

Ενώ εσύ μου φώναζες, η φωνή σου δεν με άφηνε να σκεφτώ τα λόγια σου…

Ενώ εσύ μου φώναζες, ίδρωνα, η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, το στομάχι και τα αυτιά μου πονούσαν…

Ενώ εσύ μου φώναζες, θύμωνα που δεν νοιαζόσουν για αυτά που ήθελα να σου πω…

Ενώ εσύ μου φώναζες, αναρωτιόμουν που πήγε ο μπαμπάς μου…

Ενώ εσύ μου φώναζες, μου μάθαινες να φωνάζω κι εγώ…

Ενώ εσύ μου φώναζες, ήμουν μόνος μου…

Ενώ εσύ μου φώναζες, σκεφτόμουν ότι δεν μ’ αγαπάς πια…

Ενώ εσύ μου φώναζες, μου μάθαινες ότι επιτρέπεται να φέρομαι άσχημα σε κάποιον πιο αδύναμο από μένα…

Ενώ εσύ μου φώναζες, μου μάθαινες πώς να φερθώ στα παιδιά μου όταν μεγαλώσω…

Ενώ εσύ μου φώναζες, δεν φανταζόσουν τον αγώνα που πρέπει να δώσω τώρα που μεγάλωσα, για να μη γίνω σαν εσένα…

Από αντικλείδι

Γιάννα στις 4 Μαρτίου 2018

Θυμάμαι, πόσο καμάρωνα με τα μικρά μου ζυμαράκια, τα οποία φούρνιζε η νονά μου μαζί με τα υπέροχα ψωμιά της. Θυμάμαι τη μία ταλαίπωρη ντομάτα που μου έδινε η μάνα μου να ετοιμάσω, όταν έφτιαχνε γεμιστά. Ήταν η δική μου ντομάτα! Τώρα ξέρω ότι αυτά που έφτιαχνα τα έτρωγαν με το ζόρι, αλλά εγώ δεν έβλεπα την ώρα να μεγαλώσω και να φτιάχνω ψωμιά και γεμιστά σαν τα δικά τους! Και κάποτε χρειάστηκε να εργαστώ σε κουζίνα για να ζήσω.

Πριν ακόμα πάω στο Γυμνάσιο, ήξερα να ξεχωρίζω και να μαζεύω χόρτα, να φροντίζω τα κηπευτικά στον μικρό μας κήπο, να ξεχωρίζω τα φρέσκα θαλασσινά στην αγορά. Εκείνη την εποχή η μητέρα μου ήταν καμαριέρα σε ένα μικρό ξενοδοχείο. Όταν δεν είχα σχολείο, με έπαιρνε μαζί της και είδα τι ακριβώς έκανε για να έρθουν τα χρήματα στο σπίτι. Την βοηθούσα και μου άρεσε. Όχι πάντα.

Λίγο μεγαλύτερη, μάθαινα πώς να σφίγγω τις χαλαρωμένες βρύσες. Να αλλάζω τις καμένες λάμπες, να τρίβω και να βάφω κάγκελα και τοίχους. Μεγαλώνοντας, ξόδευα πολύ λιγότερα χρήματα επισκευάζοντας τις απλές βλάβες μόνη μου. Και όταν χρειαζόταν ειδικός, καταλάβαινα αν κάνει σωστά τη δουλειά του και δεν γινόμουν θύμα κανενός επιτήδειου.

Οι γονείς ήταν εργάτες. Ύστερα μικροαστοί, καθώς κάποια στιγμή απέκτησαν ένα μαγαζί, στο οποίο εργαζόμουν από 9 ετών. Ήξερα να ζυγίζω, να δίνω ρέστα, να συναλλάσσομαι με τους πελάτες. Πότε μου άρεσε και πότε έπληττα. Αλλά, όταν τα πράγματα αγρίεψαν κι έπρεπε να δουλέψω οπουδήποτε, είχα το θάρρος να παρουσιαστώ οπουδήποτε. Και τα κατάφερα ικανοποιητικά και επέζησα και έβγαλα χρήματα, ώστε να σπουδάσω με δική μου δαπάνη αυτό που λαχταρούσα και να κάνω πια τη δουλειά που μου αρέσει. Διότι τα πράγματα ήρθαν ανάποδα και η οικογένεια διαλύθηκε κι εγώ βρέθηκα ολομόναχη. Ποιος θα μπορούσε να το προβλέψει; Αμέσως μετά, οι γονείς μου πέθαναν, για διαφορετικούς λόγους μέσα στον ίδιο χρόνο. Χάθηκε ακόμα και η ψευδαίσθηση της οικογένειας. Τι είχε μείνει; Τα μαθήματα ζωής που είχα πάρει. Αντί να πέσω στα πατώματα, αξιοποίησα όλα όσα είχα μάθει από αυτούς που έκαναν λάθη καθοριστικά για τη ζωή μου και τα οποία με βοήθησαν να ανατρέψω όλα τα προγνωστικά! Ήμουν ικανή να εργαστώ οπουδήποτε. Μέσα στη μεγαλύτερη καταστροφή που μπορεί να βρει ένα δεκαεξάχρονο παιδί, ήξερα τον τρόπο να επιβιώσω έντιμα. Να κερδίζω 10 και να ξοδεύω 8. Να κάνω δύο και τρεις δουλειές ταυτόχρονα. Να κυνηγήσω το όνειρό μου και να το πετύχω, για να έχω τώρα εσένα κυρία μητέρα να μην καταλαβαίνεις πως οφείλεις να μεγαλώσεις παιδιά αυτόνομα και δυνατά!

Γιατί, βλέπεις; Κοίτα πώς τα έφερε ο καιρός! Τα παιδιά σου πρέπει να εργαστούν και δεν ξέρουν πώς και πού! Τα έμαθες να θεωρούν τη δουλειά ντροπή. Να περιμένουν πάντα έναν υπηρέτη να κάνει τις δύσκολες δουλειές και εσύ ήσουν ο υπηρέτης τους. Όχι η μητέρα τους. Η μητέρα είναι πάνω από όλα δασκάλα, σοφή και δυνατή δασκάλα για τα παιδιά της. Έχεις δει την ταινία που αφηγείται τη ζωή του τυφλού Ray Charles; Λέγεται «Ray». Δες την και επικεντρώσου στη σκηνή που η μητέρα αφήνει τον σχεδόν τυφλό γιο της (που ξέρει πως σύντομα θα τυφλωθεί εντελώς) να κινείται  μόνος του μέσα στο δωμάτιο. Παρατήρησε τη δύναμη και τον πόνο της, όταν πλησιάζει στη φωτιά και καίγεται. Και τον αφήνει να βιώσει τον πόνο. Ξέρεις γιατί; Γιατί δεν έχει την ψευδαίσθηση πως είναι αθάνατη. Γνωρίζει πως ο γιος της κάποτε θα πρέπει να τα βγάζει πέρα μόνος του. Δες το και συλλογίσου!

Δεν ξέρω πώς να στο πω χωρίς να σε τρομάξω!

Αλλά, ένας νέος άνθρωπος που είχε γονείς full service, που δεν έπιασε ποτέ τη σκούπα στα χέρια του, που δεν ξέρει να φροντίσει τα ρούχα του, που δεν βγήκε ποτέ στη ζούγκλα των δημοσίων υπηρεσιών να πληρώσει έναν λογαριασμό, έστω με τα λεφτά των γονιών του, που όταν λείπει κάτι από το ψυγείο ουρλιάζει στη μάνα του, αντί να πάει να ψωνίσει, δεν πρόκειται ποτέ, μα ποτέ, να πάει να μαζέψει φράουλες για να ζήσει!

Και αν πάει, το σώμα του θα τον προδώσει σε λίγες ώρες.

Και αν αντέξει λίγο παραπάνω, θα καταρρεύσει ψυχολογικά.

Ο ασφαλέστερος τρόπος να μεγαλώσεις σωστά το παιδί σου είναι να συνειδητοποιήσεις πως δεν είσαι άτρωτος, δεν είσαι αθάνατος. Μεγαλώνεις ανθρώπους που, αργά ή γρήγορα, θα πρέπει να καταφέρουν μόνοι τους. Και δεν ξέρεις ούτε το πότε ούτε υπό ποιες συνθήκες θα κληθούν να το κάνουν.

Εσύ, λοιπόν, που τα παιδιά σου είναι ακόμα μικρά, αντί να τους πετάς στα μούτρα το κινέζικο χαζοπαίχνιδο από τα Τζάμπο, παίξε μαζί τους δουλεύοντας. Σκουπίστε, μαγειρέψτε, καθαρίστε τα τζάμια μαζί! Για τα παιδιά, παιχνίδι είναι κι αυτό. Και αν κάποιες στιγμές δυσανασχετούν, αγνοήστε το. Σημασία έχει πως θα γνωρίζουν πώς να ζήσουν, όποια τροπή και αν πάρουν τα πράγματα. Θα έρθει μια μέρα που η ευγνωμοσύνη τους για σας, θα τους χαρίσει τόση ευτυχία, που τίποτα, μα τίποτα δεν μπορέσει να τους την πάρει!

 

Από Αθηνά Ταρλα toantikleidi

Γιάννα στις 28 Ιανουαρίου 2018

ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΜΟΥ ΧΡΟΝΙΑ ΤΑ ΠΕΡΑΣΑ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΒΟΥΝΟ-στα μάτια μου τότε πολύ μεγάλο, το δικό μου «Μαγικό Βουνό»-, σε μια επαρχία καμιά πενηνταριά χιλιόμετρα έξω από τη Θεσσαλονίκη, βορειοανατολικά, με το όνομα Σοχός. Οικοκυρά η μάνα μου, έμπορoς ο πατέρας μου. Το τοπίο ήταν αγροτικό, γενναιόδωρο, θυμάμαι στις ίδιες αναλογίες ανθρώπους και ζώα, σπίτια και χωράφια, πολλές καστανιές, πολλές καρυδιές, πολλά καπνοχώραφα, πολλές μπόρες, πολλές ξέρες. Αλλά και πολλές κινηματογραφικές ιστορίες, στην κυριολεξία, αφού ο πατέρας μου είχε σινεμά στην αγορά, από το 1952 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1960. Μπορώ δηλαδή να πω άφοβα ότι τα παιδικά μου χρόνια μοιράστηκαν εξίσου ανάμεσα στον καθαρό αέρα του βουνού και σε εκείνη τη σκοτεινή «θαυματουργή» αίθουσα, όπου παρακολουθούσα με κατάvυξη όλα τα έργα της εποχής. Όσα μας φέρνανε τουλάχιστον. ..

.ΛΙΓΟ-ΠΟΛΥ ΟΛΗ Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΔΟΥΛΕΥΑΜΕ ΣΤΟ ΣΙΝΕΜΑ. Η μάνα μου αλάτιζε κι έψηνε τα σπόρια στο σπίτι, η μια αδελφή μου ήταν στο ταμείο, η άλλη εκτελούσε χρέη ταξιθέτριας, ο αδελφός μου βοηθούσε τον μηχανικό και πουλούσε τα σπόρια και τις λεμονάδες στα διαλείμματα κι εγώ βοηθούσα τον αδελφό μου. Το παρατσούκλι μου εκείνο τον καιρό ήταν «σινεματζού». Για παρατσούκλι μάλλον τιμητικό.

ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ ΗΜΟΥΝ Η ΜΙΚΡΟΤΕΡΗ, ΤΟ ΣΤΕΡΝΟΠΑΙΔΙ, κι αυτό μου έδινε κάποια προνόμια, υποτίθεται, ή με απάλλασσε από κάποιες υποχρεώσεις -όπως το να μη με παίρνουν στα χωράφια, να μην κάνω βαριές δουλειές- που εγώ όμως τότε το θεωρούσα ότι μάλλον δεν με υπολογίζουν. Σηκώνονταν, φέρειπείν, εκείνοι στις τρεις τη νύχτα να πάνε να μαζέψουν τα καπνά κι εγώ σηκωνόμουν από τις δύο και περίμενα σε μιαν άκρη στην αυλή, με καρδιοχτύπι, μπας και με πάρουν «κατά λάθος» μαζί τους. Συνήθως με ξαπόστελναν πάλι μέσα, μου λέγανε να τ” αφήσω αυτά, αλλά καμιά φορά μού κάναν το χατίρι και με παίρνανε. Θυμάμαι εκείνες τις οδοιπορίες μες στη νύχτα, στο πρώτο πρώτο χάραμα, σαν κάτι συναρπαστικό, κάτι που μου έδινε αξία, με «γέμιζε», αν και για κείνους ήταν εξόντωμα να το κάνουν αυτό κάθε πρωί όλο το καλοκαίρι για χρόνια ολόκληρα. Περπατούσαν και σκουντουφλούσαν από τη νύστα, ενώ εγώ εκστασιαζόμουν με τις κραυγές της κουκουβάγιας ή με το πώς στεκόταν στα δυο πισινά της πόδια η vυφίτσα. Ο καθένας με τον πόνο του. Όταν μεγάλωσα λίγο βέβαια άρχισα να σκουντουφλώ κι εγώ πότε πότε.

ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ, ΝΟΜΙΖΩ ΠΩΣ ΔΕΝ ΜΟΥ ΗΤΑΝ ΔΥΣΚΟΛΟ ΝΑ ΞΕΧΩΡΙΣΩ. Όχι επειδή ήμουν καμιά πεντάμορφη ή πανέξυπvη, μα επειδή… τι να πω; ήμουν μάλλον αφηρημένη και δεν με απασχολούσε -απ” όσο μπορώ να ξέρω- ούτε το να ξεχωρίσω ούτε το να μην ξεχωρίσω. Τύχαινε να είμαι καλή σε κάποια πράγματα, π.χ. στις εκθέσειs που έγραφα σε δημοτικό και γυμνάσιο, αλλά ήμουν και πολύ «αδύνατη», ή απλώs τεμπέλα, σε κάποια άλλα, στην αριθμητική, στη γεωμετρία, στη φυσική. Πίστευα ότι αυτά είναι «ψυχρά» πράγματα, πως δεν έχουν να μου πουν πολλά. Αργότερα άλλαξα γνώμη και πλέον μου αρέσει πολύ να ακούω μαθηματικούς και φυσικούς και αστροφυσικούς να λένε τα δικά τους. Μπορεί να μην καταλαβαίνω τι ακριβώς ακούω, πάντως κάτι πιάνω από διαίσθηση. …

ΕΔΙΝΑ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΤΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ και στην ερώτηση του καθηγητή πόσα γραμμάρια έχει το χιλιόγραμμο πελάγωνα. Κι όσο πιo πολύ μού το τόνιζε και το συλλάβιζε -«Το χι-λι-ό-γραμ-μο, παιδί μου, πόσα γραμ-μά-ρι-α έχει»- τόσο πιο πολύ τα έχανα και κοίταζα απελπισμένη μια το πάτωμα, μια αυτόν, μια το ταβάνι. Όχι πως δεν σκέφθηκα να του πω και χίλια -εδώ του είχα πει τους πιο απίθανους αριθμούς-, μα μου φαινόταν πως είναι… πολύ εύκολο, δηλαδή παγίδα, πως το έκανε επίτηδες για να με μπερδέψει, να με δοκιμάσεΙ. Κάποια στιγμή βέβαια είπα και το «χίλια» κι ο άνθρωπος ανέπνευσε. «Άρα και n σαραvταπoδαρoύσα πόσα πόδια έχει;» με ρώτησε ως επιστέγασμα. «Σαράντα» τoυ είπα με την πρώτη. .

ΘΥΜΑΜΑΙ ΝΑ ΓΡΑΦΩ «ΠΡΑΜΑΤΑ» ΑΠ” ΟΤΑΝ ΣΧΕΔΟΝ ΘΥΜΑΜΑΙ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ, έχω καθαρή την εικόνα εκείνη της παιδίσκης και αργότερα έφηβης να καταγίνεται σκυμμένη και με μυστικότητα πάνω από κάποιο χαρτί. Άλλωστε, έμειναν και κάποια τεκμήρια, μερικά μαθητικά τετράδιά μου από το 1958 έωs το 1963, εφτά ωs δώδεκα ετών τότε, όπου από την πίσω μεριά έγραφα τα δικά μου, κάτι φανταστικές ιστοριούλες. Εκείνο το φοβερό καλοκαίρι μάλιστα με τα παιδιά που πέθαιναν στην Μπιάφρα από τηv πείνα -1966 ήταν; 1967;-, εμένα με είχε πιάσει μεγάλη προκοπή. Κάτω από τη μεγάλη ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός τέτοιου παιδιού που έκοψα από τον «Ταχυδρόμο» τηs εποχής και κόλλησα στον τοίχο -πελώρια και συγκλονιστικά τα μάτια του να με κοιτούν κατάματα, τα έχω ακόμα μπροστά μου-, έπιασα «στα σοβαρά» να γράψω ένα μυθιστόρημα! Γέμισα δυο πεvηvτάφυλλα σπιράλ τετράδια, που τα κρατάω ακόμη καταχωνιασμένα κάπου. Το μυθιστόρημα είχε να κάνει με παιδιά γενικότερα -αδέλφια και παραδέλφια από διάφορους γάμους- και με το “ξαφνικό» του θανάτου. Ήταν, ας πούμε, μια ναΐφ εκδοχή των «Λύκων» που θα άρχιζα να γράφω είκοσι χρόνια αργότερα, ένα θέμα παρμένο στη βάση του από την ίδια την οικογένειά μου, και δη εκείνη του παππoύ μου από τη μεριά του πατέρα μου.

ΤΑ ΤΕΤΡΑΔΙΑ ΤΑ ΑΝΟΙΞΑ ΜΙΑ-ΔΥΟ ΦΟΡΕΣ, ΕΡΙΞΑ ΜΙΑ ΠΕΡΙΦΟΒΗ ΜΑΤΙΑ και τα ξανάκλεισα, τα ξανακαταχώνιασα. Με πονούν να τα κοιτώ, αλλά και δεν μου κάνει καρδιά να τα πετάξω, γιατί η παιδική ηλικία όταν μεγαλώνουμε είναι ένας «παράδεισος» που δεν αντέχεται, μας πονάει με τρόπο μοναδικό παρά μας χαροποιεί. Mας μαχαιρώνουν ήσυχα αυτά που πέρασαν για πάντα, είτε καλά ήταν είτε κακά. Προς τι να ταράσσουμε μια τέτοια «ησυχία»; Κάνω το μαχαίρι πένα και πορεύομαι, αλλιώς δεν βγαίνουν πουλιά, όπως θα έλεγε κι ο πατέραs μου. Το βασικό το αίσθημα άλλωστε δεν περνάει, αλλάζει τον εαυτό του, μετασχnματίζεται, μεταμορφώνεται, μα σαν ουσία δεν περνάει, κι έχει πολύ να κάνει μ” εκείνο που «πρωτογνωρίσαμε», Ο καθένας το αντανακλάει και το αναπαράγει με τον τρόπο του.

ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΣΗ, ΜΙΑ ΗΔΟΝΗ ΝΑ ΓΡΑΦΩ, που ούτε ήξερα από πού έρχεται και πού με πάει. Κάπως σαν τα πουλιά που κελαηδούν στα δέντρα. Το συγγραφιλίκι άρχισα να το φαντάζομαι γύρω στα είκοσι πέντε μου, μετά την πρώτη μετανάστευσή μου στην αλλοδαπή, αλλά και πάλι δειλά, με κάποιο φόβο ή αμηχανία, κι αφού είχα γεμίσει ουκ ολίγα τεφτέρια με ιστορίες και διάφορα, που δεν έδειχνα σε κανέναν. Όλοι οι φίλοι μου τότε μυρίζονταν ότι με κάτι καταγίνομαι, κάτι γράφω -με λέγαν «μυρμήγκι»-, αλλά τι και πώς κανείς δεν ήξερε. Η μυστικoπάθειά μου ήταν σχεδόν παροιμιώδης. Κι όταν πια άρχισα να το παίρνω απόφαση ότι αυτός είναι ο δρόμος μου, για κάποιον λόγο δεν ήθελα να βγάλω βιβλίο πριν τα τριάντα τρία μου. Όπερ και συνέβη. Από μικρή στο «αμάρτημα», αλλά στην αγορά αφού μετάλαβα την πρώτη ωριμότητα.

ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑ ΝΑ ΠΩ [ΟΤΙ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕ ΝΑ ΠΑΡΑΤΗΡΩ] ΤΑ ΠΑΝΤΑ, ήμουν ακόρεστη σ” αυτό, ήμουν και διακριτική ωστόσο. Βέβαια είχα, και έχω, τις προτιμήσεις μου, τις εμμονές μου, κι αυτές είναι για κείνα τα αδιόρατα που γλιστρούν απ” το μάτι, ενώ τα έχουμε αιχμαλωτίσει, ή εκείνα που δεν τα πιάνει εύκολα η γλώσσα· αυτά -και οι προεκτάσεις τους- μ” ενδιαφέρουν περισσότερο, με αυτά μοχθώ και αγάλλομαι. Συμφωνώ πάντως μ” εκείνο που λέει ο Μαρκές ότι δεν υπάρχει τίποτα σ” αυτόν ή στον άλλον κόσμο που να είναι άχρηστο για έναν συγγραφέα. Μια παροιμία λέει πως μπέης γίνεσαι, παλικάρι γεννιέσαι. Για τον συγγραφέα -ον μισομαγικό, μισομεθοδικό- θα έλεγα πως γεννιέται και γίνεται εξίσου.

ΥΠΗΡΞΑΝ ΤΡΕΙΣ «ΜΟΙΡΑΙΟΙ» ΔΑΣΚΑΛΟΙ [ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ]. Η δεσποινίς Καλλιρρόη στην Α” Δημοτικού, ο κύριος Αμπατζίδης στην τελευταία τάξη του Λυκείου, μα θα σταθώ τώρα στον τρίτο. Ήμουν δεκαπέντε ή δεκάξι ετών και στο πρώτο μαθητικό εξάμηνο πήρα στα μαθηματικά κάτω από τη βάση. Ανέκαθεν αδύνατη στα μαθηματικά, αλλά αυτό δεν είχε ξαναγίνει, να μην πιάσω ούτε τη βάση, και μου ήρθε πολύ βαρύ. Έφυγαν λοιπόν όλα τα παιδιά απ” το σχολείο, έφυγαν και οι καθηγnτές, κι εγώ κάθισα σε μια γωνία στις σκάλες κι έβαλα τα κλάματα. Πώς θα πάω σπίτΙ, πώs θα πω, τι θα κάνω; Μαύρη απελπισία μ” έδερνε. Ήρθε κοντά μου τότε ένας καθηγητής -είχε ξεμείνει φαίνεται- και με ρώτησε τι έχω. Του είπα, «Εσύ κλαις, βρε Αννούλα. που μας δίνεις τόση χαρά με τις εκθέσεις που γράφεις «μου είπε, «που κάvεις τις ωραίες σκέψεις και μας τις κοιvωvείς;». Με μάγεψε ο λόγos του, με αναπτέρωσε. Συνέχισα να κλαίω, αλλά από συγκίνηση. Άσε που δεν πίστευα ότι μπορούσε να μιλάει έτσι ένας ολόκληρος καθηγητής σε μια μαθήτρια. Έχω να τον δω και να τον ακούσω από “κείνα τα περίεργα κι αλησμόνητα χρόνια, το όνομά του Θανάσης Νικόλτσος, φιλόλογος. Εύχομαι να είναι πάντα καλά.

