Διαβάσαμε

Γιάννα στις 10 Νοεμβρίου 2018

«Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της, και συ να λείπεις, να “ ρχονται οι Άνοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα, και συ να λείπεις, να “ ρχονται τα κορίτσια στα παγκάκια του κήπου με χρωματιστά φορέματα, και συ να λείπεις, οι νέοι να κολυμπάνε το μεσημέρι, και συ να λείπεις. Ένα ανθισμένο δέντρο να σκύβει στο νερό, πολλές σημαίες ν” ανεμίζουν στα μπαλκόνια, και συ να λείπεις. Κι ύστερα ένα κλειδί να στρίβει, η κάμαρα να “ ναι σκοτεινή, δυο στόματα να φιλιούνται στον ίσκιο, και συ να λείπεις. Σκέψου δυο χέρια να σφίγγονται, και σένανε να σου λείπουν τα χέρια, δυο κορμιά να παίρνονται, και συ να κοιμάσαι κάτου απ” το χώμα, και τα κουμπιά του σακακιού σου ν΄ αντέχουν πιότερο από σένα κάτου απ” το χώμα, κι η σφαίρα η σφηνωμένη στην καρδιά σου να μη λιώνει. Όταν η καρδιά σου, που τόσο αγάπησε τον κόσμο, θα’χει λιώσει. Να λείπεις- δεν είναι τίποτα να λείπεις. Αν έχεις λείψει για ό,τι πρέπει, θα “σαι για πάντα μέσα σ” όλα εκείνα που γι αυτά έχεις λείψει, θα “σαι για πάντα μέσα σ” όλο τον κόσμο…»

Γιάννα στις 4 Νοεμβρίου 2018

 

**Πώς ο Χου Γι έριξε ένα βέλος στον ήλιο

Σύμφωνα με την κινεζική μυθολογία, ο ουρανός είχε δέκα ήλιους. Κάθε μέρα, η θεά του ήλιου Σίχο επέλεγε έναν από τους ήλιους (που ήταν και γιοι της) και τον έστελνε να διατρέξει τον ουράνιο θόλο με το άρμα της. Εν τω μεταξύ, οι υπόλοιποι εννιά έπαιζαν.

Το σύστημα αυτό λειτουργούσε μια χαρά έως ότου οι ήλιοι βαρέθηκαν. Αποφάσισαν να διατρέξουν τον ουρανό όλοι μαζί, προκειμένου να παραγάγουν τόσο φως και ζέστη ώστε να πάρουν ρεπό μερικές μέρες. Όμως, αυτό ξέρανε τους ποταμούς, έκαψε τη γη και οδήγησε σε ξηρασία.

Ο θεός του ήλιου Ντιτζούν λυπήθηκε τους θνητούς και κάλεσε τον μεγάλο τοξότη Χου Γι. Ο θρύλος λέει ότι ο Χου Γι τόξευσε τους εννέα αλλά δεν σκότωσε τον δέκατο, σώζοντας τη γη από το αιώνιο σκότος. Οι αρχαίοι κινεζικοί θρύλοι λένε ότι ένας δαίμονας έτρωγε τον ήλιο (έκλειψη), κι έτσι ο λαός χτυπούσε τύμπανα για να διώξει τον… ηλιοφάγο. Βέβαια, οι Κινέζοι αστρονόμοι είχαν κατανοήσει απόλυτα τις εκλείψεις από το …720 π.Χ!

**Κυνηγημένος από λύκους

Στην αρχαία νορβηγική μυθολογία, η ηλιακή θεά Σολ ταξιδεύει στον ουρανό κυνηγημένη από το λύκο Σκόελ που θέλει να την καταβροχθίσει (και ο αδερφός του, ο Χάτι, κυνηγά το φεγγάρι τη νύχτα). Λεγόταν ότι οι εκλείψεις ήταν σημάδι πως ο Σκόελ πλησίαζε επικίνδυνα τη Σολ. Για την ακρίβεια, οι Νορβηγοί πίστευαν ότι κάποια μέρα ο ήλιος θα καταβροχθισθεί. Η μυθολογία προέβλεπε μια τεράστια μάχη, το Ράγκναροκ, όπου οι μεγάλοι θεοί θα πέθαιναν και η γη θα πλημμύριζε. Αυτή η αποκαλυπτική σύγκρουση θα σάρωνε τη γη, η οποία θα επανακατοικούταν από ένα ζευγάρι ανθρώπων που θα επιζούσαν από την καταστροφή.

**Ταξιδεύοντας με την ηλιακή βάρκα

Ο Ρα, ο θεός με το κεφάλι γερακιού, είναι μια από τις σημαντικότερες θεότητες στο αιγυπτιακό πάνθεον. Ο θρύλος λέει ότι ο Ρα πλοηγούσε μια βάρκα κατά μήκος του ουρανού κάθε μέρα. Η βάρκα ονομαζόταν Μαντζέτ, που σημαίνει “η βάρκα των εκατομμυρίων ετών”.

Τη νύχτα, ο Ρα επέστρεφε στον κάτω κόσμο, δίνοντας φως στους νεκρούς. Όμως, ήταν ένα επικίνδυνο ταξίδι: ο Απέπ, ο κακός θεός-ερπετό, προσπαθούσε να εμποδίσει τον Ρα, τρώγοντάς τον. Οι ηλιακές εκλείψεις θεωρούνταν επιτυχημένες απόπειρες του Απέπ, όμως ο Ρα πάντα του ξέφευγε..

** Μη βιάζεσαι, Ήλιε!

Ο λαός των Μαορί της Νέας Ζηλανδίας διηγείται μια ιστορία για μια εποχή όπου οι μέρες ήταν πολύ μικρότερες. Ο ήρωας Μάουι συχνά άκουγε τους αδερφούς του να παραπονιούνται για την έλλειψη φωτός, οπότε αποφάσισε να δαμάσει τον ήλιο. Τα αδέρφια του, για να τον βοηθήσουν, του έδωσαν ένα δίχτυ από λινάρι. Τότε, ο Μάουι και τα αδέρφια του ξεκίνησαν για την ανατολή για να βρουν το σπίτι του ήλιου. Κάλυψαν την είσοδο της σπηλιάς του με τα δίχτυα και αλείφτηκαν με πηλό για να προστατευτούν από τη θερμότητά του. Όταν ο ήλιος βγήκε, πιάστηκε στα δίχτυα. Ο Μάουι ξεκίνησε να τον χτυπά, και ο ήλιος κουράστηκε τόσο πολύ που δεν μπορούσε πια να τρέχει στον ουρανό. Έτσι, οι μέρες έγιναν μεγαλύτερες.

** Ζηλιάρης ήλιος

Σύμφωνα με ένα μύθο των ινδιάνων Τσερόκι, ο ήλιος ζήλεψε τον αδερφό του το φεγγάρι επειδή οι άνθρωποι μισόκλειναν τα μάτια κοιτώντας τον ίδιο, ενώ έβλεπαν το φεγγάρι με χαρά και ηρεμία. Ο ήλιος, οργισμένος για τους μορφασμούς που έκαναν οι άνθρωποι όταν τον κοιτούσαν, έμεινε στο κέντρο του ουρανού (όπου ζούσε μια κόρη του) και εξαπέλυσε κύματα ζέστης που σκότωναν τους ανθρώπους.

Τότε, οι άνθρωποι στράφηκαν στους Μικρούς Ανθρώπους, που, σύμφωνα με τη μυθολογία των Τσερόκι, ήταν μικρόσωμα πλάσματα που ζούσαν στα δάση. Οι Μικροί Άνθρωποι είπαν πως ο ήλιος πρέπει να πεθάνει, οπότε μεταμόρφωσαν έναν άνθρωπο σε κροταλία κι έναν άλλον σε ένα τρομακτικό ερπετό, το Ουκτένα.

Ο κροταλίας έφτασε στο σπίτι της κόρης του ήλιου για να περιμένει το άστρο. Όμως, καθώς περίμενε, η κόρη του ήλιου άνοιξε την πόρτα της. Ο κροταλίας δάγκωσε κατά λάθος αυτήν, σκοτώνοντάς την. Όταν ο ήλιος ήρθε να δει την κόρη του, ανακάλυψε το πτώμα της και άρχισε να κλαίει, πλημμυρίζοντας τη γη.

Οι άνθρωποι, απελπισμένοι στην προσπάθειά τους να ευχαριστήσουν τον ήλιο για να μην κλαίει, προσπάθησαν να φέρουν την κόρη του από τη χώρα των νεκρών, αλλά φυσικά απέτυχαν· ξεκίνησαν λοιπόν να χορεύουν και να παίζουν μουσική – και ο ήλιος ήταν ξανά ευχαριστημένος

Γιάννα στις 4 Νοεμβρίου 2018

ΟΙ ΔΥΟ ΛΥΚΟΙ

Ένα βράδυ ένας γέρος ινδιάνος της φυλής Τσερόκι, μίλησε στον εγγονό του για τη μάχη που γίνεται μέσα στην ψυχή των ανθρώπων και του είπε:

“Γιε μου, η μάχη γίνεται ανάμεσα σε δύο λύκους που έχουμε όλοι μέσα μας.

Ο ένας είναι το Κακό. Είναι ο θυμός, η ζήλια, η θλίψη, η απογοήτευση, η απληστία, η αλαζονεία, η ενοχή, η προσβολή, τα ψέματα, η ματαιοδοξία, η υπεροψία, και το εγώ.

Ο άλλος είναι το Καλό. Είναι η χαρά, η ειρήνη, η αγάπη, η ελπίδα, η ηρεμία, η ταπεινοφροσύνη, η ευγένεια, η φιλανθρωπία, η συμπόνια, η γενναιοδωρία, η αλήθεια, η ευσπλαχνία.”

Ο εγγονός το σκέφτηκε για ένα λεπτό και μετά ρώτησε τον παππού του:

“Και ποιος λύκος νικάει;”

Ο γέρος Ινδιάνος Τσερόκι απάντησε απλά:

“Αυτός που ταΐζεις.”

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ

Ένας πανάρχαιος μύθος των ινδιάνων Σιου, λέει πως ήρθαν κάποτε στη σκηνή του γέρου μάγου της φυλής, πιασμένοι χέρι χέρι, ο Άγριος Ταύρος, ο πιο γενναίος και τιμημένος νέος πολεμιστής, και το Ψηλό Σύννεφο, η κόρη του αρχηγού, μια από τις ωραιότερες γυναίκες της φυλής.«Αγαπιόμαστε» αρχίζει ο νέος.
«Και θα παντρευτούμε» λέει εκείνη.
«Και αγαπιόμαστε τόσο που φοβόμαστε…»
«Θα θέλαμε κάποιο μαγικό, ένα χαϊμαλί, ένα φυλαχτό…»
«Κάτι που θα μας εγγυάται ότι θα είμαστε για πάντα μαζί.»
«Που θα μας εξασφαλίσει ότι θα είμαστε ο ένας στο πλευρό του άλλου, ώσπου να συναντήσουμε τον Μανιτού, την ημέρα του θανάτου».«Σε παρακαλούμε» ικετεύουν, «πες μας τί μπορούμε να κάνουμε…»
Ο μάγος τους κοιτάζει και συγκινείται που τους βλέπει τόσο νέους, τόσο ερωτευμένους, να λαχταρούν τόσο μια του λέξη.
«Υπάρχει κάτι …» λέει τελικά ο σοφός μάγος μετά από αρκετή ώρα. «Αλλά δεν ξέρω…είναι ένα έργο πολύ δύσκολο και απαιτεί θυσίες.»
«Δεν μας πειράζει» λένε και οι δύο.
«Ό,τι και να’ ναι» επιβεβαιώνει ο Άγριος Ταύρος.«Ωραία» λέει ο μάγος. «Ψηλό Σύννεφο, βλέπεις το βουνό που είναι βόρεια από το χωριό μας ; Πρέπει να το ανέβεις μόνη σου, χωρίς τίποτα άλλο εκτός από ένα δίχτυ και τα χέρια σου, και να κηνυγήσεις το πιο όμορφο και δυνατό γεράκι του βουνού. Αν το πιάσεις, πρέπει να το φέρεις εδώ ζωντανό την τρίτη μέρα μετά την πανσέληνο. Κατάλαβες;»Η νεαρή κοπέλα συγκατανεύει σιωπηλά.
«Κι εσύ Άγριε Ταύρε» συνεχίζει ο μάγος, «πρέπει να ανέβεις το βουνό του κεραυνού, κι όταν φτάσεις στην κορυφή, τον πιο άγριο απ’ όλους τους αετούς, και με τα χέρια σου μόνο κι ένα δίχτυ να τον πιάσεις χωρίς να τον τραυματίσεις και να τον φέρεις μπροστά μου, ζωντανό, την ίδια μέρα που θα έρθει και το Ψηλό Σύννεφο….Πηγαίνετε τώρα.»Οι δυο νέοι κοίτάζονται με τρυφερότητα, κι ύστερα από ένα φευγαλέο χαμόγελο φεύγουν για να εκπληρώσουν την αποστολή που τους ανατέθηκε. Εκείνη πάει προς το βορρά, εκείνος προς το νότο…
Την καθορισμένη ημέρα, μπροστά στη σκηνή του μάγου, περιμένουν οι δυο νέοι, ο καθένας με μια πάνινη τσάντα, που περιέχει το πουλί που του ζητήθηκε.Ο μάγος τους λέει να βγάλουν τα πουλιά από τις τσάντες με μεγάλη προσοχή. Οι νέοι κάνουν αυτό που τους λέει, και παρουσιάζουν στο γέρο για να τα εγκρίνει τα πουλιά που έπιασαν Είναι πανέμορφα, χωρίς αμφιβολία, τα καλύτερα του είδους τους.
«Πετούσαν ψηλά;» ρωτάει ο μάγος.
«Ναι, βέβαια. Κι εμείς, όπως μας ζητήσατε….Και τώρα;» ρωτάει ο νέος. «Θα τα σκοτώσουμε και θα πιούμε την τιμή από το αίμα τους;»
«Όχι» λέει ο γέρος.«Να τα μαγειρέψουμε και να φάμε τη γενναιότητα από το κρέας τους;» προτείνει η νεαρή.
«Όχι» ξαναλέει ο γέρος. «Κάντε ότι σας λέω. Πάρτε τα πουλιά και δέστε τα μεταξύ τους από τα πόδια μ’ αυτές τις δερμάτινες λωρίδες…Αφού τα δέσετε, αφήστε τα να φύγουν, να πετάξουν ελεύθερα.»Ο πολεμιστής και η νεαρή κοπέλα κάνουν ό,τι ακριβώς τους έχει πει ο μάγος, και στο τέλος ελευθερώνουν τα πουλιά.
Ο αετός και το γεράκι προσπαθούν να πετάξουν, αλλά το μόνο που καταφέρνουν είναι να στριφογυρίζουν και να ξαναπέφτουν κάτω. Σε λίγα λεπτά, εκνευρισμένα που δεν καταφέρνουν να πετάξουν, τα πουλιά επιτίθενται με τσιμπήματα το ένα εναντίον του άλλου, μέχρι που πληγώνονται.«Αυτό είναι το μαγικό. Μην ξεχάσετε ποτέ αυτό που είδατε σήμερα. Τώρα, είστε κι εσείς ένας αετός κι ένα γεράκι. Αν δεθείτε ο ένας με τον άλλον, ακόμα κι αν το κάνετε από αγάπη, όχι μόνο θα σέρνεστε στη ζωή σας, αλλά επιπλέον, αργά ή γρήγορα, θα αρχίσετε να πληγώνετε ο ένας τον άλλον. Αν θέλετε η αγάπη σας να κρατήσει για πάντα, να πετάτε μαζί, αλλά ποτέ δεμένοι.»

