Κι ὅμως εἶναι ἑλληνικές· ἐτυμολογική ἐξέταση λέξεων τῆς Ἀγγλικῆς
Ἄν σᾶς ρωτήσει κανείς, θέλοντας νά ἐλέγξει τίς ἐτυμολογικές γνώσεις σας στήν Ἀγγλική ἤ στήν Ἑλληνική, ἄν λέξεις ὅπως λ.χ. butter «βούτυρο», paper «χαρτί», church «ἐκκλησία», sketch «σκαρίφημα – θεατρικό σκέτς», bomb «βόμβα», clergy «κληρικός» καί clerk «ὑπάλληλος», chart «χάρτης» καί card «κάρτα», calm «νηνεμία, γαλήνη», pain «πόνος», pirate «πειρατής», diploma «δίπλωμα», chanel «δίαυλος», priest «ἱερέας», buffalo «βουβάλι», monk «μοναχός», bishop «ἐπίσκοπος» κ.α. προέρχονται ἀπό τήν Ἑλληνική ἤ εἶναι ἀμιγῶς ἀγγλικές, μή βιαστεῖτε νά ἀπαντήσετε ὅτι δέν σᾶς φαίνονται ἑλληνικές. Ἡ πραγματικότητα εἶναι ὅτι περνώντας μέσα ἀπό διάφορους, συχνά δαιδαλώδεις καί σκολιούς, γλωσσικούς δρόμους οἱ λέξεις αὐτές ἔφτασαν στήν Ἀγγλική, ἔχοντας ξεκινήσει ἀπό τήν ἑλληνική γλώσσα. Εἶναι δάνειες λέξεις τῆς Ἀγγλικῆς ἀπό τήν Ἑλληνική. Μία ματιά σέ ἔγκυρα λεξικά τῆς Ἀγγλικῆς (Webster, Random House, Longman, Oxford κ.α.) μπορεῖ νά σᾶς πείσει.
Τό ἀρχ. ἑλληνικό βούτυρον / βούτυρος (βούς + τυρός), μέσω τοῦ λατιν. butyrum, ἔδωσε τό ἀρχ. ἀγγλ. butere, ἀπ’ ὅπου τό σύγχρονο ἀγγλ. butter (καί τά γερμ. Butter, γαλλ. beurre, ἰταλ. burro κ.α.). Τό ἀρχ. ἑλλην. πάπυρος, πού δήλωσε τήν πρώτη μορφή γραφικῆς ὕλης ἀπό τό ὁμώνυμο φυτό τό ὁποῖο εὐδοκιμοῦσε στήν Αἴγυπτο, ἔδωσε τό ἀγγλ. paper (γαλλ. papier, γερμ. Papier κ.ἄ.) μέσω τοῦ λατιν. papyrum, ἀπ’ ὅπου τό μεσαιων. γαλλ. papier καί τό μεσαιων. ἀγγλ. papir. Πιό σύνθετη εἶναι ἡ προέλευση τῆς λέξης πού δήλωσε στήν Ἀγγλική «τήν ἐκκλησία», τῆς λ. church. Ξεκίνησε ἀπό τό ἑλληνιστ. κυριακόν (δῶμα) «ὁ οἶκος τοῦ Κυρίου» (ἀπό τό Κύριος), τό ὁποῖο, μέσω τοῦ ἀρχ. γερμ. kirihha (ἀπ’ ὅπου τό νέο γερμ. Kirche «ἐκκλησία») καί τῶν ἀρχ. ἀγγλ. cirice καί μεσαιων. ἀγγλ. chirche, ἔδωσε τό νέο ἀγγλ. church. Οἱ ἴδιοι οἱ Ἕλληνες χριστιανοί χρησιμοποίησαν τό ἀρχ. ἐκκλησία (ἐκκλησία τοῦ δήμου «ἡ συγκέντρωση τοῦ λαοῦ / τῶν πολιτῶν ὡς θεσμικό ὄργανο») μέ νέο περιεχόμενο: χῶρος ὅπου συγκεντρώνονται οἱ πιστοί γιά νά λατρεύσουν τόν Θεό (ἐνῶ οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες χρησιμοποιοῦσαν τή λ. ναός, μέ τήν ἀντίληψη ὅτι ἀποτελεῖ χῶρο ὅπου ναίουν, ὅπου κατοικοῦν οἱ θεοί).
Ἐνδιαφέρον ἔχει, γιά τίς περιπέτειές της, ἡ λέξη sketch «σκαρίφημα – θεατρικό σκέτς». Ποιός τό φαντάζεται, ἐκ πρώτης ὄψεως, ὅτι προέρχεται ἀπό τήν ἑλλην. λ. σχέδιο; Ἡ ἀρχαία ἑλλ. λ. σχέδιον (ἀπό τό ἀρχ. σχέδιος πού σήμαινε «προσωρινός, αὐτοσχέδιος», προερχόμενη ἀπό τή λ. σχεδόν κι αὐτή ἀπό τό ἔχω), μέσω τοῦ λατιν. schedium, ἔδωσε τό ἰταλ. schizzo, πού πέρασε στά ὀλλανδικά ὡς schets, ἀπό ὅπου τό ἀγγλ. sketch. Τό περίεργο γιά τή ζωή τῶν λέξεων εἶναι ὅτι τό ἑλλην. σχέδιο ἐπανῆλθε στούς νεότερους χρόνους στήν Ἑλληνική, δηλ. ὡς «ἀντιδάνειο» (ὡς δάνειο δανείου!…), μέσα ἀπό δύο ξένες γλῶσσες: ἀπό τήν Ἰταλική ὡς σκίτσο καί ἀπό τήν Ἀγγλική ὡς σκέτς.
Ἀνάλογη εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ ἀγγλ. scene «σκηνή». Προέρχεται ἀπό τό ἑλλην. σκηνή, μέσω τοῦ λατιν. scaena / scena. Ἀπό τό ὑποκοριστικό τοῦ λατιν. scene, ἀπό τό scenarium, προῆλθε τό ἰταλ. scenario πού πέρασε σέ διάφορες γλῶσσες (ἀγγλ. scenario, γαλλ. scenario κ.α.) καί ἐπανῆλθε στά Ἑλληνικά ὡς σενάριο (ἀντιδάνειο). Ἀπό τό θέμα σχ- (τοῦ ἔχω, πβ. κατά-σχ-ω, παρά-σχ-ω, σχ-εδόν) πού εἴδαμε καί στό σχέδιο, προῆλθε καί ἡ λ. σχῆμα πού ἔδωσε, μέσω τοῦ λατιν. schema, τό ἀγγλ. scheme.
Μία λέξη πού θά ξαφνίαζε ἴσως ὅταν κανείς διαπιστώσει ὅτι εἶναι ἑλληνική, εἶναι ἡ ἀγγλική λ. pain «πόνος». Ἡ λέξη αὐτή προῆλθε ἀπό τήν ἑλλην. λ. ποινή πού σήμαινε ἀρχικά «τιμή αἵματος, ἐκδίκηση (γιά ἔγκλημα)» καί μετά «τιμωρία». Μέσω τοῦ λατ. poena, πού ἔδωσε τό γαλλ. peine (ἀρχικά σήμαινε «τά βασανιστήρια τῶν μαρτύρων τῆς πίστεως»), προῆλθε τό ἀγγλ. pain μέ τή σημ. «πόνος» ὡς ἀπόρροια τῶν πόνων ἀπό τά βασανιστήρια καί ὡς ἐπακόλουθο τῆς τιμωρίας γενικότερα. Ἐξίσου ἴσως θά ξάφνιαζε καί ἡ ἀγγλική λ. calm «κάλμα, νηνεμία».
