Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα όχι και πολύ μακρινό δάσος κάτω από μια μεγάλη βελανιδιά, ζούσαν δύο μικρά μανιτάρια. άλλο.

μ «Τι όμορφη που είναι αυτή η βελανιδιά και τι τυχεροί που είμαστε που ζούμε από κάτω της!» είπε το μικρότερο από τα δύο.

Μ «Πραγματικά, είναι πανέμορφη.. πόσο θα ήθελα να ζούσα στην κορυφή της και να βλέπω όλο το δάσος από εκεί ψηλά.» ..είπε το μεγαλύτερο.

μ «Το σκέφτομαι κάθε μέρα.. να μπορούσα να πάω εκεί πάνω και να κοιτάζω γύρω γύρω.. πρέπει να έχω απίστευτη θέα. Θα νιώθεις σαν βασιλιάς. Ζηλεύω πολύ την βελανιδιά και πιο πολύ ζηλεύω τα πουλιά που μπορούν να πηγαίνουν εκεί πάνω από αυτά θέλουν! Αχ και να μπορούσα να ανέβω έστω και για λίγο..»

Μ «Ναι.. η αλήθεια είναι αυτή.. σκέψου το αεράκι και φαντάσου πόσο γλυκά θα ακούγεται η φωνή του δάσους.. από την άλλη εδώ που είμαστε, είμαστε καλά προστατευμένοι. Αισθάνομαι πολύ τυχερός που έχουμε αυτή την εξαιρετική βελανιδιά από πάνω μας και που μας προστατεύει και που μπορούμε να ακούμε τις ιστορίες που λένε μεταξύ τους τα φύλλα και τα βελανίδια που πέφτουν. Σκέψου να μην υπήρχε.»

μ «Χαζομάρες.. εντάξει μπορεί να έχεις δίκιο αλλά εγώ θέλω να πάω εκεί πάνω.»

Μ «Προχθές άκουγα δύο βελανίδια, που μόλις είχαν πέσει, να πουν για το πόσο τέλεια ήταν η διαδρομή από εκεί πάνω. Τα άκουσα επίσης να λένε ότι και τι δεν έδωσαν για να ξανανέβουν και να ξαναπέσουν! Γέλασα πάρα πολύ!»

μ «Χαχα! Αχ.. ας μας δόθηκε μια ευκαιρία.. τι καλά που ήταν..» Και με αυτές τις σκέψεις οι ημέρες περνούσαν και η καθημερινότητα των μανιταριών γινόταν όλο και πιο ευφάνταστη. Όλο και περισσότερα βελανίδια έπεφταν και όλο και περισσότερες ιστορίες άκουγαν τα μανιταράκια μας. Μια-δυο φορές μάλιστα έπιασαν και κουβέντα με κάποια βελανίδια που δεν ήταν και τόσο ψιλομύτικα όπως τα υπόλοιπα. Μια μέρα λοιπόν την ώρα που μόλις είχε αρχίσει να σουρουπώνει, από την άκρη της απέναντι πέτρας φάνηκαν δύο τεράστιες κεραίες. Μετά από λίγο φάνηκε ένα τεράστιο σκαθάρι! Ήταν τόσο μεγάλο, όσο σχεδόν και τα δύο μανιτάρια μαζί.

μ «Ωχ!» Είπε το μικρό μανιτάρι. «Αυτό πρέπει να είναι το πιο μεγάλο σκαθάρι που δεν υπήρξε ποτέ! Άραγε θα μπορεί να με βοηθήσει;»

Μ «Τι εννοείς;¨είπε το μεγάλο.

μ «Εννοώ αν θα μπορούσε να με μεταφέρει έστω και για λίγο μέχρι την κορφή της βελανιδιάς!»

Μ «Μην ακούω ανοησίες. Δεν θα φύγεις από εδώ, τις άκουσες;»

μ «Άσε με ήσυχο. Θα κάνω ό,τι θέλω. Ξέρεις ότι η ζωή μας είναι πολύ μικρή και έχουμε μόνο μια ευκαιρία να κάνουμε αυτό που θέλουμε. Ποτέ δεύτερη.»

Μ «Σε παρακαλώ, σοβαρέψου. Μην κάνεις καμιά χαζομάρα. Πρώτη φορά τον βλέπουμε τον τύπο.. ούτε που τον ξέρουμε! Και να σου πω την αλήθεια, δεν τον βλέπω και πολύ της εμπιστοσύνης.»

