Οικογένεια

Γιάννα στις 7 Μαρτίου 2017

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980,  η κόρη του  Αϊνστάιν, Lieserl δώρισε 1.400 επιστολές, που γράφτηκαν από τον πατέρα της , στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο, με εντολή να μην δημοσιεύσουν το περιεχόμενό τους, μέχρι δύο δεκαετίες μετά το θάνατό του. Αυτή είναι μία από αυτές.

«Όταν πρότεινα τη θεωρία της σχετικότητας, ελάχιστοι με κατάλαβαν, και αυτό που θα αποκαλύψω  τώρα  θα συγκρουστεί με την παρανόηση και την προκατάληψη του κόσμου.

Σου ζητώ να φυλάξεις τα γράμματα για όσο διάστημα χρειαστεί, χρόνια, δεκαετίες, έως ότου η κοινωνία είναι αρκετά προηγμένη για να δεχτεί αυτό που θα εξηγήσω παρακάτω.

Υπάρχει μια εξαιρετικά ισχυρή δύναμη που, μέχρι σήμερα, η επιστήμη δεν έχει βρει επίσημη εξήγηση για αυτήν. Είναι μια δύναμη που περιλαμβάνει και διέπει όλους, είναι πίσω από κάθε φαινόμενο που λειτουργεί στο σύμπαν και δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί από εμάς. Αυτή η παγκόσμια δύναμη είναι η ΑΓΑΠΗ.

Όταν οι επιστήμονες ερεύνησαν για μια ενοποιημένη θεωρία του σύμπαντος ξέχασαν την πιο ισχυρή αόρατη δύναμη. Η αγάπη είναι φως, που φωτίζει αυτούς που δίνουν και  λαμβάνουν. Η αγάπη είναι βαρύτητα, επειδή κάνει τους  ανθρώπους να αισθάνονται έλξη για άλλους. Η αγάπη είναι δύναμη, διότι πολλαπλασιάζει το καλύτερο που έχουμε, και επιτρέπει στην ανθρωπότητα να μην σβήσει στον τυφλό εγωισμό της. Η Αγάπη ξεδιπλώνει και αποκαλύπτει. Για την αγάπη ζούμε και πεθαίνουμε. Αγάπη είναι ο Θεός και  Θεός είναι η Αγάπη.

Η δύναμη αυτή εξηγεί τα πάντα και δίνει νόημα στη ζωή. Αυτή είναι η μεταβλητή που έχουμε αγνοήσει για πολύ καιρό, ίσως γιατί φοβόμαστε την αγάπη, γιατί είναι η μόνη ενέργεια στο σύμπαν που ο άνθρωπος δεν έχει μάθει να οδηγεί κατά βούληση.

Για να δώσω ορατότητα στην  αγάπη, έκανα μια απλή αντικατάσταση στην πιο διάσημη εξίσωση μου. Αν αντί για E = mc2, δεχθούμε ότι η ενέργεια για να θεραπεύσει τον κόσμο μπορεί να επιτευχθεί μέσα από την αγάπη όταν πολλαπλασιάζεται με την ταχύτητα του φωτός στο τετράγωνο, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η αγάπη είναι η πιο ισχυρή δύναμη που υπάρχει, διότι δεν έχει όρια.

Μετά την αποτυχία της ανθρωπότητας στη χρήση και τον έλεγχο των άλλων δυνάμεων του σύμπαντος, που έχουν στραφεί εναντίον μας, είναι επιτακτική ανάγκη να τραφούμε με ένα άλλο είδος ενέργειας …

Αν θέλουμε το είδος μας να επιβιώσει, αν θέλουμε να βρούμε το νόημα της ζωής, αν θέλουμε να σώσουμε τον κόσμο και κάθε ον με αισθήσεις που κατοικεί σε αυτόν , η αγάπη είναι η μία και μοναδική απάντηση.

Ίσως δεν είμαστε ακόμη έτοιμοι να κάνουμε  μια βόμβα αγάπης, μια συσκευή αρκετά ισχυρή ώστε να καταστρέψει εντελώς το μίσος, τον εγωισμό και την απληστία που καταστρέφουν τον πλανήτη.

Ωστόσο, κάθε άτομο φέρει μέσα του μια μικρή αλλά ισχυρή γεννήτρια αγάπης της οποίας η ενέργεια περιμένει να απελευθερωθεί.

Όταν μάθουμε  να δίνουμε  και να λαμβάνουμε  αυτή την παγκόσμια ενέργεια, αγαπητή Lieserl, θα έχουμε επιβεβαιώσει ότι η αγάπη κατακτά τα πάντα, είναι σε θέση να ξεπεράσει τα πάντα, γιατί η αγάπη είναι η πεμπτουσία της ζωής.

Με λυπεί βαθύτατα  που δεν μπόρεσα να εκφράσω  ό, τι έχω  στην καρδιά μου, που χτυπά για σένα μια ζωή.  Ίσως είναι πολύ αργά για να ζητήσω συγγνώμη, αλλά καθώς ο χρόνος είναι σχετικός, πρέπει να σου πω ότι σ αγαπώ και πως χάρη σε εσένα έφτασα  στην τελική απάντηση! «.

 

Ο πατέρας σου,

Άλμπερτ Αϊνστάιν»

 

Γιάννα στις 28 Ιανουαρίου 2017

Να ένας έξυπνος τρόπος για να βοηθηθούν οι μητέρες να επιστρέψουν στη δουλειά τους. Το φαινόμενο της γιαγιάς που φροντίζει τα εγγόνια της περιστασιακά ενώ η μαμά δουλεύει είναι πολύ συνηθισμένο και όλοι είναι ευχαριστημένοι με αυτό. Η μαμά έχει κάποιον που εμπιστεύεται να προσέχει τα παιδιά, η γιαγιά περνά δημιουργικά το χρόνο της και τα εγγόνια επωφελούνται με την επαφή και τη σχέση με τη γιαγιά. Ωστόσο, στην Τουρκία οι γιαγιάδες θα έχουν ένα επιπλέον κίνητρο. © flickr.com/SuzanneShahar Η Τουρκία ξεκινά το Φεβρουάριο ένα νέο πιλοτικό πρόγραμμα σύμφωνα με το οποίο θα καταβάλλει μισθό στις άνεργες γιαγιάδες ή σε εκείνες που έχουν βγει στην σύνταξη και οι οποίες φροντίζουν τα εγγόνια τους κατά τις εργάσιμες ημέρες. Αυτό αποτελεί μέρος ενός νέου προγράμματος που ονομάζεται Εθνική Κινητοποίηση στην Εργασιακή Ζωή με σκοπό την ενίσχυση της απασχόλησης για τις νεαρές μητέρες. Το νέο αυτό πρόγραμμα θα είναι διαθέσιμο σε οικογένειες όπου η μητέρα εργάζεται με μειωμένο ωράριο. Ο στόχος είναι να αναλάβουν περισσότερες γιαγιάδες μέρος της ανατροφής των παιδιών και να μπορέσουν στη συνέχεια η μητέρες να περάσουν στην πλήρη απασχόληση. Για την προσφορά τους θα αμείβονται με 400 τουρκικές λίρες, ήτοι 99 περίπου ευρώ το μήνα. Το πιλοτικό αυτό πρόγραμμα αυτό σκοπεύει να βοηθήσει την αύξηση των γυναικών στην εργασία. © flickr.com/AnneWilson Το πρόγραμμα θα ξεκινήσει τον επόμενο μήνα στη Σμύρνη και στην Μπούρσα και θα συμπεριλαμβάνει περίπου 1.000 οικογένειες. Μετά από μια δοκιμαστική περίοδο έξι μηνών θα συμπεριλαμβάνει περισσότερες περιοχές και μεγαλύτερο αριθμό οικογενειών. Παρόλο που το συγκεκριμένο μέτρο μοιάζει θετικό δεν έχουν όλοι την ίδια άποψη. Σύμφωνα με την Πρωτοβουλία Απασχόλησης και Εργασίας των Γυναικών, το συγκεκριμένο πρόγραμμα αποτελεί μια προσπάθεια της κυβέρνησης της χώρας να αποφύγει τη δημόσια μέριμνα και φροντίδα των παιδιών προσχολικής ηλικίας.

Aπό tilestwra.gr

Σταυρούλα στις 7 Ιανουαρίου 2017

Νόμοι και κανόνες, άγραφοι ή όχι, στο σχολείο, στα μέσα μαζικής μεταφοράς, στη δουλειά, στα καταστήματα, οπουδήποτε υπάρχει κοινωνική συναναστροφή και ανάγκη για οριοθέτηση. Απαραίτητοι για να ορίσουν τι πρέπει και τι δεν πρέπει μεταξύ των ανθρώπων και του χώρου που αυτοί βρίσκονται.

Τι θα γίνονταν στους δρόμους χωρίς το κώδικα οδικής κυκλοφορίας ή στη θάλασσα χωρίς τους αντίστοιχους κανόνες για τη ναυσιπλοΐα; Χάος και αταξία στην προσπάθεια όλων να φτάσουν στον προορισμό τους. Και στην οικογένεια το θεμέλιο λίθο της κοινωνίας τι γίνεται με τους κανόνες;
Οι κανόνες μέσα στην οικογένεια είναι απαραίτητοι πρώτα από όλα για να κάνουν λειτουργική τη συμβίωση των ανθρώπων κάτω από την ίδια στέγη και μετά ιδιαίτερα όταν υπάρχουν παιδιά για να θέσουν τα αναγκαία όρια. Και πραγματικά τα παιδιά έχουν ανάγκη για οριοθέτηση που τους προσφέρει το αίσθημα της ασφάλεια σε αντίθεση με μια ξέφρενη ελευθέρια, που παρόλο που φαίνεται ότι τη ζητούν απελπισμένα, θα τους δημιουργούσε σύγχυση, έντονο άγχος και ανασφάλεια. Η οικογένεια λοιπόν λειτουργώντας σαν ένα σύστημα που σκοπό έχει την ωρίμανση των ατόμων που την απαρτίζουν ορίζει τους δικούς της κανόνες, ανάλογα με τις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες που υπάρχουν, που αφορούν τη σχέση των μελών μεταξύ τους και τις σχέσεις που αναπτύσσονται με τον κοινωνικό περίγυρο.

Όμως για να μπορούν οι κανόνες να εξυπηρετούν το σκοπό τους και να είναι λειτουργικοί θα πρέπει να έχουν κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Πρώτα από όλα θα πρέπει να είναι ξεκάθαροι για να μην υπάρχουν παρανοήσεις, πολύ περισσότερο όταν υπάρχουν παιδιά που εύκολα μπορούν να μπερδευτούν, θα πρέπει να είναι δίκαιοι, κατάλληλοι για την κάθε περίπτωση, εκσυγχρονισμένοι, δηλαδή να είναι σύμφωνα με τις ανάγκες που έχουν παρουσιαστεί τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο και όχι με αυτές που μπορεί να υπήρχαν στο παρελθόν και τέλος και για ορισμένες περιπτώσεις δεν θα πρέπει να είναι άκαμπτοι. Όταν λοιπόν πληρούν αυτές τις προϋποθέσεις μπορούν να θεωρηθούν λειτουργικοί και ότι εξυπηρετούν το στόχο τους.

Επομένως η παραβίαση τους θα πρέπει να έχει και τις ανάλογες «συνέπειες». Ιδιαίτερα στα παιδιών, που αρέσκονται να δοκιμάζουν τα όρια μας και το μέχρι που μπορούν να φτάσουν, και αφού εξεταστούν όλα τα παραπάνω είναι αναγκαία η επισήμανση της παραβίασης των κανόνων και η επιβολή της προκαθορισμένης συνέπειας (στέρηση τηλεόρασης, ηλεκτρονικού παιχνιδιού, σύντομη παραμονή στο δωμάτιο). Εδώ θα πρέπει να επισημάνουμε ότι σε καμία περίπτωση δεν εννοούμε οτιδήποτε περιέχει σωματική, ψυχολογική ή λεκτική βία. Η στέρηση, σε λογικά πλαίσια, των δραστηριοτήτων που αρέσουν στο παιδί είναι αρκετή για τη μη συμμόρφωσης του με τους κανόνες. Η μη επιβολή των προκαθορισμένων κάνει τους γονείς να φαίνονται αναξιόπιστοι και ασυνεπείς σε αυτά που λένε και πράττουν.

Εκτός όμως από αυτούς τους φανερούς κανόνες υπάρχουν και κάποιοι άλλοι βαθύτεροι και κρυφοί που κάνουν το ακριβώς αντίθετο. Δύσκολα εντοπίζονται και αφορούν την ελευθερία του σχολιασμού. Συνήθως αυτοί οι άγραφοι νόμοι απαγορεύουν στα άτομα της οικογένειας να αναφέρονται σε συγκεκριμένα θέματα. Έτσι μπορεί να είναι η απαγόρευση της έκφρασης κάποιου συναισθήματος, ιδιαίτερα αυτών που χαρακτηρίζονται λανθασμένα σαν αρνητικά, η αναφορά σε δυσάρεστες καταστάσεις, σε κάποιο μυστικό της οικογένειας που αφορά το παρελθόν ή το παρών, σε κάτι που σχετίζεται με το σώμα είτε πρόκειται για κάποια ιδιαιτερότητα ενός μέλους της οικογένειας είτε πρόκειται για ερωτήματα που έχουν περισσότερο οι έφηβοι σχετικά με την ανάπτυξη τους και γενικά σε θέματα που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως ταμπού.
Η μη ελευθερία στο σχολιασμό και οι άγραφοι κανόνες που ισχύουν μπορούν να δημιουργήσουν κυρίως στα παιδιά αποξένωση και μείωση της αυτοεκτίμησης τους. Η απαγόρευση της έκφρασης για αυτά που αισθάνονται, καταλαβαίνουν, βιώνουν και τους προβληματίζουν δηλαδή για τις εμπειρίες της ζωή τους που έχουν ανάγκη να συζητήσουν λειτουργεί ανατρεπτικά για την ωρίμανση και την ανάπτυξη τους. Η συζήτηση με κατανόηση και ο ελεύθερος σχολιασμός με σεβασμό μέσα σε ένα ανθρώπινο οικογενειακό πλαίσιο μπορεί να έχει πολύ μεγαλύτερα οφέλη από την αποσιωπήσει και το κουκούλωμα.
Επομένως σίγουρα οι κανόνες είναι χρήσιμοι, κανόνες σωστοί και λειτουργικοί που διευκολύνουν και δεν δυσκολεύουν, που παρέχουν όρια και ασφάλεια. Στην οικογένεια, το κύτταρο της κοινωνίας, οι απαραίτητες απαγορεύσεις αλλά και η απαραίτητη ελευθερία δίνουν την δυνατότητα για την ωρίμανση και εξέλιξη των μελών της, μεγαλύτερων και μικρότερων και κατ’ επέκταση της ίδιας της κοινωνίας.
Πηγές:
•Σατίρ, Β. (1988),Πλάθοντας ανθρώπους, Στυλιανούδη Λ. (μεταφ.), Νίκας Αγγ. (επιμ.), Εκδόσεις Κέδρος.
•Καππάτου Α. (2013), Μεγαλώστε ευτυχισμένα παιδία, Εκδόσεις Μίνωας.
________
~ maxmag.gr
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Μαράκι στις 1 Νοεμβρίου 2016

 (από τη Σταυρούλα)

“Κάθε ημέρα ξυπνάμε ελαφρώς αλλαγμένοι κι ο άνθρωπος που ήμασταν χτες, έχει πεθάνει”, έγραψε ο John Updike, “τότε γιατί φοβόμαστε τον θάνατο, αφού έρχεται πάντα;” 

 

Ενώ μισό αιώνα νωρίτερα ο Montaigne είχε θέσει το ίδιο ερώτημα λίγο διαφορετικά:

“Το να θρηνούμε ότι δε θα ζούμε σε εκατό χρόνια από τώρα, είναι το ίδιο τρελό με το να λυπόμαστε, γιατί δεν ήμασταν ζωντανοί εκατό χρόνια πριν.” 

