Διαβάσαμε

«Ας μου επιτραπεί, παρακαλώ, να μιλήσω στο όνομα της φωτεινότητας και της διαφάνειας. Επειδή οι ιδιότητες αυτές είναι που καθορίσανε τον χώρο μέσα στον οποίο μου ετάχθη να μεγαλώσω και να ζήσω. Και αυτές είναι που ένιωσα, σιγά-σιγά, να ταυτίζονται μέσα μου με την ανάγκη να εκφρασθώ.

Είναι σωστό να προσκομίζει κανείς στην τέχνη αυτά που του υπαγορεύουν η προσωπική του εμπειρία και οι αρετές της γλώσσας του. Πολύ περισσότερο όταν οι καιροί είναι σκοτεινοί και αυτό που του υπαγορεύουν είναι μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ορατότητα.

Δεν μιλώ για τη φυσική ικανότητα να συλλαμβάνει κανείς τ’ αντικείμενα σ’ όλες τους τις λεπτομέρειες, αλλά για τη μεταφορική, να κρατά την ουσία τους και να τα οδηγεί σε μια καθαρότητα τέτοια που να υποδηλώνει συνάμα την μεταφυσική τους σημασιολογία……..

Πού λοιπόν βρίσκεται σε έσχατη ανάλυση η αλήθεια; Στην φθορά και στον θάνατο που διαπιστώνουμε κάθε μέρα γύρω μας ή στη ροπή που μας ωθεί να πιστεύουμε

Είναι φρόνιμο ν’ αποφεύγουμε τις μεγαλεπήβολες εκφράσεις, το ξέρω. Οι κατά καιρούς κοσμολογικές θεωρίες τις χρησιμοποίησαν, ήρθαν σε σύγκρουση, ακμάσανε, πέρασαν.

Η ουσία όμως έμεινε, μένει. Και η ποίηση, που εγείρεται στο σημείον όπου ο ορθολογισμός καταθέτει τα όπλα του για να τ’ αναλάβει εκείνη και να προχωρήσει μέσα στην απαγορευμένη ζώνη, ελέγχεται να είναι ίσια-ίσια εκείνη που προσβάλλεται λιγότερο από τη φθορά. Διασώζει σε καθαρή μορφή τα μόνιμα, τα βιώσιμα στοιχεία που καταντούν δυσδιάκριτα μέσα στο σκότος της συνείδησης όπως τα φύκια μέσα στους βυθούς των θαλασσών.

Να γιατί μας χρειάζεται η διαφάνεια. Για να διακρίνουμε τους κόμπους στο νήμα που μέσ’ από τους αιώνες τεντώνεται και μας βοηθεί να σταθούμε όρθιοι πάνω σ’ αυτή τη γη……..

Λέμε, και το διαπιστώνουμε κάθε μέρα, ότι ζούμε σ’ ένα χάος ηθικό. Κι αυτό, τη στιγμή που ποτέ άλλοτε η κατανομή των στοιχείων της υλικής μας ύπαρξης δεν έγινε με τόσο σύστημα, τόση στρατιωτική θα έλεγα τάξη, τόσον αδυσώπητο έλεγχο.

Η αντίφαση είναι διδακτική. Όταν σε δύο σκέλη το ένα υπερτροφεί, το άλλο ατροφεί. Μια αξιέπαινη ροπή να συνενωθούν σε ενιαία μονάδα οι λαοί της Ευρώπης, προσκόπτει σήμερα στην αδυναμία να συμπέσουν τα ατροφικά και τα υπερτροφικά σκέλη του πολιτισμού μας. Οι αξίες μας, ούτε αυτές δεν αποτελούν μια γλώσσα κοινή…..

Δεν αρκεί να ονειροπολούμε με τους στίχους. Είναι λίγο.

Δεν αρκεί να πολιτικολογούμε. Είναι πολύ.

Κατά βάθος ο υλικός κόσμος είναι απλώς ένας σωρός από υλικά. Θα εξαρτηθεί από το αν είμαστε καλοί ή κακοί αρχιτέκτονες το τελικό αποτέλεσμα. Ο Παράδεισος ή η Κόλαση που θα χτίσουμε.

Εάν η ποίηση παρέχει μια διαβεβαίωση και δη στους καιρούς τους dürftiger, είναι ακριβώς αυτή: ότι η μοίρα μας παρ’ όλ’ αυτά βρίσκεται στα χέρια μας»

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 28 Σεπτεμβρίου 2024

Ευτυχία; Τι είναι αυτό; Στιγμές; Μια ζωή;

Νομίζω ευτυχία είναι μονάχα και το γεγονός πως μου δίνεται η ευκαιρία να συλλογιστώ το νόημα αυτής της λέξης.

“Η λέξη ευτυχία είναι σύνθετη από τις λέξεις ευ και τύχη, δηλαδή σημαίνει καλή τύχη, η οποία οδηγεί στην ευδαιμονία και στη μακαριότητα”.

Ευτυχία είναι να κάθεσαι στη φωτιά με τους παππούδες σου και να ακούς παλιές ιστορίες.

Ευτυχία είναι ένα χαμόγελο.

Ευτυχία είναι μια αγκαλιά.

Ευτυχία είναι ένα απλό χάδι στα μαλλιά.

Ευτυχία είναι το βλέμμα σου, όταν με κοιτάς με τόσο καθαρά μάτια..

Ευτυχία είναι το μοίρασμα.

Ευτυχία είναι να μπορείς να δεις τα αστέρια, άλλοι δεν έχουν το δικαίωμα να σηκώσουν τα μάτια τους στον έναστρο ουρανό.

Ευτυχία είναι να ακούω τον ήχο της φωνής σου, απλά να μου λέει ένα καλημέρα..

