Διαβάσαμε

Γιάννα στις 11 Μαρτίου 2018

Ήταν άνθρωποι Πολλοί πολλοί άνθρωποι

Αγκαλιασμένοι Με τα δάχτυλα σφιχτά (Σα χειροπέδες)

Κι όταν σκοτείνιασε Ύστερα μείναν λίγοι άνθρωποι

Κι ύστερα ακόμα πιο λίγοι Όσο σβήναν τα φώτα ένα ένα

Όσο βούλιαζε η νύχτα Κι ύστερα ακόμα πιο λίγοι

Κι οι άλλοι πουλούσαν τα μάτια τους Κι οι άλλοι τούς κλέβαν τα δόντια τους

Κι αυτοί κλειδώναν τα μάτια τους Κι αυτοί καρφώναν τα δόντια τους

Γυρίζοντας στον τοίχο τους καθρέφτες (Όλο και λίγοι πιο λίγοι)

Ώσπου σε μια στιγμή Άνοιξε κάποιος το μαχαίρι Κι έσκισε το πουκάμισό του

Κι είδανε τ’ όνομά του γραμμένο στο στήθος Πάνω ακριβώς στο μέρος της καρδιάς. 

Γιάννα στις 4 Μαρτίου 2018

 …»Το έθνος να λυπάστε αν φορεί ένδυμα που δεν το ύφανε.

Ψωμί αν τρώει αλλά όχι απ” τη σοδειά του.

Κρασί αν πίνει, αλλά όχι από το πατητήρι του.

Το έθνος να λυπάστε που δεν υψώνει τη φωνή παρά μονάχα στη πομπή της  κηδείας.

Που δεν συμφιλιώνεται παρά μονάχα μες τα ερείπιά του.

Που δεν επαναστατεί παρά μονάχα σαν βρεθεί ο λαιμός του ανάμεσα στο

σπαθί και την πέτρα.

Το έθνος να λυπάστε που έχει αλεπού για πολιτικό, απατεώνα για

φιλόσοφο, μπαλώματα και απομιμήσεις είναι η τέχνη του.

Το έθνος να λυπάστε που έχει σοφούς από χρόνια βουβαμένους.»

 

Η ΡΟΔΙΑ
Κάποτε, όταν ζούσα στην καρδιά μιας ροδιάς, άκουσα έναν σπόρο της να λέει: «Κάποια μέρα θα γίνω δέντρο, κι ο αγέρας θα τραγουδάει ανάμεσα στα κλώνια μου. Ο ήλιος θα χορεύει πάνω στα φύλλα μου και θα είμαι δυνατό δέντρο κι όμορφο, στις εποχές όλες μέσα».

Ύστερα μίλησε ένας άλλος σπόρος και είπε: «Όταν ήμουν νιος σαν κι εσένα, είχα κι εγώ τέτοιες απόψεις, μα τώρα που μπορώ να μετρώ και να ζυγίζω τα πράγματα, βλέπω ότι οι ελπίδες μου τρέφονταν του κάκου».

Κι ένας τρίτος σπόρος, μίλησε κι αυτός: «Δεν βλέπω τίποτα που να προμαντεύει, για μας, ένα τόσο μεγαλειώδες μέλλον».

Κι ένας τέταρτος είπε: «Όμως τι φενάκη θα “ταν η ζωή μας, χωρίς προοπτικές μεγαλοσύνης».

Είπε ένας πέμπτος: «Γιατί να διαφωνούμε για το τι θα γίνουμε, αφού το τι είμαστε δεν γροικάμε καν».

Μα ένας έκτος απάντησε: «Εκείνο που είμαστε, αυτό θα εξακολουθήσουμε να είμαστε».

Κι ένας έβδομος: «Έχω τόσο ξεκάθαρη ιδέα για το καθετί πως θα γίνει. Μα να μην μπορώ να την ντύσω με λέξεις!».

Κι ένας όγδοος μίλησε -κι ένατος και δέκατος- και σειρά από άλλους, και δεν μπορούσα να βγάλω άκρη πια, από τις φωνές τους.

Κι έτσι, την ίδια εκείνη μέρα, μετακόμισα στην καρδιά μιας κυδωνιάς, εκεί όπου οι σπόροι είναι λιγοστοί και δεν μιλάνε σχεδόν καθόλου.

 

Η ΑΛΛΗ ΓΛΩΣΣΑ
Τρεις μέρες, αφού είχα γεννηθεί, κι όπως ήμουν ξαπλωμένος στη μεταξόστρωτη κούνια μου, θωρώντας με κατάπληκτη δυσαρέσκεια τα του καινούργιου κόσμου, τριγύρνα μου, η μητέρα μου μίλησε στην παραμάνα, λέγοντας: «Πώς τα πάει το παιδί μου;».

Κι η παραμάνα απάντησε: «Καλά τα πάει, κυρία, το τάισα τρεις φορές, και δεν έχω ξαναδεί ποτέ άλλο μωρό τόσο μικρό να “ναι τόσο χαρωπό».

Κι εγώ εξοργίστηκα και φώναξα: «Δεν είν” αλήθεια μητέρα. Το κρεβάτι μου είναι σκληρό, και το γάλα του θηλασμού πικρόγευστο στο στόμα μου. Η μυρωδιά του στήθους μού πνίγει τα ρουθούνια, κι είμαι τρισδυστυχισμένο».

Μα η μητέρα μου δεν κατάλαβε, ούτε κι η παραμάνα. Γιατί η γλώσσα μου ήταν η γλώσσα κείνου του κόσμου απ” όπου είχα έρθει.

Και στις, είκοσι και μία, μέρες της ζωής μου, που βαφτιζόμουν, ο παπάς είπε στην μητέρα μου: «Πρέπει στ” αλήθεια να είσαστε ευτυχισμένη, κυρία, που ο γιος σας γεννήθηκε χριστιανός».

Κι εγώ ξαφνιάστηκα και είπα στον παπά: «Τότε η μάνα σου, στους ουρανούς, πρέπει να “ναι δυστυχισμένη που εσύ δεν γεννήθηκες χριστιανός».

Μα κι ο παπάς, τα ίδια: Δεν κατάλαβε τη γλώσσα μου.

Μετά από εφτά φεγγάρια, ένας μάντης με κοίταξε μια μέρα κι είπε στην μητέρα μου: «Ο γιος σου θα γίνει πολιτικός και μέγας αρχηγέτης».

Κι εγώ έσκουξα: «Αυτή “ναι ψευτοπροφητεία, γιατί εγώ, μουσικός θα γίνω και τίποτα απ” όσα λέει».

Μα ακόμα κι αυτό τον καιρό ήταν η γλώσσα μου ακατάληπτη -κι ήταν μεγάλη η κατάπληξή μου.

Κι ύστερα από τριάντα και τρία χρόνια, που στο μεταξύ η μητέρα μου, κι η παραμάνα μου, κι ο παπάς, είχαν όλοι τους πεθάνει, ο μάντης ζούσε ακόμα. Και χτες τον συναπάντησα κοντά στην πύλη του ναού. Κι όπως μιλούσαμε μου είπε: «Πάντα μου το ΄ξερα πως θα γινόσουν μεγάλος μουσικός. Ακόμα κι από τα γεννοφάσκια σου προφήτεψα και προείπα το μέλλον σου».

Κι εγώ τον πίστεψα, γιατί τώρα πια, έχω κι εγώ λησμονημένη τη γλώσσα εκείνου, τ” αλλουνού του κόσμου.

 

Η ΦΙΛΟΔΟΞΗ ΒΙΟΛΕΤΑ
Υπήρχε μία ωραία κι ευωδιαστή βιολέτα που ζούσε ήσυχα ανάμεσα στους φίλους της και κουνιόταν χαρούμενα ανάμεσα στα άλλα λουλούδια, σ” έναν μοναχικό κήπο. Ένα πρωί, όταν το στέμμα της ήταν στολισμένο με δροσοσταλίδες, σήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε γύρω της. Είδε ένα ψηλό και ωραίο τριαντάφυλλο να στέκεται υπερήφανα και να φτάνει ψηλά στο διάστημα, σαν φλογισμένος πυρσός πάνω σε μία λάμπα από σμαράγδια.

Η βιολέτα άνοιξε τα γαλάζια χείλη της και είπε: «Τι άτυχη που είμαι ανάμεσα σ” αυτά τα λουλούδια και πόσο ταπεινή είναι η θέση που έχω μπροστά τους! Η φύση μ” έπλασε να είμαι κοντή και φτωχιά… Ζω πολύ κοντά στη γη και δεν μπορώ να σηκώσω το κεφάλι μου προς τον γαλάζιο ουρανό ή να στρέψω το πρόσωπό μου στον ήλιο, όπως κάνει το τριαντάφυλλο».

Και το τριαντάφυλλο άκουσε τα λόγια της γειτόνισσάς της. Γέλασε και σχολίασε: «Τι παράξενη είναι η ομιλία σου! Είσαι τυχερή, και όμως δεν μπορείς να καταλάβεις την τύχη σου. Η Φύση σού έδωσε ευωδία και ομορφιά που δεν χάρισε σε κανένα άλλο λουλούδι. Πέταξε αυτές τις σκέψεις και να “σαι ευχαριστημένη, και να θυμάσαι ότι όποιος ταπεινώνεται, θα εξυψωθεί και όποιος εξυψώνει τον εαυτό του θα συντριβεί».

Η βιολέτα απάντησε: «Με παρηγορείς γιατί έχεις αυτό που λαχταρώ… Ζητάς να με πικράνεις με το νόημα ότι είσαι σπουδαία…Πόσο οδυνηρό είναι το κήρυγμα των τυχερών, στην καρδιά των δυστυχισμένων! Και πόσο αυστηρός είναι ο δυνατός όταν είναι σύμβουλος των αδυνάτων».

Και η Φύση άκουσε τη συνομιλία της βιολέτας με το τριαντάφυλλο, πλησίασε και είπε: «Τι σου συνέβη, κόρη μου βιολέτα; Υπήρξες ταπεινή και γλυκιά σε όλες σου τις πράξεις και τα λόγια σου. Μήπως μπήκε η απληστία στην καρδιά σου και μούδιασε τις αισθήσεις σου;».

