Διαβάσαμε

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 19 Φεβρουαρίου 2024
  1. Απόσπασμα

«Ένα τοπίο δεν είναι απλώς, σύνολο γης, φυτών και υδάτων. Είναι η προβολή της ψυχής ενός λαού επάνω στην ύλη»

«Πήρε να χειμωνιάζει. Πλήθυναν οι άδειες καρέκλες γύρω μου. Έχω πιάσει γωνιά και πίνω καφέδες, φουμέρνοντας αντίκρυ στο πέλαγος. Θα μπορούσα να περάσω έτσι μια ζωή ολόκληρη, αν δεν την έχω κιόλας περάσει. Ανάμεσα σε μια παλιά ξύλινη πόρτα ξεβαμμένη απ’ τον ήλιο κι ένα κλωναράκι γιασεμιού τρεμάμενο πού, έτσι και συμβεί να μου λείψουν μια μέρα, η ανθρωπότητα όλη θα μου φαίνεται άχρηστη. Σχεδόν σοβαρολογώ. Επειδή εδώ δεν πρόκειται πιά για τη φύση, που αυτήν, πιστεύω, είναι πιο σημαντικό να τη διαλογίζεσαι παρά να τη βιώνεις, ούτε καν για την παράδοση. Πρόκειται για τη βαθύτερη εκείνη δύναμη των αναλογιών που συνέχει τα παραμικρά με τα σπουδαία ή τα καίρια με τα ασήμαντα, και διαμορφώνει κάτω από την κατατεμαχισμένη των φαινομένων επιφάνεια, ένα πιο στερεό έδαφος, για να πατήσει το πόδι μου – παραλίγο να πω η ψυχή μου. Μέσα σ’ ένα τέτοιο πνεύμα είχα κινηθεί άλλοτε, όταν έλεγα ότι ένα τοπίο δεν είναι όπως το αντιλαμβάνονται μερικοί κάποιο, απλώς, σύνολο γης, φυτών και υδάτων. Είναι η προβολή της ψυχής ενός λαού επάνω στην ύλη. Θέλω να πιστεύω – και η πίστη μου αυτή βγαίνει πάντοτε πρώτη στον αγώνα της με τη γνώση – ότι όπως και να τα εξετάσουμε, η πολυαιώνια παρουσία του ελληνισμού πάνω στα δώθε ή εκείθε του Αιγαίου χώματα έφτασε να καθιερώσει μιαν ορθογραφία, όπου το κάθε ωμέγα, το κάθε ύψιλον, η κάθε οξεία, η κάθε υπογεγραμμένη δεν είναι παρά, ένας κολπίσκος, μια κατωφέρεια, μια κάθετη βράχου πάνω σε μια καμπύλη πρύμνας πλεούμενου, κυματιστοί αμπελώνες, υπέρθυρα εκκλησιών, ασπράκια ή κοκκινάκια, εδώ ή εκεί από περιστεριώνες και γλάστρες με γεράνια. Είναι μια γλώσσα με πολύ αυστηρή γραμματική, που την έφκιασε μόνος του ο λαός, από την εποχή που δεν επήγαινε ακόμη σχολείο. Και την τήρησε με θρησκευτική προσήλωση κι αντοχή αξιοθαύμαστη, μέσα στις πιο δυσμενείς εκατονταετίες. Ώσπου ήρθαμ’ εμείς, με τα διπλώματα και τους νόμους, να τον βοηθήσουμε. Και σχεδόν τον αφανίσαμε. Από το ένα μέρος του φάγαμε τα κατάλοιπα της γραφής του και από το άλλο τού ροκανίσαμε την ίδια του την υπόσταση, τον κοινωνικοποιήσαμε, τον μεταβάλαμε σε έναν ακόμα μικροαστό, που μας κοιτάζει απορημένος από κάποιο παραθυράκι κάποιας πολυκατοικίας του Αιγάλεω. Δεν αναφέρομαι σε καμιά χαμένη γραφικότητα. Ούτε θυμάμαι να ‘χω ζήσει σε καμιά καλή εποχή για να τη νοσταλγώ. Απλώς, δεν ανέχομαι τις ανορθογραφίες. Με ταράζουν. Νιώθω σαν ν’ ανακατώνονται τα γράμματα στο ίδιο μου το επώνυμο, να μην ξέρω ποιος είμαι να μην ανήκω πουθενά. Τόσο πολύ αισθάνομαι να είναι η ζωή μου συνυφασμένη μ’ αυτήν την «υδρόγεια λαλιά», που δεν είναι παρά η οπτική φάση της ελληνικής λαλιάς, της ικανής με τη διπλή της υπόσταση να ομιλεί και να ζωγραφίζει συνάμα. Και που εξακολουθεί αθόρυβα όσο και δραστικά, παρά τις άνωθεν επεμβάσεις, να εισχωρεί ολοένα μέσα στην ιστορία και μέσα στη φύση που τη γέννησαν, έτσι ώστε να μετατρέπει τεράστιες ποσότητες παρελθόντος χρόνου σε παρόν, και να μετατρέπεται από το παρόν αυτό σε όργανο προικισμένο με τη δύναμη να οδηγεί τα στοιχεία της ζωής μας στην πρωτογενή, φυσική τους αλήθεια. Όμως, για να το αντιληφθεί αυτό κανείς, πρέπει να ‘χει περάσει απ’ όλες τις διεργασίες, όσες απαιτούνται για να μπορεί να διακρίνει που κείται το καίριο. Το καίριο στη ζωή αυτή κείται πέραν του ατόμου. Με τη διαφορά ότι αν δεν ολοκληρωθεί κανείς σαν άτομο – κι όλα συνωμοτούν στην εποχή μας γι’ αυτό -αδυνατεί να το υπερβεί»

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 28 Ιανουαρίου 2024

Κοιμήθηκα στις φυλακές και σε μεγάλα ξενοδοχεία. Γνώρισα την πείνα και την απεργία πείνας και δεν υπάρχει ούτε ένα πιάτο που να μην έχω δοκιμάσει. Στα τριάντα μου θέλησαν να με κρεμάσουν, στα σαρανταοκτώ μου θέλησαν το βραβείο Ειρήνης να μου δώσουν, στα τριανταέξι μου για μισό χρόνο μπόρεσα να διανύσω μόνο τέσσερα τετραγωνικά τσιμέντο.

Στα πενηνταεννιά μου πέταξα απ΄ την Πράγα στην Αβάνα για δεκαοκτώ ώρες. Δε γνώρισα τον Λένιν, μα ήμουν τιμητική φρουρά στο φέρετρό του το 1924 και το 1961 η επίσκεψή μου στο Μαυσωλείο πέρασε στα βιβλία. Από το κόμμα μου να μ΄ αποκόψουνε προσπάθησαν αλλά απέτυχαν κι ούτε καταπλακώθηκα από τα πεσμένα είδωλα.

Το 1951 στη θάλασσα μ΄ ένα νεαρό σύντροφο περπάτησα πάνω στο θάνατο. Το 1952 με την καρδιά μου διαλυμένη περίμενα το θάνατο για τέσσερις μήνες. Ζήλεψα τρελά τις γυναίκες που αγάπησα απάτησα τις γυναίκες μου αλλά άσχημα ποτέ δε μίλησα για τους φίλους μου πισώπλατα.

Ήπια, αλλά δεν είμαι πότης. Είχα τύχη, κέρδιζα πάντα το ψωμί με τον ιδρώτα μου. Ντρέπομαι που είπα ψέματα, ήταν για χάρη άλλων, μη πονέσουν, αλλά και χωρίς λόγο, έτσι. Ανέβηκα σε τρένο, αεροπλάνο κι αυτοκίνητο.

Έχω πάει στην όπερα, οι περισσότεροι να πάνε δεν μπορούσαν, ούτε καν ήξεραν πως υπάρχει. Αλλά απ΄ το 1921 δεν πάω σε πολλά μέρη όπου πηγαίνουν οι πολλοί, στο τζαμί, στην εκκλησιά, στη χάβρα, στο ναό, καμμιά φορά όμως μ΄ αρέσει να μου λένε τον καφέ.