Ευτυχία είναι το χασμουρητό ενός μωρού.

Ευτυχία είναι να είναι ελεύθερη η σκέψη να κεντήσει.

Ευτυχία είναι να απολαμβάνεις το γαλανό της θάλασσας.

Ευτυχία είναι να αφήνεσαι.

Ευτυχία είναι να μπορείς να μυρίσεις ένα λουλούδι, ακόμη και αν το έκοψες από το διπλανό σπίτι επειδή εσύ δεν φύτεψες τίποτα στον κήπο σου.

Ευτυχία είναι να μπορείς να ονειρεύεσαι.

Ευτυχία είναι να μπορείς να αγαπάς με όλο σου το είναι.

Τελικά περιλαμβάνει τόσα πολλά η λέξη ευτυχία, μπορώ να γράφω για ώρες.

Σου εύχομαι να την έχεις, και να ξέρεις πραγματικά να την εκτιμάς

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Σεπτεμβρίου 2024

Υπάρχει ακόμη η φωτογραφία μου στο τραπέζι σου;

Ξαναδιαβάζεις πότε πότε τα γράμματά μου;

Το μικρό χωριάτικο σπίτι με την κυρτή ξύλινη στέγη είναι πάντοτε γραφικό όπως τότε;

Χτυπάει ακόμη το κουδούνι του σπιτιού τόσο τσιριχτά και σταματάει μετά πάντοτε τρομαγμένο;…

Γαυγίζει πάντοτε ο Ντάκελ Γιούλιους τόσο βραχνά;

Τ’ απογεύματα είναι όπως τότε τόσο σιωπηλά;

Εξακολουθείς να μην έχεις τηλέφωνο;

Έχεις πάντοτε στο μπαλκόνι εκείνη την αιώρα;

Ακούς ακόμη δίσκους με Σούμπερτ στο παλιό γραμμόφωνο;

Υπάρχουν πάντοτε κύβοι ζάχαρης για το τσάϊ;

Η Ιωάννα λέει πάντοτε «Απαγορεύεται να πατάτε στο γρασίδι του κήπου»;

Η θαλάσσια αύρα φυσά το πρωί πάντοτε τόσο δροσερή;

Χαμογελά την νύχτα η Σελήνη τόσο αμήχανη;

Ψάχνεις ποτέ να με βρεις στον δρόμο; …

Είναι ακόμη η φωτογραφία μου στο τραπέζι σου; Είναι ακόμη η φωτογραφία μου…;

Μα αφού εγώ η ίδια την έσκισα! Και μην πιστέψεις ότι μου λείπει η δικιά σου.

Απλά είναι φορές που θέλει κάποιος να μάθει ένα σωρό πράγματα, όταν είναι μόνος, ολομόναχος…

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Σεπτεμβρίου 2024

Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία

Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα

Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία

Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα

Από παιδί βιαζόμουνα, μα τώρα πάω καλιά μου

Μια τσιμινιέρα με όρισε στον κόσμο και σφυρίζει

Το χέρι σου, που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου για μια στιγμή αν με λύγισε, σήμερα δεν με ορίζει

Βαμμένη. Να σε φέγγει κόκκινο φανάρι

Γιομάτη φύκια και ροδάνθη, αμφίβια Μοίρα

Καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι πρώτη φορά, σε μια σπηλιά, στην Αλταμίρα

Σαλτάρει ο γλάρος το δελφίνι να στραβώσει

Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ που μ’ είδες

Στην άμμο πάνω σ’ είχα ανάστροφα ζαβώσει τη νύχτα που θεμέλιωναν τις Πυραμίδες

Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα

Εδώ κοντά σου, χρόνια ασάλευτος να μένω

ως να μου γίνεις Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Σεπτεμβρίου 2024

Νύχτες φθινοπωρινές
κι είν’ ο νους, που αλαργεύει
κι αναμνήσεις μακρινές,
σ’ άλλες εποχές, γυρεύει.!

Ίσως… φταίει η ψυχή,
που, τη σκέψη ξεσηκώνει,
με σιγόντο, τη βροχή
κι ένα, μόνο χελιδόνι.!

Ψάχνει τόπους μακρινούς,
κάποια της, μικρά κομμάτια
και γαλάζιους ουρανούς,
που καθρέφτιζαν, στα μάτια.!

Ένα αστέρι, θα ρωτήσει,
-σε πελάγη ευτυχίας –
άραγε, θα ταξιδέψει ;;;
ή θα βγει, εκτός πορείας.!

Θέλει, κάποια, να γυρέψει,
μουσκεμένα όνειρα,
από δάκρυα, να γιατρέψει
κι από τα λασπόνερα.!

Το τραγούδι της βροχής,
να ακούσει, απ’ τη στέγη,
‘κείνο, της απαντοχής,
που , τα όνειρα διαλέγει.!

Κι όταν, ο δραπέτης νους,
πεθυμιές, μνήμες, γιατρέψει,
ουρανούς εαρινούς,
χορτασμένος, θα γυρέψει.!

