Σχέσεις

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 17 Ιανουαρίου 2021

Για μένα η Παξινού δεν είναι η μεγάλη τραγωδός της συλλογικής μνήμης. Ήταν και παραμένει η γιαγιά μου. Γιατί η Παξινού μέσα στο σπίτι της δεν είχε τίποτα από το ύφος της «μεγάλης καλλιτέχνιδας». Ήταν μια μεσογειακή, μητρική γιαγιά, που μαγείρευε, καβγάδιζε με τις υπηρέτριες, μάλωνε με την κόρη της (δηλαδή τη μητέρα μου), με χαρτζιλίκωνε κρυφά από τον Μινωτή. Έτρωγε, επίσης κρυφά από τον Μινωτη, όταν της επέβαλλε να κάνει δίαιτα, μου τραγουδούσε, με παραχάιδευε και γενικά μου έκανε όλα τα χατίρια και δεν με μάλωνε ποτέ. Ό,τι κάνει δηλαδή κάθε κλασική Ελληνίδα γιαγιά. Με κακομάθαινε με όλη την επιπολαιότητα, την ξεροκεφαλιά και την απόλυτη στοργή μιας λαϊκής γιαγιάς που το επίκεντρο της ζωής της ήταν η κουζίνα, οι γλάστρες της, τα ψώνια στον μπακάλη, οι λιχουδιές και τα γλυκά. Μια λαϊκή γιαγιά που ξεκαρδιζόταν με τη Γεωργία Βασιλειάδου και ταυτόχρονα δάκρυζε στο άκουσμα ενός λίντερ του Μάλερ. Γι’ αυτό, όποτε μου ζητούν να μιλήσω για την Παξινού, βρίσκομαι σε αμηχανία. Γιατί για μένα ο θρήνος της Εκάβης και τα σάντουιτς που ετοίμαζε για τον θίασο πριν από την πρόβα, και τα χαρτιά στου Λεωνίδα (στο Λυγουριό) ήταν ίσης σημασίας. Είναι βιώματα πέρα από κάθε αξιολόγηση. Αυτή η μέτρια σε ύψος γυναίκα είχε μέσα της μια δαιμονική δύναμη που γέμιζε την ορχήστρα της Επιδαύρου. Μέναμε μαζί –γιατι με έπαιρνε μαζί της πάντα– σε ένα δωμάτιο πάνω από το Μουσείο… Το πρωί μπάνιο, το μεσημέρι στην ταβέρνα και κατά το απόγευμα ετοιμάζαμε σάντουιτς με τυρί και ζαμπόν για όλους και δυο τρία θερμός με καφέ. Η γιαγιά μου ήταν μια απλή Ελληνίδα. Ή μάλλον όλες οι Ελληνίδες μαζί. Μια αρχετυπική, μεσογειακή, γυναικεία παρουσία. Στοργική, τρομερή, τρυφερή, μαινάδα, γλυκιά, αυταρχική, αριστοκρατική, λαϊκή, γήινη, απόκοσμη, αφελής, αινιγματική και την ίδια στιγμή ουράνια. Και είναι χαρακτηριστικό της αυτό που είπε σε κάποια της συνέντευξη: «Κάτι πρέπει να κάνεις στη ζωή σου. Να πληρώσεις για την ύπαρξή σου. Με την ευχή του Θεού βλέπεις τον ήλιο να ανατέλλει. Όταν πεθαίνουμε, πεθαίνουμε μια και καλή και δεν θα ξαναδούμε τον ήλιο. Κοιτάξτε λοιπόν τον ήλιο όσο είναι εκεί και προσπαθήστε να φέρετε το φως και τη ζεστασιά του στην καρδιά σας. Μπορείτε να δώσετε λίγη από αυτή τη ζεστασιά σε κάποιον άλλον κι αυτός σε κάποιον άλλον; Ε, τότε δεν ήρθατε μάταια σε αυτόν τον κόσμο. Έχετε πετύχει κάτι· είναι τόσο απλό. ― Αλέξανδρος Αντωνόπουλος

Από την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 15 Ιανουαρίου 2021

Ρώτησα έναν φίλο που έχει ξεπεράσει το 70 και κατευθύνεται προς 80 τι είδους αλλαγές αισθάνεται στον εαυτό του; Μου έστειλε τα εξής:

1 Αφού αγαπούσα τους γονείς μου, τα αδέλφια μου, την σύζυγό μου, τα παιδιά μου και τους φίλους μου, τώρα άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου.

2 Συνειδητοποίησα ότι δεν είμαι «Άτλας». Ο κόσμος δεν στηρίζεται στους ώμους μου.

3 Έχω σταματήσει να διαπραγματεύομαι με πωλητές λαχανικών και φρούτων. Μερικά ευρώ δεν θα με φτωχήνουν , αλλά μπορεί να βοηθήσει τον φτωχό συνάνθρωπο να εξοικονομήσει για τα σχολικά έξοδα της κόρης του.

4 Αφήνω στην σερβιτόρα μου ένα μεγάλο φιλοδώρημα.Τα επιπλέον χρήματα μπορεί να φέρουν ένα χαμόγελο στο πρόσωπό της. Δουλεύει πολύ πιο δύσκολα για τα προς το ζην από ό, τι εγώ.

5 Σταμάτησα να λέω στους ηλικιωμένους ότι έχουν ήδη διηγηθεί αυτήν την ιστορία πολλές φορές. Η ιστορία τους κάνει να περπατούν στη λωρίδα μνήμης και να ξαναζήσουν το παρελθόν τους.

6 Έχω μάθει να μην διορθώνω τους ανθρώπους ακόμη και όταν ξέρω ότι είναι λάθος. Η ευθύνη να κάνω όλους τέλειους δεν είναι για μένα. Η ειρήνη είναι πιο πολύτιμη από την τελειότητα.

7 Δίνω συγχαρητήρια ελεύθερα και γενναιόδωρα. Τα κομπλιμέντα είναι βελτιωτικά της διάθεσης όχι μόνο για τον παραλήπτη, αλλά και για μένα. Και μια μικρή συμβουλή για τον παραλήπτη ενός κομπλιμέντου, ποτέ, ΠΟΤΕ μην το απορρίψετε, απλώς πείτε “Ευχαριστώ”.

8 Έχω μάθει να μην ασχολούμαι με μια πτυχή ή ένα σημείο στο πουκάμισό μου. Η προσωπικότητα μιλά πιο δυνατά από τις εμφανίσεις.

9 Απομακρύνομαι από ανθρώπους που δεν με εκτιμούν. Μπορεί να μην γνωρίζουν την αξία μου, αλλά το ξέρω.

10 Παραμένω ψύχραιμος όταν κάποιος παίζει βρώμικα για να με ξεπεράσει στον αγώνα αρουραίων. Δεν είμαι αρουραίος και ούτε είμαι σε κανένα αγώνα.

11 Μαθαίνω να μην ντρέπομαι από τα συναισθήματά μου. Είναι τα συναισθήματά μου που με κάνουν άνθρωπο.

12 Έμαθα ότι είναι καλύτερο να απορρίψεις το εγώ παρά να σπάσεις μια σχέση. Το εγώ μου θα με κρατήσει μακριά, ενώ με τις σχέσεις, δεν θα είμαι ποτέ μόνος.

13 Έχω μάθει να ζω κάθε μέρα σαν να είναι η τελευταία. Σε τελική ανάλυση, μπορεί να είναι η τελευταία.

14 Κάνω αυτό που με κάνει ευτυχισμένο. Είμαι υπεύθυνος για την ευτυχία μου και το χρωστάω στον εαυτό μου. Η ευτυχία είναι επιλογή. Μπορείτε να είστε ευτυχισμένοι ανά πάσα στιγμή, απλά επιλέξτε να είστε!

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 6 Ιανουαρίου 2021

“Ξέρετε, μέσα μας συχνά φωλιάζουν συναισθήματα ακαθόριστα.
Αυτά που δεν ξέρεις πώς να τα χαρακτηρίσεις, δεν ξέρεις πού να τα εντάξεις, δεν μπορείς να τους βάλεις ταμπέλες και ετικέτες.
Ούτε να τα παρομοιάσεις.
Ούτε να τα συγκρίνεις με άλλα.
Γι’ αυτά δε βρίσκεις εύκολα την κατάλληλη λέξη για να αποδώσει το βάθος και την ποιότητά τους.
Για κάτι τέτοιο μιλάω.
Δεν ξέρω πώς ακριβώς να το πω με μία λέξη, μα μπορώ να το περιγράψω.
Δεν είναι έρωτας, γιατί δεν έχει ούτε τον εγωισμό, ούτε το πάθος, ούτε τις εντάσεις , ούτε το χτυποκάρδι που προκαλεί ο φτερωτός θεός.
Δεν είναι φιλία, γιατί μπορεί να λείπουν εκείνες οι ατελείωτες στιγμές παρέας, βόλτας, διασκέδασης, χαβαλέ.
Δεν είναι φιλία, γιατί δε χρειάζεται κολλητηλίκι για να το νιώσεις.
Δεν ξέρεις γιατί το νιώθεις, δεν εκλογικεύεται. Δεν μπορείς να βρεις την αιτία μέσα από τα πραγματικά δεδομένα.
Είναι μαλωμένο με οποιαδήποτε υποψία συμφέροντος ή συναλλαγής.
Μεγαλώνει αθόρυβα στην απουσία των προσδοκιών.
Εκφράζεται αυθόρμητα και αυθεντικά, χωρίς να περιμένει απάντηση ή ανταπόκριση ή ανταπόδοση.
Πηγάζει κατευθείαν από την άυλη ψυχή μας, αυτή που δεν ορίζουμε.
Διατρέχει εκείνη τη νοητή διαδρομή που ενώνει μία ψυχή με μια άλλη, ενίοτε την αδερφή ψυχή. Αλλά όχι απαραίτητα.
Σκαρφαλώνει κι ύστερα πάλι γλιστράει σ’ εκείνη τη φανταστική τηλεπαθητική τοξωτή γέφυρα που τα «μεγάλα» – κατά το συνήθη αστεϊσμό- πνεύματα συναντώνται.
Το λένε «νοιάξιμο» και είναι ψυχοπαίδι της αγάπης.”

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 2 Ιανουαρίου 2021

Ένας πανάρχαιος μύθος των ινδιάνων Σιου, λέει πως ήρθαν κάποτε στη σκηνή του γέρου μάγου της φυλής, πιασμένοι χέρι χέρι, ο Άγριος Ταύρος, ο πιο γενναίος και τιμημένος νέος πολεμιστής, και το Ψηλό Σύννεφο, η κόρη του αρχηγού, μια από τις ωραιότερες γυναίκες της φυλής.

“Αγαπιόμαστε” αρχίζει ο νέος.

“Και θα παντρευτούμε” λέει εκείνη.

“Και αγαπιόμαστε τόσο που φοβόμαστε…”

“Θα θέλαμε κάποιο μαγικό, ένα χαϊμαλί, ένα φυλαχτό…”

“Κάτι που θα μας εγγυάται ότι θα είμαστε για πάντα μαζί.”

