Σχέσεις

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 11 Σεπτεμβρίου 2020

Aπό τον Μανώλη Μπαρδάνη

  • Ο Καρκός ήταν η εξοχή μας. Η άνοιξη και το φθινόπωρό μας. Αχ εκείνα τα Σάββατα του Μάη του Ιούνη και του Σεπτέμβρη! Ήταν τα μόνα που δεν δυσφορούσα απ το πρωϊνό ξύπνημα. 6:30’ εγερτήριο. Ο πάππος σαμαρώνει τον γάϊδαρό του και η μάνα ετοιμάζει κολατσιό και μεσημεριανό για να τα πάρουμε μαζί. Ο πάππος καβαλικεύει βρακοφόρος με την μαγκούρα του παραμάσχαλα κάνοντας τον σταυρό του και ξεκινάει. Εγώ ακολουθώ. Η Μάνα, μας σταυρώνει ψιθυρίζοντας διάφορες προσευχές και στο τέλος πιο δυνατά ακούγεται η φράση «η ευκή του Χριστού αμπρουστά σας κι από πίσω σας». Εγώ καμαρώνω τον πάππο πάνω στον γάιδαρο. Αγέρωχος, λεβέντης και προσηλωμένος στο μονοπάτι της διαδρομής. Έτσι όπως τον είχα ηρωοποιήσει στο μυαλό μου, νόμιζα πως ήταν κάτι μεταξύ του Δον Κιχώτη και του Ανδρέα Μιαούλη.
    Καρκό λέγαμε μια έκταση καμιά ογδονταριά στρεμμάτων στο πέρα χωριό, στο νοτιοδυτικό κομμάτι του βουνού «Κορακιά» και σε απόσταση περίπου μιας ώρας. Ο πάππος μου είχε ένα σπιτάκι με δύο δωμάτια, με χαρακτηριστικό του την τεράστια σε ύψος καμινάδα που είχε και η οποία φαινόταν από το χωριό. Το κυρίως δωμάτιο είχε το κρεβάτι που ξεκουραζόταν το μεσημέρι, το τζάκι και το τραπεζάκι δίπλα στο παράθυρο. Το άλλο δωμάτιο όμως είχε το μεγάλο ενδιαφέρον για μένα. Ήταν γεμάτο με εργαλεία απ ότι μου είχε πει ο πάππος, αλλά και γεμάτο με μυστήριο, όπως εγώ πίστευα.
    Μόλις φθάσαμε φρόντισε για τον γάιδαρο και αμέσως άρχισε να ασχολείται με τα περιβόλια που ήταν κάτω από το σπιτάκι. Τρεις μακρόστενες ανισόπεδες επιφάνειες, χωρισμένες με αναβαθμίδες από ξερολιθιά. Εγώ κάθισα κάτω απ τη μεγάλη συκαμιά που ήταν στην αυλή. Όλα τα είδη των πουλιών κοίταζαν πάνω της και γεύονταν τα άσπρα νόστιμα συκάμινα. Σπουργίτια, συκοφαδάκια, τρυπολόγοι, κοκκινολαίμηδες, κοτσύφια, κιτρινόπουλα συνέθεταν μια μελωδία όμορφη στ αυτιά μου. Νυσταγμένος από το πρωϊνό ξύπνημα αποκοιμήθηκα στη ρίζα της συκαμιάς μέχρι που ένας συνεχής, δυνατός, παράξενος θόρυβος με οδήγησε να κυττάξω και να δω το μαγγανοπήγαδο του πάππου σε λειτουργία. Τα κουβαδάκια που ανέβαιναν γεμάτα, να αδειάζουν ένα-ένα σ ένα μεγάλο και φαρδύ τσίγκινο αγωγό, που λεπταίνοντας μετά κατέληγε στην χτιστή στέρνα. Την κίνηση στη φτερωτή του πηγαδιού την έδινε ο γάιδαρος. Ο πάππος του μιλούσε γλυκά σαν να ήταν παιδί κι αυτός γύριζε γύρω απ το πηγάδι με σταθερό βήμα. Χωρίς να αγκομαχεί, χωρίς να φαίνεται πως κουράζεται. Καθόμουν και απολάμβανα τη σκηνή για αρκετή ώρα. Μόλις γέμισε η στέρνα, ξεζεύει το γάιδαρο του, τον χαϊδεύει στη χαίτη, του μιλάει τρυφερά και τον αφήνει να βοσκήσει. Μου φωνάζει να πάω κοντά του. Μ ανεβάζει στο χείλος της στέρνας και εντυπωσιασμένος κοιτάζω μέσα. Στην άκρη της ένα ξύλινο παλούκι καρφωμένο στον πάτο της, που προφανώς χρησίμευε για να κρατάει το νερό στη στέρνα.
    – Ετούτος είναι ο «καλόγερος». Μόλις σου πω, να βάλεις και τα δύο σου χέρια μέσα στο νερό και να τονε πιάσεις λίγο πιο πάνω απ τη μέση. Να τονε βαστάς γερά γιατί το νερό έχει μεγάλη πίεση και θα στον πάρει. Να βάλεις προσεχτικά δύναμη να τονε τραβήξεις για να μη χτυπήσεις, κι όταν σου πω, να τονε ξανακαρφώσεις στην τρύπα. Εντάξει;
    Γεμάτος χαρά και υπευθυνότητα για το ρόλο που μόλις μου είχε επιδώσει ο πάππος, χώνω τα χέρια στο νερό και κρατάω τον «καλόγερο» όπως μου είπε. Το κεφάλι μου σχεδόν εφάπτεται στην επιφάνεια και ένας ξεχωριστός υδρόβιος κόσμος αποκαλύπτεται στα μάτια μου. Βατράχια, γυρίνοι, βδέλλες, κάτι μαύρα πολύποδα σαν ακρίδες που τινάζονται με ταχύτητα και νομίζω πως είδα κι ένα νερόφιδο.
    Στην εντολή «τράβα» του πάππου, με αρκετή δύναμη και περίσσια προσοχή, τον βγάζω απ την τρύπα και τον κρατάω σφιχτά στα χέρια μου.
    Αμέσως το νερό άρχισε να φεύγει με ορμή, γεμίζοντας τον «κατεβάτη», τον αγωγό που επιμελώς είχε φτιάξει ο πάππος γύρω απ τις σφύρες. Οι σφύρες ήταν παραλληλόγραμμες επιφάνειες μέσα στο περιβόλι, το ποτιστικό όπως το λένε, που χωριζόταν μεταξύ τους από τον αρμό. Μέσα σε κάθε σφύρα ήταν φυτεμένα και από ένα είδος μπαξεβανικών. Φρέσκα κρεμμυδάκια, ντομάτες, πιπεριές, κολοκύθια, παντζάρια, γλιστρίδες, μελιτζάνες και ότι άλλο μπορούσε να ευδοκιμήσει στον τόπο. Στα δύο από κάτω χαλιά ήταν τα ποτιστικά με τις πατάτες και τις γλυκοπατάτες. Πιο κάτω απλωνόταν τα αμπέλια και γύρω τους καρποφόρα δέντρα: αχλαδιές, δαμασκηνιές, τζανεριές, καρυδιές, συκιές, βατομουριές.
    Ο πάππος όρθιος, με μια τσάπα στο χέρι περίμενε να φθάσει το νερό. Μόλις πλησίαζε στην πρώτη σφύρα, άνοιγε με την τσάπα λίγο το χωμάτινο φράγμα και το νερό εισερχόταν να ποτίσει το χώμα της. Μόλις καταλάβαινε πως είχε ποτιστεί επαρκώς την έφραζε με το ίδιο χώμα που είχε παραμερίσει δίπλα και αμέσως άνοιγε τον αρμό της διπλανής σφύρας. Μαγεμένος παρακολουθούσα τη διαδικασία του ποτίσματος, αλλά συγχρόνως με αγωνία κοιτούσα τα ζωντανά της στέρνας τι θα κάνουν μόλις το νερό τελειώσει. Έπαιζα με τον καλόγερο και με την πίεση του νερού όσο τον πλησίαζα στην τρύπα, μέχρι που σφηνώθηκε άθελά μου ξανά, σταματώντας τη ροή του νερού. Φοβισμένος απ τις φωνές του πάππου έβαλα πολύ δύναμη για να τον τραβήξω. Ο καλόγερος τραβήχτηκε βίαια και μοιραία το κεφάλι του χτύπησε με σφοδρότητα τα μούτρα μου. Αποτέλεσμα: εγώ να πέσω στην στέρνα και το νερό ν αρχίσει να φεύγει πάλι με ορμή. Εκτός απ τον δυνατό πόνο που ένιωθα, φοβόμουν το νερόφιδο και τα υπόλοιπα ζωντανά. Τα ουρλιαχτά μου έκαναν τον πάππο να τρέξει να με σώσει. Η μύτη μου αιμορραγούσε και στο μέτωπό μου είχε ήδη αρχίσει να σχηματίζεται ένα μεγάλο καρούμπαλο. Ο πάππος, αφού με τράβηξε έξω, άρχισε να ψάχνει τον καλόγερο για να κλείσει τη ροή του νερού. Δυστυχώς όμως η στέρνα είχε σχεδόν αδειάσει. Εγώ έκλαιγα για τον πόνο που ένιωθα και την τρομάρα που πέρασα, αλλά περισσότερο για την καταστροφή που είχε συντελεστεί εξ αιτίας μου. Το νερό είχε παρασύρει τους αρμούς απ τις σφύρες και τα ποτιστικά είχαν γίνει μικρές λίμνες. 0 πάππος αντικρίζοντας την καταστροφή, το μόνο που έκανε ήταν να βαράει τα χέρια του πάνω στα πόδια του δυο – τρεις φορές, με αργές κινήσεις. Περιμένω ν ακούσω εκείνα τα λόγια που θα με βαφτίσουν γι άλλη μια φορά άχρηστο. Να αναθεματίσει την ώρα που με γέννησε η θυγατέρα του. Κι όμως. Γυρίζει και μ αγκαλιάζει, μου σκουπίζει με την άκρη του πουκαμίσου του τα δάκρυα και τα αίματα και μου προφέρει τη φράση «μη σε νοιάζει παιδί μου. Πάμε να πλυθείς και να στεγνώσεις και σε καμιά ώρα που θα
    ‘ρθω για να φάμε, θα τα έχω όλα στη θέση τους πάλι».
    Ήρθε η ώρα του γεύματος λοιπόν. Φρεσκοκομμένες ντομάτες και κρεμμυδάκια απ το ποτιστικό, ελιές, ένα κομμάτι τυρί και μισό καρβέλι ψωμί. Αααα. Και τα αγαπημένα του κονσερβάκια με σαρδέλες. Ένα με πιπεριά καυτερή κόκκινη για τον πάππο, ένα χωρίς καυτερό για μένα. Το κρασοπότηρο με το μπρούσκο δίπλα. Πάντα έπινε ένα ποτήρι το μεσημέρι και ένα το βράδυ. Πίστευε πως του δίνει υγεία το κρασί. Εγώ νόμιζα πως είναι το ελιξίριο που θα του δώσει την αθανασία, γιατί πίστευα πως αυτός ο γίγαντας δεν θα πεθάνει ποτέ. Έτρωγε πολύ αργά. Ούτε ένα ψίχουλο πάνω στο τραπέζι, ούτε ένας λεκές. Μετά ξάπλωνε ανάσκελα στο κρεβάτι με τα ρούχα. Έβγαζε μόνο τα παπούτσια και το φέσι. Το κάτασπρο σγουρό του μαλλί κάλυπτε το κεφάλι του και ενωνόταν με την γενειάδα του. Ήταν ίδιος με τον Μωυσή, αλλά εγώ νόμιζα πως ήταν ο ίδιος ο Θεός, ο Θεός μου.
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 23 Αυγούστου 2020

