Διαβάσαμε

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 18 Οκτωβρίου 2021

Aπ’ όσα έκαμα κι απ’ όσα είπα

να μη ζητήσουνε να βρουν ποιος ήμουν.

Εμπόδιο στέκονταν και μεταμόρφωνε

τες πράξεις και τον τρόπο της ζωής μου.

Εμπόδιο στέκονταν και σταματούσε με

πολλές φορές που πήγαινα να πω.

Οι πιο απαρατήρητές μου πράξεις

και τα γραψίματά μου τα πιο σκεπασμένα —

από εκεί μονάχα θα με νιώσουν.

Aλλά ίσως δεν αξίζει να καταβληθεί

τόση φροντίς και τόσος κόπος να με μάθουν.

Κατόπι — στην τελειοτέρα κοινωνία —

κανένας άλλος καμωμένος σαν εμένα

βέβαια θα φανεί κ’ ελεύθερα θα κάμει.

ΤΟ ΠΟΊΗΜΑ ΑΥΤΟ ΚΟΣΜΕΊ ΕΝΑ ΚΤΙΡΙΟ ΣΤΟ ΛΕΙΝΤΕΝ ΤΗΣ ΟΛΛΑΝΔΙΑΣ

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 10 Οκτωβρίου 2021

Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός.

Τα ύψη μού άρεσαν ακόμη και όταν
έμενα στο προσκέφαλο μου μπρούμυτα
τιμωρημένη
ώρες και ώρες.

Ένιωθα το δωμάτιο μου ανέβαινε
δεν ονειρευόμουν –ανέβαινε
φοβόμουνα και μου άρεσε.

Ήταν εκείνο που έβλεπα πώς να το πω
κάτι σαν την «ανάμνηση του μέλλοντος»
όλο δέντρα που έφευγαν βουνά πού άλλαζαν όψη
χωράφια γεωμετρικά με δασάκια σγουρά
σαν εφηβαία – φοβόμουνα και μου άρεσε –
ν’ αγγίζω μόλις τα καμπαναριά
να τους χαϊδεύω τις καμπάνες σαν όρχεις και να χάνομαι…

Άνθρωποι μ’ ελαφρές ομπρέλες περνούσανε λοξά
και μου χαμογελούσανε•
κάποτε μου χτυπούσανε στο τζάμι: «δεσποινίς»
φοβόμουνα και μου άρεσε.

Ήταν οι «πάνω άνθρωποι» έτσι τους έλεγα
δεν ήταν σαν τους «κάτω»•
είχανε γενειάδες και πολλοί κρατούσανε στο χέρι μια γαρδένια•
μερικοί μισάνοιγαν την μπαλκονόπορτα
και μου ’βαζαν αλλόκοτους δίσκους στο πικ-άπ.

Ήταν θυμάμαι «Ή Άννέτα με τα σάνταλα»

«Ο Γκέυζερ της Σπιτσβέργης»
το «Φρούτο δεν εδαγκώσαμε Μάης δεν θα μας έρθει»
(ναι θυμάμαι και αλλά)
το ξαναλέω – δεν ονειρευόμουν
αίφνης εκείνο το «Μισάνοιξε το ρούχο σου κι έχω πουλί για σένα».

Μου το ’χε φέρει ο Ιππότης-ποδηλάτης
μια μέρα πού καθόμουνα κι έκανα πως εδιάβαζα
το ποδήλατο του με άκρα προσοχή
το ’χε ακουμπήσει πλάι στο κρεβάτι μου•

Ύστέρα τράβηξε τον σπάγκο κι εγώ κολπώνομουν μες στον αέρα
φέγγανε τα χρωματιστά μου εσώρουχα
κοίταζα πόσο διάφανοι γίνονται κείνοι πού αγαπούνε
τροπικά φρούτα και μαντίλια μακρινής ηπείρου•
φοβόμουνα και μου άρεσε
το δωμάτιο μου ανέβαινε
ή εγώ – δεν το κατάλαβα ποτέ μου.

Είμαι από πορσελάνη και μαγνόλια
το χέρι μου κατάγεται από τους πανάρχαιους Ίνκας
ξεγλιστράω ανάμεσα στις πόρτες όπως
ένας απειροελάχιστος σεισμός
που τον νιώθουν μονάχα οι σκύλοι και τα νήπια•
δεοντολογικά θα πρέπει να είμαι τέρας
και όμως η εναντίωση
αείποτε μ’ έθρεψε και αυτό εναπόκειται
σ’ εκείνους με το μυτερό καπέλο
που συνομιλούν κρυφά με τη μητέρα μου
τις νύχτες να το κρίνουν. Κάποτε
η φωνή της σάλπιγγας από τους μακρινούς στρατώνες
με ξετύλιγε σαν σερπαντίνα και όλοι γύρω μου
χειροκροτούσαν – απίστευτων χρόνων θραύσματα
μετέωρα όλα.