Με παρακλητική φωνή, η βιολέτα απάντησε σ” αυτή λέγοντας: «Μεγάλη και σπλαχνική μητέρα, γεμάτη αγάπη και συμπάθεια, σε παρακαλώ, με όλη μου την καρδιά και την ψυχή μου, να μου κάνεις τη χάρη και να με αφήσεις να είμαι τριαντάφυλλο για μια μέρα».

Και η Φύση απάντησε: «Δεν ξέρεις τι ζητάς. Δεν αντιλαμβάνεσαι την κρυμμένη συμφορά πίσω από την τυφλή φιλοδοξία σου. Αν ήσουν τριαντάφυλλο θα το μετάνιωνες και το μετάνιωμά σου δεν θα σε ωφελούσε σε τίποτε».

Η βιολέτα επέμεινε: «Κάνε με ψηλό τριαντάφυλλο, γιατί θέλω να σηκώνω το κεφάλι μου ψηλά με καμάρι. Και ασχέτως της τύχης μου, θα είναι δικό μου σφάλμα».

Η Φύση υποχώρησε, λέγοντας: «Α, αμαθής και ανυπότακτη βιολέτα, θα σου κάνω το χατήρι. Αλλά αν πέσει συμφορά σε σένα, το παράπονό σου πρέπει να στραφεί στον εαυτό σου».

Και η Φύση άπλωσε τα μυστηριώδη και μαγικά δάχτυλά της και άγγιξε τις ρίζες τις βιολέτας, που αμέσως έγινε ψηλό τριαντάφυλλο, και υψώθηκε πάνω απ” όλα τα λουλούδια του κήπου.

Το δειλινό, ο ουρανός γέμισε από πυκνά μαύρα σύννεφα και τα μαινόμενα στοιχεία τάραξαν τη σιωπή της ύπαρξης με βροντές και άρχισαν να χτυπούν τον κήπο, εκτοξεύοντας μεγάλη βροχή και δυνατούς ανέμους. Η καταιγίδα έσκισε τα κλαδιά και ξερίζωσε τα φυτά κι έσπασε τα κοτσάνια των δυνατών λουλουδιών, αφήνοντας άθικτα μόνο τα μικρά λουλούδια που φύτρωναν κοντά στη φιλική γη. Εκείνος ο μοναχικός κήπος υπέφερε πολύ από τον εχθρικό ουρανό και όταν ησύχασε η θύελλα και ο ουρανός καθάρισε, όλα τα φυτά καταστράφηκαν και κανένα από αυτά δεν ξέφυγε την οργή της Φύσης, εκτός από τις μικρές βιολέτες που κρύβονταν κοντά στον τοίχο του κήπου.

Αφού σήκωσε το κεφάλι της και είδε την τραγωδία των λουλουδιών και δέντρων, μία από τις νεαρές βιολέτες χαμογέλασε χαρούμενα και είπε στις συντρόφισσές της: «Κοιτάξτε τι έκανε η καταιγίδα στα υπερήφανα λουλούδια!».

Μία άλλη βιολέτα είπε: «Είμαστε μικρές και ζούμε κοντά στη γη, αλλά είμαστε ασφαλείς από την οργή των ουρανών».

Και μία τρίτη πρόσθεσε: «Επειδή έχουμε μικρό ύψος, η καταιγίδα δεν μπορεί να μας υποτάξει».

Εκείνη τη στιγμή η βασίλισσα των βιολετών είδε δίπλα της την αλλαγμένη βιολέτα, πεταμένη στη γη από τη θύελλα και παραμορφωμένη πάνω στη βρεγμένη χλόη σαν αδύναμος στρατιώτης στο πεδίο της μάχης.

Η βασίλισσα των βιολετών σήκωσε το κεφάλι της και φώναξε την οικογένειά της, λέγοντας: «Κοιτάξτε, κόρες μου και σκεφτείτε αυτό που έκανε η Απληστία στη βιολέτα που έγινε υπερήφανο τριαντάφυλλο για μία ώρα. Η ανάμνηση αυτής της σκηνής ας γίνει υπενθύμιση της καλής σας τύχης».

Το ετοιμοθάνατο τριαντάφυλλο κινήθηκε, μάζεψε τα υπολείμματα της δύναμής του και είπε ήσυχα: «Είστε ευχαριστημένοι και πειθήνιοι βλάκες! Ποτέ δεν φοβήθηκα την καταιγίδα. Χθες, κι εγώ ήμουν ευχαριστημένη και ικανοποιημένη με τη Ζωή, αλλά η Ικανοποίηση ενήργησε σαν εμπόδιο ανάμεσα στην ύπαρξή μου και στην καταιγίδα της Ζωής, που με περιόριζε σε μία αρρωστιάρικη και νωθρή ειρήνη και γαλήνη πνεύματος. Μπορούσα να ζήσω την ίδια ζωή που ζείτε εσείς τώρα, με το να προσκολλείστε από φόβο στη γη… Μπορούσα να περιμένω τον χειμώνα να με τυλίξει με χιόνι και να με παραδώσει στον Χάρο, που θα πάρει σίγουρα όλες τις βιολέτες… Χαίρομαι τώρα γιατί ερεύνησα έξω από τον μικρό κόσμο μου το μυστήριο του Σύμπαντος -κάτι που δεν κάνατε εσείς ακόμη. Μπορούσα να παραβλέψω την Απληστία, που η φύση της είναι ανώτερη από τη δική μου, αλλά καθώς πρόσεχα την ησυχία της νύχτας, άκουσα τον ουράνιο κόσμο να μιλά σ” αυτό τον γήινο κόσμο, λέγοντας: “Η φιλοδοξία πέρα από την ύπαρξη, είναι ο βασικός σκοπός της ζωής μας”. Εκείνη τη στιγμή το πνεύμα μου επαναστάτησε και η καρδιά μου λαχτάρησε μία θέση ανώτερη από την περιορισμένη ύπαρξή μου. Κατάλαβα ότι η άβυσσος δεν μπορεί ν” ακούσει το τραγούδι των άστρων, κι εκείνη τη στιγμή άρχισα να πολεμώ κατά της μικρότητάς μου και να λαχταρώ εκείνο που δεν ανήκε σε μένα, ώσπου η ανυποταξία μου έγινε μεγάλη δύναμη και η λαχτάρα μου δημιουργική θέληση… Η Φύση, που είναι το μεγάλο αντικείμενο των βαθύτερων ονείρων μας, ικανοποίησε την παράκλησή μου και μ” έκανε τριαντάφυλλο με τα μαγικά δάχτυλά της».

Το τριαντάφυλλο έγινε σιωπηλό για μία στιγμή και με αδύνατη φωνή, ανακατεμένη με υπερηφάνεια και κατόρθωμα, είπε: «Έζησα μία ώρα σαν υπερήφανο τριαντάφυλλο. Υπήρξα για ένα διάστημα σαν βασίλισσα. Κοίταξα το Σύμπαν πίσω από τα μάτια του τριαντάφυλλου. Άκουσα τον ψίθυρο του στερεώματος με τ” αυτιά του τριαντάφυλλου και άγγιξα τις πτυχές του ρούχου του Φωτός, με ροδοπέταλα. Υπάρχει κάποιος εδώ, που μπορεί να διεκδικήσει τέτοια τιμή;».

Αφού μίλησε έτσι, χαμήλωσε το κεφάλι του και με πνιγμένη φωνή είπε ασθμαίνοντας: «Θα πεθάνω τώρα, γιατί η ψυχή μου πέτυχε τον σκοπό της. Τελικά, επέκτεινα τις γνώσεις μου ως έναν κόσμο πέρα από το στενό σπήλαιο της γέννησής μου. Αυτό είναι το σχέδιο της Ζωής… Αυτό είναι το μυστικό της Ύπαρξης».

Τότε το τριαντάφυλλο άρχισε να τρέμει, δίπλωσε αργά τα πέταλά του, και πήρε την τελευταία αναπνοή του μ” ένα ουράνιο χαμόγελο πάνω στα χείλη του… Ένα χαμόγελο εκπλήρωσης, ελπίδας και σκοπού στη Ζωή… Ένα χαμόγελο νίκης, ένα χαμόγελο του Θεού.

 

….»Τότε η Αλμήτρα είπε: Μίλησε μας για την Αγάπη.

Κι εκείνος, ύψωσε το κεφάλι του κι αντίκρισε το λαό κι απλώθηκε βαθιά ησυχία.

Και με φωνή μεγάλη είπε: Όταν η αγάπη σε καλεί,
ακολούθησέ την, Μόλο που τα μονοπάτια της είναι τραχιά κι απότομα. Κι όταν τα φτερά της σε αγκαλιάσουν, παραδόσου, μόλο που το σπαθί που είναι κρυμμένο ανάμεσα στις φτερούγες της μπορεί να σε πληγώσει.

Κι όταν σου μιλήσει, πίστεψε την, μ” όλο που η φωνή της μπορεί να διασκορπίσει τα όνειρά σου σαν το βοριά που ερημώνει τον κήπο.

Γιατί όπως η αγάπη σε στεφανώνει, έτσι και θα σε σταυρώσει. Κι όπως είναι για το μεγάλωμα σου, είναι και για το κλάδεμά σου.

Κι όπως ανεβαίνει ως την κορφή σου και χαϊδεύει τα πιο τρυφερά κλαδιά σου που τρεμοσαλεύουν στον ήλιο,

Έτσι κατεβαίνει κι ως τις ρίζες σου και ταράζει την προσκόλληση τους στο χώμα.

Σα δεμάτια σταριού σε μαζεύει κοντά της.

Σε αλωνίζει για να σε ξεσταχυάσει.

Σε κοσκινίζει για να σε λευτερώσει από τα φλούδια σου.

Σε αλέθει για να σε λευκάνει.

Σε ζυμώνει ώσπου να γίνεις απαλός.