Κι αὐτή προῆλθε ἀπό ἑλληνική λέξη, τό ἀρχ. καῦμα, πού δήλωνε τόν καύσωνα καί τό θέρος, ὁδηγώντας συνεκδοχικά στή σημ. τῆς ἠρεμίας τῆς θάλασσας, τῆς ἔλλειψης δυνατῶν ἀνέμων. Στήν Ἀγγλική ἔφτασε ἡ λέξη ἀπό τό ἰταλ. calma πού ἀνάγεται σέ ὄψιμο λατιν. cauma ἀπό τό καῦμα. Ὅτι ἡ λ. ξαναγύρισε στήν Ἑλληνική μέσω τῆς Ἰταλικῆς ὡς κάλμα, δηλ. ὡς ἀντιδάνειο, εἴδαμε ὅτι ἀποτελεῖ συχνό φαινόμενο. Τό ἀρχ. πειρῶμαι «προσπαθῶ, ἀποπειρῶμαι, τολμῶ» ἔδωσε στή μεταγενέστερη Ἑλληνική τή λ. πειρατής πού προφανῶς θά σήμαινε ἀρχικά αὐτόν πού ἀποτολμᾶ παράτολμα καί παράνομα ἐγχειρήματα. Μέσω τοῦ λατιν. pirata ἡ λ. ἔδωσε τό ἀγγλ. pirate.
Στήν ἐκκλησιαστική γλώσσα μία σειρά ἀπό ἀγγλικές λέξεις προέρχονται ἀπό τήν Ἑλληνική, χωρίς αὐτό νά εἶναι ἀμέσως αἰσθητό στόν μή εἰδικό. Τέτοιες εἶναι οἱ ἀγγλικές λέξεις priest, clergy (καί clerc), bishop, monk κ.α. Συγκεκριμένα τό ἑλλην. πρεσβύτερος (ἀρχική σημ. «γεροντότερος») ἔδωσε τό ὄψιμο λατ. presbyter. Ἀπό αὐτό, μέ ὁρισμένες μεταβολές, προῆλθε τό ἀρχ. ἀγγλ. preost καί κατόπιν τό μεσαίων. ἀγγλ. preist, πού ἔδωσε τό νεότ. ἀγγλ. priest. Τό ἑλλην. κληρικός (ἀπό τή λ. κλῆρος) «αὐτός πού τοῦ πέφτει ὁ κλῆρος, πού τοῦ ἀνατίθεται ἕνα ἔργο» ἔδωσε τό ὄψιμο λατιν. clericus ἀπ’ ὅπου τά ἀρχ. ἀγγλ. cleric καί clerc. Ἀπό αὐτά προῆλθε τό ἀγγλ. clerk «λόγιος» – «ὑπάλληλος ἐξουσιοδοτημένος μέ συγκεκριμένο ἔργο» – «ἁπλός ὑπάλληλος». Τό ἀρχ. ἀγγλ. clerc ἔδωσε καί τόν ἐκκλησιαστικό ὅρο clergy «κληρικός, ἱερωμένος». Τό ἑλλην. ἐπίσκοπος εἶναι ἡ λέξη ἀπ’ ὅπου προῆλθε τό ἀγγλ. bishop «ἐπίσκοπος», μέσω τοῦ ὄψιμου λατιν. episcopus, ἀπ’ ὅπου τά ἀρχ. ἀγγλ. bisceop καί μεσαίων. ἀγγλ. bishhop πού προηγήθηκαν τοῦ νεότερου ἀγγλικοῦ bishop. Ὡς πρός τό ἀγγλ. monk «μοναχός» προῆλθε ἀπό τό μεταγεν. ἑλλην. μοναχός μέσω τοῦ ὄψιμου λατιν. monachus, ἀπ’ ὅπου τό ἀρχ. ἀγγλ. munuc καί μετέπειτα τό νεοτ. ἀγγλ. monk. Τό ἀγγλ. chart «χάρτης» ἀλλά καί τό card «κάρτα» προῆλθαν ἀπό τό ἕλλην. χάρτης. Τό bomb «βόμβα» ἀπό τό ἀρχ. ἑλλην. βόμβος. Τό «πολύ ἀμερικάνικο» buffalo ἀπό τό ἑλλην. βούβαλος. Τό ἑλλην. δίπλωμα (ἀπό διπλώνω, διπλοῦς) μέ τή σήμ. «ἐπίσημο ἔγγραφο» ἔδωσε τό diploma καί ἀπό αὐτό τό diplomat «διπλωμάτης» κ.ο.κ.
Ὅπως ἔγινε, ἐλπίζω, φανερό, ἕνα πλῆθος ἀπό ξένες λέξεις, ἐν προκειμένω ἀγγλικές, ἕλκουν τήν καταγωγή τους ἀπό τήν ἑλληνική γλώσσα, ἀπευθείας ἤ, πιό συχνά, μέσω τῆς λατινικῆς γλώσσας. Ὅσα γράφονται ἐδῶ δέν δίδονται γιά νά ἀποτελέσουν ἀφορμή κομπασμοῦ ἀλλά ὡς νύξεις γιά γλωσσική αὐτογνωσία καί περίσκεψη, γιά τό πόσα ἔχει κανείς νά κερδίσει ἀπό μία ἐτυμολογική περιδιάβαση στούς δρόμους τῆς γλώσσας μας.
από το agiazoni.gr
Ο φωτογραφικός φακός αποκαλύπτει τις υποσυνείδητες οπτικές με τον ίδιο τρόπο που η ψυχανάλυση αποκαλύπτει τις υποσυνείδητες αιτίες.
Walter Benjamin, 1892-1940, Γερμανός φιλόσοφος
Photos by Andreadou Maria
http://www.camera-work.org/index.php?searchword=&skeyword=&category=&fromyear=&toyear=&photographer=Andreadou%20Maria&imgnumber=&orientation=&imagetype=&map=&continent=&country=&city=&sort=&Itemid=327&option=com_search&view=search
AΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ:
ΠΡΩΤΟ ΧΡΕΟΣ
…Μα εγώ, ο Νους, με υπομονή, με αντρεία, νηφάλιος μέσα στον ίλιγγο, ανηφορίζω. Για να μην τρεκλίσω να γκρεμιστώ, στερεώνω απάνω στον ίλιγγο σημάδια, ρίχνω γιοφύρια, ανοίγω δρόμους, οικοδομώ την άβυσσο.
Αργά, με αγώνα, σαλεύω ανάμεσα στα φαινόμενα που γεννώ, τα ξεχωρίζω βολικά, τα σμίγω με νόμους και τα ζεύω στις βαριές πραχτικές μου ανάγκες.Βάνω τάξη στην αναρχία, δίνω πρόσωπο, το πρόσωπο μου, στο χάος.
Δεν ξέρω αν πίσω από τα φαινόμενα ζει και σαλεύει μια μυστική, ανώτερη μου ουσία. Κι ούτε ρωτώ δε με νοιάζει.
Γεννοβολώ τα φαινόμενα, ζωγραφίζω με πλήθια χρώματα φανταχτερά, γιγάντιο ένα παραπέτασμα μπροστά από την άβυσσο. Μη λες: “Αναμέρισε το παραπέτασμα, να δω την εικόνα!” Το παραπέτασμα, αυτό είναι η εικόνα.
Είναι ανθρώπινο έργο, πρόσκαιρο, παιδί δικό μου, το βασίλειο μου ετούτο. Μα είναι στέρεο, άλλο στέρεο δεν υπάρχει, και μέσα στην περιοχή του μονάχα μπορώ γόνιμα να σταθώ, να χαρώ και να δουλέψω.
Είμαι ο αργάτης της άβυσσος. Είμαι ο θεατής της άβυσσος. Είμαι η θεωρία κι η πράξη.
Είμαι ο νόμος. Όξω από μένα τίποτα δεν υπάρχει….
ΔΕΥΤΕΡΟ ΧΡΕΟΣ
Ψυχανεμίζουμαι πως κι η μαχόμενη ουσία πολεμάει πίσω από τα φαινόμενα να σμίξει με την καρδιά μου. Μα το σώμα στέκεται ανάμεσα και μας χωρίζει. Ο νους στέκεται ανάμεσα και μας χωρίζει.
Ποιο είναι το χρέος μου;
Να συντρίψω το σώμα, να χυθώ να σμίξω με τον Αόρατο. Να σωπάσει ο νους, ν’ ακούσω τον Αόρατο να φωνάζει.
Περπατώ στ’ αφρόχειλα της άβυσσος και τρέμω. Δυο φωνές μέσα μου παλεύουν.
O νους: «Γιατί να χανόμαστε κυνηγώντας το αδύνατο; Μέσα στον ιερό περίβολο των πέντε αιστήσεων χρέος μας ν’ αναγνωρίσουμε τα σύνορα του ανθρώπου.»
