Διαβάσαμε

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 27 Νοεμβρίου 2022

Κάθομαι εδώ στο παράθυρο, κοιτάω τους διαβάτες
και κοιτάζομαι μές στα μάτια τους. Θαρρώ πως είμαι
μια σιωπηλή φωτογραφία, μες στην παλαιά κορνίζα της,
κρεμασμέμη έξω απ’ το το σπίτι, στο δυτικό τοίχο,
εγώ και το παράθυρό μου.
Κοιτάζω κάποτε ο ίδιος
ετούτη τη φωτογραφία με τα ερωτικά, κουρασμένα της μάτια –
ένας ίσκιος αποκρύβει το στόμα, η επίπεδη λάμψη απ’ το τζάμι της κορνίζας,
στιγμές – στιγμές, αντίκρυ στο λιόγερμα ή στο φεγγαρόφωτο,
σκεπάζει ολόκληρο το πρόσωπο, κ’ είμαι κρυμμένος
πίσω απόνα τετράγωνο φως, χλωμό ή ασημένιο ή ρόδινο,
και μπορώ ελεύθερα να κοιτάζω τον κόσμο
χωρίς να με βλέπει. Ελεύθερα, – τι να πούμε;û

Γι’ αυτό διαλέγουμε συχνά ένα χώρο στενό που να μας προστατεύει
απ’ το ίδιο μας το απέραντο. Κ’ ίσως γι’ αυτό
κάθομαι εδώ, σε τούτο το παράθυρο να βλέπω
τα νωπά χνάρια απ’ τις πατούσες του βαρκάρη
πάνω στις πλάκες της προκυμαίας να σβήνουν λίγο – λίγο
σα μια σειρά μικρά στενόμακρα φεγγάρια μέσα σ’ ένα παραμύθι.

Κι ούτε που καταλαβαίνω πια τίποτα κι ούτε που προσπαθώ να
καταλάβω.
Μια γυναίκα λουσμένη σκύβει στο πλαινό μπαλκόνι
σιγοτραγουδώντας
για να στεγνώσει τα μαλλιά της με το τραγούδι της. Ένας ναύτης
στέκεται απορημένος, μ’ ανοιχτά τα σκέλια,
μπρος στην πελώρια απογευματινή σκιά του, σα νάναι
όρθιος στην πλώρη ενός καραβιού σε ξένο λιμάνι
και δε γνωρίζει τα νερά και δε γνωρίζει που να ρίξει την άγκυρα.
Αργότερα, που σκοτεινιάζει λίγο – λίγο και σβήνει στους τοίχους
και στις μάντρες
το σιγαλό, βιολετί καρδιοχτύπι του ηλιοβασιλέματος, πριν ανάψουν ακόμη
τα φανάρια του δρόμου,γίνεται μια άξαφνη ζέστα – και τότε
τα πρόσωπα πιότερο μαντεύονται παρά που υπάρχουν,
βλέπεις τη σκιά να εισχωρεί στις ιδρωμένες μασχάλες,
ο ήχος ενός φυγααλέου φορέματος ανεμίζει το φύλλωμα ενός δέντρου
τ’ άσπρα πουκάμισα των νέων παίρνουν ένα απόμακρο χρώμα γαλανό
κι αχνίζουν,
κ’ είναι όλα τόσο καταμόναχα, μαγεμένα κι ασύλληπτα, που ίσως γι’ αυτό
ν’ ανάβουν τα φώτα θετικά για να τα διαλύσουν όλα μες
στον ορισμό τους.

Τι παράπονο λοιπόν μπορώ νάχω απ’ αυτό το παράθυρο;
Αν θες το μισανοίγεις και, δίχως διόλου να κοιτάξεις έξω,
μπορείς μες απ’ τα τζάμια να παρακολουθείς αθέατος
αυθεντικές σκηνές του δρόμου, σ’ ένα χώρο πιο βαθύ και
διαρκέστερο
με τον πράο φωτισμό μιας μεγάλης απόστασης,
ενώ όλα αυτά διαδραματίζονται κάτω απ’ τα μάτια σου, ένα μέτρο πιο πέρα.
Αν θέλεις πάλι μπορείς να το ανοίξεις ολότελα και να κοιτιέσαι
στο τζάμι, σαν μέσα
σε καθρέφτη μαγικό, και να χτενίζεις τα μαλλιά σου
που αραιώνουν
ή να διορθώσεις κάπως το χαμόγελό σου, Μες απ’ τα τζάμια
όλα φαίνονται ευκτινέστερα – πιο σιωπιλά, πιο ακίνητα,
επομένως κι απαραίτητα κι αγέραστα.
Σούτυχε να κοιτάξεις
μ’ ένα γυαλί μέσα στη θάλασσα; Κάτω απ’ την ταραγμένη
επιφάνεια
φαίνεται εξαίσιος ο βυθός μες στην ακινησία του,
σε μια κρυστάλλινη τάξη, αδιατάρακτη κ’ εύθραυστη ταυτόχρονα,
σε μια βουβή αγιότητα – όπως λέγαμε. Μονάχα
που πιάνεται κάπως η ανάσα σου αν μείνεις έτσι περισσότερη ώρα,
γι’ αυτό σηκώνεις πάλι το κεφάλι σου στον αέρα
ή ανοίγεις αυτό το παράθυρο (ξέροντας όμως τώρα), ή βγαίνεις
απ’ την πόρτα.

Και πια δεν είναι τίποτα που να λυγίζει τη ζωή σου και τα μάτια σου
και τίποτα δεν είναι που να μη μπορείς να το δείξεις περήφανα
και να το τραγουδήσεις,
και τίποτα δεν είναι που να μη μπορείς να στρέψεις τη μορφή του προς τον ήλιο.

Πειραιάς, Απρίλης 1959

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 26 Νοεμβρίου 2022

Ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του Οδυσσέα.
Ευτυχισμένος αν στο ξεκίνημα, ένιωθε γερή την αρματωσιά μιας αγάπης, απλωμένη μέσα στο κορμί του, σαν
τις φλέβες όπου βουίζει το αίμα.

Μιας αγάπης με ακατέλυτο ρυθμό, ακατανίκητης σαν τη μουσική και παντοτινής γιατί γεννήθηκε όταν γεννηθήκαμε και σαν πεθαίνουμε, αν πεθαίνει, δεν το ξέρουμε ούτε εμείς ούτε άλλος κανείς.

Παρακαλώ το θεό να με συντρέξει να πω, σε μια στιγμή μεγάλης ευδαιμονίας, ποια είναι αυτή η αγάπη·

κάθομαι κάποτε τριγυρισμένος από την ξενιτιά κι ακούω το μακρυνό βούισμά της, σαν τον αχό της θάλασσας
που έσμιξε με το ανεξήγητο δρολάπι.

Και παρουσιάζεται μπροστά μου, πάλι και πάλι, το φάντασμα του Οδυσσέα, με μάτια κοκκινισμένα
από του κυμάτου την αρμύρα κι από το μεστωμένο πόθο να ξαναδεί τον καπνό
που βγαίνει από τη ζεστασιά του σπιτιού του
και το σκυλί του που γέρασε προσμένοντας
στη θύρα.

Στέκεται μεγάλος, ψιθυρίζοντας, ανάμεσα στ’
ασπρισμένα του γένια, λόγια της γλώσσας
μας, όπως τη μιλούσαν πριν τρεις χιλιάδες χρόνια.

Απλώνει μια παλάμη ροζιασμένη από τα σκοινιά
και το δοιάκι, με δέρμα δουλεμένο από το ξεροβόρι, από την κάψα κι από τα χιόνια.

Θα ‘λεγες πως θέλει να διώξει τον υπεράνθρωπο Κύκλωπα που βλέπει μ’ ένα μάτι, τις Σειρήνες
που σαν τις ακούσεις ξεχνάς, τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη απ’ ανάμεσό μας·τόσα περίπλοκα τέρατα, που δεν μας αφήνουν να
στοχαστούμε, πως ήταν κι αυτός ένας άνθρωπος
που πάλεψε μέσα στον κόσμο, με την ψυχή και με το σώμα.

