Διαβάσαμε

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 3 Δεκεμβρίου 2023

Αν με μετρήσεις με φωνές και πεταλούδες θα μ’ εύρεις πιο μεγάλο απ’ το κλουβί μου.
Κι ωστόσο πες μου, πώς χωρώ εδώ μέσα;
Ωραίο να ζεις μέσα στην Άνοιξη, στο φως και των χρωμάτων τη σπατάλη, στων αρωμάτων τη χλιδή στη λάμψη και τη φαντασμαγορία.Ωραίο να ζεις σαν τα λουλούδια που αναβλύζουν, σαν τα πουλιά που ιχνηλατούν, σαν τα σκουλήκια που ζητούν τον προορισμό τους.
Ωραίο να ζεις ξαλαφρωμένος τ’ ουρανού το βάρος, ωραίο να ζεις απολησμονημένος,  ωραίο να ζεις τρυγώντας γήινες ώρες ωραίο να ζεις αντίπερα των άστρων.
Ωραίο να ζεις πλησιάζοντας τις βρύσες, ωραίο να ζεις ακούγοντας τις φλέβες, ωραίο να ζεις με το ένα μόνο πρόσωπό σου ξεχνώντας το άλλο στο δικό του κόσμο.Ωραίο να ξέρεις – κι όμως να σωπαίνεις. Ν’ απλώνεις ρίζες – κι όμως να βυθίζεσαι…

 

Καιρός των απολογισμών

Καιρός των απολογισμών
των σιωπηλών διαλογισμών
των επιτάφιων επισκεπτηρίων

Κλεισμένος στο κελί τής ύπαρξής σου
το αληθινό σου πρόσωπο ανασύρεις
αυτό που δεν το δείχνουν οι καθρέφτες

Με καταχνιά μετράς το παρελθόν
και με μια λάμπα ομίχλης ανιχνεύεις
το μέσα σου και γύρω σου κενό
που οι σύντροφοί σου μέλλον ονομάζουν

Σε περιβάλλουν σκύβαλα ημερών

και ειρωνικά χαμόγελα αγαλμάτων

 

Απειλή

Και πάλι ρόδινοι νυγμοί
στην άδεια νύχτα

σταγόνες μνήμης
στην τυφλή σπηλιά μου

ένα πουλί από φως στο μαύρο φόντο
ρίγη κελαϊδισμού

φ ο β ά μ α ι  π ά λ ι

 

ΨΥΧΟΓΕΝΕΙΑ
Κι όπως θρηνούσα

Κι όπως θρηνούσα
σιωπηλά
στο νήμα

μια ξαφνική χαρά
με συνεπήρε

σα να ‘χε κάπου
μόλις
ξημερώσει

 

Ερημίτη απόλογος

Έτσι εκπληρώνω τον προορισμό μου

Με τα κρυμμένα μου πουλιά
που ζωντανεύουν με κρουνούς κελαηδισμών
τις αποτεφρωμένες σας κοιλάδες
Με τη δική μου μουσική
των δειλινών
που μολονότι ηδυμελής και ωχρότατη
στο τέλος
τον άγριο παφλασμό σας υποτάσσει
Με των δρυμών την περισυλλογή
με των ανέμων την πολυφωνία
μ’ όλα τα μάτια μου ανοιχτά στο αντιπρανές
με τη σιωπή μου κύμβαλο αλαλάζον

Σ’ αυτό το μετερίζι ξαγρυπνώ
σ’ αυτή την έσχατη σκοπιά
παρόχθιος παρατηρητής
των επιγείων τη μοίρα κατοπτεύω

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 26 Νοεμβρίου 2023

Όταν στρώνεις το τραπέζι

πριν καθίσεις

να ελέγχεις σχολαστικά

την αντικρινή σου καρέκλα

αν είναι γερή μήπως τρίζει

μήπως χαλάρωσαν οι εγκοπές

μήπως φαγώθηκαν οι αρμοί

αν υποσκάπτει το σκελετό

σκουλήκι

γιατί εκείνος που δεν κάθεται

γίνεται κάθε μέρα όλο και πιο

βαρύς

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 26 Νοεμβρίου 2023

1. Ο Βασιλιάς και το αλάτι (Λιβυκό Λαϊκό Παραμύθι)

Ήταν κάποτε ένας βασιλιάς που ρώτησε τις τρεις κόρες του πόσο τον αγαπούν. Η μεγαλύτερη απάντησε όσο το χρυσάφι, η μεσαία όσο τον ήλιο και το φεγγάρι ενώ η μικρότερη όσο το αλάτι. Ο βασιλιάς έγινε έξαλλος με την τρίτη του κόρη καθώς πίστευε πως το μέγεθος της αγάπης της κόρης του ήταν ασήμαντο. Την έδιωξε από το παλάτι λέγοντάς της πως δε θέλει να την ξανά δει.

Η κοπέλα περιπλανήθηκε για χρόνια με μεγάλο παράπονο που τόσο άδικα την έδιωξε ο πατέρας της. Ένας πρίγκιπας που την είδε την ερωτεύτηκε και την παντρεύτηκε. Μετά από πολλά χρόνια έμαθε πως, στο δικό της βασίλειο, θα έδιναν γεύμα προς τιμήν του πατέρα της.

Διέταξε όλα τα φαγητά που θα σερβιριστούν να είναι ανάλατα και να μη δοθεί αλάτι, όσο και αν ζητήσουν.

Όταν ο πατέρας της άρχισε να τρώει, πέταξε θυμωμένος το κουτάλι και είπε πως είναι όλα άνοστα. Ζήτησε να του δώσουν αλάτι. Αρνήθηκαν και θύμωσε ακόμα πιο πολύ. «Θα φύγω», φώναζε, «αφού δε μπορείτε να μου δώσετε κάτι τόσο σημαντικό όσο το αλάτι». Και τότε, η κοπέλα απάντησε, «μα εσείς κάποτε διώξετε την κόρη σας επειδή σας είπε πως σας αγαπάει σαν το αλάτι». Ο βασιλιάς την αναγνώρισε και έπεσε στα πόδια της με κλάματα παρακαλώντας να τον συγχωρέσει. Η κοπέλα τον συγχώρεσε.

Του τόνισε πως από δω και πέρα δεν πρέπει να υποτιμάει τα απλά πράγματα στη ζωή, όπως είναι το αλάτι.

2. Οι δύο λύκοι (Ινδιάνικο Παραμύθι)

Ένα νέο αγόρι μίας φυλής Ινδιάνων αναρωτιόταν τι ήταν η ψυχή. Ρωτούσε τους πάντες μα κανενός η απάντηση, δεν ήταν ικανοποιητική. Μέχρι που ρώτησε τον ηλικιωμένο αρχηγό της φυλή τους. Εκείνος του μίλησε για τους δύο λύκους που υπάρχουν στη ψυχή κάθε ανθρώπου. Το αγόρι κάθισε δίπλα του και ο αρχηγός ξεκίνησε να του μιλάει για τη μάχη μεταξύ των δυο λύκων που υπάρχουν στις ψυχές όλων των ανθρώπων.

Ο ένας λύκος είναι το κακό και ότι συμβολίζει: το θυμό, τη ζήλια, τη θλίψη, την απογοήτευση, την απληστία, την αλαζονεία, την ενοχή, την προσβολή, την κατωτερότητα, το ψέμα, τη ματαιοδοξία και την υπεροψία. Ο άλλος λύκος είναι το καλό και ότι συμβολίζει: τη χαρά, την ειρήνη, την αγάπη, την ελπίδα, την ηρεμία, την ταπεινοφροσύνη, την ευγένεια, τη φιλανθρωπία, τη συμπόνια, τη γενναιοδωρία, την αλήθεια και την ευσπλαχνία.

