Διαχειριστής στις 4 Φεβρουαρίου 2020

Είμαστε οι Φίλοι της Ανέλιξης. Και… συναντηθήκαμε λίγα χρόνια πριν με όραμα τη δημιουργία ενός ιστότοπου… Ενός χώρου όπου όλοι θα βρισκόμαστε για να επικοινωνούμε και να μοιραζόμαστε αυτά που νιώθουμε, ακούμε, βλέπουμε, διαβάζουμε, κουβεντιάζουμε και αγαπάμε…

 

Η μικρή παρέα μεγάλωσε… και έγινε μια οικογένεια με ανοιχτή την αγκαλιά που σας προσκαλεί να γίνετε κι εσείς μέλη της.

 

Ελάτε, λοιπόν, να ταξιδέψετε μαζί μας διαβάζοντας τα άρθρα που δημοσιεύουμε ή αποστέλλοντάς μας κι εσείς τα κείμενα που αγαπάτε.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 27 Σεπτεμβρίου 2026

Αυτό το αγχολυτικό υπάρχει διαθέσιμο στη φύση. Εκατομμύρια άνθρωποι από κάθε γωνιά του πλανήτη το αναζητούν κάθε καλοκαίρι, διανύοντας εκατοντάδες χιλιόμετρα για να βρεθούν όσο το δυνατόν πιο κοντά του. Ο λόγος φυσικά για τη θάλασσα.

Ας κλείσουμε για λίγο τα μάτια μας για να κάνουμε εικόνα τα παρακάτω δύο σενάρια:

1. Βρισκόμαστε κολλημένοι στην κίνηση. Γύρω μας κορναρίσματα, φώτα, τσιμέντο και δεκάδες άνθρωποι που κινούνται βιαστικά. Το κινητό δονείται διαρκώς και το μυαλό μας τρέχει από τη μία υποχρέωση στην άλλη.

2. Βρισκόμαστε μόνοι μπροστά στη θάλασσα. Το βλέμμα μας χάνεται στη γραμμή του ορίζοντα και δεν υπάρχει τίποτα άλλο πέρα από το ασταμάτητο πηγαινέλα των κυμάτων και το γαλήνιο ψίθυρο του νερού.

Ποια από τις δύο εικόνες μάς έκανε να χαλαρώσουμε έστω και για μία στιγμή; Η απάντηση είναι προφανής γιατί το μυαλό μας αναγνωρίζει ενστικτωδώς τι έχει πραγματικά ανάγκη. Η αντίθεση αυτή μας υπενθυμίζει ότι η καθημερινή πίεση και οι ασταμάτητοι ρυθμοί της πόλης μάς αποσυνδέουν από το φυσικό μας περιβάλλον. Η ηρεμία που νιώσαμε στη δεύτερη εικόνα δεν είναι τυχαία. Αυτό ακριβώς υποστηρίζει η Blue Mind Theory, η θεωρία που συνδυάζει γνώσεις από τη νευροεπιστήμη, την ψυχολογία, την περιβαλλοντική ιατρική και τη βιολογία, επιχειρώντας να εξηγήσει γιατί οι άνθρωποι αισθάνονται πιο γαλήνιοι όταν βρίσκονται κοντά στο νερό.

Εάν μπορούσαμε να δούμε τον εγκέφαλο ενός σύγχρονου ανθρώπου σαν πίνακα ελέγχου αεροδρομίου, θα αντικρίζαμε εκατοντάδες κόκκινα φωτάκια να αναβοσβήνουν ταυτόχρονα:

Εξελιχθήκαμε για να εντοπίζουμε κινδύνους στην άγρια φύση, αλλά σήμερα ο εγκέφαλός μας βλέπει «απειλές» παντού και βρίσκεται διαρκώς σε κατάσταση συναγερμού. Αυτή η διαδικασία απαιτεί τη λεγόμενη «κατευθυνόμενη προσοχή», ένα γνωστικό πόρο που εξαντλείται όσο περνά η ημέρα.

Τα φυσικά περιβάλλοντα προσφέρουν κάτι διαφορετικό. Προσελκύουν την προσοχή μας με έναν τρόπο που οι ψυχολόγοι ονομάζουν «ήπια γοητεία» (soft fascination).

Το οπτικό υπερθέμα της φύσης

Το νερό λειτουργεί σαν ένας τεράστιος ζωντανός καθρέφτης του ουρανού. Αντιγράφει τα χρώματα του ηλιοβασιλέματος των σύννεφων και των άστρων, διπλασιάζοντας την ομορφιά του τοπίου. Ας σκεφτούμε πόσο γρήγορα βαριόμαστε σχεδόν τα πάντα. Ένα βίντεο λίγων λεπτών. Μια ανάρτηση στα social media. Ένα τραγούδι που ακούσαμε πολλές φορές. Κι όμως, μπορούμε να κοιτάμε τα κύματα για ώρες. Γιατί άραγε;

Η απάντηση κρύβεται σε μια ιδιότητα του νερού που οι επιστήμονες θεωρούν σχεδόν ιδανική για τον ανθρώπινο εγκέφαλο: Δεν είναι ποτέ ίδιο, αλλά δεν είναι και ποτέ εντελώς διαφορετικό. Κάθε κύμα είναι μοναδικό. Κάθε κίνηση του νερού είναι απρόβλεπτη. Κι όμως, το συνολικό μοτίβο παραμένει οικείο και ασφαλές. Ο εγκέφαλος λατρεύει αυτού του είδους τα ερεθίσματα. Είναι αρκετά σύνθετα ώστε να κρατούν το ενδιαφέρον του και αρκετά προβλέψιμα ώστε να μην τον αγχώνουν.

Υπάρχει όμως κι ένας ακόμα λόγος που η θάλασσα ασκεί τόσο ισχυρή επίδραση πάνω μας και αυτός δεν είναι άλλος από τον ορίζοντα. Στις περισσότερες καθημερινές συνθήκες η όρασή μας περιορίζεται. Κτίρια. Τοίχοι. Οθόνες. Αυτοκίνητα. Η θάλασσα προσφέρει κάτι που ο εγκέφαλος συναντά όλο και πιο σπάνια: απεριόριστο οπτικό πεδίο. Όταν το βλέμμα ταξιδεύει μέχρι τον ορίζοντα, μειώνεται η ανάγκη για συνεχή εστίαση σε μικρές λεπτομέρειες. Οι οφθαλμοί χαλαρώνουν και μαζί τους φαίνεται να χαλαρώνει και ένα μέρος της νοητικής ένταση.

Εκεί όπου σκάει το κύμα.

Οι ήχοι της φύσης διαφέρουν σημαντικά από τους θορύβους του αστικού περιβάλλοντος. Οι κόρνες, οι σειρήνες και οι απότομοι, δυνατοί κρότοι ενεργοποιούν μηχανισμούς εγρήγορσης επειδή ο εγκέφαλος τους ερμηνεύει ως πιθανά σήματα κινδύνου. Αντίθετα, ο φλοίσβος της θάλασσας χαρακτηρίζεται από προβλέψιμες και επαναλαμβανόμενες διακυμάνσεις. Αυτός ο ρυθμός φαίνεται να συμβάλλει στην ενεργοποίηση του παρασυμπαθητικού νευρικού συστήματος, του τμήματος εκείνου που σχετίζεται με τη χαλάρωση, την πέψη και την αποκατάσταση του οργανισμού.Έρευνες έχουν δείξει ότι η έκθεση σε φυσικούς ήχους μπορεί να συνδέεται με χαμηλότερα επίπεδα στρες, μειωμένο καρδιακό ρυθμό και καλύτερη υποκειμενική αίσθηση ευεξίας.

Ορισμένοι επιστήμονες προτείνουν ότι η έλξη μας προς το νερό ίσως έχει βαθιές εξελικτικές ρίζες. Για το μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας, η ζωή εξαρτιόταν από την ύπαρξη νερού. Όπου υπήρχε νερό, υπήρχε τροφή, καλλιέργεια, ζωή. Οι πρόγονοί μας που έλκονταν από τέτοια περιβάλλοντα είχαν περισσότερες πιθανότητες να επιβιώσουν και να αποκτήσουν απογόνους.

Ο εγκέφαλός μας ενδέχεται να εξελίχθηκε ώστε να θεωρεί αυτά τα περιβάλλοντα ασφαλή και ελκυστικά. Εάν αυτή η υπόθεση ευσταθεί, τότε η ηρεμία που νιώθουμε μπροστά στη θάλασσα ίσως δεν είναι απλώς ένα συναίσθημα, αλλά ένα αποτύπωμα εκατοντάδων χιλιάδων ετών ανθρώπινης εξέλιξης.

Ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος από νερό

Από βιολογική και χημική άποψη, ο άνθρωπος είναι στην πραγματικότητα ένα ον βαθιά συνδεδεμένο με το υγρό στοιχείο, καθώς το νερό αποτελεί το βασικότερο δομικό συστατικό της ζωής μας. Κατά μέσο όρο, το 60% του βάρους ενός ενήλικου ατόμου αποτελείται από νερό, ενώ σε κυτταρικό επίπεδο, εάν μετρήσουμε τα μόρια του σώματός μας, σχεδόν το 99% από αυτά είναι μόρια νερού. Μέσω του νερού επιτελούνται όλες οι ζωτικές λειτουργίες, από τη μεταφορά οξυγόνου και θρεπτικών συστατικών μέχρι τη ρύθμιση της θερμοκρασίας και την επικοινωνία των νευρώνων στον εγκέφαλο.

Ίσως, λοιπόν, η έλξη του ανθρώπου για τη θάλασσα να είναι μια υποσυνείδητη επιστροφή στο στοιχείο από το οποίο προέρχεται και εξαρτάται η ίδια του η ύπαρξη.

Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι οι μεγάλες ιδέες γεννιούνται όταν συγκεντρωνόμαστε περισσότερο. Η επιστήμη δείχνει ότι συχνά συμβαίνει το αντίθετο. Οι καλύτερες ιδέες εμφανίζονται όταν ο νους μας περιπλανιέται. Στο ντους.

Στις όχθες ενός ποταμού. Στη θέα ενός καταρράκτη.

Όταν δεν είμαστε υποχρεωμένοι να λύνουμε προβλήματα, ο εγκέφαλος περνά σε μια κατάσταση ελεύθερης σύνδεσης σκέψεων. Αναμνήσεις, εμπειρίες και πληροφορίες συνδυάζονται με νέους τρόπους.

Με επιστημονικούς όρους, όταν ο εγκέφαλος δεν είναι απασχολημένος με απαιτητικές γνωστικές εργασίες, ενεργοποιείται ένα δίκτυο περιοχών που ονομάζεται «Default Mode Network». Το δίκτυο αυτό σχετίζεται με τον αναστοχασμό, τη δημιουργικότητα, τη φαντασία και τη σύνδεση διαφορετικών ιδεών.

Δεν είναι τυχαίο το ότι τόσοι συγγραφείς, ποιητές και επιστήμονες έχουν περιγράψει τη θάλασσα ως πηγή έμπνευσης. Η επιστήμη επιβεβαιώνει αυτό που οι δημιουργοί ένιωθαν πάντα διαισθητικά: ότι το νερό μάς ηρεμεί, μας θεραπεύει και ξεκλειδώνει τις πιο βαθιές μας σκέψεις. Όταν το μυαλό μας «στερεύει» από ιδέες και η καθημερινότητα γίνεται ασφυκτικά πιεστική, χρειαζόμαστε τον ορίζοντα για να θυμηθούμε το εύρος των δυνατοτήτων μας και τα κύματα για να βρούμε ξανά τη δική μας εσωτερική ροή.

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 27 Σεπτεμβρίου 2026

Είναι σχεδόν αντανακλαστικό. Βλέπεις ένα εντυπωσιακό ηλιοβασίλεμα, ένα πιάτο που μοιάζει βγαλμένο από διαφήμιση, τον φίλο σου να κάνει κάτι ξεκαρδιστικό ή βρίσκεσαι μπροστά σε μια στιγμή που σκέφτεσαι: «Αυτό πρέπει να το κρατήσω». Και πριν προλάβεις να το σκεφτείς δεύτερη φορά, το χέρι πάει στην τσέπη. Κλικ. Η στιγμή αποθηκεύτηκε. Ή τουλάχιστον έτσι πιστεύουμε. Γιατί μια νέα επιστημονική μελέτη έρχεται να βάλει ένα μικρό ερωτηματικό στη σχέση μας με τις φωτογραφίες και την κάμερα του κινητού: μήπως η προσπάθειά μας να καταγράψουμε τα πάντα μάς κάνει τελικά να θυμόμαστε λιγότερα;

Έρευνα που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Memory & Cognition εξέτασε το φαινόμενο μέσα από επτά διαφορετικά πειράματα, με τη συμμετοχή συνολικά 892 ατόμων. Και το βασικό εύρημα ήταν αρκετά ξεκάθαρο: οι συμμετέχοντες είχαν, κατά κανόνα, χειρότερη μνήμη για γεγονότα που είχαν επιλέξει να αποθηκεύσουν ως φωτογραφίες, σε σύγκριση με εκείνα που είχαν απλώς παρατηρήσει.

Με άλλα λόγια, το γνωστό «θα το βγάλω φωτογραφία για να μην το ξεχάσω» ίσως να λειτουργεί μερικές φορές… αντίστροφα.

Η ιδέα δεν είναι εντελώς καινούργια.

Εδώ και χρόνια, ψυχολόγοι και ερευνητές μελετούν το λεγόμενο photo-taking impairment effect: το ενδεχόμενο δηλαδή η πράξη της φωτογράφισης να επηρεάζει αρνητικά τη μνήμη μας για αυτό που φωτογραφίζουμε.

Ακούγεται παράξενο. Άλλωστε, θεωρητικά, η φωτογραφία είναι το απόλυτο βοήθημα μνήμης. Ένα ταξίδι μπορεί να ξεχαστεί, μια στιγμή μπορεί να θολώσει, αλλά η φωτογραφία μένει εκεί — έτοιμη να μας υπενθυμίσει τι συνέβη.

Το ζήτημα, όμως, δεν είναι αν η φωτογραφία μπορεί αργότερα να μας βοηθήσει να ξαναδούμε κάτι.

Το ερώτημα είναι άλλο:

Τι συμβαίνει στη δική μας μνήμη τη στιγμή που αποφασίζουμε ότι το κινητό θα το θυμάται για εμάς;

Εδώ μπαίνει στο παιχνίδι μια έννοια που οι επιστήμονες ονομάζουν γνωστική εκφόρτωση (cognitive offloading).

