Η Ζωή μας σήμερα

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 19 Ιουλίου 2020

Ο Μαρσέλ Προυστ έλεγε πως δεν υπάρχει τίποτα πιο τρυφερό από την αλληλογραφία φίλων που δεν επιδιώκουν να συναντηθούν. Αν ζούσε φυσικά στην εποχή των σόσιαλ μίντια ίσως να ισχυριζόταν το ακριβώς αντίθετο.

Η φιλία, την εποχή του Διαδικτύου, δεν έχει καμία σχέση με αυτό που εννοούσαμε παλιά. Ο ενσώματος εαυτός αντικαθίσταται από τον ψηφιακό, ο οποίος είναι μια κατασκευή, μια σκηνοθετημένη επιλογή τού τι θέλουμε κάθε φορά να προβάλλουμε. Είναι ένας πλασματικός εαυτός, αποτέλεσμα σύνθεσης αποκρύψεων και προσθηκών, ένα υβριδικό ον που αφήνει ίχνη μέσα από τα οποία η ανασύσταση της προσωπικότητας είναι ιδιαίτερα επίπονη εργασία. Τι φιλίες μπορεί να συνάψει αυτός ο ψηφιακός εαυτός; Κι ακόμη σε περιόδους «σοσιαλμιντιακής» κρίσης, μακροχρόνιες φιλίες (ηλεκτρονικές ή μη) μπορεί να διαταραχτούν για ένα αιμοβόρο post ή ένα «λάθος» like. Αυτά ακούγονται κωμικοτραγικά, αλλά είναι η θλιβερή πραγματικότητα που ανέτρεψε την έννοια της φιλίας.

Η αξία της φιλίας ήταν πολύ σημαντικό ζήτημα τα αρχαία χρόνια. Ο Αριστοτέλης θεωρούσε ότι υπάρχουν τρία είδη φιλίας: Το πρώτο, η ωφελιμιστική φιλία, που απορρέει από το συμφέρον, είναι συμπτωματική, δεν πηγάζει από ειλικρινά συναισθήματα, είναι ρευστή και παροδική και αφορά μεγαλύτερα σε ηλικία άτομα. Το δεύτερο, η απολαυστική φιλία, χαρακτηρίζει τα νιάτα. Αναπτύσσεται ανάμεσα σε εφήβους, σε συμφοιτητές και συμμαθητές, είναι συμπτωματική κι αυτή. Πηγάζει από αυθόρμητα συναισθήματα, διαφοροποιείται και η απόλαυσή της φθίνει καθώς διαφοροποιούνται τα κοινά ενδιαφέροντα.      Ισχυρότερο, δίχως αμφισβήτηση, είναι το τρίτο είδος φιλίας που θεμελιώνεται κατά τον Αριστοτέλη στον αλληλοσεβασμό και την αλληλοεκτίμηση των αρετών, των αξιών και των ιδανικών δύο προσωπικοτήτων, οι οποίες ανοίγονται αμφίδρομα δίχως αναστολές. Ο ψυχικός αυτός δεσμός εξυπακούεται ότι προϋποθέτει και απαιτεί χρόνο, έχει χαρακτήρα άφθαρτο, στηρίζεται στην καλοσύνη, την εμπιστοσύνη και τη στέρεα αγάπη και ενσυναίσθηση. Είναι μακροχρόνιος και δοκιμάζεται στη χαρά και στη θλίψη, «εν πόνοις και κινδύνοις», χωρίς κλυδωνισμούς στις καλές και κακές φάσεις της διαδρομής της ζωής. Και σίγουρα εμπεριέχει και το ωφέλιμο και την απόλαυση.

Ο φίλος σου είναι ο καθρέφτης σου. «Δείξε μου τον φίλο σου να σου πως ποιος είσαι» λέει η παροιμία. Κάτι που ισχύει βέβαια και στις περιπτώσεις κοινών συμφερόντων όπου βλέπεις περίεργους συνδυασμούς ανθρώπων άλλων που θεωρούνται ηθικοί, άλλων που έχουν τη φήμη του μπαγαπόντη, ενωμένους για έναν κοινό σκοπό.

Φιλία σημαίνει να αποδέχεσαι τον άλλον. Να του εκχωρείς τον εαυτό σου, να μπορείς να μπαίνεις στη θέση του. Και φυσικά να μη τον φθονείς. O Αισχύλος είπε: «Λίγοι άνθρωποι το έχουν στη φύση τους αυτό: να τιμούν χωρίς φθόνο τον ευτυχισμένο φίλο τους».

Δεν είναι τυχαίο ότι όσο μεγαλώνουμε, μένουμε με δυο-τρία άτομα που θεωρούμε ουσιαστικά φίλους μας. Συνήθως είναι με άτομα που έχουμε γνωρίσει στην εφηβική ή μετεφηβική ηλικία και για κάποιον λόγο, ο οποίος ίσως να είναι η ανάμνηση της καθαρότητας του αισθήματος, έχουν παραμείνει στη ζωή μας.

Θυμάμαι κάποτε κατά τη διάρκεια των σπουδών μου, όποιος φίλος περνούσε κάτω από το σπίτι μου, χτυπούσε απροειδοποίητα το κουδούνι και ανέβαινε. Μπορεί η επόμενη μέρα να μας έβρισκε σε ένα άλλο σπίτι ή και σε άλλη πόλη ή νησί. Σήμερα κάτι τέτοιο είναι αδιανόητο. Κανονίζουμε συναντήσεις μία βδομάδα πριν και ορίζουμε μάλιστα και τη διάρκεια. Το να καλλιεργήσεις μια φιλία ακούγεται πλέον ουτοπικό.