Τα βιβλία μου έχουν βγει σε τριάντα ή σαράντα γλώσσες μα είμαι απαγορευμένος στην Τουρκία, στη γλώσσα μου. Μέχρι τώρα καρκίνο δεν είχα, όμως δε συμφωνήσαμε να τον γλυτώσω. Πρωθυπουργός ποτέ μου δε θα γίνω ή κάτι τέτοιο ούτε και θα θελα να γίνω. Στον πόλεμο ποτέ δεν πήγα ούτε σε καταφύγια να κατέβω έτυχε μες τη μαύρη νύχτα ή να τρέχω στους δρόμους κάτω από τ΄ αεροπλάνα. Αλλά ερωτεύτηκα κοντά στα εξήντα.

Με λίγα λόγια, σύντροφοι, σήμερα στο Βερολίνο αν και πεθαίνω από νοσταλγία μπορώ να πω πως έζησα σαν άνθρωπος. Αλλά τα χρόνια που μου μένουνε να ζήσω και κείνα που μπορεί να μου συμβούν ποιος να τα ξέρει;

Ναζίμ Χικμέτ – Αυτοβιογραφία, Ποιήματα

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 24 Ιανουαρίου 2024

Από τον Λουδοβίκο των Ανωγείων

 

Κλέψε ένα βιβλίο και φύγε

(Μια συναντηση με τον αλησμονητο κορυφαίο διανοητή Ουμπέρτο Εκο)

Το 2003 οι εκδηλωσεις πολιτισμου των Υακινθειων ειχαν θεμα τον “Δία”
για την ακρίβεια

“ένα τραπέζι στο Δία”ηταν ο τίτλος

Την προταση εκανε ο Ορεστης Μανούσος καθηγητής της Ιατρικής σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης

” στρωσετε ένα τραπέζι
για το Δία ειπε
Είχαμε βρεθεί μια παρέα φίλοι καλεσμένοι στο μιτάτο Του Γιώργη Σμπώκου του Βλαστού οπου ειχε ετοιμάσει ενα “βασιλικό” δείπνο
και εγω “ειδα” το μεγάλο τραπέζι με ασπρο τραπεζομάντιλο στρωμένο
στη μεση της Νιδας με καλεσμένο τον αρχαιο θεο

τόσα χρόνια εμπνέει και διδάσκει ο Ξένιος Δίας οφειλαμε την αναφορά

Μέσα στην προετοιμασία σκεφτήκαμε να καλέσουμε τον Ουμπέρτο Έκο
αν θα μπορούσε
να παρευρεθεί θα ήταν μεγάλη επιτυχία για την Κρήτη

Εκεινος θα επέλεγε σε τι θα εκανε την αναφορά του πανω στο θεμα του αρχαίου θεου

* Η ζωή είναι σύντομη, η τέχνη απέραντη, η ευκαιρία στιγμιαία και το πείραμα αβέβαιο.
Φυσικά περιμέναμε ότι ήταν δύσκολο να συναντήσωμε τον Ουμπέρτο Έκο
Ζητήσαμε τη βοήθεια του Πανεπιστημίου Κρήτης
Μιλησαμε με τον Πρύτανη ο οποιος μας εδωσε μια συστατική επιστολή Εξηγώντας την ποιότητα και το κύρος των Υακινθείων
καθώς επίσης ο διευθυντής της ελευθεροτυπίας Σεραφείμ Φυντανίδης
μας εδωσε κι εκεινος συστατικη επιστολή

Έχοντας αυτα τα έγκυρα “ονοματα” μαζι μας
εγώ και ο Αντώνης ορφανός πεταξαμε για την Μπολονια Επιχειρώντας την συνάντηση

Ηρθε μαζί μας Η φιλη μας η Τιτσιανα η φωτογράφος
Είχαμε φέρει
ενα μπουκάλι δυνατή ρακη
Και
σταφίδες

Πήγαμε στο γραφείο του να μιλησουμε με την γραμματέα του.

να πω εξαρχής ότι είχε ένα βλέμμα αυστηρό και το υφος που έχουν οι γραμματείς για το “χρόνος δεν υπάρχει”
γεμάτο Πρόγραμμα κλπ
Προφανώς ετσι ηταν

Δώσαμε τις επιστολές τις διαβασε σηκωσε τους ωμους της χειρονομωντας με συμπαθεια

Θέλουμε να καλέσουμε τον κύριο Έκο στην Κρήτη σε ένα φεστιβάλ στα Υακίνθεια που είναι πάνω στο Ψηλορείτη αφιερωμένο στον αρχαίο θεό Δία μιλησε ο αντωνης στα ιταλικά

Εκείνη έδειξε με θεατρική Ευγενία
Ότι είναι αδύνατον να συναντήσουμε τον κύριο Έκο διότι είναι πολύ απασχολημένος ειδικά αυτες τις μερες και δεν έχει καθολου χρόνο

Από την αρχή η σχέση μας φαινόταν χαμένη
Με εκεινο το είδος εξουσίας που της επέτρεπε να έχει τη θέση της γραμματέως

μας είπε να περιμένωμε εξω στο σαλόνι

περιμέναμε αρκετά ειχε να Διεκπεραιωσει κι άλλα θέματα

νομίζω πως δεν ρωτησε η κι αν το ανέφερε το υποβάθμισε και το παρουσίασε Άνευ ενδιαφέροντος

Μας είπε δεν γίνεται
Ειμαστε πνιγμένοι την αλλη ευδομαδα ισως

Αλλα εμεις Είχαμε έρθει μόνο γι’ αυτό Και δεν μπορούσαμε
Να καθίσουμε μία εβδομάδα

Ο Αντώνης σε Μια ύστατη προσπάθεια της είπε ότι αυτός εδώ δειχνοντας εμενα είναι ένας μουσικός που ετοίμασε ένα τραγούδι πρόσκληση Για τον κύριο Εκο
Που θα Ήταν άδικο έστω να το ακούσει προσπαθήστε λίγο της είπε

όχι λυπάμαι δε γίνεται ειπε κοφτά

τότε λέω στον Αντώνη μετάφρασε αυτό που θα πω και φεύγουμε

κάποτε ένας γεωργός ανοιξε το βαρέλι με Το καινούργιο κρασί του να το δοκιμάζει και το κρασί ήταν ξύδι
Νευριασμενος κοιτάει λοξά το βαρέλι και του λέει:
με κακό διάβολο έμπλεξες!

-τι εννοεί;
ρώτησε αφού ακουσε

-εννοώ Ότι αυτές τις μέρες γνωρίζουμε ότι θα παρουσιάσετε το καινούργιο βιβλίο του κυριου Εκο Μπαντουολίνο στην Αθήνα οφείλω να ενημερώσω την εφημερίδα ελευθεροτυπία ότι ο κύριος Έκο δεν Μας δέχτηκε ούτε για πέντε
Λεπτα παρ οτι καναμε ενα ολοκληρο ταξιδι απο την κρητη γι αυτο

Και μια προσωπικότητα του μεγέθους του κυρίου Έκο δεν συνάδει με αυτή την αδιαφορία.

εκείνη αλλάζει αμέσως ύφος και χρώμα θα ελεγα

θα ξαναδοκιμάσω ειπε
αλλά μόνο για πέντε λεπτα

Εντάξει θα περιμένωμε βγήκαμε έξω και περιμεναμε
σε λίγο έρχεται με ένα στυλό στο χέρι και τα γυαλιά χαμηλωμένα στη μύτη

-ελάτε
Μονο για πέντε λεπτα
Εδωσε τις επιστολές και μας παρουσίασε

μας δέχτηκε εγκάρδια.
μας Έκανε να νοιωσωμε
Άνετα
με
Φωνή βαρια ζεστη μας μιλησε για τους Φίλους του στην Κρήτη και που καμμια πηγαίνει κρυφά

το γραφειο του ηταν ακατάστατο γεματο βιβλία παντου
στον τοίχο είχε καρφιτσώσει ένα χαρτάκι που έγραφε

Ruba un libro e scapa!!!