Το αγόρι σκέφτηκε για ένα λεπτό και μετά τον ρώτησε «Και ποιος λύκος κερδίζει;» Ο γέρος Ινδιάνος απάντησε «Αυτός που ταΐζεις».

3. Ο Κύκλος του 99 (Χόρχε Μπουκάι, Αργεντινή)

Κάποτε σε ένα βασίλειο ζούσε ένας υπηρέτης που ήταν μονίμως χαρούμενος. Όλη μέρα τραγουδούσε, έκανε πλάκες και όλοι γύρω του, διασκέδαζαν μαζί του. Κάποια στιγμή, ο βασιλιάς φανερά εκνευρισμένος με τη χαρά του υπηρέτη του, τον ρώτησε «Πώς γίνεται εγώ, ένας βασιλιάς, να έχω όλα τα πλούτη και να είμαι λυπημένος ενώ εσύ ένας υπηρέτης να είσαι χαρούμενος;» Ο υπηρέτης απάντησε «Γιατί να μην είμαι; Έχω την υγεία μου, την οικογένειά μου, στέγη και φαγητό. Τι άλλο θα μπορούσα να ζητήσω;». Τον βασιλιά δεν τον έπεισε η εξήγηση του υπηρέτη. Φώναξε ένα σοφό σύμβουλό του, εξηγώντας του την κατάσταση.

Ο σοφός του εξήγησε πως ο υπηρέτης είναι χαρούμενος γιατί δεν είχε μπει στον κύκλο του 99.

Θα μπορούσε να τον βάλει αλλά θα έχανε για πάντα το χαμόγελό του και τη θέση του θα έπαιρνε ένας μίζερος υπηρέτης. Ο βασιλιάς σκέφτηκε, αφού δε γέλαγε ο ίδιος, δε θα έπρεπε να γελάει κανείς. Έτσι, ζήτησε από το σοφό να βάλει τον υπηρέτη του στον κύκλο του 99. Ο σοφός ζήτησε ένα πουγκί  με 99 χρυσά νομίσματα, ούτε ένα περισσότερο, ούτε ένα λιγότερο και το άφησε έξω από το σπιτάκι του υπηρέτη. Ανοίγοντας την πόρτα ο υπηρέτης βρήκε το πουγκί. Αμέσως σχηματίστηκε έκπληξη στο πρόσωπό του, φόβος και ερευνητική ματιά μήπως ήταν κανένας τριγύρω.

Μπήκε γρήγορα στο σπίτι του. Άδειασε το περιεχόμενο και χρυσά νομίσματα έπεσαν στο πάτωμα. Δεν πίστευε αυτό που έβλεπε! Ένας θησαυρός, όλος δικός του. Άρχισε να παίζει με τα νομίσματα και να τα τοποθετεί σε στοίβες των δέκα.  Μια δεκάδα, δύο δεκάδες, τρεις, … ταυτόχρονα, έκανε και το άθροισμα. Που είναι το τελευταίο; Μέτρησε πάλι τις στοίβες για να βρει το λάθος, τίποτα. Δεν μπορεί, τα νομίσματα έπρεπε να ήταν εκατό.

Τα ενενήντα εννέα ήταν πολλά αλλά του έλειπε ένα.

Συνεχώς σκεφτόταν, τι θα έπρεπε να κάνει για να αγοράσει ακόμα ένα χρυσό νόμισμα. Θα έπρεπε να βρει και δεύτερη δουλειά. Θα έβαζε τη γυναίκα του να δουλέψει και θα έκαναν σκληρή οικονομία στο σπίτι. Έτσι, σε έξι χρόνια θα είχαν αγοράσει το εκατοστό νόμισμα και μετά θα ήταν άρχοντας! Τους μήνες που ακολούθησαν ο υπηρέτης έβαλε σε εφαρμογή τα σχέδιά του. Δούλευε πολύ, κουραζόταν, κοιμόταν λίγο αλλά επέμενε στην απόφασή του.

Ο υπηρέτης είχε μπει στον κύκλο του ενενήντα εννέα. Επειδή δεν άντεχε άλλο τη γκρίνια και τη μιζέρια του, ο βασιλιάς τον έδιωξε από το παλάτι. Ο σοφός που ήταν μάρτυρας σε όλα αυτά είπε στο βασιλιά «Σας το είπα ότι θα τον διώχνατε αν τον έβαζα στον κύκλο του 99. Ο κύκλος είναι μία «ιδεολογία» που την έχουμε όλοι, πάντα κάτι να μας λείπει για να νιώσουμε ικανοποιημένοι και δυστυχώς, μόνο αν είμαστε ικανοποιημένοι μπορούμε να απολαύσουμε όσα έχουμε».

4. Η Σαρανταποδαρούσα που χόρευε όμορφα (Τζόστειν Γκάρντερ, Νορβηγία)

Ήταν κάποτε μία σαρανταποδαρούσα που ήξερε να χορεύει υπέροχα με τα σαράντα ποδαράκια της. Κάθε φορά που χόρευε μαζεύονταν γύρω της όλα τα ζώα του δάσους για να την θαυμάσουν. Όλα ήταν γοητευμένα από την τέχνη της.

Μόνο ένα ζώο δεν άντεχε, από τη ζήλια του, ο βάτραχος. Σκεφτόταν συνεχώς πως θα την έκανε να σταματήσει το χορό. Δε μπορούσε, φυσικά, να πει ότι ο χορός δεν του άρεσε και δε μπορούσε να ισχυριστεί ότι ο ίδιος χόρευε καλύτερα γιατί ,απλά, κανείς δε θα τον πίστευε. Με τα πολλά, σκέφτηκε ένα πραγματικά διαβολικό σχέδιο.

Κάθισε και έγραψε στη σαρανταποδαρούσα ένα γράμμα.

«Ασύγκριτη χορεύτρια σαρανταποδαρούσα, είμαι ένας ταπεινός θαυμαστής της εξαίσιας χορευτικής σου τέχνης και πολύ θα ήθελα να μάθω πως ακριβώς χορεύεις. Σηκώνεις πρώτα το αριστερό πόδι υπ’ αριθμ.27 και ύστερα το δεξί πόδι υπ’ αριθμ.12; Ή αρχίζεις το χορό σηκώνοντας το δεξί πόδι υπ’ αριθμ.33 και ύστερα το δεξί πόδι υπ’ αριθμ.39; Περιμένω με ανυπομονησία την απάντησή σου. Με όλη μου την αγάπη, το Βατράχι.»

Μόλις η σαρανταποδαρούσα πήρε το γράμμα άρχισε να σκέφτεται, για πρώτη φορά στη ζωή της, πως ακριβώς χόρευε. Ποιο πόδι σήκωνε πρώτο; Ποιο πόδι ερχόταν δεύτερο;

Η σκέψη της, είχε πνίξει τη φαντασία της και με τη φαντασία της χόρευε.

Έτσι, η σαρανταποδαρούσα μας δε ξανά χόρεψε ποτέ.

5. Ο Άνθρωπος, το άλογο και ο σκύλος (Πάουλο Κοέλιο, Βραζιλία)

Ένας άνθρωπος, το άλογό του και ο σκύλος του, περπατούσαν σε ένα δρόμο. Ξαφνικά έπιασε μία δυνατή βροχή και έτρεξαν να κρυφτούν κάτω από ένα μεγάλο δέντρο. Τότε τους χτύπησε ένας κεραυνός και έχασαν τις ζωές τους. Δεν αντιλήφθηκαν όμως ότι είχαν περάσει στον άλλο κόσμο και θεώρησαν ότι σταμάτησε η βροχή, οπότε μπορούσαν να συνεχίσουν την πεζοπορία τους. Ο δρόμος ήταν ανηφορικός, ο ήλιος έκαιγε και οι τρεις είχαν διψάσει πολύ. Μέχρι που συνάντησαν μία τεράστια πύλη που οδηγούσε σε ένα υπέροχο μέρος.