«Εις τους τόπους της Τουρκίας, διά το να συμβαίνη συνεχέστερον το θανατικόν, δεν είναι άλλο κοινότερον από το να βλέπη τις πολλούς ριψοκινδύνους· οι οποίοι χωρίς συνείδησιν βάλλουσιν εις κίνδυνον όχι μόνον την ιδίαν ζωήν, αλλά και εκείνην του πλησίον. Αν το “ό συ μισείς, ετέρω μη ποιήσης” ήναι φυσικός νόμος, τετυπωμένος εις την καρδίαν εκάστου, ο κανών, τον οποίον χρεωστεί να φυλάττη ο άνθρωπος εις τοιαύτας δυστυχείς περιστάσεις, είναι το, αφού λάβη την ελαχίστην υποψίαν της ολεθρίου ταύτης ασθενείας εις εαυτόν, ή εις άλλον τινά της οικίας αυτού, μήτε αυτός να εξέλθη από τον οίκον μήτε εις άλλον να συγχωρήση να εμβή εις τον οίκον του, πάρεξ με την αναγκαίαν προφυλακήν. Οστις άλλως ήθελε πράξη, είναι μισάδελφος και φονεύς…».

Οι αυστηρές αυτές υγειονομικές συστάσεις απευθυνόμενες στους Ελληνες χριστιανούς της οθωμανικής αυτοκρατορίας το 1782 και η ανελέητη καταδικαστική κρίση για όσους ριψοκίνδυνους και ασυνείδητους αψηφούσαν τους περιοριστικούς κανόνες σε περιόδους «θανατικού», δηλαδή επιδημίας πανώλης, θέτοντας σε κίνδυνο τόσο την ίδια τους τη ζωή όσο και των άλλων, δεν εκπορεύονταν από κάποια τοπική εξουσία που προνοούσε για την υγεία των χριστιανών της επαρχίας της ή έστω από το ανθρωπιστικό καθήκον κάποιου Ελληνα γιατρού προκειμένου να σωθούν ζωές ομογενών του.

Εντάσσονταν στην πρώιμη διαφωτιστική δράση ενός νεαρού πολίτη της ελληνικής κοινότητας της Σμύρνης, που μικρό παιδί είχε και αυτός βιώσει την απειλή του θανατικού όταν η οικογένειά του αναγκαζόταν να παίρνει προφυλάξεις καταφεύγοντας στην εξοχή.

Μιλάμε για τον Αδαμάντιο (Διαμαντή ακόμη τότε) Κοραή. Το 1782 έκλειναν τέσσερα χρόνια αφότου είχε επιστρέψει από το Αμστερνταμ, χρεοκοπημένος διαχειριστής της εμπορικής συντροφίας του πατέρα του, αλλά διαμορφωμένος καθολικά άνθρωπος. Ετοιμαζόταν σε λίγο να ταξιδέψει στη Γαλλία όχι πια ως έμπορος αλλά ως υποψήφιος σπουδαστής της Ιατρικής Σχολής του Μονπελιέ, κι ας ήταν 34 ετών, για να εμβαθύνει στα μυστικά μιας επιστήμης, στοιχειώδεις γνώσεις της οποίας είχε αποκομίσει ήδη από την παρακολούθηση μαθημάτων σε μορφωτικούς κύκλους του Αμστερνταμ.

Η μετάφραση

Ενόψει, λοιπόν, του ταξιδιού της Γαλλίας προείχε να εξασφαλίσει τα έξοδα των σπουδών και της διαβίωσης στην ξένη χώρα, αφού οι γονείς του, αρνητικοί στη νέα αποδημία του γιου τους ύστερα μάλιστα από το ναυάγιο της Ολλανδίας, αδυνατούσαν να τον στηρίξουν οικονομικά.

Ετσι αναγκαστικά η εξασφάλιση βιοπορισμού βρέθηκε στο κέντρο των άμεσων κινήσεών του και ήταν αυτή που δρομολόγησε την έναρξη του μακρού συγγραφικού του σταδίου που εγκαινιάστηκε τότε με τη μετάφραση ενός έργου της σύγχρονης εκκλησιαστικής γραμματείας, της «Ορθοδόξου Διδασκαλίας» (Ο.Δ.) του φωτισμένου Ρώσου θεολόγου και αρχιεπισκόπου Μόσχας Πλάτωνος. Τη μετέφερε στα ελληνικά ο γλωσσομαθής Κοραής από τη γερμανική μετάφρασή της που είχε προηγηθεί.

Ανεξαρτήτως από το αν τελικά η δική του έκδοση, τυπωμένη στη Λειψία το 1782, ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες του ως προς την εμπορική διακίνησή της, η επιλογή του παραπάνω έργου βασιζόταν στη γνώση των θρησκευτικών αναγκών των ορθόδοξων ελληνικών πληθυσμών της αυτοκρατορίας και της διασποράς. Μην ξεχνάμε ότι ο ίδιος προερχόταν από θρησκευόμενο οικογενειακό περιβάλλον που είχε δώσει στην Εκκλησία κατώτερους και μεγαλόσχημους κληρικούς και ότι συνδεόταν με σπουδαίες εκκλησιαστικές προσωπικότητες του καιρού, δεδομένα που ασφαλώς θα έπαιξαν τον ρόλο τους στη συγκεκριμένη επιλογή.