Είναι ο μεγάλος Οδυσσέας· εκείνος που είπε να γίνει το ξύλινο άλογο και οι Αχαιοί κερδίσανε
την Τροία.

Φαντάζομαι πως έρχεται να μ’ αρμηνέψει πώς να
φτιάξω κι εγώ ένα ξύλινο άλογο για να κερδίσω τη δική μου Τροία.

Γιατί μιλά ταπεινά και με γαλήνη, χωρίς προσπάθεια,
λες με γνωρίζει σαν πατέρας είτε σαν κάτι γέρους θαλασσινούς, που ακουμπισμένοι στα δίχτυα τους, την ώρα που χειμώνιαζε και θύ-
μωνε ο αγέρας, μου λέγανε, στα παιδικά μου χρόνια, το τραγούδι του Ερωτόκριτου με τα δάκρυα στα μάτια· τότες που τρόμαζα μέσα στον ύπνο μου ακούγοντας την αντίδικη μοίρα της Αρετής να κατεβαίνει τα
μαρμαρένια σκαλοπάτια.

Μου λέει το δύσκολο πόνο να νιώθεις τα πανιά του καραβιού σου φουσκωμένα από τη θύμηση και την ψυχή σου να γίνεται τιμόνι.

Και να ‘σαι μόνος, σκοτεινός μέσα στη νύχτα και ακυβέρνητος σαν τ’ άχερο στ’ αλώνι.
Την πίκρα να βλέπεις τους συντρόφους σου καταποντισμένους μέσα στα στοιχεία, σκορπισμένους: έναν έναν.

Και πόσο παράξενα αντρειεύεσαι μιλώντας με τους πεθαμένους, όταν δε φτάνουν πια οι ζωντανοί που σου
απομέναν.

Μιλά… βλέπω ακόμη τα χέρια του που ξέραν να δοκιμάσουν αν ήταν καλά σκαλισμένη στην πλώρη η γοργόνα

να μου χαρίζουν την ακύμαντη γαλάζια θάλασσα μέσα
στην καρδιά του χειμώνα.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 26 Νοεμβρίου 2022

Να φεύγεις από σχέσεις και από ανθρώπους που δεν έδωσαν αγώνα για να σε κρατήσουν,
από ανθρώπους που σε θεωρούσαν δεδομένο, δεδομένη στη ζωή τους.
Από ανθρώπους που σε άφησαν να φύγεις και δεν διεκδίκησαν την αλλαγή.

Να φεύγεις. Να μην δραπετεύεις όμως. Γιατί αν δραπετεύσεις, κινδυνεύεις να ξαναγυρίσεις.
Να φεύγεις με το κεφάλι ψηλά. με αξιοπρέπεια, γιατί δεν σου δίνουν αυτό που ποθείς.

Γιατί η σχέση πρέπει να είναι πόθος, πάθος, σεβασμός, έλξη, έρωτας και αγάπη.
Και να μην φοβάται ο άλλος να δείχνει τα συναισθήματά του.
Γιατί στη σχέση ο άλλος πρέπει να σου δείχνει ότι σε θέλει, όπως του δείχνεις και εσύ,
και όχι να μαντεύεις…..

Και να αγαπάς. Εκείνον. Εκείνην. Αλλά να αγαπάς και τον εαυτό σου και να τον φροντίζεις.
Να φεύγεις από σχέσεις που σε κάνουν να αμφισβητείς τον εαυτό σου.

Γιατί ο δρόμος για την αυτοεκτίμηση δύσκολα χτίζεται, εύκολα όμως γκρεμίζεται.
Και ίσως χρειάζεται να φύγεις για να σε αναζητήσουν και να καταλάβουν ότι
άξιζες να είσαι στη ζωή τους. Και αν δεν το κάνουν, δεν πειράζει.
Και αν δεν το καταλάβουν, γιατί δεν θα μπορούν για τους δικούς τους λόγους, πάλι δεν πειράζει.

Πειράζει για εκείνους, όχι όμως για εσένα. Γιατί αυτό θα σημαίνει ότι εσύ πήρες την σωστή απόφαση. Σημαίνει ότι εσύ έφυγες από μία σχέση που ο άλλος δεν θα σε αντιμετώπιζε ποτέ όπως σου άξιζε.

Και εσύ….. Εσύ πάντα θα έκανες υποχωρήσεις και εκείνος θα μάθαινε στις υποχωρήσεις σου
και θα σου ζητούσε και άλλες, μέχρι που δεν θα είχες κάτι άλλο να δώσεις.

Να φεύγεις λοιπόν…..

Γιατί … «Έχω και εγώ ένα σωρό απωθημένους ουρανούς…
Μα δεν σκοτώνω άστρα…» ✨️

Κική Δημουλά

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 20 Νοεμβρίου 2022

Νὰ ποὺ μ᾿ ἀρέσουν ἐπὶ τέλους αὐτὰ τὰ βουνὰ μ᾿ αὐτὸ τὸ φῶς

μὲ δέρμα ρυτιδωμένο σὰν τὴν κοιλιὰ τοῦ ἐλέφαντα
ὅταν τὰ μάτια του στενεύουν ἀπ᾿ τὰ χρόνια.
Νὰ ποὺ μ᾿ ἀρέσουν αὐτὲς οἱ λεῦκες, δὲν εἶναι πολλὲς
σηκώνοντας τοὺς ὤμους μέσα στὸν ἥλιο.Οἱ ἀψηλοὶ γκέγκηδες, οἱ κοντοὶ τόσκηδες, τὸ καλοκαίρι μὲ τὰ δρεπάνια καὶ τὸ χειμώνα μὲ τὰ τσεκούριακ

κι ὅλο τὰ ἴδια ξανὰ καὶ ξανά, ἴδιες κινήσεις, στὰ ἴδια σώματα κόπηκε ἡ μονοτονία.

Τί λέει ὁ Μουεζίνης στὴν ἄκρη τοῦ μιναρέ; γιὰ πρόσεξε

Ἔσκυψε ν᾿ ἀγκαλιάσει μία ξανθὴ κούκλα στὸ πλαϊνὸ μπαλκόνι.
Αὐτὴ ἀνεμίζει δυὸ ρόδινα χεράκια στὸν οὐρανὸ δὲν παραδέχεται νὰ τὴ βιάζουν
Ὡστόσο γέρνει ὁ μιναρὲς καὶ τὸ μπαλκόνι σὰν τὸν πύργο τῆς Πίζας
ἀκοῦς μονάχα ψιθυρίσματα, δὲν εἶναι τὰ φύλλα μήτε τὸ νερὸ
«ἀλλάχ! ἀλλάχ!» δὲν εἶναι μήτε τ᾿ ἀγεράκι, παράξενη προσευχὴ, ἕνας κόκορας λάλησε, πρέπει νά᾿ ναι ξανθὸς, ὢ ψυχὴ ἐρωτευμένη ποὺ πέταξες στὰ ὕψη!

Νὰ ποὺ μ᾿ ἀρέσουν ἐπὶ τέλους αὐτὰ τὰ βουνά, ἔτσι κουλουριασμένα, τὸ γερασμένο κοπάδι τριγύρω μου μ᾿ αὐτὲς τὶς ρυτίδες
σκέφτηκε κανεὶς νὰ πεῖ τὴ μοίρα ἑνὸς βουνοῦ ὅπως κοιτάζει μία παλάμη
σκέφτηκε κανείς;…
Ὢ ἐκείνη ἡ ἐπίμονη σκέψη
κλεισμένη σ᾿ ἕνα κουτὶ ἀδειανό, θεληματικὴ
χτυπώντας ἀδιάκοπα τὸ χαρτόνι, ὅλη τὴ νύχτα
σὰν ποντικὸς ποὺ ροκανίζει τὸ πάτωμα.
Κόπηκε ἡ μονοτονία, ὦ ἐσὺ ποὺ πέταξες στὰ ὕψη
νὰ ποὺ μ᾿ ἀρέσει
κι αὐτὸ τὸ βουβάλι τοῦ μακεδονίτικου κάμπου τόσο ὑπομονετικὸ
τόσο ἀβίαστο, σὰ νὰ τὸ ξέρει πὼς δὲν φτάνει κανεὶς πουθενὰ
θυμίζει τ᾿ ἀγέρωχο κεφάλι τοῦ πολεμόχαρου Βερκινγετόριξ
Tel qu᾿en lui-même enfin l᾿éternité le change.

