Διαβάσαμε

Μαρία Ανδρεάδου στις 6 Μαΐου 2015
«ΑΠΟ ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΕΠΕΤΡΕΨΑ ΣΤΑ ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΜΟΥ, τα οποία επί μακρόν ήταν εγκλωβισμένα μέσα μου, να εκφραστούν και κατάφερα να τα νιώσω, απελευθερωνόμουν ολοένα και περισσότερο από το παρελθόν μου. Τα αληθινά συναισθήματα δεν αποβάλλονται δια της βίας… Προσπαθούσα να φαντασιώνομαι θετικά συναισθήματα και να αγνοώ τα αρνητικά, ώστε να βρίσκομαι σε συμφωνία με την Ηθική, με το σύστημα αξιών που αποδεχόμουν. Ομως, οι προσπάθειές μου ήταν μάταιες…
ΤΟ ΣΩΜΑ ΞΕΡΕΙ ΤΙ ΤΟΥ ΛΕΙΠΕΙ, ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ να ξεχάσει τις στερήσεις, το κενό είναι πάντα παρόν και περιμένει να γεμίσει… Mε έναν καλό, όχι ουδέτερο θεραπευτή μπορεί κανείς να βρει την αλήθεια του. Μπορεί να απαλλαγεί από τα συμπτώματά του, να απελευθερωθεί από την κατάθλιψη και να νιώσει τη χαρά της ζωής. Μπορεί να εξέλθει από την κατάσταση της εξάντλησης και να νιώσει το απόθεμα ενέργειας μέσα του, εφόσον αυτή η ενέργεια δεν θα καταναλώνεται πλέον στην απώθηση της αλήθειας του.
ΔΙΟΤΙ Η ΚΟΥΡΑΣΗ ΠΟΥ ΠΡΟΚΑΛΕΙ Η ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ εμφανίζεται κάθε φορά που καταπιέζουμε τα δυνατά συναισθήματά μας, οπότε υποτιμούμε τις μνήμες του σώματος και δεν τους δίνουμε την πρέπουσα σημασία… Το σώμα γνωρίζει ακριβώς τι μας λείπει, τι χρειαζόμαστε, τι δεν ανεχόμαστε, τι μας προκαλεί αλλεργία.
ΩΣΤΟΣΟ, ΠΟΛΛΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΤΑΦΕΥΓΟΥΝ ΣΤΑ ΦΑΡΜΑΚΑ, στα ναρκωτικά ή στο αλκόολ, που κλείνουν ακόμα περισσότερο τον δρόμο προς την αλήθεια. Γιατί; Μήπως επειδή η αναγνώριση της αλήθειας είναι επώδυνη; Προφανώς! Αυτή η οδύνη όμως είναι προσωρινή και με έναν καλό θεραπευτή υποφερτή…»
«ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΠΟΘΗΣΑ ΕΝΑΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ για τον οποίον προϋπόθεση της ευτυχίας θα ήταν η υπακοή και η άγνοια. Πιστεύω στη δύναμη της αγάπης, κάτι που δεν σημαίνει να είναι κανείς καλός και υπάκουος. Για μένα η αγάπη έχει να κάνει με το να είμαστε πιστοί στον εαυτό μας, την ιστορία μας, τα συναισθήματα και τις ανάγκες μας. Μέσα σε αυτά περικλείεται και η λαχτάρα για γνώση. Προφανώς ο Θεός ήθελε να “κλέψει” από τον Αδάμ και την Εύα αυτή την πίστη στον εαυτό τους».
Αποσπάσματα από το βιβλίο της Άλις Μίλερ, Το σώμα δεν ψεύδεται ποτέ, εκδ. Ροές. [Πηγή: www.doctv.gr]
Η Άλις Μίλερ (1923-2010) σπούδασε στη Βασιλεία (Ελβετία) φιλοσοφία, ψυχολογία και κοινωνιολογία. Μετά τη διδακτορική διατριβή της, εκπαιδεύτηκε στη Ζυρίχη ως ψυχαναλύτρια και, για 20 χρόνια, άσκησε αυτό το επάγγελμα ενώ παράλληλα δίδασκε. Το 1980 αποφάσισε να σταματήσει την ψυχαναλυτική και διδακτική πρακτική και να ασχοληθεί με τη συγγραφή βιβλίων. Δημοσίευσε συνολικά 13 βιβλία (μεταφρασμένα μέχρι σήμερα σε 30 γλώσσες), με τα οποία γνωστοποίησε στο ευρύ κοινό τα αποτελέσματα των ερευνών της όσον αφορά τις αιτίες και τις συνέπειες των τραυμάτων της παιδικής ηλικίας. Όπως έχει πει η ίδια, «Το κύριο θέμα όλων των βιβλίων μου είναι η άρνηση των δεινών που έχουμε υποστεί στην παιδική μας ηλικία. Καθένα από τα βιβλία πραγματεύεται κάποια πτυχή αυτού του φαινομένου και επικεντρώνεται σε ένα συγκεκριμένο ζήτημα». Η Άλις Μίλερ ασχολήθηκε συστηματικά με τους κρυφούς χειρισμούς των γονέων κατά τη διάρκεια της ανατροφής των παιδιών τους, με τις διάφορες στρατηγικές προφύλαξης ενάντια στα τραύματα της παιδικής ηλικίας, με τις συνέπειες της απώθησης αυτών των τραυμάτων σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο και, τέλος, με τις σύγχρονες δυνατότητες ανάλυσης των συνεπειών των παιδικών τραυμάτων. Γι’ αυτές τις έρευνές της η συγγραφέας κέρδισε τη διεθνή αναγνώριση.
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 6 Μαΐου 2015

Εκείνος που δεν άντεξε τ’ αστέρια                                

γνωρίζει τη λεπίδα του κενού και ουρλιάζει.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

 

Το σκάκι

 Έλα να παίξουμε.

Θα σου χαρίσω τη βασίλισσά μου

(Ήταν για μένα μια φορά η αγαπημένη

Τώρα δεν έχω πια αγαπημένη)

Θα σου χαρίσω τους πύργους μου

(Τώρα πια δεν πυροβολώ τους φίλους μου

Έχουν πεθάνει καιρό πριν από μένα)

Κι ο Βασιλιάς αυτός δεν ήτανε ποτέ δικός μου

Κι ύστερα τόσους στρατιώτες τι τους θέλω;

(Τραβάνε μπρος, τυφλοί, χωρίς καν όνειρα)

Όλα, και τ’ άλογά μου θα στα δώσω

Μονάχα ετούτον τον τρελό μου θα κρατήσω

Που ξέρει μόνο σ’ ένα χρώμα να πηγαίνει

Δρασκελώντας τη μια άκρη ως την άλλη

Γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου

Μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά

Αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις.

 

Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα. 

                                                                                       ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

…Κι ήθελε ακόμα πολύ φως να ξημερώσει. Όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα.
                                                                                                       ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

 

  …Πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες.                          

 

Το θέμα είναι τ ώ ρ α τι λες
Καλά φάγαμε καλά ήπιαμε
Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ Μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας Το θέμα είναι τ ώ ρ α τι λες
                                                                                               ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

«Χρειάζονται οι στρατιώτες για να φυλάνε τα σύνορα

Τα σύνορα χρειάζονται για να υπάρχουνε οι στρατιώτες

Τα σύνορα και οι στρατιώτες για να μην    

αφήνουν Να κάνουν τη δουλειά τους

Οι νόμοι του Ήλιου κι η Ποίηση».

                                                                               ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ  ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ,  π.Κ. (προ Κω).