Ο άνθρωπος ρώτησε το φύλακα της πύλης ποιο ήταν αυτό το μέρος και ο φύλακας απάντησε πως ήταν ο παράδεισος. Ο άνθρωπος ρώτησε και πάλι, αν θα μπορούσαν να ξαποστάσουν και να πιουν λίγο νερό. Τότε ο φύλακας του απάντησε πως  ο άνθρωπος μπορεί, τα ζώα όχι. Ο άνθρωπος, όσο και αν διψούσε, δε μπορούσε να αφήσει τους φίλους του. Χαιρέτισε και έφυγε.

Βρέθηκε σε ένα μονοπάτι ακόμα πιο όμορφο που τον οδήγησε σε μία πύλη που όμοια δεν είχε ξανά δει.  Ένας πανέμορφος τόπος! Πλησίασε τον φύλακα της πύλης και τον ρώτησε αν θα μπορούσαν να ξεδιψάσουν κάπου και ο φύλακας τους οδήγησε σε μία πηγή. Ήπιαν αρκετό νερό και αφού ξεδίψασαν, ο άνθρωπος ρώτησε το φύλακα πως λέγεται αυτό το μέρος και ο φύλακας απάντησε  πως είναι ο παράδεισος. Ο άνθρωπος απορημένος του είπε πως και στην άλλη πύλη που ρώτησε, πάλι ο παράδεισος είπαν ότι είναι. Και ο φύλακας απάντησε

«Όχι, εκεί ήταν η κόλαση. Εκεί μένουν όλοι αυτοί που είναι ικανοί να εγκαταλείψουν απλόχερα τους φίλους τους μόνο για τη δική τους ευχαρίστηση.»

Aπό umano

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 12 Νοεμβρίου 2023

…” Η πιο ανήθικη πράξη είναι η έλλειψη αυτογνωσίας”….

 

” ΙΘΑΚΕΣ”

Δεν αναγκάστηκα να αλλαξοπιστήσω, ούτε χρειάστηκε να προσκυνήσω κατακτητή, δεσπότη ή βασιλιά..

Όμως στον κόσμο λέω τώρα ότι, μόνη κατάφερε η δική μας νιότη, αυτά που ο Οδυσσέας δεν τόλμησε να κάνει….

Γυρνώντας δηλαδή από λιμάνι σε λιμάνι, νες Ιθάκες ιδρύσαμε παντού. Σε Καναδά και Αμερική ως το Περού, σε Αυστραλία,  σ’ Αφρική και σε Ευρώπη, βέβαια πάντα μαζί με κάποια Πηνελόπη.

Όμως αφήσαμε Πόντο και Μικρασία στην φλύαρη του Μεγαλέξανδρου γοργόνα, στις θάλασσες να διαλαλεί την ασυναρτησία, πως τάχα, η σάρισσα, όπλο του Μακεδόνα, ( του Αλεξάνδρου εννοεί το μακρύ δόρυ), δεν έπαψε, ούτε θα πάψει ν’  απειλεί, αυτούς που πάτησαν την Σμύρνη και την Πόλη, και ξερρίζωσαν τις Ιθάκες απ’ την Ανατολή.

“ΟΠΤΑΣΙΕΣ”

Όρμο με όρμο, γύρισα όλο το νησί,μήπως και βρω με ποιό δελφίνι καβάλα πας εσύ, εκεί που θέλαμε μία ημέρα να φτάσουμε μαζί.

Είδα σειρήνες  και γοργόνες ως και αυτήν που είχε πει πως πάντα ο Μεγαλέξανδρος θα βασιλεύει και θα ζεί, φτάνει αυτό να πιστεύει, έστω και μόνο ένα παιδί.

Κουράστηκα να λάμνω ώρες επάνω στο κουπί, χωρίς πια να ελπίζω το μαγικό να βρω ραβδί, έρημο καράβι ξύλο μέσ’ των κυμάτων τη σπατάλη, πήρα του γυρισμού τον δρόμο, όρμο με όρμο πάλι, όταν σε είδα να καλπάζεις μέσα στου ήλιου την χλιδή.

“Η ΔΥΝΑΣΤΕΙΑ ΤΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ”

Ἀναρωτιόταν τ᾿ ἄλογο τοῦ βασιλιᾶ μὲ πόνο,
ποιὰ τάχα θὰ ῾χε τύχη ἂν δὲν ἐζοῦσε ἐκεῖ,
σ᾿ ἐκείνη τὴν ὑγρὴ τοῦ στάβλου φυλακή,
ἀλλ᾿ ἔτρεχε ὁλημερίς, ἐλεύθερο καὶ μόνο,
στοῦ κάμπου τοῦ θεσσαλικοῦ τὴν τρυφερὴ βοσκή,
κι ὕστερα, κάτω ἀπὸ τὸν ἴσκιο τοῦ δροσεροῦ Πηλίου,
ἀγνάντευε τὰ χρώματα στὴ δύση τοῦ ἡλίου…

Αὐτὰ σκεφτόταν τ᾿ ἄλογο, χωρὶς νὰ ξέρει ὅμως,
πὼς πλάι του, ἕνας κένταυρος, ὁ νέος ἱπποκόμος,
τὸν θάνατο σχεδίαζε κάποιου νέου Λαπίθη,
τοῦ βασιλιᾶ, ποὺ Μέθυσος ἀναίτια ἐκλήθη.

Εἶναι λοιπὸν βασιλοκτόνος ἡ ἀρχὴ τοῦ Βασιλείου!
Ὅμως τὸ ἔγκλημα μὲ τὸν καιρὸ τὸ σκέπασε ἡ λήθη·
ποτὲ δὲν τὸ μνημόνευσε βιβλίο τοῦ σχολείου·
(ἡ ἱστορία στὰ παιδιά, χρηστὰ διδάσκει ἤθη).
Κι ἔτσι, ἀρχίζει ἡρωικὰ τὸ ἔνδοξο παραμύθι,
ἀπὸ τοὺς φερομένους ὡς Μακεδόνες βασιλεῖς,
(ἐνῶ στ᾿ ἀλήθεια ἦταν ἀρμενικῆς καταγωγῆς).
Βουλγάρους κατετρόπωσαν καὶ Παυλικιανούς,
τοὺς Πετσενέγους νίκησαν καὶ τοὺς Σαρακηνούς.
Χάρη στὸ ἔργο τὸ δικό τους ἡ αὐτοκρατορία
εἶδε τὰ σύνορά της, σὲ Δύση καὶ σ᾿ Ἀνατολή,
νὰ φτάνουν στὸν Εὐφράτη, στὸν Ἴστρο, στὴν Συρία,
ὡς καὶ στὴν Κάτω Ἰταλία, πέρα ἀπ᾿ τὴν Καλαβρία.

Τότε κι ὁ Πατριάρχης βρῆκε τὴν εὐκαιρία
θέμα νὰ θέσει στὸν Ποντίφηκα γιὰ τὴ διαδοχὴ
(ἤθελε ν᾿ ἀποκτήσει πιὰ τὴν πρωτοκαθεδρία).
Κι ἔγινε στὴν Χριστιανοσύνη κλυδωνισμὸς καὶ σάλος,
γιὰ τὸ ποιὸς ἀπ᾿ τοὺς δύο θὰ εἶναι ὁ μεγάλος,
ὁ ἕνας οἰκουμενικός, πρωτόθρονος ὁ ἄλλος.