ΑΠΟ ΜΙΚΡΗ ΕΙΧΑ ΜΙΑ ΣΤΕΝΗ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ «ΚΡΥΜΜΕΝΗ ΖΩΗ» ΤΟΥ ΥΠΝΟΥ. Από ένστικτο, μα και χάρη σε μια υπερήλικη γιαγιά μου ή στην ίδια τη μάνα μου -κυρίως όταν γέρασε κι αυτή-, που συχνά με ρωτούσαν τι όνειρα είδα τη νύχτα που πέρασε. Τα άκουγαν σαν να τα διάβαζαν, σχολίαζαν κάτι ή και τίποτα, πάντως μου κληροδότησαν αυτή τη συμπάθεια ή το δέος για τα όνειρα. Ό,τι κι αν γίνει, έλεγα -και το λέω ακόμα-, εγώ το βράδυ θα ονειρευτώ, θα «φύγω». Είναι για μένα η πιο οικεία, η πιo προσφιλής terra incognita. Πολλές φορές, όταν έρχομαι σε αδιέξοδα, κυρίως αναφορικά με το γράψιμο, έχω την αίσθηση πωs θα βοηθηθώ -έμμεσα βέβαια, υπαινικτικά- από κάποιο όνειρο. Και σπανίως διαψεύδομαι. Επωφελούμαι από τους «τρόπους» του ονείρου, όπως επωφελείται κανείς από έναν καλό δάσκαλο που διαπρέπει στην αφάνεια. Εδώ που τα λέμε, είναι η πιo αναφαίρετη ταυτότητά μας.

[ΦΟΒΙΑ...]ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΑΝ ΗΤΑΝ ΦΟΒΙΑ ΑΚΡΙΒΩΣ, ΜΑ ΚΑΙ ΤΙ ΑΛΛΟ ήταν δεν μπορώ να πω. Όταν ανέβαινα ή κατέβαινα εκείνη την ξύλινη μεγάλη σκάλα στο σπίτι μας, κυρίως από το σούρουπο και μετά. Πριν φτάσω στη μέση, όλα άλλαζαν, νόμιζα πωs μια «σκιά» με κυνηγάει και τσακιζόμουν να προλάβω ν” ανέβω ή να κατέβω πριν με πιάσει! Κράτησε καιρό αυτό, ίσως και χρόνια. Απορώ ακόμα πώς δεν έσπασα τα μούτρα μου καμιά φορά, πώς τη γλίτωσα. Τη φέρνω στη σκέψη μου εκείνη τη σκιά όπως αν πρόκειται για κάποιο ζωντανό πρόσωπο. Δεν μου είναι πλέον καθόλου εχθρική ή απειλητική. Αλλά το ρίγος, ρίγος.

ΑΝ ΗΤΑΝ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΞΑΝΑΓΥΡΙΣΩ Σ” ΕΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ, δεν θα ήθελα ν” αλλάξω] παρακαλώ τίποτα. Ούτε και θα ήθελα ακριβώς να ξαναγυρίσω, δεν βρίσκω νόημα σε τέτοιες σκέψεις ή υποθέσεις. Φρονώ πως δεν υπάρχει «χρυσό ψαλίδι» για ό,τι ήταν όπως ήταν και μας μίλησε όπως μας μίλησε. Η «χρυσή πένα», αν υπάρχει, είναι μια άλλη ιστορία.

Yianna Το κείμενο είναι από συνομιλία της Ζυράννας Ζατέλη με την Ευγενία Φακίνου

Μαράκι στις 9 Ιανουαρίου 2018
Καταλαβαίνεις αµέσως ότι κάτι δεν πάει καλά όταν ακούς από αμετροεπώς χαμογελαστά ζευγάρια σχόλια του τύπου: «Πήγαμε ένα υπέροχο φθινοπωρινό διήμερο στο εξοχικό μας στη Χ. Από τη χαρά του ο (σ.σ. τρίχρονος) Γιάννης δεν κοιμόταν πριν από τις 12 το βράδυ», «Ηταν πολύ ωραία στα εγκαίνια της έκθεσης ζωγραφικής του Χ. Εδωσα στη μικρή τη φρουτόκρεμα από νωρίς και κάθισε ήσυχη στο καρότσι. Οταν άρχισε τα ουρλιαχτά, φύγαμε» ή «Εχουμε σχεδόν μισό χρόνο να βγούμε οι δυο μας. Αλλά είναι τόσο χαριτωμένα όταν τα παρατηρείς να φτιάχνουν τα πρώτα τους σκραμπλ». Κάτι πολύ σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της τέλειας πυρηνικής οικογένειας.
.
Eίναι η λαίλαπα της σημερινής παιδοκεντρικής φαμίλιας. Γονείς που δεν κάνουν απολύτως τίποτα χωρίς τα παιδιά ή τίποτα που να μην έχει σχέση με τα παιδιά. Οχι (απαραιτήτως) επειδή συντρέχουν πρακτικοί και οικονομικοί λόγοι (π.χ. «δεν έχουμε ποιος να το κρατήσει»), αλλά επειδή οι ίδιοι έχουν αναγάγει την ανατροφή των τέκνων τους στο ύψιστο, στο υπέρτατο, στο πανίερο και μοναδικό καθήκον τους απέναντι στον εαυτό τους και στην ανθρωπότητα. Το αποτέλεσμα; Γονείς παντελώς αποστραγγισμένοι από ενέργεια και προσωπικό χρόνο, χωρίς ψήγμα ιδιωτικότητας, που βρίσκουν ευκαιρία για ένα ποτήρι κρασί μόνο στο παιδικό πάρτι, που δεν θα διαβάσουν ποτέ ένα «ενήλικο» βιβλίο, που θα οργανώσουν ευλαβικά το τέλειο playdate αλλά ποτέ ένα boys’ ή ένα girls’ night out, που θα χύσουν αίμα για να μη χάσει ο μικρός τον αγώνα ποδοσφαίρου το πρωί της Κυριακής και ας έχουν γίνει οι ίδιοι μια θλιβερή, πλαδαρή σκιά του παλιού εαυτού τους (μπιροκοιλιά, παντελώς ασεξουαλική περιβολή μέσα και έξω από το σπίτι κ.ά.).
.
Ταξινοµούνται χονδρικά σε τέσσερις συνοµοταξίες. Στους ρέποντες προς τη συστηματική, ηδονική σχεδόν, αυτοθυματοποίηση: «Δεν έχω ποτέ χρόνο… Οι παππούδες μένουν μακριά…». Στους νέας κοπής new age, που θεωρούν ότι η μύηση στο «attachment parenting» («γονεϊκότητα της προσκόλλησης») είναι κάτι σαν PhD. Στους εθισμένους / οκνηρούς με το σταθερό, σιωπηρό μότο: «Εχω συνηθίσει πια να μη βγαίνω ποτέ έξω». Αυτοί έχουν, βέβαια, ένα ελαφρυντικό: τα πρώτα χρόνια που γίνεσαι γονιός είναι αναπόφευκτα δύσκολα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι οφείλεις να απολέσεις διά παντός τον προ-του-τέκνου εαυτό σου και βίο σου. Και, τέταρτον, στους ανεπίδεκτους μαθήσεως, που συνειδητά επιλέγουν το παιδί αντί μιας κανονικής ζωής. Γι’ αυτούς η γονεϊκότητα έχει σχεδόν μετατραπεί στο τέλειο άλλοθι για την απουσία ενδιαφερόντων, σεξουαλικής ζωής, κοινωνικών συναθροίσεων κ.λπ. Και όταν έρθει η ώρα για την «άδεια φωλιά» (όταν δηλαδή το παιδί εγκαταλείψει την οικογενειακή εστία για σπουδές, εργασία ή σύντροφο), η κατάσταση είναι ήδη προκεχωρημένη: «Φωλιά του κούκου».
.
Οι έρευνες καταδεικνύουν πως όταν η γονεϊκότητα γίνεται αυτοσκοπός, η ψυχική υγεία ολισθαίνει. Εν έτει 2012, έρευνα του Πανεπιστημίου Μέρι Ουάσιγκτον της Βιρτζίνια σε γυναίκες ως επί το πλείστον της μεσαίας τάξης, ηλικίας 18-49 ετών, παντρεμένες ή σε μακροχρόνιες σχέσεις, επιβεβαίωσε ακριβώς αυτό.
.
Οι μητέρες που αντιμετωπίζουν τη μητρότητα ως μια κούρσα αντοχής, την οποία μόνο εκείνες μπορούν να φέρουν εις πέρας και από την οποία κανείς και τίποτα δεν πρέπει να τις αποσπά, είχαν πολύ μεγαλύτερες πιθανότητες να εμφανίσουν αγχώδεις διαταραχές και κατάθλιψη. Οι συντάκτες της έρευνας, η οποία δημοσιεύθηκε online στην επιθεώρηση «Journal of Child and Family Studies», κατέληξαν να διερωτηθούν: «Αν η υπερεντατική μητρότητα συνδέεται με τόσο αρνητικές για την ψυχική υγεία τους συνέπειες, τότε γιατί οι γυναίκες επιμένουν να την υιοθετούν;».
.
Oι γονείς της νέας χιλιετίας πνίγουν εαυτόν στον υπερβάλλοντα ζήλο τους να μεγαλώσουν μικροδιαχειριζόμενα, παραχαϊδεμένα, επιτυχημένα παιδιά. Δεν χρειάζονται όμως ενοχές, ούτε αυτομαστίγωμα για να διεκδικήσεις (και να πάρεις) ένα ρεπό. Οπως έγραφε προ μηνών η Λίντσεϊ Ρόμπερτς στην «Washington Post» (σε ένα άρθρο με τίτλο «Why self-care is an important part of parenting, and how to make time for it»): «Το να φροντίζεις τον εαυτό σου δεν είναι εγωιστικό· είναι ό,τι καλύτερο μπορείς να κάνεις για τα παιδιά σου».
πηγή : http://www.themamagers.gr
Γιάννα στις 17 Δεκεμβρίου 2017

Τον Νίκο τον γνώριζα από τότε που γεννήθηκε, ο μπαμπάς του Σαββας είναι καρδιακός μου φίλος  επί 25 χρόνια. Επέλεξε να φύγει από την ζωή..επέλεξε να φύγει στην θάλασσα που τόσο αγαπούσε…Πονάω για τον χαμό του…απύθμενος ο πόνος των γονιών του…Καλό ταξείδι Νίκο μου…

 

….»Ο Νίκος Χατζηνικολάου ήταν ένα πανέξυπνο παιδί που πέρασε τρίτος στο τμήμα εφαρμοσμένων μαθηματικών του Πολυτεχνείου και τις τελευταίες ημέρες βρισκόταν στη Ρόδο για να περάσει μαζί με την οικογένειά του τις ημέρες των γιορτών.

