Διαβάσαμε

Τι γίνονται τα συναισθήματα που καταπνίγουμε;

Πού πηγαίνουν οι ανάγκες μας που καταπιέζουμε;…

Τι συμβαίνει στα θέλω μας που δεν τολμάμε να εκφράσου

Η απάντηση είναι… κοινή: βυθίζονται στα βάθη του είναι μας, στις αποθήκες του ψυχισμού μας. Όταν αυτές οι αποθήκες γεμίσουν ασφυκτικά τότε τα καταπιεσμένα συναισθήματα, ανάγκες και επιθυμίες μας σπάνε τις πόρτες αυτών των αποθηκών και ξεχύνονται είτε στην ψυχολογική μας κατάσταση είτε στο σώμα μας περιέχοντας ένα κρυφό μήνυμα.

Θυμάστε τότε που σας είχαν πιάσει νευρικά γέλια και που με κόπο καταφέρατε να τα καταπνίξετε πριν σας αντιληφθεί εκείνος που δεν έπρε

Μπορείτε να ανακαλέσετε στη μνήμη σας τις φορές που είχατε κατακλυστεί από πανικό και που μόλις μπορέσατε να κρατήσετε την ψυχραιμία σας και να συγκρατήσετε τις κραυγές σας;

Κι εκείνες τις στιγμές που το κλάμα σας ανέβηκε σαν κόμπος στο λαιμό αλλά καταφέρατε να καταπιείτε τα δάκρυά σας ή τις διαμαρτυρίες σας;

Όλοι έχουμε παρόμοιες στιγμές να θυμηθούμε. Τι έγιναν όμως τα ξεσπάσματα γέλιου που συγκρατήθηκαν, τα δάκρυα που δεν κύλησαν , οι κραυγές που δεν ακούστηκαν; Κι αν το προχωρήσουμε ακόμα περισσότερο, τι να έγιναν άραγε οι βρισιές που δεν ξεστομίστηκαν, οι πόθοι που δεν εκφράστηκαν , τα παράπονα που δεν ειπώθηκαν; Χάθηκαν;

Για την ψυχολογία η απάντηση είναι ένα στρογγυλό όχι. Η φυσική σπεύδει να συνηγορήσει επισημαίνοντας πως τίποτα μα τίποτα δεν χάνεται στη φύση κι άσχετα αν εμείς το ονομάζουμε δάκρυ, γέλιο , σκέψη ή επιθυμία , φως, θερμότητα ή ηλεκτρομαγνητισμό όλα μπορούν να θεωρηθούν ενέργεια. Και η ενέργεια ποτέ δεν χάνεται. Μπορεί όμως να μεταλλαχθεί.

Κάπως έτσι ξεκίνησαν οι μεγάλες ανακαλύψεις της ψυχοσωματικής ιατρικής που επιβεβαιώνει πως συναισθήματα, ανάγκες και επιθυμίες που συγκρούονται μέσα μας ή δεν βρίσκουν τρόπο να ικανοποιηθούν γίνονται τελικά οι μυστικοί συνωμότες που μαζί με τους διάφορους νοσογόνους παράγοντες καταβάλουν το αμυντικό μας σύστημα.

Αν και για μακρύ διάστημα η συντηρητική και υλιστική πτέρυγα των επιστημόνων αρνούνταν να δεχθεί την άμεση σχέση όλων των ασθενειών με την ψυχική μας κατάσταση , η πανάρχαια εμπειρική γνώση των λαών δεν έτρεφε καμιά αμφιβολία για τη σχέση της λύπης με την ασθένεια.

Το θυμωμένο στομάχι

Υπάρχουν σκέψεις που μπορούν να προκαλέσουν πραγματική ηλεκτροχημική θύελλα στον οργανισμό μας. Το βέβαιο είναι πως όσο πιο έντονα τα συναισθήματα, οι ανάγκες και οι επιθυμίες , ιδίως όταν παραμείνουν ανέκφραστες, τόσο βαθύτερα τα αχνάρια που αφήνουν μέσα μας. Κι αν αυτό κρατήσει καιρό αργά ή γρήγορα θα βρουν μια χαραμάδα να ξεγλιστρήσουν, να βγουν στο φως. Είτε ως νεύρωση , είτε ως σωματική ασθένεια.

Ο Ντήπακ Τσόπρα στο βιβλίο του «Κβαντική Θεραπεία» μιλάει για χαρούμενο και λυπημένο στομάχι, για θυμωμένα νεφρά και φοβισμένο αυχένα εξηγώντας πως τα συναισθήματά μας διαποτίζουν κάθε όργανο, μόριο και κύτταρο του σώματός μας.

Όμως , αν οι γιατροί που υιοθετούν την ψυχοσωματική προσέγγιση αναζητούν πίσω από την ασθένεια έναν ψυχικό παράγοντα, οι ασχολούμενοι με τη μεταφυσική πάνε ακόμα πιο πέρα: βλέπουν την ασθένεια όχι σαν ξέσπασμα αλλά σαν ανακούφιση της ψυχής που επιτέλους έχει βρει έναν τρόπο να εκφράσει τις βαθύτερες ανάγκες της.

Η Επανάσταση των Καλόβολων

Συχνά αρνούμαστε να παραδεχθούμε ότι θέλουμε αγάπη και φροντίδα. Τότε αναλαμβάνει ο οργανισμός να «σωματοποιήσει» την ανάγκη μας και μας στέλνει στο κρεβάτι και στην αναγκαστική φροντίδα των άλλων που δεν μπορούμε πλέον να αρνηθούμε. Δεν έχει σημασία αν αυτή τη φροντίδα την προσφέρει ένα αγαπημένο πρόσωπο, ή ένας άγνωστος γιατρός και κάποιες νοσοκόμες.

Στην ουσία έχει εκπληρωθεί το βαθύτερο αίτημα επιστροφής μας σε μια κατάσταση όπου είμαστε απαλλαγμένοι από φροντίδες και αφημένοι στη μέριμνα κάποιου άλλου.

Ένα είδος παλινδρόμησης σε άλλες πιο παιδικές εποχές που εγκαταλείπαμε τον εαυτό μας στα στοργικά χέρια κάποιου μεγάλου. Από εσωτερική σκοπιά η ασθένεια είναι ένας τρόπος να ζητήσουμε αγάπη, να απαλλαγούμε για λίγο από τις ευθύνες, να αποφύγουμε δύσκολες καταστάσεις, να διεκδικήσουμε και… να εκδικηθούμε.

Αυτό το τελευταίο όσο παράξενο κι αν μοιάζει είναι πολύ αληθινό. Συχνά μια ασθένεια έρχεται ως τιμωρία του εαυτού μας ή κάποιου άλλου προς τον οποίο απευθύνουμε το μήνυμα «κοίτα σε τι κατάσταση με έφερες».

Ταυτόχρονα ο ασθενής, μέσα στην ανημποριά του αποκτά ένα είδος εξουσίας που επιτέλους μπορεί να ασκεί προς εκείνους που τον φροντίζουν. Με λίγα λόγια η ασθένεια είναι ένας τρόπος να εξασφαλίζουμε την συχνότερη παρουσία των άλλων κοντά μας. Δεν είναι ίσως ο πιο σοφός. Αλλά είναι μια διέξοδος.

Όπως το συνάχι που συχνά ξεσπάει επειδή πνίξαμε τόσα δάκρυα μέσα μας που στο τέλος ξεχειλίζουν από τη μύτη! Όπως ο καρκίνος, που σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση εμφανίζεται σε άτομα που ήταν πάντα πρόθυμα, εξυπηρετικά και γίνονταν θυσία για τους άλλους ή κυνηγούσαν με μανία την τελειότητα και υπηρετούσαν με αυτοθυσία τις υποχρεώσεις και τα πρέπει τους.

Είτε ως εξυπηρετητές των άλλων είτε ως περφεξιονιστές έθεσαν τον εαυτό %

…Βρισκόμαστε ενώπιον παραδόξου: H θρησκεία που φέρνει τον Θεό ενανθρωπήσαντα εντός της ιστορίας, δεν καταφεύγει σε εμπειρική τεκμηρίωσι της Αναστάσεώς του, επιλέγοντας να την αφήση αμαρτύρητη! Δεν πρόκειται για στάσι τυχαία. Καθώς ο αναστηθείς Χριστός υπάρχει αγνώριστος για τα σωματικά μάτια των μαθητών του, η Ανάστασι επίσης δεν αποτελεί υλικό γεγονός, ώστε να χρειάζεται εξωτερικήν επαλήθευσι. Ο Θεός-Υιός ακολουθεί κι εδώ την παγία τακτική του προκαλώντας – εσχάτη ταπείνωσι! – αμφιβολία και για την επί του θανάτου νίκη του. Οπως δυσφορούσε με τα ίδια του τα θαύματα, όπως υπέστη τα πάθη και τη σταύρωσι για να μην προσφύγη σε υπερφυσική υποστήριξι της θεότητός του, έτσι έπραξε και με την Ανάστασί του: επέλεξε να μην επιβάλη άνωθεν τη θεότητά του, αλλά να την προβάλη ως αλήθεια και βεβαιότητα εντός μας, μαρτυρία της οποίας καταθέτει με την ίδια του την ύπαρξι ο πιστός.

