Σχέσεις

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 5 Οκτωβρίου 2026

Το να μεγαλώνει κανείς με γονείς που σπάνια ή ποτέ δεν λένε «σ’ αγαπώ» μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την οικειότητα και τη συναισθηματική σύνδεση.

Ακόμη και όταν η αγάπη εκφράζεται με άλλους τρόπους, η απουσία λεκτικών εκδηλώσεων τρυφερότητας μπορεί να κάνει ένα παιδί να αισθάνεται ανασφάλεια όταν καλείται να αναγνωρίσει ή να εκφράσει τα δικά του συναισθήματα.

Όταν η αγάπη και η τρυφερότητα δεν εκφράζονταν ανοιχτά στην οικογένεια, μπορεί να δυσκολεύονται να καταλάβουν τι αισθάνονται πραγματικά οι άλλοι για εκείνους. Ακόμη και όταν ένας σύντροφος ή φίλος δείχνει ξεκάθαρα ότι τους εκτιμά, ίσως χρειάζονται επιπλέον επιβεβαίωση και αναρωτιούνται αν πράγματι τους αγαπούν ή απολαμβάνουν την παρέα τους.

Έχοντας μάθει από μικροί να λύνουν μόνοι τα προβλήματά τους, μπορεί να θεωρούν την αυτονομία αυτονόητη και να νιώθουν άβολα όταν πρέπει να ζητήσουν βοήθεια. Η ανεξαρτησία μπορεί να αποτελεί πλεονέκτημα, όμως δεν σημαίνει ότι η αποδοχή της βοήθειας των άλλων είναι ένδειξη αδυναμίας.

Η ανοιχτή εκδήλωση αγάπης μπορεί να τους φαίνεται παράξενη ή ακόμη και υπερβολικά έντονη. Όταν κάποιος τους λέει αυθόρμητα ότι τους αγαπά ή δείχνει έντονα το ενδιαφέρον του, μπορεί να μην ξέρουν πώς να αντιδράσουν και να σκέφτονται ποια θα ήταν η «σωστή» απάντηση.

Με τον χρόνο, ωστόσο, μπορούν να μάθουν ότι δεν χρειάζεται να υπάρχει μια τέλεια αντίδραση. Η αποδοχή της τρυφερότητας και η σταδιακή έκφραση των συναισθημάτων αποτελούν επίσης μέρος μιας ουσιαστικής και ασφαλούς σχέσης.

Από iefimerida

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 27 Σεπτεμβρίου 2026

Στα 96 του, ο Κλιντ Ίστγουντ κατέρριψε τις βολικές μας αυταπάτες για τα γηρατειά, αρνούμενος να ωραιοποιήσει τη σκληρή αλήθεια.

Σε μια πρόσφατη ομιλία του, εξήγησε πώς αλλάζει το σώμα με τον χρόνο. Τα κόκαλα γίνονται λιγότερο ευλύγιστα, οι κινήσεις επιβραδύνονται και το έντονο φως μπορεί να ενοχλεί τα μάτια. Ακόμη και η αναπνοή μπορεί να απαιτεί περισσότερη προσπάθεια. Και αυτό ήταν μόνο η αρχή.

Σχολίασε ένα θέμα που οι περισσότεροι άνθρωποι προτιμούν να αποφεύγουν. Δεν πρόσφερε καθησυχαστικές κοινοτοπίες για τα χρόνια των ηλικιωμένων που είναι γεμάτα ατελείωτη γαλήνη.
Αντ’ αυτού, ζωγράφισε μια ωμή, ανυποχώρητη εικόνα για το τι συμβαίνει όταν ένας άνθρωπος πλησιάζει έναν αιώνα ύπαρξης.
«Το φως σε πονάει στα μάτια, και ακόμη και η αναπνοή μπορεί να μοιάζει με σκληρή δουλειά», μοιράστηκε ο Ίστγουντ, περιγράφοντας τη διαρκή τριβή ενός σώματος που φθίνει.
«Το σώμα σου απλώς δεν συνεργάζεται όπως κάποτε, και κάθε βήμα απαιτεί στρατηγική».
Αλλά όπως επεσήμανε, η δομική παρακμή του σκελετού και των μυών είναι μόνο η επιφάνεια του ζητήματος.

Το πραγματικό βάρος των βαθιών γηρατειών είναι συναισθηματικό και ψυχολογικό. Μόλις περάσεις τα ενενήντα, το κοινωνικό σου τοπίο υφίσταται μια βαθιά και συχνά επώδυνη μεταμόρφωση.

Κοιτάς γύρω σου και συνειδητοποιείς ότι η πλειοψηφία των ανθρώπων που σε γνώριζαν όταν ήσουν νέος, που μοιράστηκαν την ιστορία σου, τα αστεία σου και τους αγώνες της ζωής σου, έχουν εξαφανιστεί.

Ο κύκλος των γνώριμων προσώπων συρρικνώνεται σχεδόν στο τίποτα, το τηλέφωνο σταματά να χτυπά, και ο ρυθμός των ημερών επιβραδύνεται σε σημείο που μόλις κινείται. Το πιο πικρό χάπι δεν είναι ο σωματικός πόνος· είναι η ξαφνική απουσία κάποιου που πραγματικά θέλει να σε ακούσει.

Όταν η παρούσα στιγμή γίνεται ήσυχη και απομονωμένη, ο ανθρώπινος νους αναζητά φυσικά καταφύγιο στο παρελθόν. Ο Ίστγουντ εξήγησε ότι η περιπλάνηση μέσα σε παλιές αναμνήσεις δεν είναι σημάδι πνευματικής αδυναμίας, αλλά μια ζωτική αναζήτηση συνέχειας.

Γι’ αυτό οι ηλικιωμένοι επαναλαμβάνουν συχνά τα ίδια ανέκδοτα, προσθέτοντας μικρές λεπτομέρειες και επιστρέφοντας στα ίδια θέματα ξανά και ξανά. Δεν προσπαθούν να καυχηθούν ή να κυριαρχήσουν στη συζήτηση. Το κάνουν για να αγκυροβολήσουν σε μια πραγματικότητα όπου ήταν ενεργοί, αγαπημένοι και σημαντικοί.
«Βρίσκεις τον εαυτό σου να επαναλαμβάνει ιστορίες, προσθέτοντας λεπτομέρειες, όχι για να πείσεις κανέναν, αλλά απλώς για να νιώσεις ότι είσαι ακόμα συνδεδεμένος με κάτι», παραδέχτηκε ο Ίστγουντ. «Προσπαθείς να μεταδώσεις πράγματα στη νεότερη γενιά, ακόμη και όταν βλέπεις την πλήξη στα μάτια τους».

Ζούμε σε έναν πολιτισμό που αντιμετωπίζει τη μακροζωία σαν τρόπαιο, συγχαίροντας τους ανθρώπους απλώς και μόνο επειδή επιβίωσαν, αγνοώντας εντελώς τη συντριπτική μοναξιά που συνοδεύει αυτή την επιβίωση.

Επαινούμε το λαμπερό, το γρήγορο και το υπερσυνδεδεμένο, αφήνοντας απολύτως κανένα χώρο για τον αργό, επαναλαμβανόμενο ρυθμό των πολύ ηλικιωμένων.

Ο Κλιντ Ίστγουντ μπορεί να είναι ένας κινηματογραφικός γίγαντας, αλλά τα λόγια του μιλούν για κάθε ανώνυμο 90χρονο που ζει στον δρόμο μας ή κάθεται στα οικογενειακά μας τραπέζια.

Είναι οι ζωντανές βιβλιοθήκες της ιστορίας μας, κουβαλώντας ιστορίες που διαμόρφωσαν τον κόσμο στον οποίο ζούμε σήμερα. Όταν επιλέγουμε να επιβραδύνουμε, να αφήσουμε στην άκρη τους περισπασμούς μας και να τους ακούσουμε πραγματικά, κάτι μαγικό συμβαίνει. Γεφυρώνουμε το χάσμα μεταξύ των γενεών.

Τελικά, οι ρυτίδες στα πρόσωπά τους δεν είναι απλώς σημάδια γήρανσης—είναι ένας όμορφος χάρτης μιας ζωής που έζησε πλήρως, και είναι προνόμιο να κάθεσαι δίπλα τους και να ακούς το ταξίδι.

Στα 96 του, ο Κλιντ Ίστγουντ μοιράστηκε μια αλήθεια για τα γηρατειά που άφησε τον κόσμο σιωπηλό… γιατί το πιο δύσκολο κομμάτι του να γερνάς δεν είναι να χάνεις τη δύναμή σου — είναι να συνειδητοποιείς πόσους ανθρώπους και αναμνήσεις έχεις χάσει στην πορεία.
(Via Δημήτρης Αθηναίος)

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 13 Σεπτεμβρίου 2026

Η φράση «αν το βάλεις στο μυαλό σου, μπορείς να πετύχεις τα πάντα» είναι μία από τις πιο κοινές φράσεις που λένε οι γονείς στα παιδιά όταν θέλουν να τα εμψυχώσουν.

Σύμφωνα με την ψυχολόγο Juli Fraga, ωστόσο, οι γονείς συχνά δεν αντιλαμβάνονται ότι πρόκειται για μια μη ρεαλιστική υπόσχεση και ότι μεταφέρουν ένα «ψευδές μήνυμα».

Όπως εξηγεί σε άρθρο της στο CNBC Make It, αν και η ενθάρρυνση και η υποστήριξη είναι σημαντικές, το να λέμε στα παιδιά ότι μπορούν να πετύχουν τα πάντα δημιουργεί την εντύπωση ότι κάθε στόχος είναι εφικτός και ότι η σκληρή δουλειά αρκεί για να επιτευχθούν ακόμη και στόχοι που είναι εξαιρετικά δύσκολοι: Το να γίνει κανείς ποπ σταρ ή να περάσει σε ένα από τα κορυφαία πανεπιστήμια του κόσμου, για παράδειγμα.

Η Fraga, η οποία έχει σχεδόν δύο δεκαετίες εμπειρίας σε ζητήματα που αφορούν γονείς και παιδιά, επισημαίνει ότι η υπερβολική έμφαση στα αποτελέσματα μπορεί να ενισχύσει την «εξωτερική παρακίνηση», κι έτσι το παιδί προσπαθεί κυρίως για την επιβράβευση, τους καλούς βαθμούς ή τα τρόπαια. Αντί γι’ αυτό, προτείνει στους γονείς να είναι πιο ρεαλιστές και να να λένε στα παιδιά τους τις παρακάτω φράσεις:

«Δοκίμασε νέα πράγματα ακόμη κι αν σου φαίνεται τρομακτικό»:

Οι γονείς μπορούν να υπενθυμίζουν στα παιδιά ότι νέες προκλήσεις, όπως η εκμάθηση ποδηλάτου, η συμμετοχή σε μια παράσταση ή η αίτηση σε ένα πανεπιστήμιο, μπορεί να προκαλούν φόβο. Σύμφωνα με την ίδια, η αναγνώριση ότι κάτι μπορεί να προκαλεί φόβο βοηθά το παιδί να καταλάβει πως είναι φυσιολογικό να φοβάται. Όταν τα παιδιά αντιλαμβάνονται ότι οι γονείς δικαιολογούν και επικυρώνουν τα συναισθήματά τους, νιώθουν πως τα βλέπουν και τα καταλαβαίνουν. Έτσι, ενισχύονται η ανθεκτικότητα, η αυτοπεποίθηση και είναι πιο σίγουρα να αντιμετωπίσουν οποιαδήποτε πρόκληση.

