Διαχειριστής στις 4 Φεβρουαρίου 2020

Είμαστε οι Φίλοι της Ανέλιξης. Και… συναντηθήκαμε λίγα χρόνια πριν με όραμα τη δημιουργία ενός ιστότοπου… Ενός χώρου όπου όλοι θα βρισκόμαστε για να επικοινωνούμε και να μοιραζόμαστε αυτά που νιώθουμε, ακούμε, βλέπουμε, διαβάζουμε, κουβεντιάζουμε και αγαπάμε…

 

Η μικρή παρέα μεγάλωσε… και έγινε μια οικογένεια με ανοιχτή την αγκαλιά που σας προσκαλεί να γίνετε κι εσείς μέλη της.

 

Ελάτε, λοιπόν, να ταξιδέψετε μαζί μας διαβάζοντας τα άρθρα που δημοσιεύουμε ή αποστέλλοντάς μας κι εσείς τα κείμενα που αγαπάτε.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 24 Οκτωβρίου 2020

Aπό τον Μανώλη Μπαρδάνη

Το σαλόνι του σπιτιού μας, ήταν και η κρεβατοκάμαρά μας. Ένας καναπές για τον μικρό μου αδελφό, ένα μπαουλοντίβανο κολλητά στο παράθυρο για μένα κι ένα ντιβάνι στον απέναντι τοίχο για την αδελφή μου, σχηματίζανε ένα μεγάλο Π. Στην βάση του μια ξύλινη ντουλάπα με καθρέφτη και κολλητά της μια συρταριέρα. Εκεί, πάνω στη συρταριέρα, έμελλε να τοποθετηθεί μία από τις πρώτες τηλεοράσεις που ήρθαν στο χωριό. Εκείνη την εποχή ένας θείος του πατέρα μου και αδελφός της γιαγιάς μου, στρατηγός ε.α. ήταν πρόεδρος του ΟΠΑΠ και μέσω αυτής του της ιδιότητας είχαμε την τύχη ν αποκτήσουμε το μαγικό κουτί σαν δώρο. Όλες οι γυναίκες της γειτονιάς και όχι μόνο μαζευόταν στη σάλα μας το βράδυ για να δουν πότε τον «Άγνωστο πόλεμο» και πότε τους «Εμπόρους των εθνών». Εμείς τα παιδιά είχαμε πέσει ήδη για ύπνο. Οι καρέκλες που είχαμε φυσικά δεν έφθαναν για να εξυπηρετήσουν τις γειτόνισσες και έτσι τα κρεβάτια μας γινόταν και καθίσματά τους. Εμένα το κρεβάτι μου χωρούσε πέντε, με την μία να κάθεται η μισή πάνω στο μαξιλάρι μου. Φυσικά δεν μπορούσα να δω τίποτα στην τηλεόραση καθότι κότσοι, πλάτες, πισινοί μου έκρυβαν τη θέα. Δυστυχώς όμως δεν μπορούσα και να κοιμηθώ. Οι μισές απ τις γειτόνισσες ήταν και κουφές και έπρεπε ο ήχος να είναι στη διαπασών. Συγχρόνως δεν σταματούσαν να μιλάνε δυνατά, περιγράφοντας τις σκηνές που έβλεπαν:
– Μωρή λες οι Γερμαναράδες να σκοτώσουνε το γιό του Ψάχου;
– Μπα. Ο θείος του ο Βαρτάνης να δεις που θα τόνε σώσει.
Εκεί ακούγεται η φωνή της γιαγιάς μου, της αδελφής του δωρητή της τηλεόρασης.
– Να ξέρετε πως το όνομα Βαρτάνης του το δώκανε για τον αδελφό μου το στρατηγό Βαρδάνη.
Δεν δίνουν σημασία στο κόρδωμα της, γιατί η σκηνή έχει μεγάλη αγωνία και οι γειτόνισσες χτυπάνε άλλες τα γόνατα και άλλες τα μάγουλά τους, παρακαλώντας συγχρόνως την Παναγία να σώσει το παλληκάρι. Όταν δε τύχαινε ν ακουστεί και κανένας πυροβολισμός, μαζί με τις κραυγές τρόμου και αγωνίας τα σώματά τους τινάζονταν πάνω στο κρεβάτι μου. Εννοείται πως η γειτόνισσα που κάθεται στο μαξιλάρι μου, μου έχει ρίξει αρκετές σφαλιάρες και αγκωνιές ακούσιες με το αριστερό της χέρι, μέχρι το τέλος του επεισοδίου.
Στην άλλη σειρά, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, το σκηνικό είναι διαφορετικό. Τα επεισόδια εμπεριέχουν έρωτα, πάθος, μοιχεία και η αντίδραση των τηλεθεατών αλλάζει.
– Ω που να τσ έρθει το γλυκύ τζη μα ήντα ομορφιά είναι που την έχει η Αυγούστα!
– Ια να δεις που θα την κλέψει ο Ενετός!
– Ναι. Κλέψιμο χρειάζεται! Δε θωρείς πως λιώνει η καμοχείλα;
– Και θ αφήσει τον Αξώτη για το Μάρκο;
– Άμα το νιτερέσο ντου δε δουλεύγει ήντα να κάμει η καλότυχη;
Ξαφνικά τα γέλια που ακολούθησαν την τελευταία φράση σταματούν απότομα. Απόλυτη σιωπή στη σάλα. Μόνο η μουσική ακούγεται από την τηλεόραση. Εγώ έχω κλείσει τα μάτια πιστεύοντας πως τελειώνει το επεισόδιο και ότι επιτέλους θα κοιμηθώ. Η γειτόνισσα όμως που κάθεται στο προσκεφάλι μου είναι αρκετά ανήσυχη. Κουνάει συνεχώς το αριστερό της πόδι σείοντας ελαφρώς το κρεβάτι μου. Αντιλαμβάνομαι όμως πως το στρώμα μου κουνιέται από παντού. Ναι. Όλες οι γειτόνισσες που κάθονταν στο κρεβάτι μου είχαν την ίδια ανησυχία. Υπήρχε μια παράξενη κινητικότητα. Ανασηκώνομαι λίγο προσπαθώντας να καταλάβω τι βλέπουν τόσην ώρα και δεν μιλάνε. Ωωωωω!!! Ο Σανούδος φιλιέται παθιασμένα με την Αυγούστα. Σκηνή πρωτόγνωρη για τα ήθη του χωριού την εποχή εκείνη, αλλά σαφώς άκρως ερεθιστική για τις γειτόνισσες.
Κάπου εκεί ακούστηκε και η φωνή του Ξυλούρη –λυτρωτική για μένα- να τραγουδάει και να σηματοδοτεί το τέλος του επεισοδίου.

Την επομένη η μάνα μου είχε αναλάβει να βράσει κόλλυβα για το μνημόσυνο του πεθερού της. Του πάππου μου. Ήταν πρώτη φορά απ’ όσο θυμάμαι που θα γινόταν κάτι τέτοιο στο σπίτι μας.
Τα μνημόσυνα στο χωριό μου είναι μια ιεροτελεστία. Την παραμονή της τελετουργίας, στο σπίτι του μνημονευόμενου η γυναίκα βράζει το σιτάρι. Το κόλλυβο. Στη συνέχεια μαζεύονται οι γυναίκες της γειτονιάς και με μια τρυπητή κουτάλα μεταφέρουν λίγα βρασμένα κόλλυβα από τον τέντζερη στο μέρος που θα στεγνώσουν, ψιθυρίζοντας λόγια συγχώρεσης και για τον δικό τους πεθαμένο. Όλη η διαδικασία αυτή λέγεται «το χύσιμο του κόλλυβου», αλλά έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το πώς μαθαίνουν οι γειτόνισσες για τον τόπο και την ώρα του χυσίματος και ακόμα μεγαλύτερο για κάποιον –όπως εγώ- που δεν το γνωρίζει.
Η μάνα βγαίνει στην αυλή και φωνάζει στη θεία μας
– Ω Βδοκιά θα ‘ρθεις να χύσεις;
– Μα ήντα ώρα χύνεται;
– Κατά το μεσημέρι. Πες το και τση Βούλας.
– Ω Βούλα. Το μεσημέρι χύνομε στς Αννέζας. Θα ‘ρθεις να χύσεις λέει και συ;

Για αρκετή ώρα το παραπάνω ρήμα ακούγεται από τα στόματα των γυναικών σε όλους τους χρόνους, τις φωνές, τις εγκλίσεις και τα πρόσωπα.
Παναγιά μου! Τι θα γίνει το μεσημέρι στο σπίτι μας; Αμέσως στη σκέψη μου έρχεται η χθεσινοβραδινή σκηνή με το φιλί στην τηλεόραση και το τρεμούλιασμα των γυναικών. Η φαντασία μου καλπάζει ασταμάτητα, πλέκοντας συγχρόνως σατανικά σενάρια. Μεσημέρι επιτέλους και κάθομαι στο σετζάκι της αυλής μας. Πρώτη έρχεται η θεία μου η Βδοκιά με τη μάνα της τη Μαρκούλα. Είχε χάσει πρόσφατα τον αδελφό της και συνεχώς τα μάτια της ήταν δακρυσμένα, ενώ η μάνα της αναφωνούσε με πόνο «Ώχου υιέ μου». Στη συνέχεια έρχεται η Βδοκιά του Σμανωλάκη, η Βούλα του Νικόλαου, η γριά Θανασία, η Βδοκιά του Χορευτή, η Πετρινιά, η Μπαστώνα, η Σοφία του παπά Στεφάνου, η Κατερίνα τση Παρασκουνιάς, η Τσαϊνοσοφκιά, η Πασκού, η Καλλή και η Σοφκιά του Φλωράκη, η Βδοκιά του Γλεζοιώργη, η Κική του Μαρθαίου, η Μαϊδανορήνη και άλλες πολλές. Προφανώς άρχισε να γίνεται το αδιαχώρητο στο μαερειό μας και οι γειτόνισσες σιγά-σιγά αποχωρούσαν. Όλες ήταν κλαμένες με τα μάτια τους κόκκινα και πρησμένα. Μα τόσο πόνο και θρήνο προκαλεί πια αυτό το χύσιμο; Κάποιες στιγμές συναντιόταν αυτές που έβγαιναν μ αυτές έμπαιναν και οι διάλογοι που άκουγα στ αυτιά μου εμπλούτιζαν τα σενάριά μου με σκηνές απείρου κάλους:
– Ω Μαριά μα ήχυσες;
– Ναι ω Ρήνη, για τον Πέτρο και το Ιάννη κι εξέχασα να χύσω ια το Νικόλα και να χαρείς τα παιδιά σου χύσε μια κουταλιά ια πάρτη ντου.
Πάνω που προσπαθώ να αναπροσαρμόσω τα σενάριά μου με τα νέα δεδομένα από τον διάλογο που άκουσα, προβαίνει στην πόρτα της αυλής ο Μαστροδημήτρης κρατώντας την μαγκούρα του. Γείτονας ηλικιωμένος, ασπρομάλλης, σεβάσμιος και με σοβαρό πρόβλημα στην ακοή του. Με χαιρετάει και κατευθύνεται προς την πόρτα του μαερειού μας. Εκεί τον σταματάνε οι δύο γειτόνισσες που κουβέντιαζαν πριν.
Με δυνατή φωνή του απευθύνεται η Μαριά:
– Καλώς το Μαστροδημήτρη. Μα ια που το ‘βαλες;
– Ψάχνω τη υναίκα μου ια να μου δώσει τα κλειδιά του κατωϊού να ταίσω τη σκρόφα με τα ουρνάκια ιατί έχουνε να φάνε από χτες και θα φάει το ‘να τ’ άλλο.
– Πρέπει να χύνει εουτή την ώρα
– Εεεεεε;
Με πολύ πιο δυνατή φωνή:
– Πρέπει λέω να χύνει, μόνου άστηνε να ‘χει το μυαλό τζη εκεί. Σε πέντε λεφτά θα ‘χει τελειώσει και θα ‘ρθει.
– Ας μου δώσει εμένα τα κλειδιά κι ύστερα ας κάτσει να χύνει όσην ώρα θέλει.
Με τα τελευταία του λόγια σπρώχνει την πόρτα του μαερειού και εισέρχεται. Ακούγεται η δυνατή φωνή της μάνας μου να τον καλωσορίζει και κατόπιν ακούγεται η γυναίκα του η Βδοκιά, με εκκωφαντική φωνή να του λέει:
– Πενήντα χρόνια κοιμούμεστα στο ίδιο κρεβάτι και δεν ήμαθες ακόμα πως….
Ξαφνικά ακούγονται όλες οι γυναίκες που βρίσκονται μέσα να συμπληρώνουν τη φράση, φωνάζοντας δυνατά:
– Οι άντρες δεν χύνουσι.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 18 Οκτωβρίου 2020

Οδυσσέας

Ο μέγας άνδρας γύρισε την πλάτη στο νησί.