Αν ο νους, δεν ταξιδεύει
κι αν, όπου ποθεί, δέ φτάνει
κι αν, αγάπη, δεν ξοδεύει,

είναι…σαν να ‘χει πεθάνει…

Από την Παρασκευή Μπαρδάνη

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 1 Σεπτεμβρίου 2024

Σοῦ εἶπα:
– Λύγισα.
Καὶ εἶπες:
– Μὴ θλίβεσαι.
Ἀπογοητεύσου ἥσυχα.
Ἤρεμα δέξου νὰ κοιτᾷς
σταματημένο τὸ ρολόι.
Λογικὰ ἀπελπίσου
πῶς δὲν εἶναι ξεκούρδιστο,
ὅτι ἔτσι δουλεύει ὁ δικός σου χρόνος.
Κι ἂν αἴφνης τύχει
νὰ σαλέψει κάποιος λεπτοδείκτης,
μὴ ριψοκινδυνέψεις νὰ χαρεῖς.
Ἡ κίνηση αὐτὴ δὲν θά ῾ναι χρόνος.
Θά ῾ναι κάποιων ἐλπίδων ψευδορκίες.
Κατέβα σοβαρή,
νηφάλια αὐτοεκθρονίσου
ἀπὸ τὰ χίλια σου παράθυρα..
Γιὰ ἕνα μήπως τ᾿ ἄνοιξες.
Κι αὐτοξεχάσου εὔχαρις.
Ὅ,τι εἶχες νὰ πεῖς,
γιὰ τὰ φθινόπωρα, τὰ κύκνεια,
τὶς μνῆμες, ὑδροροὲς τῶν ἐρώτων,
τὴν ἀλληλοκτονία τῶν ὠρῶν,
τῶν ἀγαλμάτων τὴν φερεγγυότητα,
ὅ,τι εἶχες νὰ πεῖς
γι᾿ ἀνθώπους ποὺ σιγὰ-σιγὰ λυγίζουν,
τὸ εἶπες.
καὶ τὴν πείθει
νὰ κουλουριάζεται πνιχτὰ
νὰ τρίβεται σὰ γάτα ἀνεπαίσθητη
πάνω στὸν διαθέσιμο ἀέρα
ποῦ ἀφήνεις προσπερνώντας.

Ἀπόλαυση πολὺ μοναχικότερη
ἀπὸ τὴ στέρησή της.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 31 Αυγούστου 2024

Kópakonan:
Ένα άγαλμα της Γυναίκας Φώκιας βρίσκεται στο Mikladagur, στο νησί Kalsoy. Είναι κατασκευασμένο από μπρούτζο και ανοξείδωτο ατσάλι. Το άγαλμα έχει σχεδιαστεί για να αντέχει σε κύματα 13 μέτρων. Στις αρχές του 2015, ένα κύμα 11,5 μέτρων σάρωσε το άγαλμα. Έμεινε σταθερό και δεν προκλήθηκε καμία ζημιά.
Ο θρύλος της Κοπακόναν (η Γυναίκα Φώκια) είναι ένα από τα πιο γνωστά λαϊκά παραμύθια στις Φερόες Νήσους. Οι φώκιες πιστεύεται ότι ήταν πρώην άνθρωποι που αναζητούσαν εθελοντικά τον θάνατο στον ωκεανό. Μια φορά το χρόνο, τη δέκατη τρίτη νύχτα, τους επιτρεπόταν να έρθουν στη στεριά, να γδυθούν και να διασκεδάσουν ως άνθρωποι, χορεύοντας και διασκεδάζοντας.
Ένας νεαρός αγρότης από το χωριό Mikladalur στο βόρειο νησί Kalsoy, αναρωτιέται αν αυτή η ιστορία είναι αληθινή, πήγε και ξάπλωσε στην παραλία ένα δέκατο τρίτο βράδυ. Παρακολουθούσε και είδε τις φώκιες να φτάνουν σε μεγάλο αριθμό, κολυμπούν προς την ακτή. Ανέβηκαν στην παραλία, πέταξαν το δέρμα τους και τα έβαλαν προσεκτικά στα βράχια. Εκχωρημένοι από το δέρμα τους, έμοιαζαν με φυσιολογικούς ανθρώπους. Το νεαρό παλικάρι κοίταξε ένα όμορφο κορίτσι φώκιας τοποθετώντας το δέρμα της κοντά στο σημείο όπου κρυβόταν, και όταν άρχισε ο χορός, ήρθε κρυφά και το έκλεψε.
Ο χορός και τα παιχνίδια κράτησαν όλη τη νύχτα, αλλά μόλις ο ήλιος άρχισε να λάμπει πάνω από τον ορίζοντα, όλες οι φώκιες ήρθαν να πάρουν το δέρμα τους για να επιστρέψουν στη θάλασσα. Το κορίτσι της φώκιας ήταν πολύ αναστατωμένο όταν δεν μπορούσε να βρει το δέρμα της, και τότε ο άντρας εμφανίστηκε να το κρατάει, αλλά δεν της το έδινε πίσω, παρά τις απελπισμένες παρακλήσεις της, οπότε ήταν υποχρεωμένη να πάει μαζί του…
Την κράτησε μαζί του για πολλά χρόνια ως γυναίκα του, και αυτή του γέννησε αρκετά παιδιά, αλλά έπρεπε πάντα να βεβαιώνεται ότι δεν είχε πρόσβαση στο δέρμα της. Το κρατούσε κλειδωμένο σε ένα μπαούλο στο οποίο μόνο αυτός είχε το κλειδί, ένα κλειδί το οποίο κρατούσε συνέχεια σε αλυσίδα δεμένη στη ζώνη του.
Μια μέρα, ενώ ήταν έξω στη θάλασσα για ψάρεμα με τους συντρόφους του, συνειδητοποίησε ότι είχε αφήσει το κλειδί στο σπίτι. Ανακοίνωσε στους συντρόφους του, «Σήμερα θα χάσω τη γυναίκα μου! ’ – και εξήγησε τι είχε συμβεί. Οι άνδρες τράβηξαν τα δίχτυα και τις γραμμές τους και γύρισαν πίσω στην ακτή όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, αλλά όταν έφτασαν στη φάρμα, βρήκαν τα παιδιά ολομόναχα και τη μητέρα τους να λείπει. Ο πατέρας τους ήξερε ότι δεν θα επέστρεφε, καθώς είχε σβήσει τη φωτιά και είχε βάλει στην άκρη όλα τα μαχαίρια, έτσι ώστε τα μικρά να μην μπορούν να κάνουν κακό στους εαυτούς τους αφού είχε φύγει.
Πράγματι, μόλις είχε φτάσει στην ακτή, είχε φορέσει το δέρμα της φώκιας και βούτηξε στο νερό, όπου δίπλα της εμφανίστηκε μια αρσενική φώκια που την αγαπούσε χρόνια πριν και ακόμα την περίμενε. Όταν τα παιδιά της, αυτά που είχε με τον άντρα Mikladalur, αργότερα κατέβηκαν στην παραλία, μια φώκια εμφανιζόταν και κοίταζε προς την ακτή· οι άνθρωποι φυσικά πίστευαν ότι ήταν η μητέρα των παιδιών. Και έτσι πέρασαν τα χρόνια.
Τότε μια μέρα συνέβη οι άνδρες του Mikladalur σχεδίαζαν να κυνηγήσουν φώκιες … Τη νύχτα πριν την αναχώρησή τους, η σύζυγος φώκια του άνδρα εμφανίστηκε στο όνειρο του και του είπε ότι αν πήγαινε για κυνήγι φώκιας στη σπηλιά, θα έπρεπε να σιγουρευτεί ότι δεν σκότωσε τη μεγάλη φώκια που θα ήταν ξαπλωμένη στην είσοδο, για αυτή ήταν ο άντρας της.
Αλλά αυτός δεν άκουσε το μήνυμα στο όνειρο. Μπήκε με τους άλλους στο κυνήγι, και σκότωσαν όλες τις φώκιες …
Το βράδυ, εμφανίστηκε η γυναίκα του φώκια και φώναξε την κατάρα: «Εδώ κείτεται το κεφάλι του συζύγου μου με τα πλατιά ρουθούνια του, το χέρι του Hárek και το πόδι του Fredrik! Τώρα θα υπάρξει εκδίκηση, εκδίκηση για τους άνδρες του Mikladalur, και κάποιοι θα πεθάνουν στη θάλασσα και άλλοι θα πέσουν από τις κορυφές των βουνών, μέχρι να υπάρξουν τόσοι νεκροί που μπορούν να ενώσουν τα χέρια γύρω από τις ακτές του νησιού Kalsoy! »
Όταν είπε αυτά τα λόγια, εξαφανίστηκε και δεν την ξαναείδαν ποτέ. Μέχρι σήμερα, , συμβαίνει κατά καιρούς άνδρες από το χωριό να πνίγονται στη θάλασσα ή να πέφτουν από τις κορυφές των βράχων· .