“κλέψε ένα βιβλίο και φύγε”
μετέφρασε ο αντωνης σιγανα

συστηθήκαμε και αρχίσαμε την κουβέντα
εξηγώντας
το λόγο για τον οποίο ήρθαμε

Ωστόσο εκείνος άνοιξε το μπουκάλι με τη ρακη πήρε ποτηράκια και Εβάλε και στους τρεις μας,
πήρε σταφίδες
Κι αρχίσαμε να πινωμε σαν παλιοι γνώριμοι

Ο αντωνης του πρόσφερε ενα σφονδύλι
Της γιαγιας του εκεινος το πηρε στο χερι και κοιταξε μεσα απο την τρυπα
Απο δω βλεπω την κρητη και τον ψηλορειτη ειπε χαμογελωντας

Εγώ πήρα το μαντολίνο και ετοιμάστηκα να τραγουδήσω την πρόσκληση

το τραγούδι ήταν μεταφρασμένο και το είχε μπροστά του
Ομολόγησε μετα ότι ποτέ του δεν του ειχε γινει προταση με τέτοιο τροπο

“Από της Κρητης
τα βουνά
Σου φέρνω μήνυμα απ το
Δία
είμαι ο Ερμής που τραγουδω
με του Ορφέα
Την κλεμμένη λυρα

Φίλοι του Υακίνθου
Ετοιμάζουνε γιορτές
στη μνήμη και στα ιερά του
Και σε καλούνε
Ποιητή σπονδή
να κάνεις στο όνομα του
Σε περιμένουν του ονείρου Εραστές ανθρώποι που γελάνε όταν κλαίνε κι αυτά που θέλουν να σου πουν
τα τραγούδουν και τα χορένε”

Μου έσφιξε το χέρι στο μπράτσο και τον είδα να συγκινειται
ωστόσο ο Αντώνης μου είπε αργοτερα οτι μου φανηκε και γελάσαμε

Πανω στα δεκα λεπτα ηρθε η γραμματέας να υπενθυμίσει το χρονο
που έληξε
ο Εκο εκανε μια κινηση με το χερι απομάκρυνσης κι εκεινη εκλεισε την πορτα. πενήντα λεπτα μειναμε να πίνουμε και να μιλαμε ρωτούσε για τη ρακη για τους βοσκούς

που Είναι τα Ανώγεια ρωτησε
-είναι το τελευταίο χωριό που συναντάς στον Ψηλορείτη πριν φυγεις για τον ουρανο
είπα και γέλασε
Στο τελος μας λεει

“Το τίμημα της διασημότητας ειναι το αλυσόδεμα του χρονου”
Μου ζητάτε να ερθω κρητη Ιούλιο
ομως μπορω να σας πω απο τωρα που θα ειμαι σε πέντε χρονια την ιδια ημερομηνια και αληθινά θα ήθελα να έρθω Μα δεν γίνεται

“Αν μου ερθει μια σκεψη καλη μεσα στη νυχτα θα σηκωθώ να την γραψω και θα τη στειλω στο κύριο πριτανη του πανεπίστημιου της κρητης”
φαινεται Η καλή σκέψη δεν ήρθε

μετα μας ξενάγησε στο πανεπιστήμιο στις τοιχογραφίεςβασει των οποίων Αναπλάστηκε το ιστορικό κεντρο της Μπολονιας
Μας αποχαιρέτησε και φυγαμε ευχαριστημενοι

Ηθελα πολυ να αποχαιρετήσω την γραμματέα αλλα ο αντωνης δεν με αφησε

Οργανώσαμετο “τραπέζι στον Δια” την τελευταια εβδομαδα του ιουλιου
Με επιτυχια εστω και χωρις την παρουσια του Ουμπέρτο Εκο η εμπειρια της σύντομης γνωριμίας μας θα παραμείνει αλησμονητη

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 26 Δεκεμβρίου 2023

Απόσπασμα…

Ι

Θέλησα να εξαφανιστώ—άνοιξα λοιπόν την πόρτα από το αυτοκίνητο κάποιου αγνώστου. Ήταν διαζευγμένος. Έκλαιγε με λυγμούς με τα χέρια στο πρόσωπο (χέρια που είχανε γεύση σκουριάς). Η ροζ κορδέλα για τον καρκίνο του μαστού σαν εκκρεμές στα κλειδιά στη μίζα. Μήπως δεν αγγίζουμε ο ένας τον άλλο μόνο για ν’ αποδείξουμε πως είμαστε εδώ ακόμα; Ήμουν ακόμα εδώ κάποτε. Το φεγγάρι, τρεμοπαίζει απόμακρο, παγιδευμένο σε χάντρες ιδρώτα στον λαιμό μου. Άφησα την ομίχλη να χυθεί μέσα απ’ το ραγισμένο τζάμι & να καλύψει τους κυνόδοντές μου. Όταν έφυγα, το τζιπ έμεινε εκεί, ένας χαζός ταύρος σε βοσκοτόπι, η ματιά του διαπερνούσε τη σκιά μου που έπεφτε πάνω σε σπίτια προαστιακά. Στο σπίτι, έπεσα στο κρεβάτι σαν πυρσός & είδα να ροκανίζουν φλόγες το σπίτι της μητέρας μου, μέχρι που εμφανίστηκε ο ουρανός, αιμάτινος, τεράστιος. Πόσο θα ήθελα να ‘μαι ο ουρανός αυτός —την κάθε πτήση να βαστάω & ταυτόχρονα να πέφτω.

Πες αμήν. Πες αμνηστία

Πες ναι. Πες ναι

όπως και να ‘χει.

Στο ντουζ, ιδρώνοντας κάτω από κρύο νερό, το δέρμα μου έτριψα πάλι και πάλι.

Πολύ αργά δεν είναι. Φωτοστεφανωμένα τα κεφάλια μας
μυγάκια ενώ το καλοκαίρι αργεί ακόμα για ν’ αφήσει
τα σημάδια του. Το χέρι σου
κάτω απ’ τη μπλούζα μου καθώς παράσιτα
ραδιοφώνου δυναμώνουν.
Το άλλο χέρι σου στοχεύει
με του μπαμπά σου το περίστροφο
στον ουρανό. Αστέρια πέφτουνε
ένας προς ένα προς το στόχαστρο.
Έτσι λοιπόν δεν θα
φοβάμαι αν ήδη είμαστε
εδώ. Ακόμα πιο πολλά απ’ όσα μπορεί να
κρατήσει το δέρμα. Πως ένα αγόρι που κοιμάται
δίπλα σε αγόρι
πρέπει να μοιάζει με λιβάδι
από ήχους ρολογιών. Πως το να πω το όνομά σου
είναι να ακούω δείκτες ρολογιών
καθώς γυρίζουν πίσω μία ώρα ακόμα
& το πρωί
τα ρούχα μας απλωμένα στη
βεράντα της μαμάς σου, μαδημένα
σαν κρίνα μιας βδομάδας.

