2o ΒΙΩΜΑΤΙΚΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΓΕΝΕΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ

Το Ψυχοθεραπευτικό Κέντρο Ανέλιξης του Ανθρώπου, ξεκινά καινούρια ομάδα, ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΟΥ ΓΕΝΕΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ.

Το Γενεόγραμμα ή Γενεαλογικό διάγραμμα, είναι το οικογενειακό (δηλ. γενεαλογικό) δένδρο, το οποίο καταγράφει πληροφορίες για τα μέλη της οικογένειας και τις μεταξύ τους σχέσεις, τουλάχιστον για τρεις γενεές.

Η Οικογενειακή Ιστορία Επαναλαμβάνεται. Ότι συμβαίνει στα άτομα της μίας γενιάς, συχνά επαναλαμβάνεται στα άτομα της επόμενης. Υπάρχει δηλαδή η τάση να ξαναπαίζεται το ίδιο έργο από γενιά σε γενιά, αν και η πραγματική (ταυτόσημη) συμπεριφορά, μπορεί να εκδηλωθεί με διάφορες μορφές.

Το Γενεόγραμμα είναι ένα θεραπευτικό εργαλείο, το οποίο συμβάλει στην ολοκλήρωση του παζλ της προσωπικής μας ιστορίας. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω της καταγραφής προσωπικών ιστοριών και αφηγήσεων, όπως αυτές τις αφηγούνται τα μέλη της οικογένειας και όπως αυτές ανιχνεύονται μέσα από την ιστορία της.

Τα μέλη της ομάδας γενεογράμματος, καθώς ανοίγουν τα οικογενειακά τους σεντούκια και μοιράζονται τα οικογενειακά τους μυστικά, βιώνουν βαθιές συγκινήσεις και αναδύονται από τη μνήμη, συναισθηματικά φορτισμένες εμπειρίες ζωής ( γεννήσεις – θάνατοι – μεταναστεύσεις – δικαστικές διαμάχες ).

Η διαδικασία αυτή οδηγεί τους ανθρώπους σε καινούριες επιλογές, που θα επηρεάσουν και τις επόμενες γενεές, ώστε η ζωή των ατόμων να βρίσκεται σε συνεχή ΑΝΕΛΙΞΗ.

Πληροφορίες: Ψ.Κ. ΑΝΕΛΙΞΗ: 210 8842234.

Πάνος στις 28 Οκτωβρίου 2014

Ομάδες για Παιδιά!

Το ψυχοθεραπευτικό κέντρο Ανέλιξης του Ανθρώπου, σύμφωνα με τις αρχές της συστημικής προσέγγισης, δημιουργεί ομάδες για εμάς τα παιδιά.

Διαβάστε τη συνέχεια »

ΕΙΝΑΙ ΣΟΥ ΛΕΕΙ ΑΠΟΔΕΔΕΙΓΜΕΝΟ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ. Με στατιστικές και πειραματόζωα. Μετρήσιμα, προβλέψιμα, άρα ασφαλή για το επισφαλές του λάθους, για τις ανασφαλείς υπάρξεις μας. Οι άνθρωποι επικοινωνούν μεταξύ τους με τον λόγο 8%, με τον τόνο της φωνής τους 35% και με τη γλώσσα του σώματος, τις εκφράσεις, τα βλέμματα, 57% (και τα χάδια δώρο). H γλώσσα που κόκαλα δεν έχει και κόκ\καλα τσακίζει, υποκλίνεται σε ένα σου βλέμμα. Και στα πιο βαθιά σκοτάδια τον διακόπτη θα τον βρεις με την αφή, όχι με τις οδηγίες προς ναυτιλλoμένους. ΤΟ ΔΙΑΠΙΣΤΩΝΩ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΕΞΑΛΛΟΥ. Επικοινωνώ πιο βαθιά με ένα νήπιο που ο λόγος του είναι σε πρωτόλεια μορφή, επικοινωνώ εξαιρετικά με ένα βρέφος και νομίζω ότι με τους σκύλους μιλάμε σχεδόν την ίδια γλώσσα, την ά-λογη. Κι αν λόγος και λογική έχουν κοινή ρίζα, τότε μάλλον έχουμε κατέβει κάποιους ορόφους πιο κάτω από το ρετιρέ του Νου. Ο ΛΟΓΟΣ ΕΙΝΑΙ ΛΑΓΝΟΣ ΚΑΙ ΓΟΗΤΕΥΤΙΚΟΣ. Ο τρόπος που φιλτράρουμε τις λέξεις, τις επιλέγουμε, τις συνδυάζουμε, τις εκφέρουμε και τις πασάρουμε στον άλλο είναι διαδικασία άκρως σαγηνευτική και περιπετειώδης. Εμπεριέχει ίσως κάτι από μας, ίσως κάτι από εκείνο που νομίζουμε για μας, ίσως κάτι που δεν έχει καμία σχέση με μας. Όπως και να έχει, το μήνυμα πρέπει να περάσει. Και συνήθως περνάει… Συνήθως λέω. Όσο πιο κοντά μας ο άλλος ο σημαντικός, όσο πιο βαθιά η ανάγκη μας για ουσιαστική επαφή, τόσο πιο πολύ εξασκείται το μάτι να πιάνει και τις πιο αχνές αποχρώσεις. «ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ;» «Καλύτερα δεν θα μπορούσα να είμαι». Και το μάτι κενό… «ΑΠΟ ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΤΟΝ/ΤΗΝ ΓΝΩΡΙΣΑ ΕΧΩ ΗΡΕΜΗΣΕΙ». Μόνο που κάθεσαι σταυροπόδι μπας και καταφέρεις να σταματήσεις το νευρικό σου άκρο που έχει αποκτήσει δική του υπόσταση. ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΑΠΕΙΡΑ, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ. Γνωρίζουμε άλλους και βγάζουμε έκτακτο ανακοινωθέν. Λογύδρια. Να προλάβουμε τις λανθασμένες εντυπώσεις και εκτιμήσεις. Είμαι αυτό, έχω κάνει τούτο, αυτό δεν το σηκώνω, εκείνο δεν το θέλω. Ξέρεις ποια είμαι εγώ, ρε; Μην τολμήσεις να το ξεχάσεις και να με αμφισβητήσεις… Λόγια, λόγια, λόγια. «Είσαι ο κόσμος μου». «Θα σε αγαπάω για πάντα». «Δεν πρόκειται ποτέ να σε προδώσω, να σε ξεχάσω, να σε αφήσω…». «Λεφτά υπάρχουν!». «Αδυνάτισες!». Ό,τι και να πεις, ό,τι και να πω, φτάνει μία κίνηση, ένα βλέμμα, ένα σηκωμένο φρύδι, ένα τρέμουλο, ένα σήμα κινδύνου για να σαμποτάρει σε βαθμό εξευτελιστικό το μεγαλείο του λόγου σου. Για να ξυπνήσεις από τον βαυκαλισμό των λέξεων. ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΧΡΟΝΙΑ ΕΝΑΣ ΜΙΚΡΟΣ ΜΑΘΗΤΗΣ ΜΟΥ με έκανε να συνειδητοποιήσω στην πράξη την αναπηρία του λόγου μου. Παιδί αγρίμι, με προκλητική συμπεριφορά, δεν έπαιρνε από λόγια. Το “χα βάλει σκοπό να τον κερδίσω, ένα προσωπικό στοίχημα. Είχα δοκιμάσει τα πάντα. Φωνές και απειλές, νουθεσίες, επιβράβευση, ανταμοιβή, αδιαφορία. Άκουγε τα λόγια μου αλλά δεν έπαιρνε το μήνυμα γιατί δεν του το έδινα εγώ όλο, για εκείνον. Έφτασε μία κίνηση, όταν δεν το περίμενε, ένα χάδι στα αχτένιστα μαλλιά του -τέτοια παιδιά δεν χαϊδεύτηκαν ποτέ- και μια κλασματική στιγμή που ενώθηκαν οι χαμογελαστές, παιχνιδιάρικιες ματιές μας για να κάνουμε ανακωχή για πάντα. ΕΙΝΑΙ ΣΟΥ ΛΕΕΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ ΑΠΟΔΕΔΕΙΓΜΕΝΟ. Όταν με χαϊδεύεις, με αγγίζεις, η οξυτοκίνη με πλημμυρίζει. Χαίρομαι και ηρεμώ. Γι” αυτό μη μου μιλάς. Χάιδεψέ με..

Δήμητρα Χατζημαγιόγλου

 

Γιάννα στις 11 Μαρτίου 2018

Ήταν άνθρωποι Πολλοί πολλοί άνθρωποι

Αγκαλιασμένοι Με τα δάχτυλα σφιχτά (Σα χειροπέδες)

Κι όταν σκοτείνιασε Ύστερα μείναν λίγοι άνθρωποι

Κι ύστερα ακόμα πιο λίγοι Όσο σβήναν τα φώτα ένα ένα

Όσο βούλιαζε η νύχτα Κι ύστερα ακόμα πιο λίγοι

Κι οι άλλοι πουλούσαν τα μάτια τους Κι οι άλλοι τούς κλέβαν τα δόντια τους

Κι αυτοί κλειδώναν τα μάτια τους Κι αυτοί καρφώναν τα δόντια τους

Γυρίζοντας στον τοίχο τους καθρέφτες (Όλο και λίγοι πιο λίγοι)

Ώσπου σε μια στιγμή Άνοιξε κάποιος το μαχαίρι Κι έσκισε το πουκάμισό του

Κι είδανε τ’ όνομά του γραμμένο στο στήθος Πάνω ακριβώς στο μέρος της καρδιάς. 

Γιάννα στις 4 Μαρτίου 2018

Ο «Μάρτης» ή «Μαρτιά», η κόκκινη κλωστούλα που πλέκουμε και φοράμε στο χέρι, πιστεύεται ότι έχει τις ρίζες της στα Ελευσίνια Μυστήρια, όπου οι μύστες έδεναν μια κλωστή, την Κρόκη, στο δεξί τους χέρι και το αριστερό τους πόδι, όπως παρατηρεί ο λαογράφος Νικόλαος Πολίτης. Επίσης σε μαρτυρίες του Παυσανία αναφέρεται πως το έθιμο, οι αρχαίοι Έλληνες το είχαν υιοθετήσει από τους Αιγυπτίους. Φορούσαν «Μάρτη» και μάλιστα οι κοπέλες στόλιζαν και το άγαλμα της Αθηνάς με την κλωστή (ταινία). Όταν τελείωνε ο Μάρτιος, βουτούσαν την κόκκινη ταινία στον Ιλισσό και την κρατούσαν για τον επόμενο χρόνο. Έτσι η ταινία προχωρούσε από γενιά σε γενιά και όσο πιο παλιά ήταν, τόσο πιο τυχερή τη θεωρούσαν. Ο «Μάρτης» φτιάχνεται την τελευταία ημέρα του Φεβρουαρίου και φοριέται από την 1 έως τις 31 Μαρτίου στον καρπό του χεριού και είναι φτιαγμένο από στριμμένη άσπρη και κόκκινη κλωστή. Πρόκειται για ένα έθιμο σύμφωνα με το οποίο αυτός που φορά τον Μάρτη -κυρίως τα παιδιά- προστατεύεται είτε από ασθένειες γενικά ή «για να μην τον κάψει ο ήλιος», ή για να «μην τον μαυρίζει ο ήλιος». Σε κάποιες περιοχές της Ελλάδας κρεμούσαν την κλωστή όλη τη νύχτα στα κλαδιά μιας τριανταφυλλιάς για ανθοφορία και καρποφορία, ενώ σε άλλες την έβαζαν γύρω από τις στάμνες, για να προστατέψουν το νερό από τον ήλιο και να το διατηρήσουν κρύο. Επίσης φορούσαν τον «Μάρτη» μέχρι να φανούν τα πρώτα χελιδόνια, οπότε και τον άφηναν πάνω σε τριανταφυλλιές, ώστε να τον πάρουν τα πουλιά για να χτίσουν τη φωλιά τους.

Γιάννα στις 4 Μαρτίου 2018

 …»Το έθνος να λυπάστε αν φορεί ένδυμα που δεν το ύφανε.

Ψωμί αν τρώει αλλά όχι απ” τη σοδειά του.

Κρασί αν πίνει, αλλά όχι από το πατητήρι του.

Το έθνος να λυπάστε που δεν υψώνει τη φωνή παρά μονάχα στη πομπή της  κηδείας.

Που δεν συμφιλιώνεται παρά μονάχα μες τα ερείπιά του.

Που δεν επαναστατεί παρά μονάχα σαν βρεθεί ο λαιμός του ανάμεσα στο

σπαθί και την πέτρα.