Ο φοιτητής αγνοείτο από τα ξημερώματα της Τρίτης καθώς είχε φύγει από το σπίτι του στην περιοχή Τριαντών Ρόδου με αυτοκίνητο. Βρέθηκε νεκρός μέσα στο αυτοκίνητό του στον πυθμένα της Καμείρου  ΣκΣκάλας.

Ο Νίκος Χατζηνικολάου ήταν γιος της Αντιδημάρχου Τουρισμού του Δήμου Ρόδου, Μαρίζας Χατζηλαζάρου και του Σάββα Χατζηνικολάου, που είναι δημιουργός του μεγάλου καταδυτικού κέντρου με την επωνυμία «Blutopia Marine Park».»…

 

Η «ΕΞΙΣΩΣΗ» ΜΕ ΤΟΝ ΑΓΝΩΣΤΟ Χ

ΤΖΙΝΑ ΔΑΒΙΛΑ (ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΙΚΟ)

Γεννιέσαι και κλαις, γιατί βγήκες από την κοιλιά της μάνας σου.

Περπατάς και κλαίς, γιατί επιμένουν να σε κρατούν στα χέρια ή να σε κρατούν από το χέρι.

Πας στο σχολείο και κλαις, γιατί σε αφήνουν σύξυλο σ’ένα άγνωστο περιβάλλον που θέλει να σου επιβάλλει κανόνες και χρονόμετρα στο παιχνίδι, στα κινούμενα σχέδια, στη διασκέδαση της παιδικής χαράς.

Μπαίνεις στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και κλαις – κρυφά και φανερά – γιατί τελείωσαν τα ψέματα της παιδικής ασφάλειας και αφέλειας, τα ανέμελα όνειρα… πρέπει να μάθεις να σκέφτεσαι σαν «κανονικός» άνθρωπος, να ανταγωνίζεσαι, να προσπαθείς να είσαι ο καλύτερος σε όλα, να βάζεις τρικλοποδιές αν χρειαστεί για να γίνεις ο πρώτος των πρώτων

Μπαίνεις στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και αρχίζεις να σκέφτεσαι σαν κανονικός άνθρωπος… να πειραματιστείς σε ό,τι δεν πρόφτασες να γνωρίσεις καθώς γινόσουν ο «κανονικός» άνθρωπος που ήθελε η κοινωνία σου.

Αναμετριέσαι με τον εαυτό σου, τις αντοχές σου, τις ισχυρές εμμονές σου, την ματαιότητα και την ματαιοδοξία σου.

Αναμετριέσαι με τον ίδιο σου τον εαυτό. Τον πιο σκληρό, τίμιο και υπολήψιμο αντίπαλό σου.

Αναζητάς τις λύσεις στους δικούς σου γρίφους. Βάζεις τον ένα άγνωστο χ πλάϊ στον άλλο άγνωστο χ και ψάχνεις τη λύση.

Κι εσύ που έχεις λύσει άριστα όλες τις επίγειες εξισώσεις της Άλγεβρας και της Γεωμετρίας… να’σου και μια που υπολόγισες λάθος. Δεν σου βγήκε το αποτέλεσμα που περίμενες. Ο άγνωστος, αστάθμητος παράγοντας Χ που σου.. βγήκε με κόκκινο.

Απέτυχε η οργάνωση; Η προετοιμασία; Το αποτέλεσμα; Απλώς η εξίσωση δεν είχε τη λύση που υπολόγισες. Και έφυγες. Ποιος ξέρει ποιοι ήταν οι άγνωστοι χ και ψ; Ποιος μπορεί να βρει τη λύση και να πει με βεβαιότητα ότι ήταν αυτό ή το άλλο συμβαίνει.

Τους ανθρώπους, τους αγαπάμε και όταν φεύγουν μακρυά.

Είτε τους είδαμε να μεγαλώνουν, να γελούν, να δακρύζουν, να θυμώνουν, να ονειρεύονται  ότι σε όλα τα στοιχήματα της ζωής το κέρδος θα ήταν με το μέρος μας, είτε όχι.

Αιώνιο, ζεστό, γαλήνιο Φως, Νίκο, εκεί που γαληνεύει η ψυχούλα σου.

Στην άβυσσο του Καζαντζάκη, που εγώ λέω Φως.

Ταξίδι στο Φως ήταν η δική σου βουτιά στη θάλασσα, εκείνης της «εξίσωσης» που δεν σου βγήκε γιατί ένας Θεός ξέρει γιατί…. Που σου την έσκασε αυτός ο άγνωστος, μοιραίος, απρόβλεπτος συντελεστής χ όλων των μαθηματικών εξισώσεων.

Τα βαθιά και ειλικρινή μου συλλυπητήρια στη Μαρίζα, τον Σάββα, τον Λάζαρο, τον Χρήστο, στις γιαγιάδες και παππούδες.

Με μεγάλο σεβασμό και εκτίμηση υποκλίνομαι σε όλους όσους απέδειξαν ότι το παράστημά τους ωχριά μπρος στο μεγαλείο της ψυχής τους.

Εκείνοι ξέρουν.

 

 

Μαράκι στις 27 Νοεμβρίου 2017
Για το βιβλίο του Massimo Recalcati «Τα χέρια της μητέρας – Επιθυμία, φαντασιώσεις και κληρονομιά της μητέρας» (μτφρ. Χρήστος Πονηρός, εκδ. Κέλευθος).

Για το βιβλίο του Massimo Recalcati «Τα χέρια της μητέρας – Επιθυμία, φαντασιώσεις και κληρονομιά της μητέρας» (μτφρ. Χρήστος Πονηρός, εκδ. Κέλευθος).

Της Κλημεντίνης Βουνελάκη

Με το οιδιπόδειο σύμπλεγμα στον πυρήνα της ψυχαναλυτικής σκέψης, το αίνιγμα της Σφίγγας θα επανέρχεται ολοένα για να βρει τη λύση του. Από την ανακάλυψη της παιδικής σεξουαλικότητας το 1905 από τον Φρόυντ, που ήταν επανάσταση και σκάνδαλο μαζί, ως τις μέρες μας, πλήθος ψυχαναλυτών έχουν βρεθεί αντιμέτωποι με θεμελιώδη ερωτήματα σχετικά με τη λειτουργία του ψυχισμού. Οι ανασκαφές στον αθέατο χώρο της ψυχής αναζητούν το πρώιμο ψυχικό τραύμα και, με άλλα λόγια, την αρχή των πραγμάτων.

Ο Ρεκαλκάτι αποπειράται μια δημιουργική σύνθεση συχνά διαφορετικών προσεγγίσεων. Αντιστέκεται στα κλειστά νοήματα και τις δογματικές αγκυλώσεις μέσα από έναν λόγο μεστό και πυκνό που, χωρίς να ενδίδει στην εύκολη εκλαΐκευση, καταφέρνει να είναι πολυεπίπεδος, ενσωματώνοντας υλικό από την κλινική του εμπειρία, προσωπικές αναμνήσεις και εικόνες από κινηματογραφικές ταινίες.

Ο Μάσσιμο Ρεκαλκάτι, ψυχαναλυτής και μέλος της Ιταλικής Ένωσης Λακανικής Ψυχανάλυσης, εστιάζει την έρευνά του στην τριαδική μορφή του οιδιπόδειου και πιο συγκεκριμένα στις σχέσεις μητέρας-πατέρα-παιδιού. Με αφετηρία τον Φρόυντ και αιχμή του δόρατος τις θεωρήσεις του Λακάν, χωρίς να παραλείψει αναφορές στην αγγλοσαξονική σχολή των αντικειμενοτρόπων σχέσεων (Μέλανι Κλάιν και Ντόναλντ Ουίννικοτ), ο Ρεκαλκάτι αποπειράται μια δημιουργική σύνθεση συχνά διαφορετικών προσεγγίσεων. Αντιστέκεται στα κλειστά νοήματα και τις δογματικές αγκυλώσεις μέσα από έναν λόγο μεστό και πυκνό που, χωρίς να ενδίδει στην εύκολη εκλαΐκευση, καταφέρνει να είναι πολυεπίπεδος, ενσωματώνοντας υλικό από την κλινική του εμπειρία, προσωπικές αναμνήσεις και εικόνες από κινηματογραφικές ταινίες που του έχουν εγγραφεί ανεξίτηλα. Πρόκειται για στοιχεία που συγκροτούν εντέλει την προσωπική του ματιά, μια ματιά επίκαιρη που διαθέτει αμεσότητα, δεν απευθύνεται μόνο σε επαΐοντες, ενώ ταυτόχρονα ευνοεί τον αναστοχασμό.

Μετά το Σύμπλεγμα του Τηλέμαχου και την ενασχόλησή του με τη μορφή του πατέρα, σε αυτό το βιβλίο περνά στην επόμενη γωνία του τριγώνου όπου αποπειράται να φέρει σε πρώτο πλάνο τη σχέση μητέρας-παιδιού. «Προσπαθώ να διερευνήσω το μυστήριο της μητρότητας και πιο συγκεκριμένα αυτό που έχει μείνει από τη μητέρα στην εποχή της παρακμής της πατριαρχικής απεικόνισής της» αναφέρει, εξηγώντας τις προθέσεις του. Γιατί, αν η πατριαρχική κουλτούρα είχε ταυτίσει τη μητέρα με τη θυσία και την αυταπάρνηση συρρικνώνοντας τη γυναικεία υπόσταση και επιθυμία, τις τελευταίες δεκαετίες η εικόνα αυτή έχει ανατραπεί. Με τα κοινωνικά δεδομένα να έχουν αλλάξει, η σεξουαλικότητα έχει αποσυνδεθεί από την τεκνοποίηση, οπότε η γυναίκα συχνά αρνείται τη μητρότητα. Πρόκειται, όπως επισημαίνει ο συγγραφέας, «για δυο αποκλίσεις εξίσου παθολογικές». Η διδασκαλία του Λακάν έδειξε πως η υπόσταση της επιθυμίας της γυναίκας ως μη εξ ολοκλήρου απορροφημένης σε αυτή της μητέρας είναι η ουσιαστική προϋπόθεση ώστε η επιθυμία της να μπορεί να είναι δημιουργική. Μόνο αν δεν είναι ολοκληρωτικά ταυτισμένη με τον μητρικό ρόλο και κρατά την αναγκαία απόσταση, το παιδί μπορεί να βιώσει την απουσία που καθιστά δυνατή την είσοδό του στον κόσμο των συμβόλων και του πολιτισμού.

Από την πατριαρχική μητέρα της θυσίας στη ναρκισσιστική μητέρα

Αυτή η ασυνέχεια της γυναίκας με τη μητέρα αποτελεί σημείο-κλειδί στη θέασή του: Στο θαύμα της γέννησης, είναι αυτή που εκπροσωπεί το όνομα του Άλλου και δεν αφήνει να πέσει η ζωή στο κενό. Χρειάζεται ωστόσο αυτή ακριβώς η έντονη παρουσία της –μέσα από τη στενή της σχέση σώμα με σώμα με το παιδί της– να εμπεριέχει πάντα τη διάσταση της απουσίας. Το παιδί δεν είναι απώτερος σκοπός, ούτε ιδιοκτησία της μητέρας. Μια μητέρα «επαρκώς καλή» (Ουίννικοτ) είναι αυτή που ξέρει να μη δίνεται ολόκληρη στο παιδί της. Ο Νόμος της απαγόρευσης της αιμομιξίας –μέσω της εισβολής του Νόμου του πατέρα που χωρίζει το παιδί από τη μητέρα (βλ. Λακάν)– θέτει όρια στη συγχωνευτική επιθυμία. Φυσικά, η τραυματογόνος στάση της μητέρας είναι ασυνείδητη. Είναι ωστόσο δεδομένο πως το βρεφικό ψυχικό τραύμα, ως πρώιμη τραυματική εμπειρία, συμβάλλει στην εκδήλωση κάποιας ψυχοπαθολογίας στην ενήλικη ζωή του παιδιού – γεγονός που ανιχνεύεται στον ατελή αποχωρισμό του παιδιού από το μητρικό αντικείμενο.