Ένα ενδιαφέρον πείραμα για τις δυνατότητες των προγραμμάτων γενετικής νοημοσύνης που έχουν εισβάλει στη ζωή μας θα πραγματοποιηθεί στη Θεσσαλονίκη, την Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου.

Τι είδους παραμύθι θα έγραφαν μαζί ένας άνθρωπος και ένα γλωσσικό μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης; Το ιδιαίτερο αυτό live πείραμα «πλεξίματος» παραμυθιού, με διπλή -ανθρώπινη και ψηφιακή- ταυτότητα θα λάβει χώρα μεταξύ του «παραμυθομουσικοδημιουργού» Δημήτρη Μπασλάμ και του μεγάλου γλωσσικού μοντέλου ChatGPT. Με το συγκεκριμένο πείραμα θα κλείσει και η διαδραστική έκθεση ρομποτικής Robotology Interactive II, που θα διαρκέσει από τις 5 έως τις 8 Σεπτεμβρίου και θα φιλοξενείται στους χώρους της εταιρείας Robotixlab, στη Λεωφόρο Γεωργικής Σχολής.

Εκεί, στον 2ο όροφο του κτηρίου «Phoenix», τα ηλεκτρονικά κυκλώματα έχουν τον πρώτο λόγο: κατά τη διάρκεια της έκθεσης, ένας ρομποτικός ελέφαντας «τσέπης» θα βρυχάται και θα βηματίζει στο τραπέζι, δίπλα σε ένα κουτάβι με κυκλώματα, έναν μάλλον …επιθετικό και υπερμεγέθη ηλεκτρονικό σκορπιό και μια αράχνη με μοτέρ και αισθητήρες. Ο ιδιότυπος αυτός ζωολογικός κήπος, που χωράει πάνω σε ένα μεγάλο τραπέζι, είναι μια μόνο από τις ενότητες της έκθεσης.

Όπως εξήγησε ο μηχανικός ρομποτικής Αντώνης Κάνουρας, ιδρυτής της Robotixlab, μιας εταιρείας που ιδρύθηκε το 2008 στη Θεσσαλονίκη, με στόχο τη διοργάνωση εργαστηρίων και σεμιναρίων για μικρούς εφευρέτες, η φετινή Robotology Interactive II περιλαμβάνει άλλες τέσσερις θεματικές ενότητες: ρομποτική και ΤΝ, βιομηχανικές εφαρμογές και ψηφιακή κατασκευή (εδώ οι επισκέπτες έχουν τη δυνατότητα να δουν μινιατούρες ρομποτικών μηχανημάτων, με έμπνευση, για παράδειγμα, από τις αποθήκες προϊόντων της Amazon), ρομπότ που παράγουν τέχνη (παίζοντας διαφορετικές νότες μουσικής ανάλογα με τα χρώματα που ο/η επισκέπτης τοποθετεί μπροστά τους ή ζωγραφίζοντας με σπειρογράφο) και τεχνολογίες έξυπνου σπιτιού και Ιντερνετ των Πραγμάτων (στον χώρο έχει διαμορφωθεί ένα σαλόνι επίδειξης).