Το έργο του Πλάτωνος Μόσχας δεν ήταν μια απλή κατήχηση, εκλαϊκευτική θεολογικών εννοιών και δογματικών ερμηνειών. Επεκτεινόταν και σε θέματα αντιλήψεων και συμπεριφορών των ανθρώπων προβάλλοντας σε αυτές τις θέσεις της χριστιανικής πίστης και ομολογίας. Ενα παράδειγμα: επεξηγώντας ο συγγραφέας το νόημα της έκτης εντολής («Ου φονεύσεις») το διεύρυνε πέρα από τα στενά του όρια, εστιάζοντας στο χρέος κάθε μέλους της κοινωνίας να περιβάλλει με αγάπη τον συμπολίτη του χωρίς να τον βλάπτει με τις πράξεις του, συνεισφέροντας με αυτό τον τρόπο στην ευδαιμονία τόσο εκείνου όσο και του ίδιου του εαυτού του. Ετσι παραβάτες της θείας προσταγής δεν ήταν μόνο οι δράστες φόνου, ακόμη και όποιοι διανοούνταν να τον διαπράξουν, αλλά και όσοι υπάγονταν στον ευρύ κύκλο της κοινωνικής παραβατικότητας έχοντας βλάψει τον συνάνθρωπο: ηθικοί αυτουργοί αδικημάτων, κλέφτες, ληστές, εμπρηστές, δικαστές προδότες του δικαίου, πολίτες αδρανείς και φυγόμαχοι ενώπιον της αδικίας, αφεντικά σκληρά προς το υπηρετικό προσωπικό τους, άτομα εριστικά και φιλέκδικα όντας ευεπίφορα στον φόνο.

Οι αυτόχειρες

Τέλος, μια ιδιαίτερη κατηγορία παραβατών της εντολής ήταν κατά τον συγγραφέα οι αυτόχειρες. Η εθελουσία αφαίρεση της ίδιας τους της ζωής χαρακτηριζόταν «ένας θρασύς σφετερισμός της εξουσίας του Θεού» και το όλο σκεπτικό κατέληγε με τα εξής συμπληρωματικά: «Συναριθμούνται με τους αυτόχειρας και όσοι εθελουσίως επιρρίπτονται εις κινδύνους ζωής: οίον οπόταν τις κολυμβά εις το ύδωρ με φανερόν κίνδυνον πνιγμού· ή υπάγει χωρίς ανάγκης εις τόπους, όπου κυριεύει το θανατικόν, κ.τ.λ.».

Ο Κοραής ξεκινώντας τη μετάφραση της «Ο.Δ.» δεν ήθελε η συμβολή του να περιοριστεί μόνο στη μεταφραστική διαδικασία, αλλά να αποτυπωθεί με σχολιαστικές παρεμβάσεις ώστε να καταστεί αποτελεσματικότερη η διδαχή του βιβλίου απευθυνόμενη στο ελληνικό χριστιανικό κοινό. Η μέχρι τότε γνωστική περιουσία του και η ενδυνάμωση της πνευματικής του καλλιέργειας μετά την επιστροφή στη Σμύρνη με διαβάσματα που τον ενδιέφεραν, η εντρύφηση σε αγιογραφικές και πατερικές πηγές ενόψει της μετάφρασης της «Ο.Δ.», του εξασφάλιζαν τα αναγκαία εφόδια για την πραγμάτωση του σχεδίου του.

Ετσι, εκτός από την εισαγωγή που πρόταξε για την παρουσία της κατήχησης στη χριστιανική παράδοση, φανερώνοντας τον θεολογικό του οπλισμό, πεδίο των ουσιαστικών του παρεμβάσεων θα αποτελέσουν οι σημειώσεις του κειμένου.

Εκεί ακριβώς, με σημείο αφετηρίας τα ερεθίσματα που του πρόσφερε κάθε φορά ο συγγραφέας, θα παρέμβαινε για να διαφωτίσει τους αναγνώστες πάνω σε ζητήματα και καταστάσεις σύμφυτες με τις αντιλήψεις, νοοτροπίες και συνήθειες των υπόδουλων και με ελλειμματική παιδεία Ελλήνων, οι οποίες έπρεπε να αλλάξουν.

Μία από αυτές ήταν και οι ριψοκίνδυνες επισκέψεις σε μέρη ευάλωτα στην επιδημία της πανώλης (με αυτοχειρία τις παρομοίαζε, όπως είδαμε, ο συγγραφέας της «Ο.Δ.»), οι ολέθριες επιπτώσεις των οποίων στις ζωές όχι μόνο των ίδιων των επισκεπτών αλλά και των μελών της τοπικής τους κοινωνίας υπογραμμίζονταν εμφατικά από τον Κοραή με τριπλό σκοπό: πρώτον, να συνειδητοποιηθεί η ανάγκη αποφυγής της έκθεσης στον κίνδυνο της επιδημίας, δεύτερον, να εμφυτευθεί το αίσθημα της ατομικής και κοινωνικής ευθύνης σε όσους μάλιστα είχαν ακόμη και την παραμικρή υποψία ότι νοσούσαν, ώστε να τηρούν αυστηρά τον αυτοπεριορισμό στο σπίτι παίρνοντας και εκεί τις αναγκαίες προφυλάξεις, και τρίτον, να κατανοήσουν οι παραβάτες αυτού του χρέους ότι ήταν παραβάτες της έκτης εντολής: «Μισάδελφοι και φονείς». Στη χριστιανική συνείδησή τους ο φόβος για τις συνέπειες της παρακοής θα αρκούσε ίσως για να οδηγήσει στον συνετισμό τους.

Δεν γνωρίζω αν έλαβαν το μήνυμα του συμπατριώτη τους οι αναγνώστες της «Ο.Δ.», ούτε αν τον 18ο αιώνα είχαν εκπέμψει ανάλογες εκκλήσεις και άλλα άτομα ή συλλογικοί φορείς και μάλιστα από τον κύκλο των Ελλήνων γιατρών των εκπαιδευμένων στις ιατρικές σχολές της Δύσης (στον αρχόμενο πάντως 19ο αιώνα Ελληνες λοιμολόγοι θα συγγράψουν συστηματικά εγχειρίδια για τη φύση και τους τρόπους αντιμετώπισης της πανώλης).

Στην περίπτωση που μας απασχόλησε το μήνυμα εκπέμφθηκε μέσα από ένα βιβλίο θρησκευτικής διδαχής, είδος κατά τεκμήριο ευρείας απήχησης στον τουρκοκρατούμενο χώρο, από την πένα ενός λογίου που δεν διέθετε ακόμη επιστημονικές περγαμηνές, ενστερνισμένου όμως τα νεωτερικά φώτα της Ευρώπης αλλά και διακατεχόμενου από το πατριωτικό αίσθημα προσφοράς στο γένος του. Το κείμενο βέβαια της «Ο.Δ.» θα του παρείχε εναύσματα για να παρέμβει συμβουλευτικά και σε άλλα φαινόμενα ριζωμένων νοοτροπιών και πρακτικών ενός λαού που βρισκόταν σε μακραίωνη αιχμαλωσία.

* Ο κ. Εμμ. Ν. Φραγκίσκος είναι oμ. διευθυντής Ερευνών Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών/ΕΙΕ.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 19 Ιουλίου 2020

Ο Μαρσέλ Προυστ έλεγε πως δεν υπάρχει τίποτα πιο τρυφερό από την αλληλογραφία φίλων που δεν επιδιώκουν να συναντηθούν. Αν ζούσε φυσικά στην εποχή των σόσιαλ μίντια ίσως να ισχυριζόταν το ακριβώς αντίθετο.

Η φιλία, την εποχή του Διαδικτύου, δεν έχει καμία σχέση με αυτό που εννοούσαμε παλιά. Ο ενσώματος εαυτός αντικαθίσταται από τον ψηφιακό, ο οποίος είναι μια κατασκευή, μια σκηνοθετημένη επιλογή τού τι θέλουμε κάθε φορά να προβάλλουμε. Είναι ένας πλασματικός εαυτός, αποτέλεσμα σύνθεσης αποκρύψεων και προσθηκών, ένα υβριδικό ον που αφήνει ίχνη μέσα από τα οποία η ανασύσταση της προσωπικότητας είναι ιδιαίτερα επίπονη εργασία. Τι φιλίες μπορεί να συνάψει αυτός ο ψηφιακός εαυτός; Κι ακόμη σε περιόδους «σοσιαλμιντιακής» κρίσης, μακροχρόνιες φιλίες (ηλεκτρονικές ή μη) μπορεί να διαταραχτούν για ένα αιμοβόρο post ή ένα «λάθος» like. Αυτά ακούγονται κωμικοτραγικά, αλλά είναι η θλιβερή πραγματικότητα που ανέτρεψε την έννοια της φιλίας.