Μα μια άλλη μέσα μου φωνή, ας την πούμε έχτη δύναμη, ως την πούμε καρδιά, αντιστέκεται και φωνάζει:
«Όχι! Όχι! Ποτέ μην αναγνωρίσεις τα σύνορα του ανθρώπου! Να σπας τα σύνορα! Ν’ αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα μάτια σου!
Να πεθαίνεις και να λες: Θάνατος δεν υπάρχει!»
ΤΡΙΤΟ ΧΡΕΟΣ
…Η καρδιά δε βολεύεται. Χέρια χτυπούν απόξω από τη φυλακή της, φωνές ερωτικές αφουγκράζεται στον αγέρα κι η καρδιά, γιομάτη ελπίδα, αποκρίνεται τινάζοντας τις αλυσίδες και σε μιαν αστραπή της φαίνεται πως έγιναν οι αλυσίδες φτερούγες.
Μα γρήγορα η καρδιά πέφτει πάλι αιματωμένη, έχασε πάλι την ελπίδα και την ξαναπιάνει ο Μέγας Φόβος.
Καλή η στιγμή, παράτα πίσω σου το νου και την καρδιά, τράβα μπροστά, κάμε το τρίτο βήμα.
Γλίτωσε από την απλοϊκή άνεση του νου που βάνει τάξη κι ελπίζει να υποτάξει τα φαινόμενα. Γλίτωσε από τον τρόμο της καρδίας που ζητάει κι ελπίζει να βρει την ουσία.
Νίκησε το στερνό, τον πιο μεγάλο πειρασμό, την ελπίδα. Τούτο είναι το τρίτο χρέος…
Χρέος σου, ήσυχα, χωρίς ελπίδα, με γενναιότητα, να βάνεις πλώρη κατά την άβυσσο. Και να λες: Τίποτα δεν υπάρχει!
Τίποτα δεν υπάρχει! Μήτε ζωή, μήτε θάνατος. Κοιτάζω την ύλη και το νου σα δυο ανύπαρχτα ερωτικά φαντάσματα να κυνηγιούνται, να σμίγουν, να γεννούν και ν’ αφανίζουνται, και λέω: «Αυτό θέλω!»
Ξέρω τώρα δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, λυτρώθηκα από το νου κι από την καρδιά, ανέβηκα πιο πάνω, είμαι λεύτερος. Αυτό θέλω. Δε θέλω τίποτα άλλο. Ζητούσα ελευτερία….
Α’ ΣΚΑΛΟΠΑΤΙ: ΕΓΩ
…Χρέος έχεις και μπορείς στο δικό σου τον τομέα να γίνεις ήρωας. Αγάπα τον κίντυνο. Τι είναι το πιο δύσκολο; Αυτό θέλω!
Ποιο δρόμο να πάρεις; Τον πιο κακοτράχαλον ανήφορο. Αυτόν παίρνω κι εγώ ακλούθα μου!
Να μάθεις να υπακούς. Μονάχα όποιος υπακούει σε ανώτερο του ρυθμό είναι λεύτερος.
Να μάθεις να προστάζεις. Μονάχα όποιος μπορεί να προστάζει είναι αντιπρόσωπος μου απάνω στη γης ετούτη.
Ν’ αγαπάς την ευθύνη. Να λες:
Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω.
Ν’ αγαπάς τον καθένα ανάλογα με τη συνεισφορά του στον αγώνα. Μη ζητάς φίλους να ζητάς συντρόφους! …
Γ’ Η ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ
…Τρέχουμε. Ξέρουμε πώς τρέχουμε να πεθάνουμε, μα δεν μπορούμε να σταματήσουμε. Τρέχουμε.
Μια λαμπάδα κρατούμε και τρέχουμε. Το πρόσωπο μας, μια στιγμή, φωτίζεται μα βιαστικά παραδίνουμε τη λαμπάδα στο γιο μας κι ευτύς σβήνουμε, κατεβαίνουμε στον Άδη.
Η μάνα κοιτάει μπροστά, κατά την κόρη η κόρη κοιτάει κι αυτή μπροστά, πέρα από του αντρός της το κορμί, κατά το γιο να πώς πορεύεται στη γης ετούτη ο Αόρατος.
… Περιμάζωξε στην καρδιά σου όλες τις τρομάρες, ανασύνθεσε όλες τις λεπτομέρειες. Ένας κύκλος είναι η λύτρωση κλείσε τον!
Τι θα πει ευτυχία; Να ζει όλες τις δυστυχίες. Τι θα πει φως; Να κοιτάς με αθόλωτο μάτι όλα τα σκοτάδια.
Είμαστε ένα γράμμα ταπεινό, μια συλλαβή, μια λέξη από τη γιγάντια Οδύσσεια. Είμαστε βυθισμένοι σ’ ένα γιγάντιο τραγούδι και λάμπουμε όπως λάμπουν τα ταπεινά χοχλάδια όσο είναι βυθισμένα στη θάλασσα.
Ποιο είναι το χρέος μας; Ν’ ανασηκώσουμε το κεφάλι από το κείμενο, μια στιγμή, όσο αντέχουν τα σπλάχνα μας, και ν’ αναπνέψουμε το υπερπόντιο τραγούδι.
Να σμίξουμε τις περιπέτειες, να δώσουμε νόημα στο ταξίδι, να παλεύουμε ακατάλυτα με τους ανθρώπους, με τους θεούς και με τα ζώα, κι αργά, υπομονετικά, να μολώνουμε μέσα στα φρένα μας, μελούδι από το μελούδι μας, την Ιθάκη…
Η ΣΙΓΗ
…. Πώς μπορείς να φτάσεις στο σπλάχνο της Άβυσσος και να την καρπίσεις; Αυτό δεν μπορεί να ειπωθεί, δεν μπορεί να στριμωχτεί σε λόγια, να υποταχτεί σε νόμους καθένας έχει και τη λύτρωση τη δική του, απόλυτα ελεύτερος.
Διδασκαλία δεν υπάρχει, δεν υπάρχει Λυτρωτής που ν’ ανοίξει δρόμο. Δρόμος ν’ ανοιχτεί δεν υπάρχει.
Καθένας, ανεβαίνοντας απάνω από τη δική του κεφαλή, ξεφεύγει από το μικρό, όλο απορίες μυαλό του.
Μέσα στη βαθιά Σιγή, όρθιος, άφοβος, πονώντας και παίζοντας, ανεβαίνοντας ακατάπαυτα από κορυφή σε κορυφή, ξέροντας πως το ύψος δεν έχει τελειωμό, τραγουδά, κρεμάμενος στην άβυσσο,
Όταν ο Ιούλιος Καίσαρ επέστρεψε θριαμβευτής στη Ρώμη το 46 π.Χ., ανάμεσα στα θέματα τα οποία έπρεπε να ρυθμίσει ήταν και η μέτρηση του χρόνου. Ως τότε οι Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαν ένα ημερολογιακό σύστημα που είχε μεν 12 μήνες, αλλά στο οποίο από καιρού εις καιρόν έπρεπε να προστίθενται ημέρες ή και μήνες έτσι ώστε αυτό να διατηρείται σε συμφωνία με τις εποχές. Την ευθύνη για την παρεμβολή των ημερών είχαν οι ιερείς.
Αλλά ο απολυταρχισμός των ιερέων, οι οποίοι άλλοτε αύξαναν το μήκος του έτους προκειμένου να παραμένουν στην εξουσία οι ευνοούμενοί τους συγκλητικοί και άλλοτε το μείωναν ώστε να τελειώνει γρήγορα η θητεία των αντιπάλων τους, είχαν καταστήσει το υπάρχον ημερολογιακό σύστημα μη λειτουργικό. Είναι χαρακτηριστικό ότι το έτος 46 π.Χ. διήρκεσε 445 ημέρες, δεδομένου ότι αναγκάστηκαν να προστεθούν τόσες ημέρες ώστε αυτό να ευθυγραμμιστεί με την εαρινή ισημερία. Ο Καίσαρ ονόμασε αυτό το έτος ultimus annus confusionis (τελευταίο έτος σύγχυσης) και κάλεσε τους καλύτερους φιλοσόφους και μαθηματικούς της εποχής προκειμένου να δημιουργηθεί το νέο ημερολόγιο.
