Εντυπώσεις

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 17 Απριλίου 2016

Οι υποσημειώσεις, λοιπόν, των ταξιδιών, όπως γράφτηκαν επιτόπου στο μπλοκάκι μου. Αρπάγματα τόπων και τοπίων, όπως το σκίτσο ή η ακουαρέλα των ζωγράφων, μια περιδιάβαση:

«Ταξιδεύοντας εξερευνούμε φυσικά τοπία, αλλά ουσιαστικά εξερευνούμε ανθρώπινα. Ψάχνουμε τον άνθρωπο, ψαχνόμαστε. Oταν επισκεπτόμαστε έναν τόπο, επισκεπτόμαστε τον εαυτό μας. Ο Τζον Στάινμπεκ έγραφε: “Eνα ταξίδι είναι από μόνο του σαν ένα πρόσωπο που κανένα δεν μοιάζει μ’ ένα άλλο. Υστερα από καιρό βλέπουμε πως εμείς δεν πάμε ταξίδι, το ταξίδι μάς πάει”».
«Απίθανη διαδρομή μέσα στο δάσος από τον παλιό δρόμο Ταξιάρχης – Αρναία, στη Χαλκιδική. Ονειρική αγκαλιά οι οξιές, οι δρύες, οι καστανιές, με ξέφωτα ωραίας θέας».
«Η Σχοινούσα είναι τόσο μικρή, που από τους δύο λόφους με τους ανεμόμυλους στην κορυφή, η θέα της χωρά στα μάτια σου. Εδώ και λίγες ημέρες μια μικρή “Χαρά” ήρθε στο μικρό νησί. Η Λίλα κατέβηκε από τις κορφές του Καρπενησιού για να ανοίξει το παλιό καφενείο στον γενέθλιο τόπο της γιαγιάς της και οι λιγοστοί μόνιμοι κάτοικοι κάνουν πραγματικά χαρές. Το καφενείο έχει όλα τα χαρακτηριστικά της Σχοινούσας. Γαλάζιο, μικρό και καλόγουστο. Εκατόν πενήντα κάτοικοι τον χειμώνα, αλλά το νησί είναι όλο ζωντάνια και νεανικότητα».
«Η Ικαρία κερδίζει τη ζωντάνια και τη νεανικότητα επιδιώκοντας την αυτάρκεια. “Παλεύω με τα αγριόχορτα” μας λέει ο Λευτέρης Τρικεριώτης. “Εχω ανάγκη να βρίσκω έξω στη φύση ένα μέρος της τροφής μου και να έχω κάποια αυτάρκεια. Επανεκτιμάμε την ποιότητα της ζωής με την ποιότητα της τροφής”. Αυτή είναι βασική συνιστώσα της προσωπικότητας και του χαρακτήρα της Ικαρίας. Την ψυχανεμίζεται ο επισκέπτης, αλλά δεν τη βλέπει. Πρέπει να αφήσει το αυτοκίνητο και να την αναζητήσει στα σοκάκια ανάμεσα στα αγροκτήματα. Κι όταν τη βρει, θα καταλάβει ότι η περίφημη μακροζωία των ανθρώπων στην Ικαρία είναι συνυφασμένη με την ολιγάρκεια και το γλέντι που καταλήγει το ξημέρωμα στον περίπλοκο ικαριώτικο χορό».
«Στη γειτονιά της Ικαρίας, η παραλία του Πετροκοπιού στους πολυσχιδείς Φούρνους με το βυζαντινό λατομείο, είναι σπαρμένη βότσαλα, κολόνες, θρούμπι και θυμάρι».
«Το καλοκαίρι αποτραβιέται όπως το κύμα από τα βότσαλα. Με ένα τραγούδι».
«Το είπε κι αυτό ο παππούς Νίκος Καζαντζάκης: “Κάθε άρτιος ταξιδευτής δημιουργεί πάντα τη χώρα που ταξιδεύει”».
«Συμβαίνει συχνά στο Λιβυκό πέλαγος, οι δέσμες αχτίδων του ήλιου να διαπερνούν τα σύννεφα και να χαϊδεύουν τη θάλασσα, σαν φωτεινά πλοκάμια μυθικού χταποδιού. Τα βλέπεις από τους δρόμους των τραγουδιών των Λευκών Ορέων».
«Ενα από τα μικρά θαύματα της ελληνικής διατροφικής παράδοσης είναι η ελαϊκή, αυτό το τόσο ιδιαίτερο τυρί που ετοιμάζεται μόνο στην Κάσο. Ξερή μυζήθρα “ψημένη” μέσα σε αγνό βούτυρο. Και η σιτάκα, η κρέμα του αφυδατωμένου γάλακτος, υπάρχει μόνον εδώ. Πουθενά αλλού. Δύο μοναδικά τυριά επάνω σε έναν βράχο με λιγοστά χόρτα της άνοιξης, καταμεσής της θάλασσας. Δεν είναι θαύμα;».
«”Τα απλά πράγματα είναι που ενώνουν τους ανθρώπους” μου είπε ο καθηγητής Βασίλης Λαμπρινουδάκης έπειτα από μια ξενάγηση στον Ναό της Δήμητρας στον Γύρουλα, μπροστά στο στρωμένο τραπέζι στο μητάτο του Γιάννη Κάγκανη στα Πλατάνια, στην ενδοχώρα της Νάξου, στη σκιά του Ζα.