Ζούμε λοιπόν στην εποχή της αντανακλαστικής φιλίας, όπου η έννοια παραποιείται. Σχεδόν γνωστοί, ακόλουθοι, προσθήκες «φίλων» και «φίλοι» «φίλων» προσμετρώνται στους «φίλους» που δεν είναι φίλοι αφού ούτε την πραγματική εικόνα τους έχουμε. Σαν παιχνίδι προφίλ που σε καλεί να μαντέψεις ποιος είναι ο εκάστοτε «φίλος» και βέβαια είναι αυτός που νομίζεις ότι θέλει να είναι. Ζούμε στην εποχή των γνωριμιών. Της αμοιβαιότητας, της ανταλλαγής. Της φιλίας του Διαδικτύου.

Πόσω μάλλον εάν συζητήσουμε για αξίες και αντίστοιχες συμπεριφορές. Υπάρχουν «φίλοι» που την ίδια στιγμή μπορούν να κάνουν like σε μια ανάρτηση που στρέφεται εναντίον σου αλλά ταυτόχρονα να επαινούν και μια δική σου. Τι γίνεται άμα σε δουν στον δρόμο; Ευτυχώς που τώρα υπάρχουν και με τη βούλα οι μάσκες. Και άμα έχεις τέτοιους φίλους όπως λένε, τι τους θέλεις τους εχθρούς.

Επιστρέφοντας στο πόσο δύσκολο και απαιτητικό είναι το αίσθημα της φιλίας είναι γεγονός ότι οι αληθινές φιλίες χαρακτηρίζονται από μια σταθερή δοκιμασία. Δεν είναι δυνατόν να είναι όλα ρόδινα. Η σχέση για να είναι νοηματοδοτημένη θα δοκιμαστεί. Θα τσεκαριστεί στη σιωπή, θα ακονιστεί στη διαφωνία, θα σφυρηλατηθεί στη διεκδίκηση. Θα βιωθεί στη βιωμένη πνευματικότητα και την προσωπική αναζήτηση, στο άνοιγμα της ψυχής. Η επικράτησή της έναντι όλων των δοκιμασιών θα είναι και η τελική σφραγίδα της.

Από τον «Αμλετ» του Σαίξπηρ ουσιαστικά ένας χαρακτήρας επιβιώνει: ο Οράτιος. Ο μοναδικός φίλος του Αμλετ, ο μόνος στον οποίον εμπιστεύεται το γεγονός ότι θα υποδυθεί τον τρελό. Ο φίλος, ο Οράτιος, εκείνος που θα ανεχτεί όλες τις παραξενιές και τις αλλοκοτιές του πρίγκιπα, θα είναι εκείνος που θα ζήσει για να πει την ιστορία.

Πόσο πολυτελή ακούγονται αυτά τα αισθήματα στην εποχή μας. Η συμπίεση του χρόνου οδηγεί στην αλλοίωση της επικοινωνίας, στη συμπίεση των αισθημάτων. Το νέφος του politically correct απαλείφει την ελεύθερη άδολη επικοινωνία. Η ατζέντα – κυριολεκτικά και μεταφορικά – υπερισχύει της αυθόρμητης ανάγκης για τον άλλον.

Υπάρχουν άνθρωποι που δεν είχαν στιγμή αλτρουισμού στη ζωή τους. Πάντοτε υπήρχε ένα κρυφό χαρτί ή μια (ξανά αυτή η λέξη) κρυφή ατζέντα. Για να δημιουργείς φιλικές σχέσεις πρέπει να είσαι ψυχικά ευρύχωρος. Και αυτός ο ταλαίπωρος μυς, η καρδιά, δεν χωράει και πολλά, όταν δεν τον εξασκείς.

Από ΤΟ ΒΗΜΑ   Αλέξης Σταμάτης

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 19 Ιουλίου 2020

Να ακολουθείς τα μέτρα και τα σταθμά των «πετυχημένων» άλλων και να βαδίζεις τον δρόμο της αυτοκαταστροφής. Να διστάζεις να εκδηλώσεις το πραγματικό σου «εγώ» και να είσαι βυθισμένος στη μετριότητα.

Ποτέ σου δεν πίστεψες πως ο κόσμος μέσα σου δεν πρόκειται απλώς για ένα όνειρο και ουτοπία και τελικά, βρίσκεσαι αντιμέτωπος με ένα κυκεώνα συναισθημάτων και μία μάχη διάσωσης του μέσα σου κόσμου, που λεηλατείται ακατάπαυστα, αρχίζει. Ματαιώσεις, διαψεύσεις, γκρεμίσματα ονείρων και προσδοκιών, ένα – ένα σε διαδέχονται και ανατρέπουν τα πάντα.

Τότε συνειδητοποιείς. «Συνειδητοποιείς», έχεις ενσυναίσθηση της κατάστασής σου και επιδιώκεις μία ριζική αλλαγή. Μόνο τότε ανοίγονται νέα μονοπάτια φυγής από τα δεσμά του συμβατικού και του μέτριουκαι είσαι ευτυχισμένος.

Αποδέχομαι ότι, μέχρι τώρα, τη ζωή, τις αποφάσεις, τα όνειρά μου τα καθόριζαν οι «πετυχημένοι» άλλοι και εγώ ήμουν ένας άβουλος θεατής, ανίκανος να αντισταθώ στις υπαγορεύσεις τρίτων. Την ίδια στάση ακολούθησα στις φιλίες, τον έρωτα. Παθητικός αναγνώστης ενός προσωπικού μου χάρτη, τον οποίο όμως χαρτογραφούσαν άλλοι.

Αποδέχομαι την αδυναμία μου να επιβληθώ στον εαυτό μου και να αποβάλλω το σάβανο της ομοιομορφίας που, τόσο διακριτικά, η κοινωνία μου προέβαλλε ως μοναδικό τρόπο επιτυχίας ή ευτυχίας.

