Διαβάσαμε

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Ιανουαρίου 2022

Απόσπασμα”

… Στάθηκε μπροστά μου πατώντας ανάλαφρα στα δάχτυλα των ποδιών για να δείξει ψηλότερη.

-Λοιπόν θα με πάρεις;
-Ναι. Πώς σε λένε;
Μού’πε κάτι που θά’ταν αδύνατο να το θυμηθώ και να το ξαναπώ.
-Θα σε λέω Λι, της είπα.
Συμφώνησε.
-Πόσο χρονών είσαι;
Σήκωσε τα δάχτυλα και με μούντζωσε και με τα δέκα δάχτυλα.
Κατάλαβα.
[…]
Μπήκαμε στο Καρρέ. Πήρα ένα αυγό ωμό και της τό’δωσα. Τό’σπασε και τό’δωσε του αδερφού της. Το κατάπιε σα φίδι.
-Φάε ό,τι θέλεις, της είπα.
-Δώσε μου, αποκρίθηκε.
-Διάλεξε μόνη σου.
Δίστασε. Πήρε λίγο απ’όλα και τα τύλιξε σ’ένα χαρτί. Κίνησε να φύγει. Την κάθισα δίπλα μου με το ζόρι. Πήρα ένα μπισκότο και το πλησίασα στο στόμα της. Έσφιξε τα χείλα της.
-Γιατί δεν τρως;
-Πρέπει να το πάω στο σπίτι.
-Φάε αυτό, θα σου δώσω κι άλλο.
-Και το άλλο θα το πάω.
-Ποιός σ’έμαθε έτσι;
-Κανείς.
Τότε;
Τσιμουδιά. Το πήρε, έκοψε λίγο και το μάσησε ανόρεχτα. Έδωσε το περισσότερο στον αδελφό της που το κατάπιε σα γλάρος.
[…]
Το απόγευμα ανέβηκα στον Ασύρματο. Έλαμπε από την πάστρα. Το ίδιο κι η κάμαρά μου. Η μικρή καθόταν σ’ένα πεζούλι, το μωρό κοιμόταν στα γόνατά της. Σηκώθηκε και τό’βαλε στην πλάτη.
-Πολλά βιβλία, είπε, είναι δικά σου;
-Ναι.
-Και τά’χεις διαβάσει;
-Όλα.
-Θα ξέρεις πολλά.
-Όχι περισσότερα από σένα, συλλογίστηκα, κι ό,τι δεν ξέρω το μαθαίνω τώρα από σένα, στα σαράντα μου.
[…]
Είμαι ένας ατζαμής – ο μεγαλύτερος που ξέρω- στις κρίσιμες ώρες. Λέω κάτι κουβέντες, που δεν έχουν καμιά θέση κείνη την ώρα και που τις θυμούνται οι άλλοι και περισσότερο απ’όλους εγώ όταν έρχονται στο νου μου, την ώρα που πάω να κοιμηθώ, και με βασανίζουν. Είναι κάτι παγίδες που στήνω σ’εμένα τον ίδιο.
-Θα με θυμάσαι όταν φύγω; τη ρώτησα. Θα με θυμάσαι;
Δεν αποκρίθηκε. Γιατί τό’πα; Για να μου απαντήσει μ’ευχαριστίες; Να μου δείξει τί μου χρωστούσε; Ποιός δαίμονας ξέρει; Και με γαργαλάει με την ουρά του, καταστρέφει την ευτυχισμένη στιγμή και κάνει τους άλλους να τραβιούνται από μένα.
[…]
-Πάρε όσα αυγά περίσσεψαν, είπε, και μια ντουζίνα κονσέρβες σολομό. Δώσε τα στην ψυχοκόρη σου να μην πάνε χαμένα. Κάθε πρωί ερχόταν και μου γέμιζε το θερμός νερό.
Της τό’πα.
-Τώρα είμαι πλούσια, είπε. Καμιά σ’όλα τα Σαμπάν δεν έχει το βιος μου.
Κατέβασε το κεφάλι της.
-Το ευχαριστώ είναι πρόστυχη πληρωμή. Όταν δυο άνθρωποι ζούνε ο ένας με την ανάσα του άλλου δε χωράει πληρωμη.
-Θα ξαναγυρίσω, της είπα.
-Κανείς δεν ξαναγυρίζει. Ο καλός Δράκος κατεβαίνει στα σπίτια μας μονάχα μια φορά. Πολλοί δεν τον έχουν ούτε συναντήσει. Εγώ τον είδα.
-Τότε γιατί δεν τον δένεις με σκοινί της Μανίλλα, να μη σου φύγει.
-Όσοι τον αγγίσανε μίκρυνε. Έγινε ένα σκουλήκι ίσαμε το νύχι μου. Σκλαβωμένος δε μπορεί πια να κάνει καλό.
-Πώς είναι;
-… είναι κεντημένος με χρυσές κλωστές σε μεταξωτό του Σαντούνγκ.
-Και πώς βοηθάει;
-Δε βοηθάει. Προλαβαίνει. Όταν κάποιος πέσει στο ποτάμι, κανείς δικός του δεν τον βοηθάει. Δεν πρέπει. Το σωστό είναι να τον προλαβαίνουν πριν πέσει.
Είναι νάνος, σκέφτηκα. Δεν είναι φυσικό να μιλάει έτσι.
-Την αλήθεια, πες μου την αλήθεια, της είπα. Πόσο χρονών είσαι;
-Όσο και προχτές που με ρώτησες. Δέκα. Μα γιατί ρωτάς;
[…]
Στο τελωνείο του Πειραιά, ένας ελεγκτής, ψάχνοντας τις αποσκευές μου, βρήκε στον πάτο ενός σάκου που δεν είχε ανοίξει από την ημέρα που αφήσαμε το καράβι ένα μικρό δέμα από στρατσόχαρτο. Το άνοιξε. Ξετύλιξε με προσοχή μια μικρή παλιά παντιέρα πού’χε στο μάκρος της ένα Δράκοντα κεντημένο με χρυσοκλωνά ξεφτισμένη.
Τη χαρακτήρισε “αντικείμενο άνευ αξίας” και την ξανάβαλε στη θέση της.”

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 15 Ιανουαρίου 2022

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ” Άργησα πολύ να καταλάβω τι σημαίνει ταπεινοσύνη και φταίνε αυτοί που μου μάθανε να την τοποθετώ στον άλλο πόλο της υπερηφάνειας. Πρέπει να εξημερώσεις την ιδέα της ύπαρξης μέσα σου, για να την καταλάβεις.

Μια μέρα που ένιωθα να μ’ έχουν εγκαταλείψει όλα και μια μεγάλη θλίψη να πέφτει αργά στην ψυχή μου, τράβηξα κει που περπατούσα μες στα χωράφια χωρίς σωτηρία, ένα κλωνάρι άγνωστου θάμνου.

Το ‘κοψα και το ‘φερα στο απάνω χείλι μου. Ευθύς αμέσως κατάλαβα ότι ο άνθρωπος είναι αθώος.

Το διάβασα σ’ αυτή τη στυφή από αλήθεια ευωδιά τόσο έντονα, που πήρα να προχωρώ το δρόμο της μ’ ελαφρύ βήμα και καρδιά ιεραπόστολου.

Ώσπου, σε μεγάλο βάθος, μου έγινε συνείδηση πια, ότι όλες οι θρησκείες λέγανε ψέματα.

Ναι, ο Παράδεισος δεν ήταν μια νοσταλγία.

Ούτε, πολύ περισσότερο, μια ανταμοιβή.

Ήταν ένα δικαίωμα.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 15 Ιανουαρίου 2022

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

“Υπήρχε κάποια εποχή στη ζωή μας που ήμασταν τόσο κοντά και τίποτα δεν φαινόταν να εμποδίζει τη φιλία και την αδελφοσύνη μας και μας χώριζε μόνο ένα μικρό γεφυράκι. Ακριβώς την ώρα που ήσουν έτοιμος να το περάσεις σε ρώτησα: «Θέλεις να περάσεις το γεφυράκι και να έρθεις κοντά μου;» – τότε έπαψες να το θέλεις. Και όταν σε ρώτησα ξανά, εσύ παρέμεινες σιωπηλός. Έκτοτε βουνά και άγριοι καταρράκτες μας χώρισαν, μπήκαν ανάμεσά μας κι αποξενωθήκαμε τόσο που ακόμη κι αν θέλαμε να έρθουμε κοντά ο ένας στον άλλον δεν θα μπορούσαμε. Αλλά όταν σκέφτεσαι τώρα αυτό το μικρό γεφυράκι, τα λόγια πέφτουν στο κενό, ενώ εσύ κλαις και δεν μπορείς να το πιστέψεις.»

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 22 Δεκεμβρίου 2021
  1. Μία εβδομάδα πριν τα Χριστούγεννα οι μαγαζάτορες ετοίμαζαν τα μαγαζιά τους σ’ όλες τις γειτονιές, ιδίως αυτά που πουλούσαν τρόφιμα, εδώδιμα, αποικιακά, αλλαντικά και κρεατικά. Τα στόλιζαν με πρασινάδες, κλαδιά από μερσίνες, σχίνα, βάγια, δεντρολίβανα και κρομμύδες από τις εξοχές, ζουμπούλια, κατίμαρα μυρωδάτα, ως και μπλίρες. Βάζανε ακόμα και πρόσθετες λάμπες λουξ, με ασετιλίνη. Τις άναβαν και τη μέρα ακόμα, καθώς τέτοια εποχή οι μέρες ήτανε μουντές, χειμωνιάτικες.
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 18 Δεκεμβρίου 2021

Να βρίσκεις το καλύτερο στους άλλους.
Να αφήνεις με το πέρασμά σου τον κόσμο λίγο καλύτερο από ότι τον βρήκες.Κάθε μέρα να βάζεις στη ζωή σου μια δόση από γέλιο.Και να θυμάσαι ότι η πορεία μας γίνεται ομορφότερη όταν μπορούμε να τη μοιραζόμαστε.