Πλήρης ανατροπή της καθιερωμένης αποδεικτικής διαδικασίας! Το κύρος της ιστορικής αντικειμενικότητος θυσιάζεται στην πίστι. Ο Χριστός θέλησε μάρτυρες της πίστεως και όχι μάρτυρες της φύσεως. Δεν χρειαζόταν συνεπώς να υπάρξη αυτόπτης μάρτυρας για να επιβεβαιώση την Ανάστασι, ούτε σκέφθηκε κάποιος από τους μαθητάς να τον επινοήση. Εάν η απόδειξι προσγειώνη το πνεύμα, η πίστι το ενώνει σε έναν έσχατο σκοπό που μας περιλαμβάνει. Υπ” αυτή την έννοια η πίστι σώζει. Το θέμα δεν είναι λοιπόν να «αποδειχθή» η Ανάστασι, αλλά η πίστι διά της οποίας αναλαμβάνομε την ευθύνη των επιλογών μας. Σ” αυτή την ευθύνη παίζεται η δική μας ανάστασι. Θα ήταν καταστροφικό να υπήρχαν μάρτυρες της Αναστάσεως. Αντί της πίστεως, η οποία μας ωθεί να αγαπούμε για ν” αλλάζουμε, θα είχαμε τη βεβαιότητα του υπερφυσικού και μια ψυχή ρηχότατη. Τουναντίον η αμαρτύρητη Ανάστασι παρακάμπτει την εξωτερική γνώσι της θεότητος του Χριστού και μας καλεί να γίνομε αυτόπτες μάρτυρες ενός φωτεινού δικού μας εαυτού στις σχέσεις του με τους άλλους.

tovima.gr

…Το ποίημα
μην το καταποντίζεις στα βαθιά πλατάνια
θρέψε το με το χώμα και το βράχο που έχεις.
Τα περισσότερα –
σκάψε στον ίδιο τόπο να τα βρεις.
Ο Γιώργος Σεφέρης συνθέτει ένα ποίημα «εις εαυτόν», για την αξία της αυτογνωσίας, η αλήθεια του οποίου λειτουργεί ως μήνυμα προς κάθε άνθρωπο και φυσικά προς τους ομοτέχνους του. Ο ποιητής αναγνωρίζει πως η πραγματική ουσία του ανθρώπου ενυπάρχει στα απλά πράγματα που συνθέτουν τη ζωή του και πως κάθε άνθρωπος οφείλει να γνωρίσει και να αποδεχτεί αυτό που πραγματικά είναι. Μόνο αν γνωρίσουμε την πραγματική μας υπόσταση, θα μπορέσουμε να αντλήσουμε τις απαντήσεις που γυρεύουμε.

Η οικογένεια ως βατήρας

Το σπίτι όπου έζησε το παιδάκι που ήμουν κάποτε, και τα πρόσωπα με τα οποία μοιράστηκα την οικογενειακή μου ζωή υπήρξαν ο βατήρας πάνω στον οποίο πάτησα για να εκτελέσω το άλμα προς την ενήλικη ζωή μου.

Η οικογένεια αποτελεί πάντοτε τον βατήρα, και κάποια στιγμή πρέπει να σταθούμε στην άκρη του και να πραγματοποιήσουμε το άλμα προς τον κόσμο και τη μετέπειτα ζωή.

Αν, καθώς πάω να πηδήξω από τον βατήρα, πιαστώ από κάπου και κρεμαστώ, θα μείνω εκεί να κρέμομαι και δεν θα πραγματοποιήσω το ταξίδι μου ποτέ.

Τι καλά που θα ήταν αν βρίσκαμε το θάρρος να πηδήξουμε από τον βατήρα μ” έναν θεαματικό τρόπο! Αυτό μπορεί να γίνει αν ο βατήρας είναι υγιής. Αν η οικογενειακή σχέση είναι υγιής. Αν το ζευγάρι των γονιών είναι υποστηρικτικό.

Ο βατήρας αυτός πατάει πάνω σε τέσσερα βασικά στηρίγματα, τόσο σημαντικά, που αν δεν είναι στέρεα κανένα παιδάκι δεν μπορεί να περπατήσει πάνω του χωρίς να πέσει.

Το πρώτο στήριγμα είναι η αγάπη

Ένα παιδί που δεν ένιωσε ότι το αγάπησαν οι γονείς του, έχει μια θλιβερή ιστορία: θα του είναι πολύ δύσκολο να αγαπήσει τον εαυτό του. Η αγάπη για τον εαυτό μας μαθαίνεται μέσα από την αγάπη που δεχόμαστε από τους γονείς μας. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να διδαχτούμε και αλλιώς, λέω απλώς ότι αυτός είναι ο καλύτερος τόπος και τρόπος για να το μάθουμε. Και βέβαια, ένα παιδί που δεν αγαπήθηκε δεν μπορεί ούτε το ίδιο να αγαπήσει, κι αν έτσι έχει συμβεί στη ζωή του, τι μπορεί να κάνει αργότερα στις σχέσεις του με τους άλλους;

Ο βατήρας που δεν έχει αυτό το στήριγμα είναι επικίνδυνος. Είναι δύσκολο να βαδίσει κανείς πάνω του. Είναι ένας βατήρας χωρίς ισορροπία.

Το δεύτερο στήριγμα είναι η εκτίμηση

Αν η οικογένεια δεν έχει ένα καλό απόθεμα αυτοεκτίμησης, αν οι γονείς θεωρούν ότι οι ίδιοι είναι ένα τίποτα, τότε και το παιδί θα αισθάνεται ένα τίποτα. Αν προέρχεται κανείς από ένα σπίτι όπου δεν τον εκτιμούν και δεν θεωρούν ότι αξίζει, δυσκολεύεται να πιστέψει ο ίδιος για τον εαυτό του ότι αξίζει. Τα σπίτια με ένα καλό επίπεδο αυτοεκτίμησης διαθέτουν κατάλληλους βατήρες.

Η Βιρτζίνια Σατίρ λέει: «Στις καλές οικογένειες, η χύτρα της αυτοεκτίμησης του σπιτιού είναι γεμάτη». Που σημαίνει: οι γονείς πιστεύουν ότι είναι αξιόλογοι άνθρωποι, πιστεύουν ότι τα παιδιά τους αξίζουν, ο μπαμπάς πιστεύει ότι η μαμά αξίζει, η μαμά πιστεύει ότι ο μπαμπάς αξίζει, ο μπαμπάς και η μαμά πιστεύουν ότι έχουν μια οικογένεια που αξίζει, και είναι κι οι δύο υπερήφανοι για την ομάδα που έχουν φτιάξει.

Όταν έρχεται σπίτι το παιδί και λέει: «Τι ωραία που είναι αυτή η οικογένεια!» τότε ξέρουμε πως ο βατήρας είναι γερός.

Όταν έρχεται το παιδί σπίτι και λέει: «Μπορώ να πάω να μείνω στο σπίτι της θείας Μαργαρίτας;»… τότε έχουμε πρόβλημα.

Όταν λέει ο πατέρας στο παιδί: «Γιατί τότε δεν πας να μείνεις με τη θεία σου τη Μαργαρίτα;» πάλι κάτι συμβαίνει.

Το τρίτο στήριγμα είναι οι κανόνες

Στην οικογένεια πρέπει να υπάρχουν κανόνες, με τη μόνη προϋπόθεση ότι δεν θα είναι αυστηροί. Οι κανόνες πρέπει να είναι ευέλικτοι, ελαστικοί, αμφισβητήσιμοι, συζητήσιμοι και διαπραγματεύσιμοι. Πάντως, πρέπει να υπάρχουν. Ακριβώς όπως πιστεύω ότι οι κανόνες στην οικογένεια υπάρχουν για να μπορεί κανείς να τους παραβεί και είναι δική μας υποχρέωση να βάζουμε καινούργιους, πιστεύω και ότι η διαδικασία αυτή πρέπει να βασίζεται σε μια χρονική στιγμή που τα παιδιά έχουν μάθει να μεγαλώνουν και να ωριμάζουν σ” ένα περιβάλλον με ασφάλεια και προστασία.

Αυτό είναι το περιβάλλον της οικογένειας. Οι κανόνες αποτελούν το πλαίσιο ασφάλειας και πρόβλεψης που είναι αναγκαίο για την ανάπτυξη μου. Ένα σπίτι χωρίς κανόνες δημιουργεί έναν βατήρα πάνω στον οποίο το παιδί δεν μπορεί να σταθεί για να κάνει το άλμα του στον κόσμο…

Το τελευταίο στήριγμα είναι η επικοινωνία

Για να μπορέσει να πραγματοποιηθεί το άλμα, είναι αναγκαίο να υπάρχει διαρκής και έντιμη επικοινωνία. Με κανένα άλλο θέμα δεν έχουν ασχοληθεί τόσο πολύ τα εγχειρίδια ψυχολογίας, όσο με αυτό της επικοινωνίας. Να διαβάζετε μαζί σαν ζευγάρι, να κουβεντιάζετε με τα παιδιά σας, να συζητάτε όλοι μεταξύ σας με την τηλεόραση κλειστή… Αυτός είναι ένας τρόπος για να ενισχυθεί η επικοινωνία, όχι όμως ο πιο σημαντικός.