Στο βιβλίο του David Edwin Duncan «Καλαντάρι» (εκδόσεις Ενάλιος) αναφέρεται ότι ανάμεσα στους προσκεκλημένους του αυτοκράτορα ήταν και ο Σωσιγένης, αλεξανδρινός αστρονόμος, τον οποίο ο Καίσαρ είχε γνωρίσει στο παλάτι της Κλεοπάτρας και με τον οποίο είχε συζητήσει τις πιθανές μετατροπές του ημερολογιακού συστήματος. Μετά από εισήγηση του Σωσιγένη αποφασίστηκε να υιοθετηθεί το ημερολόγιο του Πτολεμαίου Γ’, σύμφωνα με το οποίο ένα έτος 365 ημερών ίσχυε για τρία χρόνια και στη συνέχεια υπήρχε ένα έτος με 366 ημέρες.
Και ενώ όλα τα προβλήματα φάνηκαν να λύνονται, δημιουργήθηκαν καινούργια όταν έπρεπε να δοθούν ονόματα στους μήνες. Ο πρώτος μήνας του έτους ήταν ο Μάρτιος, αφιερωμένος στον θεό του πολέμου, ο οποίος όμως συμβόλιζε και τις δυνάμεις της φύσης. Ετσι μια σειρά από γιορτές αφιερωμένες σε αυτόν ήταν προγραμματισμένες για να γιορταστεί ο ερχομός της άνοιξης. Προφανώς ο πρώτος μήνας του έτους δεν μπορούσε παρά να έχει 31 ημέρες.
Ο δεύτερος μήνας ονομάστηκε Απρίλιος από το aperire (ανοίγω) προκειμένου να συμβολίσει την έξοδο των φυτών από τη γη και αφιερώθηκε στην Αφροδίτη. Μετά από πολλές διαφωνίες αποφασίστηκε να αποτελείται από 30 ημέρες. Η εναλλαγή των 31 ημερών με 30 συνεχίστηκε για τους μήνες Μάιο και Ιούνιο, οι οποίοι αφιερώθηκαν στις θεές Μαία και Ήρα αντίστοιχα.
Η έμπνευση όμως για την ονοματολογία φαίνεται πως δεν ήταν αρκετή και στους επόμενους μήνες δόθηκαν ονόματα αριθμών. Έτσι αρχικά ο Ιούλιος ήταν ο Quirinalis (πέμπτος μήνας). Αλλά ο Μάρκος Αντώνιος αποφάσισε να του δώσει το όνομα του Ιουλίου, αναμορφωτή του ημερολογίου. Και βεβαίως διατήρησε τις 31 ημέρες του. Ωστόσο δημιούργησε και μια παράδοση. Έτσι, όταν το όνομα του Αυγούστου δόθηκε στον έκτο μήνα, το διαμέτρημα του ανδρός δεν επέτρεπε στον μήνα αυτό να είναι μικρός και ο Αύγουστος απέκτησε επίσης 31 ημέρες.
Και επειδή ο Ιανουάριος έπρεπε να έχει 31 ημέρες δεδομένου ότι ήταν αφιερωμένος στον Ιανό, τον προστάτη της Ετρουρίας, δεν απέμειναν παρά 28 ημέρες για τον Φεβρουάριο, τον τελευταίο μήνα του χρόνου. Το γεγονός ότι αυτός ειδικά ο μήνας δεν θα είχε πολλές ημέρες δεν δυσαρέστησε καθόλου τους Ρωμαίους, δεδομένου ότι όχι μόνο ήταν αφιερωμένος στους νεκρούς αλλά κατά τη διάρκειά του έπρεπε και οι ίδιοι να κάνουν τον ηθικό απολογισμό τους και να αφιερώνονται στη μετάνοια. Ακόμη και το όνομα του μηνός σημαίνει εξιλέωση (Februare).
Τόσο πολύ επιθυμούσαν οι Ρωμαίοι να τελειώσει γρήγορα ο Φεβρουάριος ώστε, προκειμένου να διατηρούν την αίσθηση ότι ο μήνας δεν έχει ποτέ περισσότερες από 28 ημέρες, όταν έπρεπε να έχει 29 δεν προσέθεταν την παραπάνω ημέρα στο τέλος αλλά διπλασίαζαν την έκτη ημέρα του (bi sextus).
Aπό yahoo
…..Ο ιππότης κοίταξε μέσα στο περίεργο καθρέπτη και προς έκπληξη του, αντί για ένα ψηλέα με θλιμμένα μάτια και μεγάλη μύτη, θωραακισμένο ως το λαιμό, είδε ενα γοητευτικό άτομο, όλο ζωή, που τα μάτια του έλαμπαν απο αγάπη και συμπόνια.
“Ποιός είναι αυτός;” ρώτησε.
“Εσύ” αποκρίθηκε η σκιουρίτσα.
“Αυτός ο καθρέπτης είναι απάτη” είπε ο ιππότης. “Δεν είμαι εγώ έτσι.”
“Βλέπεις τον αληθινό σου εαυτό” εξήγησε ο Σαμ, “αυτόν που ζεί κάτω απο την πανοπλία σου.”
“Μα…” έκανε ο ιππότης, κοιτάζοντας πιο βαθιά μέσα στο καθρέφτη, “αυτός ο άνθρωπος είναι…….. τέλειος! Και το πρόσωπο του είναι γεμάτο ομορφιά και αθωότητα.”
“Είναι αυτο που μπορείς να ξαναγίνεις. Όμορφος, αθώος και τέλειος.”
“Αν αυτό ήταν να γίνω απ’ την αρχή” είπε ο ιππότης, “τότε κάτι τρομερό θα συνέβει στην πορεία.”
“Ναι” απάντησε ο Σαμ, “και ξέρεις τι; Έβαλες μια αόρατη πανοπλία ανάμεσα στον εαυτό σου και τα αληθινά σου συναισθήματα. Κι αυτή η πανοπλία είναι εκει τόσον καιρό πια που έχει γίνει ορατή και μόνιμη.”…..
_____________________________________________
“Τι θα πει ‘φιλοδοξία από την καρδιά;”‘ ρώτησε ο ιππότης.
Η φιλοδοξία που πηγάζει απ’ την καρδιά, είναι αγνή. Κανέναν δεν ανταγωνίζεται και σε κανέναν κακό δεν κάνει. Και μάλιστα, όταν χρησιμεύει σε κάποιον, την ίδια στιγμή χρησιμεύει και σ’ άλλους……
___________________________________________________
…….”Θυμήσου”, είπε η Ρεβέκκα, “Ότι ο δράκοντας (του φόβου και της αμφιβολίας) δεν εινα παρά μια ψευδαίσθηση.”
“Και η φωτιά που έβγαλε απο το στόμα του; Κι αυτό ψευδαίσθηση;”
“Τότε γιατί κάθομαι σε αυτό το ποταμάκι μ’ έναν καμένο πισινό;” ρώτησε ο ιππότης.
“Γιατί απο τη στιγμή που πίστεψες ότι ο δράκοντας είναι αληθινός” πρόσθεσε η Σκιουρίτσα, “του δίνεις τη δύναμη να κάψει το πισινό σου ή οτιδήποτε άλλο.”
___________________________
“Κοίτα….” είπε ο Σάμ, προσπαθώντας να τον εμψυχώσει, “αν αντιμετωπίσεις το δράκοντα(του φόβου και της αμφιβολίας), υπάρχει μια πιθανότητα να σε καταστρέψει. Αν δεν τον αντιμετωπίσεις, θα σε καταστρέψει στα σίγουρα.”
από το lightworker.gr
Κρέμασα τό ποίημά μου
σ’ ἕνα ψηλό κλαδί.
Κοίτα το
Ποὺ χτυπιέται μέ τόν ἄνεμο.
Ξεκρέμασέ το,
μοῦ εἶπες,
σταμάτα τό μαρτύριό του.
Ξαφνιασμένοι οἱ διαβάτες
τό βλέπουν τόση ὥρα!
Τό δέντρο χαιρετᾶ,
κινώντας τό ποίημά του.
Δέν ὑπάρχει τίποτα γιά ἀπάντηση.
Πρέπει νά φύγουμε.
-Θά τό ἀπαρνηθεῖς;
Μᾶλλον.