Όταν η μητρική αγάπη καταλήγει στην ενσωμάτωση με το παιδί, στην καταβρόχθισή του, γίνεται αποπνικτική και συμβολικά ανθρωποκτόνα. Το κλειστό ζευγάρι μητέρας-παιδιού γίνεται το πρότυπο μιας σχέσης που δεν μπορεί να υποφέρει καμιά μορφή αποχωρισμού. Αλλά μια σχέση χωρίς αποχωρισμό είναι «σκλαβιά», στερείται επιθυμίας.

Ο Ρεκαλκάτι στο κεφάλαιο που τιτλοφορείται «Η μητέρα-κροκόδειλος» –από συνταρακτικές απεικονίσεις στην υποσαχάρια ή τη μαύρη Αφρική που την απεικονίζουν να καταβροχθίζει τα πλάσματά της–, ακολουθώντας τα ίχνη του Λακάν αλλά και της Κλάιν, δεν διστάζει να παρομοιάσει τη μητρική επιθυμία «με το διάπλατα ανοιχτό στόμα ενός τρομερού κροκόδειλου». Όταν η μητρική αγάπη καταλήγει στην ενσωμάτωση με το παιδί, στην καταβρόχθισή του, γίνεται αποπνικτική και συμβολικά ανθρωποκτόνα. Το κλειστό ζευγάρι μητέρας-παιδιού γίνεται το πρότυπο μιας σχέσης που δεν μπορεί να υποφέρει καμιά μορφή αποχωρισμού. Αλλά μια σχέση χωρίς αποχωρισμό είναι «σκλαβιά», στερείται επιθυμίας. Μια ανάλογη έκπτωση της έννοιας της αγάπης βρίσκεται στο επίκεντρο όλων των παθολογικών εξαρτήσεων (ναρκωτικά κ.λπ). Για την ψυχανάλυση, η κατανόηση της παθολογίας της μητρικής επιθυμίας εδράζεται στη γυναικεία σεξουαλικότητα.

Στον αντίποδα των παραπάνω, η εποχή μας χαρακτηρίζεται από μια ριζική αντιστροφή των όρων της μητρικής παθολογίας. Η σεξουαλική απελευθέρωση του 1960-70 έφερε στο προσκήνιο τη ναρκισσιστική μητέρα που αγαπάει μόνο την εικόνα της (Φρόυντ). «Αυτό που διακυβεύεται εδώ είναι η ασυνείδητη απόρριψη της μητρότητας στο όνομα ενός στείρου ιδανικού της θηλυκότητας» επισημαίνει ο Ρεκαλκάτι, ο οποίος εντάσσει στη συνέχεια σε αυτή την κατηγορία, ως εξαιρετικά έντονη μορφή ναρκισσιστικής γυναίκας, τη Μήδεια του Ευριπίδη. «Η Μήδεια δείχνει ολοφάνερα τη μη ταύτιση ανάμεσα στη γυναίκα και τη μητέρα».

Στην πραγματική ζωή συναντά κανείς μητρικές φιγούρες που συχνά κινούνται αντιφατικά ανάμεσα στις δυο παθολογικά αντίθετες εκδοχές της μητρότητας: έγκλειστα, ασφυκτικά σχήματα της δυάδας μητέρα-παιδί σε έναν κόσμο χωρίς ετερότητα, περιπτώσεις εγκατάλειψης του παιδιού, ή άλλες φορές πάλι μητέρας που κακομεταχειριζόταν την κόρη της. Η αναφορά του Ρεκαλκάτι στη «Φθινοπωρινή σονάτα» του Μπέργκμαν αποτυπώνει την ολέθρια σχέση μητέρας-κόρης, όταν απουσιάζει η αγάπη. Εδώ ο Μπέργκμαν φτάνει σε μια βασική, όσο και μελαγχολική αλήθεια της ψυχανάλυσης: Η απουσία της αγάπης καθιστά τη δυνατότητα του αποχωρισμού πιο δύσκολη και όχι το αντίθετο.

* Η ΚΛΗΜΕΝΤΙΝΗ ΒΟΥΝΕΛΑΚΗ είναι δημοσιογράφος-κριτικός χορού.

Τα χέρια της μητέρας

Επιθυμία, Φαντασιώσεις και Κληρονομιά της μητέρας
Massimo Recalcati
Μτφρ. Χρήστος Πονηρός
Κέλευθος 2017
Σελ. 226, τιμή εκδότη €16,00

 

 

πηγή : https://www.bookpress.gr

Γιάννα στις 7 Μαρτίου 2017

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980,  η κόρη του  Αϊνστάιν, Lieserl δώρισε 1.400 επιστολές, που γράφτηκαν από τον πατέρα της , στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο, με εντολή να μην δημοσιεύσουν το περιεχόμενό τους, μέχρι δύο δεκαετίες μετά το θάνατό του. Αυτή είναι μία από αυτές.

«Όταν πρότεινα τη θεωρία της σχετικότητας, ελάχιστοι με κατάλαβαν, και αυτό που θα αποκαλύψω  τώρα  θα συγκρουστεί με την παρανόηση και την προκατάληψη του κόσμου.

Σου ζητώ να φυλάξεις τα γράμματα για όσο διάστημα χρειαστεί, χρόνια, δεκαετίες, έως ότου η κοινωνία είναι αρκετά προηγμένη για να δεχτεί αυτό που θα εξηγήσω παρακάτω.

Υπάρχει μια εξαιρετικά ισχυρή δύναμη που, μέχρι σήμερα, η επιστήμη δεν έχει βρει επίσημη εξήγηση για αυτήν. Είναι μια δύναμη που περιλαμβάνει και διέπει όλους, είναι πίσω από κάθε φαινόμενο που λειτουργεί στο σύμπαν και δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί από εμάς. Αυτή η παγκόσμια δύναμη είναι η ΑΓΑΠΗ.

Όταν οι επιστήμονες ερεύνησαν για μια ενοποιημένη θεωρία του σύμπαντος ξέχασαν την πιο ισχυρή αόρατη δύναμη. Η αγάπη είναι φως, που φωτίζει αυτούς που δίνουν και  λαμβάνουν. Η αγάπη είναι βαρύτητα, επειδή κάνει τους  ανθρώπους να αισθάνονται έλξη για άλλους. Η αγάπη είναι δύναμη, διότι πολλαπλασιάζει το καλύτερο που έχουμε, και επιτρέπει στην ανθρωπότητα να μην σβήσει στον τυφλό εγωισμό της. Η Αγάπη ξεδιπλώνει και αποκαλύπτει. Για την αγάπη ζούμε και πεθαίνουμε. Αγάπη είναι ο Θεός και  Θεός είναι η Αγάπη.

Η δύναμη αυτή εξηγεί τα πάντα και δίνει νόημα στη ζωή. Αυτή είναι η μεταβλητή που έχουμε αγνοήσει για πολύ καιρό, ίσως γιατί φοβόμαστε την αγάπη, γιατί είναι η μόνη ενέργεια στο σύμπαν που ο άνθρωπος δεν έχει μάθει να οδηγεί κατά βούληση.

Για να δώσω ορατότητα στην  αγάπη, έκανα μια απλή αντικατάσταση στην πιο διάσημη εξίσωση μου. Αν αντί για E = mc2, δεχθούμε ότι η ενέργεια για να θεραπεύσει τον κόσμο μπορεί να επιτευχθεί μέσα από την αγάπη όταν πολλαπλασιάζεται με την ταχύτητα του φωτός στο τετράγωνο, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η αγάπη είναι η πιο ισχυρή δύναμη που υπάρχει, διότι δεν έχει όρια.

Μετά την αποτυχία της ανθρωπότητας στη χρήση και τον έλεγχο των άλλων δυνάμεων του σύμπαντος, που έχουν στραφεί εναντίον μας, είναι επιτακτική ανάγκη να τραφούμε με ένα άλλο είδος ενέργειας …

Αν θέλουμε το είδος μας να επιβιώσει, αν θέλουμε να βρούμε το νόημα της ζωής, αν θέλουμε να σώσουμε τον κόσμο και κάθε ον με αισθήσεις που κατοικεί σε αυτόν , η αγάπη είναι η μία και μοναδική απάντηση.

Ίσως δεν είμαστε ακόμη έτοιμοι να κάνουμε  μια βόμβα αγάπης, μια συσκευή αρκετά ισχυρή ώστε να καταστρέψει εντελώς το μίσος, τον εγωισμό και την απληστία που καταστρέφουν τον πλανήτη.

Ωστόσο, κάθε άτομο φέρει μέσα του μια μικρή αλλά ισχυρή γεννήτρια αγάπης της οποίας η ενέργεια περιμένει να απελευθερωθεί.

Όταν μάθουμε  να δίνουμε  και να λαμβάνουμε  αυτή την παγκόσμια ενέργεια, αγαπητή Lieserl, θα έχουμε επιβεβαιώσει ότι η αγάπη κατακτά τα πάντα, είναι σε θέση να ξεπεράσει τα πάντα, γιατί η αγάπη είναι η πεμπτουσία της ζωής.

Με λυπεί βαθύτατα  που δεν μπόρεσα να εκφράσω  ό, τι έχω  στην καρδιά μου, που χτυπά για σένα μια ζωή.  Ίσως είναι πολύ αργά για να ζητήσω συγγνώμη, αλλά καθώς ο χρόνος είναι σχετικός, πρέπει να σου πω ότι σ αγαπώ και πως χάρη σε εσένα έφτασα  στην τελική απάντηση! «.