“Που θα μας εξασφαλίσει ότι θα είμαστε ο ένας στο πλευρό του άλλου, ώσπου να συναντήσουμε τον Μανιτού, την ημέρα του θανάτου”.

“Σε παρακαλούμε” ικετεύουν, “πες μας τί μπορούμε να κάνουμε…”

Ο μάγος τους κοιτάζει και συγκινείται που τους βλέπει τόσο νέους, τόσο ερωτευμένους, να λαχταρούν τόσο μια του λέξη.

“Υπάρχει κάτι …” λέει τελικά ο σοφός μάγος μετά από αρκετή ώρα. “Αλλά δεν ξέρω…είναι ένα έργο πολύ δύσκολο και απαιτεί θυσίες.”

“Δεν μας πειράζει” λένε και οι δύο.

“Ό,τι και να’ ναι” επιβεβαιώνει ο Άγριος Ταύρος.

“Ωραία” λέει ο μάγος. “Ψηλό Σύννεφο, βλέπεις το βουνό που είναι βόρεια από το χωριό μας; Πρέπει να το ανέβεις μόνη σου, χωρίς τίποτα άλλο εκτός από ένα δίχτυ και τα χέρια σου, και να κυνηγήσεις το πιο όμορφο και δυνατό γεράκι του βουνού. Αν το πιάσεις, πρέπει να το φέρεις εδώ ζωντανό την τρίτη μέρα μετά την πανσέληνο. Κατάλαβες;”

Η νεαρή κοπέλα συγκατανεύει σιωπηλά.

“Κι εσύ Άγριε Ταύρε” συνεχίζει ο μάγος, “πρέπει να ανέβεις το βουνό του κεραυνού, κι όταν φτάσεις στην κορυφή, τον πιο άγριο απ’ όλους τους αετούς, και με τα χέρια σου μόνο κι ένα δίχτυ να τον πιάσεις χωρίς να τον τραυματίσεις και να τον φέρεις μπροστά μου, ζωντανό, την ίδια μέρα που θα έρθει και το Ψηλό Σύννεφο….Πηγαίνετε τώρα.”

Οι δυο νέοι κοιτάζονται με τρυφερότητα, κι ύστερα από ένα φευγαλέο χαμόγελο φεύγουν για να εκπληρώσουν την αποστολή που τους ανατέθηκε. Εκείνη πάει προς το βορρά, εκείνος προς το νότο…

Την καθορισμένη ημέρα, μπροστά στη σκηνή του μάγου, περιμένουν οι δυο νέοι, ο καθένας με μια πάνινη τσάντα, που περιέχει το πουλί που του ζητήθηκε.

Ο μάγος τους λέει να βγάλουν τα πουλιά από τις τσάντες με μεγάλη προσοχή. Οι νέοι κάνουν αυτό που τους λέει, και παρουσιάζουν στο γέρο για να τα εγκρίνει τα πουλιά που έπιασαν Είναι πανέμορφα, χωρίς αμφιβολία, τα καλύτερα του είδους τους.

“Πετούσαν ψηλά;” ρωτάει ο μάγος.

“Ναι, βέβαια. Κι εμείς, όπως μας ζητήσατε….Και τώρα;” ρωτάει ο νέος. “Θα τα σκοτώσουμε και θα πιούμε την τιμή από το αίμα τους;”

“Όχι” λέει ο γέρος.

“Να τα μαγειρέψουμε και να φάμε τη γενναιότητα από το κρέας τους;” προτείνει η νεαρή.

“Όχι” ξαναλέει ο γέρος. “Κάντε ότι σας λέω. Πάρτε τα πουλιά και δέστε τα μεταξύ τους από τα πόδια μ’ αυτές τις δερμάτινες λωρίδες…Αφού τα δέσετε, αφήστε τα να φύγουν, να πετάξουν ελεύθερα.”

Ο πολεμιστής και η νεαρή κοπέλα κάνουν ό,τι ακριβώς τους έχει πει ο μάγος, και στο τέλος ελευθερώνουν τα πουλιά.

Ο αετός και το γεράκι προσπαθούν να πετάξουν, αλλά το μόνο που καταφέρνουν είναι να στριφογυρίζουν και να ξαναπέφτουν κάτω. Σε λίγα λεπτά, εκνευρισμένα που δεν καταφέρνουν να πετάξουν, τα πουλιά επιτίθενται με τσιμπήματα το ένα εναντίον του άλλου, μέχρι που πληγώνονται.

“Αυτό είναι το μαγικό. Μην ξεχάσετε ποτέ αυτό που είδατε σήμερα. Τώρα, είστε κι εσείς ένας αετός κι ένα γεράκι. Αν δεθείτε ο ένας με τον άλλον, ακόμα κι αν το κάνετε από αγάπη, όχι μόνο θα σέρνεστε στη ζωή σας, αλλά επιπλέον, αργά ή γρήγορα, θα αρχίσετε να πληγώνετε ο ένας τον άλλον. Αν θέλετε η αγάπη σας να κρατήσει για πάντα, να πετάτε μαζί, αλλά ποτέ δεμένοι.”

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 26 Δεκεμβρίου 2020

Aπό τον Μανόλη Μπαρδάνη

Στο χωριό δεν γιορτάζαμε τα γενέθλια. Ποτέ δεν ξέραμε την ακριβή ημερομηνία που γεννήθηκαν οι φίλοι μας και οι συγγενείς μας για να τους ευχηθούμε. Εδώ καλά – καλά δεν γνωρίζαμε τη δική μας. Η ίδια η μάνα μας δεν ήταν σίγουρη: «Μανώλη μου από νωρίς το βράδυ με πιάσανε οι πόνοι, αλλά δε θυμούμαι αν είχε ξημερώσει όντε σ έκαμα». Την ονομαστική μας γιορτή όμως δεν την ξεχνούσαμε ποτέ. Ήταν η δική μας μέρα. Θα εισπράτταμε τις ευχές απ όλους τους συγχωριανούς και τα δώρα απ τους συγγενείς. Τα δώρα βέβαια θα ήταν ένα τυρί, ή ένα υφαντό, ή ένα μπουκάλι ρακή. Τυχεροί όσοι είχαν συγγενείς που έμεναν στην Αθήνα και ακόμα πιο τυχεροί όσων τα ονόματα συμπίπτανε με τις γιορτές. Το γιορτινό αποδοσίδι που θα ερχόταν θα περιείχε και το προσωπικό δώρο του εορτάζοντος.
Το πολυπόθητο δώρο για μένα ήταν το ποδήλατο. Θυμάμαι κάποιους φίλους να το έχουν αποκτήσει. Τους ζήλευα. Ξεροστάλιαζα όσο τους έβλεπα να κάνουν ευτυχισμένοι τις βόλτες τους και περίμενα μήπως φιλοτιμηθούν και μου δώσουν να κάνω και γω έναν μικρό γύρο.
Τελευταία τάξη δημοτικού ήμουν. Άριστος σαν μαθητής. Εκεί παραμονές Χριστουγέννων ο πατέρας μιλάει στο τηλέφωνο με τα αδέλφια του στην Αθήνα. Ανταλλάσσουν τις καθιερωμένες ευχές και περιγράφουν το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αποδοσιδιών. Αποδοσίδια λέγαμε αυτά που στέλναμε απ το χωριό και αυτά που παίρναμε απ τους Αθηναίους συγγενείς σαν ανταπόδοση. Τα δικά μας με κρέας, τυριά, υφαντά, καρύδια, χόρτα, κρασί, ρακή. Τα δικά τους ρούχα, παπούτσια, γλυκά. Τη μεταφορά την είχαν αναλάβει οι ταχυδρόμοι του χωριού. Θυμάμαι τρείς. Τον Αντάμη, το Μιχελέκο και το Νικόλα του Νανούρη. Συμπαθέστατοι σε μας τα παιδιά, λόγω και του επαγγέλματός τους.
Τελειώνει το τηλέφωνο ο πατέρας μου και με χαρά μου ανακοινώνει πως ο ένας μου θείος θα μου κάνει δώρο ένα ποδήλατο. Φυσικά δεν πίστευα στ αυτιά μου. Τα ουρλιαχτά της χαράς μου ακούστηκαν μέχρι την Πλάτσα. Δεν έδωσα σημασία εκείνη τη στιγμή στο ανήσυχο βλέμμα της μάνας και τα νοήματα προς τον πατέρα μου. Ευτυχισμένος κατεβαίνω στην Παναγία, στον αμαξωτό, να αγναντέψω τους δρόμους που σε λίγο θα διαβώ εποχούμενος στο δώρο μου.
Η Μάνα όμως κατάφερε να με πείσει πως αυτή την περίοδο το ποδήλατο είναι άχρηστο. Πως λόγω χειμώνα δεν θα το χαρώ. Πως είναι καλύτερα τώρα να ζητήσω σαν δώρο μια εγκυκλοπαίδεια για να πάω πιο μορφωμένος στο Γυμνάσιο. Πως το ποδήλατο θα μου το κάνουν δώρο το Πάσχα. Πως … πως …. Πως.
Πάντα όταν περιμέναμε αποδοσίδι, συγκεντρωνόμαστε εκεί που θα ερχόταν ο ταχυδρόμος, από νωρίς. Κάτω στου Ντεμπέλη το καφενείο. Πηγαίναμε μέχρι την άκρη του δρόμου, στο πέταλο να δούμε τα φώτα του φορτηγού που θα ξεπρόβαινε στον Άι Γιάννη. Αυτή την φορά θα ερχόταν και το προσωπικό μου δώρο. Βαρύ το κουτί. Μου το άνοιξε με χαρά η μάνα στο σπίτι. «ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΧΑΡΗ ΠΑΤΣΗ». 24 τόμοι. Άνοιξα τον πρώτο τόμο. Τον φυλλομέτρησα λίγο. Ένα δάκρυ μου κύλισε πάνω. Ακόμα το λήμμα «ΒΛΑΚΑΣ» φαίνεται μισοσβησμένο, για να μου θυμίζει το χαμένο μου δώρο. Ακόμα το όνομα Χάρης το απεχθάνομαι, όπως και την μυρωδιά του καινούργιου βιβλίου.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Δεκεμβρίου 2020