Με απλά λόγια, όταν ξέρουμε ότι μια πληροφορία έχει καταγραφεί κάπου αλλού, ο εγκέφαλός μας μπορεί να θεωρεί ότι δεν χρειάζεται να καταβάλει την ίδια προσπάθεια για να τη συγκρατήσει.

Σαν να λέει:

«Μην αγχώνεσαι, το έχουμε screenshot.»

Και κάπως έτσι, ίσως να χαλαρώνει λίγο περισσότερο από όσο θα έπρεπε.

Έχουμε σήμερα περισσότερες φωτογραφίες από οποιαδήποτε άλλη γενιά στην ιστορία.

Χιλιάδες στιγμές αποθηκευμένες σε cloud, σκληρούς δίσκους και κινητά.

Κι όμως, το γεγονός ότι κάτι έχει καταγραφεί τέλεια δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έχει καταγραφεί και μέσα μας.

Ίσως, λοιπόν, την επόμενη φορά που θα βρεθείτε μπροστά σε κάτι πραγματικά όμορφο, να αξίζει να κάνετε ένα μικρό πείραμα.

Βγάλτε τη φωτογραφία.

Αλλά πριν χαμηλώσετε το κινητό και προχωρήσετε στην επόμενη στιγμή, κοιτάξτε αυτό που έχετε μπροστά σας για μερικά δευτερόλεπτα ακόμη.

Χωρίς οθόνη.

Χωρίς φίλτρο.

Χωρίς να προσπαθείτε να το αποθηκεύσετε.

Γιατί το κινητό μπορεί να κρατήσει τη φωτογραφία.

Το θέμα είναι αν θα κρατήσετε κι εσείς τη στιγμή.

* Πηγή Vita

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 27 Σεπτεμβρίου 2026

Στα 96 του, ο Κλιντ Ίστγουντ κατέρριψε τις βολικές μας αυταπάτες για τα γηρατειά, αρνούμενος να ωραιοποιήσει τη σκληρή αλήθεια.

Σε μια πρόσφατη ομιλία του, εξήγησε πώς αλλάζει το σώμα με τον χρόνο. Τα κόκαλα γίνονται λιγότερο ευλύγιστα, οι κινήσεις επιβραδύνονται και το έντονο φως μπορεί να ενοχλεί τα μάτια. Ακόμη και η αναπνοή μπορεί να απαιτεί περισσότερη προσπάθεια. Και αυτό ήταν μόνο η αρχή.

Σχολίασε ένα θέμα που οι περισσότεροι άνθρωποι προτιμούν να αποφεύγουν. Δεν πρόσφερε καθησυχαστικές κοινοτοπίες για τα χρόνια των ηλικιωμένων που είναι γεμάτα ατελείωτη γαλήνη.
Αντ’ αυτού, ζωγράφισε μια ωμή, ανυποχώρητη εικόνα για το τι συμβαίνει όταν ένας άνθρωπος πλησιάζει έναν αιώνα ύπαρξης.
«Το φως σε πονάει στα μάτια, και ακόμη και η αναπνοή μπορεί να μοιάζει με σκληρή δουλειά», μοιράστηκε ο Ίστγουντ, περιγράφοντας τη διαρκή τριβή ενός σώματος που φθίνει.
«Το σώμα σου απλώς δεν συνεργάζεται όπως κάποτε, και κάθε βήμα απαιτεί στρατηγική».
Αλλά όπως επεσήμανε, η δομική παρακμή του σκελετού και των μυών είναι μόνο η επιφάνεια του ζητήματος.

Το πραγματικό βάρος των βαθιών γηρατειών είναι συναισθηματικό και ψυχολογικό. Μόλις περάσεις τα ενενήντα, το κοινωνικό σου τοπίο υφίσταται μια βαθιά και συχνά επώδυνη μεταμόρφωση.

Κοιτάς γύρω σου και συνειδητοποιείς ότι η πλειοψηφία των ανθρώπων που σε γνώριζαν όταν ήσουν νέος, που μοιράστηκαν την ιστορία σου, τα αστεία σου και τους αγώνες της ζωής σου, έχουν εξαφανιστεί.

Ο κύκλος των γνώριμων προσώπων συρρικνώνεται σχεδόν στο τίποτα, το τηλέφωνο σταματά να χτυπά, και ο ρυθμός των ημερών επιβραδύνεται σε σημείο που μόλις κινείται. Το πιο πικρό χάπι δεν είναι ο σωματικός πόνος· είναι η ξαφνική απουσία κάποιου που πραγματικά θέλει να σε ακούσει.

Όταν η παρούσα στιγμή γίνεται ήσυχη και απομονωμένη, ο ανθρώπινος νους αναζητά φυσικά καταφύγιο στο παρελθόν. Ο Ίστγουντ εξήγησε ότι η περιπλάνηση μέσα σε παλιές αναμνήσεις δεν είναι σημάδι πνευματικής αδυναμίας, αλλά μια ζωτική αναζήτηση συνέχειας.

Γι’ αυτό οι ηλικιωμένοι επαναλαμβάνουν συχνά τα ίδια ανέκδοτα, προσθέτοντας μικρές λεπτομέρειες και επιστρέφοντας στα ίδια θέματα ξανά και ξανά. Δεν προσπαθούν να καυχηθούν ή να κυριαρχήσουν στη συζήτηση. Το κάνουν για να αγκυροβολήσουν σε μια πραγματικότητα όπου ήταν ενεργοί, αγαπημένοι και σημαντικοί.
«Βρίσκεις τον εαυτό σου να επαναλαμβάνει ιστορίες, προσθέτοντας λεπτομέρειες, όχι για να πείσεις κανέναν, αλλά απλώς για να νιώσεις ότι είσαι ακόμα συνδεδεμένος με κάτι», παραδέχτηκε ο Ίστγουντ. «Προσπαθείς να μεταδώσεις πράγματα στη νεότερη γενιά, ακόμη και όταν βλέπεις την πλήξη στα μάτια τους».

Ζούμε σε έναν πολιτισμό που αντιμετωπίζει τη μακροζωία σαν τρόπαιο, συγχαίροντας τους ανθρώπους απλώς και μόνο επειδή επιβίωσαν, αγνοώντας εντελώς τη συντριπτική μοναξιά που συνοδεύει αυτή την επιβίωση.

Επαινούμε το λαμπερό, το γρήγορο και το υπερσυνδεδεμένο, αφήνοντας απολύτως κανένα χώρο για τον αργό, επαναλαμβανόμενο ρυθμό των πολύ ηλικιωμένων.

Ο Κλιντ Ίστγουντ μπορεί να είναι ένας κινηματογραφικός γίγαντας, αλλά τα λόγια του μιλούν για κάθε ανώνυμο 90χρονο που ζει στον δρόμο μας ή κάθεται στα οικογενειακά μας τραπέζια.

Είναι οι ζωντανές βιβλιοθήκες της ιστορίας μας, κουβαλώντας ιστορίες που διαμόρφωσαν τον κόσμο στον οποίο ζούμε σήμερα. Όταν επιλέγουμε να επιβραδύνουμε, να αφήσουμε στην άκρη τους περισπασμούς μας και να τους ακούσουμε πραγματικά, κάτι μαγικό συμβαίνει. Γεφυρώνουμε το χάσμα μεταξύ των γενεών.

Τελικά, οι ρυτίδες στα πρόσωπά τους δεν είναι απλώς σημάδια γήρανσης—είναι ένας όμορφος χάρτης μιας ζωής που έζησε πλήρως, και είναι προνόμιο να κάθεσαι δίπλα τους και να ακούς το ταξίδι.

Στα 96 του, ο Κλιντ Ίστγουντ μοιράστηκε μια αλήθεια για τα γηρατειά που άφησε τον κόσμο σιωπηλό… γιατί το πιο δύσκολο κομμάτι του να γερνάς δεν είναι να χάνεις τη δύναμή σου — είναι να συνειδητοποιείς πόσους ανθρώπους και αναμνήσεις έχεις χάσει στην πορεία.
(Via Δημήτρης Αθηναίος)

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 20 Σεπτεμβρίου 2026

Ο Γερμανός σκηνοθέτης Βένερ είχε πει κάποτε ότι, «αυτοί που διαβάζουν βιβλία έχουν τον κόσμο κι αυτοί που βλέπουν τηλεόραση τον χάνουν».

Σε μια εποχή λοιπόν που, το doomscrolling και η ανάγκη για γρήγορη, αμάσητη είδηση κυριαρχούν (ακόμη και ιστορικές εφημερίδες αναφέρουν στο πάνω μέρος του εκάστοτε άρθρου πόσο διαρκεί η ανάγνωσή του) μια χώρα της Ασίας μας δείχνει τον δρόμο.

ΟΙ.ΜΙΚΡΕΣ ΔΤΙΓΜΕΔ ΣΥΝΘΕΤΟΥΝ.ΜΕΓΑΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Η Σιγκαπούρη ενθαρρύνει τους πολίτες της να διαβάζουν καθημερινά ένα βιβλίο για 15 λεπτά, στο πλαίσιο ενός νέου εθνικού προγράμματος με στόχο την ενίσχυση της κουλτούρας της ανάγνωσης στη χώρα.

Η κυβέρνηση αναφέρει ότι οι πολίτες μπορούν να καταγράφουν τον καθημερινό χρόνο ανάγνωσής τους και να κερδίζουν ψηφιακά χρήματα (τα οποία μπορούν να χρησιμοποιήσουν με διάφορους τρόπους) στο πλαίσιο της εκστρατείας «ReadSG» που ξεκίνησε η Εθνική Βιβλιοθήκη.

«Αρκούν 15 λεπτά την ημέρα για να αποκτήσετε τη συνήθεια της ανάγνωσης. Είναι περίπου ο χρόνος που διαρκεί η διαδρομή μεταξύ τριών στάσεων του MRT [τρένο], η αναμονή για το λεωφορείο ή η απόλαυση του πρωινού σας καφέ», αναφέρει η ιστοσελίδα της εκστρατείας.

«Οι μικρές στιγμές συνθέτουν μεγάλες ιστορίες», προστίθεται.

ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΚΑΙ ΦΑΝΤΑΣΙΑ

Η Μελίσα Ταμ, επικεφαλής του Εθνικού Συμβουλίου Βιβλιοθηκών, δήλωσε ότι η εκστρατεία αποτελεί μια προσπάθεια να αποκτήσουν οι αναγνώστες δεξιότητες που σχετίζονται με την κριτική σκέψη.

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 20 Σεπτεμβρίου 2026

Όταν αναλογιζόμαστε τα τρόφιμα που καταναλώνουμε καθημερινά, γνωρίζουμε ότι όλα έχουν μια ημερομηνία λήξης, πέρα από την οποία η αλλοίωση και η ανάπτυξη βακτηρίων είναι αναπόφευκτη. Υπάρχει όμως μία εντυπωσιακή εξαίρεση στον κανόνα της φυσικής φθοράς, ένα προϊόν που η φύση σχεδίασε με τέτοιο τρόπο ώστε να αντέχει στον χρόνο χωρίς να αλλοιώνεται. Η τροφή αυτή είναι το αγνό μέλι, ένα φυσικό θαύμα της βιοχημείας που μπορεί να παραμείνει απολύτως ασφαλές και βρώσιμο για εκατοντάδες ή ακόμα και χιλιάδες χρόνια, αρκεί να διατηρείται σε σωστά σφραγισμένο περιβάλλον.

Η πιο περίτρανη απόδειξη αυτής της αθανασίας ήρθε στο φως κατά τη διάρκεια αρχαιολογικών ανασκαφών στους τάφους των αρχαίων Αιγυπτίων Φαραώ. Οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν πήλινα δοχεία γεμάτα με μέλι, τα οποία είχαν τοποθετηθεί εκεί ως προσφορές για το ταξίδι των νεκρών στον άλλο κόσμο πριν από περίπου τρεις χιλιάδες χρόνια. Όταν οι ερευνητές άνοιξαν τα στεγανά αυτά δοχεία, διαπίστωσαν έκπληκτοι ότι το μέλι όχι μόνο διατηρούσε την πυκνή του υφή, αλλά ήταν 100% διατηρημένο και βρώσιμο. Η γεύση του παρέμενε γλυκιά και πλούσια, αποδεικνύοντας ότι ο χρόνος δεν είχε καμία απολύτως επίδραση πάνω του.

Η επιστημονική εξήγηση για αυτή τη διαχρονική αντοχή κρύβεται στη μοναδική χημική σύσταση του μελιού και στον τρόπο με τον οποίο το παράγουν οι μέλισσες. Το μέλι αποτελείται κυρίως από σάκχαρα και έχει εξαιρετικά χαμηλή περιεκτικότητα σε νερό, που συνήθως κυμαίνεται γύρω στο 17%. Αυτή η έλλειψη υγρασίας δημιουργεί ένα υπερωσμωτικό περιβάλλον. Όταν ένας μικροοργανισμός, όπως ένα βακτήριο ή ένας μύκητας, προσπαθήσει να αναπτυχθεί μέσα στο μέλι, η υψηλή συγκέντρωση σακχάρων απορροφά αμέσως όλο το νερό από τα κύτταρά του μέσω της όσμωσης, προκαλώντας τον ακαριαίο θάνατο του μικροβίου πριν προλάβει να πολλαπλασιαστεί.

Επιπλέον, το μέλι είναι φυσικά εξαιρετικά οικείο και όξινο, με το pH του να κυμαίνεται μεταξύ 3 και 4,5. Η υψηλή οξύτητα, η οποία οφείλεται στην παρουσία διαφόρων αμινοξέων και οργανικών οξέων, καθιστά το περιβάλλον του εντελώς αφιλόξενο για οποιαδήποτε μορφή ζωής που θα μπορούσε να προκαλέσει σήψη. Παράλληλα, κατά τη διαδικασία της επεξεργασίας του νέκταρος, οι μέλισσες εκκρίνουν ένα ειδικό ένζυμο που ονομάζεται οξειδάση της γλυκόζης. Το ένζυμο αυτό διασπά τη γλυκόζη και παράγει μικρές ποσότητες υπεροξειδίου του υδρογόνου, μιας ουσίας γνωστής για τις ισχυρές αντισηπτικές και αντιβακτηριδιακές της ιδιότητες.