―Όσιαν Βόνγκ , Βιετναμέζος ποιητής

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 25 Δεκεμβρίου 2023

Άγιες μέρες , γιορτινές,
που μύριζαν κανέλα,
ποτροκαλογαρύφαλλο
και ζυμωτό ψωμί,
βουΐζανε οι γειτονιές,
από το πήγαινε -έλα,
των ανυπόμονων παιδιών,
που σέβονταν, τα “μή”.
*
“Μή φας μελομακάρονο,
πρέπει να κοινωνήσεις”,
γλυκιά της μάνας συμβουλή,
άγια προσταγή,
κι εκείνο, ένα οχτάχρονο,
ν’ ακροβατεί στις ρήσεις
κι όλους τους γλυκοπειρασμούς,
με μιας, να καταργεί.
*
Φάτνη, μ’ αστέρι λαμπερό
και πρόσωπα ανασταίνω,
να κατεβαίνουν τα σκαλιά,
μέσ’ στο χιονόνερο,
κρατώντας λαδοφάναρο
στα χέρια αναμμένο,
να φέγγει, ως να φτάσουμε,
στο Βήμα το Ιερό.
*
Χρόνια γεμάτα όνειρα,
αγάπη και ελπίδες,
χρόνια γραμμένα με λιτά
γράμματα παιδικά,
αχ!!!!, να ξαναγυρίζατε
σ’ εκείνες τις σελίδες,
που οι καμπάνες κι οι καρδιές,
χτυπούσαν, μαγικά.
*
Χρόνια ευτυχισμένα, παιδικά,
μ’ εκείνο το μικρόκοσμο,
“Παράδεισος”, να μοιάζει,
έρχεστε μέσ’ στη μνήμη
και ζεσταίνετε γλυκά,
την άδεια μας ψυχή,
με θαλπωρή, σαν ξεπαγιάζει.
*
Εύχομαι σε όλους, ο Χριστός, που θα γεννηθεί σε λίγες ώρες, να φέρει αγάπη, υγεία και ειρήνη, στα σπιτικά όλων μας.!!!
Καλά Χριστούγεννα.!!!!!!

Από Παρασκευή Μπαρδάνη

……Ήταν η μυρωδιά του δέρματός μου που άλλαζε, ήταν η προετοιμασία, πριν από κάθε μάθημα.
Ήταν η απόδραση από το σχολείο και μετά από τη δουλειά στα χωράφια με το πατέρα μου, γιατί είμασταν δέκα αδέλφια.
Να κάνεις δύο χιλιόμετρα με τα πόδια, για να πας στη σχολή χορού. Και όταν ήμουν εκεί…
Η μυρωδιά της καμφοράς, του ξύλου, η στολή χορού…
Ήμουν αετός στη κορυφή του κόσμου. Ο ποιητής ανάμεσα στους ποιητές. Ήμουν παντού και τα πάντα!!!
Το μόνο πράγμα που με συνοδεύει είναι ο χορός μου. Η ελευθερία του να υπάρχω..
Είμαι εδώ αλλά εγώ χορεύω με το νου, πετώ πιο μακριά από τα λόγια μου, πιο μακριά από το πόνο μου.
Αν λυπόμαστε τα πληγωμένα πόδια μας, αν τρέχουμε μόνο πίσω από το στόχο μας και δεν καταλαβαίνουμε την μοναδική ευχαρίστηση της κίνησης, δεν καταλαβαίνουμε το νόημα της ζωής.
Εκεί που η έννοια είναι στο γίγνεσθαι και όχι στο φαίνεσθαι.
Κάθε άνδρας θα έπρεπε να χορεύει. Σε όλη του τη ζωή. Άς μην είσαι χορευτής… .αλλά να χορεύεις…
Να χορεύεις!!! …….”

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 6 Δεκεμβρίου 2023
  • Γιάνης Ρίτσος: Στην κόρη μου ΕΡΗ

Κοριτσάκι μου, θέλω να σου φέρω
τα φαναράκια των κρίνων
να σου φέγγουν τον ύπνο σου.

Θέλω να σου φέρω
ένα περιβολάκι
ζωγραφισμένο με λουλουδόσκονη
πάνω στο φτερό μιας πεταλούδας
για να σεργιανάει το γαλανό όνειρό σου.

Θέλω να σου φέρω
ένα σταυρουλάκι αυγινό φως
δυο αχτίνες σταυρωτές απ’ τους στίχους μου
να σου ξορκίζουν το κακό
να σου φωτάνε
μη μου σκοντάψεις, κοριτσάκι,
έτσι γυμνόποδο και τρυφερό
στ’ αγκάθι κ’ ενός ίσκιου.

Κοιμήσου.
Να μεγαλώσεις γρήγορα.
Έχεις να κάνεις πολύ δρόμο, κοριτσάκι,
κ’ έχεις δυο πεδιλάκια μόνο από ουρανό.
Κοιμήσου.

Το πρόσωπο της μητερούλας φέγγει
πάνω απ’ τους ρόδινους λοφίσκους του ύπνου σου
εαρινό φεγγάρι
ανάμεσα από τα στάχυα της έγνοιας της
και τα τριαντάφυλλα των τραγουδιών μου.

Κοιμήσου, κοριτσάκι.
Είναι μακρύς ο δρόμος.
Πρέπει να μεγαλώσεις.
Είναι μακρύς
μακρύς
μακρύς ο δρόμος.

Γ. Ρίτσος, Πρωινό άστρο, Κέδρος

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 3 Δεκεμβρίου 2023

Αν με μετρήσεις με φωνές και πεταλούδες θα μ’ εύρεις πιο μεγάλο απ’ το κλουβί μου.
Κι ωστόσο πες μου, πώς χωρώ εδώ μέσα;
Ωραίο να ζεις μέσα στην Άνοιξη, στο φως και των χρωμάτων τη σπατάλη, στων αρωμάτων τη χλιδή στη λάμψη και τη φαντασμαγορία.Ωραίο να ζεις σαν τα λουλούδια που αναβλύζουν, σαν τα πουλιά που ιχνηλατούν, σαν τα σκουλήκια που ζητούν τον προορισμό τους.
Ωραίο να ζεις ξαλαφρωμένος τ’ ουρανού το βάρος, ωραίο να ζεις απολησμονημένος,  ωραίο να ζεις τρυγώντας γήινες ώρες ωραίο να ζεις αντίπερα των άστρων.
Ωραίο να ζεις πλησιάζοντας τις βρύσες, ωραίο να ζεις ακούγοντας τις φλέβες, ωραίο να ζεις με το ένα μόνο πρόσωπό σου ξεχνώντας το άλλο στο δικό του κόσμο.Ωραίο να ξέρεις – κι όμως να σωπαίνεις. Ν’ απλώνεις ρίζες – κι όμως να βυθίζεσαι…

 

Καιρός των απολογισμών

Καιρός των απολογισμών
των σιωπηλών διαλογισμών
των επιτάφιων επισκεπτηρίων

Κλεισμένος στο κελί τής ύπαρξής σου
το αληθινό σου πρόσωπο ανασύρεις
αυτό που δεν το δείχνουν οι καθρέφτες

Με καταχνιά μετράς το παρελθόν
και με μια λάμπα ομίχλης ανιχνεύεις
το μέσα σου και γύρω σου κενό
που οι σύντροφοί σου μέλλον ονομάζουν

Σε περιβάλλουν σκύβαλα ημερών

και ειρωνικά χαμόγελα αγαλμάτων

 

Απειλή

Και πάλι ρόδινοι νυγμοί
στην άδεια νύχτα

σταγόνες μνήμης
στην τυφλή σπηλιά μου

ένα πουλί από φως στο μαύρο φόντο
ρίγη κελαϊδισμού

φ ο β ά μ α ι  π ά λ ι

 

ΨΥΧΟΓΕΝΕΙΑ
Κι όπως θρηνούσα

Κι όπως θρηνούσα
σιωπηλά
στο νήμα

μια ξαφνική χαρά
με συνεπήρε

σα να ‘χε κάπου
μόλις
ξημερώσει

 

Ερημίτη απόλογος

Έτσι εκπληρώνω τον προορισμό μου

Με τα κρυμμένα μου πουλιά
που ζωντανεύουν με κρουνούς κελαηδισμών
τις αποτεφρωμένες σας κοιλάδες
Με τη δική μου μουσική
των δειλινών
που μολονότι ηδυμελής και ωχρότατη
στο τέλος
τον άγριο παφλασμό σας υποτάσσει
Με των δρυμών την περισυλλογή
με των ανέμων την πολυφωνία
μ’ όλα τα μάτια μου ανοιχτά στο αντιπρανές
με τη σιωπή μου κύμβαλο αλαλάζον