Από την Μαρία

“Απελευθερώνω τους γονείς μου από το αίσθημα ότι με έχουν απογοητεύσει.
Απελευθερώνω τα παιδιά μου από την ανάγκη να με κάνουν περήφανη/ο -είθε να μπορούν να ακολουθήσουν το δικό τους τρόπο σύμφωνα με κείνα που συνεχώς ψιθυρίζει η δική τους καρδιά στα αυτιά τους.
Απελευθερώνω τον/την σύντροφό μου από την υποχρέωση να με συμπληρώσει. Δεν υπολείπομαι σε κάτι. Μαθαίνω μαζί με όλα τα πλάσματα συνεχώς.
Ευχαριστώ τους παππούδες μου και τους προγόνους μου που είχαν ενωθεί έτσι ώστε εγώ να αναπνέω ζωή, σήμερα. Τους απελευθερώνω από περασμένες αποτυχίες και απραγματοποίητες επιθυμίες, γνωρίζοντας ότι έχουν κάνει το καλύτερο για να επιλύσουν την κατάσταση στην οποία βρίσκονταν μέσα από τη συνειδητότητα που διέθεταν την δεδομένη στιγμή.
Σας τιμώ, σας αγαπώ και σας αναγνωρίζω ως αθώους.
Είμαι διάφανη/ος μπροστά στα μάτια σας ώστε να γνωρίζετε ότι δεν κρύβω ή οφείλω κάτι άλλο από το να είμαι αληθινή/ος με τον εαυτό μου με την ίδια την ύπαρξη μου και ότι πορεύομαι με την σοφία της καρδιάς μου.
Γνωρίζω ότι εκπληρώνω το σχέδιο της δικής μου ζωής, ελεύθερης από αόρατους και ορατούς οικογενειακούς δεσμούς πίστης που μπορεί να ταράξουν την Ειρήνη και την Ευτυχία μου, που είναι και η μόνη μου ευθύνη.
Αποποιούμαι το ρόλο του σωτήρα, εκείνου που ενώνει και εκπληρώνει τις προσδοκίες των άλλων.
Μαθαίνοντας διαμέσου -και μόνο διαμέσου- της ΑΓΑΠΗΣ, ευλογώ την ουσία μου, τον δικό μου τρόπο έκφρασης παρόλο που κάποιοι μπορεί να μην με καταλάβουν.
Εγώ καταλαβαίνω τον εαυτό μου, γιατί εγώ μόνο έχω ζήσει και έχω βιώσει την ιστορία μου’ επειδή γνωρίζω τον εαυτό μου, γνωρίζω ποια/ος είμαι, τι αισθάνομαι, τι κάνω και γιατί το κάνω.
Σέβομαι κι εγκρίνω τον εαυτό μου.
Τιμώ το Θείο μέσα μου και μέσα σου.
Είμαστε ελεύθεροι.”
(Αρχαία ευλογία, που δόθηκε στη γλώσσα Νάουατλ των Αζτέκων-Μεξικό. Ανοίγει δρόμο για συγχώρεση, στοργή, μη-προσκόλληση και απελευθέρωση).
( Eirini Tsatova)

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 6 Δεκεμβρίου 2020
  1. Ευαισθησία

Οι άνθρωποι με ενσυναίσθηση είναι πολύ ευαίσθητοι στην ενέργεια και στα συναισθήματα των ανθρώπων, των ζώων, ακόμα και στα πνευματικά ίχνη που υπάρχουν γύρω τους. Μερικοί μπορεί να είναι ευαίσθητοι στην ενέργεια των φυτών. Αντιλαμβάνονται τα συναισθήματα των άλλων μέσω των εξαιρετικά ανεπτυγμένων αισθήσεων τους και της δυνατής διαίσθησης τους. Γενικά, τα άτομα με ενσυναίσθηση, εσωτερικοποιούν τα συναισθήματα των άλλων χωρίς να το γνωρίζουν πολλές φορές και τα ερμηνεύουν σαν να είναι δικά τους.

  1. Πάντα αναζητούν λύσεις και γνώση

Οι άνθρωποι με ενσυναίσθηση συνεχώς ψάχνουν για λύσεις, απαντήσεις και γνώση. Είναι πολύ στοχαστικοί και μελετηροί. Πιστεύουν πως υπάρχει μια λύση σε κάθε πρόβλημα και απογοητεύονται αν δεν μπορούν να την βρουν. Την αναζητούν επίμονα μέχρι να την ανακαλύψουν. Όσοι είναι πνευματικά συνδεδεμένοι θα ζητήσουν καθοδήγηση και βοήθεια από μια ανώτερη δύναμη ή από το σύμπαν.

Το ταλέντο τους, τους επιτρέπει να έρθουν σε επαφή με το πνευματικό τους περιβάλλον και να συνδεθούν με τις ενέργειες τους. Γενικά βιώνουν συγχρονικότητες, ένα φαινόμενο που συμβαίνει στην ζωή όλων μας. Αλλά αφού νιώθουν περισσότερο συνδεδεμένοι με τον υπερφυσικό κόσμο, σε αντίθεση με τους περισσότερους ανθρώπους, είναι πιο πιθανό να αναγνωρίσουν το αληθινό νόημα αυτών των συμπτώσεων.

  1. Ψυχικές ικανότητες

Οι άνθρωποι με ενσυναίσθηση ενδιαφέρονται πολύ για την μεταφυσική. Έχουν περισσότερες πιθανότητες να βιώσουν παραφυσικές εμπειρίες ή έχουν καθιερώσει κάποιου είδους δεσμού με αυτούς που έχουν πεθάνει. Μπορούν έτσι, να ενσωματώσουν εύκολα την αόρατη πραγματικότητα στις εμπειρίες τους. Ξέρουν εκ φύσεως την αξία αυτών των καταστάσεων χωρίς να χρειάζεται να τις εξηγήσουν λογικά.

Έχουν την φυσική ικανότητα να προσεγγίζουν την παγκόσμια ενέργεια και μπορούν να θεραπεύσουν τους άλλους. Συνηθίζουν να έχουν δουλειές που σχετίζονται με ολιστικές θεραπείες ή με την πνευματικότητα. Η ευαισθησία τους επιτρέπει να νιώθουν τα συναισθήματα των άλλων, να επηρεάζουν το σώμα και το μυαλό τους και να δημιουργούν την αρμονία μέσα τους.

Για να το κάνουν αυτό, πρέπει να μάθουν πώς να εμποδίζουν τις ενέργειες των άλλων να γίνονται δικές τους. Αν δεν μπορέσουν να το κάνουν, η ισορροπία και η αρμονία που δημιούργησαν θα μετατραπεί σε ανισορροπία και δυσαρμονία.

  1. Είναι γαλήνιοι

Οι άνθρωποι με ενσυναίσθηση γενικά δεν είναι βίαιοι και επιθετικοί, αντίθετα λατρεύουν τα γαλήνια και αρμονικά περιβάλλοντα. Η έλλειψη αρμονίας τους κάνει να νιώθουν άβολα. Θα κάνουν ότι είναι απαραίτητο για να το αποφύγουν. Αν πρέπει να αντιμετωπίσουν προβλήματα, θα έχουν το ρόλο του ειρηνοποιού για να βρουν μια λύση όσο πιο γρήγορα γίνεται.

Είναι πολύ ευαίσθητοι στην βία, στην κακομεταχείριση και στην τραγωδία. Όταν βλέπουν κάτι από αυτά στην τηλεόραση ή αν τα διαβάζουν σε ένα βιβλίο, ότι περιέχει την συναισθηματική ή σωματική ταλαιπωρία ενός ατόμου γίνεται αβάσταχτο.

Οι ταλαιπωρίες των άλλων γίνονται δικές τους. Ταυτίζονται εντελώς μαζί τους. Υπάρχουν πολλά πράγματα που δεν μπορούν να δουν στην τηλεόραση επειδή τους προκαλούν κατάθλιψη.

  1. Αγαπούν τα ζώα περισσότερο από τους ανθρώπους

Οι άνθρωποι με ενσυναίσθηση γενικά προτιμούν την συντροφιά των ζώων παρά των ανθρώπων. Συχνά έχουν ένα ή περισσότερα κατοικίδια. Πολλοί γίνονται χορτοφάγοι επειδή μπορούν να αισθανθούν τις δονήσεις του ζώου που τρώνε.

Μπορούν να νιώσουν την ταλαιπωρία και τον φόβο του. Ποτέ δεν καταλαβαίνουν γιατί ένα τόσο όμορφο ζώο δεν έχει τα ίδια δικαιώματα με τους ανθρώπους και γιατί το πεπρωμένο του είναι ο θάνατος.

Μπορεί να είναι χορτοφάγοι που περιστασιακά τρώνε ψάρια ή θαλασσινά. Ποτέ δεν είναι άνετη εμπειρία επειδή δεν μπορούν να σταματήσουν να σκέφτονται πως αυτό το όμορφο ζώο που κάποτε ανέπνεε και ζούσε, σκοτώθηκε και υπέφερε και τώρα είναι εδώ στο πιάτο. Νιώθουν πως το δικαίωμα τους στην τροφή δεν ξεπερνά το δικαίωμα ενός ζώου στην ζωή.

  1. Διαβάζουν τους ανθρώπους

Αφού οι άνθρωποι με ενσυναίσθηση αισθάνονται τα πάντα τόσο βαθιά και είναι τόσο στοργικοί, συνήθως γίνονται εθελοντές και αφιερώνουν τον ελεύθερο τους χρόνο στο να βοηθούν τα ζώα, τα παιδιά, αυτούς που χρειάζονται βοήθεια ή το περιβάλλον. Είναι πολύ καλοί ακροατές και τους ενδιαφέρει πραγματικά η ευτυχία και η ευημερία των άλλων.

Δεδομένου ότι έχουν την φυσική ικανότητα να ξέρουν τι συμβαίνει χωρίς να τους το έχει πει κάποιος, έχουν σπουδαίο πλεονέκτημα σε σχέση με τους άλλους. Αλλά αυτή η ικανότητα κάνει επίσης το έργο αυτών που θέλουν να πουν ψέματα ή να κρύψουν τα συναισθήματα τους πολύ δύσκολο.

Τα άτομα με ενσυναίσθηση απλώς ξέρουν τις προθέσεις και τα συναισθήματα των άλλων ανθρώπων, ακόμα και αν μόλις τους γνώρισαν. Είναι επίσης πολύ καλοί στο να διαβάζουν την γλώσσα του σώματος και να αντιλαμβάνονται τις μικρές αλλαγές στην ομιλία που συχνά οι άλλοι παραβλέπουν.

Τέλος, νιώθουν εξαιρετικά άβολα γύρω από ανθρώπους που ψεύδονται, χειραγωγούν ή συμπεριφέρονται με λάθος τρόπο. Απλώς δεν μπορούν να ανεχτούν το περιττό δράμα και την εγωιστική συμπεριφορά, ειδικά αυτή των ναρκισσιστών.

Επίσης δεν μπορούν να ανεχτούν την αρνητικότητα των άλλων, ειδικά αυτών που προέρχονται από την σκοτεινή τριάδα. Αυτές οι συμπεριφορές απορροφούν την ενέργεια τους αμέσως.

Από το awaken.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 3 Δεκεμβρίου 2020

Με τον καιρό μαθαίνει κανείς τη λεπτή διαφορά ανάμεσα στο να κρατά ένα χέρι και να αλυσοδένει μια ψυχή.

Μαθαίνει πως «αγαπώ δε σημαίνει στηρίζομαι» και ότι «συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια»..