Η έκθεση, τα εκθέματα της οποίας -περίπου τέσσερα ρομποτάκια για καθεμία από τις πέντε ενότητες- παρουσίασε σήμερα σε δημοσιογράφους ο τριτοετής μηχανολόγος μηχανικός Αρσένης Μισιρλής, απευθύνεται σε μικρούς (άνω των έξι ετών) και μεγάλους. Η ξενάγηση θα πραγματοποιείται ανά τακτά χρονικά διαστήματα, σε συγκεκριμένα time slots, τα οποία θα δηλώνονται κατόπιν κράτησης. Σε κάθε time slot θα συμμετέχουν ομάδες οκτώ ατόμων κατ’ ανώτατο, οι οποίοι θα περιηγούνται στην έκθεση συνοδεία ειδικού, που θα εξηγεί και θα απαντά σε ερωτήσεις, παρουσιάζοντας τα ρομποτικά εκθέματα.

Επιπλέον, στο φουαγιέ του χώρου οι επισκέπτες θα μπορούν να διασκεδάσουν με διαδραστικά παιχνίδια παιγνιώδους μάθησης, ανακαλύπτοντας τα μυστικά της τεχνολογίας παίζοντας. Οι σταθμοί παιχνιδιού περιλαμβάνουν βιντεοπαιχνίδια με ρομπότ που τα χειρίζεσαι με κινήσεις του σώματος, ρομποτικό ποδοσφαιράκι, ρομποτικό παιχνίδι που παίζεται …χοροπηδώντας και ένας διαδραστικός τετράπτυχος πίνακας, που παράγει ήχους όταν τον αγγίζεις, ενεργοποιώντας τον με τον ηλεκτρισμό των χεριών σου.

Στο πλαίσιο των παράλληλων εκδηλώσεων της έκθεσης, την Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου στις 8.30 θα πραγματοποιηθεί στον ίδιο χώρο ομιλία του συνιδρυτή της Metatopia, Βύρωνα Χρυσοβέργη, με αντικείμενο το Metaverse. Μετά το τέλος της ομιλίας, οι επισκέπτες θα μπορούν να βιώσουν μια εμπειρία VR/AR (εικονικής/επαυξημένης πραγματικότητας).

Naftemporiki.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 27 Αυγούστου 2024

(Η ιστορια
του Νίκου καββαδια
με τη «Μαρια του λιμανιου»

Μια ομορφη δυναμική γυναίκα που ειχε ενα ξενώνα καπηλιο στο ενετικό λιμάνι του ηρακλειου
οπου διέμενε ο ποιητής όταν τύχαινε να κατέβει

Αυτό το Τραγουδι το έγραψα μεσα στον «καπηλιο»
που τώρα είναι ταβέρνα.

Ο Γλάρος ήρθε την αυγή
και χτύπησε
την πόρτα
δεν ηταν οπως πρωτα
που ηθελε τροφη

περιμενε ακίνητος
με θολωμένο βλεμμα
Κάτι κακό προμήνυμα
Ειχε στη σιωπη

Εβυθησε τη σκεψη της στης θάλασσας
τον πάτο
κάποιο κακό μαντάτο
ήθελε να της πει

Ο ποιητής της θάλασσας παει μακρυ ταξίδι
«στων οριζόντων
την γραμμή
εκείνη τη θολή»

Εκλείδωσε το καπηλειό και πήγε στο λιμάνι
τον πόνο να γλυκάνει
μες τη ψιλη βροχη

και άρχισε τα αναφιλητά στο ραγισμενο αγέρα
αυτη τη μαυρη μερα
Που άλλαζε εποχη

ο ερωντας αλλη μια φορα εγραφε ιστορια
του λιμανιου Η Μαρια θρηνει
τον ποιητη

Λουδοβίκος των Ανωγείων
30 Σεπτεμβρίου 2021

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 12 Αυγούστου 2024

Η Παναγιά το πέλαγο
κρατούσε στην ποδιά της
Τη Σίκινο την Αμοργό
και τ’ άλλα τα παιδιά της

Από την άκρη του καιρού
και πίσω απ’ τους χειμώνες
Άκουγα σφύριζε η μπουρού
κι έβγαιναν οι Γοργόνες

Κι εγώ μέσα στους αχινούς
στις γούβες στ’ αρμυρίκια
Σαν τους παλιούς θαλασσινούς
ρωτούσα τα τζιτζίκια:

– Ε σεις τζιτζίκια μου άγγελοι
γεια σας κι η ώρα η καλή
Ο βασιλιάς ο Ήλιος ζει;
κι όλ’ αποκρίνονται μαζί:

– Ζει ζει ζει ζει ζει ζει ζει ζει

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 11 Αυγούστου 2024

(Απεράθου 10-8-2024)

Μια θάλασσα με χρώματα,
σ’ όλες τις αποχρώσεις,
γαλάζιο -μπλε του ουρανού,
λίγο μαβί της Δύσης,
της χαραυγής ροδακινί,
στου ήλιου τα καμώματα,
σου ζωγραφίζω με το νου,
ταξίδι να κινήσεις.
*
Αφροντυμένα ξωτικά,
θα σου χαμογελούν
και γλάροι θα σου τραγουδούν,
τραγούδια, από ‘κείνες
τις ραψωδίες, που γλυκά,
κάθε Οδυσσέα ξεγελούν,
με ‘κείνα τα ερωτικά
καμώματα, οι Σειρήνες.
*
Σκάλες λευκές τα κύματα,
για πλώρη και για πρύμνη,
τα χείλη σου, με τ’ αρμυρό
νερό τους, θα νοτίσω,
τα “σ’ αγαπώ”, με βήματα,
που μέτραγες στη ρύμνη
να θυμηθείς και το στερνό
αντίο, πάρεις πίσω .
*
Κι εκεί στο γλυκοχάραμα,
πάνω στην αμμουδιά,
θα σεργιανίσεις την ψυχή
κι αν άλλη συναντήσεις
κι αν σμίξουν, σαν σε όραμα
κι αγκαλιαστούν, με μια θωρριά,
το κύμα παρακάλεσε,
τα ίχνη τους, μή σβήσει…