Τώρα πια δεν θα πεθάνει στον παράδεισο

ούτε θ’ ακούσει ξανά

τα λαούτα του παραδείσου πλάι στις ελιές,

στις διαυγείς τις λίμνες κάτω απ’ τα κυπαρίσσια. Ο χρόνος

τώρα ξεκινά, και ακούει ξανά

εκείνον τον παλμό που είναι της θάλασσας

η αφήγηση, την αυγή, με το δυνατότερο τράβηγμα του νερού.

Ό,τι μας έφερε ως εδώ

μακριά θα μας πάρει – το καράβι μας

λικνίζεται στα μαύρα του λιμανιού τα νερά.

Το ξόρκι έχει λήξει.

Δώσ’ του πίσω τη ζωή του

Θάλασσα, εσύ που μόνον εμπρός προχωράς.

*

Τηλεσκόπιο

Υπάρχει μια στιγμή αφότου κινήσεις το μάτι σου

όπου ξεχνάς πού είσαι

γιατί έζησες, φαίνεται,

κάπου αλλού, στη σιγή του νυχτερινού ουρανού.

Σταμάτησες να βρίσκεσαι εδώ στον κόσμο.

Βρίσκεσαι κάπου αλλού,

όπου η ανθρώπινη ζωή δεν έχει αξία.

Δεν είσαι ένα ενσώματο πλάσμα.

Υπάρχεις όπως υπάρχουν τ’ αστέρια,

μετέχοντας στην ακινησία τους,

στην απεραντοσύνη τους.

Κι έπειτα είσαι στον κόσμο ξανά.

Νύχτα, σ’ έναν κρύο λόφο,

αποσυναρμολογώντας το τηλεσκόπιο.

Καταλαβαίνεις πια

πως δεν είναι η εικόνα ψευδής

μα ο συσχετισμός.

Βλέπεις ξανά πόσο μακριά

το κάθε τι βρίσκεται απ’ το άλλο.

*

Οκτώβριος (6)

Η λαμπρότητα της μέρας γίνεται

η λαμπρότητα της νύχτας·

η φωτιά γίνεται καθρέφτης.

Η φίλη μου η γη πικραμένη – νομίζω

το φως την απογοήτευσε.

Πικραμένη ή αποκαμωμένη, δύσκολο να διακρίνω.

Ανάμεσα σ’ εκείνην και τον ήλιο

κάτι έχει τελειώσει.

Θέλει πια την ησυχία της –

νομίζω πρέπει να σταματήσουμε

να ζητάμε την επιβεβαίωσή της.

Πάνω από τους αγρούς

πάνω από τις στέγες των σπιτιών του χωριού

η λαμπρότητα που έκανε τη ζωή υπαρκτή

γίνεται κρύα αστέρια.

Στάσου ακίνητος και δες –

τίποτα δεν δίνουν τίποτα δεν ζητούν.

Μέσ’ απ’ της γης

την πικρή την ντροπή, την παγωνιά και τη στειρότητα

η φίλη μου η σελήνη ανατέλλει –

είναι όμορφη, αλλά και πότε δεν ήταν;

*

Η άγρια ίριδα

Στο τέρμα του μαρτυρίου μου

υπήρχε μία πόρτα.

Ακούστε με – αυτό που λέτε θάνατο

θυμάμαι.

Ψιθύρους ψηλά και τα κλαριά του πεύκου ν’ αλλάζουν.

Έπειτα τίποτα. Ο αδύναμος ήλιος

τρεμόσβηνε στην ξερή επιφάνεια.

Απαίσιο να επιβιώνεις

συνείδηση

στη σκοτεινή τη γη θαμμένη.

Κι έπειτα τέλειωσε – αυτό που φοβάστε,

την ψυχή ανήμπορη

να μιλήσει, σβήνοντας απότομα, με την άκαμπτη γη

να λυγίζει για λίγο. Κι αυτό που νόμιζα πως ήταν

πουλιά που πετούσαν σε θάμνους χαμηλά.

Σ’ εσάς που δεν θυμάστε

το πέρασμα του άλλου κόσμου

λέω πως μπορούσα να μιλήσω ξανά – ό,τι

επιστρέφει από την λήθη επιστρέφει

για να βρει μια φωνή –

από το κέντρο της ζωής μου φάνηκε

η μεγάλη πηγή, μαβιές σκιές

στα γαλανά της θάλασσας νερά.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 13 Οκτωβρίου 2020

Aπό την Μαρία

Παγκόσμια μέρα Ψυχικής υγείας

.Ο διπλανός μου είναι ένας άνθρωπος που ταξιδεύει. Προτού πλαγιάσουμε στο θάλαμο για να κοιμηθούμε, βγάνει από τις τσέπες του ένα σωρό παλιόχαρτα και ατελείωτα κουβάρια σπάγγους, πακετάρει μεθοδικά το κρεβάτι του, τα ρούχα, τα παπούτσια του και μας λέει αντί για καληνύχτα «καλή αντάμωση». Ταξιδεύει, πάει στη Λειψία, στο Παρίσι, στο Βερολίνο, στην Αίγυπτο, Ινδίες, Μαρόκο… Επιτρέπεται ο πρώτος τυχών νοσοκομάκος με ένα σκούντημα να ξυπνάει και να ξαναφέρνει πάλι πίσω στο Δρομοκαΐτειο τον άνθρωπο που του δόθηκε με λίγα παλιόχορτα και κάτι σπάγγους να ταξιδεύει σαν το πουλί, να κάνει κάθε νύχτα κι από ένα θείο ταξίδι; Μια φορά που τον εξύπνησεν απότομα ο νοσοκόμος, του φώναξε απελπισμένα: -Άσε με, για το Θεό, χάνω το τρένο!
Είναι σύστημα αυτό, είναι κούρα αυτή, να παίρνουν τη μόνη ευτυχία που απομένει στον τρελό; Τον γιατρεύουμε, μας λένε. Μπράβο! Κι όταν γίνει καλά, θα ξανακάνει ποτέ του ταξίδι με ένα κομμάτι σπάγγο;”

Ρώμος Φιλύρας ,Ο Ποιητής του Ψυχιατρείου

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 19 Σεπτεμβρίου 2020

Από την Κυριακή

“Αν ο Χριστός χτυπήσει την πόρτα σας, θα τον αναγνωρίσετε;.

Θα έλθει ίσως σαν άλλοτε φτωχός.

Κι αποδιωγμένος.

Σαν ένας εργάτης,

Σαν ένας άεργος

Η ένας απεργός που αγωνίζεται σε δίκαιη απεργία.

Μπορεί να είναι ασφαλιστής

Κι ακόμη πωλητής ανεμιστήρων…

Θ’ ανεβαίνει, αδιάκοπα σκαλοπάτια,

Θα σταματά σε κεφαλόσκαλα

Μ΄ ένα χαμόγελο γλυκό

Στο θλιμμένο του πρόσωπο…

Μα το κατώφλι σας είναι τόσο σκοτεινό…

Άλλωστε, πως να δεις το χαμόγελο αυτών που διώχνεις!

«Δεν μ’ ενδιαφέρει…», θα πείτε,

πριν ακόμη τον ακούσετε.

Κι αν βγει η μικρή σας υπηρέτρια, θα επαναλάβει το μάθημά της:

«Η κυρία έχει τους φτωχούς της»

και θα βροντήξει την πόρτα

καταπρόσωπο στον Φτωχό

που είναι ο ίδιος ο Σωτήρας.

Μπορεί ακόμη να είναι πρόσφυγας,

Ένας από τα δεκαπέντε εκατομμύρια προσφύγων,

Με κάποιο διαβατήριο του Ο.Η.Ε. στο χέρι,

Ένας από αυτούς που κανείς δεν τους θέλει

Και που περιπλανιούνται σ’ αυτή την έρημο,

Τον Κόσμο,

Ένας από εκείνους που πρέπει να πεθάνουν,

«γιατί κανείς δεν ξέρει από που έρχονται
άνθρωποι σαν κι αυτούς…».

Μπορεί να είναι κάποιος μαύρος,

Στην Αμερική,

Ένας νέγρος, όπως τον λεν,

Που κατάκοπος ζητιανεύει άσυλο μες στα ξενοδοχεία της Νέας Υόρκη,

Σαν άλλοτε, στην Ναζαρέτ,

Η Παναγία.

Αν ο Χριστός χτυπήσει αύριο την πόρτα σας, θα τον αναγνωρίσετε;

Θα έχει όψη κουρασμένη,

Καθώς είναι εξαντλημένος,

Συντριμμένος,

Αφού πρέπει να βαστάζει

Όλα τα βάσανα της γης…

Πρόσεξε!…Κανείς δεν δίνει δουλειά

Σ’ έναν τόσο κουρασμένο…

Καθώς μάλιστα αν Τον ρωτήσεις:

«Τι ξέρεις να κάνης;»

Δεν μπορεί ν’ απαντήσει: όλα.

«Από που έρχεσαι;»

Δεν μπορεί να σου πει: από παντού.

«Τι θέλεις να κερδίσεις:»

Δεν μπορεί να πει: εσάς!

Έτσι, θα ξαναφύγει,

πιο κουρασμένος και συντριμμένος,

παίρνοντας μαζί Του, μες στα γυμνά Του χέρια,

την Ειρήνη.”

  1. Ραούλ Φολλερώ,Αν ο Χριστός αύριο χτυπήσει την πόρτα σας…θα τον αναγνωρίσετε;
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 11 Σεπτεμβρίου 2020