Και μετά σε παραδίνει στην ιερή φωτιά της για να γίνεις ιερό ψωμί για του Θεού το άγιο δείπνο.

Όλα αυτά θα σου κάνει η αγάπη για να μπορέσεις να γνωρίσεις τα μυστικά της καρδιάς σου και με τη γνώση αυτή να γίνεις κομμάτι της καρδιάς της ζωής.

Αλλά αν από το φόβο σου, γυρέψεις μόνο την ησυχία της αγάπης και την ευχαρίστηση της αγάπης,

Τότε, θα ήταν καλύτερα για σένα να σκεπάσεις τη γύμνια

σου και να βγεις έξω από το αλώνι της αγάπης. Και να σταθείς στον χωρίς εποχές κόσμο όπου θα γελάς, αλλά όχι με ολάκερο το γέλιο σου και θα κλαις, αλλά όχι με όλα τα δάκρυά σου.

Η αγάπη δε δίνει τίποτα παρά μόνο τον εαυτό της και δεν παίρνει τίποτα παρά από τον εαυτό της. Η αγάπη δεν κατέχει κι ούτε μπορεί να κατέχεται, γιατί η αγάπη αρκείται στην αγάπη.

Όταν αγαπάς, δε θα “πρεπε να λες: «Ο Θεός είναι στην καρδιά μου», αλλά μάλλον «Εγώ βρίσκομαι μέσα στην καρδιά του Θεού».

Και μη πιστέψεις ότι μπορείς να κατευθύνεις την πορεία της αγάπης, γιατί η αγάπη, αν σε βρει άξιο, θα κατευθύνει εκείνη τη δική σου πορεία.

Η αγάπη δεν έχει καμιά άλλη επιθυμία εκτός από την εκπλήρωσή της. Αλλά αν αγαπάς κι είναι ανάγκη να έχεις επιθυμίες, ας είναι αυτές οι επιθυμίες σου: Να λιώσεις και να γίνεις σαν το τρεχούμενο ρυάκι που λέει το τραγούδι του στη νύχτα.

Να γνωρίσεις τον πόνο της πολύ μεγάλης τρυφερότητας.

Να πληγωθείς από την ίδια την ίδια τη γνώση σου της αγάπης. Και να ματώσεις πρόθυμα και χαρούμενα.

Να ξυπνάς την αυγή με καρδιά έτοιμη να πετάξει και να προσφέρεις ευχαριστίες για μια ακόμα μέρα αγάπης. Να αναπαύεσαι το μεσημέρι και να στοχάζεσαι την έκσταση της αγάπης.

Να γυρίζεις σπίτι το σούρουπο με ευγνωμοσύνη στην καρδιά

Και ύστερα να κοιμάσαι με μια προσευχή για την αγάπη που έχεις στην καρδιά σου και μ” έναν ύμνο δοξαστικό στα χείλη σου

Γιάννα στις 3 Φεβρουαρίου 2018

Ρώτησαν κάποτε το Ναστραντίν Χότζα:
” Όταν γίνεται ένα καινούργιο φεγγάρι, το παλιό τι το κάνουν;”
Κι αυτός απάντησε:
“Το ψαλιδίζουν και το κάνουν άστρα”

Γιάννα στις 3 Φεβρουαρίου 2018

Τότε είναι που παρουσιάστηκε η αλεπού.

– Καλημέρα, είπε η αλεπού.

– Καλημέρα, αποκρίθηκε ευγενικά ο μικρός πρίγκιπας και γύρισε, μα δεν είπε τίποτα..

– Ποια είσαι; είπε ο μικρός πρίγκιπας. Μου φαίνεσαι πολύ όμορφη…

– Είμαι μια αλεπού, είπε η αλεπού.

– Έλα να παίξεις μαζί μου, της πρότεινε ο μικρός πρίγκιπας. Είμαι τόσο λυπημένος…

– Δεν μπορώ να παίξω μαζί σου, είπε η αλεπού. Δε μ’ έχουν ημερώσει.

– Α! με συγχωρείς, έκανε ο μικρός πρίγκιπας. Το σκέφτηκε όμως και πρόσθεσε:

– Τι πάει να πει «ημερώσει;»

– Εσύ δεν είσαι απ’ εδώ, είπε η αλεπού, τι γυρεύεις;

– Γυρεύω τους ανθρώπους, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Τι πάει να πει «ημερώσει;»

– Οι άνθρωποι, είπε η αλεπού, έχουν τουφέκια και κυνηγούνε. Μεγάλος μπελάς! Ανατρέφουν όμως και κότες. Αυτό είναι το μόνο τους όφελος. Κότες γυρεύεις;

– Όχι, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Γυρεύω φίλους. Τι πάει να πει «ημερώσει;»

– Είναι κάτι που παραμελήθηκε πολύ, είπε η αλεπού. Σημαίνει «να δημιουργείς δεσμούς…».

– Να δημιουργείς δεσμούς;

– Βέβαια, είπε η αλεπού. Για μένα, ακόμα δεν είσαι παρά ένα αγοράκι εντελώς όμοιο μ’ άλλα εκατό χιλιάδες αγοράκια. Και δε σ’ έχω ανάγκη. Μήτε κι εσύ μ’ έχεις ανάγκη. Για σένα, δεν είμαι παρά μια αλεπού όμοια μ’ εκατό χιλιάδες αλεπούδες. Αν όμως με ημερώσεις, ο ένας θα έχει την ανάγκη του άλλου. Για μένα εσύ θα είσαι μοναδικός στον κόσμο. Για σένα εγώ θα είμαι μοναδική στον κόσμο…

– Αρχίζω να καταλαβαίνω, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Ξέρω ένα λουλούδι…νομίζω πως με ημέρωσε…

– Γίνεται, είπε η αλεπού. Βλέπει κανείς στη Γη τόσα περίεργα πράγματα…

– Ω! δεν είναι πάνω στη Γη, είπε ο μικρός πρίγκιπας.

Η αλεπού φάνηκε πολύ παραξενεμένη:

– Πάνω σ’ άλλο πλανήτη;

– Ναι.

– Έχει κυνηγούς σ’ αυτόν τον πλανήτη;

– Όχι.

– Πολύ ενδιαφέρον αυτό. Και κότες;

– Όχι.

– Τίποτα δεν είναι τέλειο, αναστέναξε η αλεπού. Ξαναγύρισε όμως στην ιδέα της:

– Η ζωή μου είναι μονότονη. Κυνηγάω τις κότες, οι άνθρωποι κυνηγούν εμένα. Όλες οι κότες μοιάζουν, κι όλοι οι άνθρωποι μοιάζουν. Γι’ αυτό λοιπόν βαριέμαι κάπως. Αν με ημερώσεις όμως, η ζωή μου θα είναι σαν ηλιόλουστη. Θα γνωρίσω έναν κρότο από πατήματα που θα είναι διαφορετικός απ’ όλους τους άλλους. Τ’ άλλα πατήματα με κάνουν να χώνομαι κάτω απ’ τη γη. Το δικό σου θα με κάνει να βγαίνω έξω απ’ τη φωλιά μου, σα μια μουσική. Κι ύστερα, κοίτα! Βλέπεις εκεί κάτω τα χωράφια με το στάρι; Εγώ δεν τρώω ψωμί. Το στάρι εμένα μου είναι άχρηστο. Τα χωράφια με το στάρι δε μου θυμίζουν τίποτα. Κι αυτό, είναι κρίμα! Εσύ όμως έχεις μαλλιά χρώμα χρυσαφένιο. Θα είναι λοιπόν θαυμάσια όταν θα μ’ έχεις ημερώσει! Το στάρι, που είναι χρυσαφένιο, θα με κάνει να σε θυμάμαι. Και θα μ’ αρέσει ν’ ακούω τον άνεμο μέσα στα στάχυα…

Σώπασε η αλεπού και κοίταξε πολλή ώρα το μικρό πρίγκιπα.

– Σε παρακαλώ…ημέρωσέ με, του είπε.

– Θέλω βέβαια, της αποκρίθηκε ο μικρός πρίγκιπας, μα δεν με παίρνει ο καιρός. Έχω ν’ ανακαλύψω φίλους και πολλά πράματα να γνωρίσω.

– Δε γνωρίζει κανείς παρά τα πράματα που ημερώνει, είπε η αλεπού. Οι άνθρωποι δεν έχουν πια καιρό να γνωρίσουν τίποτα. Τ’ αγοράζουν όλα έτοιμα στα εμπορικά. Καθώς όμως δεν υπάρχουν εμπορικά που πουλάνε φίλους, οι άνθρωποι δεν έχουν πια φίλους. Αν θες ένα φίλο, ημέρωσέ με!

– Τι πρέπει να κάνω; είπε ο μικρός πρίγκιπας.

– Πρέπει να έχεις μεγάλη υπομονή, αποκρίθηκε η αλεπού. Θα καθίσεις πρώτα κάπως μακριά μου, έτσι στο χορτάρι. Εγώ θα σε κοιτάζω με την άκρη του ματιού μου κι εσύ δε θα λες τίποτα. Τα λόγια είναι που κάνουν τις παρεξηγήσεις. Αλλά, κάθε μέρα, θα μπορείς να κάθεσαι λιγάκι πιο κοντά…

Την άλλη μέρα ήρθε πάλι ο μικρός πρίγκιπας.

– Θα ‘ταν πιο καλά να έρχεσαι πάντα την ίδια ώρα, είπε η αλεπού. Αν έρχεσαι λόγου χάρη, στις τέσσερις το απόγευμα, εγώ θ’ αρχίζω από τις τρεις να είμαι ευτυχισμένη. Όσο θα περνάει η ώρα, τόσο εγώ θα νιώθω και πιο ευτυχισμένη. Στις τέσσερις πια, δε θα μπορώ να καθίσω και θα τρώγομαι∙ θ’ ανακαλύψω την αξία της ευτυχίας. Αν έρχεσαι όμως όποτε και να’ ναι, δε θα ξέρω ποτέ ποια ώρα να φορέσω στην καρδιά μου τα καλά της…Σ’ όλα χρειάζεται κάποια τελετή.