Ο πολιτισμός της καθημερινής ζωής σε όλο του το μεγαλείο».

«Η μοίρα του Καρπάθιου πελάγους είναι αποτυπωμένη πάνω στη Μοίρα, το ερημονήσι απέναντι σε ένα από τα ακρογιάλια του Αφιάρτη της Ανεμόεσσας Καρπάθου. Εκεί οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν τα θεμέλια μιας αγροικίας και έσπαγαν το κεφάλι τους να μαντέψουν τι γύρευε ένα κτίσμα πάνω στο νησάκι. Μέχρι που είδαν έναν παράκτιο ψαρά να αράζει τη βάρκα του, να βγαίνει έξω με ένα κουτάλι και ένα καλάθι και να αρχίζει να μαζεύει το αλάτι. Την εποχή του βασιλιά Μίνωα ήταν λευκό χρυσάφι, όχι επειδή απλώς νοστίμευε τα φαγητά, αλλά κυρίως επειδή τα συντηρούσε, μαζί με τη δυνατότητα μεγάλων πλόων. Το αλάτι έθρεψε τη θρυλούμενη θαλασσοκρατορία του Μίνωα και τα μεγάλα ταξίδια».
«Είπε ο Ντάνιελ Εγκνέους, σουηδός εικαστικός καλλιτέχνης: “Κάθε καινούργια πόλη είναι μια νέα έμπνευση. Αλλά είμαι πάντοτε περαστικός. Αυτό ίσως ακούγεται μελαγχολικό για κάποιους, αλλά για μένα είναι υπέροχο, γιατί όλα με εκπλήσσουν και με συναρπάζουν σαν να είναι η πρώτη φορά”».

* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 10 Απριλίου 2016

Αν δεν βρίσκεσαι στο Πλατύ την ώρα που ο ήλιος βουτά στο Καρπάθιο Πέλαγος και αρχίζει ο χορός του Δεκαπενταύγουστου, δεν μπορείς να καταλάβεις λέξη από το μυστήριο που λέγεται Ελυμπος (η Ολυμπος για τους ντόπιους). Κυριολεκτικά δεν καταλαβαίνεις λέξη, αφού και η ασυνήθιστη λαλιά των ανθρώπων εδώ στην Πάνω Κάρπαθο ακούγεται σαν μελωδική ηχώ από τα βάθη των αιώνων, κατευθείαν από το στόμα των Δωριέων που λάτρευαν όσο κανείς άλλος τον Ποσειδώνα, τον θεό της θάλασσας, και τα ψηλά απότομα βράχια που είναι ριζωμένα στον βυθό της. Κι εδώ, όντως, αυτό το τοπίο αποθεώνεται. Τα πάντα γκρεμίζονται και όλα ανορθώνονται με βυζαντινή μεγαλοπρέπεια. Από τη μεριά της θάλασσας οι απότομες πλαγιές κατρακυλούν μέχρι τον γιαλό με κοσμογονικό πάταγο. Στα αφτιά σου φτάνει η μακρινή μουρμούρα του πελάγους, αλλά εδώ είναι ένα μέρος που βλέπεις τους ήχους, παρά τους ακούς. Κι αυτή η παραστατική εικόνα των εξαιρετικά απότομων βουνών φέρνει στον νου σου τον σάλο τιτανομαχίας. Συνήθως αυτή η τιτανομαχία μεταξύ της στεριάς και της θάλασσας μοιάζει αμφίρροπη, αλλά, από εδώ πάνω, η επίθεση των γκρεμών στο πέλαγος είναι τόσο άγρια και μεγαλόπρεπη, που η συνήθης οργή του Ποσειδώνα φαντάζει σαν αντίδραση θυμωμένου κατοικίδιου. Είναι απίστευτα γοητευτική η θέα του Μαλό και των γκρεμών του Σαραντάκοπου, που τους γλυκαίνει της Μέλισσας το Σελάι στην περιοχή της Ασίας. Αλλά και οι γλυκές αγκαλιές, παρ’ όλη τη σκληράδα τους, με τα γκρίζα βότσαλα, το Φορόκλι, ο Νάττης, ο Αγιος Μηνάς.

