Διαβάσαμε

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 18 Απριλίου 2021

Το ξέρω πως θα ’ρθει ένας καιρός, που οι άνθρωποι θα θαυμάζουν, ο ένας τον άλλον, όπου καθένας τους θα λάμπει σαν αστέρι στα μάτια του άλλου, όπου όλοι θ’ ακούνε το διπλανό τους σα να ’τανε μουσική η φωνή του.

Θα υπάρχουν άνθρωποι ελεύθεροι στη γη, όλοι θα ’χουν ανοιχτή καρδιά, εξαγνισμένοι από κάθε απληστία και φθόνο.

Και τότε η ζωή δε θα ’ναι πια η ζωή, μα ένας ύμνος στον άνθρωπο, η μορφή του θα πάει ψηλά, γιατί οι ελεύθεροι άνθρωποι μπορούν να φτάσουν όλα τα ύψη!

Θα ζούνε τότε μες στην ελευθερία και στην ισότητα, θα ζούνε για την ομορφιά.

Τότε οι καλύτεροι θα ’ναι εκείνοι που θα μπορούν ν’ αγκαλιάσουν περισσότερο τον κόσμο μέσα στην καρδιά τους, εκείνοι που θα τον αγαπήσουν πιο βαθιά, εκείνοι πού θα ’ναι οι πιο ελεύθεροι, γιατί μέσα σ’ εκείνους θα υπάρχει η περισσότερη ομορφιά! Τότε η ζωή θα ’ναι μεγάλη και μεγάλοι θα ’ναι εκείνοι που θα τη ζούνε.

Από το βιβλίο του Μαξίμ Γκόρκι “Η μάνα”

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 17 Απριλίου 2021

Ο νους ο δικός μου είναι ένα βασίλειο, ευχάριστα δώρα εκεί μέσα βρίσκω, που ξεπερνούν κάθε άλλη ευλογία που ο κόσμος αντέχει ή από καλοσύνη τη βλασταίνει. Κι ας θέλω εκείνα που οι περισσότεροι έχουν, ο νους μου μου απαγορεύει να τα λαχταρήσω.

Κανένα πριγκιπάτο, κανένα πλούσιο μαγαζί,κανένα τάγμα τη νίκη να κερδίσω, κανένα πανούργο πνεύμα τις πληγές μου να μπαλώσει, περίγραμμα κανένα ερωτευμένο βλέμμα να ταΐσει. Σε κανένα από αυτά δεν υποχωρώ, γιατί ο νους μου όλων τους υπηρέτης είναι. Βλέπω πόσοι νιώθουν του κορεσμού την αηδία και πόσοι βιαστικά σκαρφάλωσαν και πάλι πέφτουν.

Βλέπω πως εκείνοι που στέκονται ψηλά, τους απειλούν οι ανατροπές όλο πιο συχνά:

Το κάθε τους βήμα μόχθος και σύντροφος ο φόβος, τέτοιες έγνοιες να ζυγώνουν δεν θα ‘πρεπε τον νου μου.

Ευτυχής με τη ζωή μου, αυτός είμαι, και δεν ζητώ περισσότερα απ’ όσα αντέχω. Την υπεροψία ούτε λεπτό δεν θέλω κι όσα στερούμαι μου τα προσφέρει το μυαλό μου. Ω! Έτσι σαν βασιλιάς θριαμβεύω, ικανοποιημένος με όσα καρπίζει ο νους μου.

Κάποιοι έχουν τόσο πολλά, κι όμως κι άλλα λαχταρούν. Εγώ, με τα λιγοστά μου, πόθο για πιότερα δεν έχω.

Μόνο φτωχοί είν’ εκείνοι, κι ας έχουν τόσα,μα εγώ πλούσιος είμαι με τα ψίχουλά μου. Φτωχοί εκείνοι, πλούσιος εγώ, επαίτες αυτοί, εγώ δοτικός. Τόσα τους λείπουν, εμένα περισσεύουν,εκείνοι φθονούν, εγώ ζω.

Με τις απώλειες των άλλων δεν γελώ, πικρόχολος για τα κέρδη τους δεν είμαι.

Τα κύματα του κόσμου δεν φτάνουν στο μυαλό μου και μένω πάντα όπως είμαι δεν φοβάμαι εχθρό, δεν κολακεύω φίλο, τη ζωή μου δεν σιχαίνομαι, για το τέλος δεν τρομάζω.

Κάποιοι την ηδονή με πόθο τη ζυγίζουν, και τη σοφία με τη σφοδρή επιθυμία. Τον θησαυρό τους μονάχα εμπιστεύονται κι η μόνη τους ικανότητα η μασκαρεμένη τους κακία. Μα εγώ η μόνη ευχαρίστηση που έχω να κρατώ τον νου γαληνεμένο.

Πλούτος μου η υγεία κι η τέλεια γαλήνη, κι η καθαρή μου η συνείδηση που πάντα επικαλούμαι: να κερδίσω με δωροδοκίες δεν ποθώ ούτε με εξαπάτηση να βλάψω, να πειράξω. Έτσι ζω. Κι έτσι θα πεθάνω.

Κι είθε ο κόσμος όλος να ‘κανε αυτό που σοφά εγώ πράττω.

ΣΕΡ ΕΝΤΟΥΑΡΝΤ ΝΤΑΪΕΡ

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 17 Απριλίου 2021

Είμαστε εμείς οι ονειροπαρμένοι τρελλοί της γης
με τη φλογισμένη καρδιά και τα έξαλλα μάτια.
Είμαστε οι αλύτρωτοι στοχαστές και οι τραγικοί ερωτευμένοι.
Χίλιοι ήλιοι κυλούνε μες στο αίμα μας
κι ολούθε μάς κυνηγά το όραμα του απείρου.
Η φόρμα δεν μπορεί να μας δαμάσει.
Εμείς ερωτευτήκαμε την ουσία του είναι μας
και σ’ όλους μας τους έρωτες αυτήν αγαπούμε.
Είμαστε οι μεγάλοι ενθουσιασμένοι κι οι μεγάλοι αρνητές.
Κλείνουμε μέσα μας τον κόσμο όλο και δεν είμαστε τίποτα απ’
αυτόν τον κόσμο.
Οι μέρες μας είναι μια πυρκαγιά κι οι νύχτες μας ένα πέλαγο.
Γύρω μας αντηχεί το γέλιο των ανθρώπων.

Είμαστε οι προάγγελοι του χάους.

Γιώργος Μακρής (1923-1968), Εμείς οι Λίγοι

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 28 Μαρτίου 2021
Μη σπας τα φτερά ενός πουλιού κι έπειτα του ζητάς να πετάξει .

Μη θρυμματίζεις μια καρδιά κι έπειτα της ζητάς να αγαπήσει.

Μη συνθλίβεις μια ψυχή κι έπειτα της ζητάς να είναι ευτυχισμένη.

Μη βλέπεις ασχήμια στους ανθρώπους και περιμένεις εκείνοι να δουν ομορφιά σε σένα.

Μην κρίνεις τους ανθρώπους και περιμένεις εκείνοι να σε στηρίξουν στις δυσκολίες.

Μην παίζεις με τη φωτιά και περιμένεις να παραμείνεις απολύτως ασφαλής.

Η ζωή είναι δούναι και λαβείν.

Δεν είναι δυνατόν να μοιράζεις κακία και να περιμένεις να εισπράξεις καλοσύνη.