«Μερικές φορές χρειάζεται χρόνος μέχρι να αποδώσει η σκληρή δουλειά»

 Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορούν να κάνουν τα παιδιά να πιστεύουν ότι οι επιτυχίες έρχονται από τη μία στιγμή στην άλλη. Η Fraga σημειώνει ότι στις περισσότερες περιπτώσεις η σκληρή δουλειά αποδίδει σταδιακά. Όπως εξηγεί, όταν τα παιδιά ενθαρρύνονται να καλλιεργήσουν μια «νοοτροπία ανάπτυξης», δηλαδή όταν πιστεύουν πως η προσπάθεια και η αφοσίωση μπορούν να βελτιώσουν τις ικανότητες, αυτό τα βοηθά να επιμένουν ακόμη κι όταν κάτι δεν τους είναι εύκολο.

«Η απογοήτευση είναι μια ευκαιρία για μάθηση»:

Τα παιδιά συχνά εμπνέονται από τα είδωλά τους και θέτουν υψηλούς στόχους, όπως να γίνουν διάσημοι μουσικοί ή κορυφαίοι αθλητές. Όμως, τα όνειρά τους δεν συμβαδίζουν πάντα με την πραγματικότητα. Αντί οι γονείς να υπόσχονται ότι κάθε όνειρο μπορεί να γίνει πραγματικότητα, μπορούν να ενθαρρύνουν τα παιδιά να δοκιμάζουν νέα πράγματα και να κάνουν το καλύτερο δυνατό. Παράλληλα, μπορούν να τους εξηγούν ότι η απογοήτευση μετά από μια αποτυχία είναι φυσιολογική και ότι μπορεί να αποτελέσει αφορμή για μάθηση και νέα προσπάθεια. Η ψυχολόγος προτείνει, επίσης, στους γονείς να μοιράζονται προσωπικές εμπειρίες απογοήτευσης, όπως μια προαγωγή που δεν πήραν ή έναν βαθμό που δεν ήταν αυτός που περίμεναν, ώστε τα παιδιά να καταλαβαίνουν πως δεν βιώνουν μόνο αυτά αποτυχίες.

«Αν το βάλεις στο μυαλό σου, μπορείς να συνεχίσεις»:

Η επιμονή δεν εγγυάται ότι ένα παιδί θα κερδίσει ένα τρόπαιο ή θα είναι το καλύτερο. Ωστόσο, σύμφωνα με τη Fraga, προσφέρει σημαντικά ψυχολογικά οφέλη, καθώς ενισχύει το κίνητρο και αποτελεί βάση για την αυτοπειθαρχία, την αισιοδοξία, την ενσυναίσθηση και την αυτοσυμπόνια. Αυτές οι ιδιότητες μπορούν να στηρίξουν την ψυχική υγεία των παιδιών καθώς μεγαλώνουν και παράλληλα να ενισχύσουν την «εσωτερική παρακίνηση».

«Δεν θα είσαι καλός σε όλα, κι αυτό είναι εντάξει»:

Η Fraga υποστηρίζει ότι οι πιο υποστηρικτικοί γονείς λένε στα παιδιά τους πως δεν θα είναι καλοί σε όλα. Η γνώση αυτή τα βοηθά να θέτουν πιο ρεαλιστικούς στόχους, κάτι που μπορεί να τα κάνει να αισθάνονται πιο σίγουρα και ικανά. Παράλληλα, είναι λιγότερο πιθανό να αναπτύξουν υπερβολικές προσδοκίες από τον εαυτό τους ή από τους άλλους.

Aπό iefimerida

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 6 Σεπτεμβρίου 2026
Οι υψηλές τιμές και το κόστος διαβίωσης, φαίνεται να ωθούν ολοένα και περισσότερες οικογένειες στο να ακολουθήσουν το μοντέλο DINKS.

Η υπογεννητικότητα και η γήρανση του πληθυσμού εξελίσσονται σε παγκόσμιο δημογραφικό φαινόμενο, καθώς όλο και περισσότερα ζευγάρια καθυστερούν ή επιλέγουν να μην αποκτήσουν παιδιά.

Η ανεργία των νέων, οι δυσκολίες οικονομικής ανεξαρτητοποίησης και οι υψηλές τιμές των ενοικίων και των κατοικιών συγκαταλέγονται στους βασικούς παράγοντες που επηρεάζουν τις αποφάσεις των ζευγαριών, ενώ παράλληλα, το αυξημένο κόστος ανατροφής παιδιών, η εργασιακή ανασφάλεια και η ανάγκη για μεγαλύτερη οικονομική ελευθερία ενισχύουν την συγκεκριμένη τάση.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ενισχύεται το μοντέλο των DINKS (Dual Income, No Kids), δηλαδή των ζευγαριών με δύο εισοδήματα και χωρίς παιδιά και αφορά ζευγάρια που είτε δεν έχουν αποκτήσει παιδιά είτε έχουν παιδιά τα οποία δεν ζουν πλέον μαζί τους. Σε πολλές περιπτώσεις πρόκειται για νοικοκυριά με σχετικά υψηλή αγοραστική δύναμη, καθώς δεν επιβαρύνονται με τα έξοδα που συνεπάγεται η ανατροφή μιας οικογένειας.

Η επιλογή αυτή δεν συνδέεται πάντα με οικονομικούς λόγους καθώς για αρκετά ζευγάρια αποτελεί συνειδητή στάση ζωής, που τους επιτρέπει να διαθέτουν περισσότερο χρόνο και χρήματα για ταξίδια, επενδύσεις, αγορά ακινήτων, ψυχαγωγία και προσωπικές δραστηριότητες.

Τα ζευγάρια DINKS έχουν συνήθως δύο μισθούς και δεν έχουν παιδιά, γεγονός που τους προσφέρει μεγαλύτερη οικονομική ευελιξία, μιας και χωρίς τα έξοδα φροντίδας, εκπαίδευσης και καθημερινής υποστήριξης παιδιών, μπορούν να επενδύουν περισσότερους πόρους σε άλλες προτεραιότητες.

Ο όρος εμφανίστηκε για πρώτη φορά στις Ηνωμένες Πολιτείες την δεκαετία του 1970, όμως πλέον έχει εξαπλωθεί σε πολλές χώρες και διαφορετικές κοινωνίες. Η αύξηση των ζευγαριών χωρίς παιδιά καταγράφεται σε αρκετές περιοχές του κόσμου και συνδέεται με ευρύτερες αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις, το κόστος ζωής, τις κοινωνικές αξίες και τον τρόπο με τον οποίο οι νεότερες γενιές αντιλαμβάνονται την οικογένεια.

Η εξάπλωση του μοντέλου DINKS αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εκφράσεις της παγκόσμιας δημογραφικής αλλαγής, καθώς επηρεάζει όχι μόνο τον αριθμό των γεννήσεων, αλλά και την αγορά εργασίας, την κατανάλωση, την στέγαση και την λειτουργία των σύγχρονων κοινωνιών

Aπό gazzetta.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 6 Σεπτεμβρίου 2026

Η ψυχολογία λέει ότι τα παιδιά που ελέγχουν περισσότερο τους ηλικιωμένους γονείς τους δεν είναι τα αγαπημένα - Είναι εκείνα που ακόμη αναζητούν την επιβεβαίωσή τους
Οι οικογενειακές σχέσεις δεν λειτουργούν με έναν απλό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο «όποιος φροντίζει περισσότερο, αγαπά περισσότερο».

Οι σχέσεις ανάμεσα στους γονείς και τα παιδιά δεν σταματούν να εξελίσσονται όταν τα παιδιά ενηλικιώνονται. Αντίθετα, παλιά συναισθήματα, οικογενειακοί ρόλοι και ανάγκες που δημιουργήθηκαν στην παιδική ηλικία μπορούν να εξακολουθούν να επηρεάζουν τη σχέση ακόμη και δεκαετίες αργότερα. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές όταν οι γονείς μεγαλώνουν και αρχίζουν να χρειάζονται περισσότερη βοήθεια ή φροντίδα.

Σε ορισμένες οικογένειες, ένα από τα ενήλικα παιδιά είναι εκείνο που τηλεφωνεί συνεχώς, επισκέπτεται συχνότερα τους ηλικιωμένους γονείς, ελέγχει αν πήραν τα φάρμακά τους, αν έφαγαν, αν πλήρωσαν τους λογαριασμούς τους ή αν χρειάζονται κάτι. Από έξω, αυτή η συμπεριφορά μπορεί εύκολα να ερμηνευτεί ως ένδειξη ιδιαίτερα στενής σχέσης. Η πραγματικότητα, όμως, μπορεί να είναι περισσότερο σύνθετη.

Η ψυχολογική έρευνα δείχνει ότι οι σχέσεις γονέων και ενήλικων παιδιών χαρακτηρίζονται συχνά από αυτό που οι ειδικοί ονομάζουν «αμφιθυμία»: αγάπη και αφοσίωση μπορεί να συνυπάρχουν με παλιές συγκρούσεις, απογοήτευση, θυμό ή μια επίμονη ανάγκη για αποδοχή. Η φροντίδα ενός ηλικιωμένου γονέα, επομένως, δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη ότι το συγκεκριμένο παιδί ήταν πάντοτε το «αγαπημένο».

Μερικές φορές, μάλιστα, το παιδί που βρίσκεται περισσότερο δίπλα στον γονέα μπορεί να είναι εκείνο που εξακολουθεί να αναζητά κάτι που θεωρεί ότι δεν πήρε αρκετά στο παρελθόν: αναγνώριση, επιβεβαίωση ή συναισθηματική εγγύτητα. Η ανάγκη αυτή μπορεί να λειτουργεί χωρίς το ίδιο το άτομο να την αντιλαμβάνεται πλήρως.

Έτσι, η συνεχής παρουσία μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να συνδέεται και με την ελπίδα ότι η σχέση θα γίνει τελικά αυτή που το παιδί επιθυμούσε. Ένα «μπράβο», μια έκφραση ευγνωμοσύνης ή η αίσθηση ότι «τώρα με χρειάζεται» μπορεί να αποκτά ιδιαίτερη συναισθηματική σημασία όταν η επιβεβαίωση αυτή έλειπε σε προηγούμενες φάσεις της ζωής.

Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι όποιος φροντίζει περισσότερο έναν ηλικιωμένο γονέα έχει κάποιο ανεπίλυτο πρόβλημα. Η αυξημένη φροντίδα μπορεί να οφείλεται πολύ απλούστερα στην αγάπη, στην εγγύτητα, στο αίσθημα ευθύνης, στη γεωγραφική απόσταση από τα υπόλοιπα αδέλφια ή στο γεγονός ότι ένα παιδί διαθέτει περισσότερο χρόνο.

Υπάρχει επίσης διαφορά ανάμεσα στη φροντίδα και στον υπερβολικό έλεγχο. Όταν ένα ενήλικο παιδί αισθάνεται ότι πρέπει να γνωρίζει διαρκώς τι κάνει ο γονέας, δυσκολεύεται να αποδεχθεί τις επιλογές του ή αναλαμβάνει περισσότερες ευθύνες από όσες πραγματικά χρειάζεται, τότε μπορεί να υπάρχει μια βαθύτερη συναισθηματική δυναμική.