«στρατηγέ τι ζητούσες στη Λάρισα

συ ένας Υδραίος;»

ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ (Μπολιβάρ)

 

«Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος δε θα πάψεις ούτε στιγμή ν’ αγωνίζεσαι για την ειρήνη και το δίκιο.

Θα βγεις στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα ματώσουν απ’ τις φωνές το πρόσωπό σου θα ματώσει απ’ τις σφαίρες –μα ούτε βήμα πίσω.

Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων

κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζεις την αδικία.

Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή».

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

 

 

Όλο μου το τραγούδι ένα δέντρο            

από το αίμα ποτισμένο των φονιάδων

                                                                                                 ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

 

 

 

«Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.»

Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

 

 

 

 

«Φίλε: αν νομίζεις πως δεν ήρθα πάλι αργά,

δείξε μου κάποιο δρόμο

Εσύ που ξέρεις τουλάχιστον πως γυρεύω ένα τίποτα

 για να πιστέψω πολύ και να πεθάνω».

Μανολης Αναγνωστακης

 

 

 

 

 

Άκου λοιπόν: Είτε φταις είτε όχι: Σαν δε μπορείς άλλο να παλέψεις, θα πεθάνεις. Η θέση μας είναι χειρότερη απ’ όσο νόμιζες. Είναι τέτοια που: Αν δεν καταφέρουμε το αδύνατο δεν έχουμε ελπίδα.

Οι εχθροί μας περιμένουν να κουραστούμε. 

Μπερτολντ Μπρεχτ

 

 

 

 

«Σεσημασμένος είμαι. Έχετε τα γραφικά μου αποτυπώματα

μπορείτε να με αναγνωρίσετε, όχι όμως και να με διαβάσετε ούτε να με διαβείτε.  Ποντάρατε στο μαύρο μου και χάσατε

Ποντάρατε στο κόκκινό μου, πάλι χάσατε

κακή ζαριά ήμουνα στα χέρια σας».

                                                                                            ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ, «Έως…» 

 

 

 

Μην αμελήσετε.  

Πάρτε μαζί σας νερό.

Το μέλλον μας έχει πολύ ξηρασία.

                                                                                                           ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΣΤΣΑΡΟΣ

 

 

 

Ἔχω κάτι σπασμένα φτερά.
Δὲν ξέρω κὰν γιατί μας ἦρθε
τὸ καλοκαίρι αὐτό.
Γιὰ ποιὰν ἀνέλπιστη χαρά,
γιὰ ποιὲς ἀγάπες,
γιὰ ποιὸ ταξίδι ὀνειρευτό.
                                                         Κ.Γ. Καρυωτάκης

 

 

 

“Πάμε μαζί κι ας μας λιθοβολούν

Κι ας μας φωνάζουν αεροβάτες

Φίλε μου όσοι δεν ένιωσαν ποτέ με τι

Σίδερο με τι πέτρες τι αίμα τι φωτιά

Χτίζουμε ονειρευόμαστε και τραγουδάμε!”

                                                                                                           Οδυσσέας Ελύτης.

 

Γυρίζει μόνος

στα χείλη του παντάνασσα σιωπή

συνέχεια των πουλιών τα μαλλιά του.

Ωχρός

με βουλιαγμένα όνειρα κι ανέγγιχτος

νερό τρεχάμενο στα ρείθρα, ωχρός

έλληνας.

Πάντα ο δρόμος μες στα μάτια του

κι η λάμψη απ’ τη φωτιά

που καταλύει

τη νύχτα.

Γυρίζει μόνος

στα χέρια του κλαδί από ελιά

γεμάτος πόνο χάνεται στα δειλινά

αισθάνεται

πως όλα χάθηκαν.

Μην του μιλάτε είναι άνεργος

τα χέρια στις τσέπες του

σαν δυο χειροβομβίδες.

Μην του μιλάτε, δε μιλούν στους καθρέφτες.

Άνθη της λεμονιάς

λουλούδια του ανέμου

στεφάνωσέ τον Άνοιξη

τον κλώθει ο θάνατος.

 

Νίκος Καρούζος Πέντε Ποιήματα Μες Στο Σκοτάδι

 

 

«Κι αυτοί και κείνοι μας πολτοποιήσανε
μας έχουν κάνει –το λαό!–
μια μάζα ευκολομάσητη γλοιώδη
σαν μπάμιες καζανιού».

 

ΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ

 

 

Γέλασε

ο μαύρος κόκορας

όταν του είπαν πως θα τον σφάξουν

όταν όμως ήρθε η ώρα

η κακή του ώρα

έκλαψε ο μαύρος κόκορας

έκλαψε ο μαύρος κόκορας.

 

                                                                        ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ Ο ΜΑΥΡΟΣ ΚΟΚΟΡΑΣ

Εκείνος που δεν άντεξε τ’ αστέρια                                

γνωρίζει τη λεπίδα του κενού και ουρλιάζει.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

 

Ξέφυγα από  τους καρχαρίες

 Και νίκησα τους τίγρεις

 Μ’ έφαγαν όμως

Οι κοριοί.

                                                                                                 Μπέρτολντ Μπρεχτ

Ας μη το κρύβουμε

διψάμε για ουρανό!

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ  

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 26 Απριλίου 2015

…..”Ο.κάθε άνθρωπος επάνω στον πλανήτη είναι ένα από τα θαύματα αυτού του κόσμου. Ο κάθε ένας από μας είναι ένας ήρωας, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Ο καθένας μας έχει τη δυνατότητα για εξαιρετικά κατορθώματα. Το μόνο που χρειάζεται είναι συνεχή μικρά βήματα προς την κατεύθυνση των ονείρων μας. Όπως το Τάζ Μαχάλ, έτσι και μια ζωή ξέχειλη από θαύματα μπορεί να κτιστεί μέρα με τη μέρα, κομμάτι-κομμάτι. Οι μικρές νίκες οδηγούν σε μεγάλες νίκες. Μικρές, προστιθέμενες αλλαγές και βελτιώσεις σαν αυτές που σου πρότεινα θα εδραιώσουν τελικά θετικές συνήθειες. Οι θετικές συνήθειες θα δημιουργήσουν θετικά αποτελέσματα. Και τα θετικά αποτελέσματα θα σε εμπνεύσουν να επιδιώξεις ακόμη μεγαλύτερη προσωπική αλλαγή. Άρχισε να ζεις την κάθε σου μέρα σαν να ήταν η τελευταία σου. Ξεκινώντας από σήμερα, μάθε περισσότερα, γέλα περισσότερο και κάνε αυτό που αληθινά αγαπάς να κάνεις” …..