Αν το ερώτημα και η ιδέα του θανάτου παραμένουν άλυτα στο μυαλό των ενηλίκων, τότε πώς και πόσο, πραγματικά, μπορούν τα παιδιά να καθησυχάσουν μέσα από την κατανόηση και την παρηγόρια;

Το βιβλίο, που προστίθεται με αξιώσεις στη σειρά βιβλίων που σκοπό έχουν να βοηθήσουν τα παιδιά να κατανοήσουν την έννοια του θανάτου, φέρει τον υπέροχο τίτλο:  Cry, Heart, But Never Break (public library), και ανήκει στον αγαπημένο Δανό συγγραφέα παιδικών βιβλίων Glenn Ringtved, με την εικονογράφηση της Charlotte Pardi.

Ο Ringtved έχει εμπνευστεί από την δική του προσωπική ιστορία – όταν η μητέρα του πέθαινε, πάσχιζε να εξηγήσει στα παιδιά του τί συνέβαινε και τότε η ίδια η μητέρα του βοήθησε με μια συμβουλή της: “Κλάψε, Καρδιά, αλλά ποτέ μην σπάσεις.” Ήταν ο τρόπος της να βεβαιώσει τα παιδιά ότι είναι καλύτερο να επιτρέπουμε, παρά να περιορίζουμε την βαθιά θλίψη της απώλειας, που μετά θα τυλιχτεί μέσα στην ολότητα της ζωής, η οποία θα συνεχίσει να ξετυλίγεται.

Η ιστορία ξεκινάει έξω από ένα “μικρό και αναπαυτικό σπίτι”, όπου κατοικούν τέσσερα παιδιά και η γιαγιά τους. Ο Χάρος έχει αφήσει το δρεπάνι του έξω από την πόρτα, επειδή δεν ήθελε να τρομάξει τα παιδιά, μια κίνηση απρόσμενης τρυφερότητας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μέσα στο σπίτι, κάθεται μαζί με τα παιδιά στο τραπέζι της κουζίνας, όπου μόνο το μικρότερο από όλα, η Leah, τολμάει να τον κοιτάξει στα μάτια.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

(Το σπουδαίο με την εικονογράφηση της Pardi είναι ότι ακόμα και ο Χάρος δείχνει λυπημένος, σχεδόν απελπισμένος.)

Ενώ τα παιδιά ακούν τη γιαγιά τους να αναπνέει βαριά και με δυσκολία από τον επάνω όροφο, καταλαβαίνουν ότι ο Χάρος έχει έρθει γι΄αυτήν κι ότι δεν έχει πολύ χρόνο, προσπαθούν να τον καθυστερήσουν. Πιστεύοντας ότι ο Χάρος δουλεύει μόνο τη νύχτα, συνεχίζουν να του γεμίζουν διαρκώς το ποτήρι του με καφέ, μέχρι να έρθει το ξημέρωμα και υποχρεωθεί να φύγει.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αλλά έρχεται η στιγμή που ο Χάρος φέρνει το κοκαλιάρικο του χέρι επάνω από το ποτήρι, δείχνοντας ότι ήρθε η ώρα. Τότε η Leah παίρνει το χέρι του στο δικό της και τον παρακαλάει να μην πάρει τη γιαγιά της.

Γιατί πρέπει να φύγει η γιαγιά;

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

“Λένε μερικοί ότι η καρδιά του Χάρου είναι νεκρή και μαύρη, σαν ένα κομμάτι κάρβουνο, αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια. Κάτω από τον μανδύα του, η καρδιά του είναι τόσο κόκκινη όσο το πιο όμορφο ηλιοβασίλεμα και πάλλεται με την μεγαλύτερη αγάπη για την ζωή.”

Ο Χάρος που έχει κατακλύστεί από τη συμπάθειά του για τα παιδιά, αποφασίζει να τους πει μια ιστορία, για να μπορέσει να τους εξηγήσει γιατί ο θάνατος είναι κάτι φυσιολογικό και απαραίτητο.

-Σε μια κοιλάδα ζούσαν δύο αδελφοί, ο Sorrow και ο Grief, οι οποίοι περνούσαν τις ημέρες τους “αργά και βαριά” γιατί ποτέ δεν κοιτούσαν ψηλά, ποτέ δεν έβλεπαν πέρα από τις σκιές στις κορυφές των λόφων.”

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πέρα από αυτές τις σκιές, έμενα δύο αδελφές που τις έλεγαν Joy και Delight.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

“Ήταν έξυπνες και λαμπερές και οι ημέρες τους ήταν γεμάτες ευτυχία. Υπήρχε μόνο μια σκιά, η αίσθηση ότι κάτι τους έλλειπε. Δεν γνώριζαν τί ήταν, αλλά ένιωθαν ότι δεν μπορούσαν να απολαύσουν ολοκληρωτικά την ευτυχία τους.”

Όσο ο Χάρος συνεχίζει αφηγείται, η Leah κουνάει το κεφάλι της, δείχνοντας να μαντεύει τί πρόκειται να γίνει στην ιστορία: τα αγόρια και τα κορίτσια συναντιούνται και ερωτεύονται. Δύο τέλεια ισορροπημένα ζευγάρια, Στενάχωρος (Sorrow) και Χαρά (Joy), Θλιμμένος (Grief) και Απόλαυση (Delight).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Λέει ο Χάρος: “Είναι το ίδιο με τη ζωή και το θάνατο…Τί θα άξιζε η ζωή εάν δεν υπήρχε ο θάνατος; Ποιος θα απολάμβανε τον ήλιο, εάν δεν έβρεχε ποτέ; Θα λαχταρούσες για την ημέρα, εάν δεν υπήρχε η νύχτα;”

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Όταν τελικά ο Χάρος ξεκινάει να ανέβει τις σκάλες, το μικρότερο αγόρι σηκώνεται, για να τον εμποδίσει, αλλά ο μεγαλύτερος αδελφός του βάζει με θλίψη το χέρι του στον ώμο και τον αποθαρρύνει ήρεμα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

“Λίγα λεπτά αργότερα τα παιδιά άκουσαν το παράθυρο του επάνω ορόφου να ανοίγει. Και μετά, με μια φωνή κάπου ανάμεσα σε θρήνο και ψίθυρο, τον Χάρο να λέει: “Πέτα ψυχή. Πέτα, πέτα μακριά.”

Τρέχουν επάνω. Η γιαγιά έχει πεθάνει. Μια στιγμή μεγάλης στεναχώριας που εξελίχθηκε σε μια στιγμή θερμής γαλήνης.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

-Οι κουρτίνες κουνιούνταν από το δροσερό πρωινό αεράκι. Κοιτώντας τα παιδιά, είπε ο Χάρος σιγανά: “Κλάψε, Καρδιά, αλλά ποτέ μην σπάσεις. Άσε τα δάκρυα της θλίψης και της στεναχώριας σου να βοηθήσουν να ξεκινήσει μια νέα ζωή.”

Μετά έφυγε.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

“Ακόμη και αργότερα, όταν τα παιδιά άνοιγαν το παράθυρο, σκέφτονταν τη γιαγιά τους. Κι όταν το πρωινό αεράκι χάιδευε τα πρόσωπά τους, μπορούσαν να νιώσουν το άγγιγμά της.”

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

πηγή : http://antikleidi.com

 

Γιάννα στις 16 Οκτωβρίου 2016

H αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω πώς καταφέραμε να επιβιώσουμε…

Ήμαστε μια γενιά σε αναμονή:

περάσαμε την παιδική μας ηλικία περιμένοντας.

Έπρεπε να περιμένουμε δύο ώρες μετά το φαγητό πριν κολυμπήσουμε, δύο ώρες μεσημεριανό ύπνο για να ξεκουραστούμε και τις Κυριακές έπρεπε να μείνουμε νηστικοί όλο το πρωί για να κοινωνήσουμε.

Ακόμα και οι πόνοι περνούσαν με την αναμονή…

Κοιτάζοντας πίσω, είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι είμαστε ακόμα ζωντανοί… Εμείς ταξιδεύαμε σε αυτοκίνητα χωρίς ζώνες ασφαλείας και αερόσακους. Κάναμε ταξίδια 10 και 12 ωρών, πέντε άτομα σε ένα Φιατάκι και δεν υποφέραμε από το «σύνδρομο της τουριστικής θέσης».

Δεν είχαμε πόρτες, παράθυρα, ντουλάπια και μπουκάλια φαρμάκων ασφαλείας για τα παιδιά.. Ανεβαίναμε στα ποδήλατα χωρίς κράνη και προστατευτικά, κάναμε ωτο-στοπ, καβαλάγαμε μοτοσικλέτες χωρίς δίπλωμα. Οι κούνιες ήταν φτιαγμένες από μέταλλο και είχαν κοφτερές γωνίες.

Ακόμα και τα παιχνίδια μας ήταν βίαια. Περνάγαμε ώρες κατασκευάζοντας αυτοσχέδια αυτοκίνητα για να κάνουμε κόντρες κατρακυλώντας σε κάποια κατηφόρα και μόνο τότε ανακαλύπταμε ότι είχαμε ξεχάσει να βάλουμε φρένα. Παίζαμε «μακριά γαϊδούρα» και κανείς μας δεν έπαθε κήλη ή εξάρθρωση..

Βγαίναμε από το σπίτι τρέχοντας το πρωί, παίζαμε όλη τη μέρα και δεν γυρνούσαμε στο σπίτι παρά μόνο αφού είχαν ανάψει τα φώτα στους δρόμους. Κανείς δεν μπορούσε να μας βρει. Τότε δεν υπήρχαν κινητά. Σπάγαμε τα κόκκαλα και τα δόντια μας και δεν υπήρχε κανένας νόμος για να τιμωρήσει τους «υπεύθυνους»

Ανοίγανε κεφάλια όταν παίζαμε πόλεμο με πέτρες και ξύλα και δεν έτρεχε τίποτα. Ήταν κάτι συνηθισμένο για παιδιά και όλα θεραπεύονταν με λίγο ιώδιο ή μερικά ράμματα.. Δεν υπήρχε κάποιος να κατηγορήσεις παρά μόνο ο εαυτός σου. Είχαμε καυγάδες και κάναμε καζούρα ο ένας στον άλλος και μάθαμε να το ξεπερνάμε.

Τρώγαμε γλυκά και πίναμε αναψυκτικά, αλλά δεν ήμασταν παχύσαρκοι. Ίσως κάποιος από εμάς να ήταν χοντρός και αυτό ήταν όλο. Μοιραζόμασταν μπουκάλια νερό ή αναψυκτικά ή οποιοδήποτε ποτό και κανένας μας δεν έπαθε τίποτα. Καμιά φορά κολλάγαμε ψείρες στο σχολείο και οι μητέρες μας το αντιμετώπιζαν πλένοντάς μας το κεφάλι με ζεστό ξύδι.

Δεν είχαμε Playstations, Nintendo 64, 99 τηλεοπτικά κανάλια, βιντεοταινίες με ήχο surround, υπολογιστές ή Ιnternet. Εμείς είχαμε φίλους..

Κανονίζαμε να βγούμε μαζί τους και βγαίναμε.. Καμιά φορά δεν κανονίζαμε τίποτα, απλά βγαίναμε στο δρόμο και εκεί συναντιόμασταν για να παίξουμε κυνηγητό, κρυφτό, αμπάριζα… μέχρι εκεί έφτανε η τεχνολογία. Περνούσαμε τη μέρα μας έξω, τρέχοντας και παίζοντας.

Φτιάχναμε παιχνίδια μόνοι μας από ξύλα.. Χάσαμε χιλιάδες μπάλες ποδοσφαίρου. Πίναμε νερό κατευθείαν από τη βρύση, όχι εμφιαλωμένο, και κάποιοι έβαζαν τα χείλη τους πάνω στη βρύση. Κυνηγούσαμε σαύρες και πουλιά με αεροβόλα στην εξοχή, παρά το ότι ήμασταν ανήλικοι και δεν υπήρχαν ενήλικοι για να μας επιβλέπουν.

Πηγαίναμε με το ποδήλατο ή περπατώντας μέχρι τα σπίτια των φίλων και τους φωνάζαμε από την πόρτα. Φανταστείτε το! Χωρίς να ζητήσουμε άδεια από τους γονείς μας, ολομόναχοι εκεί έξω στο σκληρό αυτό κόσμο! Χωρίς κανέναν υπεύθυνο! Πώς τα καταφέραμε;

Στα σχολικά παιχνίδια συμμετείχαν όλοι και όσοι δεν έπαιρναν μέρος έπρεπε να συμβιβαστούν με την απογοήτευση. Κάποιοι δεν ήταν τόσο καλοί μαθητές όσο άλλοι και έπρεπε να μείνουν στην ίδια τάξη. Δεν υπήρχαν ειδικά τεστ για να περάσουν όλοι. Τι φρίκη!

Κάναμε διακοπές τρεις μήνες τα καλοκαίρια και περνούσαμε ατέλειωτες ώρες στην παραλία χωρίς αντηλιακή κρέμα με δείκτη προστασίας 30 και χωρίς μαθήματα ιστιοπλοΐας, τένις ή γκολφ.

Φτιάχναμε όμως φανταστικά κάστρα στην άμμο και ψαρεύαμε με ένα αγκίστρι και μια πετονιά. Ρίχναμε τα κορίτσια κυνηγώντας τα, όχι πιάνοντας κουβέντα σε κάποιο chat room και γράφοντας : ) : D : R

Είχαμε ελευθερία, αποτυχία, επιτυχία και υπευθυνότητα και μέσα από όλα αυτά μάθαμε και ωριμάσαμε.

Αν εσύ είσαι από τους «παλιούς»… συγχαρητήρια! Είχες την τύχη να μεγαλώσεις σαν παιδί…

 

Από fanpage.gr

 

 

 

Μαράκι στις 24 Αυγούστου 2016

Της Αγγελικής Μπολουδάκη

«Για να καταλάβεις την καρδιά και το μυαλό ενός ανθρώπου, δες τι σε εμπνέει να κάνεις» – Χαλίλ Γκιμπράν

Η σχέση ανθίζει στην αμοιβαιότητα των συναισθημάτων, στην αποδοχή και στην επιθυμία και χάρη σε αυτά ριζώνει, γίνεται ένα πλατύφυλλο δέντρο, όπου εμείς στην σκιά του χαιρόμαστε την δροσιά του και τη μοιραζόμαστε γενναιόδωρα μεταξύ μας. Για να μπορούμε όμως να χαρούμε με την μέθεξη που δημιουργεί η σχέση, χρειάζεται ο ψυχισμός μας να διακρίνεται από συναισθηματική επάρκεια, ώστε να μπορέσουμε να αναγνωρίσουμε και να εκτιμήσουμε αυτό που μας προσφέρεται, για να αποδεχτούμε την προσφορά.