Από dnews

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 30 Αυγούστου 2026

ΕΙΝΑΙ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΚΑΙ ΕΙΜΑΙ στην Αθήνα. Η μαμά μου είναι «ογδόντα φεύγα» και η υγεία της είναι σε κακό χάλι. Έμεινε ξαφνικά χωρίς βοήθεια. Έφυγε απρόοπτα η «κυρία» που τη φρόντιζε. Κάτι σοβαρό, είπε, της έτυχε και μέσα σε μια μέρα έγινε καπνός.

Ο κλήρος πέφτει σε μένα. Οφείλω και να τη φροντίσω και να βρω λύση. Η μεγάλη μου αδελφή ζει μόνιμα στο εξωτερικό. «Κατέληξα μοναχοπαίδι», έχω δηλώσει στην ψυχοθεραπεύτριά μου, καθώς τελικά τα ζόρια με τους γονείς τα περνάω μόνη. Είμαι στο καράβι της επιστροφής. Τριάντα ολόκληρα χρόνια ψυχοθεραπείας για να «γλιτώσω» απ’ τον ίσκιο της μαμάς και τελικά εκείνη με γυρίζει πίσω μόνο με ένα τηλέφωνο. «Η Ταμάρα έφυγε». Η παντοδυναμία της κάθε μητέρας. Σαν να έσκασε βόμβα στην παραλία. Τα μάζεψα και γύρισα πίσω σε λίγες ώρες. Μέχρι πρότινος, προτού φύγω διακοπές, είχα το βάσανο να βρω ποιος θα φροντίζει τις γάτες και τους σκύλους μου. Έχω πέντε κατοικίδια και δεν είναι εύκολο εγχείρημα. Φέτος όμως άλλαξα πίστα. Ήρθε κάτι που δεν είχα φανταστεί και ακούει στο όνομα «τι να την κάνω Αύγουστο τη μαμά;». Είμαι τώρα μέρες στην Αθήνα, χωρίς λύση. Έπεσα στο «φιλότιμο» της αλλοδαπής. Έχω μάθει όλα τα γραφεία που βρίσκουν φροντιστές, έχω μιλήσει με πάνω από τριάντα κοπέλες. Μπερδεύω ονόματα, εθνικότητες, τι λεφτά ζητάνε και τι ωράρια θέλουν.

Για μια στιγμή δεν έβλεπα πια τη μάνα μου. Έβλεπα εμένα σε τριάντα χρόνια. Το δικό μου σώμα πεσμένο, ανήμπορο, παραδομένο σε κάποια άλλα χέρια. Σαν να έκανε ο χρόνος ένα απότομο άλμα προς τα εμπρός και να μου έδειξε, χωρίς να τον ρωτήσω, μια φωτογραφία από το μέλλον μου.

Μέσα στη φούρια μου, επισκέφτηκα και τις Μονάδες Φροντίδας Ηλικιωμένων. Κάποιες, πιο «ξενοδοχειακές», δέχονται ηλικιωμένους ακόμα και για έναν μήνα, οπότε σκέφτηκα μήπως ήταν μια κάποια λύση. Έφυγα με κανονική κατάθλιψη. Δεν ξέρω αν έφταιγαν οι χώροι, οι άνθρωποι ή απλώς η εικόνα του μέλλοντος μαζεμένη σε ένα κτίριο. Και αυτή η μυρωδιά. Ίσως και χειρότερη από τη νοσοκομειακή, γιατί δεν μυρίζει μόνο αντισηπτικό. Μυρίζει μοναξιά, εγκατάλειψη και φόβο. Ήξερα μόνο ένα πράγμα: τη μάνα μου εκεί μέσα δεν την έβαζα. Είναι μέρες που θυμίζω τον ήρωα που υποδυόταν ο Ντάνι ΝτεΒίτο στην κωμωδία «Πέτα τη μαμά απ’ το τρένο» και φαντασιωνόταν να την εκσφενδονίζει από το τρένο. Να πω πως δεν το σκέφτηκα; Το σκέφτηκα. Γιατί μαζί με όλα τα δεινά που την έχουν βρει, δεν έχει μαλακώσει. Το αγύριστο κεφάλι της έχει γίνει ακόμα πιο αγύριστο, πράγμα που δυσχεραίνει το έργο μου. Όσο μεγαλώνω και παρατηρώ τους ανθρώπους, τόσο λιγότερο πιστεύω ότι τα γεράματα φέρνουν σε όλους σοφία. Νομίζω πως μάλλον μεγεθύνουν αυτό που ήδη είσαι. Αν δεν έχεις δουλέψει, δε, με τον εαυτό σου, αν δεν έχεις λειάνει τις «προεξοχές» σου, αυτές με τα χρόνια σκληραίνουν. Γίνονται βράχοι. Σκάω στα βράχια της μάνας μου. Αυτό μου συμβαίνει. Ενώ δεν βλέπει να ανοίξει το καπάκι της τουαλέτας, μπορεί να δει τι φοράω και να με ρωτήσει «είναι τώρα αυτό για την ηλικία σου; Αυτό το φοράνε τα κοριτσάκια».

Σ’ αυτό το σημείο να πω ότι βρίσκω τα γεράματα «χυδαία» ηλικία. Τα έβρισκα πάντα και εξακολουθώ να το πιστεύω, παρόλο που είμαι κι εγώ πια μεσόκοπη. Δεν είναι μόνο το ζαρωμένο δέρμα, η ανημποριά, οι πόνοι στο σώμα. Είναι που ο θάνατός σου έχει φωλιάσει χωρίς να τον αντιληφθείς και σε έχει βάλει στο χολ της αναμονής, να περιμένεις μέχρι να σου ανοίξει την πόρτα – όχι για να μπεις αλλά για να βγεις.

Η ζωή σαν άμπωτη. Τραβιέται πίσω κι εσύ ακολουθείς αυτήν τη χορογραφία. Φτάνεις μερικές φορές να περιμένεις με λαχτάρα αυτό το αόρατο «κάτι» που θα σε τελειώσει.

Η μαμά μου συχνά εύχεται να έρθει ο θάνατός της. Είναι, λέει, «έτοιμη». Θα πάει να βρει τον μπαμπά. Βρίσκω συγκινητική αυτή της τη σιγουριά και δεν της τη χαλάω. Τον τελευταίο καιρό μού λέει ότι νιώθει πως το τέλος της κοντοζυγώνει και μου ζητάει να μη στενοχωρηθώ γιατί θα είναι για εκείνη ξεκούραση. Μου μιλάει για τον θάνατό της σαν να πρόκειται για θέρετρο διακοπών.

Τέτοια συζητάμε. Τέτοια «θανατερά». Και τα συζητάμε ενώ μου σερβίρει σουτζουκάκια που ήρθαν από το οινομαγειρείο. Πλέον δεν μπορεί να μαγειρέψει τα νόστιμα φαγητά που έφτιαχνε κάποτε. Αλλά όσο χάλια κι αν είναι η υγεία της, με ένα μάτι, με ένα πόδι, το ζήτημα είναι τι θα φάω εγώ, η «μικρή». Μην τυχόν και μείνω νηστική.

«Αρκετά με τις γυναίκες, κάποια θα βρεθεί. Το θέμα είναι εσύ τι θα φας», λέει συγκινητικά. Μα μόλις αρχίζω να τρώω, να σου ξανά τα θανατερά. Αν της ανεβάσω φωνή και της πω «φτάνει μ’ αυτά», λέει «μα δεν βλέπεις πώς έχω καταντήσει;».

Η μαύρη αλήθεια είναι πως εθελοτυφλώ. Αλλά ποιος μπορεί να ευχηθεί το τέλος του γονιού του όταν εκείνος είναι ακόμη περίπου λειτουργικός και όταν σε αντικρίζει στην πόρτα και λέει: «Καλώς το, το παιδάκι μου»;

Δεν ξέρω πια τι να ευχηθώ για εκείνη.

Ο μπαμπάς μου, με τον οποίο ήταν μέρα νύχτα μαζί, μας «χαιρέτησε» για την αντίπερα όχθη. Οι φίλοι, οι συγγενείς της και τόσοι αγαπημένοι της είναι πια χρόνια πεθαμένοι. «Στη γαλαρία εκεί ψηλά είναι όλοι μου οι αγαπημένοι», λέει, και ο θάνατος για τη μαμά μοιάζει με εκδρομικό πούλμαν.

Άτιμο γήρας. Σου παίρνει αυτούς που αγαπάς, σου παίρνει τη ρώμη, σου παίρνει τη μνήμη και την αξιοπρέπεια. Σε λιγοστεύει λίγο λίγο. Κι όταν το μέλλον στενεύει, μένει μόνο το παρελθόν. Γι’ αυτό οι ηλικιωμένοι λένε ξανά και ξανά τις ίδιες ιστορίες. Δεν θυμούνται απλώς. Κρατιούνται.

Θυμάμαι τη γιαγιά με τα «ίδια και τα ίδια» της νιότης της που ως παιδί μού άρεσε να ακούω γιατί ήταν σαν να την έβλεπα μπροστά μου νέα. Η γιαγιά έχει πεθάνει πάνω από τριάντα χρόνια. Τη σκυτάλη στο γήρας πήρε η μάνα μου, ενώ εγώ έφτασα στην ηλικία που είχε εκείνη όταν η μητέρα της ήταν ηλικιωμένη.

Το «εδώ που είσαι ήμουνα κι εδώ που είμαι θα ’ρθεις» παίζει στερεοφωνικά στο κεφάλι μου, σαν να ’χει κολλήσει μέρες η βελόνα. Σαν τραγουδάκι σε ταινία τρόμου. Η μητέρα μου στην ηλικία της γιαγιάς μου; Πώς; Πότε; Κι αν πέρασε τόσο γρήγορα το εκεί στο εδώ, γιατί να μην περάσει γρήγορα και το εδώ στο εκεί; Στο δικό μου εκεί.

Τέτοια σκέφτομαι καθώς τη φροντίζω. Πολύ υπαρξιακός μάς βγήκε αυτός ο Αύγουστος, να τον ελαφρύνω λίγο, λέω, και με το ένα χέρι την καθαρίζω και με το άλλο ρίχνω κλεφτές ματιές στο Tinder.

Η ανήμπορη μητέρα μου μοιάζει δυστυχώς σαν ένα σακί με κόκαλα. Η παραμορφωτική αρθρίτιδα που ήρθε όταν ήταν μόνο σαράντα χρονών ήταν όνομα και πράγμα και παραμόρφωσε τα κόκαλά της για τα καλά. Τα χέρια της έχουν πάρει απότομη κλίση. Σαν άχαρα κουπιά. Όλα τής πέφτουν.

Βλέπει άλλωστε μόνο κατά τα τρία δέκατα. Ωχρά κηλίδα η πάθησή της στα μάτια. Η μαγνητική έδειξε και άνοια και Αλτσχάιμερ. Απ’ όλα έχει ο μπαξές. Το πάμε με τη μέρα. Προς το παρόν θυμάται.