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 23 Απριλίου 2015

ΑΝΑΡΩΤΙΕΜΑΙ ΜΕΡΙΚΕΣ ΦΟΡΕΣ: ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ που σκέφτομαι καθημερινά πως η ζωή μου είναι μία; Όλοι οι υπόλοιποι το ξεχνούν; Ή πιστεύουν πως θα έχουν κι άλλες, πολλές ζωές, για να κερδίσουν τον χρόνο που σπαταλούν; ΜΟΥΤΡΑ. Ν’ ΑΝΤΙΚΡΙΖΕΙΣ ΤΗ ΖΩΗ ΜΕ ΜΟΥΤΡΑ. Τη μέρα, την κάθε σου μέρα. Να περιμένεις την Παρασκευή που θα φέρει το Σάββατο και την Κυριακή για να ζήσεις. Κι ύστερα να μη φτάνει ούτε κι αυτό, να χρειάζεται να περιμένεις τις διακοπές. Και μετά ούτε κι αυτές να είναι αρκετές. Να περιμένεις μεγάλες στιγμές. Να μην τις επιδιώκεις, να τις περιμένεις. Κι ύστερα να λες πως είσαι άτυχος και πως η ζωή ήταν άδικη μαζί σου. ΚΑΙ ΝΑ ΜΗ ΒΛΕΠΕΙΣ ΠΩΣ ΑΚΡΙΒΩΣ ΔΙΠΛΑ ΣΟΥ συμβαίνουν αληθινές δυστυχίες που η ζωή κλήρωσε σε άλλους ανθρώπους. Σ’ εκείνους που δεν το βάζουν κάτω και αγωνίζονται. Και να μη μαθαίνεις από το μάθημά τους. Και να μη νιώθεις καμία φορά ευλογημένος που μπορείς να χαίρεσαι τρία πράγματα στη ζωή σου, την καλή υγεία, δυο φίλους, μια αγάπη, μια δουλειά, μια δραστηριότητα που σε κάνει να αισθάνεσαι ότι δημιουργείς, ότι έχει λόγο η ύπαρξή σου. ΝΑ ΚΛΑΙΓΕΣΑΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΠΟΛΛΑ. Που κι αν τα είχες, θα ήθελες περισσότερα. Να πιστεύεις ότι τα ξέρεις όλα και να μην ακούς. Να μαζεύεις λύπες και απελπισίες, να ξυπνάς κάθε μέρα ακόμη πιο βαρύς. Λες και ο χρόνος σου είναι απεριόριστος. ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΠΡΟΣΠΑΘΩ ΝΑ ΜΠΩ ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΣΟΥ. Κάθε μέρα αποτυγχάνω. Γιατί αγαπάω εκείνους που αγαπούν τη ζωή. Και που η λύπη τους είναι η δύναμή τους. Που κοιτάζουν με μάτια άδολα και αθώα, ακόμα κι αν πέρασε ο χρόνος αδυσώπητος από πάνω τους. Που γνωρίζουν ότι δεν τα ξέρουν όλα, γιατί δεν μαθαίνονται όλα. Που στύβουν το λίγο και βγάζουν το πολύ. Για τους εαυτούς τους και για όσους αγαπούν. Και δεν κουράζονται να αναζητούν την ομορφιά στην κάθε μέρα, στα χαμόγελα των ανθρώπων, στα χάδια των ζώων, σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, σε μια πολύχρωμη μπουγάδα.

«Όσο κι αν κανείς προσέχει όσο κι αν το κυνηγά πάντα, πάντα θα ‘ναι αργά δεύτερη ζωή δεν έχει». (Από Το Παράπονο, του Οδ. Ελύτη)

[Πηγή: www.doctv.gr]

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 17 Απριλίου 2015

….ΔΥΟ ΦΩΝΕΣ ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΠΑΛΕΥΟΥΝ. O νους: «Γιατί να χανόμαστε κυνηγώντας το αδύνατο;». Μέσα στον ιερό περίβολο των πέντε αιστήσεων χρέος μας ν’ αναγνωρίσουμε τα σύνορα του ανθρώπου. Μα μια άλλη μέσα μου φωνή, ας την πούμε έχτη δύναμη, ας την πούμε καρδιά, αντιστέκεται και φωνάζει: «Όχι! Όχι! Ποτέ μην αναγνωρίσεις τα σύνορα του ανθρώπου! Να σπας τα σύνορα! Ν’ αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα μάτια σου! Να πεθαίνεις και να λες: Θάνατος δεν υπάρχει!» ΔΕ ΖΥΓΙΑΖΩ, ΔΕ ΜΕΤΡΩ, ΔΕ ΒΟΛΕΥΟΜΑΙ! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι. Ρωτώ, ξαναρωτώ χτυπώντας το χάος: Ποιος μας φυτεύει στη γης ετούτη χωρίς να μας ζητήσει την άδεια; Ποιος μας ξεριζώνει από τη γης ετούτη χωρίς να μας ζητήσει την άδεια; ΝΑΙ, ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΓΗΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ, δεν είναι ο άνθρωπος. Έζησε χωρίς αυτά, θα ζήσει χωρίς αυτά. Είναι σπίθες εφήμερες της βίαιης περιστροφής της. ΑΣ ΕΝΩΘΟΥΜΕ, ΑΣ ΠΙΑΣΤΟΥΜΕ ΣΦΙΧΤΑ, ΑΣ ΣΜΙΞΟΥΜΕ ΤΙΣ ΚΑΡΔΙΕΣ ΜΑΣ, ΑΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ, όσο βαστάει ακόμα η θερμοκρασία τούτη της Γης, όσο δεν έρχουνται σεισμοί, κατακλυσμοί, πάγοι, κομήτες να μας εξαφανίσουν, ας δημιουργήσουμε έναν εγκέφαλο και μιαν καρδιά στη Γης, ας δώσουμε ένα νόημα ανθρώπινο στον υπερανθρώπινον αγώνα! Ν’ ΑΓΑΠΑΣ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω. Ν’ αγαπάς τον καθένα ανάλογα με τη συνεισφορά του στον αγώνα. Μη ζητάς φίλους. Να ζητάς συντρόφους! ΝΑ ‘ΣΑΙ ΑΝΗΣΥΧΟΣ, ΑΦΧΑΡΙΣΤΗΤΟΣ, ΑΠΡΟΣΑΡΜΟΣΤΟΣ ΠΑΝΤΑ. Όταν μια συνήθεια καταντήσει βολική, να τη συντρίβεις. Η μεγαλύτερη αμαρτία είναι η ευχαρίστηση. ΠΟΥ ΠΑΜΕ; ΘΑ ΝΙΚΗΣΟΥΜΕ ΠΟΤΕ; Προς τι όλη τούτη η μάχη; Σώπα! Οι πολεμιστές ποτέ δε ρωτούνε! ΣΚΥΒΩ ΚΙ ΑΦΟΥΓΚΡΑΖΟΜΑΙ ΤΗΝ ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΤΟΥΤΗ ΚΡΑΥΓΗ ΣΤΑ ΣΩΘΙΚΑ ΜΟΥ. Αρχίζω και μαντεύω το πρόσωπο του Αρχηγού, ξεκαθαρίζω τη φωνή του, δέχουμαι με χαρά και με τρόμο τις σκληρές εντολές του. Η ΚΡΑΥΓΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΗ ΣΟΥ. Δε μιλάς εσύ, μιλούν αρίφνητοι πρόγονοι με το στόμα σου. ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΛΕΥΤΕΡΟΣ. ΑΟΡΑΤΑ ΜΥΡΙΑΔΕΣ ΧΕΡΙΑ ΚΡΑΤΟΥΝ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΟΥ και τα σαλεύουν. Όταν θυμώνεις, ένας προπάππος αφρίζει στο στόμα σου• όταν αγαπάς, ένας πρόγονος σπηλιώτης μουγκαλιέται• όταν κοιμάσαι, ανοίγουν οι τάφοι μέσα στη μνήμη και γιομώνει βουρκόλακες η κεφαλή σου. ΜΑ ΕΣΥ ΝΑ ΞΕΔΙΑΛΕΓΕΙΣ. Ποιος πρόγονος να γκρεμιστεί πίσω στα τάρταρα του αίματού σου και ποιος ν’ ανηφορίσει πάλι στο φως και στο χώμα. Κάθε σου πράξη αντιχτυπάει σε χιλιάδες μοίρες. Όπως περπατάς, ανοίγεις, δημιουργός την κοίτη όπου θα μπει και θα οδέψει ο ποταμός των απόγονων. ΌΤΑΝ ΦΟΒΑΣΑΙ, Ο ΦΟΒΟΣ ΔΙΑΚΛΑΔΩΝΕΤΑΙ ΣΕ ΑΝΑΡΙΘΜΗΤΕΣ ΓΕΝΕΕΣ  και εξευτελίζεις αναρίθμητες ψυχές μπροστά και πίσω σου. Όταν υψώνεσαι σε μια γενναία πράξη, η ράτσα σου αλάκερη υψώνεται και αντρειεύει. ΚΟΙΤΑΞΕ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ, ΛΥΠΗΣΟΥ ΤΟΥΣ. Κοίταξε τον εαυτό σου ανάμεσα στους ανθρώπους, λυπήσου τον. Μέσα στο θαμπό σούρουπο της ζωής αγγίζουμε ο ένας τον άλλον, ψαχνόμαστε, ρωτούμε, αφουκραζόμαστε, φωνάζουμε βοήθεια! ΤΡΕΧΟΥΜΕ. ΞΕΡΟΥΜΕ ΠΩΣ ΤΡΕΧΟΥΜΕ ΝΑ ΠΕΘΑΝΟΥΜΕ μα δεν μπορούμε να σταματήσουμε. Τρέχουμε. Μια λαμπάδα κρατούμε και τρέχουμε. Το πρόσωπό μας, μια στιγμή, φωτίζεται. Μα βιαστικά παραδίνουμε τη λαμπάδα στο γιο μας κι ευτύς σβήνουμε, κατεβαίνουμε στον Άδη. Η ΚΑΡΔΙΑ ΣΜΙΓΕΙ Ο,ΤΙ Ο ΝΟΥΣ ΧΩΡΙΖΕΙ, ξεπερνάει την παλαίστρα της ανάγκης και μετουσιώνει το πάλεμα σε αγάπη. ΤΙ ΘΑ ΠΕΙ ΕΥΤΥΧΙΑ; Να ζεις όλες τις δυστυχίες. Τι θα πει φως; Να κοιτάς με αθόλωτο μάτι όλα τα σκοτάδια. …..