μ «Μα τι είναι αυτά που λες! Πόσο κακό μπορεί να είναι ένα σκαθάρι;» ..είπε το μικρότερο και χωρίς να χάσει καιρό φώναξε με όλη του τη δύναμη: «Εε! Σκαθάρι, γειά! Έλα εδώ να σου πω κάτι που θέλω!» Με αργά αλλά σταθερά βήματα το σκαθάρι πλησίασε και το μικρότερο μανιτάρι ξεκίνησε με μεγάλο ενθουσιασμό να του λέει για την επιθυμία του να σκαρφαλώσει επάνω στη βελανιδιά, για το πόσο όμορφο θα είναι το ταξίδι προς τα επάνω και πόσο τέλειο θα είναι το ταξίδι της επιστροφής. Ήταν τόσο πολύ ενθουσιασμένο που δεν μπορούσε να δει το περίεργο βλέμμα και την τρομαχτική άποψη του σκαθαριού. Δεν μπορούσε να διαισθανθεί όλα αυτά που το άλλο μανιτάρι είχε διαισθανθεί.

«Ένταξει.» λέει το σκαθάρι. «Αλλά για να κάνω αυτό, πρέπει κάτι να κερδίσω.»

«Τι θες; Ό,τι θες θα στο δώσω!!»

«Μέσα σου έχεις δύο σπόρια. Αυτά θέλω για να σε ανεβάσω επάνω.» Είπε το σκαθάρι με σταθερή φωνή. Το μεγάλο μανιτάρι ανατρίχιασε.

«Μα αυτό είναι εύκολο!» είπε το μικρό μανιτάρι, χωρίς να σκεφτεί δεύτερη φορά. «Αλλά δεν θα σταθώ και τα δύο τώρα. Θα σου δώσω το ένα όταν φτάσουμε στη μέση και το άλλο όταν φτάσουμε επάνω.» «Εντάξει.» είπε το σκαθάρι. Κι έτσι το μικρό μανιτάρι πιάστηκε από τις κεραίες του σκαθαριού έτοιμος να κάνει το όνειρο του πραγματικότητα.

Το σκαθάρι, λοιπόν, με αργά αλλά σταθερά βήματα τραβήξε το μανιτάρι. Φυσικά δεν τα κατάφερε με την πρώτη φορά. Ο φίλος του προσπαθούσε να κρατήσει κάτω, συγκρατώντας το χώμα με τις μικρές του ρίζες, ελπίζοντας ότι θα καταφέρει να απογοητεύσει οι δύο τους και να τα παρατήσουν. Με την πρώτη προσπάθεια λοιπόν, ίσα ίσα που ανασηκώθηκε λιγάκι το χώμα. Όμως το σκαθάρι, δυστυχώς για τον φίλο μας, ήταν πολύ δυνατό. Με τη δεύτερη προσπάθεια το χώμα αποσύρθηκε αρκετά και λίγο ακόμα ήθελε το μικρό μας μανιτάρι για να βρεθεί έξω από την ζεστασιά του. Λίγες στιγμές πιο μετά το μεγάλο μανιτάρι αισθάνθηκε ένα μικρό πόνο, που το μανιταράκι δεν τον καταλάβαινε. Οι μικρές τους ρίζες βλέπετε είχαν ενωθεί και καθώς το μικρό μας πεταγόταν έξω από το χώμα, αυτές χωρίστηκαν. Για πάντα.

«Έτοιμος!!» φώναξε όλο χαρά το μανιτάρι και το σκαθάρι με τον ίδιο αργό αλλά σταθερό βηματισμό και χωρίς να μιλήσει, άρχισε να προχωράει προς την ρίζα της βελανιδιάς.

«Θα με περιμένεις;» Ρώτησε το μικρό μανιτάρι.

«Ελπίζω. Καλό ταξίδι!» Είπε το άλλο και τα βλέμματα τους διασταυρώθηκαν για τελευταία φορά. Αρκετή ώρα πιο μετά οι ταξιδιώτες είχαν αρχίσει να ανεβαίνουν στον κορμό. Το μικρό μανιτάρι ήταν πλέον τόσο πολύ χαρούμενο. Ζόυσε το όνειρό του. Μόλις είχε βραδιάσει και το φεγγάρι είχε αρχίσει να ρίχνει το φως του πάνω στο μεγάλο δάσος. Λίγες ώρες πιο μετά η ανάβαση έφτανε στη μέση της και οι ψιθήροι από τα βελανίδια πλήθαιναν.

«Τι θέλει εδώ πάνω ένα σκαθάρι με ένα μανιτάρι να κρέμεται από πάνω του. Μα που πάνε;» αναρωτήθηκαν όλα μαζί και σχολιάζανε επικριτικά.

«Ε όχι.. έχει τρελαθεί τελικά ο κόσμος..» είπε ένα αδύνατο και στριφνό βελανίδι, και γύρισε από την άλλη πλευρά να χαρεί λίγο το φως του φεγγαριού. Την επόμενη μέρα ήξερε ότι θα έπεφτε από τη θέση του και θα βρισκόταν κάτω στο χώμα, μέχρι εκείνο να το αγκαλιάσει και σιγά σιγά να γίνει κι αυτό μια μεγάλη βελανιδιά. Το μανιτάρι έβλεπε από ψηλά το σπίτι του, την παλιά του θέση, την πέτρα από όπου είχε εμφανιστεί το σκαθάρι, τον αγαπημένο του φίλο και έτρεμε από τη συγκίνηση που κατάφερνε το ακατόρθωτο.