Τώρα αρχίζει η πρόκληση της αλλαγής. Αλλαγή για όλα όσα σε καθήλωσαν σε μία μονόδρομη διαδικασία τέλματος, αλλαγή γιατί πλέον χρειάζεται να επανατοποθετηθείς και να ορίσεις τον εαυτό σου αληθινά, να βγάλεις την αλήθεια από μέσα σου. Ήδη οι λέξεις σου αρχίζουν να αποκτούν διαφορετική όψη, παίρνουν πνοή και μετατρέπονται σε συναισθήματα, με πρόσημο θετικό.

Βήμα-βήμα, προχωράς, βαδίζεις σε ένα νέο κόσμο και αναρωτιέσαι: «άραγε όλα όσα είχα ζήσει ήταν διαδοχικές απογοητεύσεις;». Κι εγώ, κάπου εδώ θα σου απαντήσω αρνητικά. Καλώς ή κακώς οι απογοητεύσεις μας μας ανήκουν και μας είναι απαραίτητες. Εγώ τις χαρακτηρίζω «αναπόφευκτες δόσεις αυτογνωσίας», οι οποίες τελικά μας καθοδηγούν στον δρόμο της ωριμότητας.

Σου παραθέτω, επομένως, τα δέκα «Ναι» που χρειάζεται να λες στον εαυτό σου και τα οποία – ελπίζω – να αποτελέσουν τους οδοδείκτες της δικής σου πορείας:

I. Αποδοχή

II. Πίστη στον εαυτό μου

III. Ευγνωμοσύνη

IV. Επαφή με τον κόσμο μέσα μου

IIV. Ανάπαυση

IIIV. Απόλαυση

VI. Αναψυχή

VII. Εξωτερίκευση συναισθημάτων

VIII. Ανάγκη για επικοινωνία

IX. Ηρεμώ όταν το χρειάζομαι

X. Ονειρεύομαι.

Και να θυμάσαι: «Η αλλαγή ξεκινάει από την αποδοχή».

Σοφία Βράιλα

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 19 Ιουλίου 2020

Να λες ΝΑΙ σε νέες εμπειρίες!
Να τρως υγιεινά, να ταξιδεύεις συχνά.
Η ζωή είναι πιο όμορφη στην παραλία.

Δώσε σημασία σε κάθε στιγμή, πρόσθεσε αξία.
Δες ένα αγαπημένο σου πρόσωπο, φίλη, φίλο…
Διάβασε ένα καινούριο βιβλίο.
Τα βιβλία είναι παράθυρα σε νέους κόσμους!

Κάνε ένα διάλειμμα απ’ ότι κι ας συμβαίνει στο τώρα.

Πάρε μια ανάσα! Συνειδητά. Και… εκπνοή.
Χάζεψε τα κύματα, ταξίδεψε στα χρώματα…
Άσε το φως του ήλιου να σε λούσει. Η D μας κάνει καλό!

Οραματίσου τη ζωή που επιθυμείς…
Είσαι πολύ κοντά της.
Φέρε ότι ζητάς. Αν το βλέπεις, υπάρχει ήδη.
Αν όχι, πίστεψέ το για να το δεις

Στην παραλία είναι όλα πιο φωτεινά…
Να σε αγαπάς και να σου το υπενθυμίζεις!
Μα τι όμορφη στιγμή για να ξεκινήσεις να γράφεις ημερολόγιο, τι λες;

Ζήσε το καλοκαίρι που θες τώρα και κάθε καλοκαίρι.
Κάθε άνοιξη, φθινόπωρο και χειμώνα.
Το καλοκαίρι είναι μέσα μας!

Από enallaktikidrasi

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 19 Ιουλίου 2020

Είσαι ελεύθερος όταν μπορείς να απομακρυνθείς από τους ανθρώπους, χωρίς να σε υποχρεώνουν να τους αναζητείς η ανάγκη του χρήματος ή το ένστικτο του κοπαδιού ή η αγάπη, η δόξα, η περιέργεια, πράγματα που δεν βρίσκουν τροφή στη σιωπή και στη μοναξιά. Αν σου είναι αδύνατο να ζήσεις μόνος, έχεις γεννηθεί σκλάβος. Μπορεί να έχεις όλες τις μεγαλοσύνες του πνεύματος κι όλες της ψυχής: είσαι ένας σκλάβος ευγενής, ένας δούλος έξυπνος, μα δεν είσαι ελεύθερος. Και δεν είσαι εσύ ο υπεύθυνος γι’ αυτήν την τραγωδία, διότι η τραγωδία του να έχεις γεννηθεί έτσι δεν αφορά εσένα μα το ίδιο το Πεπρωμένο απέναντι στον εαυτό του.   Να γεννηθείς ελεύθερος – αυτή είναι η ύψιστη ανθρώπινη μεγαλοσύνη, αυτή που κάνει τον ταπεινό ερημίτη ανώτερο των βασιλέων   Αλίμονο σε σένα όμως αν είναι το φορτίο της ζωής, η ίδια η ζωή που σε σκλαβώνει. Αλίμονο σε σένα, που έχεις γεννηθεί ελεύθερος, αυτάρκης και ικανός να αποχωριστείς τους ανθρώπους, αν η φτώχεια σου, σου επιβάλλει να ζεις μαζί τους. Αυτή μάλιστα, αυτή είναι η δική σου τραγωδία που κουβαλάς παντού μαζί σου Να γεννηθείς ελεύθερος – αυτή είναι η ύψιστη ανθρώπινη μεγαλοσύνη, αυτή που κάνει τον ταπεινό ερημίτη ανώτερο των βασιλέων, ανώτερο κι απ’ τους θεούς, που επαρκούν στον εαυτό τους ασκώντας την εξουσία τους κι όχι από περιφρόνηση απέναντι της.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 15 Ιουλίου 2020

