Σχέσεις

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Μαρτίου 2020

Η πρώτη γυναίκα που έκανε τον περίπλου της γης και προς τις δύο κατευθύνσεις, μένοντας μόνη της στην θάλασσα ακόμα και για 178 ημέρες, μιλά για την διαχείριση της απομόνωσης και της μοναξιάς, ενώ ο πλανήτης δοκιμάζεται από την πανδημία του κορωνοϊού και ολόκληρα κράτη μπαίνουν σε υποχρεωτική καραντίνα.

Το 2006, η Dee Caffari έκανε σόλο τον περίπλου της Γης με φορά προς τα δυτικά χωρίς διάλειμμα, κόντρα σε ανέμους και ρεύματα. «Όταν έλαβα μέρος στο Vendee Globe, πέρασα τρεις μήνες στην θάλασσα μόνη, στο Aviva Challenge I. Μετά έξι μήνες (σ.σ το 2009). Για σπίτι μου είχα ένα σκάφος 72 ποδών με ελάχιστες ανέσεις και καμία δυνατότητα διασκέδασης πέρα από τις δυνατότητές μου στο καραόκε.

»Φυσικά γνωρίζω ότι η απομόνωσή μου ήταν από επιλογή και για πολύ διαφορετικούς λόγους από την κατάσταση που αντιμετωπίζουμε τώρα εξαιτίας του κορωνοϊού. Ωστόσο, η στρατηγική και τα διδάγματα που αποκόμισα από το να μείνω μόνη για τόσο μεγάλες χρονικές περιόδους, ελπίζω ότι θα βρουν πρόσφορο έδαφος στους ανθρώπους που αντιμετωπίζουν μια ανοίκεια και τρομακτική κατάσταση.

»Ως άνθρωποι με συνείδηση γνωρίζουμε ότι πρέπει να απομονωθούμε φυσικά, αλλά δεν χρειάζεται να παραμείνουμε και πνευματικά απομονωμένοι. Η ανθρώπινη επαφή και η υποστήριξη είναι σημαντική πάντα, και ιδιαιτέρως σε εποχές κρίσης και στρες. Τώρα, περισσότερο από ποτέ, πρέπει να φροντίσουμε ο ένας τον άλλο

»Τα δικά μου τιπς για την απομόνωση είναι: Συνεχίστε να επικοινωνείτε, αυτό είναι ενθαρρυντικό για όλους. Αν έχετε αυτο-απομονωθεί, τονώνει το ηθικό να γνωρίζετε ότι νοιάζονται άλλοι άνθρωποι για εσάς και είναι εξίσου σημαντικό να ξέρουν οι φίλοι και η οικογένειά σας πως είστε εντάξει. Μείνετε σε επαφή και ζητήστε βοήθεια αν την χρειαστείτε. Μια κουβέντα πέντε λεπτών την ημέρα θα μπορούσε να φτιάξει την διάθεση ενός ανθρώπου και να είναι το πράγμα που περιμένει ως την επόμενη φορά.

»Το να μένει κανείς μόνος 24/7 είναι ξένο σε πολλούς από εμάς και θα είναι πρόκληση για όσους περνούν καλά στην συντροφιά άλλων. Οι εξωστρεφείς παίρνουν ενέργειά από τους γύρω τους και η έλλειψη αυτού του ερεθίσματος μπορεί να χειροτερεύσει την διάθεσή τους. Για τους περισσότερους από εμάς, το να πηγαίνουμε στην δουλειά, στο σχολείο ή στο γυμναστήριο, είναι μέρος της καθημερινότητάς μας και τώρα πρέπει να γεμίσουμε όλον αυτόν τον χρόνο. Το να έχει κανείς μία ρουτίνα και να παραμένει πιστός σε αυτή θα βοηθήσει, καθώς προσφέρει συγκέντρωση και λόγο για προχωρήσουμε μέσα στην ημέρα. Όταν έχουμε κάτι να κάνουμε, η ώρα περνά πιο γρήγορα.

»Θέσε την τεχνολογία στην υπηρεσία σου. Υπάρχουν τόσοι πολλοί τρόποι με τους οποίους μπορούμε να επικοινωνούμε πια, και αυτή είναι η εποχή για τους χρησιμοποιήσουμε. Skype, Facetime, email, μηνύματα, τηλέφωνα και πλατφόρμες στα social media, είναι όλοι εξαιρετικά μέσα για να μένουμε σε επαφή.

 

»Συγκεντρώσου μόνο σε ό,τι μπορείς να ελέγξεις και μην σπαταλάς ενέργεια ανησυχώντας για πράγματα που είναι πέρα από τον έλεγχό σου. «Βομβαρδιζόμαστε» με πληροφορίες μέσω των μίντια και χρειάζεται να πληροφορούμαστε για τις εξελίξεις. Ωστόσο, αν νιώσεις ότι το να ακούς ή το να διαβάζεις τις ειδήεις αυξάνει το άγχος ή τα επίπεδα του στρες, μείωσε την έκθεσή σου σε αυτές.

 

»Πολλοί από εμάς θα επηρεαστούν πολύ σοβαρά στο οικονομικό κομμάτι, μέσα από τις απώλειες θέσεων εργασίας ή την έλλειψη δουλειάς. Δεν είσαι μόνος, εκατομμύρια θα βρεθούμε στην ίδια θέση. Κάνε ένα ρεαλιστικό πλάνο και ζήτα βοήθεια αν νιώσεις ότι δεν μπορείς να ανταπεξέλθεις.

 

»Να είσαι ευγνώμων για όσα έχεις ή μπορείς να κάνεις στη ζωή σου. Το να εστιάσεις στα καλά, θα έχει θετικό αντίκτυπο στην πνευματική σου υγεία. Όταν περνάς μια δύσκολη ημέρα και σου είναι δύσκολο να το διαχειριστείς, συγκεντρώσου στο να τα καταφέρεις μέχρι την επόμενη μέρα, ή τις επόμενες μερικές ώρες αντί να σκέφτεσαι τις εβδομάδες ή τους μήνες. Ο ήλιος θα συνεχίσει να ανατέλλει και να δύει. Η κατάσταση θα περάσει.

 

»Αναζητήστε ευκαιρίες και γίνετε δημιουργικοί. Σε έναν κόσμο άμεσης επαφής, απαιτητικών ρυθμών εργασίας και τεχνολογιών που “εισβάλλουν”, η παρούσα κατάσταση θα επιτρέψει σε πολλούς από μας να κάνουμε ένα βήμα πίσω για μια χρονική περίοδο. Υπάρχει κάτι που θέλατε να κάνετε και δεν είχατε ποτέ τον χρόνο; Έχετε ένα μπεστ σέλερ στο κεφάλι σας που περιμένει να γραφτεί; Υπάρχει κάποια δουλειά που θα μπορούσατε να κάνετε περιστασιακά; Η ανάγκη είναι η μητέρα της εφευρετικότητας και ίσως τώρα είναι η ώρα για να τολμήσετε κάτι καινούργιο.

 

»Αποδεχτείτε ότι πρέπει να προσαρμοστούμε όλοι στο νέο περιβάλλον. Ως ναυτικός που έχει γυρίσει τον κόσμο, είμαι συνηθισμένη στην γρήγορη εναλλαγή περιβάλλοντος και στην ανάγκη να προσαρμοστώ σε δυνάμεις εκτός του δικού μου ελέγχου. Στις επόμενες εβδομάδες και στους μήνες που θα ακολουθήσουν, οι περιορισμοί στις ζωές μας και οι συνέπειες του ιού θα μας κάνουν αναμφισβήτητα να νιώσουμε θυμό, αναστάτωση, ανησυχία και φόβο. Αυτά είναι φυσικά συναισθήματα αλλά θα απασχολήσουν και την πνευματική μας ενέργεια.

 

»Η αποδοχή της κατάστασης, σου επιτρέπει να σκεφτείς πιο καθαρά και ψύχραιμα: Το μέλλον θα είναι διαφορετικό – αυτή είναι η αλήθεια και θα πρέπει να την αποδεχτούμε. Η μητέρα φύση πάτησε το κουμπί του reset. Έχουμε μια ευκαιρία να επαναξιολογήσουμε και να βελτιώσουμε την συμπεριφορά μας. Καταλαβαίνουμε όλοι πολύ καλά, ότι το μόνο πράγμα για το οποίο μπορούμε να είμαστε σίγουροι είναι η αλλαγή. Η ικανότητα προσαρμογής μας στην αλλαγή θα μας καθορίσει. Η παρούσα παγκόσμια πανδημία αποκαλύπτει ότι οι περισσότεροι από εμάς φοβούνται το άγνωστο και αντιδρούν με πανικό. Ας ενωθούμε σε αυτή την δύσκολη εποχή, στηρίζοντας ο ένας τον άλλον».

 

Τον Φεβρουάριο του 2009, η Caffari συμπλήρωσε τον αγώνα Vendee Globe, μπαίνοντας στα ρεκόρ Γκίνες ως η πρώτη γυναίκα που έκανε τον περίπλου και με δυτική (σ.σ το 2006) αλλά και με ανατολική κατεύθυνση χωρίς διάλειμμα. Στον Vendee Globe, οι σόλο ναυτικοί κάνουν τον γύρο της γης χωρίς βοήθεια. Τον αγώνα είχε εμπνευστεί ο Philippe Jeantot το 1989 και από το 1992 γίνεται κάθε τέσσερα χρόνια. Θεωρείται μια ακραία δοκιμασία και το απόλυτο τεστ αγώνων στους ωκεανούς.