Μά μή φοβᾶσαι, αὔριο ἕνα ἄλλο θά ‘χει τήν ἴδια τύχη.
Θά’ πρεπε νά ξοδεύομαι σέ τέτοια παιχνίδια;
Ἕνα ποίημα δέν βαραίνει πολύ τό κλαδί ἑνός δέντρου.
Θά γράψω γιά σένανε ὅσα θελήσεις,
τόσους στίχους
ὅσα καί δέντρα ὑπάρχουν.
Κι ὕστερα τί θ’ ἀπογίνει μ’ ἐμᾶς τούς δύο;
Ἴσως ὅλα αὐτά νά τά ξεχάσουμε πολύ γρήγορα;
Ὄχι!
Λίγο νά μᾶς πιάσει ἡ κούραση στό δρόμο
καί θά μπορέσουμε νά ξαναδοῦμε
τό μέρος
ποὺ ὁλόλαμπρο
τό δέντρο
χαιρετᾶ,
κινώντας τό ποίημά του.
Τότε θά ξανά ‘ρθει τό χαμόγελό μας.
-Πᾶμε!
από το Αγία Ζώνη.gr
“Οι δυστυχίες, στην πραγματικότητα, είναι μια κοινή υπόθεση, αλλά δύσκολα τις πιστεύει κανείς όταν του πέσουν στο κεφάλι. Υπήρξαν στον κόσμο τόσες πανούκλες όσοι και οι πόλεμοι. Και παρόλα αυτά οι πανούκλες και οι πόλεμοι πάντα βρίσκουν τους ανθρώπους το ίδιο απροετοίμαστους. Ο γιατρός Ριέ ήταν απροετοίμαστος, όπως και οι συμπολίτες μας και έτσι πρέπει να καταλάβουμε τους δισταγμούς τους. Και μ’ αυτόν τον τρόπο επίσης πρέπει να καταλάβουμε ότι μοιράστηκε ανάμεσα στην ανησυχία και την εμπιστοσύνη. Όταν ξεσπάει ένας πόλεμος, οι άνθρωποι λένε: “Δεν θα διαρκέσει πολύ, είναι πολύ ανόητο”. Κι αναμφίβολα ένας πόλεμος είναι σίγουρα πολύ ανόητος, αλλά αυτό δεν τον εμποδίζει να διαρκέσει. Η ανοησία επιμένει πάντα και θα μπορούσε κανείς να το διακρίνει αν δεν σκέφτονταν μόνο τον εαυτό του. Απ’ αυτή την άποψη οι συμπολίτες μας ήταν σαν όλο τον κόσμο, σκέφτονταν τους εαυτούς τους και για να το πούμε κι αλλιώς ήταν ανθρωπιστές: δεν πίστευαν στις δυστυχίες. Η δυστυχία δεν είναι στα μέτρα του ανθρώπου, επομένως λέμε ότι η δυστυχία δεν είναι πραγματική, είναι ένα κακό όνειρο που θα περάσει. Αλλά δεν περνάει πάντα και από κακό όνειρο σε κακό όνειρο, είναι οι άνθρωποι που περνάνε και πρώτα πρώτα οι ανθρωπιστές, γιατί δεν πήραν τις προφυλάξεις τους. Οι συμπολίτες μας δεν ήταν πιο ένοχοι από άλλους, ξεχνούσαν να είναι μετριόφρονες, αυτό είναι όλο και σκέφτονταν ότι όλα είναι ακόμη δυνατά για αυτούς· πράγμα που σήμαινε ότι οι δυστυχίες είναι αδύναμες. Συνέχιζαν να κάνουν επιχειρήσεις, να ετοιμάζουν ταξίδια, και να έχουν γνώμες. Πως θα μπορούσαν να σκεφτούν τη πανούκλα, που καταργεί το μέλλον, τις μετακινήσεις, τις συζητήσεις; Θεωρούσαν τους εαυτούς τους ελεύθερους και κανένας δεν θα είναι ποτέ ελεύθερος, όσο υπάρχουν δυστυχίες.”
από το artic.gr
Τα καράβια μου καίω
τα καράβια μου καίω τα καίω
δε θα πάω πουθενά.
Μπρος στα πόδια σου κλαίω
μη μ’αφήσεις σου λέω σου λέω
να σ’αφήσω ξανά.
Κι ας μη μου ’χεις χαρίσει ποτέ
ένα χάδι ως τώρα
πάντα εδώ θα γυρνώ.
Από πείσμα και τρέλα θα ζω
σε τούτη τη χώρα
ώσπου να ’βρω νερό
γιατί ανήκω εδώ.
Τα παιδιά στην κερκίδα
είναι η μόνη σου ελπίδα ελπίδα
πρωινός ουρανός
Σταυρωμένη πατρίδα
μες στα μάτια σου είδα αχ είδα
της ανάστασης φως.
Κι ας μη μου ’χεις χαρίσει ποτέ
ένα χάδι ως τώρα
πάντα εδώ θα γυρνώ.
Από πείσμα και τρέλα θα ζω
σε τούτη τη χώρα
ώσπου να ’βρω νερό
γιατί ανήκω εδώ.
Όποιος σε δει
για μια στιγμή
δίχως του πένθους
το μαύρο μανδύα.
Θα ’σαι εσύ
θεά γυμνή
η αμαρτία του
κι η τιμωρία.
Σαν οπτασία
για μια ζωή.
Κι ας μη μου ’χεις χαρίσει ποτέ
ένα χάδι ως τώρα
πάντα εδώ θα γυρνώ.
Από πείσμα και τρέλα θα ζω
στην έρημη χώρα
ώσπου να ’βρω νερό
γιατί ανήκω εδώ.
Αργοπεθαίνει
όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας,
επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές,
όποιος δεν αλλάζει το βήμα του,
όποιος δεν ρισκάρει να αλλάξει χρώμα στα ρούχα του,
όποιος δεν μιλάει σε όποιον δεν γνωρίζει.
Αργοπεθαίνει
όποιος έχει την τηλεόραση για μέντορα του.
Αργοπεθαίνει
όποιος αποφεύγει ένα πάθος,
όποιος προτιμά το μαύρο αντί του άσπρου
και τα διαλυτικά σημεία στο “ι” αντί τη δίνη της συγκίνησης
αυτήν ακριβώς που δίνει την λάμψη στα μάτια,
που μετατρέπει ένα χασμουρητό σε χαμόγελο,
που κάνει την καρδιά να κτυπά στα λάθη και στα συναισθήματα.
Αργοπεθαίνει
όποιος δεν “αναποδογυρίζει το τραπέζι” όταν δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του,
όποιος δεν ρισκάρει τη σιγουριά του, για την αβεβαιότητα του να τρέξεις πίσω από ένα όνειρο,
όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του, έστω για μια φορά στη ζωή του, να ξεγλιστρήσει απ’ τις πάνσοφες συμβουλές.
Αργοπεθαίνει
όποιος δεν ταξιδεύει,
όποιος δεν διαβάζει,
όποιος δεν ακούει μουσική,
όποιος δεν βρίσκει το μεγαλείο μέσα του.
Αργοπεθαίνει
όποιος καταστρέφει τον έρωτά του,
όποιος δεν αφήνει να τον βοηθήσουν,
όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη κακή του τύχη
ή για τη βροχή την ασταμάτητη.
Αργοπεθαίνει
όποιος εγκαταλείπει την ιδέα του πριν καν την αρχίσει,
όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει
ή δεν απαντά όταν τον ρωτάν για όσα ξέρει.
Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις,
όταν θυμόμαστε πάντα πως για να ‘σαι ζωντανός
χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη
από το απλό αυτό δεδομένο της αναπνοής.
Μονάχα με μια φλογερή υπομονή
θα κατακτήσουμε την θαυμάσια ευτυχία.
Μου λεν αν φύγω από τον κύκλο θα χαθώ
στα όρια του μοναχά να γυροφέρνω
και πως ο κόσμος είν’ ανήμερο θεριό
κι όταν δαγκώνει εγώ καλά είναι να σωπαίνω.
Κι όταν φοβούνται πως μπορεί να τρελαθώ
μου λεν να πάω κρυφά κάπου να κλάψω
και να θυμάμαι πως αυτό το σκηνικό
είμαι μικρός, πολύ μικρός για να τ’ αλλάξω.