Το μόνο που μπορεί να συμβεί στο μέλι με την πάροδο του χρόνου είναι η κρυστάλλωση, μια φυσική διαδικασία κατά την οποία τα σάκχαρα διαχωρίζονται και το μίγμα γίνεται στερεό και θολό. Πολλά άτομα ερμηνεύουν εσφαλμένα την κρυστάλλωση ως ένδειξη αλλοίωσης ή προσθήκης τεχνητής ζάχαρης, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για την καλύτερη απόδειξη της αγνότητας του προϊόντος. Το κρυσταλλωμένο μέλι δεν έχει χαλάσει και μπορεί εύκολα να επανέλθει στην αρχική του ρευστή μορφή αν τοποθετηθεί το βάζο σε ένα δοχείο με ζεστό νερό. Έτσι, το μέλι παραμένει ένα διαχρονικό δώρο της φύσης που αψηφά τους νόμους της φθοράς

Από iefimerida

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 13 Σεπτεμβρίου 2026

Η φράση «αν το βάλεις στο μυαλό σου, μπορείς να πετύχεις τα πάντα» είναι μία από τις πιο κοινές φράσεις που λένε οι γονείς στα παιδιά όταν θέλουν να τα εμψυχώσουν.

Σύμφωνα με την ψυχολόγο Juli Fraga, ωστόσο, οι γονείς συχνά δεν αντιλαμβάνονται ότι πρόκειται για μια μη ρεαλιστική υπόσχεση και ότι μεταφέρουν ένα «ψευδές μήνυμα».

Όπως εξηγεί σε άρθρο της στο CNBC Make It, αν και η ενθάρρυνση και η υποστήριξη είναι σημαντικές, το να λέμε στα παιδιά ότι μπορούν να πετύχουν τα πάντα δημιουργεί την εντύπωση ότι κάθε στόχος είναι εφικτός και ότι η σκληρή δουλειά αρκεί για να επιτευχθούν ακόμη και στόχοι που είναι εξαιρετικά δύσκολοι: Το να γίνει κανείς ποπ σταρ ή να περάσει σε ένα από τα κορυφαία πανεπιστήμια του κόσμου, για παράδειγμα.

Η Fraga, η οποία έχει σχεδόν δύο δεκαετίες εμπειρίας σε ζητήματα που αφορούν γονείς και παιδιά, επισημαίνει ότι η υπερβολική έμφαση στα αποτελέσματα μπορεί να ενισχύσει την «εξωτερική παρακίνηση», κι έτσι το παιδί προσπαθεί κυρίως για την επιβράβευση, τους καλούς βαθμούς ή τα τρόπαια. Αντί γι’ αυτό, προτείνει στους γονείς να είναι πιο ρεαλιστές και να να λένε στα παιδιά τους τις παρακάτω φράσεις:

«Δοκίμασε νέα πράγματα ακόμη κι αν σου φαίνεται τρομακτικό»:

Οι γονείς μπορούν να υπενθυμίζουν στα παιδιά ότι νέες προκλήσεις, όπως η εκμάθηση ποδηλάτου, η συμμετοχή σε μια παράσταση ή η αίτηση σε ένα πανεπιστήμιο, μπορεί να προκαλούν φόβο. Σύμφωνα με την ίδια, η αναγνώριση ότι κάτι μπορεί να προκαλεί φόβο βοηθά το παιδί να καταλάβει πως είναι φυσιολογικό να φοβάται. Όταν τα παιδιά αντιλαμβάνονται ότι οι γονείς δικαιολογούν και επικυρώνουν τα συναισθήματά τους, νιώθουν πως τα βλέπουν και τα καταλαβαίνουν. Έτσι, ενισχύονται η ανθεκτικότητα, η αυτοπεποίθηση και είναι πιο σίγουρα να αντιμετωπίσουν οποιαδήποτε πρόκληση.

«Μερικές φορές χρειάζεται χρόνος μέχρι να αποδώσει η σκληρή δουλειά»

 Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορούν να κάνουν τα παιδιά να πιστεύουν ότι οι επιτυχίες έρχονται από τη μία στιγμή στην άλλη. Η Fraga σημειώνει ότι στις περισσότερες περιπτώσεις η σκληρή δουλειά αποδίδει σταδιακά. Όπως εξηγεί, όταν τα παιδιά ενθαρρύνονται να καλλιεργήσουν μια «νοοτροπία ανάπτυξης», δηλαδή όταν πιστεύουν πως η προσπάθεια και η αφοσίωση μπορούν να βελτιώσουν τις ικανότητες, αυτό τα βοηθά να επιμένουν ακόμη κι όταν κάτι δεν τους είναι εύκολο.

«Η απογοήτευση είναι μια ευκαιρία για μάθηση»:

Τα παιδιά συχνά εμπνέονται από τα είδωλά τους και θέτουν υψηλούς στόχους, όπως να γίνουν διάσημοι μουσικοί ή κορυφαίοι αθλητές. Όμως, τα όνειρά τους δεν συμβαδίζουν πάντα με την πραγματικότητα. Αντί οι γονείς να υπόσχονται ότι κάθε όνειρο μπορεί να γίνει πραγματικότητα, μπορούν να ενθαρρύνουν τα παιδιά να δοκιμάζουν νέα πράγματα και να κάνουν το καλύτερο δυνατό. Παράλληλα, μπορούν να τους εξηγούν ότι η απογοήτευση μετά από μια αποτυχία είναι φυσιολογική και ότι μπορεί να αποτελέσει αφορμή για μάθηση και νέα προσπάθεια. Η ψυχολόγος προτείνει, επίσης, στους γονείς να μοιράζονται προσωπικές εμπειρίες απογοήτευσης, όπως μια προαγωγή που δεν πήραν ή έναν βαθμό που δεν ήταν αυτός που περίμεναν, ώστε τα παιδιά να καταλαβαίνουν πως δεν βιώνουν μόνο αυτά αποτυχίες.

«Αν το βάλεις στο μυαλό σου, μπορείς να συνεχίσεις»:

Η επιμονή δεν εγγυάται ότι ένα παιδί θα κερδίσει ένα τρόπαιο ή θα είναι το καλύτερο. Ωστόσο, σύμφωνα με τη Fraga, προσφέρει σημαντικά ψυχολογικά οφέλη, καθώς ενισχύει το κίνητρο και αποτελεί βάση για την αυτοπειθαρχία, την αισιοδοξία, την ενσυναίσθηση και την αυτοσυμπόνια. Αυτές οι ιδιότητες μπορούν να στηρίξουν την ψυχική υγεία των παιδιών καθώς μεγαλώνουν και παράλληλα να ενισχύσουν την «εσωτερική παρακίνηση».

«Δεν θα είσαι καλός σε όλα, κι αυτό είναι εντάξει»:

Η Fraga υποστηρίζει ότι οι πιο υποστηρικτικοί γονείς λένε στα παιδιά τους πως δεν θα είναι καλοί σε όλα. Η γνώση αυτή τα βοηθά να θέτουν πιο ρεαλιστικούς στόχους, κάτι που μπορεί να τα κάνει να αισθάνονται πιο σίγουρα και ικανά. Παράλληλα, είναι λιγότερο πιθανό να αναπτύξουν υπερβολικές προσδοκίες από τον εαυτό τους ή από τους άλλους.

Aπό iefimerida

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 13 Σεπτεμβρίου 2026

Πάντα έβρισκα την επιλογή των βιβλίων πριν από ένα ταξίδι ως μεγάλη υπόθεση. Συχνά ήταν μια επιλογή εξίσου σημαντική με την επιλογή του τόπου του ταξιδιού. Πέρσι ήμουν κουρασμένος. Πραγματικά κουρασμένος. Ετσι πήρα μια ριζική απόφαση. Πήρα μαζί μου αποκλειστικά βιβλία που είχα διαβάσει. Βιβλία που ίσως δεν θυμόμουν τόσο καλά, αλλά θυμόμουν με βεβαιότητα πως μου άρεσαν. Δίπλα στη θάλασσα, σε έναν χρόνο που συντονιζόταν με τις επιταγές του καλοκαιριού, ένιωσα πως η έντασή μου ημερεύει. Ενώ επαναλάμβανα αναγνωστικές διαδρομές που δεν θυμόμουν, αλλά καθετί επιβεβαίωνε πως είχα περάσει από εδώ. Μια παλιά τσάκιση της σελίδας, σποραδικές υπογραμμίσεις, η ίδια η κατάσταση του βιβλίου. Κανένα άγχος να τελειώσει κάτι. Δεν υπήρχε εδώ αποστολή. Ούτε καν πλάνο. Το αποτέλεσμα θα ήταν πάντοτε το ίδιο. Μια στοίβα από διαβασμένα βιβλία. Ακόμα και αν αυτή τη φορά δεν τα τελείωνα καν.

Πολλές φορές η απουσία στόχων -και ιδανικά αυτό είναι διακοπές- γεννάει νέους στόχους. Υποσχέσεις που θα αντικαταστήσουν τα χρονοδιαγράμματα της ρουτίνας, μη ομολογημένες προσδοκίες και απαιτήσεις από τον εαυτό σου. Πόση ώρα θα κολυμπήσεις, πόσες φορές θα φας φρούτα αντί για παγωτά, πόσα βιβλία θα διαβάσεις. Και με λίγη κακή διαχείριση κάθε τι μπορεί να γίνει εξίσου πιεστικό με μια πραγματική δουλειά.

Φέτος δεν ξέρω τι βιβλία θα πάρω μαζί μου (την ώρα που διαβάζεται αυτό το άρθρο εγώ μάλλον θα τα διαβάζω). Σκέφτομαι να πάρω μαζί μου μόνο βιβλία που θα αφήσω στη μέση. Λόγω αριθμού σελίδων, λόγω έλλειψης συγκέντρωσης, λόγω μια κρυφής αγάπης για το ανολοκλήρωτο. Η σχέση μας με τα βιβλία που δεν τελειώσαμε πολλές φορές είναι η πιο έντονη σχέση. Πιο έντονη από αυτά που τελειώσαμε και σιγά σιγά ξεχνάμε, πιο έντονη από αυτά που θέλουμε να διαβάσουμε, αλλά δεν μας δόθηκε η ευκαιρία. Είναι μια σχέση που διακόπηκε, αλλά δεν τελείωσε. Μια σχέση σταθερά δυναμική. Ολο και πιο συχνά προσπαθούμε να επαναφέρουμε στο μυαλό μας όσα διαβάσαμε, το πώς ξεκινούσε, το σημείο στο οποίο τα αφήσαμε. Και μαζί τις υποθέσεις μας για την εξέλιξή του, τα όσα καταλάβαμε και τα όσα υποθέσαμε. Ολο και πιο συχνά προσπαθούμε να επαναφέρουμε την αίσθηση της ανάγνωσης του συγκεκριμένου βιβλίου από το παρελθόν στο παρόν, να συντηρήσουμε την αίσθηση αυτή όχι ως μια στιγμή του παρελθόντος, αλλά ως μια υπόσχεση για το μέλλον που κάποια στιγμή θα επαναληφθεί. Με τον τρόπο αυτό τα βιβλία που δεν τελειώσαμε μένουν μαζί μας περισσότερο. Μέσα σε μια διαρκή συνομιλία που μας επηρεάζει περισσότερο από οτιδήποτε ολοκληρώσαμε.

Ο πολιτισμός μας έχει εμμονή με το σχήμα αρχή – μέση – τέλος. Σαν να έχει διδαχτεί γεωμετρία αποκλειστικά από χολιγουντιανές ταινίες. Ολα οφείλουν να τελειώνουν με την ίδια ακρίβεια που ξεκινάνε. Θυμάμαι την εμμονή του Φελίνι να μη γράφει ποτέ «τέλος» όταν μια ταινία του τελείωνε. Οπως έλεγε ο ίδιος, καμία ταινία δεν τελειώνει (τουλάχιστον καμία καλή ταινία). Ο θεατής την κουβαλάει μαζί και τη συνεχίζει. Η απουσία της μικρής αυτή λέξης στην πραγματικότητα του επιβεβαιώνει αυτό το δικαίωμα. Γιατί τελικά κανένα έργο τέχνης δεν τελειώνει. Ούτε για τον δημιουργό του, ούτε για τον δέκτη του. Οπως έλεγε ο Πολ Βαλερί, δεν υπάρχουν ολοκληρωμένα ποιήματα, μόνο ποιήματα που έχεις παρατήσει. Το ίδιο μάλλον ισχύει και για την ανάγνωση. Αυτό αποδεικνύεται άλλωστε άμα διαβάσεις ένα μυθιστόρημα για δεύτερη φορά ή ένα ποίημα για εικοστή φορά. Η επιστροφή και η νέα ανάγνωση κάνουν την αρχική ανάγνωση να μοιάζει με μια ερασιτεχνική, επιδερμική εμπειρία. Οταν τελειώνουμε ένα βιβλίο έχουμε την ψευδαίσθηση πως ξεμπερδέψαμε μαζί του. Αντίθετα όταν το αφήνουμε ανολοκλήρωτο, κάτι πάλλεται κάθε φορά που το επαναφέρουμε στη μνήμη μας. Μαζί μας επανέρχεται και η λαχτάρα για συνέχεια, η πείνα για ανάγνωση. Κάτι από την πρωταρχική ανάγκη που γεννάει την κάθε ειλικρινή ανάγνωση.

Τα βιβλία που δεν τελειώσαμε είναι οι πιο ολοκληρωμένες αναγνώσεις μας.

Από efsyn.gr
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 6 Σεπτεμβρίου 2026
Οι υψηλές τιμές και το κόστος διαβίωσης, φαίνεται να ωθούν ολοένα και περισσότερες οικογένειες στο να ακολουθήσουν το μοντέλο DINKS.

Η υπογεννητικότητα και η γήρανση του πληθυσμού εξελίσσονται σε παγκόσμιο δημογραφικό φαινόμενο, καθώς όλο και περισσότερα ζευγάρια καθυστερούν ή επιλέγουν να μην αποκτήσουν παιδιά.

Η ανεργία των νέων, οι δυσκολίες οικονομικής ανεξαρτητοποίησης και οι υψηλές τιμές των ενοικίων και των κατοικιών συγκαταλέγονται στους βασικούς παράγοντες που επηρεάζουν τις αποφάσεις των ζευγαριών, ενώ παράλληλα, το αυξημένο κόστος ανατροφής παιδιών, η εργασιακή ανασφάλεια και η ανάγκη για μεγαλύτερη οικονομική ελευθερία ενισχύουν την συγκεκριμένη τάση.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ενισχύεται το μοντέλο των DINKS (Dual Income, No Kids), δηλαδή των ζευγαριών με δύο εισοδήματα και χωρίς παιδιά και αφορά ζευγάρια που είτε δεν έχουν αποκτήσει παιδιά είτε έχουν παιδιά τα οποία δεν ζουν πλέον μαζί τους. Σε πολλές περιπτώσεις πρόκειται για νοικοκυριά με σχετικά υψηλή αγοραστική δύναμη, καθώς δεν επιβαρύνονται με τα έξοδα που συνεπάγεται η ανατροφή μιας οικογένειας.