Κορυτσὰ 1937

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 11 Νοεμβρίου 2022

Ότι έχεις μέσα σου παιδιάστικο

Σα θησαυρό να το φυλλάξεις
Τους λογισμούς, τους πόθους σου άλλαξε
Μα αυτό ποτέ να μην τ’ αλλάξεις

‘κι ‘Οποτε της ζωή τα ψεύτικα
κι άσχημα σφίγγουν την καρδιά σου
Μες σ’ ότι φύλλαξες παιδιάστικο
θα βρίσκεις την παρηγοριά σου.

Κι όταν χλωμοφυλλιάσσει η όψη σου
και στα μαλλιά σου πέσουν χιόνια
Μόνο ότι φύλλαξες παιδιάστικο
Θα μείνει απείραχτο απ’τα χρόνια.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 25 Οκτωβρίου 2022

Οι αναμνήσεις μας, σωρό,
που ζούμε πια, στο όνειρο,
χειμώνες, καλοκαίρια,
σε χρώμα κίτρινο, καφέ,
πορτοκαλί του κατιφέ,
μιας και το πράσινο εφέ,
μας ξέφυγε απ’ τα χέρια.
*
Μα, ειν’ ο νους ταξιδευτής,
ακούραστος και γητευτής,
ο χρόνος που περνά,
σε θάλασσα ασημόχρυση,
ταξίδια και μπρούσκο κρασί,
τα όνειρα κερνά.
*
Κι όσο γυρνούν πεισματικά,
ανήλεα κι αμείλικτα
του χρόνου τα γρανάζια,
ένα όνειρο, το πιο πυρό,
κάτω απ’ το φέγγος, τ’ αργυρό
του φεγγαριού, στήνει χορό,
στης μάγισσας τα νάζια.
*
Αλαφιασμένη η καρδιά,
στη νοτισμενη αμμουδιά,
ακούμπησε, τη δίψα της να σβήσει
κι εκεί, γλυκά κι ονειρικά,
στα κύματα νωχελικά,
το άχραντο μυστήριο, να ζήσει.
*
Στην ασημένια ακρογιαλιά,
μέσ’ στην υδάτινη αγκαλιά,
‘κεί, στον ευλογημένο τόπο,
θα γιάνει, αξημέρωτα,
λαβωματιές του έρωτα,
με το λυτρωτικό, δικό της τρόπο.
*
Ξημέρωσε και τ’ όνειρο,
έσμιξε, με το άπειρο,
σε κάποιο ουράνιο λιμάνι,
της κάθε ανοιχτής πληγής
και κάθε αναίτιας φυγής,
τον πόνο, να γλυκάνει.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 23 Οκτωβρίου 2022
Κυνηγέ,
υποπτεύομαι γιατί σκοτώνεις τα πουλιά.
Τα απωθημένα σου φτερά εκδικείσαι.
 
Λυτρώσου.
Όλων μας σχεδόν τα πετάγματα
κάποια τα βρήκε αζύγιαστη
ή ζυγιασμένη σφαίρα.
 
Είτε σκάρτο νερουλό ήτανε το Ικάριο
κερί
είτε γιατί ο ήλιος είναι συνεργάσιμος
μονάχα με τη δύση του
είτε γιατί κατά την απογείωση εξερράγη
εκρηκτικός αντίπαλος.
 
Υπολόγισε τώρα τι φτερά ταπείνωσε
ενός κλουβιού το ύψος ότι τάχα
κελαηδούσαν γήινα καθημερινά
λες και η ανάγκη υπέργεια να κελαηδήσεις
δεν είναι γήινη δεν είναι καθημερινή.
 
Μνημονεύω χώρια, με ευλάβεια προσευχετική
τα αυτοκτόνα εκείνα πετάγματα
με σφαίρα που κρυφά τους επρομήθευσε
του ακατανόητου η μεγάλη γενναιότης
δεδικαίωται:
η νεκροψία όλης αυτής της καντεμιάς
έδειξε πως τα μόνα καλότυχα φτερά
τα είχε η ματαιότης.
 
Ηρέμησε λοιπόν.
Έχω κι εγώ ένα σωρό απωθημένους ουρανούς
μα δε σκοτώνω άστρα.
 
Και αν καμιά φορά από μανία αδέσποτη συμβεί
κάποιο να σημαδέψω
το πολύ να κλείσω τον τραυματία κελαηδισμό του
σ’ ένα κλουβάκι στοίχου φευγαλέο.
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 23 Οκτωβρίου 2022
  1. Αυτοί που έφυγαν ήταν δικοί μας. Μάς έλειψαν.
    Αυτοί που γύρισαν μάς είναι ολότελα άγνωστοι.
    Άλλοτε δε φορούσανε γυαλιά. Τώρα φοράνε.
    Δεν ξέρεις αν υπάρχουν μάτια πίσω απ’ τα γυαλιά τους.
    Θα πρέπει να τους δούμε όταν κοιμούνται,
    την ώρα πού οι βαλίτσες τους ανοιχτές στο διάδρομο
    εκπνέουν τον ξένο αέρα καινούργιων εσώρουχων,
    την ώρα που ανάβει έξω στο δρόμο το μεγάλο φανάρι
    φωτίζοντας τις πόρτες των κλειστών καταστημάτων
    και το αδιάβατο γίνεται προσιτό, γιατί δεν έχεις
    τίποτα πια ν’ αγοράσεις ή να πουλήσεις.
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 23 Οκτωβρίου 2022

Δύο νεαρά παλικάρια Ρατζπούτ ήρθαν στην αυλή του Ακμπάρ ένα πρωί. Ήταν δίδυμα. Καθώς στέκονταν στην αυλή του Ακμπάρ είπαν: «Θέλουμε να καταταγούμε στον στρατό σου. Είμαστε και οι δυο πολύ γενναίοι. Μας χρειάζεσαι;».

Ο Ακμπάρ απάντησε: «Αποκαλείτε τους εαυτούς σας γενναίους, αλλά έχετε κάποιο πιστοποιητικό, κάποια απόδειξη της γενναιότητάς σας; Πώς μπορούμε να πιστέψουμε ότι είστε γενναίοι;».

Άρχισαν να γελάνε και οι δύο και είπαν: «Δεν περιμέναμε ότι ένα άτομο σαν εσένα θα έκανε μια τέτοια ερώτηση. Μπορεί να υπάρξει ποτέ κάποιο πιστοποιητικό για τη γενναιότητα; Μπορεί να υπάρξει κάποια απόδειξη; Και σε ποιον πρέπει να πάει ένας γενναίος άντρας για ένα τέτοιο πιστοποιητικό; Αν ένας άντρας έφερνε ένα τέτοιο πιστοποιητικό, τότε αυτό από μόνο του θα ήταν απόδειξη ότι ο άντρας δεν είναι γενναίος. Θα πάει ένας γενναίος άντρας σε έναν άλλον και θα του ζητήσει ένα πιστοποιητικό που να λέει ότι είναι γενναίος; Θα πάει ένας άντρας με καλό χαρακτήρα σε έναν άλλο και θα του ζητήσει να επιβεβαιώσει γραπτώς ότι είναι ένας άντρας με καλό χαρακτήρα; Αν ο χαρακτήρας από μόνος του δεν είναι απόδειξη, τότε ποιο γράμμα, ποιο πιστοποιητικό, μπορεί να είναι απόδειξη;»

Μετά πρόσθεσαν: «Είμαστε γενναίοι· αυτό μπορούμε να το πούμε. Αν μας δοθεί η ευκαιρία, μπορούμε να σου αποδείξουμε τη γενναιότητά μας. Αλλά δεν έχουμε πιστοποιητικά»

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 23 Οκτωβρίου 2022
Επέστρεψα.
Άγγιξα την κλειδαριά.
Μονομιάς μου θύμισε προς τα που γυρίζει.
Άνοιξα.
Μπήκα μέσα με το δεξί.
Τόσος καιρός πέρασε,
άξιζε μια κίνηση καλορίζικη.
Σκοτάδι,
στωικά καρτερικό,
περίμενε να ξαναεισβάλω.
Μέρα-νύχτα με περίμενε.
Μόνο με μένα, λέει, θά ‘βρισκε
το φως που του αξίζει.
 