Το έθνος να λυπάστε που έχει αλεπού για πολιτικό, απατεώνα για

φιλόσοφο, μπαλώματα και απομιμήσεις είναι η τέχνη του.

Το έθνος να λυπάστε που έχει σοφούς από χρόνια βουβαμένους.»

 

Η ΡΟΔΙΑ
Κάποτε, όταν ζούσα στην καρδιά μιας ροδιάς, άκουσα έναν σπόρο της να λέει: «Κάποια μέρα θα γίνω δέντρο, κι ο αγέρας θα τραγουδάει ανάμεσα στα κλώνια μου. Ο ήλιος θα χορεύει πάνω στα φύλλα μου και θα είμαι δυνατό δέντρο κι όμορφο, στις εποχές όλες μέσα».

Ύστερα μίλησε ένας άλλος σπόρος και είπε: «Όταν ήμουν νιος σαν κι εσένα, είχα κι εγώ τέτοιες απόψεις, μα τώρα που μπορώ να μετρώ και να ζυγίζω τα πράγματα, βλέπω ότι οι ελπίδες μου τρέφονταν του κάκου».

Κι ένας τρίτος σπόρος, μίλησε κι αυτός: «Δεν βλέπω τίποτα που να προμαντεύει, για μας, ένα τόσο μεγαλειώδες μέλλον».

Κι ένας τέταρτος είπε: «Όμως τι φενάκη θα “ταν η ζωή μας, χωρίς προοπτικές μεγαλοσύνης».

Είπε ένας πέμπτος: «Γιατί να διαφωνούμε για το τι θα γίνουμε, αφού το τι είμαστε δεν γροικάμε καν».

Μα ένας έκτος απάντησε: «Εκείνο που είμαστε, αυτό θα εξακολουθήσουμε να είμαστε».

Κι ένας έβδομος: «Έχω τόσο ξεκάθαρη ιδέα για το καθετί πως θα γίνει. Μα να μην μπορώ να την ντύσω με λέξεις!».

Κι ένας όγδοος μίλησε -κι ένατος και δέκατος- και σειρά από άλλους, και δεν μπορούσα να βγάλω άκρη πια, από τις φωνές τους.

Κι έτσι, την ίδια εκείνη μέρα, μετακόμισα στην καρδιά μιας κυδωνιάς, εκεί όπου οι σπόροι είναι λιγοστοί και δεν μιλάνε σχεδόν καθόλου.

 

Η ΑΛΛΗ ΓΛΩΣΣΑ
Τρεις μέρες, αφού είχα γεννηθεί, κι όπως ήμουν ξαπλωμένος στη μεταξόστρωτη κούνια μου, θωρώντας με κατάπληκτη δυσαρέσκεια τα του καινούργιου κόσμου, τριγύρνα μου, η μητέρα μου μίλησε στην παραμάνα, λέγοντας: «Πώς τα πάει το παιδί μου;».

Κι η παραμάνα απάντησε: «Καλά τα πάει, κυρία, το τάισα τρεις φορές, και δεν έχω ξαναδεί ποτέ άλλο μωρό τόσο μικρό να “ναι τόσο χαρωπό».

Κι εγώ εξοργίστηκα και φώναξα: «Δεν είν” αλήθεια μητέρα. Το κρεβάτι μου είναι σκληρό, και το γάλα του θηλασμού πικρόγευστο στο στόμα μου. Η μυρωδιά του στήθους μού πνίγει τα ρουθούνια, κι είμαι τρισδυστυχισμένο».

Μα η μητέρα μου δεν κατάλαβε, ούτε κι η παραμάνα. Γιατί η γλώσσα μου ήταν η γλώσσα κείνου του κόσμου απ” όπου είχα έρθει.

Και στις, είκοσι και μία, μέρες της ζωής μου, που βαφτιζόμουν, ο παπάς είπε στην μητέρα μου: «Πρέπει στ” αλήθεια να είσαστε ευτυχισμένη, κυρία, που ο γιος σας γεννήθηκε χριστιανός».

Κι εγώ ξαφνιάστηκα και είπα στον παπά: «Τότε η μάνα σου, στους ουρανούς, πρέπει να “ναι δυστυχισμένη που εσύ δεν γεννήθηκες χριστιανός».

Μα κι ο παπάς, τα ίδια: Δεν κατάλαβε τη γλώσσα μου.

Μετά από εφτά φεγγάρια, ένας μάντης με κοίταξε μια μέρα κι είπε στην μητέρα μου: «Ο γιος σου θα γίνει πολιτικός και μέγας αρχηγέτης».

Κι εγώ έσκουξα: «Αυτή “ναι ψευτοπροφητεία, γιατί εγώ, μουσικός θα γίνω και τίποτα απ” όσα λέει».

Μα ακόμα κι αυτό τον καιρό ήταν η γλώσσα μου ακατάληπτη -κι ήταν μεγάλη η κατάπληξή μου.

Κι ύστερα από τριάντα και τρία χρόνια, που στο μεταξύ η μητέρα μου, κι η παραμάνα μου, κι ο παπάς, είχαν όλοι τους πεθάνει, ο μάντης ζούσε ακόμα. Και χτες τον συναπάντησα κοντά στην πύλη του ναού. Κι όπως μιλούσαμε μου είπε: «Πάντα μου το ΄ξερα πως θα γινόσουν μεγάλος μουσικός. Ακόμα κι από τα γεννοφάσκια σου προφήτεψα και προείπα το μέλλον σου».

Κι εγώ τον πίστεψα, γιατί τώρα πια, έχω κι εγώ λησμονημένη τη γλώσσα εκείνου, τ” αλλουνού του κόσμου.

 

Η ΦΙΛΟΔΟΞΗ ΒΙΟΛΕΤΑ
Υπήρχε μία ωραία κι ευωδιαστή βιολέτα που ζούσε ήσυχα ανάμεσα στους φίλους της και κουνιόταν χαρούμενα ανάμεσα στα άλλα λουλούδια, σ” έναν μοναχικό κήπο. Ένα πρωί, όταν το στέμμα της ήταν στολισμένο με δροσοσταλίδες, σήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε γύρω της. Είδε ένα ψηλό και ωραίο τριαντάφυλλο να στέκεται υπερήφανα και να φτάνει ψηλά στο διάστημα, σαν φλογισμένος πυρσός πάνω σε μία λάμπα από σμαράγδια.

Η βιολέτα άνοιξε τα γαλάζια χείλη της και είπε: «Τι άτυχη που είμαι ανάμεσα σ” αυτά τα λουλούδια και πόσο ταπεινή είναι η θέση που έχω μπροστά τους! Η φύση μ” έπλασε να είμαι κοντή και φτωχιά… Ζω πολύ κοντά στη γη και δεν μπορώ να σηκώσω το κεφάλι μου προς τον γαλάζιο ουρανό ή να στρέψω το πρόσωπό μου στον ήλιο, όπως κάνει το τριαντάφυλλο».

Και το τριαντάφυλλο άκουσε τα λόγια της γειτόνισσάς της. Γέλασε και σχολίασε: «Τι παράξενη είναι η ομιλία σου! Είσαι τυχερή, και όμως δεν μπορείς να καταλάβεις την τύχη σου. Η Φύση σού έδωσε ευωδία και ομορφιά που δεν χάρισε σε κανένα άλλο λουλούδι. Πέταξε αυτές τις σκέψεις και να “σαι ευχαριστημένη, και να θυμάσαι ότι όποιος ταπεινώνεται, θα εξυψωθεί και όποιος εξυψώνει τον εαυτό του θα συντριβεί».

Η βιολέτα απάντησε: «Με παρηγορείς γιατί έχεις αυτό που λαχταρώ… Ζητάς να με πικράνεις με το νόημα ότι είσαι σπουδαία…Πόσο οδυνηρό είναι το κήρυγμα των τυχερών, στην καρδιά των δυστυχισμένων! Και πόσο αυστηρός είναι ο δυνατός όταν είναι σύμβουλος των αδυνάτων».

Και η Φύση άκουσε τη συνομιλία της βιολέτας με το τριαντάφυλλο, πλησίασε και είπε: «Τι σου συνέβη, κόρη μου βιολέτα; Υπήρξες ταπεινή και γλυκιά σε όλες σου τις πράξεις και τα λόγια σου. Μήπως μπήκε η απληστία στην καρδιά σου και μούδιασε τις αισθήσεις σου;».

Με παρακλητική φωνή, η βιολέτα απάντησε σ” αυτή λέγοντας: «Μεγάλη και σπλαχνική μητέρα, γεμάτη αγάπη και συμπάθεια, σε παρακαλώ, με όλη μου την καρδιά και την ψυχή μου, να μου κάνεις τη χάρη και να με αφήσεις να είμαι τριαντάφυλλο για μια μέρα».

Και η Φύση απάντησε: «Δεν ξέρεις τι ζητάς. Δεν αντιλαμβάνεσαι την κρυμμένη συμφορά πίσω από την τυφλή φιλοδοξία σου. Αν ήσουν τριαντάφυλλο θα το μετάνιωνες και το μετάνιωμά σου δεν θα σε ωφελούσε σε τίποτε».

Η βιολέτα επέμεινε: «Κάνε με ψηλό τριαντάφυλλο, γιατί θέλω να σηκώνω το κεφάλι μου ψηλά με καμάρι. Και ασχέτως της τύχης μου, θα είναι δικό μου σφάλμα».

Η Φύση υποχώρησε, λέγοντας: «Α, αμαθής και ανυπότακτη βιολέτα, θα σου κάνω το χατήρι. Αλλά αν πέσει συμφορά σε σένα, το παράπονό σου πρέπει να στραφεί στον εαυτό σου».

Και η Φύση άπλωσε τα μυστηριώδη και μαγικά δάχτυλά της και άγγιξε τις ρίζες τις βιολέτας, που αμέσως έγινε ψηλό τριαντάφυλλο, και υψώθηκε πάνω απ” όλα τα λουλούδια του κήπου.

Το δειλινό, ο ουρανός γέμισε από πυκνά μαύρα σύννεφα και τα μαινόμενα στοιχεία τάραξαν τη σιωπή της ύπαρξης με βροντές και άρχισαν να χτυπούν τον κήπο, εκτοξεύοντας μεγάλη βροχή και δυνατούς ανέμους. Η καταιγίδα έσκισε τα κλαδιά και ξερίζωσε τα φυτά κι έσπασε τα κοτσάνια των δυνατών λουλουδιών, αφήνοντας άθικτα μόνο τα μικρά λουλούδια που φύτρωναν κοντά στη φιλική γη. Εκείνος ο μοναχικός κήπος υπέφερε πολύ από τον εχθρικό ουρανό και όταν ησύχασε η θύελλα και ο ουρανός καθάρισε, όλα τα φυτά καταστράφηκαν και κανένα από αυτά δεν ξέφυγε την οργή της Φύσης, εκτός από τις μικρές βιολέτες που κρύβονταν κοντά στον τοίχο του κήπου.

Αφού σήκωσε το κεφάλι της και είδε την τραγωδία των λουλουδιών και δέντρων, μία από τις νεαρές βιολέτες χαμογέλασε χαρούμενα και είπε στις συντρόφισσές της: «Κοιτάξτε τι έκανε η καταιγίδα στα υπερήφανα λουλούδια!».

Μία άλλη βιολέτα είπε: «Είμαστε μικρές και ζούμε κοντά στη γη, αλλά είμαστε ασφαλείς από την οργή των ουρανών».

Και μία τρίτη πρόσθεσε: «Επειδή έχουμε μικρό ύψος, η καταιγίδα δεν μπορεί να μας υποτάξει».

Εκείνη τη στιγμή η βασίλισσα των βιολετών είδε δίπλα της την αλλαγμένη βιολέτα, πεταμένη στη γη από τη θύελλα και παραμορφωμένη πάνω στη βρεγμένη χλόη σαν αδύναμος στρατιώτης στο πεδίο της μάχης.

Η βασίλισσα των βιολετών σήκωσε το κεφάλι της και φώναξε την οικογένειά της, λέγοντας: «Κοιτάξτε, κόρες μου και σκεφτείτε αυτό που έκανε η Απληστία στη βιολέτα που έγινε υπερήφανο τριαντάφυλλο για μία ώρα. Η ανάμνηση αυτής της σκηνής ας γίνει υπενθύμιση της καλής σας τύχης».