Να γελάς πολύ και συχνά…

Και να κοιτάς τον ήλιο στα μάτια…
Να απολαμβάνεις την ύπαρξή του, την απεραντοσύνη του.
Για πες μου, υπάρχει πιο ωραίο από το να δέχεσαι μέσα σου το φως του;

Να γελάς πολύ και συχνά…

Και να ονειρεύεσαι με πάθος.
Να θαυμάζεις το γαλάζιο του ουρανού και το βαθύ μπλε της θάλασσας.
Να μάθεις να χαίρεσαι τις απλές βόλτες με παρέες που θυμίζουν καλοκαίρι.

Να γελάς πολύ και συχνά…

Να αφήνεις τον εαυτό σου να λύνεται στα γέλια.
Έτσι ξαφνικά κι απρόσμενα σαν ένα μικρό παιδί που σκόνταψε σε σκάλα.
Και ας σε λένε οι άλλοι τρελό ή αιθεροβάμων.
Να τους απαντάς πάντα ότι ”Εγώ τη ζωή έτσι θέλω να τη βλέπω”.

Να γελάς πολύ και συχνά…

Και να απολαμβάνεις τον ήχο της βροχής με όλες σου τις αισθήσεις.
Και ας έχεις μέσα σου χειμώνα.
Και ας κρυώνεις με το βαθύ σκοτάδι.
Ακόμα και τότε μια μικρή αχτίδα φωτός θα λάμψει…αρκεί να χαμογελάσεις.

Να γελάς πολύ και συχνά…

Να γεύεσαι εκείνο το γλυκό καφέ που με το πρώτο ξύπνημα θα φτιάξεις.
Και να αναζητάς εκείνη τη αίσθηση ανεμελιάς και αθωότητας που κάποιες φορές μπορεί να σου λείπει

Να γελάς πολύ και συχνά…

Να απολαμβάνεις τη μυρωδιά των λουλουδιών,
Και το αίσθημα ελευθερίας που η ελπίδα σου χαρίζει…Για σκέψου…κάπου γίνεται πόλεμος για να επέλθει η λύτρωση.

Να γελάς πολύ και συχνά…

Να βάζεις γύρω σου αρώματα που πάντα θα σου θυμίζουν αισιοδοξία.
Εκείνο το συναίσθημα που κάνει το πρόσωπο να ανθίζει από λάμψη
Και εκείνο το βλέμμα που θα σε γεμίσει υποσχέσεις για να ξεκινήσεις από την αρχή.

Να γελάς πολύ και συχνά…

Και μη ξεχνάς όπου πας να πορεύεσαι με πίστη.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη αλήθεια από αυτή.
Για κοίτα γύρω σου…ποσο όμορφοι γίνονται οι άνθρωποι όταν έχουν πίστη μέσα τους…

Να γελάς πολύ και συχνά…

ΝΙΚΌΛ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 18 Δεκεμβρίου 2021

Η Αιολική γη θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα, αν όχι το σημαντικότερο, έργο του Ηλία Βενέζη. Η Αιολική Γη ξεπηδάει από τις ρίζες των δέντρων της Ανατολής, από τα βουνά της Μικρασίας που τα λένε Κιμιντένια και ταξιδεύει από το κτήμα του παππού και της γιαγιάς στα κύματα του Αιγαίου. Έτσι όπως ταξιδεύει και η ψυχή του μικρού Πέτρου, που παρέα με την αγαπημένη αδελφή του, ακούει τις μυστικές φωνές της φύσης, τα καλέσματα των σπηλιών και των φαραγγιών και αφουγκράζεται τους ήχους της γης και του νερού. Κοντά στα τσακάλια, τα αγριογούρουνα, τις αρκούδες και τους αετούς ο Πέτρος θα γνωρίσει μαζί με τα παραμύθια της γιαγιάς, τα πρώτα σκιρτήματα του έρωτα. Θα γνωρίσει την τραχιά και άγρια φύση του τόπου και των ανθρώπων και θα μάθει για τους προγόνους του, που ξεχέρσωσαν την άγονη γη κάνοντάς τη ζωή και πεπρωμένο τους. Ο Ηλίας Βενέζης, καταγράφει με νοσταλγία τις παιδικές αναμνήσεις του στις Κυδωνίες της Μικράς Ασίας από τις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι το 1914, όταν άρχισαν οι πρώτοι διωγμοί. Το έργο ανεβαίνει φέτος από το Εθνικό Θέατρο.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

«Οι πρόγονοί μου δουλέψανε σκληρά τη γη που είναι κάτω απ’ τα Κιμιντένια. Όταν εγώ γεννήθηκα, ένα μεγάλο μέρος της περιοχής το όριζε η φαμίλια μας. Το χειμώνα μέναμε στην πόλη, αλλά μόλις τα χιόνια φεύγανε απ’ τα Κιμιντένια κ’ η γη πρασίνιζε μας έπαιρνε η μητέρα μας, όλα τ’ αδέρφια μου, την Ανθίππη, την Αγάπη, την Άρτεμη, τη Λένα, εμένα, και πηγαίναμε να ζήσουμε τους μήνες του καλοκαιριού στο κτήμα, κοντά στον παππού και στη γιαγιά μας. Η θάλασσα ήταν μακριά από κει, κι αυτό στην αρχή ήταν μεγάλη λύπη για μένα επειδή γεννήθηκα κοντά της. Στην ησυχία της γης θυμόμουν τα κύματα, τα κοχύλια και τις μέδουσες, τη μυρουδιά του σάπιου φυκιού και τα πανιά που ταξίδευαν. Δεν ήξερα να τα πω αυτά, επειδή ήμουνα πολύ μικρός. Αλλά μια μέρα η μητέρα μου βρήκε το αγόρι της πεσμένο μπρούμυτα καταγής, σα να φιλούσε το χώμα. Το αγόρι δε σάλευε, κι όταν η μητέρα πλησίασε τρομαγμένη και το σήκωσε είδε το πρόσωπό του πλημμυρισμένο στα δάκρυα. Το ρώτησε ξαφνιασμένη τί έχει, κ’ εκείνο δεν ήξερε ν’ αποκριθεί και δεν είπε τίποτα. Όμως μια μητέρα είναι το πιο βαθύ πλάσμα του κόσμου, κ’ η δική μου, που κατάλαβε, με πήρε από τότε πολλές φορές και πήγαμε ψηλά στα Κιμιντένια, απ’ όπου μπορούσα να βλέπω τη θάλασσα. Κ’ ενώ εγώ αφαιριόμουνα στη μακρινή μαγεία του νερού, εκείνη δε μου μιλούσε, για να αισθάνομαι πως είμαστε μονάχοι, η θάλασσα κ’ εγώ. Περνούσε πολλή ώρα έτσι, τα μάτια μου κουράζονταν να κοιτάνε και γέρναν, έγερνα κ’ εγώ στη γη. Τότε τα δέντρα που με τριγύριζαν γίνονταν καράβια με ψηλά κατάρτια, τα φύλλα που θροούσαν γίνονταν πανιά, ο άνεμος ανατάραζε το χώμα, το σήκωνε σε ψηλά κύματα, τα μικρά τριζόνια και τα πουλιά ήταν χρυσόψαρα και πλέανε, κ’ εγώ ταξίδευα μαζί τους».

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 7 Δεκεμβρίου 2021

Μια συγκλονιστική επιστολή, ενδεικτική της τεράστιας προσωπικότητας του, έγραψε ο Ουμπέρτο Έκο απευθύνοντάς την στον εγγονό του. Πρόκειται για ένα κείμενο που ο εκλιπών μεγάλος στοχαστής έγραψε το 2014, κατά παραγγελία του ιταλικού περιοδικού «L’ Espresso», το οποίο είχε ζητήσει από τον ίδιο και από άλλες 13 προσωπικότητες του πνεύματος να γράψουν μια επιστολή για το 2014.
Ο Ουμπέρτο Έκο έγραψε την επιστολή προς τον εγγονό του, ο οποίος πρόσφατα εκφώνησε έναν λιτό και ουσιαστικό επικήδειο λόγο στον παππού του.
Στο κείμενο ο Έκο εκδηλώνει τον προβληματισμό του για τις Νέες Τεχνολογίες και τη σημασία της μνήμης. Υποστηρίζει πως ούτε το Διαδίκτυο μπορεί να υποκαταστήσει τη γνώση, ούτε οι υπολογιστές το μυαλό μας και προτρέπει τις νέες γενιές να μαθαίνουν απομνημονεύοντας.

Ολόκληρη η επιστολή:
«Αγαπητό μου εγγονάκι,
Δεν θα ήθελα αυτή η χριστουγεννιάτικη επιστολή να θεωρηθεί υπερβολικά συναισθηματική ή ότι έχει σκοπό να σε νουθετήσει σχετικά με την αγάπη για τους συνανθρώπους μας, για την πατρίδα, για τον κόσμο, και όλα τα συναφή. Δεν θα έδινες καμιά σημασία και όταν θα έφτανε η στιγμή να θέσεις σε εφαρμογή όλα αυτά, (εσύ έφηβος, και εγώ στο επέκεινα), το σύστημα αξιών θα είχε αλλάξει τόσο πολύ, που πιθανότατα οι συμβουλές μου θα προέκυπταν ξεπερασμένες.

Βάζε πράγματα στο μυαλό σου

Θα ήθελα να επικεντρωθώ σε μια μόνο συμβουλή, την οποία μπορείς να ακολουθήσεις ακόμη και τώρα, ενώ σερφάρεις στο iPad σου. Κι ούτε θα κάνω το λάθος να σου το υποδείξω, όχι γιατί θα φαινόμουν ένας παππούς βαρετός, αλλά γιατί το ίδιο κάνω και εγώ. Στην καλύτερη περίπτωση μπορώ να σου πω ότι, αν κατά τύχη πέσεις πάνω σε εκατοντάδες ιστοσελίδες πορνό που δείχνουν τη σχέση μεταξύ δύο ανθρώπινων όντων, προσπάθησε με χίλιους τρόπους να μην πιστέψεις ότι αυτό είναι το σεξ, όταν μάλιστα σε αναγκάζει να μη βγαίνεις από το σπίτι σου, για να κοιτάξεις τα πραγματικά κορίτσια. Ξεκινώ από την αρχή ότι είσαι ετεροφυλόφιλος, αλλά κι έτσι να μην είναι, προσάρμοσε τις συμβουλές μου στην περίπτωσή σου. Κοίταζε τα πραγματικά κορίτσια στο σχολείο ή όπου πας να παίξεις, γιατί είναι καλύτερα από τα τηλεοπτικά και μια μέρα θα σου προσφέρουν μεγαλύτερες χαρές από εκείνες του Διαδικτύου. Πίστεψε εκείνους που έχουν μεγαλύτερη εμπειρία από εσένα. Αν εγώ κοίταζα το σεξ μόνο στον υπολογιστή, ο πατέρας σου δεν θα είχε ποτέ γεννηθεί, κι εσύ ποιος ξέρει πού θα βρισκόσουν, μάλλον δεν θα υπήρχες καν.