Δεν είναι δυνατόν να μοιράζεις καλοσύνη και να περιμένεις να εισπράξεις κακία

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 28 Μαρτίου 2021

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μέσα σε ένα πυκνό δάσος μία τριανταφυλλιά. Όλα της τα τριαντάφυλλα ήταν κατακόκκινα. Όλα, εκτός από ένα, αυτό που ήταν στο κέντρο και πιο ψηλά από όλα. Το τριαντάφυλλο αυτό ήτανε μαύρο και λαμπερό. Όποιος περνούσε μπροστά από την τριανταφυλλιά, απορούσε με το διαφορετικό τριαντάφυλλο και το θαύμαζε! Και κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί την πραγματική ιστορία του που ήταν η εξής:

Κάποτε ένα σύννεφο περνούσε πάνω από την τριανταφυλλιά. Ήταν τόσο φορτωμένο με σταγόνες που είχε κατέβει πολύ χαμηλά. Πέρασε λοιπόν και πάνω από την τριανταφυλλιά και εκείνη, χωρίς να το θέλει, τρύπησε το σύννεφο. Εκείνο πόνεσε, τινάχτηκε επάνω και επειδή θύμωσε πολύ με την τριανταφυλλιά της έριξε έναν κεραυνό. Εκεί λοιπόν που χτύπησε ο κεραυνός στην τριανταφυλλιά, έβγαινε μόνο ένα μαύρο τριαντάφυλλο.

Ήταν μεγαλύτερο από τα υπόλοιπα τριαντάφυλλα και είχε μία παράξενη ευωδιά, που θύμιζε μέντα. Έτσι όπως ήτανε ψηλότερο από τα άλλα τριαντάφυλλα, έμενε μοναχό του και ο μόνος φίλος που είχε ήταν ένα έλατο που φύτρωνε κοντά στην τριανταφυλλιά.

Ήταν και το έλατο μονάχο του και βρήκε στο μαύρο τριαντάφυλλο έναν ανέλπιστο φίλο. Έσκυβε κάθε μέρα από πάνω του και έκαναν οι δυο τους την καλύτερη παρέα. Τα υπόλοιπα όμως τριαντάφυλλα ζήλευαν αυτήν τη φιλία. Νόμιζαν πως αν γινόταν κι εκείνα μαύρα, θα μπορούσανε να κάνουνε παρέα με το έλατο και να μοσχοβολούν σαν μέντα. Φώναξαν τότε το σύννεφο και το παρακάλεσαν να τους ρίξει πολλή βροχή. Φώναξαν και τον ήλιο και του ζήτησαν να τους ζεσταίνει με όλη του τη δύναμη. Έτσι και έγινε! Όμως η βροχή από το σύννεφο και η ζεστασιά από τον ήλιο δεν άλλαξε το χρώμα τους. Μαλάκωσε όμως την καρδιά τους και την γέμισε με πολλή αγάπη.

Άπλωσαν τότε τα κλαδιά τους προς τα επάνω και αγκάλιασαν το μαύρο τριαντάφυλλο. Έσκυψε και το έλατο, στήριξε τα λουλούδια τους και τα σήκωσε ψηλά. Και η ευωδιά τους έγινε τόσο δυνατή που έφτασε στα πέρατα της γης!!

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 13 Μαρτίου 2021

Σκυφτοί περάσανε και φύγανε, δειλοί, μ’ έναν ίσκιο στα μάτια

Ούτε ένα μαντίλι ανεμίσανε -ξέραμε το χαιρετισμό τους- Η σκόνη μπήκε στα σπίτια μας από τα πέταλα των αλόγων

Φτάνουνε τόσο μικρές οι εποχές που δεν έχουν τον καιρό να φωτίσουν τη σιωπή μας.

Είναι που όλοι οι χειμώνες περάσανε και διαβαστήκαν όλα τα βιβλία Σαν τις διαβατικές γυναίκες που παραλλάζουνε τ’ όνομα.

Εμείς πιστεύουμε εκεί που ένας άλλος θα τ’ απόδιωχνε σαν ένα όνειρο κακό Σα μια νεροποντή που τον βρήκε στη μέση του κάμπου Σα μια φρικτή περιπέτεια που ξεβιδώνει το λογικό του

Η μνήμη τους είναι το πόδι που νοσταλγεί ο ανάπηρος Είναι η σπασμένη θερμάστρα στο γεναριάτικο δωμάτιο Είναι τα φύλλα που στοιβάζονται και ξεθωριάζουν στο συρτάρι.

Ακούοντας τα παιδιά να τραγουδούν στο δρόμο ξένοιαστα Σκεφτόμουν αν αυτό στ’ αλήθεια είναι η προϋπόθεση της γαλήνης Μιας κάποιας ανάπαυλας με μόνη την ευθύνη της αδιαφορίας Ή μήπως όταν οι στρατιώτες επιστρέφουνε με τελευταίαν ελπίδα

Ένα λευκό σεντόνι χωρίς αίμα, όταν ο ταξιδιώτης Ακούει τα μακρυσμένα βήματα του γέρικου πιστού του σκύλου.

Όμως μια μέρα φτάνουν όλα χωρίς την αρμονία της διαλογής Δεν προφταίνουμε ν’ αγαπήσουμε έναν άνθρωπο κι ύστερα τον χάνουμε Πεθαίνει μια μέρα και μαθαίνεις το θάνατό του απ’ τις εφημερίδες Φεύγει -«τέλειωσαν όλα»- κι εσύ δεν έχεις ακόμα γνωρίσει την αρχή Ψάχνεις μια θύμηση μαζί του (…το τελευταίο βράδυ που βρεθήκαμε στο καφενείο Φ…)

Δεν ξέρεις ποιά ζωή σ’ αξίζει και ταξιδεύεις άσκοπα. Α! πώς ψεύτισαν όλα! Αφήσανε στους δρόμους τα χαλάσματα δεν τα προσέχει πια κανείς

Σέρνονται τα παιδιά ξυπόλυτα ούτε που τα γνωρίζουν οι μανάδες Στους τάφους τα λουλούδια μαραθήκανε και τα σαπίζει η βροχή Τα σπίτια χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα Δείχνουνε τις πληγές στα στήθια τους και ζητιανεύουν τα κορίτσια Τα κάρα βούλιαξαν στη λάσπη και πεθάναν οι αμαξάδες Κι οι μαστροποί ποιητές βουβοί τρέμαν τις νύχτες στα κατώφλια.

Μια μέρα φτάνουν όλα χωρίς την αρμονία της διαλογής Αξίζει τέλος να σταθείς τύψη με τύψη Και, Θε μου, πόσος λυρισμός μέσα στο ανέκφραστο Κι είχα μέσα μου ακόμα τόσες εικόνες που ζητούσα Φυλαχτά τόσων πολύτιμων κρυφών αναδρομών

Δεν το ’ξερα πως ήμουν πλασμένος νά ’ρθω μια μέρα Πίσω στα σκονισμένα μονοπάτια να κοιτάξω κατάματα Τη φλεγόμενη πόλη τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους Να κλάψω κι εγώ για τους ανθρώπους που δε γνώρισα Για τις πικρές γυναίκες που δε φίλησα ποτέ μου Για τα σπασμένα χέρια των παιδιών που με κλοτσούσαν

Να κάτσω στην πιο μαύρη πέτρα και να σκεπάσω Το μαραμένο μου πρόσωπο με λιπόσαρκα χέρια Να μάθω ξένα ονόματα και ξένες προσευχές Να κρατήσω σφιχτά στα χέρια μου λίγο χώμα θυσίας. (Πώς θα ζήσουμε με μια κατάμαυρη σκιά στη θύμηση επάνω; Πώς θα κοιμίσουμε τα είκοσι χρόνια μας στη θάλασσα της λησμονιάς;)

Άκουγα πάλι τη φωνή σου όταν γυρνούσα χτες από το πληκτικό νοσοκομείο Ανάμεσα στα βρόμικα πανιά και στα νερά τα μουχλιασμένα Πλήθος ενέδρες της ζωής παραμονεύουν την πτώση σου Τα ξίφη διασταυρώνονται σε ματωμένες αστραπές Ο θάνατος είναι κι αυτός μια περασμένη αφήγηση Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει. «Με μια κατάμαυρη σκιά…».