Ο ΑΝΕΜΟΣ

Πριν πάρα πολλά χρόνια, δε θυμάμαι πόσα ακριβώς, σε μια μακρινή χώρα, ζούσε μια φυλή ινδιάνων. Ο αρχηγός της φυλής είχε μια πανέμορφη και νέα κόρη που όλοι θαύμαζαν αλλά κανένας δεν είχε αγγίξει ακόμα. Μια μέρα όπως καθόταν έξω από τη σκηνή του ο μεγάλος αρχηγός, τον επισκέφτηκε ο Άνεμος και του είπε:

Μεγάλε αρχηγέ, αγαπάω την κόρη σου και με αγαπά και εκείνη. Θα μου τη δώσεις να γίνει γυναίκα μου;

Όχι…

…του απάντησε απότομα ο αρχηγός χωρίς να δεχτεί δεύτερη κουβέντα. Την επόμενη μέρα η όμορφη κόρη, προσπάθησε να μιλήσει στον πατέρα της.

Πατέρα, αγαπάω τον Άνεμο. Θα μου επιτρέψεις να πάω μαζί του στο κατάλυμά του και να γίνω γυναίκα του;

Όχι…

…της απάντησε αυστηρά ο αρχηγός.

Δεν σου το επιτρέπω. Όταν ο Άνεμος ήταν παιδί, συνήθιζε να έρχεται στη σκηνήμου μέσα από μικρές χαραμάδες και έσβηνε πάντοτε τη φωτιά που προσπαθούσα με τόσο κόπο να ανάψω. Δε γνωρίζει ούτε να πολεμάει, ούτε να κυνηγάει και δε σου επιτρέπω να γίνεις γυναίκα του.

Και λέγοντας αυτά, ο αρχηγός άρπαξε την κόρη του από το χέρι και την οδήγησε σε ένα πυκνό δάσος από μαύρα έλατα για να την κρύψει από τον Άνεμο.

«Ο Άνεμος ίσως να την έβλεπε αν την έκρυβα μέσα σε ένα πευκοδάσος, όμως δε θα μπορέσει ποτέ να την διακρίνει μέσα σε ένα τόσο πυκνό δάσος από μαύρα έλατα», σκέφτηκε δυνατά.

Όμως ο Άνεμος είχε ήδη γίνει αόρατος και όλη την ώρα που ο αρχηγός μονολογούσε έστεκε εκεί κοντά και άκουγε προσεκτικά κάθε του λέξη. Έτσι όταν ήρθε η επόμενη νύχτα, ο Άνεμος άρχισε να τρέχει γύρω γύρω από το πυκνό μαύρο δάσος μέχρι που βρήκε ένα μικρό κενό και μπόρεσε να εισχωρήσει ανάμεσα από τα δέντρα. Έψαξε αρκετά και παρ’ όλες τις δυσκολίες, στο τέλος κατάφερε να βρει τη νεαρή κοπέλα και να τη βγάλει από το πυκνό δάσος. Δεν επέστρεψαν όμως στον καταυλισμό γιατί φοβήθηκαν ότι οι ινδιάνοι θα έπαιρναν την κόρη και θα την οδηγούσαν στον αρχηγό της φυλής και πατέρα της.

Έτσι, ταξίδεψαν μέσα στο σκοτάδι της νύχτας με κατεύθυνση προς το βορρά και πάνω που άρχισε να χαράζει, βρήκαν μια πολύ όμορφη περιοχή. Εκεί, αποφάσισαν να στήσουν το κατάλυμα που θα στέγαζε τον έρωτα τους. Την ίδια κιόλας νύχτα την πήρε στην αγκαλιά του και την έκανε γυναίκα του. Οι μέρες περνούσαν και το αγαπημένο ζευγάρι απολάμβανε τον έρωτα τους ευτυχισμένοι και κανένας απο τους δύο δε μπορούσε να σκεφτεί πως ο αρχηγός θα μπορούσε να τους εντοπίσει. Όμως ο πατέρας της κοπέλας τους έψαχνε σα μανιασμένος μέχρι που στο τέλος ανακάλυψε το κατάλυμά τους.

Τότε ο Άνεμος έκρυψε τη νεαρή γυναίκα του και έγινε αόρατος, όμως ο μεγάλος Αρχηγός άρχισε να καταστρέφει τα πάντα γύρω του με τα όπλα που είχε φέρει μαζί του και χωρίς να το γνωρίζει κατάφερε ένα δυνατό χτύπημα στο κεφάλι του Άνεμου που τον άφησε αναίσθητο. Όταν μετά από ώρες ο άνεμος ξαναβρήκε τις αισθήσεις του ανακάλυψε πως η γυναίκα του είχε εξαφανιστεί και άρχισε να την ψάχνει. Περιπλανήθηκε σαν τρελός στα δάση της περιοχής και στο τέλος την είδε μέσα σε ένα κανό που οδηγούσε ο πατέρας της στο Μεγάλο-Νερό.

Έλα μαζί μου…

…άρχισε να της φωνάζει με απελπισία. Η κοπέλα κατατρόμαξε και το πρόσωπο της έγινε λευκό σαν το χιόνι, γιατί δεν έβλεπε τίποτα γύρω της, ενώ άκουγε την φωνή του αγαπημένου της να την καλεί απελπισμένα. Ο Άνεμος, μετά το χτύπημα που είχε δεχτεί στο κεφάλι από τον πατέρα της, είχε ξεχάσει πως να μεταμορφώνεται και είχε παραμείνει αόρατος. Ο Άνεμος θύμωσε τόσο πολύ τότε με τον αρχηγό, που φύσηξε με όλη του τη δύναμη πάνω στο κανό.

«Ας αναποδογυρίσει»…σκέφτηκε. «Μπορώ να μεταφέρω τη γυναίκα μου ασφαλή στην ξηρά».

Έτσι το κανό αναποδογύρισε με το φύσημα του ανέμου και ο αρχηγός με την κόρη του πέσανε μέσα στο νερό.

Έλα αγαπημένη μου, πιάσε το χέρι μου

…φώναζε ο άνεμος στην κοπέλα. Μα δε θυμόταν πως ήταν αόρατος και ότι η κοπέλα δε θα μπορούσε να δει το χέρι του. Κι έτσι η κοπέλα άρχισε να βουλιάζει, να βουλιάζει, μέχρι που έφτασε στον πάτο της λίμνης.Και μαζί με αυτήν, πνίγηκε κι ο αρχηγός της φυλής και πατέρας της. Όταν ο Άνεμος κατάλαβε πως η αγαπημένη του έχασε τη ζωή της εξαιτίας του, γέμισε θλίψη και άρχισε να αγριεύει.

Ο άνεμος ποτέ δε φυσούσε τόσο δυνατά και θλιμμένα!

…έλεγαν οι ινδιάνοι μεταξύ τους ενώ προσπαθούσαν να προφυλαχτούν μέσα στις σκηνές τους. Το Μεγάλο Πνεύμα λυπήθηκε την κοπέλα που έχασε τη ζωή της τόσο άδικα πέφτωντας στο νερό και την επόμενη νύχτα την μετέφερε ψηλά στα αστέρια και της έδωσε ένα σπίτι στο φεγγάρι. Η κοπέλα ζει ακόμα εκεί, όμως το πρόσωπό της έμεινε κατάλευκο, όπως ήταν τη στιγμή που τρομαγμένη έπεσε από το κανό. Έτσι τις νύχτες, στο σεληνόφως, κοιτάζει κάτω στη γη, προσπαθώντας να βρει τον αγαπημένο της Άνεμο αλλά δεν ξέρει πως είναι αόρατος. Ο Άνεμος πάλι, δε γνωρίζει πως εκεί ψηλά στο φεγγάρι βρίσκεται η αγαπημένη του γυναίκα που χάθηκε και έτσι περιπλανιέται στα δάση και ψάχνει ανάμεσα στα βράχια των βουνών να τη βρει, όμως ποτέ δε σκέφτεται να κοιτάξει ψηλά στο φεγγάρι …

ΤΟ ΚΑΚΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΛΟ

Μια μέρα, ένα φίδι γλιστρούσε στο δάσος, όταν ξαφνικά ένα δέντρο έπεσε πάνω του και το πλάκωσε. Μάταια το φίδι πάλευε για να ελευθερωθεί. Όσο κι αν προσπάθησε δεν το κατάφερε. Μετά από ώρες που ήταν εκεί εγκλωβισμένο, έτυχε να περνάει ένας ξυλοκόπος που έμενε παραδίπλα σε μια καλύβα και είχε βγει για να κόψει ξύλα. Το φίδι του φώναξε:

Σε παρακαλώ καλέ μου άνθρωπε. Βοήθησέ με να ελευθερωθώ από το δέντρο που με έχει πλακώσει.

Όχι. Δεν έχω σκοπό να σε βοηθήσω γιατί πολύ απλά, μετά θα με φας.

Δεν θα σε φάω, πίστεψέ με. Απλά βοήθησέ με να απελευθερωθώ.

Δεν σε πιστεύω…

…απάντησε ο άνθρωπος, αλλά το φίδι συνέχισε να τον παρακαλάει και με πολύ ευγενικό τρόπο κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη του ανθρώπου, ο οποίος έβαλε όλη του την δύναμη και μετακίνσε το δέντρο. Όταν το φίδι ελευθερώθηκε, γύρισε και του είπε:

Καλέ μου άνθρωπε, σε ευχαριστώ για την βοήθεια, αλλά είμαι τόσες ώρες εδώ εγκλωβισμένο και έχω πεθάνει στην πείνα. Δεν αντέχω άλλο, οπότε δεν έχω κι άλλη επιλογή…πρέπει να σε φάω.

Μα τι μου λες; Εγώ σε βοήθησα να ελευθερωθείς κι εσύ μου λες ότι θα με φας; Εξάλλου μου το υποσχέθηκες.

Με βοήθησες και σε ευχαριστώ γι’ αυτό. Δεν ξέρεις όμως ότι το καλό μπορεί να ξεπληρωθεί με κακό;

Τι ανοησίες είναι αυτά που λες;

Φώναξε απελπισμένος ο άνθρωπος και το φίδι του απάντησε:

Κι όμως έχω δίκιο. Αν δεν με πιστεύεις, φώναξε τέσσερα ζώα να ρωτήσουμε την γνώμη τους.

Ο άνθρωπος, χωρίς να χάσει χρόνο έψαξε και βρήκε ένα πούμα, ένα άλογο, ένα ελάφι κι έναν λύκο και τα οδήγησε μπροστά στο φίδι, το οποίο τα ρώτησε ένα-ένα:

Αδερφέ πούμα, νομίζεις πως το καλό μπορεί να ξεπληρωθεί με κακό;

Και βέβαια…

…απάντησε το πούμα!

Αδέρφι άλογο, νομίζεις πως το καλό μπορεί να ξεπληρωθεί με κακό;

Και βέβαια…

Αδέρφι ελάφι, νομίζεις πως το καλό μπορεί να ξεπληρωθεί με κακό;

Και βέβαια…

Ο άνθρωπος, ακούγοντας τις απαντήσεις των πρώτων τριών ζώων, άρχισε να φοβάται. Τελευταίος μίλησε ο λύκος.

Αδερφέ λύκε, νομίζεις πως το καλό μπορεί να ξεπληρωθεί με κακό;

Εγώ δεν ξέρω τι ακριβώς έγινε, οπότε δεν μπορώ να πω αν έχεις δίκιο ή όχι. Άρα και δεν μπορώ να πω αν πρέπει να τον φας. Θα μπορούσα να έχω άποψη αν ήξερα πως ήσουνα πριν. Νομίζω ότι πρέπει να πάρεις την αρχική θέση που είχες ώστε να αποφασίσουμε.

Με τον λύκο συμφώνησαν και τα άλλα ζωά κι έτσι το φίδι ξάπλωσε στο χώμα ενώ ο άνθρωπος κύλησε και πάλι πάνω του το δέντρο. Τότε ο λύκος είπε:

Και τώρα φίδι, μπορείς να μείνεις εδώ. Εμείς φεύγουμε.