Η επιλογή αυτή δεν συνδέεται πάντα με οικονομικούς λόγους καθώς για αρκετά ζευγάρια αποτελεί συνειδητή στάση ζωής, που τους επιτρέπει να διαθέτουν περισσότερο χρόνο και χρήματα για ταξίδια, επενδύσεις, αγορά ακινήτων, ψυχαγωγία και προσωπικές δραστηριότητες.

Τα ζευγάρια DINKS έχουν συνήθως δύο μισθούς και δεν έχουν παιδιά, γεγονός που τους προσφέρει μεγαλύτερη οικονομική ευελιξία, μιας και χωρίς τα έξοδα φροντίδας, εκπαίδευσης και καθημερινής υποστήριξης παιδιών, μπορούν να επενδύουν περισσότερους πόρους σε άλλες προτεραιότητες.

Ο όρος εμφανίστηκε για πρώτη φορά στις Ηνωμένες Πολιτείες την δεκαετία του 1970, όμως πλέον έχει εξαπλωθεί σε πολλές χώρες και διαφορετικές κοινωνίες. Η αύξηση των ζευγαριών χωρίς παιδιά καταγράφεται σε αρκετές περιοχές του κόσμου και συνδέεται με ευρύτερες αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις, το κόστος ζωής, τις κοινωνικές αξίες και τον τρόπο με τον οποίο οι νεότερες γενιές αντιλαμβάνονται την οικογένεια.

Η εξάπλωση του μοντέλου DINKS αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εκφράσεις της παγκόσμιας δημογραφικής αλλαγής, καθώς επηρεάζει όχι μόνο τον αριθμό των γεννήσεων, αλλά και την αγορά εργασίας, την κατανάλωση, την στέγαση και την λειτουργία των σύγχρονων κοινωνιών

Aπό gazzetta.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 6 Σεπτεμβρίου 2026

Η ψυχολογία λέει ότι τα παιδιά που ελέγχουν περισσότερο τους ηλικιωμένους γονείς τους δεν είναι τα αγαπημένα - Είναι εκείνα που ακόμη αναζητούν την επιβεβαίωσή τους
Οι οικογενειακές σχέσεις δεν λειτουργούν με έναν απλό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο «όποιος φροντίζει περισσότερο, αγαπά περισσότερο».

Οι σχέσεις ανάμεσα στους γονείς και τα παιδιά δεν σταματούν να εξελίσσονται όταν τα παιδιά ενηλικιώνονται. Αντίθετα, παλιά συναισθήματα, οικογενειακοί ρόλοι και ανάγκες που δημιουργήθηκαν στην παιδική ηλικία μπορούν να εξακολουθούν να επηρεάζουν τη σχέση ακόμη και δεκαετίες αργότερα. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές όταν οι γονείς μεγαλώνουν και αρχίζουν να χρειάζονται περισσότερη βοήθεια ή φροντίδα.

Σε ορισμένες οικογένειες, ένα από τα ενήλικα παιδιά είναι εκείνο που τηλεφωνεί συνεχώς, επισκέπτεται συχνότερα τους ηλικιωμένους γονείς, ελέγχει αν πήραν τα φάρμακά τους, αν έφαγαν, αν πλήρωσαν τους λογαριασμούς τους ή αν χρειάζονται κάτι. Από έξω, αυτή η συμπεριφορά μπορεί εύκολα να ερμηνευτεί ως ένδειξη ιδιαίτερα στενής σχέσης. Η πραγματικότητα, όμως, μπορεί να είναι περισσότερο σύνθετη.

Η ψυχολογική έρευνα δείχνει ότι οι σχέσεις γονέων και ενήλικων παιδιών χαρακτηρίζονται συχνά από αυτό που οι ειδικοί ονομάζουν «αμφιθυμία»: αγάπη και αφοσίωση μπορεί να συνυπάρχουν με παλιές συγκρούσεις, απογοήτευση, θυμό ή μια επίμονη ανάγκη για αποδοχή. Η φροντίδα ενός ηλικιωμένου γονέα, επομένως, δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη ότι το συγκεκριμένο παιδί ήταν πάντοτε το «αγαπημένο».

Μερικές φορές, μάλιστα, το παιδί που βρίσκεται περισσότερο δίπλα στον γονέα μπορεί να είναι εκείνο που εξακολουθεί να αναζητά κάτι που θεωρεί ότι δεν πήρε αρκετά στο παρελθόν: αναγνώριση, επιβεβαίωση ή συναισθηματική εγγύτητα. Η ανάγκη αυτή μπορεί να λειτουργεί χωρίς το ίδιο το άτομο να την αντιλαμβάνεται πλήρως.

Έτσι, η συνεχής παρουσία μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να συνδέεται και με την ελπίδα ότι η σχέση θα γίνει τελικά αυτή που το παιδί επιθυμούσε. Ένα «μπράβο», μια έκφραση ευγνωμοσύνης ή η αίσθηση ότι «τώρα με χρειάζεται» μπορεί να αποκτά ιδιαίτερη συναισθηματική σημασία όταν η επιβεβαίωση αυτή έλειπε σε προηγούμενες φάσεις της ζωής.

Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι όποιος φροντίζει περισσότερο έναν ηλικιωμένο γονέα έχει κάποιο ανεπίλυτο πρόβλημα. Η αυξημένη φροντίδα μπορεί να οφείλεται πολύ απλούστερα στην αγάπη, στην εγγύτητα, στο αίσθημα ευθύνης, στη γεωγραφική απόσταση από τα υπόλοιπα αδέλφια ή στο γεγονός ότι ένα παιδί διαθέτει περισσότερο χρόνο.

Υπάρχει επίσης διαφορά ανάμεσα στη φροντίδα και στον υπερβολικό έλεγχο. Όταν ένα ενήλικο παιδί αισθάνεται ότι πρέπει να γνωρίζει διαρκώς τι κάνει ο γονέας, δυσκολεύεται να αποδεχθεί τις επιλογές του ή αναλαμβάνει περισσότερες ευθύνες από όσες πραγματικά χρειάζεται, τότε μπορεί να υπάρχει μια βαθύτερη συναισθηματική δυναμική.

Από dnews

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 30 Αυγούστου 2026

ΕΙΝΑΙ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΚΑΙ ΕΙΜΑΙ στην Αθήνα. Η μαμά μου είναι «ογδόντα φεύγα» και η υγεία της είναι σε κακό χάλι. Έμεινε ξαφνικά χωρίς βοήθεια. Έφυγε απρόοπτα η «κυρία» που τη φρόντιζε. Κάτι σοβαρό, είπε, της έτυχε και μέσα σε μια μέρα έγινε καπνός.

Ο κλήρος πέφτει σε μένα. Οφείλω και να τη φροντίσω και να βρω λύση. Η μεγάλη μου αδελφή ζει μόνιμα στο εξωτερικό. «Κατέληξα μοναχοπαίδι», έχω δηλώσει στην ψυχοθεραπεύτριά μου, καθώς τελικά τα ζόρια με τους γονείς τα περνάω μόνη. Είμαι στο καράβι της επιστροφής. Τριάντα ολόκληρα χρόνια ψυχοθεραπείας για να «γλιτώσω» απ’ τον ίσκιο της μαμάς και τελικά εκείνη με γυρίζει πίσω μόνο με ένα τηλέφωνο. «Η Ταμάρα έφυγε». Η παντοδυναμία της κάθε μητέρας. Σαν να έσκασε βόμβα στην παραλία. Τα μάζεψα και γύρισα πίσω σε λίγες ώρες. Μέχρι πρότινος, προτού φύγω διακοπές, είχα το βάσανο να βρω ποιος θα φροντίζει τις γάτες και τους σκύλους μου. Έχω πέντε κατοικίδια και δεν είναι εύκολο εγχείρημα. Φέτος όμως άλλαξα πίστα. Ήρθε κάτι που δεν είχα φανταστεί και ακούει στο όνομα «τι να την κάνω Αύγουστο τη μαμά;». Είμαι τώρα μέρες στην Αθήνα, χωρίς λύση. Έπεσα στο «φιλότιμο» της αλλοδαπής. Έχω μάθει όλα τα γραφεία που βρίσκουν φροντιστές, έχω μιλήσει με πάνω από τριάντα κοπέλες. Μπερδεύω ονόματα, εθνικότητες, τι λεφτά ζητάνε και τι ωράρια θέλουν.

Για μια στιγμή δεν έβλεπα πια τη μάνα μου. Έβλεπα εμένα σε τριάντα χρόνια. Το δικό μου σώμα πεσμένο, ανήμπορο, παραδομένο σε κάποια άλλα χέρια. Σαν να έκανε ο χρόνος ένα απότομο άλμα προς τα εμπρός και να μου έδειξε, χωρίς να τον ρωτήσω, μια φωτογραφία από το μέλλον μου.

Μέσα στη φούρια μου, επισκέφτηκα και τις Μονάδες Φροντίδας Ηλικιωμένων. Κάποιες, πιο «ξενοδοχειακές», δέχονται ηλικιωμένους ακόμα και για έναν μήνα, οπότε σκέφτηκα μήπως ήταν μια κάποια λύση. Έφυγα με κανονική κατάθλιψη. Δεν ξέρω αν έφταιγαν οι χώροι, οι άνθρωποι ή απλώς η εικόνα του μέλλοντος μαζεμένη σε ένα κτίριο. Και αυτή η μυρωδιά. Ίσως και χειρότερη από τη νοσοκομειακή, γιατί δεν μυρίζει μόνο αντισηπτικό. Μυρίζει μοναξιά, εγκατάλειψη και φόβο. Ήξερα μόνο ένα πράγμα: τη μάνα μου εκεί μέσα δεν την έβαζα. Είναι μέρες που θυμίζω τον ήρωα που υποδυόταν ο Ντάνι ΝτεΒίτο στην κωμωδία «Πέτα τη μαμά απ’ το τρένο» και φαντασιωνόταν να την εκσφενδονίζει από το τρένο. Να πω πως δεν το σκέφτηκα; Το σκέφτηκα. Γιατί μαζί με όλα τα δεινά που την έχουν βρει, δεν έχει μαλακώσει. Το αγύριστο κεφάλι της έχει γίνει ακόμα πιο αγύριστο, πράγμα που δυσχεραίνει το έργο μου. Όσο μεγαλώνω και παρατηρώ τους ανθρώπους, τόσο λιγότερο πιστεύω ότι τα γεράματα φέρνουν σε όλους σοφία. Νομίζω πως μάλλον μεγεθύνουν αυτό που ήδη είσαι. Αν δεν έχεις δουλέψει, δε, με τον εαυτό σου, αν δεν έχεις λειάνει τις «προεξοχές» σου, αυτές με τα χρόνια σκληραίνουν. Γίνονται βράχοι. Σκάω στα βράχια της μάνας μου. Αυτό μου συμβαίνει. Ενώ δεν βλέπει να ανοίξει το καπάκι της τουαλέτας, μπορεί να δει τι φοράω και να με ρωτήσει «είναι τώρα αυτό για την ηλικία σου; Αυτό το φοράνε τα κοριτσάκια».

Σ’ αυτό το σημείο να πω ότι βρίσκω τα γεράματα «χυδαία» ηλικία. Τα έβρισκα πάντα και εξακολουθώ να το πιστεύω, παρόλο που είμαι κι εγώ πια μεσόκοπη. Δεν είναι μόνο το ζαρωμένο δέρμα, η ανημποριά, οι πόνοι στο σώμα. Είναι που ο θάνατός σου έχει φωλιάσει χωρίς να τον αντιληφθείς και σε έχει βάλει στο χολ της αναμονής, να περιμένεις μέχρι να σου ανοίξει την πόρτα – όχι για να μπεις αλλά για να βγεις.

Η ζωή σαν άμπωτη. Τραβιέται πίσω κι εσύ ακολουθείς αυτήν τη χορογραφία. Φτάνεις μερικές φορές να περιμένεις με λαχτάρα αυτό το αόρατο «κάτι» που θα σε τελειώσει.

Η μαμά μου συχνά εύχεται να έρθει ο θάνατός της. Είναι, λέει, «έτοιμη». Θα πάει να βρει τον μπαμπά. Βρίσκω συγκινητική αυτή της τη σιγουριά και δεν της τη χαλάω. Τον τελευταίο καιρό μού λέει ότι νιώθει πως το τέλος της κοντοζυγώνει και μου ζητάει να μη στενοχωρηθώ γιατί θα είναι για εκείνη ξεκούραση. Μου μιλάει για τον θάνατό της σαν να πρόκειται για θέρετρο διακοπών.

Τέτοια συζητάμε. Τέτοια «θανατερά». Και τα συζητάμε ενώ μου σερβίρει σουτζουκάκια που ήρθαν από το οινομαγειρείο. Πλέον δεν μπορεί να μαγειρέψει τα νόστιμα φαγητά που έφτιαχνε κάποτε. Αλλά όσο χάλια κι αν είναι η υγεία της, με ένα μάτι, με ένα πόδι, το ζήτημα είναι τι θα φάω εγώ, η «μικρή». Μην τυχόν και μείνω νηστική.

«Αρκετά με τις γυναίκες, κάποια θα βρεθεί. Το θέμα είναι εσύ τι θα φας», λέει συγκινητικά. Μα μόλις αρχίζω να τρώω, να σου ξανά τα θανατερά. Αν της ανεβάσω φωνή και της πω «φτάνει μ’ αυτά», λέει «μα δεν βλέπεις πώς έχω καταντήσει;».

Η μαύρη αλήθεια είναι πως εθελοτυφλώ. Αλλά ποιος μπορεί να ευχηθεί το τέλος του γονιού του όταν εκείνος είναι ακόμη περίπου λειτουργικός και όταν σε αντικρίζει στην πόρτα και λέει: «Καλώς το, το παιδάκι μου»;

Δεν ξέρω πια τι να ευχηθώ για εκείνη.

Ο μπαμπάς μου, με τον οποίο ήταν μέρα νύχτα μαζί, μας «χαιρέτησε» για την αντίπερα όχθη. Οι φίλοι, οι συγγενείς της και τόσοι αγαπημένοι της είναι πια χρόνια πεθαμένοι. «Στη γαλαρία εκεί ψηλά είναι όλοι μου οι αγαπημένοι», λέει, και ο θάνατος για τη μαμά μοιάζει με εκδρομικό πούλμαν.

Άτιμο γήρας. Σου παίρνει αυτούς που αγαπάς, σου παίρνει τη ρώμη, σου παίρνει τη μνήμη και την αξιοπρέπεια. Σε λιγοστεύει λίγο λίγο. Κι όταν το μέλλον στενεύει, μένει μόνο το παρελθόν. Γι’ αυτό οι ηλικιωμένοι λένε ξανά και ξανά τις ίδιες ιστορίες. Δεν θυμούνται απλώς. Κρατιούνται.