Μαρία Ανδρεάδου στις 17 Απριλίου 2015

πηγη : http://www.elbi.gr

Κοιμάται πέρα η θάλασσα,
οι φοινικιές
κοιμούνται
και μια βροχούλα γαλανή την αμμουδιά
κεντάει.
Κι εσύ διαβαίνεις μοναχή,
με τα λυτά μαλλιά
σου
κι όλο πατάς στο κέντημα,
κι όλο διαλές
κοχύλια.
Μα τι γυρεύεις;
Βράχηκες;
Ή ψάχνεις το
κοχύλι
που το φυσούν που το φυσούν και βγαίνει η
αγάπη;
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 17 Απριλίου 2015

  Θυμήθηκα
 κάποιο πρωί,που είχα πετύχει
 σ’ένα πεύκο ένα κουκούλι
 πεταλούδας ,τη στιγμή που έσκαζε
 το τσόφλι κι ετοιμάζουνταν η
 μέσα ψυχή να προβάλει.
 Περίμενα,αργούσε κι εγώ
 βιαζόμουν. Έσκυψα τότε απάνω της
 κι άρχισα να τη ζεσταίνω με την
 ανάσα μου.Τη ζέσταινα ανυπόμονα,
 και το θάμα άρχισε να
 ξετυλίγεται μπροστά μου, με
 γοργό ρυθμό. Το τσόφλι άνοιξε
 όλο, η πεταλούδα πρόβαλε. Μα ποτέ
 δε θα ξεχάσω τη φρίκη μου,τα
 φτερά της έμεναν
 σγουρά,αξεδίπλωτα όλο όλο της το
 κορμάκι έτρεμε και μάχουνταν να
 τα ξετυλίξει. Μα δεν μπορούσε,
 μαχόμουν κι εγώ με την ανάσα μου
 να την βοηθήσω.Του κάκου ,είχε
 ανάγκη από υπομονετικό ωρίμασμα
 και ξετύλιγμα μέσα στον ήλιο και
 τώρα πια ήταν αργά. Η πνοή μου
 είχε ζορίσει την πεταλούδα να
 ξεπροβάλει πριν της ώρας,
 ζαρωμένη κι εφταμηνίτικη. Βγήκε
 αμέστωτη,κουνήθηκε απελπισμένη
 και σε λίγο πέθανε στην παλάμη
 μου.Το
 πουπουλένιο κουφάρι αυτό της
 πεταλούδας θαρρώ πως είναι το
 μεγαλύτερο βάρος που έχω στη
 συνείδησή μου. Και να, σήμερα
 κατάλαβα βαθιά..         
                
  Είναι θανάσιμο
 αμάρτημα να βιάζεις τους
 αιώνιους νόμους, έχεις χρέος ν’
 ακολουθείς τον αθάνατο ρυθμό μ’
 εμπιστοσύνη.

Η μικρή
 ετούτη  πεταλούδα, που σκότωσα
 γιατί παραβιάστηκα να την
 αναστήσω,ας ήταν να πετούσε
 πάντα μπροστά μου και να μου
 δείχνει το δρόμο.Κι έτσι μια
 πεταλούδα που πρόωρα πέθανε να
 βοηθήσει μιαν αδερφή της,μιαν
 ανθρώπινη ψυχή,να μη βιάζεται
 και να προφτάσει να ξετυλίξει με
 αργό ρυθμό τις φτερούγες!

Μαρία Ανδρεάδου στις 16 Απριλίου 2015

Κατά τη διάρκεια της Εποχής των Παγετώνων πολλά ζώα πέθαναν λόγω του ψύχους. Βλέποντας αυτό το φαινόμενο, οι σκαντζόχοιροι αποφάσισαν να συγκεντρωθούν όλοι μαζί, κι έτσι μαζεύτηκαν κοντά κοντά να προστατευτούν.

Όμως πλήγωναν ο ένας τον άλλον με τα αγκάθια τους, κι έτσι αποφάσισαν να μείνουν μακριά μεταξύ τους.

Κι άρχισαν πάλι να πεθαίνουν από το κρύο.

Έπρεπε λοιπόν να πάρουν μια απόφαση: ή θα εξαφανιζόντουσαν από τη γη, ή θα αποδέχονταν ο ένας τα αγκάθια του άλλου.

Πολύ σοφά, επέλεξαν να ξαναέρθουν κοντά. Έμαθαν να ζουν με τις μικρές πληγές που προκαλούσε η στενή τους επαφή, γιατί το πιο σημαντικό ήταν η ζεστασιά που λάμβαναν ο ένας από τον άλλο.

Και στο τέλος επέζησαν.

___

Εδω μπορειτε να το δειτε και σε video – animation :

Porcupines and SolidarityJing_Wei_Porcupines_2

 

Το δίλημμα του ακανθόχοιρου πρωτοεμφανίζεται στο έργο του Schopenhauer ‘ Parerga und Paralipomena’ και το 1921 στο ‘Group Psychology and the Analysis of the Ego’ του Freud.