 

Ο πατέρας σου,

Άλμπερτ Αϊνστάιν»

 

Γιάννα στις 28 Ιανουαρίου 2017

Να ένας έξυπνος τρόπος για να βοηθηθούν οι μητέρες να επιστρέψουν στη δουλειά τους. Το φαινόμενο της γιαγιάς που φροντίζει τα εγγόνια της περιστασιακά ενώ η μαμά δουλεύει είναι πολύ συνηθισμένο και όλοι είναι ευχαριστημένοι με αυτό. Η μαμά έχει κάποιον που εμπιστεύεται να προσέχει τα παιδιά, η γιαγιά περνά δημιουργικά το χρόνο της και τα εγγόνια επωφελούνται με την επαφή και τη σχέση με τη γιαγιά. Ωστόσο, στην Τουρκία οι γιαγιάδες θα έχουν ένα επιπλέον κίνητρο. © flickr.com/SuzanneShahar Η Τουρκία ξεκινά το Φεβρουάριο ένα νέο πιλοτικό πρόγραμμα σύμφωνα με το οποίο θα καταβάλλει μισθό στις άνεργες γιαγιάδες ή σε εκείνες που έχουν βγει στην σύνταξη και οι οποίες φροντίζουν τα εγγόνια τους κατά τις εργάσιμες ημέρες. Αυτό αποτελεί μέρος ενός νέου προγράμματος που ονομάζεται Εθνική Κινητοποίηση στην Εργασιακή Ζωή με σκοπό την ενίσχυση της απασχόλησης για τις νεαρές μητέρες. Το νέο αυτό πρόγραμμα θα είναι διαθέσιμο σε οικογένειες όπου η μητέρα εργάζεται με μειωμένο ωράριο. Ο στόχος είναι να αναλάβουν περισσότερες γιαγιάδες μέρος της ανατροφής των παιδιών και να μπορέσουν στη συνέχεια η μητέρες να περάσουν στην πλήρη απασχόληση. Για την προσφορά τους θα αμείβονται με 400 τουρκικές λίρες, ήτοι 99 περίπου ευρώ το μήνα. Το πιλοτικό αυτό πρόγραμμα αυτό σκοπεύει να βοηθήσει την αύξηση των γυναικών στην εργασία. © flickr.com/AnneWilson Το πρόγραμμα θα ξεκινήσει τον επόμενο μήνα στη Σμύρνη και στην Μπούρσα και θα συμπεριλαμβάνει περίπου 1.000 οικογένειες. Μετά από μια δοκιμαστική περίοδο έξι μηνών θα συμπεριλαμβάνει περισσότερες περιοχές και μεγαλύτερο αριθμό οικογενειών. Παρόλο που το συγκεκριμένο μέτρο μοιάζει θετικό δεν έχουν όλοι την ίδια άποψη. Σύμφωνα με την Πρωτοβουλία Απασχόλησης και Εργασίας των Γυναικών, το συγκεκριμένο πρόγραμμα αποτελεί μια προσπάθεια της κυβέρνησης της χώρας να αποφύγει τη δημόσια μέριμνα και φροντίδα των παιδιών προσχολικής ηλικίας.

Aπό tilestwra.gr

Σταυρούλα στις 7 Ιανουαρίου 2017

Νόμοι και κανόνες, άγραφοι ή όχι, στο σχολείο, στα μέσα μαζικής μεταφοράς, στη δουλειά, στα καταστήματα, οπουδήποτε υπάρχει κοινωνική συναναστροφή και ανάγκη για οριοθέτηση. Απαραίτητοι για να ορίσουν τι πρέπει και τι δεν πρέπει μεταξύ των ανθρώπων και του χώρου που αυτοί βρίσκονται.

Τι θα γίνονταν στους δρόμους χωρίς το κώδικα οδικής κυκλοφορίας ή στη θάλασσα χωρίς τους αντίστοιχους κανόνες για τη ναυσιπλοΐα; Χάος και αταξία στην προσπάθεια όλων να φτάσουν στον προορισμό τους. Και στην οικογένεια το θεμέλιο λίθο της κοινωνίας τι γίνεται με τους κανόνες;
Οι κανόνες μέσα στην οικογένεια είναι απαραίτητοι πρώτα από όλα για να κάνουν λειτουργική τη συμβίωση των ανθρώπων κάτω από την ίδια στέγη και μετά ιδιαίτερα όταν υπάρχουν παιδιά για να θέσουν τα αναγκαία όρια. Και πραγματικά τα παιδιά έχουν ανάγκη για οριοθέτηση που τους προσφέρει το αίσθημα της ασφάλεια σε αντίθεση με μια ξέφρενη ελευθέρια, που παρόλο που φαίνεται ότι τη ζητούν απελπισμένα, θα τους δημιουργούσε σύγχυση, έντονο άγχος και ανασφάλεια. Η οικογένεια λοιπόν λειτουργώντας σαν ένα σύστημα που σκοπό έχει την ωρίμανση των ατόμων που την απαρτίζουν ορίζει τους δικούς της κανόνες, ανάλογα με τις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες που υπάρχουν, που αφορούν τη σχέση των μελών μεταξύ τους και τις σχέσεις που αναπτύσσονται με τον κοινωνικό περίγυρο.

Όμως για να μπορούν οι κανόνες να εξυπηρετούν το σκοπό τους και να είναι λειτουργικοί θα πρέπει να έχουν κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Πρώτα από όλα θα πρέπει να είναι ξεκάθαροι για να μην υπάρχουν παρανοήσεις, πολύ περισσότερο όταν υπάρχουν παιδιά που εύκολα μπορούν να μπερδευτούν, θα πρέπει να είναι δίκαιοι, κατάλληλοι για την κάθε περίπτωση, εκσυγχρονισμένοι, δηλαδή να είναι σύμφωνα με τις ανάγκες που έχουν παρουσιαστεί τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο και όχι με αυτές που μπορεί να υπήρχαν στο παρελθόν και τέλος και για ορισμένες περιπτώσεις δεν θα πρέπει να είναι άκαμπτοι. Όταν λοιπόν πληρούν αυτές τις προϋποθέσεις μπορούν να θεωρηθούν λειτουργικοί και ότι εξυπηρετούν το στόχο τους.

Επομένως η παραβίαση τους θα πρέπει να έχει και τις ανάλογες «συνέπειες». Ιδιαίτερα στα παιδιών, που αρέσκονται να δοκιμάζουν τα όρια μας και το μέχρι που μπορούν να φτάσουν, και αφού εξεταστούν όλα τα παραπάνω είναι αναγκαία η επισήμανση της παραβίασης των κανόνων και η επιβολή της προκαθορισμένης συνέπειας (στέρηση τηλεόρασης, ηλεκτρονικού παιχνιδιού, σύντομη παραμονή στο δωμάτιο). Εδώ θα πρέπει να επισημάνουμε ότι σε καμία περίπτωση δεν εννοούμε οτιδήποτε περιέχει σωματική, ψυχολογική ή λεκτική βία. Η στέρηση, σε λογικά πλαίσια, των δραστηριοτήτων που αρέσουν στο παιδί είναι αρκετή για τη μη συμμόρφωσης του με τους κανόνες. Η μη επιβολή των προκαθορισμένων κάνει τους γονείς να φαίνονται αναξιόπιστοι και ασυνεπείς σε αυτά που λένε και πράττουν.

Εκτός όμως από αυτούς τους φανερούς κανόνες υπάρχουν και κάποιοι άλλοι βαθύτεροι και κρυφοί που κάνουν το ακριβώς αντίθετο. Δύσκολα εντοπίζονται και αφορούν την ελευθερία του σχολιασμού. Συνήθως αυτοί οι άγραφοι νόμοι απαγορεύουν στα άτομα της οικογένειας να αναφέρονται σε συγκεκριμένα θέματα. Έτσι μπορεί να είναι η απαγόρευση της έκφρασης κάποιου συναισθήματος, ιδιαίτερα αυτών που χαρακτηρίζονται λανθασμένα σαν αρνητικά, η αναφορά σε δυσάρεστες καταστάσεις, σε κάποιο μυστικό της οικογένειας που αφορά το παρελθόν ή το παρών, σε κάτι που σχετίζεται με το σώμα είτε πρόκειται για κάποια ιδιαιτερότητα ενός μέλους της οικογένειας είτε πρόκειται για ερωτήματα που έχουν περισσότερο οι έφηβοι σχετικά με την ανάπτυξη τους και γενικά σε θέματα που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως ταμπού.
Η μη ελευθερία στο σχολιασμό και οι άγραφοι κανόνες που ισχύουν μπορούν να δημιουργήσουν κυρίως στα παιδιά αποξένωση και μείωση της αυτοεκτίμησης τους. Η απαγόρευση της έκφρασης για αυτά που αισθάνονται, καταλαβαίνουν, βιώνουν και τους προβληματίζουν δηλαδή για τις εμπειρίες της ζωή τους που έχουν ανάγκη να συζητήσουν λειτουργεί ανατρεπτικά για την ωρίμανση και την ανάπτυξη τους. Η συζήτηση με κατανόηση και ο ελεύθερος σχολιασμός με σεβασμό μέσα σε ένα ανθρώπινο οικογενειακό πλαίσιο μπορεί να έχει πολύ μεγαλύτερα οφέλη από την αποσιωπήσει και το κουκούλωμα.
Επομένως σίγουρα οι κανόνες είναι χρήσιμοι, κανόνες σωστοί και λειτουργικοί που διευκολύνουν και δεν δυσκολεύουν, που παρέχουν όρια και ασφάλεια. Στην οικογένεια, το κύτταρο της κοινωνίας, οι απαραίτητες απαγορεύσεις αλλά και η απαραίτητη ελευθερία δίνουν την δυνατότητα για την ωρίμανση και εξέλιξη των μελών της, μεγαλύτερων και μικρότερων και κατ’ επέκταση της ίδιας της κοινωνίας.
Πηγές:
•Σατίρ, Β. (1988),Πλάθοντας ανθρώπους, Στυλιανούδη Λ. (μεταφ.), Νίκας Αγγ. (επιμ.), Εκδόσεις Κέδρος.
•Καππάτου Α. (2013), Μεγαλώστε ευτυχισμένα παιδία, Εκδόσεις Μίνωας.
________
~ maxmag.gr
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Μαράκι στις 1 Νοεμβρίου 2016

 (από τη Σταυρούλα)

“Κάθε ημέρα ξυπνάμε ελαφρώς αλλαγμένοι κι ο άνθρωπος που ήμασταν χτες, έχει πεθάνει”, έγραψε ο John Updike, “τότε γιατί φοβόμαστε τον θάνατο, αφού έρχεται πάντα;” 

 

Ενώ μισό αιώνα νωρίτερα ο Montaigne είχε θέσει το ίδιο ερώτημα λίγο διαφορετικά:

“Το να θρηνούμε ότι δε θα ζούμε σε εκατό χρόνια από τώρα, είναι το ίδιο τρελό με το να λυπόμαστε, γιατί δεν ήμασταν ζωντανοί εκατό χρόνια πριν.” 

Αν το ερώτημα και η ιδέα του θανάτου παραμένουν άλυτα στο μυαλό των ενηλίκων, τότε πώς και πόσο, πραγματικά, μπορούν τα παιδιά να καθησυχάσουν μέσα από την κατανόηση και την παρηγόρια;

Το βιβλίο, που προστίθεται με αξιώσεις στη σειρά βιβλίων που σκοπό έχουν να βοηθήσουν τα παιδιά να κατανοήσουν την έννοια του θανάτου, φέρει τον υπέροχο τίτλο:  Cry, Heart, But Never Break (public library), και ανήκει στον αγαπημένο Δανό συγγραφέα παιδικών βιβλίων Glenn Ringtved, με την εικονογράφηση της Charlotte Pardi.

Ο Ringtved έχει εμπνευστεί από την δική του προσωπική ιστορία – όταν η μητέρα του πέθαινε, πάσχιζε να εξηγήσει στα παιδιά του τί συνέβαινε και τότε η ίδια η μητέρα του βοήθησε με μια συμβουλή της: “Κλάψε, Καρδιά, αλλά ποτέ μην σπάσεις.” Ήταν ο τρόπος της να βεβαιώσει τα παιδιά ότι είναι καλύτερο να επιτρέπουμε, παρά να περιορίζουμε την βαθιά θλίψη της απώλειας, που μετά θα τυλιχτεί μέσα στην ολότητα της ζωής, η οποία θα συνεχίσει να ξετυλίγεται.