Ο ψυχικός μας ιστός χρειάζεται να διακρίνεται από πυκνότητα και συνοχή, ώστε οποιοδήποτε συναισθηματικό ερέθισμα νιώθουμε, να το καλοδεχόμαστε ακουμπώντας το στη σχέση αν είναι ωφέλιμο, ενώ, αν αντηχεί δυσάρεστα συναισθήματα, να το φιλτράρουμε προσεκτικά. Αν η ψυχική δυσκολία προέρχεται από δικά μας δύσκολα κομμάτια, που εμποδίζουν την χαρά, να το επεξεργαζόμαστε, ενώ, αν προέρχεται από νοσηρές συμπεριφορές άλλων, να αποσυρόμαστε από εκείνους, ώστε να διαφυλάξουμε την ψυχική μας υγεία.

Εάν είμαστε ώριμοι συναισθηματικά, είναι εύκολο να διακρίνουμε την επιβεβαίωση από την εκτίμηση. Η εκτίμηση σχετίζεται με την ικανότητά μας να αγαπάμε, ενώ η επιβεβαίωση αφορά στην ανάγκη μας να αισθανθούμε αξία. Την επιβεβαίωση την εισπράττουμε στις κοινωνικές σχέσεις μας μέσα από την εργασία μας, τη δημιουργικότητά μας, τα ιδιαίτερά μας χαρίσματα τα οποία τα μοιραζόμαστε με τους άλλους και εκείνοι τα θαυμάζουν. Την εκτιμάμε όταν μας προσφέρεται, αλλά είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι εστιάζεται στα σημεία μας, τα οποία με κάποιο τρόπο εξελίσσουν τους άλλους, αλλά και εμάς γιατί τα αποδεχόμαστε περισσότερο.

Η εκτίμηση αφορά στις προσωπικές μας σχέσεις, όπου αισθανόμαστε ευγνωμοσύνη για τη συναισθηματική ανταπόκριση των ανθρώπων μας και θαυμάζουμε ο ένας τον άλλον για την προσωπικότητά του και τα επιτεύγματά του. Νοιαζόμαστε για τον άνθρωπο που εκτιμάμε και έχουμε επίγνωση της αξίας που έχει ο καθένας στη ζωή μας, αλλά και στην επιθυμία μας για ζωή. Στην εκτίμηση υπάρχει η ελευθερία να καλλιεργεί ο καθένας τον εαυτό του, ενώ κάθε φορά που εξελισσόμαστε εμπεριέχουμε και τον άνθρωπό μας, επειδή υπάρχει σεβασμός μεταξύ μας.

Η επιβεβαίωση στοχεύει στο σημείο, που θαυμάζει κάποιος, όσο διαρκεί, όπου ωφελείται από αυτό, χωρίς όμως απαραίτητα να γίνεται καλύτερος ο εαυτός του, γιατί για αυτό χρειάζεται δέσμευση. Η εκτίμηση εστιάζει στην προσωπικότητα των ανθρώπων που ενδιαφέρονται ο ένας για τον άλλον και ο θαυμασμός που νιώθουν παραμένει ανεπηρέαστος από επιτυχίες ή αποτυχίες, γιατί αισθάνονται πιο όμορφα με τον εαυτό τους αλλά και με τον άλλο άνθρωπο που μοιράζονται συναισθηματικά δώρα αγάπης.

Εάν εκτιμάμε κάθε πτυχή του εαυτού μας, είναι πιο εύκολο να αναζητήσουμε στην πηγή της αγάπης τους ανθρώπους μας και να μην παρασυρθούμε από καθρεφτίσματα που αντανακλούν τα ελλείμματα μας. Όσο πιο ολοκληρωμένη μορφή έχει η εικόνα μας στο νοητό μας καθρέφτη, τα αιτήματα που απευθύνουμε στους ανθρώπους μας είναι αιτήματα αγάπης, που πηγάζουν από την επιθυμία μας να τους συναντήσουμε μέσα από μια αμοιβαιότητα εκτίμησης.

Εάν όμως η απουσία καθρεφτίσματος σκίασε την ύπαρξη μας, χρειάζεται να διαφοροποιηθούμε από μια εικόνα, θαμπή στο σύνολό της ή σε μέρη της, την οποία δανειστήκαμε, προκειμένου να επιβεβαιωθεί η ύπαρξή μας και να αποκτήσει ομοίωμα ο εαυτός μας. Χρειάζεται να προσπαθήσουμε να θωρακίσουμε την αξία μας, αγαπώντας τον εαυτό μας. Ξεφυλλίζοντας τις μνήμες μας, κατανοούμε το παιδί μέσα μας που έκανε λάθη από άγνοια.

Προστατεύουμε τα συναισθήματά του με μητρικό και πατρικό τρόπο νουθετώντας το, ώστε να συνειδητοποιήσει πως το κάθε μάθημα ζωής που έλαβε από τα βιώματά του ήταν πολύτιμο στάλαγμα στην ύπαρξή του. Οι όμορφες εμπειρίες ανθίζουν τη ζωή μας, οι δυσάρεστες, όταν επιβεβαιώσουμε τον εαυτό μας πως άξιζε να τις ζήσουμε, μας μαθαίνουν να δίνουμε αξία και να δεσμευόμαστε με ό,τι ηχεί μελωδικά στην καρδιά μας.

Αν όμως δεν επιβεβαιώσουμε εμείς τον εαυτό μας με καθησυχαστικά λόγια που θα μας κάνουν να αισθανθούμε περήφανοι για μας, η κάθε κίνησή μας θα στρέφεται απεγνωσμένα στους άλλους, ώστε να θαμπωθούμε από την αντανάκλαση που θα δούμε στο βλέμμα τους, ελπίζοντας στην εκτίμησή τους. Θα επιζητάμε μια όαση, όχι για να μοιραστούμε συναισθήματα, αλλά γιατί φανταζόμαστε πως στον αντικατοπτρισμό της θα αποκατασταθεί η εικόνα μας και θα αναστυλωθεί η αξία μας. Θα εξαρτιόμαστε από εκείνους και θα γινόμαστε πιόνια στις διαθέσεις τους γιατί ως τρεμάμενα σχήματα θα προσμένουμε την κίνηση τους, για να σταθεροποιήσουμε τη μορφή μας και να μη μείνουμε μόνο περιγράμματα.

Θα ξοδεύουμε αλόγιστα την ψυχή μας, προσπαθώντας να εξαγοράσουμε τα συναισθήματά τους, έχοντας την ψευδαίσθηση πως όσο προσφερόμαστε στο βωμό ως θυσία, τόσο οι άλλοι θα διακρίνουν το μέγεθος της αξίας μας, για να το χωρέσουμε και εμείς. Θα τρέφουμε την αυταπάτη πως χάρη στο επιβεβαιωτικό τους βλέμμα κάθε αρνητικό θα το μετατρέψουμε σε πηγή θετικής ακτινοβολίας, οπότε η δική μας ανάγκη θα μετουσιωθεί σε επιθυμία για ζωή και ο έρωτας θα αναγεννηθεί μέσα μας.

Προσαρμοσμένοι σε αιτήματα άλλων, χάνουμε τον αληθινό μας καθρέφτη. Υποταγμένοι ενός ψευδούς εαυτού, για να ικανοποιήσουμε αυτό που επιθυμούν οι άλλοι για μας, χάνουμε την αλήθεια μας και πορευόμαστε με ένα εαυτό που δεν είναι δικός μας. Εάν προσαρμοστούμε σε προσδοκίες άλλων, σε ανεκπλήρωτες ανάγκες, προκειμένου να βρούμε τον δρόμο μας στη ζωή, η πορεία μας γίνεται μονόδρομος όπου δεν υπάρχει χώρος για προσωπικές αναζητήσεις, ελευθερία, ψυχική ανάταση, εμπιστοσύνη στη ζωή και αγάπη για αυτήν και φυσικά χάνουμε την εκτίμησή μας προς εμάς.

Ακολουθούμε τυφλά μονοπάτια άλλων που υπόσχονται αντανακλάσεις, προσπαθώντας να επιβεβαιώσουμε τις δικές μας πορείες, γιατί δεν αποδεχόμαστε αυτό που είμαστε, λες και έχουμε απεγνωσμένα την ανάγκη να γίνουμε κάτι άλλο μακρινό, σχεδόν εξόριστο που δεν μπορούμε να το φτάσουμε. Η τέλεια σιλουέτα, το ιδανικό πρόσωπο, η αψεγάδιαστη συμπεριφορά, η αλάνθαστη τελειότητα, η άφθαρτη νεότητα. Πίσω από αυτήν την ατέρμονη αναζήτηση κρύβεται το αίτημά μας για αγάπη. Ένα αίτημα σιωπηλό, αθόρυβο, που πνίγεται κάθε φορά που ξεπροβάλλει, για να μας απευθυνθεί να το αποδεχτούμε, για να μπορέσουμε να το προφέρουμε.

Έχουμε ανάγκη να μας αγαπήσουμε με τις μικρές αλλά και τις μεγάλες μας αδυναμίες, με τις δυνατότητές μας που αγωνίζονται να πάρουν μια θέση για να τις αναγνωρίσουμε, με τα σημαντικά αλλά και με εκείνα που θεωρούμε ασήμαντα κομμάτια του εαυτού μας, που ζητούν δειλά- δειλά να πάρουν μια θέση στην καρδιά μας, για να εκτιμηθούν από μας.

——

Η Αγγελική Μπολουδάκη είναι ιδιώτης Κοινωνική Λειτουργός, τέως στέλεχος του Κέντρου πρόληψης της χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών Ν.Χανίων και τέως Εκπαιδευτικός Α.Τ.Ε.Ι. Είναι συγγραφέας του βιβλίου ‘Μαμά, μπαμπά, δε με κοιτάξατε και χάθηκα’, Εκδόσεις Αραξοβόλι

πηγή : http://enallaktikidrasi.com

Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D., Κλινικός Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής

πηγή : http://enallaktikidrasi.com

Η συνεχής ανάγκη επιβεβαίωσης και συμπάθειας από τους άλλους είναι, στην ουσία, σαν να λέμε στον εαυτό μας πως η γνώμη των άλλων για εμάς είναι σημαντικότερη και εγκυρότερη από αυτήν που εμείς οι ίδιοι έχουμε για τον εαυτό μας. Η κατασπατάληση χρόνου και ενέργειας, στην περίπτωση αυτή, είναι τεράστια, τα δε αποτελέσματα σχεδόν πάντα ανεπαρκή καθώς μόνο προσωρινή ανακούφιση παρέχουν.

Το πρώτο σημαντικό βήμα, για όσους νιώθουν έτσι, είναι η συνειδητοποίηση πως η αναζήτηση της συμπάθειας των άλλων δεν είναι μία ανάγκη αλλά μία επιθυμία. Όλοι μας νιώθουμε ικανοποίηση όταν εισπράττουμε το θαυμασμό, το χειροκρότημα ή τα θετικά σχόλια των άλλων, και αυτό είναι κάτι το απόλυτα φυσιολογικό. Σε πρόβλημα μετατρέπεται όταν ανάγεται σε αυτοσκοπό, όταν, δηλαδή, μετατρέπεται σε ανάγκη που, αν δεν ικανοποιηθεί, μπορεί να οδηγήσει κάποιον σε απόγνωση, θλίψη και αυτοαμφισβήτηση.

Οι αποχρώσεις μιας τέτοιας ανάγκης είναι πολλές, αγγίζοντας τα όρια του τραγικού, όταν κάποιος αναζητά απεγνωσμένα τη συμπάθεια και επιβράβευση ΟΛΩΝ για οτιδήποτε κάνει. Στην περίπτωση αυτή, μιλάμε για μια πραγματική θυσία του εαυτού στο βωμό της γνώμης και των προτιμήσεων των άλλων. Πιστεύω πως, στην ομάδα αυτή, ανήκει ένα μεγάλο μέρος των πολιτικών, γενικώς. Η ανάγκη τους για αποδοχή και συμπάθεια είναι απύθμενη και, χωρίς αυτά, θα ήσαν, στην κυριολεξία, άνεργοι. Για το λόγο αυτό, δεν μιλούν, συνηθέστατα, τη γλώσσα της αλήθειας αλλά λένε και υπόσχονται πράγματα, πέραν των πεποιθήσεών τους, με μοναδικό σκοπό την απόκτηση της συμπάθειας και εύνοιας αυτών στους οποίους απευθύνονται, δηλαδή, των μελλοντικών τους ψηφοφόρων.

Αυτού του είδους η συμπεριφορά είναι πολύ εύκολα αναγνωρίσιμη στους πολιτικούς από τους περισσότερούς μας. Πόσο εύκολο είναι, όμως, να την εντοπίσουμε στους εαυτούς μας, ιδίως εάν έχει γίνει στοιχείο του χαρακτήρα μας, δυσχεραίνοντας κατά πολύ τη δυνατότητα αυτοπαρατήρησής μας; Δεν υπάρχει άλλος τρόπος απαλλαγής από αυτήν τη μέγγενη, πέραν της αυτογνωσίας και του εντοπισμού των αιτιών της, εντός μας.

Πρώιμα μηνύματα που οδηγούν το παιδί να αναζητά την επιβεβαίωση των άλλων

Πριν από λίγα χρόνια, περίμενα τη σειρά μου για να πληρώσω στο ταμείο ενός σούπερ-μάρκετ. Εμπρός μου, βρίσκονταν μία μητέρα με το πεντάχρονο, περίπου, και πολύ συμπαθητικό, φυσιογνωμικά, αγοράκι της. Η ταμίας του χαμογέλασε, λέγοντάς του πόσο γλυκό αγόρι είναι και ρωτώντας το εάν θέλει να του δώσει μία καραμέλα. Το αγοράκι στράφηκε τότε προς τη μητέρα του, ρωτώντας την: «Θέλω μια καραμέλα;» Ένιωσα ένα σφίξιμο στην καρδιά, παρόλο που έχω ξανασυναντήσει πολλές φορές ανάλογες συμπεριφορές, δηλαδή, παιδιά -ακόμα και ενήλικες- που ρωτούν τους γονείς τους -ή κάποιον άλλον ενήλικα- για το τι θα φάνε, με τι να παίξουν, με ποιους θα παίξουν, αν θα κοιμηθούν, τι θα φορέσουν κ.ά.