Tο πανηγύρι της Καρπάθου

Το καβάι, αυτή η πολύχρωμη παραδοσιακή φορεσιά – πιο σοβαρή για τις παντρεμένες και πιο φανταχτερή για τις ελεύθερες – που φορούν οι μεγάλες γυναίκες καθημερινά και οι νεότερες όταν έχουν γιορτή, όπως το πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου, θυμίζει τα ρούχα των λαών που ζουν γύρω από τα Ιμαλάια στην ήπειρο της Ασίας. Μπορεί να έχεις δει μια γυναίκα με την ελυμπίτικη φορεσιά της στην Αθήνα ή ακόμη και στη Νέα Υόρκη. Κάποιες δεν την αποχωρίζονται ποτέ και όλες τη φορούν με περίσσια υπερηφάνεια. Τη ράβουν μόνες τους, εκτός από τα καλά πασούμια και τα καθημερινά στιβάνια, τα οποία τσαγκαρεύει ο Γιάννης Πρεάρης που παίζει και λαούτο. Πόσο λαχταρώ να δω εφέτος τον Γιάννη και τον Μιχάλη Ζωγραφίδη να παίζουν δίπλα στα απομεινάρια μιας από τις τέσσερις αρχαίες πόλεις της Καρπάθου, τη Βρουκούντα, στο πανηγύρι του Αϊ-Γιάννη στις 29 Αυγούστου! Λες να αξιωθούμε να ξενυχτήσουμε εκεί ακούγοντας το τραγούδι τους που γίνεται ένα με τη μουσική της θάλασσας;

και παίρνει αγέρας τη λαλιά

κι εις τον γιαλό τη ρίχνεικι η θάλασσα εμπονάτσαρε

και τα καράβια αράξαν

 

 

Από τη μεριά της θάλασσας, στη συνοικία Εξω Καμάρα, τα σπίτια της Ολύμπου σταματούν μισό βήμα προτού γκρεμιστούν μέχρι κάτω τις Φρίκες. Από την άλλη πλευρά, τα σπίτια κατρακυλούν ως το βάθος της ρεματιάς. Πολλά άλλα κτίσματα μοιάζουν να διστάζουν να κινδυνεύσουν να γκρεμιστούν ή να κατρακυλήσουν και συνωστίζονται στην κόψη, εκατέρωθεν του κεντρικού σοκακιού που διατρέχει την πιο πυκνή γειτονιά του οικισμού ως το Πλατύ, τη μικρή πλατεία μπροστά στην εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου, το επίκεντρο της ζωής στην Ολυμπο. Η πολύ ατμοσφαιρική εκκλησία, με τη φιγούρα του μερακλή παπα-Γιάννη, φαίνεται να είναι η κορυφή του οικισμού, απ’ όπου ξεκινούν όλα, και το πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου φυσικά. Στην απέναντι άκρη, όμως, και στην πίσω γειτονιά, ο οικισμός καταλήγει σε σειρές ανεμόμυλων, που κάποτε συντηρούσαν τη ζωή στην Ολυμπο και τώρα συντηρούν τη μαγευτική εικόνα της.