– Τι είναι τελετή; είπε ο μικρός πρίγκιπας.

– Είναι κι αυτό κάτι που πολύ παραμελήθηκε, είπε η αλεπού. Είναι αυτό που κάνει τη μια μέρα να μη μοιάζει με τις άλλες, τη μια ώρα με τις άλλες ώρες. Οι κυνηγοί μου, λόγου χάρη, έχουν μια τελετή. Κάθε Πέμπτη χορεύουν με τις κοπέλες του χωριού. Γι’ αυτό η Πέμπτη είναι θαυμάσια μέρα! Μπορώ και κάνω μια βόλτα ως τ’ αμπέλι. Αν χόρευαν οι κυνηγοί όποτε και να ‘ναι, όλες οι μέρες θα μοιάζαν μεταξύ τους, κι εγώ δε θα είχα καθόλου διακοπές.

ΜΠ3

Έτσι ο μικρός πρίγκιπας ημέρωσε την αλεπού. Κι όταν κόντευε πια η ώρα που θα χωρίζανε:

– Αχ! είπε η αλεπού. Κλάμα που θα κάνω…

– Εσύ φταις, είπε ο μικρός πρίγκιπας, εγώ δεν ήθελα το κακό σου, μα εσύ θέλησες να σε ημερώσω…

– Ναι, σωστά, είπε η αλεπού.

– Μα τώρα θα κλάψεις! είπε ο μικρός πρίγκιπας.

– Ναι, σωστά, είπε η αλεπού.

– Και τότε τι κέρδισες;

– Κέρδισα, είπε η αλεπού, γιατί μου μένει το χρώμα του σταριού.

 

Γιάννα στις 28 Ιανουαρίου 2018

Τραγούδι (Eskimo)

Και ξαναθυμάμαι τις μικρές μου περιπέτειες. Όταν ξανοίχτηκα με ένα θαλασσινό άνεμο στο καγιάκ μου και νόμισα πως κινδύνευα. Οι φόβοι μου που θεωρούσα μεγάλους για όλα τα επίγεια που έπρεπε να βρω και να αποκτήσω. Κι όμως υπάρχει μόνο ένα μεγάλο πράγμα το σπουδαιότερο πράγμα: να ζήσω για να δω στα καλύβια και στα ταξίδια τη μεγάλη μέρα που ξημερώνει και το φως που γεμίζει τη γη.

Εκλιπαρώντας την ανάσα (Zuni)

Εκλιπαρώντας την ανάσα του θεού τη ζωοδότρα ανάσα του την αρχαία ανάσα του την ανάσα των νερών την ανάσα των σπόρων την ανάσα των αγαθών την ανάσα της γονιμότητας την ανάσα της δύναμης την ανάσα του δυνατού πνεύματος την ανάσα κάθε ευτυχίας ζητώντας την ανάσα του και μέσα στο ζεστό μου σώμα τραβώντας την ανάσα του τη φυσάω στην ανάσα σου ευτυχισμένες πάντα για να ζεις.

Φιλία (Aztec)

Σαν φτερό από κετζάλ*, σαν ευωδιαστό λουλούδι λάμπει η φιλία: σαν φτερά ερωδιού υφαίνεται γεμάτη στολίδια. Το τραγούδι μας είναι φωνή πουλιού σαν κουδουνάκι: Τι όμορφα που κάνεις κι αντηχεί! Εδώ, ανάμεσα στα λουλούδια που μας περικλείουν ανάμεσα στα ανθισμένα λουλούδια, τραγουδάς. * Σ.τ.μ.: Εξωτικό πουλί

Λόγια της μητέρας στο νεογέννητο γιο της την ώρα που κόβει τον ομφάλιο λώρο (Aztec)

Κόβω από την κοιλιά σου τον αφαλό: να ξέρεις πως ο τόπος που γεννήθηκες δεν είναι η πατρίδα σου, γιατί είσαι υπηρέτης και πολεμιστής, είσαι το πουλί που λέγεται κετζάλ, είσαι το πουλί που λέγεται ζακουάν, είσαι υπηρέτης και πολεμιστής Εκείνου που κατοικεί σε Όλους τους Τόπους. Το σπίτι που γεννήθηκες δεν είναι παρά η φωλιά σου. Είναι ένας σταθμός στο δρόμο σου. Είναι το σημείο εισόδου σου στον κόσμο. Εδώ ξεπήδησες, εδώ άνθισες. Εδώ αποχωρίζεσαι τη μάνα σου σαν το πελεκούδι που κόπηκε απ’ την πέτρα.

Σε μια αγαπημένη γυναίκα (Otomi)

Στον ουρανό ένα φεγγάρι· στο πρόσωπο σου ένα στόμα. Στον ουρανό πολλά άστρα· στο πρόσωπο σου μόνο δύο μάτια.

Τραγούδι ονείρου (Papago)

Εκεί που διασταυρώνονται τα βουνά. Στην κορυφή του βουνού, ούτε ξέρω που. Περιπλανήθηκα εκεί που το μυαλό και η καρδιά μου έμοιαζαν χαμένα. Έφυγα μακριά.

Γιάννα στις 14 Ιανουαρίου 2018

Ένας πανάρχαιος μύθος των ινδιάνων Σιου, λέει πως ήρθαν κάποτε στη σκηνή του γέρου μάγου της φυλής, πιασμένοι χέρι χέρι, ο Άγριος Ταύρος, ο πιο γενναίος και τιμημένος νέος πολεμιστής, και το Ψηλό Σύννεφο, η κόρη του αρχηγού, μια από τις ωραιότερες γυναίκες της φυλής.

“Αγαπιόμαστε” αρχίζει ο νέος.

“Και θα παντρευτούμε” λέει εκείνη.

“Και αγαπιόμαστε τόσο που φοβόμαστε…”

“Θα θέλαμε κάποιο μαγικό, ένα χαϊμαλί, ένα φυλαχτό…”

“Κάτι που θα μας εγγυάται ότι θα είμαστε για πάντα μαζί.”

“Που θα μας εξασφαλίσει ότι θα είμαστε ο ένας στο πλευρό του άλλου, ώσπου να συναντήσουμε τον Μανιτού, την ημέρα του θανάτου”.

“Σε παρακαλούμε” ικετεύουν, “πες μας τί μπορούμε να κάνουμε…”

Ο μάγος τους κοιτάζει και συγκινείται που τους βλέπει τόσο νέους, τόσο ερωτευμένους, να λαχταρούν τόσο μια του λέξη.

“Υπάρχει κάτι …” λέει τελικά ο σοφός μάγος μετά από αρκετή ώρα. “Αλλά δεν ξέρω…είναι ένα έργο πολύ δύσκολο και απαιτεί θυσίες.”

“Δεν μας πειράζει” λένε και οι δύο.

“Ό,τι και να’ ναι” επιβεβαιώνει ο Άγριος Ταύρος.

“Ωραία” λέει ο μάγος. “Ψηλό Σύννεφο, βλέπεις το βουνό που είναι βόρεια από το χωριό μας; Πρέπει να το ανέβεις μόνη σου, χωρίς τίποτα άλλο εκτός από ένα δίχτυ και τα χέρια σου, και να κυνηγήσεις το πιο όμορφο και δυνατό γεράκι του βουνού. Αν το πιάσεις, πρέπει να το φέρεις εδώ ζωντανό την τρίτη μέρα μετά την πανσέληνο. Κατάλαβες;”

Η νεαρή κοπέλα συγκατανεύει σιωπηλά.

“Κι εσύ Άγριε Ταύρε” συνεχίζει ο μάγος, “πρέπει να ανέβεις το βουνό του κεραυνού, κι όταν φτάσεις στην κορυφή, τον πιο άγριο απ’ όλους τους αετούς, και με τα χέρια σου μόνο κι ένα δίχτυ να τον πιάσεις χωρίς να τον τραυματίσεις και να τον φέρεις μπροστά μου, ζωντανό, την ίδια μέρα που θα έρθει και το Ψηλό Σύννεφο….Πηγαίνετε τώρα.”

Οι δυο νέοι κοιτάζονται με τρυφερότητα, κι ύστερα από ένα φευγαλέο χαμόγελο φεύγουν για να εκπληρώσουν την αποστολή που τους ανατέθηκε. Εκείνη πάει προς το βορρά, εκείνος προς το νότο…

Την καθορισμένη ημέρα, μπροστά στη σκηνή του μάγου, περιμένουν οι δυο νέοι, ο καθένας με μια πάνινη τσάντα, που περιέχει το πουλί που του ζητήθηκε.

Ο μάγος τους λέει να βγάλουν τα πουλιά από τις τσάντες με μεγάλη προσοχή. Οι νέοι κάνουν αυτό που τους λέει, και παρουσιάζουν στο γέρο για να τα εγκρίνει τα πουλιά που έπιασαν Είναι πανέμορφα, χωρίς αμφιβολία, τα καλύτερα του είδους τους.

“Πετούσαν ψηλά;” ρωτάει ο μάγος.

“Ναι, βέβαια. Κι εμείς, όπως μας ζητήσατε….Και τώρα;” ρωτάει ο νέος. “Θα τα σκοτώσουμε και θα πιούμε την τιμή από το αίμα τους;”

“Όχι” λέει ο γέρος.

“Να τα μαγειρέψουμε και να φάμε τη γενναιότητα από το κρέας τους;” προτείνει η νεαρή.

“Όχι” ξαναλέει ο γέρος. “Κάντε ότι σας λέω. Πάρτε τα πουλιά και δέστε τα μεταξύ τους από τα πόδια μ’ αυτές τις δερμάτινες λωρίδες…Αφού τα δέσετε, αφήστε τα να φύγουν, να πετάξουν ελεύθερα.”

Ο πολεμιστής και η νεαρή κοπέλα κάνουν ό,τι ακριβώς τους έχει πει ο μάγος, και στο τέλος ελευθερώνουν τα πουλιά.