Αφού τα ζώα απομακρύνθηκαν με τον άνθρωπο αφήνωντας το φίδι και πάλι εγκλωβισμένο, ο άνθρωπος γύρισε και είπε στον λύκο.

Σε ευχαριστώ αδερφέ μου λύκε. Για να στο ξεπληρώσω, θέλω να έρθεις από το σπίτι μου για να σου δώσω ένα ζευγάρι κοτόπουλα, ως ανταμοιβή.

Όχι φίλε μου. Δεν θα έρθω σπίτι σου. Αν θέλεις, φέρε μου τα κοτόπουλα αύριο το μεσημέρι στο δάσος.

Ο ξυλοκόπος συμφώνησε και γύρισε σπίτι του όπου και διηγήθηκε στην γυναίκα του, τι ακριβώς είχε συμβεί.

Δεν θα δώσεις τίποτα στον λύκο…

…φώναξε έξαλλη  η γυναίκα του.

Μα γυναίκα, ο λύκος με βοήθησε. Μου έσωσε την ζωή κι εξάλλου του υποσχέθηκα τα κοτόπουλα.

Σου λέω να μην δώσεις τίποτα στον λύκο. Και μάλιστα, αντί για κοτόπουλα, να βάλεις στον άσκο τα μεγάλα σκυλιά που έχεις, αυτά που ορμάνε και δαγκώνουν τα αφτιά. Αυτά ξέρουν τι να τον κάνουν τον λύκο.

Κι επειδή ο ξυλοκόπος δεν ήθελε να μαλώσει με την γυναίκα του, έκανε ότι του είπε. Την άλλη μέρα, κατά το μεσημέρι, έβαλε στο σάκο τα δύο μεγάλα σκυλιά που είχε, αυτά που δαγκώνουν τα αφτιά και πήγε στο δάσος να συναντήσει τον λύκο. Όταν έφτασε εκεί του είπε:

Αδερφέ λύκε, σου έφερα τα κοτόπουλα.

Ευχαριστώ!

…του απάντησε ο λύκος. Ο άνθρωπος έλυσε τον σάκο και πήδησαν έξω τα σκυλιά, αυτά που δαγκώνουν τα αφτιά και όρμησαν στον λύκο. Μετά από πολή μάχη, ο λύκος κατάφερε να τα ξεφύγει κι ενώ αποιμακρύνονταν φώναξε στον ξυλοκόπο:

Τελικά είχε δίκιο το φίδι. Το καλό, μπορεί να ξεπληρωθεί με κακό!

 

ΞΙΠΑΣΜΕΝΗ ΝΥΚΤΕΡΙΔΑ

Μια φορά πριν πολλά χρόνια, κάποιο φθινόπωρο, μια νυχτερίδα πετούσε από εδώ κι από εκεί, από κλαδί σε κλαδί, κάνοντας μεγάλη φασαρία γιατί κρύωνε. Ο βασιλιάς των πουλιών, ο αετός, την άκουσε και της φώναξε…

Γιατί κάνεις τόση φασαρία νυχτερίδα μου;

Γιατί κρυώνω!

Γιατί τα υπόλοιπα πουλιά δεν κάνουν τόση φασαρία;

Γιατί αυτά δεν κρυώνουν τόσο πολύ επειδή έχουν πούπουλα. Εγώ δεν έχω ούτε ένα.

Ο αετός αφού σκέφτηκε για λίγο, στην συνέχεια κάλεσε όλα τα πουλιά μπροστά του και τα πρόσταξε να δώσουν στην νυχτερίδα από ένα πούπουλο το καθένα. Όταν η νυχτερίδα στολίστηκε με τα πούπουλα των άλλων πουλιών, έγινε πραγματικά ένα πανέμορφο πουλί. Κάθε πούπουλο είχε διαφορετικό χρώμα κι όταν η νυχτερίδα άπλωνε τα φτερά της, το θέαμα ήταν καταπληκτικό. Η νυχτερίδα το πήρε πολύ πάνω της. Δεν ξαναμίλησε στα άλλα πουλιά και περνούσε την μέρα της θαυμάζοντας την ομορφιά της.

Τα πουλιά πήγαν στον αετό και του παραπονέθηκαν για τη νυχτερίδα που κορδωνότανε συνέχεια για την ομορφιά της, ενώ στην πραγματικότητα οφειλόταν στα πούπουλα των άλλων. Ο αετός τότε έστειλε να φωνάξουνε την νυχτερίδα.

Νυχτερίδα μου, όλα τα πουλιά μου κάνουνε παράπονα για σένα. Λένε πως κορδώνεσαι για τα φτερά, που στην πραγματικότητα είναι δικά τους και δεν μιλάς πια σε κανέναν από καθαρή ξιπασιά. Είναι αλήθεια;

Το λένε από ζήλια γιατί είμαι πολύ πιο ωραία από αυτά. Κοίταξέ με και βγάλε συμπέρασμα και μόνος σου.

…απάντησε η νυχτερίδα ενώ ταυτόχρονα άνοιξε τα φτερά της. Ήταν πράγματι υπέροχη.

Εντάξει…

…είπε ο αετός και συνέχισε λέγοντας…

Τώρα, κάθε πουλί θα πάρει πίσω το πούπουλο που σου χάρισε. Αν στα αλήθεια είσαι όμορφη, τότε δεν τα έχεις ανάγκη όλα αυτά τα πούπουλα.

Τα πουλιά ρίχτηκαν στην νυχτερίδα και καθένα άρπαξε το πούπουλο που της είχε δώσει, μέχρι που στο τέλος η νυχτερίδα έμεινε γυμνή όπως και πριν. Η ντροπή της ήταν τόσο μεγάλη που πέταξε μακριά. Κι από τότε πετάει μόνο τη νύχτα!

 

 

Γιάννα στις 3 Νοεμβρίου 2018

Κάποτε όταν ζούσα στην καρδιά μιας ροδιάς , άκουσα ένα σπόρο να της λέει :

« Κάποια μέρα θα γίνω δέντρο κι ο αγέρας θα τραγουδάει ανάμεσα στα κλωνιά μου. Ο ήλιος θα χορεύει πάνω στα φύλλα μου και θα΄μαι δυνατό δέντρο  κι όμορφο , στις εποχές όλες μέσα.. ».

Ύστερα μίλησε κι άλλος ένας σπόρος και είπε:

«Όταν ήμουν νιος σαν εσένα είχα κι εγώ τέτοιες απόψεις, μα τώρα που μπορώ να μετρώ και να ζυγίζω τα πράγματα, βλέπω ότι οι ελπίδες μου τρέφονται του κάκου. »

Κι ένας τρίτος σπόρος μίλησε κι αυτός: « Δεν βλέπω τίποτα που να προμαντεύει, για εμάς, ένα τόσο μεγαλειώδες μέλλον .»

Κι ένας τέταρτος είπε :

« Όμως τι φενάκη θα΄ταν η ζωή μας χωρίς προοπτικές μεγαλοσύνης ».

Είπε ένας πέμπτος :

« Γιατί να διαφωνούμε για το τι θα γίνουμε, αφού το τι είμαστε δεν ακούμε καν…»

Μα ένας έκτος απάντησε  : « Εκείνο που είμαστε αυτό θα εξακολουθήσουμε να είμαστε…»

Κι ένας έβδομος είπε  :

« Έχω τόσο ξεκάθαρη ιδέα για το καθετί πως θα γίνει, μα και να μην μπορώ να τη ντύσω με λέξεις !»

Κι ύστερα ένας όγδοος μίλησε κι ένας ένατος και δέκατος  και μια σειρά από άλλους και δεν μπορούσα να βγάλω άκρη πια, από τις φωνές τους.

Κι έτσι την ίδια μέρα μετακόμισα στην καρδιά μιας κυδωνιάς , εκεί όπου οι σπόροι είναι λιγοστοί και δεν μιλάνε σχεδόν καθόλου…

Γιάννα στις 3 Νοεμβρίου 2018

Είναι άνοιξη. Αφέγγαρη η νύχτα στη μικρή πόλη, χωρίς αστέρια, βιβλικά μαύρη. Πέτρινοι σιωπηλοί δρόμοι και το δάσος καμπούρικο με τους ερωτευμένους, τους λαγούς, αθέατο κατεβαίνει κούτσα-κούτσα ως τη μαύρη-κορόμηλο, μαύρη-κοράκι, την ελαφροκυματούσα θάλασσα με τις ψαρόβαρκες.

ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΥΦΛΑ ΣΑΝ ΤΟΥΣ ΤΥΦΛΟΠΟΝΤΙΚΕΣ (αν κι αυτοί βλέπουν καλά τη νύχτα μεσ” απ” τις βελούδινες τρύπες τους, ξεμυτίζοντας), τυφλά σαν τον Καπετάν Γάτο εκεί στη μέση, κοντά στη βρύση και στο ρολόι της πόλης, τα κατάκλειστα μαγαζιά, το Ίδρυμα Κοινής Ωφελείας μαυροφορεμένο στο σκοτάδι. Η νανουρισμένη, βουβαμένη πολιτεία με τους ανθρώπους της κοιμάται τώρα.

Σ…Σ…Σ… ΤΑ ΜΩΡΑ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ, ΟΙ ΓΕΩΡΓΟΙ, ΟΙ ΨΑΡΑΔΕΣ, οι έμποροι, οι συνταξιούχοι, ο τσαγκάρης κοιμάται, ο δάσκαλος, ο ταχυδρόμος, ο ταβερνιάρης, ο νεκροθάφτης, και η ζωηρή του χωριού, ο μέθυσος, η ράφτρα, ο παπάς, ο αστυνόμος, η γυναίκα με τα μύδια και τα παπίσια πόδια και οι ταχτικές νοικοκυρές.

ΤΑ ΝΕΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΤΑ ΜΑΛΑΚΑ ΚΡΕΒΑΤΙΑ γλιστρούν στ” όνειρό τους ως το δάσος που αντηχεί σαν εκκλησιαστικό όργανο, γλιστρούν με δαχτυλίδια και προικιά κι είναι οι πυγολαμπίδες που κρατούν την ουρά της νύφης.

Τ” ΑΓΟΡΙΑ ΚΑΝΟΥΝ ΠΟΝΗΡΑ ΟΝΕΙΡΑ, καβαλικεύουν τ” αδάμαστα άτια της νύχτας ή αλωνίζουν κουρσεμένες θάλασσες. Ανθρακίτης τα σώματα των αλόγων κοιμισμένα στα λιβάδια, οι αγελάδες στους σταύλους, οι σκύλοι στις αυλές μ” υγρές μουσούδες.

ΚΙ ΟΙ ΓΑΤΕΣ ΛΑΓΟΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ ΣΤΙΣ ΓΩΝΙΕΣ ή με πονηρές δρασκελιές, σαν αστραπή, χώνονται στο σύννεφο το μοναδικό της στέγης. Μπορείς ν” ακούσεις τη δροσούλα να πέφτει και την πόλη σε σιγή ν” ανασαίνει.

ΜΟΝΟ ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΟΥ ΜΑΤΙΑ ΜΕΝΟΥΝ ΑΝΟΙΧΤΑ και βλέπουν τη μαύρη πολιτεία βυθισμένη, τυλιγμένη σε ύπνο αργό. Και μόνο εσύ μπορείς ν” ακούσεις την αόρατη πτώση των άστρων, τη θάλασσα στην πιο σκοτεινή της στιγμή, την πριν απ” την αυγή.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Ντίλαν Τόμας Κάτω από το γαλατόδασος, εκδόσεις [Πηγή: www.doctv.gr]