 

H Dee Caffari εργάστηκε για πέντε χρόνια ως δασκάλα φυσικής αγωγής, πριν αποφασίσει να ασχοληθεί με την ιστιοπλοΐα. Πριν από αυτήν και άλλες γυναίκες είχαν κάνει τον γύρο της γης με πλεούμενα αλλά όχι και προς τις δύο κατευθύνσεις. Σύμφωνα με την σελίδα των ρεκόρ Γκίνες, μόνο τέσσερις άνθρωποι στον πλανήτη το έχουν καταφέρει αυτό. Η Caffari είναι ένας από αυτούς.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Μαρτίου 2020

Ελεύθερος είναι ο άνθρωπος που εμπιστεύεται και τον εμπιστεύονται. Γιατί όταν εμπιστευόμαστε είμαστε ήσυχοι και χαλαροί χωρίς άγχος και δεύτερες σκέψεις ενώ όταν μας εμπιστεύονται, δεν μας καταπιέζουν, δεν μας υποτιμούν, δεν θωρακίζουν την ελευθερία μας.

Ελεύθερος είναι ο άνθρωπος που σέβεται και τον σέβονται. Γιατί ο σεβασμός είναι μια ελεύθερη έκφραση ανθρώπου προς άνθρωπο. Γιατί όταν σεβόμαστε, σεβόμαστε τον άλλον για αυτό που είναι και του δίνουμε την ελευθερία να είναι ο εαυτός του ενώ όταν μας σέβονται τότε μόνο μπορούμε να πράττουμε και να δρούμε κατά βούληση.

Ελεύθερος είναι ο άνθρωπος που αγαπάει και τον αγαπούν. Γιατί όταν αγαπάμε, προσφέρουμε και δίνουμε τον εαυτό μας από επιλογή ενώ όταν μας αγαπούν εξελισσόμαστε και νοιώθουμε ότι ανήκουμε κάπου.

Ελεύθερος είναι ο άνθρωπος που αξιοποιεί κάθε στιγμή της ζωής του. Γιατί είναι ευτυχισμένος και δημιουργικός κάθε στιγμή είτε πρόκειται για ελεύθερο χρόνο είτε πρόκειται για στιγμές που εργάζεται ή δημιουργεί.

Ελεύθερος είναι ο άνθρωπος που εκτιμά τα καλά που έχει στη ζωή του. Γιατί μόνον έτσι μπορεί να χαίρεται με αυτά που έχει. Ελεύθερος είναι ο άνθρωπος που σκέφτεται ελεύθερα. Γιατί η σκέψη είναι ελεύθερη ακόμα και μέσα σε μια φυλακή.

Ελεύθερος είναι ο άνθρωπος που δημιουργεί και πράττει χωρίς να βλάπτει τον διπλανό του. Γιατί ποτέ αυτός ο άνθρωπος δεν θα κατακλύζεται από τύψεις ή ενοχές.

Ελεύθερος είναι ο άνθρωπος που ποτέ δεν σταματά να μάχεται για την ελευθερία του. Γιατί η ελευθερία αποτελεί ένα από τα υπέρτατα αγαθά. Ελεύθερος είναι ο άνθρωπος που διακατέχεται από αξίες και αρχές και μάχεται για αυτές. Γιατί μέσα από το παράδειγμα του μπορεί ο κόσμος να γίνει καλύτερος. Όταν νοιώθουμε ελεύθεροι, δρούμε ελεύθερα, πράττουμε, ελεύθερα, αγαπάμε ελεύθερα. Γιατί:

«Ευτυχισμένοι είναι οι ελεύθεροι και ελεύθεροι είναι οι γενναίοι» – Θουκυδίδης

Εμμανουέλα Ζώη, Κοινωνική Λειτουργός

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 15 Φεβρουαρίου 2020

Ήταν που λέτε μια φορά κι ένα καιρό ένα  σκιουράκι. Ούτε όμορφο, ούτε άσχημο. Ούτε έξυπνο, ούτε κουτό. Ένα συνηθισμένο σκιουράκι ήτανε, που θα ‘μοιαζε μ’ όλα τα’ άλλα, αν δεν είχε μια παράξενη συνήθεια. Μόλις σουρούπωνε, το ‘σκαγε απ΄ τη φωλιά του και πήγαινε και στηνότανε στην άκρη του δάσους, δίπλα στο ποτάμι, καρτερώντας τα ζώα που πήγαιναν να πιουν νερό…

Περνούσαν λέαινες, ζαρκάδια κι αρκούδες και λαγοί κι ασβοί και βατραχάκια… Το σκιουράκι ένιωθε πως με όλα έμοιαζε λιγάκι, πως όλα τους είχανε κάτι όμορφο, κάτι ξεχωριστό. Έτσι, τα σταματούσε όλα, τα κοίταζε στα μάτια και τα ρωτούσε:

– Μπορείς να μ’ αγαπάς;

Τα πιο πολλά γελούσαν. Αλλα δεν έμπαιναν στον κόπο να απαντήσουν. Και άλλα του απαντούσαν: Δεν έχω χρόνο…Και άλλα του απαντούσαν: δεν ξέρω τι είναι ν’ αγαπάς

Κι αυτό γινόταν κάθε σούρουπο κι έτσι είχαν τα πράγματα, ώσπου μια μέρα, το σκιουράκι ξαναρώτησε και τότε ένας ασβός του χαμογέλασε και του είπε:

– Μπορώ. Έλα να αγαπηθούμε.

– Μπορείς; Πόσο χαίρομαι! Πες μου, όμως, τι πά’ να πει ν’ αγαπηθούμε;

– Λοιπόν, το πιο σπουδαίο είναι να μη βιαστείς να καταλάβεις. Και τώρα άκου: Ν’ αγαπηθούμε, πρώτα-πρώτα πά’ να πει να κοιταζόμαστε στα μάτια.

Κι έτσι κοιταζόταν στα μάτια για μερόνυχτα…

 Τώρα αγαπιόμαστε; 

– Όχι βέβαια. Αλίμονο αν ήταν τόσο απλό.

Ν’ αγαπηθούμε πά’ να πει να φτιάξουμε κάτι μαζί.

Κι έφτιαξαν πράγματα μαζί. Κι ήταν τόσο χαρούμενα!…

– Τι ωραίο να σ’ αγαπάω! Τώρα δεν αγαπιόμαστε; 

– Όχι ακόμα. Γιατί ν’ αγαπηθούμε πά’ να πει και να ‘χουμε κάτι ο ένας απ’ τον άλλον. Δώσ’ μου λίγο απ’ το καστανόμαυρο τρίχωμά σου κι εγώ θα σου δώσω απ΄ το κίτρινο των ματιών μου.

Κι έκαναν έτσι…

Το σκιουράκι καθρεφτίστηκε στα μάτια του ασβού και καμάρωσε την κίτρινη λάμψη τους στα δικά του μάτια. Κι ύστερα του χάρισε το πιο γλυκό καστανόμαυρο τρίχωμα που είχε στην πλάτη του.

 Τώρα αγαπιόμαστε; 

– Όχι, όχι ακόμα. Μας μένει το πιο δύσκολο. Πρέπει να αγκαλιαστούμε σφιχτά, πολύ σφιχτά, και να τρέξουμε στον ήλιο, καβαλώντας μιαν αχτίδα από φως. Έλα, με το ένα, με το δύο, με το τρία, να προλάβουμε αυτήν εκεί την αχτίδα.

– Ένα, δύο, τρία, εεεεεεεεεεεεεε… ωπ!

– Τώρα αγαπιόμαστε;

– Τώρα ναι αγαπιόμαστε. 

Και που λέτε, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, κάπως έτσι έγινε κι έτρεχαν για τον ήλιο. Κι άρχισε να πέφτει βροχή, γλυκιά σα μέλι. Ήταν τα δάκρυα της χαράς τους, που απ’ την τεράστια ταχύτητα – που ζάλισε όλα τα πουλιά κι όλα τ’ αστέρια – έγιναν ένα… Κι ύστερα βγήκε ένα ουράνιο τόξο τόσο λαμπερό, που όλοι στη γη βάλανε το χέρι πάνω από τα μάτια να μην τυφλωθούνε, κι αναρωτιόντουσαν τι είχε συμβεί πάνω απ’ τα σύννεφα…

Και πέρασε καιρός. Να ‘τανε χρόνια, να ‘τανε ένα λεπτό μονάχα, κανένας δε θα μπορούσε να μας πει, γιατί ο χρόνος ήταν άχρονος, μέχρι που ο ασβός ψιθύρισε:

– Κουράστηκα. Μη σου κακοφανεί. Μπορεί και να ζαλίστηκα απ’ το τρέξιμο.Θα ‘θελα να γυρίσω πίσω.

– Κουράστηκες; Όμως, δεν τρέχουμε πατώντας στο χώμα. Είναι το φως που μας κρατά …;και είναι σαν να πετάμε δίχως κούραση να καταπονεί τα μικρά μας πόδια. Δεν είναι κουραστικό.

– Για μένα είναι. Έπειτα το ‘χω ξανακάνει. Λίγοι το αντέχουν δεύτερη φορά. Είν’ επικίνδυνο. Γυρίζω πίσω…

Αυτά είπε. Και με μεγάλη ευκολία, πήδηξε σ’ ένα μετεωρίτη που κατέβαινε στη γη και χάθηκε…

– Μη φεύγεις, φώναξε το σκιουράκι. Φοβάμαι πως δε θα μπορέσω ποτέ πια να σταματήσω, κι είν’ αστείο να τρέχω μόνος μου στον ουρανό…

Όμως, τη φωνή του την άκουσε μονάχα το σκοτάδι, κι ίσως – δε σας τ’ ορκίζομαι  το φεγγαράκι που πρόβαλε πίσω από ένα σύννεφο δειλά.