Ὑπὲρ τοῦ Πάπα ἔληξαν οἱ στεῖροι αὐτοὶ ἀγῶνες
μ᾿ ἐκείνη τὴν τετάρτη λατινικὴ σταυροφορία.
Τότε ὅμως ἀπ᾿ τὴν Πόλη εἶχαν ἐκλείψει οἱ Μακεδόνες
κι ἦταν τὸ μεγαλεῖο τους μία ξεχασμένη ἱστορία.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 12 Νοεμβρίου 2023

Πρέπει να γίνεις εσύ ήλιος για να φωτίσεις τους σβησμένους ήλιους των άλλων. Δεν υπάρχουν ιδέες, υπάρχουν μονάχα άνθρωποι που κουβαλούν τις ιδέες, κι αυτές παίρνουν το μπόι του ανθρώπου που τις κουβαλάει.

Πού να βρω μια ψυχή σαρανταπληγιασμένη κι απροσκύνητη, σαν την ψυχή μου, να της ξομολογηθώ;

Δε ζυγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύουμαι! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι …

Να μην αρνιέσαι τη νιότη σου ως τα βαθιά γεράματα, να μάχεσαι σε όλη σου τη ζωή να μετουσιώσεις σε κατάκαρπο δέντρο την εφηβική σου άνθηση, αυτός, θαρρώ, είναι ο δρόμος του ολοκληρωμένου ανθρώπου.

Έχουν να πουν πως άνθρωπος είναι το ζώο που συλλογιέται το θάνατο. Όχι, σου λέω εγώ. Άνθρωπος είναι το ζώο που συλλογιέται την αθανασία.

Νιώθω σαν να χτυπάμε τα κεφάλια μας στα σίδερα. Πολλά κεφάλια θα σπάσουν. Μα κάποια στιγμή, θα σπάσουν και τα σίδερα.

Άσφαλτα κατέχει η χωματένια αυτή μήτρα την αξία του κάθε παιδιού της· κι όσο ανώτερη η ψυχή που έπλασε, τόσο και δυσκολότερη της αναθέτει εντολή: να σώσει τον εαυτό του ή τη ράτσα του ή τον κόσμο· από την πρώτη, τη δεύτερη, την τρίτη εντολή που σου αναθέτει διαβαθμίζεται η ψυχή σου

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 4 Νοεμβρίου 2023

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

….”Προσπάθησε, κάθε μέρα να θυμάσαι και να πραγματοποιείς τι πιστεύεις.

Κι αν χρειαστεί κάποτε για τη ζωή σου, για το σκοπό της ζωής σου, να ξεχάσεις, να γυρίσεις πλευρό, ν’ ανασάνεις, τότε δοκίμασε να αφεθείς ολότελα, να ζήσεις τυφλός για κάποιο διάστημα. Ίσως η γαλήνη που γυρεύεις να βρίσκεται ακριβώς στην ισορροπία μιας τέτοιας θέσης και μιας τέτοιας άρσης.

Ζήσε ολόκληρος. Γράφω έχοντας μπροστά μου, πλαισιωμένην από το διχαλωτό κορμό μιας οξιάς, την καμπούρα μιας κορυφής του ανατολικού βουνού που σβήνει, δεξιά, στη θάλασσα, και κόβεται λίγο ψηλότερα, αριστερά, από τη δημοσιά που πηγαίνει στη Ζαγορά….

Προσπάθησε, κάθε μέρα να πραγματοποιείς τι πιστεύεις                   «Αυτό που είμαστε, ο Θεός μονάχα μπορεί να το συμπληρώσει.» Διάλογος ανάμεσα στον άνθρωπο (εμένα ο altra cosa) και τον άνθρωπο (ή ένα θεό)˙ αυτή η ακατάπαυτη συναλλαγή με τη θάλασσα, τα βουνά, το φως και τον αέρα. Τα βουνά, το ένα μέσα στο άλλο, είναι σώματα που αγκαλιάζουνται, χύνουνται το ένα μέσα στο άλλο, προχωρούν και σε συμπληρώνουν. Το ίδιο με τη θάλασσα. Αυτό το καταπληκτικό πράγμα γίνεται. Αδύνατο να διατυπώσω καλύτερα τούτη την αποκάλυψη. Από εκεί και πέρα, αν είσαι ή όχι ένα πρόσωπο, δεν έχει καμιά σημασία. Ή: το πρόσωπο δεν είσαι πια εσύ, το πρόσωπο είναι εκεί. Αν μπορείς, το συμπληρώνεις. Αν μπορείς, κάνεις μια πράξη ιερή. Σ’ αυτό το σημείο, ευτυχία ή δυστυχία δε σημαίνουν τίποτε. Είναι μια πάλη που γίνεται σε άλλους τόπους.

Διαστολή της ψυχής μέσα σ’ αυτό τον άλλο κόσμο. “…..

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 4 Νοεμβρίου 2023

Ο Ελύτης δόμησε ολόκληρο το έργο του με άξονα το φως, διαμόρφωσε μία “ηλιακή μεταφυσική” –δεν μιλούμε απλώς για μία φυσική προτίμηση, αλλά για μία πολυσήμαντη έννοια” θα πει σε παλιότερη συνέντευξή της ηΙουλίτα Ηλιοπούλου, η γυναίκα που ερωτεύτηκε, αγάπησε και στάθηκε δίπλα στον Οδυσσέα Ελύτη μέχρι το τέλος της ζωής του. Η καθοριστική σχέση του σπουδαίου ποιητή που

– Πώς ήταν μια τυπική ημέρα στο ποιητικό εργαστήριο του Ελύτη;

Τυπική ηµέρα δεν υπήρχε. Αναζητούσε τη συνέχεια ενός στίχου για πολύ καιρό, µπορεί για δεκαετίες ολόκληρες – δεν ήταν από τους ποιητές που ολοκλήρωναν ένα ποίηµα µέσα σε ένα εύλογο διάστηµα µιας ηµέρας ή µιας εβδοµάδας. Υπήρχαν περίοδοι που δούλευε παράλληλα κείµενα ή συλλογές. Οταν έγραφε, σταµατούσε να διαβάζει και να ζωγραφίζει και αφοσιωνόταν σε αυτό που δούλευε. ∆εν του άρεσε ένα κείµενο που ο ίδιος θεωρούσε ανολοκλήρωτο να παραµένει. Είχε την τόλµη και κατέστρεφε έργα ηµιτελή, εικαστικά, τα πάντα. Με την κυκλοφορία µας ποιητικής συλλογής απαλλασσόταν από χειρόγραφα και δακτυλόγραφα που σχετίζονταν µε αυτήν, παρέχοντας στον εαυτό του την ελευθερία να δει καθαρά το επόµενο βήµα. Σαφώς έγραφε πολύ περισσότερο το βράδυ παρά το πρωί. Οσο και αν στην ποίησή του ένας ουσιαστικός φυσικός και µεταφυσικός άξονας είναι το φως, στη δουλειά του προτιµούσε την ησυχία της νύχτας.

-Ο ίδιος πώς ζούσε στην καθημερινότητά του; Και με ποιο τρόπο μετουσίωνε απλά, καθημερινά πράγματα, σε ποίηση;

Όπως η ποίηση είναι υπέρβαση, άρση των αντιθέσεων, ελεύθερη, συνδυαστική φαντασία, αλλά και τάξη και οριοθέτηση, έτσι και ο ποιητής μπορεί να γίνεται παραγωγός θαυμάτων, αλλά συνάμα είναι και ένας επίμονος καλλιεργητής, με “λογισμό και μ’ όνειρο” οπλισμένος. Ο Ελύτης ζούσε με τάξη και πρόγραμμα, με αφοσίωση στη δουλειά του, πάντα πολύ απλά. Δεχόταν τα ερεθίσματα αναμφίβολα, αλλά ο θεματικός πυρήνας των ποιημάτων του δεν ήταν ανιχνεύσιμος –τις περισσότερες φορές και σε πρώτο επίπεδο– μέσα στην τρέχουσα πραγματικότητα. Μία ιδιαίτερα εσωτερική διαδικασία νοηματοδοτούσε τα θέματά του και τα μετουσίωνε γλωσσικά.