Κι εγώ σκεφτόμουν Πεδιάδες με μαύρα άλογα και πλοία λευκά στη θάλασσα Κι εγώ σκεφτόμουν μια φευγαλέα μορφή που μου ’χε γνέψει Δεν ξέρω αν σ’ ένα χαμένο μου όνειρο ή στα παιδικά μου χρόνια.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 26 Φεβρουαρίου 2021

This poem was written in 1869 by Kathleen O’Mara and then reprinted during Spanish Flu 1919 Pandemic.But the author of this poem is the American poet Kitty O’Meara in 2020.
Timeless…. beautiful.

And people stayed at home
And read books
And listened
And they rested
And did exercises
And made art and played
And learned new ways of being
And stopped and listened
More deeply
Someone meditated, someone prayed
Someone met their shadow
And people began to think differently
And people healed.
And in the absence of people who
Lived in ignorant ways
Dangerous, meaningless and heartless,
The earth also began to heal
And when the danger ended and
People found themselves
They grieved for the dead
And made new choices
And dreamed of new visions
And created new ways of living
And completely healed the earth
Just as they were healed.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Φεβρουαρίου 2021
Έρχεται μια μέρα που ρωτάμε τον εαυτό μας,
πού μπορούμε να βρούμε φως μέσα σε αυτή την ατέλειωτη σκιά;
Η απώλεια που κουβαλάμε,
μια θάλασσα που πρέπει να περπατήσουμε
Έχουμε αντιμετωπίσει την κοιλιά του κτήνους
Έχουμε μάθει ότι η ησυχία δεν ισοδυναμεί πάντα με ειρήνη
Και ότι οι κανόνες και οι έννοιες
του δικαίου
δεν είναι πάντα δίκαιοι και δίκαιες
Παρόλα αυτά η αυγή είναι δική μας,
πριν το καταλάβουμε
Με κάποιον τρόπο το κατορθώνουμε
Με κάποιον τρόπο, έχουμε αντέξει και υπάρξει
ένα έθνος που δε διαλύθηκε
παρά έχει μείνει απλά ανολοκλήρωτο
Εμείς, οι διάδοχοι μιας χώρας και μιας εποχής
όπου ένα αδύνατο μαύρο κορίτσι
καταγόμενο από σκλάβους και μεγαλωμένο από μια ανύπαντρη μητέρα,
μπορεί να ονειρεύεται πως θα γίνει κάποτε ηγέτης,
για να απαγγείλει τελικά για έναν ηγέτη
Και, ναι, μακράν απέχουμε από το να είμαστε άψογοι
μακράν από το να είμαστε αψεγάδιαστοι,
μα τούτο δε σημαίνει πως
πασχίζουμε να σχηματίσουμε μια ένωση που θα ‘ναι τέλεια
Πασχίζουμε να σφυριλατήσουμε μια ένωση που θα ‘χει στόχο
Να συνθέσουμε μια χώρα αφοσιωμένη σε κάθε κουλτούρα, χρώμα, χαρακτήρα και κατάσταση του ανθρώπου
Και έτσι, σηκώνουμε το βλέμμα όχι προς όσα μας χωρίζουν,
μα προς όσα είναι μπροστά μας
Κλείνουμε τις διαιρέσεις γιατί ξέρουμε πως για να κάνουμε το μέλλον προτεραιότητα,
πρέπει πρώτα να κάνουμε στην άκρη όσα μας χωρίζουν
Κατεβάζουμε τα όπλα μας,
ώστε να απλώσουμε τα χέρια
ο ένας προς τον άλλο
Δε διεκδικούμε το κακό κανενός, παρά μόνο αρμονία για όλους
Ας πει ο πλανήτης πως έστω τούτο είναι αλήθεια:
Πως ακόμα κι αν πενθήσαμε, ωριμάσαμε
Πως ακόμα κι αν πονέσαμε, δεν πάψαμε να ελπίζουμε
Πως ακόμα κι αν κουραστήκαμε, παλέψαμε
Πως για πάντα θα ‘μαστε ενωμένοι, νικητές,
όχι γιατί ποτέ ξανά δε θα γνωρίσουμε την ήττα,
αλλά γιατί ποτέ ξανά δε θα σπείρουμε διχόνοια
Οι Γραφές μας λένε να οραματιζόμαστε
πως ο καθένας θα καθίσει κάτω από τη δική του κληματαριά και συκιά
Και πως κανείς δε θα τον εκφοβίσει
Αν πρόκειται να ανταποκριθούμε στις απαιτήσεις του καιρού μας,
τότε η νίκη δε θα έρθει από τη λεπίδα,
αλλά από τις γέφυρες που θα οικοδομήσουμε
Αυτό είναι το ξέφωτο που μας έχουν υποσχεθεί
Ο λόφος που σκαρφαλώνουμε,
αν το τολμάμε
Είναι επειδή το να είσαι Αμερικανός/ή είναι κάτι παραπάνω από περηφάνια που κληροδοτείται,
είναι το παρελθόν στο οποίο μπαίνουμε
και ο τρόπος με τον οποίο το διορθώνουμε
Έχουμε δει μια δύναμη που θα προτιμούσε να κομματιάσει το έθνος μας
παρά να το μοιραστεί
Θα κατέστρεφε τη χώρα μας προκειμένου να καθυστερήσει τη δημοκρατία
Και η προσπάθεια αυτή έφτασε πολύ κοντά στο να πετύχει
Μα ενώ η δημοκρατία μπορεί παροδικά να αργοπορήσει,
δε μπορεί ποτέ να ηττηθεί οριστικά
Αυτή είναι η αλήθεια,
αυτή είναι η πεποίθηση στην οποία βασιζόμαστε
Γιατί, ενώ εμείς έχουμε το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον,
η Ιστορία έχει στραμμένο το βλέμμα σε εμάς
Αυτή είναι η εποχή της λύτρωσης
Στην αρχή τη φοβηθήκαμε
Δε νιώσαμε έτοιμοι να γίνουμε διάδοχοι
μιας τόσο τρομακτικής ώρας,
μα μέσα της βρήκαμε τη δύναμη
να γράψουμε ένα νέο κεφάλαιο
Να προσφέρουμε ελπίδα και χαρά σε εμάς τους ίδιους
Έτσι, ενώ κάποτε αναρωτηθήκαμε,
πώς θα μπορούσαμε να υπερνικήσουμε την καταστροφή;
Πλέον είμαστε βέβαιοι
πως η καταστροφή δε θα μπορούσε να υπερνικήσει εμάς
Δε θα πορευτούμε με αυτό που υπήρχε
αλλά θα προχωρήσουμε σε αυτό που οφείλει να υπάρχει
Μια χώρα πληγωμένη μα πλήρης,
καλοπροαίρετη μα τολμηρή,
άφοβη και ελεύθερη
Δε θα κάνουμε πίσω,
ούτε θα σταματήσουμε εξαιτίας του εκφοβισμού
γιατί γνωρίζουμε πως η απραξία και η αδράνεια μας
θα γίνει η κληρονομιά μας στην επόμενη γενιά
Τα λάθη μας γίνονται δικά τους βάρη
Μα ένα είναι σίγουρο:
Αν ενώσουμε την ευσπλαχνία με την ισχύ
και την ισχύ με το δίκιο,
τότε η αγάπη θα γίνει κληροδότημα μας
και η αλλαγή δικαίωμα των παιδιών μας
Ας μας επιτραπεί, λοιπόν, να αφήσουμε πίσω μια χώρα
καλύτερη από εκείνη που μας άφησαν
Κάθε αναπνοή από το χάλκινο στήθος μου,
θα κάνουμε αυτόν τον πληγωμένο κόσμο, υπέροχο
Θα ανυψωθούμε από τους χρυσαφένιους λόφους της δύσης,
θα ανυψωθούμε από τον ανεμοδαρμένο βορρά και την ανατολή,
όπου οι πρόγονοι μας πραγματοποίησαν για πρώτη φορά την επανάσταση
Θα ανυψωθούμε από τις παραλίμνιες πόλεις των μεσοδυτικών πολιτειών,
θα ανυψωθούμε από τον ηλιοκαμένο νότο
Θα επανοικοδομήσουμε, θα συμφιλιωθούμε και θα αναρρώσουμε
Σε κάθε άκρη του έθνους μας και
κάθε γωνιά που λέγεται πατρίδα μας,
ο λαός μας ποικιλόμορφος και όμορφος θα αναδυθεί,
χτυπημένος και όμορφος
Έρχεται μια μέρα που βγαίνουμε πια από τη σκιά,
φλεγόμενοι και άφοβοι
Η νέα αυγή ανθίζει καθώς την απελευθερώνουμε
Γιατί πάντα υπάρχει φως,
αν είμαστε αρκετά γενναίοι για να το δούμε
Αν είμαστε αρκετά γενναίοι για να γίνουμε το φως
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 7 Φεβρουαρίου 2021