– Εεεεεεε… ωωωωωωωωωωπ… Είναι κανείς εδώ; Δεν έχει νόημα πια να πάω στον ήλιο. Ποιος θα μπορούσε να μου πει πώς θα ξαναγυρίσω πίσω;

Αλλά το σύμπαν εκείνη τη στιγμή ήτανε άδειο, κι έτσι απάντηση δεν πήρε παρα μόνο σιωπή.

– Μου φαίνεται πως τώρα τρέχω πιο γρήγορα από πρώτα.

Κι άρχισα να κρυώνω. Κι αν τρέχω έτσι μόνο μου για πάντα; Εεεεεεε… με ακούει κανείς;… Βοήθεια! Δεν είναι κανείς εδώ;

Τότε, μια μικρή φωνούλα έφτασε στ’ αφτιά του, τόσο γλυκιά και σιγανή σα να ‘βγαινε από μέσα του.

– Ψιτ, ψιτ! Σκιουράκι!

– Μου μίλησε κανείς; Τίποτε δεν βλέπω.

– Ψιτ, εδώ δίπλα στην κοιλιά σου. Είμαι η ηλιαχτίδα που σε μετέφερε μαζί με τον ασβό βόλτα στον Γαλαξία.

Ακόμα πάνω μου τρέχεις. Ακου. Μόνο εγώ μπορώ να σε γυρίσω πίσω. Πρώτα θα μπούμε σε τροχιά γύρω από τη γη, ύστερα σιγά-σιγά θα κατέβουμε. Μόνο που ‘χω τρέξει άπειρα χιλιόμετρα κι η ενέργειά μου έχει σχεδόν εξαντληθεί. Για να γυρίσουμε πρέπει να θυσιάσεις κάτι από σένα, να το καίω, να γεμίζω τις μπαταρίες μου, να προχωράμε…

– Ότι πεις. Τι θες να θυσιάσω;

– Ξέρω κι εγώ;Το τρίχωμά σου, τις  μικρές πατούσες σου, ένα κομμάτι από την καρδιά σου…

– Το τρίχωμά μου, οι πατούσες μου, δικά σου. Μόνο που καρδιά δεν έχω πια. Την πήρε ο ασβός μαζί του. Κι αυτό δεν αλλάζει…

– Εντάξει, παίρνω τις μικρές σου  πατούσες , δεν το θέλω μα δεν γίνεται αλλιώς. Ελπίζω να μας φτάσουν. Έκαψε την πρώτη… Πονάς το ξέρω. Μην κλαις, δεν το αντέχω. Ησύχασε. Κρατήσου τώρα. Αλλάζουμε πορεία.

Κι έτσι μπήκανε σε τροχιά… Το σκιουράκι μ’ ένα πόδι, κοίταζε τη γη – τόσο μικρούλα – κι όμως του φαινότανε πως διέκρινε στο δάσος τον ασβό του.

Κι ήταν το κέντρο της γης ο ασβός γι’ αυτό. Μόνο εκείνος μέτραγε εκεί κάτω. Τίποτ’ άλλο.

– Παράξενο να μπαίνεις σε τροχιά. Το κέντρο της ζωής σου είν’ αυτό το κάτι που τρέχεις γύρω του. Κι όμως είν’ άσκοπο να τρέχεις, γιατί δεν μπορείς να το φτάσεις, ούτε και να ξεφύγεις απ’ αυτό…

– Σσσσσσστ! Μη μιλάς, δάγκωσε τα χείλη, είπε η λιαχτίδα.

Συνέχισε να καίει τα μικρά ποδαράκια του σκίουρου. Καταβαίνουμε…

Κι αρχίσανε να κατεβαίνουν κάνοντας τούμπες στον αέρα,μέσα σε ρεύματα τόσο τρελά, που όλα δείχνουν πως δίχως άλλο θα γκρεμοτσακιστούνε. Το σκιουράκι δίχως πόδια, κι η γη να μεγαλώνει, να μεγαλώνει, το δάσος να φαίνεται πια καθαρά, τα δένδρα, τα πουλάκια, το ποτάμι και ξαφνικά…

Πλατς!… Και μετά τίποτα…

Όταν το σκιουράκι, ύστερα από ώρα, άρχισε να συνέρχεται, πόναγε σ’ όλο του το κορμί. Όμως κατάλαβε πως κάποιος ήταν κοντά του και το φρόντιζε με επιθέματα  επάνω στις πληγές του, και του ‘βαζε κομπρέσες κι επιδέσμους και το χάιδευε στοργικά…

– Ο ασβός μου, σκέφτηκε κι άνοιξε τα μάτια.

Όμως, είδε  τότε ένα κάστορα που ούτε τον είχε ματαδεί ποτέ. Ήταν ένας μικρόσωμος κανελής κάστορας μ’ αστεία μουσούδα, και το βλέμμα του ήταν τόσο φωτεινό, που σαν σε κοιτούσε νόμιζες πως λαμπύριζαν πυγολαμπίδες στη ματιά του. Κι είχε ένα χαμόγελο τόσο, μα τόσο τρυφερό, και το σκιουράκι πλημμυρισμένο από ευγνωμοσύνη δάκρυσε. Κοιταζόταν σιωπηλά ώρα πολλή. Ύστερα, ο κάστορας ρώτησε κάτι που το σκιουράκι άπειρες φορές είχε ρωτήσει πιο παλιά, όταν ήταν ανυποψίαστο για όλα…

– Μπορείς να μ’ αγαπάς; 

Το σκιουράκι αναστέναξε, χωρίς καθόλου λύπη.

– Φοβάμαι πως δεν μπορώ.Δεν έχω πια καρδιά για ν’ αγαπήσω…

– Δεν πειράζει. Αν το θες, θα σου δώσω ένα κομμάτι απ’τη δικιά μου.

– Όμως ν’ αγαπηθούμε πά’να πει να τρέχουμε μαζί – κι εγώ δεν έχω πόδια.

– Να τρέχουμε, έτσι άσκοπα, γιατί;

– Ν’ αγαπηθούμε πά’ να πει να κάνουμε μαζί ένα δρόμο, όπως μπορούμε. Το πιο σπουδαίο είναι να ‘μαστε οι δυο μας, και όχι πόσο γρήγορα θα τρέχουμε, ούτε που θα πάμε…

Μικρό μου σκιουράκι, αν μπορείς να μ’αγαπάς, θα σου φτιάξω ξυλοποδαρα από αγριοτριανταφυλλιά.

Κι αν δε θες, θα σε μάθω να περπατάς με τα χέρια.

Κι αν κουραστείς, θα σε πάρω αγκαλιά …

Και θα μαι εγώ εσύ κι εσύ εγώ…

Και δε θα ξέρουμε αν είσαι εσύ ή εγώ, εγώ ή εσύ…

Θα ‘μαστε εμείς…

Τι έγινε μετά, κανείς δεν έμαθε στα σίγουρα – κι εγώ που να το ξέρω; Λένε πως τους είδανε να φεύγουνε για την Ανατολή, περπατώντας με τα χέρια, και να γελάνε, να γελάνε… Ο απόηχος απ’ το γέλιο τους ξέμεινε στα φυλλώματα των δένδρων – λένε… Πάντως, ποτέ – μα ποτέ – κανείς πια δεν τους ξανάδε..

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Φεβρουαρίου 2020

Η αίσθηση του χιούμορ κι οι αποχρώσεις που μπορεί να έχει είναι από παλιά γνωστό πως χαρακτηρίζουν την προσωπικότητα ενός ανθρώπου. Μάλιστα, ένας από τους θεμελιωτές του αγγλικού Εμπειρισμού, ο Λόρδος Σέιφτσμπερι, στο «Δοκίμιο για την Ελευθερία του Πνευματώδους και του Χιούμορ» (Essay on the Freedom of Wit and Humor, 1709) το συσχέτιζε με την ελευθερία και την ηθική, ως ιδιότητα του καλλιεργημένου και ορθολογικού υποκειμένου που δύναται αυτόνομα να αντιλαμβάνεται τα γεγονότα και τις δεοντικές (νομικές) διαστάσεις της κοινωνικής ζωής, πολιτικής κι αισθητικής περιλαμβανομένων.

Το πόσο αντιδρά με χιούμορ και πως το χρησιμοποιεί ο άνθρωπος, είναι μία χαρακτηριστική ιδιότητα, που η κοινωνική διάστασή της πάντοτε απασχολούσε την επιστήμη. Ο ψυχολόγος Ροντ Μάρτιν μάλιστα, από το 2003, είχε επεξεργασθεί τέσσερις τύπους χιούμορ, τους οποίους πλέον αναγνωρίζει και συμφωνεί με την κατάταξή τους και ολόκληρη η επιστημονική κοινότητα.

Σύμφωνα με τον Μάρτιν υπάρχουν οι καλοήθεις χρήσεις του χιούμορ, για να ενισχυθεί το εγώ του υποκειμένου (Self-enhancing) και για να βελτιωθούν οι σχέσεις του με τους άλλους (affiliative). Υπάρχουν, ωστόσο, και οι παθολογικές χρήσεις του, όπως ο σαρκασμός και η ειρωνεία με μειωτικούς σκοπούς απέναντι στους άλλους, επιθετικά (aggressive) και η αυτοσαρκαστική, αυτό-μειωτική χρήση του για την ενίσχυση των σχέσεων του υποκειμένου με τους άλλους (self -defeating).

O πρώτος τύπος, σύμφωνα με την ονομαστή μελέτη του που δημοσιεύθηκε στο Journal of Research in Personality, αναφέρεται στους ανθρώπους που συχνά συναντούμε στη ζωή μας να διηγούνται συνεχώς ανέκδοτα, ή να παρεμβαίνουν με πνευματώδεις παρατηρήσεις στη συζήτηση. Η ψυχολογικά συνειρμική (associative) χρήση του χιούμορ στόχο έχει να ενισχύσει την εικόνα του υποκειμένου προς τους άλλους και να βελτιώσει τις σχέσεις του.