Το ετοιμοθάνατο τριαντάφυλλο κινήθηκε, μάζεψε τα υπολείμματα της δύναμής του και είπε ήσυχα: «Είστε ευχαριστημένοι και πειθήνιοι βλάκες! Ποτέ δεν φοβήθηκα την καταιγίδα. Χθες, κι εγώ ήμουν ευχαριστημένη και ικανοποιημένη με τη Ζωή, αλλά η Ικανοποίηση ενήργησε σαν εμπόδιο ανάμεσα στην ύπαρξή μου και στην καταιγίδα της Ζωής, που με περιόριζε σε μία αρρωστιάρικη και νωθρή ειρήνη και γαλήνη πνεύματος. Μπορούσα να ζήσω την ίδια ζωή που ζείτε εσείς τώρα, με το να προσκολλείστε από φόβο στη γη… Μπορούσα να περιμένω τον χειμώνα να με τυλίξει με χιόνι και να με παραδώσει στον Χάρο, που θα πάρει σίγουρα όλες τις βιολέτες… Χαίρομαι τώρα γιατί ερεύνησα έξω από τον μικρό κόσμο μου το μυστήριο του Σύμπαντος -κάτι που δεν κάνατε εσείς ακόμη. Μπορούσα να παραβλέψω την Απληστία, που η φύση της είναι ανώτερη από τη δική μου, αλλά καθώς πρόσεχα την ησυχία της νύχτας, άκουσα τον ουράνιο κόσμο να μιλά σ” αυτό τον γήινο κόσμο, λέγοντας: “Η φιλοδοξία πέρα από την ύπαρξη, είναι ο βασικός σκοπός της ζωής μας”. Εκείνη τη στιγμή το πνεύμα μου επαναστάτησε και η καρδιά μου λαχτάρησε μία θέση ανώτερη από την περιορισμένη ύπαρξή μου. Κατάλαβα ότι η άβυσσος δεν μπορεί ν” ακούσει το τραγούδι των άστρων, κι εκείνη τη στιγμή άρχισα να πολεμώ κατά της μικρότητάς μου και να λαχταρώ εκείνο που δεν ανήκε σε μένα, ώσπου η ανυποταξία μου έγινε μεγάλη δύναμη και η λαχτάρα μου δημιουργική θέληση… Η Φύση, που είναι το μεγάλο αντικείμενο των βαθύτερων ονείρων μας, ικανοποίησε την παράκλησή μου και μ” έκανε τριαντάφυλλο με τα μαγικά δάχτυλά της».

Το τριαντάφυλλο έγινε σιωπηλό για μία στιγμή και με αδύνατη φωνή, ανακατεμένη με υπερηφάνεια και κατόρθωμα, είπε: «Έζησα μία ώρα σαν υπερήφανο τριαντάφυλλο. Υπήρξα για ένα διάστημα σαν βασίλισσα. Κοίταξα το Σύμπαν πίσω από τα μάτια του τριαντάφυλλου. Άκουσα τον ψίθυρο του στερεώματος με τ” αυτιά του τριαντάφυλλου και άγγιξα τις πτυχές του ρούχου του Φωτός, με ροδοπέταλα. Υπάρχει κάποιος εδώ, που μπορεί να διεκδικήσει τέτοια τιμή;».

Αφού μίλησε έτσι, χαμήλωσε το κεφάλι του και με πνιγμένη φωνή είπε ασθμαίνοντας: «Θα πεθάνω τώρα, γιατί η ψυχή μου πέτυχε τον σκοπό της. Τελικά, επέκτεινα τις γνώσεις μου ως έναν κόσμο πέρα από το στενό σπήλαιο της γέννησής μου. Αυτό είναι το σχέδιο της Ζωής… Αυτό είναι το μυστικό της Ύπαρξης».

Τότε το τριαντάφυλλο άρχισε να τρέμει, δίπλωσε αργά τα πέταλά του, και πήρε την τελευταία αναπνοή του μ” ένα ουράνιο χαμόγελο πάνω στα χείλη του… Ένα χαμόγελο εκπλήρωσης, ελπίδας και σκοπού στη Ζωή… Ένα χαμόγελο νίκης, ένα χαμόγελο του Θεού.

 

….»Τότε η Αλμήτρα είπε: Μίλησε μας για την Αγάπη.

Κι εκείνος, ύψωσε το κεφάλι του κι αντίκρισε το λαό κι απλώθηκε βαθιά ησυχία.

Και με φωνή μεγάλη είπε: Όταν η αγάπη σε καλεί,
ακολούθησέ την, Μόλο που τα μονοπάτια της είναι τραχιά κι απότομα. Κι όταν τα φτερά της σε αγκαλιάσουν, παραδόσου, μόλο που το σπαθί που είναι κρυμμένο ανάμεσα στις φτερούγες της μπορεί να σε πληγώσει.

Κι όταν σου μιλήσει, πίστεψε την, μ” όλο που η φωνή της μπορεί να διασκορπίσει τα όνειρά σου σαν το βοριά που ερημώνει τον κήπο.

Γιατί όπως η αγάπη σε στεφανώνει, έτσι και θα σε σταυρώσει. Κι όπως είναι για το μεγάλωμα σου, είναι και για το κλάδεμά σου.

Κι όπως ανεβαίνει ως την κορφή σου και χαϊδεύει τα πιο τρυφερά κλαδιά σου που τρεμοσαλεύουν στον ήλιο,

Έτσι κατεβαίνει κι ως τις ρίζες σου και ταράζει την προσκόλληση τους στο χώμα.

Σα δεμάτια σταριού σε μαζεύει κοντά της.

Σε αλωνίζει για να σε ξεσταχυάσει.

Σε κοσκινίζει για να σε λευτερώσει από τα φλούδια σου.

Σε αλέθει για να σε λευκάνει.

Σε ζυμώνει ώσπου να γίνεις απαλός.

Και μετά σε παραδίνει στην ιερή φωτιά της για να γίνεις ιερό ψωμί για του Θεού το άγιο δείπνο.

Όλα αυτά θα σου κάνει η αγάπη για να μπορέσεις να γνωρίσεις τα μυστικά της καρδιάς σου και με τη γνώση αυτή να γίνεις κομμάτι της καρδιάς της ζωής.

Αλλά αν από το φόβο σου, γυρέψεις μόνο την ησυχία της αγάπης και την ευχαρίστηση της αγάπης,

Τότε, θα ήταν καλύτερα για σένα να σκεπάσεις τη γύμνια

σου και να βγεις έξω από το αλώνι της αγάπης. Και να σταθείς στον χωρίς εποχές κόσμο όπου θα γελάς, αλλά όχι με ολάκερο το γέλιο σου και θα κλαις, αλλά όχι με όλα τα δάκρυά σου.

Η αγάπη δε δίνει τίποτα παρά μόνο τον εαυτό της και δεν παίρνει τίποτα παρά από τον εαυτό της. Η αγάπη δεν κατέχει κι ούτε μπορεί να κατέχεται, γιατί η αγάπη αρκείται στην αγάπη.

Όταν αγαπάς, δε θα “πρεπε να λες: «Ο Θεός είναι στην καρδιά μου», αλλά μάλλον «Εγώ βρίσκομαι μέσα στην καρδιά του Θεού».

Και μη πιστέψεις ότι μπορείς να κατευθύνεις την πορεία της αγάπης, γιατί η αγάπη, αν σε βρει άξιο, θα κατευθύνει εκείνη τη δική σου πορεία.

Η αγάπη δεν έχει καμιά άλλη επιθυμία εκτός από την εκπλήρωσή της. Αλλά αν αγαπάς κι είναι ανάγκη να έχεις επιθυμίες, ας είναι αυτές οι επιθυμίες σου: Να λιώσεις και να γίνεις σαν το τρεχούμενο ρυάκι που λέει το τραγούδι του στη νύχτα.

Να γνωρίσεις τον πόνο της πολύ μεγάλης τρυφερότητας.

Να πληγωθείς από την ίδια την ίδια τη γνώση σου της αγάπης. Και να ματώσεις πρόθυμα και χαρούμενα.

Να ξυπνάς την αυγή με καρδιά έτοιμη να πετάξει και να προσφέρεις ευχαριστίες για μια ακόμα μέρα αγάπης. Να αναπαύεσαι το μεσημέρι και να στοχάζεσαι την έκσταση της αγάπης.

Να γυρίζεις σπίτι το σούρουπο με ευγνωμοσύνη στην καρδιά

Και ύστερα να κοιμάσαι με μια προσευχή για την αγάπη που έχεις στην καρδιά σου και μ” έναν ύμνο δοξαστικό στα χείλη σου

Γιάννα στις 4 Μαρτίου 2018

Θυμάμαι, πόσο καμάρωνα με τα μικρά μου ζυμαράκια, τα οποία φούρνιζε η νονά μου μαζί με τα υπέροχα ψωμιά της. Θυμάμαι τη μία ταλαίπωρη ντομάτα που μου έδινε η μάνα μου να ετοιμάσω, όταν έφτιαχνε γεμιστά. Ήταν η δική μου ντομάτα! Τώρα ξέρω ότι αυτά που έφτιαχνα τα έτρωγαν με το ζόρι, αλλά εγώ δεν έβλεπα την ώρα να μεγαλώσω και να φτιάχνω ψωμιά και γεμιστά σαν τα δικά τους! Και κάποτε χρειάστηκε να εργαστώ σε κουζίνα για να ζήσω.

Πριν ακόμα πάω στο Γυμνάσιο, ήξερα να ξεχωρίζω και να μαζεύω χόρτα, να φροντίζω τα κηπευτικά στον μικρό μας κήπο, να ξεχωρίζω τα φρέσκα θαλασσινά στην αγορά. Εκείνη την εποχή η μητέρα μου ήταν καμαριέρα σε ένα μικρό ξενοδοχείο. Όταν δεν είχα σχολείο, με έπαιρνε μαζί της και είδα τι ακριβώς έκανε για να έρθουν τα χρήματα στο σπίτι. Την βοηθούσα και μου άρεσε. Όχι πάντα.

Λίγο μεγαλύτερη, μάθαινα πώς να σφίγγω τις χαλαρωμένες βρύσες. Να αλλάζω τις καμένες λάμπες, να τρίβω και να βάφω κάγκελα και τοίχους. Μεγαλώνοντας, ξόδευα πολύ λιγότερα χρήματα επισκευάζοντας τις απλές βλάβες μόνη μου. Και όταν χρειαζόταν ειδικός, καταλάβαινα αν κάνει σωστά τη δουλειά του και δεν γινόμουν θύμα κανενός επιτήδειου.

Οι γονείς ήταν εργάτες. Ύστερα μικροαστοί, καθώς κάποια στιγμή απέκτησαν ένα μαγαζί, στο οποίο εργαζόμουν από 9 ετών. Ήξερα να ζυγίζω, να δίνω ρέστα, να συναλλάσσομαι με τους πελάτες. Πότε μου άρεσε και πότε έπληττα. Αλλά, όταν τα πράγματα αγρίεψαν κι έπρεπε να δουλέψω οπουδήποτε, είχα το θάρρος να παρουσιαστώ οπουδήποτε. Και τα κατάφερα ικανοποιητικά και επέζησα και έβγαλα χρήματα, ώστε να σπουδάσω με δική μου δαπάνη αυτό που λαχταρούσα και να κάνω πια τη δουλειά που μου αρέσει. Διότι τα πράγματα ήρθαν ανάποδα και η οικογένεια διαλύθηκε κι εγώ βρέθηκα ολομόναχη. Ποιος θα μπορούσε να το προβλέψει; Αμέσως μετά, οι γονείς μου πέθαναν, για διαφορετικούς λόγους μέσα στον ίδιο χρόνο. Χάθηκε ακόμα και η ψευδαίσθηση της οικογένειας. Τι είχε μείνει; Τα μαθήματα ζωής που είχα πάρει. Αντί να πέσω στα πατώματα, αξιοποίησα όλα όσα είχα μάθει από αυτούς που έκαναν λάθη καθοριστικά για τη ζωή μου και τα οποία με βοήθησαν να ανατρέψω όλα τα προγνωστικά! Ήμουν ικανή να εργαστώ οπουδήποτε. Μέσα στη μεγαλύτερη καταστροφή που μπορεί να βρει ένα δεκαεξάχρονο παιδί, ήξερα τον τρόπο να επιβιώσω έντιμα. Να κερδίζω 10 και να ξοδεύω 8. Να κάνω δύο και τρεις δουλειές ταυτόχρονα. Να κυνηγήσω το όνειρό μου και να το πετύχω, για να έχω τώρα εσένα κυρία μητέρα να μην καταλαβαίνεις πως οφείλεις να μεγαλώσεις παιδιά αυτόνομα και δυνατά!