Υπάρχουν γονείς που βλέπουν τα παιδιά τους ως κτήμα τους, θέλοντας να τα διαμορφώσουν κατά πως οι ίδιοι επιθυμούν, ως να επρόκειτο για τους εαυτούς τους. Γίνονται αδυσώπητοι κριτές τους και μπορεί να φθάνουν ακόμα και μέχρι του σημείου να απειλούν με απόσυρση της αγάπης τους («Η μαμά δεν σ΄αγαπάει αν δεν είσαι καλό παιδάκι» ή «Αν κάνεις έτσι, η μαμά θα πάρει άλλο παιδάκι» κ.τ.λ.) -όταν το παιδί προσπαθεί, ως δικαιούται, να υπερασπιστεί τα θέλω του- και υμνητές του, όταν «συμμορφώνεται προς τας υποδείξεις»…

Ένα παιδί, με ανάλογες εμπειρίες, δεν πρόκειται να εμπιστευτεί τον εαυτό του, σε βαθμό που να νιώθει ασφάλεια και αυτοπεποίθηση. Η σπίθα αυτονομίας που διεκδικούσε με τόση λαχτάρα ο αναδυόμενός του εαυτός σβήστηκε βίαια με πυροσβεστήρες αποδοκιμασιών, μομφών και αμφισβητήσεων.

Παράδειγμα:

Το παιδί ρωτά τη μητέρα του τι ρούχα να φορέσει

Μητέρα: «Φόρεσε ότι θέλεις»

Παιδί: «Πως σου φαίνεται αυτό, μαμά;»

Μητέρα: «Όχι, παιδί μου! Θα βγεις έτσι έξω; Δεν ταιριάζει αυτή η μπλούζα με αυτό το παντελόνι. Πήγαινε και άλλαξε γρήγορα!».

Λίγες ημέρες αργότερα…

– «Τι να φορέσω μαμά;»

– «Μα σου είπα, φόρεσε ότι θέλεις! Γιατί συνέχεια πρέπει να με ρωτάς!»…

Κάπως έτσι αντιμετώπιζε την Κ. η μητέρα της. Καταξιωμένο άτομο, σήμερα, πολύ ευφυής και με μεγάλη επιστημονική και κοινωνική αναγνώριση. Ότι και αν κάνει, όσο πολύ και αν προσπαθεί, πάντα πιστεύει πως δεν είναι αρκετό, πως «δεν θα αρέσει», πως θα επικριθεί. Σχεδόν όλα της τα Σαββατοκύριακα τα αφιέρωνε στις διάφορες εργασίες της για να είναι «τέλειες» ώστε να μην μπορεί κάποιος να της προσάψει το παραμικρό, νιώθοντας ταυτόχρονα τεράστιες ενοχές για το χρόνο που σχεδόν ποτέ δεν περίσσευε για τα παιδιά της που, συνήθως, τα επέπληττε ουρλιάζοντας όταν τη διέκοπταν από τη μελέτη της, θέλοντας να ζητήσουν ή να ρωτήσουν κάτι.

Στη θεραπεία της, κάθε φορά που πρόφερε τη λέξη «μητέρα», αναφερόμενη στη μητέρα της, βούρκωνε ή έκλαιγε γοερά. Μόλις την περασμένη βδομάδα, ψέλλισε μέσα στο ασταμάτητο κλάμα της:

– «Ποτέ της δεν αναγνώρισε στο ελάχιστο ό,τι και αν έκανα, όσο σπουδαίο και αν ήταν αυτό. Ποτέ δεν ήταν αρκετό, νόμιζα πως δεν με αγαπά για αυτό που είμαι»…

Πολλοί είναι οι γονείς που λειτουργούν ως τροχονόμοι και κριτές των επιλογών και της ζωής του παιδιού τους, θεωρώντας πως οι ίδιοι γνωρίζουν πάντα καλύτερα, ακόμα και τις ανάγκες του, και στερώντας του τη δυνατότητα να δοκιμάσει, να γνωρίσει και να αρχίσει να εμπιστεύεται τον εαυτό και τις δυνάμεις του. Το να γνωρίζει ο γονιός καλύτερα δεν σημαίνει πως πρέπει να υποκαθιστά και να ακυρώνει το παιδί. Ο ρόλος του είναι να φροντίζει για το «ευ ζην» του παιδιού του, δίνοντάς του σταδιακά, από την αρχή της ζωής, ολοένα και περισσότερο χώρο ώστε να εξελίξει τον αληθινό εαυτό και τις ιδιαίτερες δυνατότητές του. Να βρίσκεται, συνήθως, ένα βήμα πίσω από το παιδί και όχι ένα ή περισσότερα μπροστά, ανοίγοντάς του το δρόμο ως μπουλντόζα…

Πολλά είναι τα παιδιά εκείνα που, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο «εκπαιδεύονται» στο να γίνουν άτομα εξαρτημένα, τουλάχιστον, από τη γνώμη, την αποδοχή, την επιβεβαίωση και το θαυμασμό των άλλων, και, αργότερα στη ζωή, ως ζωντανοί ετερόφωτοι αστέρες, να μοιάζει σαν να μην υπάρχουν αν δεν «φωτιστούν» από κάποιους άλλους…

Τα παιδιά, σχεδόν πάντα, αντιστέκονται

Τα περισσότερα παιδιά, όμως, αντιστέκονται, με το δικό τους τρόπο και τα μέσα που διαθέτουν, μπροστά σε αυτού του είδους την καλοπροαίρετη άσκηση βίας. Πόσοι είναι οι γονείς που συναινούν, για παράδειγμα, στην επιθυμία του τρίχρονου παιδιού τους να δοκιμάσει τον εαυτό του και λέει: «Μόνος», θέλοντας να βάλει χωρίς βοήθεια το μπουφάν του, το πρωί πριν την αναχώρηση για τον παιδικό σταθμό και όταν ο χρόνος πιέζει; Τα παιδιά δεν μπορούν, φυσικά, να τα βγάλουν πέρα με έναν ενήλικα που τόσο ανάγκη έχουν για τη φυσική και συναισθηματική τους επιβίωση, αντιδρούν, όμως, με τα δικά τους «όπλα» ώστε να διατηρήσουν ή να περισώσουν έστω και μια ψευδαίσθηση αυτονομίας. Έτσι, λοιπόν, μπορεί να αρνούνται να φάνε το φαγητό τους, να καθίσουν στο γιο-γιο τους για την ανάγκη τους, να μην κοιμούνται κ. ά.

Με τι εφόδια θα αντιμετωπίσει ένα τέτοιο παιδί, εκτός σπιτιού, το αναπόφευκτο κάποια στιγμή ενδεχόμενο να χρειασθεί να αντιπαρατεθεί ή να συγκρουσθεί με άλλα παιδιά, υπερασπιζόμενο τον εαυτό και την αξιοπρέπειά του; Πως θα μπορέσει να διαχειρισθεί μια σοβαρή συναισθηματική ματαίωση, φιλικής ή ερωτικής μορφής και τόσες άλλες καταστάσεις όπου ο γονιός δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να είναι παρών;

Με άλλα λόγια, το πρόβλημα δεν είναι η ανάγκη του παιδιού για επιβεβαίωση, συμπάθεια, εκτίμηση και αποδοχή αλλά το να παρέχονται όλα αυτά από το γονιό ως επιβράβευση αποδεκτών σε αυτόν συμπεριφορών του παιδιού του. Σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει η αυτοεκτίμηση του παιδιού να εξαρτάται από την επιδοκιμασία των άλλων αλλά από τη θετική εικόνα που το ίδιο έχει αποκτήσει για τον εαυτό του, έχοντας ενθαρρυνθεί -και όχι υποκατασταθεί- προς την κατεύθυνση αυτή από το άμεσό του περιβάλλον.

Ο ρόλος του σχολείου

Όλη η φιλοσοφία του σημερινού εκπαιδευτικού μας συστήματος δεν ευνοεί μια πιο ελεύθερη σκέψη και διάθεση αυτονομίας, την κριτική ικανότητα και εμπιστοσύνη στις ίδιες δυνάμεις του παιδιού. Παπαγαλία, φροντιστήρια ή ιδιαίτερα, «προσαρμογή» στους κανόνες και τις απαιτήσεις της αγοράς κ.τ.λ. Μαθητές που δείχνουν τάσεις πιο αυτόνομης λειτουργίας και ελεύθερης σκέψης, που δεν λειτουργούν ενοχικά, που δεν έχουν μάθει να επιβεβαιώνονται μόνο όντας αρεστοί στους άλλους και που δεν «προσαρμόζονται» στις απαιτήσεις του σχολείου ή/και των εκπαιδευτικών, εύκολα μπορούν να χαρακτηριστούν ως «δύσκολα» «προβληματικά» ή «απροσάρμοστα» παιδιά.

Το σχολείο, ως οργανισμός, δεν αποδέχεται και δεν μπορεί να διαχειρισθεί αποτελεσματικά παιδιά που σκέφτονται πιο ελεύθερα και ανεξάρτητα. Συχνά, σε πολλά σχολεία, ο δρόμος προς την «επιτυχία» περνά μέσα από την προσπάθεια απόκτησης της συμπάθειας του εκπαιδευτικού προσωπικού. Αυτό ήταν ακόμα πιο κραυγαλέο παλαιότερα. Κάτι ανάλογο συμβαίνει συχνά και στα πανεπιστήμια…

Επίλογος

Η ανάγκη επιβεβαίωσης αποτελεί πανανθρώπινη ανάγκη και παράγοντα που μπορεί να κάνει τη διαφορά στη ζωή του καθενός μας, αρκεί να μην δίνεται με ανταλλάγματα και προϋποθέσεις ξένες προς εμάς.

Η σημασία επιβεβαίωσης διαφαίνεται πολύ ανάγλυφα από αυτό που ισχύει σε μια φυλή της Αφρικής. Στη φυλή αυτή, η χειρότερη ποινή την οποία κάποιος μπορεί να εισπράξει δεν είναι φυλάκιση, εκτέλεση ή κάτι παρόμοιο. Το άτομο που υπέπεσε σε κάποιο βαρύ παράπτωμα μπορεί να συνεχίσει να ζει στο χωριό αλλά κανένας δεν το κοιτά, δεν του μιλά ή δεν κάνει κάτι που να υποδηλοί πως το άτομο αυτό υπάρχει. Τα άτομα που καταδικάστηκαν σε αυτού του είδους την ποινή πολύ συχνά αρρώσταιναν βαριά μετά από κάποιο χρονικό διάστημα και ορισμένα πέθαιναν εξαιτίας αυτής της παντελούς έλλειψης ανθρώπινης επιβεβαίωσης.

Ο σουηδός συγγραφέας Hjalmar Söderberg λέει χαρακτηριστικά (ελεύθερη μετάφραση): «Θέλουμε να αγαπηθούμε, αλλά ελλείψει αυτού να μας φοβούνται, ελλείψει αυτού να μας απεχθάνονται και να μας περιφρονούν. Έχουμε ανάγκη να προκαλούμε κάποιου είδους συναίσθημα στους ανθρώπους. Η ψυχή παγώνει στο κενό και αναζητά την επαφή με κάθε αντίτιμο».

Γιάννα στις 14 Αυγούστου 2016

Μια νέα έρευνα έδειξε ότι τα δελφίνια «τραγουδούν» στα μικρά τους όταν βρίσκονται στη μήτρα τους. Τα δελφίνια χρησιμοποιούν «σφυρίγματα-υπογραφές» για να εντοπίζει το ένα το άλλο και να επικοινωνούν μεταξύ τους. Όπως εμείς οι άνθρωποι χρησιμοποιούμε τα ονόματα. Οι μητέρες δελφίνια έχει παρατηρηθεί ότι  επινοούν ένα σφύριγμα-υπογραφή για το μωρό τους, μήνες πριν τη γέννηση του και έως δύο εβδομάδες μετά.

Αυτό έχει μελετηθεί στο παρελθόν, αλλά αυτή η νέα έρευνα εξέτασε τα ποσοστά αυτών των σφυριγμάτων και αν αλλάζουν μετά τη γέννηση. Η Audra Ames, καθηγήτρια Συμπεριφοράς Θαλάσσιων Θηλαστικών και επικεφαλής του εργαστηρίου Νόησης στο Πανεπιστήμιο του Southern Mississippi, παρουσίασε μερικά από τα ευρήματά της στο ετήσιο συνέδριο του American Psychological Association, όπως αναφέρει το Live Science.

«Υποτίθεται ότι αυτό είναι μέρος μιας διαδικασίας αποτύπωσης», δήλωσε η Ames στο  Live Science κατά τη διάρκεια του συνεδρίου

«Εμείς βλέπουμε ότι τα ανθρώπινα μωρά αναπτύσσουν μια προτίμηση για τη φωνή της μητέρας τους κατά το τελευταίο τρίμηνο της κύησης. Δεν ξέρω αν αυτό είναι κάτι που συμβαίνει εδώ στην περίπτωση των δελφινιών, αλλά θα μπορούσε να είναι κάτι παρόμοιο», πρόσθεσε.

Οι επιστήμονες κατέγραψαν 80 ώρες ήχου – δύο μήνες πριν και δύο μήνες μετά τον τοκετό – σε μια δεξαμενή στο Six Flags Discovery Kingdom στο Vallejo της Καλιφόρνια. Η κατασκευή ήταν η κατοικία ενός κοπαδιού δελφινιών, συμπεριλαμβανομένου ενός 9χρονου θηλυκού  που ήταν έγκυος (το μωρό της αργότερα ονομάστηκε Mira). Οι επιστήμονες ανακάλυψαν ότι η μητέρα επινόησε ένα νέο σφύριγμα που εντάθηκε γύρω από τη γέννηση και στη συνέχεια άρχισε να μειώνεται κατά τους μήνες μετά τη γέννηση. Βρήκαν επίσης ότι τα άλλα δελφίνια στην περιοχή, παρέμειναν πιο ήσυχα σε αυτό το χρονικό διάστημα, κάτι το οποίο οι επιστήμονες θεωρούν ότι ήταν μια συνειδητή προσπάθεια τους να μην μπερδέψει τους ήχους το μικρό και να διασφαλισθεί ότι «δεν θα αποτυπώσει λάθος σφύριγμα-υπογραφή».

Επιπλέον, καθώς η μητέρα άρχισε να μειώνει τις επαναλήψεις της, τα άλλα δελφίνια της ομάδας άρχισαν να αυξάνουν τα ποσοστά των δικών τους σφυριγμάτων.

 

 

Μαράκι στις 28 Ιουλίου 2016

Η σύγκριση είναι μια ύπουλη μολυσματική νόσος που διαβρώνει την προσωπικότητα. Ξεκινά από την παιδική ηλικία. Οι γονείς προκειμένου να παραδειγματίσουν και να κινητοποιήσουν τα παιδιά τους, διαρκώς τα συγκρίνουν με άλλα παιδιά.

Το παιδί, ακόμη κι αν πετύχει τον στόχο, νιώθει ευάλωτο. Ο γονιός δεν συνειδητοποιεί τον πόνο που δημιουργεί στο παιδί του. Μπορεί άραγε η αγάπη του γονιού να στηρίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια συμμόρφωσης και απόδοσης;

Η σύγκριση αποτελεί μια μόνιμη διαρροή της χαράς και της ικανοποίησης από κάθε επιτυχία. Παραμένει μόνο η κούραση και η πίκρα. Ζητάει να καλύψει κενά του παρελθόντος και έτσι δεν επιτρέπει την ευτυχία στις μικρές πολύτιμες στιγμές του παρόντος.