Ο δεύτερος τύπος έχει στόχο αυτό καθαυτό το υποκείμενο γιατί πασχίζει να περιβάλλει τα πάντα στη ζωή του με το πνεύμα του χιούμορ στην προσπάθειά του να αισθάνεται το ίδιο καλά.

Ο επιθετικός τύπος του χιούμορ στόχο έχει την προσβολή των ανθρώπων και των καταστάσεων που περιβάλλουν το υποκείμενο, με συστατικά τον κακοήθη σαρκασμό και την ειρωνεία, ή τη γελοιοποίηση.

Ο τέταρτος τύπος χαρακτηρίζεται από την επιστημονική κοινότητα «αντιπαραγωγικός», γιατί καταφεύγει στον αυτό-υποβιβασμό του ίδιου του υποκειμένου, στον αυτοσαρκασμό και μείωση της προσωπικότητάς του, προκειμένου να προσελκύσει την προσοχή των άλλων.

Ο ίδιος ο Μάρτιν, το 2017 δημοσίευσε στο περιοδικό The Cut ένα απλό ερωτηματολόγιο, προκειμένου να είναι σε θέση κάποιος να μετρήσει, πρόχειρα κι εμπειρικά, τον τύπο και το εύρος του χιούμορ του.

Το ερωτηματολόγιο καλεί τον ενδιαφερόμενο να μετρήσει, σε μία κλίμακα από 1 έως 5, εάν συμφωνεί με μία σειρά από διαπιστώσεις, όπως «συχνά υπερβάλλω, γίνομαι γελοίος, κάνοντας μορφασμούς, προσπαθώντας να γίνω διασκεδαστικός», ή «εάν νοιώθω θλίψη, ή οργή, συνήθως χάνω την αίσθηση του χιούμορ».

Κάθε τύπος χιούμορ έχει πλεονεκτήματα, ή μειονεκτήματα κι η εμπειρική ψυχολογία τους χρησιμοποιεί δεόντως για να εντοπίσει εάν πρόκειται για έναν εξωστρεφή χαρακτήρα (οι πρώτοι δύο τύποι), ή για το εάν το υποκείμενο δείχνει συμπτώματα νεύρωσης (όπως στον τέταρτο, αυτοσαρκαστικό, τύπο). Κάθε ένας από αυτούς τους τύπους, ακόμη κι ο επιθετικός, έχουν έναν δικό τους ρόλο στη ζωή του ανθρώπου, κι εξαρτάται από το πώς χρησιμοποιούμε και γιατί το χιούμορ στις καθημερινές μας δραστηριότητες.

Τι δείχνει το μαύρο χιούμορ

Πρόσφατα ερευνητές στην Αυστρία εντόπισαν πως όποιος έχει μεγάλη αίσθηση του χιούμορ, ιδίως δε του λεγόμενου «μαύρου χιούμορ» έχει μεγαλύτερο δείκτη ευφυΐας από τους υπόλοιπους. Όπως υποστηρίζουν, απαιτούνται μεγαλύτερες γνωστικές και συναισθηματικές ικανότητες για την επεξεργασία και παραγωγή χιούμορ κι όσοι τις διαθέτουν είναι πιο χαρούμενοι, υγιείς και πιο ευτυχισμένοι, καθώς δεν υποχωρούν στις καταδρομές της κατήφειας και δεν καταφεύγουν στην επιθετικότητα. Επίσης, είναι ευεργετικοί και για τους γύρω τους, καθώς δημιουργούν μία ευχάριστη ατμόσφαιρα.

Οι δε εξελικτικοί ψυχολόγοι περιγράφουν το χιούμορ ως «κληρονομικό χαρακτηριστικό», που υποδεικνύει καλύτερη νοητική και διανοητική εξοικείωση και προσαρμογή του υποκειμένου στις εκάστοτε συνθήκες.

Μάλιστα, το πώς κι εάν καταφεύγουμε στο χιούμορ στη ζωή μας έχει συγκεκριμένα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Αν και οι απόψεις διίστανται: ορισμένοι ερευνητές πιστεύουν πως το χιούμορ συμβάλλει στο να θεωρούνται πιο ελκυστικά κι αγαπητά ορισμένα υποκείμενα, ενώ ο ερευνητής του Πανεπιστημίου του Κάνσας, Τζέφρι Χολ, σε μελέτη του, με βάση τα κλινικά δεδομένα της έρευνάς του αναφορικά με το χιούμορ και τον ρομαντισμό στη σχέση, υποστηρίζει πως σε μία σχέση δεν είναι αναγκαστικά επιτυχημένη η συνταγή του χιούμορ, αλλά το πώς χρησιμοποιείται κι εάν αμφότεροι οι ερωτικοί σύντροφοι συνδιαμορφώνουν το χιουμοριστικό περιβάλλον στη σχέση τους

Από ΤΑ ΝΕΑ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 13 Φεβρουαρίου 2020

Έχεις ακουστά κάτι που λέγεται Fomo; Είναι αρχικά, που σημαίνουν “fear of missing out” και περιγράφουν αυτό που αισθάνεσαι υποχρεωμένος να βγεις Σάββατο βράδυ παρ’ όλο που είσαι πτώμα, γιατί φοβάσαι πως κάτι σπουδαίο θα συμβεί στους φίλους σου κι εσύ θα το χάσεις.

Και ενώ το Fomo είναι κάτι καλό, γιατί σε σπρώχνει να κάνεις πράγματα και να μην περάσεις τη ζωή σου ξαπλωμένος στον καναπέ, υπάρχει ένα παρόμοιο ακρωνύμιο, με φόβο έχει να κάνει κι αυτό, που δεν είναι τόσο καλό: Το Fobo, ή fear of better options, ήτοι φόβος των καλύτερων επιλογών.

Θα τον αναγνωρίζεις, αν έχεις έστω και ένα φίλο που δυσκολεύεται να παραγγείλει αν δε διαβάσει πρώτα όλο τον κατάλογο –δύο φορές. Ή ακόμα χειρότερα, αν είσαι εσύ αυτός ο φίλος, που περιμένουν όλοι πεινασμένοι να τελειώσει τη μελέτη του για να φάνε.

Όπως λέει ο Guardian, ο φόβος των καλύτερων επιλογών είναι σημάδι των καιρών μας. Έχουμε πια τόσο πολλές επιλογές, που παραλύουμε μπροστά τους: Από το ποια καινούρια σειρά να δεις και τι να μαγειρέψεις για βραδινό μέχρι σε ποιο από τα εκατοντάδες μπαράκια της Αθήνας να πας, οι επιλογές μας είναι πλέον τόσο πολλές που συχνά κάποιοι από εμάς καταλήγουν να μην κάνουν απολύτως τίποτα, επειδή δεν μπορούν να αποφασίσουν τι να πρωτοκάνουν.

Και εδώ έρχεται η τεχνολογία να κάνει τα πράγματα χειρότερα: «Παλιά, ας πούμε, ήθελες να πάρεις κορδόνια για τα παπούτσια σου, έμπαινες σε ένα μαγαζί, διάλεγες ένα από τα τρία ζευγάρια που είχαν, πλήρωνες, έφευγες. Τώρα, θέλεις κορδόνια για τα παπούτσια σου, μπαίνεις στο Amazon και έρχεσαι αντιμέτωπος με 3.427 διαφορετικές επιλογές» λέει ο Patrick McGinnis, ο άνθρωπος που δημιούργησε τους όρους Fomo και Fobo.

Αν σκέφτεσαι πως όλα αυτά σου ακούγονται εντελώς «προβλήματα πρώτου κόσμου», και μουρμουράς διαβάζοντας «άσε μας κουκλίτσα μου, εδώ υπάρχει κόσμος που δεν έχει να φάει»… εντάξει, άδικο δεν έχεις. Ο Guardian όμως λέει πως το Fobo δεν είναι μόνο πρόβλημα ατομικό, αλλά και συλλογικό, που φτάνει ακόμα και σε επίπεδο κρατών. Το Brexit, ας πούμε, είναι κλασικό παράδειγμα Fobo. Κι εδώ δεν είναι καν θέμα ύπαρξης πολλών διαφορετικών επιλογών. Είναι ο κλασικός, πανάρχαιος φόβος πως ό,τι και αν αποφασίσεις, το άλλο σενάριο μπορεί πάντα να είναι καλύτερο. Οπότε μένεις σε ένα αιώνιο μετέωρο βήμα, και περνάς χρόνια μην κάνοντας τίποτα.

Υπάρχει, άραγε, λύση; Οι ειδικοί δείχνουν να συμφωνούν πως μάλλον όχι –απλώς κάποια στιγμή το παίρνεις απόφαση και το αγκαλιάζεις ως στοιχείο της προσωπικότητάς σου. Μπορείς επίσης να δοκιμάσεις να αγνοήσεις τις υπόλοιπες επιλογές (εύκολο να το λες, ξέρουμε) ή να θυμίζεις κάθε φορά στον εαυτό σου πως η τελειότητα που θα σε ικανοποιήσει στο 100% δεν υπάρχει, οπότε ας πούμε ότι στοχεύεις σε ένα 80% ικανοποίησης, όπως κάνουν οι περισσότεροι άνθρωποι που δεν πάσχουν από Fobo.