Ουσιαστικό είναι αυτό που ξεκινάει με ερωτήσεις που κάνει κανείς με αληθινό ενδιαφέρον, μέσα από την καρδιά του: Πώς είσαι; Πώς τα πέρασες σήμερα; Θέλεις να κουβεντιάσουμε;

Και σ” αυτό το στήριγμα —αποκλειστικά σ” αυτό το στήριγμα—, στηρίζεται η δυνατότητα επανόρθωσης των υπολοίπων.

Αγάπη, εκτίμηση, κανόνες και επικοινωνία: πάνω σ” αυτόν τον βατήρα στέκεται το παιδί νια να κάνει το άλμα του στη ζωή. Για να βαδίσει, καταρχάς, τον δρόμο της αυτοεξάρτησης και, στη συνέχεια, τον δρόμο της συνάντησης με

Γιάννα στις 10 Μαΐου 2017

hessaloniki Likes χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη παροχή των υπηρεσιών του. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των ι

ΘΕΛΩ…

Θέλω να με ακούς χωρίς να με κρίνεις

Θέλω τη γνώμη σου χωρίς συμβουλές

Θέλω να με εμπιστεύεσαι χωρίς απαιτήσεις…

Θέλω τη βοήθειά σου και όχι να αποφασίζεις για μένα…

Θέλω να με προσέχεις χωρίς να με ακυρώνεις…

Θέλω να με κοιτάς χωρίς να προβάλλεις τον εαυτό σου σε μένα..

Θέλω να με αγκαλιάζεις χωρίς να με κάνεις να ασφυκτιώ…

Θέλω να μου δίνεις ζωντάνια χωρίς να με σπρώχνεις…

Θέλω να με υποστηρίζεις χωρίς να με φορτώνεσαι…

Θέλω να με προστατεύεις χωρίς ψέματα…

Θέλω να με πλησιάζεις χωρίς να εισβάλλεις…

Θέλω να ξέρεις τις πλευρές μου που πιο πολύ σε ενοχλούν..

Να τις αποδέχεσαι και να μην προσπαθείς να τις αλλάξεις…

Θέλω να ξέρεις… πως σήμερα μπορείς να βασίζεσαι πάνω μου…

 

 

Γιάννα στις 5 Μαΐου 2017

…»Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται, άπαξ, που λένε, σα μια μοναδική ευκαιρία. Τουλάχιστον μ’ αυτή την αυτόνομη μορφή της δεν πρόκειται να ξανα-υπάρξουμε ποτέ. Και μείς τι την κάνουμε ρε, αντί να τη ζήσουμε; Τι την κάνουμε; Τη σέρνουμε από δω κι από κει δολοφονώντας την.

Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις. Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις; Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματος, πώς να οργανώσεις τα συναισθήματα.

Έτσι, μ’ αυτή την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες σα να μας είναι βάρος, και μας είναι βάρος, γιατί δε ζούμε, κατάλαβες; Όλο κοιτάμε το ρολόι, να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ’ την αρχή.

Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που θα τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν “αξίες”, σαν “ηθική”, σαν “πολιτισμό”.

Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να παίξουμε και να χαρούμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να κάνουμε έρωτα, να απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τον διπλανό μας.

Όλα, όλα τα αφήνουμε για το αύριο που δε θα ‘ρθει ποτέ… Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος και δεν πάμε πουθενά αλλού, παρά μόνο στο θάνατο, και εμείς οι μαλάκες, αντί να κλαίμε το δειλινό που χάθηκε άλλη μια μέρα απ’ τη ζωή μας, χαιρόμαστε.

Η κορυφαία πολιτική μάχη

Όταν συνειδητοποίησα ότι δε μπορώ να αλλάξω το σύστημα, άρχισα να αγωνίζομαι να μη με αλλάξει αυτό.

Αγωνίζομαι να μείνω άνθρωπος. Και αυτό είναι η κορυφαία πολιτική μάχη. Να μπορείς να αποφύγεις τη βαρβαρότητα αυτής της εποχής. Να μπορείς να παραμείνεις άνθρωπος με τρυφερότητα. Με το δικό σου βλέμμα.

Η ζωή είναι ένα δώρο που μας δίνεται μία φορά. Οι περισσότεροι άνθρωποι όταν ξημερώνει λένε “άντε να τελειώσει κι αυτή η κωλομέρα”. Και δεν καταλαβαίνουν ότι κάνουν άλλο ένα βήμα προς το θάνατο.

“Τολμάτε ρε!”

Τολμάτε ρε, τολμάτε! Γράψτε αυτό που θέλετε, αυτό που σκέφτεστε. Απορρίψτε τις σκοπιμότητες.

Εγώ έγραφα, κι έγραφα με την ψυχή, κι όταν με είπαν συγγραφέα πρώτη φορά τα ‘χασα! Μα, σοβαρά μιλάτε ρε παιδιά, συγγραφέας; Δεν είχα καμία τέτοια πρόθεση απλά στις παρέες, στον κήπο, τους έλεγα ιστορίες και μου έλεγαν, ρε Χρόνη γιατί δεν τα γράφεις αυτά τα πράγματα; Κι έτσι βγήκε.

Γιατί τα βιώματα ήταν ουσιαστικά. Κατάλαβες; Ζούσαμε. Είχε συνέχεια η ζωή μας, δεν ήταν αυτή η γκρίζα καθημερινότητα, αλλά ήταν μεγάλο κατόρθωμα να παραμείνεις άνθρωπος.

Ήταν πολύ σημαντικό να μπορείς να κοιτάξεις τη μάπα σου το πρωί στον καθρέφτη και να πεις, “είμαστε εντάξει ρε μάγκα, πάμε”.

Ο μόνος δρόμος

Εκείνο που μπορώ να υποστηρίξω το υποστηρίζω: ότι ο μόνος δρόμος, ο οποίος δεν μας οδηγεί σε κανένα λάκκο, σε καμιά λακκούβα, σε κανένα κακό συναπάντημα, είναι ο δρόμος της αγάπης, είναι ο δρόμος της τρυφερότητας, είναι ο δρόμος της κατανόησης, είναι ο δρόμος της υπεράσπισης της διαφορετικότητας του άλλου! Αυτός είναι ο μόνος δρόμος. Αν τον ακολουθήσουμε αυτόν τον δρόμο δεν κινδυνεύουμε. Ούτε εμείς ούτε οι συνάνθρωποί μας.

Να ‘σαι άνθρωπος δημιουργικός και ευαίσθητος. Και να αγαπάς. Να αγαπάς! Να μπορείς να μετατρέπεις κάθε μέρα την αγάπη σε αγαπημένο. Η φρέζα μου που είναι εκεί φυτεμένη την αγαπάω, την βλέπω κάθε πρωί, καταλαβαίνεις; Ή έναν συγκεκριμένο άνθρωπο… Όλα τα άλλα… Παρέες, ρε, μπορείς να κάνεις παρέες; Φιλία. Έρωτα! Κάντε έρωτα, αγαπηθείτε κάντε τις παρέες σας, σκεφτείτε, αναπτύξτε την κριτική σας σκέψη»…

 

 

 

 