Η σύγκριση απαγορεύει την ισότιμη λειτουργική σχέση. Αναζητεί κατώτερους, για να καθησυχάζονται και να επιβεβαιώνονται εκείνοι που την οικειοποιούνται.

Η σύγκριση ζει ισόβια με το άγχος των εξετάσεων. Είναι ισόβιος πόλεμος με έναν αόρατο εχθρό. Η χαρά της επιτυχίας χάνεται την αμέσως επόμενη στιγμή, καθώς επικρέμαται διαρκώς η επιβουλή κάποιου αντιπάλου.

Η σύγκριση αρρωσταίνει τους υγιείς. Δημιουργεί ντοπαρισμένους άρρωστους πρωταθλητές. Όταν κανείς μετρά τη ζωή του με γνώμονα την σύγκριση, τότε το βλέμμα του είναι μόνιμα στραμμένο προς τους άλλους. Δεν ικανοποιείται από τα όποια δικά του επιτεύγματα, καθώς το σημαντικό δεν είναι το ίδιο το γεγονός, αλλά η επικράτηση.

Το νερό της όποιας επιτυχίας δεν τον ξεδιψά , γιατί είναι γλυφό. Τελικά ο ανταγωνισμός που δημιουργεί η σύγκριση λειτουργεί ως εθισμός. Ως ναρκωτικό προσωρινά προσφέρει ικανοποίηση, αλλά αμέσως μετά δημιουργεί στερητικά συμπτώματα.

Η αίσθηση αδικίας είναι μονίμως παρούσα στις συγκρίσεις. Από την βαθμολογία και την κατάταξη των παιδιών στο σχολείο, μέχρι την κατάληψη μιας ανώτατης επαγγελματικής θέσης. Η γενικευμένη αυτή στάση βασίζεται στην αντίληψη που ορίζει ότι αν δέχεσαι την καλύτερη αξιολόγηση, το αξίζεις. Αν είναι κάποιος άλλος που αναγνωρίζεται, τότε αδικείσαι, αφού κάτι ύποπτο συνέβη.

Αυτοί που διψούν για αναγνώριση δεν νιώθουν ότι κρίνεται ένα έργο τους, αλλά εισπράττουν την αξιολόγηση ως κρίση του ίδιου του εαυτού τους. Επομένως μια δυσμενής κρίση τους καταρρακώνει και θα πρέπει υποχρεωτικά να την αρνηθούν για ν’ αντέξουν.

Είναι σαν τα μικρά παιδιά που πηγαίνουν χαρούμενα να αναγγείλουν τον καλό βαθμό στους γονείς τους και αυτοί ρωτούν για τους βαθμούς των συμμαθητών, για να κρίνουν αν θα πρέπει να επαινέσουν τα παιδιά τους. Είναι οι ανασφαλείς γονείς που φοβούνται να εκφράσουν απλόχερα τα θετικά τους συναισθήματα προς τα παιδιά τους, με τον φόβο μήπως εκείνα εφησυχάσουν και δεν συνεχίσουν να προσπαθούν.

Πίσω από τις συγκρίσεις μεταξύ αδελφών, ξαδελφών και γνωστών εκφράζονται οι προσωπικές άλυτες εμπλοκές των γονιών. Ο στόχος μπορεί να είναι καλοπροαίρετος, αλλά η μέθοδος απάνθρωπη και τις περισσότερες φορές αναποτελεσματική.

Αν η σύγκριση γίνει στοιχείο της ζωής του παιδιού, τότε μπορεί να του διασφαλίσει σημαντικές διακρίσεις, αλλά και μια βασανιστική ζωή. Η ένταξη των παιδιών στον ανηλεή ανταγωνισμό και επαχθή πρωταθλητισμό δημιουργεί στρέβλωση στην διαμορφούμενη προσωπικότητά τους.

Πολλοί γονείς φορτώνουν τα παιδιά τους. Τα θέλουν πρώτα. Ίσως γιατί αυτοί δεν έγιναν πρώτοι. Τα πιέζουν διαρκώς να διαβάζουν για να πετύχουν. Αλλά όχι μόνο στα μαθήματα. (…………)

Όταν το παιδί δέχεται να παίξει τον ρόλο του κυνηγού της πρωτιάς, υφίσταται τέτοια εσωτερική πίεση που πολλές φορές το καταβάλλει. Θυμάμαι τις έντονες φοβίες και τους τρομερούς νυχτερινούς εφιάλτες κάποιου νεαρού πρωταθλητή γυμναστικής, που κάθε βράδυ έβλεπε ότι έπεφτε από την δοκό.

Ακόμα κι αν τα παιδιά πετυχαίνουν να γίνουν πρωταθλητές, αναπτύσσονται μονομερώς, όπως πχ. συμβαίνει με τις παγκόσμιες πρωταθλήτριες γυμναστικής , που δεν προλαβαίνουν να χαρούν σαν παιδιά, αφού ζουν σε μια ατσάλινη απάνθρωπη πειθαρχία, όπου κάθε επιπλέον θερμίδα είναι απαγορευμένη και το παγωτό ή η σοκολάτα ένα άπιαστο όνειρο.

«Η ισότητα της διαφοράς» ήταν ο τίτλος ενός σημαντικού δοκιμίου, που αναφερόταν στους ισότιμους μα διακριτούς ρόλους της γυναίκας και του άντρα. Αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει στόχο της ανατροφής των παιδιών. Όχι μόνο ως προς το φύλο , αλλά και ως προς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τις διαφορετικές ικανότητες. Κάθε παιδί δικαιούται αναγνώριση και εκτίμηση κι αυτό δεν προϋποθέτει σε καμία περίπτωση την ύπαρξη κάποιων μετρήσιμων αντικειμενικών επιτυχιών.

Αυτός που κάνει συγκρίσεις για να νιώσει καλά, δεν συνειδητοποιεί ότι θέτει τον εαυτό του σε διαρκή ανασφάλεια. Η σύγκριση είναι μια πληγή διαρκώς ανοιχτή και δεν επουλώνεται. Ανεξάρτητα από το όποιο  αποτέλεσμα, αξιολογείται ως βλαπτική.

Το να είσαι καλύτερος από κάποιον άλλο δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι είσαι και όντως καλός. Το να είσαι ο καλύτερος όλων δεν σημαίνει ότι αυτή την ιδιότητα θα την έχεις και την αμέσως επόμενη στιγμή.

Ο στόχος είναι να είσαι καλός σύμφωνα με τον εαυτό σου. Αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να σου το αμφισβητήσει κανείς. Η αίσθηση αδικίας και η διαμάχη είναι άμεσα συνδεδεμένες με την σύγκριση. Αντιλήψεις για τον μοναδικό περιούσιο λαό ή για την μία εκλεκτή φυλή προκάλεσαν καταστροφικούς πολέμους και δημιούργησαν μεγάλες δυστυχίες και αφόρητους πόνους.

Οι οδυνηρές συνέπειες της σύγκρισης δεν περιορίζονται μόνο στο κοινωνικό πεδίο, αλλά δηλητηριάζουν και τις προσωπικές σχέσεις. Όταν η σύγκριση παρεισδύει στις συντροφικές σχέσεις, αυτές μεταβάλλονται σε πεδία άγονων αντιπαραθέσεων και πολεμικών συγκρούσεων. Ο σύντροφος γίνεται ανταγωνιστής, αντίπαλος, εχθρός. Αναλώνονται τεράστια ποσά ενέργειας και επιχειρημάτων προκειμένου να μειωθεί το όποιο χάρισμα, η όποια ικανότητα ή επιτυχία του συντρόφου.

Το πεδίο συγκρούσεων τότε περιλαμβάνει τα πάντα. Την πατρική οικογένεια, τον τόπο καταγωγής, την οικονομική κατάσταση, την εργασία, την εμφάνιση, την ενδυμασία, τη διατροφή, το είδος διασκέδασης, τον τρόπο ανατροφής των παιδιών, το κοσμοείδωλο του άλλου, που ξαφνικά κρίνεται ως ελλιπές κι ανεπαρκές.

«Υπάρχουν και χειρότερα…».  Η μίζερη αμήχανη συμπαράσταση στις δύσκολες στιγμές ενός ανθρώπου, που προτείνει την παρηγοριά βάσει του ότι κάποιος άλλος μπορεί να υποφέρει περισσότερο, είναι μία αντίστροφη σύγκριση που περικλείει όμως όλη τη δυναμική της ανταγωνιστικότητας.

Ένας αυθεντικά ώριμος άνθρωπος που βρίσκεται σε δύσκολες στιγμές, δεν αποζητάει να δυσκολεύονται κι οι άλλοι. Προτιμά να πληροφορείται ευτυχή γεγονότα από τη ζωή τους. Δεν αποζητάει μια ροζ πλασματική πραγματικότητα, όπως σε κάποιες χολιγουντιανές ταινίες, αλλά αυθεντικές στιγμές χαράς που του υπενθυμίζουν αντίστοιχες δικές του.

Η υγιής άρνηση της σύγκρισης δεν αντιστοιχεί στον εφησυχασμό και την μετριότητα. Δεν στοχεύει στην ισοπέδωση και στην απουσία φιλοδοξιών. Δεν κολακεύει τους ράθυμους διεκδικητές της διαρκούς ευχαρίστησης. Δεν ευνοεί την άκοπη απολαβή, την απουσία της αξιοκρατικής κρίσης, την διαρκή αναζήτηση της αλήθειας, την δημιουργική εργασία.

Η υγιής άρνηση της σύγκρισης αντιστοιχεί στην επίτευξη υγιούς άμιλλας σε συνεργατικές σχέσεις. Τα πρόσωπα είναι ανοιχτά να κερδίσουν από τον άλλο. Διαπνέονται από την επιθυμία και την τρυφερή ζήλεια που λαχταρά, δίχως να επιζητεί το κακό του άλλου. Η διαρκής αμοιβαία ανατροφοδότηση με την έκφραση των θετικών συναισθημάτων επιτρέπει το άνοιγμα προς τον άλλο, τη θαυμαστή ευρυχωρία που μόνο κέρδος δύναται να αποφέρει.

Η σύγκριση απαγορεύει την ανάδειξη των διαφορετικοτήτων, καθώς υπάρχει μόνο μια θέση. Τελικά κάθε φορά που υπεισερχόμαστε σε συγκρίσεις, χάνουμε το θεϊκό στοιχείο της μοναδικότητας του προσώπου μας.

Οι εγκλωβιστικοί ρόλοι

Στα πλαίσια μιας ομάδας είναι αναγκαίο να εκχωρούνται στα μέλη ρόλοι, που να συμβάλλουν στη λειτουργία της. Η κατανομή των ρόλων είναι μια σημαντική λειτουργία για την επιβίωση της ομάδας και την εύρυθμη λειτουργία της.

Οι διακριτοί ρόλοι επιτρέπουν την ανάληψη υπευθυνότητας στην ολότητα της ομάδας, αλλά και στις επιμέρους λειτουργίες της.

Ένας ικανός άνθρωπος γνωρίζει να αφουγκράζεται τη διαφορετικότητα κάθε ομάδας στην οποία μετέχει. Αναλόγως καταλαμβάνει άλλοτε την ηγετική θέση και άλλοτε του απλού μέλους.

Τα κλειστά άκαμπτα συστήματα και οι δυσλειτουργικές οικογένειες δεν επιτρέπουν διαφοροποίηση των ρόλων. Αναθέτουν ένα ρόλο σε κάθε μέλος τον οποίο θα πρέπει να το φέρει πάντα, σε βαθμό που να ταυτίζεται με αυτόν.

Η ανάθεση ρόλου δεν σχετίζεται τόσο με την προσωπικότητα του παιδιού, όπως δικαιολογείται εκ των υστέρων, αλλά κυρίως με την φάση της οικογένειας ή της γονικές ανάγκες. Ο ρόλος του μικρού ή του μεγάλου, του αδύνατου ή του δυνατού, του ικανού ή του ανίκανου, του ευαίσθητου ή του αναίσθητου, του αποδιοπομπαίου τράγου ή του διαιτητή.

Η δυσλειτουργία της συντροφικής σχέσης μπορεί να παράγει το παιδί σύντροφο, το παιδί υπεργονιό ή το παιδί εκδικητή. Τότε οι ρόλοι γίνονται έναν καλούπι που σε εγκλωβίζει και σου απαγορεύει να διαφοροποιηθείς και να αναπτυχθείς.

Η ανάθεση ρόλου στο οικογενειακό σύστημα γίνεται με ασυνείδητους μηχανισμούς και επομένως δεν κατανοείται. Ως εκ τούτου ενεργοποιείται η σύγκριση και η υποτίμηση των μελών που έχουν αναλάβει τους πιο δυσλειτουργικούς ρόλους, που θεωρούνται ως δική τους επιλογή.

Οι ταμπέλες καταγράφονται με ανεξίτηλο μελάνι. Παιδιά που έχουν προσλάβει τις φανερές και τις αφανείς αγωνίες της οικογένειας, καταγράφονται ως φοβικά. Παιδιά που έχουν εξαφανίσει τις επιθυμίες τους, προκειμένου να μη δυσκολεύουν τους γονείς τους κατακρίνονται ως δειλά ή ψυχαναγκαστικά. Παιδιά που έχουν απορροφήσει τις οικογενειακές εντάσεις, κατατάσσονται ως διαταρχτικά.

Είναι άδικο κάποιος να παραμένει για πάντα μικρός και ανώριμος για τους δικούς του, ενώ εξίσου άδικο είναι κάποιος άλλος να έχει αναλάβει να είναι μεγάλος από τη νηπιακή του ηλικία.

Είναι άδικο κάποιος να καταγράφεται ως αδιάφορος και να το αποδέχεται, ενώ είναι επίσης άδικο κάποιος άλλος να χρεώνεται το ευαίσθητος.

Η αδικία από την ταύτιση με τους άκαμπτους ρόλους είναι συγκλονιστική, καθώς , αν δεν αμφισβητηθούν, θα οδηγήσουν σε ισόβια δεσμά.

Καθοριστικό στοιχείο μιας ψυχοθεραπείας αποτελεί η κατανόηση του ρόλου που το πρόσωπο είχε αναλάβει στα πλαίσια του οικογενειακού του συστήματος και η απελευθέρωσή του από αυτόν.

Αντίθετα, η μη αναγνώριση του ρόλου οδηγεί στην αναπαραγωγή του και εκτός οικογενειακού πλαισίου. Επομένως τείνει να ταυτίζεται με την προσωπικότητα. Το προσωπείο δηλαδή απορροφά το πρόσωπο. Η μονομερής ταύτιση με ένα ρόλο αποτελεί αδικία, γιατί ταυτίζεσαι μόνο με κάποιες πλευρές σου, ενώ οι άλλες παραμένουν απαγορευμένες.

Α-δυναμίες

Η αδυναμία σε κάποιο αγαπημένο πρόσωπο συνιστά μια ξεχωριστή σχέση που το διακρίνει από τους άλλους. Η αδυναμία εκφράζεται με μια ειδική μεταχείριση και με την παροχή ιδιαίτερης φροντίδας.

Οι λόγοι που ένας γονιός έλκεται από κάποιο παιδί ιδιαίτερα και το ξεχωρίζει από τα άλλα, αφορούν ασυνείδητες εμπλοκές που δεν έχει επιτύχει να επιλύσει στην προσωπική του ζωή.