Σ’ αυτό το μετερίζι ξαγρυπνώ
σ’ αυτή την έσχατη σκοπιά
παρόχθιος παρατηρητής
των επιγείων τη μοίρα κατοπτεύω

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 26 Νοεμβρίου 2023

Όταν στρώνεις το τραπέζι

πριν καθίσεις

να ελέγχεις σχολαστικά

την αντικρινή σου καρέκλα

αν είναι γερή μήπως τρίζει

μήπως χαλάρωσαν οι εγκοπές

μήπως φαγώθηκαν οι αρμοί

αν υποσκάπτει το σκελετό

σκουλήκι

γιατί εκείνος που δεν κάθεται

γίνεται κάθε μέρα όλο και πιο

βαρύς

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 26 Νοεμβρίου 2023

1. Ο Βασιλιάς και το αλάτι (Λιβυκό Λαϊκό Παραμύθι)

Ήταν κάποτε ένας βασιλιάς που ρώτησε τις τρεις κόρες του πόσο τον αγαπούν. Η μεγαλύτερη απάντησε όσο το χρυσάφι, η μεσαία όσο τον ήλιο και το φεγγάρι ενώ η μικρότερη όσο το αλάτι. Ο βασιλιάς έγινε έξαλλος με την τρίτη του κόρη καθώς πίστευε πως το μέγεθος της αγάπης της κόρης του ήταν ασήμαντο. Την έδιωξε από το παλάτι λέγοντάς της πως δε θέλει να την ξανά δει.

Η κοπέλα περιπλανήθηκε για χρόνια με μεγάλο παράπονο που τόσο άδικα την έδιωξε ο πατέρας της. Ένας πρίγκιπας που την είδε την ερωτεύτηκε και την παντρεύτηκε. Μετά από πολλά χρόνια έμαθε πως, στο δικό της βασίλειο, θα έδιναν γεύμα προς τιμήν του πατέρα της.

Διέταξε όλα τα φαγητά που θα σερβιριστούν να είναι ανάλατα και να μη δοθεί αλάτι, όσο και αν ζητήσουν.

Όταν ο πατέρας της άρχισε να τρώει, πέταξε θυμωμένος το κουτάλι και είπε πως είναι όλα άνοστα. Ζήτησε να του δώσουν αλάτι. Αρνήθηκαν και θύμωσε ακόμα πιο πολύ. «Θα φύγω», φώναζε, «αφού δε μπορείτε να μου δώσετε κάτι τόσο σημαντικό όσο το αλάτι». Και τότε, η κοπέλα απάντησε, «μα εσείς κάποτε διώξετε την κόρη σας επειδή σας είπε πως σας αγαπάει σαν το αλάτι». Ο βασιλιάς την αναγνώρισε και έπεσε στα πόδια της με κλάματα παρακαλώντας να τον συγχωρέσει. Η κοπέλα τον συγχώρεσε.

Του τόνισε πως από δω και πέρα δεν πρέπει να υποτιμάει τα απλά πράγματα στη ζωή, όπως είναι το αλάτι.

2. Οι δύο λύκοι (Ινδιάνικο Παραμύθι)

Ένα νέο αγόρι μίας φυλής Ινδιάνων αναρωτιόταν τι ήταν η ψυχή. Ρωτούσε τους πάντες μα κανενός η απάντηση, δεν ήταν ικανοποιητική. Μέχρι που ρώτησε τον ηλικιωμένο αρχηγό της φυλή τους. Εκείνος του μίλησε για τους δύο λύκους που υπάρχουν στη ψυχή κάθε ανθρώπου. Το αγόρι κάθισε δίπλα του και ο αρχηγός ξεκίνησε να του μιλάει για τη μάχη μεταξύ των δυο λύκων που υπάρχουν στις ψυχές όλων των ανθρώπων.

Ο ένας λύκος είναι το κακό και ότι συμβολίζει: το θυμό, τη ζήλια, τη θλίψη, την απογοήτευση, την απληστία, την αλαζονεία, την ενοχή, την προσβολή, την κατωτερότητα, το ψέμα, τη ματαιοδοξία και την υπεροψία. Ο άλλος λύκος είναι το καλό και ότι συμβολίζει: τη χαρά, την ειρήνη, την αγάπη, την ελπίδα, την ηρεμία, την ταπεινοφροσύνη, την ευγένεια, τη φιλανθρωπία, τη συμπόνια, τη γενναιοδωρία, την αλήθεια και την ευσπλαχνία.

Το αγόρι σκέφτηκε για ένα λεπτό και μετά τον ρώτησε «Και ποιος λύκος κερδίζει;» Ο γέρος Ινδιάνος απάντησε «Αυτός που ταΐζεις».

3. Ο Κύκλος του 99 (Χόρχε Μπουκάι, Αργεντινή)

Κάποτε σε ένα βασίλειο ζούσε ένας υπηρέτης που ήταν μονίμως χαρούμενος. Όλη μέρα τραγουδούσε, έκανε πλάκες και όλοι γύρω του, διασκέδαζαν μαζί του. Κάποια στιγμή, ο βασιλιάς φανερά εκνευρισμένος με τη χαρά του υπηρέτη του, τον ρώτησε «Πώς γίνεται εγώ, ένας βασιλιάς, να έχω όλα τα πλούτη και να είμαι λυπημένος ενώ εσύ ένας υπηρέτης να είσαι χαρούμενος;» Ο υπηρέτης απάντησε «Γιατί να μην είμαι; Έχω την υγεία μου, την οικογένειά μου, στέγη και φαγητό. Τι άλλο θα μπορούσα να ζητήσω;». Τον βασιλιά δεν τον έπεισε η εξήγηση του υπηρέτη. Φώναξε ένα σοφό σύμβουλό του, εξηγώντας του την κατάσταση.

Ο σοφός του εξήγησε πως ο υπηρέτης είναι χαρούμενος γιατί δεν είχε μπει στον κύκλο του 99.

Θα μπορούσε να τον βάλει αλλά θα έχανε για πάντα το χαμόγελό του και τη θέση του θα έπαιρνε ένας μίζερος υπηρέτης. Ο βασιλιάς σκέφτηκε, αφού δε γέλαγε ο ίδιος, δε θα έπρεπε να γελάει κανείς. Έτσι, ζήτησε από το σοφό να βάλει τον υπηρέτη του στον κύκλο του 99. Ο σοφός ζήτησε ένα πουγκί  με 99 χρυσά νομίσματα, ούτε ένα περισσότερο, ούτε ένα λιγότερο και το άφησε έξω από το σπιτάκι του υπηρέτη. Ανοίγοντας την πόρτα ο υπηρέτης βρήκε το πουγκί. Αμέσως σχηματίστηκε έκπληξη στο πρόσωπό του, φόβος και ερευνητική ματιά μήπως ήταν κανένας τριγύρω.

Μπήκε γρήγορα στο σπίτι του. Άδειασε το περιεχόμενο και χρυσά νομίσματα έπεσαν στο πάτωμα. Δεν πίστευε αυτό που έβλεπε! Ένας θησαυρός, όλος δικός του. Άρχισε να παίζει με τα νομίσματα και να τα τοποθετεί σε στοίβες των δέκα.  Μια δεκάδα, δύο δεκάδες, τρεις, … ταυτόχρονα, έκανε και το άθροισμα. Που είναι το τελευταίο; Μέτρησε πάλι τις στοίβες για να βρει το λάθος, τίποτα. Δεν μπορεί, τα νομίσματα έπρεπε να ήταν εκατό.

Τα ενενήντα εννέα ήταν πολλά αλλά του έλειπε ένα.