Kι έτσι κανείς αρχίζει να μαθαίνει….

Πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια και ότι τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις. Και αρχίζει να δέχεται τις ήττες του με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα.

Και μαθαίνει να χτίζει όλες τις διαδρομές του στο σήμερα γιατί το έδαφος του αύριο είναι υπερβολικά αβέβαιο για να κάνεις σχέδια… και κάθε μέλλον μπορεί να μείνει στη μέση.

Μετά από κάποιο καιρό μαθαίνει κανείς πως αν είναι υπερβολική, ακόμα και η ζέστη του ήλιου μπορεί να τον κάψει.

Έτσι φυτεύει τον δικό του κήπο και διακοσμεί την δική του ψυχή αντί να περιμένει κάποιον άλλο να του φέρει λουλούδια.

Μαθαίνει κανείς ότι μπορεί πραγματικά ν’ αντέξει, πως είναι πραγματικά δυνατός, πως πραγματικά αξίζει και μαθαίνει και μαθαίνει… με κάθε του μέρα μαθαίνει.

Με τον καιρό μαθαίνεις ότι το να είσαι με κάποιον επειδή σου προσφέρει ένα καλό μέλλον σημαίνει πως αργά ή γρήγορα θα θελήσεις να γυρίσεις στο παρελθόν σου.

Με τον καιρό καταλαβαίνεις πως μόνο αυτός που είναι ικανός να σε αγαπάει με όλα σου τα ελαττώματα, δίχως να προσπαθεί να σε αλλάξει, μπορεί να σου προσφέρει όλη την ευτυχία που επιθυμείς.

Με τον καιρό αντιλαμβάνεσαι πως αν βρίσκεσαι στο πλευρό κάποιου μόνο και μόνο για να συντροφεύεις την μοναξιά σου, στο τέλος θα φτάσεις να μη θέλεις ούτε να τον βλέπεις.

Με τον καιρό συνειδητοποιείς ότι οι πραγματικοί φίλοι είναι μετρημένοι και ότι, εκείνος που δεν αγωνίζεται γι’αυτούς, αργά ή γρήγορα θα βρεθεί πλαισιωμένος μόνο από ψεύτικες φιλίες.

Με τον καιρό μαθαίνεις πως τα λόγια που λέχθηκαν σε μια στιγμή θυμού μπορούν να συνεχίσουν να πληγώνουν αυτόν στον οποίο τα απεύθυνες για μια ολόκληρη ζωή.

Με τον καιρό μαθαίνεις να συγχωρείς αυτόν που το έπραξε, αλλά η συγχώρεση αφορά μόνο μεγάλες ψυχές.

Με τον καιρό αντιλαμβάνεσαι πως αν πλήγωσες σκληρά ένα φίλο, το πιθανότερο είναι ότι η φιλία ποτέ πια δε θα ξαναγίνει όπως πριν.

Με τον καιρό συνειδητοποιείς ότι, ακόμα κι αν είσαι ευτυχισμένος με τους φίλους σου, κάποια μέρα θα κλάψεις για εκείνους που άφησες να φύγουν.

Με τον καιρό θα καταλάβεις ότι κάθε εμπειρία που βίωσες με κάθε άνθρωπο είναι ανεπανάληπτη.

«Κανείς μαθαίνει, μαθαίνει και μαθαίνει, κάθε μέρα που περνάει, μαθαίνει».

Ελπίζω πως όπως και σε μένα, αυτά τα λόγια να μπορέσουν να μαλακώσουν λίγο το δρόμο σου.

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 22 Νοεμβρίου 2020

Μία  κρίσιμη χρονική καμπή είναι και για τη ζωή μιας γυναίκας η μέση ηλικία. Η καμπή του «δεν πάει άλλο», του «τώρα ή ποτέ». Για να ακολουθήσει η επι­κίνδυνη όσο και εσφαλμένη εγκατάλειψη στο «ποτέ…»

Ολα συνηγορούν σ’ αυτά τα επώδυνα αισθήματα.

Τα παιδιά ενηλικιώνονται και αυτονομούνται.

Φεύγουν από το σπίτι για σπουδές, για τους δικούς τους έρωτες, για τις δικές τους παρέες, χωρίς να ενδιαφέρονται για τις συμβουλές της, τη φροντίδα της, τα παράπονα της, τις απειλές της. Φεύγουν με τρόπο ήπιο ή με τρόπο εμπόλε­μο και εκρηκτικό, ανάλογα- όμως φεύγουν.

Οι γονείς της, νεκροί ή γερασμένοι, δεν έχουν πια την ισχύ να επη­ρεάζουν μυαλό και αισθήματα όπως παλιά. Ο σύζυγος, συχνά, δεν είναι ο άντρας που ερωτεύτηκε.

Δοσμένος τώρα στα δικά του μονοπάτια, μπερδεμένος στον δικό του ψυχολογικό χάρτη, έχει γίνει με τον καιρό ένας αδελ­φός, ένας συγκάτοικος, ένα παθητικό κουτί παραπό­νων, ένας αποφασισμένος αντίπαλος, ένας ξένος. Την εγκατέλειψε ίσως από χρόνια, είτε συναισθηματικά εί­τε και συνολικά, και τον εγκατέλειψε κι αυτή.

Οι φίλοι, είτε χαμένοι σε άλλες επιλογές είτε πληκτικά δεδομένοι, δεν μπορούν να βοηθήσουν. Ζουν τα δικά τους βάσανα. Και τότε μια γυναίκα νιώθει μόνη. Έχει μάλλον το χρόνο να το παραδεχτεί πως είναι μόνη, πως ήταν μόνη από πολύ παλιά

Εγώ θα έλεγα πως είναι ελεύθερη, όμως εκείνη νιώθει πως είναι μόνη. Και αποτυχημένη. Και άδεια. Και κουρα­σμένη. Διότι η ελευθερία που τώρα επιτέλους — θέλει δε θέλει— της προσφέρεται, την απαλλάσσει μεν από δεκαετιών ασφυκτικά και παραμορφωτικά για την ψυ­χή καθήκοντα, αλλά τη βρίσκει απροετοίμαστη, απαίδευ­τη στο να μπορεί να αναγνωρίζει τα πραγματικά της συ­ναισθήματα. Πολύ ανίκανη να τα διαχειρίζεται. Δεν έχει μάθει άλλωστε να ασχολείται με τον εαυτό της, δεν είχε χρόνο ποτέ.

Της τον λεηλάτησαν οι άλλοι κι εκείνη αυτονόητα τον παρέδωσε. Κοιτάει τώρα πίσω και βλέ­πει εκκρεμότητες. Ακρωτηριασμένες επιθυμίες. Ατρο­φικές απόπειρες. Προδοσίες. Σπανίως είναι ένας άλλος ο προδότης μας. Ο ίδιος ο εαυτός μας είναι που πρόδω­σε τον αληθινό εαυτό μας.

Και τώρα, στη μέση ηλικία, αναγκάζεται να το υποπτευτεί αυτό. Να πονέσει.

Να συντριβεί και να αποφασίσει τελειωτικά: Θα επανορ­θώσω ή θα αφεθώ στη φθορά; Θα αντλήσω από εμπειρίες, γνώση, αναγεννημένες λαχτάρες, νέα ελευθερία ή θα ακολουθήσει η καρδιά και το πνεύμα μου — τούτα τα εν δυ­νάμει αιώνια κομμάτια του είναι μου — το μαρασμό που βλέπω πάνω στο σώμα μου και μέσα στον καθρέφτη;

Θα παραδοθώ στην ηδονή της τεμπελιάς, της αδράνειας και της γκρίνιας ή θα πετάξω σε ταξίδια ζωής, συναρπαστι­κά; Θα κλείσω το ημερολόγιο μου ή θα ξεφυλλίσω το τε­ράστιο βιβλίο της ζωής σε παρακάτω κεφάλαια; Θα νι­κήσει η τωρινή ευκολία της παραίτησης ή η δύσκολη προοπτική της δράσης;

Το εύκολο που με τον καιρό θα γίνεται όλο και πιο επαχθές ή το δύσκολο που με τον καιρό γοητεύει και λυτρώνει; […..]

[……] Αν σε ηλικία ώριμη και δύσκολη, μια γυναίκα —αλλά και άντρας, γιατί, ως γνωστόν, η κλιμακτήριος αφορά και στα δύο φύλα, μόνο που οι άντρες κρύβουν πιο συ­στηματικά και πιο νοσογόνα τα αισθήματα τους και δεν τα μαθαίνουμε – συνεχίζει να υποφέρει επί χρόνια με τα κλασικά συμπτώματα της δυσθυμίας, της κατάθλι­ψης, της παραίτησης, των ψυχοσωματικών, της υστερίας, κι όλα όσα χαρακτηρίζουν την κλιμακτήριο, είναι επει­δή, ξανά, κάτι αρνείται να κάνει για τον εαυτό της σω­στά.

Θάβει ξανά τη νέα, μεγάλη της ευκαιρία. Είναι που δεν αξιοποιεί τη νέα πρόταση για ζωή αληθινή, ζωή δι­κή της, του πεπρωμένου της, και αυτοπροδίδεται πάλι. Ο εαυτός της, έστω και αργότερα, έστω και μέσα σε γκρί­ζο σκηνικό, την καλεί σπαραχτικά να συμφιλιωθούν, να συνομιλήσουν, να ενωθούν, να υπερβούν τον χρόνιο δι­χασμό που τους τυράννησε.

Είναι υπεύθυνη για το πώς θα ανταποκριθεί στην κλή­ση, πολύ περισσότερο υπεύθυνη από τότε, κατά τη φουρ­τουνιασμένη της, ερωτευμένη, άπειρη, καταπιεσμένη από γονείς, νιότη. Και το ξέρει. Γι’ αυτό θυμώνει, πικραίνε­ται, απελπίζεται και το ρίχνει στις διάφορες επιφανεια­κές φυγές: στα χαρτιά, στο φαγητό, στα ψώνια, στο άψυ­χο σεξ, στις γελοίες προσωρινές ερωτοδουλειές, στις πλαστικές εγχειρίσεις, στο κουτσομπολιό. Όμως το να φεύγεις απ’ τον εαυτό σου είναι προσπάθεια μάταιη. Όσο του φεύγεις τόσο εκείνος σε αλυσοδένει και σε τραβάει με βία πίσω. Όλο και πιο θυμωμένος.

Και πάλι εσύ αποφασίζεις. Σε όλα και για όλα αποφασίζεις εσύ.

Ακόμα και για το θάνατο σου εσύ αποφα­σίζεις, υποστηρίζουν κάποιες αρχαίες διδασκαλίες.

Και ο θάνατος είναι πολλών ειδών. Για να θυμηθούμε εκεί­νο το εύστοχο:

«Πέθανε στα είκοσι του και τον έθαψαν στα ογδόντα πέντε του».