Αν τίποτα δεν πιάσει και το πρόβλημα σου φαίνεται παθογενές, αν σε παραλύει σε τέτοιο βαθμό που όντως καταλήγεις το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας σου να μην κάνεις απολύτως τίποτα, καλή ιδέα είναι να απευθυνθείς σε έναν ψυχολόγο, καθότι πιθανόν το Fobo σου να είναι σύμπτωμα κάποιας άλλης, σοβαρότερης διαταραχής.

Από in2life

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 8 Φεβρουαρίου 2020

Τη πρώτη νύχτα πλησιάζουνε και κλέβουν ένα λουλούδι από τον κήπο μας και δε λέμε τίποτα.

Τη δεύτερη νύχτα δε κρύβονται πλέον περπατούνε στα λουλούδια, σκοτώνουν το σκυλί μας και δε λέμε τίποτα.

Ώσπου μια μέρα –την πιο διάφανη απ’ όλες– μπαίνουν άνετα στο σπίτι μας ληστεύουν το φεγγάρι μας γιατί ξέρουνε το φόβο μας που πνίγει τη φωνή στο λαιμό μας.

Κι επειδή δεν είπαμε τίποτα πλέον δε μπορούμε να πούμε τίποτα 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 8 Φεβρουαρίου 2020

Για ένα καρφί χάθηκε το πέταλο
Για ένα πέταλο χάθηκε το άλογο
Για ένα άλογο χάθηκε ο καβαλάρης
Για έναν καβαλάρη χάθηκε η μάχη
Για μια μάχη χάθηκε το βασίλειο.

Η δύναμη της ελεύθερης βούλησης μοιάζει μ’ εκείνο το παροιμιώδες καρφί μέσα στο βασίλειο. Χρησιμοποιείστε την, και θα σας είναι δυνατό να διασφαλίσετε το μέλλον. Πάψετε να τη χρησιμοποιείτε, και όλα θα πηγαίνουν κατά διαόλου. ‘Εστω και αν οι περισσότερες πράξεις ή παραλείψεις μας γίνονται από συνήθεια μάλλον παρά συνειδητή επιλογή, οι ίδιες οι συνήθειες εγκαινιάσθηκαν αρχικά με την επιλογή, και μπορούν να αλλάξουν τελικά με την επιλογή. Όσο πιο υπεύθυνα αποτιμούμε και προσαρμόζουμε τις συνήθειές μας, τόσο περισσότερο η πορεία της ζωής μας θα ευθυγραμμίζεται με τους υψηλότερους σκοπούς μας. Μόνο χειραγωγώντας αυτές τις ευαίσθητες θέσεις-κλειδιά, θα σύρουμε τη σκοπιμότητα από το κβαντικό βασίλειο της σκέψης στον ευρύτερο κόσμο της δράσης.

Τα πάθη από μόνα τους, καθώς λειτουργούν με παραμέτρους που έχουν τεθεί από την άσκοπη πορεία της εξέλιξης, απειλούν βέβαια να μας παρασύρουν μακριά από την σκόπιμη πορεία που χαράζει η συνειδητή πρόθεση. Αλλά τα κεντρίσματα των παθών, όπως κι η δύναμη της βούλησης, δεν είναι παντοδύναμα. Στην πραγματικότητα, και οι δυο δυνάμεις μπορούν να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους με ποικίλους βαθμούς έντασης, και να γεννούν ποικίλα αποτελέσματα. ‘Ενα ανερμάτιστο πνεύμα μπορεί να παρασύρεται απ’ το πάθος σαν φύλλο που στροβιλίζεται στο παραμικρό αεράκι- κι ένα πεισματάρικο πνεύμα, όμοια με βράχο, δεν εγκαταλείπει το έδαφός του ακόμη και στην πιο άγρια θύελλα. Ωστόσο, το πνεύμα που ακολουθεί ένα σκοπό μοιάζει περισσότερο μ’ ένα ιστιοφόρο που προσαρμόζεται δυναμικά στις καταστάσεις, αντλώντας το μεγαλύτερο όφελος κάθε φορά: μπορεί να υψώνει πανιά και ν’ αρμενίζει όταν οι άνεμοι του πάθους φυσούν προς μια ευνοϊκή κατεύθυνση, ή να ρίχνει άγκυρα όταν οι άνεμοι δεν είναι καθόλου ευνοϊκοί. Κάπου στο ενδιάμεσο, μεταξύ της αιτιοκρατίας που υποστηρίζει πως ο άνεμος είναι ο αδιαμφισβήτητος υποκινητής κάθε συμπεριφοράς, και του υπαρξισμού που διαβεβαιώνει πως ο άνεμος πνέει όπου θέλουμε εμείς, βρίσκεται τούτη η αλήθεια: πως αυτεξούσιο και πάθος συνυπάρχουν. Δεν υπηρετούμε τα συμφέροντά μας αν αρνηθούμε απερίσκεπτα το πρώτο ή το δεύτερο. Μόνο κατευθύνοντας τα πάθη μας μέσω της βούλησης μπορούμε κάποτε να ελπίσουμε πως θα αρμενίσουμε μες στις προκλήσεις της ζωής με κάποια επιτυχία.

Από lectures

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 8 Φεβρουαρίου 2020

Σύμφωνα με το κείμενο του Μ. Κούντερα: «… η βραδύτητα είναι ο ρυθμός της μνήμης ενώ η ταχύτητα είναι ο ρυθμός της λήθης…».

Σκεφτείτε το: Τρέχουμε, βιαζόμαστε, δεν στεκόμαστε ούτε λεπτό, σπρώχνουμε να πάμε την ώρα μας, τη μερα μας, τη ζωή μας παρακάτω… και τι καταλαβαίνουμε; Στο τέλος διαμαρτυρόμαστε για το πόσο γρήγορα κυλάει ο χρόνος! “Πότε πέρασε κιόλας…;”

Όταν ζούμε μια περίοδο μας φαίνεται “αιώνας” κι όταν έχει περάσει αναρωτιόμαστε “πότε πέρασε”;

Γιατί όμως συμβαίνει κάτι τέτοιο; Πως δημιουργούνται αυτά τα βιώματα;

Είναι που δεν στεκόμαστε στα πράγματα, γι’αυτό! Δεν αφήνουμε την κάθε στίγμη, το κάθε γεγονός να αλληλεπιδράσει μαζί μας…

Βιαζόμαστε να πάμε παρακάτω, στο κάθε τι επόμενο: Επόμενη ώρα, επόμενη μέρα, επόμενο project, επόμενη δουλειά, σχέση, αυτοκίνητο…

Δεν προλαβαίνουμε να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε, δεν προλαβαίνουμε να δεθούμε με τους ανθρώπους και τις καταστάσεις, τρέχουμε από το(ν) ένα(ν) στο(ν) άλλο(ν): δεν κοιτάμε, δεν ακούμε, δεν καταλαβαίνουμε…

Και ύστερα αναρωτιόμαστε: Γιατί είμαστε μόνοι; Γιατί η ζωή μας μοιάζει κενή, χωρίς νόημα; Γιατί οι μέρες μας μοιάζουν τόσο άδειες; Γιατί βαριόμαστε;

ΥΓ: Την επόμενη φορά που θα νιώσετε αυτό το αίσθημα της κενότητας, δοκιμάστε να πάρετε ένα βιβλίο, μια εφημερίδα ή ένα περιοδικό, καθίστε αναπαυτικά σε μια πολυθρόνα (σπίτι σας ή σε ένα cafe, με θέα τη θάλασσα γιατί όχι;) παραγγείλτε ότι τραβάει η ψυχή σας και απολαύστε την στιγμή (σας). Έστω κι αν είναι για λίγο, έστω για μία και μόνο ώρα…

Μετά αναλογιστείτε αυτήν την ώρα που πέρασε.

Είχε κάποιο νόημα για εσάς; Βαρεθήκατε;

Αν όχι, αν περάσατε καλά, ξανακάντε το με την πρώτη ευκαιρία.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 2 Φεβρουαρίου 2020

«Μέτρησα τα χρόνια μου και συνειδητοποίησα, ότι μου υπολείπεται λιγότερος χρόνος ζωής απ’ ότι έχω ζήσει έως τώρα…
Αισθάνομαι όπως αυτό το παιδάκι που κέρδισε μια σακούλα καραμέλες: τις πρώτες τις καταβρόχθισε με λαιμαργία αλλά όταν παρατήρησε ότι του απέμεναν λίγες, άρχισε να τις γεύεται με βαθιά απόλαυση.
Δεν έχω πια χρόνο για ατέρμονες συγκεντρώσεις όπου συζητούνται, καταστατικά, νόρμες, διαδικασίες και εσωτερικοί κανονισμοί, γνωρίζοντας ότι δε θα καταλήξει κανείς πουθενά.
Δεν έχω πια χρόνο για να ανέχομαι παράλογους ανθρώπους που παρά τη χρονολογική τους ηλικία, δεν έχουν μεγαλώσει.
Δεν έχω πια χρόνο για να λογομαχώ με μετριότητες.
Δε θέλω να βρίσκομαι σε συγκεντρώσεις όπου παρελαύνουν παραφουσκωμένοι εγωισμοί.
Δεν ανέχομαι τους χειριστικούς και τους καιροσκόπους.
Με ενοχλεί η ζήλια και όσοι προσπαθούν να υποτιμήσουν τους ικανότερους για να οικειοποιηθούν τη θέση τους, το ταλέντο τους και τα επιτεύγματα τους.
Μισώ, να είμαι μάρτυρας των ελαττωμάτων που γεννά η μάχη για ένα μεγαλοπρεπές αξίωμα. Οι άνθρωποι δεν συζητούν πια για το περιεχόμενο… μετά βίας για την επικεφαλίδα.
Ο χρόνος μου είναι λίγος για να συζητώ για τους τίτλους, τις επικεφαλίδες.
Θέλω την ουσία, η ψυχή μου βιάζεται…Μου μένουν λίγες καραμέλες στη σακούλα…
Θέλω να ζήσω δίπλα σε πρόσωπα με ανθρώπινη υπόσταση.
Που μπορούν να γελούν με τα λάθη τους.
Που δεν επαίρονται για το θρίαμβό τους.
Που δε θεωρούν τον εαυτό τους εκλεκτό, πριν από την ώρα τους.
Που δεν αποφεύγουν τις ευθύνες τους.
Που υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια Και που το μόνο που επιθυμούν είναι να βαδίζουν μαζί με την αλήθεια και την ειλικρίνεια.
Το ουσιώδες είναι αυτό που αξίζει τον κόπο στη ζωή.
Θέλω να περιτριγυρίζομαι από πρόσωπα που ξέρουν να αγγίζουν την καρδιά των ανθρώπων…
Άνθρωποι τους οποίους τα σκληρά χτυπήματα της ζωής τους δίδαξαν πως μεγαλώνει κανείς με απαλά αγγίγματα στην ψυχή.
Ναι, βιάζομαι, αλλά μόνο για να ζήσω με την ένταση που μόνο η ωριμότητα μπορεί να σου χαρίσει.
Σκοπεύω να μην πάει χαμένη καμιά από τις καραμέλες που μου απομένουν…Είμαι σίγουρος ότι ορισμένες θα είναι πιο νόστιμες απ’ όσες έχω ήδη φάει.
Σκοπός μου είναι να φτάσω ως το τέλος ικανοποιημένος και σε ειρήνη με τη συνείδησή μου και τους αγαπημένους μου.
Εύχομαι και ο δικός σου να είναι ο ίδιος γιατί με κάποιον τρόπο θα φτάσεις κι εσύ…»