ΖΑΚΛΙΝ ΝΤΕ ΡΟΜΙΓΥ, ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ «ΓΙΑΤΙ Η ΕΛΛΑΔΑ»
Κατ’ αρχήν κινδυνεύουμε να ξεχάσουμε ότι ο άνθρωπος που εξύμνησαν οι Έλληνες ήταν ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος. Αγαπούσε τη ζωή και τις γιορτές, τα συμπόσια, τον έρωτα, τη δόξα.
Μερικοί συγγραφείς μίλησαν γι’ αυτό περισσότερο από άλλους: ό­πως ο Ησίοδος, οι λυρικοί, ο Αριστοφάνης. Από τον Όμηρο όμως ως τα χορικά των τραγωδιών, αυτή η πλευρά δεν λείπει ποτέ. Πρέπει να το θυμίσουμε έντονα -διότι κατ’ αρχήν αυτό είναι η εκπληκτική γοητεία της ελληνικής λογοτεχνίας, ύστερα διότι μια τέ­τοια αγάπη για τη ζωή ανυψώνει περισσότερο το τίμημα του πάθους για να την εννοήσουμε, να την κατακτήσουμε και να υψωθούμε από τα συγκεκριμένα αυτά θέλγητρα προς μία σκέψη αρμονική προς αυτά. Η μίξη αυτών των δύο καθιστά την Ελλάδα μοναδική.
Επιπλέον, ακόμα και αν αποκαταστήσουμε αυτή τη διάσταση – που ηθελημένα αφήσαμε κατά μέρος σε μία μελέτη αφιερωμένη σε ένα μόνο θέμα – διακινδυνεύουμε πάλι να ξεχάσουμε ότι η ανάλυση που περιέχεται στα κείμενα αντιπροσωπεύει μία μόνο όψη της ελληνικής κουλτούρας και του ελληνικού πολιτισμού.
Βεβαίως, η άποψη αυτή είναι η πιο αυθεντική. Διότι κανένας άλλος πολιτισμός δεν είχε τόσο πάθος για την τέχνη του λόγου, της απόδειξης και της ανάλυσης: και αυτό, χωρίς αμφιβολία, παραμένει το πιο αξιοσημείωτο γεγονός του ελληνισμού. Η επιδίωξη όμως της καθολικότητας που μαρτυρούν τα κείμενα, αν είναι τόσο χαρακτηριστική, θα πρέπει να ξαναβρεθεί επίσης στην τέχνη, στη θρησκεία, στη ζωή και στα ήθη.
Θα χρειάζονταν ακόμη πολλά βιβλία για να αποδειχθεί ότι έ­τσι είναι, αν χρησιμοποιήσουμε αναλύσεις πιο αόριστες από αυ­τές που προσφέρουν τα κείμενα: μόνο τα κείμενα μας δείχνουν αυτό που έχουν να πουν χωρίς διφορούμενα. Και όμως μπορούμε να θυμίσουμε ότι, ως προς την τέχνη και τη θρησκεία, έχουν δοθεί σύντομες ενδείξεις όταν το απαιτούσε η ανάπτυξη του θέ­ματος. Και επιβεβαιώνουν το αποτέλεσμα της έρευνας που έγινε εδώ.
Η ελληνική τέχνη είναι κατ’ αρχήν ιδιαίτερα ανθρώπινη. Αρκεί να σκεφτούμε την Αίγυπτο ή την Ινδία για να μετρήσουμε τη δια­φορά. Ακόμα και όταν παριστάνει γίγαντες και τέρατα, πλησιάζει όλο και περισσότερο την ανθρώπινη μορφή. Στις μάχες μεταξύ θεών και γιγάντων μόλις διακρίνουμε τους μεν από τους δε: όλοι μοιάζουν με ανθρώπους (όπως στο διάζωμα του θησαυρού των Σιφνίων στους Δελφούς). Και όταν ένας θεός και ένας άνθρωπος βρίσκονται ο ένας απέναντι στον άλλον, μόλις διακρίνουμε αν ο θεός είναι μεγαλύτερος από τον άνθρωπο: όπως στο διάζωμα του θησαυρού των Αθηναίων, πάντα στους Δελφούς. Η σκέψη μας πηγαίνει στις σχέσεις που έχουν οι ήρωες και οι θεοί στον Όμηρο…
Εξάλλου, η απεικόνιση ανθρώπινων μορφών, ιδιαίτερα κατά την αρχαϊκή εποχή, περιβάλλεται -όπως είδαμε- από μια γενίκευση και από μια συγκράτηση που αποκλείουν τα ατομικά χαρακτηριστικά και τα τονισμένα συναισθήματα. Αν αυτό συμβαίνει από έλλειψη πείρας ή από συνειδητή επιθυμία, δεν έχει σημασία: τα αγάλματα που μας υποδέχονται στα μουσεία έχουν την αγέ­ρωχη περίσκεψη του εξωπραγματικού και μας συγκινούν πολύ περισσότερο.
Τέλος, ο ελληνικός ναός είναι από μόνος του ένα μνημείο με α­πέριττες γραμμές, στο οποίο η γλυπτική κατέχει μια πολύ οριοθετημένη θέση. Βρίσκεται στα μέτρα του ανθρώπου. Δεν έχει ούτε την έπαρση των πυραμίδων ούτε την πληθώρα των γλυπτών του Ανγκόρ. Είναι ίσως η ιδέα, παραπλανητική από πρώτη άποψη, που εκφράζει ο Περικλής στο Θουκυδίδη όταν δηλώνει: «Φιλοκαλούμεν γαρ μετ’ ευτελείας».
Έτσι, η ίδια επιδίωξη προς το γενικό, το ανθρώπινο, το καθολικό εκφράζεται και στην τέχνη όπως και στη λογοτεχνία.
Όσο για τη θρησκεία, δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε άλλη πιο κοντά στον άνθρωπο. Ο ανθρωπομορφισμός είναι ο κανόνας. Και εάν στις απαρχές υπήρξαν ζώα που ταυτίστηκαν με τους θεούς, από το έπος του Ομήρου έγιναν απλά ευνοούμενα αυτών των θεών. Επιπλέον, οι θεοί είναι ποικίλοι και, εξαιτίας των συνεχών συγκρούσεων μεταξύ τους, ο άνθρωπος καταφεύγει στον ένα ή στον άλλον. Σίγουρα, οι θεοί μπορούν να χτυπούν, και ιδίως ο Δίας, ο βασιλιάς τους. Αλλά οι άνθρωποι, παρ’ ότι το ξέ­ρουν, δεν ζουν μέσα στον τρόμο ούτε στην υποταγή. Οι ποιητές κοροϊδεύουν τους θεούς όταν βρουν την ευκαιρία: εν τούτοις δεν καταποντίζονται στις καταστροφές. Οι άνθρωποι φοβούνται λι­γότερο τους θεούς όσο πιο ελεύθερα επικοινωνούν μαζί τους, ε­φόσον δεν έχουν ούτε δόγμα ούτε κλήρο. Και επιπλέον υπάρχουν οι ενδιάμεσοι και οι δυνατότητες επικοινωνίας -με τους ήρωες, που είναι σχεδόν ημίθεοι, και με τους χρησμούς από τους οποίους μπορούν να ζητήσουν συμβουλή. Αν προσθέσουμε ότι οι θεοί είναι πρόγονοι πολλών οικογενειών και οι προστάτες της μιας ή της άλ­λης πόλης, εκτιμούμε πόσο μειώνεται η απόσταση ανάμεσα στο θείο και στο ανθρώπινο. Το είδαμε όταν μιλήσαμε για τον Όμη­ρο. Αργότερα, οι δοξασίες επέτρεψαν πολύ πιο προσωπικές σχέ­σεις με τη θεότητα. Αυτό παρέμεινε αληθινό ως το τέλος του ελ­ληνισμού και διευκόλυνε, μερικές φορές, τις μεταλλαγές με το χρι­στιανισμό.
Επίσης, αυτοί οι πολλαπλοί θεοί, με τις αρκετά ελαστικές δι­καιοδοσίες, μπερδεύτηκαν στην Ελλάδα με πολλές προσφιλείς δραστηριότητες. Έτσι έγιναν και αυτοί ένα είδος συμβόλων με κα­θολική αξία. Για έναν Έλληνα της κλασικής εποχής, η Αφροδίτη εί­ναι η εικόνα του έρωτα, η Άρτεμις εικόνα της αγνότητας, ο Άρης του πολέμου. Έτσι ξαναβρίσκουμε, όπως αλλού, τη γλώσσα των συμβόλων, κατά την οποία κάθε οντότητα που ανήκει στο μύθο περιέχει μια σημασία πολύ γενική για τον άνθρωπο.
Αυτό ήταν, χωρίς αμφιβολία, ένας από τους λόγους που εξελί­χθηκαν τόσο άνετα οι ανταλλαγές και οι αφομοιώσεις με τις άλλες θρησκείες. Οπωσδήποτε η ελληνική θρησκεία δεν ήταν εθνική. Οι θεοί μπορούσαν να έχουν προνομιακούς δεσμούς με μία πόλη (ό­πως η Αθηνά με την Αθήνα): αυτό δεν τους εμπόδιζε να αναγνω­ρίζονται και να τιμώνται και αλλού -ενδεχομένως και στους βαρ­βάρους. Όταν είχαν άλλα ονόματα, οι Έλληνες έκριναν ότι υπήρ­χε κάποια παραλλαγή και η απόδειξη βρίσκεται στον Ηρόδοτο. Ήταν, γενικά, μία θρησκεία που αποδεχόταν και συγχρόνως γινό­ταν εύκολα αποδεκτή. Ξέρουμε πως ο απόστολος Παύλος βασί­στηκε, όταν βρέθηκε στην Αθήνα, στην ύπαρξη της λατρείας «τω Αγνώστω θεώ». Αλλά, χωρίς να φτάσει ως το Χριστιανισμό, ο Glen Bowersock επέμεινε πρόσφατα στο ρόλο που είχε η ελληνική θρησκεία στην ενοποίηση του όψιμου παγανισμού. Αυτή η κουλ­τούρα, γράφει, «πρόσφερε στη γλώσσα το μύθο και την εικόνα, το μέσον να εκφραστούν οι τοπικές παραδόσεις με τρόπο εύληπτο και πιο καθολικά κατανοητό». Όπως πάντοτε, η άνοδος προς το καθολικό, στο διανοητικό πεδίο, διευκολύνει, πράγματι, το άνοιγ­μα προς το καθολικό, στο επίπεδο των ανθρωπίνων σχέσεων.
Αλλά οι ίδιες αυτές λέξεις τραβούν την προσοχή σε ένα τρίτο κενό, σοβαρότερο, στην ανάπτυξη που παρουσιάζουμε σε τούτο το βιβλίο. Και όμως είχαμε απομακρυθεί για καλά από τις ανθρώ­πινες σχέσεις! Από τις πρώτες σελίδες, με τον Όμηρο, είχαμε επι­σημάνει μία απίθανη διάθεση στην αποδοχή των άλλων -μια έλ­λειψη εθνοκεντρισμού, μια κατανόηση, μια εξαιρετική φιλοφροσύνη όχι μόνο κατά την αρχαϊκή εποχή αλλά σε όλες τις εποχές. Εί­δαμε στη συνέχεια ν’ ανατέλλει με τον Ηρόδοτο μια σπάνια ανε­κτικότητα. Και στις δύο περιπτώσεις υπήρξε ερώτημα επειδή οι συγγραφείς μιλούσαν γι’ αυτό και μάλιστα με επιμονή. Αλλά, στο σύνολο, η έκταση της πνευματικής προσπάθειας που επιτελέ­σθηκε σε έναν αιώνα, έσβησε λίγο πολύ για μας τις ανθρώπινες α­ξίες. Και πώς να μιλήσουμε για έναν πολιτισμό χωρίς ν’ αναφέρουμε εκείνο που πρόσφερε σε αυτόν τον τομέα;
Καθένας γνωρίζει ότι η Ελλάδα πρόσφερε στον κόσμο την τέ­λεια και ιδανική έκφραση της δικαιοσύνης και της ελευθερίας. Και δεν είναι λίγο! Αυτές οι δύο μεγάλες ιδέες προσήλκυσαν και άλλες κατά τη ροή τους. Προκάλεσαν σίγουρα το σεβασμό στους νό­μους (που συναντήσαμε μιλώντας για τη δημοκρατία), καθώς και τη φιλοπατρία και την έννοια της γενναιότητας. Αλλά προκάλε­σαν επίσης την επιθυμία να υποστηρίξουν τους καταπιεζόμενους, να απελευθερώσουν τα θύματα, ακόμα και να ριψοκινδυνεύσουν για την υπεράσπισή τους: είναι ένας από τους τίτλους τιμής που η Αθήνα δεν έπαψε ποτέ να διεκδικεί. Οι δύο αυτές ιδέ­ες συνυφασμένες αποδείχθηκαν ζωογόνες και ευρύτατες. Ήταν ήδη άνοιγμα προς τους άλλους.
Το λαμπρό όμως αυτό ξεκίνημα δεν πρέπει να μας κάνει να ξε­χνάμε εκείνο που, πέρα από το νόμο και τους κανόνες του, προ­χωρούσε προς την ίδια κατεύθυνση πιο διακριτικά.
Ο νόμος, γιατί; Τον συναντήσαμε εδώ στο πολιτικό πλαίσιο της δημοκρατίας: είναι καιρός ν’ ανατρέξουμε λίγο πιο πίσω. Με τους Έλληνες πρέπει πάντα να γίνει αυτή η κίνηση. Τότε εκτιμάμε ότι ο νόμος εσήμαινε  γι’ αυτούς, πριν απ’ όλα, το αντίθετο της βίας.
Οι Έλληνες δεν έπαψαν να ορθώνονται εναντίον της βίας. Εμίσησαν τον πόλεμο, την αυθαιρεσία, την αταξία.
Για τον πόλεμο αυτό είναι γνωστό. Ήδη στον Όμηρο, ο πόλε­μος είναι χώρος του ηρωισμού, αλλά επίσης της οδύνης και του θανάτου. Ο Άρης, ο θεός του πολέμου, προκαλεί φρίκη ακόμα και στο Δία: «Είναι για μένα ο πιο μισητός από όλους τους θεούς, που μένουν στον Όλυμπο, γιατί πάντα του αρέσουν τα μαλώματα και οι πόλεμοι και οι μάχες».
Η καταδίκη του πολέμου διαπερνά πράγματι όλα τα ελληνικά κείμενα. Υπάρχει στον Ηρόδοτο, στον οποίον εμπνέει τη διάσημη φράση: «Διότι κανένας δεν είναι τόσον ανόητος, ώστε να προτι­μά τον πόλεμον από την ειρήνην, αφού κατ’ αυτήν μεν τα παιδιά θάπτουν τον πατέρα, ενώ κατά τον πόλεμον οι πατέρες τα παι­διά». Υπάρχει στον Αισχύλο, στα μεγάλα χορικά της οδύνης και στην εικόνα τη σχετική με τον πόλεμο της Τροίας: «Κι ο Άρης σω­μάτων αργυραμοιβός και ζυγιαστής των κονταριών στη μάχη, στέλνει από την Τροία στους δικούς βαρεία και πικροθρήνητη α­πό την πυρά μονάχη αντίς τον άντρα – βολικά γεμίζοντας ένα λεβέτι με μια φούχτα στάχτη». Βρίσκεται ιδιαίτερα στον Ευριπί­δη με τους φοβερούς μονόλογους των Ικέτιδων όπου ο κήρυκας λέει ότι οι άνθρωποι μέσα στην τρέλα τους «κυνηγάμε πολέμους και σκλαβώνουμε όποιους βρούμε πιο αδύνατους, άντρας τον ά­ντρα, η πόλη την άλλη πόλη». Υπάρχει επίσης στον Αριστο­φάνη. Υπάρχει παντού.
Εξάλλου, το κείμενο του Ευριπίδη που αναφέραμε δείχνει κα­θαρά ότι, πίσω από την καταδίκη του πολέμου για τα δεινά που προκαλεί, οι Έλληνες διέκριναν καθαρά ότι αυτός καθ’ εαυτός ο πόλεμος ήταν απαράδεκτος. Προϋπόθεση του ήταν αποκλειστι­κά η δύναμη. Το σκάνδαλο όμως της κυριαρχίας της δύναμης το εί­χαν αντιληφθεί από τις απαρχές. Ήδη ο Ησίοδος το απεικόνισε στο θαυμάσιο απόλογο με το γεράκι και το αηδόνι που αναφέρ­θηκε στο κεφάλαιο το σχετικό με τον Πίνδαρο.
Η ίδια διαμαρτυρία εμπνέει τον Προμηθέα του Αισχύλου όπου η αυθαιρεσία του Δία εκπροσωπείται από το Κράτος και τη Βία. Ξαναβρίσκεται σε όλες τις αναλύσεις τις σχετικές με την τυραννία και ιδιαίτερα με την τυραννία μεταξύ πόλεων, που είναι ο ιμπε­ριαλισμός: το να κυβερνάς με τη βία σημαίνει να κυβερνάς με εξα­ναγκασμό, αντίθετα προς τη θέληση των ανθρώπων. Ξαναβρί­σκεται στις θεωρητικές και ανελέητες αναλύσεις του Θουκυδίδη (στο διάλογο των Μηλίων, στο 5ο βιβλίο) και στον Πλάτωνα (με τον Καλλικλή στο Γοργία).
Η Ελλάδα ήταν σαν να είχε κινητοποιηθεί εναντίον της βίας και τούτο ενέπνευσε το φλογερό σεβασμό της προς το νόμο. Το συ­ναίσθημα όμως αυτό ερμηνεύτηκε επίσης με ευρύτερες μορφές διότι στη βία αντιτίθεται επίσης η πειθώ.
Με τις αναφορές που είναι συγκεντρωμένες σε τούτο το κε­φάλαιο του συμπεράσματος, ίσως εκπλαγούμε βλέποντας το κεί­μενο να αλλάζει ύφος, ενώ θα περιμέναμε γενικές ιδέες και περι­λήψεις, σχόλια και αναφορές. Είναι σχεδόν αδύνατο να κάνουμε διαφορετικά. Εάν θέλουμε να τονίσουμε, διατρέχοντας έστω βια­στικά, τη σημασία των αξιών που καθόρισε η Ελλάδα και κληρο­δότησε στο δυτικό κόσμο, πρέπει να προσφέρουμε στον ανα­γνώστη κάτι σαν ανθοδέσμη από αυτά τα κείμενα που έθρεψαν τον κόσμο επί αιώνες. Οι αξίες δηλώνουν ότι η απόδειξη είναι δυ­νατή και ότι οι επαληθεύσεις δεν είναι αδικαιολόγητες. Ιδίως με την πληθώρα τους αποδεικνύουν καθαρά ότι πρόκειται για αξίες πολύτιμες για όλους τους ανθρώπους εκείνης της εποχής, ανεξάρτητα από διαφορετικές νοοτροπίες ή λογοτεχνικά είδη. Ίσως αφήσουν στο πέρασμα τους -ποιος ξέρει;- το θάμβος που προ­καλεί ένας ενθουσιασμός φωτεινός, και πάντα λίγο πολύ μεταδο­τικός. Και τέλος μια ανθοδέσμη: τι ωραιότερο να προσφέρει κα­νείς για να αποχωρήσει;
Κλείνοντας αυτή την παρένθεση, πρέπει να σπεύσουμε να συνδέσουμε το νόμο με την πειθώ, η οποία παρεμβαίνει παντού, όπου δεν κυβερνά ο νόμος. Διέπει τις συμφωνίες. Δεν κουράζεται να αντιτίθεται στη βία. Πώς να μη θυμηθούμε ότι όλα τα φονικά και όλες οι εκδικήσεις, που αποτελούν την Ορέστεια του Αισχύ­λου, συντρίβονται πάνω στη δίκαιη ανώτατη εξουσία ενός δικα­στηρίου, και ότι η Αθηνά, τότε, αναλαμβάνει να πείσει τις Ερινύες παρά να τις εξαναγκάσει, θα λέγαμε ότι πρόκειται για ομολογία πίστης του ελληνισμού στο αποκορύφωμα του, όταν η Αθηνά ε­πικαλείται «τη θεία Πειθώ» που δίνει στο λόγο της «τη μαγική γλυκύτητα» (Ευμενίδες 885-886). Και για ν’ απαντήσουμε με αν­θρώπινη γλώσσα στα λόγια της θεάς, θα μπορούσαμε ν’ αναφέ­ρουμε το νεαρό Νεοπτόλεμο του Σοφοκλή που επεδίωκε να πεί­σει το Φιλοκτήτη παρά να τον εξαπατήσει επωφελούμενος από την πλεονεκτική του θέση. Να πείθεις: ήταν το κίνητρο αυτής της δημοκρατίας για την οποία ήταν τόσο υπερήφανοι οι Αθηναίοι, α­φήνοντας τον εξαναγκασμό στους τυράννους.