Γιάννα στις 29 Απριλίου 2017

«ΤΟ ΕΝΙΩΣΑ ΑΥΤΟ, ΠΟΛΥ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΚΙ ΑΠΟ ΤΗ ΣΚΗΝΗ το μέτωπο που διηγήθηκα πριν, δυο μήνες αργότερα, όταν βρέθηκα στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου των Ιωαννίνων, με όλες τις ενδείξεις τις επιστημονικές ότι δεν πρόκειται να ξανασηκωθώ. Πριν από τ’ αντιβιοτικά, ο τύφος δεν είχε άλλη σωτηρία από την αντοχή του οργανισμού σου. Έπρεπε να υπομένεις, ακίνητος υποχρεωτικά, με πάγο στην κοιλιά και μερικά κουταλάκια γάλα ή πορτοκαλόζουμο για τροφή, όλες τις ατέλειωτες μέρες που βαστούσε ο πυρετός, σαράντα ακατέβατα. Κι ο Θεός βοηθός. ΈΤΥΧΕ ΝΑ ΠΕΡΑΣΩ ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΚΡΙΣΗ τις ημέρες ακριβώς που άρχισε η επίθεση των Γερμανών. Δεν ήταν και τόσο ρόδινα τα πράγματα. Το κρεβάτι μου βρισκότανε πλάι στο παράθυρο και κάθε φορά, θυμάμαι, που σήμαινε συναγερμός όλοι οι άλλοι άρρωστοι (το νοσοκομείο ήταν παθολογικό και δεν είχε τραυματίες) μαζί με τις νοσοκόμες και τους γιατρούς τρεχοκοπούσανε στα καταφύγια. ΜΕ ΤΟΥΣ ΓΕΡΜΑΝΟΥΣ ΔΕΝ ΗΤΑΝΕ ΦΡΟΝΙΜΟ ΝΑ ΠΑΡΙΣΤΑΝΟΥΝ ΤΟ ΠΑΛΙΚΑΡΙ. Πριν φύγουν από το θάλαμο μού άνοιγαν τα τζάμια, μήπως και σπάσουν και με χτυπήσουν τα θραύσματα. Κι απόμενα έτσι ολομόναχος μέσα στον άδειο θάλαμο, που μου φαινότανε ξαφνικά ότι μεγάλωνε, γινότανε απέραντος, με τα ξέστρωτα κρεβάτια, τα κουβαριασμένα σεντόνια, τις εφημερίδες, τα σακίδια, μια σταματημένη απότομα ζωή, ένα είδος Πομπηίας του κλειστού χώρου, απ’ όπου αναδυόμουν και επέπλεα μετέωρος, βουτηγμένος μέσα σε μια παράξενη ηρεμία. Ώσπου σε λίγο άρχιζαν οι εκρήξεις, που ολοένα πλήθαιναν και πλησίαζαν. ΑΥΤΟ ΠΙΑ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΠΟΛΕΜΟΣ, ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ. Δεν υπήρχανε στρατεύματα, όπλα, υπηρεσίες, επιτελεία. Τίποτε. Μονάχα το αόρατο εκείνο τέρας που μπουμπούνιζε από ψηλά. Κι εγώ ασάλευτος, με την πληγιασμένη ράχη και το κομμάτι τ’ ουρανού απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο. Ένα αίσθημα που δεν είχα δοκιμάσει ποτέ όσο ήμουν τριγυρισμένος από τους στρατιώτες μου αναπηδούσε τώρα μέσα μου, πολλαπλασιαζότανε, με χίλιες φωνές μου έκρενε: «πρέπει, πρέπει, πρέπει να ζήσεις, να νικήσεις, να τα βγάλεις πέρα». ΘΑ ‘ ΝΑΙ ΦΑΙΝΕΤΑΙ, ΣΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΑΝΙΣΟ ΑΓΩΝΑ που ξυπνάει όλος ο άντρας. Και ο ποιητής. Η ιδέα ενός βιβλίου με κρατούσε – όπως άλλους ένα εικόνισμα. Το έβλεπα, το φυλλομετρούσα, τα ποιήματα που δεν είχα γράψει, και που θα ήθελα να είχα γράψει, γεμίζανε με το εξωτερικό τους σχήμα τις σελίδες του, δεν απόμενε παρά να τα «γεμίσω», όπως γεμίζεις μια σειρά από άδεια ποτήρια, και αμέσως τι δύναμη, τι ελευθερία, τι αψηφησιά στις βόμβες και στο θάνατο. Να ‘χεις βγάλει τον εαυτό σου τον πραγματικό, από τον άλλο τον καθημερινό, έξω, και να τον βλέπεις αντίκρυ σου άτρωτον, άφθαρτον, προσιτό στα μέλλοντα όπου πια εσύ δε θα συμμετέχεις, τι ανακούφιση!» «ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΜΕΡΑ, ΟΤΑΝ ΕΙΔΑ ΝΑ ΜΕ ΠΛΗΣΙΑΖΕΙ ΕΝΑΝ ΠΑΠΑΣ με το δισκοπότηρο στο χέρι, μόνο που δε γάβγισα. Το ‘βαλε στα πόδια, και οι άλλοι άρρωστοι, θαρρώ, γελούσανε. Όμως εγώ δε βάσταξα πια κι έβαλα τα κλάματα. Οι γιατροί μαζεύτηκαν γύρω μου, κάτι είπανε μεταξύ τους, και στο τέλος ένας απ’ αυτούς μου έκανε μια ένεση. Βυθίστηκα στον ύπνο για ώρες πολλές. Και την άλλη μέρα –κάτι απίστευτο– ξύπνησα σχεδόν απύρετος. Είχα περάσει τη μεγάλη κρίση. Το βιβλίο που ονειρευόμουνα θα μπορούσε ίσως να γίνει. ΚΑΙ ΤΩΡΑ, ΒΕΒΑΙΑ, ΠΟΥ ΓΡΑΦΩ, ύστερα από τόσα χρόνια, το ιδανικό αυτό βιβλίο δεν έγινε. Αλλά τι σημαίνει; Η ελπίδα του με κράτησε στη ζωή, και τότε που δεν ήξερα και τώρα που κατάλαβα ότι τα ιδανικά βιβλία δε γίνονται ποτέ. “Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι”. Να πάλι το passe-partout Καβάφη»

. [Πηγή: www.doctv.gr]

Γιάννα στις 29 Απριλίου 2017

» Ξεκινάς αυτό το ταξίδι μόνο όταν έχεις δει πραγματικά αυτή την αλήθεια: ότι πρέπει να βαδίσεις ολομόναχος. Και τότε είσαι μόνος. Και βαδίζεις χωρίς πίκρα ή κυνισμό, χωρίς απελπισία, αλλά επειδή βλέπεις το γεγονός ότι η μοναξιά είναι απόλυτα απαραίτητη. Το γεγονός αυτό και η αντίληψη αυτού του γεγονότος κάνουν κάποιον ελεύθερο να βαδίσει μόνος. Το βιβλίο, ο σωτήρας, ο δάσκαλος, όλα αυτά είσαι ΕΣΥ. Πρέπει, λοιπόν, να ερευνήσεις μέσα σου, πρέπει να μάθεις τον εαυτό σου. Κι αυτό δεν σημαίνει να συσσωρεύσεις γνώση για τον εαυτό σου και ύσtερα με αυτή τη γνώση να κοιτάζεις την κίνηση της ίδιας σου της σκέψης. Για να μάθεις τον εαυτό σου, για να γνωρίζεις τον εαυτό σου, πρέπει να παρατηρείς με φρεσκάδα, με ελευθερία. Δεν μπορείς να μάθεις κάτι για τον εαυτό σου αν απλώς χρησιμοποιείς κάποια γνώση που έχεις πάρει, δηλαδή αν κοιτάς τον εαυτό σου με γνώμονα όσα έχεις μάθει από κάποιο καθοδηγητή, κάποιο βιβλίο ή κι από την ίδια σου την εμπειρία. Το “εγώ” είναι μια εξαιρετική οντότητα, είναι κάτι περίπλοκο, ζωτικό, εκπληκτικά ζωντανό, που αλλάζει αδιάκοπα και περνάει από όλων των ειδών τις εμπειρίες. Είναι ένας στρόβιλος τεράστιας ενέργειας και δεν υπάρχει κανείς να σου διδάξει τίποτα για αυτό-ΚΑΝΕΙΣ! Τούτο είναι το πρώτο που πρέπει να καταλάβει κανείς! Όταν το καταλάβεις μία και καλή αυτό, όταν δεις πραγματικά την αλήθεια του, τότε έχεις ήδη απελευθερωθεί από ένα βαρύ φορτίο: έχεις πάψει να περιμένεις από κάποιον άλλο να σου πει τι να κάνεις. Υπάρχει ήδη η αρχή του εκπληκτικού αρώματος της ελευθερίας».

Γιάννα στις 19 Απριλίου 2017

O Nους και η Ψυχή ενώθηκαν κι έδιωξαν το Χάος, έδιωξαν την έλλειψη και την απουσία, έδιωξαν τον πόνο κι έγινε το δάκρυ φωτεινό αστέρι να θυμίζει τις ζωές πριν το Φως. Και γεννήθηκαν γενιές ευτυχισμένες που χόρταιναν το χάδι και τις αγκαλιές, που τα πρωινά τους γέμιζαν φιλιά κι οι νύχτες τους αναστεναγμούς.

Και κάποτε ο Νους και η Ψυχή θυμήθηκαν τα πρώτα τους τα λόγια, που ο Νους την προστάτευε και δεν την άφηνε να ελευθερωθεί και να μάθει από τα παθήματά της. Και της μιλούσε για όρκους που δεν κρατήθηκαν, για αδύναμους όρκους των θνητών που θα έκαναν την Ψυχή να ματώσει, να αλλάξει και να πάρει την παγωμένη μά

Κι ο Νους πάσχιζε να κρατήσει την Ψυχή να μην αγαπήσει. «Όσα δεν είσαι σε μένα θα τα βρεις, όσα σου λείπουν πάρε μου για να ολοκληρωθείς, δανείσου από την πίστη μου μέχρι να στερεωθείς» ψιθύριζε ο Νους ξανά και ξανά.

Μα η Ψυχή δεν τον άκουσε και δοκίμασε… κι έγινε ένα με το φως του έρωτα το άλικο, το κόκκινο, ξαναγεννήθηκε κι έζησε, γεύτηκε το βέλος του Έρωτα, τις γητειές και την ύπουλη μαγεία του. Κι ο Νους κρυφά τη θαύμαζε που γινόταν με κάθε χάδι πιο λαμπερή, με κάθε φιλί πιο γαλήνια, με κάθε ανατριχίλα του κορμιού πιο θεϊκή.