Aπό τον Μανώλη Μπαρδάνη

  • Ο Καρκός ήταν η εξοχή μας. Η άνοιξη και το φθινόπωρό μας. Αχ εκείνα τα Σάββατα του Μάη του Ιούνη και του Σεπτέμβρη! Ήταν τα μόνα που δεν δυσφορούσα απ το πρωϊνό ξύπνημα. 6:30’ εγερτήριο. Ο πάππος σαμαρώνει τον γάϊδαρό του και η μάνα ετοιμάζει κολατσιό και μεσημεριανό για να τα πάρουμε μαζί. Ο πάππος καβαλικεύει βρακοφόρος με την μαγκούρα του παραμάσχαλα κάνοντας τον σταυρό του και ξεκινάει. Εγώ ακολουθώ. Η Μάνα, μας σταυρώνει ψιθυρίζοντας διάφορες προσευχές και στο τέλος πιο δυνατά ακούγεται η φράση «η ευκή του Χριστού αμπρουστά σας κι από πίσω σας». Εγώ καμαρώνω τον πάππο πάνω στον γάιδαρο. Αγέρωχος, λεβέντης και προσηλωμένος στο μονοπάτι της διαδρομής. Έτσι όπως τον είχα ηρωοποιήσει στο μυαλό μου, νόμιζα πως ήταν κάτι μεταξύ του Δον Κιχώτη και του Ανδρέα Μιαούλη.
    Καρκό λέγαμε μια έκταση καμιά ογδονταριά στρεμμάτων στο πέρα χωριό, στο νοτιοδυτικό κομμάτι του βουνού «Κορακιά» και σε απόσταση περίπου μιας ώρας. Ο πάππος μου είχε ένα σπιτάκι με δύο δωμάτια, με χαρακτηριστικό του την τεράστια σε ύψος καμινάδα που είχε και η οποία φαινόταν από το χωριό. Το κυρίως δωμάτιο είχε το κρεβάτι που ξεκουραζόταν το μεσημέρι, το τζάκι και το τραπεζάκι δίπλα στο παράθυρο. Το άλλο δωμάτιο όμως είχε το μεγάλο ενδιαφέρον για μένα. Ήταν γεμάτο με εργαλεία απ ότι μου είχε πει ο πάππος, αλλά και γεμάτο με μυστήριο, όπως εγώ πίστευα.
    Μόλις φθάσαμε φρόντισε για τον γάιδαρο και αμέσως άρχισε να ασχολείται με τα περιβόλια που ήταν κάτω από το σπιτάκι. Τρεις μακρόστενες ανισόπεδες επιφάνειες, χωρισμένες με αναβαθμίδες από ξερολιθιά. Εγώ κάθισα κάτω απ τη μεγάλη συκαμιά που ήταν στην αυλή. Όλα τα είδη των πουλιών κοίταζαν πάνω της και γεύονταν τα άσπρα νόστιμα συκάμινα. Σπουργίτια, συκοφαδάκια, τρυπολόγοι, κοκκινολαίμηδες, κοτσύφια, κιτρινόπουλα συνέθεταν μια μελωδία όμορφη στ αυτιά μου. Νυσταγμένος από το πρωϊνό ξύπνημα αποκοιμήθηκα στη ρίζα της συκαμιάς μέχρι που ένας συνεχής, δυνατός, παράξενος θόρυβος με οδήγησε να κυττάξω και να δω το μαγγανοπήγαδο του πάππου σε λειτουργία. Τα κουβαδάκια που ανέβαιναν γεμάτα, να αδειάζουν ένα-ένα σ ένα μεγάλο και φαρδύ τσίγκινο αγωγό, που λεπταίνοντας μετά κατέληγε στην χτιστή στέρνα. Την κίνηση στη φτερωτή του πηγαδιού την έδινε ο γάιδαρος. Ο πάππος του μιλούσε γλυκά σαν να ήταν παιδί κι αυτός γύριζε γύρω απ το πηγάδι με σταθερό βήμα. Χωρίς να αγκομαχεί, χωρίς να φαίνεται πως κουράζεται. Καθόμουν και απολάμβανα τη σκηνή για αρκετή ώρα. Μόλις γέμισε η στέρνα, ξεζεύει το γάιδαρο του, τον χαϊδεύει στη χαίτη, του μιλάει τρυφερά και τον αφήνει να βοσκήσει. Μου φωνάζει να πάω κοντά του. Μ ανεβάζει στο χείλος της στέρνας και εντυπωσιασμένος κοιτάζω μέσα. Στην άκρη της ένα ξύλινο παλούκι καρφωμένο στον πάτο της, που προφανώς χρησίμευε για να κρατάει το νερό στη στέρνα.
    – Ετούτος είναι ο «καλόγερος». Μόλις σου πω, να βάλεις και τα δύο σου χέρια μέσα στο νερό και να τονε πιάσεις λίγο πιο πάνω απ τη μέση. Να τονε βαστάς γερά γιατί το νερό έχει μεγάλη πίεση και θα στον πάρει. Να βάλεις προσεχτικά δύναμη να τονε τραβήξεις για να μη χτυπήσεις, κι όταν σου πω, να τονε ξανακαρφώσεις στην τρύπα. Εντάξει;
    Γεμάτος χαρά και υπευθυνότητα για το ρόλο που μόλις μου είχε επιδώσει ο πάππος, χώνω τα χέρια στο νερό και κρατάω τον «καλόγερο» όπως μου είπε. Το κεφάλι μου σχεδόν εφάπτεται στην επιφάνεια και ένας ξεχωριστός υδρόβιος κόσμος αποκαλύπτεται στα μάτια μου. Βατράχια, γυρίνοι, βδέλλες, κάτι μαύρα πολύποδα σαν ακρίδες που τινάζονται με ταχύτητα και νομίζω πως είδα κι ένα νερόφιδο.
    Στην εντολή «τράβα» του πάππου, με αρκετή δύναμη και περίσσια προσοχή, τον βγάζω απ την τρύπα και τον κρατάω σφιχτά στα χέρια μου.
    Αμέσως το νερό άρχισε να φεύγει με ορμή, γεμίζοντας τον «κατεβάτη», τον αγωγό που επιμελώς είχε φτιάξει ο πάππος γύρω απ τις σφύρες. Οι σφύρες ήταν παραλληλόγραμμες επιφάνειες μέσα στο περιβόλι, το ποτιστικό όπως το λένε, που χωριζόταν μεταξύ τους από τον αρμό. Μέσα σε κάθε σφύρα ήταν φυτεμένα και από ένα είδος μπαξεβανικών. Φρέσκα κρεμμυδάκια, ντομάτες, πιπεριές, κολοκύθια, παντζάρια, γλιστρίδες, μελιτζάνες και ότι άλλο μπορούσε να ευδοκιμήσει στον τόπο. Στα δύο από κάτω χαλιά ήταν τα ποτιστικά με τις πατάτες και τις γλυκοπατάτες. Πιο κάτω απλωνόταν τα αμπέλια και γύρω τους καρποφόρα δέντρα: αχλαδιές, δαμασκηνιές, τζανεριές, καρυδιές, συκιές, βατομουριές.
    Ο πάππος όρθιος, με μια τσάπα στο χέρι περίμενε να φθάσει το νερό. Μόλις πλησίαζε στην πρώτη σφύρα, άνοιγε με την τσάπα λίγο το χωμάτινο φράγμα και το νερό εισερχόταν να ποτίσει το χώμα της. Μόλις καταλάβαινε πως είχε ποτιστεί επαρκώς την έφραζε με το ίδιο χώμα που είχε παραμερίσει δίπλα και αμέσως άνοιγε τον αρμό της διπλανής σφύρας. Μαγεμένος παρακολουθούσα τη διαδικασία του ποτίσματος, αλλά συγχρόνως με αγωνία κοιτούσα τα ζωντανά της στέρνας τι θα κάνουν μόλις το νερό τελειώσει. Έπαιζα με τον καλόγερο και με την πίεση του νερού όσο τον πλησίαζα στην τρύπα, μέχρι που σφηνώθηκε άθελά μου ξανά, σταματώντας τη ροή του νερού. Φοβισμένος απ τις φωνές του πάππου έβαλα πολύ δύναμη για να τον τραβήξω. Ο καλόγερος τραβήχτηκε βίαια και μοιραία το κεφάλι του χτύπησε με σφοδρότητα τα μούτρα μου. Αποτέλεσμα: εγώ να πέσω στην στέρνα και το νερό ν αρχίσει να φεύγει πάλι με ορμή. Εκτός απ τον δυνατό πόνο που ένιωθα, φοβόμουν το νερόφιδο και τα υπόλοιπα ζωντανά. Τα ουρλιαχτά μου έκαναν τον πάππο να τρέξει να με σώσει. Η μύτη μου αιμορραγούσε και στο μέτωπό μου είχε ήδη αρχίσει να σχηματίζεται ένα μεγάλο καρούμπαλο. Ο πάππος, αφού με τράβηξε έξω, άρχισε να ψάχνει τον καλόγερο για να κλείσει τη ροή του νερού. Δυστυχώς όμως η στέρνα είχε σχεδόν αδειάσει. Εγώ έκλαιγα για τον πόνο που ένιωθα και την τρομάρα που πέρασα, αλλά περισσότερο για την καταστροφή που είχε συντελεστεί εξ αιτίας μου. Το νερό είχε παρασύρει τους αρμούς απ τις σφύρες και τα ποτιστικά είχαν γίνει μικρές λίμνες. 0 πάππος αντικρίζοντας την καταστροφή, το μόνο που έκανε ήταν να βαράει τα χέρια του πάνω στα πόδια του δυο – τρεις φορές, με αργές κινήσεις. Περιμένω ν ακούσω εκείνα τα λόγια που θα με βαφτίσουν γι άλλη μια φορά άχρηστο. Να αναθεματίσει την ώρα που με γέννησε η θυγατέρα του. Κι όμως. Γυρίζει και μ αγκαλιάζει, μου σκουπίζει με την άκρη του πουκαμίσου του τα δάκρυα και τα αίματα και μου προφέρει τη φράση «μη σε νοιάζει παιδί μου. Πάμε να πλυθείς και να στεγνώσεις και σε καμιά ώρα που θα
    ‘ρθω για να φάμε, θα τα έχω όλα στη θέση τους πάλι».
    Ήρθε η ώρα του γεύματος λοιπόν. Φρεσκοκομμένες ντομάτες και κρεμμυδάκια απ το ποτιστικό, ελιές, ένα κομμάτι τυρί και μισό καρβέλι ψωμί. Αααα. Και τα αγαπημένα του κονσερβάκια με σαρδέλες. Ένα με πιπεριά καυτερή κόκκινη για τον πάππο, ένα χωρίς καυτερό για μένα. Το κρασοπότηρο με το μπρούσκο δίπλα. Πάντα έπινε ένα ποτήρι το μεσημέρι και ένα το βράδυ. Πίστευε πως του δίνει υγεία το κρασί. Εγώ νόμιζα πως είναι το ελιξίριο που θα του δώσει την αθανασία, γιατί πίστευα πως αυτός ο γίγαντας δεν θα πεθάνει ποτέ. Έτρωγε πολύ αργά. Ούτε ένα ψίχουλο πάνω στο τραπέζι, ούτε ένας λεκές. Μετά ξάπλωνε ανάσκελα στο κρεβάτι με τα ρούχα. Έβγαζε μόνο τα παπούτσια και το φέσι. Το κάτασπρο σγουρό του μαλλί κάλυπτε το κεφάλι του και ενωνόταν με την γενειάδα του. Ήταν ίδιος με τον Μωυσή, αλλά εγώ νόμιζα πως ήταν ο ίδιος ο Θεός, ο Θεός μου.
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 29 Αυγούστου 2020

Το ρήμα “τρώω” είναι μαζί μας από την αρχαιότητα, αν και οι αρχαίοι μας πρόγονοι όταν έτρωγαν συνήθως δεν έτρωγαν. Θέλω να πω, το κατ’ εξοχήν ρήμα που χρησιμοποιούσαν ήταν το εσθίω, που από τον επικό του τύπο έδω έχουν επιβιώσει λέξεις όπως εδώδιμος. Το ρήμα τρώγω σήμαινε “μασουλάω, τραγανίζω, ροκανίζω” και τραγήματα ή τρωγάλια ήταν οι διάφοροι ξηροί καρποί που πολύ τους αγαπούσαν οι αρχαίοι σαν επιδόρπιο ή σαν συνοδεία του κρασιού. Τα τραγήματα τα έπαιρναν μαζί τους στο θέατρο, και μάλιστα ο Αριστοτέλης λέει στα “Ηθικά Νικομάχεια” πως όταν ήταν καλοί οι ηθοποιοί, οι θεατές αρκούνταν στην απόλαυση από το έργο, ενώ όταν το έργο ήταν βαρετό, τότε κυρίως οι θεατές μασουλούσαν τραγήματα (και, φαντάζομαι, θα τα εκσφενδόνιζαν κιόλας εναντίον των ατζαμήδων).

Ο αόριστος του τρώγω ήταν έφαγον και αυτό το θέμα αποδείχτηκε πανίσχυρο, διότι αποτέλεσε τον αόριστο του εσθίω, με αποτέλεσμα τελικά να υποκαταστήσει  ολόκληρο το ρήμα. Το απαρέμφατο είναι φαγείν και από εκεί στα μεσαιωνικά χρόνια έχουμε και το φαγί (όπως και φιλείν > το φιλί, και άλλο ένα που δεν το γράφω) και μετά το φαΐ, πράγμα που θα μπορούσε να οδηγήσει ένα λεξικό που έχω υπόψη μου να γράψει “το φαεί” (αλλά ας σταματήσω, για να μην τους δίνω ιδέες). Από εκεί και το ρηματικό επίθετο, φαγητόν.

Κάτι ανάλογο με τα νέα ελληνικά έγινε και στα γαλλικά και τα ιταλικά, όπου το manger/mangiare προέρχεται από το λατινικό manducare, που σήμαινε αρχικώς “μασουλάω, καταβροχθίζω” και το χρησιμοποιούσαν ή για τα ζώα ή στη σάτιρα, αλλά τελικά επικράτησε και εκτόπισε το κλασικό edere (που όμως επιβιώνει στις ιβηρικές γλώσσες μέσω του συνθέτου comedere > comer).

Tι τρώμε όμως; Γλωσσικά και λαογραφικά αν το δει κανείς, το κατ’ εξοχήν φαγητό είναι το ψωμί. Στα αρχαία ψωμός είναι η μπουκιά, και στην ελληνιστική εποχή η σημασία εξειδικεύτηκε, και σήμαινε κυρίως τη μπουκιά ψωμί. Στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη, χρησιμοποιείται πάντοτε για το ψωμί η λέξη άρτος (πέντε άρτοι κρίθινοι, στο θαύμα του πολλαπλασιασμού) όταν όμως στον μυστικό δείπνο ο Ιησούς θέλει να υποδείξει τον μαθητή που θα τον παραδώσει, παίρνει μια μπουκιά ψωμί και λέει “εγώ βάψω το ψωμίον και δώσω αυτώ” και βουτάει το ψωμί στο κρασί και το δίνει στον Ιούδα. Με τον καιρό, το ψωμίον δεν σήμαινε πια τη μπουκιά ψωμί αλλά το ψωμί γενικώς· αλλά ο άρτος, σαν λέξη, επέζησε βέβαια· “αυτό δεν είναι ψωμί, είναι άρτος” μας έλεγε η γιαγιά όποτε έφερνε αντίδωρο από την εκκλησία.

Για πολύ καιρό και για πολύ κόσμο, το ψωμί ήταν σχεδόν η μοναδική ουσιαστική τροφή· σήμερα όταν λέμε “δεν έχουμε ψωμί”, ο συνομιλητής μας ίσως καταλαβαίνει ότι δεν προλάβαμε να περάσουμε από το φούρνο, αλλά παλιότερα μια τέτοια φράση (ή κραυγή) σήμαινε ότι πεθαίνουν της πείνας, γι’ αυτό κι έμεινε παροιμιώδης η αφελής απορία της Μαρίας Αντουανέτας (αν όντως συνέβη) “γιατί δεν τρώνε παντεσπάνι” οι φτωχοί που κραύγαζαν ότι δεν έχουν ψωμί να φάνε. Αλλά και όταν είχαμε ψωμί να φάμε, λέγαμε ‘ψωμί’ εννοώντας ‘φαγητό’, από την Κυριακή Προσευχή και τον άρτον ημών τον επιούσιον, μέχρι τον Μακρυγιάννη που γράφει επανειλημμένα ότι κάλεσε τον τάδε σπίτι του και “έφαγαν ψωμί” –ασφαλώς δεν έφαγαν μόνο ψωμί ούτε κυρίως ψωμί· κανονικά θα γευμάτισαν. Άλλωστε “βγάζω το ψωμί μου” σημαίνει κερδίζω τα προς το ζην· ξέρουμε βέβαια από τον Καζαντζίδη ότι το ψωμί της ξενιτιάς είναι πικρό, αν και στο Λουξεμβούργο ίσως είναι πολύσπορο (χωρίς αυτό να αποκλείει την πικράδα).