Ο αετός και το γεράκι προσπαθούν να πετάξουν, αλλά το μόνο που καταφέρνουν είναι να στριφογυρίζουν και να ξαναπέφτουν κάτω. Σε λίγα λεπτά, εκνευρισμένα που δεν καταφέρνουν να πετάξουν, τα πουλιά επιτίθενται με τσιμπήματα το ένα εναντίον του άλλου, μέχρι που πληγώνονται.

“Αυτό είναι το μαγικό. Μην ξεχάσετε ποτέ αυτό που είδατε σήμερα. Τώρα, είστε κι εσείς ένας αετός κι ένα γεράκι. Αν δεθείτε ο ένας με τον άλλον, ακόμα κι αν το κάνετε από αγάπη, όχι μόνο θα σέρνεστε στη ζωή σας, αλλά επιπλέον, αργά ή γρήγορα, θα αρχίσετε να πληγώνετε ο ένας τον άλλον. Αν θέλετε η αγάπη σας να κρατήσει για πάντα, να πετάτε μαζί, αλλά ποτέ δεμένοι.”

Γιάννα στις 14 Ιανουαρίου 2018

«Η ψυχή μου είναι μια κρυμμένη ορχήστρα. Το μόνο που ακούω είναι η μουσική» (Φ. Πεσσόα). 

Γιάννα στις 1 Ιανουαρίου 2018

Το φίλτρο

Η νέα χρονιά ήρθε με δώρο

Αόρατο μπήκε
διάτρητο πλέγμα στην πόρτα

Οτι ειναι χοντρό μενει απ έξω

Οι λεπτές μόνο αισθήσεις διαπερνούν

Ο καινούργιος χρόνος
αφήνει την πόρτα ανοιχτή
σε όσους αδολα θελουν να μπουν
και για οσους οργισμένα
θέλουν να βγουν

Το φούσκωμα του εγώ
και άλλων παρόμοιων σκουπιδιών
Θα φυλάσσονται σε κάδο
άχρηστων συμπεριφορών

Δίνω όρκο μεγάλο
ότι με πληγώνει βαθιά
με ελαφριά την καρδιά
θα πω ευχαριστώ
δεν θα πάρω

Ανοιγομαι στο δυνατό , το αληθινό
το αυτονόητο…..και το μεγάλο

 

Του φίλου μου Μανώλη Γραμματικάκη

 

Γιάννα στις 3 Δεκεμβρίου 2017

Πάντα τη θάλασσα, άνθρωπε λεύτερε, θ’ αγαπάς!Αυτή είναι ο καθρέπτης σου κοιτάζεις τους βυθούς σουστο κύλισμα τ’ ατελείωτο του κύματος, κι ο νους σουκλείνει κι αυτός την πίκρα της αβύσσου, της βαθιάςΣ’ αρέσει να βυθίζεσαι στο πέλαο που σου μοιάζει’να κλείσεις στην αγκάλη σου θες τον ωκεανό,και της καρδιάς σου η τρικυμιά καμιά φορά ησυχάζει,τον άγριο του κι αδάμαστο ακούοντας στεναγμόΕίστε κι οι δυο σκοτεινοί κι απόκρυφοι’ κανείς,ω άνθρωπε, δε μέτρησε την άπατη άβυσσό σου’κανείς δεν ξέρει, ω θάλασσα, τον πλούτο τον κρυφό σου,τόσο με ζήλια κρύβετε τα μυστικά σας εσείς!Κι όμως, να που αναρίθμητους αιώνες στη ζωή,ο ένας τον άλλον άφοβα κι ανήλεα πολεμάτε,τόσο κι οι δυο σας τη σφαγή, το θάνατο αγαπάτε,ω πολέμαρχοι αιώνιοι, ω αμείλικτοι αδερφοί!

Γιάννα στις 3 Δεκεμβρίου 2017

Είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι,
οι βαλσαμωμένοι άνθρωποι
σκύβοντας μαζί
κεφαλοκαύκι γεμισμένο άχυρο. Aλίμονο!
οι στεγνές φωνές μας όταν
ψιθυρίζουμε μαζί
είναι ήσυχες κι ανόητες
σαν άνεμος σε ξερό χορτάρι
ή πόδια ποντικών σε σπασμένο γυαλί
στο ξερό μας κελάρι

σχήμα χωρίς μορφή, σκιά χωρίς χρώμα,
παραλυμένη δύναμη, χειρονομία χωρίς κίνηση

αυτοί που πέρασαν
με ολόισια μάτια, στου θανάτου το άλλο βασίλειο
μας θυμούνται -αν καθόλου μας θυμούνται-
σαν κούφιους ανθρώπους
σα βαλσαμωμένους

μάτια δεν τολμώ να δω στα όνειρα
στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο
αυτά δεν εμφανίζονται εκεί:
τα μάτια είναι
ηλιόφως σε μια σπασμένη κολώνα
εκεί, είναι ένα δέντρο χορεύοντας
και φωνές
στου ανέμου το τραγούδισμα
πιο μακρινές και πιο τελεστικές
από ένα μαραμένο αστέρι

ας είμαι όχι πιο κοντά
στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο
ας φορέσω επίσης
τις μεταμφιέσεις
αρουραίου τρίχωμα, κοράκου δέρμα, κουρελούδες
σ” έναν αγρό
φερόμενος όπως φέρεται ο άνεμος
όχι πιο κοντά

όχι αυτή την τελική συνάντηση
στου λυκόφωτος το βασίλειο

αυτή είναι η νεκρή χώρα
αυτή είναι του κάκτου η χώρα
εδώ τα πέτρινα είδωλα
σηκώνονται, εδώ λαμβάνουν
την ικεσία ενός χεριού νεκρού ανθρώπου
κάτω απ” το σπίθισμα σβησμένου άστρου

αυτό είναι σαν αυτό
στου θανάτου το άλλο βασίλειο
ξυπνώντας μόνοι
την ώρα που είμαστε
τρέμοντας με τρυφερότητα
χείλη που θα φιλούσαν
κάνουν προσευχές σε τσακισμένες πέτρες

αόμματοι
αν δεν τα μάτια μας ξαναφανούν
όπως το αέναο άστρο
του πολύφυλλου ρόδου
στου θανάτου το λυκοφωτικό βασίλειο
η ελπίδα μόνο
των κενών ανθρώπων
των άδειων ανθρώπων

μεταξύ ιδέας
και πραγματικότητας
μεταξύ κίνησης
και δράσης
πέφτει η σκιά

μεταξύ αντίληψης
και δημιουργίας
πέφτει η σκιά

η ζωή είναι πολύ μακριά

μεταξύ πόθου
και σπασμού
μεταξύ δύναμης
και ύπαρξης
μεταξύ ουσίας
και πτώσης
πέφτει η σκιά
γιατί δικό σου είναι το βασίλειο

γιατί δική σου είναι η ζωή
γιατί η ζωή σου είναι δική σου
δική σου

αυτός είναι ο τρόπος που τελειώνει ο κόσμος
όχι μ” ένα πάταγο αλλά μ” ένα λυγμό

Μαράκι στις 27 Νοεμβρίου 2017
Για το βιβλίο του Massimo Recalcati «Το σύμπλεγμα του Τηλέμαχου - Γονείς και παιδιά μετά τη δύση του πατέρα» (μτφρ. Άννα Πλεύρη & Γιοβάνα Βεσσαλά, εκδ. Κέλευθος).

Για το βιβλίο του Massimo Recalcati «Το σύμπλεγμα του Τηλέμαχου – Γονείς και παιδιά μετά τη δύση του πατέρα» (μτφρ. Άννα Πλεύρη & Γιοβάνα Βεσσαλά, εκδ. Κέλευθος).

Του Γιώργου Λαμπράκου

Το βιβλίο του πολυπράγμονα Ιταλού ψυχαναλυτή Μάσσιμο Ρεκαλκάτι Το σύμπλεγμα του Τηλέμαχου: γονείς και παιδιά μετά τη δύση του πατέρα μου το είχε προτείνει εδώ και καιρό ένας φίλος και πατέρας με τα καλύτερα λόγια. Στο μεταξύ, έχοντας γίνει εσχάτως πατέρας κι εγώ, αποφάσισα να το διαβάσω με την επιπρόσθετη περιέργεια που σου γεννιέται όταν προσδοκάς από ένα έργο να σου μιλήσει για κάτι άκρως προσωπικό, εν προκειμένω για το πώς μεγαλώνει κανείς ένα παιδί. Ευτυχώς, το έργο του Ρεκαλκάτι δεν περιορίζεται σε αυτό, αλλά συγκροτεί μια ευρύτερη θεώρηση για τη σύγχρονη εποχή σε ό,τι αφορά, εκτός από τη σχέση γονέων και παιδιών, κρίσιμα διακυβεύματα όπως το νόημα της ζωής μετά τον θάνατο των θεών-πατέρων (επουράνιων και επίγειων), την ηθική της ανάληψης της ατομικής ευθύνης, την ιδεολογική στράτευση στον περασμένο αιώνα και τις ψυχοκοινωνικές διεκδικήσεις των νέων στην ψηφιακή εποχή.