Μα εγώ μ’ ένα άγριο περήφανο χορό
σαν αετός πάνω απ’ τις λύπες θα πετάξω.
Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ,
σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ.
Θα πάω να χτίσω μια φωλιά στον ουρανό,
θα κατεβαίνω μόνο αν θέλω να γελάσω
Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ,
σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ.
Μου λεν αν φύγω πιο ψηλά θα ζαλιστώ
καλύτερα στη λάσπη εδώ μαζί τους να κυλιέμαι
και πως αν θέλω περισσότερα να δω,
σ’ ένα καθρέφτη μοναχός μου να κοιτιέμαι.
Κι όταν φοβούνται πως μπορεί να τρελαθώ
μου λεν να πάω κρυφά κάπου να κλάψω.
Και να θυμάμαι πως αυτό το σκηνικό
είμαι μικρός πολύ μικρός για να τ’ αλλάξω.
Μα εγώ μ’ένα άγριο περήφανο χορό
σαν αετός πάνω απ’ τις λύπες θα πετάξω.
Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ,
σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ
Θα πάω να χτίσω μια φωλιά στον ουρανό,
θα κατεβαίνω μόνο αν θέλω να γελάσω
Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ,
σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ.
1. Στη Νέα Υόρκη πληρώνει πρόστιμο όποιος βάλει την τσάντα του σε άδεια θέση λεωφορείου.
2. Το 1997, οι αμερικάνικες αεροπορικές εταιρίες γλύτωσαν 40,000 $ μόνο και μόνο… βάζοντας μια ελιά λιγότερο σε κάθε σαλάτα.
3. Εκατομμύρια δέντρα φυτεύονται κατά λάθος από σκίουρους που θάβουν σπόρους και μετά ξεχνάν πού τους κρύψανε.
4. Οι κροκόδειλοι καταβροχθίζουν πέτρες για να βουτήξουν πιο βαθιά.
5. Τα ψηλά τακούνια ανακαλύφθηκαν στη Μέση Ανατολή για να μην καίγονται τα πόδια στην άμμο.
6. Το να φας ένα μήλο είναι πιο αποτελεσματικό από ένα καφέ για να κρατηθείς ξύπνιος.
7. Ο μαϊντανός είναι το βότανο που χρησιμοποιείται περισσότερο σε όλο τον κόσμο.
8. Το ανθρώπινο όργανο που μπορεί να αυξήσει το μήκος του 20 φορές είναι. . . .Η κόρη του ματιού!
9. Υπάρχει ένα μόνο τρόφιμο που δεν χαλάει: Το μέλι
10. Τα δελφίνια κοιμούνται με το ένα μάτι ανοιχτό.
11. Το μάτι της στρουθοκαμήλου είναι μεγαλύτερο από τον εγκέφαλό της.
12. Οι δεξιόχειρες ζουν κατά μέσο όρο 9 χρόνια περισσότερο από τους αριστερόχειρες.
13. Ο πιο δυνατός μυς του ανθρώπινου σώματος είναι… η γλώσσα.
14. Είναι αδύνατο να φταρνιστείς με τα μάτια ανοιχτά.
15. Μια μόνο σταγόνα λάδι μηχανής είναι ικανή να κάνει 25 λίτρα νερού μη πόσιμο.
16. Οι χιμπατζήδες και τα δελφίνια είναι τα μόνα ζώα μαζί με τον άνθρωπο που μπορούν να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους στον καθρέπτη.
17. Το γέλιο κατά τη διάρκεια της ημέρας κάνει τον βραδινό ύπνο καλύτερο.
18. H ψηλότερη γυναίκα που μετρήθηκε ποτέ είναι μια Κινέζα με ύψος 2.47 μέτρα.
19. Τα καζίνο στο Λας Βέγκας δεν έχουν ρολόγια.
20. Τα χαρτονομίσματα δεν κατασκευάζονται από χαρτί -όπως πιστεύουν πολλοί. Στην πραγματικότητα είναι 74% βαμβάκι και 25% λινό.
21. Η ποσότητα χαλκού που περιέχει ο ανθρώπινος εγκέφαλος, είναι αρκετή για να φτιαχτεί μια κάρτα ήχου Η/Υ (6mg).
22. Το πιο δυνατό ζώο είναι ένα …σκαθάρι (Scarabaeidae) που συναντάται κυρίως σε τροπικές ζώνες. Μετρήθηκε ότι μπορεί να σηκώσει 850 φορές το βάρος του. Σαν να σήκωνε ένας μέσος άνθρωπος 64 τόνους.
23. Οι γυναίκες ανοιγοκλείνουν τα μάτια τους 2 φορες συχνότερα απ’ ότι οι άντρες.
24. Το 90% των γυναικών που περπατά σε ένα πολυκατάστημα στρίβει δεξιά.
25. Σε όλη του τη ζωή ο άνθρωπος παράγει τόσο σάλιο που φτάνει για να γεμίσει δύο πισίνες.
26. Στα ΚΨΜ της Τουρκίας το αντικείμενο που πωλείται περισσότερο είναι οι σερβιέτες, και μάλιστα αυτές με φτερά. Οι στρατιώτες τις βάζουν στις αρβύλες τους για να μην τους χτυπάνε.
27. Οι άνθρωποι φοβούνται περισσότερο τις αράχνες από το θάνατο.
28. Η μοναδική χώρα που το όνομα της ξεκινά με «Α» και δεν τελειώνει σε «Α» είναι το Αφγανιστάν. (ή τουλάχιστον ήταν μέχρι να ανεξαρτητοποιθεί το Αζερμπαϊτζάν)
29. Ο Thomas Edison, ο εφευρέτης της ηλεκτρικής λάμπας, φοβόταν το σκοτάδι.
30. Στον κόσμο υπάρχουν 6.909 διαφορετικές γλώσσες.
AΠΟ YAHOO.COM
Πήρε το όνομά του από τους περήφανους και άγριους ληστές Ζεϊμπέκους. ‘Οσο μεγαλοπρεπές ήταν το παρουσιαστικό των Ζεϊμπέκων με μια φορεσιά-κινητό οπλοστάσιο, άλλο τόσο εντυπωσιακός ήταν ο χορός τους: «Ο Ζεϊμπέκης αρχίζει να ρίχνει τις βόλτες του. Ακουμπάει τα δάχτυλά του με μια ξαφνική, βίαιη κίνηση στο χώμα, σηκώνεται απότομα, παίρνει στα χέρια του το σπαθί ή το όπλο του και συνεχίζει τις βόλτες του… Μια παραδοσιακή εντυπωσιακή φιγούρα είναι να χτυπά ο Ζεϊμπέκης το ένα χέρι του στην μπότα του και το άλλο χέρι του στο όπλο του», περιγράφει ο Θωμάς Κοροβίνης στην πολύ ενδιαφέρουσα, πολυσέλιδη μελέτη του «Οι Ζεϊμπέκοι της Μικράς Ασίας”.
Διάφορες εκδοχές υπάρχουν για την καταγωγή των Ζεϊμπέκων. «Η ορθότερη είναι ότι οι Ζεϊμπέκοι είναι απόγονοι φυλετικής επιμειξίας θρακών μεταναστών και κατοίκων της Φρυγίας», σημειώνει ο Θ. Κοροβίνης, ενώ μια ιδιαίτερη προσωπικότητα που υπήρξε από λογοτέχνης μέχρι ο πρώτος έλληνας αεροπόρος, ο Θάνος Μούρραης Βελλούδιος, αναφέρει ότι τα συνθετικά της λέξη «Ζεϋμπέκο», είναι «Ζεϋ εκ του Ζευς και συμβολίζει το πνεύμα» και Μπέκος, δηλαδή άρτος και συμβολίζει το σώμα».