Όμως,ουκ επ’ άρτω μόνον ζήσεται άνθρωπος. Το ψωμί συνοδεύεται από τυρί, εξ ου και η έκφραση το έχει ψωμοτύρι για κάτι που γίνεται πολύ εύκολα και πολύ συχνά, ή ίσως από ελιές, με το δίδυμο ψωμί κι ελιά να δηλώνει εμβληματικά τη λιτή διαβίωση. Αλλά όταν θέλουμε να πούμε  ότι με κάποιον μας συνδέουν παλαιότατοι δεσμοί φιλίας, και έχουμε υποχρεώσεις ο ένας  απέναντι στον άλλο, που δεν πρέπει να λησμονήσουμε, τότε λέμε ότι έχουμε φάει μαζί ψωμί κι αλάτι. Εδώ το ψωμί και το αλάτι δηλώνουν το κοινό δείπνο, και το κοινό τραπέζι ως δεσμός φιλίας είναι πανάρχαια ιδέα. “Άλας και τράπεζαν μη παραβαίνειν” ήταν μια αρχαία παροιμία, ενώ σε μεσαιωνική διήγηση δίνεται όρκος “εις το ψωμί και εις τ’ άλαν”.  Η ιδέα υπάρχει και σε άλλους λαούς, έστω κι αν οι δυτικοί προτιμούσαν περισσότερο να δηλώνουν το ομοτράπεζο με ψωμί και κρασί και να ορκίζονται super panem et vinum, στο ψωμί και στο κρασί δηλαδή. Στο αλάτι από γλωσσική και φρασεολογική σκοπιά θα μπορούσα να αφιερώσω ξεχωριστό σημείωμα· να σημειώσω μόνο στα πεταχτά ότι ο μισθός στα αγγλικά και τα γαλλικά, το salary και το salaire δηλαδή, ανάγονται στο salarium, το χρηματικό επίδομα δηλαδή που έπαιρνε ο ρωμαίος λεγεωνάριος κάθε μήνα για να αγοράσει το απαραίτητο αλάτι.

Αλλά να γυρίσουμε στο κοινό τραπέζι. Δεν έχω εδώ το χώρο να επεκταθώ στα συμπόσια των αρχαίων (ο Πλούταρχος μόνο έχει γράψει εννιά τόμους για Συμποσιακά ζητήματα, που συνιστώ να τους διαβάσετε αν έχετε καιρό) να πω όμως ότι το νεότερο ελληνικό τσιμπούσι, που δηλώνει το φαγοπότι με πλούσια φαγητά και ποτά και χορό και τραγούδι, δηλαδή ό,τι και τα αρχαία συμπόσια περίπου (έστω και χωρίς τη φιλοσοφική συζήτηση) παρά την εκπληκτική ηχητική και σημασιολογική ομοιότητα δεν έχει ετυμολογική συγγένεια με το αρχαίο συμπόσιο, όπως θέλουν μερικά παλιότερα λεξικά. Είναι δάνειο από τα τουρκικά (çümbüs) και η τουρκική λέξη προέρχεται από τα περσικά και δεν έχει καμιά (ετυμολογική ξαναλέω) σχέση με το συμπόσιο.

Πάντως, είτε στα συμπόσια είτε στα τσιμπούσια, τρώμε και πίνουμε πολύ. Λέμε ότι τρώμε (ή πίνουμε) μέχρι σκασμού, ότι φάγαμε τον αγλέουρα, τον περίδρομο, το καταπέτασμα, τον άμπακο. Σκέφτομαι να κλείσω το σημείωμα εξερευνώντας λίγο αυτές τις τέσσερις φράσεις της κραιπάλης. Ο αγλέουρας λοιπόν δεν είναι άλλος από τον αρχαίο ελλέβορο, φυτό δηλητηριώδες ή ίσως πικρό, που οι αρχαίοι το έδιναν στους τρελούς (ελλεβόρου δείσθαι ήταν το ισοδύναμο του σημερινού είναι για δέσιμο). Όμως γιατί να το τρώμε αυτό το πικρό βότανο εμείς που δεν είμαστε παράφρονες αλλά απλώς λαίμαργοι; Καμιά πειστική εξήγηση δεν έχει δοθεί (απ’ όσο ξέρω), σημειώνω όμως τη φράση “βγάλε τον αγλέουρα” που σημαίνει “βγάλε το σκασμό”. Αβεβαιότητα επικρατεί και ως προς την προέλευση της δεύτερης φράσης, έφαγε τον περίδρομο. Κατά την επικρατέστερη  εκδοχή, περίδρομος είναι στην ιατρική ορολογία ο κολικόπονος, άρα έφαγε τόσο που τον έπιασε κολικόπονος. Ωστόσο, στην αλιευτική ορολογία “περίδρομος” είναι το σχοινί που περιβάλλει τα δίχτυα, οπότε φράση θα μπορούσε να ξεκινάει από εκεί: έφαγε όχι μόνο ολόκληρη την ψαριά, αλλά και το σκοινί! Παρόμοια πιθανώς είναι και η προέλευση της τρίτης φράσης, “έφαγε το καταπέτασμα”. Όπου καταπέτασμα στα αρχαία ήταν το κάλυμμα του τραπεζιού, άρα έφαγε όχι μόνο τα φαγητά αλλά και το τραπεζομάντιλο. Ωστόσο, εδώ σαφώς έπαιξε ρόλο και η ακολουθία των Παθών της Μεγάλης Πέμπτης, όπου ακούγεται το χωρίο “και ιδού το καταπέτασμα του ναού εσχίσθη  εις δύο από άνωθεν έως κάτω”. (Το καταπέτασμα ήταν ένα παραπέτασμα, το οποίο στο ναό του Σολομώντος στην Ιερουσαλήμ χώριζε τα λεγόμενα ‘Αγια των Αγίων από τον κυρίως ναό. Η επιβλητική  λέξη “καταπέτασμα” σε συνδυασμό με το “άνωθεν έως κάτω” εννοήθηκε ότι σημαίνει κάτι το τεράστιο.)

Πιο σαφή είναι τα πράγματα με την τελευταία φράση της τετράδας, “έφαγε τον άμπακο”. Άβαξ ήταν η πινακίδα που είχαν οι αρχαίοι για να κάνουν μαθηματικές πράξεις και πρόχειρους υπολογισμούς. Η αρχαία λέξη περνάει από παλιά στα λατινικά και όπως συχνά συμβαίνει περνάει με τη γενική της πτώση (άβαξ-άβακος) ως abacus. Από εκεί στα ιταλικά, abbaco, αλλά η σημασία έχει πλέον διευρυνθεί. Δεν σημαίνει μόνο την πινακίδα για πρόχειρες αριθμητικές πράξεις, αλλά και το αριθμητήριο, και (επέκταση) την ίδια την τέχνη των αριθμητικών υπολογισμών, την πρακτική αριθμητική που λέγαμε παλιά, και σημαίνει επίσης και τα βιβλία πρακτικής αριθμητικής που κυκλοφορούσαν. Βρισκόμαστε τώρα στον 16ο με 17ο αιώνα.

Με όλες αυτές τις σημασίες, η λέξη επανακάμπτει στα ελληνικά, ως άμπακος ή άμπακας και αποτελεί αντιδάνειο. Λοιπόν, είπαμε ότι η λέξη άμπακος σήμαινε διάφορα βιβλία πρακτικής αριθμητικής. Το πρώτο ελληνικό βιβλίο πρακτικής αριθμητικής, του Εμμ. Γλυνζωνίου, κυκλοφόρησε στη Βενετία το 1568 με τίτλο “Βιβλίον πρόχειρον τοις πάσι περιέχον την τε πρακτικήν Αριθμητικήν, ή μάλλον ειπείν την λογαριαστικήν, και πώς ευρίσκει έκαστος το άγιον Πάσχα”. Το βιβλίο γνώρισε αλλεπάλληλες εκδόσεις στους επόμενους αιώνες και έγινε γνωστό στον πολύ κόσμο με το όνομα “Ο άμπακος”. Μέσα στην αμορφωσιά της εποχής, το να ξέρει κανείς ανάγνωση ήταν ήδη κάτι σοβαρό. Το να έχει επιπλέον μελετήσει ένα τόσο χοντρό βιβλίο, εθεωρείτο το άπαν της σοφίας. Ο Μοισιόδαξ αφηγείται ένα διασκεδαστικό επεισόδιο: κάποτε στην Πόλη, ένας μπακάλης λογομάχησε με τον λόγιο Ευγένιο Βούλγαρι και τον προσκάλεσε σε “μονομαχία” περί μαθηματικών και φιλοσοφίας. Κατέφθασε λοιπόν κραδαίνοντας τον “Άμπακο”, το βιβλίο του Γλυνζωνίου, βέβαιος ότι με το όπλο αυτό θα κατατροπώσει τον αντίπαλό του!

Από εκεί προκύπτει η φράση “ξέρει τον άμπακο”, δηλ. ξέρει πάρα πολλά, την οποία αποδελτιώνει ο Πολίτης στις Παροιμίες του. Χαρακτηριστικό είναι ότι στις Παροιμίες του Ν. Πολίτου, που οι τέσσερις πρώτοι τόμοι τους κυκλοφόρησαν το 1901  και οι επόμενοι 20 παραμένουν ανέκδοτοι επί έναν αιώνα προς δόξαν του αθάνατου ελληνικού πολιτισμού και του ελληνικού κράτους που δεν μπορεί να διαθέσει το κόστος των ετήσιων μισθών ενός  καρεκλοκένταυρου για να τυπώσει το έργο που μένει να το τρώει ο σκώρος, ο Πολίτης λοιπόν δεν περιλαμβάνει στη συλλογή του την έκφραση “έφαγε/ήπιε τον άμπακο”, και για να μην την περιλαμβάνει ο Πολίτης σημαίνει σχεδόν ασφαλώς ότι η έκφραση δεν λεγόταν τότε.

Αρχικά λοιπόν έχουμε “ξέρει τον άμπακο”. Στη συνέχεια η λέξη άμπακος μετέπεσε στη σημασία του μεγάλου πλήθους, έτσι ο Πολίτης αποδελτιώνει επίσης την έκφραση “του έψαλε τον άμπακο” η οποία είναι συχνή στη λογοτεχνία του τέλους του 19ου αιώνα –τη βρίσκουμε επανειλημμένα στον Σουρή, π.χ. “Καταλαλούν τον Κόντη μας, τον άμπακο του ψάλλουν”. Από εκεί δεν είναι παρά ένα βηματάκι για να πει κάποιος “έφαγε τον άμπακο” και “ήπιε τον άμπακο” δηλαδή “πάρα πολύ” και αυτή η χρήση έμεινε, ενώ οι πρώτες, οι αρχικές ξεχάστηκαν.

Από www.sarantakos.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 23 Αυγούστου 2020

«Εις τους τόπους της Τουρκίας, διά το να συμβαίνη συνεχέστερον το θανατικόν, δεν είναι άλλο κοινότερον από το να βλέπη τις πολλούς ριψοκινδύνους· οι οποίοι χωρίς συνείδησιν βάλλουσιν εις κίνδυνον όχι μόνον την ιδίαν ζωήν, αλλά και εκείνην του πλησίον. Αν το “ό συ μισείς, ετέρω μη ποιήσης” ήναι φυσικός νόμος, τετυπωμένος εις την καρδίαν εκάστου, ο κανών, τον οποίον χρεωστεί να φυλάττη ο άνθρωπος εις τοιαύτας δυστυχείς περιστάσεις, είναι το, αφού λάβη την ελαχίστην υποψίαν της ολεθρίου ταύτης ασθενείας εις εαυτόν, ή εις άλλον τινά της οικίας αυτού, μήτε αυτός να εξέλθη από τον οίκον μήτε εις άλλον να συγχωρήση να εμβή εις τον οίκον του, πάρεξ με την αναγκαίαν προφυλακήν. Οστις άλλως ήθελε πράξη, είναι μισάδελφος και φονεύς…».

Οι αυστηρές αυτές υγειονομικές συστάσεις απευθυνόμενες στους Ελληνες χριστιανούς της οθωμανικής αυτοκρατορίας το 1782 και η ανελέητη καταδικαστική κρίση για όσους ριψοκίνδυνους και ασυνείδητους αψηφούσαν τους περιοριστικούς κανόνες σε περιόδους «θανατικού», δηλαδή επιδημίας πανώλης, θέτοντας σε κίνδυνο τόσο την ίδια τους τη ζωή όσο και των άλλων, δεν εκπορεύονταν από κάποια τοπική εξουσία που προνοούσε για την υγεία των χριστιανών της επαρχίας της ή έστω από το ανθρωπιστικό καθήκον κάποιου Ελληνα γιατρού προκειμένου να σωθούν ζωές ομογενών του.