Από την Παρασκευή Μπαρδάνη

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 28 Ιουλίου 2024

Μάνος Χατζηδάκις

Θάλασσα πλατιάΣ’ αγαπώ γιατί μου μοιάζεισΘάλασσα βαθιάΜια στιγμή δεν ησυχάζεισΛεσ κι έχεισ καρδιάΤη δικιά μου την μικρούλα την καρδιά
Όνειρα τρελάΠου πετούν στο κύμα πάνωΦτάνουν στην καρδιάΚαι τα νιάτα μασ ξυπνάνεΌνειρα τρελάΚαι οι πόθοι φτερουγίζουν σαν πουλιά
Έχω έναν καημόΠου με τρώει γλυκά και με λιώνειΈχω ένα καημό θα ‘ρθω να στον πωΑδερφή μου εσύ θάλασσα που σ’ αγαπώ
Κύματα πουλιάΣτα ταξίδια σασ που πάτεΤα αλαργινάΤην κρυφή μου λύπη πάρτεΚι απο ‘κει μακριάΝα μου φέρετε κι εμένα τη χαρά
Νίκος Πορτοκάλογλου
Αχ θάλασσα μου σκοτεινήΘάλασσα αγριεμενήΠου θα με βγάλεισ το πρωίΣε ποιά στεριά μου ξένη
Που θα με βγάλεισ το πρωίΣε ποιά στεριά μου ξένηΑχ θάλασσα μου σκοτεινήΘάλασσα αγριεμενή
Τα είχα όλα μια φοράΜα ήθελα παραπάνωΤι να τα κάνω τώρα πιάΑπόψε πού σε απόψε πού σε χάνω
Μέσα στα μαύρα σου νεράΚομμάτια ή ζωή μουΑχ θάλασσα μου εσύ βαθιάΠου κρύβεισ το νησί μου
Αχ θάλασσα μου εσύ βαθιάΠου κρύβεισ το νησί μουΜέσα στα μαύρα σου νεράΚομμάτια ή ζωή μου
Τα είχα όλα μια φοράΜα ήθελα παραπάνωΤι να τα κάνω τώρα πιάΑπόψε πού σε απόψε πού σε χάνω
Απόψε πού σε χάνω
Τα είχα όλα μια φοράΜα ήθελα παραπάνωΤι να τα κάνω τώρα πιάΑπόψε πού σε απόψε πού σε χάνω
Τα είχα όλα μια φοράΜα ήθελα παραπάνωΤι να τα κάνω τώρα πιάΑπόψε πού σε απόψε πού σε χάνω

Στίχοι: Βραχάλη Ελεάννα

Αγκαλιά να με πάρεις θάλασσά μου εσύ
τη μπορώ την αρμύρα και ας είμαι πληγή.
Γίνε δρόμος και μοίρα θάλασσά μου και πες
τι σημαίνουν οι λέξεις αλλά κι οι σιωπές.

Αν με ζητήσει κανείς
δεν υπάρχω εγώ γίναμε ένα να πεις.
Μέσα σου χάθηκα πια
απ’ το λίγο που ζω ας πνιγώ στα βαθιά.
Αν με ζητήσει κανείς
θάλασσα σώσε με κάτι να βρεις να τους πεις.

Μέσα στα κύματά σου να με κρύβεις εδώ
από ψέμα κι ανθρώπους πλημμυρίζω καημό.

Αν με ζητήσει κανείς
δεν υπάρχω εγώ γίναμε ένα να πεις.
Μέσα σου χάθηκα πια
απ’ το λίγο που ζω ας πνιγώ στα βαθιά.
Αν με ζητήσει κανείς
θάλασσα σώσε με κάτι να βρεις να τους πεις

 

Γιάννης Πάριος

Θάλασσα θάλασσα τους θαλασσινούςΘαλασσάκι μουΜη τους θαλασσοδέρνειςΘαλασσάκι μου και φέρε το πουλάκι μου
Θάλασσα κι αλμυρό νερόΝα σε ξεχάσω δεν μπορώΝα σε ξεχάσω δεν μπορώΘάλασσα κι αλμυρό νερό
Ροδόσταμο ροδόσταμο να γίνεσαιΘαλασσάκι μουΤη πλώρη τους να ραίνειςΘαλασσώνουμε για σένα ξημερώνουμε
Θάλασσα κι αλμυρό νερόΝα σε ξεχάσω δεν μπορώΝα σε ξεχάσω δεν μπορώΘάλασσα κι αλμυρό νερό
Θάλασσα θάλασσα που τον έπνιξες ωχ αμάν αμάνΤης κοπελιάς τον άντραΘαλασσώνουμε για σένα ξημερώνουμε
Θάλασσα κι αλμυρό νερόΝα σε ξεχάσω δεν μπορώΝα σε ξεχάσω δεν μπορώΘάλασσα κι αλμυρό νερό
Κι η κοπελιά κι η κοπελιά είναι μικρή ωχ αμάν αμάνΚαι δεν της παν τα μαύραΘαλασσάκι μου και φέρε το πουλάκι μου
Θάλασσα κι αλμυρό νερόΝα σε ξεχάσω δεν μπορώΝα σε ξεχάσω δεν μπορώΘάλασσα κι αλμυρό νερό
Παραδοσιακό ” Θαλασσάκι”
Γίνε πουλί μου θάλασσαΚι εγώ το ακρογιάλιΝα ‘ρχεσαι με τα κύμματαΣτην εδική μου αγκάλη
Αμυγδαλάκι τσάκισαΚαι μέσα σε ζωγράφισα
Ο μισεμόσ είναι καημόσΤο έχε γεια είναι ζάληΚαι το καλώσ ορίσατεΕίναι χαρά μεγάλη
Θάλασσα κι αλμυρό νερόΝα σου κακιώσω δε μπορώ
Σταλαγματιά σταλαγματιάΤο μάρμαρο τρυπιέταιΚι αγάπη που δεν παίρνεταιΔεν πρέπει ν’ αγαπιέται
Θαλασσα θαλασσάκι μουΚαι φέρε το πουλάκι μουΘάλασσα κι αλμυρό νερόΝα σου κακιώσω δε μπορώ
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 20 Ιουλίου 2024