Αλλά δεν είναι αυτό που θέλω να σου πω, αλλά για μια ασθένεια που έχει προσβάλει τη γενιά σου, καθώς και παιδιά μεγαλύτερα από εσένα, που τώρα φοιτούν στο πανεπιστήμιο: την απώλεια της μνήμης.
Είναι αλήθεια ότι αν θέλεις να μάθεις ποιος ήταν ο Καρλομάγνος ή πού βρίσκεται η Κουάλα Λουμπούρ, δεν έχεις παρά να πατήσεις μερικά πλήκτρα και το Διαδίκτυο σου το λέει αμέσως. Κάν’ το όταν χρειάζεται, αφού όμως το κάνεις, προσπάθησε να θυμηθείς τι σου είπε, για να μην αναγκαστείς να το αναζητήσεις για δεύτερη φορά σε περίπτωση που υπάρξει επείγουσα ανάγκη, όπως για μια έρευνα στο σχολείο. Επειδή νομίζεις ότι ο υπολογιστής μπορεί να σου απαντάει οποιαδήποτε στιγμή, ελλοχεύει ο κίνδυνος να χάσεις το ενδιαφέρον να βάζεις πράγματα στο μυαλό σου. Είναι σαν να λέμε ότι, επειδή έχεις μάθει πως για να πας από την τάδε οδό στη δείνα, υπάρχουν το λεωφορείο ή το Μετρό, που σου επιτρέπουν να μετακινηθείς χωρίς κόπο -το οποίο βεβαίως εξυπηρετεί και κάν΄το κάθε φορά που βιάζεσαι-, για τον λόγο αυτό δεν χρειάζεται πλέον να περπατάς. Αν όμως δεν περπατάς αρκετά, γίνεσαι «άτομο με ειδικές ανάγκες», όπως χαρακτηρίζουμε σήμερα τους ανθρώπους που βρίσκονται σε αναπηρικό καροτσάκι. Εντάξει, ξέρω ότι ασχολείσαι με σπορ, άρα ξέρεις να κινείς το σώμα σου, ας επιστρέψουμε όμως στο μυαλό σου.

Παιχνίδια με τον  νου

Η μνήμη είναι ένας μυς, όπως εκείνοι των ποδιών, και αν δεν τον εκγυμνάζεις, ατονεί κι έτσι, από πλευράς εγκεφάλου, γίνεσαι άτομο με ειδικές ανάγκες, δηλαδή, για να μιλήσουμε ειλικρινά, ένας ηλίθιος. Κι επειδή για όλους ελλοχεύει ο κίνδυνος να πάθουν Αλτσχάιμερ όταν γεράσουν, ένας τρόπος για να αποφύγουν αυτό το δυσάρεστο ατύχημα είναι να εξασκούν πάντοτε τη μνήμη τους. Ιδού, λοιπόν, η δική μου συνταγή: Κάθε πρωί μάθαινε απ’ έξω μερικούς στίχους, ένα σύντομο ποίημα ή, όπως έκαναν οι δάσκαλοί μας, που μας έβαζαν να μάθουμε τη «Σταχτιά Φοραδίτσα»1 ή «Το Σάββατο του χωριού»2. Καλό θα ήταν να κάνεις παιγνίδια μνήμης με τους φίλους σου για να δείτε ποιος θυμάται καλύτερα. Αν δεν σας αρέσει η ποίηση, κάντε το με τους ποδοσφαιριστές. Πρόσεξε όμως! Δεν πρέπει να γνωρίζεις μόνο τους σημερινούς ποδοσφαιριστές της Ρόμα, αλλά και των άλλων ομάδων, ίσως και ομάδων του παρελθόντος. Φαντάσου ότι εγώ θυμάμαι εκείνους της Τορίνο, όταν το αεροπλάνο τους συνετρίβη με όλους τους παίκτες μέσα: Μπατσικαλούπο, Μπαλαρίν, Μαρόζο κ.λπ. Κάντε αγώνες μνήμης σχετικά με τα βιβλία που έχετε διαβάσει. Π.χ., ποιος ήταν πάνω στην Ισπανιόλα προς αναζήτηση του νησιού των θησαυρών; Ο Λόρδος Τριλώνεϋ, ο Καπετάν Σμόλετ, ο Δόκτωρ Λάιβζι, ο Λονγκ Τζον Σίλβερ, ο Τζιμ; Δες αν οι φίλοι σου θυμούνται ποιοι ήταν οι υπηρέτες των Τριών Σωματοφυλάκων και του Ντ’ Αρτανιάν: Γκριμό, Μπαζέν, Μουσκετόν και Πλανσέ. Κι αν δεν θέλεις να διαβάσεις τους «Τρεις Σωματοφύλακες» (να ήξερες τι χάνεις) κάν’ το με κάποια από τις ιστορίες που έχεις διαβάσει. Μοιάζει με παιγνίδι (και είναι), θα δεις όμως πως το κεφάλι σου θα κυριευθεί από διάφορους χαρακτήρες, ιστορίες, αναμνήσεις κάθε είδους.
<span;>Θα αναρωτηθείς γιατί παλιά οι υπολογιστές ονομάζονταν ηλεκτρονικά μυαλά; Διότι σχεδιάστηκαν με βάση το μοντέλο του εγκεφάλου σου (μας), αλλά ο εγκέφαλος έχει περισσότερες διασυνδέσεις από έναν υπολογιστή, είναι ένα είδος υπολογιστή που κουβαλάς πάντα μαζί σου, ο οποίος μεγαλώνει και δυναμώνει με την άσκηση, ενώ ο υπολογιστής που έχεις πάνω στο γραφείο σου, όσο πιο πολύ τον χρησιμοποιείς, τόσο περισσότερη ταχύτητα χάνει και μετά από μερικά χρόνια θα πρέπει να τον αλλάξεις. Αντίθετα, στην εποχή μας, το μυαλό σου μπορεί να διαρκέσει έως και ενενήντα χρόνια -αν το έχεις εξασκήσει. Και στα ενενήντα του χρόνια θα θυμάται περισσότερα πράγματα από αυτά που θυμάσαι τώρα. Και μάλιστα δωρεάν!

Μάθε τι συνέβη πριν τη γέννησή σου

Έπειτα, υπάρχει η ιστορική μνήμη, αυτή που δεν αφορά τα γεγονότα της ζωής σου ή τα πράγματα που έχεις διαβάσει, αλλά αυτά που συνέβησαν πριν ακόμη γεννηθείς.
<span;>Σήμερα, αν πας σε ένα κινηματογράφο, θα πρέπει να μπεις μέσα μια συγκεκριμένη ώρα, όταν αρχίζει η ταινία, και όταν η προβολή ξεκινά, είναι σαν κάποιος να σε παίρνει από το χέρι και να σου λέει τι συμβαίνει. Στα χρόνια μου, μπορούσε κανείς να μπει στην αίθουσα του κινηματογράφου οποιαδήποτε στιγμή, θέλω να πω στο μέσο της προβολής. Έμπαινε τη στιγμή που συνέβαιναν ορισμένα πράγματα και προσπαθούσε να καταλάβει τι είχε προηγηθεί. Αργότερα, όταν η ταινία ξανάρχιζε, μπορούσε να διαπιστώσει αν είχε καταλάβει σωστά την υπόθεση, εκτός του ότι, αν η ταινία είχε ενδιαφέρον, μπορούσε να μείνει και να την ξαναδεί. Λοιπόν, η ζωή είναι σαν μια ταινία της δικής μου εποχής. Όλοι ερχόμαστε στη ζωή όταν πολλά πράγματα έχουν ήδη συμβεί πριν εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια, και είναι σημαντικό να μάθουμε τι έχει συμβεί πριν εμείς γεννηθούμε. Αυτό είναι αναγκαίο, για να κατανοήσουμε καλύτερα γιατί σήμερα συμβαίνουν πολλά νέα πράγματα.

Να ξεφυλλίζεις και να μαθαίνεις

Λοιπόν, το σχολείο, εκτός από τις προσωπικές σου αναγνώσεις, θα έπρεπε να σου διδάσκει να απομνημονεύεις αυτά που συνέβησαν πριν τη γέννησή σου. Φαίνεται όμως ότι δεν το κάνει καλά, διότι διάφορες έρευνες μας λένε ότι τα παιδιά του σήμερα, ακόμη και τα πιο μεγάλα που φοιτούν στα πανεπιστήμια, ας πούμε αυτά που έχουν γεννηθεί το 1990, δεν ξέρουν -και ίσως δεν θέλουν να ξέρουν- τι είχε συμβεί το 1980, για να μη μιλήσουμε για το τι συνέβη πριν από πενήντα χρόνια.