Η επιλογή μπορεί να έχει να κάνει με το φύλο. Με την αισθητική. Με την εξυπνάδα. Με την ομοιότητα με κάποιο συγγενικό ή άλλο πρόσωπο. Με προσωπικές ταυτίσεις. Με κάποιο χαρακτηριστικό της προσωπικότητας.

Τα στοιχεία που οδηγούν στην αίσθηση αδυναμίας ποικίλλουν, αλλά η εμπλοκή είναι πάντα παρούσα, καθώς περιέχει ταυτίσεις που απαγορεύουν την διαφοροποίηση του παιδιού.

Η αδυναμία κατανοείται ως μια ιδιαίτερη προστασία, ώστε το παιδί να διευκολυνθεί, να μην έλθει σε επαφή με τα δύσκολα. Πρόκειται για μια καλοπροαίρετη αλλά μυωπική θεώρηση, που δεν αντιλαμβάνεται το μέγεθος της βλάβης που προκαλεί στο αντικείμενο της αγάπης. Η στάση αυτή είναι οφθαλμοφανώς αντιληπτή από τους τρίτους , αλλά δύσκολα αναστρέψιμη.

Ο γονιός , για δικούς του ασυνείδητους λόγους, μεγαλώνει το παιδί του κατά τρόπο που να μη δυσκολευτεί, με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται όταν είναι ενήλικος.

Μια πιο προσεκτική μελέτη αποδεικνύει ότι ο γονιός που υπερπροστατεύει, είναι ο ίδιος που δυσκολεύεται σε αντίστοιχες καταστάσεις και επομένως προστατεύει ένα δικό του ανασφαλές στοιχείο. Ο γονιός που συμπεριφέρεται με αυτόν τον τρόπο είναι πεπεισμένος ότι μια διαφορετική στάση, πιο ισορροπημένη, ισοδυναμεί με συναισθηματική εγκατάλειψη του παιδιού του.

Στην προσπάθειά μου να εξηγήσω σε κάποιους γονείς την αναγκαιότητα να αναπτύξει το παιδί τις δεξιότητες, ώστε να αντιπαρέρχεται μόνο του, από μικρό, τις δύσκολες καταστάσεις, τους παραθέτω το παράδειγμα του εμβολιασμού.

Τους ρωτώ αν έκαναν εμβόλια στα παιδιά τους από την βρεφική ηλικία. Οι γονείς απαντούν, βεβαίως, καταφατικά. Στη συνέχεια τους ρωτώ ποια στοιχεία περιέχει το εμβόλιο με κοιτούν με βεβαιότητα κι απαντούν ‘’αντισώματα’’. Άνθρωποι με καλή μόρφωση, παρασυρμένοι από το συναίσθημά τους, ξεχνούν την στοιχειώδη γνώση ότι τα εμβόλια περιέχουν εξασθενημένα μικρόβια. Οι γονείς οφείλουν να συνειδητοποιήσουν ότι σημαντικός στόχος στην ανατροφή του παιδιού τους είναι ή ανάπτυξη ενός ικανού ψυχικού ανοσοποιητικού συστήματος.

Την ίδια ώρα που κάποιοι γονείς παιδιών με σωματική ή νοητική αναπηρία τα ασκούν ασταμάτητα, ώστε να αναπτύξουν τις όποιες ικανότητες τους και να μπορέσουν να αντεπεξέλθουν στη ζωή, κάποιοι άλλοι γονείς υπερπροστατεύουν ένα υγιές παιδί με αποτέλεσμα να το μεταλλάσσουν σε ένα τραγικά ανάπηρο άτομο.

Το παιδί τελικά πληρώνει την αδυναμία των γονιών του προς αυτό, με το να αδυνατεί να σχετισθεί ισότιμα με συμμαθητές, φίλους και αδέλφια. Αυτή η αδυναμία επεκτείνεται αργότερα στη σχέση με τον σύντροφο και με τους συναδέλφους. Τελικά, μη μπορώντας να κατανοήσει την δική του ανεπάρκεια, κατηγορεί όλους τους άλλους ότι δήθεν τον αδικούν.

Είναι εκπληκτικά εντυπωσιακός ο τρόπος, με τον οποίο κάποιος που έχει βιώσει αυτή τη χαριστική στάση, τη θεωρεί ως δεδομένη και αυτονόητη. Θεωρεί ότι όλοι θα πρέπει να του συμπεριφέρονται όπως η μαμά του και να του χαρίζονται. Επομένως απαιτεί την ίδια χαριστική συμπεριφορά απ’ όσους σχετίζονται μαζί του. Διαφορετικά, νιώθει ριγμένος, αδικημένος και αγανακτισμένος με τους άλλους που δεν καταλαβαίνουν.

Η στάση αυτή είναι ένα μαρτύριο για τα αδέλφια τους. Αφενός μεν υπέστησαν την στέρηση και την αδικία από τους γονείς τους στο παρελθόν, αφετέρου θα πρέπει να ανέχονται τις απαιτήσεις των αδελφών τους, όταν οι γονείς τους δεν θα είναι στη ζωή. Τότε ωθούνται είτε στην επανάληψη της γονικής στάσης με το να βρίσκονται στην διαρκή υπηρεσία του αδελφού τους, είτε στη διακοπή της ανυπόφορης αδελφικής σχέσης.

Οι εκφράσεις «καλομαθημένο» και «κακομαθημένο» παιδί αντιστοιχούν ακριβώς στο ίδιο περιεχόμενο, αλλά σε διαφορετική χρονική περίοδο.

Το παιδί της γονικής αδυναμίας είναι αυτός που τελικά θα πάρει τα περισσότερα στην κληρονομιά, αλλά επίσης αυτό που θα έχει εφοδιαστεί με τις λιγότερες δεξιότητες για να μπορεί να διαχειριστεί τη ζωή του. Του έχουν κλέψει τα παιδικά του χρόνια. Έχει μάθει να υπάρχει στο περιβάλλον του προστατευμένου θερμοκηπίου. Όταν έρχεται κάποια στιγμή που εκείνοι που το προσέφεραν παύουν να υφίστανται, νιώθει ανίκανος να αντεπεξέλθει στις νέες καταστάσεις.

Είναι η κατηγορία των τραγικών ξεπεσμένων ευγενών. Έχουν απολέσει τις περιουσίες τους, αλλά περιφέρονται στις δεξιώσεις με επιτηδευμένο ύφος που προσπαθεί να περισώσει τα ράκη της τραγικής τους ανεπάρκειας. Αντίστοιχοι ξεπεσμένοι πρίγκιπες μπορεί να προέρχονται από χαμηλότερες οικονομικά τάξεις.

Η υπαρξιακή προσέγγιση που καταγράφει την ανθρώπινη πορεία στο βάθος του χρόνου σημειώνει ότι τραγικά χαμένος δεν είναι αυτός που οι γονείς και η ζωή δεν του χαρίστηκαν στο ξεκίνημά του, αλλά το αντίθετο.

Στη διάρκεια της ψυχοθεραπείας με μια αντιστροφή της συνήθους αντίληψης φανερώνεται ότι ο δήθεν ευνοημένος έχει ουσιαστικά αδικηθεί. Αντίθετα, ο αδικημένος από τους γονείς –αν ο ίδιος δεν αδικήσει τον εαυτό του με το να επιτρέψει το παράσιτο του παράπονου να του στερήσει τη ζωή- θα είναι ο ικανός για το όμορφο, αλλά απαιτητικό παιγνίδι της ζωής.

 

Δημήτρης Καραγιάννης, Παιδοψυχίατρος-Ψυχοθεραπευτής

«Η αδικία που πληγώνει», εκδόσεις Αρμός

φωτ.: Νέκτη Σταμέλου

Πηγή: omada-aerostato /http://www.o-klooun.com

Γιάννα στις 28 Ιουλίου 2016

Παρασκευή μεσημεράκι, μπαίνω στην τράπεζα και δε χρειάζεται να πάρω χαρτάκι από το μηχάνημα. Είμαι μόνος σε ολόκληρη την αίθουσα. Μόνο στα ταμεία περιμένουν καθισμένοι, καλοντυμένοι κι ευγενικοί οι υπάλληλοι. Σε όλο τον υπόλοιπο χώρο επικρατεί μια αλλόκοτη ησυχία και περπατώ μέσα σε αυτήν. Φτάνω στο πιο κοντινό ταμείο, σκύβω να μιλήσω κάτω από το διαχωριστικό τζάμι κι εκείνη τη στιγμή όλα αλλάζουν.

Ένας στρατός σπρώχνεται πίσω μου να πάρει χαρτάκι προτεραιότητας, να βρει καρέκλα να καθίσει, υπάλληλο να παραπονεθεί, ευκαιρία να φωνάξει… Κοιτάζω τον ταμία «Σας έφερα γούρι», αστειεύομαι. Χαμογελά ανόρεκτα «είναι απλά η ώρα τους, πλακώνουν όλοι μαζί λίγο πριν κλείσουμε» μου λέει και παίρνει το βιβλιάριό μου. «Δεν αγχώνεστε ποτέ;» τον ρωτάω ανάμεσα σε φωνές και παράπονα όσων περιμένουν. «Όχι πια» μου λέει και αρχίζει να χτυπάει τη σφραγίδα όσο πιο δυνατά, για να καλύψει το θόρυβο που πετάει σαν ενοχλητική μύγα κοντά στο αυτί του.

«Δάσκαλε, εσύ στο σχολείο δεν έχεις τέτοια προβλήματα!» ακούω μια φωνή και δεν ξέρω ποιος μίλησε. «Κανείς δεν έρχεται να σου παραπονεθεί για κάτι» ξαναλέει η φωνή και δε βρίσκω όσο και να ψάχνω ποιος είναι που θέλει να μου πιάσει κουβέντα. Μέσα στην τράπεζα με κοιτούν όλοι σαν διαφορετικό, η σκηνή θυμίζει Walking Dead, έτοιμοι είναι όλοι να μου επιτεθούν, δεν ξέρω γιατί και όταν βγαίνω στον δρόμο, με χτυπάει το φως στα μάτια και ξυπνάω. Δεν είναι Παρασκευή μεσημεράκι αλλά χαράματα Κυριακής και ξανακοιμάμαι.

Κάποιος τραγουδάει μέσα στ’ αυτί μου:

«Χιόνιζε κάποτε παλιά,

πάντα στα παραμύθια

μα γλίστρησε απ’ τα χέρια μας

και χάθηκε η αλήθεια…»

Η κόρη μου διαβάζει Ιστορία και δε χρειάζεται να απομνημονεύσει τίποτα, μπορεί να χαζέψει φωτογραφίες, πίνακες, ταινίες, να ακούσει τραγούδια, να αναρωτηθεί, να ψάξει μόνη της, να ρωτήσει και στο τέλος ίσως να μάθει…

Τα παιδιά στην τάξη απολαμβάνουν να διαβάζουν εξωσχολικά βιβλία, συζητάνε με τους συμμαθητές τους τι τους εντυπωσίασε, λένε πώς θα μπορούσαν τα ίδια βιβλία να γυριστούν ταινίες.

Οι γονείς έρχονται στο σχολείο με τη διάθεση να συνεργαστούν με τους δασκάλους, να τους ακούσουν τι έχουν να τους πουν, να προβληματιστούν, να αστειευτούν, να δουν αισιόδοξα κάθε πρόβλημα και να σχεδιάσουν μαζί τις πιθανές λύσεις.

Τα παιδιά μαθαίνουν να παραδέχονται τα λάθη τους, βλέπουν το σχολείο σπίτι τους, βοηθούν ο ένας τον άλλον, κάνουν λάθη και μαθαίνουν, χαμογελούν συχνά και ξέρουν να λένε και να ακούνε τη λέξη συγγνώμη.

Οι δάσκαλοι μπαίνουν στην τάξη με χαμόγελο, εμπνέουν τους μαθητές τους να κυνηγούν τα όνειρά τους, να συνειδητοποιήσουν πως είναι διαφορετικοί αλλά ίσοι και να λένε πολλές φορές τη μέρα πως αυτό που μετράει περισσότερο είναι η προσπάθεια.

Γονείς, παιδιά, δάσκαλοι ξέρουμε πως είμαστε μια μεγάλη παρέα και πιστεύουμε ότι μπορούμε μαζί να πετύχουμε πολλά…

Ακούγεται δυνατά το Imagine του Lennon, ξαφνικά το φως στα μάτια μου είναι περισσότερο από όσο μπορώ να αντέξω και ξυπνάω…

Είναι Κυριακή πρωί…

themamagers/ Γιώργος Γιώτης

Σταυρούλα στις 26 Ιουλίου 2016

Ο Έλληνας παρουσιάζεται σαν εύπιστος, ανεύθυνος και ότι ψάχνει πάντα κάποιον να πιαστεί, ενώ μπορεί να σταθεί μόνος του. Σε τι μπορούμε να αποδώσουμε αυτή την στάση ζωής; Στο σχολείο; Στην κοινωνία; Στην πολιτική; Εγώ θα την απέδιδα πρωτίστως στην οικογένεια.