Η αξία της φιλίας ήταν πολύ σημαντικό ζήτημα τα αρχαία χρόνια. Ο Αριστοτέλης θεωρούσε ότι υπάρχουν τρία είδη φιλίας: Το πρώτο, η ωφελιμιστική φιλία, που απορρέει από το συμφέρον, είναι συμπτωματική, δεν πηγάζει από ειλικρινά συναισθήματα, είναι ρευστή και παροδική και αφορά μεγαλύτερα σε ηλικία άτομα. Το δεύτερο, η απολαυστική φιλία, χαρακτηρίζει τα νιάτα. Αναπτύσσεται ανάμεσα σε εφήβους, σε συμφοιτητές και συμμαθητές, είναι συμπτωματική κι αυτή. Πηγάζει από αυθόρμητα συναισθήματα, διαφοροποιείται και η απόλαυσή της φθίνει καθώς διαφοροποιούνται τα κοινά ενδιαφέροντα.      Ισχυρότερο, δίχως αμφισβήτηση, είναι το τρίτο είδος φιλίας που θεμελιώνεται κατά τον Αριστοτέλη στον αλληλοσεβασμό και την αλληλοεκτίμηση των αρετών, των αξιών και των ιδανικών δύο προσωπικοτήτων, οι οποίες ανοίγονται αμφίδρομα δίχως αναστολές. Ο ψυχικός αυτός δεσμός εξυπακούεται ότι προϋποθέτει και απαιτεί χρόνο, έχει χαρακτήρα άφθαρτο, στηρίζεται στην καλοσύνη, την εμπιστοσύνη και τη στέρεα αγάπη και ενσυναίσθηση. Είναι μακροχρόνιος και δοκιμάζεται στη χαρά και στη θλίψη, «εν πόνοις και κινδύνοις», χωρίς κλυδωνισμούς στις καλές και κακές φάσεις της διαδρομής της ζωής. Και σίγουρα εμπεριέχει και το ωφέλιμο και την απόλαυση.

Ο φίλος σου είναι ο καθρέφτης σου. «Δείξε μου τον φίλο σου να σου πως ποιος είσαι» λέει η παροιμία. Κάτι που ισχύει βέβαια και στις περιπτώσεις κοινών συμφερόντων όπου βλέπεις περίεργους συνδυασμούς ανθρώπων άλλων που θεωρούνται ηθικοί, άλλων που έχουν τη φήμη του μπαγαπόντη, ενωμένους για έναν κοινό σκοπό.

Φιλία σημαίνει να αποδέχεσαι τον άλλον. Να του εκχωρείς τον εαυτό σου, να μπορείς να μπαίνεις στη θέση του. Και φυσικά να μη τον φθονείς. O Αισχύλος είπε: «Λίγοι άνθρωποι το έχουν στη φύση τους αυτό: να τιμούν χωρίς φθόνο τον ευτυχισμένο φίλο τους».

Δεν είναι τυχαίο ότι όσο μεγαλώνουμε, μένουμε με δυο-τρία άτομα που θεωρούμε ουσιαστικά φίλους μας. Συνήθως είναι με άτομα που έχουμε γνωρίσει στην εφηβική ή μετεφηβική ηλικία και για κάποιον λόγο, ο οποίος ίσως να είναι η ανάμνηση της καθαρότητας του αισθήματος, έχουν παραμείνει στη ζωή μας.

Θυμάμαι κάποτε κατά τη διάρκεια των σπουδών μου, όποιος φίλος περνούσε κάτω από το σπίτι μου, χτυπούσε απροειδοποίητα το κουδούνι και ανέβαινε. Μπορεί η επόμενη μέρα να μας έβρισκε σε ένα άλλο σπίτι ή και σε άλλη πόλη ή νησί. Σήμερα κάτι τέτοιο είναι αδιανόητο. Κανονίζουμε συναντήσεις μία βδομάδα πριν και ορίζουμε μάλιστα και τη διάρκεια. Το να καλλιεργήσεις μια φιλία ακούγεται πλέον ουτοπικό.

Ζούμε λοιπόν στην εποχή της αντανακλαστικής φιλίας, όπου η έννοια παραποιείται. Σχεδόν γνωστοί, ακόλουθοι, προσθήκες «φίλων» και «φίλοι» «φίλων» προσμετρώνται στους «φίλους» που δεν είναι φίλοι αφού ούτε την πραγματική εικόνα τους έχουμε. Σαν παιχνίδι προφίλ που σε καλεί να μαντέψεις ποιος είναι ο εκάστοτε «φίλος» και βέβαια είναι αυτός που νομίζεις ότι θέλει να είναι. Ζούμε στην εποχή των γνωριμιών. Της αμοιβαιότητας, της ανταλλαγής. Της φιλίας του Διαδικτύου.

Πόσω μάλλον εάν συζητήσουμε για αξίες και αντίστοιχες συμπεριφορές. Υπάρχουν «φίλοι» που την ίδια στιγμή μπορούν να κάνουν like σε μια ανάρτηση που στρέφεται εναντίον σου αλλά ταυτόχρονα να επαινούν και μια δική σου. Τι γίνεται άμα σε δουν στον δρόμο; Ευτυχώς που τώρα υπάρχουν και με τη βούλα οι μάσκες. Και άμα έχεις τέτοιους φίλους όπως λένε, τι τους θέλεις τους εχθρούς.

Επιστρέφοντας στο πόσο δύσκολο και απαιτητικό είναι το αίσθημα της φιλίας είναι γεγονός ότι οι αληθινές φιλίες χαρακτηρίζονται από μια σταθερή δοκιμασία. Δεν είναι δυνατόν να είναι όλα ρόδινα. Η σχέση για να είναι νοηματοδοτημένη θα δοκιμαστεί. Θα τσεκαριστεί στη σιωπή, θα ακονιστεί στη διαφωνία, θα σφυρηλατηθεί στη διεκδίκηση. Θα βιωθεί στη βιωμένη πνευματικότητα και την προσωπική αναζήτηση, στο άνοιγμα της ψυχής. Η επικράτησή της έναντι όλων των δοκιμασιών θα είναι και η τελική σφραγίδα της.

Από τον «Αμλετ» του Σαίξπηρ ουσιαστικά ένας χαρακτήρας επιβιώνει: ο Οράτιος. Ο μοναδικός φίλος του Αμλετ, ο μόνος στον οποίον εμπιστεύεται το γεγονός ότι θα υποδυθεί τον τρελό. Ο φίλος, ο Οράτιος, εκείνος που θα ανεχτεί όλες τις παραξενιές και τις αλλοκοτιές του πρίγκιπα, θα είναι εκείνος που θα ζήσει για να πει την ιστορία.

Πόσο πολυτελή ακούγονται αυτά τα αισθήματα στην εποχή μας. Η συμπίεση του χρόνου οδηγεί στην αλλοίωση της επικοινωνίας, στη συμπίεση των αισθημάτων. Το νέφος του politically correct απαλείφει την ελεύθερη άδολη επικοινωνία. Η ατζέντα – κυριολεκτικά και μεταφορικά – υπερισχύει της αυθόρμητης ανάγκης για τον άλλον.

Υπάρχουν άνθρωποι που δεν είχαν στιγμή αλτρουισμού στη ζωή τους. Πάντοτε υπήρχε ένα κρυφό χαρτί ή μια (ξανά αυτή η λέξη) κρυφή ατζέντα. Για να δημιουργείς φιλικές σχέσεις πρέπει να είσαι ψυχικά ευρύχωρος. Και αυτός ο ταλαίπωρος μυς, η καρδιά, δεν χωράει και πολλά, όταν δεν τον εξασκείς.

Από ΤΟ ΒΗΜΑ   Αλέξης Σταμάτης

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 19 Ιουλίου 2020

Να ακολουθείς τα μέτρα και τα σταθμά των «πετυχημένων» άλλων και να βαδίζεις τον δρόμο της αυτοκαταστροφής. Να διστάζεις να εκδηλώσεις το πραγματικό σου «εγώ» και να είσαι βυθισμένος στη μετριότητα.

Ποτέ σου δεν πίστεψες πως ο κόσμος μέσα σου δεν πρόκειται απλώς για ένα όνειρο και ουτοπία και τελικά, βρίσκεσαι αντιμέτωπος με ένα κυκεώνα συναισθημάτων και μία μάχη διάσωσης του μέσα σου κόσμου, που λεηλατείται ακατάπαυστα, αρχίζει. Ματαιώσεις, διαψεύσεις, γκρεμίσματα ονείρων και προσδοκιών, ένα – ένα σε διαδέχονται και ανατρέπουν τα πάντα.

Τότε συνειδητοποιείς. «Συνειδητοποιείς», έχεις ενσυναίσθηση της κατάστασής σου και επιδιώκεις μία ριζική αλλαγή. Μόνο τότε ανοίγονται νέα μονοπάτια φυγής από τα δεσμά του συμβατικού και του μέτριουκαι είσαι ευτυχισμένος.

Αποδέχομαι ότι, μέχρι τώρα, τη ζωή, τις αποφάσεις, τα όνειρά μου τα καθόριζαν οι «πετυχημένοι» άλλοι και εγώ ήμουν ένας άβουλος θεατής, ανίκανος να αντισταθώ στις υπαγορεύσεις τρίτων. Την ίδια στάση ακολούθησα στις φιλίες, τον έρωτα. Παθητικός αναγνώστης ενός προσωπικού μου χάρτη, τον οποίο όμως χαρτογραφούσαν άλλοι.