Αποσπάσματα.

…..”Άμα πεινάς το ξέρεις. Φωνάζουνε τα σπλάχνα σου. Άμα κρυώνεις, το ίδιο. Άμα αγαπάς, πώς να το καταλάβεις; Γιατί: τι είναι η αγάπη; Κάποιος πήγε να πει κάτι και δεν είπε τίποτα. Είπε πως είναι κάτι σαν φωτιά. Μα είναι; Άλλος είπε πάλι, πως είναι δροσούλα, άλλος σαν δοξαριά. Τι είναι τέλος πάντων…

Κι αν, πάλι, αγάπη είναι κάτι που το λένε «αγάπη», είναι αυτό η αγάπη; Βάλε μια δύση κι ένα βαρκάκι να λιώνει μέσα.

Ομορφιά! Μα αν δεν υπάρχει μάτι να το δει, είναι ομορφιά; Ένα πουλάκι κελαηδά ολομόναχο σ ένα έρημο δάσος…

Αν δεν τ ακούσει κανείς.. είναι κελάηδηγμα;

Κι είναι μπορετό να κελαηδήσει γλυκά ένα ολομόναχο πουλάκι, αν δεν υπάρχει πίσω από κάποιο φύλλο το αυτάκι ενός άλλου πουλιού; Πήγαν κι οι σοφοί να πούνε κάτι πάνω σ αυτό και τα κάνανε θάλασσα. Αυτοί, γι αγάπη!…

Τα μωρά ξέρουν περσσότερα. Ένα λουλούδι είπε: «Αγάπη; Είμαι εγώ».

Τρελαίνεσαι με τέτοια καμώματα. Ένας «Πέρσης» θα πει αυτό είναι «τρίχα».

Ένας βαρκάρης θ αφήσει τα κουπιά και θα σκουπίσει το κούτελο του. Δε θα ξέρει να πει τίποτα. Μπορεί αυτό να είναι αγάπη.

Μα είναι; Ποιος να του το πει; Όσο έχεις κάτι μέσα σου και δε χρειάζεται να το πεις, το έχεις και ησυχάζεις.

Σε καίει… Σε λιώνει… Εσύ το βλέπεις. Κι αντί να βάλεις τα κλάμματα, το ρίχνεις στο τραγούδι. Είσαι μεθυσμένος και δεν έχεις πιει ούτε στάλα! Αυτό το «πράμα» πρέπει να σκάβεις μέσα σου μια λακούβα να το θάβεις, κι ό, τι βρέξει.

Μην το λες πουθενά.

Άστο να σε κάψει. Θα ξέρεις ότι χάνεσαι λίγο λίγο από μια αρρώστια που δεν ξέρεις τ όνομά της. Θα ξέρεις όμως ότι είναι μια αρρώστια, που σε κάνει όμορφο.

Ομορφαίνεις και πεθαίνεις… Κι όταν θα νομίσεις ότι πέθανες… θα χει τελειώσει η αρρώστια. Θα είσαι ζωντανός, μα θα είσαι και άσκημος.

Θα χεις φρικτά ασκημίσει. Αλήθεια… αυτό είναι η αγάπη;

  • Όποιος αγαπά δεν μπορεί να το πει. Κι όποιος δεν αγαπά, δεν το ξέρει”….. ———————————————–

…”Σε τρεις μέρες του φερε ένα χαρτί, λίγο πιο χοντρό απ το βαγγέλιο, και του το δωσε. «Το πασπάτεψα από παντού», λέει στο παιδί. «Δε βγαίνει τίποτα. Για πάρ το εσύ, μην πα και σε γνωρίζει και συνεννοηθείτε». Mια μέρα κάθισε και παίδεψε το κεφάλι του. Το ‘βαλε κάτω και το παίδεψε, το ‘πλεξε όπως είδε να κάνουν οι γύφτοι με το καλάθι. Στο τέλος το βρήκε: Θα πιανε φιλία με τα βιβλία. Θα γύρευε να μάθει από κει, αυτά που του κρυβαν οι μεγάλοι πίσω απ τα παραμύθια που λέγανε αυτοί οι μικροί χάρτινοι «παππούδες» που κάθονται στα γόνατά σου και σου λένε τις ιστορίες τους χωρίς καμώματα και παρακάλια.

Μα στο χωριό, που δούλευε παραπαίδι, δεν είχε χαρτοπουλειά. Έπρεπε, λοιπόν, να παρακαλέσει κανένα μπάρμπα απ αυτούς που κατεβαίνανε στην πολιτεία και πουλούσανε το καλαμπόκι τους να του φέρει ένα. Και μια μέρα αυτό έγινε. Έπιασε έναν τέτοιο γερούλη, του βαλε στη χούφτα καναδυό μεταλλίκια και, «σε παρακαλώ», του λέει, «αν βρεις, εκεί που πας, κανένα βιβλίο που να λέει καλές ιστορίες, πάρ το μου.

Ε; Πολύ θα σε περικαλέσω, όμως…». Έβαλε ο παππούς τα μεταλλίκια στην απαλάμη του, τα πασπάτεψε με το δάχτυλο, αναποδογύρισε ένα, για να δει τι έχει από κάτω… έστρωσε με το δάχτυλο τα μουστάκια του… και του τα δωσε πίσω. «Πάρ τα», του λέει. «Αν τα χαρτιά λένε καλά παραμύθια… μου τα λες και μένα και ξεχρεώνουμε. Αν, πάλι, δε λένε, θα σου πάρω ένα αυτί. Ε;…». Το παιδί τρόμαξε.

Ο γέρος τότε έβαλε τα γέλια… «Άιντε, άιντε… Σύχασε…», είπε. «Δε σου παίρνω αυτί, σου παίρνω ένα μεταλλίκι.

Σύμφωνοι;».

Σε τρεις μέρες του φερε ένα χαρτί, λίγο πιο χοντρό απ το βαγγέλιο, και του το δωσε. «Το πασπάτεψα από παντού», λέει στο παιδί. «Δε βγαίνει τίποτα. Για πάρ το εσύ, μην πα και σε γνωρίζει και συνεννοηθείτε». Το παιδί τ άνοιξε τρέμοντας. Ήταν σαν μικρό σπιτάκι, «Ιστορία Σεβάχ του Θαλασσινού» έλεγε το ξώφυλλό του. Αυτό ήταν!

Το παιδί έπεσε πάνου στο βιβλίο με τα μούτρα. Και το διάβαζε, το διάβαζε ολόκληρο το χειμώνα. Το διάβαζε και ξανά το διάβαζε και πάλι το ξαναδιάβαζε, και το μαθε νεράκι. Κείνος ο μπάρμπας, που του το χε φέρει, τ άκουε και τρέμανε τα μουστάκια του.