Τα στατιστικά στοιχεία μας λένε ότι αν ρωτήσετε κάποια παιδιά ποιος ήταν ο Άλντο Μόρο, θα απαντήσουν ότι ήταν ο αρχηγός των Ερυθρών Ταξιαρχιών – ενώ ήταν αυτός που οι Ερυθρές Ταξιαρχίες σκότωσαν.
Δεν θα μιλήσουμε εδώ για τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, αφού για πολλούς παραμένει ένα μυστήριο, παρά το γεγονός ότι αυτά συνέβησαν εδώ και τριάντα χρόνια. Εγώ γεννήθηκα το 1932, δέκα χρόνια μετά την άνοδο του Φασισμού στην εξουσία. Ήξερα όμως ποιος ήταν ο πρωθυπουργός κατά τη στιγμή της Πορείας στη Ρώμη (τι είναι αυτό;)3. Ίσως το φασιστικό σχολείο μού το είχε διδάξει, για να μου εξηγήσει πόσο ανόητος και κακός ήταν εκείνος
ο Υπουργός «O δειλός Φάκτα4», που οι φασίστες είχαν αντικαταστήσει. Εντάξει! Τουλάχιστον όμως το ήξερα.
Ας αφήσουμε όμως το σχολείο. Ένα αγόρι του σήμερα δεν γνωρίζει ποιοι ήταν οι ηθοποιοί του κινηματογράφου είκοσι χρόνια πριν, ενώ εγώ ήξερα ποια ήταν η Φραντσέσκα Μπερτίνι, που πρωταγωνίστησε σε βουβές ταινίες είκοσι χρόνια πριν εσύ γεννηθείς. Ίσως γιατί ξεφύλλιζα παλιά περιοδικά που συσσωρεύονταν στην ντουλάπα του σπιτιού μας, αλλά αυτό ακριβώς σε καλώ να κάνεις: να ξεφυλλίζεις κι εσύ παλιά περιοδικά, καθώς πρόκειται για έναν τρόπο να μάθεις τι είχε συμβεί πριν εσύ γεννηθείς. Αλλά γιατί είναι τόσο σημαντικό να γνωρίζουμε τι συνέβη πριν; Διότι, πολλές φορές ό, τι συνέβη στο παρελθόν σου εξηγεί γιατί ορισμένα πράγματα συμβαίνουν σήμερα, και οπωσδήποτε (όπως και για τους ποδοσφαιριστές, που είπαμε) είναι ένας τρόπος για να εμπλουτίζουμε τη μνήμη μας.
Πρόσεξε! Αυτό δεν μπορείς να το κάνεις μόνο με τα βιβλία και τα περιοδικά, αλλά και με το Ίντερνετ, το οποίο μπορούμε να το χρησιμοποιούμε όχι μόνο για να κάνουμε chat με τους φίλους μας, αλλά, (λέμε τώρα) και με την Ιστορία του κόσμου. Ποιοι ήταν οι Χετταίοι; Και οι Καμισάρντι (camisards)5; Και πώς ονομάζονταν οι τρεις καραβέλες του Κολόμβου; Πότε εξαφανίστηκαν οι δεινόσαυροι; Η Κιβωτός του Νώε θα μπορούσε να έχει ένα πηδάλιο; Ποιο ήταν το όνομα του προγόνου του βοδιού; Υπήρχαν περισσότερες τίγρεις πριν από εκατό χρόνια απ’ ό,τι σήμερα; Τι ήταν η αυτοκρατορία του Μάλι; Και ποιος μιλούσε για την Αυτοκρατορία του Κακού; Ποιος ήταν ο δεύτερος Πάπας στην ιστορία; Πότε εμφανίστηκε ο Μίκυ Μάους;
Θα μπορούσα να θέσω ατέλειωτα ερωτήματα και όλα θα ήταν ωραίες περιπέτειες έρευνας. Θα έλθει η μέρα που θα είσαι ηλικιωμένος και θα νιώθεις ότι έχεις ζήσει χίλιες ζωές, γιατί θα είναι σαν να ήσουν παρών στη Μάχη του Βατερλό, ότι παρακολούθησες τη δολοφονία του Ιούλιου Καίσαρα κι ότι ήσουν πολύ κοντά στο σημείο όπου ο Bertoldo il Nero6, αναμιγνύοντας ουσίες σε ένα γουδί για να βρει τον τρόπο να φτιάξει χρυσό, ανακάλυψε κατά λάθος την πυρίτιδα (μπαρούτι) και εκτινάχθηκε στον αέρα (και καλά να πάθει). Αντίθετα, άλλοι φίλοι σου, οι οποίοι δεν θα έχουν καλλιεργήσει τη μνήμη τους, θα έχουν ζήσει μια μόνο ζωή, τη δική τους, που θα πρέπει να ήταν και πολύ μελαγχολική και στερημένη από μεγάλες συγκινήσεις.

Καλλιέργησε, λοιπόν, τη μνήμη σου και από αύριο αποστήθισε την «Εύθυμη Τερέζα»

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 29 Νοεμβρίου 2021

Χθες σε ονειρεύτηκα. Δεν θυμάμαι τι έγινε ακριβώς, το μόνο που θυμάμαι είναι ότι διαρκώς μετατρεπόμασταν ο ένας στον άλλο, εγώ ήμουν εσύ, εσύ ήσουν εγώ.
Τελικά, κάπως πήρες φωτιά, θυμήθηκα ότι πρέπει κανείς να καταπνίγει τις φλόγες με υφάσματα, άρπαξα ένα παλιό πανωφόρι και σε χτυπούσα με αυτό. Αλλά πάλι άρχισαν οι μεταμορφώσεις, σε σημείο που, στο τέλος, δεν ήσουν πια καθόλου παρούσα, αλλά ήμουν εγώ αυτός που φλεγόταν και ήμουν και αυτός που χτυπούσε με το πανωφόρι.
Αλλά δεν ωφελούσε σε τίποτα και απλώς επιβεβαίωσε τον παλιό μου φόβο ότι τέτοια μέτρα κατά της φωτιάς είναι παντελώς ατελέσφορα.
Στο μεταξύ όμως είχε έρθει η Πυροσβεστική και κατάφεραν να σε σώσουν κάπως.
Αλλά ήσουν διαφορετική από πριν, σαν φάντασμα […] σχεδιασμένο με κιμωλία στο σκοτάδι, και άψυχη, ή ίσως μόνο λιπόθυμη από τη χαρά που σώθηκες, έπεσες στην αγκαλιά μου.
Αλλά κι εδώ υπήρχε η αβεβαιότητα της μεταμόρφωσης, ίσως να ήμουν εγώ εκείνος που έπεσε στην αγκαλιά κάποιου άλλου.

Franz Kafka – Όνειρα

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 23 Νοεμβρίου 2021

Κάποτε ο βασιλιάς αποφάσισε ότι ήταν καιρός να παντρευτεί. Αλλά πώς να διαλέξει την κατάλληλη κοπέλα; Ρώτησε τον κουρέα του την ώρα που τον ξύριζε.
–         Μην ανησυχείς, βασιλιά μου, του απάντησε ο κουρέας. Θα σε βοηθήσω εγώ.
Από την άλλη κιόλας μέρα ο κουρέας έλεγε σε καθένα που έμπαινε στο μαγαζί του ότι ο βασιλιάς ήθελε να παντρευτεί.
–         Και πώς θα διαλέξει τη νύφη; τον ρωτούσαν όλοι.
Τότε εκείνος τους έδειχνε έναν ωραίο χρυσοστόλιστο καθρέφτη και τους έλεγε:
–         Βλέπετε αυτόν τον καθρέφτη; Είναι μαγικός! Αν κάποιος κοιταχτεί μέσα, κάθε του ελάττωμα θα θαμπώσει το κρύσταλλο σα λεκές! Όποια κοπέλα λοιπόν θέλει να παντρευτεί το βασιλιά πρέπει να κοιταχτεί μέσα στον καθρέφτη για να φανούν τα ελαττώματά της. Εγώ θα βρίσκομαι δίπλα της για να τα δω και να τα πω στο βασιλιά. Κι εκείνος θα αποφασίσει αν η κοπέλα του ταιριάζει ή όχι.
Στόμα με στόμα η είδηση έφτασε σε όλους τους κατοίκους του βασιλείου. Πολλοί γέλασαν με τον παράξενο τρόπο που θα χρησιμοποιούσε ο κουρέας του βασιλιά για να του βρει νύφη. Όλος ο κόσμος νόμιζε ότι οι ανύπαντρες κοπέλες θα έκαναν ουρές έξω από το κουρείο για να δοκιμάσουν την τύχη τους. Όμως δεν πήγε καμιά!
Περνούσαν οι μέρες, περνούσαν οι εβδομάδες, αλλά καμιά κοπέλα, ούτε φτωχή ούτε πλούσια, δεν είχε το θάρρος να δείξει τα ελαττώματά της στον καθρέφτη του κουρέα.
Ο καημένος ο βασιλιάς ήταν πολύ στενοχωρημένος που καμιά κοπέλα δε ζητούσε να τον παντρευτεί.
–         Οι βασιλιάδες των γειτονικών χωρών δεν δυσκολεύτηκαν να βρουν γυναίκα. Εγώ γιατί δε μπορώ να βρω μία; ρωτούσε τον κουρέα του.
–         Βασιλιά μου, απαντούσε εκείνος, κάνε υπομονή. Πολλές κοπέλες θάθελαν να γίνουν βασίλισσες αλλά φοβούνται να κοιτάξουν στο μαγικό καθρέφτη. Εδώ που τα λέμε δεν είναι εύκολο πράγμα να φανερώσει κάποιος τα ελαττώματά του. Ας περιμένουμε λίγο ακόμα μήπως κάποια πάρει θάρρος κι έρθει να κοιτάξει μέσα στον καθρέφτη μου.
Αλλά πέρασαν κι άλλες μέρες χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Ο βασιλιάς απελπίστηκε. Έχασε την υπομονή του και μάλωσε τον κουρέα του:
–         Μ’ αυτές τις παράξενες ιδέες σου κατάντησα να μη μπορώ να βρω σύζυγο! Υποσχέθηκες να μου βρεις μια κοπέλα αντάξιά μου. Βρες τη μου λοιπόν!
–         Υπάρχει ακόμα μια ελπίδα, είπε σκεπτικός ο κουρέας. Η βοσκοπούλα, που βόσκει το κοπάδι της στο απέναντι βουνό, ίσως να μη φοβηθεί τη μαγική δύναμη του καθρέφτη μου. Όμως θα τη δεχόσουν για γυναίκα σου;
–         Παράγγειλέ της να έρθει, απάντησε ο βασιλιάς. Εξήγησέ της τι κάνει ο μαγικός καθρέφτης και πες της ότι πρέπει να κοιταχτεί μέσα σ’ αυτόν. Αν αποφασίσει να έρθει θα τη δεχτώ με όλες τις τιμές στη μεγάλη αίθουσα του παλατιού.
Η βοσκοπούλα ήταν μια απλή κοπέλα, ούτε πολύ όμορφη ούτε πολύ άσχημη. Ζούσε σ’ ένα σπιτάκι κοντά στους πρόποδες του βουνού. Κάθε μέρα ξυπνούσε από τα χαράματα για να βοσκήσει τα πρόβατά της, που τ’ αγαπούσε και τα φρόντιζε πολύ. Όταν έμαθε ότι ο βασιλιάς της ζητούσε να δοκιμάσει το μαγικό καθρέφτη δέχτηκε.
Την καθορισμένη ημέρα μαζεύτηκε πολύς κόσμος στη μεγάλη αίθουσα του παλατιού. Όταν η βοσκοπούλα μπήκε μέσα, ο βασιλιάς την υποδέχτηκε ευγενικά και της είπε:
–         Καλή μου κοπέλα, χαίρομαι που ήρθες! Αν θέλεις να γίνεις γυναίκα μου πρέπει να κοιταχτείς μέσα σ’ αυτόν τον καθρέφτη. Αν έχεις κάνει στη ζωή σου κάτι που δεν είναι σωστό, ο καθρέφτης θα θαμπώσει.
–         Βασιλιά μου, απάντησε η κοπέλα, κάνω λάθη κάθε μέρα, όπως συμβαίνει σε όλους. Να, για παράδειγμα, πολλές φορές οδηγώ το κοπάδι μου σ’ ένα λιβάδι που δεν έχει πολύ χορτάρι, κι έτσι τα πρόβατά μου μένουν πεινασμένα. Άλλες φορές τα έχω βγάλει να βοσκήσουν με άσχημο καιρό και μερικά μου έχουν αρρωστήσει. Μια φορά αναποδογύρισα κατά λάθος το δοχείο με το γάλα και το γάλα χύθηκε όλο στο πάτωμα. Όμως παραδέχομαι τα λάθη μου και προσπαθώ να μην τα ξανακάνω. Φαίνεται ότι τα πρόβατά μου καταλαβαίνουν την προσπάθειά μου και με εμπιστεύονται. Δε με νοιάζει αν θα γίνω βασίλισσα αλλά θα κοιταχτώ στον καθρέφτη σου γιατί δεν έχω τίποτα να κρύψω.
Και πλησιάζοντας τον καθρέφτη, κοιτάχτηκε μέσα…Είδε το πρόσωπό της να απεικονίζεται πεντακάθαρα στην επιφάνειά του χωρίς να θαμπώσει καθόλου το κρύσταλλο. Οι κοπέλες που βρίσκονταν μέσα στην αίθουσα πλησίασαν κι αυτές και κοίταξαν μέσα. Τα πρόσωπά τους καθρεφτίστηκαν καθαρά. Τότε έγινε φασαρία και οι κοπέλες φώναζαν θυμωμένες:
–         Μας ξεγελάσατε! Αυτός ο καθρέφτης δεν είναι μαγικός. Είναι ένας καθρέφτης σαν όλους τους άλλους!
–         Όχι κοπέλες μου, απάντησε ήρεμα ο βασιλιάς. Μόνες σας πέσατε στην παγίδα. Αν είχατε εμπιστοσύνη στον εαυτό σας, όπως η βοσκοπούλα, δε θα φοβόσαστε να κοιταχτείτε στον καθρέφτη.
Έτσι ο βασιλιάς παντρεύτηκε τη βοσκοπούλα και κυβέρνησαν μαζί το βασίλειο για πολλά πολλά χρόνια, με αγάπη και δικαιοσύνη. Αλλά η βοσκοπούλα δεν ξέχασε το κοπάδι της. Το έδωσε στον καλύτερο βοσκό του βασιλιά, που το αγαπούσε και το φρόντιζε όπως εκείνη!