– Υπάρχουν άλλα στοιχεία της καθημερινής ζωής που διαφοροποιούν τον άνθρωπο Ελύτη από τον ποιητή;

Αντιθέτως, υπήρχε εντυπωσιακή συνέπεια ανάµεσα στις αρχές που ανιχνεύει κανείς στο έργο του και στις αρχές που εφάρµοζε στην καθηµερινότητά του. Το ότι εργαζόταν βράδυ ήταν η µόνη αντίφαση, αν µπορεί να τη θεωρήσει κανείς αντίφαση, όπως και το γεγονός ότι ενώ όλη η ποίησή του είναι ανοιχτή στο ύπαιθρο ο ίδιος δεν διενοείτο να γράψει πουθενά αλλού εκτός από το γραφείο του. Σε επίπεδο όµως ηθικών και αισθητικών αρχών δεν υπήρχε καµία ουσιαστική διάσταση. Την ολιγάρκεια που διακηρύσσει στο έργο του, την απόλυτη αντίθεσή του στην αντίληψη της πρακτικής ζωής του συµφέροντος ή του κέρδους, τη δικαιοσύνη ή την αθωότητα, όλα τα έβρισκε κανείς στον τρόπο µε τον οποίο διαχειριζόταν το εικοσιτετράωρό του.

-Πόσο άλλαξε η οπτική σας απέναντί της αφότου “γνωρίσατε” τον Ελύτη;

Τον Ελύτη τον γνώρισα νωρίς στη ζωή μου. Για μένα τότε και τώρα αποτελούσε και αποτελεί την πραγμάτωση της θαυμαστής πληρότητας περιεχομένου και έκφρασης –σας το λέω όπως το εξέφραζα τότε, μαθήτρια.

-Από όσα σας έλεγε κατά καιρούς, ποιο είναι εκείνο που θα κρατούσατε για τη σημερινή εποχή;

Απ’ όσα μας έλεγε, σε όλους, και μας λέει καθημερινά μέσα απ’ το έργο του, ας κλείσουμε με την προτροπή να αναζητήσουμε μες στην πραγματικότητά μας “το βαθύτερο νόημα ενός ταπεινού παραδείσου, που είναι ο αληθινός μας εαυτός, το δίκιο μας, η ελευθερία μας, ο δεύτερος και πραγματικός ηθικός μας ήλιος”.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 22 Οκτωβρίου 2023

Δώδεκα και μισή.

Γρήγορα πέρασεν η ώρα
απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα,
και κάθησα εδώ.

Καθόμουν χωρίς να διαβάζω,
και χωρίς να μιλώ. Με ποιόνα να μιλήσω
κατάμονος μέσα στο σπίτι αυτό.

Το είδωλον του νέου σώματός μου,
απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα,
ήλθε και με ηύρε και με θύμησε
κλειστές κάμαρες αρωματισμένες,
και περασμένην ηδονή – τι τολμηρή ηδονή!

Κ’ επίσης μ’ έφερε στα μάτια εμπρός,
δρόμους που τώρα έγιναν αγνώριστοι,
κέντρα γεμάτα κίνησι που τέλεψαν,
και θέατρα και καφενεία που ήσαν μια φορά.

Το είδωλον του νέου σώματός μου
ήλθε και μ’ έφερε και τα λυπητερά·
πένθη της οικογένειας, χωρισμοί,
αισθήματα δικών μου, αισθήματα
των πεθαμένων τόσο λίγο εκτιμηθέντα.

Δώδεκα και μισή. Πως πέρασεν η ώρα.
Δώδεκα και μισή. Πως πέρασαν τα χρόνια.

(1917)

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 19 Οκτωβρίου 2023

Μοναδικέ μήνα του χρόνου με ωμέγα
και του φθινόπωρου μοναδικέ, με δίχως μι,
της ολοκλήρωσης εσύ, σύμβολο μέγα
και της φυγής της Περσεφόνης, αφορμή.
*
Οκτώβρη μήνα, που γλυκιά μελαγχολία
κυριαρχεί μέσ’ την ψυχή μας
και στο νου,
εσύ, αυτοδίδακτε ζωγράφε, με μαγεία,
βάψτην σε χρώμα πορφυρένιου δειλινού .
*
Της φύσης ξαφνικά, θ’ αλλάξεις χρώμα,
φύλλα απ’ τα δέντρα, σαν ελπίδες
θα σκορπίσουν,
χρωματιστό χαλί θα απλωθούν
στο χώμα
κι εκεί, όσα δεν πρόλαβαν, θα ζήσουν.
*
Με στροβιλίσματα, το ύστατο
“έχε γεια”,
λεν’ οι μικρές παλάμες, που αρνούνται
να πεθάνουν,
το ένα απ’ τ’ άλλο, μια παρηγοριά
ζητούν, μέσ’ στις γωνιές πριν
αποκάνουν.
*
Ρίγη ξυπνούνε οι κροκόπεπλες αυγές,
μα, οι ‘λιοπερίχυτές σου μέρες
θα ζεστάνουν ,
τις ασυμβίβαστες, αντάρτισσες καρδιές,
που ακροβατώντας, καλοκαιρινά όνειρα κάνουν.
*
Τα χελιδόνια, πήραν τους ουρανοδρόμους
κι έχουν για το ταξίδι τους,
όση απαιτείται πείρα,
αχ !!! και να είχαμε κι εμείς φτερά
στους ώμους,
να ψάξουμε την Άνοιξη, πέρα από
τη Μοίρα.

Από την Παρασκευή Μπαρδάνη

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 7 Οκτωβρίου 2023

Ἐπὶ σκηνῆς
Ἡ θάλασσα- πῶς ἔγινε ἔτσι ἡ θάλασσα;
Ἄργησα χρόνια στὰ βουνὰ-
μὲ τύφλωσαν οἱ πυγολαμπίδες.
Τώρα σὲ τοῦτο τ᾿ ἀκρογιάλι περιμένω
ν᾿ ἀράξει ἕνας ἄνθρωπος
ἕνα ὑπόλειμμα, μιὰ σχεδία.

Μὰ μπορεῖ νὰ κακοφορμίσει ἡ θάλασσα;
Ἕνα δελφίνι τὴν ἔσκισε μία φορὰ
κι ἀκόμη μιὰ φορὰ
ἡ ἄκρη τοῦ φτεροῦ ἑνὸς γλάρου.

Κι ὅμως ἦταν γλυκὸ τὸ κύμα
ὅπου ἔπεφτα παιδὶ καὶ κολυμποῦσα
κι ἀκόμη σὰν ἤμουν παλικάρι
καθὼς ἔψαχνα σχήματα στὰ βότσαλα,
γυρεύοντας ρυθμούς,
μοῦ μίλησε ὁ Θαλασσινὸς Γέρος:
«Ἐγὼ εἶμαι ὁ τόπος σοὺυ
ἴσως νὰ μὴν εἶμαι κανεὶς
ἀλλὰ μπορῶ νὰ γίνω αὐτὸ ποὺ θέλεις

Παντούμ
Τ’ αστέρια κρατούν έναν κόσμο δικό τους
στο πέλαγο σέρνουν φωτιές τα καράβια
ψυχή μου λυτρώσου απ’ τον κρίκο του σκότους
πικρή φλογισμένη που δέεσαι μ’ ευλάβεια.