Τόσοι ήλιοι εναλλάχτηκαν με τόσα φεγγάρια
πάνω απ’τα πατρογονικά αυτά ντουβάρια.
Στήλη άλατος, δίχως άλας,
μ´ είδαν και ξαφνιάστηκαν.
Δεν τό ‘λεγαν, φαίνεται,
πως θα ξαναεισβάλω.
 
Και τώρα, ξέρεις τι φοβάμαι.
Πως αν τα ζεστάνω και πάλι,
έστω και λίγο,
μονομιάς θα τρέξουν να θέτουν
υποψηφιότητες σοβαρές
για την Ιθάκη μου.
 
Δεν τους έφτανε, βλέπεις,
που τόσα χρόνια ήταν,
κάθε φορά,
η άγκυρά μου.
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 22 Οκτωβρίου 2022

Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα όχι και πολύ μακρινό δάσος κάτω από μια μεγάλη βελανιδιά, ζούσαν δύο μικρά μανιτάρια. άλλο.

μ «Τι όμορφη που είναι αυτή η βελανιδιά και τι τυχεροί που είμαστε που ζούμε από κάτω της!» είπε το μικρότερο από τα δύο.

Μ «Πραγματικά, είναι πανέμορφη.. πόσο θα ήθελα να ζούσα στην κορυφή της και να βλέπω όλο το δάσος από εκεί ψηλά.» ..είπε το μεγαλύτερο.

μ «Το σκέφτομαι κάθε μέρα.. να μπορούσα να πάω εκεί πάνω και να κοιτάζω γύρω γύρω.. πρέπει να έχω απίστευτη θέα. Θα νιώθεις σαν βασιλιάς. Ζηλεύω πολύ την βελανιδιά και πιο πολύ ζηλεύω τα πουλιά που μπορούν να πηγαίνουν εκεί πάνω από αυτά θέλουν! Αχ και να μπορούσα να ανέβω έστω και για λίγο..»

Μ «Ναι.. η αλήθεια είναι αυτή.. σκέψου το αεράκι και φαντάσου πόσο γλυκά θα ακούγεται η φωνή του δάσους.. από την άλλη εδώ που είμαστε, είμαστε καλά προστατευμένοι. Αισθάνομαι πολύ τυχερός που έχουμε αυτή την εξαιρετική βελανιδιά από πάνω μας και που μας προστατεύει και που μπορούμε να ακούμε τις ιστορίες που λένε μεταξύ τους τα φύλλα και τα βελανίδια που πέφτουν. Σκέψου να μην υπήρχε.»

μ «Χαζομάρες.. εντάξει μπορεί να έχεις δίκιο αλλά εγώ θέλω να πάω εκεί πάνω.»

Μ «Προχθές άκουγα δύο βελανίδια, που μόλις είχαν πέσει, να πουν για το πόσο τέλεια ήταν η διαδρομή από εκεί πάνω. Τα άκουσα επίσης να λένε ότι και τι δεν έδωσαν για να ξανανέβουν και να ξαναπέσουν! Γέλασα πάρα πολύ!»

μ «Χαχα! Αχ.. ας μας δόθηκε μια ευκαιρία.. τι καλά που ήταν..» Και με αυτές τις σκέψεις οι ημέρες περνούσαν και η καθημερινότητα των μανιταριών γινόταν όλο και πιο ευφάνταστη. Όλο και περισσότερα βελανίδια έπεφταν και όλο και περισσότερες ιστορίες άκουγαν τα μανιταράκια μας. Μια-δυο φορές μάλιστα έπιασαν και κουβέντα με κάποια βελανίδια που δεν ήταν και τόσο ψιλομύτικα όπως τα υπόλοιπα. Μια μέρα λοιπόν την ώρα που μόλις είχε αρχίσει να σουρουπώνει, από την άκρη της απέναντι πέτρας φάνηκαν δύο τεράστιες κεραίες. Μετά από λίγο φάνηκε ένα τεράστιο σκαθάρι! Ήταν τόσο μεγάλο, όσο σχεδόν και τα δύο μανιτάρια μαζί.

μ «Ωχ!» Είπε το μικρό μανιτάρι. «Αυτό πρέπει να είναι το πιο μεγάλο σκαθάρι που δεν υπήρξε ποτέ! Άραγε θα μπορεί να με βοηθήσει;»

Μ «Τι εννοείς;¨είπε το μεγάλο.

μ «Εννοώ αν θα μπορούσε να με μεταφέρει έστω και για λίγο μέχρι την κορφή της βελανιδιάς!»

Μ «Μην ακούω ανοησίες. Δεν θα φύγεις από εδώ, τις άκουσες;»

μ «Άσε με ήσυχο. Θα κάνω ό,τι θέλω. Ξέρεις ότι η ζωή μας είναι πολύ μικρή και έχουμε μόνο μια ευκαιρία να κάνουμε αυτό που θέλουμε. Ποτέ δεύτερη.»

Μ «Σε παρακαλώ, σοβαρέψου. Μην κάνεις καμιά χαζομάρα. Πρώτη φορά τον βλέπουμε τον τύπο.. ούτε που τον ξέρουμε! Και να σου πω την αλήθεια, δεν τον βλέπω και πολύ της εμπιστοσύνης.»

μ «Μα τι είναι αυτά που λες! Πόσο κακό μπορεί να είναι ένα σκαθάρι;» ..είπε το μικρότερο και χωρίς να χάσει καιρό φώναξε με όλη του τη δύναμη: «Εε! Σκαθάρι, γειά! Έλα εδώ να σου πω κάτι που θέλω!» Με αργά αλλά σταθερά βήματα το σκαθάρι πλησίασε και το μικρότερο μανιτάρι ξεκίνησε με μεγάλο ενθουσιασμό να του λέει για την επιθυμία του να σκαρφαλώσει επάνω στη βελανιδιά, για το πόσο όμορφο θα είναι το ταξίδι προς τα επάνω και πόσο τέλειο θα είναι το ταξίδι της επιστροφής. Ήταν τόσο πολύ ενθουσιασμένο που δεν μπορούσε να δει το περίεργο βλέμμα και την τρομαχτική άποψη του σκαθαριού. Δεν μπορούσε να διαισθανθεί όλα αυτά που το άλλο μανιτάρι είχε διαισθανθεί.

«Ένταξει.» λέει το σκαθάρι. «Αλλά για να κάνω αυτό, πρέπει κάτι να κερδίσω.»

«Τι θες; Ό,τι θες θα στο δώσω!!»

«Μέσα σου έχεις δύο σπόρια. Αυτά θέλω για να σε ανεβάσω επάνω.» Είπε το σκαθάρι με σταθερή φωνή. Το μεγάλο μανιτάρι ανατρίχιασε.

«Μα αυτό είναι εύκολο!» είπε το μικρό μανιτάρι, χωρίς να σκεφτεί δεύτερη φορά. «Αλλά δεν θα σταθώ και τα δύο τώρα. Θα σου δώσω το ένα όταν φτάσουμε στη μέση και το άλλο όταν φτάσουμε επάνω.» «Εντάξει.» είπε το σκαθάρι. Κι έτσι το μικρό μανιτάρι πιάστηκε από τις κεραίες του σκαθαριού έτοιμος να κάνει το όνειρο του πραγματικότητα.