Στη διάρκεια μιας ώρας,
σκόρπισε, ο κατσιφόρας.
*
Όμως, μου ‘καμε τη χάρη
κι ήφερέ με, στο Φανάρι.
*
Απ’ τη κορφή του Φαναριού
σαν κατηφόριζε,
αγγελιαφόρος, τη βροχή
συνήθως, προμηνούσε,
σκάλες, ρύμνες κι ανθρώπους
καταβρόχθιζε,
αερικό κι άκακος γίγαντας,
τη μάνα Γη, Θέα του, προσκυνούσε.
*
Μέσα απ’ τη θαμπάδα του,
τα πάντα , μυθικά
φάνταζαν, μέσ’ τα παιδικά μας
μάτια,
οι άνθρωποι, φιγούρες,
που κινούνταν μαγικά
και τ’ ασπρισμένα σπίτια μας,
μοιάζανε, με τεράστια παλάτια.
*
Κι έβγαινε ο Αλλαντίν με το λυχνάρι,
μέσ’ απ’ τη πάχνη,
στο χαλί πετώντας
κι εμείς, πόση λαχτάρα νιώθαμε
ρωτώντας
το τζίνι, αν θα ζήσουμε,
“τις χίλιες και μία νύχτες”, με φεγγάρι.
*
Εκεί, αντριεύει το θυμητικό,
στις κορυφές των Φαναριών ,
μέσα στον κατσιφόρα,
πέπλο νυφιάτικο,
των άσπιλων ερώτων, εκεινών,
που, δεν λογάριαζαν ποτέ,
πώς θα ξεσπάσει, μπόρα..
4-7-2024
Από την Παρασκευή Μπαρδάνη