Τα καλοκαίρια στον Κλειδό, η μάνα, πέρα απ όλα τ άλλα, έκανε και την βοηθό βοσκού. Έμπαινε στην μάντρα την ώρα του αρμέγματος, επέλεγε το λαάριο ζο ή πρόβατο, το έπιανε απ το πισινό του πόδι και το πήγαινε στον πατέρα μου να τ αρμέξει. Ο πατέρας μου καθόταν πάνω σε μια μεγάλη πέτρα στην είσοδο της μάντρας, με τα γόνατα ανοιχτά να εμποδίζουν την έξοδο των ζω και τον αρμεό ανάμεσα στα πόδια του. Μου έκανε εντύπωση πως, παρά του ότι βλαστημούσε με το παραμικρό τα θεία, πάντα όταν ξεκινούσε το άρμεγμα έκανε τον σταυρό του και ψιθύριζε «έλα Χριστέ μου». Έπιανε σφιχτά απ τα βυζιά το ζο, σάλιωνε τα δάχτυλα του ενός χεριού, πίεζε ελαφρά χαμηλά τις ρώγες για να βγει λίγο γάλα και μετά με τις χούφτες τα έσφιγγε ρυθμικά με δύναμη. Το ζο βέλαζε και κουνούσε το κεφάλι. Ήταν εμφανές πως πονούσε. Όσο το άρμεγε καθόταν υπομονετικά ακίνητο. Μόλις καταλάβαινε πως το γάλα στα βυζιά του τελειώνει, άρχιζε ανυπόμονα να ψάχνει με το κεφάλι του την έξοδο, την ελευθερία του. Ο πατέρας δεν έβλεπε στον αρμεό. Κοιτούσε μπροστά και καθοδηγούσε την μάνα για την επόμενη επιλογή. Θυμάμαι πάντα πως ένα μεγάλο μέρος απ το αρμεγμένο γάλα, χυνόταν στο χώμα δίπλα στον αρμεό και πάνω στα παπούτσια του. Στην αρχή που το έβλεπα νόμιζα πως το έκανε επίτηδες. Πως ένα μέρος του γάλακτος δεν έπρεπε για κάποιο λόγο να μπει στον αρμεό. Στη συνέχεια κατάλαβα πως ήταν ακόμα ένα στοιχείο της τσαπατσουλιάς του πατέρα μου.
Στα δώδεκα μου χρόνια λοιπόν αντικατέστησα τη μάνα και έγινα εγώ βοηθός βοσκού. Στην αρχή ένιωσα υπερήφανος, συγκινημένος και γεμάτος υπευθυνότητα για τον τίτλο που μου είχε αποδοθεί. Στην πράξη όμως αποδείχτηκε πως δεν μπορούσα να ανταποκριθώ στις προσδοκίες του πατέρα μου και τον έκανα να μετανιώσει για την επιλογή του.
Ο πατέρας μου σηκωνόταν αξημέρωτα, αντιραβδιαζόταν και ξεκινούσε να ρεβάρει τα ζουλοπρόβατά του. Όταν τα συγκέντρωνε, αυτά σταλιάζανε κάτω απ τις ελιές και περίμεναν πότε θα αρμεχτούν, για να πάνε στην συνέχεια να ποτιστούν στο πηγάδι και μετά να είναι πάλι ελεύθερα να βοσκήσουν. Μάντριζε λοιπόν πρώτα τα ζα -πιο ατίθασα και ανυπόμονα απ τα πρόβατα- και ξεκινούσε το άρμεγμα.
Στην αρχή, που η μάντρα είναι γεμάτη, είμαι όρθιος στο βάθος της. Τα ζα φοβούνται την παρουσία μου και στριμώχνονται προς τον πατέρα μου. Αυτός σηκώνεται ελάχιστα απ την πέτρα που κάθεται τα πιάνει ένα-ένα και τα αρμέγει. Όσο λιγοστεύουν τα ζα, τόσο δυσκολότερη γίνεται η προσπάθειά του να τα πιάσει. Τότε αρχίζει ο δικός μου ρόλος. Με αδέξιες κινήσεις προσπαθώ να του τα γυρίσω. Μάλλον δεν τα καταφέρνω καλά. Βλέπω στο πρόσωπό του ένα χαμόγελο ειρωνείας για τις άγαρμπες κινήσεις μου.
– Μουρέ τη Λιβανοχελιά
– Μουρέ όχι ευτή
– Μα δε σκαμπάζεις ελεϊκό παιδί μου;
Εγώ, προσπαθώντας να του αποδείξω πως τα καταφέρνω, κάνω γρήγορες και νευρικές κινήσεις, αγριεύοντας τα ζα και δημιουργώντας μέσα στη μάντρα πανικό. Σκόνη, φασαρία, φωνές, νευρικότητα. Μια φορά ο πατέρας μου θυμάμαι, σηκώθηκε εντελώς απ την πέτρα και έκανε μερικά βήματα για να πιάσει ένα ζο. Εγώ κάνω γρήγορη κίνηση να το πιάσω για να του το πάω και τα αγριεύω. Αυτά είδαν την έξοδο αφύλαχτη και άρχισαν να τρέχουν για να βγουν. Ο πατέρας μου προσπαθεί, κρατώντας απ το πόδι το ζο, να ξανακαθίσει στη θέση του. Τα ουρλιαχτά του και η βλαστήμιες τα τρομάζουν. Με φοβερή ταχύτητα και δύναμη, τον παρασέρνουν και τον ρίχνουν κάτω. Ρίχνουν και τον αρμεό και χύνεται το γάλα. Δεν θα ξεχάσω τη σκηνή, να είναι πεσμένος στο χώμα, να κρατάει με το ένα χέρι το ζο, με το άλλο την τραγιάσκα, τα ζα να πηδούν από πάνω του και να φεύγουν και το έρημο που κρατούσε απ το πόδι να προσπαθεί να φύγει και να μη μπορεί. Στο τέλος που έχει αδειάσει η μάντρα, αφήνει ελεύθερο το ζο, κάθεται οκλαδόν, τινάζει την τραγιάσκα για να την ξεσκονίσει πάνω στο γόνατό του και την φοράει. Πιάνει το ραβδί του, στηρίζεται και σηκώνεται όρθιος. Ξέρω πως είμαι η αιτία για την καταστροφή που μόλις έχει γίνει. Περιμένω την αντίδρασή του. Η αλήθεια είναι πως φοβάμαι, παρότι δεν είχε σηκώσει χέρι ποτέ πάνω μου. Με αργά βήματα βγαίνει από την μάντρα μονολογώντας δυνατά για ν ακούω: «Που να ‘χει ανάθεμα που σε έσπερνε. Μα ήντα αχρηστεμός του παιδιού ήτονε ευτός. Μα ήντα ‘θελα να σε κάμω υιέ μου.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΑΝΩΛΗ ΜΠΑΡΔΑΝΗ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 5 Ιουλίου 2020