Το σκαθάρι, λοιπόν, με αργά αλλά σταθερά βήματα τραβήξε το μανιτάρι. Φυσικά δεν τα κατάφερε με την πρώτη φορά. Ο φίλος του προσπαθούσε να κρατήσει κάτω, συγκρατώντας το χώμα με τις μικρές του ρίζες, ελπίζοντας ότι θα καταφέρει να απογοητεύσει οι δύο τους και να τα παρατήσουν. Με την πρώτη προσπάθεια λοιπόν, ίσα ίσα που ανασηκώθηκε λιγάκι το χώμα. Όμως το σκαθάρι, δυστυχώς για τον φίλο μας, ήταν πολύ δυνατό. Με τη δεύτερη προσπάθεια το χώμα αποσύρθηκε αρκετά και λίγο ακόμα ήθελε το μικρό μας μανιτάρι για να βρεθεί έξω από την ζεστασιά του. Λίγες στιγμές πιο μετά το μεγάλο μανιτάρι αισθάνθηκε ένα μικρό πόνο, που το μανιταράκι δεν τον καταλάβαινε. Οι μικρές τους ρίζες βλέπετε είχαν ενωθεί και καθώς το μικρό μας πεταγόταν έξω από το χώμα, αυτές χωρίστηκαν. Για πάντα.

«Έτοιμος!!» φώναξε όλο χαρά το μανιτάρι και το σκαθάρι με τον ίδιο αργό αλλά σταθερό βηματισμό και χωρίς να μιλήσει, άρχισε να προχωράει προς την ρίζα της βελανιδιάς.

«Θα με περιμένεις;» Ρώτησε το μικρό μανιτάρι.

«Ελπίζω. Καλό ταξίδι!» Είπε το άλλο και τα βλέμματα τους διασταυρώθηκαν για τελευταία φορά. Αρκετή ώρα πιο μετά οι ταξιδιώτες είχαν αρχίσει να ανεβαίνουν στον κορμό. Το μικρό μανιτάρι ήταν πλέον τόσο πολύ χαρούμενο. Ζόυσε το όνειρό του. Μόλις είχε βραδιάσει και το φεγγάρι είχε αρχίσει να ρίχνει το φως του πάνω στο μεγάλο δάσος. Λίγες ώρες πιο μετά η ανάβαση έφτανε στη μέση της και οι ψιθήροι από τα βελανίδια πλήθαιναν.

«Τι θέλει εδώ πάνω ένα σκαθάρι με ένα μανιτάρι να κρέμεται από πάνω του. Μα που πάνε;» αναρωτήθηκαν όλα μαζί και σχολιάζανε επικριτικά.

«Ε όχι.. έχει τρελαθεί τελικά ο κόσμος..» είπε ένα αδύνατο και στριφνό βελανίδι, και γύρισε από την άλλη πλευρά να χαρεί λίγο το φως του φεγγαριού. Την επόμενη μέρα ήξερε ότι θα έπεφτε από τη θέση του και θα βρισκόταν κάτω στο χώμα, μέχρι εκείνο να το αγκαλιάσει και σιγά σιγά να γίνει κι αυτό μια μεγάλη βελανιδιά. Το μανιτάρι έβλεπε από ψηλά το σπίτι του, την παλιά του θέση, την πέτρα από όπου είχε εμφανιστεί το σκαθάρι, τον αγαπημένο του φίλο και έτρεμε από τη συγκίνηση που κατάφερνε το ακατόρθωτο.

«Το πρώτο μανιτάρι που έφτασε στην κορυφή της μεγάλης βελανιδιάς!!» Σκεφτόταν. Η ψυχή του έλαμπε. Η ψυχή του έλαμπε αλλά η δύναμη του έφθανε. Τα χέρια του είχαν αρχίσει να κουράζονται και όσο δυνατά και αν κρατούσε τις κεραίες του σκαθαριού, τα αισθανόταν να γλυστράνε. Ο κορμός του και το συμμετρικό του σχήμα είχε αρχίσει να χαλάει. Ξέρετε πόσο ευαίσθητα είναι τα μανιτάρια. Χαλάνε με το παραμικρό. Λίγη ώρα πιο μετά είχε χάσει πολύ δύναμη και πολλούς χυμούς. Φθάνοντας στη μέση της μεγάλης βελανιδιάς και ενώ το φεγγάρι μεσουρανούσε λέει στο σκαθάρι.

«Σκαθάρι σταμάτα για λίγο σ’αυτό το κλαδί. Σε παρακαλώ πολύ. Θα ήθελα να κάνουμε ένα διάλειμμα, κουράστηκα.»

«Θα σταματήσω, αλλά θα μου δώσεις και τα δύο σποράκια, αλλιώς δεν θα συνεχίσω.»

«Εντάξει, πάρ’τα. Σταμάτα όμως, δεν αντέχω ούτε μια στιγμή ακόμα.» Και μόλις το σκαθάρι έκανε στην άκρη και σταμάτησε στο κλαδί, το μανιτάρι μας ελευθερώθηκε και έβγαλε από την κοιλιά του και τα δύο σποράκια, το ανίτι του ονείρου του.

«Πάρτα, όμως σε λίγο θα συνεχίσουμε.» είπε με ξεψυχισμένη φωνή.

«Συνεχίζουμε όποτε θες.» Το φεγγάρι μια κρυβόταν και μια φαινόταν μέσα από τις φυλλωσιές της βελανιδιάς και το χλωμό του φως πλέον έδινε μια μελαγχολική διάθεση στο δάσος. Λίγες στιγμές πιο μετά, το μανιτάρι είπε με φωνή που ίσα ίσα ακουγόταν.

«Σκαθάρι.. πάμε..» Και με το ζόρι ξαναπιάστηκε πάνω του. Δεν πρόλαβε να κάνει μερικά αργά αλλά σταθερά βήματα το σκαθάρι και.. α!

Το μανιταρι γλυστρησε! Το καπέλο του έλαμψε για μια στιγμή, λίγο πριν αρχίσει να χτυπάει από το ένα κλάδι στο άλλο. Τα βελανίδια πάγωσαν και το σούσουρο σταμάτησε άξαφνα καθώς είχε ξεκινήσει η ελεύθερη πορεία προς το τέλος. Χτύπησε στο χώμα, κατρακύλησε και σταμάτησε δίπλα στην πέτρα απ’ όπου το μεσημέρι είχε εμφανιστεί το σκαθάρι. Λίγο πιο κει ο φίλος του, αδύναμος κι αυτός, το κοίταζε με δάκρυα στα μάτια. Το χώμα γύρω του ήταν πλέον σαθρό. Με λίγη προσπάθεια κατάφερε να πεταχτεί έξω και να συρθεί μέχρι τον φίλο του.

«Μην φοβάσαι…τώρα είσαι εδώ, μαζί μου.» του είπε και μαζί τα δύο μανιταράκια, ξαπλωμένα πλέον και όχι όρθια, κοιτούσαν την κορυφή της βελανιδιάς λίγο πριν το φεγγάρι τους δύσει. Εκείνη την ώρα ένα αεράκι φύσηξε στα κλαδιά της βελανιδιάς και μαζί με τη φωνή των βελανιδιών πήρε και τα σπόρια από τις τσέπες του σκαθαριού ρίχνοντάς τα στο έδαφος, λίγο πιο μακριά από τις ρίζες του δέντρου. Κάποιες ημέρες αργότερα δύο μικρά μανιτάρια βγήκαν από το ζεστό χώμα. Οι ρίζες τους ήταν λίγο ενωμένες. Κοίταξαν ψηλά, μέχρι την κορυφή της βελανιδιάς μας, ζήλεψαν τα πουλιά και αναστέναξαν μελαγχολικά όταν σκέφτηκαν πόσο όμορφη θέα έχει από εκεί επάνω.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 12 Ιουνίου 2022

“Ω αιώνιε εσύ ταξιδευτή, άκου μια ιστορία

γιατί είτε είσαι πρίγκιπας μικρός ειτ΄ ένας Οδυσσέας
η Γη θα είναι πάντα στρογγυλή και πάντα θα γυρίζεις
εκεί όπου πρωτάρχισες, στην πρώτη σου ανάσα
μες της μητέρας Γης μήτρα ζεστή, πριν κι απ’ το πρώτο κλάμα
επάνω στον πλανήτη σου, στο θρόνο της αλήθειας

Γιατί τους παγωμένους τους ωκεανούς, τις πύρινες ερήμους
τ’ απόμερα απογέματα, τις τρελαμένες πόλεις
τις λέξεις τις χαρούμενες, τις πληγωμένες μνήμες
στ’ αλήθεια μια σπιθαμή απόσταση όλα τα χωρίζει
κι άμα εσύ το επιθυμείς, ο χρόνος σε ξεχνάει