Γιατί, βλέπεις; Κοίτα πώς τα έφερε ο καιρός! Τα παιδιά σου πρέπει να εργαστούν και δεν ξέρουν πώς και πού! Τα έμαθες να θεωρούν τη δουλειά ντροπή. Να περιμένουν πάντα έναν υπηρέτη να κάνει τις δύσκολες δουλειές και εσύ ήσουν ο υπηρέτης τους. Όχι η μητέρα τους. Η μητέρα είναι πάνω από όλα δασκάλα, σοφή και δυνατή δασκάλα για τα παιδιά της. Έχεις δει την ταινία που αφηγείται τη ζωή του τυφλού Ray Charles; Λέγεται «Ray». Δες την και επικεντρώσου στη σκηνή που η μητέρα αφήνει τον σχεδόν τυφλό γιο της (που ξέρει πως σύντομα θα τυφλωθεί εντελώς) να κινείται  μόνος του μέσα στο δωμάτιο. Παρατήρησε τη δύναμη και τον πόνο της, όταν πλησιάζει στη φωτιά και καίγεται. Και τον αφήνει να βιώσει τον πόνο. Ξέρεις γιατί; Γιατί δεν έχει την ψευδαίσθηση πως είναι αθάνατη. Γνωρίζει πως ο γιος της κάποτε θα πρέπει να τα βγάζει πέρα μόνος του. Δες το και συλλογίσου!

Δεν ξέρω πώς να στο πω χωρίς να σε τρομάξω!

Αλλά, ένας νέος άνθρωπος που είχε γονείς full service, που δεν έπιασε ποτέ τη σκούπα στα χέρια του, που δεν ξέρει να φροντίσει τα ρούχα του, που δεν βγήκε ποτέ στη ζούγκλα των δημοσίων υπηρεσιών να πληρώσει έναν λογαριασμό, έστω με τα λεφτά των γονιών του, που όταν λείπει κάτι από το ψυγείο ουρλιάζει στη μάνα του, αντί να πάει να ψωνίσει, δεν πρόκειται ποτέ, μα ποτέ, να πάει να μαζέψει φράουλες για να ζήσει!

Και αν πάει, το σώμα του θα τον προδώσει σε λίγες ώρες.

Και αν αντέξει λίγο παραπάνω, θα καταρρεύσει ψυχολογικά.

Ο ασφαλέστερος τρόπος να μεγαλώσεις σωστά το παιδί σου είναι να συνειδητοποιήσεις πως δεν είσαι άτρωτος, δεν είσαι αθάνατος. Μεγαλώνεις ανθρώπους που, αργά ή γρήγορα, θα πρέπει να καταφέρουν μόνοι τους. Και δεν ξέρεις ούτε το πότε ούτε υπό ποιες συνθήκες θα κληθούν να το κάνουν.

Εσύ, λοιπόν, που τα παιδιά σου είναι ακόμα μικρά, αντί να τους πετάς στα μούτρα το κινέζικο χαζοπαίχνιδο από τα Τζάμπο, παίξε μαζί τους δουλεύοντας. Σκουπίστε, μαγειρέψτε, καθαρίστε τα τζάμια μαζί! Για τα παιδιά, παιχνίδι είναι κι αυτό. Και αν κάποιες στιγμές δυσανασχετούν, αγνοήστε το. Σημασία έχει πως θα γνωρίζουν πώς να ζήσουν, όποια τροπή και αν πάρουν τα πράγματα. Θα έρθει μια μέρα που η ευγνωμοσύνη τους για σας, θα τους χαρίσει τόση ευτυχία, που τίποτα, μα τίποτα δεν μπορέσει να τους την πάρει!

 

Από Αθηνά Ταρλα toantikleidi

Γιάννα στις 25 Φεβρουαρίου 2018

Γιατί όμως είναι τα δέντρα τόσο κοινωνικά πλάσματα, γιατί μοιράζονται την τροφή τους με άλλα δέντρα του ίδιου είδους και φροντίζουν έτσι τους ανταγωνιστές τους; Οι λόγοι για τους οποίους συμβαίνει αυτό είναι οι ίδιοι με εκείνους που ισχύουν και στις ανθρώπινες κοινωνίες: Με παρέα είναι πάντα καλύτερα.

Ένα δέντρο δεν είναι δάσος, δεν μπορεί να δημιουργήσει ένα τοπικό ισορροπημένο κλίμα, είναι απροστάτευτο και εκτεθειμένο σε όλες τις καιρικές συνθήκες. Αντιθέτως, πολλά δέντρα μαζί δημιουργούν ένα οικοσύστημα που μετριάζει τις ακραίες θερμοκρασίες ψύχους ή ζέστης, αποθηκεύει μεγάλες ποσότητες νερού και απελευθερώνει καθαρό αέρα.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον μπορούν να ζήσουν προστατευμένα και για πολλά χρόνια. Για να επιτευχθεί αυτό πρέπει να διατηρηθεί πάση θυσία η κοινότητα. Αν κάθε δέντρο ενδιαφερόταν μόνο για τον εαυτό του, τότε αρκετά απ’ αυτά δε θα κατάφερναν να γεράσουν. Οι συνεχείς θάνατοι θα είχαν ως αποτέλεσμα πολλές και μεγάλες τρύπες στην κομοστέγη, απ’ όπου θα μπορούσαν να περάσουν οι θύελλες και να ρίξουν κάτω ακόμα περισσότερους κορμούς. Η καλοκαιρινή ζέστη θα έφτανε μέχρι το έδαφος του δάσους και θα το στέγνωνε τελείως. Κι αυτό θα έκανε τους πάντες να υποφέρουν.

Συνεπώς, κάθε δέντρο είναι πολύτιμο για την κοινότητα και αξίζει να διατηρηθεί όσο το δυνατόν περισσότερο. Ως εκ τούτου, η κοινότητα στηρίζει ακόμα και τα άρρωστα δέντρα και τα τροφοδοτεί με θρεπτικά συστατικά μέχρι να ανακάμψουν. Την επόμενη φορά ίσως πρέπει να γίνει το αντίστροφο και να χρειάζεται βοήθεια το δέντρο-βοηθός.

Οι ασημόγκριζες οξιές με τους χοντρούς κορμούς, που συμπεριφέρονται πράγματι κατ’ αυτόν τον τρόπο, μου θυμίζουν αγέλη ελεφάντων. Και αυτή νοιάζεται για τα μέλη της, βοηθάει τους αρρώστους και τους αδυνάμους να σταθούν ξανά στα πόδια τους και δε θέλει να αφήνει πίσω ούτε καν τα νεκρά της μέλη. Κάθε δέντρο αποτελεί μέρος αυτής της κοινότητας,υπάρχουν ωστόσο και διαβαθμίσεις.

Έτσι, τα περισσότερα κούτσουρα σαπίζουν και ύστερα από μερικές δεκαετίες (για τα δέντρα είναι πολύ λίγος χρόνος) γίνονται χούμος. Μόνο ελάχιστες περιπτώσεις διατηρούνται στη ζωή για αιώνες, όπως η «πέτρα που ήταν καλυμμένη με βρύα»,την οποία περιγράψαμε παραπάνω.

……..Γιατί υπάρχει αυτή η διαφορά; Μήπως είναι και η κοινωνία των δέντρων μια κοινωνία με πολίτες δεύτερης κατηγορίας; Έτσι φαίνεται, αν και ο όρος «κατηγορία» δεν είναι και τόσο εύστοχος. Αυτό που καθορίζει την προθυμία των άλλων δέντρων να βοηθήσουν είναι μάλλον ο βαθμός του δεσμού ή ίσως ακόμα και της στοργής που νιώθουν. Και αυτό μπορείτε να το διαπιστώσετε ρίχνοντας μια ματιά προς τα πάνω,στο φύλλωμα των δέντρων. Ένα μέσο δέντρο απλώνει τα κλαδιά του μέχρι να αγγίξει τα κλαδιά ενός διπλανού δέντρου του ίδιου ύψους. Εκεί σταματάει, επειδή οι θέσεις αέρα ή μάλλον οι θέσεις φωτός είναι ήδη κατειλημμένες.

Ωστόσο, τα κλαδιά τους δυναμώνουν τόσο πολύ, ώστε έχει κανείς την εντύπωση ότι εκεί πάνω γίνεται κανονική μάχη. Δύο πραγματικοί φίλοι όμως προσέχουν ευθύς εξαρχής να μην αναπτύξουν πολύ χοντρά κλαδιά προς την κατεύθυνση του άλλου. Δε θέλουν να στερήσουν τίποτα ο ένας από τον άλλο κι έτσι αναπτύσσουν δυνατό φύλλωμα μόνο προς τα έξω, προς τους «μη φίλους» τους δηλαδή.

Οι ρίζες αυτών των ζευγαριών συνδέονται τόσο έντονα, ώστε μερικές φορές πεθαίνουν μαζί. Τέτοιου είδους φιλίες, που φτάνουν στο σημείο να παρέχουν ακόμα και τροφή στα κούτσουρα, παρατηρούνται κατά κανόνα μόνο στα φυσικά δάση. Ίσως αυτό να συμβαίνει σε όλα τα είδη. Προσωπικά, εκτός από οξιές, έχω δει κι άλλα ζωντανά κούτσουρα από κομμένα δέντρα,όπως βελανιδιές, έλατα, ερυθρελάτες και τα έλατα Ντάγκλας.

Τα καλλιεργούμενα δάση, όπως είναι τα περισσότερα δάση κωνοφόρων της κεντρικής Ευρώπης, συμπεριφέρονται μάλλον όπως τα παιδιά του δρόμου στο ομώνυμο κεφάλαιο. Επειδή, λόγω της δεντροφύτευσης, οι ρίζες τους υφίστανται διαρκώς βλάβες, δεν καταφέρνουν να δημιουργήσουν δίκτυο. Τα δέντρα αυτών των δασών είναι κατά κανόνα ακοινώνητα, με αποτέλεσμα να συναντούν πολλές δυσκολίες.

Όπως και να ’χει, τα περισσότερα έτσι κι αλλιώς δε φτάνουν σε μεγάλη ηλικία, αφού οι κορμοί τους, ανάλογα με το είδος των δέντρων, είναι ώριμοι για να κοπούν όταν γίνουν 100 ετών

Wohlleben Peter – Η μυστική ζωή των δέντρων, Μεταφραστής : Λαγουδάκου

Γιάννα στις 25 Φεβρουαρίου 2018

Μερικές φορές νομίζουμε ότι θέλουμε να επιλύσουμε διαμάχες, αλλά οι μέθοδοί μας επιδεινώνουν την κατάσταση. Θυμώνουμε και φωνάζουμε, πιστεύοντας ότι έτσι θα αναγκάσουμε τον άλλον να πάει με τα νερά μας. Όμως η επίθεση, η κριτική και οι απειλές τιμωρίας γυρνούν μπούμερανγκ τόσο απέναντι στα παιδιά όσο και στους ενηλίκους. Οι αντιδράσεις θυμού κλιμακώνουν μια διαφωνία.

Γινόμαστε τρομοκράτες οι ίδιοι και δεν καταλαβαίνουμε ότι οι τρομοκράτες, στην ουσία, δεν είναι καθόλου δυνατοί. Αυτοί που συμπεριφέρονται με κακία και θυμό στο προαύλιο, στη δουλειά ή στις πολιτικές καμπάνιες είναι συνήθως οι πιο αδύναμοι και πιο ανασφαλείς.

Ο Μαχάτμα Γκάντι μού έμαθε ότι σημάδι πραγματικής δύναμης είναι η κατανόηση της άποψης των άλλων και η συγχώρεση. Ο Μαχάτμα Γκάντι μού εξήγησε ότι ξοδεύουμε πολύ χρόνο στο να χτίσουμε γερά και υγιή κορμιά, μα ελάχιστο χρόνο στο χτίσιμο ενός δυνατού και υγιή νου. Όταν δεν μπορούμε να ελέγχουμε τον νου μας, θυμώνουμε και ξεσπάμε και λέμε ή κάνουμε πράγματα για τα οποία έπειτα μετανιώνουμε.

Κάθε μέρα ίσως νιώθουμε δεκάδες φορές να μας κατακλύζει κύμα θυμού ή σύγχυσης και πρέπει να αποφασίζουμε πώς θα αντιδράσουμε. Ένας συνάδελφος στη δουλειά μάς λέει κάτι και απαντάμε κοφτά και απότομα, ή λαμβάνουμε ένα εκνευριστικό μήνυμα και κάνουμε αντεπίθεση χωρίς να σκεφτόμαστε. Αφήνουμε τον θυμό μας να πληγώνει ακόμα και ανθρώπους που αγαπάμε πολύ, τα παιδιά ή τους συντρόφους μας. Μας απογοητεύουν ή λένε κάτι με το οποίο διαφωνούμε, και ξεσπάμε πάνω τους.