Στο λουτρό από δίπλα οι βρύσες ανοιχτές
μπρούμυτα στο προσκέφαλό μου
θωρούσα τις πηγές με το άσπιλο λευκό πού με πιτσίλιζαν•
τι ωραία Θεέ μου τι ωραία
χάμου στο χώμα ποδοπατημένη
να κρατάω ακόμη μες στα μάτια μου
ένα τέτοιο μακρινό του παρελθόντος πένθος.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 9 Οκτωβρίου 2021

Ένα μικρό πρόβατο πίνει νερό από ένα ορεινό ρυάκι με κρυστάλλινο νερό. Έρχεται ένα μεγάλο λιοντάρι και φυσικά δείχνει ενδιαφέρον για το πρόβατο – είναι η ώρα του πρωινού αλλά πρέπει να βρει μια δικαιολογία. Γι’αυτό λέει στο πρόβατο, «Λερώνεις το ρυάκι. Δεν καταλαβαίνεις ότι είμαι ο βασιλιάς της ζούγκλας;»

Το καημένο το πρόβατο λέει, «Το ξέρω, όμως Μεγαλειότατε, το ρυάκι δεν κυλάει προς το μέρος σας. Εγώ στέκομαι πιο κάτω από εσάς, και ακόμη κι αν λερωθεί επειδή πίνω εγώ νερό, το νερό τρέχει προς τα κάτω – όχι προς το μέρος σας. Εσείς το λερώνετε κι εγώ πίνω το βρώμικο νερό. Η λογική σας λοιπόν δεν είναι σωστή».

Το λιοντάρι κατάλαβε τι ήθελε να πει και θύμωσε πολύ. Είπε, «Δεν σέβεσαι τους μεγαλυτέρους σου. Έχεις μεγάλο θράσος για να τολμάς να διαφωνείς μαζί μου».
Το καημένο το πρόβατο είπε, «Δεν διαφώνησα, απλά ανέφερα τα γεγονότα. Μπορείτε να δείτε ότι το ρυάκι κυλάει προς το μέρος μου».

Tο λιοντάρι απέμεινε σιωπηλό για ένα λεπτό και μετά είπε, «Τώρα θυμάμαι. Ανήκεις σε μια πολύ απολίτιστη, αμόρφωτη οικογένεια. Ο πατέρας σου με προσέβαλε χθες». Το καημένο το πρόβατο είπε, «Θα πρέπει να ήταν κάποιος άλλος, επειδή ο πατέρας μου πέθανε πριν από τρεις μήνες – και πρέπει να ξέρετε ότι βρίσκεται στην κοιλιά σας. Δεν είναι πλέον ζωντανός, έγινε το γεύμα σας. Πώς μπορεί να σας φερθεί με ασέβεια; Είναι νεκρός!»

Αυτό πήγαινε πολύ. Το λιοντάρι όρμησε, άρπαξε το πρόβατο και είπε, «Δεν ξέρεις από τρόπους, δεν ξέρεις από εθιμοτυπία, δεν ξέρεις να φέρεσαι».

Το πρόβατο είπε, «Απλά είναι η ώρα του πρωινού. Απλά φάε με· δεν χρειάζεται να βρεις κάποια δικαιολογία».

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 7 Οκτωβρίου 2021

Πριν πεθάνω, κόρη μου, θα ‘θελα να σιγουρευτώ ότι σου έμαθα:

Να χαίρεσαι τον έρωτα.

Να έχεις εμπιστοσύνη στις δυνάμεις σου.

Να αντιμετωπίζεις τους φόβους σου.

Να ενθουσιάζεσαι με τη ζωή.

Να ζητάς βοήθεια όταν τη χρειάζεσαι.

Να επιτρέπεις να σε παρηγορούν όταν πονάς.

Να παίρνεις τις δικές σου αποφάσεις.

Να υπερασπίζεσαι τις επιλογές σου.

Να είσαι φίλη του εαυτού σου.

Να μη φοβάσαι μήπως γελοιοποιηθείς.

<span;>- Να ξέρεις πως αξίζεις να σ’ αγαπάνε.

Να μιλάς στους άλλους τρυφερά.

Να λες κάτι ή να σωπαίνεις ανάλογα με το τι κρίνεις για σένα σωστό.

Nα αποκτάς φήμη για τα κατορθώματά σου.

Να αγαπάς και να φροντίζεις το κοριτσάκι που έχεις μέσα σου.

Να μην εξαρτάσαι από την επιδοκιμασία των άλλων.

Να μην επωμίζεσαι τις ευθύνες όλων.

Να συνειδητοποιείς τα συναισθήματά σου και να πράττεις ανάλογα.

Να μην κυνηγάς το χειροκρότημα αλλά τη δική σου ικανοποίηση από το γεγονός.

Να δίνεις γιατί θέλεις, ποτέ γιατί νομίζεις πως είναι υποχρέωσή σου.

Να απαιτείς να σε πληρώνουν όπως πρέπει για τη δουλειά σου.

Να δέχεσαι τους περιορισμούς και την αδυναμία σου χωρίς θυμό.

Να μη επιβάλλεις τα κριτήριά σου ούτε να επιτρέπεις να σου επιβάλλουν οι άλλοι τα δικά τους.