Θυμάμαι τη γιαγιά με τα «ίδια και τα ίδια» της νιότης της που ως παιδί μού άρεσε να ακούω γιατί ήταν σαν να την έβλεπα μπροστά μου νέα. Η γιαγιά έχει πεθάνει πάνω από τριάντα χρόνια. Τη σκυτάλη στο γήρας πήρε η μάνα μου, ενώ εγώ έφτασα στην ηλικία που είχε εκείνη όταν η μητέρα της ήταν ηλικιωμένη.

Το «εδώ που είσαι ήμουνα κι εδώ που είμαι θα ’ρθεις» παίζει στερεοφωνικά στο κεφάλι μου, σαν να ’χει κολλήσει μέρες η βελόνα. Σαν τραγουδάκι σε ταινία τρόμου. Η μητέρα μου στην ηλικία της γιαγιάς μου; Πώς; Πότε; Κι αν πέρασε τόσο γρήγορα το εκεί στο εδώ, γιατί να μην περάσει γρήγορα και το εδώ στο εκεί; Στο δικό μου εκεί.

Τέτοια σκέφτομαι καθώς τη φροντίζω. Πολύ υπαρξιακός μάς βγήκε αυτός ο Αύγουστος, να τον ελαφρύνω λίγο, λέω, και με το ένα χέρι την καθαρίζω και με το άλλο ρίχνω κλεφτές ματιές στο Tinder.

Η ανήμπορη μητέρα μου μοιάζει δυστυχώς σαν ένα σακί με κόκαλα. Η παραμορφωτική αρθρίτιδα που ήρθε όταν ήταν μόνο σαράντα χρονών ήταν όνομα και πράγμα και παραμόρφωσε τα κόκαλά της για τα καλά. Τα χέρια της έχουν πάρει απότομη κλίση. Σαν άχαρα κουπιά. Όλα τής πέφτουν.

Βλέπει άλλωστε μόνο κατά τα τρία δέκατα. Ωχρά κηλίδα η πάθησή της στα μάτια. Η μαγνητική έδειξε και άνοια και Αλτσχάιμερ. Απ’ όλα έχει ο μπαξές. Το πάμε με τη μέρα. Προς το παρόν θυμάται.

Η φθορά, άλλωστε, δεν ήρθε θεαματικά. Ήρθε ύπουλα. Δεν σου τα σκάει έτσι, μπαμ. Τη μια μέρα δυσκολευόταν να σηκωθεί από το κρεβάτι. Την άλλη δεν μπορούσε να κάνει μπάνιο μόνη της. Λίγο μετά κατάλαβε ότι χρειάζεται βοήθεια για την ακράτεια τη νύχτα και ξεκίνησε την πάνα.

Αυτό το τελευταίο την τσάκισε περισσότερο απ’ όλα. Τον πόνο τον αντέχει. Η πάνα ήταν το ταβάνι της ταπείνωσής της.

Το να αλλάζεις πάνα στη μητέρα σου είναι κάτι που δεν περιγράφεται. Είναι σωματικό, σπαρακτικό. Υπαρξιακό και ανατριχιαστικό μαζί. Μ’ αυτήν τη σειρά. Το να βλέπω τους δύο άσπρους, πεσμένους γλουτούς είναι σπλαχνικό ανακάτεμα. Το σώμα που σε γέννησε, σε κράτησε, σε έπλυνε, τώρα περιμένει να το πλύνεις και να το σκουπίσεις εσύ.

Υπάρχει κάτι απόλυτα δημοκρατικό σε αυτό. Αλλά η δημοκρατία είναι το τελευταίο που σκέφτεσαι με μια βρεγμένη πάνα της μάνας σου στο χέρι. Ο χρόνος δεν χαρίζεται. Κι αυτή η γύμνια είναι χαράδρα. Μέρες μετά αναρωτιέμαι γιατί με τάραξε τόσο. Είναι μάνα. Κάτι έξω από το σώμα. Σαν θεσμός που θα λειτουργεί για πάντα. Την είχα δει γυμνή όταν ήταν νέα τόσες φορές. Δεν είναι το ίδιο. Έτσι, έσκαψα πιο πολύ μέσα μου και κατάλαβα τι ήταν αυτό που με είχε σοκάρει τόσο. Τα οπίσθιά της είχαν γίνει καθρέφτης. Και μέσα τους καθρεφτίστηκα εγώ, γριά.

Για μια στιγμή δεν έβλεπα πια τη μάνα μου. Έβλεπα εμένα σε τριάντα χρόνια. Το δικό μου σώμα πεσμένο, ανήμπορο, παραδομένο σε κάποια άλλα χέρια. Σαν να έκανε ο χρόνος ένα απότομο άλμα προς τα εμπρός και να μου έδειξε, χωρίς να τον ρωτήσω, μια φωτογραφία από το μέλλον μου.

Ίσως αυτό να είναι το πιο σκληρό στη φροντίδα ενός ηλικιωμένου γονιού: μαζί με τη δική του φθορά, βλέπεις να έρχεται και η δική σου.

Στα δύο άσπρα, πεσμένα, ντροπιασμένα οπίσθιά της είχε καθίσει όλος ο χρόνος. Ο δικός της που τέλειωνε κι ο δικός μου που ερχόταν.

Την πρώτη μέρα που την άλλαξα υπήρξε μια μεγάλη σιωπή. Ήθελε να δικαιολογηθεί. Μου είπε ότι φοράει την πάνα για ασφάλεια. Της είπα: «Μαμά, δεν έχει σημασία». Μετά ήταν σαν να πέρασε η ντροπή. Όπως το σεξ λίγο πριν βγάλεις τα ρούχα. Μετά τελειώνει μια για πάντα. Δεν ξαναείπε τίποτα.

Εγώ, πάλι, πάω κι έρχομαι σαν εκκρεμές. Τρυφερότητα και θυμός. Φροντίδα και αγανάκτηση. Επιθυμία να ζήσει και σκέψη να τελειώσει. (Το τελευταίο σημειώνω να το συζητήσω με την ψυχοθεραπεύτριά μου.)

Η αγάπη δεν είναι καθαρή, ειδικά με πάνες, φάρμακα και επαναλήψεις. Και κάπου εκεί είναι και η δική μου ζωή.

Είναι αμαρτία που θέλω να συνεχίσω; Που θέλω να την αφήσω; Είναι καλοκαίρι, θέλω να ξεκουραστώ, να πάω διακοπές, να πιω έναν καφέ στη θάλασσα, να αδειάσω το κεφάλι μου. Αλλά το μισό μου κεφάλι είναι εκεί.

Έφαγε; Πήρε τα χάπια; Σηκώθηκε; Μήπως έπεσε; Είναι καλή η “γυναίκα” που της βρήκα τελικά στο παρά πέντε; Ή την ξεπέταξα τη μαμά με το ό,τι να ’ναι, αρκεί άλλος να τη φροντίζει; Έφυγα νύχτα. Μια που της βρήκα άνθρωπο, μια που της είπα «Μαμά, εγώ την κάνω».

Το τηλέφωνο χτυπάει, η καρδιά τινάζεται και θυμώνω. Γιατί θέλω χρόνο. Λίγες ώρες –καλύτερα λίγες μέρες– χωρίς να είμαι κόρη κανενός.

Και μετά ακούγεται τόσο γλυκιά η φωνή της στο τηλέφωνο. «Ευχαριστώ, παιδάκι μου, για ό,τι έκανες για μένα, κοίτα να περάσεις καλά και μη με σκέφτεσαι». Ξανά ενοχές. Αυτές οι μανάδες τελειώνουν άραγε ποτέ;

Ένας φαύλος κύκλος. Οικογενειακός. Κληρονομικός.

Ο φωτεινός Αύγουστος δεν μ’ έβαλε να τακτοποιήσω μόνο τη μάνα μου αλλά και τον χρόνο που μου ψιθυρίζει «είσαι η επόμενη».

«Σκάσε», λέω δυνατά.

Και τότε θέλω μόνο ταξίδια, θάλασσα, δυνατή μουσική, θόρυβο, κρασιά και νιάτα. Οπωσδήποτε νιάτα. Οτιδήποτε δηλαδή με αποσπά.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 23 Αυγούστου 2026

Αλλά αυτό, όπως φαίνεται, είναι το λιγότερο. Στις μέρες μας, ακόμη και ο θάνατος παίρνει παράταση. Το ίδιο και ο αποχαιρετισμός. Βλέπετε, ο άνθρωπος που πέθανε εξακολουθεί να «ζει». Διαφορετικά, μέσα από τα  date centers αλλά ζει. Το πένθος έχει αποκτήσει άλλη μορφή, όπως και ο θάνατος που υποτίθεται ότι προηγείται. Οι νεκροί, πλέον, έχουν φωνή. Στην κυριολεξία.

Λόγω των πρόσφατων εξελίξεων στην τεχνητή νοημοσύνη, είναι πλέον εφικτό να «αναστήσουμε» ψηφιακά νεκρούς ανθρώπους και να αλληλεπιδράσουμε μαζί τους. Οι άνθρωποι πάντα φαντασιώνονταν την αιώνια ζωή· τώρα αυτή μοιάζει σχεδόν πραγματικότητα. Αλλά πώς πρέπει να εκλάβουμε αυτόν τον νέο τρόπο «τεχνητής» παράτασης της ύπαρξής μας; Είναι επιθυμητός; Ποια είναι τα κύρια ηθικά ζητήματα που εγείρει η εμφάνιση των griefbots ή deadbots;

Το deadbot, γνωστό και ως griefbot, είναι μια εφαρμογή τεχνητής νοημοσύνης που σχεδιάζεται για να αναπαράγει την προσωπικότητα, τη φωνή, το ύφος γραφής ή ακόμη και την ψηφιακή μορφή ενός ανθρώπου που έχει φύγει από τη ζωή. Για τη δημιουργία του, το σύστημα τροφοδοτείται με το ψηφιακό αποτύπωμα του εκλιπόντος, όπως γραπτά μηνύματα, emails, δημοσιεύσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ηχητικά ντοκουμέντα και βίντεο. Μέσω αλγορίθμων μηχανικής μάθησης και επεξεργασίας φυσικής γλώσσας, το σύστημα επεξεργάζεται αυτά τα δεδομένα, ώστε να μπορεί να διεξάγει έναν φαινομενικά αυθεντικό και διαδραστικό διάλογο με τους ζωντανούς σε πραγματικό χρόνο.

Στην πράξη, πολλοί στρέφονται στα deadbots αναζητώντας παρηγοριά κατά τη διάρκεια του πένθους. Μια τέτοια εφαρμογή προσφέρει την ευκαιρία να ακούσει κανείς ξανά μια γνώριμη φωνή, να εκφράσει σκέψεις που δεν πρόλαβε να μοιραστεί ή να διατηρήσει μια αίσθηση παρουσίας που απαλύνει τον αρχικό πόνο της απώλειας.

Παρόλα αυτά, η χρήση τους εγείρει σοβαρά ηθικά και ψυχολογικά διλήμματα. Από τη μία πλευρά, τίθεται το ζήτημα της συγκατάθεσης, καθώς συχνά αυτά τα ψηφιακά ομοιώματα δημιουργούνται χωρίς τη ρητή επιθυμία του ίδιου του εκλιπόντος ή όλων των μελών της οικογένειας. Από την άλλη, η δυνατότητα συνεχούς αλληλεπίδρασης με μια «ζωντανή» αναπαράσταση εγκυμονεί τον κίνδυνο συναισθηματικής εξάρτησης, η οποία μπορεί να εμποδίσει το άτομο να αποδεχτεί την οριστικότητα του θανάτου και να καθυστερήσει την υγιή ολοκλήρωση της διαδικασίας του πένθους. Παράλληλα, η ανάδυση εμπορικών υπηρεσιών που προσφέρουν τέτοιες «ψηφιακές αναστάσεις» φέρνει στο προσκήνιο τον κίνδυνο οικονομικής εκμετάλλευσης της ευαλωτότητας των πενθούντων.

Η ανθρώπινη μνήμη λειτουργεί ως μηχανισμός προσαρμογής και επιβίωσης, ο οποίος διατηρεί τον πυρήνα μιας εμπειρίας, ενώ οι λεπτομέρειες μπορεί να ξεχαστούν, να μεταβληθούν ή να συμπληρωθούν εκ των υστέρων. Αυτό σημαίνει ότι οι αναμνήσεις μπορούν να επηρεαστούν ακόμη και χωρίς τη βοήθεια της τεχνολογίας.

Μετά τον θάνατο ενός ανθρώπου, οι συγγενείς του συχνά τείνουν να ανακαλούν περισσότερο τις θετικές πλευρές της προσωπικότητάς του και να ξεχνούν τις δύσκολες ή αντιφατικές εμπειρίες που είχαν μαζί του. Εικόνες, επεξεργασμένα βίντεο και άλλες ψηφιακές παρεμβάσεις έχουν ήδη δείξει ότι μπορούν να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο θυμόμαστε το παρελθόν.

Η τεχνητή νοημοσύνη, ωστόσο, διευρύνει σημαντικά αυτή τη δυνατότητα, καθώς μπορεί να δημιουργήσει μια διαδραστική εκδοχή ενός προσώπου: να γράφει με παρόμοιο ύφος, να μιλά με συνθετική φωνή ή να απαντά σε ερωτήσεις με βάση το ψηφιακό του αποτύπωμα, αντί να περιορίζεται απλώς στην επεξεργασία μιας φωτογραφίας ή ενός βίντεο. Έτσι, μια τεχνητή αναπαράσταση μπορεί να γίνει τόσο πειστική, ώστε ο χρήστης να δυσκολεύεται να διαχωρίσει την αυθεντική ανάμνηση από το περιεχόμενο που παράγει η μηχανή.

Το πένθος αποτελεί μια διαδικασία κατά την οποία ο εγκέφαλος και η καθημερινή ζωή προσαρμόζονται σε μια πραγματικότητα όπου ένας συγκεκριμένος άνθρωπος δεν είναι πλέον παρών. Για αρκετό καιρό, οι πενθούντες μπορεί να έχουν την αίσθηση ότι ο νεκρός βρίσκεται ακόμη κοντά τους: να περιμένουν να τον δουν σε ένα δωμάτιο, να ακούν νοερά τη φωνή του ή να αισθάνονται την παρουσία του σε οικείους χώρους.