πηγη :  Αντικλείδι , http://antikleidi.wordpress.com

 

 

 

 

 

 

 

Κυριακή Ψαρρού στις 10 Απριλίου 2015
”Ὁ T. S. Eliot ἀποφαίνεται πώς ὁ Ἀπρίλης εἶναι ὁ σκληρότερος μήνας, γιατί φέρνει τίς πασχαλιές μέσα ἀπ΄ τή νεκρή γῆ. Ὁ Σολωμός ἀπεικονίζει ποιητικά τόν Ἀπρίλη νά χορεύει μέ τόν ἔρωτα καί ἡ φύση νά βρίσκει τήν καλή καί τή γλυκειά της ὥρα. Δυό χαρακτηρισμοί ἀντιθετικοί, οἱ ὁποῖοι ἑδράζονται στό ἴδιο βάθρο, τό βάθρο τῆς ἀνθρώπινης τραγωδίας. Τό ὡραῖο γεννιέται ἀπό τή νεκρή φύση, ἀλλά καί τά ἀνθρώπινα δρώμενα. Εἴμαστε ὅλοι τέκνα τοῦ ἐνιαυτοῦ. Ἐπωάζεται ἡ ζωή μας στή θερμοκοιτίδα τοῦ χειμώνα, ἀνθοφορεῖ τήν ἄνοιξη, καρποφορεῖ τό καλοκαίρι καί ἐναποθέτεται σέ νάρθηκα τό φθινόπωρο. Αὐτή εἶναι ἡ λελογισμένη σοφή πορεία, καί ἡ ἀτομική ἀλλά καί ἡ πανανθρώπινη. Ἡ διαίρεση εἶναι καθολική. Λάμπει ἡ ὡραιότητα τῆς ἄνοιξης, ἡ ὁποία ἑστιάζεται στόν Ἀπρίλη. Αὐτή ἡ ὀμορφιά λάμπει, ἀλλά (ἰδού ἡ ἀνθρώπινη τραγωδία) ἡ λάμψη της ἀνεπαίσθητα ὁδεύει πρός τό σκότος. Τό φῶς γεννιέται καί πεθαίνει στό σκοτάδι. Μπορεῖ νά φωτίζει τό φιλιατρό τοῦ πηγαδιοῦ, ἀλλά ἀπορροφᾶται ἀπ΄ τό βυθό του. Ὅ,τι μποροῦμε νά κάνουμε εἶναι νά χαροῦμε, στό μέτρο πού μᾶς δόθηκε, αὐτό τό φῶς καί νά ὑπομείνουμε τή σκληράδα του. Τό φῶς ταυτίζεται μέ τή ζωή.

Πρέπει, λοιπόν, νά εἴμαστε ἐρωτευμένοι μέ τή ζωή. Νά ζοῦμε τήν ὀμορφιά στήν κορύφωσή της, ἀλλά νά ἔχουμε πάντα ἐντός μας τό ἀναπόφευκτό τοῦ θανάτου. Μέ αὐτό τό δεδομένο ὀφείλουμε νά ζοῦμε τή ζωή μας χωρίς νά τήν εὐτελίζουμε. Γεννιέται τό ἐρώτημα: Ζοῦμε τή ζωή μας ἤ τήν εὐτελίζουμε; Ποῦ στοχεύουν οἱ δραστηριότητές μας; Κινούμαστε γύρω ἀπό ἕνα καί μόνο ἄξονα. Νά ἀποκτήσουμε οἰκονομική ὑπερεπάρκεια γιά νά εἴμαστε σέ θέση νά ἀπολαύσουμε ὅσο περισσότερα ἀγαθά μᾶς προσφέρει ἡ καταναλωτική κοινωνία. Μεταχειριζόμαστε κάθε λογῆς μέσα γιά νά πετύχουμε αὐτή τήν ὑπερεπάρκεια. Ἀκολουθώντας τό χρόνο πού τρέχει, εἴμαστε διαρκῶς ἀγχωμένοι. Δέν μᾶς μένει καιρός γιά στάση καί περισυλλογή. Νά δοῦμε τόν ἑαυτό μας, ἀλλά καί νά κοιτάξουμε τά μάτια τῶν ἄλλων ἀνθρώπων. Ἀδιαφοροῦμε γιά ὅσα ὁ ἄνθρωπος δημιούργησε, τήν ἱστορία του δηλαδή. Δέν πεινοῦμε οὔτε διψοῦμε γιά τήν αἰωνιότητα. Ἡ ζωή μας εἶναι λειψή, περιορισμένη στό τώρα. Εἴμαστε ἀδιάφοροι γιά τό πρίν καί ἀποδιώχνουμε τό μετά, τή συνέχεια δηλαδή τοῦ ἑαυτοῦ μας καί συνεκδοχικά τή συνέχεια τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης.

Εἶπα προηγουμένως πώς ὁ Ἀπρίλης εἶναι σκληρός, γιατί μᾶς ὑποχρεώνει νά ἀναμετρηθοῦμε μέ τό θάνατο. Αὐτή τήν ἀναμέτρηση τήν ἀποφεύγει ὁ ἄνθρωπος. Ἀλλά, εἴτε τό θέλουμε εἴτε ὄχι, ὁ θάνατος ὑπάρχει καί ἡ ἀναμέτρηση μ΄ αὐτόν εἶναι ἀναπόφευκτη. Ἡ ζωή μας τροχιοδρομεῖται μέ κατεύθυνση αὐτή τή βεβαιότητα. Μπορεῖ νά χτίζουμε προκλητικά σπίτια γιά νά μείνουμε ἀθάνατοι. Ἔτσι ὅμως δέν ἀθανατίζουμε τή ζωή μας ἀλλά τή στεγάζουμε ὁριστικά καί τελεσίδικα σ΄ αὐτές τίς ἐπίγειες οἰκοδομές. Ὁ Ἀπρίλης εἶναι σκληρός καί ὡραῖος, ἀλλά ταυτοχρόνως μᾶς θέτει μπροστά σ΄ ἕνα ἀδυσώπητο δίλλημα. Ἤ παίρνουμε τήν ὀμορφιά του σάν κορύφωση ζωῆς τελεσίδικης ἤ ὡς σωκρατική ἀλογόμυγα μᾶς κεντρίζει, ἀκριβῶς στήν ὕψιστη στιγμή, πώς ὑπάρχει ἕνα τέλος, τό ὁποῖον ὅμως μπορεῖ νά εἶναι ἡ ἀρχή, ἡ θύρα πού ὁδηγεῖ στήν αἰωνιότητα. Οἱ ἄλλες ἐποχές δέ θέτουν προκλητικά αὐτό τό δίλημμα. Ἔτσι, οὔτε εἶναι τόσο σκληρές οὔτε τόσο ὡραῖες.

agiazoni.gr
Μαρία Ανδρεάδου στις 7 Απριλίου 2015

Ο Βιτγκενστάιν και η Φωτογραφία

Μια ασυνήθιστη έκθεση φωτογραφίας με φιλοσοφικές προεκτάσεις, κάποια από τα εκθέματα και ένα κείμενο του Ρέι Μονκ, βιογράφου και μελετητή του Λούντβιχ Βιτγκενστάιν, όπου αποκωδικοποιείται η φιλοσοφία πίσω από τις φωτογραφίες του φιλόσοφου.

Η φωτογραφική κληρονομιά του Λούντβιχ Βιτγκενστάιν

–της Emma Mustich–

Ο Λούντβιχ Βιτγκενστάιν είναι γνωστός πάνω απ’ όλα για την πρωτοποριακή εργασία του στη φιλοσοφία του 20ούν αιώνα. Υπήρξε όμως και ενθουσιώδης ερασιτέχνης φωτογράφος που άφησε πίσω του δείγματα εξόχως ενδιαφέροντα και αποκαλυπτικά.

Εξήντα χρόνια μετά το θάνατο του αυστριακού στοχαστή, τα Αρχεία Βιτγκενστάιν (που βρίσκονται στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ, όπου ο φιλόσοφος σπούδασε και δίδαξε) συγκέντρωσαν κάποιες από τις καλλιτεχνικές του προσπάθειες, μαζί με άλλες σχετικές φωτογραφίες, για μία έκθεση. Η έκθεση παρουσιάστηκε στο Κέμπριτζ (2011) και στην Atrium Gallery του London School of Economics (2012).