Και σαν αντάμωσαν του είπε: «Μη μου ζητάς τις πιο κρυφές σκέψεις μου, μη βασανίζεσαι αν ζω χωρίς εσένα. Εσύ μου έμαθες ελεύθερα να ζω μα εγώ κατάλαβα πως ζω για να αγαπώ. Μη με ρωτάς πώς θέλω πια να ζήσω. Μόνο με έρωτα κι αγάπη… κι ας μου πεις πως θα χαθώ».

Κι ο Νους στα λόγια της Ψυχής λύγισε, έγειρε, χάρισε το πρώτο του φιλί και υποσχέθηκε πως δεν θα τη σταματήσει ποτέ ξανά να αγαπήσει.

Γιατί έτσι και μόνο έτσι μπορεί να υπάρξει ζωή. Πώς μπορεί το κορμί να σταματήσει να νιώθει από το Νου; Πώς μπορεί ο χείμαρρος του έρωτα να στερέψει; Ο Νους το ξέρει πια καλά κι αφήνει την Ψυχή να πετάει

Γιάννα στις 26 Μαρτίου 2017

 

«Δεν φταίνε οι άνθρωποι σήμερα όταν δεν μπορούν να ερωτευθούν, όταν ταυτίζουν τον έρωτα μόνο με τη χρήση του άλλου»

ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ἔχουμε δύο λέξεις γιὰ νὰ σημάνουμε τὰ ἀντι-κείμενα τῆς ἐμπειρικῆς μας πιστοποίησης: τὴ λέξη «πράγματα» καὶ τὴ λέξη «χρήματα».

«Πράγματα» εἶναι τὰ παράγωγα τοῦ πράττειν, τὰ ἀποτελέσματα μιᾶς ποιητικῆς ἐνέργειας, τὰ πεπραγμένα ἑνὸς δημιουργοῦ προσώπου. «Χρήματα» εἶναι ἐκεῖνα ἀπὸ τὰ πράγματα ποὺ καθορίζονται κυρίως ἀπὸ τὴ χρήση τους, ἐξυπηρετοῦν χρηστικὲς ἀνάγκες, εἶναι χρήσιμα στὴν πρακτικὴ τοῦ βίου.

Τὰ πράγματα ἐνδέχεται νὰ διασώζουν τὴν ἑτερότητα (μοναδικότητα καὶ ἀνομοιότητα) ἑνὸς προσωπικοῦ δημιουργικοῦ λόγου, νὰ παραπέμπουν στὸ πρόσωπο τοῦ δημιουργοῦ τους (ὅπως ἡ ζωγραφιὰ στὸν ζωγράφο καὶ τὸ ποίημα στὸν ποιητή).

Τὰ χρήματα ταυτίζονται ἁπλῶς μὲ τὴ χρηστική τους σκοπιμότητα, παραπέμπουν στὴν ἴδια γιὰ ὅλους ὠφέλιμη διευκόλυνση.

EΧΟΥΜΕ ΚΑΙ ΜΙΑ ΤΡΙΤΗ ΛΕΞΗ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ: τὴ λέξη «νομίσματα». Εἶναι ἐκεῖνα ἀπὸ τὰ χρήματα ποὺ τὴ χρήση τους τὴν καθορίζουμε ἐμεῖς (κάθε ἀνθρώπινη κοινωνία) μὲ κοινὴ συμφωνία-σύμβαση. Ἀντιπροσωπεύουν τὴ σύμβαση (τὸν δικό μας «νόμο»), δὲν ἔχουν δική τους «φύση-οὐσία», γι” αὐτὸ καὶ τὰ λέμε «νομίσματα»: εἶναι τὰ νομιζόμενα, «ὅτι οὐ φύσει, ἀλλὰ νόμῳ κεῖνται», καθὼς ὅρισε ὁ Ἀριστοτέλης.

Μὲ τὰ νομίσματα κατορθώνουμε οἱ ἄνθρωποι νὰ «ἰσάζωμεν» τὶς ἀνταλλακτικές μας σχέσεις, νὰ κοινωνοῦμε τὶς ἀνάγκες μας «κατὰ λόγον», μὲ τρόπο λογικό: τὸν τρόπο τῆς συμπαντικῆς ἁρμονίας καὶ κοσμιότητας. Στόχος εἶναι οἱ ἁρμονικές, κόσμιες σχέσεις μας (στόχος ὑπαρκτικῆς ἀλήθειας καὶ γνησιότητας τόσο γιὰ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες ὅσο —ὡς ἐλευθερία ἀγάπης— καὶ γιὰ τοὺς Χριστιανούς).

ΤΟ ΝΟΜΙΣΜΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΩΣ ΤΟ ΜΕΣΟ, τὸ ἐργαλεῖο ποὺ ὑπηρετεῖ τὴ λογικότητα τῶν σχέσεών μας. Γι” αὐτὸ καὶ μοιάζει ἀδιανόητο (τουλάχιστον γιὰ τὸν Ἀριστοτέλη) νὰ αὐτονομεῖται τὸ νόμισμα, νὰ λειτουργεῖ ἄσχετα ἀπὸ τὶς σχέσεις, γιὰ παράδειγμα νὰ αὐτοπολλαπλασιάζεται μὲ τὸν «τόκο»: ὁ τόκος, τὸ νὰ «τίκτει» τὸ νόμισμα, «παρὰ φύσιν τῶν χρηματισμῶν ἐστι».

Τὰ «πράγματα» προσφέρονται στὴ σχέση, τὰ «χρήματα» καὶ τὰ «νομίσματα» στὴ χρήση ποὺ ὑπηρετεῖ τὴ σχέση (ὅταν ἀποβλέπει ἡ χρήση στὴν «κοινωνία τῆς χρείας»).

ΟΜΩΣ ΣΗΜΕΡΑ ΖΟΥΜΕ ΣΕ ΚΟΙΝΟ ΤΡΟΠΟ ΒΙΟΥ (δηλαδὴ πολιτισμό) ποὺ μειώνει συνεχῶς τὸ πεδίο τῶν σχέσεων, τὸ ἐνδιαφέρον ἢ τὴν ἀνάγκη τῆς σχέσης, γιὰ χάρη τῆς προτεραιότητας τῶν χρήσεων.

 

Στὸν πολιτισμό μας ἡ χρήση αὐτονομεῖται ἀπὸ τὴ σχέση, τείνει νὰ ὑποκαταστήσει τὴν κοινωνία τῆς χρείας μὲ παράλληλες ἄπληστες χρήσεις. Διαμορφώνει ἀνεπαίσθητα τὸν ψυχισμό μας αὐτὸς ὁ πολιτισμός, μᾶς μπολιάζει μὲ ἀντανακλαστικὰ κυρίως χρησιμοθηρικά, μὲ προϊούσα ἀνικανότητα σχέσης, ἀνέραστη συμπεριφορά.

 

ΔΕΝ ΦΤΑΙΝΕ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΣΗΜΕΡΑ ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΕΡΩΤΕΥΘΟΥΝ, ὅταν ταυτίζουν τὸν ἔρωτα μόνο μὲ τὴ χρήση τοῦ ἄλλου. Δὲν φταῖνε, γιατὶ δὲν ἀσκήθηκαν ποτὲ στὴ σχέση, δὲν ξέρουν νὰ σχετίζονται, κάθε ἐπιθυμία τους ἐκπληρώνεται πατώντας ἕνα κουμπί. Δὲν ἔμαθαν νὰ μοιράζονται τὸ θέλημά τους, νὰ βγαίνουν ἀπὸ τὸ ἐγώ τους. Ξέρουν μόνο τὴ χρήση, ὄχι τὴ σχέση, μόνο τὰ χρήματα, ὄχι τὰ πράγματα.

Γιάννα στις 25 Μαρτίου 2017

. Εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις.

2. Τα τρία Τ της επιτυχίας: Ταλέντο, Τόλμη, Τύχη.

3. Πιάσε το ΠΡΕΠΕΙ από το ιώτα και γδάρε το ίσαμε το πι.

4. Είναι διγαμία ν’ αγαπάς και να ονειρεύεσαι.

5. Την αλήθεια την φτιάχνει κανείς ακριβώς όπως φτιάχνει και το ψέμα.

6. Η λύπη ομορφαίνει επειδή της μοιάζουμε.

7. Το κενό υπάρχει όσο δεν πέφτεις μέσα του.

8. Κάνε άλμα πιο γρήγορο από τη φθορά.

9. Όταν ακούς τάξη, ανθρωπινό κρέας μυρίζει.

10. Βαρύς ο κόσμος να τον ζήσεις, όμως για λίγη περηφάνια το άξιζε.

11. Χαράξου κάπου με οποιονδήποτε τρόπο και μετά πάλι σβήσου με γενναιοδωρία…

12. Και η Ποίηση πάντοτε είναι μία όπως ένας είναι ο ουρανός. Το ζήτημα είναι από πού βλέπει κανείς τον ουρανό. Εγώ τον έχω δει από καταμεσίς της θάλασσας.

13. Για να πατάς στέρεα στη γη, πρέπει το ένα πόδι σου να είναι έξω από τη γη.

14. Όταν η συμφορά συμφέρει, λογάριαζέ την για πόρνη.