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 20 Ιουλίου 2024

Απόσπασμα

Εδώ και μερικά χρόνια, σε ένα μακρύ ταξίδι με το τραίνο, θέλησα να επισκεφτώ την μετακινούμενη πατρίδα, όπου είχα κλειστεί για τρεις μέρες, αιχμάλωτος για τρεις μέρες αυτού του θορύβου σαν από χαλίκια που τα κυλά η θάλασσα, και σηκώθηκα. Διέσχισα, κατά τη μία το πρωί το τραίνο από τη μια άκρη ως την άλλη. Τα βακόν-λι ήταν άδεια. Τα βαγόνια της πρώτης θέσεως ήταν άδεια. Όμως τα βαγόνια της τρίτης στέγαζαν εκατοντάδες Πολωνούς εργάτες, που είχαν απολυθεί από τη Γαλλία και ξαναγύριζαν στην Πολωνία τους. Και πέρναγα τους διαδρόμους, δρασκελώντας ξαπλωμένα σώματα. Στάθηκα να κοιτάξω. Ορθός, κάτω από το φώς, αντίκριζα μέσα σε αυτό το δίχως χωρίσματα βαγόνι, που έμοιαζε με θάλαμο και μύριζε στρατώνα ή κρατητήριο, ένα ολόκληρο λαό ανάκατο, που ταρακουνιόταν από τη ρυθμική κίνηση του τραίνου. Ένα ολόκληρο λαό, βυθισμένο στα κακά του όνειρα, που ξαναγύριζε στη μιζέρια του. Χοντρά ξυρισμένα κεφάλια κυλούσαν πάνω στα σανίδια των πάγκων. Άντρες, γυναίκες, παιδιά, στριφογύριζαν όλοι δεξιά και αριστερά, σαν χτυπημένοι από όλους αυτούς τους θορύβους, όλα αυτά τα τραντάγματα, που τους απειλούσαν στη λησμονιά τους. Δεν είχαν βρει τη φιλοξενία ενός καλού ύπνου. Ένα παιδί θήλαζε μια μάνα, τόσο κουρασμένη, που έμοιαζε σαν να κοιμόταν. Η ζωή μεταδινόταν μέσα στην παραζάλη και την ανακατωσούρα του ταξιδιού. Κοίταζα τον πατέρα. Ένα κεφάλι βαρύ και γυμνό σαν πέτρα. Ένα κορμί διπλωμένο στον άβολο ύπνο, φυλακισμένο στα ρούχα της δουλειάς, φτιαγμένο από καμπούρες και βαθουλώματα. Έμοιαζε με ένα σωρό λάσπη. Έτσι, τη νύχτα, ναυάγια που δεν έχουν πια ανθρώπινο σχήμα κοιμούνται βαριά πάνω στους πάγκους της αγοράς. Και συλλογιόμουν: το πρόβλημα δεν βρίσκεται διόλου σε αυτή τη μιζέρια, σε αυτή τη βρώμια, ούτε σε αυτή την ασχήμια. Όμως αυτός ο ίδιος άντρας και αυτή η ίδια γυναίκα, γνωρίστηκαν μια μέρα και ο άντρας σίγουρα χαμογέλασε στη γυναίκα. Σίγουρα μετά τη δουλειά της έφερε λουλούδια. Συνεσταλμένος και αδέξιος, έτρεμε ίσως μην τον περιφρονήσει. Μα η γυναίκα, από φυσική φιλαρέσκεια, η γυναίκα, σίγουρη για τη χάρη της ευχαριστιόταν ίσως να τον κρατά σε αμφιβολία. Και εκείνος που πια δεν είναι σήμερα παρά μια μηχανή για να σκάβει ή να φτυαρίζει, δοκίμαζε έτσι στην καρδιά του τη γλυκεία αγωνία. Το μυστήριο είναι πού έγιναν αυτοί οι σωροί από λάσπη. Από ποιο τρομερό καλούπι πέρασαν και τους σημάδεψε, όπως η πρέσα το μέταλλο; Ένα γερασμένο ζώο διατηρεί τη χάρη του. Γιατί αυτή η ωραία ανθρώπινη άργιλος έπαθε τέτοια φθορά; Κάθισα αντίκρυ σε ένα ζευγάρι. Ανάμεσα στον άντρα και στην γυναίκα, το παιδί, όσο γινόταν πιο βολικά, είχε χωθεί και κοιμόταν. Γύρισε όμως μέσα στον ύπνο του και το πρόσωπο του μού φανερώθηκε κάτω απ΄το φώς. Ά! Τι εξαίσιο πρόσωπο! Είχε γεννηθεί από αυτό το ζευγάρι, κάτι σαν ένας χρυσός καρπός. Από αυτά τα βαριά και άχαρα σώματα είχε βγει αυτό το επίτευγμα λεπτότητας και χάρης. Έσκυψα πάνω από αυτό το λείο μέτωπο, από αυτά τα γλυκά σουφρωμένα χείλη και είπα μέσα μου: να ένα πρόσωπο μουσικού, να το παιδί Μότσαρτ, να μια ωραία υπόσχεση της ζωής. Οι μικροί πρίγκιπες των παραμυθιών δεν ήταν αλλιώτικοι. Αν έβρισκε προστασία, στοργή, καλλιέργεια, και τι δε θα μπορούσε να γίνει! Όταν γεννιέται ένα καινούργιο τριαντάφυλλο, στους κήπους, από διασταύρωση, όλοι οι κηπουροί συγκινιούνται. Απομονώνουν το τριαντάφυλλο, το καλλιεργούν, το ευνοούν. Όμως δεν υπάρχει κηπουρός για τους ανθρώπους. Το παιδί Μότσαρτ θα περάσει, μαζί με τους άλλους από την πρέσα. Ο Μότσαρτ θα βρει τις πιο ανώτερες χαρές του στη διεφθαρμένη μουσική, μέσα στη βρωμιά των καφενείων. Ο Μότσαρτ είναι καταδικασμένος. Και ξαναγύρισα στο βαγόνι μου. Μέσα μου έλεγα: αυτοί οι άνθρωποι δεν υποφέρουν καθόλου από την κατάντια τους. Και δεν είναι ο οίκτος που με βασανίζει. Το θέμα δεν είναι να συγκινείσαι για μια πληγή που ποτέ δεν κλείνει. Αυτοί που την έχουν δεν την νοιώθουν. Εκείνο που τραυματίζεται εδώ, που βλάπτεται, είναι το ανθρώπινο είδος και όχι το άτομο. Δεν πιστεύω καθόλου στον οίκτο. Αυτό που με βασανίζει είναι η άποψη του κηπουρού. Αυτό που με βασανίζει δεν είναι τούτη η αθλιότητα, όπου στο κάτω- κάτω βολεύεται κανείς, το ίδιο καλά, όπως και στην τεμπελιά. Γενιές και γενιές ανατολίτες ζούνε μέσα στην λίγδα και τους αρέσει. Αυτό που με βασανίζει δεν το θεραπεύουν τα λαϊκά συσσίτια. Αυτό που βασανίζει δεν είναι ούτε οι καμπούρες και τα βαθουλώματα στα κορμιά ούτε η ασχήμια. Είναι ο Μότσαρτ που δολοφονείται μέσα στον κάθε άνθρωπο…

Μόνο το Πνεύμα, όταν πνέει στη λάσπη, μπορεί να δημιουργήσει τον Άνθρωπο.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 20 Ιουλίου 2024

Α, υπέροχες νύχτες του Ιουλίου με τα μαντολίνα των τζιτζικιών και των γρύλων – έλεγε, – το φωταγωγημένο βαποράκι της κωλοφωτιάς, αγκυροβολημένο στο παλιό τζάκι της καλύβας,η καλύβα στα καλάμια της ακροποταμιάς –δε σου ζητούν αποδείξεις, οι φλέβες του νερού κάτω απ’ το χώμα δίχως ερώτηση,  υπάρχουμε, μεγάλοι κύκλοι δροσιάς στην πυρωμένη έκταση της θερινής νύχτας, τ’ αλώνια με τα άλογα μετέωρα, οι θεριστάδες κοιμισμένοι στις θημωνιές, τα κορίτσια ξύπνια, η αψάδα του αμπελιού γλείφοντας τη γλώσσα της, το σκυλί του κυνηγού κοιτάζοντας το φεγγάρι.