Όμορφο βιβλίο. Μόνο που είχε μια παραξενιά. Έλεγε την ιστορία του μονάχα σ όποιον ήθελε.

Ώσπου να κλείσει κείνη η χρονιά, είχε καταπιεί κι άλλα καμιά δεκαριά βιβλία.

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 20 Ιανουαρίου 2021
Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός

Τα ύψη μου άρεσαν ακόμη και όταν

έμενα στο προσκέφαλο μου μπρούμυτα
τιμωρημένη
ώρες και ώρες.
Ένιωθα το δωμάτιο μου ανέβαινε
δεν ονειρευόμουν – ανέβαινε
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν εκείνο που έβλεπα πώς να το πω
κάτι σαν την «ανάμνηση του μέλλοντος»
όλο δέντρα που έφευγαν βουνά πού άλλαζαν όψη
χωράφια γεωμετρικά με δασάκια σγουρά
σαν εφηβαία – φοβόμουνα και μου άρεσε
ν’ αγγίζω μόλις τα καμπαναριά
να τους χαϊδεύω τις καμπάνες σαν όρχεις και να χάνομαι…

Άνθρωποι μ’ ελαφρές ομπρέλες περνούσανε λοξά
και μου χαμογελούσανε
κάποτε μου χτυπούσανε στο τζάμι: «δεσποινίς»
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν οι «πάνω άνθρωποι» έτσι τους έλεγα
δεν ήταν σαν τους «κάτω»
είχανε γενειάδες και πολλοί κρατούσανε στο χέρι μια γαρδένια
μερικοί μισάνοιγαν την μπαλκονόπορτα
και μου ’βαζαν αλλόκοτους δίσκους στο πικ-άπ.
Ήταν θυμάμαι «Ή Άννέτα με τα σάνταλα»
«Ο Γκέυζερ της Σπιτσβέργης»
το «Φρούτο δεν εδαγκώσαμε Μάης δεν θα μας έρθει»
(ναι θυμάμαι και αλλά)
το ξαναλέω – δεν ονειρευόμουν
αίφνης εκείνο το «Μισάνοιξε το ρούχο σου κι έχω πουλί για σένα».
Μου το ’χε φέρει ο Ιππότης-ποδηλάτης
μια μέρα πού καθόμουνα κι έκανα πως εδιάβαζα
το ποδήλατο του με άκρα προσοχή
το ’χε ακουμπήσει πλάι στο κρεβάτι μου
υστέρα τράβηξε τον σπάγκο κι εγώ κολπώνομουν μες στον αέρα
φέγγανε τα χρωματιστά μου εσώρουχα
κοίταζα πόσο διάφανοι γίνονται κείνοι πού αγαπούνε
τροπικά φρούτα και μαντίλια μακρινής ηπείρου
φοβόμουνα και μου άρεσε
το δωμάτιο μου ανέβαινε
ή εγώ – δεν το κατάλαβα ποτέ μου.
Είμαι από πορσελάνη και μαγνόλια
το χέρι μου κατάγεται από τους πανάρχαιους Ίνκας
ξεγλιστράω ανάμεσα στις πόρτες όπως
ένας απειροελάχιστος σεισμός
που τον νιώθουν μονάχα οι σκύλοι και τα νήπια
δεοντολογικά θα πρέπει να είμαι τέρας
και όμως η εναντίωση
αείποτε μ’ έθρεψε και αυτό εναπόκειται
σ’ εκείνους με το μυτερό καπέλο
που συνομιλούν κρυφά με τη μητέρα μου
τις νύχτες να το κρίνουν. Κάποτε
η φωνή της σάλπιγγας από τους μακρινούς στρατώνες
με ξετύλιγε σαν σερπαντίνα και όλοι γύρω μου
χειροκροτούσαν – απίστευτων χρόνων θραύσματα
μετέωρα όλα.
Στο λουτρό από δίπλα οι βρύσες ανοιχτές
μπρούμυτα στο προσκέφαλό μου
θωρούσα τις πηγές με το άσπιλο λευκό πού με πιτσίλιζαν
τι ωραία Θεέ μου τι ωραία
χάμου στο χώμα ποδοπατημένη
να κρατάω ακόμη μες στα μάτια μου
ένα τέτοιο μακρινό του παρελθόντος πένθος.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 3 Ιανουαρίου 2021

Θέλω να χτίσω ένα σπιτάκι

στη μοναξιά και στη σιωπή.

Ξέρω μια πράσινη ραχούλα…

Δε θα το χτίσω εκεί.

Ξέρω στη χώρα τη μεγάλη

τον πλούσιο δρόμο τον πλατύ,

με τα παλάτια και τους κήπους…

Δε θα το χτίσω εκεί.

Ξέρω το πρόσχαρο ακρογιάλι,

όλο το κύμα το φιλεί,

κρινόσπαρτη είναι η αμμουδιά του…

Δε θα το χτίσω εκεί.

Ατέλειωτη τραβάει μια στράτα,

σκίζει μια χέρσα απλοχωριά,

σκληρά τη δέρνει το αγριοκαίρι

κι ο λίβας τη χτυπά.

Μια στράτα χιλιοπατημένη,

τον καβαλλάρη νηστικό,

τον πεζοδρόμο διψασμένο

θάφτει στον κουρνιαχτό.

Εκεί το σπίτι μου θα χτίσω

με μια βρυσούλα στην αυλή,

πάντα η γωνιά του θα καπνίζει

κι η θύρα του θάναι ανοιχτή.

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 3 Ιανουαρίου 2021

Πού θα με πάει ακόμα ο δρόμος μου; Είναι ένας δρόμος τρελός, γεμάτος στροφές, ίσως να ‘ναι ένας κύκλος. Ας πηγαίνει όπου θέλει, εγώ θα τον ακολουθήσω.
Ένιωθε το υπέροχο σκίρτημά της στο στήθος του.
«Τι σε κάνει» ρωτούσε την καρδιά του, «να είσαι τόσο χαρούμενη»; Είναι μήπως απ’τον πολύωρο ωραίο ύπνο, που μου έκανε καλό; Ή μήπως επειδή ξέφυγα, επειδή η φυγή μου είναι οριστική κι εγώ επιτέλους είμαι πάλι ελεύθερος, σαν παιδί κάτω απ’ τον ουρανό; Ω πόσο καλό είναι να έχεις ξεφύγει, να έχεις ελευθερωθεί! Πόσο καθαρός και όμορφος είναι εδώ ο αέρας, πόσο καλό μου κάνει να τον ανασαίνω! Αυτά που δραπετεύοντας άφησα πίσω μου, μύριζαν όλα αλοιφές, μπαχαρικά, κρασί νωθρότητα και κορεσμό. Πόσο μισούσα τον κόσμο των πλουσίων, των ασώτων και των παιχτών! Πόσο μίσησα τον εαυτό μου που έμεινα τόσο καιρό στον φριχτό εκείνο κόσμο! Πόσο μίσησα τον εαυτό μου, πόσο τον λήστεψα, τον δηλητηρίασα, τον βασάνισα, πόσο γέρο και κακό τον έκανα! Όχι, ποτέ πια δε θα πιστέψω, όπως έκανα κάποτε, με τόση ευχαρίστηση, πως ο Σιντάρτα είναι σοφός! Όμως τώρα έκανα καλά, είμαι ικανοποιημένος, πρέπει να παινέσω τον εαυτό μου που έβαλα ένα τέλος σ’εκείνο το μίσος απέναντι σ’εμένα τον ίδιο, σ’ εκείνη την ανόητη κι έρημη ζωή! Είσαι αξιέπαινος, Σιντάρτα, μετά από τόσα χρόνια ανοησίας κάτι σε φώτισε, έκανες κάτι, άκουσες το πουλί να κελαηδάει στο στήθος σου και το ακολούθησες!
Έτσι επαινούσε τον εαυτό του, χαιρότανε μαζί του, κι άκουγε γεμάτος περιέργεια το στομάχι του να γουργουρίζει από την πείνα. Ένιωθε πως τον τελευταίο καιρό, τις τελευταίες μέρες, είχε γευτεί τον πόνο και την αθλιότητα ως το τέλος, ως την απελπισία και το θάνατο. Ήταν καλά έτσι. Θα μπορούσε να είχε μείνει κοντά στον Καμασβάμι πολύ καιρό ακόμη, να κερδίζει χρήματα, να τα σπαταλάει, να γεμίζει την κοιλιά του αφήνοντας την ψυχή του να πεθαίνει από τη δίψα, θα μπορούσε να είχε μείνει για πολύ σ’εκείνη τη γλυκιά και παραγεμισμένη κόλαση αν δεν είχε έρθει η στιγμή της απόλυτης απελπισίας και τη απόγνωσης, εκείνη η έσχατη στιγμή που κρεμασμένος πάνω απ’ τα νερά που κυλούσαν, ήταν έτοιμος να σκοτωθεί. Είχε νιώσει την απελπισία, εκείνη τη βαθύτατη αηδία που δεν κατάφερε να τον καταστρέψει, και το πουλί, η χαρούμενη πηγή και η φωνή μέσα του ήταν ακόμη ζωντανά -γι’ αυτό ένιωσε τόση χαρά, γι’ αυτό γελούσε κι έλαμπε το πρόσωπό του κάτω από το γκρίζα του μαλλιά.