Άσε λοιπόν το νου σου να διψά, χιλιόμετρα να τρέχει
να υφαίνει με ψευδαίσθηση το θάνατο ότι κλέβει
με σχέδια, όνειρά, στιγμές σε πέτρινα μνημεία
να ξεγλιστράει σαν ληστής απ’ την ακινησία

Και πριν ταξιδέψεις αδερφέ, βυθίσου στην αγκαλιά σου
ένα απομεσήμερο, στο δάσος μιας ηπείρου
κάτω απ’ τον ήλιο το ζεστό, στο απαλό το χώμα
και αν δεις τις πόρτες ανοιχτές διάπλατα να είναι
κλείσε τα μάτια μια στιγμή και νιώσε την ανάσα
και τι ‘ναι αυτό που λαχταρά να λιώσει μέσα σ’ όλα

Κάνε το νου σου σύμμαχο, και χάσου στις αισθήσεις
παλάτια, χρώματα τρελά, φλεγόμενα αστέρια
και μια στάλα από φως Ελληνικό, να κατεβάζει πνεύμα
να πίνει αγάπη η ψυχή μέχρι να ξεδιψάσει
και δες πιά με κρυστάλληνη ματιά πως μέσα σου αιώνια
όλα τα πλούτη κατοικούν στην απαλή σου φύση

Αίρε λοιπόν τα ξάρτια σου και αέρα στα πανιά σου
κι άμα γυρίσεις να με δεις φέρε μια ιστορία
μια ιστορία απ’ αυτές που όλα είναι ένα
λύπη, χαρά και θάνατος από την ίδια ουσία
που ένα ταξίδι αληθινό συμβαίνει στην καρδιά σου
που από ζωή φλεγόμενη παντού είναι και πάντα
κρατώντας απ’ το χέρι ένα παιδί, την ψυχή όλου του κόσμου
γιατί όλα τα ταξίδια μιας ζωής είναι μονάχα ένα ταξίδι”

Aπό τον Ηλία

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 20 Απριλίου 2022

Ο βασιλιάς μιας κοινότητας είχε δέκα άγρια σκυλιά. Τα χρησιμοποιούσε για να βασανίζει και να τρώνε όποιον από τους υπηρέτες του έκανε λάθος. Ένας από τους υπηρέτες έδωσε μια γνώμη που ήταν λάθος, και δεν άρεσε καθόλου στον βασιλιά.

Διέταξε λοιπόν να ρίξουν τον υπηρέτη στα σκυλιά.
Ο υπηρέτης είπε: «Σε υπηρέτησα δέκα χρόνια, και μου το ξεπληρώνεις έτσι; Παρακαλώ δώστε μου δέκα μέρες πριν με πετάξετε σε αυτά τα σκυλιά! ” Ο βασιλιάς συμφώνησε.

Εκείνες τις δέκα μέρες, ο υπηρέτης πήγε στον φύλακα που προσέχει τα σκυλιά και του είπε ότι θα ήθελε να εξυπηρετήσει τα σκυλιά για τις επόμενες δέκα ημέρες. Ο φύλακας ήταν μπερδεμένος αλλά συμφώνησε, και ο υπηρέτης άρχισε να ταΐζει τα σκυλιά, να τα καθαρίζει, να τα κάνει μπάνιο και να τους παρέχει κάθε είδους άνεση.

Όταν τελείωσαν οι δέκα ημέρες, ο βασιλιάς διέταξε να ρίξουν τον υπηρέτη στα σκυλιά για την τιμωρία του. Όταν τον έριξαν μέσα, όλοι μείναμε έκπληκτοι βλέποντας τα λυσσασμένα σκυλιά να γλείφουν τα πόδια του υπηρέτη!

Ο βασιλιάς, μπερδεμένος με αυτό που έβλεπε, είπε,
”Τι συνέβη στα σκυλιά μου; ”

Ο υπηρέτης απάντησε, «Υπηρέτησα τα σκυλιά μόνο για δέκα ημέρες, και δεν ξέχασαν την υπηρεσία μου. Κι όμως σε υπηρέτησα για δέκα ολόκληρα χρόνια και τα ξέχασες όλα, στο πρώτο μου λάθος! ”

Ο βασιλιάς κατάλαβε το λάθος του και διέταξε να αφεθεί ελεύθερος ο υπηρέτης.

Αυτή η ανάρτηση είναι ένα μήνυμα προς όλους εκείνους που ξεχνούν τα καλά πράγματα που κάνει κάποιος για αυτούς μόλις το άτομο κάνει ένα λάθος απέναντί τους. Μην ξεχνάς την ιστορία που είναι γεμάτη με καλό εξαιτίας ενός λάθους που δεν σου άρεσε.

Κατερινα Κεστεκιδουā

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 19 Απριλίου 2022

“Έχουμε πάνω από μία ώρα που δοκιμάζουμε παπούτσια. Άσπρα. Αστραφτερά, χαρωπά, ανθισμένα παπούτσια. Πασχαλιάτικα. Παιδικά. Τέσσερα πόδια γεύονται κατά κόρον το «καινούργιο» και το «αλλιώτικο», δοκιμάζοντας και απορρίπτοντας ό,τι δεν τους αρέσει, με το αιτιολογικό, αυτό με στενεύει… αυτό μου είναι μεγάλο… αυτό μου είναι μεγάλο και με στενεύει. Εγώ και ο υπάλληλος έχουμε κυριολεκτικά γονατίσει μπροστά σ’ αυτά τα πόδια, προσπαθώντας να εντοπίσουμε πού κείται το μεγάλο δάχτυλο, πού κείται το ψεύδος.

Κι άξαφνα, μέσα από ένα κουτί, κάνει τη μοιραία εμφάνιση ένα ζευγάρι κόκκινα κοριτσίστικα παπαρουνένια παπούτσια, μ’ ένα κόκκινο παιγνιδιάρικο κουμπάκι στο πλάι, αυτό που πιο πολύ έκαμε την καρδιά μου να σπαρταρήσει, να μικρύνει, να γίνει καρδιά παιδική, να ξανααισθανθεί. Ιπποτικά αμέσως φέρεται ο καιρός, παραμερίζει, για να ‘ρθει μπροστά μία σκονισμένη ιστορία, παλιά, πάλι με παπούτσια, με τα πρώτα παπούτσια που μ’ έκαμαν να κλάψω.

Πάσχα και πάντως μια εποχή που όλα ονομάζονταν «δύσκολα». Τα πράγματα δύσκολα, οι μέρες δύσκολες, η ζωή δύσκολη. Και τότε ακριβώς ήταν που αξίωσα ένα ζευγάρι κόκκινα παπούτσια.
— Θα την πάω στο Μοναστηράκι, στον πατριώτη μου το μαστρο-Κούλη… Θα μας φτιάξει κάτι που να ‘ναι γερό και συφερτικό, ενέδωσε με τα πολλά ο πατέρας.

Θα κόντευε Μεγάλη Βδομάδα που με πήρε ένα απομεσήμερο να πάμε στο μαστρο-Κούλη. Οι νοικοκυρές ανέμιζαν στα παράθυρα, έπλεναν τζάμια. Καθώς τα ‘τριβαν με κομμάτια εφημερίδας, εκείνα έτριζαν, κι άστραφταν σα στα παράθυρα να κρέμονταν κλουβιά με τιτιβίζοντα χελιδόνια, και ήλιοι.

Απερίγραπτο ήταν το πόσο σφιχτά με κρατούσε από το χέρι ο πατέρας μου στις λιγοστές εξόδους μας, στους λιγοστούς περιπάτους μας. Σα να του ‘χα ξεφύγει και να ‘τρεχε χρόνια να με πιάσει. Και σα να με είχε πιάσει μόλις εκείνη τη στιγμή. Όμως, αυτή τη φορά, ήταν τόσο ευχάριστο αυτό το σφίξιμο. Σαν το εύθυμο εκείνο σφίξιμο που σου κάνουν τα καινούργια παπούτσια την πρώτη μέρα.