Θα έλεγε κανείς ότι τα λόγια αυτά δεν ταιριάζουν με τον ιμπε­ριαλισμό, που ήταν μια τυραννία. Αλλά ποιος μας το είπε, αν όχι οι Αθηναίοι, που είχαν συνείδηση αυτής της κατάστασης και ήταν ικανοί να την ελέγχουν με οξυδέρκεια. Ο Θουκυδίδης είπε και ο Ισοκράτης υπερθεμάτισε ότι ο τύραννος και το Κράτος-τύραννος είναι καταδικασμένα να καταστραφούν. Από αυτά τα δύο, απο­κάλυψαν το σχήμα αυτής της «ασθένειας» περιγράφοντας την με μία μορφή γενική που ισχύει για πάντα.
Πρέπει όμως να προσθέσουμε ότι μετά από μια τέτοια εμπει­ρία και τη σαφή αντίληψη του κακού, οι Έλληνες διέδωσαν επίσης την ιδέα όλων των δυνατών συμφωνιών μεταξύ Κρατών. Και, όπως η Αθήνα ήξερε να τα ξεχάσει όλα μετά τον εμφύλιο πόλεμο και να βρει για τη συμφιλίωση των πολιτών ένα υπόδειγμα που δεν ξεπεράστηκε ποτέ, το ίδιο οι Έλληνες ανακάλυψαν τη βασική αρχή για συμφωνίες, διαιτησίες, συνθήκες, συμμαχίες, ομοσπον­δίες και συνομοσπονδίες. Δεν κατάφεραν μεν να ενωθούν αλλά έ­θεσαν τις αρχές, υπέδειξαν τι έπρεπε να αποφευχθεί και ποιοι ή­ταν οι όροι που έπρεπε να τηρηθούν. Κι εδώ επίσης ζούμε από την κληρονομιά τους και από εκείνο που αυτή παρήγαγε.
Όλα αυτά όμως ανήκουν στην κατηγορία των διακανονισμών και του δικαίου. Οι Έλληνες δεν προχώρησαν πέρα από αυτά; Δεν είχαν τίποτα που να τους ωθήσει προς τους άλλους, προς εκείνους με τους οποίους δεν τους συνέδεε καμιά συνθήκη και καμιά γραπτή υποχρέωση; Η Αθήνα μιλούσε για ανοχή στις ιδιωτικές σχέσεις. Αλλά δεν υπήρχε τίποτα που να ξεπερνά αυτό το πλαίσιο;
Και εδώ είναι το θαύμα: Γιατί ο λαός αυτός, που χαιρόταν τη γραπτή διατύπωση και τις σταθερές βάσεις που πρόσφερε σε ό­λους,ανακάλυψε εν τούτοις την ιδέα των άγραφων νόμων για όλα όσα υπήρχαν πέρα από τη δικαιοδοσία των νόμων. Οι άγραφοι αυτοί νόμοι είναι γνωστοί από το εγκώμιο του Σοφοκλή στην Αντιγόνη και στον Οιδίποδα Τύραννο. Επιβάλλουν, λόγου χάριν, το σεβασμό προς τους ικέτες και τους κήρυκες, την ταφή των νε­κρών και τη βοήθεια στους καταπιεζόμενους. Αντίθετα όμως με τους γραπτούς νόμους, το σημαντικό είναι ότι αυτοί οι νόμοι είναι παγκόσμιοι. Συχνά τους αποκαλούσαν«κοινούς νόμους των Ελλή­νων». Σε άλλα κείμενα υπάρχει η ιδέα ότι ισχύουν για όλους. Δια­βάζουμε γι’ αυτούς στον Ξενοφώντα ότι «εις κάθε τόπον δια τα ί­δια πράγματα τους παραδέχονται» και καλύτερα στον Ισοκράτη ότι είναι «ένας πατροπαράδοτος νόμος, που όλοι οι άνθρωποι τον τηρούν ανέκαθεν, γιατί νομίζουν, ότι δεν τον εθέσπισαν άνθρωποι παρά τον επέβαλε κάποια ανωτέρα δύναμις». Και ο Αριστο­τέλης προσδιορίζει ότι οι άγραφοι νόμοι αναγνωρίζονται από την κοινή αποδοχή.
Η ελληνική αυτή επινόηση έγινε παγκόσμια: με αυτήν αρχί­ζουν καλύτερες σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Είναι η ώρα που ο ίδιος ο Αριστοτέλης δίνει ξεχωριστή θέση στην ευθύτητα, μία εσωτερική διάθεση αρκετά ευέλικτη, δίπλα στη δικαιοσύνη, και στην οποία εκδηλώνονται σχεδόν παντού οι ιδέες της πραότητας, της κατανόησης και της επιείκειας.
Το άνοιγμα προς τους άλλους, που ξεκινούσε με τον αγώνα ε­ναντίον της βίας, ολοκληρώνεται εδώ για να ξεπεράσει όλο μαζί και το πλαίσιο της πόλης, ακόμα και της ίδιας της Ελλάδας και την αυστηρότητα των βασικών απαιτήσεων.
Η Ελλάδα της εποχής εκείνης δεν επινόησε τίποτα το τόσο ά­μεσο και συναισθηματικό όσο η χριστιανική αγάπη που αγκαλιά­ζει όλα τα πλάσματα στο όνομα του χριστιανικού μηνύματος. Αλλά η επιδίωξη της για την καθολικότητα την έκανε να βρει, μέ­σα στην κοινή ιδιότητα των ανθρώπων, την πηγή μιας αδελφικής επικοινωνίας. Όταν ο καθένας συνειδητοποιεί ότι είναι άνθρω­πος, τότε «μπαίνει στη θέση» των άλλων ανθρώπων. Και όπως η παγκοσμιότητα των ιδεών στον Πλάτωνα γίνεται πόλος έλξης και αντικείμενο χαράς ή επιθυμίας, κατά τον ίδιον τρόπο, η παγκο­σμιότητα των ανθρωπίνων καταστάσεων, στην οποία παραπέ­μπει πάντοτε η ελληνική σκέψη, γίνεται πηγή συμπάθειας και α­νεκτικότητας ως προς τους άλλους ανθρώπους.
Αυτό γίνεται αισθητό ήδη από τον 5ο αιώνα. Και μας συγκινεί όταν βλέπουμε στον Αίαντα του Σοφοκλή, τον Οδυσσέα να αρνείται να περιγελάσει τον εχθρό του, ακριβώς επειδή συνειδητά συμ­μερίζεται την κατάσταση του. Το λέει στην Αθηνά χωρίς έμφαση αλλά με πεποίθηση:
«Κανένα εγώ δεν ξέρω. Όμως με πιάνει θλίψη γι’ αυτόν τον έρμο, ας είναι εχθρός μου, που συμφορά φριχτή τον έ­χει ζώσει. Γιατί δε συλλογιέμαι τη δική του μόνο την τύχη, μα και τη δικιά μου, μια και το βλέπω ξάστερα πως άλλο τίπο­τα οι ζωντανοί δεν είμαστε, μονάχα κούφιες σκιές, φαντά­σματα κι αγέρας».
Λίγο αργότερα, ο Μένανδρος θα υπερθεματίσει και σε αυτόν πρέπει να αποδοθεί η ωραία φράση του Τερέντιου: «Είμαι άνθρω­πος και τίποτα το ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο».
Η αναφορά αυτή σε μια κοινή ανθρώπινη μοίρα δεν ήταν ήδη λανθάνουσα στον τρόπο με τον οποίον ο Όμηρος μιλούσε πάντα για τους «θνητούς»; Οπωσδήποτε, συνετέλεσε, κατά την κλασική εποχή, στην εμ­φάνιση μιας καινούργιας λέξης για μια καινούργια αρετή. Η λέξη φιλανθρωπία, που δεν είχε πάρει ακόμα την έννοια της σημερινής «φιλανθρωπίας», ήταν η αγάπη για τους ανθρώπους, θα μπο­ρούσαμε να πούμε «ανθρωπισμός».
Φτάνουμε, πράγματι, σε μία τελείως διαφορετική σημασία του όρου αυτού. Γιατί έχει πολλές, που όλες προέρχονται από την Ελλάδα. Η λέξη «ανθρωπισμός» σημαίνει προφανώς την ανθρώπι­νη μοίρα, αυτήν που όλοι οι συγγραφείς θέλησαν να προσδιορί­σουν στο έπος, στην τραγωδία, στην ιστορία. Εξάλλου, επειδή η κατάσταση αυτή είναι κοινή σε όλους, η λέξη αποκτά αθροιστική έννοια που σημαίνει το σύνολο των ανθρώπων οι οποίοι συμμετέ­χουν σε αυτή την κατάσταση. Τέλος, επειδή η έννοια αυτής της συλλογικότητας προκαλεί την αλληλεγγύη, η λέξη γίνεται συνώνυ­μη της καλωσύνης για τους ανθρώπους. Ο όρος «απόδειξη αν­θρωπισμού» θυμίζει την αλληλεγγύη και την εφαρμογή της.
Θα θέλαμε να πούμε ότι οι σημασίες αυτές που μεταβιβάστη­καν με τα αρχαία κείμενα είναι παρούσες στην ονομασία που εί­χαν κάποτε οι κλασικές σπουδές όταν τις αποκαλούσαν «ανθρω­πιστικές».
Μπορούμε να πούμε ότι οι Έλληνες τις εφάρμοσαν περισσό­τερο από άλλους λαούς; Ασφαλώς όχι. Παραβίαζαν τους γρα­πτούς και άγραφους νόμους, κατά περίσταση, όπως όλος ο κό­σμος. Είχαν σκλάβους που υπέταξαν με τη βία. Η Αθήνα υπήρξε μία αυτοκρατορία-τυραννία. Και η δημοκρατία ακόμα μετετράπη κάποτε -το λέει ο Αριστοτέλης- σε οχλοκρατία. Η έλλειψη ανοχής πολλαπλασίασε στην πόλη τις δίκες για ασέβεια, θανάτωσαν το Σωκράτη. Υπήρξαν περίοδοι εθνικών αντιθέσεων και εμφυλίων πολέμων όπως και σε μας. Οι Έλληνες όμως ήξεραν τουλάχιστον να πουν τι θα έπρεπε να είναι, να προσδιορίσουν αξίες και καμιά φορά να πεθάνουν γι’ αυτές.
Οπωσδήποτε δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ήταν οι μόνοι που το έκαναν. Οι αξίες που περιγράψαμε εδώ υπήρξαν χωρίς αμφι­βολία και αλλού. Ίσως μια μέρα το μάθουμε, ίσως όχι… Και εδώ α­κόμα, οι Έλληνες είχαν τη μοναδική αυτή τιμή -που απεικονίζει θαυμάσια την κυρίαρχη ιδέα του βιβλίου- να διατυπώσουν τις διάφορες αυτές αξίες, να τις ορίσουν, να προβάλλουν, από αόρι­στες εμπνεύσεις ή παραδόσεις, στις οποίες παραμένουν οι άλλοι, μια εικόνα σαφή, φωτεινή, παγκόσμια, η οποία, ζώντας μέσα στα κείμενα, μπορούσε να επικοινωνεί με τις άλλες ή ακόμα να ενι­σχύεται από αυτές, όταν εκείνες ήταν μόνο συγκεχυμένες και λαν­θάνουσες. Ασφαλώς, πολλοί λαοί θα είχαν παραδεχθεί ότι μια α­δελφή οφείλει να θάψει τον αδελφό της. Οι λαοί όμως αυτοί δεν έ­γραψαν μια Αντιγόνη. Τα αισθήματα αναπτύσσονται σε επαφή με τις λέξεις και τα παραδείγματα, όπως ένα φυτό που δέχεται το φως του ήλιου.
Και το αποτέλεσμα είναι ότι οι λέξεις και αυτά τα παραδείγ­ματα ογκώθηκαν και αυξήθηκαν σε όλους τους λαούς που βρέθη­καν σε άμεση ή έμμεση επαφή με την αρχαία Ελλάδα. Παρά τα μέ­τρα αποκλεισμού των τελευταίων δεκαετιών, η επιρροή συνεχίζε­ται. Μπορεί να μην αναγνωρίζουμε την προέλευση αλλά δεν μπο­ρούμε ν’ αρνηθούμε ότι υπήρξε και ότι έχει συμβάλει σε αυτό που είμαστε.
Είναι περίεργο να διαπιστώνουμε, στη σημερινή εποχή της άρ­νησης των ελληνικών σπουδών, ότι η επιρροή αυτή εκδηλώνεται με δύο μορφές πολύ διαφορετικές και άνισης σημασίας. Η πρώτη είναι ορατή και φαινομενικά τουλάχιστον πολύ επιφανειακή. Εκφράζεται με τη συνήθεια, με την προσφυγή σε κύρια ονόματα και σε αόριστους μυθολογικούς υπαινιγμούς. Ο μίτος της Αριάδνης, το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα είναι αναμνήσεις ελληνικές. Το ίδιο και οι Ολυμπιακοί αγώνες και ο Μαραθώνιος δρόμος. Η Ευρώπη που σφυρηλατούμε με γρήγορους ρυθμούς έχει ελληνικό όνομα και επικαλείται πρόθυμα μία ηρωίδα που απήγαγε ο Δίας, που ί­σως να μην είναι η σωστή. Όλοι οι θεατές της τηλεόρασης συνεχί­ζουν ν’ ακούν φράσεις όπως: «Η Αριάδνη 5 θα συναντήσει τον Ερμή». Και οι πιο αμαθείς από τους νέους διανοούμενους χρησι­μοποιούν την ελληνική λέξη έρως με περισσότερη διάθεση από την αντίστοιχη γαλλική.
Η συνήθεια αυτή με διασκεδάζει. Δεν βασίζεται σε καμιά σο­βαρή γνώση αλλά παρόλα αυτά είναι αποκαλυπτική. Προϋποθέ­τει, σε μερικές περιπτώσεις, το γεγονός ότι οι ελληνικές λέξεις διατηρούν τη δύναμη και τη λάμψη τους: ο έρως δεν είναι ούτε η φιλία ούτε η αγάπη: ο έρως είναι πραγματικά σαφέστερη έν­νοια από την αγάπη. Συχνότερα, αυτές οι χρήσεις προϋποθέτουν την ακτινοβολία των συμβόλων ακόμα και όταν έχουν απομα­κρυνθεί από το αρχικό τους νόημα και έχουν αποκοπεί από τις ρί­ζες τους: το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα και ο Μαραθώνιος δεν θα ε­πιβίωναν εάν πάρα πολλές γενιές δεν είχαν ακούσει να γίνεται λό­γος γι’ αυτές τις οριακές σκηνές του φονικού και του κατορθώμα­τος. Και τέλος, θα διαπιστώσουμε ότι οι χρήσεις αυτές συνδέονται με την εξέλιξη της διεθνούς ζωής: τα ελληνικά σύμβολα ανήκουν σε όλους ή σε κανένα. Και, όπως σε πολλούς άλλους χώρους, η αρχαία Ελλάδα μας προσφέρει μια γλώσσα για την οποία θα πω, ακόμα μια φορά, ότι είναι οικουμενική.
Αλλά, εάν αυτές οι επιβιώσεις με διασκεδάζουν -μικρά παγό­βουνα που επιπλέουν χωρίς προορισμό, χωρίς να γνωρίζει πια κανείς γιατί βρίσκονται εκεί- υπάρχει μια άλλη επιβίωση πολύ πιο βαθειά και αγνοημένη σχεδόν από όλους. Είτε το θέλουμε είτε όχι, δημιουργήθηκε από ιδέες που βιώνουν μέσα μας χωρίς να το ξέ­ρουμε -σαν την καρδιά και το αίμα μας- και οι οποίες, μέσα από ποικίλα ενδιάμεσα προέρχονται από την αρχαία Ελλάδα. Πράγμα­τι, η ελληνική κληρονομιά, εδραιωμένη στην επιδίωξη του καθολι­κού, έγινε το ίδιο το πνεύμα του δικού μας δυτικού πολιτισμού. Η καταδίκη της βίας, η ανεκτικότητα, ο σεβασμός προς τη δικαιοσύ­νη, η αγάπη για την ελευθερία, είναι λίγο πολύ τα συνθήματα αυ­τών που επικαλούνται τη δημοκρατία. Και πίσω από τα συνθή­ματα κρύβονται ολοζώντανες δυνάμεις στις οποίες είναι επικίνδυ­νο σήμερα ν’ αντισταθούμε. Αντίθετα, την εποχή που δημιουργείται η Ευρώπη, νομίζουμε ότι δεν στερείται ενδιαφέροντος ν’ αναγνωρίσουμε αυτή την οφειλή που έχουμε την τάση να την ξεχνά­με.
Όταν βλέπουμε Τσέχους διαφωνούντες να επικαλούνται τα μαθήματα του Θουκυδίδη κατά της τυραννίας, υπάρχει ασφαλώς εκεί μια συμπύκνωση. Και οι περισσότεροι από αυτούς αγνοούν σίγουρα το Θουκυδίδη. Η στάση τους όμως είναι απόλυτα σύμ­φωνη με το δίδαγμα της Ελλάδας και δεν θα ήταν ίσως κατανοητή χωρίς την πρώτη ώθηση που δόθηκε εκεί πριν 25 αιώνες.
Και εδώ μιλάμε για πολιτική. Η ευαισθησία όμως στις χώρες μας, ο τρόπος της σκέψης, η προσπάθεια για διαύγεια, η επιστή­μη, η φιλοσοφία -αυτός ο αγώνας που σχεδόν δεν σταμάτησε πο­τέ από τότε- επαναφέρουν στα πρώτα τολμηρά βήματα της Ελλάδας στους διάφορους αυτούς τομείς.
Αλλά έστω και αν φτάνουνε σήμερα στο σημείο να κόβουμε την επαφή με εκείνη την προνομιακή στιγμή στην ιστορία της αν­θρωπότητας, δεν θα καταστρέψουμε αυτή τη μακρά ωρίμανση, η οποία στην πορεία της μας πρόσφερε τους καρπούς της.
Μια τέτοια αποκοπή θα ήταν όμως παράλογη, ένοχη και επι­κίνδυνη. Προσπαθώντας ν’ απαντήσουμε στο ερώτημα «Γιατί η Ελλάδα;»,απαντάμε πάντα λίγο στην πιο πεζή και συνηθισμένη ε­ρώτηση: «Γιατί τα ελληνικά;»
Και σε τελική ανάλυση και σ’ αυτό ακόμα οι Αθηναίοι εκείνης της εποχής είχαν πλήρη συνείδηση του τι έπρατταν και του ρόλου που ήταν άξιοι να διαδραματίσουν. Ο Θουκυδίδης μας λέει, μέσω του Περικλή, ότι η Αθήνα είναι για την Ελλάδα ένα «ζωντανό δί­δαγμα», μία «αγωγή», μία «παίδευσις». Η Αθήνα υπήρξε για τους Έλληνες και οι Έλληνες για όλους εμάς: το γεγονός ότι είχε τόσο έ­ντονη την προαίσθηση, με ενθαρρύνει και με μαγεύει…….
Γιάννα στις 7 Οκτωβρίου 2018