Συνεχώς σκεφτόταν, τι θα έπρεπε να κάνει για να αγοράσει ακόμα ένα χρυσό νόμισμα. Θα έπρεπε να βρει και δεύτερη δουλειά. Θα έβαζε τη γυναίκα του να δουλέψει και θα έκαναν σκληρή οικονομία στο σπίτι. Έτσι, σε έξι χρόνια θα είχαν αγοράσει το εκατοστό νόμισμα και μετά θα ήταν άρχοντας! Τους μήνες που ακολούθησαν ο υπηρέτης έβαλε σε εφαρμογή τα σχέδιά του. Δούλευε πολύ, κουραζόταν, κοιμόταν λίγο αλλά επέμενε στην απόφασή του.

Ο υπηρέτης είχε μπει στον κύκλο του ενενήντα εννέα. Επειδή δεν άντεχε άλλο τη γκρίνια και τη μιζέρια του, ο βασιλιάς τον έδιωξε από το παλάτι. Ο σοφός που ήταν μάρτυρας σε όλα αυτά είπε στο βασιλιά «Σας το είπα ότι θα τον διώχνατε αν τον έβαζα στον κύκλο του 99. Ο κύκλος είναι μία «ιδεολογία» που την έχουμε όλοι, πάντα κάτι να μας λείπει για να νιώσουμε ικανοποιημένοι και δυστυχώς, μόνο αν είμαστε ικανοποιημένοι μπορούμε να απολαύσουμε όσα έχουμε».

4. Η Σαρανταποδαρούσα που χόρευε όμορφα (Τζόστειν Γκάρντερ, Νορβηγία)

Ήταν κάποτε μία σαρανταποδαρούσα που ήξερε να χορεύει υπέροχα με τα σαράντα ποδαράκια της. Κάθε φορά που χόρευε μαζεύονταν γύρω της όλα τα ζώα του δάσους για να την θαυμάσουν. Όλα ήταν γοητευμένα από την τέχνη της.

Μόνο ένα ζώο δεν άντεχε, από τη ζήλια του, ο βάτραχος. Σκεφτόταν συνεχώς πως θα την έκανε να σταματήσει το χορό. Δε μπορούσε, φυσικά, να πει ότι ο χορός δεν του άρεσε και δε μπορούσε να ισχυριστεί ότι ο ίδιος χόρευε καλύτερα γιατί ,απλά, κανείς δε θα τον πίστευε. Με τα πολλά, σκέφτηκε ένα πραγματικά διαβολικό σχέδιο.

Κάθισε και έγραψε στη σαρανταποδαρούσα ένα γράμμα.

«Ασύγκριτη χορεύτρια σαρανταποδαρούσα, είμαι ένας ταπεινός θαυμαστής της εξαίσιας χορευτικής σου τέχνης και πολύ θα ήθελα να μάθω πως ακριβώς χορεύεις. Σηκώνεις πρώτα το αριστερό πόδι υπ’ αριθμ.27 και ύστερα το δεξί πόδι υπ’ αριθμ.12; Ή αρχίζεις το χορό σηκώνοντας το δεξί πόδι υπ’ αριθμ.33 και ύστερα το δεξί πόδι υπ’ αριθμ.39; Περιμένω με ανυπομονησία την απάντησή σου. Με όλη μου την αγάπη, το Βατράχι.»

Μόλις η σαρανταποδαρούσα πήρε το γράμμα άρχισε να σκέφτεται, για πρώτη φορά στη ζωή της, πως ακριβώς χόρευε. Ποιο πόδι σήκωνε πρώτο; Ποιο πόδι ερχόταν δεύτερο;

Η σκέψη της, είχε πνίξει τη φαντασία της και με τη φαντασία της χόρευε.

Έτσι, η σαρανταποδαρούσα μας δε ξανά χόρεψε ποτέ.

5. Ο Άνθρωπος, το άλογο και ο σκύλος (Πάουλο Κοέλιο, Βραζιλία)

Ένας άνθρωπος, το άλογό του και ο σκύλος του, περπατούσαν σε ένα δρόμο. Ξαφνικά έπιασε μία δυνατή βροχή και έτρεξαν να κρυφτούν κάτω από ένα μεγάλο δέντρο. Τότε τους χτύπησε ένας κεραυνός και έχασαν τις ζωές τους. Δεν αντιλήφθηκαν όμως ότι είχαν περάσει στον άλλο κόσμο και θεώρησαν ότι σταμάτησε η βροχή, οπότε μπορούσαν να συνεχίσουν την πεζοπορία τους. Ο δρόμος ήταν ανηφορικός, ο ήλιος έκαιγε και οι τρεις είχαν διψάσει πολύ. Μέχρι που συνάντησαν μία τεράστια πύλη που οδηγούσε σε ένα υπέροχο μέρος.

Ο άνθρωπος ρώτησε το φύλακα της πύλης ποιο ήταν αυτό το μέρος και ο φύλακας απάντησε πως ήταν ο παράδεισος. Ο άνθρωπος ρώτησε και πάλι, αν θα μπορούσαν να ξαποστάσουν και να πιουν λίγο νερό. Τότε ο φύλακας του απάντησε πως  ο άνθρωπος μπορεί, τα ζώα όχι. Ο άνθρωπος, όσο και αν διψούσε, δε μπορούσε να αφήσει τους φίλους του. Χαιρέτισε και έφυγε.

Βρέθηκε σε ένα μονοπάτι ακόμα πιο όμορφο που τον οδήγησε σε μία πύλη που όμοια δεν είχε ξανά δει.  Ένας πανέμορφος τόπος! Πλησίασε τον φύλακα της πύλης και τον ρώτησε αν θα μπορούσαν να ξεδιψάσουν κάπου και ο φύλακας τους οδήγησε σε μία πηγή. Ήπιαν αρκετό νερό και αφού ξεδίψασαν, ο άνθρωπος ρώτησε το φύλακα πως λέγεται αυτό το μέρος και ο φύλακας απάντησε  πως είναι ο παράδεισος. Ο άνθρωπος απορημένος του είπε πως και στην άλλη πύλη που ρώτησε, πάλι ο παράδεισος είπαν ότι είναι. Και ο φύλακας απάντησε

«Όχι, εκεί ήταν η κόλαση. Εκεί μένουν όλοι αυτοί που είναι ικανοί να εγκαταλείψουν απλόχερα τους φίλους τους μόνο για τη δική τους ευχαρίστηση.»

Aπό umano

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 12 Νοεμβρίου 2023

…” Η πιο ανήθικη πράξη είναι η έλλειψη αυτογνωσίας”….

 

” ΙΘΑΚΕΣ”

Δεν αναγκάστηκα να αλλαξοπιστήσω, ούτε χρειάστηκε να προσκυνήσω κατακτητή, δεσπότη ή βασιλιά..

Όμως στον κόσμο λέω τώρα ότι, μόνη κατάφερε η δική μας νιότη, αυτά που ο Οδυσσέας δεν τόλμησε να κάνει….

Γυρνώντας δηλαδή από λιμάνι σε λιμάνι, νες Ιθάκες ιδρύσαμε παντού. Σε Καναδά και Αμερική ως το Περού, σε Αυστραλία,  σ’ Αφρική και σε Ευρώπη, βέβαια πάντα μαζί με κάποια Πηνελόπη.

Όμως αφήσαμε Πόντο και Μικρασία στην φλύαρη του Μεγαλέξανδρου γοργόνα, στις θάλασσες να διαλαλεί την ασυναρτησία, πως τάχα, η σάρισσα, όπλο του Μακεδόνα, ( του Αλεξάνδρου εννοεί το μακρύ δόρυ), δεν έπαψε, ούτε θα πάψει ν’  απειλεί, αυτούς που πάτησαν την Σμύρνη και την Πόλη, και ξερρίζωσαν τις Ιθάκες απ’ την Ανατολή.

“ΟΠΤΑΣΙΕΣ”

Όρμο με όρμο, γύρισα όλο το νησί,μήπως και βρω με ποιό δελφίνι καβάλα πας εσύ, εκεί που θέλαμε μία ημέρα να φτάσουμε μαζί.