Οι άνθρωποι, άλλωστε, χρησιμοποιούσαν πάντοτε τα διαθέσιμα μέσα για να διατηρούν έναν δεσμό με τους νεκρούς. Οι φωτογραφίες, τα γράμματα, τα προσωπικά αντικείμενα και τα μνημεία λειτουργούσαν ως τρόποι ανάκλησης και συμβολικής παρουσίας. Η τεχνητή νοημοσύνη προσθέτει σε αυτές τις πρακτικές ένα νέο στοιχείο, που απουσίαζε από τις προηγούμενες μορφές μνήμης: τη δυνατότητα μιας φαινομενικά ζωντανής συνομιλίας.

Αυτό μπορεί να προσφέρει παρηγοριά. Ένα άτομο ίσως θέλει να ακούσει ξανά μια γνώριμη φωνή, να εκφράσει όσα δεν πρόλαβε να πει ή να διατηρήσει έναν ιδιωτικό χώρο επικοινωνίας με τον άνθρωπο που έχασε. Υπό συνθήκες, μια ψηφιακή αναπαράσταση μπορεί να λειτουργήσει ως τελετουργία μνήμης ή ως προσωρινό βοήθημα στη διαδικασία αποδοχής της απώλειας.

Το κρίσιμο ερώτημα, βέβαια, είναι αν η τεχνολογία βοηθά τον άνθρωπο να συνδεθεί με την ανάμνηση ή αν τον ενθαρρύνει να συμπεριφέρεται σαν ο θάνατος να μην έχει συμβεί. Οι ψηφιακές αναπαραστάσεις των νεκρών μπορούν να κάνουν την απουσία λιγότερο αισθητή, αλλά ακριβώς γι’ αυτό ενδέχεται να δυσκολέψουν την αποδοχή της οριστικότητας του θανάτου.

Ας εκτιμήσουμε, λοιπόν, λίγο περισσότερο τα κείμενα που διαβάζουμε στο Facebook για τους ανθρώπους που έφυγαν από τη ζωή, κι ας καταλαβαίνουμε με την πρώτη ματιά πλέον ότι η τεχνητή νοημοσύνη ίδρωσε για να γράψει αυτό το κείμενο.  Σε λίγο θα μας λείψουν και αυτά. Εδώ ξεχάσαμε ήδη πώς γράφουν και μιλούν οι πολιτικοί μετά την εμφάνιση  τπυ GTPchat στα ψηφιακά δάκρυα θα κολλήσουμε, από τη στιγμή που έχουμε να κάνουμε με τα deadbots;

Από ΤΟ ΒΗΜΑ

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 23 Αυγούστου 2026

Γιατί προσπερνάμε τα καινούργια βιβλία για να διαβάσουμε για πολλοστή φορά το ίδιο; Η ψυχολογία πίσω από την πιο «παρήγορη» αναγνωστική μας συνήθεια.

Η στοίβα στο κομοδίνο μεγαλώνει, ενώ στη βιβλιοθήκη ο ψίθυρος άρχισε να ακούγεται σαν κραυγή απελπισίας. Τα νέα βιβλία έπειτα από συνεννόηση με το συνδικαλιστικό τους όργανο, αποφάσισαν να διαμαρτυρηθούν ανοιχτά: «Πότε θα μας διαβάσεις επιτέλους;» και «Δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο αυτή η κατάσταση!». Αυτές οι φωνές πλημμυρίζουν καθημερινά τα σπίτια των συστηματικών αναγνωστών.

Νέες ιστορίες, γυαλιστερά εξώφυλλα, καλές μεταφράσεις, συγγραφείς με μέλλον, συγγραφείς με ιδιαιτερότητες και κρυμμένα «διαμαντάκια». Τα βιβλία που αγοράστηκαν με τόσο ενθουσιασμό, τελικά ξεχάστηκαν σαν ροδάκινα στη φρουτιέρα. Μοιάζουν φρέσκα, από την κάτω πλευρά όμως έχουν σαπίσει – να τι μύριζε άσχημα τόσες μέρες! Δυστυχώς, θα περιμένουν. Τα ήδη δοκιμασμένα έχουν σειρά προτεραιότητας. Πάντα θα έχουν, ειδικά σε περιόδους εσωτερικής κρίσης και αποπροσανατολισμού.

Το ίδιο συμβαίνει και με τις σειρές, τις αγαπημένες μας ταινίες ή τα βιντεοπσιχνίδια. Δεν είναι τυχαίο που γυρίζουμε στα σίγουρα μόλις αισθανθούμε πίεση. Την πρώτη φορά που διαβάζεις κάτι, ο εγκέφαλός σου βρίσκεται σε λειτουργία επιβίωσης: επεξεργάζεται την πλοκή, παρακολουθεί τους χαρακτήρες, χτίζει τον κόσμο, διαχειρίζεται την αγωνία. Ο προμετωπιαίος φλοιός είναι πλήρως ενεργοποιημένος, ταξινομώντας πληροφορίες, κάνοντας προβλέψεις και ενημερώνοντας τις προσδοκίες σου κάθε λίγες σελίδες.

Τη δεύτερη φορά, αυτή η δουλειά έχει ήδη γίνει. Ο εγκέφαλός σου ξέρει τον χάρτη, πράγμα που σημαίνει ότι μπορεί να σταματήσει να πλοηγείται και να αρχίσει να παρατηρεί. Οι ψυχολόγοι το ονομάζουν αυτό «fluency». Πρόκειται για την ευκολία επεξεργασίας οικείων δεδομένων. Ο εγκέφαλος, αυτόματα, ερμηνεύει αυτή την ευκολία ως σήμα ότι κάτι είναι αληθινό, ασφαλές και πολύτιμο.

Είναι η σταθερά, λοιπόν, αυτή που μας λείπει, και το βιβλίο που διαβάζουμε για δεύτερη ή τρίτη φορά μάς την προσφέρει απλόχερα. Ο  Σάτρι (τυχαίο το παράδειγμα) κατεβαίνει και πάλι στο ποτάμι και δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα με αυτό. Αντίθετα, η παρατήρηση των λεπτομερειών ή των λέξεων που χρησιμοποιεί, για παράδειγμα, ο  Κόρμακ Μακάρθ, κάνει την ανάγνωση ακόμα καλύτερη. Η ιστορία που ήδη γνωρίζεις διανθίζεται, γίνεται πιο πλούσια και σου επιτρέπει να δεις πιο καθαρά τους μηχανισμούς της.

Υπάρχει επίσης κάτι που ονομάζεται «εμπλουτισμός σχήματος». Όταν γνωρίζεις ήδη τη δομή της ιστορίας, ο εγκέφαλός σου είναι ελεύθερος να χτίσει ένα πλουσιότερο, πιο λεπτομερές νοητικό μοντέλο στις επόμενες αναγνώσεις. Παρατηρείς την προοικονομία, εντοπίζεις αυτό που είπε ένας χαρακτήρας στο τρίτο κεφάλαιο και το οποίο αποκτά πλήρες νόημα στο ένατο.

Σε περιόδους άγχους ή αλλαγής, αυτή η γνωστή κατάληξη μετατρέπεται σε καταφύγιο, μιας και το βιβλίο δεν μπορεί να σε αιφνιδιάσει. Ξέρεις πού θα χτυπήσει η συναισθηματική κορύφωση, ξέρεις πότε θα κλάψεις, ξέρεις πότε θα σε αφήσει να αναπνεύσεις. Αυτή η προβλεψιμότητα, αν και θα μπορούσε να χαρακτηριστεί από πολλούς ως βαρετή, μοιάζει κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης θεραπευτική. Το νευρικό σύστημα βρίσκει έναν αξιόπιστα ασφαλή χώρο για να ξεκουραστεί. Έρευνες δείχνουν ότι η νοσταλγία που προκαλείται από οικείες εμπειρίες – όπως η επανανάγνωση – ενισχύει τη συναισθηματική ευεξία και μειώνει τον «κοινωνικό πόνο», δηλαδή τη συναισθηματική δυσφορία που προκύπτει από την απόρριψη, τον αποκλεισμό ή την απώλεια επαφής με τους άλλους.

Την ίδια στιγμή, όσο τα αδιάβαστα τσιρίζουν από αγανάκτηση, ένα παλιό βιβλίο λειτουργεί ως καθρέφτης. Βλέπεις σε αυτόν την εκδοχή του εαυτού σου όταν το διάβασες για πρώτη φορά: πόσο άλλαξες από τότε ή πόσο στάσιμος έμεινες. Τα βιβλία, άλλωστε, μένουν ίδια. Οι μόνοι που αλλάζουν είναι οι άνθρωποι και η οπτική τους. Αυτή η αντίθεση μάς βοηθά να νιώσουμε ότι η ζωή μας έχει μια συνοχή – οι ψυχολόγοι μιλούν για «self-continuity», τη συνέχεια του εαυτού μέσα στον χρόνο. Το βιβλίο που τόσα μας έδωσε, θα είναι πάντα εκεί να μας περιμένει, όπως και η ασφάλεια που μας παρέχει κάθε φορά που το ανοίγουμε.

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 13 Αυγούστου 2026

Οι μετακινήσεις αυτές, ωστόσο, δεν είχαν τον χαρακτήρα της μαζικής φυγής, αλλά της αριστοκρατικής απομόνωσης. Με την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και την επικράτηση του Μεσαίωνα, η συνήθεια αυτή χάθηκε εντελώς. Η μετακίνηση ήταν επικίνδυνη, οι δρόμοι κακοσυντηρημένοι και τα ταξίδια συνδέονταν σχεδόν αποκλειστικά με το θρησκευτικό προσκύνημα, το εμπόριο ή τις στρατιωτικές εκστρατείες. Ο απλός λαός ζούσε και πέθαινε στον τόπο όπου γεννιόταν, με την έννοια της «αναψυχής» να περιορίζεται στις τοπικές θρησκευτικές πανηγύρεις.

Κατά τον 17ο και 18ο αιώνα, η ιδέα της ταξιδιωτικής μετακίνησης επανήλθε μέσα από το λεγόμενο Grand Tour (Μεγάλη Περιήγηση). Νέοι αριστοκράτες, κυρίως από τη Βρετανία, ταξίδευαν στην ηπειρωτική Ευρώπη – Ιταλία, Γαλλία, Ελβετία, Ελλάδα – για να ολοκληρώσουν τη μόρφωσή τους, να γνωρίσουν τις τέχνες και να καλλιεργήσουν το πνεύμα τους.

Φυσικά, για να απολαύσουν και το ήπιο μεσογειακό κλίμα. Παρ’ όλα αυτά, το ταξίδι αυτό δεν ήταν «διακοπές» με τη σημερινή έννοια: διαρκούσε συχνά μήνες ή και χρόνια, απαιτούσε τεράστια κεφάλαια και αποτελούσε μια «τελετή ενηλικίωσης» για την ανώτερη τάξη.

Η ουσιαστική καμπή για τη γέννηση των θαλασσινών διακοπών τοποθετείται στα μέσα του 18ου αιώνα στην Αγγλία. Μέχρι τότε ο ωκεανός θεωρούνταν εχθρικός, σκοτεινός και κατοικημένος από μυθικά τέρατα. Οι παραθαλάσσιες περιοχές ήταν τόποι φτώχειας, ψαράδων και πειρατών, ενώ ο θαλασσινός αέρας θεωρούνταν «ύποπτος» για ασθένειες.

Η αλλαγή της νοοτροπίας δεν ξεκίνησε από την αναζήτηση της διασκέδασης, αλλά από την ίδια την ιατρική επιστήμη. Οπως επισημαίνεται στο «Sister Magazine» («A Day at the Seaside: A Cultural History of the Beach Holiday»), το παραθαλάσσιο θέρετρο και οι διακοπές στη θάλασσα εμφανίστηκαν ως αποτέλεσμα της αυξανόμενης ανησυχίας των ανώτερων τάξεων της αγγλικής κοινωνίας για την υγεία τους. Οι πόλεις με θερμά λουτρά και ιαματικά ύδατα (spa towns) υπήρξαν οι πρώτοι πρόδρομοι των παραθαλάσσιων θερέτρων στις αρχές του 18ου αιώνα, όταν γιατροί – επιχειρηματίες υποστήριξαν για πρώτη φορά τις θεραπευτικές ιδιότητες του νερού.

Το σημείο καμπής, λοιπόν, ήρθε το 1750 με τον δρα Ρίτσαρντ Ράσελ (Dr Richard Russell) στο Μπράιτον. Ο Ράσελ εξέδωσε μια επαναστατική διατριβή στην οποία υποστήριζε ότι το θαλασσινό νερό, η εισπνοή του θαλασσινού αέρα αλλά και η κατάποση θαλασσινού νερού μπορούσαν να θεραπεύσουν σοβαρές παθήσεις, όπως η φυματίωση, οι ρευματισμοί, οι δερματοπάθειες, ακόμη και αυτή η «μελαγχολία».

Ακόμη και σ’ εκείνη τη συγκυρία, πάντως, το μπάνιο στη θάλασσα δεν θεωρούνταν ψυχαγωγική δραστηριότητα, αλλά στοχευμένη ιατρική συνταγή. Οι ασθενείς βουτούσαν στα παγωμένα νερά της Μάγχης χειμώνα – καλοκαίρι, συχνά με τη βοήθεια επαγγελματιών «βουτηχτών». Για τη διατήρηση της αιδούς, χρησιμοποιούνταν οι περίφημες bathing machines (ξύλινες άμαξες που σύρονταν από άλογα μέσα στο νερό), επιτρέποντας στους λουομένους να μπουν στη θάλασσα μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα, φορώντας βαριά, ολόσωμα, υφασμάτινα ενδύματα.

Η παρουσία του πρίγκιπα της Ουαλίας (μετέπειτα βασιλιά Γεώργιου Δ΄) στο Μπράιτον στα τέλη του 18ου αιώνα μετέτρεψε την ιατρική αυτή ανάγκη σε κοσμική μόδα. Η αριστοκρατία άρχισε να συρρέει στα παραθαλάσσια μέρη, εγκαινιάζοντας την κουλτούρα των πρώτων παραθαλάσσιων θερέτρων, όπου το ιατρικό πρωτόκολλο σταδιακά παραχωρούσε τη θέση του στην κοινωνική δικτύωση, τους περιπάτους στις προβλήτες και τους χορούς στις αίθουσες υποδοχής.