Να λες το ναι μονάχα όταν το θέλεις και να λες όχι χωρίς ενοχές.

Να ζεις το σήμερα και να μην έχεις μεγάλες προσδοκίες.

Να ρισκάρεις περισσότερο.

Να δέχεσαι την αλλαγή και ν’ αναθεωρείς τις πεποιθήσεις σου.

Να προσπαθείς να γιατρέψεις τις παλιές και τις πρόσφατες πληγές σου.

Να φέρεσαι κα να απαιτείς να σου φέρονται με σεβασμό.

Να γεμίζεις πρώτα το δικό σου ποτήρι κι αμέσως μετά το ποτήρι των άλλων.

Να σχεδιάζεις το μέλλον αλλά να ζεις το παρόν.

Να εμπιστεύεσαι τη διαίσθησή σου.

Να χαίρεσαι τις διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα.

Να καλλιεργείς σχέσεις υγιείς όπου ο ένας στηρίζει τον άλλο.

Να κάνεις την κατανόηση και τη συγγνώμη προτεραιότητές σου.

Να δέχεσαι τον εαυτό σου όπως είναι.

Να μην κοιτάς πίσω σου για να δεις ποιος σε ακολουθεί.

Να μεγαλώνεις και να μαθαίνεις από τις διαφωνίες και τις αποτυχίες σου.

Να επιτρέπεις στον εαυτό σου να λύνεται στα γέλια μες στο δρόμο χωρίς ιδιαίτερο λόγο.

Να μη θεοποιείς κανέναν, και ακόμη λιγότερο εμένα.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Σεπτεμβρίου 2021

ΛΟΝΔΙΝΟ. «Λέγουσιν/ α θέλουσιν/ λεγέτωσαν/ ου μέλι μοι /συ φιλί με/ συνφέρι σοι» («Ας λένε ό,τι θέλουν, δεν με νοιάζει, αγάπα με, σου κάνει καλό»). Τους στίχους σύγχρονου μουσικού κομματιού θυμίζει η ελληνική επιγραφή που βρέθηκε στην Καρταχένα της Ισπανίας και χρονολογείται από τον 2ο με 3ο αιώνα μ.Χ., κάνοντας τον καθηγητή Κλασικών Σπουδών Τιμ Ουίτμαρς να μιλάει για το πρώτο μοντέρνο ποίημα στην ιστορία της λογοτεχνίας. Το ποίημα, που εντοπίσθηκε σε 20 μικροσκοπικά κοσμήματα και σφραγιδόλιθους, αλλά και σε σκάλισμα σε τοίχο ανασκαφής στην Ισπανία, κάνει λόγο για την αδιαφορία του ερωτευμένου απέναντι στις επικρίσεις της κοινωνίας και αποτελεί κάλεσμα ή νουθεσία σε ανώνυμο ερωτικό σύντροφο.

Ο καθηγητής Ουίτμαρς επισημαίνει ότι ο δημιουργός του έχει εγκαταλείψει τη ρίμα, εκφράζοντας ίσως για πρώτη φορά στην καταγεγραμμένη ιστορία τον έρωτά του χωρίς τους περιορισμούς των ποιητικών κανόνων της αρχαιοελληνικής γραμματείας. «Γνωρίζαμε εδώ και χρόνια για την ύπαρξη λαϊκής ποίησης στην αρχαία Ελλάδα. Οσα έργα επέζησαν, όμως, υποτάσσονταν στις επιταγές της λόγιας ποίησης. Το ποίημα αυτό, αντίθετα, αποκαλύπτει ότι οι ρίζες του βρίσκονται στην προφορική παράδοση. Οφείλουμε να είμαστε ευγνώμονες που το έργο αυτό αποτυπώθηκε σε σημαντικό αριθμό πολύτιμων λίθων. Δεν χρειάζονται λόγιοι ποιητές για τη δημιουργία μιας τόσο μουσικής γλώσσας. Επρόκειτο για δημοκρατική, προσιτή σε όλους, μορφή λογοτεχνίας. Αποκτήσαμε συναρπαστική εικόνα της λαϊκής –ή ποπ– κουλτούρας της εποχής, κάτω από τον μανδύα της κλασικής κουλτούρας», λέει ο δρ Ουίτμαρς στην εφημερίδα The Guardian.

«Η ποίηση είχε μεγάλη σημασία στην αρχαιότητα. Ολοι γνώριζαν τα έπη του Ομήρου. Ο προφορικός λόγος όμως, για παράδειγμα, δεν θεωρείτο κατάλληλος για ελεγειακή ποίηση. Η χρήση της προφορικής γλώσσας στην ποίηση σημειώνεται για πρώτη φορά σε κάποια άγνωστη ακόμη χρονική συγκυρία του ελληνικού πολιτισμού. Αυτό που μπορώ να πω, όμως, με βεβαιότητα είναι ότι το ποίημα αυτό μετατοπίζει την πρώτη εμφάνιση της σύγχρονης ποίησης κατά τουλάχιστον τρεις αιώνες πίσω», σημειώνει ο Ουίτμαρς, η μελέτη του οποίου δημοσιεύθηκε στην επιστημονική επιθεώρηση Cambridge Classical Journal.