ΙΣΠΑΝΙΚΌ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Νοεμβρίου 2021

Μόνο όταν φεύγω είμαι ευτυχισμένος.

Όχι ανάμεσα σε τέσσερις τοίχους, με δρόμους κλειστούς,
μα ανάμεσα στο εδώ και στο εκεί, στο ’να σπίτι ή στ’ άλλο,
και τα δυο κατά προτίμηση αλλονών.

Δεν μπορώ πια, ούτε θέλω, να μένω ήσυχος.
Ούτε τώρα ούτε μετά. Ούτε εδώ ούτε εκεί.
Εκεί που τελοσπάντων είσαι εσύ,
όποια και να ’σαι εσύ, το όνομά σου βάλε στα χείλη μου τα διψασμένα, τα αχόρταγα.

Εγώ δεν είμαι εγώ ούτε έχω σπίτι.
Δεν λέω πια, γιατί ποτέ δεν ήμουν,
ποτέ δεν είχα, πάντα ήμουν ξένος
μέσα μου ή έξω μου. Είμαι αυτός που δεν:
ο αλήτης που κοιμάται κάτω απ’ το γεφύρι
που τις όχθες μου ενώνει και το περνώ
χωρίς σταματημό, μέρα και νύχτα.

Γράφω γιατί ψάχνω, γιατί ελπίζω.
Όμως πια δεν ξέρω τι, το ’χω ξεχάσει.
Ελπίζω πως γράφοντας, κάποια στιγμή
θα θυμηθώ. Επιμένω κόντρα στους καιρούς.

Αγωνιώ ανάμεσα σε παρενθέσεις
σε τόπο ζωντανό, χρόνο νεκρό
κάποιας ελπίδας, ανάμεσα σε δύο εδώ.

Ποτέ σε κάτι μα ανάμεσα. Άσε με,
όποια και να ’σαι εσύ, στην ησυχία μου
ή τέλειωνε πια μαζί μου και με το μέλι το πικρό
του να ’μαι μόνος μιλώντας μόνος.

Αποφάσισα να μην αποφασίζω,
να μην είμαι πουθενά αλλά στον δρόμο,
σε γεφύρια, σε πλοία, σε τρένα
όπου θα είμαι απλώς ο επιβάτης που ξέρω πως είμαι, και να αισθάνομαι πως με ανησυχεί η γαλήνη,
πως η ησυχία με τρομάζει,
πως η ασφάλεια δεν με ενδιαφέρει,κι ευτυχισμένος είμαι μόνο στη φυγή.

 

Ο Χουάν Βιθέντε Πικέρας θεωρείται ένας από τους πιο μοναχικούς και αυθεντικούς ποιητές της σύγχρονης ισπανικής ποίησης. Γεννήθηκε το 1960 στο Ντούκες ντε Ρεκένα, ένα μικρό αγροτικό χωριό. Η παιδική του ηλικία σημαδεύτηκε από τη φύση, τις αγροτικές δραστηριότητες, την έλλειψη βιβλίων, την αθλιότητα του φρανκισμού. Η λογοτεχνική του καλλιέργεια ήταν τελείως προσωπικό του πάθος. Τη δεκαετία του ’80 έφυγε τρέχοντας από την Ισπανία. Τα τελευταία είκοσι χρόνια ζει έξω από την πατρίδα του: στην αρχή στη Γαλλία, μετά στην Ιταλία και τώρα στην Ελλάδα

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Νοεμβρίου 2021

“Θα καλλιεργήσω το ωραιότερο άνθος. Στις καρδιές των ανθρώπων θα φυτέψω την Αχαριστία. Ευνοϊκοί είναι οι καιροί, κατάλληλος ο τόπος. Ο άνεμος τσακίζει τα δέντρα. Στη νοσηρή ατμόσφαιρα ορθώνονται φίδια. Οι εγκέφαλοι, εργαστήρια κιβδηλοποιών. Τερατώδη νήπια τα έργα, υπάρχουν στις γυάλες. Και μέσα σε δάσος από μάσκες, ζήτησε να ζήσεις. Εγώ θα καλλιεργήσω την Αχαριστία.

Όταν έρθει η τελευταία άνοιξις, ο κήπος μου θα ‘ναι γεμάτος από θεσπέσια δείγματα του είδους. Τα σεληνοφώτιστα βράδια, μονάχος θα περπατώ στους καμπυλωτούς δρόμους, μετρώντας αυτά τα λουλούδια. Πλησιάζοντας με κλειστά μάτια τη βελούδινη, σκοτεινή στεφάνη τους, θα νιώθω στο απρόσωπο τους αιχμηρούς των στημόνες και θ? αναπνέω το άρωμά τους.
Οι ώρες θα περνούν, θα γυρίζουν τ’ άστρα, και οι αύρες θα πνέουν, αλλά εγώ, γέρνοντας ολοένα περσότερο, θα θυμάμαι.
Θα θυμάμαι τις σφιγμένες γροθιές, τα παραπλανητικά χαμόγελα και την προδοτική αδιαφορία.
θα μένω ακίνητος ημέρες και χρόνια, χωρίς να σκέπτομαι, χωρίς να βλέπω, χωρίς να εκφράζω τίποτε άλλο. Θα είμαι ολόκληρος μια πικρή ανάμνησης, ένα άγαλμα που γύρω του θα μεγαλώνουν τροπικά φυτά, θα πυκνώνουν, θα μπερδεύονται μεταξύ τους, θα κερδίζουν τη γη και τον αέρα. Σιγά σιγά οι κλώνοι τους θα περισφίγγουν το λαιμό μου, θα πλέκονται στα μαλλιά μου, θα με τυλίγουν με ανθρώπινη περίσκεψη.
Κάτου από τη σταθερή τους ώθηση, θα βυθίζομαι στο χώμα.
Και ο κήπος μου θα είναι ο κήπος της Αχαριστίας.”

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 13 Νοεμβρίου 2021

Οι κούνιες μας ήταν βαμμένες με γυαλιστερή λαδομπογιά με βάση το μόλυβδο. Τα πατώματα είχαν μωσαϊκό που σου περόνιαζε τα κόκκαλα κι οι κρεβατοκάμαρες ξύλινα πατώματα που τα γυάλιζαν με παρκετίνη, με κάτι βαρειές παρκετέζες και κάθε τόσο αγκίθες καρφωνόντουσαν στις ξυπόλητες πατούσες μας.

Οι παιδικές αρρώστιες έκαναν θραύση. Κάθε τόσο κι ένας φίλος ή συμμαθητής πάθαινε ιλαρά, κοκύτη, μαγουλάδες, ανεμοβλογιά.

Δεν είχαμε καπάκια ασφαλείας στα μπουκάλια με τα φάρμακα, ούτε καπάκια στις πρίζες του δωματίου, εκείνες τις σκούρες τις φτιαγμένες από βακελίτη.