Τα λόγια μπορούν να πληγώσουν ανεπανόρθωτα τους ανθρώπους που θα έπρεπε να αντιμετωπίζουμε με τρυφερότητα και αγάπη, και δεν συνειδητοποιούμε ότι ο θυμός πληγώνει ακόμα κι εμάς τους ίδιους. Σκεφτείτε πόσο άσχημα νιώθετε όταν προσβάλλετε ή συμπεριφέρεστε σκληρά σε κάποιον. Το σώμα σας σφίγγεται και το μυαλό σας μοιάζει να φλέγεται. Το ξέσπασμά σας σας απορροφά και δεν μπορείτε να συγκεντρωθείτε σε τίποτε άλλο. Ο θυμός στενεύει τα όρια του κόσμου σας έτσι ώστε το μόνο που βλέπετε είναι η προσβολή της στιγμής. Ίσως αργότερα ηρεμείτε και ζητάτε συγγνώμη, αλλά το κακό έχει ήδη γίνει.

Όταν αντιδρούμε απερίσκεπτα κι επιθετικά, είναι σαν να έχουμε εκτοξεύσει σφαίρες που δεν επιστρέφουν ξανά στο όπλο. Πρέπει να θυμόμαστε ότι έχουμε την επιλογή να αντιδρούμε διαφορετικά.

_______________________

    ~ Aπόσπασμα είναι από το βιβλίο «Το δώρο του θυμού – 11 μαθήματα ζωής από τον παππού μου Μαχάτμα Γκάντι» 

Γιάννα στις 3 Φεβρουαρίου 2018

… Το παραδέχομαι. Κλαίω όταν βλέπω ταινίες. Ή όταν διαβάζω βιβλία. Ή όταν ακούω μουσική. Επηρεασμένη πολλές φορές και από το επίπεδο των ορμονών μου, μπορεί να αρπάξω προληπτικά μερικά χαρτομάντιλα και να κάτσω να δω μια ταινία μόνη. Παρόλο που πολλοί άνθρωποι χαμογελάνε αυτάρεσκα όταν με βλέπουν να παρακολουθώ ταινίες κλαίγοντας, δεν έχω κανένα πρόβλημα με αυτό. Η αλήθεια να λέγεται, οι άνθρωποι που κλαίνε όταν βλέπουν ταινίες τείνουν να έχουν κάτι που πολλοί άλλοι δεν έχουν καλλιεργήσει: Ενσυναίσθηση. Μόνο ένα ιδιαίτερο είδος ανθρώπου έχει ενσυναίσθηση. Πολλοί άνθρωποι εκεί έξω, οι ναρκισσιστές και οι κοινωνιοπαθείς για παράδειγμα, έχουν γεννηθεί χωρίς αυτή και ζουν όλη τους τη ζωή χωρίς να έχουν βάλει ποτέ πραγματικά τον εαυτό τους στη θέση κάποιου άλλου. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούν να νιώσουν τους άλλους. Παρόλο που η απουσία ενσυναίσθησης θα μπορούσε να είναι ωφέλιμη για έναν πωλητή μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, δεν είναι πάντα κάτι καλό. Στην πραγματικότητα, το να νοιάζεται κάποιος για την κατάσταση των άλλων θέλει δύναμη. Πολλή δύναμη. Η ζωή είναι σκληρή για κάποιους ανθρώπους και αν μπορείτε να μπείτε στη θέση τους και να νιώσετε τον πόνο που έχουν, τότε αυτό λέει κάτι για εσάς. Είστε αρκετά δυνατοί όταν νιώθετε αυτόν τον πόνο, αλλά παρόλα αυτά τον αντέχετε. Είστε αρκετά δυνατοί όταν είστε δυνατοί για τους άλλους ανθρώπους. Είστε δυνατοί μέχρι το σημείο που κατανοείτε από που προέρχεται αυτός ο πόνος και είστε ικανοί να νιώσετε αυτό που νιώθουν. Δεν είναι ποτέ αδυναμία το να νοιάζεστε για κάποιον άλλον, ακόμα και αν αυτός είναι ένας φανταστικός χαρακτήρας σε κάποια ταινία. Δείχνει ότι έχετε καρδιά και αυτή η καρδιά μπορεί να ραγίσει για τους άλλους. Παρόλο που μπορεί να ραγίσει μέχρι το τέλος της ταινίας, ξέρετε ότι θα επανέλθει γρήγορα. Το να είναι ικανοί να αναρρώνουν τόσο γρήγορα, λέει κάτι άλλο για τους ανθρώπους που κλαίνε κατά τη διάρκεια ταινιών. Μπορούν να ανακάμψουν όπως κανείς άλλος και είναι αρκετά δυνατοί και έξυπνοι ώστε να ξεχωρίζουν την πραγματικότητα από τη φαντασία. Φυσικά, αυτός δεν είναι ο μόνος λόγος που οι άνθρωποι κλαίνε όταν βλέπουν ταινίες. Υπάρχουν επίσης δάκρυα που κυλάνε στα μάγουλά σας επειδή έχετε πάει στο μέρος που βλέπετε στην ταινία. Δάκρυα αναμνήσεων που είναι οδυνηρές. Έχω διαπιστώσει πολλές φορές ότι λειτουργεί ως κάθαρση για μένα το ότι βλέπω ταινίες στις οποίες οι άνθρωποι έχουν περάσει τα ίδια που έχω περάσει και εγώ, απλά επειδή μου επιτρέπει να απελευθερώνω μερικά από τα συναισθήματά μου που είχα κρατήσει μέσα μου, με έναν υγιή τρόπο. Θα ήθελα να δω πώς θα μπορούσε να αμφιβάλλει κάποιος για τη δύναμη κάποιου άλλου όταν τελικά αντιμετωπίσει τα πράγματα που τον πόνεσαν στο παρελθόν. Έπειτα, υπάρχουν εκείνα τα δάκρυα που κυλάνε όταν είστε ενθουσιασμένοι με την καλλιτεχνική ευφυΐα μιας ταινίας. Δεν είναι κάτι που κάνουν επιδεικτικά οι άνθρωποι. Ονομάζεται Σύνδρομο του Stendhal σε μια πιο προχωρημένη του μορφή και σημαίνει ότι ένα καλλιτεχνικό έργο σας συγκίνησε τόσο ώστε να έχετε σωματικά και συναισθηματικά συμπτώματα. Έχοντάς το αφού είδα την ταινία Casshern, μπορώ να σας πω με ειλικρίνεια ότι χρειάζεται πολλή δύναμη για να απεμπλακείτε από αυτή την αίσθηση του δέους. Για εσάς που είστε υπερευαίσθητοι στον τρόπο με τον οποίο η τέχνη σας συγκινεί, το να δείτε μια καλή ταινία, το να ακούσετε ένα καλό σόου στο ράδιο ή το να διαβάσετε το σωστό κόμικ, μπορεί να είναι μια καλή δοκιμασία της ικανότητάς σας να διατηρείτε ένα σοβαρό, ανέκφραστο προσωπείο. Αυτό επίσης μπορεί να γίνει και με μια βόλτα στο τρενάκι του λούνα παρκ. Μια βόλτα που σας αναγκάζει να αντιμετωπίσετε και να αποδεχτείτε συναισθήματα που οι περισσότεροι επιλέγουν να κρύβουν. Αν με ρωτάτε, αυτό δείχνει ότι κάποιος έχει πολλή δύναμη. Ίσως δεν είναι το είδος της δύναμης που οι περισσότεροι έχουν στο μυαλό τους όταν σκέφτονται ένα δυνατό άτομο, αλλά είναι το πιο σημαντικό είδος συναισθηματικής δύναμης: Η ενσυναίσθηση.

Από tilestwra.gr

Γιάννα στις 3 Φεβρουαρίου 2018

Ρώτησαν κάποτε το Ναστραντίν Χότζα:
” Όταν γίνεται ένα καινούργιο φεγγάρι, το παλιό τι το κάνουν;”
Κι αυτός απάντησε:
“Το ψαλιδίζουν και το κάνουν άστρα”

Γιάννα στις 3 Φεβρουαρίου 2018

Μια σκωτσέζικη παμπ διοργανώνει βραδιές ντίσκο για άτομα τρίτης ηλικίας που έχουν ανάγκη από διασκέδαση, είτε επειδή ζουν πολύ μοναχικά και χρειάζονται παρέα, είτε επειδή αντιμετωπίζουν κάποιο πρόβλημα υγείας όπως άνοια ή Αλτσχάιμερ. Η ιδέα ξεκίνησε από την 63χρονη Anne Duncan η οποία ζει στο Aberdeen της Σκωτίας με τον σύζυγό της, τον 69χρονο Bill, ο οποίος διαγνώστηκε με Αλτσχάιμερ πριν από μερικά χρόνια. Και οι δυο λατρεύουν τον χορό αλλά σε ολόκληρη τη χώρα δεν υπάρχει κάποιος χώρος κατάλληλος και προστατευμένος για να χορέψουν όσοι νοσούν από κάτι τέτοιο.  Έτσι, η κυρία Duncan σκέφτηκε να δημιουργήσει θεματικές βραδιές χορού για άτομα που έχουν την ίδια ή κάποια παρόμοια πάθηση με αυτή που έχει ο άντρας της. «Ο χορός μας μεταφέρει στην κατάσταση που ήμασταν πριν έρθει η ασθένεια, οπότε αυτό είναι κάτι πολύ σημαντικό για εμάς», λέει η κα. Duncan, η οποία συζήτησε τη ιδέα της με την Paula Bisset, υπεύθυνη του τομέα ανάπτυξης στο Sport Aberdeen. Η ιδέα δέχτηκε μεγάλη υποστήριξη τόσο από διάφορες εταιρίες όσο και από πολίτες κι έτσι γρήγορα  ξεκίνησε η διοργάνωση των βραδιών «Boogie at the Bar» στην παμπ «Foundry Bar». Πρόκειται για βραδιές ντίσκο που απευθύνονται όχι μόνο σε άτομα με άνοια, αλλά γενικότερα σε άτομα τρίτης ηλικίας που έχουν ανάγκη να διασκεδάσουν, είτε επειδή ζουν μόνα τους είτε επειδή αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας.  Φυσικά οι άνθρωποι που τους φροντίζουν, νοσοκόμοι και μη, είναι ευπρόσδεκτοι.  «Είναι φανταστικό. Οι άνθρωποι εδώ έχουν τόσες ιστορίες. Κι εδώ μπορούν να διασκεδάσουν και να ξεχάσουν τα προβλήματά τους για μερικές ώρες» λέει η κα Duncan. Το μπαρ τους παρέχει ένα ασφαλές περιβάλλον για να διασκεδάσουν. Η μουσική παίζει σε πιο ήπιες εντάσεις και ο καθένας μπορεί να βάλει στο playlist της βραδιάς δύο τραγούδια που σημαίνουν κάτι για αυτόν. Οι παλιές φωτογραφίες της περιοχής που υπάρχουν τοποθετημένες εκεί δημιουργούν ένα οικείο περιβάλλον. Έτσι νιώθουν ταυτόχρονα ασφαλείς αλλά και πως η ηλικία ή η ασθένειά τους δεν τους απομονώνει. Η ήπια αερόβια άσκηση του χορού, η κοινωνικοποίηση, η αίσθηση ξεγνοιασιάς έστω και για λίγες ώρες, είναι πολύτιμες αφού τους ενισχύουν τόσο σωματικά, όσο και ψυχολογικά. Μια μικρή ιδέα με μεγάλα οφέλη που ελπίζουμε να επεκταθεί παντού

Δύο μουσεία της Ελλάδας είναι υποψήφια για το Ευρωπαϊκό Μουσείο της Χρονιάς. Ευκαιρία να τα ανακαλύψουμε κι εμείς   ΑΘΗΝΑ ΛΕΒΕΝΤΗ 30 Ιανουαρίου 2018 Δύο ελληνικά μουσεία, το Αρχαιολογικό Μουσείο Θηβών και το Διαχρονικό Μουσείο Λάρισας, είναι υποψήφια στα Βραβεία για το Ευρωπαϊκό Μουσείο της Χρονιάς. Ο θεσμός του European Museum of the Year Award (EMYA) θεσπίστηκε το 1977 με στόχο να βραβεύει κάθε χρόνο το μουσείο που συμβάλλει πιο άμεσα στην προσέλκυση κοινού και στην ικανοποίηση των επισκεπτών χάρη στην ατμόσφαιρα, την παρουσίαση και τη δημιουργική προσέγγιση. Το θαυμάσιο, νέο Αρχαιολογικό Μουσείο Θηβών εγκαινιάστηκε το καλοκαίρι του 2016 εξερευνά την ανθρώπινη δραστηριότητα στη Βοιωτία. Η έκθεση του έχει 18 ενότητες και οι 11 από αυτές ακολουθούν με χρονολογική σειρά από την παλαιολιθική περίοδο έως την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους.  Διαχρονικό Μουσείο Λάρισας   Το Διαχρονικό Μουσείο Λάρισας εγκαινιάστηκε το 2015. Η έκθεση αφορά τον θεσσαλικό χώρο, την ιστορία του και την πορεία μέχρι την θεσμική οργάνωση των κοινωνιών του, μέσα από το τρίπτυχο «κράτος, θεσμοί, εξουσίες». Οι νικητές του European Museum of the Year Award θα ανακοινωθούν σε ειδική τελετή που θα γίνει στην Πολωνία τον Μάιο.