Στην οικογένεια ο κάθε πολίτης ξεκινάει την ζωή του και αρχίζει να αναγνωρίζει τον εαυτό του μέσα από τα μάτια των άλλων. Μέσα σε αυτή κατασκευάζεται σαν τέτοιος, δηλαδή ανεπαρκής, φοβισμένος και μόνος, όχι σαν μια πραγματικότητα που φτιάχνει ο ίδιος , αλλά σαν μια οικογενειακή διαδικασία γνωσιο-συναισθηματική που διαδραματίζεται κατά την διάρκεια της ανάπτυξής του.
Ο πολίτης είναι κατ΄ αρχάς το προϊόν οικογενειακών διαδικασιών οι οποίες τον ορίζουν σαν ατελές υποκείμενο, έχοντας πάντα την ανάγκη των γονιών του. Δεν πρέπει να φοβόμαστε να πούμε ότι οι οικογένειες εργάζονται ανελλιπώς για την καθυπόταξη του παιδιού τους πρώτα στις αποφάσεις τις δικές τους και μετά των κοινωνικών προτύπων που συγγενεύουν, όπως των δασκάλων των αφεντικών, των πολιτικών.
Η τραγικότητα λοιπόν αυτή έγκειται στην συνειδητοποίηση της διεστραμμένης αντιμετώπισης του παιδιού σαν ένα ανάπηρο άτομο που χρειάζεται πάντα κάποιο άλλον για να μπορεί να αντιμετωπίσει τον αγώνα της ζωής. Σ΄ αυτό τον αγώνα οι γονείς θέλοντας να το απαλλάξουν από τα βάρη του, το απάλλαξαν όμως από τον ίδιο του τον εαυτό. Δηλαδή δεν του έδωσαν το δικαίωμα, στις περισσότερες περιπτώσεις, να διαχειριστεί την ζωή του και δεν του επέτρεψαν είτε με την υπέρ- προστατευτικότητα, είτε με την αδιαφορία να γνωρίσει αυτό που είναι, έτσι ώστε να μπορέσει να κατασκευάσει την καθημερινότητα του με τα νοήματα και την σημασία που ο ίδιος θα απέδιδε από την εμπειρία του μέσα σε αυτή.
Θα πρέπει να μιλήσουμε για μια καλά κρυμμένη, πίσω από την παχύρρευστη ανησυχία των γονέων, τάση εξουσίας, που πραγματώνεται επάνω στα παιδιά τους με τέτοιο τρόπο ώστε να καταστούν την παρουσία τους αναγκαία ακόμα και στην ενήλική ζωή τους . Άρα πρέπει να ξεφύγουμε λιγάκι – όσο μπορούμε – από αυτή την ρομαντικά καλή μορφή της οικογένειας και να μιλήσουμε για την καλυμμένη, ήδη καθυπόταξη του παιδιού μέσα στο σ΄ αυτή και για την προετοιμασία του στην ανεπάρκεια και την συνεχή άσχημη εξάρτηση από τον άλλον. Έτσι μπορούμε να φανταστούμε σύμφωνα με τις παραπάνω συνθήκες, τι το περιμένει στο μέλλον.
Η ελληνική οικογένεια μέσω της φροντίδας της κατάφερε να κατασκευάσει πολίτες οι οποίοι δεν στηρίζονται στα δικά γνώσιο-συναισθηματικά δεδομένα, διότι δεν έχουν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους και τις περισσότερες φορές, ο εαυτός γίνεται το πεδίο μιας σύγκρουσης εσωτερικής και εξωτερικής που την ονομάζουν “Εγώ”.
Οι διασυνδέσεις με την οικογένεια όπου το παιδί αποτελεί πάντα την απόδειξη της εξουσίας της, αναπαράγουν την ανεπάρκεια του όχι μόνο μέσα σε αυτή, αλλά και σε άλλα πλαίσια σχέσεων μετά από αυτή. Η απομάκρυνση από κοντά της είναι ένα τεράστιο πρόβλημα, αλλά και η παραμονή κοντά της δημιουργεί άλλης υφής προβλήματα. Με αυτό τον τρόπο οι γονείς κρύβουν την δική τους ανικανότητα να ζήσουν μόνοι, προβάλλοντας αυτή την ανικανότητα στο πρόσωπο των παιδιών τους. Κρύβουν την δική τους ανεπάρκεια, προβάλλοντας την σαν ανεπάρκεια των παιδιών τους. Το ίδιο κάνουν και με τον φόβο τους, αποδίδοντας τον σαν φόβο του παιδιού τους.
Σε αυτή την περίπτωση η αυτοπεποίθηση όσο και η αυτοεκτίμηση του ατόμου δεν είναι το αποτέλεσμα μιας κριτικής σκέψης και του αναστοχασμού γύρω από τα συμβάντα της ζωής του, μέσα από τα οποία μπορεί να αποκτήσει πείρα και να αυτό-διδαχτεί από αυτή. Συνήθως όλες αυτές οι διαδικασίες του εαυτού δεν θεωρούνται τόσο σημαντικές όσο θεωρείται η γνώμη των άλλων. Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι η οικογένεια δεν μπορεί να ενδυναμώσει το παιδί της και να το οδηγήσει στην αυτονομία, αλλά αντίθετα καλλιεργεί συνεχώς την εξάρτηση και πάνω σε αυτή κατασκευάζει τον πολίτη του μέλλοντος με σκοπό την δική της “βασιλεία”.
Ένα άλλο θέμα που εμφανίζει την σημαντικότητα του μέσα από την απουσία του είναι αυτό του “δικαιώματος” μέσα από το οποίο το άτομο ολοκληρώνει την ενήλικη στάση απέναντι στα πράγματα και τις καταστάσεις που τον αφορούν. Πάλι όμως θα μου επιτρέψετε να πω, ότι τα δικαιώματα και ελληνική οικογένεια δεν κατάφεραν ποτέ να έχουν μια ευχάριστη συμβίωση. Τα δικαιώματα θεωρείται “παράλογο” σαν θέμα μέσα στην οικογένεια. Σαν να να αγνοούν ηθελημένα οι γονείς αυτό το χώρο-χρόνο που εκφράζεται το “δικαίωμα” το οποίο έχει άμεση σχέση, από την μια με το οικογενειακό περιβάλλον και από την άλλη, με την δυνατότητα έκφρασης του “ιδιωτικού”, του προσωπικού που αφορά ένα μέλος της οικογένειας και κανένα άλλον.

Τα δικαιώματα σαν θέμα στην οικογένεια στην καλύτερη περίπτωση εκλαμβάνεται σαν μια σαχλαμάρα και στην χειρότερη σαν μια ύβρις. Έτσι φαίνεται ότι η Ελληνική οικογένεια ασκεί ένα είδος ιδιοκτησίας στα παιδιά της με τέτοιο τρόπο ώστε να αδυνατούν να πάρουν το ρίσκο, να δοκιμάσουν και να αποφασίσουν για τον εαυτό τους, ελεύθερα αυτό που θέλουν , όπως το θέλουν.
Αυτές όλες λοιπόν οι απαιτήσεις της οικογένειας καλύπτονται, όπως είπα, από ένα παχύ αποπνικτικό στρώμα ενδιαφέροντος και φροντίδας το οποίο καθορίζει την σημαντικότητα των καταστάσεων που αφορούν το παιδί της και διαμορφώνουν τις συνθήκες της αποτυχίας του. Βέβαια οι οικογενειακές συνθήκες εμφανίζονται πάντα σαν προσπάθεια δημιουργίας ασφαλείας, σταθερότητας, εκπέμποντας μια σιγουριά, αλλά ετοιμάζοντας συγχρόνως το βόλεμα των μελλοντικών γενεών.
Το βόλεμα λοιπόν δεν είναι στοιχείο του κάθε πολίτη, αλλά πρωταρχικά στοιχείο της οικογένειας. Το βόλεμα είναι ισχύ της οικογένεια να καθορίσει την ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του παιδιού της, υποβιβάζοντας το. Και αυτή την επέμβαση “βοήθειας” την συναντάμε στο μελλοντικό πολίτη σε όλα τα στάδια της ανάπτυξής του με διαφορετική μορφή κάθε φορά. Διαφορετική στην παιδική ηλικία, διαφορετική στην εφηβεία διαφορετική στην ενήλικη ζωή. Αυτή όμως η διαμορφούμενη κατάσταση δεν μένει μόνο στην οικογένεια, αλλά διαχέεται σαν εξουσιαστική νοοτροπία σε όλες τις εκφάνσεις την κοινωνικής ζωής όπως στο χώρο -χρόνο της εργασίας, της πολιτικής και εν γένει ολόκληρη στις κοινωνικές διαδικασίες. Με αυτό τον τρόπο διαμορφώνεται η προσωπικότητα του κάθε Έλληνα, σαν ημιτελές υποκείμενο που αναζητά την ολοκλήρωσή του διαμέσου της υποταγής του.
Είναι λοιπόν τόσο δυνατή αυτή η νοοτροπία ώστε να έχει δημιουργήσει την τραγικότητα του Έλληνα σαν πολίτη, ο οποίος συνεχίζει να αναπαράγει την κατάσταση της ανεπάρκειας, μετατρέποντας την σε εξυπνάδα. Δηλαδή η ικανότητα αποφυγής, παραίτησης, ανευθυνότητας και εξάρτησης δεν λαμβάνονται σαν καταστάσεις υποτίμησης του πολίτη, αλλά εκλογικευμένες αναγνωρίζονται σαν αξίες που διαπερνάν το άτομο και την κοινωνία, οδηγώντας στο τέλος σε προσωπικό, αλλά και κοινωνικό αδιέξοδο.
______________
~ Κερεντζής Λάμπρος
Πηγή: kerentzis.blogspot.gr
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

απο τη Σταυρούλα

Στο βίντεο δεκάδες άνθρωποι από διαφορετικές γωνιές του πλανήτη κερδίζουν ένα δωρεάν τεστ DNA και αυτό που αποκαλύπτει το τεστ είναι πως στον σύγχρονο κόσμο, οι άνθρωποι σε κάθε γωνιά του πλανήτη «συγγενεύουν» με όλους τους άλλους σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από όσο φαντάζεστε.

Όπως σωστά λέει ένας από τους 67 συμμετέχοντες «Τελικά είμαστε όλοι ξαδέλφια».

Το «Ταξίδι του DNA», όπως ονομάζεται δημιουργήθηκε στα πλαίσια προώθησης ενός διαγωνισμού δωρεάν εξέτασης DNA και προσφοράς ενός ταξιδιού σε έναν προορισμό της επιλογής του ατόμου. Παρόλο που δεν είναι γνωστό εάν τα πρόσωπα του βίντεο είναι ηθοποιοί ή εάν πράγματι υποβλήθηκαν σε εξέταση DNA, το μήνυμα δεν παύει να είναι δυνατό: δεν υπάρχουν φυλές.

by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Το ταξίδι του DNA: Ένα βίντεο που καταρρίπτει τους μύθους για “καθαρές” φυλές

Διαβάστε το υπέροχο κείμενο του κορυφαίου ψυχίατρου Καρλ Γιούνγκ, στο οποίο αναλύει πώς ο γονεϊκός ρόλος επηρεάζει τη δημιουργία της προσωπικότητας του παιδιού, αλλά και την ψυχοσύνθεσή του.

«Για να κατανοήσουμε την προστατευτική ενέργεια των δύο γονέων, ας χρησιμοποιήσουμε την αναλογία της φωλιάς των πουλιών.

Η φωλιά των πουλιών αποτελείται από δύο μέρη:

  • Το έξω στρώμα είναι σκληρό, συμπαγές, δομημένο από πιο σκληρά υλικά, κομμάτια ξύλο, πετρούλες, λάσπη κλπ., που αποτελούν ένα συγκεκριμένο οικοδόμημα που επιτρέπει στη φωλιά να αντέχει στις καιρικές συνθήκες, να είναι στερεή και ασφαλής. Μηχανισμός που φέρνει δομή στο αδόμητο.
  • Το εσωτερικό στρώμα είναι πιο μαλακό, φτιαγμένο από πούπουλα κι άλλα μαλακά υλικά. Είναι το μητρικό πλαίσιο.

Το έξω είναι ο πατέρας, το μέσα η μητέρα.

Ένα παιδί μεγαλώνει και αναπτύσσεται μέσα στη μήτρα της μητέρας και εκεί προστατεύεται από τις απαιτήσεις και ιδιαιτερότητες του έξω κόσμου. Μετά τη γέννα, μέχρι να αυτονομηθεί το παιδί χρειάζεται ακόμα την προστασία της μητέρας.

Εδώ έρχεται ο πατέρας, μέσα από την καλή σχέση μεταξύ τους, να βοηθήσει το παιδί να χαλαρώσει τους δεσμούς του με την μητέρα και να αρχίσει τα δικά του βήματα στον κόσμο, να αναπτύξει την αυτοεκτίμησή του, την εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του και να αυτονομηθεί από την μητέρα. Υπό την προστασία του πατέρα το παιδί εξερευνά τον έξω κόσμο, έτσι ώστε να μην παλινδρομήσει στην ενδομήτρια εμπειρία.

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΕΙ ΣΤΟΝ ΓΙΟ ΤΗΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΙΔΟΥΣ ΤΟΥ

Ανεξάρτητα από το φύλο του παιδιού, ο πατέρας στην αρχή της ζωής του παιδιού, είναι η πηγή της προστασίας από τις δυνάμεις της παλινδρόμησης. Βοηθά να δομήσει το παιδί τα όριά του, την ταυτότητά του, λύνοντας το συμβιωτικό στάδιο με την μητέρα, να έχει αίσθηση του εαυτού του, να λέει ναι ή όχι, τόσο στον έξω κόσμο, όσο και στον κόσμο των ενστίκτων και των επιθυμιών.

Η αρσενική αρχή είναι αυτή που βοηθά τον άνθρωπο να εδραιώσει τα όριά του, να βρεί την ταυτότητά του και αυτή η αρσενική δύναμη επίσης, (animus), φέρει τη θηλυκή αρχή έξω στον κόσμο, για να εκφραστεί. Ο γάμος αυτών των δύο αρχών επιφέρει την ισορροπία και την αρμονία.

Ο πατέρας δημιουργεί ένα ασφαλές μέρος για το παιδί που έχει γεννηθεί, στη θέση της ασφάλειας που το παιδί βίωνε στην μήτρα. Μεγαλώνοντας το παιδί, το βοηθά να διαπραγματευθεί με τον έξω κόσμο και να δομήσει την δική του Persona.

Η δημιουργία της Persona γίνεται σιγά σιγά από τα υλικά των γονεϊκών αξιών. Το πρώτο πρότυπο της διαμόρφωσης του εγώ είναι να συμπεριφερθώ με τον τρόπο που προσδοκούν οι γονείς μου.

Έτσι, η πρώτη persona, είναι οι συλλογικοί πολιτιστικοί κώδικες συμπεριφοράς και κρίσεων αξιών που εκφράζονται και μεταδίδονται από τους γονείς.

Στην πορεία της φυσιολογικής ψυχολογικής ανάπτυξης, πρέπει να υπάρξει μια διαφοροποίηση ανάμεσα στο εγώ και στην persona. Το παιδί χρειάζεται να συνειδητοποιήσει ποιο είναι ξέχωρα από τις εξωτερικές συλλογικές απαιτήσεις της κοινωνίας. Να γίνει ένα άτομο που έχει τις δικές του ιδέες και τον δικό του κώδικα συμπεριφοράς και ταυτόχρονα να ζει στον κόσμο και να προσαρμόζεται στις συλλογικές νόρμες. Αν δεν επιτευχθεί κάτι τέτοιο, εμφανίζεται ένα ψευδο-εγώ και ο άνθρωπος ταυτίζεται με τον ρόλο του.

Η persona δεν πρέπει να είναι υπερβολικά άκαμπτη ή λαμπρή γιατί αυτή η υπερβολή θα οδηγήσει στην δημιουργία μιας πιο σκοτεινής σκιάς.

Αν λοιπόν είμαστε μόνο persona, τότε δεν είμαστε γνήσιοι, γιατί δεν έχουμε επαφή με τον εσωτερικό, πραγματικό εαυτό μας. «Ο άνθρωπος -persona είναι τυφλός και δεν βλέπει την εσωτερική του πραγματικότητα, ακριβώς όπως ο άνθρωπος που δεν έχει καθόλου persona είναι τυφλός και δεν βλέπει την πραγματικότητα του κόσμου.»

C. Jung

πηγή : http://yolife.gr

Μαράκι στις 26 Μαΐου 2016

TERRI APTER
Δύσκολες μητέρες
μτφρ. – πρόλογος: Ευαγγελία Ανδριτσάνου
εκδ. Αρμός

«Θέλω τη μαμά μου», ακούγεται ένα συνεχές κλάμα παιδιού από το απέναντι μπαλκόνι. Η ώρα κυλάει και κανείς δεν φαίνεται να μπορεί να ανακόψει το εναγώνιο κλάμα του μικρού παιδιού που έχει εντοπίσει τι θέλει για να ηρεμήσει.