Ζεσταινόμασταν με σóμπες με ξύλα η με… κάρβουνο, η με θερμάστρες πετρελαίου. Που να βρεθεί καλοριφέρ τότε.

Τηλέφωνο είχε ή σε κανένα θάλαμο του ΟΤΕ με κερματοδέκτη με εκείνες τις μάρκες τις χαραγμένες, ή στο περίπτερο της γειτονιάς, που είχε κρεμασμένα με μανταλάκια τα περιοδικά μας ο Μικρός Ηρωας κι ο Μικρός Σερίφης, κι ακόμα το Ρομάντζο, το Πάνθεον, το Ντομινό, η Βεντέττα, το  Πρώτο, το Εμπρός.

Ακόμα ζητάω τη σοκολάτα ΙΟΝ αμυγδάλου του ταλήρου, ή τις πρώτες γκοφρέτες ΜΕΛΟ με τα χαρτάκια με τις φορεσιές και τις σημαίες των χωρών του κόσμου, ακόμα θυμάμαι το Γλυφιτζούρι κοκοράκι, το μαλλί της γριάς στα πρόχειρα λούνα παρκ, το φρεσκοψημένο ποπ κορν , τις καραμέλες γάλακτος τις τυλιγμένες στο χρυσό χαρτί, τις κατακόκκινες καραμέλες τσάρλεστον ,το πεστίλι πέτσα βερίκοκο , το αυθεντικό παστέλι, και το κάτασπρο μαντολάτο. Ακόμα θυμάμαι τη γεύση απ το καλαμπόκι και τα κάστανα και συγκινούμαι όταν βλέπω καστανάδες, λίγους πια και καλαμποκάδες σε κάνα πανηγύρι.

Χάθηκαν τα αυθεντικά σουβλάκια με τα ντονέρ και την ξεροψημένη πίτα και το κοκινοπίπερο

Τα αστικά λεωφορεία Σκανια Βάμπις, Σκόντα, Βόλβο κι αργότερα Βritish Leyland και ΗΙΝΟ, είχαν τη μηχανή μέσα και ήταν συνήθως καλυμμένη με μπλέ δερμάτινα καπιτονέ καλύμματα. Βόγκαγαν κάθε φορά που ο οδηγός άλλαζε ταχύτητα. Καμμιά φορά είχε και μια θέση μπροστά δεξιά δίπλα στη μηχανή που ηταν η καλύτερη για τα παιδικά μας όνειρα.

Υπήρχε και εισπράκτορας στριμωγμένος δίπλα στην πίσω πόρτα με το κλασσικό γκρί καπέλο με το γείσο, ένα πρωτόγονο μικρόφωνο κι έλεγε τις στάσεις ή φώναζε τέρμα τα μία και είκοσι. Θυμάστε εκείνες τις κερματοθήκες που έβαζε τα κέρματα και που τώρα τελευταία ξανάγιναν της μόδας;

Τα κίτρινα τρόλευ με τους οδηγούς και τους εισπράκτορες με τις καφέ στολές, κι εκείνο το περίεργο μηχανάκι με τη μανιβέλλα που έκοβε τα εισιτήρια.

Τα γκρίζα αμερικάνικα πελώρια ταξί με τα καθισματάκια που έπεφταν από τις πλάτες των μπροστινών καθισμάτων, γυρόφερναν ή άραζαν στις πιάτσες. Κι οι πειρατές, «ένα διφραγκάκι Σύνταγμα» τους έκοβαν το μεροκάματο.

Ποιος να έχει τότε Ι.Χ Οι λίγοι τυχεροί αγόραζαν VW σκαραβαίους, ή μεταχειρισμένα Consoul Cortina, Hansa, Wartburg, FIAT 1100, Opel Olympia. Θυμάστε τα Anglia, τα Peugeot 403, τα Renault 10 ή το Simca 1000, με τα ανύπαρκτα καλοριφέρ και τα λιγνά λάστιχα

Το γάλα μας το έφερνε ο γαλατάς ή μέσα σε γυάλινα μπουκάλια με αλουμινένια καπάκια ή μας το άδειαζε από μεγάλες καρδάρες στην κατσαρόλα στην εξώπορτα.

Οι κολώνες του πάγου που τις έφερνε ο παγοπώλης με την τρίκυκλη μοτοσυκλέτα του και τις κουβάλαγε με εκείνο το περίεργο εργαλείο γάντζο, αργοέλιωναν στο κεφαλόσκαλο. Και η βρύση του ψυγείου είχε στο στόμιο της τυλιγμένο ένα λευκό τουλπάνι σα φίλτρο. Που ηλεκτρικά ψυγεία. Αργότερα θυμάμαι κάτι ΠΙΤΣΟΣ ΙΖΟΛΑ και ΚΕΛΒΙΝΕΙΤΟΡ.

Οι παπλωματάδες, οι καρεκλάδες οι γανωτζήδες οι ακονιστές κι οι τσαγκάρηδες είχαν πολλή δουλειά. Στην κεντρική λεωφόρο ένα πλήθος από λούστρους με καλογυαλισμένα κασελάκια που λαμποκοπούσαν περιίμεναν πελάτη.

Και σε κάποια ωνιά σε μια καμαρούλα 2Χ2 ήταν το βασίλειο του τσαγκάρη με εκείνο το περίεργο καλαπόδι που έβαζε ανάποδα το παπούτσι και το κόλλαγε και το κάρφωνε με εκείνες τις μαύρες πρόκες με το πλατύ κεφάλι και διάχυτη η μυρουδιά της βενζινόκολλας

Στη γωνιά του δρόμου μια ΕΒΓΑ που πούλαγε γάλα, γιαούρτια και παγωτά σε ψυγεία με μαύρα λαχιστένια καπάκια, και σε μια γωνιά μεταλλικά κουτιά με γυάλινο επάνω μέρος και μέσα μπισκότα γεμιστά με κρέμα γεύση βανίλλια σοκολάτα φράουλα και μπανάνα και κουραμπιέδες Μπούσιου αν θυμάμαι τυλιγμένους σε ημιδιαφανές χαρτί.

Στο κομμωτήριο της γειτονιάς οι κυρίες ψηνόντουσαν με τις ώρες κάτω απ τις κάσκες σεσουάρ με τα μαλλιά πασαλειμένα πλίξ τυλιγμένα σε ρόλλει κι όλα μαζί σκεπασμένα με δίχτυ και τα αυτιά σκεπασμένα με κοκκάλινα καπάκια. Η μανικιουρίστα καθάριζε τα πετσάκια και έβαφε τα νύχια με κατακόκκινο μανό που μύριζε ασετόν από δέκα μέτρα μακριά.

Ο καφές στα καφενεία ήταν μόνο Ελληνικός, τούρκικος τότε. Δεν υπήρχε νες ούτε φραπέ ούτε καπουτσίνο ούτε εσπρέσσο ούτε κάν φίλτρου γαλλικός. Μόνο σε κανένα ζαχαροπλαστείο εύρισκες γαλλικό και βέβαια τον πλήρωνες πανάκριβα.

Οι πρώτες καφετιέρες ήταν κάτι γυάλινες κανάτες γεμάτες νερό πάνω στη φωτιά,με ένα ειδικό μεταλλικό φίλτρο που ο ατμός που υγροποιόταν έπεφτε πάνω στον καφέ τον έριχνε στο νερό και ο κύκλος συνεχιζόταν μέχρις εξαντλήσεως του περιεχομένου.

Το Σαββατόβραδο στα μικράτα μας σινεμαδάκι την σπουδαία περίοδο του Ελληνικού κινηματογράφου και το βράδυ ταβερνάκι με μπριζολίτσα παιδάκια και μια γουλιά μπύρα που μας έδινε κρυφά η μάνα μας γιατί «το παιδί δεν πρέπει να πίνει».

Και αργότερα πιο μεγάλοι πια σινεμά και καφετέρια στον Πύργο των Αθηνών ,το Loubier, το Blue Bell, του Φλόκα, το Βυζάντιο, του Βρυλώνια με τις φοβερές μακαρονάδες. Τη Σόνια.

Με πόση χαρά ακολουθούσαμε Κυριακή πρωϊ τον πατέρα στο καφενείο και απολαμβάναμε επί ώρες μια κουταλιά βανίλια, το γνωστο υποβρύχιο μεσα σε ένα ποτήρι παγωμένο νερό, ή τρώγαμε το μεζέ του ούζου και του αφήναμε το ούζο ξεροσφύρι.

Κι ύστερα με το ποδήλατο πάνω κάτω στο πεζοδρόμιο κι εκείνος να μας ρίχνει κλεφτές ματιές κάθε που σήκωνε το κεφάλι του απ το τραπέζι με την πρέφα ή το τάβλι. Και το μεσημέρι της Κυριακής μετά το οικογενειακό γεύμα πόση πίκρα όταν έφευγε για το γήπεδο χωρίς εμάς γιατί ήταν μεγάλο παιγνίδι και με πόση λαχτάρα περιμέναμε να ακούσουμε την περιγραφή απ το ραδιόφωνο. Γεωργίου, Φώσκολος, Λογοθέτης κι αργότερα απ την τηλεόραση Διακογιάννης Φουντουκίδης Κατσαρός.

Η γλυκύτερη αναμονή το καλοκαίρι ήταν ο παγωτατζής με το καρότσι με τις σιδερένιες ρόδες που το σπρωχνε στο χωματόδρομο. Παπασπύρου ΑΣΤΥ ΕΒΓΑ. Μια δραχμή η κρέμα, μιάμιση το κακάο, δύο η σοκολάτα.

Tα καλοκαίρια μπάνιο με το πούλμαν ή πάνω στις καρότσες των αγροτικών ή με φορτηγά ή άντε με προϊστορικά λεωφορεία που ζεμάταγαν σαν την κόλαση στις κοντινές παραλίες, Καβούρι Βουλιαγμένη, Βάρκιζα άντε και στη Λουμπάρδα ή απ την άλλη μεριά Ραφήνα Νέα Μάκρη Κόκκινο λιμανάκι.