Από  τον Μανόλη Μπαρδάνη

“Ο Κλειδός είναι ο τόπος των παιδικών καλοκαιρινών αναμνήσεων. Με το που έμπαινε ο Ιούλης – ο (Γ)Υαλιστής που τον έλεγαν στο χωριό μου, ξεκινούσαμε για τη δίμηνη παραμονή μας στον μαγευτικό Τόπο.
Από την επομένη που έκλειναν τα σχολεία, άρχιζαν οι ετοιμασίες για την μετακόμισή μας στον Κλειδό. Η λαχτάρα και των τριών αδελφιών δεν μπορούσε να κρυφτεί. Το λεωφορειάκι του Τζιγκοϊώργη έφευγε στις 7 το πρωί. Ο πατέρας έχει έρθει από βραδύς για να βοηθήσει στην μεταφορά μέχρι την Παναγία. Εννοείται πως το λεωφορείο ήταν αποκλειστικά μόνο για την οικογένειά μου. Δύο καφάσια μεγάλα, σκεπασμένα και δεμένα με σεντόνι στο πάνω μέρος, που περιείχαν τις κότες μας. Δύο γουρούνια, δύο κατσίκες γκριβίτσες με τα δυό τους ριφάκια. Τρία στρώματα και ένα ράντζο. Κατσαρόλες, τηγάνια και άπειρα τσουμπλέκια. Και μαζί μ αυτά έπρεπε να πάρουμε και τον πάππο μας μαζί. Τον αφέντη της μάνας. Ένας γίγαντας 90 χρόνων, υγιέστατος, ακμαιότατος. Μυλωνάς στο επάγγελμα και καλός τεχνίτης. Δεν του άρεσε ο Κλειδός. Δεν άντεχε την ζέστη. Φορούσε τη βράκα του με το μεγάλο κάτασπρο σώβρακο από μέσα, το πουκάμισο το ντρίλινο με τον μπιρίκο από πάνω του σταυρωτά. Την μάλλινη ζώνη του σφιχτά δεμένη στη μέση. Το φέσι με το γκρι μαντήλι στο κεφάλι του. Τα παπούτσια του τα βρακαδίστηκα με τις χοντρές μάλλινες κάλτσες και τους κεντητούς καλτσοδέτες σφιχτά δεμένους στην κάλτσα, κάτω απ το γόνατο. Καθόταν στην πρώτη θέση πάντα του λεωφορείου με τα χέρια του ανοιχτά να πιάνει όλο το κάθισμα. Οι δύο κατσίκες με τα ρίφια ήταν στην καμπίνα του λεωφορείου. Τα στρώματα με το ράντζο και τα καφάσια με τις κότες φορτωνόταν στην οροφή. Οι χοίροι στους πλαϊνούς χώρους. Οι μάνα, με την ρόμπα της, με το μαντήλι περασμένο στο κεφάλι και δεμένο κάτω από το σαγόνι, έδειχνε με την έκφραση στο πρόσωπό της, πως, για ακόμα μια φορά τα κατάφερε.
Και να που ξεκινήσαμε, με τον πατέρα ν ανάβει τσιγάρο και την μάνα να σταυροκοπιέται ψιθυρίζοντας διάφορες προσευχές μέχρι το πέταλο. Ο Τζιγκοιώργης, ο οδηγός, εβδομηντάχρονος σχεδόν, ασπρομάλλης, με την τραγιάσκα σηκωμένη ψηλά και πλάγια στο κεφάλι, είχε πιάσει συζήτηση με τον πάππο μου. Χαρακτηριστικό του και ελάττωμά του για μας τα παιδιά, η μικρή ταχύτητα που οδηγούσε το αμάξι του. Εμείς λαχταρούσαμε να φθάσουμε γρήγορα στον τόπο μας, να δούμε τους φίλους μας, να κάνουμε το πρώτο μας μπάνιο. Μετά από μιάμιση ώρα εποχούμενοι, ζαλισμένοι και ταλαιπωρημένοι από τον επικίνδυνο και γεμάτο στροφές δρόμο, φθάνουμε στην Μουτσούνα. Πάντα την υπολογίζαμε ως το μέσο της διαδρομής.
Αρχίζει ο κουραστικός χωματόδρομος. Το λεωφορείο πάει εκνευριστικά σιγά. Αλμυρό νερό, στροφή στα Λιαρίδια, περνάμε στ Αμοργινοπέτρου το μαζωμό και λίγο πριν τελειώσει η ευθεία, ο Τζιγκοιώργης στρίβει το όχημά του δεξιά, εκτός του κύριου δρόμου. Σε καμιά εκατοσταριά μέτρα σταματάει. Κατεβαίνει απ τη θέση του και αρχίζει να σφυρίζει βοσκήστικα. Σε λίγο μαζεύονται καμιά τριανταριά προβατίνες, τις μαντρίζει κι αρχίζει να τις αρμέγει. Μία ώρα καθυστέρηση και φυσικά το πρωινό μπάνιο κινδυνεύει να χαθεί. Ξεκινάμε πάλι. Αρχίζει να μυρίζει ο Τόπος θυμάρι και θάλασσα. Η ζέστη αφόρητη στην καμπίνα.
Μεσημέρι επιτέλους, φθάνουμε στον προορισμό μας. Θυμάμαι δεν υπήρχε ούτε νερό να κεράσουμε το Τζιγκοιώργη. Το νερό στον Κλειδό το κουβαλούσαμε απ το πηγάδι που ήταν στο λιμανάκι κάτω. Τετρακόσια μέτρα απόσταση σχεδόν. Από δύο πεντόκιλα μπιτόνια άδεια, για μένα και την αδελφή μου, μας περίμεναν πάντα πριν ξεκινήσουμε για το πρωϊνό και το απογευματινό μας μπάνιο. Ποτέ δεν κατεβήκαμε στην παραλία χωρίς τα μπιτόνια μας. Έπρεπε να τα γυρίσουμε γεμάτα. Ένιωθα σαν το Σίσυφο. Ειδικά την μέρα που φθάναμε, η τιμωρία ήταν σκληρή. Έπρεπε να κατεβούμε με τα μπιτόνια μας στην παραλία, εκεί που οι φίλοι μας οι Αθηναίοι ανέμελοι θα κολυμπούσαν, κι εμείς, ούτε να τους χαιρετήσουμε δεν είχαμε χρόνο. Έπρεπε να τα γεμίσουμε και να τα πάμε σπίτι. Να μαγειρέψει η μάνα, να πλύνει και να καθαρίσει, να ποτίσει τις δύο κατσίκες, τα ριφάκια, τους χοίρους. Κουβαλούσε κι ο πατέρας νερό. Πως θα γινόταν αλλιώς; Η μάνα όμως τραβούσε το μεγάλο ζόρι.”