 

Ενας από τους ανεμόμυλους διατηρεί ακόμη την αρματωσιά του στραμμένη επάνω στην αφετηρία του μπονέντη, έτσι λένε το μελτέμι στο Καρπάθιο, και λειτουργεί κανονικά αν τον απελευθερώσεις. Μέσα πλάθουν με τα χέρια τους μακαρούνες και τις σερβίρουν με τσιγαρισμένο κρεμμύδι έξω στα τραπέζια μαζί με χίλιες δυο άλλες γεύσεις αρωματισμένες δίπλα στον φούρνο που καίει με ξύλα από τα γύρω όρη. Στο Μέγαρο, ο Βασίλης Μιχαλής και ο Ηλίας Λιορεΐσης μαγείρεψαν για τους ξένους το πιάτο του πανηγυριού, σφαχτό κοκκινιστό με άσπρο πιλάφι και πατάτες τηγανητές. Ολο κι έρχονται καινούργιοι για να το γευτούν, αλλά ο ήχος των πιρουνιών που χτυπούν στα πιάτα κατά το βυζαντινό συνήθειο επιβάλλει ησυχία για να κηρύξουν ο παπα-Γιάννης και οι ψάλτες την αρχή του γλεντιού. Ξεκινούν με τροπάρια και γρήγορα περνούν στα φημισμένα συρματικά τραγούδια, όπως το πιο παλιό «Αρχοντες τρων και πίνουσι σε μαρμαρένια τάβλα». Στο μεταξύ, στο Πλατύ το αρχικό κύτταρο του γλεντιού, η παρέα με τους βασιλικούς της Παναγίας περασμένους στον γιακά, άρχισε να πίνει και να τραγουδά. Μόλις ο ήλιος ακουμπήσει το Καρπάθιο, θα χτυπήσουν την καμπάνα και οι κοπέλες θα έρθουν στο Πλατύ για να πιαστούν στον χορό – και θα χορεύουν μέχρι ο ήλιος να διατρέξει όλο το ημισφαίριο και να εμφανιστεί από την κορυφή του προφήτη Ηλία.

να πάω να σαϊτέψω την κόρη π’ αγαπώ.

ΑΠΌ ΤΟ ΒΗΜΑgasino

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 10 Μαρτίου 2011

Τον προηγούμενο Νοέμβριο ταξίδεψα επί δύο εβδομάδες στην Αριζόνα,σε ένα τόπο διαφορετικό από όσους έχω επισκευτεί μέχρι τώρα,με έναν ουρανό γαλανό και ηλιόλουστο ,με απέραντα δάση και με απέραντες ερήμους,με ηφαίστεια και με λίμνες ,με πανύψηλα δέντρα και με θάμνους που τους σέρνει ο αγέρας,με τεράστιους βράχους  σε απέραντες ερημιές,με κόκκινη γή και με ξερή γή,με Ινδιάνους και με λευκούς ,με θρύλους και με δαιμόνια,με φαράγγια και με ποτάμια…Παντού κόκκινη γή…Η κόκκινη γή είναι η ιερή μάνα γή των ιθαγενών Ινδιάνων…εκεί οι βράχοι  στα ηλιοβασιλέματα γίνονται κατακόκκινοι λες και πιάνουνε φωτιά… εκεί κάθε σχηματισμός βράχου έχει ένα όνομα που έδωσαν οι Ινδιάνοι “αετός” ¨”κουκουβάγια”  “ελέφαντας” …εκεί η απεραντοσύνη και η σιωπή της ερήμου σε αφήνει μόνο με τον εαυτό σου…μόνο και μικρό μπροστά στο μεγαλείο και την σοφία της φύσης…εκεί το Grand Canyon -το Μεγάλο Φαράγγι- σε αφήνει άφωνο και εκστασιασμένο…εκεί  είσαι μία κουκίδα ανάμεσα σε τεράστιους πέτρινους σχηματισμούς…εκεί ένοιωσα να κατακλύζομαι από την μοναδικότητα ,την ιερότητα,την επιβλητικότητα,την μεγαλοσύνη της Φύσης.