Αποσπάσματα από το βιβλίο της Μάρως Βαμβουνάκη «Ο Παλιάτσος και η Άνιμα», Εκδ. Ψυχογιός

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Νοεμβρίου 2020

Ο μόνος δρόμος

Εκείνο που μπορώ να υποστηρίξω το υποστηρίζω: ότι ο μόνος δρόμος, ο οποίος δεν μας οδηγεί σε κανένα λάκκο, σε καμιά λακκούβα, σε κανένα κακό συναπάντημα, είναι ο δρόμος της αγάπης, είναι ο δρόμος της τρυφερότητας, είναι ο δρόμος της κατανόησης, είναι ο δρόμος της υπεράσπισης της διαφορετικότητας του άλλου! Αυτός είναι ο μόνος δρόμος. Αν τον ακολουθήσουμε αυτόν τον δρόμο δεν κινδυνεύουμε. Ούτε εμείς ούτε οι συνάνθρωποί μας.

Να ‘σαι άνθρωπος δημιουργικός και ευαίσθητος. Και να αγαπάς. Να αγαπάς! Να μπορείς να μετατρέπεις κάθε μέρα την αγάπη σε αγαπημένο. Η φρέζα μου που είναι εκεί φυτεμένη την αγαπάω, την βλέπω κάθε πρωί, καταλαβαίνεις; Ή έναν συγκεκριμένο άνθρωπο…  Όλα τα άλλα… Παρέες, ρε, μπορείς να κάνεις παρέες; Φιλία. Έρωτα! Κάντε έρωτα, αγαπηθείτε κάντε τις παρέες σας, σκεφτείτε, αναπτύξτε την κριτική σας σκέψη.

Το νόημα της ελευθερίας

Πιστεύω πως το πρόβλημα της ελευθερίας του ανθρώπου ξεκινάει από το σώμα του. Άμα δεν έχεις το δικαίωμα να χρησιμοποιήσεις το σώμα σου όπως σου γουστάρει, τότε μπορεί να αρνείσαι ένα ανελεύθερο σύστημα, αλλά ταυτόχρονα να αναπαραγάγεις ένα νέο σύστημα καταπίεσης.

Και η ευτυχία του ανθρώπου δε μπορεί να νοηθεί διαφορετικά, παρά μονάχα μες από την ελευθερία του σώματός του, μες από την ελευθερία της συμπεριφοράς του.

Νομίζω πως το πιο κρίσιμο πρόβλημα, για την εποχή μας τουλάχιστον, σχετικά με την ευτυχία του ανθρώπου είναι το πρόβλημα της ελευθερίας του, η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, χωρίς εξαρτήσεις, όρους ή περιορισμούς. Η απελευθέρωσή του από κάθε μορφή εξουσίας, ιεραρχίας και αυθεντίας.

Οι άνθρωποι δε θα δουλεύουν από ανάγκη για να ζήσουν, αλλά από την ανάγκη της χαράς, της δημιουργίας.

Ο καθένας στο παιχνίδι του, στο άθλημά του.

Το νόημα του συστήματος

Είναι πάρα πολύ εύκολο να φτιάξεις μια ιδεολογία ή μια θεωρία για την κοινωνία και να καλέσεις τους ανθρώπους να την εφαρμόσουν. Είναι όμως τρομερά δύσκολο, ως ανυπέρβλητο, να ξεπεράσεις το εμπόδιο του εαυτού σου και της κουλτούρας που σου πότισαν από τα γεννοφάσκια σου και τα δεσμά που έχει δέσει γύρω σου το σύστημα.

Δεν υπάρχει παιδεία, σήμερα. Μη γελιόμαστε. Υπάρχει εκπαίδευση. Άλλο πράγμα η παιδεία κι άλλο πράγμα η εκπαίδευση. Σήμερα, λοιπόν, τα παιδιά εκπαιδεύονται. Γιατί; Για να βρούνε τη μηχανή του κέρδους! Να εξασφαλίσουν κάποια θέση σε κάποιο επάγγελμα.

Τη μηχανή του κέρδους! Αυτό είναι το πρόβλημα. Όσο στην κοινωνία μας η κυρίαρχη αξία του συστήματος είναι το κέρδος, από κει και πέρα μην ψάχνεις να βρεις… αυτό διαποτίζει όλες τις ανθρώπινες σχέσεις και διαποτίζει όλες τις κοινωνικές δραστηριότητες όπως είναι η παιδεία και όλα τα πράγματα.

Τώρα, αν σκεφτεί κάποιος, πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος και μάλιστα ιδιοφυής, ένα εξαιρετικό μυαλό, που μετέχει της παιδείας του εικοστού πρώτου αιώνα, αφού αποφοιτήσει να πάει σε μια πολυεθνική και να κάνει έρευνα για μικροβιολογικούς, χημικούς ή άλλους πολέμους; Αυτό είναι ακατανόητο!

Χρειάζεται κανένα άλλο επιχείρημα για να αποδείξει ότι αυτό που συντελείται σήμερα, στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, δεν έχει καμία σχέση με την παιδεία; Διότι αν αυτός ο ιδιοφυής άνθρωπος είχε αποκτήσει πραγματικά κάποια παιδεία, δεν θα πήγαινε να διαθέσει τις γνώσεις του για να κάνει έρευνες για χημικούς πολέμους ή για το πώς η εξουσία θα υποδουλώσει π.χ. στην Αφρική για μια ακόμη φορά αυτούς τους λαούς, μέσα από τους οποίους πέρασε η πρωταρχική συσσώρευση του κεφαλαίου και τους κατάπνιξε!

Η “κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι”

Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται, άπαξ, που λένε, σα μια μοναδική ευκαιρία. Τουλάχιστον μ’ αυτή την αυτόνομη μορφή της δεν πρόκειται να ξανα-υπάρξουμε ποτέ. Και μείς τι την κάνουμε ρε, αντί να τη ζήσουμε; Τι την κάνουμε; Τη σέρνουμε από δω κι από κει δολοφονώντας την.

Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις. Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις; Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματος, πώς να οργανώσεις τα συναισθήματα.

Έτσι, μ’ αυτή την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες σα να μας είναι βάρος, και μας είναι βάρος, γιατί δε ζούμε, κατάλαβες; Όλο κοιτάμε το ρολόι, να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ’ την αρχή.

Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που θα τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν “αξίες”, σαν “ηθική”, σαν “πολιτισμό”.

Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να παίξουμε και να χαρούμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να κάνουμε έρωτα, να απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τον διπλανό μας.

Όλα, όλα τα αφήνουμε για το αύριο που δε θα ‘ρθει ποτέ… Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος και δεν πάμε πουθενά αλλού, παρά μόνο στο θάνατο, και εμείς οι μαλάκες, αντί να κλαίμε το δειλινό που χάθηκε άλλη μια μέρα απ’ τη ζωή μας, χαιρόμαστε.

Η κορυφαία πολιτική μάχη

Όταν συνειδητοποίησα ότι δε μπορώ να αλλάξω το σύστημα, άρχισα να αγωνίζομαι να μη με αλλάξει αυτό.

Αγωνίζομαι να μείνω άνθρωπος. Και αυτό είναι η κορυφαία πολιτική μάχη. Να μπορείς να αποφύγεις τη βαρβαρότητα αυτής της εποχής. Να μπορείς να παραμείνεις άνθρωπος με τρυφερότητα. Με το δικό σου βλέμμα.

Η ζωή είναι ένα δώρο που μας δίνεται μία φορά. Οι περισσότεροι άνθρωποι όταν ξημερώνει λένε “άντε να τελειώσει κι αυτή η κωλομέρα”. Και δεν καταλαβαίνουν ότι κάνουν άλλο ένα βήμα προς το θάνατο.

“Τολμάτε ρε!”

Τολμάτε ρε, τολμάτε! Γράψτε αυτό που θέλετε, αυτό που σκέφτεστε. Απορρίψτε τις σκοπιμότητες.

Εγώ έγραφα, κι έγραφα με την ψυχή, κι όταν με είπαν συγγραφέα πρώτη φορά τα ‘χασα! Μα, σοβαρά μιλάτε ρε παιδιά, συγγραφέας; Δεν είχα καμία τέτοια πρόθεση απλά στις παρέες, στον κήπο, τους έλεγα ιστορίες και μου έλεγαν, ρε Χρόνη γιατί δεν τα γράφεις αυτά τα πράγματα; Κι έτσι βγήκε.

Γιατί τα βιώματα ήταν ουσιαστικά. Κατάλαβες; Ζούσαμε. Είχε συνέχεια η ζωή μας, δεν ήταν αυτή η γκρίζα καθημερινότητα, αλλά ήταν μεγάλο κατόρθωμα να παραμείνεις άνθρωπος.

Ήταν πολύ σημαντικό να μπορείς να κοιτάξεις τη μάπα σου το πρωί στον καθρέφτη και να πεις, “είμαστε εντάξει ρε μάγκα, πάμε”.

_______________________

Πηγή: Χρόνης Μίσσιος στο tvxs.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 15 Νοεμβρίου 2020

Διεκδικώ σημαίνει σέβομαι! Διεκδικώ σημαίνει τιμώ! Διεκδικώ σημαίνει δεν επιτρέπω να παραβιάζονται τα όριά μου (προσωπικά, οικογενειακά, εθνικά…) τα οποία σέβομαι και τιμώ…

Διεκδικώ σημαίνει η εγρήγορση της συνείδησής μου, η ανάγκη μου για αυτοπροστασία και αυτοσεβασμό, η πεποίθησή μου ότι οι αξίες μου είναι σημαντικές και η ελευθερία μου αδιαπραγμάτευτη.

1. Γνωρίζω τον εαυτό μου, τις απόψεις μου, τα πιστεύω μου. Αυτό σημαίνει ότι διαμορφώνω ένα προσωπικό πλαίσιο αναφοράς που με ορίζει και με προσδιορίζει. Όχι απαραίτητα ανελαστικό, σίγουρα όμως στέρεο για να αντέχει τους κραδασμούς των χιλιάδων επιρροών της σύγχρονης κοινωνίας.

2. Βάζω τα όριά μου, όπου και όποτε αυτό χρειάζεται. Μαθαίνω να λέω (και να αντέχω!) ΟΧΙ. Γιατί αν δεν μπορώ να πω όχι, τότε οι άλλοι καταλαβαίνουν συνήθως αυτό που τους βολεύει… δηλαδή ΝΑΙ! Κι έτσι σιγα-σιγα και χωρίς να το καταλάβω η ζωή μου γεμίζει υποχρεώσεις που πρέπει εγώ να διεκπεραιώνω…

3. Μαθαίνω να εκφράζω τα θέλω μου. Χωρίς απαραίτητα κανείς να μου εγγυάται ότι επειδή εγώ θέλω κάτι θα γίνει κιόλας… Όμως είναι ωραίο κανείς να διεκδικεί το καλύτερο για τον εαυτό του, αρκεί να το κάνει χωρίς να καταπιέζει τους άλλους!