Οι φωτογραφίες έχουν τόσο φιλοσοφική όσο και καλλιτεχνική σημασία. Σε ένα ερμηνευτικό κείμενο που δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα του πανεπιστημίου διαβάζουμε:

Η σύνθετη φωτογραφία (βλ. πρώτη διαφάνεια) θα μπορούσε να πει κανείς ότι σηματοδοτεί την απαρχή της ανάπτυξης των βιτγκενσταϊνικών εννοιών «γλωσσικό παιχνίδι» και «οικογενειακή ομοιότητα». Τα πράγματα που υποτίθεται ότι συνδέονται μέσω απομονωμένων κοινών χαρακτηριστικών στην πραγματικότητα συνδέονται με μυριάδες επικαλυπτόμενες ομοιότητες που υφαίνουν πολύπλοκα δίκτυα, οι δυνατότητες των οποίων αναπαρίστανται στην προκύπτουσα ασάφεια. Ο Βιτγκενστάιν, αργότερα, στην ανάπτυξη αυτής της ιδέας χρησιμοποίησε ως παράδειγμα οικογένειες ανθρώπων, όπου «η σωματοδομή, τα χαρακτηριστικά, το χρώμα των ματιών, το βάδισμα, η ιδιοσυγκρασία, κ.λπ. κ.λπ. επικαλύπτονται και διασταυρώνονται με τον ίδιο [ασαφή] τρόπο».

Το πλήρες ερμηνευτικό κείμενο και περισσότερες πληροφορίες για τις φωτογραφίες του Βιτγκενστάιν βρίσκονται εδώ. Οι φωτογραφίες αναπαράγονται με την άδεια των Αρχείων Βιτγκενστάιν.

Το Πάθος του Βιτγκενστάιν για το «βλέπειν», όχι το «σκέπτεσθαι» 

 

–του Ray Monk*– (15/8/2012)

 

«Το να σκέφτεται κανείς με εικόνες», γράφει κάπου ο Ζίγκμουντ Φρόιντ, «βρίσκεται πιο κοντά σε ασύνειδες διαδικασίες από ό, τι το να σκέφτεται με λέξεις, και πρόκειται αναμφισβήτητα για διαδικασία παλαιότερη από τη δεύτερη, τόσο οντογενετικά όσο και φυλογενετικά.» Υπάρχει, με άλλα λόγια, κάτι αρχέγονο, κάτι θεμελιώδες στο να σκέφτεται κανείς με εικόνες.Ο Φρόιντ και η κατασκευή της εικόνας του

 

Αυτή η θεωρία προκαλεί αποτροπιασμό σε πολλούς φιλοσόφους, κυρίως σε εκείνους που πιστεύουν ότι κάθε σκέψη είναι προτασιακή, ότι το να σκέφτεσαι σημαίνει να χρησιμοποιείς λέξεις. Για μερικούς από τους πιο διακεκριμένους φιλοσόφους στην ιστορία, το να σκέφτεται και το να διατυπώνεις προτάσεις ήταν ουσιαστικά ένα και το αυτό. Ο Μπέρτραντ Ράσελ, μερικές φορές προς μεγάλη του απογοήτευση, ήταν απελπιστικός στη νοερή απεικόνιση και, λίγο-πολύ, αδιάφορος για τις εικαστικές τέχνες. Η διανοητική του ζωή έμοιαζε σχεδόν εξ ολοκλήρου αποτελούμενη από λέξεις, όχι από εικόνες. Όταν ο φίλος του Ρούπερτ Κρόσχεϊ-Ουίλιαμς τον έβαλε κάποτε να κάνει ένα τεστ νοημοσύνης όπου έπρεπε να συνταιριάζει ολοένα και πιο περίπλοκα γεωμετρικά σχήματα, ο Ράσελ τα πήγε πολύ καλά μέχρι ένα ορισμένο σημείο και εξαιρετικά άσχημα μετά από αυτό. «Τι συνέβη;» ρώτησε ο Κρόσχεϊ-Ουίλιαμς. «Δεν είχα ονόματα για τα σχήματα», απάντησε ο Ράσελ.

 

Από αυτή την άποψη, όπως και από πολλές άλλες, ο Λούντβιχ Βιτγκενστάιν ήταν το αντίθετο του Ράσελ. Για τον Βιτγκενστάιν, το να σκέφτεσαι, να κατανοείς, είχε να κάνει, κατά πρώτο και κύριο λόγο, με το να απεικονίζεις. Σε μια συζήτηση με φίλους του, αναφέρθηκε αρκετές φορές στον εαυτό του ως «μαθητής» και «οπαδός» του Φρόιντ, και πολλοί έκτοτε έχουν προβληματιστεί με το τι θα μπορούσε να εννοεί με αυτό. Νομίζω ότι η παρατήρηση του Φρόιντ που παρατίθεται παραπάνω ίσως να είναι το κλειδί εδώ – ίσως η αναφορά του Βιτγκενστάιν στον συμπατριώτη του να οφείλεται στην έμφαση που έδινε ο Φρόιντ στην αρχέγονη διαδικασία τού “σκέπτεσθαι με εικόνες”.

Όπως και ο Φρόιντ, ο Βιτγκενστάιν πήρε πολύ σοβαρά την ιδέα ότι τα όνειρά μας μάς παρέχουν μια σειρά από εικόνες, η ερμηνεία των οποίων θα μπορούσε να αποκαλύψει τις σκέψεις που έχουμε υποβιβαστεί στα ασυνείδητα μέρη του μυαλού μας.Αν η θεωρία του Φρόιντ σχετικά με την ερμηνεία των ονείρων αξίζει κάτι»,«αυτό έγκειται στο ότι δείχνει πόσο πολύπλοκος είναι ο τρόπος που ο ανθρώπινος νους αναπαριστά τα γεγονότα με εικόνες. Τόσο περίπλοκος, τόσο ακανόνιστος είναι ο τρόπος με τον οποίο αυτά αναπαρίστανται που μόλις και μετά βίας μπορούμε να το ονομάσουμε πλέον αυτό αναπαράσταση»

Ήταν θεμελιώδες για τη σκέψη του Βιτγκενστάιν–τόσο στο πρώιμο έργο του Tractatus Logico-Philosophicus[1] όσο και στις μεταγενέστερες Φιλοσοφικές Έρευνες[2]– το ότι αυτά που μπορούμε να δούμε και ως εκ τούτου αυτά που μπορούμε να συλλάβουμε διανοητικά δεν είμαστε σε θέση να τα διατυπώσουμε όλα με λέξεις. Στο Τρακτάτους, αυτό εμφανίζεται ως η διάκριση μεταξύ του τι μπορεί να ειπωθεί και τι πρέπει να δειχθεί. «Για όσα δεν μπορεί να μιλάει κανείς, για αυτά πρέπει να σωπαίνει»[3], λέει η διάσημη τελευταία φράση του βιβλίου, αλλά, όπως κατέστησε σαφές ο Βιτγκενστάιν σε ιδιωτικές συνομιλία και στην αλληλογραφία του, πίστευε ότι τα πράγματα για τα οποία πρέπει να σωπαίνουμε είναι τα πιο σημαντικά. (Σχετικά με το παραπάνω, ο λογικός θετικιστικής Ότο Νόιρατ, απηχώντας τον Βιτγκενστάιν, είχε δηλώσει: «Πρέπει πράγματι να σωπαίνουμε – αλλά όχι για τα πάντα».)