Εντάσσονταν στην πρώιμη διαφωτιστική δράση ενός νεαρού πολίτη της ελληνικής κοινότητας της Σμύρνης, που μικρό παιδί είχε και αυτός βιώσει την απειλή του θανατικού όταν η οικογένειά του αναγκαζόταν να παίρνει προφυλάξεις καταφεύγοντας στην εξοχή.

Μιλάμε για τον Αδαμάντιο (Διαμαντή ακόμη τότε) Κοραή. Το 1782 έκλειναν τέσσερα χρόνια αφότου είχε επιστρέψει από το Αμστερνταμ, χρεοκοπημένος διαχειριστής της εμπορικής συντροφίας του πατέρα του, αλλά διαμορφωμένος καθολικά άνθρωπος. Ετοιμαζόταν σε λίγο να ταξιδέψει στη Γαλλία όχι πια ως έμπορος αλλά ως υποψήφιος σπουδαστής της Ιατρικής Σχολής του Μονπελιέ, κι ας ήταν 34 ετών, για να εμβαθύνει στα μυστικά μιας επιστήμης, στοιχειώδεις γνώσεις της οποίας είχε αποκομίσει ήδη από την παρακολούθηση μαθημάτων σε μορφωτικούς κύκλους του Αμστερνταμ.

Η μετάφραση

Ενόψει, λοιπόν, του ταξιδιού της Γαλλίας προείχε να εξασφαλίσει τα έξοδα των σπουδών και της διαβίωσης στην ξένη χώρα, αφού οι γονείς του, αρνητικοί στη νέα αποδημία του γιου τους ύστερα μάλιστα από το ναυάγιο της Ολλανδίας, αδυνατούσαν να τον στηρίξουν οικονομικά.

Ετσι αναγκαστικά η εξασφάλιση βιοπορισμού βρέθηκε στο κέντρο των άμεσων κινήσεών του και ήταν αυτή που δρομολόγησε την έναρξη του μακρού συγγραφικού του σταδίου που εγκαινιάστηκε τότε με τη μετάφραση ενός έργου της σύγχρονης εκκλησιαστικής γραμματείας, της «Ορθοδόξου Διδασκαλίας» (Ο.Δ.) του φωτισμένου Ρώσου θεολόγου και αρχιεπισκόπου Μόσχας Πλάτωνος. Τη μετέφερε στα ελληνικά ο γλωσσομαθής Κοραής από τη γερμανική μετάφρασή της που είχε προηγηθεί.

Ανεξαρτήτως από το αν τελικά η δική του έκδοση, τυπωμένη στη Λειψία το 1782, ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες του ως προς την εμπορική διακίνησή της, η επιλογή του παραπάνω έργου βασιζόταν στη γνώση των θρησκευτικών αναγκών των ορθόδοξων ελληνικών πληθυσμών της αυτοκρατορίας και της διασποράς. Μην ξεχνάμε ότι ο ίδιος προερχόταν από θρησκευόμενο οικογενειακό περιβάλλον που είχε δώσει στην Εκκλησία κατώτερους και μεγαλόσχημους κληρικούς και ότι συνδεόταν με σπουδαίες εκκλησιαστικές προσωπικότητες του καιρού, δεδομένα που ασφαλώς θα έπαιξαν τον ρόλο τους στη συγκεκριμένη επιλογή.

Το έργο του Πλάτωνος Μόσχας δεν ήταν μια απλή κατήχηση, εκλαϊκευτική θεολογικών εννοιών και δογματικών ερμηνειών. Επεκτεινόταν και σε θέματα αντιλήψεων και συμπεριφορών των ανθρώπων προβάλλοντας σε αυτές τις θέσεις της χριστιανικής πίστης και ομολογίας. Ενα παράδειγμα: επεξηγώντας ο συγγραφέας το νόημα της έκτης εντολής («Ου φονεύσεις») το διεύρυνε πέρα από τα στενά του όρια, εστιάζοντας στο χρέος κάθε μέλους της κοινωνίας να περιβάλλει με αγάπη τον συμπολίτη του χωρίς να τον βλάπτει με τις πράξεις του, συνεισφέροντας με αυτό τον τρόπο στην ευδαιμονία τόσο εκείνου όσο και του ίδιου του εαυτού του. Ετσι παραβάτες της θείας προσταγής δεν ήταν μόνο οι δράστες φόνου, ακόμη και όποιοι διανοούνταν να τον διαπράξουν, αλλά και όσοι υπάγονταν στον ευρύ κύκλο της κοινωνικής παραβατικότητας έχοντας βλάψει τον συνάνθρωπο: ηθικοί αυτουργοί αδικημάτων, κλέφτες, ληστές, εμπρηστές, δικαστές προδότες του δικαίου, πολίτες αδρανείς και φυγόμαχοι ενώπιον της αδικίας, αφεντικά σκληρά προς το υπηρετικό προσωπικό τους, άτομα εριστικά και φιλέκδικα όντας ευεπίφορα στον φόνο.

Οι αυτόχειρες

Τέλος, μια ιδιαίτερη κατηγορία παραβατών της εντολής ήταν κατά τον συγγραφέα οι αυτόχειρες. Η εθελουσία αφαίρεση της ίδιας τους της ζωής χαρακτηριζόταν «ένας θρασύς σφετερισμός της εξουσίας του Θεού» και το όλο σκεπτικό κατέληγε με τα εξής συμπληρωματικά: «Συναριθμούνται με τους αυτόχειρας και όσοι εθελουσίως επιρρίπτονται εις κινδύνους ζωής: οίον οπόταν τις κολυμβά εις το ύδωρ με φανερόν κίνδυνον πνιγμού· ή υπάγει χωρίς ανάγκης εις τόπους, όπου κυριεύει το θανατικόν, κ.τ.λ.».

Ο Κοραής ξεκινώντας τη μετάφραση της «Ο.Δ.» δεν ήθελε η συμβολή του να περιοριστεί μόνο στη μεταφραστική διαδικασία, αλλά να αποτυπωθεί με σχολιαστικές παρεμβάσεις ώστε να καταστεί αποτελεσματικότερη η διδαχή του βιβλίου απευθυνόμενη στο ελληνικό χριστιανικό κοινό. Η μέχρι τότε γνωστική περιουσία του και η ενδυνάμωση της πνευματικής του καλλιέργειας μετά την επιστροφή στη Σμύρνη με διαβάσματα που τον ενδιέφεραν, η εντρύφηση σε αγιογραφικές και πατερικές πηγές ενόψει της μετάφρασης της «Ο.Δ.», του εξασφάλιζαν τα αναγκαία εφόδια για την πραγμάτωση του σχεδίου του.

Ετσι, εκτός από την εισαγωγή που πρόταξε για την παρουσία της κατήχησης στη χριστιανική παράδοση, φανερώνοντας τον θεολογικό του οπλισμό, πεδίο των ουσιαστικών του παρεμβάσεων θα αποτελέσουν οι σημειώσεις του κειμένου.

Εκεί ακριβώς, με σημείο αφετηρίας τα ερεθίσματα που του πρόσφερε κάθε φορά ο συγγραφέας, θα παρέμβαινε για να διαφωτίσει τους αναγνώστες πάνω σε ζητήματα και καταστάσεις σύμφυτες με τις αντιλήψεις, νοοτροπίες και συνήθειες των υπόδουλων και με ελλειμματική παιδεία Ελλήνων, οι οποίες έπρεπε να αλλάξουν.

Μία από αυτές ήταν και οι ριψοκίνδυνες επισκέψεις σε μέρη ευάλωτα στην επιδημία της πανώλης (με αυτοχειρία τις παρομοίαζε, όπως είδαμε, ο συγγραφέας της «Ο.Δ.»), οι ολέθριες επιπτώσεις των οποίων στις ζωές όχι μόνο των ίδιων των επισκεπτών αλλά και των μελών της τοπικής τους κοινωνίας υπογραμμίζονταν εμφατικά από τον Κοραή με τριπλό σκοπό: πρώτον, να συνειδητοποιηθεί η ανάγκη αποφυγής της έκθεσης στον κίνδυνο της επιδημίας, δεύτερον, να εμφυτευθεί το αίσθημα της ατομικής και κοινωνικής ευθύνης σε όσους μάλιστα είχαν ακόμη και την παραμικρή υποψία ότι νοσούσαν, ώστε να τηρούν αυστηρά τον αυτοπεριορισμό στο σπίτι παίρνοντας και εκεί τις αναγκαίες προφυλάξεις, και τρίτον, να κατανοήσουν οι παραβάτες αυτού του χρέους ότι ήταν παραβάτες της έκτης εντολής: «Μισάδελφοι και φονείς». Στη χριστιανική συνείδησή τους ο φόβος για τις συνέπειες της παρακοής θα αρκούσε ίσως για να οδηγήσει στον συνετισμό τους.

Δεν γνωρίζω αν έλαβαν το μήνυμα του συμπατριώτη τους οι αναγνώστες της «Ο.Δ.», ούτε αν τον 18ο αιώνα είχαν εκπέμψει ανάλογες εκκλήσεις και άλλα άτομα ή συλλογικοί φορείς και μάλιστα από τον κύκλο των Ελλήνων γιατρών των εκπαιδευμένων στις ιατρικές σχολές της Δύσης (στον αρχόμενο πάντως 19ο αιώνα Ελληνες λοιμολόγοι θα συγγράψουν συστηματικά εγχειρίδια για τη φύση και τους τρόπους αντιμετώπισης της πανώλης).

Στην περίπτωση που μας απασχόλησε το μήνυμα εκπέμφθηκε μέσα από ένα βιβλίο θρησκευτικής διδαχής, είδος κατά τεκμήριο ευρείας απήχησης στον τουρκοκρατούμενο χώρο, από την πένα ενός λογίου που δεν διέθετε ακόμη επιστημονικές περγαμηνές, ενστερνισμένου όμως τα νεωτερικά φώτα της Ευρώπης αλλά και διακατεχόμενου από το πατριωτικό αίσθημα προσφοράς στο γένος του. Το κείμενο βέβαια της «Ο.Δ.» θα του παρείχε εναύσματα για να παρέμβει συμβουλευτικά και σε άλλα φαινόμενα ριζωμένων νοοτροπιών και πρακτικών ενός λαού που βρισκόταν σε μακραίωνη αιχμαλωσία.

* Ο κ. Εμμ. Ν. Φραγκίσκος είναι oμ. διευθυντής Ερευνών Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών/ΕΙΕ.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Αυγούστου 2020

 

Πώς τα κατάφερε ο Τούρτσιν; Μαθηματικός και εξελικτικός βιολόγος ο καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Κονέκτικατ είναι κεντρική φυσιογνωμία σε έναν νέο κλάδο της Ιστορίας που λέγεται «Κλειωδυναμική» (Cliodynamics). Ναι, το πρώτο συνθετικό προέρχεται από την Κλειώ, τη Μούσα της Ιστορίας στην ελληνική μυθολογία. Πρόκειται για έναν νέο ερευνητικό τομέα που συνδυάζει πολλές επιστήμες και εξετάζει την Ιστορία μέσω μιας ποσοτικής προσέγγισης.

Οι επιστήμονες αυτοί συχνά εκμεταλλεύονται ιστορικές πληροφορίες που πλέον βρίσκονται σε ψηφιακή μορφή, δημιουργώντας και δοκιμάζοντας μαθηματικά μοντέλα τα οποία έχουν στόχο να εξηγήσουν μεγάλα ερωτήματα για το παρελθόν, όπως τα αίτια για την άνοδο και την πτώση αυτοκρατοριών. «Στην ουσία, στόχος μας είναι να αποδείξουμε πως η Ιστορία δεν είναι απλά ένα συμβάν έπειτα από ένα άλλο» εξηγεί ο Τούρτσιν. Και προσθέτει: «Αντιμετωπίζουμε τα ιστορικά αρχεία όπως, ας πούμε, οι εξελικτικοί βιολόγοι αντιμετωπίζουν το παλαιοντολογικό αρχείο. Οι θεωρίες κατασκευάζονται και βασίζονται σε γενικές αρχές και δοκιμάζονται εμπειρικά με ολοκληρωμένες βάσεις δεδομένων. Εν ολίγοις, χρησιμοποιούμε την τυπική επιστημονική μέθοδο που έχει λειτουργήσει τόσο καλά στη φυσική, στη βιολογία και σε πολλές κοινωνικές επιστήμες».

Πώς κατέληξε λοιπόν στο τόσο ακριβές συμπέρασμά του για τα όσα συμβαίνουν σήμερα, πίσω στο 2012; Σε εκείνη την έρευνα εξέτασε την ιστορία της κοινωνικοπολιτικής αστάθειας στις ΗΠΑ από το 1780 έως το 2010. Για τον λόγο αυτόν χρησιμοποίησε στοιχεία που αφορούσαν περίπου 1.600 βίαια πολιτικά γεγονότα της αμερικανικής ιστορίας, όπως λιντσαρίσματα, εξεγέρσεις και τρομοκρατικές επιθέσεις. Συνδύασε αυτά τα στοιχεία με ένα μοντέλο που έλαβε υπ’ όψιν ευρύτερες κοινωνικές δυνάμεις, όπως μείωση των μισθών, ανισότητες στην κατανομή πλούτου, αλλαγές στον πληθυσμό και αυξημένο ανταγωνισμό για τις καλές θέσεις εργασίας.