15. Αλλά με τις ξόβεργες μπορεί να πιάνεις πουλιά, δεν πιάνεις ποτέ το κελαηδητό τους. Χρειάζεται η άλλη βέργα, της μαγείας, και ποιος μπορεί να την κατασκευάσει αν δεν του ’χει από μιας αρχής δοθεί;

16. Από τον Θεό τραβιέται ο άνθρωπος όπως ο καρχαρίας από το αίμα.

17. Το άπειρο υπάρχει για μας όπως η γλώσσα για τον κωφάλαλο.

18. Αρκετά λατρέψαμε τον κίνδυνο κι είναι καιρός να μας το ανταποδώσει.

19. Μια νομοθεσία εντελώς άχρηστη για τις Εξουσίες θα ‘τανε αληθινή σωτηρία.

20. Τη μαγεία δεν την πιάνεις με την ερμηνεία της μαγείας, πόσο μάλλον με την περιγραφή της ερμηνείας της μαγείας. Ή κελαηδάς ή σωπαίνεις. Δε λες: αυτό που κάνω είναι κελαηδητό!

21. Δυστυχώς και η Γη με δικά μας έξοδα γυρίζει.

22. Η αλήθεια βγαίνει χυτή σαν το νιόκοπο άγαλμα, μόνον μέσ’ από τα καθάρια νερά της μοναξιάς· κι η μοναξιά της πένας είναι από τις πιο μεγάλες.

23. Ο Νόμος που είμαι δεν θα με υποτάξει.

24. Ένας Αναχωρητής για τους μισούς είναι, αναγκαστικά, για τους άλλους μισούς, ένας Ερχόμενος.

25. Φτασμένες οι προλήψεις σε μια καθαρότητα μαθηματική, μας οδηγούν στη βαθύτερη γνώση του κόσμου.

26. Αλλά κάτεχε ότι μονάχα κείνος που παλεύει το σκοτάδι μέσα του θα ‘χει μεθαύριο μερτικό δικό του στον ήλιο.

27. Ήρθαν ντυμένοι φίλοι αμέτρητες φορές οι εχθροί μου το παμπάλαιο χώμα πατώντας.

28. Ναι, ο Παράδεισος δεν ήταν μια νοσταλγία. Ούτε, πολύ περισσότερο, μια ανταμοιβή. Ήταν ένα δικαίωμα.

29. Κι έναν πόντο πιο ψηλά να πάτε, άνθρωποι, ευχαριστώ θα σας πει ο Θεός.

30. Τρώγε την πρόοδο και με τα φλούδια και με τα κουκούτσια της.

31. Ο ήλιος σκάει μέσα μας κι εμείς κρατάμε την παλάμη στο στόμα έντρομοι.

32. Στην κακή μοιρασιά πάντοτε ο Θεός ζημιώνεται.

33. Όπου ακούς αέρα είναι η γαλήνη που βρυκολάκιασε.

34. Ψαρεύοντας έρχεται η θάλασσα.

35. Θεέ μου τι μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε.

36. Τη γλώσσα μου έδωσαν Ελληνική. Το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου.

37. Πριν απ’ τα μάτια μου ήσουν φως. Πριν απ’ τον Έρωτα έρωτας Κι όταν σε πήρε το φιλί, Γυναίκα.

38. Μέσα στη θλίψη της απέραντης μετριότητας, που μας πνίγει από παντού, παρηγοριέμαι ότι κάπου, σε κάποιο καμαράκι, κάποιοι πεισματάρηδες αγωνίζονται να εξουδετερώσουν τη φθορά.

39. Το ελάχιστο θέλησα και με τιμώρησαν με το πολύ.

40. Κείνο που σου προσάπτουνε τα χελιδόνια είναι η άνοιξη που δεν έφερες.

 

Γιάννα στις 25 Μαρτίου 2017

Ἀστεροσκοπεῖο – Μίλτος Σαχτούρης

Διαρρῆχτες τοῦ ἥλιου δὲν εἶδαν ποτέ τους πράσινο κλωνάρι δὲν ἄγγιξαν φλογισμένο στόμα δὲν ξέρουν τί χρῶμα ἔχει ὁ οὐρανὸς Σὲ σκοτεινὰ δωμάτια κλεισμένοι δὲν ξέρουν ἂν θὰ πεθάνουν, παραμονεύουν μὲ μαῦρες μάσκες καὶ βαριὰ τηλεσκόπια μὲ τ᾿ ἄστρα στὴν τσέπη τους βρωμισμένα μὲ ψίχουλα μὲ τὶς πέτρες τῶν δειλῶν στὰ χέρια παραμονεύου σ᾿ ἄλλους πλανῆτες τὸ φῶς. Νὰ πεθάνουν Νὰ κριθεῖ κάθε Ἄνοιξη ἀπὸ τὴ χαρά της ἀπὸ τὸ χρῶμα του τὸ κάθε λουλούδι ἀπὸ τὸ χάδι του τὸ κάθε χέρι ἀπ᾿ τ᾿ ἀνατρίχιασμά του τὸ κάθε φιλὶ

Ἕνα ἔρημο ἄνθος – Νίκος Καροῦζος

Βαθύτερο ἀπ᾿ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ταραχὴ ποὺ φέρνει μέσ᾿ στὸ στῆθος ἡ ἐπιθυμία ζεῖ στὸ θαλάσσιο βράχο ἕν᾿ ἄνθος ὁλομόναχο. Ποιὰ φωνὴ τὸ κυρίεψε καὶ μοιάζει σὰν νὰ δείχνει τὴν ἄγνωστη γαλήνη μὲ μικρὰ χρώματα… Εἶναι βγαλμένο στοὺς κινδύνους τῆς χαρᾶς ἀμέριμνο σὰν ἰδέα. Όταν μιαν άνοιξη -

Μανόλης Αναγνωστάκης

Όταν μιαν άνοιξη χαμογελάσει θα ντυθείς μια καινούργια φορεσιά και θα ‘ρθεις να σφίξεις τα χέρια μου παλιέ μου φίλε Κι ίσως κανείς δε σε προσμένει να γυρίσεις μα εγώ νιώθω τους χτύπους της καρδιάς σου κι ένα άνθος φυτρωμένο στην ώριμη, πικραμένη σου μνήμη Κάποιο τρένο, τη νύχτα, σφυρίζοντας, ή ένα πλοίο, μακρινό κι απροσδόκητο θα σε φέρει μαζί με τη νιότη μας και τα όνειρά μας Κι ίσως τίποτα, αλήθεια, δεν ξέχασες μα ο γυρισμός πάντα αξίζει περισσότερο από κάθε μου αγάπη κι αγάπη σου παλιέ μου φίλε

Άνοιξη – Κώστας Καρυωτάκης

Έφτασ’ η ώρια Άνοιξη -το λεν τα χελιδόνια- κι ο σκυθρωπός Χειμώνας εκίνησε να φύγει· του στέλνει κείνη λούλουδα, αυτός της ρίχνει χιόνια, και με τ’ αθώο γέλιο της τα δάκρυά του σμίγει. Στο γαλανό παλάτι του ο Φοίβος τριγυρίζει και, χύνοντας, αφόβιστα ολόχρυσες αχτίδες, σ’ ό,τι στο δρόμο του βρεθεί το χρώμα του χαρίζει κι αφήνει πίσω του χαρά και άσβεστες ελπίδες. Τα δέντρα πρασινίσανε και γιόμισαν λουλούδια· του πιστικού ακούγεται η γέρικη φλογέρα να σιγολέει άφταστα κάθε πρωί τραγούδια, και τα πουλιά να κελαηδούν τον ύμνο τους στη μέρα. Παντού ξεχύνετ’ η χαρά. Μόνον εσύ, μικρή μου, βλέπεις τις τόσες ομορφιές με μάτια δακρυσμένα. Έλα να βρεις παρηγοριά στ’ ολόθερμο φιλί μου! Επρόβαλε η Άνοιξη! Ξέχνα τα περασμένα! Ἄνοιξη μ.Χ. -