Ο τονισμένος λόγος, πρόγονος της σύγχρονης ποίησης και του τραγουδιού, ήταν άγνωστος πριν από τον 5ο αιώνα, όταν άρχισε να χρησιμοποιείται σε βυζαντινούς χριστιανικούς ύμνους. Πριν από την εμφάνιση της ρίμας η ποίηση ήταν μάλλον ποσοτική, αφού βασιζόταν στο μήκος της συλλαβής. Το ποίημα εντόπισε ο Ουίτμαρς χάρη στην παρατηρητικότητα της συναδέλφου του στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ, Αννας Λευτεράτου, η οποία επεσήμανε πρώτη την υφολογική και νοηματική συνάφεια του ποιήματος με τη βυζαντινή ποίηση. O Ουίτμαρς θεωρεί το θέμα του εξαιρετικά σύγχρονο, φθάνοντας στο σημείο να το συγκρίνει με στίχους των Sex Pistols στο «Pretty vacant»: «Είμαστε αρκετά κενοί / και δεν μας νοιάζει».

Το πιο καλοδιατηρημένο από τα κοσμήματα επάνω στα οποία είχε καταγραφεί το ποίημα βρέθηκε στον λαιμό νεαρής γυναίκας που είχε ενταφιασθεί σε σαρκοφάγο, στη σημερινή Ουγγαρία.

Απο την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΉ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 8 Σεπτεμβρίου 2021

{ Αποχαιρετισμός στο Μίκη Θεοδωράκη }

Για όλα τα σκαλιά που ανεβήκαμε πέντε πέντε δέκα .
Για το στρώμα που στρώσαμε για δυό και ερωτευτήκαμε .
Για τις γροθιές που υψώσαμε για να γυρίσει ο ήλιος .
Για τις Μυρτιές που μοσχοβόλησαν τα νεανικά μας όνειρα .
Για την Ρωμιοσύνη που κλάψαμε .
Για όλες τις φορές που είμαστε δυό, είμαστε τρεις, είμαστε χίλιοι δεκατρείς .
Για όλους αυτούς που δεν κατάλαβαν πως η αγάπη μας ήταν τόσο ωραία με το καθημερνό της φόρεμα .
Για την ζωή μας που αρμένισε σαν χρυσοπράσινο φύλλο ριγμένο στο πέλαγο.
Για την μέρα που θα σημάνουν οι καμπάνες.
Για αυτό το χώμα που είναι δικό τους και δικό μας.
Για την ζωή μας που πήραμε λάθος και αλλάξαμε ζωή .
Για την Άνοιξη την ακριβή .
Για το πέλαγο που είναι παιδί.
Για την αύρα σου που πότισε τα νιάτα μας…

Στο καλό Μίκη Θεοδωράκη

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 5 Σεπτεμβρίου 2021

“Τίποτα δεν είναι πιο αναγκαίο και πολύτιμο στον Άνθρωπο από την Ελευθερία. Αν δεν έχεις τροφή, αν δεν έχεις γνώσεις, αν δεν έχεις ανέσεις, τότε υποφέρεις. Αν δεν έχεις Ελευθερία, τότε δεν υπάρχεις. Γιατί τότε δεν μπορείς να λογαριάζεσαι Άνθρωπος. Τι είναι η Ελευθερία; Ελευθερία είναι η Ευθύνη. Είναι να είσαι υπεύθυνος. Να κρατάς κάθε στιγμή, σε κάθε περίπτωση, το μερίδιο της Ευθύνης που σου αναλογεί μέσα στον καταμερισμό της ομάδας και της κοινότητας. Ελευθερία είναι να σκέφτομαι, να σχεδιάζω και να αποφασίζω, κάθε στιγμή και σε κάθε περίπτωση, μαζί με τους άλλους, για λογαριασμό μου και για λογαριασμό των άλλων. Όταν ένας άλλος το κάνει για λογαριασμό μου, είτε άτομο είναι αυτός είτε κόμμα, τότε εγώ δεν είμαι ελεύθερος. Γιατί Ελευθερία είναι το δικαίωμα να είμαι υπεύθυνος κάθε στιγμή, σε κάθε περίπτωση. Ελευθερία είναι ΤΟ ΧΡΕΟΣ.”

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 5 Σεπτεμβρίου 2021

Παρότι δεν μπορούμε να μαντέψουμε πώς θα είναι τα επόμενα χρόνια, έχουμε τουλάχιστον το δικαίωμα να ονειρευτούμε πώς θα θέλαμε να είναι:

Ο αέρας θα είναι καθαρός, απαλλαγμένος από το μικρόβιο του ανθρώπινου φόβου και από τα ανθρώπινα πάθη.

Στους δρόμους τα σκυλιά θα συνθλίβουν αυτοκίνητα.

Οι άνθρωποι θα δουλεύουν για να ζήσουν, αντί να ζουν για να δουλεύουν.