Παρά την χρονική απόσταση που μας χωρίζει από την αρχαία Ελλάδα, μπορούμε να πάρουμε μια γεύση διαβάζοντας τα ερωτικά επιγράμματα της Παλατινής Ανθολογίας, μιας συλλογής κειμένων από τον 7ο αι. π.Χ. μέχρι το 600 μ.Χ. Πρόκειται για ποιητικό είδος, κύριο χαρακτηριστικό του οποίου είναι ότι έχει άμεση επαφή με την εμπειρική πραγματικότητα. Είναι συνδεδεμένο με τον σύγχρονο, κυρίως τον καθημερινό άνθρωπο και τις προσωπικές του εμπειρίες.


Eros. Attic red-figure bobbin, c. 470 BC–450 BC.

Ορισμένα από τα ερωτικά επιγράμματα της Ανθολογίας είναι τα ακόλουθα:

Ασκληπιάδης

Εδώ μπροστά σου, λύχνε, η Ηράκλεια τρεις όρκους πήρε η ίδια

πως θα ξανάρθει, αλλά δεν ήρθε. Λύχνε, θεός αν είσαι,

τιμώρησε την άθλια: όταν αρχίζει ερωτικά παιχνίδια

με τον καινούργιο φίλο της, φως μην προσφέρεις, σβήσε!


Ανώνυμο

Αν σώζεις, Κύπρη, ναύτες στα ανοιχτά, η χάρη Σου ας θελήσει,

τώρα και με να σώσει: στη στεριά έχω ναυαγήσει.


Μελέαγρος

Να μην ποθώ την Ηλιοδώρα πια η ψυχή μου συμβουλεύει:

τις ζήλειες και τα δάκρυα που έχυσα δεν τα ξεχνάει.

Με πιέζει, αλλά να πάψω πια δύναμη δεν μου περισσεύει.

Η απαίσια! συμβουλεύει αλλά δεν παύει να αγαπάει.


Παρμενίων

Χρυσάφι έδωσε στη Δανάη, ο Δίαςˑ έτσι κι εγώ άλλο τόσο

σε σένα – πιο πολλά απ’ τον Δία δεν μπορώ να δώσω.


Ανώνυμο

Δύο δεινά, πενία κι έρωτας, έπληξανˑ την μια ξέρω

να την παλεύω, του άλλου τη φωτιά δεν υποφέρω.


Μελέαγρος

Ψυχή πυρπολημένη, με όση φλόγα κι αν βρεθείς κοντά της,

θα σου ξεφύγει, Έρωταˑ έχει κι εκείνη τα φτερά της.


Καπίτων

Το κάλλος, αν του λείπει η χάρη, τέρπει μόνο, δεν αδράχνειˑ

όπως το δόλωμα χωρίς αγκίστρι μάταια ψάχνει.


Λουκίλλιος

Ή μη με αφήσεις να αγαπώ, Έρωτα, ή τότε βοήθησέ με

να αγαπηθώ: σβήσε τον πόθο ή πόθο κέρασέ με.


Ρουφίνος

Έρωτα, είσαι θεός, αν όμοια και στους δύο μαζί τοξεύειςˑ

δεν είσαι θεός, αν μοναχά τον ένα σημαδεύεις.


Φιλόδημος

Αγάπησαˑ ποιος όχι; Εξώκειλαˑ σε ποιον αυτά είναι ξένα;

Έρμαιο μανίαςˑ αλλά από πού; όχι θεός η αιτία;

Τώρα μακριά όλα αυτά – τα μαύρα μου μαλλιά ήδη χιονισμένα

πιέζουν και μου προμηνούν τη συνετή ηλικία.