Η φθορά, άλλωστε, δεν ήρθε θεαματικά. Ήρθε ύπουλα. Δεν σου τα σκάει έτσι, μπαμ. Τη μια μέρα δυσκολευόταν να σηκωθεί από το κρεβάτι. Την άλλη δεν μπορούσε να κάνει μπάνιο μόνη της. Λίγο μετά κατάλαβε ότι χρειάζεται βοήθεια για την ακράτεια τη νύχτα και ξεκίνησε την πάνα.

Αυτό το τελευταίο την τσάκισε περισσότερο απ’ όλα. Τον πόνο τον αντέχει. Η πάνα ήταν το ταβάνι της ταπείνωσής της.

Το να αλλάζεις πάνα στη μητέρα σου είναι κάτι που δεν περιγράφεται. Είναι σωματικό, σπαρακτικό. Υπαρξιακό και ανατριχιαστικό μαζί. Μ’ αυτήν τη σειρά. Το να βλέπω τους δύο άσπρους, πεσμένους γλουτούς είναι σπλαχνικό ανακάτεμα. Το σώμα που σε γέννησε, σε κράτησε, σε έπλυνε, τώρα περιμένει να το πλύνεις και να το σκουπίσεις εσύ.

Υπάρχει κάτι απόλυτα δημοκρατικό σε αυτό. Αλλά η δημοκρατία είναι το τελευταίο που σκέφτεσαι με μια βρεγμένη πάνα της μάνας σου στο χέρι. Ο χρόνος δεν χαρίζεται. Κι αυτή η γύμνια είναι χαράδρα. Μέρες μετά αναρωτιέμαι γιατί με τάραξε τόσο. Είναι μάνα. Κάτι έξω από το σώμα. Σαν θεσμός που θα λειτουργεί για πάντα. Την είχα δει γυμνή όταν ήταν νέα τόσες φορές. Δεν είναι το ίδιο. Έτσι, έσκαψα πιο πολύ μέσα μου και κατάλαβα τι ήταν αυτό που με είχε σοκάρει τόσο. Τα οπίσθιά της είχαν γίνει καθρέφτης. Και μέσα τους καθρεφτίστηκα εγώ, γριά.

Για μια στιγμή δεν έβλεπα πια τη μάνα μου. Έβλεπα εμένα σε τριάντα χρόνια. Το δικό μου σώμα πεσμένο, ανήμπορο, παραδομένο σε κάποια άλλα χέρια. Σαν να έκανε ο χρόνος ένα απότομο άλμα προς τα εμπρός και να μου έδειξε, χωρίς να τον ρωτήσω, μια φωτογραφία από το μέλλον μου.

Ίσως αυτό να είναι το πιο σκληρό στη φροντίδα ενός ηλικιωμένου γονιού: μαζί με τη δική του φθορά, βλέπεις να έρχεται και η δική σου.

Στα δύο άσπρα, πεσμένα, ντροπιασμένα οπίσθιά της είχε καθίσει όλος ο χρόνος. Ο δικός της που τέλειωνε κι ο δικός μου που ερχόταν.

Την πρώτη μέρα που την άλλαξα υπήρξε μια μεγάλη σιωπή. Ήθελε να δικαιολογηθεί. Μου είπε ότι φοράει την πάνα για ασφάλεια. Της είπα: «Μαμά, δεν έχει σημασία». Μετά ήταν σαν να πέρασε η ντροπή. Όπως το σεξ λίγο πριν βγάλεις τα ρούχα. Μετά τελειώνει μια για πάντα. Δεν ξαναείπε τίποτα.

Εγώ, πάλι, πάω κι έρχομαι σαν εκκρεμές. Τρυφερότητα και θυμός. Φροντίδα και αγανάκτηση. Επιθυμία να ζήσει και σκέψη να τελειώσει. (Το τελευταίο σημειώνω να το συζητήσω με την ψυχοθεραπεύτριά μου.)

Η αγάπη δεν είναι καθαρή, ειδικά με πάνες, φάρμακα και επαναλήψεις. Και κάπου εκεί είναι και η δική μου ζωή.

Είναι αμαρτία που θέλω να συνεχίσω; Που θέλω να την αφήσω; Είναι καλοκαίρι, θέλω να ξεκουραστώ, να πάω διακοπές, να πιω έναν καφέ στη θάλασσα, να αδειάσω το κεφάλι μου. Αλλά το μισό μου κεφάλι είναι εκεί.

Έφαγε; Πήρε τα χάπια; Σηκώθηκε; Μήπως έπεσε; Είναι καλή η “γυναίκα” που της βρήκα τελικά στο παρά πέντε; Ή την ξεπέταξα τη μαμά με το ό,τι να ’ναι, αρκεί άλλος να τη φροντίζει; Έφυγα νύχτα. Μια που της βρήκα άνθρωπο, μια που της είπα «Μαμά, εγώ την κάνω».

Το τηλέφωνο χτυπάει, η καρδιά τινάζεται και θυμώνω. Γιατί θέλω χρόνο. Λίγες ώρες –καλύτερα λίγες μέρες– χωρίς να είμαι κόρη κανενός.

Και μετά ακούγεται τόσο γλυκιά η φωνή της στο τηλέφωνο. «Ευχαριστώ, παιδάκι μου, για ό,τι έκανες για μένα, κοίτα να περάσεις καλά και μη με σκέφτεσαι». Ξανά ενοχές. Αυτές οι μανάδες τελειώνουν άραγε ποτέ;

Ένας φαύλος κύκλος. Οικογενειακός. Κληρονομικός.

Ο φωτεινός Αύγουστος δεν μ’ έβαλε να τακτοποιήσω μόνο τη μάνα μου αλλά και τον χρόνο που μου ψιθυρίζει «είσαι η επόμενη».

«Σκάσε», λέω δυνατά.

Και τότε θέλω μόνο ταξίδια, θάλασσα, δυνατή μουσική, θόρυβο, κρασιά και νιάτα. Οπωσδήποτε νιάτα. Οτιδήποτε δηλαδή με αποσπά.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 23 Αυγούστου 2026

Αλλά αυτό, όπως φαίνεται, είναι το λιγότερο. Στις μέρες μας, ακόμη και ο θάνατος παίρνει παράταση. Το ίδιο και ο αποχαιρετισμός. Βλέπετε, ο άνθρωπος που πέθανε εξακολουθεί να «ζει». Διαφορετικά, μέσα από τα  date centers αλλά ζει. Το πένθος έχει αποκτήσει άλλη μορφή, όπως και ο θάνατος που υποτίθεται ότι προηγείται. Οι νεκροί, πλέον, έχουν φωνή. Στην κυριολεξία.

Λόγω των πρόσφατων εξελίξεων στην τεχνητή νοημοσύνη, είναι πλέον εφικτό να «αναστήσουμε» ψηφιακά νεκρούς ανθρώπους και να αλληλεπιδράσουμε μαζί τους. Οι άνθρωποι πάντα φαντασιώνονταν την αιώνια ζωή· τώρα αυτή μοιάζει σχεδόν πραγματικότητα. Αλλά πώς πρέπει να εκλάβουμε αυτόν τον νέο τρόπο «τεχνητής» παράτασης της ύπαρξής μας; Είναι επιθυμητός; Ποια είναι τα κύρια ηθικά ζητήματα που εγείρει η εμφάνιση των griefbots ή deadbots;

Το deadbot, γνωστό και ως griefbot, είναι μια εφαρμογή τεχνητής νοημοσύνης που σχεδιάζεται για να αναπαράγει την προσωπικότητα, τη φωνή, το ύφος γραφής ή ακόμη και την ψηφιακή μορφή ενός ανθρώπου που έχει φύγει από τη ζωή. Για τη δημιουργία του, το σύστημα τροφοδοτείται με το ψηφιακό αποτύπωμα του εκλιπόντος, όπως γραπτά μηνύματα, emails, δημοσιεύσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ηχητικά ντοκουμέντα και βίντεο. Μέσω αλγορίθμων μηχανικής μάθησης και επεξεργασίας φυσικής γλώσσας, το σύστημα επεξεργάζεται αυτά τα δεδομένα, ώστε να μπορεί να διεξάγει έναν φαινομενικά αυθεντικό και διαδραστικό διάλογο με τους ζωντανούς σε πραγματικό χρόνο.

Στην πράξη, πολλοί στρέφονται στα deadbots αναζητώντας παρηγοριά κατά τη διάρκεια του πένθους. Μια τέτοια εφαρμογή προσφέρει την ευκαιρία να ακούσει κανείς ξανά μια γνώριμη φωνή, να εκφράσει σκέψεις που δεν πρόλαβε να μοιραστεί ή να διατηρήσει μια αίσθηση παρουσίας που απαλύνει τον αρχικό πόνο της απώλειας.

Παρόλα αυτά, η χρήση τους εγείρει σοβαρά ηθικά και ψυχολογικά διλήμματα. Από τη μία πλευρά, τίθεται το ζήτημα της συγκατάθεσης, καθώς συχνά αυτά τα ψηφιακά ομοιώματα δημιουργούνται χωρίς τη ρητή επιθυμία του ίδιου του εκλιπόντος ή όλων των μελών της οικογένειας. Από την άλλη, η δυνατότητα συνεχούς αλληλεπίδρασης με μια «ζωντανή» αναπαράσταση εγκυμονεί τον κίνδυνο συναισθηματικής εξάρτησης, η οποία μπορεί να εμποδίσει το άτομο να αποδεχτεί την οριστικότητα του θανάτου και να καθυστερήσει την υγιή ολοκλήρωση της διαδικασίας του πένθους. Παράλληλα, η ανάδυση εμπορικών υπηρεσιών που προσφέρουν τέτοιες «ψηφιακές αναστάσεις» φέρνει στο προσκήνιο τον κίνδυνο οικονομικής εκμετάλλευσης της ευαλωτότητας των πενθούντων.

Η ανθρώπινη μνήμη λειτουργεί ως μηχανισμός προσαρμογής και επιβίωσης, ο οποίος διατηρεί τον πυρήνα μιας εμπειρίας, ενώ οι λεπτομέρειες μπορεί να ξεχαστούν, να μεταβληθούν ή να συμπληρωθούν εκ των υστέρων. Αυτό σημαίνει ότι οι αναμνήσεις μπορούν να επηρεαστούν ακόμη και χωρίς τη βοήθεια της τεχνολογίας.

Μετά τον θάνατο ενός ανθρώπου, οι συγγενείς του συχνά τείνουν να ανακαλούν περισσότερο τις θετικές πλευρές της προσωπικότητάς του και να ξεχνούν τις δύσκολες ή αντιφατικές εμπειρίες που είχαν μαζί του. Εικόνες, επεξεργασμένα βίντεο και άλλες ψηφιακές παρεμβάσεις έχουν ήδη δείξει ότι μπορούν να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο θυμόμαστε το παρελθόν.

Η τεχνητή νοημοσύνη, ωστόσο, διευρύνει σημαντικά αυτή τη δυνατότητα, καθώς μπορεί να δημιουργήσει μια διαδραστική εκδοχή ενός προσώπου: να γράφει με παρόμοιο ύφος, να μιλά με συνθετική φωνή ή να απαντά σε ερωτήσεις με βάση το ψηφιακό του αποτύπωμα, αντί να περιορίζεται απλώς στην επεξεργασία μιας φωτογραφίας ή ενός βίντεο. Έτσι, μια τεχνητή αναπαράσταση μπορεί να γίνει τόσο πειστική, ώστε ο χρήστης να δυσκολεύεται να διαχωρίσει την αυθεντική ανάμνηση από το περιεχόμενο που παράγει η μηχανή.