Στους ποινικούς κώδικες θα ενταχθεί και το αδίκημα της βλακείας […]

Σε καμιά χώρα δεν θα φυλακίζονται οι νέοι που αρνούνται να υπηρετήσουν τη στρατιωτική τους θητεία αλλά εκείνοι που θα θέλουν να την υπηρετήσουν.

Oι οικονομολόγοι δε θα ονομάζουν επίπεδο ζωής το επίπεδο κατανάλωσης, ούτε ποιότητα ζωής την ποσότητα των υλικών αγαθών.

Οι ιστορικοί δεν θα πιστεύουν ότι η εισβολή σε μια χώρα είναι κάτι που την ευχαριστεί.

Οι πολιτικοί δεν θα πιστεύουν ότι είναι ευχάριστο για τους φτωχούς να τρώνε υποσχέσεις.

Η σοβαρότητα θα πάψει να θεωρείται αρετή και κανείς δε θα παίρνει στα σοβαρά έναν άνθρωπο που δε θα είναι ικανός να γελάει με τον εαυτό του.

Ο θάνατος και το χρήμα θα χάσουν τις μαγικές τους δυνάμεις και ούτε ο θάνατος ούτε η περιουσία θα μπορούν να μετατρέψουν έναν παλιάνθρωπο σε ευυπόληπτο πολίτη.

Κανείς δε θα θεωρείται ήρωας ή χαζός επειδή κάνει αυτό που πιστεύει ότι είναι σωστό αντί να κάνει αυτό που τον συμφέρει περισσότερο.

Ο κόσμος δεν θα πολεμάει πια τους φτωχούς αλλά τη φτώχεια. Και η στρατιωτική βιομηχανία δε θα έχει άλλη λύση παρά να κλείσει.

Το φαγητό δε θα είναι εμπόρευμα ούτε η επικοινωνία εμπόριο, επειδή το φαγητό και η επικοινωνία είναι δικαιώματα του ανθρώπου.

Κανείς δε θα πεθαίνει από πείνα επειδή κανείς δε θα πεθαίνει από το πολύ φαΐ.

Η εκπαίδευση δε θα είναι προνόμια μόνο όσων μπορούν να την πληρώσουν.

Μια μαύρη γυναίκα θα είναι πρόεδρος της Βραζιλίας και μια άλλη γυναίκα, επίσης μαύρη, θα είναι πρόεδρος την Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, μια ινδιάνα γυναίκα θα κυβερνάει τη Γουατεμάλα και μια άλλη το Περού.

Στην Αργεντινή οι τρελές της Πλάζα ντε Μάγιο θα είναι παράδειγμα πνευματικής υγείας, επειδή εκείνες αρνήθηκαν να ξεχάσουν στα χρόνια της υποχρεωτικής λήθης.

Η Αγία Μητέρα Εκκλησία θα διορθώσει τα τυπογραφικά λάθη στους πίνακες του Μωυσή και η έκτη εντολή θα προστάζει να τιμάμε το σώμα.

α ξαναβλαστήσουν τα δάση στον ερημωμένο κόσμο μας και στις ερημωμένες ψυχές.

Οι απελπισμένοι θα ξαναβρούν την ελπίδα τους και οι χαμένοι τη ζωή τους, αφού απελπίστηκαν επειδή ήλπισαν πολύ και χάθηκαν επειδή έψαξαν πολύ.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 18 Απριλίου 2021

Το ξέρω πως θα ’ρθει ένας καιρός, που οι άνθρωποι θα θαυμάζουν, ο ένας τον άλλον, όπου καθένας τους θα λάμπει σαν αστέρι στα μάτια του άλλου, όπου όλοι θ’ ακούνε το διπλανό τους σα να ’τανε μουσική η φωνή του.

Θα υπάρχουν άνθρωποι ελεύθεροι στη γη, όλοι θα ’χουν ανοιχτή καρδιά, εξαγνισμένοι από κάθε απληστία και φθόνο.

Και τότε η ζωή δε θα ’ναι πια η ζωή, μα ένας ύμνος στον άνθρωπο, η μορφή του θα πάει ψηλά, γιατί οι ελεύθεροι άνθρωποι μπορούν να φτάσουν όλα τα ύψη!

Θα ζούνε τότε μες στην ελευθερία και στην ισότητα, θα ζούνε για την ομορφιά.

Τότε οι καλύτεροι θα ’ναι εκείνοι που θα μπορούν ν’ αγκαλιάσουν περισσότερο τον κόσμο μέσα στην καρδιά τους, εκείνοι που θα τον αγαπήσουν πιο βαθιά, εκείνοι πού θα ’ναι οι πιο ελεύθεροι, γιατί μέσα σ’ εκείνους θα υπάρχει η περισσότερη ομορφιά! Τότε η ζωή θα ’ναι μεγάλη και μεγάλοι θα ’ναι εκείνοι που θα τη ζούνε.