Στο πέλαγο σέρνουν φωτιές τα καράβια
η νύχτα στενεύει και στέκει σαν ξένη
πικρή φλογισμένη που δέεσαι μ’ ευλάβεια
ψυχή μου γνωρίζεις ποιός νόμος σε δένει.
Η νύχτα στενεύει και στέκει σαν ξένη

στο μαύρο μετάξι τα φώτα έχουν σβήσει
ψυχή μου γνωρίζεις ποιός νόμος σε δένει
και τί θα σου μείνει και τί θα σ’ αφήσει.
Στο μαύρο μετάξι τα φώτα έχουν σβήσει
ακούγουνται μόνο του χρόνου τα σείστρα·

και τί θα σου μείνει και τί θα σ’ αφήσει
αν τύχει κι αστράψει η βουβή πολεμίστρα.
Ακούγουνται μόνο του χρόνου τα σείστρα
μετάλλινη στήλη στου πόνου την άκρη
αν τύχει κι αστράψει η βουβή πολεμίστρα

ούτε όνειρο θά βρεις να δώσει ένα δάκρυ.
Μετάλλινη στήλη στου πόνου την άκρη
ψηλώνει η στιγμή σα μετέωρο λεπίδι
ούτε όνειρο θά βρεις να δώσει ένα δάκρυ
στο πλήθος σου το άυλο που σφίγγει σα φίδι.

Ψηλώνει η στιγμή σα μετέωρο λεπίδι
σαν τί να προσμένει να πέσει η γαλήνη;
στο πλήθος σου το άυλο που σφίγγει σα φίδι
δεν είναι ουρανός μηδέ αγγέλου ευφροσύνη.
Σαν τί να προσμένει να πέσει η γαλήνη;

Σ’ ανθρώπους κλειστούς που μετρούν τον καημό τους
δεν είναι ουρανός μηδέ αγγέλου ευφροσύνη
τ’ αστέρια κρατούν έναν κόσμο δικό τους.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 7 Οκτωβρίου 2023
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ
«Για ποιον και για ποιο μπορώ να πω ανεπιφύλακτα: «Αυτό το ξέρω!». Την καρδιά μου μπορώ να την καταλάβω και ξέρω πως υπάρχει. Τον κόσμο, μπορώ να τον αγγίξω και ξέρω, πάλι, πως υπάρχει. Εδώ σταματάει κάθε μου γνώση, τα υπόλοιπα είναι επινοήσεις. Γιατί, αν προσπαθώ να καταλάβω τον εαυτό μου για τον οποίο είμαι σίγουρος, αν προσπαθώ να τον καθορίσω και να τον συνοψίσω, αφήνω το νερό να κυλάει μέσ’ από τα δάκτυλά μου.

Μπορώ να περιγράψω μία-μία όλες τις όψεις που ξέρει να παίρνει, ακόμα κι εκείνες που του έχουν αποδώσει, τη μόρφωση, την καταγωγή, την οργή ή τις σιωπές, την αξιοπρέπεια ή μικροπρέπεια. Αλλά δεν προσθέτουμε πρόσωπα. Ακόμα κι αυτή, η δική μου καρδιά θα μου μείνει άγνωστη για πάντα. Ανάμεσα στη βεβαιότητα που έχω για την ύπαρξή μου και στο νόημα που προσπαθώ να δώσω σ’ αυτή τη βεβαιότητα, υπάρχει ένα κενό που δε θα γεμίσει ποτέ. Ο εαυτός μου θα μου μείνει για πάντα ξένος. Στην ψυχολογία και στη λογική υπάρχουν αλήθειες αλλά λείπει η αλήθεια.

Το Σωκρατικό «γνώθι σ’ αυτόν» αξίζει τόσο όσο το «έσο ενάρετος» της εξομολόγησης. Σ’ αυτά βλέπουμε πως υπάρχει νοσταλγία και άγνοια. Αποτελούν άσκοπα παιχνίδια επάνω σε σπουδαία θέματα. Μονάχα μέσα στα πλαίσια που μπορεί κανείς να τα πλησιάσει παίρνουν κάποιο νόημα.   Οι απαλές γραμμές των λόφων και το χέρι της νύχτας πάνω σ’ αυτήν τη βασανισμένη καρδιά μου μαθαίνουν πιο πολλά   Βλέπω ακόμα τα δέντρα που ξέρω τη σύστασή τους, το νερό που δοκιμάζω τη γεύση του. Πώς ν’ αρνηθώ αυτό τον κόσμο αφού υφίσταμαι την επίδρασή του, πώς ν’ αρνηθώ το άρωμα της χλόης και των άστρων, πώς ν’ αρνηθώ τη νύχτα και τις λίγες βραδιές που χαρίζουν στην καρδιά γαλήνη; Κι όμως ολόκληρη η επιστήμη αυτής της γης δε θα με πείσει ποτέ για το ότι αυτός ο κόσμος μου ανήκει.

Μου τον περιγράφετε και με μαθαίνετε πού να τον κατατάξω. Απαριθμείτε τους νόμους του και διψώντας για γνώση συμφωνώ πως είναι αληθινοί. Διαλύετε το μηχανισμό του κι η ελπίδα μου μεγαλώνει. Μου μαθαίνετε, τέλος, πως αυτός ο γοητευτικός και πολύχρωμος κόσμος ξεκινάει απ’ το άτομο κι αυτό απ’ το ηλεκτρόνιο. Όλα αυτά είναι πολύ ωραία και περιμένω να συνεχίσετε. Εσείς όμως μου μιλάτε για ένα αόρατο πλανητικό σύστημα όπου τα ηλεκτρόνια περιστρέφονται γύρω από έναν πυρήνα. Μου εξηγείτε σ’ αυτό τον κόσμο με μια εικόνα.

Αναγνωρίζω τότε πως φτάσατε στο σημείο να κάνετε ποίηση: Δε θα μάθω ποτέ. Προτού προλάβω να μάθω την προέλευσή μου αλλάζετε θεωρία. Έτσι, η επιστήμη που ήταν υποχρεωμένη να μου μάθει τα πάντα καταλήγει στην υπόθεση, η σαφήνεια βυθίζεται στην αλληγορία, η αβεβαιότητα αναλύεται σ’ έργο τέχνης. Για ποιο λόγο τόσες προσπάθειες; Οι απαλές γραμμές των λόφων και το χέρι της νύχτας πάνω σ’ αυτήν τη βασανισμένη καρδιά μου μαθαίνουν πιο πολλά. Ξαναγυρίζω εκεί που βρισκόμουν στην αρχή”

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 24 Σεπτεμβρίου 2023
Ο Σωκράτης, η φωτεινή μορφή της κλασικής ελληνικής φιλοσοφίας, κληροδότησε στους μεταγενέστερους μια βαθιά και διαρκή φιλοσοφική κληρονομιά. Η φιλοσοφία του, που συμπυκνώνεται σε μια πληθώρα διαλόγων που συνέγραψε κυρίως ο μαθητής του Πλάτωνας, υπερβαίνει τα χρονικά όρια και συνεχίζει να έχει απήχηση στις πνευματικές και ηθικές αναζητήσεις. Εδώ, σκιαγραφούμε τις βασικές αρχές της σωκρατικής φιλοσοφίας, διαφωτίζοντας τη φιλοσοφική της ουσία.

Ποια ήταν η φιλοσοφία του Σωκράτη; «Υπάρχει μόνο ένα καλό, η γνώση, και ένα κακό, η άγνοια.»