Γιάννα στις 3 Φεβρουαρίου 2018

Τότε είναι που παρουσιάστηκε η αλεπού.

– Καλημέρα, είπε η αλεπού.

– Καλημέρα, αποκρίθηκε ευγενικά ο μικρός πρίγκιπας και γύρισε, μα δεν είπε τίποτα..

– Ποια είσαι; είπε ο μικρός πρίγκιπας. Μου φαίνεσαι πολύ όμορφη…

– Είμαι μια αλεπού, είπε η αλεπού.

– Έλα να παίξεις μαζί μου, της πρότεινε ο μικρός πρίγκιπας. Είμαι τόσο λυπημένος…

– Δεν μπορώ να παίξω μαζί σου, είπε η αλεπού. Δε μ’ έχουν ημερώσει.

– Α! με συγχωρείς, έκανε ο μικρός πρίγκιπας. Το σκέφτηκε όμως και πρόσθεσε:

– Τι πάει να πει «ημερώσει;»

– Εσύ δεν είσαι απ’ εδώ, είπε η αλεπού, τι γυρεύεις;

– Γυρεύω τους ανθρώπους, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Τι πάει να πει «ημερώσει;»

– Οι άνθρωποι, είπε η αλεπού, έχουν τουφέκια και κυνηγούνε. Μεγάλος μπελάς! Ανατρέφουν όμως και κότες. Αυτό είναι το μόνο τους όφελος. Κότες γυρεύεις;

– Όχι, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Γυρεύω φίλους. Τι πάει να πει «ημερώσει;»

– Είναι κάτι που παραμελήθηκε πολύ, είπε η αλεπού. Σημαίνει «να δημιουργείς δεσμούς…».

– Να δημιουργείς δεσμούς;

– Βέβαια, είπε η αλεπού. Για μένα, ακόμα δεν είσαι παρά ένα αγοράκι εντελώς όμοιο μ’ άλλα εκατό χιλιάδες αγοράκια. Και δε σ’ έχω ανάγκη. Μήτε κι εσύ μ’ έχεις ανάγκη. Για σένα, δεν είμαι παρά μια αλεπού όμοια μ’ εκατό χιλιάδες αλεπούδες. Αν όμως με ημερώσεις, ο ένας θα έχει την ανάγκη του άλλου. Για μένα εσύ θα είσαι μοναδικός στον κόσμο. Για σένα εγώ θα είμαι μοναδική στον κόσμο…

– Αρχίζω να καταλαβαίνω, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Ξέρω ένα λουλούδι…νομίζω πως με ημέρωσε…

– Γίνεται, είπε η αλεπού. Βλέπει κανείς στη Γη τόσα περίεργα πράγματα…

– Ω! δεν είναι πάνω στη Γη, είπε ο μικρός πρίγκιπας.

Η αλεπού φάνηκε πολύ παραξενεμένη:

– Πάνω σ’ άλλο πλανήτη;

– Ναι.

– Έχει κυνηγούς σ’ αυτόν τον πλανήτη;

– Όχι.

– Πολύ ενδιαφέρον αυτό. Και κότες;

– Όχι.

– Τίποτα δεν είναι τέλειο, αναστέναξε η αλεπού. Ξαναγύρισε όμως στην ιδέα της:

– Η ζωή μου είναι μονότονη. Κυνηγάω τις κότες, οι άνθρωποι κυνηγούν εμένα. Όλες οι κότες μοιάζουν, κι όλοι οι άνθρωποι μοιάζουν. Γι’ αυτό λοιπόν βαριέμαι κάπως. Αν με ημερώσεις όμως, η ζωή μου θα είναι σαν ηλιόλουστη. Θα γνωρίσω έναν κρότο από πατήματα που θα είναι διαφορετικός απ’ όλους τους άλλους. Τ’ άλλα πατήματα με κάνουν να χώνομαι κάτω απ’ τη γη. Το δικό σου θα με κάνει να βγαίνω έξω απ’ τη φωλιά μου, σα μια μουσική. Κι ύστερα, κοίτα! Βλέπεις εκεί κάτω τα χωράφια με το στάρι; Εγώ δεν τρώω ψωμί. Το στάρι εμένα μου είναι άχρηστο. Τα χωράφια με το στάρι δε μου θυμίζουν τίποτα. Κι αυτό, είναι κρίμα! Εσύ όμως έχεις μαλλιά χρώμα χρυσαφένιο. Θα είναι λοιπόν θαυμάσια όταν θα μ’ έχεις ημερώσει! Το στάρι, που είναι χρυσαφένιο, θα με κάνει να σε θυμάμαι. Και θα μ’ αρέσει ν’ ακούω τον άνεμο μέσα στα στάχυα…

Σώπασε η αλεπού και κοίταξε πολλή ώρα το μικρό πρίγκιπα.

– Σε παρακαλώ…ημέρωσέ με, του είπε.

– Θέλω βέβαια, της αποκρίθηκε ο μικρός πρίγκιπας, μα δεν με παίρνει ο καιρός. Έχω ν’ ανακαλύψω φίλους και πολλά πράματα να γνωρίσω.

– Δε γνωρίζει κανείς παρά τα πράματα που ημερώνει, είπε η αλεπού. Οι άνθρωποι δεν έχουν πια καιρό να γνωρίσουν τίποτα. Τ’ αγοράζουν όλα έτοιμα στα εμπορικά. Καθώς όμως δεν υπάρχουν εμπορικά που πουλάνε φίλους, οι άνθρωποι δεν έχουν πια φίλους. Αν θες ένα φίλο, ημέρωσέ με!

– Τι πρέπει να κάνω; είπε ο μικρός πρίγκιπας.

– Πρέπει να έχεις μεγάλη υπομονή, αποκρίθηκε η αλεπού. Θα καθίσεις πρώτα κάπως μακριά μου, έτσι στο χορτάρι. Εγώ θα σε κοιτάζω με την άκρη του ματιού μου κι εσύ δε θα λες τίποτα. Τα λόγια είναι που κάνουν τις παρεξηγήσεις. Αλλά, κάθε μέρα, θα μπορείς να κάθεσαι λιγάκι πιο κοντά…

Την άλλη μέρα ήρθε πάλι ο μικρός πρίγκιπας.

– Θα ‘ταν πιο καλά να έρχεσαι πάντα την ίδια ώρα, είπε η αλεπού. Αν έρχεσαι λόγου χάρη, στις τέσσερις το απόγευμα, εγώ θ’ αρχίζω από τις τρεις να είμαι ευτυχισμένη. Όσο θα περνάει η ώρα, τόσο εγώ θα νιώθω και πιο ευτυχισμένη. Στις τέσσερις πια, δε θα μπορώ να καθίσω και θα τρώγομαι∙ θ’ ανακαλύψω την αξία της ευτυχίας. Αν έρχεσαι όμως όποτε και να’ ναι, δε θα ξέρω ποτέ ποια ώρα να φορέσω στην καρδιά μου τα καλά της…Σ’ όλα χρειάζεται κάποια τελετή.

– Τι είναι τελετή; είπε ο μικρός πρίγκιπας.

– Είναι κι αυτό κάτι που πολύ παραμελήθηκε, είπε η αλεπού. Είναι αυτό που κάνει τη μια μέρα να μη μοιάζει με τις άλλες, τη μια ώρα με τις άλλες ώρες. Οι κυνηγοί μου, λόγου χάρη, έχουν μια τελετή. Κάθε Πέμπτη χορεύουν με τις κοπέλες του χωριού. Γι’ αυτό η Πέμπτη είναι θαυμάσια μέρα! Μπορώ και κάνω μια βόλτα ως τ’ αμπέλι. Αν χόρευαν οι κυνηγοί όποτε και να ‘ναι, όλες οι μέρες θα μοιάζαν μεταξύ τους, κι εγώ δε θα είχα καθόλου διακοπές.

ΜΠ3

Έτσι ο μικρός πρίγκιπας ημέρωσε την αλεπού. Κι όταν κόντευε πια η ώρα που θα χωρίζανε:

– Αχ! είπε η αλεπού. Κλάμα που θα κάνω…

– Εσύ φταις, είπε ο μικρός πρίγκιπας, εγώ δεν ήθελα το κακό σου, μα εσύ θέλησες να σε ημερώσω…

– Ναι, σωστά, είπε η αλεπού.

– Μα τώρα θα κλάψεις! είπε ο μικρός πρίγκιπας.

– Ναι, σωστά, είπε η αλεπού.

– Και τότε τι κέρδισες;

– Κέρδισα, είπε η αλεπού, γιατί μου μένει το χρώμα του σταριού.

 

Γιάννα στις 28 Ιανουαρίου 2018

ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΜΟΥ ΧΡΟΝΙΑ ΤΑ ΠΕΡΑΣΑ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΒΟΥΝΟ-στα μάτια μου τότε πολύ μεγάλο, το δικό μου «Μαγικό Βουνό»-, σε μια επαρχία καμιά πενηνταριά χιλιόμετρα έξω από τη Θεσσαλονίκη, βορειοανατολικά, με το όνομα Σοχός. Οικοκυρά η μάνα μου, έμπορoς ο πατέρας μου. Το τοπίο ήταν αγροτικό, γενναιόδωρο, θυμάμαι στις ίδιες αναλογίες ανθρώπους και ζώα, σπίτια και χωράφια, πολλές καστανιές, πολλές καρυδιές, πολλά καπνοχώραφα, πολλές μπόρες, πολλές ξέρες. Αλλά και πολλές κινηματογραφικές ιστορίες, στην κυριολεξία, αφού ο πατέρας μου είχε σινεμά στην αγορά, από το 1952 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1960. Μπορώ δηλαδή να πω άφοβα ότι τα παιδικά μου χρόνια μοιράστηκαν εξίσου ανάμεσα στον καθαρό αέρα του βουνού και σε εκείνη τη σκοτεινή «θαυματουργή» αίθουσα, όπου παρακολουθούσα με κατάvυξη όλα τα έργα της εποχής. Όσα μας φέρνανε τουλάχιστον. ..

.ΛΙΓΟ-ΠΟΛΥ ΟΛΗ Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΔΟΥΛΕΥΑΜΕ ΣΤΟ ΣΙΝΕΜΑ. Η μάνα μου αλάτιζε κι έψηνε τα σπόρια στο σπίτι, η μια αδελφή μου ήταν στο ταμείο, η άλλη εκτελούσε χρέη ταξιθέτριας, ο αδελφός μου βοηθούσε τον μηχανικό και πουλούσε τα σπόρια και τις λεμονάδες στα διαλείμματα κι εγώ βοηθούσα τον αδελφό μου. Το παρατσούκλι μου εκείνο τον καιρό ήταν «σινεματζού». Για παρατσούκλι μάλλον τιμητικό.

ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ ΗΜΟΥΝ Η ΜΙΚΡΟΤΕΡΗ, ΤΟ ΣΤΕΡΝΟΠΑΙΔΙ, κι αυτό μου έδινε κάποια προνόμια, υποτίθεται, ή με απάλλασσε από κάποιες υποχρεώσεις -όπως το να μη με παίρνουν στα χωράφια, να μην κάνω βαριές δουλειές- που εγώ όμως τότε το θεωρούσα ότι μάλλον δεν με υπολογίζουν. Σηκώνονταν, φέρειπείν, εκείνοι στις τρεις τη νύχτα να πάνε να μαζέψουν τα καπνά κι εγώ σηκωνόμουν από τις δύο και περίμενα σε μιαν άκρη στην αυλή, με καρδιοχτύπι, μπας και με πάρουν «κατά λάθος» μαζί τους. Συνήθως με ξαπόστελναν πάλι μέσα, μου λέγανε να τ” αφήσω αυτά, αλλά καμιά φορά μού κάναν το χατίρι και με παίρνανε. Θυμάμαι εκείνες τις οδοιπορίες μες στη νύχτα, στο πρώτο πρώτο χάραμα, σαν κάτι συναρπαστικό, κάτι που μου έδινε αξία, με «γέμιζε», αν και για κείνους ήταν εξόντωμα να το κάνουν αυτό κάθε πρωί όλο το καλοκαίρι για χρόνια ολόκληρα. Περπατούσαν και σκουντουφλούσαν από τη νύστα, ενώ εγώ εκστασιαζόμουν με τις κραυγές της κουκουβάγιας ή με το πώς στεκόταν στα δυο πισινά της πόδια η vυφίτσα. Ο καθένας με τον πόνο του. Όταν μεγάλωσα λίγο βέβαια άρχισα να σκουντουφλώ κι εγώ πότε πότε.

ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ, ΝΟΜΙΖΩ ΠΩΣ ΔΕΝ ΜΟΥ ΗΤΑΝ ΔΥΣΚΟΛΟ ΝΑ ΞΕΧΩΡΙΣΩ. Όχι επειδή ήμουν καμιά πεντάμορφη ή πανέξυπvη, μα επειδή… τι να πω; ήμουν μάλλον αφηρημένη και δεν με απασχολούσε -απ” όσο μπορώ να ξέρω- ούτε το να ξεχωρίσω ούτε το να μην ξεχωρίσω. Τύχαινε να είμαι καλή σε κάποια πράγματα, π.χ. στις εκθέσειs που έγραφα σε δημοτικό και γυμνάσιο, αλλά ήμουν και πολύ «αδύνατη», ή απλώs τεμπέλα, σε κάποια άλλα, στην αριθμητική, στη γεωμετρία, στη φυσική. Πίστευα ότι αυτά είναι «ψυχρά» πράγματα, πως δεν έχουν να μου πουν πολλά. Αργότερα άλλαξα γνώμη και πλέον μου αρέσει πολύ να ακούω μαθηματικούς και φυσικούς και αστροφυσικούς να λένε τα δικά τους. Μπορεί να μην καταλαβαίνω τι ακριβώς ακούω, πάντως κάτι πιάνω από διαίσθηση. …

ΕΔΙΝΑ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΤΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ και στην ερώτηση του καθηγητή πόσα γραμμάρια έχει το χιλιόγραμμο πελάγωνα. Κι όσο πιo πολύ μού το τόνιζε και το συλλάβιζε -«Το χι-λι-ό-γραμ-μο, παιδί μου, πόσα γραμ-μά-ρι-α έχει»- τόσο πιο πολύ τα έχανα και κοίταζα απελπισμένη μια το πάτωμα, μια αυτόν, μια το ταβάνι. Όχι πως δεν σκέφθηκα να του πω και χίλια -εδώ του είχα πει τους πιο απίθανους αριθμούς-, μα μου φαινόταν πως είναι… πολύ εύκολο, δηλαδή παγίδα, πως το έκανε επίτηδες για να με μπερδέψει, να με δοκιμάσεΙ. Κάποια στιγμή βέβαια είπα και το «χίλια» κι ο άνθρωπος ανέπνευσε. «Άρα και n σαραvταπoδαρoύσα πόσα πόδια έχει;» με ρώτησε ως επιστέγασμα. «Σαράντα» τoυ είπα με την πρώτη. .

ΘΥΜΑΜΑΙ ΝΑ ΓΡΑΦΩ «ΠΡΑΜΑΤΑ» ΑΠ” ΟΤΑΝ ΣΧΕΔΟΝ ΘΥΜΑΜΑΙ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ, έχω καθαρή την εικόνα εκείνη της παιδίσκης και αργότερα έφηβης να καταγίνεται σκυμμένη και με μυστικότητα πάνω από κάποιο χαρτί. Άλλωστε, έμειναν και κάποια τεκμήρια, μερικά μαθητικά τετράδιά μου από το 1958 έωs το 1963, εφτά ωs δώδεκα ετών τότε, όπου από την πίσω μεριά έγραφα τα δικά μου, κάτι φανταστικές ιστοριούλες. Εκείνο το φοβερό καλοκαίρι μάλιστα με τα παιδιά που πέθαιναν στην Μπιάφρα από τηv πείνα -1966 ήταν; 1967;-, εμένα με είχε πιάσει μεγάλη προκοπή. Κάτω από τη μεγάλη ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός τέτοιου παιδιού που έκοψα από τον «Ταχυδρόμο» τηs εποχής και κόλλησα στον τοίχο -πελώρια και συγκλονιστικά τα μάτια του να με κοιτούν κατάματα, τα έχω ακόμα μπροστά μου-, έπιασα «στα σοβαρά» να γράψω ένα μυθιστόρημα! Γέμισα δυο πεvηvτάφυλλα σπιράλ τετράδια, που τα κρατάω ακόμη καταχωνιασμένα κάπου. Το μυθιστόρημα είχε να κάνει με παιδιά γενικότερα -αδέλφια και παραδέλφια από διάφορους γάμους- και με το “ξαφνικό» του θανάτου. Ήταν, ας πούμε, μια ναΐφ εκδοχή των «Λύκων» που θα άρχιζα να γράφω είκοσι χρόνια αργότερα, ένα θέμα παρμένο στη βάση του από την ίδια την οικογένειά μου, και δη εκείνη του παππoύ μου από τη μεριά του πατέρα μου.

ΤΑ ΤΕΤΡΑΔΙΑ ΤΑ ΑΝΟΙΞΑ ΜΙΑ-ΔΥΟ ΦΟΡΕΣ, ΕΡΙΞΑ ΜΙΑ ΠΕΡΙΦΟΒΗ ΜΑΤΙΑ και τα ξανάκλεισα, τα ξανακαταχώνιασα. Με πονούν να τα κοιτώ, αλλά και δεν μου κάνει καρδιά να τα πετάξω, γιατί η παιδική ηλικία όταν μεγαλώνουμε είναι ένας «παράδεισος» που δεν αντέχεται, μας πονάει με τρόπο μοναδικό παρά μας χαροποιεί. Mας μαχαιρώνουν ήσυχα αυτά που πέρασαν για πάντα, είτε καλά ήταν είτε κακά. Προς τι να ταράσσουμε μια τέτοια «ησυχία»; Κάνω το μαχαίρι πένα και πορεύομαι, αλλιώς δεν βγαίνουν πουλιά, όπως θα έλεγε κι ο πατέραs μου. Το βασικό το αίσθημα άλλωστε δεν περνάει, αλλάζει τον εαυτό του, μετασχnματίζεται, μεταμορφώνεται, μα σαν ουσία δεν περνάει, κι έχει πολύ να κάνει μ” εκείνο που «πρωτογνωρίσαμε», Ο καθένας το αντανακλάει και το αναπαράγει με τον τρόπο του.

ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΣΗ, ΜΙΑ ΗΔΟΝΗ ΝΑ ΓΡΑΦΩ, που ούτε ήξερα από πού έρχεται και πού με πάει. Κάπως σαν τα πουλιά που κελαηδούν στα δέντρα. Το συγγραφιλίκι άρχισα να το φαντάζομαι γύρω στα είκοσι πέντε μου, μετά την πρώτη μετανάστευσή μου στην αλλοδαπή, αλλά και πάλι δειλά, με κάποιο φόβο ή αμηχανία, κι αφού είχα γεμίσει ουκ ολίγα τεφτέρια με ιστορίες και διάφορα, που δεν έδειχνα σε κανέναν. Όλοι οι φίλοι μου τότε μυρίζονταν ότι με κάτι καταγίνομαι, κάτι γράφω -με λέγαν «μυρμήγκι»-, αλλά τι και πώς κανείς δεν ήξερε. Η μυστικoπάθειά μου ήταν σχεδόν παροιμιώδης. Κι όταν πια άρχισα να το παίρνω απόφαση ότι αυτός είναι ο δρόμος μου, για κάποιον λόγο δεν ήθελα να βγάλω βιβλίο πριν τα τριάντα τρία μου. Όπερ και συνέβη. Από μικρή στο «αμάρτημα», αλλά στην αγορά αφού μετάλαβα την πρώτη ωριμότητα.

ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑ ΝΑ ΠΩ [ΟΤΙ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕ ΝΑ ΠΑΡΑΤΗΡΩ] ΤΑ ΠΑΝΤΑ, ήμουν ακόρεστη σ” αυτό, ήμουν και διακριτική ωστόσο. Βέβαια είχα, και έχω, τις προτιμήσεις μου, τις εμμονές μου, κι αυτές είναι για κείνα τα αδιόρατα που γλιστρούν απ” το μάτι, ενώ τα έχουμε αιχμαλωτίσει, ή εκείνα που δεν τα πιάνει εύκολα η γλώσσα· αυτά -και οι προεκτάσεις τους- μ” ενδιαφέρουν περισσότερο, με αυτά μοχθώ και αγάλλομαι. Συμφωνώ πάντως μ” εκείνο που λέει ο Μαρκές ότι δεν υπάρχει τίποτα σ” αυτόν ή στον άλλον κόσμο που να είναι άχρηστο για έναν συγγραφέα. Μια παροιμία λέει πως μπέης γίνεσαι, παλικάρι γεννιέσαι. Για τον συγγραφέα -ον μισομαγικό, μισομεθοδικό- θα έλεγα πως γεννιέται και γίνεται εξίσου.

ΥΠΗΡΞΑΝ ΤΡΕΙΣ «ΜΟΙΡΑΙΟΙ» ΔΑΣΚΑΛΟΙ [ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ]. Η δεσποινίς Καλλιρρόη στην Α” Δημοτικού, ο κύριος Αμπατζίδης στην τελευταία τάξη του Λυκείου, μα θα σταθώ τώρα στον τρίτο. Ήμουν δεκαπέντε ή δεκάξι ετών και στο πρώτο μαθητικό εξάμηνο πήρα στα μαθηματικά κάτω από τη βάση. Ανέκαθεν αδύνατη στα μαθηματικά, αλλά αυτό δεν είχε ξαναγίνει, να μην πιάσω ούτε τη βάση, και μου ήρθε πολύ βαρύ. Έφυγαν λοιπόν όλα τα παιδιά απ” το σχολείο, έφυγαν και οι καθηγnτές, κι εγώ κάθισα σε μια γωνία στις σκάλες κι έβαλα τα κλάματα. Πώς θα πάω σπίτΙ, πώs θα πω, τι θα κάνω; Μαύρη απελπισία μ” έδερνε. Ήρθε κοντά μου τότε ένας καθηγητής -είχε ξεμείνει φαίνεται- και με ρώτησε τι έχω. Του είπα, «Εσύ κλαις, βρε Αννούλα. που μας δίνεις τόση χαρά με τις εκθέσεις που γράφεις «μου είπε, «που κάvεις τις ωραίες σκέψεις και μας τις κοιvωvείς;». Με μάγεψε ο λόγos του, με αναπτέρωσε. Συνέχισα να κλαίω, αλλά από συγκίνηση. Άσε που δεν πίστευα ότι μπορούσε να μιλάει έτσι ένας ολόκληρος καθηγητής σε μια μαθήτρια. Έχω να τον δω και να τον ακούσω από “κείνα τα περίεργα κι αλησμόνητα χρόνια, το όνομά του Θανάσης Νικόλτσος, φιλόλογος. Εύχομαι να είναι πάντα καλά.

ΑΠΟ ΜΙΚΡΗ ΕΙΧΑ ΜΙΑ ΣΤΕΝΗ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ «ΚΡΥΜΜΕΝΗ ΖΩΗ» ΤΟΥ ΥΠΝΟΥ. Από ένστικτο, μα και χάρη σε μια υπερήλικη γιαγιά μου ή στην ίδια τη μάνα μου -κυρίως όταν γέρασε κι αυτή-, που συχνά με ρωτούσαν τι όνειρα είδα τη νύχτα που πέρασε. Τα άκουγαν σαν να τα διάβαζαν, σχολίαζαν κάτι ή και τίποτα, πάντως μου κληροδότησαν αυτή τη συμπάθεια ή το δέος για τα όνειρα. Ό,τι κι αν γίνει, έλεγα -και το λέω ακόμα-, εγώ το βράδυ θα ονειρευτώ, θα «φύγω». Είναι για μένα η πιο οικεία, η πιo προσφιλής terra incognita. Πολλές φορές, όταν έρχομαι σε αδιέξοδα, κυρίως αναφορικά με το γράψιμο, έχω την αίσθηση πωs θα βοηθηθώ -έμμεσα βέβαια, υπαινικτικά- από κάποιο όνειρο. Και σπανίως διαψεύδομαι. Επωφελούμαι από τους «τρόπους» του ονείρου, όπως επωφελείται κανείς από έναν καλό δάσκαλο που διαπρέπει στην αφάνεια. Εδώ που τα λέμε, είναι η πιo αναφαίρετη ταυτότητά μας.