Ο δε Γιάννης Τσαρούχης, που επανειλημμένα ζωγράφισε ναύτες και στρατιώτες σε ζεϊμπέκικες φιγούρες, σε μια συνομιλία του με τον ρεμπέτη Τάκη Μπίνη έχει υποστηρίξει ότι «οι Ζεϊμπέκηδες ήταν Ελληνες, Μακεδόνες και Θρακιώτες, που ακολούθησαν τον Μέγα Αλέξανδρο στην εκστρατεία του στην Ασία… Τους ονόμαζαν Ζεϊμπέκια δηλαδή ζωέμπορους και Μακελάρηδες (χασαπάδες) γιατί έσφαζαν χιλιάδες ζώα και τα πουλούσαν. Στο πέρασμα των χρόνων θέλησαν να απαθανατίσουν τον ηρωιμό και την παλικαριά τους και να διατηρήσουν τις ηρωικές τους παραδόσεις και έτσι δημιούργησαν αυτόν το δύσκολο χορό το ζεϊμπέκικο, που τον χόρευαν ένας ένας με σπαθιά στα χέρια και πότε πότε και στο στόμα: βγάζοντας μουγκρητά ή αλαλαγμούς -σαν τα σημερινά όπα, άλα, γιάλα και διάφορα άλλα παλικαρίσια».
Η αγέρωχη κορμοστασιά τους, που τόνιζε η στολή τους, δεν άφησε αδιάφορους τους δυτικούς περιηγητές που τους απεικόνισαν σε γκραβούρες. Από τη ζώνη τους κρεμούσαν ασημένια ταμπακέρα, ένα φλασκί αλλά και ένα μικρό μαξιλάρι που το χρησιμοποιούσαν όταν διανυκτέρευαν στην ύπαιθρο. Συχνά βλέπουμε να υπάρχουν και έγχορδα λαϊκά όργανα στη ζώνη τους όπως ένα μπαγλαμά σάζι για να τραγουδούν τα ηρωικά τους κατορθώματα. Χαρακτηριστικό όμως της αισθητικής τους ήταν το πλούσιο σαλβάρι που άφηνε ακάλυπτα τα γόνατα. «Από το γόνατο και πέρα είναι οι κνήμες γυμνές, λόγω… κοκεταρίας», σημειώνει ο καθηγητής Πολυχρόνης Ενεπεκίδης. «Οι Ζεϊμπέκηδες είναι πολύ περήφανοι για την άσπρη επιδερμίδα τους, για τις λεπτές νευρώδεις γάμπες και τους τρυφερούς αστραγάλους τους που θεωρούνται σαν ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ράτσας τους».
«Οι Ζεϊμπέκοι συνδέονται με την εξέγερση, με πράξεις μεγαλοψυχίας και ευθυδικίας», σημειώνει ο Θ. Κοροβίνης που έχει μεταφράσει το μυθιστόρημα του κούρδου συγγραφέα Γιασάρ Κεμάλ για τον ξακουστό Εφέ «Τσακιτζή». «Η σύγχρονη αντίληψη γι’ αυτούς είναι ότι διακρίνονται από αντικρατική και αντιεξουσιαστική συμπεριφορά, στρέφονται εναντίον των προεστών και εναντίον της κρατικής βίας και καταπίεσης και της κακής διοίκησης».
Ζούσαν σε ομάδες στα βουνά, είχαν την ιεραρχία τους με ανώτερο τον Εφέ και στο πνεύμα της «κοινωνικής ληστείας», τιμωρούσαν, σύμφωνα με τη λαογράφο Ρ. Saralp, «τους υφασματέμπορους που πουλούσαν ακριβότερα από την κανονική τιμή, τους ντόπιους ρωμιούς μπακάληδες που έκλεβαν στο ζύγι… Επισκεύαζαν τις βρύσες και τις κρήνες των χωριών, άνοιγαν πηγάδια, βοηθούσαν τους φτωχούς με χρήματα. Υποχρέωναν τους πλούσιους να ενισχύσουν την προίκα των φτωχών κοριτσιών…».
Τα τραγούδια τους εξυμνούσαν τις αρετές και τα κατορθώματά τους, όπως το ζεϊμπέκικο του Γκερ Αλή. Αλλα πάλι έχουν ερωτικό χαρακτήρα, όπως το «Μενεξεδί πρόβατο»: «Εγώ απόμεινα μόνος,/ εδώ στα λημέρια μου,/ ξεχασμένος μετανάστης,/ δεν αντέχω στα βουνά, /μακριά σου, αγαπημένη».
«Χαρακτηριστικό είναι ότι οι Εφέδες όταν έπαιζαν ζεϊμπέκικα τραγούδια στο βουνό, τα χόρευαν πάντοτε μόνοι τους, ένας ένας, ποτέ δύο δύο ή ομαδικά», σημειώνει ο συγγραφέας. «Θεωρείται, σύμφωνα με την παράδοση καθεαυτού ανδρικός χορός. Ωστόσο, σε ορισμένες περιοχές επικράτησε η συνήθεια να τον χορεύουν σπανιότερα και οι γυναίκες. Η μουσική που συνοδεύει το χορό έχει εννέα μέτρα. Στην παραδοσιακή του εκτέλεση, η χρονική διάρκεια του ζεϊμπέκικου είναι περιορισμένη γι’ αυτό και στην Τουρκία, όταν κάποιος μακρυγορεί συνηθίζουν να τον διακόπτουν και να του λένε: “Κόφ’ το, να γίνει αϊδίνικο”».
Διατρέχοντας τη μελέτη του Θ. Κοροβίνη, βλέπουμε τις αντιφατικές δράσεις των ομάδων των Ζεϊμπέκων. Αλλοι είχαν αναδειχτεί σε ένα είδος τοπικού χωροφύλακα και προστάτευαν τους ταξιδιώτες, άλλοι φύλαγαν τις περιουσίες των προκρίτων. Τον 19ο αιώνα υπέστησαν πολλούς διωγμούς από τους σουλτάνους, χρησιμοποιήθηκαν όμως και ως επίλεκτοι πολεμιστές του οθωμανικού στρατεύματος.
«Η εκτέλεσή του βασίζεται σε καθορισμένους κανόνες ευπρέπειας και αυστηρής χορευτικής συμπεριφοράς», αναφέρει ο Θ. Κοροβίνης. «Εχει δικαίωμα να τον χορέψει οποιοσδήποτε επιθυμεί, όμως το να χορέψει κάποιος απρόσκλητος θεωρείται απαράδεκτο και αξιόμεμπτο. Κανείς δεν επιτρέπεται να συνοδεύσει κάποιον ενώ χορεύει χωρίς να προσκληθεί. Επίσης, για κανένα λόγο δεν πρέπει κάποιος να διακόψει το χορό, να παραγγείλει έναν χορό ή να προτείνει την αλλαγή του σκοπού που εκτελείται. Οι προφορικές τοπικές παραδόσεις πολλών περιοχών της Ανατολίας διασώζουν πλήθος αφηγήσεις οι οποίες αναφέρονται σε θρυλικούς καβγάδες και μαχαιρώματα, που προκλήθηκαν από τέτοιου είδους παραξηγήσεις…».
Οι μελετητές βρίσκουν στον ζεϊμπέκικο διονυσιακά και πολεμικά στοιχεία, τα οποία συναντάμε και στην περιγραφή του Στράτη Μυριβίλη στο βιβλίο «Ο Βασίλης ο Αρβανίτης»: «Χόρευαν αργά και αγέλαστα όλοι μαζί ένα μεγάλο κυκλικό ζεϊμπέκικο, η ρόδα του γύριζε μεγαλόπρεπα γύρω στους νταουλτζήδες… Εμείς οι μικροί, βλέπαμε τις μυτερές λεπίδες να σταυρώνουνται κάτω από το σαγόνι, πίσω από το λαιμό… Περιμέναμε λαχανιασμένοι την ώρα που θα άρχιζαν “να παίρνουν τις ανάλιες”. Αυτό γινόταν σαν έφτανε η μανία τους στο κατακόρυφο. Σήκωναν τότες την κάμα, “χέι!” φώναζαν και την κάρφωναν στο μερί, στη γάμπα. Και να πάλι συνέχιζαν το γλέντι».