Αποδέχομαι την αδυναμία μου να επιβληθώ στον εαυτό μου και να αποβάλλω το σάβανο της ομοιομορφίας που, τόσο διακριτικά, η κοινωνία μου προέβαλλε ως μοναδικό τρόπο επιτυχίας ή ευτυχίας.

Τώρα αρχίζει η πρόκληση της αλλαγής. Αλλαγή για όλα όσα σε καθήλωσαν σε μία μονόδρομη διαδικασία τέλματος, αλλαγή γιατί πλέον χρειάζεται να επανατοποθετηθείς και να ορίσεις τον εαυτό σου αληθινά, να βγάλεις την αλήθεια από μέσα σου. Ήδη οι λέξεις σου αρχίζουν να αποκτούν διαφορετική όψη, παίρνουν πνοή και μετατρέπονται σε συναισθήματα, με πρόσημο θετικό.

Βήμα-βήμα, προχωράς, βαδίζεις σε ένα νέο κόσμο και αναρωτιέσαι: «άραγε όλα όσα είχα ζήσει ήταν διαδοχικές απογοητεύσεις;». Κι εγώ, κάπου εδώ θα σου απαντήσω αρνητικά. Καλώς ή κακώς οι απογοητεύσεις μας μας ανήκουν και μας είναι απαραίτητες. Εγώ τις χαρακτηρίζω «αναπόφευκτες δόσεις αυτογνωσίας», οι οποίες τελικά μας καθοδηγούν στον δρόμο της ωριμότητας.

Σου παραθέτω, επομένως, τα δέκα «Ναι» που χρειάζεται να λες στον εαυτό σου και τα οποία – ελπίζω – να αποτελέσουν τους οδοδείκτες της δικής σου πορείας:

I. Αποδοχή

II. Πίστη στον εαυτό μου

III. Ευγνωμοσύνη

IV. Επαφή με τον κόσμο μέσα μου

IIV. Ανάπαυση

IIIV. Απόλαυση

VI. Αναψυχή

VII. Εξωτερίκευση συναισθημάτων

VIII. Ανάγκη για επικοινωνία

IX. Ηρεμώ όταν το χρειάζομαι

X. Ονειρεύομαι.

Και να θυμάσαι: «Η αλλαγή ξεκινάει από την αποδοχή».

Σοφία Βράιλα

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 19 Ιουλίου 2020

Είσαι ελεύθερος όταν μπορείς να απομακρυνθείς από τους ανθρώπους, χωρίς να σε υποχρεώνουν να τους αναζητείς η ανάγκη του χρήματος ή το ένστικτο του κοπαδιού ή η αγάπη, η δόξα, η περιέργεια, πράγματα που δεν βρίσκουν τροφή στη σιωπή και στη μοναξιά. Αν σου είναι αδύνατο να ζήσεις μόνος, έχεις γεννηθεί σκλάβος. Μπορεί να έχεις όλες τις μεγαλοσύνες του πνεύματος κι όλες της ψυχής: είσαι ένας σκλάβος ευγενής, ένας δούλος έξυπνος, μα δεν είσαι ελεύθερος. Και δεν είσαι εσύ ο υπεύθυνος γι’ αυτήν την τραγωδία, διότι η τραγωδία του να έχεις γεννηθεί έτσι δεν αφορά εσένα μα το ίδιο το Πεπρωμένο απέναντι στον εαυτό του.   Να γεννηθείς ελεύθερος – αυτή είναι η ύψιστη ανθρώπινη μεγαλοσύνη, αυτή που κάνει τον ταπεινό ερημίτη ανώτερο των βασιλέων   Αλίμονο σε σένα όμως αν είναι το φορτίο της ζωής, η ίδια η ζωή που σε σκλαβώνει. Αλίμονο σε σένα, που έχεις γεννηθεί ελεύθερος, αυτάρκης και ικανός να αποχωριστείς τους ανθρώπους, αν η φτώχεια σου, σου επιβάλλει να ζεις μαζί τους. Αυτή μάλιστα, αυτή είναι η δική σου τραγωδία που κουβαλάς παντού μαζί σου Να γεννηθείς ελεύθερος – αυτή είναι η ύψιστη ανθρώπινη μεγαλοσύνη, αυτή που κάνει τον ταπεινό ερημίτη ανώτερο των βασιλέων, ανώτερο κι απ’ τους θεούς, που επαρκούν στον εαυτό τους ασκώντας την εξουσία τους κι όχι από περιφρόνηση απέναντι της.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 15 Ιουλίου 2020

Τα καλοκαίρια στον Κλειδό, η μάνα, πέρα απ όλα τ άλλα, έκανε και την βοηθό βοσκού. Έμπαινε στην μάντρα την ώρα του αρμέγματος, επέλεγε το λαάριο ζο ή πρόβατο, το έπιανε απ το πισινό του πόδι και το πήγαινε στον πατέρα μου να τ αρμέξει. Ο πατέρας μου καθόταν πάνω σε μια μεγάλη πέτρα στην είσοδο της μάντρας, με τα γόνατα ανοιχτά να εμποδίζουν την έξοδο των ζω και τον αρμεό ανάμεσα στα πόδια του. Μου έκανε εντύπωση πως, παρά του ότι βλαστημούσε με το παραμικρό τα θεία, πάντα όταν ξεκινούσε το άρμεγμα έκανε τον σταυρό του και ψιθύριζε «έλα Χριστέ μου». Έπιανε σφιχτά απ τα βυζιά το ζο, σάλιωνε τα δάχτυλα του ενός χεριού, πίεζε ελαφρά χαμηλά τις ρώγες για να βγει λίγο γάλα και μετά με τις χούφτες τα έσφιγγε ρυθμικά με δύναμη. Το ζο βέλαζε και κουνούσε το κεφάλι. Ήταν εμφανές πως πονούσε. Όσο το άρμεγε καθόταν υπομονετικά ακίνητο. Μόλις καταλάβαινε πως το γάλα στα βυζιά του τελειώνει, άρχιζε ανυπόμονα να ψάχνει με το κεφάλι του την έξοδο, την ελευθερία του. Ο πατέρας δεν έβλεπε στον αρμεό. Κοιτούσε μπροστά και καθοδηγούσε την μάνα για την επόμενη επιλογή. Θυμάμαι πάντα πως ένα μεγάλο μέρος απ το αρμεγμένο γάλα, χυνόταν στο χώμα δίπλα στον αρμεό και πάνω στα παπούτσια του. Στην αρχή που το έβλεπα νόμιζα πως το έκανε επίτηδες. Πως ένα μέρος του γάλακτος δεν έπρεπε για κάποιο λόγο να μπει στον αρμεό. Στη συνέχεια κατάλαβα πως ήταν ακόμα ένα στοιχείο της τσαπατσουλιάς του πατέρα μου.
Στα δώδεκα μου χρόνια λοιπόν αντικατέστησα τη μάνα και έγινα εγώ βοηθός βοσκού. Στην αρχή ένιωσα υπερήφανος, συγκινημένος και γεμάτος υπευθυνότητα για τον τίτλο που μου είχε αποδοθεί. Στην πράξη όμως αποδείχτηκε πως δεν μπορούσα να ανταποκριθώ στις προσδοκίες του πατέρα μου και τον έκανα να μετανιώσει για την επιλογή του.
Ο πατέρας μου σηκωνόταν αξημέρωτα, αντιραβδιαζόταν και ξεκινούσε να ρεβάρει τα ζουλοπρόβατά του. Όταν τα συγκέντρωνε, αυτά σταλιάζανε κάτω απ τις ελιές και περίμεναν πότε θα αρμεχτούν, για να πάνε στην συνέχεια να ποτιστούν στο πηγάδι και μετά να είναι πάλι ελεύθερα να βοσκήσουν. Μάντριζε λοιπόν πρώτα τα ζα -πιο ατίθασα και ανυπόμονα απ τα πρόβατα- και ξεκινούσε το άρμεγμα.
Στην αρχή, που η μάντρα είναι γεμάτη, είμαι όρθιος στο βάθος της. Τα ζα φοβούνται την παρουσία μου και στριμώχνονται προς τον πατέρα μου. Αυτός σηκώνεται ελάχιστα απ την πέτρα που κάθεται τα πιάνει ένα-ένα και τα αρμέγει. Όσο λιγοστεύουν τα ζα, τόσο δυσκολότερη γίνεται η προσπάθειά του να τα πιάσει. Τότε αρχίζει ο δικός μου ρόλος. Με αδέξιες κινήσεις προσπαθώ να του τα γυρίσω. Μάλλον δεν τα καταφέρνω καλά. Βλέπω στο πρόσωπό του ένα χαμόγελο ειρωνείας για τις άγαρμπες κινήσεις μου.
– Μουρέ τη Λιβανοχελιά
– Μουρέ όχι ευτή
– Μα δε σκαμπάζεις ελεϊκό παιδί μου;
Εγώ, προσπαθώντας να του αποδείξω πως τα καταφέρνω, κάνω γρήγορες και νευρικές κινήσεις, αγριεύοντας τα ζα και δημιουργώντας μέσα στη μάντρα πανικό. Σκόνη, φασαρία, φωνές, νευρικότητα. Μια φορά ο πατέρας μου θυμάμαι, σηκώθηκε εντελώς απ την πέτρα και έκανε μερικά βήματα για να πιάσει ένα ζο. Εγώ κάνω γρήγορη κίνηση να το πιάσω για να του το πάω και τα αγριεύω. Αυτά είδαν την έξοδο αφύλαχτη και άρχισαν να τρέχουν για να βγουν. Ο πατέρας μου προσπαθεί, κρατώντας απ το πόδι το ζο, να ξανακαθίσει στη θέση του. Τα ουρλιαχτά του και η βλαστήμιες τα τρομάζουν. Με φοβερή ταχύτητα και δύναμη, τον παρασέρνουν και τον ρίχνουν κάτω. Ρίχνουν και τον αρμεό και χύνεται το γάλα. Δεν θα ξεχάσω τη σκηνή, να είναι πεσμένος στο χώμα, να κρατάει με το ένα χέρι το ζο, με το άλλο την τραγιάσκα, τα ζα να πηδούν από πάνω του και να φεύγουν και το έρημο που κρατούσε απ το πόδι να προσπαθεί να φύγει και να μη μπορεί. Στο τέλος που έχει αδειάσει η μάντρα, αφήνει ελεύθερο το ζο, κάθεται οκλαδόν, τινάζει την τραγιάσκα για να την ξεσκονίσει πάνω στο γόνατό του και την φοράει. Πιάνει το ραβδί του, στηρίζεται και σηκώνεται όρθιος. Ξέρω πως είμαι η αιτία για την καταστροφή που μόλις έχει γίνει. Περιμένω την αντίδρασή του. Η αλήθεια είναι πως φοβάμαι, παρότι δεν είχε σηκώσει χέρι ποτέ πάνω μου. Με αργά βήματα βγαίνει από την μάντρα μονολογώντας δυνατά για ν ακούω: «Που να ‘χει ανάθεμα που σε έσπερνε. Μα ήντα αχρηστεμός του παιδιού ήτονε ευτός. Μα ήντα ‘θελα να σε κάμω υιέ μου.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΑΝΩΛΗ ΜΠΑΡΔΑΝΗ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 24 Ιουνίου 2020