Έπαιξα, όσο ήταν καιρόςˑ τώρα καιρός δεν μου έχει μείνει

- καιρός μου να προσανατολισθώ στη σωφροσύνη.


Πηγή: Παλατινή Ανθολογία, Ερωτικά επιγράμματα, Επιλογή-Εισαγωγή-Μετάφραση-Σχόλια: Ν. Χ. Χουρμουζιάδης, εκδ. Στιγμή, Αθήνα 1999.

Μαράκι στις 2 Οκτωβρίου 2018

α) Χαρούμενος είν’ όποιος αφάνισε

    και επιφάνεια και βάθος˙

    αυτός δεν πρόκειται να μελαγχολήσει,

    γιατί πήγε πέρα κι απ` τις τέσσερις

    αριθμητικές πράξεις.

β) Κρίσιμη ζωή σημαίνει πάντοτε

    ζωή περισσότερη˙ κανένας

    θάνατος δεν μπορεί να τη νικήσει.

*Συμβουλές προς τη Χριστίνα

Αναδημοσίευση από: http://www.monocleread.gr/2018/07/01/nikos-karoyzos-mythikh-kyriakh/

Μαράκι στις 2 Οκτωβρίου 2018

Θά ‘ρθει καιρός πού θ’ ἀλλάξουν τά πράγματα.
Νά τό θυμᾶσαι Μαρία.
Θυμᾶσαι Μαρία στά διαλείμματα ἐκεῖνο τό παιχνίδι
πού τρέχαμε κρατώντας τή σκυτάλη
-μή βλέπεις ἐμένα- μήν κλαῖς. Ἐσύ εἶσ’ ἡ ἐλπίδα
ἄκου, θά ‘ρθει καιρός
πού τά παιδιά θά διαλέγουν γονιούς
δέ θά βγαίνουν στήν τύχη
Δε θά ὑπάρχουνε πόρτες κλειστές
μέ γερμένους ἀπέξω
Καί τή δουλειά
θά τή διαλέγουμε
Δέ θά ‘μαστε ἄλογα νά μάς κοιτᾶνε στά δόντια.
Οἱ ἄνθρωποι –σκέψου!-  θά μιλᾶνε μέ χρώματα
κι ἄλλοι μέ νότες
Νά φυλάξεις μοναχά
σέ μιά μεγάλη φιάλη μέ νερό
λέξεις καί ἔννοιες σάν κι αὐτές
ἀπροσάρμοστοι – καταπίεση – μοναξιά – τιμή – κέρδος – ἐξευτελισμός
γιά τό μάθημα τῆς Ἱστορίας.
Εἶναι Μαρία -δέ θέλω νά λέω ψέματα-
δύσκολοι καιροί.
Καί θά’ ρθουνε κι ἄλλοι.
Δέν ξέρω -μήν περιμένεις καί ἀπό μένα πολλά-
τόσα ἔζησα, τόσα ἔμαθα, τόσα λέω
κι ἀπ’ ὅσα διάβασα ἕνα κράτησα καλά:
«Σημασία ἔχει νά παραμένεις άνθρωπος».
Θα τήν αλλάξουμε τή ζωή!
Παρ’ όλα αὐτά Μαρία.

Αναδημοσίευση από: http://www.monocleread.gr/2018/08/11/katerina-gwgou-idiwnymo/

Γιάννα στις 28 Σεπτεμβρίου 2018

 

Ηθοποιοί και σαλτιμπάγκοι
περιδιαβαίνουν σα μνηστήρες την Ιθάκη.
Θεοί και άνθρωποι υπακούουν στην Ανάγκη.
Ο χρόνος όλα θα τα καταπιεί.

Λευκά μπαλόνια συνοδεύουν την ψυχή σου
με τ” όνομά σου και μιαν ευχή.
Έφυγες μόλις τα λουλούδια είπαν ν” ανθίσουν.
Ο χρόνος όλα θα τα καταπιεί.

Είπαν, δεν πρόλαβες πολλά να ζήσεις,
ίσα που ανέτειλες και βιάστηκες να δύσεις,
σαν πεφταστέρι, που σφραγίζει μιαν ευχή,
ώσπου ο χρόνος όλα να τα καταπιεί.

Όλα θα σβήσουν, μα στου Ουρανού τ” αρχεία
μόνο η αγάπη που” χεις δώσει θα γραφτεί,
για να φωτίζει τα βράδια μας τα κρύα,
ώσπου ο χρόνος όλα να τα καταπιεί.

Κορίτσια μου γλυκά, εσείς είστε τα »λουλούδια», σαν αυτά που προσφέρατε, μαζί με τα μπαλόνια στη Φωτεινούλα, ένα κομμάτι απ” την ψυχή σας, που πλέον μέσα εκεί θα κατοικεί! Λίγο πιο μεγάλος από σας ήμουν, όταν ξεπροβόδισα τον φίλο μου, τον Κώστα… Μοιάζει σαν τελετή ενηλικίωσης, με την ίδια τη Μοίρα στο ρόλο του τελετάρχη. Διάβασα, (τυχαίο?) οτι αυτή η πανσέληνος »είναι μια Πανσέληνος Ενηλικίωσης» κι οτι » η Υλοποίηση των Ονείρων σου, η Υλοποίηση των Ιδανικών σου, θα γίνει μαζί με τον Πόνο σου, μαζί με την Πληγή σου»! Σα να λέει »προχωρώ μαζί με την πληγή μου». Όπως είπε κάποτε ο Rumi: »Η πληγή είναι το σημείο από όπου το Φως μπαίνει μέσα σου»! Όμως η ενηλικίωση, αν και φαίνεται να είναι νόμος της Φύσης, της ζωής, της εξέλιξης, δεν πρέπει εντούτοις να »θάψει» το »παιδί» μέσα μας και να κάνει το »λουλούδι» να μαραθεί. Έχετε πλέον ένα λόγο ακόμα να ζήσετε και ν” αγωνιστείτε για τα όνειρά σας, στη μνήμη της Φωτεινής!

Γιάννα στις 5 Σεπτεμβρίου 2018

Mπορώ να γίνω ευτυχισμένος με τα πιο απλά πράγματα

και με τα πιο μικρά..
Και με τα καθημερινότερα των καθημερινών.
Μου φτάνει που οι εβδομάδες έχουν Κυριακές.
Μου φτάνει που τα χρόνια φυλάνε Χριστούγεννα για το τέλος τους.

Που οι χειμώνες έχουν πέτρινα, χιονισμένα σπίτια.
Που ξέρω ν’ ανακαλύπτω τα κρυμμένα πετροράδικα στις κρυψώνες τους.
Μου φτάνει που μ’ αγαπάνε τέσσερις άνθρωποι.

Πολύ…
Μου φτάνει που αγαπάω τέσσερις ανθρώπους.
Πολύ…
Που ξοδεύω τις ανάσες μου μόνο γι’ αυτούς.
Που δεν φοβάμαι να θυμάμαι.
Που δε με νοιάζει να με θυμούνται.
Που μπορώ και κλαίω ακόμα.
Και που τραγουδάω… μερικές φορές…
Που υπάρχουν μουσικές που με συναρπάζουν.
Και ευωδιές που με γοητεύουν…

Οδυσσέας Ελύτης

Γιάννα στις 26 Αυγούστου 2018

Πόσα όμορφα πράματα βρίσκονται στον κόσμο,
που περνάνε κάθε μέρα μπροστά στα μάτια μας..
και μεις μηδέ τα νογάμε,μηδέ τα βλέπουμε..

Γ. Ρίτσος

Η άνοιξη είχε περάσει. Το ίδιο και το καλοκαίρι. Το φύλλο που το έλεγαν Φρέντυ είχε μεγαλώσει. Το κοτσάνι του είχε γίνει χοντρό και δυνατό και οι πέντε προεκτάσεις του σταθερές και μυτερές. Είχε εμφανιστεί για πρώτη φορά την άνοιξη, σαν ένας μικρός βλαστός σ’ ένα μεγάλο κλωνάρι στην κορυφή ενός πανύψηλου δέντρου…
Ο Φρέντυ περιβαλλόταν από εκατοντάδες άλλα φύλλα, ίδια σαν κι αυτόν, ή τουλάχιστον, έτσι φαινόταν. Δεν άργησε όμως, ν’ ανακαλύψει ότι κανένα φύλλο δεν ήταν εντελώς όμοιο με κάποιο άλλο, παρόλο που όλα βρίσκονταν στο ίδιο δέντρο. Ο Άφρεντ ήταν το διπλανό του φύλλο, ενώ ο Μπεν στεκόταν δεξιά του. Η Κλαίρη ήταν το πανέμορφο φύλλο, ακριβώς από πάνω. Είχαν μεγαλώσει όλα μαζί. Είχαν μάθει να χορεύουν με τη δροσερή αύρα της άνοιξης, να λιάζονται τεμπέλικα στον ήλιο του καλοκαιριού και να λούζονται στις κρύες στάλες της βροχής…  

Όμως, ο καλύτερος φίλους του Φρέντυ ήταν ο Ντάνιελ. Ήταν το μεγαλύτερο φύλλο στο κλωνάρι και φαίνεται ότι βρισκόταν εκεί, πριν απ’ όλα τ’ άλλα φύλλα. Στον Φρέντυ φάνηκε, μάλιστα, ότι ο Ντάνιελ δεν ήταν το πιο παλιό φύλλο, αλλά και το πιο σοφό. Ο Ντάνιελ ήταν αυτός που τους είχε εξηγήσει ότι όλα τα φύλλα αποτελούσαν ένα μέρος του δέντρου. Ήταν ο Ντάνιελ, που τους είχε αποκαλύψει ότι ζούσαν και μεγάλωναν σ’ ένα δημόσιο πάρκο. Κι ακόμα, ο Ντάνιελ τούς είχε πει ότι το δέντρο τους είχε γερές ρίζες, κρυμμένες βαθιά μες στο χώμα. Τους είχε μιλήσει για τα πουλιά που κάθονταν πάνω στα κλαδιά και τιτίβιζαν εκεί τα πρωινά τους τραγούδια. Τους εξήγησε για τον ήλιο, το φεγγάρι, τ’ αστέρια και τις εποχές. 

Του Φρέντυ τού άρεσε που ήταν φύλλο. Αγαπούσε το κλωνάρι του, τους ανάλαφρους φυλλωτούς φίλους του, τη θέση του ψηλά στον ουρανό, το θρόισμα που έφερνε ο άνεμος, τις ηλιαχτίδες που τον ζέσταιναν, το φεγγάρι που τον σκέπαζε με απαλές, άσπρες σκιές…  

Το καλοκαίρι ήταν ιδιαίτερα όμορφο. Οι μεγάλες θερμές μέρες ήταν απολαυστικές και οι ζεστές νύχτες ήσυχες και ονειρεμένες. Πολλοί άνθρωποι περνούσαν την ώρα τους στο πάρκο, αυτό το καλοκαίρι. Συχνά κάθονταν κάτω από το δέντρο του Φρέντυ. Ο Ντάνιελ εξήγησε στον Φρέντυ ότι, το να προσφέρει τον ίσκιο του στους ανθρώπους, ήταν ένα μέρος από τον σκοπό του.  

«Τι είναι σκοπός;» ζήτησε να μάθει ο Φρέντυ.

«Ένας λόγος για να υπάρχεις», απάντησε ο Ντάνιελ. «Ένας λόγος για να υπάρχουμε, είναι να κάνουμε τα πράγματα πιο ευχάριστα για τους άλλους. Ένας λόγος για να υπάρχουμε, είναι να δίνουμε τον ίσκιο μας στους γέρους που έρχονται εδώ, δραπετεύοντας από τα σπίτια τους με την αφόρητη ζέστη. Ένας λόγος για να υπάρχουμε, είναι να βρίσκουν τα παιδιά ένα δροσερό μέρος για να παίζουν. Να δροσίζουμε με το θρόισμα των φύλλων μας τους εκδρομείς που έρχονται εδώ κι απλώνουν τα πολύχρωμα τραπεζομάντηλά τους για το πικ-νικ. Όλοι αυτοί οι λόγοι είναι για να υπάρχουμε». 

Ο Φρέντυ συμπαθούσε ιδιαίτερα τους ηλικιωμένους. Κάθονταν πολύ ήσυχα πάνω στο γρασίδι και περνούσαν εκεί την ώρα τους σχεδόν ακίνητοι. Μιλούσαν ψιθυριστά για τα περασμένα. Και τα παιδιά ήταν επίσης διασκεδαστικά, παρόλο που ορισμένες φορές χάραζαν τα ονόματά τους στον κορμό του δέντρου και έσκιζαν τις φλούδες του. Ήταν, ωστόσο, διασκεδαστικό να τα βλέπεις να τρέχουν αδιάκοπα και να γελούν τόσο πολύ. 

Όμως, το καλοκαίρι του Φρέντυ πέρασε γρήγορα… Χάθηκε μια νύχτα του Οκτώβρη. Ποτέ ο Φρέντυ δεν είχε νιώσει τόση παγωνιά. Όλα τα φύλλα έτρεμαν από το κρύο. Ήταν σκεπασμένα μ’ ένα στρώμα πάχνης, που γρήγορα έλιωσε κι απόμειναν μουσκεμένα και γεμάτα δροσοσταλίδες που λαμπύριζαν στον πρωινό ήλιο.

Και, πάλι, ήταν ο Ντάνιελ που τους εξήγησε ότι αυτό που ένιωσαν ήταν ο πρώτος παγετός, το σημάδι ότι ήταν κιόλας φθινόπωρο. Ότι ο χειμώνας δεν θ’ αργούσε να έρθει…
Την ίδια σχεδόν στιγμή, ολόκληρο το δέντρο, στην πραγματικότητα ολόκληρο το πάρκο, μεταμορφώθηκε σε μια πύρινη εικόνα. Δεν είχε απομείνει σχεδόν κανένα πράσινο φύλλο. Ο Άλφρεντ είχε πάρει ένα βαθύ κίτρινο χρώμα και ο Μπεν ένα έντονο πορτοκαλί. Η Κλαίρη είχε φορέσει το κόκκινο της φωτιάς, ο Ντάνιελ ένα βαθύ πορφυρό και ο Φρέντυ το κόκκινο, το χρυσαφί και το μπλε. Πόσο όμορφοι έδειχναν όλοι τους τώρα. Ο Φρέντυ και οι φίλοι του είχαν κάνει το δέντρο τους ένα ουράνιο τόξο. 