Είδα σειρήνες  και γοργόνες ως και αυτήν που είχε πει πως πάντα ο Μεγαλέξανδρος θα βασιλεύει και θα ζεί, φτάνει αυτό να πιστεύει, έστω και μόνο ένα παιδί.

Κουράστηκα να λάμνω ώρες επάνω στο κουπί, χωρίς πια να ελπίζω το μαγικό να βρω ραβδί, έρημο καράβι ξύλο μέσ’ των κυμάτων τη σπατάλη, πήρα του γυρισμού τον δρόμο, όρμο με όρμο πάλι, όταν σε είδα να καλπάζεις μέσα στου ήλιου την χλιδή.

“Η ΔΥΝΑΣΤΕΙΑ ΤΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ”

Ἀναρωτιόταν τ᾿ ἄλογο τοῦ βασιλιᾶ μὲ πόνο,
ποιὰ τάχα θὰ ῾χε τύχη ἂν δὲν ἐζοῦσε ἐκεῖ,
σ᾿ ἐκείνη τὴν ὑγρὴ τοῦ στάβλου φυλακή,
ἀλλ᾿ ἔτρεχε ὁλημερίς, ἐλεύθερο καὶ μόνο,
στοῦ κάμπου τοῦ θεσσαλικοῦ τὴν τρυφερὴ βοσκή,
κι ὕστερα, κάτω ἀπὸ τὸν ἴσκιο τοῦ δροσεροῦ Πηλίου,
ἀγνάντευε τὰ χρώματα στὴ δύση τοῦ ἡλίου…

Αὐτὰ σκεφτόταν τ᾿ ἄλογο, χωρὶς νὰ ξέρει ὅμως,
πὼς πλάι του, ἕνας κένταυρος, ὁ νέος ἱπποκόμος,
τὸν θάνατο σχεδίαζε κάποιου νέου Λαπίθη,
τοῦ βασιλιᾶ, ποὺ Μέθυσος ἀναίτια ἐκλήθη.

Εἶναι λοιπὸν βασιλοκτόνος ἡ ἀρχὴ τοῦ Βασιλείου!
Ὅμως τὸ ἔγκλημα μὲ τὸν καιρὸ τὸ σκέπασε ἡ λήθη·
ποτὲ δὲν τὸ μνημόνευσε βιβλίο τοῦ σχολείου·
(ἡ ἱστορία στὰ παιδιά, χρηστὰ διδάσκει ἤθη).
Κι ἔτσι, ἀρχίζει ἡρωικὰ τὸ ἔνδοξο παραμύθι,
ἀπὸ τοὺς φερομένους ὡς Μακεδόνες βασιλεῖς,
(ἐνῶ στ᾿ ἀλήθεια ἦταν ἀρμενικῆς καταγωγῆς).
Βουλγάρους κατετρόπωσαν καὶ Παυλικιανούς,
τοὺς Πετσενέγους νίκησαν καὶ τοὺς Σαρακηνούς.
Χάρη στὸ ἔργο τὸ δικό τους ἡ αὐτοκρατορία
εἶδε τὰ σύνορά της, σὲ Δύση καὶ σ᾿ Ἀνατολή,
νὰ φτάνουν στὸν Εὐφράτη, στὸν Ἴστρο, στὴν Συρία,
ὡς καὶ στὴν Κάτω Ἰταλία, πέρα ἀπ᾿ τὴν Καλαβρία.

Τότε κι ὁ Πατριάρχης βρῆκε τὴν εὐκαιρία
θέμα νὰ θέσει στὸν Ποντίφηκα γιὰ τὴ διαδοχὴ
(ἤθελε ν᾿ ἀποκτήσει πιὰ τὴν πρωτοκαθεδρία).
Κι ἔγινε στὴν Χριστιανοσύνη κλυδωνισμὸς καὶ σάλος,
γιὰ τὸ ποιὸς ἀπ᾿ τοὺς δύο θὰ εἶναι ὁ μεγάλος,
ὁ ἕνας οἰκουμενικός, πρωτόθρονος ὁ ἄλλος.

Ὑπὲρ τοῦ Πάπα ἔληξαν οἱ στεῖροι αὐτοὶ ἀγῶνες
μ᾿ ἐκείνη τὴν τετάρτη λατινικὴ σταυροφορία.
Τότε ὅμως ἀπ᾿ τὴν Πόλη εἶχαν ἐκλείψει οἱ Μακεδόνες
κι ἦταν τὸ μεγαλεῖο τους μία ξεχασμένη ἱστορία.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 12 Νοεμβρίου 2023

Πρέπει να γίνεις εσύ ήλιος για να φωτίσεις τους σβησμένους ήλιους των άλλων. Δεν υπάρχουν ιδέες, υπάρχουν μονάχα άνθρωποι που κουβαλούν τις ιδέες, κι αυτές παίρνουν το μπόι του ανθρώπου που τις κουβαλάει.

Πού να βρω μια ψυχή σαρανταπληγιασμένη κι απροσκύνητη, σαν την ψυχή μου, να της ξομολογηθώ;

Δε ζυγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύουμαι! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι …

Να μην αρνιέσαι τη νιότη σου ως τα βαθιά γεράματα, να μάχεσαι σε όλη σου τη ζωή να μετουσιώσεις σε κατάκαρπο δέντρο την εφηβική σου άνθηση, αυτός, θαρρώ, είναι ο δρόμος του ολοκληρωμένου ανθρώπου.

Έχουν να πουν πως άνθρωπος είναι το ζώο που συλλογιέται το θάνατο. Όχι, σου λέω εγώ. Άνθρωπος είναι το ζώο που συλλογιέται την αθανασία.

Νιώθω σαν να χτυπάμε τα κεφάλια μας στα σίδερα. Πολλά κεφάλια θα σπάσουν. Μα κάποια στιγμή, θα σπάσουν και τα σίδερα.

Άσφαλτα κατέχει η χωματένια αυτή μήτρα την αξία του κάθε παιδιού της· κι όσο ανώτερη η ψυχή που έπλασε, τόσο και δυσκολότερη της αναθέτει εντολή: να σώσει τον εαυτό του ή τη ράτσα του ή τον κόσμο· από την πρώτη, τη δεύτερη, την τρίτη εντολή που σου αναθέτει διαβαθμίζεται η ψυχή σου

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 4 Νοεμβρίου 2023

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

….”Προσπάθησε, κάθε μέρα να θυμάσαι και να πραγματοποιείς τι πιστεύεις.

Κι αν χρειαστεί κάποτε για τη ζωή σου, για το σκοπό της ζωής σου, να ξεχάσεις, να γυρίσεις πλευρό, ν’ ανασάνεις, τότε δοκίμασε να αφεθείς ολότελα, να ζήσεις τυφλός για κάποιο διάστημα. Ίσως η γαλήνη που γυρεύεις να βρίσκεται ακριβώς στην ισορροπία μιας τέτοιας θέσης και μιας τέτοιας άρσης.

Ζήσε ολόκληρος. Γράφω έχοντας μπροστά μου, πλαισιωμένην από το διχαλωτό κορμό μιας οξιάς, την καμπούρα μιας κορυφής του ανατολικού βουνού που σβήνει, δεξιά, στη θάλασσα, και κόβεται λίγο ψηλότερα, αριστερά, από τη δημοσιά που πηγαίνει στη Ζαγορά….