Το “σύμπλεγμα του Τηλέμαχου” είναι ο μεταφορικός τρόπος του Ρεκαλκάτι για να μιλήσει για τη δυσφορία που νιώθουν οι νέοι μετά την “έκλειψη”, την “εξάχνωση”, τη “δύση” του πατέρα. Τα παιδιά αναζητούν τον χαμένο τους πατέρα. Πώς και πού θα τον βρουν;

Στο Σύμπλεγμα του Τηλέμαχου το κυρίαρχο θέμα είναι ο νόστος του. Ναι, ο Τηλέμαχος νοσταλγεί, πράγμα πολύ παράξενο: ξέρουμε καλά πως ο Οδυσσέας είναι αυτός που νοσταλγεί, που θέλει να επιστρέψει σώος και αβλαβής στην πατρίδα του, στην Πηνελόπη και στον Τηλέμαχο, που θέλει να εκκαθαρίσει το βασίλειό του από τους μισητούς μνηστήρες που εποφθαλμιούν τη θέση και την περιουσία του, και φυσικά την κλίνη της συζύγου του, και να ζήσει εκεί ευτυχής και πλήρης μέχρι τον θάνατό του, καθώς έχει απορρίψει συνειδητά την αθανασία με την οποία τον είχε δελεάσει η Καλυψώ. Κι όμως σήμερα ο Τηλέμαχος είναι αυτός που νοσταλγεί, μας λέει ο Ρεκαλκάτι και, πιο συγκεκριμένα, νοσταλγεί τον πατέρα: το «σύμπλεγμα του Τηλέμαχου» είναι ο μεταφορικός τρόπος αυτού του ψυχαναλυτή για να μιλήσει για τη δυσφορία που νιώθουν οι νέοι μετά την «έκλειψη», την «εξάχνωση», τη «δύση» του πατέρα. Τα παιδιά αναζητούν τον χαμένο τους πατέρα. Πώς και πού θα τον βρουν;

Η σχέση πατέρα-παιδιού και ειδικότερα πατέρα-γιου, όπως την ξέρουμε από τη λογοτεχνία, την ψυχανάλυση και τη ζωή, είναι μια σχέση δομικά συγκρουσιακή, οιδιπόδεια: από ένα σημείο και μετά το παιδί βλέπει τον πατέρα ως εμπόδιο στη ζωή και θέλει να τον βγάλει από τη μέση, μεταφορικά μιλώντας, για να βρει και να πάρει τον δικό του δρόμο. Ο Τηλέμαχος, σύμφωνα με τον Ρεκαλκάτι, είναι το αντίστροφο του Οιδίποδα: αναζητά τον πατέρα ως ελπίδα, ως μαρτυρία, ως αυτόν που θα έρθει από τα ξένα και θα ενσαρκώσει επιτέλους τον Νόμο (τον «Νόμο του λόγου», όπως επαναλαμβάνει) προσφέροντας νόημα και κληροδοτώντας επιθυμία στο παιδί. Αυτός ο πατέρας δεν είναι (και δεν πρέπει να είναι) ο παλιός αυταρχικός πατέρας-αφέντης, ο Νόμος ως οπισθοδρομικός καταπιεστής, αλλά ο Νόμος ως προοδευτικός απελευθερωτής, ως αυτός που θα μεταδώσει στο παιδί τόσο την επιθυμία, δηλαδή τη βούληση για ζωή, όσο και το όριο, δηλαδή τη βούληση για ευθύνη. Χωρίς επιθυμία επέρχεται η κατάθλιψη, η έλλειψη νοήματος, το μηδενιστικό σβήσιμο της ζωής, ενώ χωρίς όριο επέρχεται η «θανάσιμη απόλαυση», η εξουσιομανία επί των άλλων και η αδυναμία ανάληψης μιας ηθικής ευθύνης απέναντί τους (και, εννοείται, των άλλων απέναντι σε μας).

Ο άνθρωπος είναι ένα «ομιλ-όν» (Λακάν), γέννημα της βιολογίας αλλά θρέμμα της κοινωνίας και κυρίως της γλώσσας της. Κατά τη χαϊντεγκεριανή ιδιόλεκτο, την οποία αξιοποίησε ο Λακάν στην ψυχανάλυση, ο οίκος του ανθρώπου είναι ο οίκος της γλώσσας. Χωρίς τον Νόμο του λόγου, σημειώνει ο Ρεκαλκάτι, όχι μόνο δεν μπορεί να υπάρχει ισορροπημένο υποκείμενο, αλλά δεν μπορεί να υπάρχει ούτε κοινωνικό συμβόλαιο. «Η ζωή αρχίζει να πεθαίνει όταν αρχίζουμε να μιλάμε» γράφει σε μια μόνο φαινομενικά παράδοξη πρόταση, για να επιμείνει όμως ότι μια νέα ζωή θα γεννηθεί με τον λόγο, με τον Νόμο του λόγου, τον οποίο καλείται να φέρει και να εκφέρει ο πατέρας. Επομένως, πατέρας δεν είναι πια «αυτός που έχει τον τελευταίο λόγο στο νόημα της ζωής και του θανάτου, αλλά μάλλον αυτός που ξέρει να φέρει τον λόγο και, συνεπώς, ξέρει να παραιτείται από την εξουσία τού να έχει τον τελευταίο λόγο».

Ο Ρεκαλκάτι δεν διστάζει να πολιτικοποιήσει τον ψυχαναλυτικό λόγο του, τονίζοντας ότι «ενώ η δεξιά αποτυχία της κληρονομιάς προκύπτει από την υπερβολική πίστη στο παρελθόν, η αριστερή αποτυχία προκύπτει από την επαναστατική απόρριψη του παρελθόντος».

Τι έχει συμβεί στην εποχή μας; Αντί για τη συνέχιση των γενεών και την κληροδότηση της επιθυμίας από τους γονείς στα παιδιά, συχνά διαπιστώνεται η «σύγχυση των γενεών»: οι γονείς παλιμπαιδίζουν, φορούν νεανικά ρούχα, ανοίγουν λογαριασμούς στα κοινωνικά δίκτυα όπου και ναρκισσεύονται, όντας αυτά μάλλον «τα πραγματικά κακομαθημένα παιδιά». Από την άλλη, τα παιδιά νιώθουν απέραντη μοναξιά και υπαρξιακό κενό, νοσταλγούν κανονικούς γονείς που να θέτουν εύλογα όρια και θεμιτές κατευθυντήριες γραμμές, και παράλληλα αιτούνται εργασία με νόημα, αξιοπρέπεια και ικανοποιητικές απολαβές (και όχι εξάλειψη της εργασίας, όπως επιδίωκε ο «αθώος ελευθερισμός» του ’68: εύκολα εξεγείρεσαι κατά της εργασίας όταν δεν υπάρχει δομική ανεργία). Ο Ρεκαλκάτι δεν διστάζει να πολιτικοποιήσει τον ψυχαναλυτικό λόγο του, τονίζοντας ότι «ενώ η δεξιά αποτυχία της κληρονομιάς προκύπτει από την υπερβολική πίστη στο παρελθόν, η αριστερή αποτυχία προκύπτει από την επαναστατική απόρριψη του παρελθόντος». Ο πολιτικά στρατευμένος άνθρωπος του πρώτου μισού του 20ού αιώνα απομαγεύτηκε τόσο απότομα ώστε στο δεύτερο μισό μετατράπηκε σε «λαμόγιο που κλέβει για τον εαυτό του και μόνο», επαναλαμβάνοντας και επιβεβαιώνοντας τον «λόγο του καπιταλιστή».

Ο 20ός αιώνας, ιδίως στο πρώτο μισό του, ήταν ο αιώνας της ιδεολογίας, όπου «ο φασισμός, ο ναζισμός, ο σταλινισμός ζωντάνεψαν την παραληρηματική και σαρωτική φαντασίωση για έναν τρελό και αιμοσταγή πατέρα». Έκτοτε περάσαμε στη μεταπολεμική εποχή και στο άλλο άκρο, καθότι οι αριστερίστικες εξεγέρσεις του ’68 και της δεκαετίας του ’70 (επηρεασμένες κι από τον Αντι-Οιδίποδα των Ντελέζ και Γκουαταρί) αξίωναν την πλήρη εξάλειψη του πατέρα και του νόμου (του) και κατ’ επέκταση την πλήρη ελευθερία, εντέλει την ασυδοσία και τη «θανάσιμη απόλαυση» των πάντων από τους πάντες, «τη διαστροφική λατρεία μιας άμεσης, απεριόριστης, απόλυτης, χωρίς φραγμούς απόλαυσης». Ο Ρεκαλκάτι στέκει ανάμεσα στα δύο άκρα, στηριζόμενος στη μεσότητα των πορισμάτων της ψυχανάλυσης: αφενός δεν θέλουμε πια, και δικαίως, τον καταπιεστικό πατέρα (και νόμο) του παρελθόντος, αφετέρου δεν γίνεται να υπάρχει ατομική και κοινωνική ζωή χωρίς πατέρα (και νόμο). Καθώς ο Ρεκαλκάτι πιστεύει (και ορθά) ότι «το ανεκρίζωτο κακό κατοικεί την ύπαρξή μας» (συνεπώς δεν είναι απλώς αποτέλεσμα των κοινωνικών και οικονομικών δομών και σχέσεων), η ελευθερία μας οφείλει να είναι οριοθετημένη ώστε να δοθεί χώρος για την ευθύνη. Μακριά από τον γιο-Οιδίποδα και τον γιο-Νάρκισσο, προκρίνει την ύπαρξη και τη σημασία ενός γιου-Τηλέμαχου που «αναζητά τον πατέρα ως τόπο ενός εφικτού ορθού Νόμου». Συγχρόνως, πέρα από τον γιο-Νάρκισσο αλλά σε συνύφανση με αυτόν, ο Ρεκαλκάτι επισημαίνει μια άλλη περίπτωση, την πιο ανησυχητική στην εποχή του διαδικτύου: αμέτρητοι νέοι «ζουν στον λεγόμενο πολιτισμένο κόσμο ως αιχμάλωτοι, οικειοθελώς έγκλειστοι στα δωμάτιά τους. Έχουν διακόψει κάθε δεσμό με τον κόσμο, έχουν αποσυρθεί από τη ζωή, έχουν εγκαταλείψει σχολείο και εργασία. Αυτό το ανώνυμο πλήθος προτιμά την αυτιστική απόσυρση, τη ναρκισσιστική αναδίπλωση στον εαυτό του, αντί για τη δυσκολία της μετάφρασης που επιβάλλει ο Νόμος του λόγου. Είναι ένα σημείο των καιρών».

«Το Σύμπλεγμα του Τηλέμαχου» είναι ένα πολύπλευρο δοκίμιο βασισμένο σε μια καλομελετημένη ψυχαναλυτική θεώρηση, το οποίο υπερβαίνει τα όρια της ψυχολογίας για να φανερώσει τις ευρύτερες πολιτισμικές ανάγκες της εποχής μας.