[ΦΟΒΙΑ...]ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΑΝ ΗΤΑΝ ΦΟΒΙΑ ΑΚΡΙΒΩΣ, ΜΑ ΚΑΙ ΤΙ ΑΛΛΟ ήταν δεν μπορώ να πω. Όταν ανέβαινα ή κατέβαινα εκείνη την ξύλινη μεγάλη σκάλα στο σπίτι μας, κυρίως από το σούρουπο και μετά. Πριν φτάσω στη μέση, όλα άλλαζαν, νόμιζα πωs μια «σκιά» με κυνηγάει και τσακιζόμουν να προλάβω ν” ανέβω ή να κατέβω πριν με πιάσει! Κράτησε καιρό αυτό, ίσως και χρόνια. Απορώ ακόμα πώς δεν έσπασα τα μούτρα μου καμιά φορά, πώς τη γλίτωσα. Τη φέρνω στη σκέψη μου εκείνη τη σκιά όπως αν πρόκειται για κάποιο ζωντανό πρόσωπο. Δεν μου είναι πλέον καθόλου εχθρική ή απειλητική. Αλλά το ρίγος, ρίγος.

ΑΝ ΗΤΑΝ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΞΑΝΑΓΥΡΙΣΩ Σ” ΕΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ, δεν θα ήθελα ν” αλλάξω] παρακαλώ τίποτα. Ούτε και θα ήθελα ακριβώς να ξαναγυρίσω, δεν βρίσκω νόημα σε τέτοιες σκέψεις ή υποθέσεις. Φρονώ πως δεν υπάρχει «χρυσό ψαλίδι» για ό,τι ήταν όπως ήταν και μας μίλησε όπως μας μίλησε. Η «χρυσή πένα», αν υπάρχει, είναι μια άλλη ιστορία.

Yianna Το κείμενο είναι από συνομιλία της Ζυράννας Ζατέλη με την Ευγενία Φακίνου

Γιάννα στις 28 Ιανουαρίου 2018

Τραγούδι (Eskimo)

Και ξαναθυμάμαι τις μικρές μου περιπέτειες. Όταν ξανοίχτηκα με ένα θαλασσινό άνεμο στο καγιάκ μου και νόμισα πως κινδύνευα. Οι φόβοι μου που θεωρούσα μεγάλους για όλα τα επίγεια που έπρεπε να βρω και να αποκτήσω. Κι όμως υπάρχει μόνο ένα μεγάλο πράγμα το σπουδαιότερο πράγμα: να ζήσω για να δω στα καλύβια και στα ταξίδια τη μεγάλη μέρα που ξημερώνει και το φως που γεμίζει τη γη.

Εκλιπαρώντας την ανάσα (Zuni)

Εκλιπαρώντας την ανάσα του θεού τη ζωοδότρα ανάσα του την αρχαία ανάσα του την ανάσα των νερών την ανάσα των σπόρων την ανάσα των αγαθών την ανάσα της γονιμότητας την ανάσα της δύναμης την ανάσα του δυνατού πνεύματος την ανάσα κάθε ευτυχίας ζητώντας την ανάσα του και μέσα στο ζεστό μου σώμα τραβώντας την ανάσα του τη φυσάω στην ανάσα σου ευτυχισμένες πάντα για να ζεις.

Φιλία (Aztec)

Σαν φτερό από κετζάλ*, σαν ευωδιαστό λουλούδι λάμπει η φιλία: σαν φτερά ερωδιού υφαίνεται γεμάτη στολίδια. Το τραγούδι μας είναι φωνή πουλιού σαν κουδουνάκι: Τι όμορφα που κάνεις κι αντηχεί! Εδώ, ανάμεσα στα λουλούδια που μας περικλείουν ανάμεσα στα ανθισμένα λουλούδια, τραγουδάς. * Σ.τ.μ.: Εξωτικό πουλί

Λόγια της μητέρας στο νεογέννητο γιο της την ώρα που κόβει τον ομφάλιο λώρο (Aztec)

Κόβω από την κοιλιά σου τον αφαλό: να ξέρεις πως ο τόπος που γεννήθηκες δεν είναι η πατρίδα σου, γιατί είσαι υπηρέτης και πολεμιστής, είσαι το πουλί που λέγεται κετζάλ, είσαι το πουλί που λέγεται ζακουάν, είσαι υπηρέτης και πολεμιστής Εκείνου που κατοικεί σε Όλους τους Τόπους. Το σπίτι που γεννήθηκες δεν είναι παρά η φωλιά σου. Είναι ένας σταθμός στο δρόμο σου. Είναι το σημείο εισόδου σου στον κόσμο. Εδώ ξεπήδησες, εδώ άνθισες. Εδώ αποχωρίζεσαι τη μάνα σου σαν το πελεκούδι που κόπηκε απ’ την πέτρα.

Σε μια αγαπημένη γυναίκα (Otomi)

Στον ουρανό ένα φεγγάρι· στο πρόσωπο σου ένα στόμα. Στον ουρανό πολλά άστρα· στο πρόσωπο σου μόνο δύο μάτια.

Τραγούδι ονείρου (Papago)

Εκεί που διασταυρώνονται τα βουνά. Στην κορυφή του βουνού, ούτε ξέρω που. Περιπλανήθηκα εκεί που το μυαλό και η καρδιά μου έμοιαζαν χαμένα. Έφυγα μακριά.

Γιάννα στις 28 Ιανουαρίου 2018

1. Ακούστε τη σοφία του σώματός σας, η οποία εκφράζεται με σημάδια άνεσης ή δυσφορίας. Όταν επιλέγετε μια συγκεκριμένη συμπεριφορά, να ρωτάτε το σώμα σας, «Πώς νιώθεις με αυτό;» Αν το σώμα σας σάς δώσει ένα σημάδι σωματικής ή συναισθηματικής δυσφορίας, να έχετε το νου σας. Αν το σώμα σας σάς δώσει ένα σημάδι άνεσης και ανυπομονησίας, προχωρήστε.

2. Να ζείτε στον παρόντα χρόνο, επειδή αυτός είναι ο μόνος χρόνος που έχετε. Να έχετε την προσοχή σας σε ό,τι συμβαίνει εδώ και τώρα· ψάξτε για την ολότητα της κάθε στιγμής. Αποδεχθείτε ολοκληρωτικά ό,τι έρχεται προς εσάς ώστε να μπορέσετε να το εκτιμήσετε, να διδαχθείτε από αυτό κι έπειτα να το απελευθερώσετε. Το παρόν είναι όπως πρέπει να είναι. Αντικατοπτρίζει τους άπειρους Νόμους της Φύσης οι οποίοι σάς έχουν φέρει αυτές τις σκέψεις, αυτή τη σωματική αντίδραση. Η στιγμή είναι όπως είναι επειδή το σύμπαν είναι όπως είναι. Μην αντιστέκεστε στο απεριόριστο σχέδιο των πραγμάτων. Αντιθέτως, γίνετε ένα μαζί του.

3. Πάρτε λίγο χρόνο να μείνετε στη σιωπή, να διαλογιστείτε, να σιωπήσετε τον εσωτερικό διάλογο.Σε στιγμές σιωπής, συνειδητοποιήστε πως επικοινωνείτε με την πηγή της αγνής επίγνωσής σας. Δώστε προσοχή στην εσωτερική ζωή σας ώστε να σάς καθοδηγεί η διαίσθησή σας και να μην αποδέχεστε εξωτερικές επεξηγήσεις για το τι είναι και τι δεν είναι καλό για εσάς.

4. Παραιτηθείτε από την ανάγκη για έγκριση από τους άλλους. Μονάχα εσείς μπορείτε να κρίνετε την αξία σας και ο σκοπός είναι να ανακαλύψετε την απεριόριστη αξία του εαυτού σας, άσχετα με το τι σκέφτονται οι άλλοι. Υπάρχει μεγάλη ελευθερία σε αυτή τη συνειδητοποίηση. Όταν συνειδητοποιείτε πως αντιδράτε με θυμό ή εναντίωση σε κάποιον άνθρωπο ή σε μια κατάσταση, καταλάβετε πως το μόνο που κάνετε είναι να πολεμάτε τον εαυτό σας. Το να σταματήσετε να αντιστέκεστε είναι η απάντηση στις άμυνες που έχουν δημιουργηθεί από παλιές πληγές.

5. Όταν παραιτηθείτε από τον θυμό, θα θεραπεύσετε τον εαυτό σας και θα συνεργαστείτε με τη ροή του σύμπαντος.

6. Να ξέρετε πως ο κόσμος «εκεί έξω» αντικατοπτρίζει την πραγματικότητά σας «εδώ μέσα». Οι άνθρωποι στους οποίους αντιδράτε πιο έντονα, είτε είναι από αγάπη είτε από θυμό, αποτελούν προβολές του εσωτερικού σας κόσμου. Αυτό που μισείτε περισσότερο είναι αυτό που αρνείστε περισσότερο στον εαυτό σας. Αυτό που αγαπάτε περισσότερο είναι αυτό που επιθυμείτε περισσότερο για τον εαυτό σας. Χρησιμοποιείστε τον καθρέφτη των σχέσεων για να καθοδηγήσει την εξέλιξή σας. Ο σκοπός είναι η ολοκληρωτική αυτογνωσία. Όταν το καταφέρετε αυτό, ό,τι επιθυμείτε περισσότερο για τον εαυτό σας θα έρθει αυτόματα και αυτό που αντιπαθείτε περισσότερο, θα εξαφανιστεί.

7. Αποτινάξτε το βάρος της κατάκρισης και θα νιώσετε πολύ ανάλαφροι. Η κατάκριση επιβάλλει το σωστό ή το λάθος σε καταστάσεις που απλά υπάρχουν. Τα πάντα μπορούν να κατανοηθούν και να συγχωρηθούν, όταν όμως κατακρίνετε κόβετε την κατανόηση και σταματάτε τη διαδικασία του να μάθετε να αγαπάτε. Κατακρίνοντας άλλους, αντικατοπτρίζετε την έλλειψη αυτοαποδοχής σας. Να θυμάστε πως κάθε άνθρωπος που συγχωρείτε, προσθέτει κάτι στην αγάπη για τον εαυτό σας.

8. Μη μολύνετε το σώμα σας με τοξίνες, είτε μέσω των τροφών είτε μέσω τοξικών συναισθημάτων.Το σώμα σας είναι πολλά περισσότερα από ένα σύστημα διατήρησης της ζωής. Είναι το όχημα που σας μεταφέρει στο ταξίδι της εξέλιξής σας. Η υγεία κάθε κυττάρου συμβάλλει άμεσα στην κατάσταση της ευημερίας σας, επειδή κάθε κύτταρο είναι ένα σημείο επίγνωσης μέσα στο πεδίο της επίγνωσης που είστε εσείς.

9. Αντικαταστήστε τη συμπεριφορά σας που πηγάζει από τον φόβο με μια συμπεριφορά που πηγάζει από την αγάπη. Ο φόβος είναι προϊόν της μνήμης και κατοικεί στο παρελθόν. Ενθυμούμενοι κάτι που μας πλήγωσε στο παρελθόν, κατευθύνουμε τις πράξεις μας προς το να βεβαιωθούμε ότι ένα παλιό τραύμα δεν θα επαναληφθεί. Η προσπάθειά μας να επιβάλλουμε το παρελθόν στο παρόν, δεν θα σβήσει ποτέ την απειλή να πληγωθούμε ξανά. Αυτό θα συμβεί μονάχα όταν βρούμε την ασφάλεια στην ύπαρξή μας, που είναι η αγάπη. Με κίνητρο την εσωτερική σας αλήθεια, μπορείτε να αντιμετωπίσετε κάθε απειλή γιατί η εσωτερική σας δύναμη είναι άτρωτη απέναντι στον φόβο.

10. Καταλάβετε πως ο φυσικός κόσμος είναι απλά ένας καθρέφτης μιας βαθύτερης ευφυΐας. Η ευφυΐα είναι ο αόρατος οργανωτής όλης της ύλης και της ενέργειας και αφού ένα κομμάτι αυτής της ευφυΐας βρίσκεται μέσα σας, μετέχετε κι εσείς στην οργανωτική δύναμη του σύμπαντος. Επειδή αποτελείτε αναπόσπαστο κομμάτι των πάντων, απαγορεύεται να μολύνετε τον αέρα και το νερό του πλανήτη. Σε ένα βαθύτερο επίπεδο όμως, δεν μπορείτε να ζείτε με έναν τοξικό νου, επειδή κάθε σας σκέψη επιδρά σε ολόκληρο το πεδίο της ευφυΐας. Το να ζείτε με ισορροπία και αγνότητα είναι το υψηλότερο καλό για εσάς και τη Γη