Τα αποτελέσματα αποκάλυψαν ότι η αμερικανική πολιτική βία τείνει να ξεσπά σε τακτικούς κύκλους, με περιόδους ειρήνης διάτρητες από εκρήξεις βίας και αναταραχών.

O ένας κύκλος, ο πιο σύντομος, επαναλαμβάνεται κάθε περίπου 50 χρόνια, με κορυφώσεις το 1870, το 1920 και το 1970. Ο Τούρτσιν αποκαλεί αυτή την ταλάντωση κύκλο «πατέρα-γιου»: ο πατέρας διαπιστώνει κοινωνικές αδικίες και εξεγείρεται ενώ η γενιά του γιου αντιμετωπίζει τις επιπτώσεις και απέχει από την επανάσταση. Κατόπιν, η τρίτη γενιά επαναλαμβάνει τον κύκλο.

Ο δεύτερος κύκλος έχει μεγαλύτερη διάρκεια και κορύφωση κάθε δύο-τρεις αιώνες. Ξεκινά με μια κοινωνία όπου επικρατεί, σε γενικές γραμμές, ισοτιμία, αλλά στην πορεία ο πληθυσμός αυξάνεται, η παροχή εργασίας ξεπερνά τη ζήτηση και η ανισότητα στην κατανομή του πλούτου γίνεται όλο και λιγότερο ανεκτή. Τελικά, οι κοινωνίες τείνουν να καταρρέουν ή να υπόκεινται σε εκτεταμένη πολιτική αστάθεια.

Το μοντέλο του Τούρτσιν βασίζεται σε δομική-δημογραφική θεωρία, που αποπειράται να κατανοήσει τις ευρείες υποκείμενες δυνάμεις οι οποίες προκαλούν αστάθεια στις κοινωνίες. Η θεωρία αυτή έχει αποκαλύψει ότι τακτικοί κύκλοι πολιτικής αστάθειας δεν παρατηρήθηκαν μόνο στις ΗΠΑ, αλλά και στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, στην Αίγυπτο, στην Κίνα και στη Ρωσία. Για να κατανοήσουμε καλύτερα τη θεωρία, μας προτρέπουν ο Τούρτσιν και ο οικονομικός ιστορικός Αντρέι Κοροτάγεφ, ας σκεφθούμε τα αίτια των επαναστάσεων όπως τις τεκτονικές διαδικασίες που προκαλούν σεισμούς.

Οσον αφορά τις ΗΠΑ, λοιπόν, το μοντέλο δείχνει πως τρεις δομικοί παράγοντες της αστάθειας – όπως τα ξερά ξύλα για μια πυρκαγιά – συσσωρεύθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες: ανισότητες στην κατανομή του πλούτου, αυξημένος ανταγωνισμός για τις «καλές» θέσεις εργασίας και αύξηση του εθνικού χρέους. Καθένας από τους παράγοντες αυτούς δεν αναπτύχθηκε μόνος του. Στην πραγματικότητα είναι αλληλένδετοι στο βασικό επίπεδο. Ο Τούρτσιν τονίζει πως η ιστορική έρευνα δείχνει ότι ο συνδυασμός αυτών των τάσεων είναι χαρακτηριστικό των κοινωνιών που βρίσκονται σε μια προ κρίσης φάση.

Ετσι, ενώ οι ΗΠΑ περνάνε μια περίοδο έντασης, μπορεί να πρόκειται απλά για την αρχή μιας μεγαλύτερης κρίσης. Μάλιστα ο καθηγητής σε συνέντευξή του στο περιοδικό «Time» δήλωσε πως θεωρεί πιθανό αυτές οι εντάσεις «να κλιμακωθούν έως εμφύλιο πόλεμο».

Η κατάρρευση είναι αναπόφευκτη; Οχι. Καθώς οι ερευνητές συνεχίζουν να κατανοούν καλύτερα τις βαθύτερες δυνάμεις που δημιουργούν πολιτική αστάθεια, η κοινωνία βρίσκεται σε μοναδική θέση να απομακρυνθεί από τον γκρεμό. «Η δική μας», έγραψε ο καθηγητής Τούρτσιν, «είναι η πρώτη κοινωνία που μπορεί να διαπιστώσει πώς λειτουργούν αυτές οι δυνάμεις, έστω και αχνά. Αυτό σημαίνει ότι μπορούμε να αποφύγουμε το χειρότερο – ίσως καταφέρνοντας να αλλάξουμε τους όρους και τις επιπτώσεις της έντασης, και άρα της κρίσης που φαίνεται να απειλεί το μέλλον μας».

Από ΤΑ ΝΕΑ

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Αυγούστου 2020

Πρωτολειτούργησαν στο βόρειο Λονδίνο το 1967, ενώ στην Ελλάδα έκαναν την εμφάνισή τους τη δεκαετία του 1980 και η χρήση τους ξεκίνησε την επόμενη δεκαετία.

Αν και άπαντες χρησιμοποιούμε τα μηχανήματα αυτόματης ανάληψης χρημάτων ή αλλιώς ΑΤΜ, ελάχιστοι γνωρίζουν ποιος τα δημιούργησε και πώς εμπνεύστηκε την ιδέα.

Ο άνθρωπος πίσω από τα ΑΤΜ είναι ο Τζον Άντριαν Σέφερν – Μπάρον και γεννήθηκε σαν σήμερα το 1925 στο Σίλονγκ της Ινδίας, που τότε ανήκε στη Βρετανική Αυτοκρατορία. Οι σπουδές του στην ιστορία και τα οικονομικά τον οδήγησαν στο Εδιμβούργο και ύστερα στο Κέιμπριτζ.
Τη δεκαετία του 1960, και ενώ εργαζόταν σε μια τυπογραφική εταιρεία, του ήρθε η ιδέα που έμελλε να αλλάξει τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων.

Η έμπνευση και το πρώτο μηχάνημα
Η έμπνευση του ήρθε στο μπάνιο του σπιτιού του: Σκέφτηκε να κατασκευάσει έναν αυτόματο πωλητή σοκολάτας και λίγα λεπτά αργότερα αποφάσισε να αντικαταστήσει τη σοκολάτα με μετρητά. Σε μια συνέντευξή του είχε δηλώσει «Σκέφτηκα ότι πρέπει να υπάρχει τρόπος να μπορώ να κάνω ανάληψη χρημάτων οπουδήποτε κι αν βρίσκομαι, στο Ηνωμένο Βασίλειο ή στον κόσμο».

Ο Σέφερντ – Μπάρον αναζήτησε διάφορες τράπεζες για να υλοποιήσουν την ιδέα του και η πρώτη που πείστηκε να συνεργαστεί μαζί του ήταν η Barclays. Μετά από ένα ποτήρι τζιν, ο τότε διευθύνων σύμβουλος της τράπεζας υπέγραψε συμβόλαιο μαζί του για την εξέλιξη της ανακάλυψής του.

Το πρώτο μηχάνημα τοποθετήθηκε στο υποκατάστημα της Barclays στο Ένφιλντ του Βόρειου Λονδίνου στις 27 Ιουνίου 1967, μέρα που θεωρείται ως γενέθλια του ΑΤΜ. Οι πλαστικές κάρτες δεν είχαν εφευρεθεί ακόμα και το ΑΤΜ χρησιμοποιούσε ειδικές επιταγές, εμποτισμένες με άνθρακα 14, μία ουσία με ήπια ραδιενεργή ακτινοβολία. Το μηχάνημα την ανίχνευε και στη συνέχεια την ταίριαζε μ’ έναν αριθμό ασφαλείας.

Ο κωδικός ασφαλείας PIN

Ένα παράπλευρο προϊόν της εφεύρεσης της αυτόματης μηχανής ανάληψης χρημάτων ήταν ο κωδικός ασφαλείας, ο γνωστός μας PIN. Αρχικά, ο Σέφερντ-Μπάρον ήθελε το ΡΙΝ να αποτελείται από έξι ψηφία, αλλά η γυναίκα του, σε μία κουβέντα που είχαν στο τραπέζι της κουζίνας, τον συμβούλεψε να μην ξεπερνά τα τέσσερα, γιατί αλλιώς η ίδια δεν θα μπορούσε να θυμάται τον κωδικό.

Έτσι, κατέληξαν σε μια συμβιβαστική λύση. Αυτή του τετραψήφιου κωδικού ασφαλείας PIN, που παραμένει σε αυτή τη μορφή χωρίς να έχουν καταγραφεί προβλήματα.

Οι ανταγωνιστές του Μπάρον

Ταυτόχρονα με τον Μπάρον, υπήρχαν και άλλοι επίδοξοι εφευρέτες που ήθελαν να κερδίσουν την πρωτιά στη λειτουργία ενός ΑΤΜ. Αρχικά, οι τραπεζίτες είχαν σκεφτεί πως πρέπει να υπάρξει ένας τρόπος, ώστε οι συναλλαγές των πελατών να γίνονται και εκτός των ωραρίων των τραπεζών. Η ανάπτυξη των ηλεκτρονικών υπολογιστών έλυσε πολλά τεχνικά ζητήματα και έτσι ξεκίνησαν οι πρώτες προσπάθειες.

Στις 30 Ιουνίου 1960, ο φωτογράφος και εφευρέτης Λούθερ Σίμτζιαν από τις ΗΠΑ κατασκεύασε το Bankograph. Ο «τραπεζογράφος» ήταν μια αυτόματη μηχανή καταθέσεων χρημάτων μέσω φακέλων. Στους φακέλους ο κόσμος μπορούσε να βάλει χρήματα, κέρματα ή και επιταγές. Το 1961, το μηχάνημα εγκαταστάθηκε πειραματικά στη Νέα Υόρκη από την City Bank, αλλά έξι μήνες μετά αφαιρέθηκε. Οι πολίτες φάνηκε πως δεν ήταν ιδιαίτερα εξοικειωμένοι με αυτού του τύπου τις συναλλαγές και έτσι το μηχάνημα αποσύρθηκε λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος.

Αντίστοιχες προσπάθειες έγιναν από  τράπεζες της Σουηδίας και της Αγγλίας, αλλά ο Μπάρον κέρδισε την πρωτιά, γιατί το «δικό του» ΑΤΜ πρόλαβε να κυκλοφορήσει νωρίτερα. Ο πρώτος πελάτης που πραγματοποίησε ανάληψη μετρητών ήταν ο κωμικός Ρεγκ Βάρνεϊ. Στην Ελλάδα, τα πρώτα ΑΤΜ τοποθετήθηκαν τη δεκαετία του 1980, από την Alpha Bank το 1983 και την Citibank το 1985. Ωστόσο, ξεκίνησαν να χρησιμοποιούνται ευρέως την επόμενη δεκαετία…

Ο Τζον Σέφερντ – Μπάρον πέθανε στο Ίνβερνες της Σκωτίας στις 15  Μαΐου του 2010, σε ηλικία 85 ετών.

Από ΤΑ ΝΕΑ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Αυγούστου 2020
Η ακριβής τοποθεσία όπου ενδέχεται να φιλοτέχνησε ο Βαν Γκογκ το τελευταίο του αριστούργημα, ίσως ελάχιστες ώρες πριν το θάνατό του, εντοπίστηκε με τη βοήθεια μιας καρτ ποστάλ.

Η σκηνή στις Ρίζες Δέντρων, έναν πίνακα που απεικονίζει τις ρίζες που μεγαλώνουν σε πλαγιά κοντά στο γαλλικό χωριό Οβέρ-συρ-Ουάζ κοντά στο Παρίσι, εντοπίστηκε για πρώτη φορά σε κάρτα που χρονολογείται περίπο στο 1900 με 1910 από τον Γούτερ βαν ντερ Βέεν, τον επιστημονικό διευθυντή του Ινστιτούτου Βαν Γκογκ.

Έπειτα από συγκριτική μελέτη του έργου, της καρτ ποστάλ και της τρέχουσας κατάστασης της πλαγιάς, οι ερευνητές του Μουσείου Βαν Γκογκ και ο Μπερτ Μάες, ένας δενδρολόγος με ειδίκευση στην ιστορική βλάστηση, κατέληξαν ότι είναι «εξαιρετικά πιθανό» να εντοπίστηκε η τοποθεσία όπου ο Βαν Γκογκ έβαλε τις τελευταίες πινελιές της ζωής του.

Ο κύριος κορμός του πίνακα έχει επιβιώσει των 130 χρόνων που έχουν μεσολαβήσει από το θάνατο του Ολλανδού δημιουργού.

Η σημασία του πίνακα

Επί μεγάλο διάστημα πιστευόταν ότι ο Βαν Γκογκ εργαζόταν στο συγκεκριμένο πίνακα μέχρι λίγο πριν δώσει τέλος στη ζωή του, πυροβολώντας το στήθος του.