Αν με ρωτούσε κανείς πώς πήγαμε στο μαγαζί του μαστρο-Κούλη, από πού περάσαμε, εγώ θα του ‘λεγα, περάσαμε… περάσαμε… από κάτι κόκκινα παπούτσια, ύστερα πήραμε ένα μακρύ δρόμο κόκκινα παπούτσια, στρίψαμε μετά από κάτι άλλα κόκκινα παπούτσια, και φτάσαμε!

Μα σα βρέθηκα στο μαγαζί του μαστρο-Κούλη ξέβαψε όλο το κόκκινο χρώμα κι όλη η χαρά από το όραμά μου. Από την πόρτα με πήρε μια χοντρή βαριά μυρουδιά πετσιού και προβιάς, έπεσε μέσα της η αναπνοή μου και πνίγηκε. Χάμω, σκουπίδια, σπάγγοι, καρφάκια, ένας λόφος με λογιώ λογιώ κατσούφικα κοψίδια δέρματα. Μια χοντρή βελόνα, σα μεγάλο καρφί, ανεβοκατέβαινε βαριεστημένη και στριγγλή και γάζωνε ένα εφιαλτικό παπούτσι.

Σα δήμιος εμφανίστηκε ο μαστρο-Κούλης, αναμερίζοντας μιαν αυλαία από κρεμάθες χοντροπάπουτσα, αντρικά τα πιο πολλά, τα κορδόνια τους τρεμούλιασαν σα νευρικά μουστάκια, και κάτω από τη χοντρή λαστιχένια τους σόλα σπαρτάραγε το κακόμοιρο το όνειρο μου. Κι αφού είπανε, χρόνια και ζαμάνια, ψυχρά κι ανάποδα, και αφού τώωωρα η Αργυρούλα, μπήκε στο θέμα πια ό πατέρας μου:
— Και τώρα, μαστρο-Κούλη, ας πάμε στο προκείμενο!
Με τούτο το «προκείμενο» πήρα να ελπίζω. Φαντάστηκα πώς το «προκείμενο» μπορεί να ‘ταν ένας άλλος δρόμος, ένα άλλο μαγαζί, το «καλό» μαγαζί του μαστρο-Κούλη.
— Από δω η κόρη, συνέχισε ο πατέρας μου, ό,τι θυμάται χαίρεται! Της θυμήθηκαν κόκκινα παπούτσια. Έχεις να μας δώσεις τίποτα κατάλληλο;

Και πριν προφτάσω ν’ ακούσω την απάντηση, η πατούσα μου βρέθηκε καθηλωμένη πάνω σ’ ένα βρομόχαρτο, κι από πάνω της ολόκληρος ο μαστρο-Κούλης, όλα τα χοντροπάπουτσα, να τη ζουλάνε μη και ξεφύγει. Πιο απειλητικό, το βάρος της λέξης «μπόλικα! μπόλικα», που σφυροκοπούσε ο πατέρας μου. Ένα κουτσομόλυβο σύρθηκε σαν κατσαρίδα γύρω γύρω της ενώ ο πατριώτης έλεγε:
— θα γίνουν αθάνατα!

Ανησύχησα.
— Δε θέλω αθάνατα, κόκκινα θέλω, ψέλλισα.
— Θέλε! αγρίεψε ο μαστρο-Κούλης, κάτι συνεννοήθηκε ιδιαιτέρως με τον πατέρα μου, και φύγαμε.

Ίσως σου κακοφανεί, μαστρο-Κούλη, αν τύχει και διαβάσεις αυτή την ιστορία, αλλά κι εγώ τι σου χρώσταγα να περάσω μια τόσο μαύρη Λαμπρή; Τι παπούτσια ήταν εκείνα που μου ‘φτιαξες; Κόκκινα δε σου είπα πως θέλω; Γιατί σώνει και καλά μουσταρδιά; Και γιατί τόσο χοντρό λάστιχο, βρε μαστρο-Κούλη; Τάνκς ήμουνα; Κι όλα αυτά καλά. Αμ’ εκείνο το κόκκινο κουμπί, στο Θεό σου, τι το ήθελες και το έμπηξες; Από πού ως πού κόκκινο κουμπί; Α, προτιμούσα να με γελάσεις παρά να με ξεγελάσεις. Έσκασα στο κλάμα.
— Βρε αχάριστο, φώναζε η μάνα μου, κι αν δεν είναι κόκκινο, είναι προς το κόκκινο… Τι παραπάνω θες; Δεν έχει κόκκινα κουμπιά; Άρα κόκκινα είναι.

Αναγκάστηκα να πειστώ. Και τι το περίεργο; Μήπως τώρα που λέμε «αναπνέουμε, άρα ελπίζουμε», το ίδιο δεν είναι; Κι ανήμερα το Πάσχα, στη λειτουργία της Αγάπης, με κρατάει πάλι ο πατέρας μου από το χέρι, κατηφορίζουμε για την εκκλησία. Εγώ με τα κόκκινα κουμπιά μου, αυτός με την κατάνυξη του, Χριστός Ανέστη σιγοψέλνει. Μπορώ να θυμηθώ και το παραμικρό της σκηνής εκείνης, ακόμα και τις στάλες από τα κεριά της Αναστάσεως στα πεζοδρόμια και στα μαρμάρινα σκαλιά, την αυστηρή παλάμη του πατέρα μου που με ζούλαγε ολόκληρη μέσα της, το πρόσεχε μην πέσεις, το δεν καταλαβαίνω γιατί εννοείς να ξεκινάς πάντα με το αριστερό, διόρθωσε το βήμα σου, άλλαξε το βήμα σου.

Τα θυμάμαι όλα, και τους μικρούς μου πήδους κάθε τόσο για να βγει το δεξί μπροστά και να πάει το αριστερό πίσω, όλα, ακόμα και το πόσο μου μύρισαν οι πασχαλιές που αγόραζε μια γυναίκα σκυμμένη στο παράθυρο από έναν πλανόδιο ανθοπώλη. — Άλλαξε το βήμα σου, ξανάπε ο πατέρας μου.

Κι εκείνη τη φορά έγινε το κακό. Πάνω στο πήδημα μπερδεύτηχαν τα πόδια μου, κι είδα το ένα κουμπί να διαγράφει μια κόκκινη τροχιά και να εξαφανίζεται. Τι κλάμα και τι ψάξιμο ήταν εκείνο; Δάκτυλος του Σατανά, δάκτυλος του Σατανά! έτριζε τα δόντια του ο πατέρας μου, καθώς έψαχνε χωρίς αποτέλεσμα, καθώς με άκουγε να κλαίω «ασεβώς». Δεν είμαστε πια για εκκλησία, «χρειάζεται καρδίαν καθαράν», και πήραμε πάλι τον ανήφορο. Μπρος εκείνος, με τα χέρια διπλωμένα πίσω στη μέση, να λέει, με κόλασες! με κόλασες!, πίσω εγώ, σα μονοσάνταλη, να κλαίω, να κλαίω.

Η μάνα μου, άμα άκουσε τι συνέβη, είπε μόνο: — Τι λες… Κάτι τρέχει στα γύφτικα.

Μα καθώς με είδε να πετάω τα παπούτσια και να την ακολουθώ ξυπόλυτη και κλαίγοντας, τα έβαλε με τον πατέρα μου:
— Και συ ευλογημένε, πώς στην ευχή έψαξες; Με τα δικά μου τα μάτια; Ολόκληρο κουμπί!

Αλλά εκείνος είχε κιόλας ριχτεί με όλο του το είναι στην κάθαρση. Είχε πάρει μια Σύνοψη κι έψελνε, μουρμουριστά, μασουλιστά, με λοξό κάπως το κεφάλι και το χέρι κοντά στο στόμα, κάπως σα να εξιστορούσε με συντριβή στο αυτί του Κυρίου το πώς τον «κόλασα».
– Θέλω το ολόκληρο κουμπί μου, έλεγα τώρα εγώ μέσα στους οδυρμούς μου.

– Τι λες εκεί… Κάτι τρέχει στα γύφτικα, επανέλαβε η μάνα μου φουρκισμένη.
Και φορώντας μου τα παπούτσια με το ζόρι, με έσπρωξε βίαια στήν ξώπορτα, να πάω να παίξω.