4. Να μπορώ να αναλαμβάνω τις ευθύνες των λόγων και των πράξεών μου. Διότι η ελευθερία θέλει αρετή αλλά θέλει και τόλμη…

5. Να μην φοβάμαι μήπως “τσαλακωθεί” η εικόνα μου γιατί τότε κινδυνεύω να “μείνω μισός”. Ποτέ δεν πρόκειται εξάλλου να με αποδεχτούν όλοι. Ούτε πρόκειται ποτέ να τα έχω ΟΛΑ! Αυτά είναι ουτοπίες που μας παρασύρουν στο να διατηρούμε μια αυτοεικόνα “άφθαρτη”, “ατσαλάκωτη” και εν τέλει Απάνθρωπη, με την έννοια του μη-αληθινού, του μη-κανονικού…

Από o- klooun.gr ΓΙΑΝΝΗΣ ΞΗΝΤΑΡΑΣ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Νοεμβρίου 2020

Αναρωτιέμαι μερικές φορές: είμαι εγώ που σκέφτομαι καθημερινά πως η ζωή μου είναι μία; Όλοι οι υπόλοιποι το ξεχνούν; Ή πιστεύουν πως θα έχουν κι άλλες, πολλές ζωές, για να κερδίσουν τον χρόνο που σπαταλούν;

Μούτρα. Νʼ αντικρίζεις τη ζωή με μούτρα. Τη μέρα, την κάθε σου μέρα. Να περιμένεις την Παρασκευή που θα φέρει το Σάββατο και την Κυριακή για να ζήσεις. Κι ύστερα να μη φτάνει ούτε κι αυτό, να χρειάζεται να περιμένεις τις διακοπές. Και μετά ούτε κι αυτές να είναι αρκετές. Να περιμένεις μεγάλες στιγμές. Να μην τις επιδιώκεις, να τις περιμένεις.

Κι ύστερα να λες πως είσαι άτυχος και πως η ζωή ήταν άδικη μαζί σου.

Και να μη βλέπεις πως ακριβώς δίπλα σου συμβαίνουν αληθινές δυστυχίες που η ζωή κλήρωσε σε άλλους ανθρώπους. Σʼ εκείνους που δεν το βάζουν κάτω και αγωνίζονται. Και να μην μαθαίνεις από το μάθημά τους. Και να μη νιώθεις καμία φορά ευλογημένος που μπορείς να χαίρεσαι τρία πράγματα στη ζωή σου, την καλή υγεία, δυο φίλους, μια αγάπη, μια δουλειά, μια δραστηριότητα που σε κάνει να αισθάνεσαι ότι δημιουργείς, ότι έχει λόγο η ύπαρξή σου.

Να κλαίγεσαι που δεν έχεις πολλά. Που κι αν τα είχες, θα ήθελες περισσότερα. Να πιστεύεις ότι τα ξέρεις όλα και να μην ακούς. Να μαζεύεις λύπες και απελπισίες, να ξυπνάς κάθε μέρα ακόμη πιο βαρύς. Λες και ο χρόνος σου είναι απεριόριστος.

Κάθε μέρα προσπαθώ να μπω στη θέση σου. Κάθε μέρα αποτυγχάνω. Γιατί αγαπάω εκείνους που αγαπούν τη ζωή. Και που η λύπη τους είναι η δύναμή τους. Που κοιτάζουν με μάτια άδολα και αθώα, ακόμα κι αν πέρασε ο χρόνος αδυσώπητος από πάνω τους. Που γνωρίζουν ότι δεν τα ξέρουν όλα, γιατί δεν μαθαίνονται όλα.

Που στύβουν το λίγο και βγάζουν το πολύ. Για τους εαυτούς τους και για όσους αγαπούν. Και δεν κουράζονται να αναζητούν την ομορφιά στην κάθε μέρα, στα χαμόγελα των ανθρώπων, στα χάδια των ζώων, σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, σε μια πολύχρωμη μπουγάδα.

Όσο κι αν κανείς προσέχει όσο κι αν το κυνηγά πάντα, πάντα θα ʽναι αργά δεύτερη ζωή δεν έχει.

(από Το Παράπονο, του Οδ. Ελύτη)

Εδώ στου δρόμου τα μισά
έφτασε η ώρα να το πω
άλλα είναι εκείνα που αγαπώ
γι’ αλλού γι’ αλλού ξεκίνησα.

Στ’ αληθινά στα ψεύτικα
το λέω και τ’ ομολογώ.
Σαν να `μουν άλλος κι όχι εγώ
μες στη ζωή πορεύτηκα.

Όσο κι αν κανείς προσέχει
όσο κι αν το κυνηγά,
πάντα πάντα θα `ναι αργά
δεύτερη ζωή δεν έχει.

της Ελευθερίας Τελειώνη

Από antikleidi.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 1 Νοεμβρίου 2020

OΤΑΝ ΑΡΧΙΣΑ ΝΑ ΑΓΑΠΩ τον εαυτό μου πραγματικά, μπόρεσα να καταλάβω ότι ο συναισθηματικός πόνος και η θλίψη απλώς με προειδοποιούσαν να μη ζω κόντρα στην αλήθεια μου. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε Αυθεντικότητα.

OΤΑΝ ΑΡΧΙΣΑ ΝΑ ΑΓΑΠΩ τον εαυτό μου πραγματικά, κατάλαβα σε πόσο δύσκολη θέση ερχόταν κάποιος με το να του επιβάλλω τις επιθυμίες μου, παρότι ήξερα ότι ούτε ήταν κατάλληλη η στιγμή ούτε ο άνθρωπος ήταν έτοιμος, ακόμα κι αν αυτός ο άνθρωπος ήμουν εγώ. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε Αυτοεκτίμηση.

OΤΑΝ ΑΡΧΙΣΑ ΝΑ ΑΓΑΠΩ τον εαυτό μου πραγματικά, έπαψα να λαχταρώ μια άλλη ζωή και μπόρεσα να δω ότι τα πάντα γύρω μου με προκαλούσαν να μεγαλώσω. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε Ωριμότητα.

OTΑΝ ΑΡΧΙΣΑ ΝΑ ΑΓΑΠΩ τον εαυτό μου πραγματικά, κατάλαβα ότι βρίσκομαι πάντα και σε όλες τις περιστάσεις, την κατάλληλη στιγμή και στο σωστό μέρος και ότι όλα όσα γίνονται είναι σωστά. Από τότε κατάφερα να γαληνέψω. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε Αποδοχή.

ΟΤΑΝ ΑΡΧΙΣΑ ΝΑ ΑΓΑΠΩ τον εαυτό μου πραγματικά, έπαψα να στερούμαι τον ελεύθερο χρόνο μου και σταμάτησα να κάνω μεγαλόπνοα σχέδια για το μέλλον. Σήμερα κάνω μόνο ό,τι με ευχαριστεί και με γεμίζει χαρά, ό,τι αγαπώ και κάνει την καρδιά μου να γελά, με τον δικό μου τρόπο και στους δικούς μου ρυθμούς. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε Ειλικρίνεια.

OΤΑΝ ΑΡΧΙΣΑ ΝΑ ΑΓΑΠΩ τον εαυτό μου πραγματικά, απελευθερώθηκα από ό,τι δεν ήταν υγιές για μένα. Από φαγητά, άτομα, πράγματα, καταστάσεις και από ό,τι με τραβούσε συνεχώς μακριά από τον ίδιο μου τον εαυτό. Στην αρχή το ονόμαζα «υγιή εγωισμό». Αλλά σήμερα ξέρω ότι είναι Αυταγάπη.

ΟΤΑΝ ΑΡΧΙΣΑ ΝΑ ΑΓΑΠΩ τον εαυτό μου πραγματικά, έπαψα να θέλω να έχω πάντα δίκιο. Έτσι έσφαλλα πολύ λιγότερο. Σήμερα κατάλαβα ότι αυτό το λέμε Απλότητα.

OΤΑΝ ΑΡΧΙΣΑ ΝΑ ΑΓΑΠΩ τον εαυτό μου πραγματικά, αρνήθηκα να συνεχίσω να ζω στο παρελθόν και να ανησυχώ για το μέλλον μου. Τώρα ζω περισσότερο τη στιγμή όπου όλα συμβαίνουν. Έτσι σήμερα ζω την κάθε μέρα και αυτό το λέω Πληρότητα.

OΤΑΝ ΑΡΧΙΣΑ ΝΑ ΑΓΑΠΩ τον εαυτό μου πραγματικά, συνειδητοποίησα ότι η σκέψη μου μπορεί να με κάνει μίζερο και άρρωστο. Όταν όμως επικαλέστηκα τις δυνάμεις της καρδιάς μου, η λογική απέκτησε έναν πολύτιμο σύντροφο. Αυτή τη σχέση την ονομάζω σήμερα σοφία (της καρδιάς).

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΛΟΓΟΣ ΝΑ ΦΟΒΟΜΑΣΤΕ τις αντιπαραθέσεις, τις συγκρούσεις και τα προβλήματα με τον εαυτό μας και τους άλλους γιατί καμιά φορά ακόμα και τα άστρα εκρήγνυνται και δημιουργούνται νέοι Γαλαξίες.

Σήμερα ξέρω ότι αυτό είναι η Ζωή.

Από το βιβλίο της Kim Macmillan “όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου”