«Είναι καλό» σκέφτηκε, «να δοκιμάζει κανείς μόνος του ό,τι είναι ανάγκη να μάθει. Οι απολαύσεις του κόσμου και τα πλούτη δεν είναι καλά πράγματα, αυτό το είχα μάθει από παιδί. Το ήξερα πολύ καιρό, τώρα το έζησα κιόλας. Το ξέρω όχι μονάχα με το νου αλλά και με τα μάτια, με την καρδιά, με το στομάχι μου. Κι είμαι ευτυχισμένος που το ξέρω!
Σκεφτόταν πολλή ώρα τη μεταμόρφωσή του, αφουγκραζόταν το πουλάκι να κελαηδάει από χαρά. Δεν είχε πεθάνει μέσα του, δεν είχε νιώσει το θάνατό του; Όχι, κάτι άλλο είχε πεθάνει. Κάτι που επιθυμούσε από καιρό το θάνατο. Δεν ήταν εκείνο που ήθελε να σκοτώσει κάποτε, στα φλογερά χρόνια που είχε ζήσει σαν ασκητής: Δεν ήταν το Εγώ του, το μικρό, φοβισμένο και περήφανο Εγώ του, που τόσα χρόνια το πάλευε κι εκείνο πάντα τον νικούσε, που πάντα αναγεννιόταν μετά από κάθε θανάτωσή του, που απαγόρευε τη χαρά κι ένιωθε φόβο; Δεν ήταν αυτό που βρήκε επιτέλους το θάνατο, εδώ, στο δάσος, πλάι σε τούτο το όμορφο ποτάμι; Χάρη σ’ αυτό το θάνατο δεν ήταν τώρα σαν παιδί, άφοβος, γεμάτος εμπιστοσύνη και χαρά;

Τώρα, καταλάβαινε ο Σιντάτρα γιατί είχε παλέψει μάταια με το Εγώ του, όταν ήταν βραχμάνος. Τον εμπόδιζαν η πολλή γνώση και οι πολλοί ιεροί στίχοι, οι πολλοί κανόνες των θυσιών, ο υπερβολικός ασκητισμός και, η υπέρμετρη προσπάθεια! Ήταν γεμάτος έπαρση, πάντα ο εξυπνότερος, πάντα ο επιμελέστερος, πάντα ένα βήμα πιο μπροστά απ’ τους άλλους, ο γνώστης και πνευματικός  άνθρωπος, πάντα ιερέας ή σοφός. Μέσα στην ιεροσύνη, την έπαρση, μες στην πνευματικότητα είχε τρυπώσει το Εγώ του, καθόταν εκεί και μεγάλωνε, ενώ εκείνος πίστευε ότι το νεκρώνει με τη νηστεία και τον ασκητισμό. Τώρα το έβλεπε και καταλάβαινε πως η μυστική φωνή είχε δίκιο, πως κανένας δάσκαλος δε θα μπορούσε να τον λυτρώσει . Γι’ αυτό έπρεπε να βγει στον κόσμο, να χαθεί μέσα στις ηδονές και τη δύναμη, στη γυναίκα και το χρήμα, έπρεπε να γίνει έμπορος και παίχτης των ζαριών, πότης και πλεονέκτης, ώσπου ο ιερέας κι ο σαμάνος να πεθάνουν μέσα του. Έπρεπε να υποφέρει εκείνα τα φριχτά χρόνια, την αηδία, το κενό, τον παραλογισμό μιας έρημης και χαμένης ζωής, ως το τέλος, ως την πικρή απόγνωση, ώσπου να μπορέσει να πεθάνει κι ο φιλήδονος, ο άπληστος Σιντάρτα. Είχε πεθάνει, ένας νέος Σιντάρτα ξύπνησε απ’ τον ύπνο. Κι αυτός θα γερνούσε, κι αυτός θα ‘πρεπε να πεθάνει κάποτε, εφήμερος ήταν ο Σιντάρτα, κάθε μορφή είναι εφήμερη. Μα σήμερα ήταν νέος, ήταν παιδί, ο καινούριος Σιντάρτα – κι ήταν γεμάτος χαρά.