Ο Αντρέ Μπονγκέρ, κουνιάδος του Τεό, του αδερφού του Βαν Γκογκ, είχε περιγράψει σε επιστολή του ότι «το πρωί πριν το θάνατό του» ο καλλιτέχνης «ζωγράφιζε μια σκηνή δάσους, γεμάτη ήλιο και ζωή».

Η τοποθεσία, η οποία έχει προστατευθεί με ξύλινη κατασκευή, αναγνωρίστηκε επίσημα σε τελετή που παρακολούθησε η Έμιλι Γκόρντενκερ, γενική διευθύντρια του Μουσείου Βαν Γκογκ στο Άμστερνταμ και ο Βίλεμ βαν Γκογκ, δισέγγονος του Τεό, την Τρίτη.

Ο βαν ντερ Βέεν αναφέρει: «Το ηλιακό φως, όπως το ζωγράφισε ο Βαν Γκογκ, δείχνει ότι οι τελευταίες πινελιές προστέθηκαν στο τέλος του απογεύματος, πράγμα που μας δίνει περισσότερες πληροφορίες για την πορεία της δραματικής ημέρας που κατέληξε στην αυτοκτονία του».

Ο Τέιο Μέεντεντορπ, ερευνητής του Μουσείου Βαν Γκογκ ανέφερε ότι ο καλλιτέχνης είναι πιθανό να είχε περάσει πολλές φορές από το σημείο πριν αποφασίσει να το ζωγραφίσει, καθώς βρίσκεται πολύ κοντά στο πανδοχείο όπου πέρασε τις τελευταίες 70 ημέρες της ζωής του.

«Η υπερβολική βλάστηση στην καρτ ποστάλ έχει πολύ ξεκάθαρες ομοιότητες με το σχήμα των ριζών στον πίνακα του Βαν Γκογκ», εξηγεί. «Το γεγονός ότι πρόκειται για το τελευταίο του έργο το κάνει ακόμη πιο ξεχωριστό – έως και δραματικό. Θα πρέπει να είχε περάσει πολλές φορές από αυτή την τοποθεσία, κινούμενος προς τα χωράφια που απλώνονται πίσω από το κάστρο του Οβέρ, όπου ζωγράφισε πολλές φορές κατά τη διάρκεια της τελευταίας εβδομάδας της ζωής του, και όπου εντέλει θα αυτοκτονούσε».

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 19 Ιουλίου 2020

Ο Μαρσέλ Προυστ έλεγε πως δεν υπάρχει τίποτα πιο τρυφερό από την αλληλογραφία φίλων που δεν επιδιώκουν να συναντηθούν. Αν ζούσε φυσικά στην εποχή των σόσιαλ μίντια ίσως να ισχυριζόταν το ακριβώς αντίθετο.

Η φιλία, την εποχή του Διαδικτύου, δεν έχει καμία σχέση με αυτό που εννοούσαμε παλιά. Ο ενσώματος εαυτός αντικαθίσταται από τον ψηφιακό, ο οποίος είναι μια κατασκευή, μια σκηνοθετημένη επιλογή τού τι θέλουμε κάθε φορά να προβάλλουμε. Είναι ένας πλασματικός εαυτός, αποτέλεσμα σύνθεσης αποκρύψεων και προσθηκών, ένα υβριδικό ον που αφήνει ίχνη μέσα από τα οποία η ανασύσταση της προσωπικότητας είναι ιδιαίτερα επίπονη εργασία. Τι φιλίες μπορεί να συνάψει αυτός ο ψηφιακός εαυτός; Κι ακόμη σε περιόδους «σοσιαλμιντιακής» κρίσης, μακροχρόνιες φιλίες (ηλεκτρονικές ή μη) μπορεί να διαταραχτούν για ένα αιμοβόρο post ή ένα «λάθος» like. Αυτά ακούγονται κωμικοτραγικά, αλλά είναι η θλιβερή πραγματικότητα που ανέτρεψε την έννοια της φιλίας.

Η αξία της φιλίας ήταν πολύ σημαντικό ζήτημα τα αρχαία χρόνια. Ο Αριστοτέλης θεωρούσε ότι υπάρχουν τρία είδη φιλίας: Το πρώτο, η ωφελιμιστική φιλία, που απορρέει από το συμφέρον, είναι συμπτωματική, δεν πηγάζει από ειλικρινά συναισθήματα, είναι ρευστή και παροδική και αφορά μεγαλύτερα σε ηλικία άτομα. Το δεύτερο, η απολαυστική φιλία, χαρακτηρίζει τα νιάτα. Αναπτύσσεται ανάμεσα σε εφήβους, σε συμφοιτητές και συμμαθητές, είναι συμπτωματική κι αυτή. Πηγάζει από αυθόρμητα συναισθήματα, διαφοροποιείται και η απόλαυσή της φθίνει καθώς διαφοροποιούνται τα κοινά ενδιαφέροντα.      Ισχυρότερο, δίχως αμφισβήτηση, είναι το τρίτο είδος φιλίας που θεμελιώνεται κατά τον Αριστοτέλη στον αλληλοσεβασμό και την αλληλοεκτίμηση των αρετών, των αξιών και των ιδανικών δύο προσωπικοτήτων, οι οποίες ανοίγονται αμφίδρομα δίχως αναστολές. Ο ψυχικός αυτός δεσμός εξυπακούεται ότι προϋποθέτει και απαιτεί χρόνο, έχει χαρακτήρα άφθαρτο, στηρίζεται στην καλοσύνη, την εμπιστοσύνη και τη στέρεα αγάπη και ενσυναίσθηση. Είναι μακροχρόνιος και δοκιμάζεται στη χαρά και στη θλίψη, «εν πόνοις και κινδύνοις», χωρίς κλυδωνισμούς στις καλές και κακές φάσεις της διαδρομής της ζωής. Και σίγουρα εμπεριέχει και το ωφέλιμο και την απόλαυση.

Ο φίλος σου είναι ο καθρέφτης σου. «Δείξε μου τον φίλο σου να σου πως ποιος είσαι» λέει η παροιμία. Κάτι που ισχύει βέβαια και στις περιπτώσεις κοινών συμφερόντων όπου βλέπεις περίεργους συνδυασμούς ανθρώπων άλλων που θεωρούνται ηθικοί, άλλων που έχουν τη φήμη του μπαγαπόντη, ενωμένους για έναν κοινό σκοπό.

Φιλία σημαίνει να αποδέχεσαι τον άλλον. Να του εκχωρείς τον εαυτό σου, να μπορείς να μπαίνεις στη θέση του. Και φυσικά να μη τον φθονείς. O Αισχύλος είπε: «Λίγοι άνθρωποι το έχουν στη φύση τους αυτό: να τιμούν χωρίς φθόνο τον ευτυχισμένο φίλο τους».

Δεν είναι τυχαίο ότι όσο μεγαλώνουμε, μένουμε με δυο-τρία άτομα που θεωρούμε ουσιαστικά φίλους μας. Συνήθως είναι με άτομα που έχουμε γνωρίσει στην εφηβική ή μετεφηβική ηλικία και για κάποιον λόγο, ο οποίος ίσως να είναι η ανάμνηση της καθαρότητας του αισθήματος, έχουν παραμείνει στη ζωή μας.

Θυμάμαι κάποτε κατά τη διάρκεια των σπουδών μου, όποιος φίλος περνούσε κάτω από το σπίτι μου, χτυπούσε απροειδοποίητα το κουδούνι και ανέβαινε. Μπορεί η επόμενη μέρα να μας έβρισκε σε ένα άλλο σπίτι ή και σε άλλη πόλη ή νησί. Σήμερα κάτι τέτοιο είναι αδιανόητο. Κανονίζουμε συναντήσεις μία βδομάδα πριν και ορίζουμε μάλιστα και τη διάρκεια. Το να καλλιεργήσεις μια φιλία ακούγεται πλέον ουτοπικό.

Ζούμε λοιπόν στην εποχή της αντανακλαστικής φιλίας, όπου η έννοια παραποιείται. Σχεδόν γνωστοί, ακόλουθοι, προσθήκες «φίλων» και «φίλοι» «φίλων» προσμετρώνται στους «φίλους» που δεν είναι φίλοι αφού ούτε την πραγματική εικόνα τους έχουμε. Σαν παιχνίδι προφίλ που σε καλεί να μαντέψεις ποιος είναι ο εκάστοτε «φίλος» και βέβαια είναι αυτός που νομίζεις ότι θέλει να είναι. Ζούμε στην εποχή των γνωριμιών. Της αμοιβαιότητας, της ανταλλαγής. Της φιλίας του Διαδικτύου.

Πόσω μάλλον εάν συζητήσουμε για αξίες και αντίστοιχες συμπεριφορές. Υπάρχουν «φίλοι» που την ίδια στιγμή μπορούν να κάνουν like σε μια ανάρτηση που στρέφεται εναντίον σου αλλά ταυτόχρονα να επαινούν και μια δική σου. Τι γίνεται άμα σε δουν στον δρόμο; Ευτυχώς που τώρα υπάρχουν και με τη βούλα οι μάσκες. Και άμα έχεις τέτοιους φίλους όπως λένε, τι τους θέλεις τους εχθρούς.

Επιστρέφοντας στο πόσο δύσκολο και απαιτητικό είναι το αίσθημα της φιλίας είναι γεγονός ότι οι αληθινές φιλίες χαρακτηρίζονται από μια σταθερή δοκιμασία. Δεν είναι δυνατόν να είναι όλα ρόδινα. Η σχέση για να είναι νοηματοδοτημένη θα δοκιμαστεί. Θα τσεκαριστεί στη σιωπή, θα ακονιστεί στη διαφωνία, θα σφυρηλατηθεί στη διεκδίκηση. Θα βιωθεί στη βιωμένη πνευματικότητα και την προσωπική αναζήτηση, στο άνοιγμα της ψυχής. Η επικράτησή της έναντι όλων των δοκιμασιών θα είναι και η τελική σφραγίδα της.

Από τον «Αμλετ» του Σαίξπηρ ουσιαστικά ένας χαρακτήρας επιβιώνει: ο Οράτιος. Ο μοναδικός φίλος του Αμλετ, ο μόνος στον οποίον εμπιστεύεται το γεγονός ότι θα υποδυθεί τον τρελό. Ο φίλος, ο Οράτιος, εκείνος που θα ανεχτεί όλες τις παραξενιές και τις αλλοκοτιές του πρίγκιπα, θα είναι εκείνος που θα ζήσει για να πει την ιστορία.

Πόσο πολυτελή ακούγονται αυτά τα αισθήματα στην εποχή μας. Η συμπίεση του χρόνου οδηγεί στην αλλοίωση της επικοινωνίας, στη συμπίεση των αισθημάτων. Το νέφος του politically correct απαλείφει την ελεύθερη άδολη επικοινωνία. Η ατζέντα – κυριολεκτικά και μεταφορικά – υπερισχύει της αυθόρμητης ανάγκης για τον άλλον.

Υπάρχουν άνθρωποι που δεν είχαν στιγμή αλτρουισμού στη ζωή τους. Πάντοτε υπήρχε ένα κρυφό χαρτί ή μια (ξανά αυτή η λέξη) κρυφή ατζέντα. Για να δημιουργείς φιλικές σχέσεις πρέπει να είσαι ψυχικά ευρύχωρος. Και αυτός ο ταλαίπωρος μυς, η καρδιά, δεν χωράει και πολλά, όταν δεν τον εξασκείς.

Από ΤΟ ΒΗΜΑ   Αλέξης Σταμάτης

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 19 Ιουλίου 2020

Να ακολουθείς τα μέτρα και τα σταθμά των «πετυχημένων» άλλων και να βαδίζεις τον δρόμο της αυτοκαταστροφής. Να διστάζεις να εκδηλώσεις το πραγματικό σου «εγώ» και να είσαι βυθισμένος στη μετριότητα.

Ποτέ σου δεν πίστεψες πως ο κόσμος μέσα σου δεν πρόκειται απλώς για ένα όνειρο και ουτοπία και τελικά, βρίσκεσαι αντιμέτωπος με ένα κυκεώνα συναισθημάτων και μία μάχη διάσωσης του μέσα σου κόσμου, που λεηλατείται ακατάπαυστα, αρχίζει. Ματαιώσεις, διαψεύσεις, γκρεμίσματα ονείρων και προσδοκιών, ένα – ένα σε διαδέχονται και ανατρέπουν τα πάντα.

Τότε συνειδητοποιείς. «Συνειδητοποιείς», έχεις ενσυναίσθηση της κατάστασής σου και επιδιώκεις μία ριζική αλλαγή. Μόνο τότε ανοίγονται νέα μονοπάτια φυγής από τα δεσμά του συμβατικού και του μέτριουκαι είσαι ευτυχισμένος.

Αποδέχομαι ότι, μέχρι τώρα, τη ζωή, τις αποφάσεις, τα όνειρά μου τα καθόριζαν οι «πετυχημένοι» άλλοι και εγώ ήμουν ένας άβουλος θεατής, ανίκανος να αντισταθώ στις υπαγορεύσεις τρίτων. Την ίδια στάση ακολούθησα στις φιλίες, τον έρωτα. Παθητικός αναγνώστης ενός προσωπικού μου χάρτη, τον οποίο όμως χαρτογραφούσαν άλλοι.