Γιῶργος Σεφέρης

Πάλι μὲ τὴν ἄνοιξη φόρεσε χρώματα ἀνοιχτὰ καὶ μὲ περπάτημα ἀλαφρὺ πάλι μὲ τὴν ἄνοιξη πάλι τὸ καλοκαίρι χαμογελοῦσε. Μέσα στοὺς φρέσκους ροδαμούς στῆθος γυμνὸ ὡς τὶς φλέβες πέρα ἀπ᾿ τὴ νύχτα τὴ στεγνὴ πέρα ἀπ᾿ τοὺς ἄσπρους γέροντες ποὺ συζητοῦσαν σιγανὰ τί θά ῾τανε καλύτερο νὰ παραδώσουν τὰ κλειδιὰ ἢ νὰ τραβήξουν τὸ σκοινὶ νὰ κρεμαστοῦνε στὴ θηλιὰ ν᾿ ἀφήσουν ἄδεια σώματα κεῖ ποὺ οἱ ψυχὲς δὲν ἄντεχαν ἐκεῖ ποὺ ὁ νοῦς δὲν πρόφταινε καὶ λύγιζαν τὰ γόνατα. Μὲ τοὺς καινούργιους ροδαμούς οἱ γέροντες ἀστόχησαν κι ὅλα τὰ παραδώσανε ἀγγόνια καὶ δισέγγονα καὶ τὰ χωράφια τὰ βαθιὰ καὶ τὰ βουνὰ τὰ πράσινα καὶ τὴν ἀγάπη καὶ τὸ βιός τὴ σπλάχνιση καὶ τὴ σκεπὴ καὶ ποταμοὺς καὶ θάλασσα καὶ φύγαν σὰν ἀγάλματα κι ἄφησαν πίσω τους σιγὴ ποὺ δὲν τὴν ἔκοψε σπαθὶ ποὺ δὲν τὴν πῆρε καλπασμός μήτε ἡ φωνὴ τῶν ἄγουρων κι ἦρθε ἡ μεγάλη μοναξιὰ κι ἦρθε ἡ μεγάλη στέρηση μαζὶ μ᾿ αὐτὴ τὴν ἄνοιξη καὶ κάθισε κι ἀπλώθηκε ὡσὰν τὴν πάχνη τῆς αὐγῆς καὶ πιάστη ἀπ᾿ τ᾿ ἀψηλὰ κλαδιὰ μέσ᾿ ἀπ᾿ τὰ δέντρα γλίστρησε καὶ τὴν ψυχή μας τύλιξε. Μὰ ἐκείνη χαμογέλασε φορώντας χρώματα ἀνοιχτὰ σὰν ἀνθισμένη ἀμυγδαλιὰ μέσα σε φλόγες κίτρινες καὶ περπατοῦσε ἀνάλαφρα ἀνοίγοντας παράθυρα στὸν οὐρανὸ ποὺ χαίρονταν χωρὶς ἐμᾶς τοὺς ἄμοιρους. Κι εἶδα τὸ στῆθος της γυμνὸ τὴ μέση καὶ τὸ γόνατο πῶς βγαίνει ἀπὸ τὴν παιδωμὴ νὰ πάει στὰ ἐπουράνια ὁ μάρτυρας ἀνέγγιχτος ἀνέγγιχτος καὶ καθαρός, ἔξω ἀπ᾿ τὰ ψιθυρίσματα τοῦ λαοῦ τ᾿ ἀξεδιάλυτα στὸν τσίρκο τὸν ἀπέραντο ἔξω ἀπ᾿ τὸ μαῦρο μορφασμὸ τὸν ἱδρωμένο τράχηλο τοῦ δήμιου π᾿ ἀγανάχτησε χτυπώντας ἀνωφέλευτα. Ἔγινε λίμνη ἡ μοναξιὰ ἔγινε λίμνη ἡ στέρηση ἀνέγγιχτη κι ἀχάραχτη.

Γιάννα στις 19 Μαρτίου 2017

Ένα παραμύθι για μεγάλα παιδιά

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε κάποια μακρινή πόλη κάπου στα έγκατα της Κεντρικής Ευρώπης μια κοπέλα όμορφη πολύ, ανεξάρτητη και κοινωνικά καταξιωμένη. Το όνομά της ήταν Νεφέλη και ζούσε φτιάχνοντας κούκλες για κουκλοθέατρο.

Τον πρώτο καιρό έφτιαχνε πολλές κούκλες πανέμορφες που τις αγαπούσαν όλοι όσοι τις αγόραζαν. Η ικανότητά της να μεταφέρει σε αυτές, κάμποση από τη γλυκύτητα της ήταν χαρακτηριστική.

Πολλοί γονείς και παιδιά σύχναζαν κάθε μέρα στο όμορφο μικρό μαγαζάκι της γυρεύοντας κάποιο δώρο, ένα φίλο, κάτι να μοιράζονται όσα δεν μπορούσαν να χωρέσουν μέσα τους και πάντα έφευγαν χαρούμενοι γιατί πάντα έβρισκαν αυτό που ζητούσαν.

Η ζωή της Νεφέλης στη μικρή της πόλη κυλούσε ήρεμα για πολλά χρόνια με αυτούς τους ρυθμούς. Τον Σεπτέμβρη όμως της χρονιάς που δεν άνθισαν οι μυγδαλιές στη χώρα εκείνη, συνέβη κάτι που άλλαξε τη ζωή όλων στη μικρή εκείνη πόλη.

Η Νεφέλη το προηγούμενο βράδυ είχε κατασκευάσει μετά από πολλή δουλειά έναν παλιάτσο κούκλο, διαφορετικό από τους άλλους. Αυτός της φαινόταν πιο άσχημος από τις άλλες κούκλες της γιατί δεν είχε το χρόνο να τον κάνει το ίδιο όμορφο.

Πρόχειρα έφτιαξε το σώμα του, γιατί νύσταζε κιόλας, έκοψε λίγο τη μύτη του γιατί άκουσε μια φωνή από το δρόμο που τη τρόμαξε, χρησιμοποίησε μάλιστα και μικρότερο κομμάτι από κάποιο ξύλο που τις είχε απομείνει από άλλη κατασκευή.

Κι έτσι τον άφησε στην άκρη από κάποιο ράφι του μαγαζιού. Οι μέρες κυλούσαν και κανείς δεν τον αγόραζε γιατί ήταν άσχημος πολύ δίπλα σε όλες τις υπόλοιπες πανέμορφες κούκλες που κάθονταν δίπλα του και στόλιζαν το μαγαζί.

Και τα χρόνια και η σκόνη πάνω του μαζεύονταν και έκρυβαν κάπως την ασχήμια του. Ήταν όμως τόσος κακοφτιαγμένος αυτός ο παλιάτσος που και πάλι κανείς δε βρισκόταν να τον προτιμήσει. Και ενώ κούκλες και κούκλες άλλαζαν και έφευγαν από τα ράφια αυτός παρέμενε πιο μόνος και σκονισμένος στην ίδια θέση.

Αφού λοιπόν πέρασαν πάνω από δεκατέσσερα χρόνια της είπε ένα βράδυ που η ίδια μόλις είχε κλείσει το μαγαζάκι της. – Εεεε Νεφέλη! Εκείνη γύρισε το κεφάλι στο μέρος του και όλο γλύκα τον ρώτησε τι θέλει.

- Χάρισε με κάπου. Δώσε με σε κάποιον που θα με θέλει μα δεν μπορεί να με αγοράσει. Σου πιάνω άδικα τόσο χώρο στο ράφι για τόσα χρόνια Αν με δώσεις κάπου θα κάνεις κάποιο παιδάκι πολύ χαρούμενο.

Εγώ είμαι τόσο άσχημος και γερασμένος που δεν θα με αγοράσει κανείς. Δεν έχεις να κερδίσεις τίποτε από μένα. Χάρισε με λοιπόν σε κάποιο φτωχό παιδάκι και θα μας κάνεις και τους δυο χαρούμενους.

- Να σε δώσω; Μα εσύ είσαι δικός μου. Εγώ σε έφτιαξα

- Δε μ’ αγαπάς όμως. Κάποιος άλλος μπορεί να με αγαπήσει. Δώρισε με λοιπόν…

- Τι είναι αυτά που λες; Εγώ δε σε αγαπώ; Αν δε σε αγαπούσα θα σε είχα πετάξει στα σκουπίδια, θα είχα βάλει άλλες κούκλες στη θέση σου, δε θα ένιωθα τίποτα για σένα.

- Δε μ’ αγαπάς Νεφέλη. Η όψη μου άλλαξε από τη σκόνη και νομίζεις πως είμαι ακόμη ίδιος. Δε μ’ άφησες να δω τη λαχτάρα ενός παιδιού για να με κρατήσει στην αγκαλιά του, να κοιμηθεί δίπλα μου, να μου πει τα μυστικά του…

- Παρόλα σου όμως τα προβλήματα εγώ με την αγάπη μου σε κράτησα τόσα χρόνια σε τούτο το ράφι δίνοντάς σου την ευκαιρία κάποιος να σε αγοράσει. Άλλος στη θέση μου θα σε είχε πουλήσει…

- Δεν είμαι προϊόν. Δεν με θέλει κανείς γιατί εσύ με έφτιαξες έτσι. Όμως έτσι είμαι. Αυτό δεν αλλάζει. Κάποιο παιδί που του λείπουν τα πιο απλά και δε τα μετρά όλα από το πόσο εμπορικό είναι αυτό που φαίνομαι μπορεί να με αγαπήσει. Χάρισέ με σε παρακαλώ…

Άσε σε κάποιον την ευθύνη να με αγαπήσει και να τον αγαπήσω. Αφού εσύ δεν μπορείς άσε με να κάνω τη δική μου και τη ζωή κάποιου άλλου ομορφότερη. Σε παρακαλώ…

- Την ευθύνη για το που θα καταλήξεις τη έχω εγώ. Κι εγώ σε αγαπώ πιο πολύ απ’ τον καθένα…

- Πιο πολύ μπορεί, πιο όμορφα όμως όχι, δεν μ’ αγαπάς.

Ο παλιάτσος κούκλος έκλεισε τα μάτια θλιμμένος μες στη σκόνη του. Δεν ένιωθε πια αγάπη για την καλή του Νεφέλη γιατί δεν ένιωθε πως την αγαπούσε κι η ίδια. Εκείνο το βράδυ δεν μίλησε με καμιά άλλη κούκλα στο ράφι.