Από τον Mario de Andrade (Ποιητή, συγγραφέα, δοκιμιογράφο και μουσικολόγο από τη Βραζιλία

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 20 Ιανουαρίου 2020

 

Σου έτυχε ποτέ να συναντήσεις
αληθινή γυναίκα, φίλε μου;
Δεν σου μιλάω για το καλλίγραμμο κοριτσάκι που σου συστήθηκε γυναίκα,
ούτε γι’ αυτή που πασαλείβεται με τόνους μακιγιάζ για να της μοιάσει…
Δεν σου λέω γι’αυτή που έχει αλλάξει μέχρι και πρόσωπο από τις πολλές πλαστικές,
ούτε γι’αυτή που το ντύσιμό της
δεν αφήνει και πολλά στη φαντασία σου…

Την αληθινή γυναίκα, φίλε μου,
δεν μπορείς να την αναγνωρίσεις εύκολα, γιατί χάνεται μέσα στο πλήθος…
Δεν της αρέσει να τραβάει τα βλέμματα,
δεν την ενδιαφέρει καν αν θα την προσέξεις, γι’αυτό θα τη δεις πάντα περιποιημένη και καθαρή, αλλά όχι βγαλμένη
από φιγουρίνι μόδας…
Τους ώμους της, όσα βάρη κι αν έχει σηκώσει στη ζωή της,δεν θα τους δεις
ποτέ να γέρνουν…
Το περπάτημά της, όση κούραση
κι αν αισθάνεται,θα διακρίνεται μόνο από σταθερά βήματα…
Το κεφάλι της,όσες σκέψεις κι αν το βαραίνουν, θα το έχει πάντα στητό…
Τα μάτια της δε θα τα δεις ποτέ χαμηλωμένα και το βλέμμα της,όταν της μιλάς,
θα εστιάζει μόνο στο δικό σου…

Την πραγματική γυναίκα, φίλε άντρα,
δεν θα τη δεις ποτέ να κλαίγεται,
γιατί απεχθάνεται τη μιζέρια…
Δεν θα τη δεις ποτέ να αυτοπροβάλλεται,
δεν της αρέσει,δεν της πρέπει…
Μισεί κάθε τι ψεύτικο και δήθεν,
γι’αυτό όταν χρειαστεί,
θα σε συνθλίψει η αλήθεια της…
Δεν της αρέσουν τα μεγάλα λόγια και πείθεται μόνο από πράξεις…
Στο βλέμμα της βλέπεις μια υπερηφάνεια
και την αξιοπρέπειά της
δεν τη διαπραγματεύεται…
Έχει μια απίστευτη δύναμη, μια τεράστια θέληση για ζωή και ένα πείσμα να φτιάχνει όνειρα,όσο κι αν κάποιοι προσπαθούν να της τα γκρεμίσουν…

Ω όχι,δεν σου περιγράφω την τέλεια γυναίκα, για την αληθινή σου λέω…!!!
Αυτή που θα τη δεις πολλές φορές μόνη, αλλά δεν την τρομάζει η μοναξιά,
την προτιμάει από τη δήθεν παρέα…
Αυτή που θα τη δεις να παλεύει σαν λιοντάρι, γιατί δεν έμαθε ποτέ να στηρίζεται
σε δεκανίκια…
Αυτή που θα τη δεις μόνο να γελά
κι ας έχει κλάψει αμέτρητες φορές
η ψυχή της…

Σου μιλάω γι’αυτή που δε θα διστάσει
να τα βάλει με δέκα άντρες μαζί,
αρκεί να σώσει την τιμή και την υπόληψή της. Αυτή που όσα λάθη κι αν κάνει,θα έχει πάντα τα κότσια να τα παραδεχτεί και
μια συγνώμη να σου πει…
Αυτή που δε θα σου τάξει τίποτα παραπάνω απ’αυτό που μπορεί και έχει να σου δώσει… Αυτή που όσες δυσκολίες κι αν της φέρει
η ζωή,σφίγγει τα δόντια,κάνει τα χέρια της γροθιά και ρίχνεται στη μάχη…
Και δεν τη νοιάζουν οι πληγές,γιατί είναι τα παράσημά της,είναι μια ακόμα απόδειξη ότι είναι ζωντανή και αντέχει…!!!

Η αληθινή γυναίκα,μάγκα μου,
δεν κατευθύνεται,δεν δανείζεται,
δεν χαρίζεται,μόνο κατακτιέται…!!!
Δεν γκρεμίζεται,δεν υποτάσσεται
και δεν φυλακίζεται..
γιατί η ψυχή της είναι ελεύθερη και ταξιδιάρα…
Δεν σπαταλιέται σε ανούσιες συνευρέσεις, γιατί την καρδιά και το κορμί της
τα θέλει καθαρά…
Τα χαρίζει μόνο εκεί που ξέρει
ότι θα τα εκτιμήσουν…
αλλά αν φανείς αχάριστος και λίγος,
δεν θα διστάσει στιγμή να σου τα πάρει πίσω.. Φορτώνεται την αξιοπρέπειά της
και φεύγει πάντα αθόρυβα…

Όσο για τον άντρα,δεν τον φαντάζεται πρίγκιπα καβάλα σε άσπρο άλογο,
ούτε ψηλό με πράσινα μάτια και
θεληματικό πηγούνι,όπως τον παρουσιάζουν τα μυθιστορήματα…
Τον θέλει όμως παλικάρι
και πιο άντρα από την ίδια…!!!
Η αληθινή γυναίκα,λεβέντη μου,
κουβαλάει βαρύ φορτίο και διαθέτει
μια μπέσα και μια μαγκιά που
δεν την έχεις ξαναδεί σου λέω…!!!

Γι’αυτό θα σε ρωτήσω ξανά φίλε μου…
Συνάντησες ποτέ αληθινή γυναίκα…;;;
Θέλησες ποτέ να τη γνωρίσεις πραγματικά…;
Της έδειξες άραγε ότι έχει ξεχωριστή
θέση στην καρδιά και στη ζωή σου
ή δείλιασες…;;;
Αν τρόμαξες και το κατάλαβε,
τώρα ξέρεις και γιατί την έχασες..

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 19 Ιανουαρίου 2020

Μια από τις μεγαλύτερες δυνάμεις του ανθρώπου είναι η θέληση. Όταν θέλουμε πολύ να καταφέρουμε κάτι, επιστρατεύουμε όλες τις ικανότητές μας για να το επιτύχουμε. Αυτή η διαδικασία συσσώρευσης των αποθεμάτων ενέργειάς μας σε ένα συγκεκριμένο στόχο είναι παράλληλα κατάσταση εξέλιξής μας.

Αυτό συμβαίνει, διότι η επίτευξη του σκοπού μας γίνεται κίνητρο να πράξουμε πολλές φορές υπερβαίνοντας τις δυνάμεις μας. Τα όρια των ικανοτήτων μας αυξάνονται, αναιρώντας με αυτόν τον τρόπο τη δικαιολογία «δεν μπορώ».

Αν καταφέρουμε να μεταφράσουμε μέσα στο μυαλό μας το «δεν μπορώ» σε «δεν προσπαθώ», θα αντιληφθούμε πως είμαστε εμείς οι ίδιοι που σαμποτάρουμε τον εαυτό μας. Μειώνουμε την αυτοπεποίθησή μας, αποθαρρυνόμαστε και εν τέλει απογοητευόμαστε, ενώ στην πραγματικότητα το μόνο που χρειάζεται είναι λίγη θέληση.

Ο βασικότερος λόγος που χρησιμοποιούμε το «δεν μπορώ» ως άγκυρα και αρνούμαστε να απομακρυνθούμε από το λιμάνι της βολής μας, είναι ότι δεν είμαστε σίγουροι γι’ αυτό που θέλουμε. Πόσες φορές δισταγμοί, αμφιβολίες, δεύτερες σκέψεις μας κράτησαν πίσω, αφήνοντας όλους τους γύρω μας να πιστεύουν ότι δε θέλαμε αρκετά αυτό που χάσαμε ή δεν τολμήσαμε να διεκδικήσουμε; Το να γνωρίζουμε τι πραγματικά θέλουμε είναι από τις γνώσεις που διδάσκονται μόνο στη σχολή της ζωής.