Για να κατανοήσουμε αυτά τα σημαντικά πράγματα [για τα οποία πρέπει να σωπαίνουμε], δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογήσουμε λεκτικά, αλλά να κοιτάξουμε πιο προσεκτικά ό,τι βρίσκεται μπροστά μας. «Μην σκέφτεσαι, κοίτα!»[4] προτρέπει ο Βιτγκενστάιν στις Φιλοσοφικές Έρευνες. Η φιλοσοφική σύγχυση, υποστήριζε, έχει τις ρίζες της όχι στο σχετικά επιφανειακό σκέπτεσθαι που εκφράζεται με λέξεις αλλά σε εκείνη τη βαθύτερη περιοχή που μελετούσε ο Φρόιντ, το εικονογραφικό σκέπτεσθαι που βρίσκεται στο υποσυνείδητο και εκφράζεται μόνο αθέλητα, για παράδειγμα, στα όνειρα, στα ασυναίσθητα σκαριφήματα και στα “φροϋδικά ολισθήματα”. «Μια εικόνα μάς κρατούσε αιχμάλωτους»[5], λέει ο Βιτγκενστάιν στις Έρευνες, και πιστεύει ότι αυτό που πρέπει να κάνει ως φιλόσοφος δεν είναι να αποφαίνεται υπέρ ή κατά της αλήθειας της μίας ή της άλλης πρότασης, αλλά να ερευνά βαθύτερα και να αντικαθιστά μία εικόνα με μία άλλη. Με άλλα λόγια, θεωρεί ότι η δουλειά του είναι να μας κάνει, ή τουλάχιστον να μας δώσει τη δυνατότητα, να δούμε τα πράγματα διαφορετικά.

Η σημασία που ο Βιτγκενστάιν απέδιδε στο βλέπειν αποτυπώθηκε έντονα –σε κατάλληλα οπτική μορφή– στην έκθεση «Βιτγκενστάιν: Φιλοσοφία και Φωτογραφία» που έγινε το 2012 στο London School of Economics (επανάληψη της έκθεσης του είχε γίνει έναν χρόνο νωρίτερα στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ). Στα εκθέματα περιλαμβάνονταν συναρπαστικές φωτογραφίες: επαγγελματικά πορτρέτα της οικογένειας Βιτγκενστάιν (είχε τέσσερις αδελφούς και τις τρεις αδελφές)· φωτογραφίες στα αρχοντικά της οικογένειας στη Βιέννη· φωτογραφίες με θέμα τον ίδιο τον Βιτγκενστάιν σε διάφορες φάσεις: βρέφος, αγοράκι ντυμένο με ναυτική στολή, μαθητής, στρατιώτης και, τέλος, καθηγητής· φωτογραφίες της μοντερνιστικής οικίας στη Βιέννη που σχεδίασε για την αδελφή του Γκρετλ· φωτογραφίες από διακοπές που ο Βιτγκενστάιν τράβηξε με μια φτηνή φωτογραφική μηχανή αγορασμένη σε πολυκατάστημα· σελίδες από το άλμπουμ του που περιείχαν μικρού μεγέθους φωτογραφίες φίλων του και μελών της οικογένειάς του· και μια σειρά από (ειλικρινώς παράξενες) φωτογραφίες που ο Βιτγκενστάιν έβγαλε σε θάλαμο αυτόματων φωτογραφιών – σε αυτές εμφανίζεται να αλλάζει έκφραση και την κατεύθυνση του βλέμματός του σε κάθε λήψη, έτσι που αν τις βάλει κανείς στη σειρά και τις “τρέξει” όπως ορίζει το παιδικό παιχνίδι, θα έχει το κοντινότερο πράγμα που διαθέτουμε σε κινούμενες εικόνες του σπουδαίου φιλόσοφου.

Το πρώτο έκθεμα ήταν το πιο ενδιαφέρον όλης της έκθεσης: μια σύνθεση αποτελούμενη από τέσσερα πορτρέτα: ο Βιτγκενστάιν και οι τρεις αδελφές του (βλ. παραπάνω). Εκ πρώτης όψεως, μοιάζει με τη φωτογραφία ενός και μόνο ατόμου, αν και ακαθόριστου φύλου: είτε ενός θηλυπρεπούς άντρα είτε μιας αντρογυναίκας. Στη συνέχεια, όμως, παρατηρεί κανείς λεπτομέρειες των διαφόρων συστατικών της φωτογραφίας. Γύρω από το λαιμό, για παράδειγμα, βλέπει κανείς μια παράξενη συλλογή από αξεσουάρ: το φουλάρι της Χελένε συνδυάζεται παραδόξως με το κολιέ της Γκρετλ και τον ξεκούμπωτο γιακά του πουκάμισου του Λούντβιχ. Και όμως τα μάτια, η μύτη και το στόμα μοιάζουν σαν να ανήκουν στο ίδιο πρόσωπο, γεγονός που επιτρέπει σε κάποιον να δει άμεσα την πολύ ισχυρή οικογενειακή ομοιότητα ανάμεσα στα τέσσερα αδέλφια.

Η έννοια της «οικογενειακής ομοιότητας» είναι αποφασιστικής σημασίας για τη φιλοσοφία του όψιμου Βιτγκενστάιν. Διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην προσπάθειά του να ανατρέψει την εικόνα που ο ίδιος θεωρεί ως τη ρίζα των περισσοτέρων φιλοσοφικών συγχύσεων, συγκεκριμένα την «αυγουστίνεια εικόνα του νοήματος». Οι Φιλοσοφικές Έρευνες ξεκινούν με ένα απόσπασμα όχι από κάποιο φιλοσοφικό κείμενο, αλλά από μια αυτοβιογραφία: τις Εξομολογήσεις του Αγίου Αυγουστίνου. Εκεί, ο Αυγουστίνος περιγράφει πώς έμαθε να μιλά. «Όταν εκείνοι [οι ενήλικες] ονόμαζαν κάποιο αντικείμενο», γράφει, «αντιλαμβανόμουν ότι το αντικείμενο είχε υποσήμανση τους φθόγγους που πρόφεραν όταν ήθελαν να το καταδείξουν· έτσι, ακούγοντας τις λέξεις να χρησιμοποιούνται κατ’ αυτόν τον τρόπο επανειλημμένως, «σταδιακά έμαθα να καταλαβαίνω ποια πράγματα υποσήμαιναν οι λέξεις».[6]

Αυτό το απόσπασμα, λέει ο Βιτγκενστάιν, μας δίνει «μια ορισμένη εικόνα της ουσίας της ανθρώπινης γλώσσας»[7], μια εικόνα που αναπαριστά το νόημα ως τη σχέση μεταξύ μιας λέξης κι ενός αντικειμένου. Αυτή η εικόνα είναι σχετικά ακίνδυνη, όταν περιοριζόμαστε σε λέξεις όπως “τραπέζι”, “καρέκλα” και ούτω καθεξής, αλλά όταν εφαρμόζεται στις πιο σύνθετες έννοιες που χρησιμοποιούν οι φιλόσοφοι –νους, ψυχή, δικαιοσύνη, αλήθεια, νόημα– οδηγεί σε σύγχυση. Ρωτάμε, «Τι είναι ο νους;» και περιμένουμε η απάντηση να λάβει τη μορφή της αναγνώρισης κάποιου πράγματος στο οποίο αναφέρεται η λέξη “νους”.

Για να ξεπεραστεί αυτό, ο Βιτγκενστάιν προτείνει να αντιλαμβανόμαστε τις λέξεις όχι ως αντιστοιχούσες σε ένα και μόνο αντικείμενο, αλλά σε μια ομάδα αντικειμένων που δεν είναι απαραίτητο να έχουν κάτι κοινό. Αντίθετα, όπως και τα μέλη της ίδιας οικογένειας, θα μπορούσαν να έχουν μια σειρά από ομοιότητες και διαφορές που επικαλύπτονται και διασταυρώνονται με διάφορους περίπλοκους τρόπους. Μερικοί Βιτγκενστάιν (όπως ο Λούντβιχ και τις αδελφές του) μπορεί να έχουν την ίδια μύτη, το ίδιο στόμα, τα ίδια μάτια, αλλά, ας πούμε, διαφορετικά μέτωπα. Δεν χρειάζεται να υπάρχει ένα πράγμα που όλα τα μέλη της οικογένειας να το έχουν κοινό. Ομοίως, δεν χρειάζεται να υπάρχει ένα πράγμα (όποιο κι αν είναι αυτό) κοινό σε όλες οι εμφανίσεις της λέξης «αλήθεια». Σε αυτή την περίπτωση, το φιλοσοφικό έργο τού να ψάχνει κανείς την ουσία της αλήθειας είναι ατελείωτο, όχι γιατί η έννοια είναι βαθιά, αλλά επειδή αποτελεί ένα παράδειγμα των τρόπων με τους οποίους είναι σε θέση μία εικόνα να μας αιχμαλωτίσει.