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 24 Ιουνίου 2020

Βιτωροκωστας εντεκα παιδια εκπροσωπος της πατρότητας μερα που ειναι

Γραφει στο γιο του που ηταν Αμερική αλλα αργούσε να στειλει γραμμα :

Από το μπαλκόνι μια βραδιά
Κοίταζα το φεγγάρι

και φάνηκε μου μια στιγμή
πως περπατάτε ομάδι

καθόρισε μια στιγμή
πες μου ακριβώς πιο βράδυ

να το κοιτάζομε και οι δυό
ομάδι το φεγγάρι

που ίσως αντανάκλαση
κείνη την ώρα γίνει
να δούμε ο γείς τον άλλο μας

Απάνω στη σελήνη

Από τον Λουδοβίκο

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 20 Ιουνίου 2020

Να βρεις ανθρώπους που σου κάνουν χώρο στη ζωή τους και δε σε βάζουν να στριμωχτείς.

Να βρεις ανθρώπους που δεν προσπαθούν να σε αλλάξουν για να μοιάσεις σε αυτό που εκείνοι έχουν ονειρευτεί.

Να βρεις ανθρώπους που σε κοιτάνε λες και είσαι κάτι το μαγικό.

Να βρεις ανθρώπους που στις σχέσεις τους έχουν μόνο σκηνή και ποτέ παρασκήνιο.

Να βρεις ανθρώπους διάφανους. Που λένε αυτό που νιώθουν και που νιώθουν αυτό ακριβώς που λένε.

Να βρεις ανθρώπους που προσπαθούν να κερδίσουν την εμπιστοσύνη σου και τα καταφέρνουν.

Να βρεις ανθρώπους που προσπαθούν ακόμα να κάνουν τον κόσμο και τον εαυτό τους καλύτερο.

Να βρεις ανθρώπους που δε σταματάνε να ονειρεύονται και δε συμβιβάζονται με το άσχημο και το άδικο.

Να βρεις ανθρώπους που δεν τους αρέσει να κρίνουν και να λογοκρίνουν του άλλους.

Να βρεις ανθρώπους με τους οποίους μπορείς να παραμένεις σιωπηλός, χωρίς να νιώθει κανείς αμηχανία.

Να βρεις ανθρώπους που επιμένουν να βλέπουν πάντα το καλό στους άλλους. Πάντα. Ακόμα και αν θα έπρεπε να ξέρουν πια καλύτερα.

Να βρεις ανθρώπους που ποτέ δε θα σε πληγώσουν επίτηδες.

Να βρεις ανθρώπους που σε κάνουν να νιώθεις πως βρίσκεσαι σπίτι σου.

Να βρεις ανθρώπους που σε κάνουν να νιώθεις μέσα σου ζέστη.

Να βρεις ανθρώπους όμορφους. Από μέσα. Αν δεν τους έχεις βρει, συνέχισε να ψάχνεις. Βρίσκονται ανάμεσά μας. Ναι.

Να βρεις ανθρώπους που σε κάνουν να νιώθεις πως βρίσκεσαι σπίτι σου

Και, όταν τους βρεις, να κάνεις τα πάντα για να τους κρατήσεις στη ζωή σου και για να είναι ευτυχισμένοι. Και να μην τους αφήσεις ποτέ να νιώσουν μόνοι. (Ξέρεις, οι άνθρωποι που περιγράφω νιώθουν εύκολα μόνοι).

Να τους θαυμάζεις- γιατί το αξίζουν. Όχι, όμως, μόνο αυτό. Από σκέτο θαυμασμό δεν ευτύχησε ποτέ κανείς.

Όταν τους βρεις, να τους αγαπάς και να τους το δείχνεις κάθε στιγμή. Να τους το δείχνεις, γιατί δεν το θεωρούν δεδομένο, γιατί δεν το ξέρουν. Να τους το λες αλλά, κυρίως, να τους το δείχνεις.

Και πάντα να θυμάσαι τι έχουν περάσει οι άνθρωποι αυτοί: Οι άνθρωποι αυτοί είναι μειονότητα. Και είναι δύσκολο να ζεις πάντα ως μειονότητα.