Βιτωροκωστας εντεκα παιδια εκπροσωπος της πατρότητας μερα που ειναι

Γραφει στο γιο του που ηταν Αμερική αλλα αργούσε να στειλει γραμμα :

Από το μπαλκόνι μια βραδιά
Κοίταζα το φεγγάρι

και φάνηκε μου μια στιγμή
πως περπατάτε ομάδι

καθόρισε μια στιγμή
πες μου ακριβώς πιο βράδυ

να το κοιτάζομε και οι δυό
ομάδι το φεγγάρι

που ίσως αντανάκλαση
κείνη την ώρα γίνει
να δούμε ο γείς τον άλλο μας

Απάνω στη σελήνη

Από τον Λουδοβίκο

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 20 Ιουνίου 2020

Να βρεις ανθρώπους που σου κάνουν χώρο στη ζωή τους και δε σε βάζουν να στριμωχτείς.

Να βρεις ανθρώπους που δεν προσπαθούν να σε αλλάξουν για να μοιάσεις σε αυτό που εκείνοι έχουν ονειρευτεί.

Να βρεις ανθρώπους που σε κοιτάνε λες και είσαι κάτι το μαγικό.

Να βρεις ανθρώπους που στις σχέσεις τους έχουν μόνο σκηνή και ποτέ παρασκήνιο.

Να βρεις ανθρώπους διάφανους. Που λένε αυτό που νιώθουν και που νιώθουν αυτό ακριβώς που λένε.

Να βρεις ανθρώπους που προσπαθούν να κερδίσουν την εμπιστοσύνη σου και τα καταφέρνουν.

Να βρεις ανθρώπους που προσπαθούν ακόμα να κάνουν τον κόσμο και τον εαυτό τους καλύτερο.

Να βρεις ανθρώπους που δε σταματάνε να ονειρεύονται και δε συμβιβάζονται με το άσχημο και το άδικο.

Να βρεις ανθρώπους που δεν τους αρέσει να κρίνουν και να λογοκρίνουν του άλλους.

Να βρεις ανθρώπους με τους οποίους μπορείς να παραμένεις σιωπηλός, χωρίς να νιώθει κανείς αμηχανία.

Να βρεις ανθρώπους που επιμένουν να βλέπουν πάντα το καλό στους άλλους. Πάντα. Ακόμα και αν θα έπρεπε να ξέρουν πια καλύτερα.

Να βρεις ανθρώπους που ποτέ δε θα σε πληγώσουν επίτηδες.

Να βρεις ανθρώπους που σε κάνουν να νιώθεις πως βρίσκεσαι σπίτι σου.

Να βρεις ανθρώπους που σε κάνουν να νιώθεις μέσα σου ζέστη.

Να βρεις ανθρώπους όμορφους. Από μέσα. Αν δεν τους έχεις βρει, συνέχισε να ψάχνεις. Βρίσκονται ανάμεσά μας. Ναι.

Να βρεις ανθρώπους που σε κάνουν να νιώθεις πως βρίσκεσαι σπίτι σου

Και, όταν τους βρεις, να κάνεις τα πάντα για να τους κρατήσεις στη ζωή σου και για να είναι ευτυχισμένοι. Και να μην τους αφήσεις ποτέ να νιώσουν μόνοι. (Ξέρεις, οι άνθρωποι που περιγράφω νιώθουν εύκολα μόνοι).

Να τους θαυμάζεις- γιατί το αξίζουν. Όχι, όμως, μόνο αυτό. Από σκέτο θαυμασμό δεν ευτύχησε ποτέ κανείς.

Όταν τους βρεις, να τους αγαπάς και να τους το δείχνεις κάθε στιγμή. Να τους το δείχνεις, γιατί δεν το θεωρούν δεδομένο, γιατί δεν το ξέρουν. Να τους το λες αλλά, κυρίως, να τους το δείχνεις.

Και πάντα να θυμάσαι τι έχουν περάσει οι άνθρωποι αυτοί: Οι άνθρωποι αυτοί είναι μειονότητα. Και είναι δύσκολο να ζεις πάντα ως μειονότητα.

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο The Chronicle of A Sociopath

Πηγή: www.doctv.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 20 Ιουνίου 2020

Ας πούμε τώρα ποιους αγαπούν οι άνθρωποι και θέλουν να τους έχουν φίλους τους και ποιους μισούν, καθώς και για ποιον λόγο –αφού όμως πρώτα δώσουμε τον ορισμό της φιλίας και της αγάπης…

Ας δεχθούμε, λοιπόν, ότι αγαπώ κάποιον και θέλω να τον έχω φίλο μου θα πει θέλω γι’ αυτόν καθετί που το θεωρώ καλό, όχι για να κερδίσω κάτι ο ίδιος, αλλά αποκλειστικά για χάρη εκείνου· κάνω μάλιστα και ό,τι μπορώ για να αποκτήσει αυτά τα καλά εκείνος.

Φίλος είναι το πρόσωπο που αγαπά με τον ίδιο τρόπο που είπαμε και αγαπιέται με τον ίδιο τρόπο: όσοι πιστεύουν ότι η σχέση τους είναι αυτού του είδους, θεωρούν ότι είναι φίλοι. Με όλα αυτά να τα έχουμε δεχτεί, καταλήγουμε πια –υποχρεωτικά– στο ότι φίλος είναι αυτός που χαίρεται με τα καλά και λυπάται με τα δυσάρεστα που συμβαίνουν στον φίλο του – και αυτό όχι για κανένα άλλο λόγο παρά μόνο για χάρη εκείνου.

Η φιλία είναι αρετή ή προϋποθέτει την αρετή, και επιπλέον είναι εντελώς απαραίτητη για τη ζωή. Πραγματικά, κανένας δεν θα επέλεγε να ζει δίχως φίλους, κι ας είχε όλα τα υπόλοιπα αγαθά. Ακόμη και οι πλούσιοι άνθρωποι, όπως και αυτοί που έχουν αξιώματα και εξουσία, έχουν – όλος ο κόσμος το πιστεύει– ιδιαίτερα μεγάλη ανάγκη από φίλους.