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 24 Οκτωβρίου 2020

Aπό τον Μανώλη Μπαρδάνη

Το σαλόνι του σπιτιού μας, ήταν και η κρεβατοκάμαρά μας. Ένας καναπές για τον μικρό μου αδελφό, ένα μπαουλοντίβανο κολλητά στο παράθυρο για μένα κι ένα ντιβάνι στον απέναντι τοίχο για την αδελφή μου, σχηματίζανε ένα μεγάλο Π. Στην βάση του μια ξύλινη ντουλάπα με καθρέφτη και κολλητά της μια συρταριέρα. Εκεί, πάνω στη συρταριέρα, έμελλε να τοποθετηθεί μία από τις πρώτες τηλεοράσεις που ήρθαν στο χωριό. Εκείνη την εποχή ένας θείος του πατέρα μου και αδελφός της γιαγιάς μου, στρατηγός ε.α. ήταν πρόεδρος του ΟΠΑΠ και μέσω αυτής του της ιδιότητας είχαμε την τύχη ν αποκτήσουμε το μαγικό κουτί σαν δώρο. Όλες οι γυναίκες της γειτονιάς και όχι μόνο μαζευόταν στη σάλα μας το βράδυ για να δουν πότε τον «Άγνωστο πόλεμο» και πότε τους «Εμπόρους των εθνών». Εμείς τα παιδιά είχαμε πέσει ήδη για ύπνο. Οι καρέκλες που είχαμε φυσικά δεν έφθαναν για να εξυπηρετήσουν τις γειτόνισσες και έτσι τα κρεβάτια μας γινόταν και καθίσματά τους. Εμένα το κρεβάτι μου χωρούσε πέντε, με την μία να κάθεται η μισή πάνω στο μαξιλάρι μου. Φυσικά δεν μπορούσα να δω τίποτα στην τηλεόραση καθότι κότσοι, πλάτες, πισινοί μου έκρυβαν τη θέα. Δυστυχώς όμως δεν μπορούσα και να κοιμηθώ. Οι μισές απ τις γειτόνισσες ήταν και κουφές και έπρεπε ο ήχος να είναι στη διαπασών. Συγχρόνως δεν σταματούσαν να μιλάνε δυνατά, περιγράφοντας τις σκηνές που έβλεπαν:
– Μωρή λες οι Γερμαναράδες να σκοτώσουνε το γιό του Ψάχου;
– Μπα. Ο θείος του ο Βαρτάνης να δεις που θα τόνε σώσει.
Εκεί ακούγεται η φωνή της γιαγιάς μου, της αδελφής του δωρητή της τηλεόρασης.
– Να ξέρετε πως το όνομα Βαρτάνης του το δώκανε για τον αδελφό μου το στρατηγό Βαρδάνη.
Δεν δίνουν σημασία στο κόρδωμα της, γιατί η σκηνή έχει μεγάλη αγωνία και οι γειτόνισσες χτυπάνε άλλες τα γόνατα και άλλες τα μάγουλά τους, παρακαλώντας συγχρόνως την Παναγία να σώσει το παλληκάρι. Όταν δε τύχαινε ν ακουστεί και κανένας πυροβολισμός, μαζί με τις κραυγές τρόμου και αγωνίας τα σώματά τους τινάζονταν πάνω στο κρεβάτι μου. Εννοείται πως η γειτόνισσα που κάθεται στο μαξιλάρι μου, μου έχει ρίξει αρκετές σφαλιάρες και αγκωνιές ακούσιες με το αριστερό της χέρι, μέχρι το τέλος του επεισοδίου.
Στην άλλη σειρά, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, το σκηνικό είναι διαφορετικό. Τα επεισόδια εμπεριέχουν έρωτα, πάθος, μοιχεία και η αντίδραση των τηλεθεατών αλλάζει.
– Ω που να τσ έρθει το γλυκύ τζη μα ήντα ομορφιά είναι που την έχει η Αυγούστα!
– Ια να δεις που θα την κλέψει ο Ενετός!
– Ναι. Κλέψιμο χρειάζεται! Δε θωρείς πως λιώνει η καμοχείλα;
– Και θ αφήσει τον Αξώτη για το Μάρκο;
– Άμα το νιτερέσο ντου δε δουλεύγει ήντα να κάμει η καλότυχη;
Ξαφνικά τα γέλια που ακολούθησαν την τελευταία φράση σταματούν απότομα. Απόλυτη σιωπή στη σάλα. Μόνο η μουσική ακούγεται από την τηλεόραση. Εγώ έχω κλείσει τα μάτια πιστεύοντας πως τελειώνει το επεισόδιο και ότι επιτέλους θα κοιμηθώ. Η γειτόνισσα όμως που κάθεται στο προσκεφάλι μου είναι αρκετά ανήσυχη. Κουνάει συνεχώς το αριστερό της πόδι σείοντας ελαφρώς το κρεβάτι μου. Αντιλαμβάνομαι όμως πως το στρώμα μου κουνιέται από παντού. Ναι. Όλες οι γειτόνισσες που κάθονταν στο κρεβάτι μου είχαν την ίδια ανησυχία. Υπήρχε μια παράξενη κινητικότητα. Ανασηκώνομαι λίγο προσπαθώντας να καταλάβω τι βλέπουν τόσην ώρα και δεν μιλάνε. Ωωωωω!!! Ο Σανούδος φιλιέται παθιασμένα με την Αυγούστα. Σκηνή πρωτόγνωρη για τα ήθη του χωριού την εποχή εκείνη, αλλά σαφώς άκρως ερεθιστική για τις γειτόνισσες.
Κάπου εκεί ακούστηκε και η φωνή του Ξυλούρη –λυτρωτική για μένα- να τραγουδάει και να σηματοδοτεί το τέλος του επεισοδίου.

Την επομένη η μάνα μου είχε αναλάβει να βράσει κόλλυβα για το μνημόσυνο του πεθερού της. Του πάππου μου. Ήταν πρώτη φορά απ’ όσο θυμάμαι που θα γινόταν κάτι τέτοιο στο σπίτι μας.
Τα μνημόσυνα στο χωριό μου είναι μια ιεροτελεστία. Την παραμονή της τελετουργίας, στο σπίτι του μνημονευόμενου η γυναίκα βράζει το σιτάρι. Το κόλλυβο. Στη συνέχεια μαζεύονται οι γυναίκες της γειτονιάς και με μια τρυπητή κουτάλα μεταφέρουν λίγα βρασμένα κόλλυβα από τον τέντζερη στο μέρος που θα στεγνώσουν, ψιθυρίζοντας λόγια συγχώρεσης και για τον δικό τους πεθαμένο. Όλη η διαδικασία αυτή λέγεται «το χύσιμο του κόλλυβου», αλλά έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το πώς μαθαίνουν οι γειτόνισσες για τον τόπο και την ώρα του χυσίματος και ακόμα μεγαλύτερο για κάποιον –όπως εγώ- που δεν το γνωρίζει.
Η μάνα βγαίνει στην αυλή και φωνάζει στη θεία μας
– Ω Βδοκιά θα ‘ρθεις να χύσεις;
– Μα ήντα ώρα χύνεται;
– Κατά το μεσημέρι. Πες το και τση Βούλας.
– Ω Βούλα. Το μεσημέρι χύνομε στς Αννέζας. Θα ‘ρθεις να χύσεις λέει και συ;

Για αρκετή ώρα το παραπάνω ρήμα ακούγεται από τα στόματα των γυναικών σε όλους τους χρόνους, τις φωνές, τις εγκλίσεις και τα πρόσωπα.
Παναγιά μου! Τι θα γίνει το μεσημέρι στο σπίτι μας; Αμέσως στη σκέψη μου έρχεται η χθεσινοβραδινή σκηνή με το φιλί στην τηλεόραση και το τρεμούλιασμα των γυναικών. Η φαντασία μου καλπάζει ασταμάτητα, πλέκοντας συγχρόνως σατανικά σενάρια. Μεσημέρι επιτέλους και κάθομαι στο σετζάκι της αυλής μας. Πρώτη έρχεται η θεία μου η Βδοκιά με τη μάνα της τη Μαρκούλα. Είχε χάσει πρόσφατα τον αδελφό της και συνεχώς τα μάτια της ήταν δακρυσμένα, ενώ η μάνα της αναφωνούσε με πόνο «Ώχου υιέ μου». Στη συνέχεια έρχεται η Βδοκιά του Σμανωλάκη, η Βούλα του Νικόλαου, η γριά Θανασία, η Βδοκιά του Χορευτή, η Πετρινιά, η Μπαστώνα, η Σοφία του παπά Στεφάνου, η Κατερίνα τση Παρασκουνιάς, η Τσαϊνοσοφκιά, η Πασκού, η Καλλή και η Σοφκιά του Φλωράκη, η Βδοκιά του Γλεζοιώργη, η Κική του Μαρθαίου, η Μαϊδανορήνη και άλλες πολλές. Προφανώς άρχισε να γίνεται το αδιαχώρητο στο μαερειό μας και οι γειτόνισσες σιγά-σιγά αποχωρούσαν. Όλες ήταν κλαμένες με τα μάτια τους κόκκινα και πρησμένα. Μα τόσο πόνο και θρήνο προκαλεί πια αυτό το χύσιμο; Κάποιες στιγμές συναντιόταν αυτές που έβγαιναν μ αυτές έμπαιναν και οι διάλογοι που άκουγα στ αυτιά μου εμπλούτιζαν τα σενάριά μου με σκηνές απείρου κάλους:
– Ω Μαριά μα ήχυσες;
– Ναι ω Ρήνη, για τον Πέτρο και το Ιάννη κι εξέχασα να χύσω ια το Νικόλα και να χαρείς τα παιδιά σου χύσε μια κουταλιά ια πάρτη ντου.
Πάνω που προσπαθώ να αναπροσαρμόσω τα σενάριά μου με τα νέα δεδομένα από τον διάλογο που άκουσα, προβαίνει στην πόρτα της αυλής ο Μαστροδημήτρης κρατώντας την μαγκούρα του. Γείτονας ηλικιωμένος, ασπρομάλλης, σεβάσμιος και με σοβαρό πρόβλημα στην ακοή του. Με χαιρετάει και κατευθύνεται προς την πόρτα του μαερειού μας. Εκεί τον σταματάνε οι δύο γειτόνισσες που κουβέντιαζαν πριν.
Με δυνατή φωνή του απευθύνεται η Μαριά:
– Καλώς το Μαστροδημήτρη. Μα ια που το ‘βαλες;
– Ψάχνω τη υναίκα μου ια να μου δώσει τα κλειδιά του κατωϊού να ταίσω τη σκρόφα με τα ουρνάκια ιατί έχουνε να φάνε από χτες και θα φάει το ‘να τ’ άλλο.
– Πρέπει να χύνει εουτή την ώρα
– Εεεεεε;
Με πολύ πιο δυνατή φωνή:
– Πρέπει λέω να χύνει, μόνου άστηνε να ‘χει το μυαλό τζη εκεί. Σε πέντε λεφτά θα ‘χει τελειώσει και θα ‘ρθει.
– Ας μου δώσει εμένα τα κλειδιά κι ύστερα ας κάτσει να χύνει όσην ώρα θέλει.
Με τα τελευταία του λόγια σπρώχνει την πόρτα του μαερειού και εισέρχεται. Ακούγεται η δυνατή φωνή της μάνας μου να τον καλωσορίζει και κατόπιν ακούγεται η γυναίκα του η Βδοκιά, με εκκωφαντική φωνή να του λέει:
– Πενήντα χρόνια κοιμούμεστα στο ίδιο κρεβάτι και δεν ήμαθες ακόμα πως….
Ξαφνικά ακούγονται όλες οι γυναίκες που βρίσκονται μέσα να συμπληρώνουν τη φράση, φωνάζοντας δυνατά:
– Οι άντρες δεν χύνουσι.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 11 Σεπτεμβρίου 2020