Αν ο 18ος αιώνας γέννησε την ιδέα του παραθερισμού για την ελίτ, ο 19ος αιώνας ήταν εκείνος που την κατέστησε προσβάσιμη σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Δύο ήταν οι βασικοί καταλύτες αυτής της τεράστιας αλλαγής: η Βιομηχανική Επανάσταση και η ραγδαία ανάπτυξη του σιδηροδρόμου, όπως διαβάζουμε σε σχετικό σημείωμα της ιταλικής «Repubblica». Η βιομηχανοποίηση άλλαξε ριζικά την αντίληψη του χρόνου. Για πρώτη φορά, η ζωή των ανθρώπων χωρίστηκε αυστηρά σε «χρόνο εργασίας» μέσα στο εργοστάσιο και «χρόνο εκτός εργασίας». Ταυτόχρονα, η ατμόσφαιρα των βιομηχανικών πόλεων έγινε αποπνικτική, γεμάτη αιθαλομίχλη, καθιστώντας επιτακτική την ανάγκη για καθαρό αέρα. Με την εξάπλωση του σιδηροδρομικού δικτύου στη Βρετανία και την ηπειρωτική Ευρώπη, οι αποστάσεις μειώθηκαν δραστικά. Οι εργαζόμενοι των αστικών κέντρων (όπως το Μάντσεστερ, το Λίβερπουλ ή το Λονδίνο) μπορούσαν πλέον μέσα σε λίγες ώρες και με χαμηλό κόστος να φτάσουν στις ακτές.

Την ίδια περίοδο αναλαμβάνει δράση ο Τόμας Κουκ (Thomas Cook), ο οποίος θεωρείται ο «πατέρας του οργανωμένου τουρισμού». Το 1841 διοργάνωσε το πρώτο ομαδικό ταξίδι με τρένο στην Αγγλία για 570 επιβάτες, εγκαινιάζοντας την έννοια του ταξιδιωτικού πακέτου. Λίγο αργότερα, επέκτεινε τις δραστηριότητές του στην ηπειρωτική Ευρώπη, την Ελβετία και την Αίγυπτο, αποδεικνύοντας ότι το ταξίδι μπορούσε να οργανωθεί κεντρικά, να περιλαμβάνει εισιτήρια, διαμονή και φαγητό, και να προσφερθεί σε προσιτή τιμή στη νεοσύστατη μεσαία τάξη.

Παράλληλα, κατά τον 19ο αιώνα εμφανίζεται η διεκδίκηση του «ελεύθερου χρόνου». Σύμφωνα επίσης με τη «Repubblica», η έννοια της άδειας μετ’ αποδοχών υπήρξε το αποτέλεσμα σκληρών, πολυετών αγώνων του εργατικού κινήματος. Οι εργάτες, που μέχρι τότε δούλευαν 6 ή 7 ημέρες την εβδομάδα με εξαντλητικά δωδεκάωρα ωράρια, άρχισαν να διεκδικούν ημέρες ανάπαυσης και με τη βούλα. Στην Αγγλία, η θέσπιση των επίσημων αργιών το 1871 επέτρεψε στις μάζες να κατακλύσουν τις παραλίες για μονοήμερες ή διήμερες αποδράσεις, δημιουργώντας τις πρώτες λαϊκές παραθαλάσσιες λουτροπόλεις, όπως το Μπλάκπουλ.

Ο 20ός αιώνας ήταν ο τελευταίος σταθμός σ’ αυτή τη μεγάλη διαδρομή μετατρέποντας τις διακοπρς από πολυτέλεια σε θεσμοθετημένο κοινωνικό δικαίωμα. Το σημείο-σταθμός για τη σύγχρονη μορφή των καλοκαιρινών διακοπών ήρθε το 1936 στη Γαλλία, με την εκλογή της κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου υπό τον Λεόν Μπλουμ. Για πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία θεσμοθετήθηκαν διά νόμου δύο εβδομάδες άδειας μετ’ αποδοχών για όλους τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα.

Το καλοκαίρι του 1936 έμεινε στην ιστορία ως το «καλοκαίρι της ελπίδας»: χιλιάδες γάλλοι εργάτες, που δεν είχαν δει ποτέ στη ζωή τους τη θάλασσα, φόρτωσαν τα ποδήλατά τους, ανέβηκαν στα τρένα με μειωμένο εισιτήριο και κατέκλυσαν τις παραλίες της Νορμανδίας και της Κυανής Ακτής. Η εικόνα του εργάτη που ξαπλώνει στην άμμο και κοιτάζει το κύμα έγινε το διαχρονικό σύμβολο μιας νέας κοινωνικής κατάκτησης.

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κατά τη διάρκεια της ταχείας οικονομικής ανάπτυξης των δεκαετιών του 1950 και του 1960 (τα λεγόμενα «ένδοξα χρόνια» της Ευρώπης), ο τουρισμός μετατράπηκε σε μια γιγαντιαία βιομηχανία. Η εξάπλωση του ιδιωτικού αυτοκινήτου, οι φθηνές ναυλωμένες αεροπορικές πτήσεις (charters) και η ραγδαία ανάπτυξη μεγάλων ξενοδοχειακών συγκροτημάτων μετέτρεψαν τη Μεσόγειο – την Ισπανία, την Ιταλία, τη Γαλλική Ριβιέρα και την Ελλάδα – στον απόλυτο θερινό προορισμό για εκατομμύρια Ευρωπαίους.

Σε αυτή την περίοδο αλλάζει και η αισθητική του σώματος. Το λευκό δέρμα, που κάποτε ήταν σύμβολο πλούτου και αποχής από τη χειρωνακτική εργασία στο υπαίθριο φως, παραχωρεί τη θέση του στο ηλιοκαμένο δέρμα. Χάρη σε ανθρώπους της μόδας, όπως η Κοκό Σανέλ, το μαύρισμα μετατρέπεται σε σύμβολο υγείας, ευεξίας, ευημερίας και ταξιδιωτικής εμπειρίας. Είχε περάσει προ πολλού η εποχή που η θάλασσα ήταν ιατρικό «φάρμακο» και προνόμιο της αριστοκρατίας. Τώρα γινόταν πλέον ο χώρος της απόλυτης ελευθερίας, του ηλιοβασιλέματος, της χαλάρωσης και της κατανάλωσης.

Στον 21ο αιώνα, οι καλοκαιρινές διακοπές έχουν εξελιχθεί σε μια πολυδιάστατη εμπειρία, που αφορά την οικονομία, την οικολογία και την κλιματική αλλαγή. Από τον κλασικό μαζικό τουρισμό του «ήλιος, θάλασσα και άμμος», ο οποίος κυριάρχησε στα τέλη του προηγούμενου αιώνα, περάσαμε σταδιακά στην εποχή της απόλυτης εξατομίκευσης. Οι σύγχρονοι ταξιδιώτες αναζητούν εναλλακτικές μορφές παραθερισμού: από τον οικοτουρισμό και τον πολιτιστικό τουρισμό, μέχρι τον αγροτουρισμό και τις αποδράσεις νομάδων.

Παράλληλα, η τεχνολογική επανάσταση και η εμφάνιση των κοινωνικών δικτύων άλλαξαν εκ νέου τον τρόπο με τον οποίο βιώνουμε τις διακοπές. Η εικόνα της παραλίας δεν είναι πλέον μόνο μια προσωπική ανάμνηση, αλλά ένα προϊόν για ποσταρίσματα στο ψηφιακό κοινό. Την ίδια στιγμή, η άνοδος της τηλεεργασίας έχει αρχίσει να θολώνει ξανά τα όρια μεταξύ εργασίας και ανάπαυλας, γεννώντας την τάση των workations (συνδυασμός εργασίας και διακοπών).

Ωστόσο, παρά τις τεχνολογικές και κοινωνικές αλλαγές, η ανάγκη του ανθρώπου παραμένει η ίδια με εκείνη που διέγνωσε ο δρ Ράσελ το 1750 και διεκδίκησαν οι εργάτες το 1936: η ανάγκη για αποσύνδεση από την πιεστική καθημερινότητα, η σωματική επαφή με το φυσικό στοιχείο και η αναζήτηση της πνευματικής ευεξίας. Τελικά, οι καλοκαιρινές διακοπές δεν ήταν ποτέ ένα αυτονόητο δώρο της φύσης, αλλά μια πολιτισμική και κοινωνική εφεύρεση, η οποία διαμορφώθηκε μέσα από την εξέλιξη της ιατρικής, την τεχνολογική πρόοδο και τους αγώνες αιώνων για το δικαίωμα στον ελεύθερο χρόνο

Από ΤΑ ΝΕΑ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 8 Αυγούστου 2026

Οι άνθρωποι που ξαναβλέπουν τις ίδιες ταινίες για να νιώσουν παρηγοριά έχουν δημιουργήσει ένα μικρό και ασφαλές «καταφύγιο» μέσα στην εβδομάδα.

Γιατί βλέπουμε ξανά και ξανά τις ίδιες ταινίες; Την απάντηση επιχειρεί να δώσει ο Daniel Moran με άρθρο του στο Silicon Canals.

Όπως αναφέρει, υπάρχει μία ταινία που την έχει δει τόσες φορές, ώστε μπορεί να απαγγείλει τους διαλόγους της ακόμη και την ώρα που πλένει τα πιάτα, ενώ θυμάται κάθε λεπτομέρεια και το τέλος σχεδόν καρέ-καρέ.

Για μεγάλο διάστημα θεωρούσε αυτή τη συνήθεια προσωπική αποτυχία, καθώς, παρά τις αμέτρητες ταινίες που είναι διαθέσιμες, επέστρεφε διαρκώς στην ίδια. Ωστόσο, όπως μεταφέρει, η συμπεριφορά αυτή έχει μελετηθεί. Δύο ερευνητές, η Cristel Russell και ο Sidney Levy, σε μελέτη το 2012 στο Journal of Consumer Research της έδωσαν την ονομασία ηθελημένη επανακατανάλωση (volitional reconsumption). Ο όρος αφορά στην εκούσια επαναβίωση μιας εμπειρίας που έχουμε ήδη ζήσει, όπως η επανάγνωση ενός βιβλίου ή η επαναπροβολή μιας ταινίας.

Αυτό που αποκάλυψαν οι συνεντεύξεις τους ήταν ότι οι άνθρωποι δεν επιστρέφουν σε αυτές τις εμπειρίες απλώς από συνήθεια. Επιλέγουν συνειδητά το συναίσθημα που θέλουν να ξαναζήσουν, γνωρίζοντας ότι η συγκεκριμένη ταινία θα τους το προσφέρει. Οι Russell και Levy το ονομάζουν συναισθηματική αποτελεσματικότητα, ενώ Moran «κράτηση δωματίου».

Η ψυχολογία λέει ότι οι άνθρωποι που τους ενοχλεί και το παραμικρό δεν είναι απαραίτητα «μονίμως θυμωμένοι»: Δείτε τι μπορεί να σημαίνει η συμπεριφορά τους
Μάλιστα, το γεγονός ότι γνωρίζουμε το τέλος δεν καταστρέφει απαραίτητα την εμπειρία. Έρευνα ψυχολόγων από το UC San Diego το 2011 έδειξε ότι οι αναγνώστες μπορούσαν να απολαμβάνουν ακόμη περισσότερο ιστορίες όταν γνώριζαν εκ των προτέρων την ανατροπή. Η εξήγηση βρίσκεται στη λεγόμενη «ευχέρεια» επεξεργασίας: όταν ο εγκέφαλος δεν χρειάζεται να καταναλώνει ενέργεια προσπαθώντας να προβλέψει τι θα συμβεί και μπορεί να επικεντρωθεί περισσότερο σε άλλα στοιχεία της εμπειρίας.

Οι γνώριμες ταινίες μπορούν επίσης να λειτουργήσουν ως ένα είδος κοινωνικής υποκατάστασης. Μελέτη του 2009 της Jaye Derrick έδειξε ότι οι άνθρωποι στρέφονται στις αγαπημένες τους σειρές όταν νιώθουν μοναξιά και στη συνέχεια αισθάνονται λιγότερο μόνοι. Σύμφωνα με τον Moran πρόκειται για την «υπόθεση της κοινωνικής υποκατάστασης» (social surrogacy hypothesis), την ιδέα δηλαδή ότι μια αγαπημένη τηλεοπτική σειρά μπορεί, ως έναν βαθμό, να λειτουργήσει ως υποκατάστατο της πραγματικής ανθρώπινης συντροφιάς. Η επίδραση αυτή ωστόσο συνδέεται με συγκεκριμένους, γνώριμους χαρακτήρες και όχι απλώς με το γεγονός ότι υπάρχει μια

Βλέπουμε τις ίδιες ταινίες και σειρές όταν έχουμε κακές μέρες
Σύμφωνα με το άρθρο, η ανάγκη να δει κανείς μία ταινία που ξέρει καλά γίνεται ακόμη εντονότερη μετά από ημέρες που απαιτούν μεγάλη αυτοσυγκράτηση. Επικαλούμενο σχετική έρευνα του 2013 αναφέρει ότι οι συμμετέχοντες, αφού είχαν καταναλώσει σημαντικά αποθέματα αυτοελέγχου, προτιμούσαν γνώριμους φανταστικούς κόσμους και στη συνέχεια ανταποκρίνονταν καλύτερα σε νέα καθήκοντα που απαιτούσαν πειθαρχία.

Και σε αυτή την περίπτωση, ο αρθρογράφος ταυτίστηκε. Όπως αναφέρει, στο παρελθόν μετά από μία εξαντλητική μέρα στη δουλειά όπου έπρεπε να αντιδρά με ηρεμία σε κάθε απαίτηση και συμπεριφορά, γυρνώντας στο σπίτι δεν αναζητούσε μια απαιτητική ταινία αλλά εκείνη της οποίας γνώριζε ήδη το τέλος. Ήθελε απλώς να περάσει την τελευταία ώρα της ημέρας σε έναν κόσμο όπου κανείς δεν χρειαζόταν τίποτα από εκείνον.

Τι πρέπει να προσέξει κανείς
Ωστόσο, η συμπεριφορά αυτή μπορεί να έχει και κάποια μειονεκτήματα. Σύμφωνα με τον Moran, η ίδια η Derrick έχει επισημάνει κάτι αντίστοιχο: όταν απομακρυνόμαστε από τους πραγματικούς ανθρώπους και αναζητούμε παρηγοριά στην τηλεόραση, μπορεί με τον καιρό να διαθέτουμε λιγότερα ψυχικά και κοινωνικά αποθέματα για να αντιμετωπίσουμε την καθημερινότητα. Το ερώτημα, σύμφωνα με τον αρθρογράφο, είναι αν κάποιος επισκέπτεται απλώς αυτό το «δωμάτιο» ή αν έχει εγκατασταθεί εκεί. Η επανάληψη μετά από μια δύσκολη εβδομάδα μπορεί να λειτουργεί αποκαταστατικά, ενώ η χρήση της για να αποφεύγεται μια συζήτηση ή μια κατάσταση μπορεί να έχει διαφορετική λειτουργία.