Αλήθεια, ποιο το όφελος όλης αυτής της καλής τους κατάστασης, αν δεν υπάρχει η δυνατότητα της ευεργεσίας, η οποία γίνεται κατά κύριο λόγο και στην πιο αξιέπαινη μορφή της προς τους φίλους; Και από την άλλη, πώς θα μπορούσε όλη αυτή η καλή κατάσταση να διατηρηθεί και να διαφυλαχθεί δίχως τους φίλους; Γιατί όσο μεγαλύτερη είναι, τόσο επισφαλέστερη είναι. Αλλά και στη φτώχεια και στις άλλες δυστυχίες της ζωής οι άνθρωποι θεωρούν τους φίλους ως το μόνο καταφύγιο.

Ίσως όμως τα πράγματα θα γίνονταν σαφέστερα σε σχέση με το θέμα αυτό, αν πρώτα γνωρίζαμε ποιο είναι ακριβώς το αντικείμενο της αγάπης, αυτό που γεννάει τη φιλία. Γιατί δεν φαίνεται να κινεί την αγάπη και να γεννάει τη φιλία το καθετί, παρά μόνο αυτό που είναι άξιο να αγαπηθεί και να προκαλέσει τη φιλία, και τέτοιο θεωρείται πως είναι το αγαθό, το ευχάριστο, και το χρήσιμο.

Αυτοί λοιπόν που αγαπούν ο ένας τον άλλον και γίνονται φίλοι για τη χρησιμότητα, δεν αγαπούν τον άλλον καθεαυτόν, αλλά για το αγαθό που μπορεί να πάρουν από αυτόν. Το ίδιο και στην περίπτωση που οι άνθρωποι αγαπούν ο ένας τον άλλον και γίνονται φίλοι για χάρη της ευχαρίστησης· πραγματικά, οι άνθρωποι αγαπούν τους χαριτολόγους όχι για τον χαρακτήρα τους, αλλά γιατί τους είναι ευχάριστοι […]

Αυτές, λοιπόν, οι φιλίες είναι φιλίες για έναν λόγο συμπτωματικό, αφού το πρόσωπο που αγαπιέται δεν αγαπιέται επειδή είναι αυτό που είναι, αλλά επειδή εξασφαλίζει σ’ αυτόν που το αγαπάει κάποιο αγαθό ή κάποια ευχαρίστηση. Ε, αυτού του είδους οι φιλίες διαλύονται εύκολα, αν τα δύο μέρη δεν παραμένουν αυτό που ήταν· πραγματικά, αν ο ένας δεν είναι πια ευχάριστος χρήσιμος στον άλλον, ο άλλος παύει να τον αγαπάει.

Αριστοτέλης, Ρητορική, Βιβλίο Πρώτο

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 8 Ιουνίου 2020

” Grandma how do you deal with pain?”

” With your hands, dear. When you do it with your mind, the pain hardens even more.”

“With your hands, grandma?”

” Yes, yes. Our hands are the antennas of our soul. When you move them by sewing, cooking, painting, touching the earth or sinking it into the earth, they send signals of caring to the deepest part of you and your soul calms down.
This way she doesn’t have to send pain anymore to show it.

” Are hands really that important?”

” Yes my girl. Thinking of babies: they get to know the world thanks to their touches. When you look at the hands of older people, they tell more about their lives than any other part of the body. Everything that is made by hand, so is said, is made with the heart because it really is like this: hands and heart are connected. Masseuses know this: When they touch another person’s body with their hands, they create a deep connection. Thinking of lovers: When their hands touch, they love each other in the most sublime way.”

” My hands grandma… how long haven’t I used them like that!”

” Move them my girl, start creating with them and everything in you will move. The pain will not pass away. But it will be the best masterpiece. And it won’t hurt anymore. Because you managed to embroider your essence.”

  • ~ Elena Barnabé

Διαβάστε τη συνέχεια »

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 31 Μαΐου 2020

Από τον Λουδοβίκο των Ανωγείων

Ένα Μυρμήγκι ανεβηκε την αγγινάρα

και περπάτησε πάνω στα φύλλα της .

μήπως σε ενοχλώ ;

ρώτησε την αγκινάρα

Καθόλου

ίσα-ίσα σε συμπαθώ

μπορείς να κάνεις όσες βόλτες θέλεις

εγώ έχω μεγάλο πρόβλημα με τον άνθρωπο !!!

Είπε η αγκινάρα με θυμο…

οπότε σηκώσω το κεφάλι μου ψηλά

έρχεται και το κόβει

τι να πω ;

Συγνώμη λεει Το μυρμήγκι

αλλά εσύ φταις!!!

Εγω;;;

ο άνθρωπος είναι περίεργος

βλέπει τόσα αγκάθια που βάζεις γύρω
από το κεφάλι σου

και σκέφτεται

κάτι σπουδαίο θα κρύβει μέσα

Το κοβει και ψαχνει

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Μαΐου 2020

Από την Κυριακή

….”Αγαπημένε Πατ,

Με πέτυχες να σκαλίζω μια μικρή φιγούρα σε ξύλο και είπες, «Γιατί δε φτιάχνεις κάτι για μένα;» Σε ρώτησα τι ήθελες κι εσύ είπες, «Ένα κουτί». «Γιατί το θες;» «Για να βάζω πράγματα μέσα». «Τι πράγματα;» «Ό,τι έχεις» είπες. Ορίστε λοιπόν το κουτί σου. Σχεδόν ό,τι έχω υπάρχει μέσα, και δεν είναι γεμάτο. Πόνος και έξαψη υπάρχουν μέσα του, και ευφορία και δυσφορία και κακές και καλές σκέψεις η απόλαυση που ένας στόχος χαρίζει, και λίγη απόγνωση και η απερίγραπτη χαρά της δημιουργίας. Και πάνω από τούτα υπάρχει όλη η ευγνωμοσύνη και η αγάπη μου για σένα. Και το κουτί ακόμα δεν είναι γεμάτο.
ΤΖΟΝ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 26 Απριλίου 2020

Εστιάζουν στο μάθημα και όχι στο πάθημα

Οι άνθρωποι που έχουν αυτογνωσία βλέπουν κάθε γεγονός σαν μια ευκαιρία να μάθουν κάτι. Φυσικά, θα πονέσουν, θα υποφέρουν, θα λυγίσουν αλλά μετά θα προχωρήσουν. Το ερώτημα δεν είναι «Γιατί το έπαθα αυτό;» αλλά «Τι θέλει να μου πει αυτό το γεγονός;». Έχουν την πεποίθηση ότι τα πράγματα δεν συμβαίνουν σε αυτούς αλλά συμβαίνουν για αυτούς ακόμα κι όταν πρόκειται για μια πανδημία που αφορά όλους.

Διεκδικούν πάντα μέρος της ευθύνης

Δεν ψάχνουν κάποιον να του ρίξουν το φταίξιμο. Ακόμα κι αν κάποιος άλλος έχει αντικειμενικά την ευθύνη, σπάνια δέχονται να μπουν στο ρόλο του θύματος. Αποδίδουν τις ευθύνες εκεί που πρέπει, βάζοντας τα πράγματα στη θέση τους και παίρνοντας μέτρα αλλά γνωρίζουν ότι κατά ένα μέρος είναι κι αυτοί υπεύθυνοι για την κρίση, τουλάχιστον όπως συμβαίνει προσωπικά. Για παράδειγμα δεν ησυχάζουν με τη σκέψη ότι κάτι συμβαίνει απλά σε όλους. Προσπαθούν να διερευνήσουν που δεν ήταν σωστά προετοιμασμένοι, τι έπρεπε να είχαν κάνει πιθανόν καλύτερα ώστε να μην βρεθούν σε αυτή την κατάσταση και άλλα.

Βλέπουν κάθε εμπόδιο σαν μια ευκαιρία για υπέρβαση

Οι κρίσεις αποτελούν τη μοναδική βεβαιότητα της ζωής. Για τους ανθρώπους αυτούς όμως, οι κρίσεις δεν έρχονται για να τους καταστρέψουν αλλά για να τους δυναμώσουν. Αντί να σκοτώσουν τον εχθρό, προσπαθούν να μάθουν από αυτόν, αν είναι εφικτό. Εντάξει, πήραν το μάθημα, ανέλαβαν την ευθύνη, τώρα, το ζήτημα είναι πως θα ψηλώσουν περισσότερο από το εμπόδιο που έχουν μπροστά τους.

Όλα έχουν έναν σκοπό

Φυσικά, αφού εστιάζουν μέσα τους και προσπαθούν να αναλάβουν το μέρος της ευθύνης που τους αναλογεί, εξυπακούεται ότι δεν βλέπουν τίποτα τυχαίο ή ως ατυχία. Κάθε κρίση έχει έναν σκοπό και όταν τον επιτελέσει θα αποχωρήσει, έστω κι αν αυτοί αποχωρήσουν μαζί της κάποιες φορές. Έτσι, αντιλαμβάνονται ότι στον κόσμο επικρατεί η τάξη και ακόμα κι όταν ξεσπάει το χάος, αυτό συμβαίνει διότι έτσι θα βοηθηθεί να επανέλθει η τάξη.