Το πένθος αποτελεί μια διαδικασία κατά την οποία ο εγκέφαλος και η καθημερινή ζωή προσαρμόζονται σε μια πραγματικότητα όπου ένας συγκεκριμένος άνθρωπος δεν είναι πλέον παρών. Για αρκετό καιρό, οι πενθούντες μπορεί να έχουν την αίσθηση ότι ο νεκρός βρίσκεται ακόμη κοντά τους: να περιμένουν να τον δουν σε ένα δωμάτιο, να ακούν νοερά τη φωνή του ή να αισθάνονται την παρουσία του σε οικείους χώρους.

Οι άνθρωποι, άλλωστε, χρησιμοποιούσαν πάντοτε τα διαθέσιμα μέσα για να διατηρούν έναν δεσμό με τους νεκρούς. Οι φωτογραφίες, τα γράμματα, τα προσωπικά αντικείμενα και τα μνημεία λειτουργούσαν ως τρόποι ανάκλησης και συμβολικής παρουσίας. Η τεχνητή νοημοσύνη προσθέτει σε αυτές τις πρακτικές ένα νέο στοιχείο, που απουσίαζε από τις προηγούμενες μορφές μνήμης: τη δυνατότητα μιας φαινομενικά ζωντανής συνομιλίας.

Αυτό μπορεί να προσφέρει παρηγοριά. Ένα άτομο ίσως θέλει να ακούσει ξανά μια γνώριμη φωνή, να εκφράσει όσα δεν πρόλαβε να πει ή να διατηρήσει έναν ιδιωτικό χώρο επικοινωνίας με τον άνθρωπο που έχασε. Υπό συνθήκες, μια ψηφιακή αναπαράσταση μπορεί να λειτουργήσει ως τελετουργία μνήμης ή ως προσωρινό βοήθημα στη διαδικασία αποδοχής της απώλειας.

Το κρίσιμο ερώτημα, βέβαια, είναι αν η τεχνολογία βοηθά τον άνθρωπο να συνδεθεί με την ανάμνηση ή αν τον ενθαρρύνει να συμπεριφέρεται σαν ο θάνατος να μην έχει συμβεί. Οι ψηφιακές αναπαραστάσεις των νεκρών μπορούν να κάνουν την απουσία λιγότερο αισθητή, αλλά ακριβώς γι’ αυτό ενδέχεται να δυσκολέψουν την αποδοχή της οριστικότητας του θανάτου.

Ας εκτιμήσουμε, λοιπόν, λίγο περισσότερο τα κείμενα που διαβάζουμε στο Facebook για τους ανθρώπους που έφυγαν από τη ζωή, κι ας καταλαβαίνουμε με την πρώτη ματιά πλέον ότι η τεχνητή νοημοσύνη ίδρωσε για να γράψει αυτό το κείμενο.  Σε λίγο θα μας λείψουν και αυτά. Εδώ ξεχάσαμε ήδη πώς γράφουν και μιλούν οι πολιτικοί μετά την εμφάνιση  τπυ GTPchat στα ψηφιακά δάκρυα θα κολλήσουμε, από τη στιγμή που έχουμε να κάνουμε με τα deadbots;

Από ΤΟ ΒΗΜΑ

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 8 Αυγούστου 2026

Οι άνθρωποι που ξαναβλέπουν τις ίδιες ταινίες για να νιώσουν παρηγοριά έχουν δημιουργήσει ένα μικρό και ασφαλές «καταφύγιο» μέσα στην εβδομάδα.

Γιατί βλέπουμε ξανά και ξανά τις ίδιες ταινίες; Την απάντηση επιχειρεί να δώσει ο Daniel Moran με άρθρο του στο Silicon Canals.

Όπως αναφέρει, υπάρχει μία ταινία που την έχει δει τόσες φορές, ώστε μπορεί να απαγγείλει τους διαλόγους της ακόμη και την ώρα που πλένει τα πιάτα, ενώ θυμάται κάθε λεπτομέρεια και το τέλος σχεδόν καρέ-καρέ.

Για μεγάλο διάστημα θεωρούσε αυτή τη συνήθεια προσωπική αποτυχία, καθώς, παρά τις αμέτρητες ταινίες που είναι διαθέσιμες, επέστρεφε διαρκώς στην ίδια. Ωστόσο, όπως μεταφέρει, η συμπεριφορά αυτή έχει μελετηθεί. Δύο ερευνητές, η Cristel Russell και ο Sidney Levy, σε μελέτη το 2012 στο Journal of Consumer Research της έδωσαν την ονομασία ηθελημένη επανακατανάλωση (volitional reconsumption). Ο όρος αφορά στην εκούσια επαναβίωση μιας εμπειρίας που έχουμε ήδη ζήσει, όπως η επανάγνωση ενός βιβλίου ή η επαναπροβολή μιας ταινίας.

Αυτό που αποκάλυψαν οι συνεντεύξεις τους ήταν ότι οι άνθρωποι δεν επιστρέφουν σε αυτές τις εμπειρίες απλώς από συνήθεια. Επιλέγουν συνειδητά το συναίσθημα που θέλουν να ξαναζήσουν, γνωρίζοντας ότι η συγκεκριμένη ταινία θα τους το προσφέρει. Οι Russell και Levy το ονομάζουν συναισθηματική αποτελεσματικότητα, ενώ Moran «κράτηση δωματίου».

Η ψυχολογία λέει ότι οι άνθρωποι που τους ενοχλεί και το παραμικρό δεν είναι απαραίτητα «μονίμως θυμωμένοι»: Δείτε τι μπορεί να σημαίνει η συμπεριφορά τους
Μάλιστα, το γεγονός ότι γνωρίζουμε το τέλος δεν καταστρέφει απαραίτητα την εμπειρία. Έρευνα ψυχολόγων από το UC San Diego το 2011 έδειξε ότι οι αναγνώστες μπορούσαν να απολαμβάνουν ακόμη περισσότερο ιστορίες όταν γνώριζαν εκ των προτέρων την ανατροπή. Η εξήγηση βρίσκεται στη λεγόμενη «ευχέρεια» επεξεργασίας: όταν ο εγκέφαλος δεν χρειάζεται να καταναλώνει ενέργεια προσπαθώντας να προβλέψει τι θα συμβεί και μπορεί να επικεντρωθεί περισσότερο σε άλλα στοιχεία της εμπειρίας.

Οι γνώριμες ταινίες μπορούν επίσης να λειτουργήσουν ως ένα είδος κοινωνικής υποκατάστασης. Μελέτη του 2009 της Jaye Derrick έδειξε ότι οι άνθρωποι στρέφονται στις αγαπημένες τους σειρές όταν νιώθουν μοναξιά και στη συνέχεια αισθάνονται λιγότερο μόνοι. Σύμφωνα με τον Moran πρόκειται για την «υπόθεση της κοινωνικής υποκατάστασης» (social surrogacy hypothesis), την ιδέα δηλαδή ότι μια αγαπημένη τηλεοπτική σειρά μπορεί, ως έναν βαθμό, να λειτουργήσει ως υποκατάστατο της πραγματικής ανθρώπινης συντροφιάς. Η επίδραση αυτή ωστόσο συνδέεται με συγκεκριμένους, γνώριμους χαρακτήρες και όχι απλώς με το γεγονός ότι υπάρχει μια

Βλέπουμε τις ίδιες ταινίες και σειρές όταν έχουμε κακές μέρες
Σύμφωνα με το άρθρο, η ανάγκη να δει κανείς μία ταινία που ξέρει καλά γίνεται ακόμη εντονότερη μετά από ημέρες που απαιτούν μεγάλη αυτοσυγκράτηση. Επικαλούμενο σχετική έρευνα του 2013 αναφέρει ότι οι συμμετέχοντες, αφού είχαν καταναλώσει σημαντικά αποθέματα αυτοελέγχου, προτιμούσαν γνώριμους φανταστικούς κόσμους και στη συνέχεια ανταποκρίνονταν καλύτερα σε νέα καθήκοντα που απαιτούσαν πειθαρχία.

Και σε αυτή την περίπτωση, ο αρθρογράφος ταυτίστηκε. Όπως αναφέρει, στο παρελθόν μετά από μία εξαντλητική μέρα στη δουλειά όπου έπρεπε να αντιδρά με ηρεμία σε κάθε απαίτηση και συμπεριφορά, γυρνώντας στο σπίτι δεν αναζητούσε μια απαιτητική ταινία αλλά εκείνη της οποίας γνώριζε ήδη το τέλος. Ήθελε απλώς να περάσει την τελευταία ώρα της ημέρας σε έναν κόσμο όπου κανείς δεν χρειαζόταν τίποτα από εκείνον.

Τι πρέπει να προσέξει κανείς
Ωστόσο, η συμπεριφορά αυτή μπορεί να έχει και κάποια μειονεκτήματα. Σύμφωνα με τον Moran, η ίδια η Derrick έχει επισημάνει κάτι αντίστοιχο: όταν απομακρυνόμαστε από τους πραγματικούς ανθρώπους και αναζητούμε παρηγοριά στην τηλεόραση, μπορεί με τον καιρό να διαθέτουμε λιγότερα ψυχικά και κοινωνικά αποθέματα για να αντιμετωπίσουμε την καθημερινότητα. Το ερώτημα, σύμφωνα με τον αρθρογράφο, είναι αν κάποιος επισκέπτεται απλώς αυτό το «δωμάτιο» ή αν έχει εγκατασταθεί εκεί. Η επανάληψη μετά από μια δύσκολη εβδομάδα μπορεί να λειτουργεί αποκαταστατικά, ενώ η χρήση της για να αποφεύγεται μια συζήτηση ή μια κατάσταση μπορεί να έχει διαφορετική λειτουργία.

Συμβουλές
Τέλος, ο αρθρογράφος προτείνει να επιλέγεται εκ των προτέρων η ταινία ή η σειρά, πριν επέλθει η κόπωση, να παραμένει η παρακολούθηση περιορισμένη και να αποφεύγεται το ατελείωτο autoplay.

Παράλληλα, σημειώνει πως αξίζει να προσέχουμε τι επιλέγουμε να ξαναδούμε, καθώς αυτό μπορεί να αποκαλύπτει τι μας λείπει περισσότερο: τάξη, φροντίδα ή ανθρώπους που κάνουν τη ζωή πιο διασκεδαστική. Όπως, λέει, «ένα μικρό, ασφαλές και προβλέψιμο “καταφύγιο” δεν σημαίνει ότι έχεις παραιτηθεί από τον κόσμο. Για κάποιους από εμάς, είναι ακριβώς αυτό που κάνει τον κόσμο αρκετά υποφερτό, ώστε να μπορούμε να ξαναβγούμε σε αυτόν.

Από iefimerida

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 18 Ιουλίου 2026

Οι άνθρωποι με έντονη διαίσθηση και παρατηρητικότητα αντιλαμβάνονται λεπτομέρειες που περνούν απαρατήρητες στους περισσότερους.

Δείτε ποια είναι τα επτά χαρακτηριστικά που τους ξεχωρίζουν, σύμφωνα με ειδικούς.