Αποδέχομαι την αδυναμία μου να επιβληθώ στον εαυτό μου και να αποβάλλω το σάβανο της ομοιομορφίας που, τόσο διακριτικά, η κοινωνία μου προέβαλλε ως μοναδικό τρόπο επιτυχίας ή ευτυχίας.

Τώρα αρχίζει η πρόκληση της αλλαγής. Αλλαγή για όλα όσα σε καθήλωσαν σε μία μονόδρομη διαδικασία τέλματος, αλλαγή γιατί πλέον χρειάζεται να επανατοποθετηθείς και να ορίσεις τον εαυτό σου αληθινά, να βγάλεις την αλήθεια από μέσα σου. Ήδη οι λέξεις σου αρχίζουν να αποκτούν διαφορετική όψη, παίρνουν πνοή και μετατρέπονται σε συναισθήματα, με πρόσημο θετικό.

Βήμα-βήμα, προχωράς, βαδίζεις σε ένα νέο κόσμο και αναρωτιέσαι: «άραγε όλα όσα είχα ζήσει ήταν διαδοχικές απογοητεύσεις;». Κι εγώ, κάπου εδώ θα σου απαντήσω αρνητικά. Καλώς ή κακώς οι απογοητεύσεις μας μας ανήκουν και μας είναι απαραίτητες. Εγώ τις χαρακτηρίζω «αναπόφευκτες δόσεις αυτογνωσίας», οι οποίες τελικά μας καθοδηγούν στον δρόμο της ωριμότητας.

Σου παραθέτω, επομένως, τα δέκα «Ναι» που χρειάζεται να λες στον εαυτό σου και τα οποία – ελπίζω – να αποτελέσουν τους οδοδείκτες της δικής σου πορείας:

I. Αποδοχή

II. Πίστη στον εαυτό μου

III. Ευγνωμοσύνη

IV. Επαφή με τον κόσμο μέσα μου

IIV. Ανάπαυση

IIIV. Απόλαυση

VI. Αναψυχή

VII. Εξωτερίκευση συναισθημάτων

VIII. Ανάγκη για επικοινωνία

IX. Ηρεμώ όταν το χρειάζομαι

X. Ονειρεύομαι.

Και να θυμάσαι: «Η αλλαγή ξεκινάει από την αποδοχή».

Σοφία Βράιλα

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 19 Ιουλίου 2020

Να λες ΝΑΙ σε νέες εμπειρίες!
Να τρως υγιεινά, να ταξιδεύεις συχνά.
Η ζωή είναι πιο όμορφη στην παραλία.

Δώσε σημασία σε κάθε στιγμή, πρόσθεσε αξία.
Δες ένα αγαπημένο σου πρόσωπο, φίλη, φίλο…
Διάβασε ένα καινούριο βιβλίο.
Τα βιβλία είναι παράθυρα σε νέους κόσμους!

Κάνε ένα διάλειμμα απ’ ότι κι ας συμβαίνει στο τώρα.

Πάρε μια ανάσα! Συνειδητά. Και… εκπνοή.
Χάζεψε τα κύματα, ταξίδεψε στα χρώματα…
Άσε το φως του ήλιου να σε λούσει. Η D μας κάνει καλό!

Οραματίσου τη ζωή που επιθυμείς…
Είσαι πολύ κοντά της.
Φέρε ότι ζητάς. Αν το βλέπεις, υπάρχει ήδη.
Αν όχι, πίστεψέ το για να το δεις

Στην παραλία είναι όλα πιο φωτεινά…
Να σε αγαπάς και να σου το υπενθυμίζεις!
Μα τι όμορφη στιγμή για να ξεκινήσεις να γράφεις ημερολόγιο, τι λες;

Ζήσε το καλοκαίρι που θες τώρα και κάθε καλοκαίρι.
Κάθε άνοιξη, φθινόπωρο και χειμώνα.
Το καλοκαίρι είναι μέσα μας!

Από enallaktikidrasi

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 19 Ιουλίου 2020

Είσαι ελεύθερος όταν μπορείς να απομακρυνθείς από τους ανθρώπους, χωρίς να σε υποχρεώνουν να τους αναζητείς η ανάγκη του χρήματος ή το ένστικτο του κοπαδιού ή η αγάπη, η δόξα, η περιέργεια, πράγματα που δεν βρίσκουν τροφή στη σιωπή και στη μοναξιά. Αν σου είναι αδύνατο να ζήσεις μόνος, έχεις γεννηθεί σκλάβος. Μπορεί να έχεις όλες τις μεγαλοσύνες του πνεύματος κι όλες της ψυχής: είσαι ένας σκλάβος ευγενής, ένας δούλος έξυπνος, μα δεν είσαι ελεύθερος. Και δεν είσαι εσύ ο υπεύθυνος γι’ αυτήν την τραγωδία, διότι η τραγωδία του να έχεις γεννηθεί έτσι δεν αφορά εσένα μα το ίδιο το Πεπρωμένο απέναντι στον εαυτό του.   Να γεννηθείς ελεύθερος – αυτή είναι η ύψιστη ανθρώπινη μεγαλοσύνη, αυτή που κάνει τον ταπεινό ερημίτη ανώτερο των βασιλέων   Αλίμονο σε σένα όμως αν είναι το φορτίο της ζωής, η ίδια η ζωή που σε σκλαβώνει. Αλίμονο σε σένα, που έχεις γεννηθεί ελεύθερος, αυτάρκης και ικανός να αποχωριστείς τους ανθρώπους, αν η φτώχεια σου, σου επιβάλλει να ζεις μαζί τους. Αυτή μάλιστα, αυτή είναι η δική σου τραγωδία που κουβαλάς παντού μαζί σου Να γεννηθείς ελεύθερος – αυτή είναι η ύψιστη ανθρώπινη μεγαλοσύνη, αυτή που κάνει τον ταπεινό ερημίτη ανώτερο των βασιλέων, ανώτερο κι απ’ τους θεούς, που επαρκούν στον εαυτό τους ασκώντας την εξουσία τους κι όχι από περιφρόνηση απέναντι της.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 15 Ιουλίου 2020

Τα καλοκαίρια στον Κλειδό, η μάνα, πέρα απ όλα τ άλλα, έκανε και την βοηθό βοσκού. Έμπαινε στην μάντρα την ώρα του αρμέγματος, επέλεγε το λαάριο ζο ή πρόβατο, το έπιανε απ το πισινό του πόδι και το πήγαινε στον πατέρα μου να τ αρμέξει. Ο πατέρας μου καθόταν πάνω σε μια μεγάλη πέτρα στην είσοδο της μάντρας, με τα γόνατα ανοιχτά να εμποδίζουν την έξοδο των ζω και τον αρμεό ανάμεσα στα πόδια του. Μου έκανε εντύπωση πως, παρά του ότι βλαστημούσε με το παραμικρό τα θεία, πάντα όταν ξεκινούσε το άρμεγμα έκανε τον σταυρό του και ψιθύριζε «έλα Χριστέ μου». Έπιανε σφιχτά απ τα βυζιά το ζο, σάλιωνε τα δάχτυλα του ενός χεριού, πίεζε ελαφρά χαμηλά τις ρώγες για να βγει λίγο γάλα και μετά με τις χούφτες τα έσφιγγε ρυθμικά με δύναμη. Το ζο βέλαζε και κουνούσε το κεφάλι. Ήταν εμφανές πως πονούσε. Όσο το άρμεγε καθόταν υπομονετικά ακίνητο. Μόλις καταλάβαινε πως το γάλα στα βυζιά του τελειώνει, άρχιζε ανυπόμονα να ψάχνει με το κεφάλι του την έξοδο, την ελευθερία του. Ο πατέρας δεν έβλεπε στον αρμεό. Κοιτούσε μπροστά και καθοδηγούσε την μάνα για την επόμενη επιλογή. Θυμάμαι πάντα πως ένα μεγάλο μέρος απ το αρμεγμένο γάλα, χυνόταν στο χώμα δίπλα στον αρμεό και πάνω στα παπούτσια του. Στην αρχή που το έβλεπα νόμιζα πως το έκανε επίτηδες. Πως ένα μέρος του γάλακτος δεν έπρεπε για κάποιο λόγο να μπει στον αρμεό. Στη συνέχεια κατάλαβα πως ήταν ακόμα ένα στοιχείο της τσαπατσουλιάς του πατέρα μου.
Στα δώδεκα μου χρόνια λοιπόν αντικατέστησα τη μάνα και έγινα εγώ βοηθός βοσκού. Στην αρχή ένιωσα υπερήφανος, συγκινημένος και γεμάτος υπευθυνότητα για τον τίτλο που μου είχε αποδοθεί. Στην πράξη όμως αποδείχτηκε πως δεν μπορούσα να ανταποκριθώ στις προσδοκίες του πατέρα μου και τον έκανα να μετανιώσει για την επιλογή του.
Ο πατέρας μου σηκωνόταν αξημέρωτα, αντιραβδιαζόταν και ξεκινούσε να ρεβάρει τα ζουλοπρόβατά του. Όταν τα συγκέντρωνε, αυτά σταλιάζανε κάτω απ τις ελιές και περίμεναν πότε θα αρμεχτούν, για να πάνε στην συνέχεια να ποτιστούν στο πηγάδι και μετά να είναι πάλι ελεύθερα να βοσκήσουν. Μάντριζε λοιπόν πρώτα τα ζα -πιο ατίθασα και ανυπόμονα απ τα πρόβατα- και ξεκινούσε το άρμεγμα.
Στην αρχή, που η μάντρα είναι γεμάτη, είμαι όρθιος στο βάθος της. Τα ζα φοβούνται την παρουσία μου και στριμώχνονται προς τον πατέρα μου. Αυτός σηκώνεται ελάχιστα απ την πέτρα που κάθεται τα πιάνει ένα-ένα και τα αρμέγει. Όσο λιγοστεύουν τα ζα, τόσο δυσκολότερη γίνεται η προσπάθειά του να τα πιάσει. Τότε αρχίζει ο δικός μου ρόλος. Με αδέξιες κινήσεις προσπαθώ να του τα γυρίσω. Μάλλον δεν τα καταφέρνω καλά. Βλέπω στο πρόσωπό του ένα χαμόγελο ειρωνείας για τις άγαρμπες κινήσεις μου.
– Μουρέ τη Λιβανοχελιά
– Μουρέ όχι ευτή
– Μα δε σκαμπάζεις ελεϊκό παιδί μου;
Εγώ, προσπαθώντας να του αποδείξω πως τα καταφέρνω, κάνω γρήγορες και νευρικές κινήσεις, αγριεύοντας τα ζα και δημιουργώντας μέσα στη μάντρα πανικό. Σκόνη, φασαρία, φωνές, νευρικότητα. Μια φορά ο πατέρας μου θυμάμαι, σηκώθηκε εντελώς απ την πέτρα και έκανε μερικά βήματα για να πιάσει ένα ζο. Εγώ κάνω γρήγορη κίνηση να το πιάσω για να του το πάω και τα αγριεύω. Αυτά είδαν την έξοδο αφύλαχτη και άρχισαν να τρέχουν για να βγουν. Ο πατέρας μου προσπαθεί, κρατώντας απ το πόδι το ζο, να ξανακαθίσει στη θέση του. Τα ουρλιαχτά του και η βλαστήμιες τα τρομάζουν. Με φοβερή ταχύτητα και δύναμη, τον παρασέρνουν και τον ρίχνουν κάτω. Ρίχνουν και τον αρμεό και χύνεται το γάλα. Δεν θα ξεχάσω τη σκηνή, να είναι πεσμένος στο χώμα, να κρατάει με το ένα χέρι το ζο, με το άλλο την τραγιάσκα, τα ζα να πηδούν από πάνω του και να φεύγουν και το έρημο που κρατούσε απ το πόδι να προσπαθεί να φύγει και να μη μπορεί. Στο τέλος που έχει αδειάσει η μάντρα, αφήνει ελεύθερο το ζο, κάθεται οκλαδόν, τινάζει την τραγιάσκα για να την ξεσκονίσει πάνω στο γόνατό του και την φοράει. Πιάνει το ραβδί του, στηρίζεται και σηκώνεται όρθιος. Ξέρω πως είμαι η αιτία για την καταστροφή που μόλις έχει γίνει. Περιμένω την αντίδρασή του. Η αλήθεια είναι πως φοβάμαι, παρότι δεν είχε σηκώσει χέρι ποτέ πάνω μου. Με αργά βήματα βγαίνει από την μάντρα μονολογώντας δυνατά για ν ακούω: «Που να ‘χει ανάθεμα που σε έσπερνε. Μα ήντα αχρηστεμός του παιδιού ήτονε ευτός. Μα ήντα ‘θελα να σε κάμω υιέ μου.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΑΝΩΛΗ ΜΠΑΡΔΑΝΗ