Ζουν περισσότερο στο παρόν

Οι άνθρωποι που έχουν αυτογνωσία ζουν περισσότερο στο παρόν. Δεν ταξιδεύουν μονάχα μεταξύ μέλλοντος και παρελθόντος όπως κάνουμε οι περισσότεροι αλλά βρίσκονται πολύ πιο συχνά σε εκείνη τη στιγμή της ησυχίας του νου. Έτσι, μαθαίνουν να ελέγχουν περισσότερο την ανεξέλεγκτη φύση του νου τους και να τον εστιάζουν εκεί που θέλουν και όχι εκεί που τον οδηγούν τα media.

Δεν ξέρουν όλες τις απαντήσεις και είναι εντάξει με αυτό

Συνήθως η αυτογνωσία οδηγεί σε μια αυξημένη ψυχική ανθεκτικότητα. Οι άνθρωποι που έχουν αυτογνωσία μπορούν να βρίσκονται σε καταστάσεις αβεβαιότητας χωρίς να αγχώνονται υπερβολικά. Πολλοί δεν ξέρουν τι τους επιφυλάσσει το μέλλον, αν θα τα καταφέρουν να βγουν αλώβητοι ή όχι από την κρίση αλλά αυτό είναι εντάξει. Συνήθως, απλά λένε «Βλέποντας και κάνοντας»…

Ασχολούνται μόνο με αυτά που είναι στον έλεγχό τους

Συνήθως, χρησιμοποιούν τη φράση «Θα κάνω το καλύτερο που μπορώ» και από εκεί και πέρα αφήνουν το πρόβλημα στην άκρη. Αν μπορούν να το αλλάξουν το αλλάζουν, αν δεν μπορούν να το αλλάξουν, δεν ασχολούνται μαζί του. Δεν σπαταλούν υπερβολική ενέργεια σε αυτά που είναι πέρα από τον έλεγχό τους. Εάν νιώσουν ότι οι ίδιοι έχουν κάνει ό,τι καλύτερο περνούσε από το χέρι τους, τότε, απαλλάσσονται από τις περιττές αγωνίες και φόβους.

Που είναι αυτοί οι άνθρωποι;

Η ουσία είναι ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν ζουν σε άλλο κόσμο. Μοιραζόμαστε τα ίδια προβλήματα, τις ίδιες κρίσεις, τους ίδιους κινδύνους και πιθανότατα την ίδια πιθανότητα θνησιμότητας. Αυτό που διαφέρει είναι ότι αυτοί οι άνθρωπο ερμηνεύουν τις προκλήσεις διαφορετικά. Και το πιο εντυπωσιακό είναι ότι μπορεί να τους βρει κανείς παντού, από τα πιο απομακρυσμένα χωριά της Ελλάδας, μέχρι και ενδεχομένως στη γειτονιά του, ενίοτε και μέσα στην οικογένειά του. Ας ανοίξουμε τα μάτια και τα αυτιά για να τους εντοπίσουμε και ποιος ξέρει, μπορεί να υιοθετήσουμε κι εμείς κάποιες πιο εποικοδομητικές συνήθειες να αντιμετωπίζουμε τις κρίσεις.

Πέτρος Ντερζιώτης από enallaktikidrasi

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 20 Απριλίου 2020

Εσύ την ψάχνεις στη βολή κι αυτή είναι στο ξεβόλεμα
Την ψάχνεις στο καλοκαίρι κι αυτή είναι στο χειμώνα
Την ψάχνεις στην κριτική κι αυτή είναι στη συγχώρεση
Την ψάχνεις στο γνωστό κι αυτή είναι στον άγνωστο
Την ψάχνεις στη μπουνάτσα κι αυτή είναι στο μπουρίνι
Την ψάχνεις στη βελτίωση κι αυτή είναι στην αποδοχή
Την ψάχνεις στο αύριο κι αυτή είναι στο σήμερα
Την ψάχνεις στην ηδονή κι αυτή είναι στον πόνο
Την ψάχνεις στην κριτική κι αυτή είναι στην κατανόηση
Την ψάχνεις στα εύκολα κι αυτή είναι στα δύσκολα
Την ψάχνεις στη συμφωνία κι αυτή είναι στη διαφωνία
Την ψάχνεις στον άλλο κι αυτή είναι σε σένα
Την ψάχνεις στην κανονικότητα κι αυτή είναι στον εγκλεισμό
Την ψάχνεις στη χαρά κι αυτή είναι στη λύπη
Την ψάχνεις στην Ανάσταση κι αυτή είναι στην Σταύρωση
Την ψάχνεις έξω κι αυτή είναι μέσα.

Καλή μας Ανάσταση!

Από ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΞΕΝΑΚΗΣ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 18 Απριλίου 2020

“Μπορεί να έχετε ελαττώματα, να ζείτε ανήσυχοι και μερικές φορές να θυμώνετε, αλλά ποτέ να μην ξεχνάτε ότι η ζωή σας είναι η μεγαλύτερη επιχείρηση στον κόσμο. Και μπορείτε να τη διαφυλάξετε από την χρεωκοπία.

Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που σας χρειάζονται, σας θαυμάζουν και σας επευφημούν.

Εύχομαι να θυμάστε πάντα ότι το να είστε ευτυχισμένοι δεν προϋποθέτει έναν ουρανό χωρίς καταιγίδες, μονοπάτια χωρίς ατυχήματα, εργασία χωρίς κόπωση, σχέσεις χωρίς απογοήτευση.

Η ευτυχία είναι η εξεύρεση δύναμης στη συγχώρεση, η ελπίδα στις μάχες, η ασφάλεια στον φόβο, η αγάπη στις διαφωνίες.

Η ευτυχία δεν εκτιμά μόνο τα χαμόγελα, αλλά αντανακλάται και στη θλίψη.
Δεν είναι μόνο ο εορτασμός της επιτυχίας, αλλά και τα μαθήματα από τις αποτυχίες.
Όχι μόνο η χαρά του χειροκροτήματος, αλλά και η χαρά της ανωνυμίας.

Η ευτυχία αναγνωρίζει ότι τη ζωή αξίζει να τη ζείτε, παρά τις προκλήσεις, τις παρεξηγήσεις και τις περιόδους κρίσης.

Η ευτυχία σημαίνει πως πλέον δεν είστε θύμα των προβλημάτων και σας ζητά να γίνετε συγγραφείς της ίδιας της ιστορίας. Είναι πέρασμα από ερήμους που βρίσκονται έξω από τον εαυτό σας, ενώ είστε σε θέση να βρείτε μια όαση στο μυστικό της ψυχής σας.

Να ευχαριστείτε τον Θεό κάθε πρωί για το θαύμα της ζωής.

Ευτυχία είναι να μην φοβάστε τα συναισθήματά σας. Είναι να ξέρετε πώς να μιλήσετε στον εαυτό σας.
Είναι το θάρρος να ακούσετε το “Όχι” και να είστε γεμάτοι αυτοπεποίθηση αν λάβετε κριτική, αν και μερικές φορές μπορεί να είναι αναληθής.

Ευτυχία είναι να αφήσουμε το παιδί που ζει μέσα μας να ζει ελεύθερο, ευτυχισμένο και απλό.

Η ευτυχία έχει την απαιτούμενη ωριμότητα να πει «έκανα λάθος».
Έχει το βασικό θάρρος να πει “συγχωρέστε με”.
Έχει την απαραίτητη ευαισθησία να πει “σε χρειάζομαι”.
Είναι σε θέση να πει “σ ‘αγαπώ”.

Έχει την ταπεινότητα της δεκτικότητας.

Θέλω η ζωή να είναι μία εστία ευκαιριών και να είστε ευτυχισμένοι. Και όταν απομακρύνεστε, ξεκινήστε ξανά. Με αυτόν τον τρόπο, θα διαπιστώσετε ότι το να είστε ευτυχισμένοι δεν σημαίνει ότι πρέπει να έχετε τέλεια ζωή, αλλά πως αξιοποιώντας τα δάκρυα ποτίζετε την ανοχή.
Αξιοποιώντας τις απώλειες βελτιώνετε την υπομονή.
Αξιοποιώντας τις αποτυχίες προσεύχεστε.
Αξιοποιώντας τα εμπόδια ανοίγετε νέα παράθυρα του νου.

Ποτέ μην εγκαταλείπετε την ελπίδα.
Ποτέ μην εγκαταλείπετε τους ανθρώπους που αγαπάτε.
Ποτέ μην σταματάτε να είστε ευτυχισμένοι, γιατί η ζωή είναι ένα εμπόδιο χωρίς σταματημό, ακόμα κι αν σας δίνει δεκάδες λόγους για να κάνετε το αντίθετο.

Πέτρες στο δρόμο; Τις κρατώ όλες … μία μέρα θα χτίσω ένα κάστρο!