Απόσπασμα από το έργο ΣΙΝΤΑΡΤΑ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 3 Ιανουαρίου 2021
Τότε η Αλμήτρα είπε: «Μίλησε μας για την Αγάπη»
Κι εκείνος, ύψωσε το κεφάλι του κι αντίκρισε το λαό κι απλώθηκε βαθιά ησυχία και με φωνή μεγάλη είπε: «Όταν η αγάπη σε καλεί, ακολούθησέ την, μόλο που τα μονοπάτια της είναι τραχιά κι απότομα. Κι όταν τα φτερά της σε αγκαλιάσουν, παραδώσου, μόλο που το σπαθί που είναι κρυμμένο ανάμεσα στις φτερούγες της μπορεί να σε πληγώσει.
Κι όταν σου μιλήσει, πίστεψε την, μ’ όλο που η φωνή της μπορεί να διασκορπίσει τα όνειρά σου σαν το βοριά που ερημώνει τον κήπο. Γιατί όπως η αγάπη σε στεφανώνει, έτσι και θα σε σταυρώσει. Κι όπως είναι για το μεγάλωμα σου, είναι και για το κλάδεμά σου.
Κι όπως ανεβαίνει ως την κορφή σου και χαϊδεύει τα πιο τρυφερά κλαδιά σου που τρεμοσαλεύουν στον ήλιο, έτσι κατεβαίνει κι ως τις ρίζες σου και ταράζει την προσκόλληση τους στο χώμα.
Σα δεμάτια σταριού σε μαζεύει κοντά της.
Σε αλωνίζει για να σε ξεσταχυάσει.
Σε κοσκινίζει για να σε λευτερώσει από τα φλούδια σου.
Σε αλέθει για να σε λευκάνει.
Σε ζυμώνει ώσπου να γίνεις απαλός.
Και μετά σε παραδίνει στην ιερή φωτιά της για να γίνεις ιερό ψωμί για του Θεού το άγιο δείπνο. Όλα αυτά θα σου κάνει η αγάπη για να μπορέσεις να γνωρίσεις τα μυστικά της καρδιάς σου και με τη γνώση αυτή να γίνεις κομμάτι της καρδιάς της ζωής»
Αλλά αν από το φόβο σου, γυρέψεις μόνο την ησυχία της αγάπης και την ευχαρίστηση της αγάπης,Τότε, θα ήταν καλύτερα για σένα να σκεπάσεις τη γύμνια σου και να βγεις έξω από το αλώνι της αγάπης. Και να σταθείς στον χωρίς εποχές κόσμο όπου θα γελάς, αλλά όχι με ολάκερο το γέλιο σου, και θα κλαις, αλλά όχι με όλα τα δάκρυά σου.Η αγάπη δε δίνει τίποτα παρά μόνο τον εαυτό της, και δεν παίρνει τίποτα παρά από τον εαυτό της. Η αγάπη δεν κατέχει κι ούτε μπορεί να κατέχεται γιατί η αγάπη αρκείται στην αγάπη.
Όταν αγαπάς, δε θα ‘πρεπε να λες: «Ο Θεός είναι στην καρδιά μου» αλλά μάλλον «Εγώ βρίσκομαι μέσα στην καρδιά του Θεού» Και μη πιστέψεις ότι μπορείς να κατευθύνεις την πορεία της αγάπης, γιατί η αγάπη, αν σε βρει άξιο, θα κατευθύνει εκείνη τη δική σου πορεία.
Η αγάπη δεν έχει καμιά άλλη επιθυμία έκτος από την εκπλήρωσή της. Αλλά αν αγαπάς κι είναι ανάγκη να έχεις επιθυμίες, ας είναι αυτές οι επιθυμίες σου: Να λιώσεις και να γίνεις σαν το τρεχούμενο ρυάκι που λέει το τραγούδι του στη νύχτα. Να γνωρίσεις τον πόνο της πολύ μεγάλης τρυφερότητας. Να πληγωθείς από την ίδια τη γνώση σου της αγάπης.
Και να ματώσεις πρόθυμα και χαρούμενα.
Να ξυπνάς την αυγή με καρδιά έτοιμη να πετάξει και να προσφέρεις ευχαριστίες για μια ακόμα μέρα αγάπης. Να αναπαύεσαι το μεσημέρι και να στοχάζεσαι την έκσταση της αγάπης· Να γυρίζεις σπίτι το σούρουπο μ’ ευγνωμοσύνη στην καρδιά. Και ύστερα να κοιμάσαι με μια προσευχή για την αγάπη που έχεις στην καρδιά σου και μ’ έναν ύμνο δοξαστικό στα χείλη σου.
“Και τι άλλο είναι ο φόβος της ανάγκης από την ίδια την ανάγκη; Δεν είναι ο φόβος της δίψας όταν το πηγάδι σας είναι γεμάτο, η δίψα που είναι αξεδίψαστη; Υπάρχουν εκείνοι που δίνουν λίγα από τα πολλά που έχουν – και τα δίνουν για αναγνώριση, και αυτή η κρυφή τους επιθυμία κάνει τα δώρα τους μισερά.
Και υπάρχουν εκείνοι που έχουν λίγα και τα δίνουν όλα. Αυτοί είναι εκείνοι που πιστεύουν στη ζωή και στην αφθονία της ζωής, και το σεντούκι τους δεν αδειάζει ποτέ. Υπάρχουν εκείνοι που δίνουν με χαρά και η χαρά αυτή είναι η ανταμοιβή τους.
Και υπάρχουν εκείνοι που δίνουν με πόνο και ο πόνος αυτός είναι το βάφτισμά τους. Και υπάρχουν εκείνοι που δίνουν και δε νιώθουν πόνο στο δόσιμο, ούτε γυρεύουν χαρά, κι ούτε σκέφτονται την αρετή. Αυτοί δίνουν όπως η μυρτιά στο λιβάδι εκεί κάτω αναδίνει την ευωδιά της στο διάστημα. Με τα χέρια τέτοιων ανθρώπων μιλάει ο Θεός, και πίσω από τα μάτια τους ο Θεός χαμογελάει στη γη. Είναι καλό να δίνεις όταν σου το ζητούν, αλλά είναι καλύτερο να δίνεις χωρίς να στο ζητήσουν από κατανόηση.
Και για τον απλόχερο άνθρωπο η αναζήτηση εκείνου που θα δεχτεί είναι χαρά μεγαλύτερη από το δόσιμο. Και υπάρχει τάχα κάτι που θα έπρεπε να κρατήσεις; Όλα όσα έχεις κάποια μέρα θα δοθούν. Γι’ αυτό δώσε τώρα, ώστε ο καιρός της προσφοράς να είναι δικός σου, κι όχι των κληρονόμων σου. Πολλές φορές λες, «Θα ήθελα να δώσω, αλλά μόνο σ’ αυτούς που αξίζουν». Τα δέντρα του περιβολιού σου δε μιλούν έτσι, ούτε τα κοπάδια στο λιβάδι σου. Δίνουν για να μπορέσουν να ζήσουν, γιατί το να κρατήσουν είναι θάνατος.
Σίγουρα αυτός που είναι άξιος να δέχεται τις μέρες και τις νύχτες του, είναι άξιος και για καθετί άλλο από σένα. Και αυτός που αξιώθηκε να πιει από τον ωκεανό της ζωής, αξίζει να γεμίσει την κούπα του από το μικρό ρυάκι σου. Και ποια θα υπάρξει μεγαλύτερη αξία από κείνη που βρίσκεται στο θάρρος και στην πίστη η καλύτερα στην ευσπλαχνία της αποδοχής;
Και ποιός είσαι εσύ που θα ‘πρεπε οι άνθρωποι να ανοίξουν το στήθος τους και να ξεσκεπάσουν την περηφάνια τους, για να μπορέσεις να δεις την αξία τους γυμνή και την περηφάνια τους αντρόπιαστη;
Δες πρώτα αν εσύ ο ίδιος είσαι άξιος να γίνεις δότης και όργανο του δοσίματος. Γιατί, στην πραγματικότητα, είναι η ζωή που δίνει στη ζωή – ενώ εσύ, που ονομάζεις τον εαυτό σου δότη, δεν είσαι παρά ένας μάρτυρας.Και σεις αποδέκτες – και είστε όλοι σας αποδέκτες – μη δέχεστε φορτίο ευγνωμοσύνης, για να μη βάλετε δεσμά πάνω στον εαυτό σας και σ’ αυτόν που δίνει.
Καλύτερα να ανυψώνεστε μαζί με το δότη πάνω στα δώρα του, ωσάν να ήταν φτερά. Γιατί αν σκέφτεστε πολύ το χρέος σας είναι σα να αμφιβάλλετε για τη γενναιοδωρία του, που μητέρα της είναι η ανοιχτόκαρδη γη, και πατέρας της ο Θεός»
Kahlil Gibran στον «Προφήτη»
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 3 Ιανουαρίου 2021

Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν. Έτυχε

να ‘ναι τα χρόνια δίσεχτα· πολέμοι χαλασμοί ξενιτεμοί·

κάποτε ο κυνηγός βρίσκει τα διαβατάρικα πουλιά

κάποτε δεν τα βρίσκει· το κυνήγι

ήταν καλό στα χρόνια μου, πήραν πολλούς τα σκάγια·

οι άλλοι γυρίζουν ή τρελαίνουνται στα καταφύγια.

Μη μου μιλάς για τ’ αηδόνι μήτε για τον κορυδαλλό

μήτε για τη μικρούλα σουσουράδα

που γράφει νούμερα στο φως με την ουρά της·

δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίτια

ξέρω πως έχουν τη φυλή τους, τίποτε άλλο.