«Γιατί βρεθήκαμε ξαφνικά με διαφορετικά χρώματα, αφού είμαστε όλοι στο ίδιο δέντρο;»ρώτησε ο Φρέντυ. 

«Ο καθένας μας είναι διαφορετικός. Νιώσαμε διαφορετικά πράγματα, είχαμε διαφορετικές εμπειρίες. Αντικρίσαμε τον ήλιο διαφορετικά. Σχηματίζαμε και στέλναμε διαφορετικά τον ίσκιο μας. Γιατί να μην έχουμε διαφορετικά χρώματα;»
Όλα αυτά τα είπε με μεγάλη σοβαρότητα ο Ντάνιελ. Και απευθυνόμενος στον Φρέντυ πρόσθεσε: «Αυτή η θαυμάσια εποχή λέγεται φθινόπωρο». 

Μια μέρα, ένα πολύ παράξενο πράγμα συνέβηκε. Η ίδια αύρα, το ίδιο αεράκι, που σε άλλη εποχή έκανε τα φύλλα να χορεύουν ανάλαφρα, τώρα τα φυσούσε δυνατά πάνω στο κοτσάνι τους και τα τράνταζε αγρεμένα. Μερικά φύλλα δεν άντεξαν το ανεμόδαρμα, κόπηκαν από τα κλαράκια τους και βρέθηκαν να πετούν ψηλά στον αέρα. Στο τέλος, έπεφταν μαλακά πάνω στη γη.

Όλα τα φύλλα φοβήθηκαν.
«Τι συμβαίνει;» ρωτούσαν ψιθυριστά μεταξύ τους.

«Είναι ακριβώς αυτό που συμβαίνει το φθινόπωρο» τους εξήγησε ο Ντάνιελ.
«Είναι καιρός για τα φύλλα ν΄αλλάξουν κατοικία. Μερικοί άνθρωποι το αποκαλούν αυτό θάνατο».
«Θα πεθάνουμε όλοι;» ρώτησε ο Φρέντυ.
«Ναι!» αποκρίθηκε ο Ντάνιελ. «Όλα πεθαίνουν. Δεν έχει σημασία πόσο μεγάλα ή πόσο μικρά είναι, πόσο αδύνατα ή δυνατά. Πρώτα επιλέγουμε το καθήκον μας. Ζούμε τον ήλιο και το φεγγάρι, τον άνεμο και την βροχή. Μαθαίνουμε να χορεύουμε και να γελάμε. Έπειτα πεθαίνουμε».
«Εγώ δεν θα πεθάνω!» είπε αποφασιστικά ο Φρέντυ. «Εσύ Ντάνιελ;».
«Ναι» απάντησε ο Ντάνιελ. «Όταν έρθει η ώρα μου».
«Πότε θα είναι αυτό;» ρώτησε ο Φρέντυ.
«Κανένας δεν είναι σίγουρος» αποκρίθηκε ο Ντάνιελ.
Εκείνο το απόγευμα, στο χρυσό φως του δειλινού, ο Ντάνιελ κόπηκε από το κλωνάρι του. Έπεσε χωρίς καμιά προσπάθεια. Καθώς έπεφτε, φαινόταν να χαμογελάει ειρηνικά. 
«Αντίο, προς το παρόν, Φρέντυ» είπε.
Τώρα ο Φρέντυ ήταν ολομόναχος, το μόνο φύλλο που είχε απομείνει στο κλαδί. Την άλλη μέρα το πρωί έπεσε το πρώτο χιόνι. Ήταν απαλό, άσπρο και ήρεμο. Το κρύο, όμως, ήταν τσουχτερό. Ελάχιστα φάνηκε ο ήλιος την ημέρα εκείνη, που ήταν πολύ σύντομη. Ο Φρέντυ διαπίστωσε ότι έχανε το χρώμα του κι ότι γινόταν εύθραυστος. Το κρύο ήταν αδιάκοπο και το χιόνι βάραινε ανυπόφορα επάνω του.
Τα χαράματα ο άνεμος πήρε τον Φρέντυ από το κλωνάρι του. Καθόλου δεν πόνεσε. Ένιωσε να πλέει ήρεμα, απαλά και αθόρυβα μέσα στο κενό, όλο προς τα κάτω.
Καθώς έπεφτε, είδε ολόκληρο το δέντρο για πρώτη φορά. Πόσο δυνατό και σταθερό ήταν! Ήταν σίγουρος ότι το δέντρο θα ζούσε για πολύ καιρό ακόμα. Κι ακόμα ήξερε, τώρα, ότι ο ίδιος ήταν ένα μέρος από τη ζωή του δέντρου. Η γνώση αυτή τον έκανε υπερήφανο.
Ο Φρέντυ έπεσε πάνω σ’ ένα σωρό από χιόνι. Κατά κάποιο τρόπο ένιωσε να είναι μαλακά, ακόμα και ζεστά. Σ’ αυτή τη νέα του θέση ήταν πιο άνετα από κάθε άλλη φορά. Έκλεισε τα μάτια του και κοιμήθηκε. Δεν ήξερε ότι ο ξερός και άχρηστος εαυτός του, όπως τον νόμιζε τώρα, θα γινόταν ένα με το νερό και θα χρησίμευε να γίνει το δέντρο πιο δυνατό. Πιο πολύ απ’ όλα, δεν ήξερε ότι εκεί, κοιμισμένα μέσα στο δέντρο και τη γη, υπήρχαν κιόλας σχέδια για να βγουν νέα φύλλα την Άνοιξη.
Ο Φρέντυ πρόσεξε ότι τ’ άλλα φύλλα συνέχισαν να πέφτουν. «Θα ήρθε η ώρα τους», σκέφτηκε. Είδε, μάλιστα, ότι μερικά φύλλα αντιστέκονταν για λίγο στις ριπές του ανέμου πριν πέσουν. Άλλα πάλι αφήνονταν να κοπούν απ’ το κλωνάρι τους με το πρώτο φύσημα του ανέμου κι έπεφταν απαλά στη γη. Γρήγορα το δέντρο έμεινε σχεδόν γυμνό.
«Φοβάμαι να πεθάνω» είπε ο Φρέντυ στον Ντάνιελ. «Δεν ξέρω τι υπάρχει εκεί κάτω!».
«Όλοι φοβόμαστε αυτό που δεν ξέρουμε, Φρέντυ. Είναι φυσικό» τον διαβεβαίωσε ο Ντάνιελ. «Δεν φοβόσουν, όμως, όταν η άνοιξη έγινε καλοκαίρι. Δεν φοβόσουν όταν το καλοκαίρι έγινε φθινόπωρο. Ήταν φυσικές οι αλλαγές. Γιατί πρέπει να φοβάσαι την εποχή του θανάτου;».
«Πεθαίνει, ακόμα, και το δέντρο;» ρώτησε ο Φρέντυ.
«Κάποια μέρα. Υπάρχει, όμως, κάτι πιο δυνατό από το δέντρο. Είναι η ζωή που διαρκεί για πάντα. Όλοι εμείς είμαστε μέρος της ζωής».
«Πού θα πάμε όταν πεθάνουμε;».
«Κανένας δεν ξέρει με βεβαιότητα. Αυτό είναι το μεγάλο μυστήριο!».
«Θα γυρίσουμε πίσω την άνοιξη;».
«Εμείς, ίσως όχι. Η ζωή, όμως, ναι».
«Τότε ποιος ήταν ο λόγος για όλα αυτά;»συνέχισε να ρωτά ο Φρέντυ. «Τι χρειαζόταν να βρεθούμε εδώ, αφού ήταν να πέσουμε και να πεθάνουμε;».
Ο Ντάνιελ απάντησε με το σίγουρο ύφος του:«Ο λόγος ήταν για τον ήλιο και το φεγγάρι. Ήταν για τις ωραίες στιγμές που περάσαμε μαζί. Ήταν για τον ίσκιο, για τους γέρους και τα παιδιά. Ήταν για τα χρώματα του φθινοπώρου. Ήταν για τις εποχές. Δεν είναι όλα αυτά αρκετά;».

 

Γιάννα στις 20 Μαΐου 2018

….»Ποτέ μου δεν επιθύμησα μια ζωή τακτική, με καθορισμένο πρόγραμμα, μια ζωή ρολογιού όπου η σκέψη σταματά με τον ήχο της καμπάνας και όλα είναι ρυθμισμένα εκ των προτέρων για ολόκληρους αιώνες και γενιές. Αυτή η τάξη ταιριάζει ίσως στους περισσότερους, αλλά για το φτωχό παιδί που τρέφεται με ποίηση, όνειρα και χίμαιρες, που σκέφτεται τον έρωτα κι όλες τις σαχλαμάρες, σημαίνει να το ξυπνάς αδιάκοπα απ΄ αυτό το θεσπέσιο όνειρο, να μην του αφήνεις ούτε στιγμή ανάπαυλας, να το πνίγεις φέρνοντάς το πίσω στο δικό μας κόσμο, της ύλης και της λογικής, που του προξενεί φρίκη και αηδία.». «Κι όμως έχω τόσα πράγματα στην ψυχή μου, τόσες δυνάμεις μέσα μου, τόσοι ωκεανοί εξαγριωμένοι και τόσοι έρωτες χτυπιούνται και συνθλίβονται μέσα σ’ αυτή την αδύναμη, την ανήμπορη, την ξεπεσμένη, κουρασμένη, εξαντλημένη καρδιά! Μου λένε να ξαναρχίσω να ζω, να μπερδευτώ με το πλήθος! Μα, πως γίνεται να καρπίσει ξανά το σπασμένο κλαδί; Πως να ξαναπρασινίσει το φύλλο που οι άνεμοι το άρπαξαν και το έσυραν στη σκόνη; Και γιατί τόση πίκρα, ενώ είμαι τόσο νέος; Τι να πω! Ίσως ήταν γραφτό μου να ζήσω έτσι, κουρασμένος προτού καν σηκώσω το φορτίο, λαχανιασμένος προτού καν τρέξω. Διάβασα, εργάστηκα πυρετωδώς μέσα στον ενθουσιασμό μου, έγραψα… Πόσο ευτυχισμένος ήμουν τότε! Πόσο ψηλά εκτοξευόταν η σκέψη μου, μέσα στο παραλήρημά της, σε περιοχές άγνωστες στους ανθρώπους, όπου ούτε κόσμος υπάρχει, ούτε πλανήτες, ούτε ήλιοι, το δικό μου άπειρο ήταν μεγαλύτερο (αν αυτό είναι δυνατόν) από την απεραντοσύνη του θεού και η ποίηση λικνιζόταν και άνοιγε τα φτερά της σε μια ατμόσφαιρα ερωτική, εκστατική, κι έπειτα, έπρεπε να ξανακατέβω από τις θείες αυτές περιοχές προς τις λέξεις – και πως να αποδώσω με λόγια την αρμονία που υψώνεται στην καρδιά του ποιητή και τις σκέψεις ενός γίγαντα που λυγίζουν τις φράσεις, όπως ένα γεμάτο πρησμένο χέρι σχίζει το γάντι που το καλύπτει; Και κει ακόμα, η απογοήτευση, γιατί πατάμε στη γη, σ’ αυτή την παγωμένη γη όπου κάθε ενέργεια αποδυναμώνεται. Από ποια σκαλοπάτια να κατέβεις από το άπειρο στο πεπερασμένο; Πως διαβαθμίζεται η σκέψη και χαμηλώνει χωρίς να σπάσει; Πώς να σμικρύνεις αυτόν τον γίγαντα που αγκαλιάζει το άπειρο; Τότε ζούσα στιγμές θλίψης και απελπισίας, ένιωθα τη δύναμη μου να με συνθλίβει κι αυτήν την αδυναμία που με έκανε να ντρέπομαι -γιατί τα λόγια δεν είναι παρά μακρινή και αδύναμη ηχώ της σκέψης. Καταριόμουν τα πιο αγαπημένα μου όνειρα και τις σιωπηλές ώρες που πέρασα στις παρυφές της δημιουργία. Ένιωθα κάτι κενό και αχόρταγο να με σπαράζει. Κουρασμένος από την ποίηση, όρμηξα στο πεδίο της σκέψης»…..

 

Όλα περνούν και όλα μένουν αλλά δικό μας είναι το να περνάμε.

Να περνάμε κάνοντας δρόμους, δρόμους πάνω στη θάλασσα.

Ποτέ δεν κυνήγησα τη δόξα, ούτε ν’ αφήσω στη μνήμη των ανθρώπων το τραγούδι μου.

Εγώ αγαπώ τους ανεπαίσθητους κόσμους, τους αβαρείς και αβρούς, σαν σαπουνόφουσκες.

Μ’ αρέσει να τους βλέπω να ζωγραφίζονται από ήλιο και πορφύρα, να πετάνε, κάτω απ’ το γαλανό ουρανό, να πάλλουν, κι αμέσως να σπάνε.

Ποτέ δεν κυνήγησα τη δόξα. Διαβάτη, τα ίχνη σου είναι μόνο ο δρόμος και τίποτ’ άλλο.

Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος, ο δρόμος γίνεται βαδίζοντας. Βαδίζοντας γίνεται ο δρόμος και γυρίζοντας το βλέμμα πίσω φαίνεται το μονοπάτι που ποτέ δε θα ξαναπατήσεις.

Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος μόνο απόνερα στη θάλασσα