Από το βιβλίο του Μαξίμ Γκόρκι “Η μάνα”

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 17 Απριλίου 2021

Ο νους ο δικός μου είναι ένα βασίλειο, ευχάριστα δώρα εκεί μέσα βρίσκω, που ξεπερνούν κάθε άλλη ευλογία που ο κόσμος αντέχει ή από καλοσύνη τη βλασταίνει. Κι ας θέλω εκείνα που οι περισσότεροι έχουν, ο νους μου μου απαγορεύει να τα λαχταρήσω.

Κανένα πριγκιπάτο, κανένα πλούσιο μαγαζί,κανένα τάγμα τη νίκη να κερδίσω, κανένα πανούργο πνεύμα τις πληγές μου να μπαλώσει, περίγραμμα κανένα ερωτευμένο βλέμμα να ταΐσει. Σε κανένα από αυτά δεν υποχωρώ, γιατί ο νους μου όλων τους υπηρέτης είναι. Βλέπω πόσοι νιώθουν του κορεσμού την αηδία και πόσοι βιαστικά σκαρφάλωσαν και πάλι πέφτουν.

Βλέπω πως εκείνοι που στέκονται ψηλά, τους απειλούν οι ανατροπές όλο πιο συχνά:

Το κάθε τους βήμα μόχθος και σύντροφος ο φόβος, τέτοιες έγνοιες να ζυγώνουν δεν θα ‘πρεπε τον νου μου.

Ευτυχής με τη ζωή μου, αυτός είμαι, και δεν ζητώ περισσότερα απ’ όσα αντέχω. Την υπεροψία ούτε λεπτό δεν θέλω κι όσα στερούμαι μου τα προσφέρει το μυαλό μου. Ω! Έτσι σαν βασιλιάς θριαμβεύω, ικανοποιημένος με όσα καρπίζει ο νους μου.

Κάποιοι έχουν τόσο πολλά, κι όμως κι άλλα λαχταρούν. Εγώ, με τα λιγοστά μου, πόθο για πιότερα δεν έχω.

Μόνο φτωχοί είν’ εκείνοι, κι ας έχουν τόσα,μα εγώ πλούσιος είμαι με τα ψίχουλά μου. Φτωχοί εκείνοι, πλούσιος εγώ, επαίτες αυτοί, εγώ δοτικός. Τόσα τους λείπουν, εμένα περισσεύουν,εκείνοι φθονούν, εγώ ζω.

Με τις απώλειες των άλλων δεν γελώ, πικρόχολος για τα κέρδη τους δεν είμαι.

Τα κύματα του κόσμου δεν φτάνουν στο μυαλό μου και μένω πάντα όπως είμαι δεν φοβάμαι εχθρό, δεν κολακεύω φίλο, τη ζωή μου δεν σιχαίνομαι, για το τέλος δεν τρομάζω.

Κάποιοι την ηδονή με πόθο τη ζυγίζουν, και τη σοφία με τη σφοδρή επιθυμία. Τον θησαυρό τους μονάχα εμπιστεύονται κι η μόνη τους ικανότητα η μασκαρεμένη τους κακία. Μα εγώ η μόνη ευχαρίστηση που έχω να κρατώ τον νου γαληνεμένο.

Πλούτος μου η υγεία κι η τέλεια γαλήνη, κι η καθαρή μου η συνείδηση που πάντα επικαλούμαι: να κερδίσω με δωροδοκίες δεν ποθώ ούτε με εξαπάτηση να βλάψω, να πειράξω. Έτσι ζω. Κι έτσι θα πεθάνω.

Κι είθε ο κόσμος όλος να ‘κανε αυτό που σοφά εγώ πράττω.

ΣΕΡ ΕΝΤΟΥΑΡΝΤ ΝΤΑΪΕΡ

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 17 Απριλίου 2021

Είμαστε εμείς οι ονειροπαρμένοι τρελλοί της γης
με τη φλογισμένη καρδιά και τα έξαλλα μάτια.
Είμαστε οι αλύτρωτοι στοχαστές και οι τραγικοί ερωτευμένοι.
Χίλιοι ήλιοι κυλούνε μες στο αίμα μας
κι ολούθε μάς κυνηγά το όραμα του απείρου.
Η φόρμα δεν μπορεί να μας δαμάσει.
Εμείς ερωτευτήκαμε την ουσία του είναι μας
και σ’ όλους μας τους έρωτες αυτήν αγαπούμε.
Είμαστε οι μεγάλοι ενθουσιασμένοι κι οι μεγάλοι αρνητές.
Κλείνουμε μέσα μας τον κόσμο όλο και δεν είμαστε τίποτα απ’
αυτόν τον κόσμο.
Οι μέρες μας είναι μια πυρκαγιά κι οι νύχτες μας ένα πέλαγο.
Γύρω μας αντηχεί το γέλιο των ανθρώπων.

Είμαστε οι προάγγελοι του χάους.

Γιώργος Μακρής (1923-1968), Εμείς οι Λίγοι

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 28 Μαρτίου 2021
Μη σπας τα φτερά ενός πουλιού κι έπειτα του ζητάς να πετάξει .

Μη θρυμματίζεις μια καρδιά κι έπειτα της ζητάς να αγαπήσει.