Από την άλλη πλευρά, δεν αρκεί να γνωρίζουμε τι θέλουμε. Υπάρχουν άλλες δύο παράμετροι που είναι εξίσου σημαντικές για να εξασφαλίσουμε την ευτυχία μας. Η πρώτη είναι να είμαστε βέβαιοι ότι αυτό που θέλουμε είναι και αυτό που χρειαζόμαστε. Η δεύτερη είναι πως αυτό που σκοπεύουμε να κάνουμε δεν επεμβαίνει στην ελευθερία των άλλων. Μα πόσο εύκολο είναι να είμαστε πάντα σίγουροι για τις επιθυμίες και τις ανάγκες μας, αλλά και για την ωφελιμότητα αυτών; Όσο εύκολο είναι να είμαστε σίγουροι για οτιδήποτε σε αυτή τη ζωή, θα έλεγα.

Μέσα στη δυσκολία όμως του κύκλου «επιθυμώ, χρειάζομαι, μπορώ», εκείνο που έχει τη μεγαλύτερη σημασία είναι το «προσπαθώ». Εδώ, λοιπόν, επιστρέφουμε στο θέμα της θέλησης που είναι και ο ακρογωνιαίος λίθος της ύπαρξης μας.

Δεν υπάρχει δεν μπορώ, υπάρχει δεν προσπαθώ, άρα δε θέλω. Μα αν ο άνθρωπος είναι ικανός για τα μεγαλύτερα καλά, δεν είναι κρίμα να επιλέγει να μην τα πράττει; Η τελευταία ερώτηση ας γίνει τροφή για σκέψη.

Ποια η ευθύνη αυτού που δε θέλει, αλλά μπορεί να κάνει κάτι, όταν αυτό θα μπορούσε να είναι ωφέλιμο για όλη την ανθρωπότητα; Από τον μακρόκοσμο στον μικρόκοσμο και το αντίστροφο, η θέληση είναι εκείνο το μικρό ηλεκτρόνιο που δίνει την απαραίτητη ενέργεια για να κινηθεί κάθε ενεργητικό άτομο που προσπαθεί να βρει τη θέση του σε αυτό το σύμπαν

Από enallaktiki drasi Λαμπάρα Τριανταφύλλου

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 12 Ιανουαρίου 2020
Μὲ κατακρίνεις
ὅτι συμπεριφέρομαι λιπόψυχα, ἀργὰ
ὅπως κοντοστέκεται ἡ φοβία νὰ ἐντοπίσει
ποιὸς κίνδυνος ἀπὸ μακριὰ
φωνάζει τ᾿ ὄνομά της.Εἶμαι τρωτὴ, γι᾿ αὐτό.
Ὄχι στὴ φτέρνα μόνο,

τὸ ἐνιωσα
παρότι ἦταν ἀκόμα στὰ σκαριὰ
στὶς δοκιμὲς ἡ ἰδιοσυγκρασία.
Κι ὅμως ἐγὼ τὰ ἄκουσα τὰ λάδια
νοθευμένα
δὲ γράσωναν καλὰ τὴν ἄμυνά μου
-τί τὰ θὲς, τεχνίτες ἀνειδίκευτοι
οἱ ἀστερισμοί μας.

Μάνα, τὴν παρακάλεσα, πήγαινε στὴ Θέτιδα
γνωρίζεστε ἐξ αἵματος μάνες κι οἱ δυὸ
ἐβγάζατε ἀπὸ πάνω σας καὶ ξεπετούσατε
στὸ χῶμα τὰ βραχιόλια καὶ τὰ δαχτυλίδια
καὶ ζήτα της τὸ ἀθάνατο περίσσευμα
ἀπ᾿ τὴ θνητή ἐπάλειψη τοῦ γιοῦ της
τοῦ Ἀχιλλέα.

Ὄχι μὲ ἀθανασία
μὲ βεβαιότητα νὰ μὲ ἐπικαλύψεις.
Μοῦ χίμηξε
τὶ ἀθανασία τὶ βεβαιότης εἶπε
ἐξίσου ἄτρωτες οὐσίες καὶ οἱ δυό.
Καὶ μάθε ἀκόμα
πὼς τὸ περίσσευμα ἀπ᾿ τὸ παλιό του λάθος
κανεὶς δὲν τὸ χαρίζει σὲ κανέναν.
Βαθιὰ
μὲς στὶς ἀμετανόητες προθέσεις του τὸ κρύβει
νὰ ἐπαλείψει ἀθάνατο
καὶ τὸ ἑπόμενο προσφιλές του λάθος.

Τὸ κυριότερο
– συνέχισε ἡ μάνα μου μιλώντας
μὲ οἶκτο χλευαστῆ –
παιδὶ μου πῶς θὰ ζήσεις χωρὶς τρωτὰ σημεῖα
χωρὶς τῆς ἀγωνίας τὰ ἐφόδια
τὶ προκοπὴ θὰ κάνει ἡ άντοχὴ σου
χωρὶς εἰσόδημα πικρίας
πῶς θ᾿ ἀναθρέψεις τὴν ἀπώλεια
πῶς θ᾿ ἀντικρίσεις τοὺς ἐχθρούς σου.
Οἱ ἐνοχὲς σου τὶ θ᾿ ἀπογίνουν
ὅταν τοὺς κόψεις τὴ διατροφή
θ᾿ ἁγιάσουνε ὡς φτωχὲς μετὰ ἀπὸ τόσα πλούτη;
Θ᾿ ἀπαρνηθεῖς τὴν ἥττα;
Ἡ ἥττα εἶναι παράδοση
μιλιέται ἀπὸ σῶμα σὲ σῶμα διαιωνίζεται.
Εἶδες ποτὲ κανένα ὄνειρο
μεταμοντέρνας νίκης νὰ διαρκεῖ;

Ἂν δὲν τρωθεῖς
ποῦ θὰ σὲ βρεῖ ἡ ἀγάπη.
Τὸ βέλος θὰ τὴν ὁδηγήσει στὴν πληγὴ σου.
Γιὰ ποιὸν νομίζεις ξεκινάει ἀπὸ τὸ μακρινὸ
τὸ ἔρημο τὸ ἀβέβαιο ὄνομά της;
Ὄχι γιὰ τὸ ἀξέχαστο βλέμμα τοῦ τοξότη
στῆς ἕλξης τὸ φαρμάκι βουτηγμένο.
Γιὰ νὰ τραφεῖ ἀπ᾿ τὴν πληγὴ σου ξεκινάει
ἡ πεινασμένη ὕπαρξή της.

Ἀβέβαια ζῆσε.
Τίμα τὴν προέλευσή σου.

Κατάλαβέ το, ἐρχόμαστε ἀπὸ μιὰ
παροδικὴ ἀβεβαιότητα τοῦ θανάτου.
ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 12 Ιανουαρίου 2020

Είναι η νεότερη γενιά αλλά είναι και αυτή που στέκει ένα βήμα πίσω με τους Πυξ Λαξ και τους Κατσιμιχαίους. Είναι αυτή που δεν ερωτεύτηκε μετά από ένα αίτημα στα social media  αλλά που κοίταξε τον άλλον στα μάτια. Που μιλά ακόμα για πρώτους έρωτες. Που θυμάται ακόμα το πρώτο της φιλί.

Είναι αυτή που ερωτευτήκαμε με Πυξ Λαξ, Βασίλη και Κατσιμιχαίους.

Για αυτή τη γενιά μιλά το παρακάτω κείμενο. “Τότε που οι έρωτες «tagάρονταν» στα μυαλά και τις αναμνήσεις μας με μουσικές. Εκείνα τα τραγούδια που έγιναν ταυτόσημα με κάθε στάδιο της ζωής ενός νέου/ Τα τραγούδια του Βασίλη Παπακωνσταντίνου, των Πυξ Λαξ, των Κατσιμιχαίων, του Τσακνή, του Μαχαιρίτσα, των Ξύλινων Σπαθιών. Και πόσων άλλων που σημάδεψαν την πρώτη μας αγκαλιά. Το πρώτο μας τσιγάρο, την πρώτη μας χυλόπιτα, την πρώτη μας φορά.

Τώρα πια τα ακούμε στο youtube, τότε τα ακούγαμε σε κασετόφωνα και discman, συσκευές που οι σημερινοί έφηβοι θα νόμιζαν ότι είναι φέρετρα. Τότε που η «πειρατεία» ήταν να βάζεις κενή κασέτα στη θυρίδα και να πατάς το κουμπί «rec» την ώρα που παίζουν τα αγαπημένα σου τραγούδια στο ραδιόφωνο. Παρακαλώντας να μη μιλήσει ο παραγωγός και κόψει το τραγούδι την ώρα που το έγραφες.

Τότε, που δεν υπήρχε η πολυτέλεια της ηλεκτρονικής ετυμολογίας. Της άνεσης και της ασφάλειας πίσω από ένα πληκτρολόγιο. Τότε που το συνομιλητή σου τον κοιτούσες κατάματα, έβλεπες τις εκφράσεις του και κατάπινες τη γλώσσα σου. Που καθόμασταν αγκαλιά σε παγκάκια και σκαλιά με ένα ακουστικό ο ένας και ένα ο άλλος. Για να ακούμε το «πόσο σε θέλω» από κάτι walkman που αν σου έπεφταν στο πάτωμα, έσπαγε το πλακάκι.