Η ιστορία ξεκινάει έξω από ένα “μικρό και αναπαυτικό σπίτι”, όπου κατοικούν τέσσερα παιδιά και η γιαγιά τους. Ο Χάρος έχει αφήσει το δρεπάνι του έξω από την πόρτα, επειδή δεν ήθελε να τρομάξει τα παιδιά, μια κίνηση απρόσμενης τρυφερότητας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μέσα στο σπίτι, κάθεται μαζί με τα παιδιά στο τραπέζι της κουζίνας, όπου μόνο το μικρότερο από όλα, η Leah, τολμάει να τον κοιτάξει στα μάτια.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

(Το σπουδαίο με την εικονογράφηση της Pardi είναι ότι ακόμα και ο Χάρος δείχνει λυπημένος, σχεδόν απελπισμένος.)

Ενώ τα παιδιά ακούν τη γιαγιά τους να αναπνέει βαριά και με δυσκολία από τον επάνω όροφο, καταλαβαίνουν ότι ο Χάρος έχει έρθει γι΄αυτήν κι ότι δεν έχει πολύ χρόνο, προσπαθούν να τον καθυστερήσουν. Πιστεύοντας ότι ο Χάρος δουλεύει μόνο τη νύχτα, συνεχίζουν να του γεμίζουν διαρκώς το ποτήρι του με καφέ, μέχρι να έρθει το ξημέρωμα και υποχρεωθεί να φύγει.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αλλά έρχεται η στιγμή που ο Χάρος φέρνει το κοκαλιάρικο του χέρι επάνω από το ποτήρι, δείχνοντας ότι ήρθε η ώρα. Τότε η Leah παίρνει το χέρι του στο δικό της και τον παρακαλάει να μην πάρει τη γιαγιά της.

Γιατί πρέπει να φύγει η γιαγιά;

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

“Λένε μερικοί ότι η καρδιά του Χάρου είναι νεκρή και μαύρη, σαν ένα κομμάτι κάρβουνο, αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια. Κάτω από τον μανδύα του, η καρδιά του είναι τόσο κόκκινη όσο το πιο όμορφο ηλιοβασίλεμα και πάλλεται με την μεγαλύτερη αγάπη για την ζωή.”

Ο Χάρος που έχει κατακλύστεί από τη συμπάθειά του για τα παιδιά, αποφασίζει να τους πει μια ιστορία, για να μπορέσει να τους εξηγήσει γιατί ο θάνατος είναι κάτι φυσιολογικό και απαραίτητο.

-Σε μια κοιλάδα ζούσαν δύο αδελφοί, ο Sorrow και ο Grief, οι οποίοι περνούσαν τις ημέρες τους “αργά και βαριά” γιατί ποτέ δεν κοιτούσαν ψηλά, ποτέ δεν έβλεπαν πέρα από τις σκιές στις κορυφές των λόφων.”

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πέρα από αυτές τις σκιές, έμενα δύο αδελφές που τις έλεγαν Joy και Delight.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

“Ήταν έξυπνες και λαμπερές και οι ημέρες τους ήταν γεμάτες ευτυχία. Υπήρχε μόνο μια σκιά, η αίσθηση ότι κάτι τους έλλειπε. Δεν γνώριζαν τί ήταν, αλλά ένιωθαν ότι δεν μπορούσαν να απολαύσουν ολοκληρωτικά την ευτυχία τους.”

Όσο ο Χάρος συνεχίζει αφηγείται, η Leah κουνάει το κεφάλι της, δείχνοντας να μαντεύει τί πρόκειται να γίνει στην ιστορία: τα αγόρια και τα κορίτσια συναντιούνται και ερωτεύονται. Δύο τέλεια ισορροπημένα ζευγάρια, Στενάχωρος (Sorrow) και Χαρά (Joy), Θλιμμένος (Grief) και Απόλαυση (Delight).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Λέει ο Χάρος: “Είναι το ίδιο με τη ζωή και το θάνατο…Τί θα άξιζε η ζωή εάν δεν υπήρχε ο θάνατος; Ποιος θα απολάμβανε τον ήλιο, εάν δεν έβρεχε ποτέ; Θα λαχταρούσες για την ημέρα, εάν δεν υπήρχε η νύχτα;”

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Όταν τελικά ο Χάρος ξεκινάει να ανέβει τις σκάλες, το μικρότερο αγόρι σηκώνεται, για να τον εμποδίσει, αλλά ο μεγαλύτερος αδελφός του βάζει με θλίψη το χέρι του στον ώμο και τον αποθαρρύνει ήρεμα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

“Λίγα λεπτά αργότερα τα παιδιά άκουσαν το παράθυρο του επάνω ορόφου να ανοίγει. Και μετά, με μια φωνή κάπου ανάμεσα σε θρήνο και ψίθυρο, τον Χάρο να λέει: “Πέτα ψυχή. Πέτα, πέτα μακριά.”

Τρέχουν επάνω. Η γιαγιά έχει πεθάνει. Μια στιγμή μεγάλης στεναχώριας που εξελίχθηκε σε μια στιγμή θερμής γαλήνης.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

-Οι κουρτίνες κουνιούνταν από το δροσερό πρωινό αεράκι. Κοιτώντας τα παιδιά, είπε ο Χάρος σιγανά: “Κλάψε, Καρδιά, αλλά ποτέ μην σπάσεις. Άσε τα δάκρυα της θλίψης και της στεναχώριας σου να βοηθήσουν να ξεκινήσει μια νέα ζωή.”

Μετά έφυγε.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

“Ακόμη και αργότερα, όταν τα παιδιά άνοιγαν το παράθυρο, σκέφτονταν τη γιαγιά τους. Κι όταν το πρωινό αεράκι χάιδευε τα πρόσωπά τους, μπορούσαν να νιώσουν το άγγιγμά της.”

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

πηγή : http://antikleidi.com

 

Γιάννα στις 16 Οκτωβρίου 2016

H αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω πώς καταφέραμε να επιβιώσουμε…

Ήμαστε μια γενιά σε αναμονή:

περάσαμε την παιδική μας ηλικία περιμένοντας.

Έπρεπε να περιμένουμε δύο ώρες μετά το φαγητό πριν κολυμπήσουμε, δύο ώρες μεσημεριανό ύπνο για να ξεκουραστούμε και τις Κυριακές έπρεπε να μείνουμε νηστικοί όλο το πρωί για να κοινωνήσουμε.

Ακόμα και οι πόνοι περνούσαν με την αναμονή…

Κοιτάζοντας πίσω, είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι είμαστε ακόμα ζωντανοί… Εμείς ταξιδεύαμε σε αυτοκίνητα χωρίς ζώνες ασφαλείας και αερόσακους. Κάναμε ταξίδια 10 και 12 ωρών, πέντε άτομα σε ένα Φιατάκι και δεν υποφέραμε από το «σύνδρομο της τουριστικής θέσης».

Δεν είχαμε πόρτες, παράθυρα, ντουλάπια και μπουκάλια φαρμάκων ασφαλείας για τα παιδιά.. Ανεβαίναμε στα ποδήλατα χωρίς κράνη και προστατευτικά, κάναμε ωτο-στοπ, καβαλάγαμε μοτοσικλέτες χωρίς δίπλωμα. Οι κούνιες ήταν φτιαγμένες από μέταλλο και είχαν κοφτερές γωνίες.

Ακόμα και τα παιχνίδια μας ήταν βίαια. Περνάγαμε ώρες κατασκευάζοντας αυτοσχέδια αυτοκίνητα για να κάνουμε κόντρες κατρακυλώντας σε κάποια κατηφόρα και μόνο τότε ανακαλύπταμε ότι είχαμε ξεχάσει να βάλουμε φρένα. Παίζαμε «μακριά γαϊδούρα» και κανείς μας δεν έπαθε κήλη ή εξάρθρωση..

Βγαίναμε από το σπίτι τρέχοντας το πρωί, παίζαμε όλη τη μέρα και δεν γυρνούσαμε στο σπίτι παρά μόνο αφού είχαν ανάψει τα φώτα στους δρόμους. Κανείς δεν μπορούσε να μας βρει. Τότε δεν υπήρχαν κινητά. Σπάγαμε τα κόκκαλα και τα δόντια μας και δεν υπήρχε κανένας νόμος για να τιμωρήσει τους «υπεύθυνους»

Ανοίγανε κεφάλια όταν παίζαμε πόλεμο με πέτρες και ξύλα και δεν έτρεχε τίποτα. Ήταν κάτι συνηθισμένο για παιδιά και όλα θεραπεύονταν με λίγο ιώδιο ή μερικά ράμματα.. Δεν υπήρχε κάποιος να κατηγορήσεις παρά μόνο ο εαυτός σου. Είχαμε καυγάδες και κάναμε καζούρα ο ένας στον άλλος και μάθαμε να το ξεπερνάμε.

Τρώγαμε γλυκά και πίναμε αναψυκτικά, αλλά δεν ήμασταν παχύσαρκοι. Ίσως κάποιος από εμάς να ήταν χοντρός και αυτό ήταν όλο. Μοιραζόμασταν μπουκάλια νερό ή αναψυκτικά ή οποιοδήποτε ποτό και κανένας μας δεν έπαθε τίποτα. Καμιά φορά κολλάγαμε ψείρες στο σχολείο και οι μητέρες μας το αντιμετώπιζαν πλένοντάς μας το κεφάλι με ζεστό ξύδι.

Δεν είχαμε Playstations, Nintendo 64, 99 τηλεοπτικά κανάλια, βιντεοταινίες με ήχο surround, υπολογιστές ή Ιnternet. Εμείς είχαμε φίλους..

Κανονίζαμε να βγούμε μαζί τους και βγαίναμε.. Καμιά φορά δεν κανονίζαμε τίποτα, απλά βγαίναμε στο δρόμο και εκεί συναντιόμασταν για να παίξουμε κυνηγητό, κρυφτό, αμπάριζα… μέχρι εκεί έφτανε η τεχνολογία. Περνούσαμε τη μέρα μας έξω, τρέχοντας και παίζοντας.

Φτιάχναμε παιχνίδια μόνοι μας από ξύλα.. Χάσαμε χιλιάδες μπάλες ποδοσφαίρου. Πίναμε νερό κατευθείαν από τη βρύση, όχι εμφιαλωμένο, και κάποιοι έβαζαν τα χείλη τους πάνω στη βρύση. Κυνηγούσαμε σαύρες και πουλιά με αεροβόλα στην εξοχή, παρά το ότι ήμασταν ανήλικοι και δεν υπήρχαν ενήλικοι για να μας επιβλέπουν.

Πηγαίναμε με το ποδήλατο ή περπατώντας μέχρι τα σπίτια των φίλων και τους φωνάζαμε από την πόρτα. Φανταστείτε το! Χωρίς να ζητήσουμε άδεια από τους γονείς μας, ολομόναχοι εκεί έξω στο σκληρό αυτό κόσμο! Χωρίς κανέναν υπεύθυνο! Πώς τα καταφέραμε;

Στα σχολικά παιχνίδια συμμετείχαν όλοι και όσοι δεν έπαιρναν μέρος έπρεπε να συμβιβαστούν με την απογοήτευση. Κάποιοι δεν ήταν τόσο καλοί μαθητές όσο άλλοι και έπρεπε να μείνουν στην ίδια τάξη. Δεν υπήρχαν ειδικά τεστ για να περάσουν όλοι. Τι φρίκη!

Κάναμε διακοπές τρεις μήνες τα καλοκαίρια και περνούσαμε ατέλειωτες ώρες στην παραλία χωρίς αντηλιακή κρέμα με δείκτη προστασίας 30 και χωρίς μαθήματα ιστιοπλοΐας, τένις ή γκολφ.