1. Σωκρατική ειρωνεία: Ο Σωκράτης  χρησιμοποιούσε μια μέθοδο διανοητικής ταπεινότητας, γνωστή ως σωκρατική ειρωνεία. Προσποιούνταν την άγνοια για να αποσπάσει τη γνώση από τους συνομιλητές του, καθοδηγώντας τους μέσα από ένα διαλεκτικό ταξίδι αυτογνωσίας. Η μέθοδος αυτή υπογράμμιζε την πεποίθησή του ότι η αληθινή σοφία έγκειται στην αναγνώριση της άγνοιας του καθενός.

2. Η σωκρατική μέθοδος: Κεντρικό στοιχείο της φιλοσοφικής προσέγγισης του Σωκράτη ήταν η σωκρατική μέθοδος -μια αδυσώπητη και διερευνητική μορφή αμφισβήτησης. Συμμετέχοντας σε διαλόγους με τους Αθηναίους συμπολίτες του, προσπαθούσε να ξεδιαλύνει τις υποκείμενες παραδοχές τους, εξετάζοντας εξονυχιστικά τις πεποιθήσεις τους και εξάγοντας τους πυρήνες της αλήθειας που κρύβονταν μέσα τους. Η μέθοδος αυτή, που χαρακτηρίζεται από την αδιάκοπη επιδίωξη της σαφήνειας και της ακρίβειας, στόχευε στην αποκάλυψη καθολικών αληθειών μέσω του λογικού διαλόγου.

3. Καθήκον και ηθική: Ο Σωκράτης πίστευε με θέρμη ότι η αρετή ή η τελειότητα του χαρακτήρα ήταν ο απώτερος στόχος της ανθρώπινης ζωής. Υποστήριζε ότι η αληθινή ευτυχία μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της καλλιέργειας της σοφίας, του θάρρους, της εγκράτειας και της δικαιοσύνης. Ο Σωκράτης υποστήριζε με θέρμη μια ζωή ενδοσκόπησης και ηθικής αυτοβελτίωσης.

4. Γνώρισε τον εαυτό σου: Η περίφημη σωκρατική ρήση “Γνώρισε τον εαυτό σου” συμπυκνώνει την πεποίθησή του ότι η ενδοσκόπηση και η αυτογνωσία ήταν τα θεμελιώδη βήματα προς την ηθική και πνευματική ανάπτυξη. Υποστήριζε ότι με την κατανόηση των περιορισμών και των επιθυμιών του ατόμου, το άτομο θα μπορούσε να προσπαθήσει προς μια πιο ενάρετη ύπαρξη.

5. Ηθική γνώση και άγνοια: Ο Σωκράτης υποστήριζε ακράδαντα ότι η άγνοια ήταν η βασική αιτία των ηθικών αδικημάτων. Πίστευε ότι τα άτομα ενεργούσαν ενάρετα μόνο όταν διέθεταν αληθινή γνώση για το τι ήταν ηθικά σωστό.

6. Ευδαιμονία: Η αντίληψη του Σωκράτη για την ανθρώπινη ευδαιμονία βασιζόταν στην ιδέα ότι μια ενάρετη ζωή, που ζει σύμφωνα με τη λογική και την ηθική, ήταν η απόλυτη πηγή αληθινής ευτυχίας και ολοκλήρωσης. Ο υλικός πλούτος και η εξωτερική επιτυχία ωχριούν μπροστά στην εσωτερική αρμονία που επιτυγχάνεται μέσω της ηθικής ζωής.

7. Δίκη και μαρτύριο: Η αταλάντευτη προσήλωση του Σωκράτη στις φιλοσοφικές του αρχές και η ανυποχώρητη αναζήτηση της αλήθειας οδήγησαν στη δίκη και την επακόλουθη κατάποση του κωνείου του το 399 π.Χ.. Αντί να εγκαταλείψει τις φιλοσοφικές του πεποιθήσεις, επέλεξε τον θάνατο.

8. Πνευματική κληρονομιά: Ο Σωκράτης, παρά το γεγονός ότι δεν άφησε πίσω του κανένα δικό του γραπτό έργο, λειτούργησε ως ο φιλοσοφικός πρόγονος της κλασικής ελληνικής σκέψης. Η έμφαση που έδωσε στην κριτική σκέψη, την εξέταση των παραδοχών και την ηθική ενδοσκόπηση επηρέασε βαθιά τους μεταγενέστερους φιλοσόφους, θέτοντας τα θεμέλια για τη διαρκή παράδοση της σωκρατικής έρευνας

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 22 Σεπτεμβρίου 2023

Είμαστε άνθρωποι πικραμένοι. Μεγαλώσαμε και είμαστε πολύ πικραμένοι
Δεν μας παρηγορεί η υγεία: μιά πλήξη πια, υγιείς εμείς μόνο να την ευχόμαστε στους συνανθρώπους.
Δεν μας παρηγορούν τα χρήματα: έχουμε τόσα που μπορούμε και να τα αγοράσουμε.
Δεν μας παρηγορούν ούτε τα σώματα: μας παραδίδονται αφειδώς γιατί το σφρίγος πάντοτε ποθούσε η σοφία.
Είμαστε άνθρωποι πικραμένοι. Μεγαλώσαμε και είμαστε πολύ πικραμένοι.
Αυτό μονάχα μας παρηγορεί.
«Εγώ κοιτάζω το μέλλον μου»

Σε βλέπω τώρα που γερνάς και είσαι η μόνη εναπομείνασα με τις παλιές εκείνες πούδρες που αντιστέκονται με το κουμ-καν της Τρίτης το κολιέ τα σκουλαρίκια του ’50 και μ ου θυμίζεις τις καλές εποχές που όλοι οι δικοί μας ζούσανκαι ρυθμίζατε το μέλλον μου με τόση ασφάλεια ανυποψίαστη. Σε βλέπω και με πιάνει πανικός να, ότι ζεις κι απ’ ώρα σ’ ώρα ότι ραγίζεις και σου το λέω σα να ’φταιγες εσύ και μου απαντάς διώχνε τις μαύρες σκέψεις όλοι κάποια μέρα άντε σινεμαδάκι να ξεσκάσεις κοίταξε το μέλλον σου. Έλα λοιπόν, φύγε κι εσύ λοιπόν φύγε να μείνω μόνος με το μέλλον μου μια και το μόνο μέλλον μου είναι να γίνουν όλα γύρω παρελθόν.
«Πιάνο βυθού”