Προσπάθησε, κάθε μέρα να πραγματοποιείς τι πιστεύεις                   «Αυτό που είμαστε, ο Θεός μονάχα μπορεί να το συμπληρώσει.» Διάλογος ανάμεσα στον άνθρωπο (εμένα ο altra cosa) και τον άνθρωπο (ή ένα θεό)˙ αυτή η ακατάπαυτη συναλλαγή με τη θάλασσα, τα βουνά, το φως και τον αέρα. Τα βουνά, το ένα μέσα στο άλλο, είναι σώματα που αγκαλιάζουνται, χύνουνται το ένα μέσα στο άλλο, προχωρούν και σε συμπληρώνουν. Το ίδιο με τη θάλασσα. Αυτό το καταπληκτικό πράγμα γίνεται. Αδύνατο να διατυπώσω καλύτερα τούτη την αποκάλυψη. Από εκεί και πέρα, αν είσαι ή όχι ένα πρόσωπο, δεν έχει καμιά σημασία. Ή: το πρόσωπο δεν είσαι πια εσύ, το πρόσωπο είναι εκεί. Αν μπορείς, το συμπληρώνεις. Αν μπορείς, κάνεις μια πράξη ιερή. Σ’ αυτό το σημείο, ευτυχία ή δυστυχία δε σημαίνουν τίποτε. Είναι μια πάλη που γίνεται σε άλλους τόπους.

Διαστολή της ψυχής μέσα σ’ αυτό τον άλλο κόσμο. “…..

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 4 Νοεμβρίου 2023

“Ο Ελύτης δόμησε ολόκληρο το έργο του με άξονα το φως, διαμόρφωσε μία “ηλιακή μεταφυσική” –δεν μιλούμε απλώς για μία φυσική προτίμηση, αλλά για μία πολυσήμαντη έννοια” θα πει σε παλιότερη συνέντευξή της ηΙουλίτα Ηλιοπούλου, η γυναίκα που ερωτεύτηκε, αγάπησε και στάθηκε δίπλα στον Οδυσσέα Ελύτη μέχρι το τέλος της ζωής του. Η καθοριστική σχέση του σπουδαίου ποιητή που

– Πώς ήταν μια τυπική ημέρα στο ποιητικό εργαστήριο του Ελύτη;

Τυπική ηµέρα δεν υπήρχε. Αναζητούσε τη συνέχεια ενός στίχου για πολύ καιρό, µπορεί για δεκαετίες ολόκληρες – δεν ήταν από τους ποιητές που ολοκλήρωναν ένα ποίηµα µέσα σε ένα εύλογο διάστηµα µιας ηµέρας ή µιας εβδοµάδας. Υπήρχαν περίοδοι που δούλευε παράλληλα κείµενα ή συλλογές. Οταν έγραφε, σταµατούσε να διαβάζει και να ζωγραφίζει και αφοσιωνόταν σε αυτό που δούλευε. ∆εν του άρεσε ένα κείµενο που ο ίδιος θεωρούσε ανολοκλήρωτο να παραµένει. Είχε την τόλµη και κατέστρεφε έργα ηµιτελή, εικαστικά, τα πάντα. Με την κυκλοφορία µας ποιητικής συλλογής απαλλασσόταν από χειρόγραφα και δακτυλόγραφα που σχετίζονταν µε αυτήν, παρέχοντας στον εαυτό του την ελευθερία να δει καθαρά το επόµενο βήµα. Σαφώς έγραφε πολύ περισσότερο το βράδυ παρά το πρωί. Οσο και αν στην ποίησή του ένας ουσιαστικός φυσικός και µεταφυσικός άξονας είναι το φως, στη δουλειά του προτιµούσε την ησυχία της νύχτας.

-Ο ίδιος πώς ζούσε στην καθημερινότητά του; Και με ποιο τρόπο μετουσίωνε απλά, καθημερινά πράγματα, σε ποίηση;

Όπως η ποίηση είναι υπέρβαση, άρση των αντιθέσεων, ελεύθερη, συνδυαστική φαντασία, αλλά και τάξη και οριοθέτηση, έτσι και ο ποιητής μπορεί να γίνεται παραγωγός θαυμάτων, αλλά συνάμα είναι και ένας επίμονος καλλιεργητής, με “λογισμό και μ’ όνειρο” οπλισμένος. Ο Ελύτης ζούσε με τάξη και πρόγραμμα, με αφοσίωση στη δουλειά του, πάντα πολύ απλά. Δεχόταν τα ερεθίσματα αναμφίβολα, αλλά ο θεματικός πυρήνας των ποιημάτων του δεν ήταν ανιχνεύσιμος –τις περισσότερες φορές και σε πρώτο επίπεδο– μέσα στην τρέχουσα πραγματικότητα. Μία ιδιαίτερα εσωτερική διαδικασία νοηματοδοτούσε τα θέματά του και τα μετουσίωνε γλωσσικά.

– Υπάρχουν άλλα στοιχεία της καθημερινής ζωής που διαφοροποιούν τον άνθρωπο Ελύτη από τον ποιητή;

Αντιθέτως, υπήρχε εντυπωσιακή συνέπεια ανάµεσα στις αρχές που ανιχνεύει κανείς στο έργο του και στις αρχές που εφάρµοζε στην καθηµερινότητά του. Το ότι εργαζόταν βράδυ ήταν η µόνη αντίφαση, αν µπορεί να τη θεωρήσει κανείς αντίφαση, όπως και το γεγονός ότι ενώ όλη η ποίησή του είναι ανοιχτή στο ύπαιθρο ο ίδιος δεν διενοείτο να γράψει πουθενά αλλού εκτός από το γραφείο του. Σε επίπεδο όµως ηθικών και αισθητικών αρχών δεν υπήρχε καµία ουσιαστική διάσταση. Την ολιγάρκεια που διακηρύσσει στο έργο του, την απόλυτη αντίθεσή του στην αντίληψη της πρακτικής ζωής του συµφέροντος ή του κέρδους, τη δικαιοσύνη ή την αθωότητα, όλα τα έβρισκε κανείς στον τρόπο µε τον οποίο διαχειριζόταν το εικοσιτετράωρό του.

-Πόσο άλλαξε η οπτική σας απέναντί της αφότου “γνωρίσατε” τον Ελύτη;

Τον Ελύτη τον γνώρισα νωρίς στη ζωή μου. Για μένα τότε και τώρα αποτελούσε και αποτελεί την πραγμάτωση της θαυμαστής πληρότητας περιεχομένου και έκφρασης –σας το λέω όπως το εξέφραζα τότε, μαθήτρια.

-Από όσα σας έλεγε κατά καιρούς, ποιο είναι εκείνο που θα κρατούσατε για τη σημερινή εποχή;

Απ’ όσα μας έλεγε, σε όλους, και μας λέει καθημερινά μέσα απ’ το έργο του, ας κλείσουμε με την προτροπή να αναζητήσουμε μες στην πραγματικότητά μας “το βαθύτερο νόημα ενός ταπεινού παραδείσου, που είναι ο αληθινός μας εαυτός, το δίκιο μας, η ελευθερία μας, ο δεύτερος και πραγματικός ηθικός μας ήλιος”.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 22 Οκτωβρίου 2023

Δώδεκα και μισή.

Γρήγορα πέρασεν η ώρα
απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα,
και κάθησα εδώ.

Καθόμουν χωρίς να διαβάζω,
και χωρίς να μιλώ. Με ποιόνα να μιλήσω
κατάμονος μέσα στο σπίτι αυτό.

Το είδωλον του νέου σώματός μου,
απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα,
ήλθε και με ηύρε και με θύμησε
κλειστές κάμαρες αρωματισμένες,
και περασμένην ηδονή – τι τολμηρή ηδονή!

Κ’ επίσης μ’ έφερε στα μάτια εμπρός,
δρόμους που τώρα έγιναν αγνώριστοι,
κέντρα γεμάτα κίνησι που τέλεψαν,
και θέατρα και καφενεία που ήσαν μια φορά.

Το είδωλον του νέου σώματός μου
ήλθε και μ’ έφερε και τα λυπητερά·
πένθη της οικογένειας, χωρισμοί,
αισθήματα δικών μου, αισθήματα
των πεθαμένων τόσο λίγο εκτιμηθέντα.

Δώδεκα και μισή. Πως πέρασεν η ώρα.
Δώδεκα και μισή. Πως πέρασαν τα χρόνια.

(1917)