Καινούργια στην αρχή, σαν τα μωρά

που παίζουν στα περβόλια με τα κρόσσια του ήλιου,

κεντούν παραθυρόφυλλα χρωματιστά και πόρτες

γυαλιστερές πάνω στη μέρα·

όταν τελειώσει ο αρχιτέκτονας αλλάζουν,

ζαρώνουν ή χαμογελούν ή ακόμη πεισματώνουν

μ’ εκείνους που έμειναν μ’ εκείνους που έφυγαν

μ’ άλλους που θα γυρίζανε αν μπορούσαν

ή που χαθήκαν, τώρα που έγινε

ο κόσμος ένα απέραντο ξενοδοχείο.

Δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίτια,

θυμάμαι τη χαρά τους και τη λύπη τους

καμιά φορά, σα σταματήσω· ακόμη

καμιά φορά, κοντά στη θάλασσα, σε κάμαρες γυμνές

μ’ ένα κρεβάτι σιδερένιο χωρίς τίποτε δικό μου

κοιτάζοντας τη βραδινήν αράχνη συλλογιέμαι

πως κάποιος ετοιμάζεται να ‘ρθει, πως τον στολίζουν

μ’ άσπρα και μαύρα ρούχα με πολύχρωμα κοσμήματα

και γύρω του μιλούν σιγά σεβάσμιες δέσποινες

γκρίζα μαλλιά και σκοτεινές δαντέλες,

πως ετοιμάζεται να ‘ρθει να μ’ αποχαιρετήσει·

ή, μια γυναίκα ελικοβλέφαρη βαθύζωνη

γυρίζοντας από λιμάνια μεσημβρινά,

Σμύρνη Ρόδο Συρακούσες Αλεξάντρεια,

από κλειστές πολιτείες σαν τα ζεστά παραθυρόφυλλα,

με αρώματα χρυσών καρπών και βότανα,

πως ανεβαίνει τα σκαλιά χωρίς να βλέπει

εκείνους που κοιμήθηκαν κάτω απ’ τη σκάλα.

Ξέρεις τα σπίτια πεισματώνουν εύκολα, σαν τα γυμνώσεις.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 2 Ιανουαρίου 2021

Ένας πανάρχαιος μύθος των ινδιάνων Σιου, λέει πως ήρθαν κάποτε στη σκηνή του γέρου μάγου της φυλής, πιασμένοι χέρι χέρι, ο Άγριος Ταύρος, ο πιο γενναίος και τιμημένος νέος πολεμιστής, και το Ψηλό Σύννεφο, η κόρη του αρχηγού, μια από τις ωραιότερες γυναίκες της φυλής.

“Αγαπιόμαστε” αρχίζει ο νέος.

“Και θα παντρευτούμε” λέει εκείνη.

“Και αγαπιόμαστε τόσο που φοβόμαστε…”

“Θα θέλαμε κάποιο μαγικό, ένα χαϊμαλί, ένα φυλαχτό…”

“Κάτι που θα μας εγγυάται ότι θα είμαστε για πάντα μαζί.”

“Που θα μας εξασφαλίσει ότι θα είμαστε ο ένας στο πλευρό του άλλου, ώσπου να συναντήσουμε τον Μανιτού, την ημέρα του θανάτου”.

“Σε παρακαλούμε” ικετεύουν, “πες μας τί μπορούμε να κάνουμε…”

Ο μάγος τους κοιτάζει και συγκινείται που τους βλέπει τόσο νέους, τόσο ερωτευμένους, να λαχταρούν τόσο μια του λέξη.

“Υπάρχει κάτι …” λέει τελικά ο σοφός μάγος μετά από αρκετή ώρα. “Αλλά δεν ξέρω…είναι ένα έργο πολύ δύσκολο και απαιτεί θυσίες.”

“Δεν μας πειράζει” λένε και οι δύο.

“Ό,τι και να’ ναι” επιβεβαιώνει ο Άγριος Ταύρος.

“Ωραία” λέει ο μάγος. “Ψηλό Σύννεφο, βλέπεις το βουνό που είναι βόρεια από το χωριό μας; Πρέπει να το ανέβεις μόνη σου, χωρίς τίποτα άλλο εκτός από ένα δίχτυ και τα χέρια σου, και να κυνηγήσεις το πιο όμορφο και δυνατό γεράκι του βουνού. Αν το πιάσεις, πρέπει να το φέρεις εδώ ζωντανό την τρίτη μέρα μετά την πανσέληνο. Κατάλαβες;”

Η νεαρή κοπέλα συγκατανεύει σιωπηλά.

“Κι εσύ Άγριε Ταύρε” συνεχίζει ο μάγος, “πρέπει να ανέβεις το βουνό του κεραυνού, κι όταν φτάσεις στην κορυφή, τον πιο άγριο απ’ όλους τους αετούς, και με τα χέρια σου μόνο κι ένα δίχτυ να τον πιάσεις χωρίς να τον τραυματίσεις και να τον φέρεις μπροστά μου, ζωντανό, την ίδια μέρα που θα έρθει και το Ψηλό Σύννεφο….Πηγαίνετε τώρα.”

Οι δυο νέοι κοιτάζονται με τρυφερότητα, κι ύστερα από ένα φευγαλέο χαμόγελο φεύγουν για να εκπληρώσουν την αποστολή που τους ανατέθηκε. Εκείνη πάει προς το βορρά, εκείνος προς το νότο…

Την καθορισμένη ημέρα, μπροστά στη σκηνή του μάγου, περιμένουν οι δυο νέοι, ο καθένας με μια πάνινη τσάντα, που περιέχει το πουλί που του ζητήθηκε.

Ο μάγος τους λέει να βγάλουν τα πουλιά από τις τσάντες με μεγάλη προσοχή. Οι νέοι κάνουν αυτό που τους λέει, και παρουσιάζουν στο γέρο για να τα εγκρίνει τα πουλιά που έπιασαν Είναι πανέμορφα, χωρίς αμφιβολία, τα καλύτερα του είδους τους.

“Πετούσαν ψηλά;” ρωτάει ο μάγος.

“Ναι, βέβαια. Κι εμείς, όπως μας ζητήσατε….Και τώρα;” ρωτάει ο νέος. “Θα τα σκοτώσουμε και θα πιούμε την τιμή από το αίμα τους;”

“Όχι” λέει ο γέρος.

“Να τα μαγειρέψουμε και να φάμε τη γενναιότητα από το κρέας τους;” προτείνει η νεαρή.

“Όχι” ξαναλέει ο γέρος. “Κάντε ότι σας λέω. Πάρτε τα πουλιά και δέστε τα μεταξύ τους από τα πόδια μ’ αυτές τις δερμάτινες λωρίδες…Αφού τα δέσετε, αφήστε τα να φύγουν, να πετάξουν ελεύθερα.”

Ο πολεμιστής και η νεαρή κοπέλα κάνουν ό,τι ακριβώς τους έχει πει ο μάγος, και στο τέλος ελευθερώνουν τα πουλιά.

Ο αετός και το γεράκι προσπαθούν να πετάξουν, αλλά το μόνο που καταφέρνουν είναι να στριφογυρίζουν και να ξαναπέφτουν κάτω. Σε λίγα λεπτά, εκνευρισμένα που δεν καταφέρνουν να πετάξουν, τα πουλιά επιτίθενται με τσιμπήματα το ένα εναντίον του άλλου, μέχρι που πληγώνονται.

“Αυτό είναι το μαγικό. Μην ξεχάσετε ποτέ αυτό που είδατε σήμερα. Τώρα, είστε κι εσείς ένας αετός κι ένα γεράκι. Αν δεθείτε ο ένας με τον άλλον, ακόμα κι αν το κάνετε από αγάπη, όχι μόνο θα σέρνεστε στη ζωή σας, αλλά επιπλέον, αργά ή γρήγορα, θα αρχίσετε να πληγώνετε ο ένας τον άλλον. Αν θέλετε η αγάπη σας να κρατήσει για πάντα, να πετάτε μαζί, αλλά ποτέ δεμένοι.”