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 28 Αυγούστου 2023

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, μπόρεσα να καταλάβω ότι ο συναισθηματικός πόνος και η θλίψη, απλώς με προειδοποιούσαν να μη ζω κόντρα στην αλήθεια μου.
Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε Αυθεντικότητα.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, κατάλαβα σε πόσο δύσκολη θέση ερχόταν κάποιος με το να του επιβάλλω τις επιθυμίες μου, παρότι ήξερα ότι
ούτε ήταν κατάλληλη η στιγμή ούτε ο άνθρωπος ήταν έτοιμος, ακόμα κι αν αυτός ο άνθρωπος ήμουν εγώ.
Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε Αυτοεκτίμηση.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, έπαψα να λαχταρώ μια άλλη ζωή και μπόρεσα να δω ότι τα πάντα γύρω μου με προκαλούσαν να μεγαλώσω.
Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε Ωριμότητα.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, κατάλαβα ότι βρίσκομαι πάντα και σε όλες τις περιστάσεις, την κατάλληλη στιγμή και στο σωστό μέρος και ότι όλα όσα γίνονται είναι σωστά. Από τότε κατάφερα να γαληνέψω.
Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε Αποδοχή.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, έπαψα να στερούμαι τον ελεύθερο χρόνο μου και σταμάτησα να κάνω μεγαλόπνοα σχέδια για το μέλλον.
Σήμερα κάνω μόνο ό,τι με ευχαριστεί και με γεμίζει χαρά, ό,τι αγαπώ και κάνει την καρδιά μου να γελά, με τον δικό μου τρόπο και στους δικούς μου ρυθμούς.
Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε Ειλικρίνεια.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, απελευθερώθηκα από ό,τι δεν ήταν υγιές για μένα. Από φαγητά, άτομα, πράγματα, καταστάσεις και από ό,τι με τραβούσε συνεχώς μακριά από τον ίδιο μου τον εαυτό. Στην αρχή το ονόμαζα “υγιή εγωισμό”.
Αλλά σήμερα ξέρω ότι είναι Αυταγάπη.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, έπαψα να θέλω να έχω πάντα δίκιο. Έτσι έσφαλλα πολύ λιγότερο.
Σήμερα κατάλαβα ότι αυτό το λέμε Απλότητα.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, αρνήθηκα να συνεχίσω να ζω στο παρελθόν και να ανησυχώ για το μέλλον μου. Τώρα ζω περισσότερο τη στιγμή όπου όλα συμβαίνουν.
Έτσι σήμερα, ζω την κάθε μέρα και αυτό το λέω Πληρότητα.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, συνειδητοποίησα ότι η σκέψη μου μπορεί να με κάνει μίζερο και άρρωστο. Όταν όμως επικαλέστηκα τις δυνάμεις της καρδιάς μου, η λογική απέκτησε έναν πολύτιμο σύντροφο.
Αυτή τη σχέση την ονομάζω σήμερα σοφία της καρδιάς.

Δεν υπάρχει λόγος να φοβόμαστε τις αντιπαραθέσεις, τις συγκρούσεις και τα προβλήματα με τον εαυτό μας και τους άλλους γιατί καμιά φορά, ακόμα και τα άστρα εκρήγνυνται και δημιουργούνται νέοι Γαλαξίες.

Σήμερα ξέρω ότι αυτό είναι η ζωή.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 24 Ιουλίου 2023

“ΑΝΕΒΗΚΑΜΕ στα φτερά των χελιδονιών για να κόψουμε
λουλούδια από τον ουρανό.
Δεν έχει ο αγέρας του καλοκαιριού κανένα μυστικό για μας που περπατάμε ξυπόλυτοι στα χόρτα και μιλάμε στα τζιτζίκια τη γλώσσα του ήλιου.
Η φωτιά κάηκε ολόκληρη και γίνηκε πάλι φωτιά.
Φτιάχνουμε λουλουδένια δαχτυλίδια κι αρραβωνιαζόμαστε με τα δέντρα, με τον αέρα, με την πρώτη σιωπή.
Κάθε λιθάρι μας ξέρει όπως εμείς ξέρουμε κάθε αστέρι που κοιμάται στο νερό.
Τα βράδια οι ακακίες περνούν απέξω απ’ τα παράθυρα μας, πηδάνε το ανοιχτό περβάζι μας κι αφήνουν στο ποτήρι ένα κλωνάκι ολάνθιστο.
Φέραμε πάλι στο μεγάλο πράσινο χωράφι τον εύθυμο θεό των αμπελιών, που απ’ τα γένια του στάζουν οι μούστοι, που τα πόδια του μοιάζουν με του τράγου κι όμως το βλέμμα του είναι μαλακό και τρυφερό σαν του Χριστού.

Χτες και προχτές, όλη νύχτα, πασκίζαμε να μετρήσουμε τ’ άστρα.
Και τ’ άστρα είναι τόσα, όση κι η καρδιά μας, κι η καρδιά μας είναι πιο πολύ απ’ τ’ άστρα.
Χτες βράδυ δεν κοιμήθηκαν καθόλου τα παιδιά. Είχανε κλείσει ένα σωρό τζιτζίκια στο κουτί των μολυβιών, και τα τζιτζίκια τραγουδούσαν κάτου απ’ το προσκεφάλι τους ένα τραγούδι που το ξέραν τα παιδιά από πάντα και το ξεχνούσαν με τον ήλιο.
Χρυσά βατράχια κάθονταν στις άκρες των ποδιών χωρίς να βλέπουν στα νερά τη σκιά τους, κι ήτανε σαν αγάλματα μικρά της ερημιάς και της γαλήνης.
Τότε το φεγγάρι σκόνταψε στις ιτιές κι έπεσε στο πυκνό χορτάρι.
Μεγάλο σούσουρο έγινε στα φύλλα.
Τρέξανε τα παιδιά, πήραν στα παχουλά τους χέρια το φεγγάρι κι όλη τη νύχτα παίζανε στον κάμπο.
Τώρα τα χέρια τους είναι χρυσά, τα πόδια τους χρυσά, κι όπου πατούν αφήνουνε κάτι μικρά φεγγάρια στο νοτισμένο χώμα.
Μα, ευτυχώς, οι μεγάλοι δεν ξέρουν πολλά, δεν καλοβλέπουν.
Μονάχα οι μάνες κάτι υποψιάστηκαν.
Γι’ αυτό τα παιδιά κρύβουνε τα χρυσωμένα χέρια τους στις άδειες τσέπες, μην τα μαλώσει η μάνα τους που όλη τη νύχτα παίζανε κρυφά με το φεγγάρι.
Κανένας δεν ξέρει τίποτα για μας όταν μιλάμε σιγά στ’ αυτί μιας πεταλούδας.
Κανένας δεν θυμάται πως μίλησε με την αυγή τότε που τα λουλούδια ξέραν τη φωνή του και τα πουλιά κρατούσανε σημαίες και σάλπιγγες και πέρναγαν σαν μολυβένια στρατιωτάκια στο δρόμο της πρωινής αχτίνας.
Εμείς κάτι θυμόμαστε όταν ανοίγει τα παράθυρα η άνοιξη και τινάζει τα σεντόνια του ύπνου μες στο φως…………..

Τα μεσημέρια που κοιμόνταν οι μεγάλοι, τα παιδιά φεύγαν απ’ τα σπίτια, κυλιόντουσαν στα χόρτα, δαγκώνανε τα φύλλα της
αλυγαριάς κι αγκάλιαζαν τα δέντρα.
Όλο το δάσος μύριζε γυμνή γυναίκα.
Μεγάλες πεταλούδες μαρτυρούσανε τα μυστικά της άνοιξης κι οι σαύρες με τα σμαραγδένια μάτια ολάνοιχτα κρυφάκουγαν περίεργες πίσω απ’ τις πέτρες.
Εμείς δεν βλέπαμε το φράχτη. Παρακαλέσαμε ύστερα τις κάργιες να μην πουν τίποτα της μάνας μας για ότι γίνηκε πίσω απ’ τα δέντρα που στάζαν ρετσίνι.

ΕΙΧΑΜΕ φτιάξει ένα αμάξι με καρυδότσουφλο. Μια κουβαρίστρα βάλαμε για ρόδες. Ζέψαμε δυο μυρμήγκια και φορτώσαμε τριφύλλι.. σε κανέναν μην πεις που πηγαίνουμε.
Ο αντίλαλος του πηγαδιού ακούει κι οι σπηλιές ξαναλέν τη φωνή μας.
Ο ήλιος καίει τις πέτρες κι αχνίζουν κάποιοι καπνοδόχοι αθώρητοι στις άσπρες πολιτείες των χαμομηλιών.
Οι σουσουράδες πήρανε τα ψάθινα καπέλα μας και τα φορέσαν.
Τώρα καθισμένες απάνου στο ψηλό μπαλκόνι της μουριάς μας κοροϊδεύουν. Κι εμείς κοροϊδεύουμε τις σουσουράδες
………………………………………………….Απόσπασμα