Συμβουλές
Τέλος, ο αρθρογράφος προτείνει να επιλέγεται εκ των προτέρων η ταινία ή η σειρά, πριν επέλθει η κόπωση, να παραμένει η παρακολούθηση περιορισμένη και να αποφεύγεται το ατελείωτο autoplay.

Παράλληλα, σημειώνει πως αξίζει να προσέχουμε τι επιλέγουμε να ξαναδούμε, καθώς αυτό μπορεί να αποκαλύπτει τι μας λείπει περισσότερο: τάξη, φροντίδα ή ανθρώπους που κάνουν τη ζωή πιο διασκεδαστική. Όπως, λέει, «ένα μικρό, ασφαλές και προβλέψιμο “καταφύγιο” δεν σημαίνει ότι έχεις παραιτηθεί από τον κόσμο. Για κάποιους από εμάς, είναι ακριβώς αυτό που κάνει τον κόσμο αρκετά υποφερτό, ώστε να μπορούμε να ξαναβγούμε σε αυτόν.

Από iefimerida

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 26 Ιουλίου 2026

Η Gen Z εισέρχεται στο εργατικό δυναμικό σε μια εποχή που όλα αλλάζουν ραγδαία.

Η Tεχνητή Nοημοσύνη αντικαθιστά τους εργαζόμενους σε ορισμένους κλάδους και τα πτυχία πανεπιστημίοθ δεν εγγυώνται πλέον εργασία. Ωστόσο, πολλοί από τη Γενιά Z εξακολουθούν να ακολουθούν τις ίδιες ξεπερασμένες συμβουλές που τους έδωσαν οι γονείς, οι δάσκαλοι και οι σύμβουλοι σταδιοδρομίας τους.

Το πρόβλημα είναι ότι αυτές οι συμβουλές δεν συμβαδίζουν με τη σημερινή οικονομία και θα μπορούσαν να αφήνουν τους νέους απροετοίμαστους και να αγωνίζονται να βρουν τις θέσεις εργασίας που θέλουν.

Το γνωστό «ακολούθησε τα όνειρά σου» ίσως τελικά να μην είναι η ιδανική λύση. Αντ’ αυτού, το «ακολούθησε τα πάθη σου» μπορεί να αποδειχθεί πιο έξυπνο και πιο προσοδοφόρο.

Η στιγμή που ένας φοιτητής παίρνει πτυχίο εκτός από το ότι είναι ιδιαίτερα έντονη, είναι εξίσου ιδιαίτερα ενθαρρυντική. Ωστόσο, δεν μπορεί κάθε απόφοιτος να ακολουθήσει το επάγγελμα στο οποίο αναφέρεται το πτυχίο του.

ΗΤεχνητή Νοημοσύνη κάνει τη μετάβαση ακόμη πιο δύσκολη, αυτοματοποιώντας θέσεις εργασίας εισαγωγικού επιπέδου και υπόσχεται να εξαφανίσει ολόκληρες καριέρες.

Στις 13 Ιουλίου, περισσότεροι από 200 οικονομολόγοι και διακεκριμένοι ειδήμονες της τεχνολογίας προειδοποίησαν ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη θα μπορούσε να προκαλέσει «μεγάλης κλίμακας μετατόπιση θέσεων εργασίας». Η εύρεση της δουλειάς της ζωής σας δεν ήταν ποτέ τόσο δύσκολη.

Καθώς ψάχνουν στο LinkedIn, οι απόφοιτοι μπορεί να αναρωτιούνται γιατί ασχολήθηκαν εξ’ αρχής με το να σπουδάσουν στο πανεπιστήμιο. Μεταξύ των πρόσφατων Αμερικανών αποφοίτων, το 40% απασχολείται σε ρόλους που δεν απαιτούν πτυχίο πανεπιστημίου, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της Fed της Νέας Υόρκης.

Οι επαγγελματικές προκλήσεις της Γενιάς Ζ έχουν προκαλέσει μια πληθώρα βιβλίων με συμβουλές.

Ο Μπιλ Γκέρλεϊ, πρώην επενδυτής επιχειρηματικών κεφαλαίων από τη Σίλικον Βάλεϊ, εξηγεί «πώς να ευδοκιμήσετε σε μια καριέρα που πραγματικά αγαπάτε».

Η Τζόντι Κάντορ, δημοσιογράφος που βοήθησε στην αποκάλυψη των εγκλημάτων του Χάρβεϊ Γουάινσταϊν, δημοσίευσε μια συνοπτική ενθαρρυντική ομιλία για φοιτητές που χαρακτηρίζεται ως «μια επιστολή από έναν παλαιότερο σύμμαχο».

Η καριέρα σου είναι η πιο σημαντική σου απόφαση. Ειδικά για την επίδρασή σου. Αλλά οι περισσότερες συμβουλές για την καριέρα σου είναι χάλια, οπότε εκατομμύρια άνθρωποι τις σπαταλούν… λέει ο Μπέντζαμιν Τοντ, συγγραφέας του βιβλίου «80.000 Ώρες» το οποίο αναφέρεται στις ώρες εργασίας που δουλεύει ένας άνθρωπος

Ο Μπέντζαμιν Τοντ, ιδρυτής ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού που ονομάζεται «80.000 Ώρες», έχει γράψει ένα βιβλίο με το ίδιο όνομα (80.000 ώρες είναι ο χρόνος που μπορείτε να περιμένετε να αφιερώσετε στην εργασία, αν εργάζεστε 40 ώρες την εβδομάδα, 50 εβδομάδες το χρόνο, για 40 χρόνια).

Οι γονείς και οι δάσκαλοι ώθησαν τους μαθητές σε μαθήματα όπως η πληροφορική και η νομική. Τώρα, αυτοί οι τομείς είναι από τους πιο ευάλωτους στις αναταραχές από την Τεχνητή Νοημοσύνη.

Όπως το θέτει ο κ. Γκέρλεϊ, ο καθησυχαστικός ιμάντας μεταφοράς του πανεπιστημίου οδηγεί σε μια αγορά εργασίας που μοιάζει με αυτοκινητόδρομο οκτώ λωρίδων.

Αυτός και η κ. Κάντορ ενθαρρύνουν τους φοιτητές να ακολουθήσουν τα πάθη τους.

«Τίποτα δεν θα σας κάνει πιο επιτυχημένους από το να αγαπάτε αυτό που κάνετε για να ζήσετε», υποστηρίζει ο κ. Γκέρλεϊ, μιλώντας στον Economist ο οποίος ερωτεύτηκε τους υπολογιστές όταν έπαιξε για πρώτη φορά «Pong» σε ένα Atari.

Πολλοί απόφοιτοι βλέπουν μια επιλογή ανάμεσα σε μια εργασία που τους ικανοποιεί και μια εργασία που αμείβεται καλά. Στην πραγματικότητα, μπορεί να είναι και τα δύο, υποστηρίζει η κ. Κάντορ, επικαλούμενη δικηγόρους που γνώρισε κατά τη διάρκεια των ερευνών της για το #MeToo. «Όταν με καλούν από τα εξοχικά τους, διαπιστώνω πόσο επικερδής μπορεί να είναι αυτή η μορφή φεμινισμού», σημειώνει.

Ωστόσο, και οι δύο συγγραφείς καταδεικνύουν γιατί οι επιτυχημένοι άνθρωποι γίνονται κακοί σύμβουλοι σταδιοδρομίας.

«Ασχολήθηκα με έναν τομέα που όλοι μου έλεγαν ότι ήταν μια καταστροφή και βίωσα δύναμη και ένα μέτρο επιχειρηματικής επιτυχίας», γράφει η Κάντορ, της οποίας η δημοσιογραφική καριέρα -οι New York Times , ένα βραβείο Πούλιτζερ και ένα βιβλίο, το «She Said», που μετατράπηκε σε ταινία- είναι άτυπη. Η προκατάληψη της επιβίωσης διαπερνά τις αναλύσεις της ίδιας και του κ. Γκέρλεϊ.

Και οι δύο παρουσιάζουν ανθρώπους που τα κατάφεραν στον επιρρεπή στην πτώχευση κλάδο της εστίασης, προφανώς χάρη στη σκληρή δουλειά και το πάθος. Ο κ. Γκέρλεϊ αναφέρει δύο διάσημους podcasters που «κατάλαβαν τι αγαπούσαν και μετά βρήκαν έναν τρόπο να βγάλουν χρήματα». Είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς καλύτερο παράδειγμα από το podcasting για να δείξει πώς το να κάνεις αυτό που αγαπάς δεν οδηγεί πάντα σε μια βιώσιμη δουλειά.

Η Μάγια Αγγέλου ήταν μαγείρισσα πριν γίνει μεγάλη και διάσημη συγγραφέας

Το βιβλίο του κ. Τοντ, το πιο πρωτότυπο και χρήσιμο από τα τρία, υιοθετεί την αντίθετη προσέγγιση.

Βασιζόμενο σε 15 χρόνια παροχής συμβουλών σε ανθρώπους στην αρχή της εργασιακής τους ζωής, το «80.000 Ώρες» εξετάζει την επαγγελματική σταδιοδρομία όχι από πάνω προς τα κάτω αλλά από κάτω προς τα πάνω — με εκπληκτικά συμπεράσματα.

Από το μπεστ σέλερ «Τι χρώμα είναι το αλεξίπτωτό σας;» (1970), τα βιβλία σταδιοδρομίας λένε στους ανθρώπους να σκεφτούν τι τους αρέσει και στη συνέχεια να αναζητήσουν δουλειές που τους ταιριάζουν.

Αλλά πολλοί άνθρωποι δεν είναι σίγουροι τι θέλουν. Και ακόμα κι αν έχουν ένα ισχυρό ενδιαφέρον, μπορεί να μην οδηγήσει σε μια δουλειά.

Σε μια έρευνα του 2003, σχεδόν το 90% των Καναδών φοιτητών δήλωσαν ότι αγαπούσαν τη μουσική, την τέχνη ή τον αθλητισμό – τομείς που αντιπροσώπευαν μόνο το 3% των θέσεων εργασίας στον Καναδά.

«Το «ακολουθήστε το πάθος σας» το πάει ανάποδα», γράφει ο κ. Τοντ. Αντί να κοιτάτε μέσα σας, «γίνετε καλοί σε κάτι που βοηθάει τους άλλους και το πάθος θα ακολουθήσει». Το να βοηθάτε τους άλλους αυξάνει την ικανοποίηση από τη ζωή.

Η κατάκτηση μιας δεξιότητας είναι από μόνη της ικανοποιητική. Αν είστε καλοί στη δουλειά σας, θα έχετε μεγαλύτερο πλεονέκτημα για να κάνετε ευχάριστη δουλειά από ό,τι αν επιδιώκετε ένα πάθος και είστε μέτριοι σε αυτό (σκεφτείτε τους μουσικούς που καταλήγουν να παίζουν σε αίθουσες διδασκαλίας αντί για αρένες).

Για να δώσει συμβουλές σχετικά με το πώς να κάνει κανείς το καλό, ο κ. Τοντ βασίζεται στον «αποτελεσματικό αλτρουισμό», μια ωφελιμιστική φιλοσοφία την οποία το «80.000 Ώρες» βοήθησε να ξεκινήσει πριν από 15 χρόνια. Η δωρεά είναι μια επιλογή (υπολογίζει ότι η παροχή του 10% του τυπικού μισθού ενός Αμερικανού αποφοίτου, ύψους 77.000 δολαρίων, σε ένα φιλανθρωπικό ίδρυμα για την ελονοσία θα σώσει περίπου 20 φορές περισσότερες ζωές από την εργασία πλήρους απασχόλησης ως γιατρός).

Μια άλλη επιλογή είναι η εργασία σε έναν τομέα φιλανθρωπίας: η ρύθμιση της τεχνητής νοημοσύνης και η αποφυγή συγκρούσεων μεταξύ μεγάλων δυνάμεων είναι μεταξύ των τομέων που, όπως υποστηρίζει, θα μπορούσαν να έχουν τον πιο θετικό αντίκτυπο.

Σχετικά με το δίλημμα των κερδών, ο κ. Τοντ υποστηρίζει ότι τα περισσότερα χρήματα είναι απίθανο να σας κάνουν πολύ πιο ευτυχισμένους: η αυτοαναφερόμενη ευτυχία μειώνεται όταν το εισόδημα των νοικοκυριών φτάσει περίπου τα 75.000 δολάρια ετησίως.

Το «80.000 Hours» έχει επίσης αντιφατικές ιδέες σχετικά με το πώς η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να διαταράξει τις σταδιοδρομίες.

Ο αυτοματισμός τελικά καταστρέφει θέσεις εργασίας. Αρχικά, όμως, αυξάνει τη ζήτηση για ορισμένες δεξιότητες.

Οι τράπεζες απασχολούσαν περισσότερους υπαλλήλους μετά την εφεύρεση των ΑΤΜ, επειδή έκαναν φθηνότερη τη λειτουργία υποκαταστημάτων, άρα άνοιξαν περισσότερα.

Μόνο με την ηλεκτρονική τραπεζική αντικαταστάθηκαν πλήρως οι υπάλληλοι. «Ο στόχος δεν είναι να βρεθεί ούτε μία θέση εργασίας που δεν θα αυτοματοποιηθεί ποτέ, αλλά μάλλον να καβαλήσουμε το κύμα, μεταβαίνοντας στις δεξιότητες που γίνονται πιο πολύτιμες κάθε φορά».

Αυτό θα μπορούσε να σημαίνει θέσεις εργασίας στην Τεχνητή Νοημοσύνη που σχετίζονται με την εκπαίδευση μοντέλων ή την κυβερνοασφάλεια ή σε υπηρεσίες όπου η ζήτηση θα αυξηθεί καθώς η Τεχνητή Νοημοσύνη μειώνει το κόστος, όπως η υγειονομική περίθαλψη.

Όσοι αναζητούν εργασία μπορούν να βεβαιωθούν ότι πολλοί άνθρωποι χρειάζονται χρόνο για να βρουν την εργασία της ζωής τους.

Ο Σερ Τόνι Μπλερ ήταν υποστηρικτής της ροκ μουσικής πριν γίνει πρωθυπουργός της Βρετανίας.

Η Μάγια Αγγέλου ήταν μαγείρισσα πριν γίνει διάσημη συγγραφέας.

Ο Συνταγματάρχης Σάντερς ίδρυσε το Kentucky Fried Chicken σε ηλικία 62 ετών. Το να γίνει σωστά απαιτεί χρόνο. Όποιος ανησυχεί για το πώς θα ξοδέψει τις 80.000 ώρες του μπορεί να ξεκινήσει επενδύοντας μερικές στο βιβλίο του κ. Τοντ

Aπό in.gr