Είχε κουραστεί πια να γνωρίζει κούκλες για μια δυο μέρες κι έπειτα να φεύγουν από τη ζωή του γιατί κάποιος πλήρωσε για να δώσει κάπου χαρά. Για πρώτη φορά στη ζωούλα του δεν είχε κάπου να ελπίσει. Ένιωθε πως η ζωή του όλη θα χαριζόταν στο σαράκι που με τα χρόνια θα πέρναγε τη σκόνη και θα επισκεπτόταν ό,τι είχε μείνει από τα σωθικά του.

Η Νεφέλη για πρώτη φορά στη ζωή της δάκρυσε. Είχε περάσει τα πιο όμορφα χρόνια της ανάμεσα σε κούκλες σε παιδιά και γονείς που την αγαπούσαν. Πρώτη φορά της έλεγαν τέτοια λόγια.

Το βράδυ όλο δεν κοιμήθηκε. Είχε την ευθύνη, ένιωθε ελεύθερη, μιλούσε για αγάπη.

Την επόμενη μέρα η θέση του άσχημου παλιάτσου κούκλου στο ράφι ήταν άδεια.

Κανείς δεν έμαθε ποτέ που κατέληξε. Σε κανέναν δεν έλειψε και κανείς δε ρώτησε τι απέγινε.

Οι μόνοι που ήξεραν ήταν η Νεφέλη, ο άσχημος παλιάτσος και το πρώτο παιδάκι που εκείνη τη μέρα πέρασε έξω από το μαγαζί.

 

 

Γιάννα στις 19 Μαρτίου 2017

Ζωγραφίστε πρώτα ένα κλουβί

με μια πόρτα ανοιχτή

ζωγραφίστε μετά

κάτι όμορφο

κάτι απλό

κάτι ωραίο

κάτι χρήσιμο

για το πουλί

βάλτε μετά το μουσαμά απάνω σ” ένα δέντρο

σ” ένα κήπο

σ” ένα πάρκο

ή σ” ένα δάσος

κρυφτείτε πίσω από το δέντρο

χωρίς μιλιά

τελείως ακίνητοι…

Κάποτε το πουλί έρχεται γρήγορα

μα μπορεί και να περιμένει χρόνια

πριν τ” αποφασίσει

Μην απογοητευτείτε

περιμένετε

περιμένετε αν χρειαστεί χρόνια ολόκληρα

το αν έρθει γρήγορα ή αργά το πουλί

δε θα “χει καμία σχέση

με την επιτυχία του πίνακα

Όταν φτάσει το πουλί

αν φτάσει

κρατήστε απόλυτη σιωπή

περιμένετε να μπει το πουλί στο κλουβί

κι όταν μπει

κλείστε απαλά την πόρτα με το πινέλο

μετά

σβήστε ένα ένα όλα τα σύρματα

προσέχοντας να μην αγγίξετε ούτε ένα φτερό του πουλιού

Ζωγραφίστε κατόπιν το δέντρο

διαλέγοντας το πιο ωραίο κλαδί του

για το πουλί

ζωγραφίστε ακόμη το πράσινο φύλλωμα και τη δροσιά του ανέμου

τη σκόνη του ήλιου

το σούρσιμο των ζώων στη χλόη μέσα στο κάμα του καλοκαιριού

και μετά περιμένετε ν” αποφασίσει το πουλί να τραγουδήσει

Αν δεν τραγουδά το πουλί

Είναι κακό σημάδι

σημάδι πως ο πίνακας είναι κακός

μ” αν τραγουδά είναι καλό σημάδι

σημάδι πως μπορείτε να υπογράψετε

Τραβάτε λοιπόν πολύ απαλά

ένα φτερό απ” το πουλί

και γράφετε τ” όνομά σας σε μια γωνία του πίνακα.

Γιάννα στις 19 Μαρτίου 2017

 

Μπροστά στην πόρτα του εργοστασίου

ο εργάτης σταματάει ξαφνικά

o ωραίος καιρός τον τράβηξε απ” το σακάκι

κι όπως γυρίζει

και τον ήλιο ατενίζει

όλον κόκκινο όλον στρογγυλό

να χαμογελάει μέσα στον ουρανό του από μόλυβδο

κλείνει το μάτι

με οικειότητα

Για πες λοιπόν σύντροφε Ήλιε

δε βρίσκεις

πως είναι μάλλον μαλακία

να δίνεις μία τέτοια ημέρα

σε ένα αφεντικό;

 

Ο ανθρώπινος μόχθος

 

Ο ανθρώπινος μόχθος

δεν είναι αυτός ο ωραίος νέος άνδρας ο χαμογελαστός

όρθιος πάνω στο πόδι του από γύψο

ή από πέτρα

που δίνει χάρη στα παιδαριώδη τεχνάσματα της γλυπτικής

στην ανόητη ψευδαίσθηση

της χαράς του χορού και της αγαλλίασης

υπενθυμίζοντας με το άλλο πόδι στον αέρα

τη γλυκύτητα του γυρισμού στο σπίτι.

Όχι

ο ανθρώπινος μόχθος δεν φέρει ένα μικρό παιδί στον δεξή ώμο

άλλο ένα στο κεφάλι

κι ένα τρίτο στον ώμο τον αριστερό

με τα εργαλεία στον αορτήρα

και τη νεαρή γυναίκα ευτυχισμένη να κρέμεται απ’ το μπράτσο του.

Ο ανθρώπινος μόχθος φέρει έναν επίδεσμο στην κήλη

και τις ουλές από τις μάχες

που ‘χουν παραδοθεί απ” την εργατική τάξη

ενάντια σ’ έναν κόσμο παράλογο και δίχως νόμους

Ο ανθρώπινος μόχθος δεν έχει σπίτι αληθινό

οσφραίνεται τη μυρωδιά της εργασίας του

και τον χτυπάει στα πνευμόνια

ο μισθός του κοκαλιάρης

τα παιδιά του επίσης,

δουλεύει σαν τον νέγρο,

κι ο νέγρος σαν αυτόν.

Ο ανθρώπινος μόχθος δεν έχει τρόπους

ο ανθρώπινος μόχθος δεν έχει την ηλικία της λογικής

ο ανθρώπινος μόχθος έχει την ηλικία των στρατώνων

την ηλικία των φυλακών και των κατέργων

την ηλικία των εκκλησιών και των εργοστασίων

την ηλικία των κανονιών

κι αυτός που έχει φυτέψει παντού όλους τους αμπελώνες

κι έχει κουρδίσει όλα τα βιολιά

τρέφεται από όνειρα άσχημα

και μεθάει με το άσχημο κρασί της παραίτησης

και σαν ένας μεγάλος σκίουρος μεθυσμένος

χωρίς σταματημό γυρνάει σε κύκλους

μες σ’ ένα σύμπαν εχθρικό

σκονισμένο και με ταβάνι χαμηλό

και ολοένα σφυρηλατεί την αλυσίδα

την αλυσίδα τη φρικτή όπου όλα είναι αλυσοδεμένα

η μιζέρια η πρόσοδος η δουλειά η θανάτωση

η θλίψη η δυστυχία η αϋπνία και η ανία

η τρομακτική αλυσίδα του χρυσού

του άνθρακα του σιδήρου και του χάλυβα

του κλίνκερ και της σκόνης

η περασμένη γύρω από τον λαιμό

ενός κόσμου σακατεμένου

η άθλια αλυσίδα

όπου έρχονται να γαντζωθούν

τα θεία γούρια

τα ιερά κειμήλια

οι σταυροί της τιμής οι σταυροί οι αγκυλωτοί

τα φυλαχτά-σκιουροπίθηκοι

τα μετάλλια των παλιών υπηρετών

τα μπιχλιμπίδια της κακοτυχίας

η μεγαλοπρεπής αίθουσα του μουσείου

το μέγα πορτρέτο του έφιππου

το μέγα πορτρέτο του βαδίζοντος

το μέγα πορτρέτο προσώπου προφίλ στο ένα πόδι

το μέγα πορτρέτο επιχρυσωμένο

το μέγα πορτρέτο του μεγάλου μάντη

το μέγα πορτρέτο του μεγάλου αυτοκράτορα

το μέγα πορτρέτο του μεγάλου στοχαστή

του μεγάλου άλτη

του μεγάλου ηθικολόγου

του αξιοπρεπούς και θλιβερού φαρσέρ

το κεφάλι του μεγάλου ταραξία

το κεφάλι του επιθετικού ειρηνοποιού

το αστυνομικό κεφάλι του μεγάλου απελευθερωτή

το κεφάλι του Αδόλφου Χίτλερ

το κεφάλι του κυρίου Θιέρσου

το κεφάλι του δικτάτορα

το κεφάλι του δημίου

όποιας και να ‘ναι χώρας

όποιου και να ‘ναι χρώματος

το απεχθές κεφάλι

το δυστυχές κεφάλι

το κεφάλι για χαστούκια

το κεφάλι για σφαγή

το επικεφαλής του φόβου.