Φτιάχναμε όμως φανταστικά κάστρα στην άμμο και ψαρεύαμε με ένα αγκίστρι και μια πετονιά. Ρίχναμε τα κορίτσια κυνηγώντας τα, όχι πιάνοντας κουβέντα σε κάποιο chat room και γράφοντας : ) : D : R

Είχαμε ελευθερία, αποτυχία, επιτυχία και υπευθυνότητα και μέσα από όλα αυτά μάθαμε και ωριμάσαμε.

Αν εσύ είσαι από τους «παλιούς»… συγχαρητήρια! Είχες την τύχη να μεγαλώσεις σαν παιδί…

 

Από fanpage.gr

 

 

 

Μαράκι στις 24 Αυγούστου 2016

Της Αγγελικής Μπολουδάκη

«Για να καταλάβεις την καρδιά και το μυαλό ενός ανθρώπου, δες τι σε εμπνέει να κάνεις» – Χαλίλ Γκιμπράν

Η σχέση ανθίζει στην αμοιβαιότητα των συναισθημάτων, στην αποδοχή και στην επιθυμία και χάρη σε αυτά ριζώνει, γίνεται ένα πλατύφυλλο δέντρο, όπου εμείς στην σκιά του χαιρόμαστε την δροσιά του και τη μοιραζόμαστε γενναιόδωρα μεταξύ μας. Για να μπορούμε όμως να χαρούμε με την μέθεξη που δημιουργεί η σχέση, χρειάζεται ο ψυχισμός μας να διακρίνεται από συναισθηματική επάρκεια, ώστε να μπορέσουμε να αναγνωρίσουμε και να εκτιμήσουμε αυτό που μας προσφέρεται, για να αποδεχτούμε την προσφορά.

Ο ψυχικός μας ιστός χρειάζεται να διακρίνεται από πυκνότητα και συνοχή, ώστε οποιοδήποτε συναισθηματικό ερέθισμα νιώθουμε, να το καλοδεχόμαστε ακουμπώντας το στη σχέση αν είναι ωφέλιμο, ενώ, αν αντηχεί δυσάρεστα συναισθήματα, να το φιλτράρουμε προσεκτικά. Αν η ψυχική δυσκολία προέρχεται από δικά μας δύσκολα κομμάτια, που εμποδίζουν την χαρά, να το επεξεργαζόμαστε, ενώ, αν προέρχεται από νοσηρές συμπεριφορές άλλων, να αποσυρόμαστε από εκείνους, ώστε να διαφυλάξουμε την ψυχική μας υγεία.

Εάν είμαστε ώριμοι συναισθηματικά, είναι εύκολο να διακρίνουμε την επιβεβαίωση από την εκτίμηση. Η εκτίμηση σχετίζεται με την ικανότητά μας να αγαπάμε, ενώ η επιβεβαίωση αφορά στην ανάγκη μας να αισθανθούμε αξία. Την επιβεβαίωση την εισπράττουμε στις κοινωνικές σχέσεις μας μέσα από την εργασία μας, τη δημιουργικότητά μας, τα ιδιαίτερά μας χαρίσματα τα οποία τα μοιραζόμαστε με τους άλλους και εκείνοι τα θαυμάζουν. Την εκτιμάμε όταν μας προσφέρεται, αλλά είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι εστιάζεται στα σημεία μας, τα οποία με κάποιο τρόπο εξελίσσουν τους άλλους, αλλά και εμάς γιατί τα αποδεχόμαστε περισσότερο.

Η εκτίμηση αφορά στις προσωπικές μας σχέσεις, όπου αισθανόμαστε ευγνωμοσύνη για τη συναισθηματική ανταπόκριση των ανθρώπων μας και θαυμάζουμε ο ένας τον άλλον για την προσωπικότητά του και τα επιτεύγματά του. Νοιαζόμαστε για τον άνθρωπο που εκτιμάμε και έχουμε επίγνωση της αξίας που έχει ο καθένας στη ζωή μας, αλλά και στην επιθυμία μας για ζωή. Στην εκτίμηση υπάρχει η ελευθερία να καλλιεργεί ο καθένας τον εαυτό του, ενώ κάθε φορά που εξελισσόμαστε εμπεριέχουμε και τον άνθρωπό μας, επειδή υπάρχει σεβασμός μεταξύ μας.

Η επιβεβαίωση στοχεύει στο σημείο, που θαυμάζει κάποιος, όσο διαρκεί, όπου ωφελείται από αυτό, χωρίς όμως απαραίτητα να γίνεται καλύτερος ο εαυτός του, γιατί για αυτό χρειάζεται δέσμευση. Η εκτίμηση εστιάζει στην προσωπικότητα των ανθρώπων που ενδιαφέρονται ο ένας για τον άλλον και ο θαυμασμός που νιώθουν παραμένει ανεπηρέαστος από επιτυχίες ή αποτυχίες, γιατί αισθάνονται πιο όμορφα με τον εαυτό τους αλλά και με τον άλλο άνθρωπο που μοιράζονται συναισθηματικά δώρα αγάπης.

Εάν εκτιμάμε κάθε πτυχή του εαυτού μας, είναι πιο εύκολο να αναζητήσουμε στην πηγή της αγάπης τους ανθρώπους μας και να μην παρασυρθούμε από καθρεφτίσματα που αντανακλούν τα ελλείμματα μας. Όσο πιο ολοκληρωμένη μορφή έχει η εικόνα μας στο νοητό μας καθρέφτη, τα αιτήματα που απευθύνουμε στους ανθρώπους μας είναι αιτήματα αγάπης, που πηγάζουν από την επιθυμία μας να τους συναντήσουμε μέσα από μια αμοιβαιότητα εκτίμησης.

Εάν όμως η απουσία καθρεφτίσματος σκίασε την ύπαρξη μας, χρειάζεται να διαφοροποιηθούμε από μια εικόνα, θαμπή στο σύνολό της ή σε μέρη της, την οποία δανειστήκαμε, προκειμένου να επιβεβαιωθεί η ύπαρξή μας και να αποκτήσει ομοίωμα ο εαυτός μας. Χρειάζεται να προσπαθήσουμε να θωρακίσουμε την αξία μας, αγαπώντας τον εαυτό μας. Ξεφυλλίζοντας τις μνήμες μας, κατανοούμε το παιδί μέσα μας που έκανε λάθη από άγνοια.

Προστατεύουμε τα συναισθήματά του με μητρικό και πατρικό τρόπο νουθετώντας το, ώστε να συνειδητοποιήσει πως το κάθε μάθημα ζωής που έλαβε από τα βιώματά του ήταν πολύτιμο στάλαγμα στην ύπαρξή του. Οι όμορφες εμπειρίες ανθίζουν τη ζωή μας, οι δυσάρεστες, όταν επιβεβαιώσουμε τον εαυτό μας πως άξιζε να τις ζήσουμε, μας μαθαίνουν να δίνουμε αξία και να δεσμευόμαστε με ό,τι ηχεί μελωδικά στην καρδιά μας.

Αν όμως δεν επιβεβαιώσουμε εμείς τον εαυτό μας με καθησυχαστικά λόγια που θα μας κάνουν να αισθανθούμε περήφανοι για μας, η κάθε κίνησή μας θα στρέφεται απεγνωσμένα στους άλλους, ώστε να θαμπωθούμε από την αντανάκλαση που θα δούμε στο βλέμμα τους, ελπίζοντας στην εκτίμησή τους. Θα επιζητάμε μια όαση, όχι για να μοιραστούμε συναισθήματα, αλλά γιατί φανταζόμαστε πως στον αντικατοπτρισμό της θα αποκατασταθεί η εικόνα μας και θα αναστυλωθεί η αξία μας. Θα εξαρτιόμαστε από εκείνους και θα γινόμαστε πιόνια στις διαθέσεις τους γιατί ως τρεμάμενα σχήματα θα προσμένουμε την κίνηση τους, για να σταθεροποιήσουμε τη μορφή μας και να μη μείνουμε μόνο περιγράμματα.

Θα ξοδεύουμε αλόγιστα την ψυχή μας, προσπαθώντας να εξαγοράσουμε τα συναισθήματά τους, έχοντας την ψευδαίσθηση πως όσο προσφερόμαστε στο βωμό ως θυσία, τόσο οι άλλοι θα διακρίνουν το μέγεθος της αξίας μας, για να το χωρέσουμε και εμείς. Θα τρέφουμε την αυταπάτη πως χάρη στο επιβεβαιωτικό τους βλέμμα κάθε αρνητικό θα το μετατρέψουμε σε πηγή θετικής ακτινοβολίας, οπότε η δική μας ανάγκη θα μετουσιωθεί σε επιθυμία για ζωή και ο έρωτας θα αναγεννηθεί μέσα μας.

Προσαρμοσμένοι σε αιτήματα άλλων, χάνουμε τον αληθινό μας καθρέφτη. Υποταγμένοι ενός ψευδούς εαυτού, για να ικανοποιήσουμε αυτό που επιθυμούν οι άλλοι για μας, χάνουμε την αλήθεια μας και πορευόμαστε με ένα εαυτό που δεν είναι δικός μας. Εάν προσαρμοστούμε σε προσδοκίες άλλων, σε ανεκπλήρωτες ανάγκες, προκειμένου να βρούμε τον δρόμο μας στη ζωή, η πορεία μας γίνεται μονόδρομος όπου δεν υπάρχει χώρος για προσωπικές αναζητήσεις, ελευθερία, ψυχική ανάταση, εμπιστοσύνη στη ζωή και αγάπη για αυτήν και φυσικά χάνουμε την εκτίμησή μας προς εμάς.

Ακολουθούμε τυφλά μονοπάτια άλλων που υπόσχονται αντανακλάσεις, προσπαθώντας να επιβεβαιώσουμε τις δικές μας πορείες, γιατί δεν αποδεχόμαστε αυτό που είμαστε, λες και έχουμε απεγνωσμένα την ανάγκη να γίνουμε κάτι άλλο μακρινό, σχεδόν εξόριστο που δεν μπορούμε να το φτάσουμε. Η τέλεια σιλουέτα, το ιδανικό πρόσωπο, η αψεγάδιαστη συμπεριφορά, η αλάνθαστη τελειότητα, η άφθαρτη νεότητα. Πίσω από αυτήν την ατέρμονη αναζήτηση κρύβεται το αίτημά μας για αγάπη. Ένα αίτημα σιωπηλό, αθόρυβο, που πνίγεται κάθε φορά που ξεπροβάλλει, για να μας απευθυνθεί να το αποδεχτούμε, για να μπορέσουμε να το προφέρουμε.

Έχουμε ανάγκη να μας αγαπήσουμε με τις μικρές αλλά και τις μεγάλες μας αδυναμίες, με τις δυνατότητές μας που αγωνίζονται να πάρουν μια θέση για να τις αναγνωρίσουμε, με τα σημαντικά αλλά και με εκείνα που θεωρούμε ασήμαντα κομμάτια του εαυτού μας, που ζητούν δειλά- δειλά να πάρουν μια θέση στην καρδιά μας, για να εκτιμηθούν από μας.

——

Η Αγγελική Μπολουδάκη είναι ιδιώτης Κοινωνική Λειτουργός, τέως στέλεχος του Κέντρου πρόληψης της χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών Ν.Χανίων και τέως Εκπαιδευτικός Α.Τ.Ε.Ι. Είναι συγγραφέας του βιβλίου ‘Μαμά, μπαμπά, δε με κοιτάξατε και χάθηκα’, Εκδόσεις Αραξοβόλι

πηγή : http://enallaktikidrasi.com