Μη συνθλίβεις μια ψυχή κι έπειτα της ζητάς να είναι ευτυχισμένη.

Μη βλέπεις ασχήμια στους ανθρώπους και περιμένεις εκείνοι να δουν ομορφιά σε σένα.

Μην κρίνεις τους ανθρώπους και περιμένεις εκείνοι να σε στηρίξουν στις δυσκολίες.

Μην παίζεις με τη φωτιά και περιμένεις να παραμείνεις απολύτως ασφαλής.

Η ζωή είναι δούναι και λαβείν.

Δεν είναι δυνατόν να μοιράζεις κακία και να περιμένεις να εισπράξεις καλοσύνη.

Δεν είναι δυνατόν να μοιράζεις καλοσύνη και να περιμένεις να εισπράξεις κακία

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 28 Μαρτίου 2021

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μέσα σε ένα πυκνό δάσος μία τριανταφυλλιά. Όλα της τα τριαντάφυλλα ήταν κατακόκκινα. Όλα, εκτός από ένα, αυτό που ήταν στο κέντρο και πιο ψηλά από όλα. Το τριαντάφυλλο αυτό ήτανε μαύρο και λαμπερό. Όποιος περνούσε μπροστά από την τριανταφυλλιά, απορούσε με το διαφορετικό τριαντάφυλλο και το θαύμαζε! Και κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί την πραγματική ιστορία του που ήταν η εξής:

Κάποτε ένα σύννεφο περνούσε πάνω από την τριανταφυλλιά. Ήταν τόσο φορτωμένο με σταγόνες που είχε κατέβει πολύ χαμηλά. Πέρασε λοιπόν και πάνω από την τριανταφυλλιά και εκείνη, χωρίς να το θέλει, τρύπησε το σύννεφο. Εκείνο πόνεσε, τινάχτηκε επάνω και επειδή θύμωσε πολύ με την τριανταφυλλιά της έριξε έναν κεραυνό. Εκεί λοιπόν που χτύπησε ο κεραυνός στην τριανταφυλλιά, έβγαινε μόνο ένα μαύρο τριαντάφυλλο.

Ήταν μεγαλύτερο από τα υπόλοιπα τριαντάφυλλα και είχε μία παράξενη ευωδιά, που θύμιζε μέντα. Έτσι όπως ήτανε ψηλότερο από τα άλλα τριαντάφυλλα, έμενε μοναχό του και ο μόνος φίλος που είχε ήταν ένα έλατο που φύτρωνε κοντά στην τριανταφυλλιά.

Ήταν και το έλατο μονάχο του και βρήκε στο μαύρο τριαντάφυλλο έναν ανέλπιστο φίλο. Έσκυβε κάθε μέρα από πάνω του και έκαναν οι δυο τους την καλύτερη παρέα. Τα υπόλοιπα όμως τριαντάφυλλα ζήλευαν αυτήν τη φιλία. Νόμιζαν πως αν γινόταν κι εκείνα μαύρα, θα μπορούσανε να κάνουνε παρέα με το έλατο και να μοσχοβολούν σαν μέντα. Φώναξαν τότε το σύννεφο και το παρακάλεσαν να τους ρίξει πολλή βροχή. Φώναξαν και τον ήλιο και του ζήτησαν να τους ζεσταίνει με όλη του τη δύναμη. Έτσι και έγινε! Όμως η βροχή από το σύννεφο και η ζεστασιά από τον ήλιο δεν άλλαξε το χρώμα τους. Μαλάκωσε όμως την καρδιά τους και την γέμισε με πολλή αγάπη.

Άπλωσαν τότε τα κλαδιά τους προς τα επάνω και αγκάλιασαν το μαύρο τριαντάφυλλο. Έσκυψε και το έλατο, στήριξε τα λουλούδια τους και τα σήκωσε ψηλά. Και η ευωδιά τους έγινε τόσο δυνατή που έφτασε στα πέρατα της γης!!

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 13 Μαρτίου 2021

Σκυφτοί περάσανε και φύγανε, δειλοί, μ’ έναν ίσκιο στα μάτια

Ούτε ένα μαντίλι ανεμίσανε -ξέραμε το χαιρετισμό τους- Η σκόνη μπήκε στα σπίτια μας από τα πέταλα των αλόγων

Φτάνουνε τόσο μικρές οι εποχές που δεν έχουν τον καιρό να φωτίσουν τη σιωπή μας.

Είναι που όλοι οι χειμώνες περάσανε και διαβαστήκαν όλα τα βιβλία Σαν τις διαβατικές γυναίκες που παραλλάζουνε τ’ όνομα.

Εμείς πιστεύουμε εκεί που ένας άλλος θα τ’ απόδιωχνε σαν ένα όνειρο κακό Σα μια νεροποντή που τον βρήκε στη μέση του κάμπου Σα μια φρικτή περιπέτεια που ξεβιδώνει το λογικό του

Η μνήμη τους είναι το πόδι που νοσταλγεί ο ανάπηρος Είναι η σπασμένη θερμάστρα στο γεναριάτικο δωμάτιο Είναι τα φύλλα που στοιβάζονται και ξεθωριάζουν στο συρτάρι.