Γελάγαμε με κάτι χοντρές γριές που κάνανε μπανιο με τις κομπιναιζόν, Πέφταμε κάτω και χτυπιόμασταν όταν βλέπαμε κάποιους με το ένα χέρι να κρατάνε τυλιγμένη την πετσέτα γύρω τους και με το άλλο να προσπαθούν να βγάλουν το μαγιό και ναι βάλουν εσώρουχο και παντελόνι. Σιχαινόμασταν τα κεφτεδάκια ή τα ντολμαδάκια στην αμμουδιά. Και το νερό που πίναμε ήταν πάντα χλιαρό.

Και φρούτα, θεούλη μου τι φρούτα ήταν αυτά!  Θυμάμαι ακόμα τον πατέρα μου να κουβαλάει κάτι δωδεκάκιλα Αμερικάνικα ριγέ καρπούζια και γιαρμάδες που σε κάθε δαγκωνιά τα ζουμιά έτρεχαν στο πηγούνι και το λαιμό. Και πεπόνια που μοσχομύριζαν. Και κεράσια μέλι. Και σταφύλια ολόγλυκα.  Ψωμί, τυρί φέτα και καρπούζι για φαγητό. Η υπέρτατη γεύση.

Πίναμε νερό απ το λάστιχο του κήπου (τι εμφιαλωμένα και πράσινα άλογα), τρώγαμε λουκουμάδες με ζάχαρη, κουλούρι και τριγωνάκι κεφαλοτύρι απ τον πλανόδιο κουλουρά έξω απ την εκκλησία, αμφίβολης καθαριότητας τυρόπιτες και σάμαλι ( Δεν έχω ξαναδοκιμάσει από τότε τέτοια νοστιμιά), κοκ και κορνέ με σαντιγύ, και πάστες νουγκατίνες σοκολατίνες και σεράνο απ τις ΕΒΓΑ της γειτονιάς.

Γευόμασταν βούτυρα και μαρμελάδες σπιτικές και σπιτικά γλυκά κουταλιού συκαλάκι, περγαμόντο, βύσσινο και πορτοκάλι, νερατζάκι, και φαγητά που δεν τα φτιάχνουν τώρα γιατί είναι κουραστικά. Ροστ μπήφ, μελιτζάνες παπουτσάκια, ιμάμ, παστίτσια, μουσακάδες. Τρώγαμε τόνους κεφτέδες με πατάτες τηγανιτές αλλά ποτέ δεν είμασταν υπέρβαροι γιατί γυρνάγαμε όλη μέρα στους δρόμους και τις αλάνες παίζοντας.

Μοιραζόμασταν με τους φίλους μας μια πορτοκαλάδα ή γκαζόζα απ το ίδιο μπουκάλι και ποτέ κανένας μας δεν έπαθε τίποτε. Δεν πολυαρωσταίναμε , αλλά αν τύχαινε να αρρωστήσουμε πάντα υπήρχε μια καλή μάνα ή γιαγιά να μας δώσει λίγο φιδέ και να μας ρίξει βεντούζες να μας δώσει μια κουταλιά Νορισοντρίν, Ιπεσαντρίν ή ασπιρίνη διαλυμένη στο κουταλάκι μαζί με ζάχαρη, ή να μας κάνει μια ένεση με γυάλινη σύριγγα που τη βράζανε στο κατσαρολάκι, και πιο ύστερα να μας διαβάσει κανένα παραμυθάκι για να αποκοιμηθούμε. Και κάτι θερμόμετρα γυάλινα του πεντάλεπτου και στα πόδια του κρεβατιού να γουργουρίζει η γάτα η παρδαλή και να αναδεύεται και να παίζει με την άκρη της κουβέρτας.

Οταν κάναμε ποδήλατο (eska ή velamos) δεν φορούσαμε κράνος και στην πίσω ρόδα βάζαμε πάντα χαρτόνι από πακέττο τσιγάρα πιασμένο με ξύλινο μανταλάκι έτσι για να κάνει θόρυβο και να μας θυμίζει μηχανάκι

Περνάγαμε ώρες έξω απ το σπίτι φτιάχνοντας πατίνια με ρουλεμάν και σανίδια και κατεβαίναμε τις κατηφόρες τις γειτονιάς απλά για να διαπιστώσουμε ότι είχαμε ξεχάσει να βάλουμε φρένο. Κι όταν σηκωνόμασταν μέσα απ τους θάμνους που καταλήγαμε, μαθαίναμε πώς να διορθώνουμε το πρόβλημα των φρένων. Για να μη ξαναπληγώσουμε τα γόνατα μας και να μην αποκτήσουμε ευμεγέθη καρούμπαλα στο κέντρο του μετώπου μας Κι αν τα αποκτούσαμε τα πατάγαμε με εκείνα τα μεγάλα τάλληρα για να μη φουσκώσουν.

 

 

Είχαμε φίλους. Βγαίναμε στο δρόμο και τους βρίσκαμε. Παίζαμε μπάλα και κυνηγητό στους δρόμους. Τα δοκάρια στα αυτοσχέδια γήπεδα ήταν ή οι σχολικές τσάντες ή τα πουλόβερ κι οι ζακέττες μας κουβαριασμένες και για καλάθια του μπάσκετ είχαμε τα περβάζια των παραθύρων.

Πόσες φορές δεν σπάγαμε και κανένα τζάμι και εξαφανιζόμασταν όλοι μαζί αφήνοντας τη μπάλα στα χέρια κάποιου συνταξιούχου που την έσκιζε με το σουγιά και την πέταγε στο δρόμο. Ο παλιόγερος !

Σκάβαμε λακουβάκια για να παίξουμε γκαζές, ακόμα και κουτσό μαζί με τα κορίτσια, χαρτάκια ή απ αυτά που αγοράζαμε απ τα περίπτερα ή με τα χαρτόνια απ τα πακέτα τα τσιγάρα.

Πηγαίναμε στα σπίτια των φίλων μας και χτυπούσαμε την πόρτα, ή το πιο συνηθισμένο μπαίναμε χωρίς να ρωτήσουμε. Πέφταμε από δέντρα, κοβόμασταν, πληγώναμε τα γόνατα μας και σπάγαμε και κανένα χέρι και οι γονείς μας μάς κατσάδιαζαν κι αυτό ήταν. Λίγο βάμμα στην πληγή κι όξω απ την πόρτα.

Τσακωνόμασταν και παίζαμε μπουνιές και μαυρίζαμε και μελανιάζαμε και πάλι φιλιώναμε. Παίζαμε ξιφομαχίες με αυτοσχέδια ξύλινα σπαθιά. Τα ακόντια μας ήταν τα κοντάρια απ τις σκούπες ειδικά από εκείνες που τύλιγαν με μια μαξιλαροθήκη και ξαράχνιαζαν τα ταβάνια. Οι ασπίδες μας ήταν τα καπάκια απ τις μεγάλες κατσαρόλες

Τρώγαμε ακόμα και σκουλήκια και λάσπες απ τον κήπο. Θυμάστε τη γεύση της λάσπης; Ούτε μάτια βγάλαμε, ούτε τα σκουλήκια έζησαν για πολύ το στομάχι μας.

Κι όταν η γιαγιά πότιζε τον κήπο τι πλάκα να της πατάς το λάστιχο του ποτίσματος και να της κόβεις το νερό κι εκείνη να φωνάζει.  Κι ο πανικός ακόμα μεγαλύτερος όταν πιάναμε το φλίτ με το εντομοκτόνο για να παίξουμε ανίδεοι για το δηλητήριο που περιείχε.

Στους ποδοσφαιρικούς μας αγώνες την ομάδα την έφτιαχναν μερικοί, οι υπόλοιποι μάθαιναν να ζουν χωρίς αρχηγιλίκι.  Φεύγαμε απ το σπίτι το πρωί και παίζαμε όλη μέρα ελεύθεροι αρκεί να γυρίζαμε πίσω μόλις άρχιζε να σκοτεινιάζει, ή όταν η μάνα μας έβαζε τις φωνές απ το μπαλκόνι να τσακιστούμε να ανεβούμε για διάβασμα. Δεν είχαμε βιντεοπαιχνίδια ούτε καν τηλεόραση, ούτε κινητά ούτε υπολογιστές ή internet άντε κανένα ραδιόρφωνο με λυχνίες. Το καλύτερο δώρο ήταν ένα μικρό τρανζιστοράκι με εννιάβολτη Bereck για να ακούμε Εθνικό, ή Ενόπλων.

Πηγαίναμε σχολείο και τα Σάββατα. Τρείς μέρες πρωι, τρείς μέρες απόγευμα. Τετάρτη απόγευμα Πέμπτη πρωί και την πρώτη ώρα Μαθηματικά. Πόσες φορές δεν αισθανθήκαμε το χέρι κάποιου καθηγητή να μας σηκώνει απ τη φαβορίτα ή να μας τραβάει τα αυτιά, η να μας ρίχνει μια σβουριχτή σφαλιάρα. Κι η βίτσα, συνήθως από μουριά να μας πληγώνει την παλάμη. Οι πράξεις μας ήταν δικές μας και οι συνέπειες θα βάρυναν εμάς.

Ποιος δε θυμάται τις καζούρες ιδιαίτερα στους Θεολόγους, τις Αγγλικούδες και τους Τεχνικούς. Τα παρατσούκλια που τους βγάζαμε τα παλιόπαιδα. Ο γιαουρτάς, ο καρκίνος ο θέκλας η θρούμπος ο φισφιρίκος. Την αγωνία μόλις έμπαινε ο μαθηματικός κι άνοιγε τον κατάλογο. -Για να σηκωθεί σήμερα ο ………. Και μέχρι να πεί τον μελλοθάνατο, κόμπος το στομάχι.

Θυμάστε στα διαγωνίσματα την απεγνωσμένη προσπάθεια να αντιγράψουμε με το βιβλίο στα γόνατα, ή τα σκονάκια κρυμμένα στα μανίκια, ή τα κορίτσια που τάγραφαν με στυλό BIC ή SCHNEIDER πάνω στα μπούτια τους και τα κάλυπταν με τις μπλέ ποδιές τους. Μπλέ κοριτσίστικες ποδιές, άσπρο γιακαδάκι και άσπρη μπλέ κορδέλλα στα μαλλιά. Ποδιές που εξαφανιζόντουσαν στο λεωφορείο και χωνόντουσαν μες στις τσάντες και ταΆ αγόρια που περίμεναν στο τέρμα του λεωφορείου.