1. Αντιλαμβάνονται όταν τα λόγια δεν συμβαδίζουν με τη γλώσσα του σώματος
Οι ιδιαίτερα παρατηρητικοί άνθρωποι δεν βασίζονται αποκλειστικά σε όσα ακούνε. Παρακολουθούν τις εκφράσεις του προσώπου, τον τόνο της φωνής, τη στάση του σώματος και την οπτική επαφή.

Αν κάποιος δηλώνει ότι είναι καλά, αλλά αποφεύγει να κοιτάξει στα μάτια ή χαμογελά αμήχανα, αντιλαμβάνονται ότι ίσως κρύβει κάτι περισσότερο. Αντί να πιέσουν, προτιμούν να ακούσουν προσεκτικά ή να δώσουν χρόνο στον συνομιλητή τους.

2. «Διαβάζουν» τα κρυμμένα συναισθήματα
Οι άνθρωποι με υψηλή κοινωνική αντίληψη μπορούν να εντοπίσουν συναισθήματα όπως απογοήτευση, άγχος, θυμό ή απογοήτευση, ακόμη και όταν κάποιος προσπαθεί να τα αποκρύψει.

Δεν θεωρούν όμως δεδομένο ότι έχουν δίκιο. Χρησιμοποιούν τις παρατηρήσεις τους ως αφορμή για να ακούσουν περισσότερο και να δείξουν κατανόηση και ενσυναίσθηση.

3. Προσαρμόζουν τον τρόπο επικοινωνίας τους
Δεν επικοινωνούν με όλους με τον ίδιο τρόπο. Αντιλαμβάνονται γρήγορα αν κάποιος προτιμά μια άμεση συζήτηση ή μια πιο ήπια και προσεκτική προσέγγιση.

Ανάλογα με την περίσταση, αλλάζουν τον τόνο, τον ρυθμό και τον τρόπο έκφρασής τους, ώστε ο συνομιλητής να αισθάνεται άνετα και ασφαλής, χωρίς να αλλοιώνουν τη δική τους προσωπικότητα.

4. Θυμούνται μικρές, αλλά σημαντικές λεπτομέρειες
Οι παρατηρητικοί άνθρωποι συγκρατούν πληροφορίες που οι περισσότεροι ξεχνούν. Μπορεί να θυμούνται το όνομα ενός μέλους της οικογένειας, ένα σημαντικό γεγονός ή ένα ταξίδι που είχε αναφέρει κάποιος σε προηγούμενη συζήτηση.

Αυτό δείχνει ότι άκουγαν πραγματικά και δεν περίμεναν απλώς τη σειρά τους να μιλήσουν, κάνοντας τον συνομιλητή τους να αισθάνεται ότι τον εκτιμούν.

5. Ξέρουν πότε πρέπει να σιωπήσουν
Δεν αισθάνονται την ανάγκη να γεμίζουν κάθε στιγμή με λόγια. Αντίθετα, γνωρίζουν ότι μια σύντομη παύση μπορεί να δώσει στον άλλον τον χρόνο να οργανώσει τις σκέψεις του ή να μοιραστεί κάτι πιο προσωπικό.

Συχνά, οι πιο ειλικρινείς εξομολογήσεις έρχονται μετά από λίγα δευτερόλεπτα σιωπής, όταν δεν υπάρχει πίεση στη συζήτηση.

6. Καταλαβαίνουν πότε πρέπει να αλλάξει θέμα η συζήτηση
Οι άνθρωποι με ανεπτυγμένη διαίσθηση αντιλαμβάνονται πότε κάποιος αισθάνεται άβολα ή δεν επιθυμεί να συνεχίσει ένα συγκεκριμένο θέμα.

Χωρίς να φέρνουν τον συνομιλητή τους σε δύσκολη θέση, αλλάζουν φυσικά τη ροή της συζήτησης, σεβόμενοι τα προσωπικά του όρια και αποφεύγοντας να τον πιέσουν.

7. Κάνουν ουσιαστικές ερωτήσεις
Αντί να μένουν σε επιφανειακές συζητήσεις, κάνουν ερωτήσεις που δείχνουν πραγματικό ενδιαφέρον και ενθαρρύνουν τον άλλον να μιλήσει για τις εμπειρίες και τις σκέψεις του. Οι ερωτήσεις τους βασίζονται σε όσα έχουν ήδη ακούσει και παρατηρήσει, δημιουργώντας ένα κλίμα εμπιστοσύνης που επιτρέπει πιο ουσιαστικές και ειλικρινείς συζητήσεις.

Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η έντονη παρατηρητικότητα και η διαίσθηση δεν αποτελούν κάποια «έκτη αίσθηση», αλλά δεξιότητες που βασίζονται στην προσεκτική ακρόαση, την ενσυναίσθηση και την ικανότητα κατανόησης των μη λεκτικών μηνυμάτων.

Οι άνθρωποι που διαθέτουν αυτά τα χαρακτηριστικά συμβάλλουν στη δημιουργία βαθύτερων σχέσεων, καθώς κάνουν τους γύρω τους να αισθάνονται ότι πραγματικά ακούγονται, κατανοούνται και γίνονται αποδεκτοί.

Από iefimerida

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 13 Ιουλίου 2026

Τα τελευταία χρόνια η σκανδιναβική φιλοσοφία ζωής έχει αποκτήσει φανατικούς υποστηρικτές σε όλο τον κόσμο. Από το hygge (η αίσθηση θαλπωρής και άνεσης) έως το το friluftsliv (ζωή στη φύση), η ευεξία των χωρών του Βορρά μοιάζει να αποτελεί πηγή έμπνευσης για όσους αναζητούν μια πιο ισορροπημένη καθημερινότητα.

Είναι όμως πράγματι μια νέα τάση ή πρόκειται για κάτι πολύ βαθύτερο; Ο Ιωάννης Σταματέλος, ψυχολόγος υγείας που ζει και εργάζεται στη Νορβηγία, εξηγεί στη Vogue Greece ότι η σκανδιναβική ευεξία προϋπήρχε πολύ πριν η βιομηχανία του wellness την ανακαλύψει. «Η σκανδιναβική ευεξία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κουλτούρας των Σκανδιναβών. Στον πυρήνα της βρίσκεται η βαθιά σύνδεση και η αγάπη του ανθρώπου για τη φύση. Η σχέση αυτή βασίζεται στον σεβασμό και την αμοιβαιότητα, καθώς και οι δύο πλευρές ωφελούνται από αυτήν. Πάνω σε αυτή την ώριμη σχέση οικοδομείται η ευεξία των ανθρώπων στη Βόρεια Ευρώπη.

Όπως εξηγεί, στη Νορβηγία υπάρχει μια χαρακτηριστική φράση που συνοψίζει ολόκληρη αυτή τη φιλοσοφία. Η φράση αυτή είναι η “Ut på tur, aldri sur” που σημαίνει «Έξω στη φύση, ποτέ κακόκεφος».

«Η φράση αυτή εκφράζει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι ρυθμίζουν την ψυχική τους κατάσταση μέσα από την άσκηση και την επαφή με τα φιόρδ, τα βουνά, τα ποτάμια και τον καθαρό αέρα. Η ευεξία στη Σκανδιναβία, λοιπόν, είναι ένας διαχρονικός τρόπος ζωής μέσα από τον οποίο οι άνθρωποι διατηρούν την υγεία και την ισορροπία τους». αναφέρει.

Παρότι η Ελλάδα και οι σκανδιναβικές χώρες μοιράζονται έναν πλούσιο φυσικό πλούτο, η ουσιαστική διαφορά βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι τον εντάσσουν στην καθημερινότητά τους. Σύμφωνα με τον ψυχολόγο, στον Βορρά η επαφή με τη φύση δεν αποτελεί δραστηριότητα του Σαββατοκύριακου αλλά μέρος της καθημερινής ζωής. «Στις βόρειες χώρες η καθημερινότητα είναι οργανωμένη γύρω από τη φύση. Μετά την εργασία, είναι συνηθισμένο οι άνθρωποι να αφιερώνουν αρκετές ώρες σε δραστηριότητες όπως ο περίπατος, η πεζοπορία, το σκι, το ψάρεμα ή ακόμη και το κυνήγι», εξηγεί ο ίδιος.

Πέρα όμως από αυτή τη μικρή διαφορά, η υιοθέτηση αυτής της φιλοσοφίας των ανθρώπων του Βορρά κατά τον κ. Σταματέλο δεν απαιτεί θεαματικές αλλαγές. «Θα πρότεινα σε οποιον θέλει να υιοθετήσει την σκανδιναβική ευεξία να ξεκινήσει κανείς με μικρές καθημερινές αλλαγές. Να αφιερώνει χρόνο στον εαυτό του μετά την εργασία, συνδυάζοντας μια βόλτα σε ένα πάρκο, μια παραλία, ένα ποτάμι, ένα δάσος ή οποιονδήποτε χώρο πρασίνου. Ακόμη καλύτερα, να επιλέξει μια μορφή άσκησης στη φύση που πραγματικά του ταιριάζει».

Μιλώντας ως ψυχολόγος που έχει ζήσει χρόνια στη Νορβηγία και έχει εργαστεί σε δομές υγείας εκεί, ο κ. Σταματέλος δεν μπορεί να μην αναφέρει αυτό το στοιχείο που η ελληνική κουλτούρα διαθέτει σε μεγαλύτερο βαθμό σε σχέση με τη Σκανδιναβία. «Η φιλοξενία και το ενδιαφέρον για τον συνάνθρωπο αποτελούν διαχρονικά στοιχεία της ελληνικής κουλτούρας, παρότι σήμερα δοκιμάζονται από τις απαιτήσεις της σύγχρονης ζωής», εξηγεί προσθέτοντας πως σε αρκετές χώρες καταβάλλονται προσπάθειες για την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής, καθώς είναι πλέον σαφές ότι το αίσθημα του ανήκειν, η εμπιστοσύνη και η αλληλεγγύη αποτελούν βασικούς πυλώνες της ευεξίας.

Εκτός από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που κάνει κάθε κουλτούρα ξεχωριστή, η ιδανική εκδοχή ευεξίας κατά τον ειδικό δεν βρίσκεται αποκλειστικά ούτε στον Βορρά ούτε στον Νότο. «Η σκανδιναβική κουλτούρα μάς διδάσκει τη συστηματική επαφή με τη φύση, τη σωματική δραστηριότητα και την αξία της καθημερινής ισορροπίας. Η μεσογειακή κουλτούρα μάς υπενθυμίζει τη σημασία της ανθρώπινης επαφής, της φιλοξενίας, της συλλογικότητας και της φροντίδας του άλλου.» Και ίσως αυτή να είναι τελικά η πιο σύγχρονη εκδοχή της ευεξίας, η ισορροπία ανάμεσα στη φροντίδα του εαυτού μας και στη φροντίδα της κοινότητας, καθώς και μια καθημερινή, ουσιαστική σχέση με τη φύση

Από vogue

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 11 Ιουλίου 2026

Σε έναν κόσμο που μας ωθεί καθημερινά να είμαστε πιο επιτυχημένοι και πιο «τέλειοι» σε όλα, η αποδοχή των ατελειών μοιάζει σχεδόν αδύνατη. Από τις φωτογραφίες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μέχρι τις υψηλές απαιτήσεις της εργασίας και της προσωπικής ζωής, η τελειότητα συχνά παρουσιάζεται ως ο μοναδικός δρόμος προς τηνευτυχία . Κι όμως, μια παραδοσιακή ιαπωνική φιλοσοφία έρχεται να υπενθυμίσει ότι ίσως συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Πρόκειται για το “Kintsugi”, μια τέχνη αιώνων που δεν επισκευάζει απλώς ένα σπασμένο αντικείμενο, αλλά μετατρέπει τις ρωγμές του στο πιο όμορφο χαρακτηριστικό του. Και ίσως αυτό να είναι ένα από τα σημαντικότερα μαθήματα που μπορούμε να εφαρμόσουμε και στη δική μας ζωή.