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο The Chronicle of A Sociopath

Πηγή: www.doctv.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 20 Ιουνίου 2020

Ας πούμε τώρα ποιους αγαπούν οι άνθρωποι και θέλουν να τους έχουν φίλους τους και ποιους μισούν, καθώς και για ποιον λόγο –αφού όμως πρώτα δώσουμε τον ορισμό της φιλίας και της αγάπης…

Ας δεχθούμε, λοιπόν, ότι αγαπώ κάποιον και θέλω να τον έχω φίλο μου θα πει θέλω γι’ αυτόν καθετί που το θεωρώ καλό, όχι για να κερδίσω κάτι ο ίδιος, αλλά αποκλειστικά για χάρη εκείνου· κάνω μάλιστα και ό,τι μπορώ για να αποκτήσει αυτά τα καλά εκείνος.

Φίλος είναι το πρόσωπο που αγαπά με τον ίδιο τρόπο που είπαμε και αγαπιέται με τον ίδιο τρόπο: όσοι πιστεύουν ότι η σχέση τους είναι αυτού του είδους, θεωρούν ότι είναι φίλοι. Με όλα αυτά να τα έχουμε δεχτεί, καταλήγουμε πια –υποχρεωτικά– στο ότι φίλος είναι αυτός που χαίρεται με τα καλά και λυπάται με τα δυσάρεστα που συμβαίνουν στον φίλο του – και αυτό όχι για κανένα άλλο λόγο παρά μόνο για χάρη εκείνου.

Η φιλία είναι αρετή ή προϋποθέτει την αρετή, και επιπλέον είναι εντελώς απαραίτητη για τη ζωή. Πραγματικά, κανένας δεν θα επέλεγε να ζει δίχως φίλους, κι ας είχε όλα τα υπόλοιπα αγαθά. Ακόμη και οι πλούσιοι άνθρωποι, όπως και αυτοί που έχουν αξιώματα και εξουσία, έχουν – όλος ο κόσμος το πιστεύει– ιδιαίτερα μεγάλη ανάγκη από φίλους.

Αλήθεια, ποιο το όφελος όλης αυτής της καλής τους κατάστασης, αν δεν υπάρχει η δυνατότητα της ευεργεσίας, η οποία γίνεται κατά κύριο λόγο και στην πιο αξιέπαινη μορφή της προς τους φίλους; Και από την άλλη, πώς θα μπορούσε όλη αυτή η καλή κατάσταση να διατηρηθεί και να διαφυλαχθεί δίχως τους φίλους; Γιατί όσο μεγαλύτερη είναι, τόσο επισφαλέστερη είναι. Αλλά και στη φτώχεια και στις άλλες δυστυχίες της ζωής οι άνθρωποι θεωρούν τους φίλους ως το μόνο καταφύγιο.

Ίσως όμως τα πράγματα θα γίνονταν σαφέστερα σε σχέση με το θέμα αυτό, αν πρώτα γνωρίζαμε ποιο είναι ακριβώς το αντικείμενο της αγάπης, αυτό που γεννάει τη φιλία. Γιατί δεν φαίνεται να κινεί την αγάπη και να γεννάει τη φιλία το καθετί, παρά μόνο αυτό που είναι άξιο να αγαπηθεί και να προκαλέσει τη φιλία, και τέτοιο θεωρείται πως είναι το αγαθό, το ευχάριστο, και το χρήσιμο.

Αυτοί λοιπόν που αγαπούν ο ένας τον άλλον και γίνονται φίλοι για τη χρησιμότητα, δεν αγαπούν τον άλλον καθεαυτόν, αλλά για το αγαθό που μπορεί να πάρουν από αυτόν. Το ίδιο και στην περίπτωση που οι άνθρωποι αγαπούν ο ένας τον άλλον και γίνονται φίλοι για χάρη της ευχαρίστησης· πραγματικά, οι άνθρωποι αγαπούν τους χαριτολόγους όχι για τον χαρακτήρα τους, αλλά γιατί τους είναι ευχάριστοι […]

Αυτές, λοιπόν, οι φιλίες είναι φιλίες για έναν λόγο συμπτωματικό, αφού το πρόσωπο που αγαπιέται δεν αγαπιέται επειδή είναι αυτό που είναι, αλλά επειδή εξασφαλίζει σ’ αυτόν που το αγαπάει κάποιο αγαθό ή κάποια ευχαρίστηση. Ε, αυτού του είδους οι φιλίες διαλύονται εύκολα, αν τα δύο μέρη δεν παραμένουν αυτό που ήταν· πραγματικά, αν ο ένας δεν είναι πια ευχάριστος χρήσιμος στον άλλον, ο άλλος παύει να τον αγαπάει.

Αριστοτέλης, Ρητορική, Βιβλίο Πρώτο

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 20 Ιουνίου 2020

……διάβασα πρόσφατα ότι :

Η κατάθλιψη είναι μικρότερη από εσένα. Πάντα, ακόμα κι όταν μοιάζει τεράστια, είναι μικρότερη από εσένα.

Λειτουργεί μέσα σου, όχι εσύ μέσα σ’αυτή. Μπορεί να είναι σαν μαύρο σύννεφο που διασχίζει τον ουρανό, αλλά -με βάση αυτή την μεταφορά-εσύ είσαι ο ουρανός. Υπήρχες πριν αυτή. Και το σύννεφο δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τον ουρανό, ενώ ο ουρανός συνεχίζει να υπάρχει και δίχως το σύννεφο.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 19 Ιουνίου 2020

Πώς είναι ο έρωτας γραμμένος στο πετσί μας.
Με γράμματα άραγε ή μαύρους αριθμούς;
Αίμα θηλάζει κι η Ελλάδα κι η ζωή μας
Και οι εχθροί είναι εραστές με εκβιασμούς.
Των δράκων γάλα πίνουν μόνο και φαρμάκι.
Κρίμα. Δεν γνώρισες τον Κώστα Καρυωτάκη.