Aπό τον Μανώλη Μπαρδάνη

  • Ο Καρκός ήταν η εξοχή μας. Η άνοιξη και το φθινόπωρό μας. Αχ εκείνα τα Σάββατα του Μάη του Ιούνη και του Σεπτέμβρη! Ήταν τα μόνα που δεν δυσφορούσα απ το πρωϊνό ξύπνημα. 6:30’ εγερτήριο. Ο πάππος σαμαρώνει τον γάϊδαρό του και η μάνα ετοιμάζει κολατσιό και μεσημεριανό για να τα πάρουμε μαζί. Ο πάππος καβαλικεύει βρακοφόρος με την μαγκούρα του παραμάσχαλα κάνοντας τον σταυρό του και ξεκινάει. Εγώ ακολουθώ. Η Μάνα, μας σταυρώνει ψιθυρίζοντας διάφορες προσευχές και στο τέλος πιο δυνατά ακούγεται η φράση «η ευκή του Χριστού αμπρουστά σας κι από πίσω σας». Εγώ καμαρώνω τον πάππο πάνω στον γάιδαρο. Αγέρωχος, λεβέντης και προσηλωμένος στο μονοπάτι της διαδρομής. Έτσι όπως τον είχα ηρωοποιήσει στο μυαλό μου, νόμιζα πως ήταν κάτι μεταξύ του Δον Κιχώτη και του Ανδρέα Μιαούλη.
    Καρκό λέγαμε μια έκταση καμιά ογδονταριά στρεμμάτων στο πέρα χωριό, στο νοτιοδυτικό κομμάτι του βουνού «Κορακιά» και σε απόσταση περίπου μιας ώρας. Ο πάππος μου είχε ένα σπιτάκι με δύο δωμάτια, με χαρακτηριστικό του την τεράστια σε ύψος καμινάδα που είχε και η οποία φαινόταν από το χωριό. Το κυρίως δωμάτιο είχε το κρεβάτι που ξεκουραζόταν το μεσημέρι, το τζάκι και το τραπεζάκι δίπλα στο παράθυρο. Το άλλο δωμάτιο όμως είχε το μεγάλο ενδιαφέρον για μένα. Ήταν γεμάτο με εργαλεία απ ότι μου είχε πει ο πάππος, αλλά και γεμάτο με μυστήριο, όπως εγώ πίστευα.
    Μόλις φθάσαμε φρόντισε για τον γάιδαρο και αμέσως άρχισε να ασχολείται με τα περιβόλια που ήταν κάτω από το σπιτάκι. Τρεις μακρόστενες ανισόπεδες επιφάνειες, χωρισμένες με αναβαθμίδες από ξερολιθιά. Εγώ κάθισα κάτω απ τη μεγάλη συκαμιά που ήταν στην αυλή. Όλα τα είδη των πουλιών κοίταζαν πάνω της και γεύονταν τα άσπρα νόστιμα συκάμινα. Σπουργίτια, συκοφαδάκια, τρυπολόγοι, κοκκινολαίμηδες, κοτσύφια, κιτρινόπουλα συνέθεταν μια μελωδία όμορφη στ αυτιά μου. Νυσταγμένος από το πρωϊνό ξύπνημα αποκοιμήθηκα στη ρίζα της συκαμιάς μέχρι που ένας συνεχής, δυνατός, παράξενος θόρυβος με οδήγησε να κυττάξω και να δω το μαγγανοπήγαδο του πάππου σε λειτουργία. Τα κουβαδάκια που ανέβαιναν γεμάτα, να αδειάζουν ένα-ένα σ ένα μεγάλο και φαρδύ τσίγκινο αγωγό, που λεπταίνοντας μετά κατέληγε στην χτιστή στέρνα. Την κίνηση στη φτερωτή του πηγαδιού την έδινε ο γάιδαρος. Ο πάππος του μιλούσε γλυκά σαν να ήταν παιδί κι αυτός γύριζε γύρω απ το πηγάδι με σταθερό βήμα. Χωρίς να αγκομαχεί, χωρίς να φαίνεται πως κουράζεται. Καθόμουν και απολάμβανα τη σκηνή για αρκετή ώρα. Μόλις γέμισε η στέρνα, ξεζεύει το γάιδαρο του, τον χαϊδεύει στη χαίτη, του μιλάει τρυφερά και τον αφήνει να βοσκήσει. Μου φωνάζει να πάω κοντά του. Μ ανεβάζει στο χείλος της στέρνας και εντυπωσιασμένος κοιτάζω μέσα. Στην άκρη της ένα ξύλινο παλούκι καρφωμένο στον πάτο της, που προφανώς χρησίμευε για να κρατάει το νερό στη στέρνα.
    – Ετούτος είναι ο «καλόγερος». Μόλις σου πω, να βάλεις και τα δύο σου χέρια μέσα στο νερό και να τονε πιάσεις λίγο πιο πάνω απ τη μέση. Να τονε βαστάς γερά γιατί το νερό έχει μεγάλη πίεση και θα στον πάρει. Να βάλεις προσεχτικά δύναμη να τονε τραβήξεις για να μη χτυπήσεις, κι όταν σου πω, να τονε ξανακαρφώσεις στην τρύπα. Εντάξει;
    Γεμάτος χαρά και υπευθυνότητα για το ρόλο που μόλις μου είχε επιδώσει ο πάππος, χώνω τα χέρια στο νερό και κρατάω τον «καλόγερο» όπως μου είπε. Το κεφάλι μου σχεδόν εφάπτεται στην επιφάνεια και ένας ξεχωριστός υδρόβιος κόσμος αποκαλύπτεται στα μάτια μου. Βατράχια, γυρίνοι, βδέλλες, κάτι μαύρα πολύποδα σαν ακρίδες που τινάζονται με ταχύτητα και νομίζω πως είδα κι ένα νερόφιδο.
    Στην εντολή «τράβα» του πάππου, με αρκετή δύναμη και περίσσια προσοχή, τον βγάζω απ την τρύπα και τον κρατάω σφιχτά στα χέρια μου.
    Αμέσως το νερό άρχισε να φεύγει με ορμή, γεμίζοντας τον «κατεβάτη», τον αγωγό που επιμελώς είχε φτιάξει ο πάππος γύρω απ τις σφύρες. Οι σφύρες ήταν παραλληλόγραμμες επιφάνειες μέσα στο περιβόλι, το ποτιστικό όπως το λένε, που χωριζόταν μεταξύ τους από τον αρμό. Μέσα σε κάθε σφύρα ήταν φυτεμένα και από ένα είδος μπαξεβανικών. Φρέσκα κρεμμυδάκια, ντομάτες, πιπεριές, κολοκύθια, παντζάρια, γλιστρίδες, μελιτζάνες και ότι άλλο μπορούσε να ευδοκιμήσει στον τόπο. Στα δύο από κάτω χαλιά ήταν τα ποτιστικά με τις πατάτες και τις γλυκοπατάτες. Πιο κάτω απλωνόταν τα αμπέλια και γύρω τους καρποφόρα δέντρα: αχλαδιές, δαμασκηνιές, τζανεριές, καρυδιές, συκιές, βατομουριές.
    Ο πάππος όρθιος, με μια τσάπα στο χέρι περίμενε να φθάσει το νερό. Μόλις πλησίαζε στην πρώτη σφύρα, άνοιγε με την τσάπα λίγο το χωμάτινο φράγμα και το νερό εισερχόταν να ποτίσει το χώμα της. Μόλις καταλάβαινε πως είχε ποτιστεί επαρκώς την έφραζε με το ίδιο χώμα που είχε παραμερίσει δίπλα και αμέσως άνοιγε τον αρμό της διπλανής σφύρας. Μαγεμένος παρακολουθούσα τη διαδικασία του ποτίσματος, αλλά συγχρόνως με αγωνία κοιτούσα τα ζωντανά της στέρνας τι θα κάνουν μόλις το νερό τελειώσει. Έπαιζα με τον καλόγερο και με την πίεση του νερού όσο τον πλησίαζα στην τρύπα, μέχρι που σφηνώθηκε άθελά μου ξανά, σταματώντας τη ροή του νερού. Φοβισμένος απ τις φωνές του πάππου έβαλα πολύ δύναμη για να τον τραβήξω. Ο καλόγερος τραβήχτηκε βίαια και μοιραία το κεφάλι του χτύπησε με σφοδρότητα τα μούτρα μου. Αποτέλεσμα: εγώ να πέσω στην στέρνα και το νερό ν αρχίσει να φεύγει πάλι με ορμή. Εκτός απ τον δυνατό πόνο που ένιωθα, φοβόμουν το νερόφιδο και τα υπόλοιπα ζωντανά. Τα ουρλιαχτά μου έκαναν τον πάππο να τρέξει να με σώσει. Η μύτη μου αιμορραγούσε και στο μέτωπό μου είχε ήδη αρχίσει να σχηματίζεται ένα μεγάλο καρούμπαλο. Ο πάππος, αφού με τράβηξε έξω, άρχισε να ψάχνει τον καλόγερο για να κλείσει τη ροή του νερού. Δυστυχώς όμως η στέρνα είχε σχεδόν αδειάσει. Εγώ έκλαιγα για τον πόνο που ένιωθα και την τρομάρα που πέρασα, αλλά περισσότερο για την καταστροφή που είχε συντελεστεί εξ αιτίας μου. Το νερό είχε παρασύρει τους αρμούς απ τις σφύρες και τα ποτιστικά είχαν γίνει μικρές λίμνες. 0 πάππος αντικρίζοντας την καταστροφή, το μόνο που έκανε ήταν να βαράει τα χέρια του πάνω στα πόδια του δυο – τρεις φορές, με αργές κινήσεις. Περιμένω ν ακούσω εκείνα τα λόγια που θα με βαφτίσουν γι άλλη μια φορά άχρηστο. Να αναθεματίσει την ώρα που με γέννησε η θυγατέρα του. Κι όμως. Γυρίζει και μ αγκαλιάζει, μου σκουπίζει με την άκρη του πουκαμίσου του τα δάκρυα και τα αίματα και μου προφέρει τη φράση «μη σε νοιάζει παιδί μου. Πάμε να πλυθείς και να στεγνώσεις και σε καμιά ώρα που θα
    ‘ρθω για να φάμε, θα τα έχω όλα στη θέση τους πάλι».
    Ήρθε η ώρα του γεύματος λοιπόν. Φρεσκοκομμένες ντομάτες και κρεμμυδάκια απ το ποτιστικό, ελιές, ένα κομμάτι τυρί και μισό καρβέλι ψωμί. Αααα. Και τα αγαπημένα του κονσερβάκια με σαρδέλες. Ένα με πιπεριά καυτερή κόκκινη για τον πάππο, ένα χωρίς καυτερό για μένα. Το κρασοπότηρο με το μπρούσκο δίπλα. Πάντα έπινε ένα ποτήρι το μεσημέρι και ένα το βράδυ. Πίστευε πως του δίνει υγεία το κρασί. Εγώ νόμιζα πως είναι το ελιξίριο που θα του δώσει την αθανασία, γιατί πίστευα πως αυτός ο γίγαντας δεν θα πεθάνει ποτέ. Έτρωγε πολύ αργά. Ούτε ένα ψίχουλο πάνω στο τραπέζι, ούτε ένας λεκές. Μετά ξάπλωνε ανάσκελα στο κρεβάτι με τα ρούχα. Έβγαζε μόνο τα παπούτσια και το φέσι. Το κάτασπρο σγουρό του μαλλί κάλυπτε το κεφάλι του και ενωνόταν με την γενειάδα του. Ήταν ίδιος με τον Μωυσή, αλλά εγώ νόμιζα πως ήταν ο ίδιος ο Θεός, ο Θεός μου.