Εμείς που ερωτευτήκαμε με Πυξ Λαξ

Τότε, που όταν ένας εφηβικός έρωτας ερχόταν στο τέλος του, το «μοναξιά μου όλα» και το «έπαψες αγάπη να θυμίζεις». Νομίζαμε πως είχαν γραφτεί για εμάς και μόνο. Και δεν υπήρχε facebook να τα ανεβάσουμε. Αλλά αντ’ αυτού τα γράφαμε στίχο-στίχο στα θρανία και τα ντουβάρια.

Τότε που οι αφιερώσεις δε γίνονταν με αποσιωπητικές τελίτσες στον τοίχο της σελίδας μας. Αλλά με σπρέι εκεί που κοιτούσε το παράθυρο του αποδέκτη. Γιατί πάντα υπήρχε ένας τοίχος, απλά τότε τον γράφαμε με μπογιά, και όχι με πλήκτρα.

Συναυλία το περασμένο καλοκαίρι. Εκατοντάδες υψωμένα κινητά να μαγνητοσκοπούν την ώρα που ακούγεται το «εκεί στο Νότο». Αυτό που έβλεπες πριν δεκαπέντε χρόνια με αναπτήρες σε συναυλίες. Τώρα πια το βλέπεις με οθόνες κινητών. Όλο αυτό το ατμοσφαιρικό κίτρινο της φλόγας, είναι πια ένα παγερό φθορίζον λευκό. Που σου πανιάζει τα μάτια και νομίζεις ότι είσαι σε υπαίθρια έκθεση τηλεοράσεων.

Ένα ζευγάρι σαρανταπεντάρηδες σαν τις μύγες μες το γάλα, απολαμβάνουν αυτό για το οποίο έφθασαν μέχρι εκεί. Ζουν το τραγούδι που ίσως άκουγαν στα πρώτα τους ραντεβού.

Όλο αυτό το βουερό μελίσσι ανθρώπων εκεί μέσα, και οι πιο αταίριαστοι στο σύνολο ήταν οι πιο ταιριαστοί στη στιγμή. Αγκαλιασμένοι, με ένα νοσταλγικό μειδίαμα. Να θυμίζουν σε όποιον τους πρόσεξε, τη διαφορά του να ζεις τη ζωή με το να προσπαθείς να τη σκλαβώσεις σε ένα βίντεο.

«Σου γράφω πάλι από ανάγκη, η ώρα πέντε το πρωί. Το μόνο πράγμα που ‘χει μείνει, όρθιο στον κόσμο, είσαι συ». Όπως έγραφε ο μακαρίτης ο Παύλος, έτσι κι εμείς. Σε χαρτί. Χαρτί που μπαίνει στην τσέπη και ξαναδιαβάζεται εκατοντάδες φορές. Χαρτί που μυρίζεις το χέρι του συντάκτη του, χαρτί με γραφικό χαρακτήρα και όχι άψυχη μηχανογραφημένη γραμματοσειρά.

Ραβασάκια με στιχάκια και αφιερώσεις χιλιοτσαλακωμένα, κιτρινισμένα, χωμένα σε κουτιά παπουτσιών και σεντούκια. Όπως πρέπει να είναι κρυμμένοι οι πραγματικοί θησαυροί. Καμμένα από τσιγάρα, λεκιασμένα ακόμα και με δάκρυα. Με καρδούλες όχι από συλλογές emoticons.

Αλλά ζωγραφισμένες με το χέρι, ατσούμπαλες και κακοσχηματισμένες. Αλλά ιδιαίτερες, ιδιόχειρες, η καθεμία τους μοναδική, σαν εμάς τους ίδιους.

Οι Πυξ Λαξ μιας άλλης γενιάς

Ραντεβού των οποίων δεν είχε προηγηθεί ούτε chat ούτε ψάξιμο προφίλ. Τότε που για να μάθεις, ο μόνος τρόπος ήταν να ρωτήσεις, και για να γνωρίσεις, έπρεπε να μιλήσεις, και το φιλί της καληνύχτας, σήμαινε όντως καληνύχτα, και όχι «θα σου στείλω όταν φθάσω».

Τότε που στα πάρτι ο καθένας έφερνε και από ένα cd ή μια κασέτα, και την επόμενη μέρα ψαχνόσουν να θυμηθείς σε ποιον δάνεισες τις δικές σου και από πού δανείστηκες εσύ. Τότε που κάπνιζες τα πρώτα σου τσιγάρα στο μπαλκόνι και άκουγες ένα καινούριο τραγούδι που έλεγε

«Για τις παλιές αγάπες μη μιλάς», και ένιωθες για πρώτη φορά τόσο αδύναμος για έναν άλλο άνθρωπο που δεν ήταν συγγενής σου ή φίλος.

Είστε κι εσείς που μας θεωρείτε παρελθοντολάγνους και δεινόσαυρους, είμαστε κι εμείς που προλάβαμε να ζήσουμε σαν έφηβοι το πώς «μοιάζει η σιωπή σαν αγάπη μεγάλη». Προλάβαμε να ζήσουμε το εξ΄επαφής φλερτ, εκείνη την αλληλεπίδραση που προσπαθείς να δεις στα μάτια όσα το μυαλό δεν τολμά να ξεστομίσει.

Προλάβαμε την εποχή που το «είμαι από κάτω» δεν ήταν αναπάντητη, αλλά δυο κοφτές κόρνες με το μηχανάκι κρυμμένο στη γωνία, και το «δεν μπορώ να κατέβω» ήταν το «ένας Τούρκος στο Παρίσι» στη διαπασών, ώστε να ακούγεται μέχρι την κρυψώνα. Και τώρα που μερικών από μας οι κρόταφοι έχουν αρχίσει πια και ασπρίζουν, συνειδητοποιούμε ότι όλα αυτά δεν είναι απλά αναμνήσεις, αλλά αμύθητος πλούτος”.

Από diaforetiko.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 7 Ιανουαρίου 2020

Φτάσαμε πάλι σε εκείνη τη γιορτινή περίοδο του χρόνου. Εκείνη που είναι πολύχρωμη, γεμάτη κορδέλες και ζεστή ατμόσφαιρα. Είναι αυτή η περίοδος που η μελαγχολία προσπαθεί να βάψει το γκρίζο της με εκείνο το κόκκινο χρώμα της ζωής.

Μαζί με τα πρώτα αναμένα λαμπάκια, ξεκινά κι εκείνος ο προσωπικός απολογισμός. Αυτός που σου δείχνει τι έχασες και τι κέρδισες μέσα απο τη χρονιά που φτάνει στο τέλος της. Σαν μια ταινία μικρού μήκους τα πρόσωπα που άφησες πίσω και εκείνα που βρήκαν τον τρόπο να μπουν στη καρδιά σου.

Μεγαλώνοντας, μαθαίνουμε πως το παραμύθι του άγιου Βασίλη είναι μόνο για παιδιά. Ενα παραμύθι που τόσο πολύ θα θέλαμε να είναι αληθινό. Να ερχόταν ένας χοντρός καλόκαρδος παππούς να μας φέρει πίσω ό,τι χάσαμε, ό,τι αφήσαμε και μας άφησε, ό,τι θελήσαμε και δεν αποκτήσαμε.

Μάθαμε να νιώθουμε την ευτυχία μόνο αν την μοιραζόμαστε. Μάθαμε να θέλουμε να μας αγαπούν, να απαιτούμε την ευτυχία μέσα απο τα μάτια των άλλων. Μα αλήθεια, εσένα αν δεν σε αγαπήσεις, αν δεν σε συγχωρήσεις, αν δεν σε καταλάβεις, ποιος αλήθεια περιμένεις να το κάνει σε ετούτη τη ζωή;

Θυμήσου λίγο εκείνο το παιδί με τα λαμπερά μάτια που κάποτε ήσουν. ‘Που πίστευες με όλη σου την αγνότητα τον φανταχτερό κόσμο των γιορτών ως την μεγαλύτερη απόδειξη ανταμοιβής της καλοσύνης που δείξαμε όλο τον χρόνο. Εκείνο το παιδί είναι το δικό σου δώρο. Αυτό που κάτω απο κανένα δεντράκι δεν θα βρείς και σε κανένα μαγαζί.

Φέτος, να σ’ αγαπάς λίγο περισσότερο. Να σε ξεκουράζεις ακόμα περισσότερο. Να σε παίρνεις βόλτες σε όμορφα μέρη να γαληνεύει η ψυχή σου και να καθαρίζει απο κάθε αρνητική σκέψη. Φέτος προσπάθησε να βρεις τον χρόνο για σένα.

Εκείνον που πάντα δίνεις στους άλλους. Εκείνον που κλείνεις πίσω απο τσιμεντένια κτήρια κι απρόσωπα γραφεία. Φέτος, πες περισσότερα σ’ αγαπώ σε εκείνους που έμειναν δίπλα σου σε κάθε δυσκολία σου και χάρηκαν πραγματικά με την ευτυχία σου.

Πες όλα εκείνα τα μικρά σ’ αγαπώ που νομίζεις πως εννοούνται. Φώναξέ τα και κάνε τις πιο μεγάλες αγκαλιές στην οικογένειά σου. Αυτήν που πάλι ο χρόνος δεν υπήρχε να καθίσεις μαζί τους μια καθημερινή και να μοιραστείς ολα εκείνα τα μικρά δικά σας νέα. Φέτος να σ’ αγαπάς, να αγαπάς και να μην σταματάς να ελπίζεις. Το αξίζεις.

Από enallaktikidrasi

 
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 5 Ιανουαρίου 2020

Από την Κυριακή

Η αγάπη είναι ο μόνος τόπος όπου το πρόσωπο υπάρχει και όπου, για αυτόν τον λόγο, μπορεί και να εμφανιστεί.

Μαξ Σέλερ