Περνάς οδηγώντας μέσα από την Αρκαδική Πύλη, εννιά χιλιόμετρα μετά τον Μελιγαλά, και καταλαβαίνεις αμέσως ότι αυτός δεν είναι ένας συνηθισμένος αρχαιολογικός χώρος. Πού αλλού υπάρχει, άλλωστε, είσοδος αρχαίας πόλης την οποία να περνά ολόκληρο αυτοκίνητο; Η αρκαδική πύλη είναι ιδιαίτερη περίπτωση εισόδου αρχαίας πόλης, όμως: Μοιάζει χτισμένη από Κύκλωπες, τόσο γιγάντιοι είναι οι ογκόλιθοι που την αποτελούν. Υπήρξε, στην εποχή της, σύμβολο δύναμης και υπόδειγμα οχυρωματικής τεχνικής, που προστάτευε την οδική αρτηρία η οποία συνέδεε την Αρχαία Μεσσήνη με την Αρκαδία.
Και η πόλη του Επαμεινώνδα, βέβαια, είναι ιδιαίτερη περίπτωση αρχαίας πόλης. Κτισμένη τον χειμώνα του 370 π.Χ.-369 π.Χ., μετά τη νίκη του Θηβαίου στρατηγού ενάντια στους Σπαρτιάτες, για να συμβολίζει την ελεύθερη Μεσσηνία, υπήρξε το πολιτιστικό κέντρο της περιοχής για έξι περίπου αιώνες, μέχρι να ερημωθεί από την επιδρομή των Γότθων. Η αρχιτεκτονική της, η κατασκευή των τειχών της, η θέση της και η λαμπρότητά της εντυπωσίασαν ακόμα και τον πολυταξιδεμένο Παυσανία, όταν την επισκέφθηκε. Και συνεχίζει, δυο χιλιάδες χρόνια αργότερα, να εντυπωσιάζει τους επισκέπτες της, αρχαιολάτρες και μη, κοσμογυρισμένους ή όχι.
Δεν είναι μόνο η θέση της, κοντά στο μεσσηνιακό χωριό Μαυρομάτι, περικυκλωμένη από καταπράσινες βουνοπλαγιές που καταλήγουν απαλά στον μεσσηνιακό κάμπο, η οποία την κάνει να δίνει την εντύπωση ότι βρίσκεται στη μέση του πουθενά. Είναι και οι διαδρομές της, με τα χωμάτινα μονοπάτια της να ελίσσονται ανάμεσα σε ελαιόδεντρα και αρχαίους κίονες, κάτω από τον ανελέητο μεσσηνιακό ήλιο, να σκαρφαλώνουν πέτρινα σκαλιά στα οποία (είναι σχεδόν αδύνατο να πιστέψεις ότι) ανεβοκατέβαιναν άνθρωποι πριν από δυόμισι χιλιετίες.
Είναι, επίσης, το υπέροχα διατηρημένο αρχαίο της θέατρο, ένα από τα μεγαλύτερα του αρχαίου κόσμου, το Εκκλησιαστήριο με τα χαρακτηριστικά χρωματιστά μωσαϊκά, το υποβλητικό Ασκληπιείο, με το φουντωτό, καταπράσινο γκαζόν που το περιβάλλει, το Ιερό της Αρτέμιδος με το διάφανο στέγαστρό του να δημιουργεί παιχνίδια με το φως, η περίτεχνη Κρήνη της Αρσινόης και το υποβλητικό Στάδιο, το μέγεθος και η θέα του οποίου κόβουν την ανάσα. Το Στάδιο αναστηλώνεται, και η δουλειά που γίνεται είναι, στα μάτια του μέσου παρατηρητή, τουλάχιστον εντυπωσιακή
Το παρακάτω αφήγημα από το βιβλίο Η κρύπτη (1991) του Ε.Χ. Γονατά έχει επίκεντρο την επίμονη προσπάθεια του σκαντζόχοιρου να πετύχει έναν, μάλλον ανέφικτο για τα μέτρα του, στόχο.
Πάνω στο λόφο, ένας σκαντζόχερος μπαίνει και βγαίνει σε μια τεράστια άδεια γλάστρα. Είναι πολύ μεγάλη για το σώμα του η τετράγωνη γλάστρα, όμως αυτός επιμένει πως κάποτε θα καταφέρει να τη γεμίσει χωρίς τη βοήθεια κανενός.
«Με τα χρόνια μεγαλώνω, μεγαλώνω και κάθε φορά τη γεμίζω και λίγο περισσότερο», σκέφτεται• «τότε θα ξεκουραστώ, σαν έρθει η μέρα που θα βουλώσω με το κορμί μου κάθε γωνιά».
Κι εξακολουθεί να μπαινοβγαίνει στη γλάστρα.
Ποτέ δεν παίρνει είδηση απ’ ό,τι γίνεται γύρω του. Όχι πως είναι αδιάφορος. Είναι μονάχα αφοσιωμένος στο σκοπό του. Έπειτα είναι και κωφάλαλος.
Κάποτε όμως, με τα χρόνια, θα τη γεμίσει τη γλάστρα του, ακόμα κι αν χρειαστεί ν’ αλλάξει σχήμα και να γίνει τετράγωνος.
Ε.Χ. Γονατάς, Η κρύπτη, Στιγμή
| Το σύντομο διδακτικό παραμύθι που ακολουθεί προέρχεται από την περιοχή της Νάξου και πρωτοδημοσιεύτηκε το 1874. Η ιστορία που είναι γνωστή και στους μύθους του Γάλλου συγγραφέα Λαφονταίν, είχε μεγάλη διάδοση στον ελληνικό χώρο και έδωσε την έμπνευση στο θεατρικό συγγραφέα Δημήτρη Κόκκο να γράψει το κωμειδύλλιο Η λύρα του Γερονικόλα (1891), που παίχτηκε σε αθηναϊκά θέατρα στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα.
Ήταν ένας φτωχός με πολλά παιδιά και δούλευαν με τη γυναίκα του όλη μέρα. Κάθε βράδυ που ήταν κουρασμένοι, ήθελαν να φάνε το ψωμάκι τους ήσυχα κι αγαπημένα, κι έπειτα να πιάσει ο πατέρας τη λύρα του να χορεύουν τα παιδιά και να περνούν ζωή αγγελική. Δίπλα κάθουνταν ένας πλούσιος, και σαν άκουε κάθε βράδυ τα γέλια και τις χαρές του φτωχού, παραξενεύονταν: «πώς εγώ μαθές να μην είμαι ευχαριστημένος κι αναπαμένος σαν αυτόν, όλη μέρα αξίνη και το βράδυ γλέντι». Λέει: «να του δώσω θέλω γρόσια, να δω τι θα κάνει». Πάει βρίσκει το φτωχό, του λέει: — Επειδή σε ξέρω τίμιο άνθρωπο, να, σου δίνω χίλια γρόσια ν’ ανοίξεις πραμάτεια, ό,τι θες, κι αν πλουτίσεις, μου τα δίνεις, ειδεμή σου τα χαρίζω. Όλη μέρα πια ο φτωχός, εσυλλογιόνταν τι να κάνει τόσα γρόσια. Τα φέρνει από δω, τα φέρνει από κει: «ν’ ανοίξω πραματευτάδικο; να τα βάλω στον τόκο; να πάρω αμπελοχώραφα;». Έρχεται το βράδυ, ούτε λύρα να πιάσει, μιλιά τσιχ δεν έκαναν τα παιδιά του. Να γελάσουν, τα μάλωνε· όλη νύχτα δεν έκλεισε μάτι απ’ τη συλλογή. Την άλλη μέρα ούτε σε μεροκάματα να πάει, ούτε πουθενά έξω από τη συλλογή. Τον ερωτά η γυναίκα του τι έχει; να τον κάνει να γελάσει· αυτός την εμάλωσε, να τον αφήσει ήσυχο. O πλούσιος, περνά μια βραδιά, περνά άλλη, περνούν τρεις, ούτε λύρα πια άκουε ούτε γέλια, ούτε χορό των παιδιών. |
|
|
Το πρωί βλέπει το φτωχό κι έρχεται: — Να, χριστιανέ, τα γρόσια σου, κι ούτε αυτά θέλω ούτε τη σκοτούρα τους. Από τότε, πάλι χαρούμενος στο σπίτι του, ο φτωχός έπαιζε τη λύρα, χόρευαν τα παιδιά του, σαν και πρώτα, και το άλλο πρωί στη δουλειά. Ελληνικά παραμύθια, εκλογή Γ.Α. Μέγας, Βιβλιοπωλείον της Εστίας στο http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGYM-A107/391/2591,10114/ |
|






