«Το πρώτο μανιτάρι που έφτασε στην κορυφή της μεγάλης βελανιδιάς!!» Σκεφτόταν. Η ψυχή του έλαμπε. Η ψυχή του έλαμπε αλλά η δύναμη του έφθανε. Τα χέρια του είχαν αρχίσει να κουράζονται και όσο δυνατά και αν κρατούσε τις κεραίες του σκαθαριού, τα αισθανόταν να γλυστράνε. Ο κορμός του και το συμμετρικό του σχήμα είχε αρχίσει να χαλάει. Ξέρετε πόσο ευαίσθητα είναι τα μανιτάρια. Χαλάνε με το παραμικρό. Λίγη ώρα πιο μετά είχε χάσει πολύ δύναμη και πολλούς χυμούς. Φθάνοντας στη μέση της μεγάλης βελανιδιάς και ενώ το φεγγάρι μεσουρανούσε λέει στο σκαθάρι.

«Σκαθάρι σταμάτα για λίγο σ’αυτό το κλαδί. Σε παρακαλώ πολύ. Θα ήθελα να κάνουμε ένα διάλειμμα, κουράστηκα.»

«Θα σταματήσω, αλλά θα μου δώσεις και τα δύο σποράκια, αλλιώς δεν θα συνεχίσω.»

«Εντάξει, πάρ’τα. Σταμάτα όμως, δεν αντέχω ούτε μια στιγμή ακόμα.» Και μόλις το σκαθάρι έκανε στην άκρη και σταμάτησε στο κλαδί, το μανιτάρι μας ελευθερώθηκε και έβγαλε από την κοιλιά του και τα δύο σποράκια, το ανίτι του ονείρου του.

«Πάρτα, όμως σε λίγο θα συνεχίσουμε.» είπε με ξεψυχισμένη φωνή.

«Συνεχίζουμε όποτε θες.» Το φεγγάρι μια κρυβόταν και μια φαινόταν μέσα από τις φυλλωσιές της βελανιδιάς και το χλωμό του φως πλέον έδινε μια μελαγχολική διάθεση στο δάσος. Λίγες στιγμές πιο μετά, το μανιτάρι είπε με φωνή που ίσα ίσα ακουγόταν.

«Σκαθάρι.. πάμε..» Και με το ζόρι ξαναπιάστηκε πάνω του. Δεν πρόλαβε να κάνει μερικά αργά αλλά σταθερά βήματα το σκαθάρι και.. α!

Το μανιταρι γλυστρησε! Το καπέλο του έλαμψε για μια στιγμή, λίγο πριν αρχίσει να χτυπάει από το ένα κλάδι στο άλλο. Τα βελανίδια πάγωσαν και το σούσουρο σταμάτησε άξαφνα καθώς είχε ξεκινήσει η ελεύθερη πορεία προς το τέλος. Χτύπησε στο χώμα, κατρακύλησε και σταμάτησε δίπλα στην πέτρα απ’ όπου το μεσημέρι είχε εμφανιστεί το σκαθάρι. Λίγο πιο κει ο φίλος του, αδύναμος κι αυτός, το κοίταζε με δάκρυα στα μάτια. Το χώμα γύρω του ήταν πλέον σαθρό. Με λίγη προσπάθεια κατάφερε να πεταχτεί έξω και να συρθεί μέχρι τον φίλο του.

«Μην φοβάσαι…τώρα είσαι εδώ, μαζί μου.» του είπε και μαζί τα δύο μανιταράκια, ξαπλωμένα πλέον και όχι όρθια, κοιτούσαν την κορυφή της βελανιδιάς λίγο πριν το φεγγάρι τους δύσει. Εκείνη την ώρα ένα αεράκι φύσηξε στα κλαδιά της βελανιδιάς και μαζί με τη φωνή των βελανιδιών πήρε και τα σπόρια από τις τσέπες του σκαθαριού ρίχνοντάς τα στο έδαφος, λίγο πιο μακριά από τις ρίζες του δέντρου. Κάποιες ημέρες αργότερα δύο μικρά μανιτάρια βγήκαν από το ζεστό χώμα. Οι ρίζες τους ήταν λίγο ενωμένες. Κοίταξαν ψηλά, μέχρι την κορυφή της βελανιδιάς μας, ζήλεψαν τα πουλιά και αναστέναξαν μελαγχολικά όταν σκέφτηκαν πόσο όμορφη θέα έχει από εκεί επάνω.