Ακούοντας τα παιδιά να τραγουδούν στο δρόμο ξένοιαστα Σκεφτόμουν αν αυτό στ’ αλήθεια είναι η προϋπόθεση της γαλήνης Μιας κάποιας ανάπαυλας με μόνη την ευθύνη της αδιαφορίας Ή μήπως όταν οι στρατιώτες επιστρέφουνε με τελευταίαν ελπίδα

Ένα λευκό σεντόνι χωρίς αίμα, όταν ο ταξιδιώτης Ακούει τα μακρυσμένα βήματα του γέρικου πιστού του σκύλου.

Όμως μια μέρα φτάνουν όλα χωρίς την αρμονία της διαλογής Δεν προφταίνουμε ν’ αγαπήσουμε έναν άνθρωπο κι ύστερα τον χάνουμε Πεθαίνει μια μέρα και μαθαίνεις το θάνατό του απ’ τις εφημερίδες Φεύγει -«τέλειωσαν όλα»- κι εσύ δεν έχεις ακόμα γνωρίσει την αρχή Ψάχνεις μια θύμηση μαζί του (…το τελευταίο βράδυ που βρεθήκαμε στο καφενείο Φ…)

Δεν ξέρεις ποιά ζωή σ’ αξίζει και ταξιδεύεις άσκοπα. Α! πώς ψεύτισαν όλα! Αφήσανε στους δρόμους τα χαλάσματα δεν τα προσέχει πια κανείς

Σέρνονται τα παιδιά ξυπόλυτα ούτε που τα γνωρίζουν οι μανάδες Στους τάφους τα λουλούδια μαραθήκανε και τα σαπίζει η βροχή Τα σπίτια χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα Δείχνουνε τις πληγές στα στήθια τους και ζητιανεύουν τα κορίτσια Τα κάρα βούλιαξαν στη λάσπη και πεθάναν οι αμαξάδες Κι οι μαστροποί ποιητές βουβοί τρέμαν τις νύχτες στα κατώφλια.

Μια μέρα φτάνουν όλα χωρίς την αρμονία της διαλογής Αξίζει τέλος να σταθείς τύψη με τύψη Και, Θε μου, πόσος λυρισμός μέσα στο ανέκφραστο Κι είχα μέσα μου ακόμα τόσες εικόνες που ζητούσα Φυλαχτά τόσων πολύτιμων κρυφών αναδρομών

Δεν το ’ξερα πως ήμουν πλασμένος νά ’ρθω μια μέρα Πίσω στα σκονισμένα μονοπάτια να κοιτάξω κατάματα Τη φλεγόμενη πόλη τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους Να κλάψω κι εγώ για τους ανθρώπους που δε γνώρισα Για τις πικρές γυναίκες που δε φίλησα ποτέ μου Για τα σπασμένα χέρια των παιδιών που με κλοτσούσαν

Να κάτσω στην πιο μαύρη πέτρα και να σκεπάσω Το μαραμένο μου πρόσωπο με λιπόσαρκα χέρια Να μάθω ξένα ονόματα και ξένες προσευχές Να κρατήσω σφιχτά στα χέρια μου λίγο χώμα θυσίας. (Πώς θα ζήσουμε με μια κατάμαυρη σκιά στη θύμηση επάνω; Πώς θα κοιμίσουμε τα είκοσι χρόνια μας στη θάλασσα της λησμονιάς;)

Άκουγα πάλι τη φωνή σου όταν γυρνούσα χτες από το πληκτικό νοσοκομείο Ανάμεσα στα βρόμικα πανιά και στα νερά τα μουχλιασμένα Πλήθος ενέδρες της ζωής παραμονεύουν την πτώση σου Τα ξίφη διασταυρώνονται σε ματωμένες αστραπές Ο θάνατος είναι κι αυτός μια περασμένη αφήγηση Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει. «Με μια κατάμαυρη σκιά…».

Κι εγώ σκεφτόμουν Πεδιάδες με μαύρα άλογα και πλοία λευκά στη θάλασσα Κι εγώ σκεφτόμουν μια φευγαλέα μορφή που μου ’χε γνέψει Δεν ξέρω αν σ’ ένα χαμένο μου όνειρο ή στα παιδικά μου χρόνια.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 26 Φεβρουαρίου 2021

This poem was written in 1869 by Kathleen O’Mara and then reprinted during Spanish Flu 1919 Pandemic.But the author of this poem is the American poet Kitty O’Meara in 2020.
Timeless…. beautiful.

And people stayed at home
And read books
And listened
And they rested
And did exercises
And made art and played
And learned new ways of being
And stopped and listened
More deeply
Someone meditated, someone prayed
Someone met their shadow
And people began to think differently
And people healed.
And in the absence of people who
Lived in ignorant ways
Dangerous, meaningless and heartless,
The earth also began to heal
And when the danger ended and
People found themselves
They grieved for the dead
And made new choices
And dreamed of new visions
And created new ways of living
And completely healed the earth
Just as they were healed.