Kintsugi:Όταν κάτι που σπάει αποκτά νέα ζωή

Το Kintsugi γεννήθηκε στην Ιαπωνία πριν από εκατοντάδες χρόνια. Όταν ένα κεραμικό έσπαγε, αντί να πεταχτεί ή να κρυφτούν τα σημάδια του, τα κομμάτια ενώνονταν ξανά με ειδική λάκα αναμεμειγμένη με χρυσό. Έτσι, οι ρωγμές δεν εξαφανίζονταν. Αντίθετα, γίνονταν το πιο εντυπωσιακό σημείο του αντικειμένου. Η φιλοσοφία πίσω από αυτή την τεχνική είναι απλή αλλά βαθιά: οι δυσκολίες, οι απώλειες και οι αλλαγές δεν μειώνουν την αξία μας. Είναι μέρος της ιστορίας μας και μπορούν να μας κάνουν πιο δυνατούς, πιο σοφούς και πιο αυθεντικούς.

Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι πολλοί άνθρωποι συνδέουν την προσωπική τους αξία με την επιτυχία και την αποδοχή των άλλων. Όταν κάτι δεν εξελίσσεται όπως το είχαμε σχεδιάσει ή όταν κάνουμε ένα λάθος, είναι εύκολο να πιστέψουμε ότι αποτύχαμε ως άνθρωποι. Η εσωτερική αυτοκριτική γίνεται έντονη και πολλές φορές ξεχνάμε ότι τα λάθη αποτελούν φυσικό κομμάτι της ανθρώπινης εμπειρίας. Η τελειομανία μπορεί να λειτουργήσει ως κίνητρο σε ορισμένες περιπτώσεις, όμως όταν γίνεται τρόπος ζωής, συχνά οδηγεί σε άγχος, εξουθένωση και χαμηλή αυτοεκτίμηση.

Η δύναμη τως αυτοσυμπόνιας

Ένα από τα σημαντικότερα μηνύματα του Kintsugi είναι η αυτοσυμπόνια. Αυτό δεν σημαίνει να δικαιολογούμε κάθε λάθος ή να σταματήσουμε να προσπαθούμε να εξελιχθούμε. Σημαίνει να αντιμετωπίζουμε τον εαυτό μας με την ίδια κατανόηση που θα δείχναμε σε έναν αγαπημένο φίλο που περνά μια δύσκολη περίοδο.

Οι επιστήμονες εξηγούν ότι όταν σταματάμε να βλέπουμε τις δυσκολίες ως προσωπικές αποτυχίες και αρχίζουμε να τις αντιμετωπίζουμε ως εμπειρίες που μας διαμορφώνουν, αυξάνεται η ψυχική ανθεκτικότητα και μειώνεται το άγχος. Η αυτοαποδοχή δεν μας κάνει πιο αδύναμους. Αντίθετα, μας βοηθά να συνεχίσουμε με μεγαλύτερη δύναμη.

Τι κάνουν τα πραγματικά ευτυχισμένα ζευγάρια;

Επίσης, ένα ακόμη σημαντικό μάθημα του Kintsugi είναι ότι η επούλωση δεν σημαίνει επιστροφή στην προηγούμενη κατάσταση. Μετά από μια δύσκολη περίοδο, μια απώλεια, μια ασθένεια ή μια μεγάλη αλλαγή, οι άνθρωποι συχνά πιέζουν τον εαυτό τους να γίνουν «όπως παλιά». Όμως αυτό δεν είναι πάντα εφικτό, ίσως όμως να μην είναι και απαραίτητο.

Οι εμπειρίες μάς αλλάζουν. Μας διδάσκουν νέους τρόπους σκέψης, μας κάνουν πιο ώριμους και πολλές φορές μας οδηγούν σε επιλογές που διαφορετικά δεν θα κάναμε ποτέ. Όπως ένα κεραμικό που επισκευάζεται με χρυσό δεν είναι ίδιο με πριν, έτσι κι εμείς δεν χρειάζεται να επιστρέψουμε στην παλιά μας εκδοχή για να είμαστε ολοκληρωμένοι.

Πώς να εφαρμόσετε τη φιλοσοφία του Kintsugi

  • Αντί να επικρίνετε τον εαυτό σας για κάθε λάθος, δοκιμάστε να αναρωτηθείτε τι μάθατε από αυτή την εμπειρία.
  • Όταν μια κατάσταση δεν εξελιχθεί όπως περιμένατε, δώστε χρόνο στον εαυτό σας πριν τη χαρακτηρίσετε αποτυχία.
  • Και όταν κοιτάζετε τις δυσκολίες που έχετε περάσει, προσπαθήστε να αναγνωρίσετε όχι μόνο τον πόνο, αλλά και τη δύναμη που αποκτήσατε μέσα από αυτές.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 10 Ιουλίου 2026

Χτες το βράδυ, εκεί που καθόμασταν με τον Κ., γυρίζει και μου λέει: «Πιες νερό, δεν ήπιες όλη μέρα». Και μέσα σε αυτή την ατάκα συνόψισα τα πάντα… Διόλου πια δεν με ενδιέφερε αν θα μου φέρει ποτέ λουλούδια και τσάντα από κροκόδειλο ή από πλαστικό – το ίδιο κάνει. Διόλου δεν με ενδιέφερε οποιαδήποτε άλλη κουβέντα επρόκειτο να χαριστεί χτες βράδυ στο σπίτι μου. Μόνο εκείνο το «δεν ήπιες νερό όλη μέρα» . Ήρθε και ακούμπησε πάνω στην άλλη του κουβέντα «Σήμερα πρέπει να σε βγάλω στον ήλιο» – και καταλήγω: Αυτά είναι τα μόνα αληθινά δώρα και άντρας είναι αυτός που δεν θα σ’ αφήνει να ξεραθείς… Να μαραθείς, είπα.

Μαλβίνα Κάραλη

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 1 Ιουλίου 2026

Η διεθνής έρευνα δείχνει σταθερά ότι τα παιδιά που μεγαλώνουν στην Ολλανδία είναι από τα πιο ευτυχισμένα και υγιή του κόσμου.

Κάθε χρόνο, λίγο πριν από το τέλος της σχολικής χρονιάς, χιλιάδες παιδιά στην Ολλανδία συμμετέχουν σε μια ξεχωριστή δράση που αποτελεί πλέον μέρος της εθνικής τους παράδοσης. Πρόκειται για το Avondvierdaagse, τον «Τετραήμερο Απογευματινό Περίπατο» όπου για τέσσερα διαδοχικά απογεύματα μεγάλοι και μικροί, γονείς και εκπαιδευτικοί βγαίνουν στους δρόμους και στα πάρκα και περπατούν μαζί διανύοντας αποστάσεις αρκετών χιλιομέτρων. Η παράδοση δεν προβλέπει νικητές, χαμένους ή χρονόμετρο. Αξία έχει η χαρά της συμμετοχής, η εμπειρία κι η ολοκλήρωση των 5, 10 ή 15 χλμ. μέσα από γραφικούς δρόμους, καταπράσινα πάρκα και γοητευτικές συνοικίες.

Η εμπειρία καλλιεργεί την επιμονή, την ανθεκτικότητα και την αυτοπεποίθηση χωρίς την πίεση του ανταγωνισμού.

Περισσότερο από μια σχολική εκδήλωση
Το Avondvierdaagse μετρά πολλές δεκαετίες, καθώς ξεκίνησε ως θεσμός στις αρχές του 1900 έπειτα από πρωτοβουλία της Ολλανδικής Ένωσης Φυσικής Αγωγής (NBLO) που διοργάνωσε πεζοπορίες, οι οποίες ωστόσο κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου απαγορεύθηκαν. Σχολεία, οικογένειες, αθλητικοί σύλλογοι, ομάδες πεζοπορίας, άνθρωποι με αναπηρία, άνθρωποι με τους σκύλους τους, όλοι μπορούν να λάβουν μέρος στην εκδήλωση που αποτυπώνει με τον πιο απλό τρόπο την αρχή της ολλανδικής νοοτροπίας: η δραστηριότητα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητας.

Με μια πρώτη ματιά, το Avondvierdaagse θα μπορούσε να θεωρηθεί απλώς μια οργανωμένη πεζοπορία για παιδιά. Στην πραγματικότητα, όμως, αποτελεί μια κοινωνική εμπειρία με πολλαπλές διαστάσεις. Τα παιδιά περπατούν με τους φίλους τους, συζητούν, γελούν, γνωρίζουν καλύτερα τη γειτονιά τους και νιώθουν ότι ανήκουν σε μια κοινότητα. Οι γονείς συμμετέχουν ενεργά, ενώ οι εκπαιδευτικοί και οι εθελοντές υποστηρίζουν τη διοργάνωση. Το περπάτημα μετατρέπεται έτσι σε αφορμή για επικοινωνία, συνεργασία και αναμνήσεις. Επιπλέον, τα παιδιά μαθαίνουν να ολοκληρώνουν μια προσπάθεια. Ακόμη κι όταν κουραστούν ή όταν ο καιρός δεν είναι ιδανικός, συνεχίζουν μέχρι το τέλος. Η εμπειρία αυτή καλλιεργεί την επιμονή, την ανθεκτικότητα και την αυτοπεποίθηση χωρίς την πίεση του ανταγωνισμού.

Τα παιδιά περπατούν, τρέχουν, συζητούν με τους φίλους τους, γνωρίζουν καλύτερα τη γειτονιά τους και νιώθουν ότι ανήκουν σε μια κοινότητα.

Ταυτόχρονα, υπάρχουν και εκδηλώσεις ποδηλασίας και κολύμβησης, ενώ σύμφωνα με τη Βασιλική Ολλανδική Ένωση Πεζοπορίας (KWbN), η οποία συμμετέχει στον συντονισμό των εκδηλώσεων, ετησίως συμμετέχουν τουλάχιστον μισό εκατομμύριο άνθρωποι, σε 700 διαφορετικά σημεία σε όλη τη χώρα, με τη βοήθεια δεκάδων χιλιάδων εθελοντών. Η παράδοση δε, περνάει από γενιά σε γενιά, αφού γονείς περπατούν με τα παιδιά τους ακριβώς όπως έκαναν όταν εκείνοι ήταν μικροί με τους δικούς τους. Οι περισσότεροι, μάλιστα, βλέπουν τη δράση ως εθνικό γεγονός, τόσο σημαντικό όσο άλλες εκδηλώσεις όπως η Ημέρα του Βασιλιά, η εθνική εορτή για τον εορτασμό των γενεθλίων του Ολλανδού μονάρχη.