Στους ουρανούς θ’ αναγνωρίσουνε ποιος ήσουν.
Ξέρουν αυτοί. Το φωτοστέφανο χρυσό.
Φώτιζες νύχτες των ανθρώπων που θα ζήσουν
κι έχουν και θάνατο και φως μισό μισό.
Όχι τσεκούρι και μπαλτάς. Μήτε και σφαίρα.
Μ’ ένα σουγιά που κόβει φλέβες στον αέρα.

Με του Μακμπέθ πήγες τις μάγισσες, κοντά τους
να βρεις πώς σμίγει το χρυσάφι με χαλκό
κυνηγημένος απ΄ το σώμα σου στους βάλτους
βρήκες ποιός δαίμονας ξορκίζει το κακό.
Δεν παραστάθηκαν Απόστολοι εκ περάτων
Κι ας πήραν όψη τα μυστήρια των πραγμάτων.

Τι συζητούσες στον Αγρό του Κεραμέως (1)
στους κήπους του αίματος σαν μια σταλαγματιά.
Για στρατηλάτης δεν σου πήγαινε γενναίος
μήτε τσιράκι στων τραμπούκων τη στρατιά.
Ω επαρχία, επαρχία, όλα τα σφάζεις.
Τα μαχαιρώνεις και λυσσάς κι όλο σπαράζεις.

Ο Γκρέκο εδώ, ο Λόρκα εκεί. Ποιος θα κερδίσει;
Τους ξέρεις άραγε να ρίξεις μια ματιά;
Και τώρα ποιος από τους δυο θα ζωγραφίσει
την ομορφιά σου, σαν την άγρια νυχτιά.
Σ’ άγγιξαν άραγε τα φίδια κι οι αράχνες.
Τι μυστικά σού είπε το φως μέσα στις πάχνες.

Αθώοι όλοι. Σε μια χώρα των αθώων.
Δεν σε γνωρίσαμε να πιούμε έναν καφέ,
δυο τρεις κουβέντες για τους άθλους των ηρώων
γι’ αυτούς που ζούνε συντροφιά μ’ έναν χαφιέ.
Λυσσούν να σ’ εύρουν τα σκυλιά. Λυσσούν οι σκύλοι.
Κι η ομερτά (2) στις καφετέριες καντήλι.

Πώς να σου γράψω, το λοιπόν, βιογραφία
αφού οι λέξεις μου είναι μόνο της βροχής.
Ποτέ το μπλε δεν το χωρά δικογραφία.
Θυμίζει σύλληψη κι εκτέλεση εποχής.
Είμαστε άρρωστοι βαριά από νοσταλγία.
Μας περιμένουν τα τσιγκέλια στα σφαγεία.

Στη μνήμη του Βαγγέλη Γιακουμάκη

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 8 Ιουνίου 2020

” Grandma how do you deal with pain?”

” With your hands, dear. When you do it with your mind, the pain hardens even more.”

“With your hands, grandma?”

” Yes, yes. Our hands are the antennas of our soul. When you move them by sewing, cooking, painting, touching the earth or sinking it into the earth, they send signals of caring to the deepest part of you and your soul calms down.
This way she doesn’t have to send pain anymore to show it.

” Are hands really that important?”

” Yes my girl. Thinking of babies: they get to know the world thanks to their touches. When you look at the hands of older people, they tell more about their lives than any other part of the body. Everything that is made by hand, so is said, is made with the heart because it really is like this: hands and heart are connected. Masseuses know this: When they touch another person’s body with their hands, they create a deep connection. Thinking of lovers: When their hands touch, they love each other in the most sublime way.”

” My hands grandma… how long haven’t I used them like that!”

” Move them my girl, start creating with them and everything in you will move. The pain will not pass away. But it will be the best masterpiece. And it won’t hurt anymore. Because you managed to embroider your essence.”

  • ~ Elena Barnabé

Διαβάστε τη συνέχεια »

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 31 Μαΐου 2020

Από τον Λουδοβίκο των Ανωγείων

Ένα Μυρμήγκι ανεβηκε την αγγινάρα

και περπάτησε πάνω στα φύλλα της .

μήπως σε ενοχλώ ;

ρώτησε την αγκινάρα

Καθόλου

ίσα-ίσα σε συμπαθώ

μπορείς να κάνεις όσες βόλτες θέλεις

εγώ έχω μεγάλο πρόβλημα με τον άνθρωπο !!!

Είπε η αγκινάρα με θυμο…

οπότε σηκώσω το κεφάλι μου ψηλά

έρχεται και το κόβει

τι να πω ;

Συγνώμη λεει Το μυρμήγκι

αλλά εσύ φταις!!!

Εγω;;;

ο άνθρωπος είναι περίεργος

βλέπει τόσα αγκάθια που βάζεις γύρω
από το κεφάλι σου

και σκέφτεται

κάτι σπουδαίο θα κρύβει μέσα

Το κοβει και ψαχνει

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Μαΐου 2020

Από την Κυριακή

….”Αγαπημένε Πατ,

Με πέτυχες να σκαλίζω μια μικρή φιγούρα σε ξύλο και είπες, «Γιατί δε φτιάχνεις κάτι για μένα;» Σε ρώτησα τι ήθελες κι εσύ είπες, «Ένα κουτί». «Γιατί το θες;» «Για να βάζω πράγματα μέσα». «Τι πράγματα;» «Ό,τι έχεις» είπες. Ορίστε λοιπόν το κουτί σου. Σχεδόν ό,τι έχω υπάρχει μέσα, και δεν είναι γεμάτο. Πόνος και έξαψη υπάρχουν μέσα του, και ευφορία και δυσφορία και κακές και καλές σκέψεις η απόλαυση που ένας στόχος χαρίζει, και λίγη απόγνωση και η απερίγραπτη χαρά της δημιουργίας. Και πάνω από τούτα υπάρχει όλη η ευγνωμοσύνη και η αγάπη μου για σένα. Και το κουτί ακόμα δεν είναι γεμάτο.
ΤΖΟΝ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Μαΐου 2020

Διαβάστε τη συνέχεια »