Λίγα βήματα πιο πέρα στεκότανε η φιλενάδα μου η Πόπη. Με κοίταζε. Εγώ κόλλησα στον τοίχο, σήκωσα το ‘να μου πόδι, και το ‘κρυψα πίσω από το άλλο. Και στεκόμουνα έτσι.

Και τώρα, γονατισμένη ακόμα, λες και προσκυνούσα, αναπολώντας την τούτην την ανάμνηση, προσπαθώ να καταφέρω τη μικρή ν’ αγοράσει αυτά τα παπούτσια. Τα κόκκινα. – Σου είπα, θέλω γόβα άσπρη!
– Μα τα κόκκινα είναι πιο πρακτικά.
– Δεν τα θέλω για πρακτικά, τα θέλω για ευχαριστήσιμα.

Και αποφασίζω. Και τα άσπρα και τα κόκκινα. Προηγουμένως τα εξετάζω προσεχτικά, δοκιμάζω να ιδώ, είναι καλά στερεωμένο το κουμπάκι τους, μην την ξαναπάθω. «Αθάνατα», βεβαιώνει ο υπάλληλος. Και φεύγω, έχοντας επιτέλους αποκτήσει ένα πραγματικό κόκκινο ζευγάρι παπούτσια, πασχαλιάτικο δώρο στα περασμένα μου.
Σ’ αυτό τον κεντρικό δρόμο, που φράζεις τη μύτη και το στόμα σου να μη σε πνίξουν τα καυσαέρια, είναι τρέλα να ισχυριστείς ότι μυρίζουν πασχαλιές. Και όμως, εμένα μου μύρισαν.”

Aπό το βιβλίο της Κικής Δημουλά «Εκτός σχεδίου»

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Απριλίου 2022

Στον κύκλο της φύσης δεν υπάρχει νίκη ούτε ήττα: υπάρχει κίνηση. Ο χειμώνας μάχεται να επικρατήσει, στο τέλος όμως αναγκάζεται να παραχωρήσει τη νίκη στην άνοιξη, που φέρνει μαζί της λουλούδια και χαρά.

Το καλοκαίρι θέλει να κρατήσουν οι ζεστές του μέρες για πάντα, γιατί είναι πεπεισμένο ότι η ζέστη είναι ευεργετική για τη γη. Τελικά όμως αποδέχεται την άφιξη του φθινοπώρου, που θα επιτρέψει στη γη να ξεκουραστεί.

Η γαζέλα τρώει το χορτάρι και την καταβροχθίζει το λιοντάρι. Το θέμα δεν είναι ποιος είναι ο πιο δυνατός, αλλά πώς μας δείχνει ο Θεός τον κύκλο του θανάτου και της ανάστασης.

Στον κύκλο αυτό δεν  νικητές και ηττημένοι, μονάχα στάδια που πρέπει να ολοκληρωθούν. Όταν το καταλάβει αυτό η καρδιά του ανθρώπου, θα απελευθερωθεί. Θα αποδέχεται χωρίς πόνο τις δύσκολες στιγμές και δε θα αφήνεται να ξεγελαστεί από τις στιγμές της δόξας.

Και τα δύο θα περάσουν. Η μία κατάσταση θα διαδεχτεί την άλλη. Και ο κύκλος θα συνεχιστεί μέχρι να απελευθερωθούμε από τη σάρκα και να συναντηθούμε με τη θεϊκή Ενέργεια.

Έτσι, όταν ο παλαιστής βγει στην αρένα -είτε από δική του επιλογή είτε επειδή τον έστειλε εκεί το μυστηριώδες πεπρωμένο-, ας νιώθει χαρά το πνεύμα του για τη μάχη που θα δώσει. Αν διατηρήσει την αξιοπρέπεια και την τιμή του, δε θα ηττηθεί ποτέ, ακόμα κι αν χάσει τον αγώνα, επειδή η ψυχή του θα είναι άθικτη.

Και δε θα κατηγορήσει κανέναν γι’ αυτό που του συμβαίνει. Από τότε που αγάπησε για πρώτη φορά και τον απέρριψαν κατάλαβε πως αυτό δε σκότωσε την ικανότητα του να αγαπάει.

Ό,τι ισχύει στον έρωτα ισχύει και στον πόλεμο. Όταν χάνουμε μια μάχη ή όλα όσα νομίζαμε πως είχαμε, ζούμε στιγμές δυστυχίας. Όταν όμως οι στιγμές αυτές περνούν, ανακαλύπτουμε μια άγνωστη δύναμη που υπάρχει μέσα στον καθένα από μας, μια δύναμη που μας εκπλήσσει και αυξάνει τον αυτοσεβασμό μας.

Κοιτάζουμε γύρω μας και λέμε στον εαυτό μας: «Επέζησα». Και χαιρόμαστε με τα λόγια μας.

Άλλοι όμως, ακόμα κι αν υποφέρουν από την ήττα και ταπεινώνονται από τις ιστορίες που διαδίδουν γι’ αυτούς οι νικητές, επιτρέπουν στον εαυτό τους να δακρύσει, μα ποτέ δε νιώθουν αυτολύπηση. Ξέρουν απλώς πως η μάχη διακόπηκε και πως τη συγκεκριμένη στιγμή οι ίδιοι βρίσκονται σε μειονεκτική θέση.

Ακούν τους χτύπους της καρδιάς τους. Προσέχουν πως βρίσκονται σε ένταση. Πως φοβούνται. Κάνουν έναν απολογισμό της ζωής τους και ανακαλύπτουν πως, παρά τον τρόμο που αισθάνονται, η πίστη καίει ακόμα στην καρδιά τους και τους ωθεί προς τα εμπρός.

Προσπαθούν να μάθουν πού έχι. Εκμεταλλεύονται τη στιγμή που είναι πεσμένοι κάτω για να ξεκουραστούν, για να γιατρέψουν τις πληγές τους, να ανακαλύψουν νέες στρατηγικές και να εξοπλιστούν καλύτερα.

Και φτάνει μια μέρα που τους χτυπά την πόρτα μια καινούρια μάχη. Ο φόβος υπάρχει ακόμα, όμως πρέπει να δράσουν – αλλιώς θα μείνουν πεσμένοι για πάντα. Σηκώνονται, αντικρίζουν τον αντίπαλο και θυμούνται τον πόνο που έζησαν και δε θέλουν να ξαναζήσουν.

Η προηγούμενη ήττα τούς αναγκάζει να νικήσουν τούτη τη φορά, αφού δε θέλουν να ξαναζήσουν τον ίδιο πόνο.

Κι αν η νίκη δεν έρθει αυτή τη φορά, θα έρθει την επόμενη. Κι αν όχι την επόμενη, τη μεθεπόμενη. Το χειρότερο δεν είναι να πέφτεις, είναι να μη σηκώνεσαι.

Ηττημένος είναι μόνο όποιος παραιτείται. Οι άλλοι είναι όλοι νικητές.

Και θα έρθει η μέρα που οι δύσκολες στιγμές θα είναι μονάχα ιστορίες τις οποίες θα αφηγούνται περήφανοι σε όποιον θέλει να τους ακούσει. Και όλοι θα ακούν με σεβασμό, και θα μάθουν να έχουν τρία σημαντικά πράγματα.

Υπομονή, και να περιμένουν την κατάλληλη στιγμή για να δράσουν.

Σοφία, για να μην αφήσουν την επόμενη ευκαιρία να ξεφύγει.

Και περηφάνια για τις ουλές τους.

Οι ουλές είναι μετάλλια χαραγμένα στη σάρκα τους με φωτιά και σίδερο και θα τρομάζουν τους εχθρούς τους, γιατί θα δείχνουν πως ο άνθρωπος που στέκεται απέναντι τους έχει μεγάλη εμπειρία στη μάχη. Συχνά αυτό μας κάνει να επιζητάμε το διάλογο και να αποφεύγουμε τις συγκρούσεις.

Οι ουλές μιλούν πιο δυνατά από την κόψη του σπαθιού που τις δημιούργησε.