Ο Ρεκαλκάτι βασίζει τη θεωρία του στον Λακάν, στον επιβλητικότερο «γιο» του «πατέρα» Φρόιντ, αλλά αξιοποιεί και τον Γουίνικοτ, την Ντολτό, ακόμα και τον Φρομ. Παράλληλα διανθίζει το κείμενό του, όπως συνήθιζαν οι παλιοί και συνηθίζουν οι νέοι ψυχαναλυτές (βλ. τον γουινικοτικό Άνταμ Φίλιπς και τις αναφορές του στην ποίηση, ή τον λακανικό Ντάριαν Λίντερ και τις αναφορές του στα εικαστικά), με επιλεκτικές και προσεκτικά ενσωματωμένες αναφορές στην πεζογραφία (Μπέκετ, Πάστερνακ, Ροθ, Καμύ, ΜακΚάρθι) και τη φιλοσοφία (Λουκρήτιος, Σοπενχάουερ, Νίτσε, Κίρκεγκωρ, Άρεντ, Αντόρνο). Συνάμα φαίνεται να τον ενδιαφέρει, τουλάχιστον σε αυτό το βιβλίο, ο κινηματογράφος, όπου διαπιστώνει την καίρια φανέρωση της προβληματικής μεταξύ πατέρων και παιδιών: σε ταινίες του Μορέττι, του Παζολίνι και του Τορνατόρε, στο συγκινητικό Μπίλλυ Έλλιοτ, στον Γιο των Νταρντέν και στις δυνατές τελευταίες ταινίες του Ίστγουντ. Ακόμα, δεν λείπουν αυτοβιογραφικά κομμάτια για τα ανήσυχα εφηβικά και μετεφηβικά χρόνια του, αλλά και καρφιά στον λαϊκισμό της ιταλικής πολιτικής σκηνής. Σημασία προπάντων έχει πως ο Ρεκαλκάτι γράφει με στόχο να γίνει κατανοητός, γεγονός όχι πάντα αυτονόητο στις ψυχαναλυτικές και φιλοσοφικές μελέτες. Το Σύμπλεγμα του Τηλέμαχου είναι ένα πολύπλευρο δοκίμιο βασισμένο σε μια καλομελετημένη ψυχαναλυτική θεώρηση, το οποίο υπερβαίνει τα όρια της ψυχολογίας για να φανερώσει τις ευρύτερες πολιτισμικές ανάγκες της εποχής μας.

* Στην κεντρική εικόνα φωτογραφία από την ταινία του Alexander Sokurov «Πατέρας και γιος» (2003).

* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΑΜΠΡΑΚΟΣ είναι μεταφραστής και συγγραφέας.


Απόσπασμα από το βιβλίο

«Ενώ με τον γιο-Οιδίποδα σε πρώτο επίπεδο υπάρχει η σύγκρουση γενεών, ο αγώνας, η διαμάχη ανάμεσα σε δύο διαφορετικές αντιλήψεις του κόσμου, η άρνηση της κληρονομιάς, της υιικής ιδιότητας, με τον γιο-Νάρκισσο βρίσκεται στο επίκεντρο η αδιάκριτη συγχώνευση γονιών και παιδιών, η σύγχυση μεταξύ των γενεών, η απουσία συγκρούσεων και η λατρεία μιας ατομικής ευτυχίας χωρίς δεσμούς με τον Άλλον. Ο γιος-Τηλέμαχος είναι μια νέα ερμηνεία της σύγχρονης δυσφορίας των νέων. Ο Τηλέμαχος γίνεται σύμβολο του “σωστού κληρονόμου”: ξέρει να είναι γιος και ξέρει να κάνει το πιο επικίνδυνο ταξίδι για να γίνει κληρονόμος. Μας δείχνει πώς μπορείς να είσαι γιος χωρίς να παραιτείσαι από την επιθυμία σου».

Το σύμπλεγμα του Τηλέμαχου

Γονείς και παιδιά μετά τη δύση του πατέρα
Massimo Recalcati
Μτφρ. Άννα Πλεύρη & Γιοβάνα Βεσσαλά
Κέλευθος 2016
Σελ. 184, τιμή εκδότη €14,00
πηγή : https://www.bookpress.gr

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μαράκι στις 27 Νοεμβρίου 2017
Για το βιβλίο του Massimo Recalcati «Τα χέρια της μητέρας – Επιθυμία, φαντασιώσεις και κληρονομιά της μητέρας» (μτφρ. Χρήστος Πονηρός, εκδ. Κέλευθος).

Για το βιβλίο του Massimo Recalcati «Τα χέρια της μητέρας – Επιθυμία, φαντασιώσεις και κληρονομιά της μητέρας» (μτφρ. Χρήστος Πονηρός, εκδ. Κέλευθος).

Της Κλημεντίνης Βουνελάκη

Με το οιδιπόδειο σύμπλεγμα στον πυρήνα της ψυχαναλυτικής σκέψης, το αίνιγμα της Σφίγγας θα επανέρχεται ολοένα για να βρει τη λύση του. Από την ανακάλυψη της παιδικής σεξουαλικότητας το 1905 από τον Φρόυντ, που ήταν επανάσταση και σκάνδαλο μαζί, ως τις μέρες μας, πλήθος ψυχαναλυτών έχουν βρεθεί αντιμέτωποι με θεμελιώδη ερωτήματα σχετικά με τη λειτουργία του ψυχισμού. Οι ανασκαφές στον αθέατο χώρο της ψυχής αναζητούν το πρώιμο ψυχικό τραύμα και, με άλλα λόγια, την αρχή των πραγμάτων.

Ο Ρεκαλκάτι αποπειράται μια δημιουργική σύνθεση συχνά διαφορετικών προσεγγίσεων. Αντιστέκεται στα κλειστά νοήματα και τις δογματικές αγκυλώσεις μέσα από έναν λόγο μεστό και πυκνό που, χωρίς να ενδίδει στην εύκολη εκλαΐκευση, καταφέρνει να είναι πολυεπίπεδος, ενσωματώνοντας υλικό από την κλινική του εμπειρία, προσωπικές αναμνήσεις και εικόνες από κινηματογραφικές ταινίες.

Ο Μάσσιμο Ρεκαλκάτι, ψυχαναλυτής και μέλος της Ιταλικής Ένωσης Λακανικής Ψυχανάλυσης, εστιάζει την έρευνά του στην τριαδική μορφή του οιδιπόδειου και πιο συγκεκριμένα στις σχέσεις μητέρας-πατέρα-παιδιού. Με αφετηρία τον Φρόυντ και αιχμή του δόρατος τις θεωρήσεις του Λακάν, χωρίς να παραλείψει αναφορές στην αγγλοσαξονική σχολή των αντικειμενοτρόπων σχέσεων (Μέλανι Κλάιν και Ντόναλντ Ουίννικοτ), ο Ρεκαλκάτι αποπειράται μια δημιουργική σύνθεση συχνά διαφορετικών προσεγγίσεων. Αντιστέκεται στα κλειστά νοήματα και τις δογματικές αγκυλώσεις μέσα από έναν λόγο μεστό και πυκνό που, χωρίς να ενδίδει στην εύκολη εκλαΐκευση, καταφέρνει να είναι πολυεπίπεδος, ενσωματώνοντας υλικό από την κλινική του εμπειρία, προσωπικές αναμνήσεις και εικόνες από κινηματογραφικές ταινίες που του έχουν εγγραφεί ανεξίτηλα. Πρόκειται για στοιχεία που συγκροτούν εντέλει την προσωπική του ματιά, μια ματιά επίκαιρη που διαθέτει αμεσότητα, δεν απευθύνεται μόνο σε επαΐοντες, ενώ ταυτόχρονα ευνοεί τον αναστοχασμό.

Μετά το Σύμπλεγμα του Τηλέμαχου και την ενασχόλησή του με τη μορφή του πατέρα, σε αυτό το βιβλίο περνά στην επόμενη γωνία του τριγώνου όπου αποπειράται να φέρει σε πρώτο πλάνο τη σχέση μητέρας-παιδιού. «Προσπαθώ να διερευνήσω το μυστήριο της μητρότητας και πιο συγκεκριμένα αυτό που έχει μείνει από τη μητέρα στην εποχή της παρακμής της πατριαρχικής απεικόνισής της» αναφέρει, εξηγώντας τις προθέσεις του. Γιατί, αν η πατριαρχική κουλτούρα είχε ταυτίσει τη μητέρα με τη θυσία και την αυταπάρνηση συρρικνώνοντας τη γυναικεία υπόσταση και επιθυμία, τις τελευταίες δεκαετίες η εικόνα αυτή έχει ανατραπεί. Με τα κοινωνικά δεδομένα να έχουν αλλάξει, η σεξουαλικότητα έχει αποσυνδεθεί από την τεκνοποίηση, οπότε η γυναίκα συχνά αρνείται τη μητρότητα. Πρόκειται, όπως επισημαίνει ο συγγραφέας, «για δυο αποκλίσεις εξίσου παθολογικές». Η διδασκαλία του Λακάν έδειξε πως η υπόσταση της επιθυμίας της γυναίκας ως μη εξ ολοκλήρου απορροφημένης σε αυτή της μητέρας είναι η ουσιαστική προϋπόθεση ώστε η επιθυμία της να μπορεί να είναι δημιουργική. Μόνο αν δεν είναι ολοκληρωτικά ταυτισμένη με τον μητρικό ρόλο και κρατά την αναγκαία απόσταση, το παιδί μπορεί να βιώσει την απουσία που καθιστά δυνατή την είσοδό του στον κόσμο των συμβόλων και του πολιτισμού.