Αυτό το κλάμα μπορεί να στοιχειώσει για πάντα τις ζωές των ανθρώπων. Οι ιστορίες αυτών που πόνεσαν διότι έχασαν σε έναν βαθμό ή ολοκληρωτικά τη μητρική αγάπη είναι δυστυχώς πολλές. Τα γραφεία των κάθε λογής «ψυ» είναι γεμάτα από αφηγήσεις που τσακίζουν κόκαλα. Ενας παλιότερος ασθενής μου όταν ταξίδευε στο παρελθόν του έλεγε ότι «9 στις 10 στιγμές θυμάμαι μόνο κακά πράγματα από τη μητέρα μου. Επινε, μας χτυπούσε, φώναζε. Για πολλά χρόνια κατηγορούσα το αλκοόλ ότι κατέστρεφε μια άγια γυναίκα». Μια άλλη γυναίκα περιέγραφε τον φόβο της, «δεν μας χτυπούσε ποτέ, αλλά το βλέμμα της έβγαζε φωτιές». Ενας τρίτος ένιωθε ότι η μητέρα του ήθελε να τον καταβροχθίσει. Αρκετές είναι και οι περιπτώσεις των παιδιών «αξεσουάρ». «Η μητέρα μου με επιδείκνυε, με έβγαζε σε διαφημίσεις, ήμουν τόσο όμορφο κοριτσάκι. Η μητέρα μου πρέπει να με αγαπούσε πολύ. Απλώς δεν με άφηνε να κάνω ποτέ κάτι δικό μου ή δεν της άρεσα όταν άρχισα να παχαίνω και με απέρριπταν οι διαφημιστικές», ισχυρίζεται μια πενηντάχρονη γυναίκα με διατροφικές διαταραχές.

Ο μύθος της μάνας

Αυτό το δύσκολο θέμα πραγματεύεται το βιβλίο της ψυχολόγου Terri Apter, που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες από τις εκδόσεις Αρμός, σε μετάφραση της Ευαγγελίας Ανδριτσάνου. Η συγγραφέας εκτός από την επιστημονική σκευή και την πολυετή έρευνα που έχει κάνει γύρω από τη μητρότητα και τις δύσκολες όψεις της έχει ως αφετηρία τη δική της δύσκολη παιδική ηλικία. Οπως πολύ θαρραλέα καταθέτει η ίδια στο τρίτο κεφάλαιο, εμπνευσμένη από τη δύσκολη σχέση που είχε και ο Irvin Yalom με τη μητέρα του, υπήρξε παιδί μιας πολύ θυμωμένης μητέρας όπου τα πάντα ήταν εύθραυστα και αβέβαια στη σχέση. Μεγαλώνοντας και κάνοντας τα δικά της παιδιά, η Apter συνειδητοποίησε ότι υπάρχουν μερικές μαμάδες που δεν είναι σαν τις άλλες. Δεν ανήκουν στην κατηγορία των προσαρμοστικών, ανοιχτών, ενσυναισθητικών μητέρων. Δεν ανήκουν στην κατηγορία των «good enough mothers», έναν όρο που περιέγραψε ο Βρετανός ψυχαναλυτής Donald Winnicott, θέλοντας να ορίσει την επάρκεια της μητρικής φροντίδας, που δεν χρειάζεται να έχει χαρακτηριστικά τελειότητας αλλά ουσιαστικές ποιότητες.

Πέντε κατηγορίες

Η Terri Apter συγκέντρωσε σε πέντε μεγάλες κατηγορίες τις δυσλειτουργικές μαμάδες. Τις μαμάδες που χωρίς να το θέλουν πολλές φορές παράγουν στρεβλώσεις, δημιουργούν προσωπικότητες ανασφαλείς και φοβισμένες, άδειες ψυχικά, χειριστικά παιδιά ή μεγαλωμένα πριν την ώρα τους. Δίνει ένα συγκεκριμένο ορισμό του τι σημαίνει να είσαι δύσκολη μητέρα, προς αποφυγή κάθε παρεξήγησης με το πλαίσιο του φυσιολογικού. «Δύσκολη μητέρα είναι αυτή που φέρνει αντιμέτωπο το παιδί της με το εξής δίλημμα: ή θα αναπτύξεις σύνθετους και περιοριστικούς μηχανισμούς αντιμετώπισης, για να διατηρήσεις μια σχέση μαζί μου με τους δικούς μου όρους ή θα υποστείς γελοιοποίηση, απαξίωση ή απόρριψη». Περιγράφει νευρολογικά πώς η μητρική συμπεριφορά επηρεάζει τον φλοιό του εγκεφάλου, αλλάζοντας το εμπειρικό αποτύπωμα, αλλάζοντας τις σκέψεις για τον εαυτό και για τον κόσμο. Δυστυχώς ή ευτυχώς, η μητέρα ασκεί τεράστια επιρροή. Δεν είναι ένα απλό πρόσωπο στην οικογένεια, είναι επιφορτισμένη με πλείστες συνειδητές και ασυνείδητες λειτουργίες, χρέη, ευθύνες. Είναι το πιο φορτισμένο συγκινησιακά πρόσωπο. Είναι αυτό που καθορίζει τη ματιά που έχουμε για τον κόσμο. Γι’ αυτό όταν είναι επαρκής, οι άνθρωποι πατάνε πάνω της και πορεύονται, όταν αυτή η σχέση πάσχει, τότε το υποκείμενο παλεύει με αρκετές δυσκολίες.

Η πρώτη κατηγορία είναι η θυμωμένη μητέρα. Η δεύτερη είναι η εξουσιαστική, η τρίτη, η ναρκισσιστική μητέρα, τέταρτη, η μητέρα που φθονεί. Και τέλος, η συναισθηματικά μη διαθέσιμη μητέρα. Μπορεί κάποια μητέρα να έχει περισσότερα από ένα χαρακτηριστικά ή οι κατηγορίες να αλληλοδιαπλέκονται. Οι ταξινομήσεις πάντα χρειάζονται για να βάλουν μια αρχική τάξη σε ζητήματα σκιώδη και επώδυνα όπως είναι αυτό της μητρικής αποστέρησης.

Πολύ συχνά ακούω νέες γυναίκες να παραπονιούνται ότι πέφτουν τα βάρη όλα πάνω τους άπαξ και κάνουν παιδιά. Είναι γεγονός ότι ο μητρικός ρόλος είναι βαρύς και δύσκολος, καμιά φορά και άδικος, ρόλος αλλά και τόσο γεμάτος από ζωή. Είναι ο μόνος ρόλος που μεγαλώνεις παιδιά και μεγαλώνουν αυτά εσένα. Η μητρότητα, όμως, για κάποιες γυναίκες δεν είναι περίπατος. Είναι μια επώδυνη λειτουργία. Γιατί είναι γεγονός ότι όσο και να διαβάσουμε, όσο και να μορφωθούμε, γινόμαστε οι μητέρες που είχαμε. Και τι μάνα είχε ο καθένας από εμάς, εναπόκειται στη σφαίρα του τυχαίου. Η συνειδητοποίηση, όμως, αυτών που μας δυσκολεύουν καθώς και η θεραπεία είναι οι μόνοι τρόποι που μπορούν να κάνουν αυτόν το δρόμο τον λιγότερο ταξιδεμένο, έναν δρόμο που στο τέλος μας γυρίζει με ασφάλεια σπίτι.

Στον πλανήτη των διεθνών σταρ

Madonna. Ο γιος της Rocco δεν θέλει να μείνει μαζί της, ενώ με την κόρη της Lourdes αντιμετωπίζει διάφορα προβλήματα, παρόλο που δείχνει πιο κοντά στη σφαίρα της επιρροής της. Και τα δύο παιδιά ομολογούν πως βαρέθηκαν τα «διπλά» μηνύματα της μάνας τους.

Kris Jenner. Η μαμά των περιβόητων Καρντάσιανς. Την έχουν κατηγορήσει πολλές φορές για την απληστία της αλλά και την κατάντια της οικογένειάς της.

Dina Lohan. Η μαμά της Lindshay έχει πολλές ομοιότητες με την Jenner. Τα αποτελέσματα δυστυχώς είναι ορατά στην κόρη της.

Kate Moss. Το γοητευτικό μοντέλο συνεχίζει την πάρτι ζωή, με sex, drugs & rock ’n’ roll, ενώ είναι η μητέρα ενός κοριτσιού.

Courtney Love. Η χήρα του Cobain, σύμφωνα με τις ομολογίες της ίδιας της κόρης της Frances Bean, ήταν μια ανεπαρκής εξαρτημένη από ναρκωτικές ουσίες μητέρα.

Nancy Aniston. Η μαμά της Jennifer από ιδιοτέλεια έβγαλε τα άπλυτα της κόρης της στη φόρα, ενώ η ίδια η ηθοποιός ομολόγησε ότι «η μητέρα μου είναι το τελευταίο κομμάτι αρρώστιας στη ζωή μου».

 

πηγή : http://www.kathimerini.gr

 

Γιάννα στις 8 Μαΐου 2016

Η Γιορτή της Μητέρας έχει ήδη εδώ και δύο χρόνια κλείσει έναν αιώνα. Η ιστορία που κρύβεται πίσω από την ημέρα της μητέρας,  είναι πολύ διαφορετική από ότι θα  περίμενε κανείς.

 

Η Γιορτή της Μητέρας θεωρείται ένας καλός λόγος για εκδηλώσεις ειλικρίνειας για την αγάπη και την εκτίμηση που τρέφουμε προς το πρόσωπο που μας έφερε στη ζωή. Η συγκεκριμένη ημέρα ωστόσο σύμφωνα με το National Geographic, έχει πιο μελαγχολικές ρίζες.

 

Η Ημέρα της Μητέρας, ξεκίνησε ως ημέρα μνήμης και πένθους των γυναικών που είχαν χάσει τα παιδιά τους, και γενναίους στρατιώτες στον πόλεμο, υπενθυμίζοντας ότι ο αγώνας μέχρι την ειρήνη είναι μακρύς. Όταν η επέτειος άρχισε να εμπορευματοποιείται, η μεγαλύτερη υποστηρίκτρια της ιδέας, Anna Jarvis εναντιώθηκε με όλα τα μέσα, καταλήγοντας να πεθάνει μόνη και χωρίς χρήματα σε ένα σανατόριο.

 

Η ιστορία ξεκίνησε τη δεκαετία του 1850, όταν με διοργανώτρια την μητέρα της Anna, μια εθελοντική ομάδα γυναικών από τη δυτική Βιρτζίνια πρωτοστατούσε για την καλυτέρευση των συνθηκών υγιεινής, την προσπάθεια μείωσης της παιδικής θνησιμότητας και τον περιορισμό μόλυνσης του γάλακτος, σύμφωνα με την ιστορικό του Wesleyan College, Katharine Antolini. Μέλημα των γυναικών ήταν παράλληλα η φροντίδα των τραυματισμένων στρατιωτών και από τα δύο μέτωπα του αμερικανικού εμφυλίου, (1861- 1865).

 

Η Άννα Τζάρβις

 

Στα χρόνια που ακολούθησαν μετά τον πόλεμο, η Jarvis και οι υπόλοιπες γυναίκες οργάνωναν πικνίκ “Φιλίας” και πραγματοποιούσαν συμβολικές εκδηλώσεις με σκοπό την ενεργό πολιτική δράση του γυναικείου πληθυσμού για την προώθηση της ειρήνης και τη συμφιλίωση των δύο πλευρών. Με στόχο ακριβώς έναν ενεργό πολιτικό ρόλο από την πλευρά των γυναικών, πέρα από τη μητέρα της Anna που είχε συνθέσει “Ύμνο μάχης για τη Δημοκρατία” και είχε συντάξει τη Διακήρυξη για τη Γιορτή της Μητέρας, η συγκεκριμένη ημέρα καθιερώθηκε κυρίως, από την κόρη της, Anna.Η ίδια οργάνωσε τον πρώτο εορτασμό της Μέρας της Μητέρας το 1908 καθώς είχε επηρεαστεί έντονα από τον θάνατο της μητέρας της το 1905.

 

Στις 10 Μαΐου της ίδιας χρονιάς, είχαν προγραμματιστεί εκδηλώσεις στον τόπο όπου είχε γεννηθεί η Jarvis, στο Grafton της δυτικής Βιρτζίνια. Μια εκκλησία μάλιστα ανάμεσα στα μέρη που έγιναν οι εκδηλώσεις, τώρα έχει μετονομαστεί σε Διεθνή Βωμό της Ημέρας της Γυναίκας. Μέσω των προσπαθειών της Jarvis, η Ημέρα της Μητέρας άρχισε να γιορτάζεται σε περισσότερες πόλεις μέχρι που ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Woodrow Wilson το 1914 καθιέρωσε ως επίσημη ημέρα την δεύτερη Κυριακή του Μάη.

 

Ο διαφορετικός εορτασμός της Ημέρας της Μητέρας

 

Όπως είχε σημειώσει χαρακτηριστικά η Wesleyan Antolini από τη δυτική Βιρτζίνια, “Για την Jarvis ήταν η μέρα που θα καθόσουν σπίτι για να περάσεις χρόνο με τη μητέρα σου και να την ευχαριστήσεις για όλα όσα είχε κάνει για σένα”. Ενώ όπως η ίδια προσθέτει, “Δεν ήταν μια γιορτή για όλες τις μαμάδες. Ήταν για την καλύτερη μαμά που είχες την τιμή να γνωρίσεις στη ζωή σου,τη δική σου μαμά δηλαδή, είτε ως γιος είτε ως κόρη”. Γι’ αυτόν τον λόγο, η Jarvis επέμενε για τον ενικό αριθμό της γιορτής, “Mother’s Day” και όχι για τον πληθυντικό, “Mothers’ Day”. Η επιτυχής έκβαση της γιορτής, ωστόσο, που είχε ξεκινήσει από την Jarvis, σύντομα μετατράπηκε σε αποτυχία για την ίδια.

 

Δώρα, γλυκά, λουλούδια, κάρτες αρχίζουν να τροποποιούν τον χαρακτήρα της γιορτής, αποδίδοντάς του μια ανεπιθύμητη διάσταση. Η Jarvis αποφασίζει να λάβει δράση για να επιστρέψει την Ημέρα της Μητέρας στις αρχικές της ρίζες, αφιερώνοντας ένα σημαντικό μέρος από την κληρονομιά της. Με συνεχόμενες διαμαρτυρίες ακόμη και κατά τη διάρκεια ενός συνεδρίου εμπόρων ζαχαροπλαστικής στη Φιλαδέλφεια, η Anna δεν σταματά να μάχεται μέχρι τις αρχές του 1940 όπου και πεθαίνει μόνη και απένταρη, σε σανατόριο της Φιλαδέλφεια.

 

Η ίδια θα μπορούσε να έχει επωφεληθεί από την ταυτότητα που δόθηκε αργότερα στην ημέρα αλλά προτίμησε να αποστασιοποιηθεί από το πνεύμα του καταναλωτισμού. Στη Γιορτή της Μητέρας υπολογίζεται ότι ανταλλάσσονται 133 εκατομμύρια κάρτες ενώ σύμφωνα με την Εθνική Ομοσπονδία Λιανικού Εμπορίου, οι συνολικές δαπάνες αναμένεται να φτάσουν για μια ακόμη χρονιά, τα 19.9 δισεκατομμύρια δολάρια.