Ποιος δε θυμάται τις ημερήσιες εκδρομές στον Κάλαμο, τον Αη Γιάννη το Ρώσσο, το Ναύπλιο, τον Οσιο Λουκά, τους Δελφούς για να δούμε τον Ηνίοχο τον σκανδαλιάρη που σε κοίταγε πονηρά όπου κι αν στεκόσουνα ,με κάτι απίστευτα πούλμαν.

Και τους ποδοσφαιρικούς αγώνες των τριών ωρών και βάλε στα άδεια οικόπεδα που τώρα έχουν γίνει μεζονέτες και στούντιο.

Κάποιοι μαθητές όχι τόσο έξυπνοι ή επιμελείς έχαναν την τάξη και ξαναπήγαιναν στην ίδια. Θυμηθείτε πόσους διετείς είχατε στην τάξη σας στο γυμνάσιο. Ήταν εύκολα αναγνωρίσιμοι απ τα γένια και τη χοντρή φωνή.

Ο πρώτος μας έρωτας ήταν συνήθως αδελφή ή εξαδέλφη του καλύτερου φίλου μας. Θυμόσαστε το χτυποκάρδι αλήθεια; Την αγωνία μη μας πάρουν χαμπάρι. Το πρώτο φιλί. Τα ξαναμμένα μάγουλα ,το χνούδι πάνω απ το χείλος μας.

Θυμάστε τα πάρτυ γενεθλίων με 15 αγόρια και δύο κορίτσια, (Ποιος να αφήσει την κόρη του να πάει) με πορτοκαλάδα ή ΤΑΜ ΤΑΜ, πατατάκια τσιπς και σπιτικό κέϊκ κι αργότερα βερμουτάκι και ξηρούς καρπούς.  Τις άπειρες φορές που χορεύαμε το ίδιο μπλούζ σε συνενόηση με τον υπεύθυνο του πικάπ, έτσι για να μένουμε πιο πολλή ώρα αγκαλιασμένοι με το κορίτσι των ονείρων μας. Την απίστευτη φράση ΤΑ ΦΤΙΑΞΑΜΕ. Τι φτιάξαμε ο Θεός κι η ψυχή μας.

Πηγαίναμε στο γήπεδο τρείς ώρες πριν το μάτς και γυρίζαμε παπί απ τη βροχή και παγωμένοι μέχρι το μεδούλι τυλιγμένοι με μουσκεμένες σημαίες και χωμένοι σε πλαστικές σακούλες Κι με τις κάλτσες να τρέχουν

Υπήρχαν τέσσερις εποχές διακριτές μεταξύ τους. Τα φύλλα των δέντρων έπεφταν το φθινόπωρο και τα μπουμπούκια των λουλουδιών άνθιζαν την άνοιξη. Υπήρχαν δέντρα και κήποι στις αυλές των σπιτιών και πηγάδια και χώμα που μύριζε μετά το πότισμα . Θυμάστε τους πανσέδες; Τα σκυλάκια; Τα χρυσάνθεμα;

Τις πλεχτές ζακέτες που βάζαμε κάπου μετά το Πάσχα. Τα πρώτα μακριά παντελόνια.

Τα καλοκαιρινά βράδια τα βγάζαμε ή στα σκαλιά παρέες παρέες, ή παίζοντας κρυφτό και κρυφτοντένεκο, ή στα καλοκαιρινά σινεμά με τα χαλίκια, τις καρέκλες με το πλαστικό σκοινί, τις μπουκαμβίλιες στη μάντρα , τον πασατέμπο και την πορτοκαλάδα ΠΑΡΘΕΝΩΝ. Αξέχαστα χρόνια.

 

Οι γενιές αυτές έβγαλαν μερικούς απ τους καλύτερους επιστήμονες, γιατρούς, μηχανικούς, ανθρώπους εργατικούς και τίμιους οικογενειάρχες και πολλούς άλλους. Τα τελευταία πενήντα χρόνια έγινε έκρηξη σε καινοτομίες και νέες ιδέες. Είχαμε επιτυχίες, αποτυχίες και υπευθυνότητα και μάθαμε να τα αντιμετωπίζουμε όλα.

Μεγαλώσαμε σαν παιδιά με τις χαρές και τις λύπες, μας. Ζήσαμε. Και θα εξακολουθήσουμε να ζούμε όσο μας χρωστάει ο Θεός, σε πείσμα όλων αυτών που μας πλαστικοποίησαν τη ζωή με δικές τους ιδέες και για δικό τους όφελος

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 7 Νοεμβρίου 2021

“Δεν υπάρχει κελί που να μην τρυπιέται.

Δεν υπάρχει φυλακή που δεν μπορείς να δραπετεύσεις.

Δεν υπάρχει σκλαβιά που να εμποδίζει την ελευθερία σου.

Όλα είναι στο κεφάλι σου.

Σπάσ’ το και πέτα.

Ο ουρανός είναι απέραντος.

Υπάρχει μια γωνιά που σε περιμένει.

Βρες την».

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 6 Νοεμβρίου 2021

Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της, και συ να λείπεις,

να ‘ρχονται οι Άνοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα, και συ να λείπεις,

να ‘ρχονται τα κορίτσια στα παγκάκια του κήπου με χρωματιστά φορέματα,

και συ να λείπεις,

οι νέοι να κολυμπάνε το μεσημέρι, και συ να λείπεις,

ένα ανθισμένο δέντρο να σκύβει στο νερό,

πολλές σημαίες ν’ ανεμίζουν στα μπαλκόνια,

ν’ ανεβαίνει μια παρέλαση στην οδό Σταδίου,

χιλιάδες κόσμος κρατώντας στα χέρια του κόκκινες σημαίες,

κρατώντας επιτέλους τα όνειρά του μέσα στα χέρια του,

να λένε δυνατά τη λέξη σύντροφος, και συ να λείπεις,

ύστερα ένα κλειδί να στρίβει – η κάμαρα να ‘ναι σκοτεινή

δυο στόματα να φιλιούνται στον ίσκιο, και συ να λείπεις,

σκέψου δυο χέρια να σφίγγονται, και σένανε να σου λείπουν τα χέρια,

δυο κορμιά να παίρνονται, και συ να κοιμάσαι κάτου απ’ το χώμα,

και τα κουμπιά του σακακιού σου ν’ αντέχουν πιότερο από σένα

κάτου απ’ το χώμα,

κι η σφαίρα η σφηνωμένη στην καρδιά σου να μη λιώνει,

όταν η καρδιά σου, που τόσο αγάπησε τον κόσμο, θα ‘χει λιώσει».

Τότε ο Πέτρος πήρε το λόγο

κι είπε με τη βαθειά του τη φωνή:

Nα λείπεις – δεν είναι τίποτα να λείπεις˙

αν έχεις λείψει για ό,τι πρέπει,

θάσαι για πάντα μέσα σ’ όλα εκείνα

που γι’ αυτά έχεις λείψει,

θάσαι για πάντα

μέσα σ’ όλο τον κόσμο»

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 24 Οκτωβρίου 2021

Γόνος του Ρήγα ο κύρης μου γεννήθηκε στις Σέρρες,

Στο Σούλι η μάνα μου είδε το φως, στου Αλί Πασά τις μέρες.

Κι’ εγώ Υδραίος και Σπετσιώτης, θαλασσινός και στεριανός,
το βράδυ είμαι αποσπερίτης και το πρωί αυγερινός
κι’ είναι ο Θούριος για μένα ύμνος εωθινός.

Κλέφτης κι’ αρματολός στον Μπότσαρη και στη Γραβιά Ανδρούτσος
ναύτης ήμουνα στον Κανάρη και στον Μιαούλη μούτσος.

Με τον Καραϊσκάκη, φρουρός της θείας ήμουν πίστης
και με τον Υψηλάντη της Φιλικής έγινα μύστης.Είπα τη Μάντω αρχόντισσα, την Μπουμπουλίνα λεβεντιά,
δώρα τους έφερα στολίδια από τη Βενετιά.

Τιμώ τον Γέρο του Μωριά και αγαπώ τον Μακρυγιάννη
ο λόγος του αστραφτερός, φτερά μου δίνει και με κάνει
στη Λαύρα το λάβαρο να υψώνω, που εχθρός κανείς δεν φτάνει
αυτό που ευλόγησε ο Πατρών κι’ είχε την άνοιξη σημάνει.

Το είπαν με τον τρόπο τους, Σέλλεϋ, Ουγκώ, Ντελακρουά
κι’ ο Σολωμός το τραγουδά: Χαίρε ω! χαίρε ελευθεριά.

Ας μην ξεχνάμε όμως τα χαλεπά και θλιβερά
Του Διάκου το μαρτύριο, του Ζάλογγου τα οδυνηρά.
Θρήνησε η λευτεριά τον Μπάιρον, η δόξα τα Ψαρά,
τα γυναικόπαιδα της Χίου έκλαψε ο κόσμος όλος.
Του Φαναριού η πύλη χτίστηκε και σείστηκε ο θόλος.

Πέσαν στην ΄Εξοδο οι ντάπιες, το Μεσολόγγι όμως ζει
Έζησε τον Απρίλη εκείνο, πάθη κι’ Ανάσταση μαζί.

Χρόνια και χρόνια κράτησε η άνιση πάλη αυτή˙
παρά τις έριδες, τους διχασμούς και τα εμφύλια μίση,
που παραλίγο τον αγώνα θα είχαν αφανίσει,
νίκησε τέλος ο σταυρός (του Κάλβου η τόλμη κι’ αρετή)˙

Νίκη που Γάλλοι, Ρώσοι κι Άγγλοι δική τους έκαναν γιορτή,
όταν κατατροπώσαν τον Ιμπραήμ στο Ναυαρίνο
και οι Έλληνες Ανάσταση ζήσαν τον χρόνο εκείνο.
Έτσι από τότε στο σχολειό μαθαίνουν τα παιδιά
τη Λευτεριά να τραγουδάνε σαν άλλη Παναγιά.
Κι’ εμείς για του εικοσιένα τον απολογισμό,
μετράμε Πάσχα, Άνοιξη και Ευαγγελισμό