Από την πατριαρχική μητέρα της θυσίας στη ναρκισσιστική μητέρα

Αυτή η ασυνέχεια της γυναίκας με τη μητέρα αποτελεί σημείο-κλειδί στη θέασή του: Στο θαύμα της γέννησης, είναι αυτή που εκπροσωπεί το όνομα του Άλλου και δεν αφήνει να πέσει η ζωή στο κενό. Χρειάζεται ωστόσο αυτή ακριβώς η έντονη παρουσία της –μέσα από τη στενή της σχέση σώμα με σώμα με το παιδί της– να εμπεριέχει πάντα τη διάσταση της απουσίας. Το παιδί δεν είναι απώτερος σκοπός, ούτε ιδιοκτησία της μητέρας. Μια μητέρα «επαρκώς καλή» (Ουίννικοτ) είναι αυτή που ξέρει να μη δίνεται ολόκληρη στο παιδί της. Ο Νόμος της απαγόρευσης της αιμομιξίας –μέσω της εισβολής του Νόμου του πατέρα που χωρίζει το παιδί από τη μητέρα (βλ. Λακάν)– θέτει όρια στη συγχωνευτική επιθυμία. Φυσικά, η τραυματογόνος στάση της μητέρας είναι ασυνείδητη. Είναι ωστόσο δεδομένο πως το βρεφικό ψυχικό τραύμα, ως πρώιμη τραυματική εμπειρία, συμβάλλει στην εκδήλωση κάποιας ψυχοπαθολογίας στην ενήλικη ζωή του παιδιού – γεγονός που ανιχνεύεται στον ατελή αποχωρισμό του παιδιού από το μητρικό αντικείμενο.

Όταν η μητρική αγάπη καταλήγει στην ενσωμάτωση με το παιδί, στην καταβρόχθισή του, γίνεται αποπνικτική και συμβολικά ανθρωποκτόνα. Το κλειστό ζευγάρι μητέρας-παιδιού γίνεται το πρότυπο μιας σχέσης που δεν μπορεί να υποφέρει καμιά μορφή αποχωρισμού. Αλλά μια σχέση χωρίς αποχωρισμό είναι «σκλαβιά», στερείται επιθυμίας.

Ο Ρεκαλκάτι στο κεφάλαιο που τιτλοφορείται «Η μητέρα-κροκόδειλος» –από συνταρακτικές απεικονίσεις στην υποσαχάρια ή τη μαύρη Αφρική που την απεικονίζουν να καταβροχθίζει τα πλάσματά της–, ακολουθώντας τα ίχνη του Λακάν αλλά και της Κλάιν, δεν διστάζει να παρομοιάσει τη μητρική επιθυμία «με το διάπλατα ανοιχτό στόμα ενός τρομερού κροκόδειλου». Όταν η μητρική αγάπη καταλήγει στην ενσωμάτωση με το παιδί, στην καταβρόχθισή του, γίνεται αποπνικτική και συμβολικά ανθρωποκτόνα. Το κλειστό ζευγάρι μητέρας-παιδιού γίνεται το πρότυπο μιας σχέσης που δεν μπορεί να υποφέρει καμιά μορφή αποχωρισμού. Αλλά μια σχέση χωρίς αποχωρισμό είναι «σκλαβιά», στερείται επιθυμίας. Μια ανάλογη έκπτωση της έννοιας της αγάπης βρίσκεται στο επίκεντρο όλων των παθολογικών εξαρτήσεων (ναρκωτικά κ.λπ). Για την ψυχανάλυση, η κατανόηση της παθολογίας της μητρικής επιθυμίας εδράζεται στη γυναικεία σεξουαλικότητα.

Στον αντίποδα των παραπάνω, η εποχή μας χαρακτηρίζεται από μια ριζική αντιστροφή των όρων της μητρικής παθολογίας. Η σεξουαλική απελευθέρωση του 1960-70 έφερε στο προσκήνιο τη ναρκισσιστική μητέρα που αγαπάει μόνο την εικόνα της (Φρόυντ). «Αυτό που διακυβεύεται εδώ είναι η ασυνείδητη απόρριψη της μητρότητας στο όνομα ενός στείρου ιδανικού της θηλυκότητας» επισημαίνει ο Ρεκαλκάτι, ο οποίος εντάσσει στη συνέχεια σε αυτή την κατηγορία, ως εξαιρετικά έντονη μορφή ναρκισσιστικής γυναίκας, τη Μήδεια του Ευριπίδη. «Η Μήδεια δείχνει ολοφάνερα τη μη ταύτιση ανάμεσα στη γυναίκα και τη μητέρα».

Στην πραγματική ζωή συναντά κανείς μητρικές φιγούρες που συχνά κινούνται αντιφατικά ανάμεσα στις δυο παθολογικά αντίθετες εκδοχές της μητρότητας: έγκλειστα, ασφυκτικά σχήματα της δυάδας μητέρα-παιδί σε έναν κόσμο χωρίς ετερότητα, περιπτώσεις εγκατάλειψης του παιδιού, ή άλλες φορές πάλι μητέρας που κακομεταχειριζόταν την κόρη της. Η αναφορά του Ρεκαλκάτι στη «Φθινοπωρινή σονάτα» του Μπέργκμαν αποτυπώνει την ολέθρια σχέση μητέρας-κόρης, όταν απουσιάζει η αγάπη. Εδώ ο Μπέργκμαν φτάνει σε μια βασική, όσο και μελαγχολική αλήθεια της ψυχανάλυσης: Η απουσία της αγάπης καθιστά τη δυνατότητα του αποχωρισμού πιο δύσκολη και όχι το αντίθετο.

* Η ΚΛΗΜΕΝΤΙΝΗ ΒΟΥΝΕΛΑΚΗ είναι δημοσιογράφος-κριτικός χορού.

Τα χέρια της μητέρας

Επιθυμία, Φαντασιώσεις και Κληρονομιά της μητέρας
Massimo Recalcati
Μτφρ. Χρήστος Πονηρός
Κέλευθος 2017
Σελ. 226, τιμή εκδότη €16,00

 

 

πηγή : https://www.bookpress.gr

Γιάννα στις 25 Νοεμβρίου 2017

Ένας κόσμος υπέροχος είναι το βλέμμα του ανθρώπου. Μέσα του ταξιδεύουν οι στιγμές του. Τα καρδιοχτύπια της ψυχής του. Η πίκρα και το παράπονό του. Μέσα του ταξιδεύουν οι άνθρωποι που έγιναν συνοδοιπόροι του στην αναζήτηση για τις μικρές Ιθάκες της ζωής του.

Μέσα στο βλέμμα του ανθρώπου είναι γραμμένες οι πιο όμορφες ιστορίες. Γραμμένες με συναισθήματα και με λόγια τρυφερά. Ζωγραφισμένες με έρωτα, με πάθος και με χαμόγελο. Χαραγμένες με την αγάπη.

Εκεί, μέσα στο βλέμμα του θ’ ανακαλύψεις την πιο γλυκιά αλήθεια του. Αρκεί να κοιτάξεις βαθιά και αποφασιστικά μέσα του και θα τη βρεις μέσα στην προσμονή να σε περιμένει. Κι αυτή η τόσο καλά φυλαγμένη αλήθεια, κρατά σφιχτά στον κόρφο της το παράπονο και την αγωνία της ζωής του. Μην τα προσπεράσεις. Μην τα απαξιώσεις. Κι από το χέρι τρυφερά κρατάει την αγάπη. Δες πώς καταλαγιάζει η αντάρα σου όταν την αντικρίζεις!

Στα μάτια να τον κοιτάζεις τον άνθρωπο. Στο βλέμμα του ν΄ αναζητάς το φως που σου έχουνε κλεμμένο. Μέσα τους θα βρεις και τη δική σου λησμονημένη αλήθεια. Βλέπεις, μοιάζουν τόσο πολύ οι ιστορίες των ανθρώπων. Και οι στιγμές τους είναι τόσο μοναδικές, αλλά και τόσο ίδιες.

Η ομορφιά δε βρίσκει τόπο για να κρυφτεί. Καθρεφτίζεται μέσα στο ανθρώπινο βλέμμα και επιμένει σε έναν κόσμο που να μοσχοβολά τρυφερότητα κι αγάπη. Γι’ αυτό κι εσύ μέσα στα μάτια του ανθρώπου να την αναζητάς την ομορφιά που λαχταρά η καρδιά σου. Θα την αναγνωρίσεις γιατί θα είναι μοναδική στα δικά σου μάτια.

Της Γεωργίας Ανδριώτου. Από anapnoes

Γιάννα στις 25 Νοεμβρίου 2017

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΑ ΛΑΜΨΗ ΤΟΥΣ, ΤΗΝ ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΟΥ ΚΑΝΟΥΝ ΤΑ ΑΣΤΕΡΙΑ ΓΥΡΙΖΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΤΡΟΧΙΑ ΤΟΥΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΤΗΝ ΑΚΟΥΣΕΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΑΠΟΛΥΤΗ ΗΣΥΧΙΑ Ο ΕΝΘΕΟΣ ΝΟΥΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ.

«Το λέω για να τ’ ακούν οι νέοι, και να σκορπίσουν τα λαχεία τους κι αυτοί, όπου μπορέσουν κι όπου βρουν. Να μην τ’ αφήσουν κέρδος στους πολλούς. Έτσι τουλάχιστον, θα κατακτήσουμε τη δυνατότητα να μας φοβούνται. Ποιους; Εμάς, τους ποιητές. Μια και δεν είναι δυνατό να μας εντάξουν στα συρτάρια τους, σ’ ό,τι μπορούν να ελέγξουνε και να προβλέψουν οι ανερχόμενοι πολλοί. Τους φοβερίζει η άρνησή μας να δεχτούμε φάκελο, κατάταξη, τάξη κι αριθμό. Τους φοβερίζει η άρνησή μας να ενταχθούμε στις ομάδες αυτών που όταν κοιμούνται, τα χέρια τους είναι από μέσα ή απ΄ έξω από το πάπλωμα. Γιατί τα χέρια τα δικά μας την ώρα του ύπνου, ζωγραφίζουν ελεύθερα τους ανέμους, με χρώματα και με σχηματισμούς πτηνών, και μας τοποθετούν παντοτινά μες στους αιώνες, με την αθάνατη κι ερωτική μορφή του Λαχειοπώλη τ΄ Ουρανού».

Απόσπασμα από το βιβλίο του Μάνου Χατζιδάκι, Ta Σχόλια του Τρίτου