Γιατί τα παιδιά της Ολλανδίας ξεχωρίζουν
Σύμφωνα με έρευνες τα παιδιά που μεγαλώνουν στην Ολλανδία καταγράφουν πολύ υψηλές επιδόσεις σε δείκτες ψυχικής ευεξίας, κοινωνικών σχέσεων και ικανοποίησης από τη ζωή. Συγκεκριμένα έκθεση της UNICEF τα κατέταξε στην πρώτη θέση ανάμεσα στα παιδιά 44 δυτικών χωρών για τη συνολική ευημερία και ευεξία. Με λίγα λόγια, τα παιδιά στην Ολλανδία είναι τα πιο ευτυχισμένα. Βασικός παράγοντας αναδεικνύονται οι κοινωνικές σχέσεις, καθώς τα παιδιά των Κάτω Χωρών διατηρούν ισχυρούς δεσμούς με συνομήλικούς τους, περνούν περισσότερο ποιοτικό χρόνο με τους γονείς τους, έχουν μεγαλύτερη ανεξαρτησία, κινούνται ελεύθερα συνήθως με ποδήλατο από και προς το σχολείο, είναι εξοικειωμένα με την άσκηση, αναλαμβάνουν νωρίς ευθύνες και να λειτουργούν με μεγαλύτερη αυτονομία. Οι περίπατοι αυτοί αποτελούν μια ακόμα ευκαιρία για τα παιδιά να περάσουν χρόνο όχι μόνο με τους γονείς τους, αλλά και με τους φίλους τους, ενισχύοντας ακόμα περισσότερο την αίσθηση της κοινότητας, του ανήκειν καθώς και της εμπιστοσύνης, της ασφάλειας και της αλληλεγγύης. Έτσι, ενισχύεται η αίσθηση ζεστασιάς, παρέας, χαλάρωσης και σύνδεσης που ένας εμβληματικός όρος για την ολλανδική κουλτούρα συμπυκνώνει: gezellig.

Η παράδοση περνάει από γενιά σε γενιά, αφού γονείς περπατούν με τα παιδιά τους ακριβώς όπως έκαναν όταν εκείνοι ήταν μικροί.

Τι μπορούμε να μάθουμε από αυτήν τη δράση
Η χαρά της συμμετοχής είναι σημαντικότερη από την επίδοση, ενώ παράλληλα ενθαρρύνεται η κίνηση ως καθημερινή συνήθεια. Δεν απαιτείται ειδικός εξοπλισμός ή εγκαταστάσεις. Άλλωστε, το περπάτημα είναι μια από τις πιο προσιτές και εύκολες μορφές άσκησης για όλες τις ηλικίες. Οι κοινές διαδρομές και οι δράσεις τέτοιου τύπου φέρνουν πιο κοντά παιδιά, γονείς και εκπαιδευτικούς. Καλλιεργείται η αίσθηση της κοινότητας και έτσι τα παιδιά νιώθουν ότι αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου κοινωνικού συνόλου. Την ίδια στιγμή, είναι πολύ πιθανό τα παιδιά να παραμείνουν δραστήρια και στην ενήλικη ζωή τους αφού συνδέουν την κίνηση με ευχάριστες αναμνήσεις και παιχνίδι κι όχι με πίεση ή καταναγκασμό.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 24 Ιουνίου 2026

Πολλοί από εμάς θα αναγνωρίζαμε εύκολα αυτά τα «στραγγιστήρια». Είναι οι άνθρωποι που μετά από μία συνάντηση ή ένα τηλεφώνημα μάς αφήνουν εξαντλημένους, εκνευρισμένους και «άδειους». Το παράδοξο είναι ότι συνήθως δεν πρόκειται για ανθρώπους που μπορούμε να διαγράψουμε από τη ζωή μας. Οι επιπτώσεις αυτών των σχέσεων δεν σταματούν στην ψυχολογία μας. Μπορεί να επηρεάζουν και τη σωματική μας υγεία.

Για πολλά χρόνια το ενδιαφέρον στρεφόταν κυρίως στα οφέλη των σχέσεων. Ωστόσο, όσο οι σχέσεις μάς οφελούν άλλο τόσο μάς βλάπτουν. Σε μελέτη που δημοσιεύθηκε φέτος στο επιστημονικό περιοδικό Proceedings of the National Academy of Sciences αναλύθηκαν στοιχεία από χιλιάδες ανθρώπους σχετικά με τα πρόσωπα που τους δημιουργούν συχνά προβλήματα ή κάνουν τη ζωή τους δύσκολη. Περίπου ένας στους τρεις συμμετέχοντες ανέφερε ότι είχε τουλάχιστον έναν τέτοιο άνθρωπο στη ζωή του.

Οι άνθρωποι-στραγγιστήρια δεν είναι συνήθως άγνωστοι ή περαστικοί από τη ζωή μας. Συχνά πρόκειται για συγγενείς, συναδέλφους ή άλλους ανθρώπους με τους οποίους μοιραζόμαστε την καθημερινότητά μας. Οι οικογενειακές σχέσεις φαίνεται να είναι από τις συχνότερες πηγές έντασης. Ίσως επειδή είναι πολύ συναισθηματικές, διαρκούν πολλά χρόνια και συχνά νιώθουμε ότι έχουμε υποχρέωση να τις διατηρούμε ακόμη και όταν μας δυσκολεύουν.

Σε αρκετές περιπτώσεις, οι άνθρωποι περιγράφουν τους γονείς τους ως δύσκολες σχέσεις. Μπορεί να μην προσφέρουν στήριξη όταν τη χρειαζόμαστε. Μπορεί να είναι υπερβολικά επικριτικοί, να παρεμβαίνουν συνεχώς ή να δυσκολεύονται να σεβαστούν τα όρια των άλλων. Κι όμως, δεν είναι εύκολο να απομακρυνθούμε από αυτούς τους ανθρώπους. Συχνά πρόκροται για άτομα που παρά τια δυσκολίες, εξακολουθολυν να παίζουν σημαντικό ρόλο στην ζωή μας .

Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι άνθρωποι-στραγγιστήρια μπορεί ακόμη και να υπονομεύουν τις προσπάθειές μας. Να μας πιέζουν να πιούμε αλκοόλ ενώ προσπαθούμε να το κόψουμε ή να μας παρακινούν να φάμε γλυκά ενώ προσπαθούμε να περιορίσουμε τη ζάχαρη.

Οι επιπτώσεις αυτών των σχέσεων δεν περιορίζονται στην ενόχληση ή στη στενοχώρια. Η παρουσία τους στη ζωή μας συνδέεται με αυξημένα επίπεδα άγχους και κατάθλιψης , αλλά και με χειρότερη ψυχική και σωματική υγεία.

Μάλιστα, η μελέτη έδειξε ότι κάθε επιπλέον άνθρωπος-στραγγιστήρι στη ζωή ενός ατόμου συνδεόταν με ταχύτερη βιολογική γήρανση, περίπου κατά εννέα μήνες.

Μία πιθανή εξήγηση είναι ότι η διαρκής ένταση που προκαλούν αυτές οι σχέσεις οδηγεί τον οργανισμό στην παραγωγή ορμονών του στρες. Με την πάροδο του χρόνου, οι ορμόνες αυτές ενισχύουν τις φλεγμονές, επηρεάζουν τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος και φθείρουν συνολικά τον οργανισμό.

Ίσως αυτό συμβαίνει επειδή δίνουμε μεγαλύτερη βαρύτητα στις δυσάρεστες εμπειρίες απ’ ό,τι στις ευχάριστες. Μια αρνητική αλληλεπίδραση μπορεί να μας επηρεάσει περισσότερο από πολλές θετικές.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η λύση είναι να απομακρύνουμε από τη ζωή μας κάθε άνθρωπο που μάς εκνευρίζει ή μάς δυσκολεύει.

Οι σχέσεις είναι περίπλοκες. Και συχνά οι άνθρωποι που μας κουράζουν είναι οι ίδιοι που μας στηρίζουν, μας φροντίζουν ή βρίσκονται δίπλα μας όταν τους χρειαζόμαστε.

Εάν κάποιος βρίσκεται στη ζωή μας για αρκετό καιρό, είναι σχεδόν βέβαιο ότι κάποια στιγμή θα μας εκνευρίσει. Και το ίδιο πιθανό είναι να τον εκνευρίσουμε κι εμείς.

Οι γυναίκες φαίνεται να βρίσκονται συχνότερα και στις δύο πλευρές αυτών των σχέσεων. Είναι πιθανότερο να έχουν στη ζωή τους ανθρώπους-στραγγιστήρια, αλλά και να θεωρούνται οι ίδιες τέτοιοι άνθρωποι από τους άλλους. Ένας πιθανός λόγος είναι ότι συχνά αναλαμβάνουν τον ρόλο του ανθρώπου που κρατά ενωμένη την οικογένεια. Είναι εκείνες που φροντίζουν τους συγγενείς, οργανώνουν οικογενειακές υποχρεώσεις, θυμούνται γιορτές και γενέθλια και σπεύδουν να βοηθήσουν όταν υπάρχει ανάγκη. Μαζί με αυτή τη φροντίδα, όμως, μπορεί να έρχονται και συμβουλές που δεν ζητήθηκαν, σχόλια για την ανατροφή των παιδιών ή παρατηρήσεις για την καθημερινότητα. Με άλλα λόγια, μερικές φορές ενοχλούν περισσότερο επειδή συμμετέχουν περισσότερο.

Υπάρχει μια φράση που περιγράφει εύστοχα αυτή την πραγματικότητα: η τριβή είναι το τίμημα που πληρώνουμε για να ανήκουμε σε μια κοινότητα

Οι συγκάτοικοι που αφήνουν τα πιάτα στον νεροχύτη ή τα ξαδέλφια με απόψεις που απέχουν πολύ από τις δικές μας, μπορεί πράγματι να μας εκνευρίζουν. Είναι όμως και οι ίδιοι άνθρωποι που ίσως μας φέρουν ένα πιάτο φαγητό όταν αρρωστήσουμε ή που θα κρατήσουν το παιδί μας σε μια δύσκολη στιγμή.

Όταν λοιπόν σκεφτόμαστε πόσο μας κουράζει ή μας δυσκολεύει κάποιος, ίσως αξίζει να αναλογιστούμε και όσα προσφέρει στη ζωή μας.

Ίσως, τελικά, το να μην υπάρχει κανένας άνθρωπος-στραγγιστήρι στη ζωή μας να μην είναι το μέτρο μιας πλήρους ζωής.

Γιατί για κάποιους η μοναξιά μπορεί να είναι πιο βαριά από τις τριβές της συνύπαρξης.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Ιουνίου 2026

Η θαλασσα υπακουη στον ανεμο
σα μαγεμενη τον ακολουθει
μα αυτος πανω στα βραχια
θα τη ριξει
θα παρει τα βουνα
και θα χαθει

Θ’ αφησει πισω τα κουρελια
του αφρου της
θα ρθουν οι γλαροι να της πουν
να μην πιστευεις στους ανεμους
γιατι δεν ξερουν ν αγαπουν

– ο ανεμος με διδαξε τα κυματα
να κανω το γαλαζιο μου λευκο
κι ακομα αν δεν ξερει ν αγαπαει φτανει που εγω τον αγαπω.»

Λουδοβίκος των Ανωγείων