Κατά συνέπεια, στην καρδιά της φιλοσοφίας του Βιτγκενστάιν βρίσκεται αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «η κατανόηση που συνίσταται στο να “βλέπεις συνδέσεις”». Εδώ το “βλέπειν” εννοείται όχι μεταφορικά, αλλά κυριολεκτικά. Αυτός είναι ο λόγος που, προς το τέλος των Ερευνών, αφιερώνει τόσο πολύ χώρο πραγματευόμενος το φαινόμενο του να βλέπει κανείς διφορούμενες εικόνες, όπως η πάπια-κουνέλι. Όταν “αλλάζουμε την οπτική γωνία” υπό την οποία κοιτάμε την εικόνα, βλέποντας πότε μία πάπια, πότε ένα κουνέλι, τι αλλάζει; Δεν είναι η εικόνα που αλλάζει, αυτή παραμένει η ίδια. Αυτό που αλλάζει δεν είναι το αντικείμενο, αλλά ο τρόπος που το βλέπουμε· το βλέπουμε με διαφορετικό τρόπο, ακριβώς όπως όταν βλέπουμε ένα πρόσωπο διαφορετικά αν “διαβάσουμε”, αρχικά, στην έκφρασή του ευτυχία και, στη συνέχεια, υπεροψία.

10257993_872950692747341_594814882780430346_n

 

«Δεν προσέχεις αρκετά τα πρόσωπα των ανθρώπων», επέπληξε κάποτε ο Βιτγκενστάιν τον φίλο του Μόρις Ντρούρυ. «Είναι ένα ελάττωμα που πρέπει να διορθώσεις». Η μεγάλη αξία της έκθεσης «Βιτγκενστάιν: Φιλοσοφία και Φωτογραφία» ήταν ότι μας έδωσε την ευκαιρία να ακολουθήσουμε τη συμβουλή του.

πηγη : http://dimartblog.com

–επιμέλεια, υποσημειώσεις, μετάφραση για το dim/art: Γιώργος Θεοχάρης–

 

«Μέτρησα τα χρόνια μου και συνειδητοποίησα,

Ότι μου υπολείπεται λιγότερος χρόνος

 

Ζωής απ’ ότι έχω ζήσει έως τώρα….

 

Αισθάνομαι όπως αυτό το παιδάκι που κέρδισε μια σακούλα καραμέλες:

 

Τις πρώτες τις καταβρόχθισε με λαιμαργία αλλά όταν παρατήρησε ότι

 

του απέμεναν

 

λίγες, άρχισε να τις γεύεται με βαθιά απόλαυση.

 

Δεν έχω πια χρόνο για ατέρμονες συγκεντρώσεις όπου συζητούνται ,

 

καταστατικά, νόρμες, διαδικασίες και εσωτερικοί κανονισμοί,

 

γνωρίζοντας ότι δε θα

 

καταλήξει κανείς πουθενά.

 

Δεν έχω πια χρόνο για να ανέχομαι παράλογους ανθρώπους που παρά τη

 

Χρονολογική τους ηλικία, δεν έχουν μεγαλώσει.

 

Δεν έχω πια χρόνο για να λογομαχώ με μετριότητες.

 

Δεν θέλω να βρίσκομαι σε συγκεντρώσεις όπου παρελαύνουν

 

παραφουσκωμένοι εγωισμοί.

 

Δεν ανέχομαι τους χειριστικούς και τους καιροσκόπους.

 

Με ενοχλεί η ζήλια και όσοι προσπαθούν να υποτιμήσουν τους

 

ικανότερους για να οικειοποιηθούν τη θέση τους, το ταλέντο τους και τα

 

επιτεύγματα τους.

 

Μισώ, να είμαι μάρτυρας των ελαττωμάτων που γεννά η μάχη για ένα

 

Μεγαλοπρεπές αξίωμα.

 

Οι άνθρωποι δεν συζητούν πια για το περιεχόμενο… μετά βίας για την

 

Επικεφαλίδα.

 

Ο χρόνος μου είναι λίγος για να συζητώ για τους τίτλους, τις

 

επικεφαλίδες.

 

Θέλω την ουσία, η ψυχή μου βιάζεται…

 

Μου μένουν λίγες καραμέλες στη σακούλα…

 

Θέλω να ζήσω δίπλα σε πρόσωπα με ανθρώπινη υπόσταση.

 

Που μπορούν να γελούν με τα λάθη τους.

 

Που δεν επαίρονται για το θρίαμβό τους.

 

Που δε θεωρούν τον εαυτό τους εκλεκτό, πριν από την ώρα τους.

 

Που δεν αποφεύγουν τις ευθύνες τους.

 

Που υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια

 

Και που το μόνο που επιθυμούν είναι να βαδίζουν μαζί με την αλήθεια

 

και την ειλικρίνεια.

 

Το ουσιώδες είναι αυτό που αξίζει τον κόπο στη ζωή.

 

Θέλω να περιτριγυρίζομαι από πρόσωπα που ξέρουν να αγγίζουν την

 

καρδιά των ανθρώπων….

 

Άνθρωποι τους οποίους τα σκληρά χτυπήματα της ζωής τους δίδαξαν

 

πως μεγαλώνει κανείς με απαλά αγγίγματα στην ψυχή.

 

Ναι, βιάζομαι, αλλά μόνο για να ζήσω με την ένταση που μόνο η

 

ωριμότητα μπορεί να σου χαρίσει.

 

Σκοπεύω να μην πάει χαμένη καμία από τις καραμέλες που μου

 

απομένουν…..

 

Είμαι σίγουρος ότι ορισμένες θα είναι πιο νόστιμες απ΄ όσες έχω ήδη

 

φάει.

 

Σκοπός μου είναι να φτάσω ως το τέλος ικανοποιημένος και σε ειρήνη με

 

τη συνείδησή μου και τους αγαπημένους μου.

 

Εύχομαι και ο δικός σου να είναι ο ίδιος γιατί με κάποιον τρόπο θα

 

φτάσεις κι εσύ….»

 

 

Μαρία Ανδρεάδου στις 4 Απριλίου 2015

«Η συμφορά με βρήκε απροετοίμαστη
Κι ό,τι τα είχα συμφωνήσει με τον εαυτό μου

 

Έφτιαξα σχέδιο εξοντώσεως των τρελών μου ονείρων
Πολέμησα με λύσσα την επιμονή της μνήμης

 

Στραγγάλισα το παραμιλητό του υποσεινήδητου
Προσπέρασα αγέρωχα τη μανία της δίνης που σε παρασύρει στην άβυσσο

 

Έκανα πλαστική στα σημάδια της παραμορφωμένης εφηβείας μου
Κήδεψα μ΄ όλους τους τρόπους το κουφάρι του παίκτη
παρέα με τις νότες του παλιού γνώριμου ήχου

 

Κι έγινε η ζωή μου δρόμος μονής κατευθύνσεως
Ξάφνου όμως μες΄ στην νύχτα με ξύπνησε η καρδιά σου που χτυπούσε.»


 

Τζένη Σκλαβούνου, 2013 / Τζένη Σκλαβούνου. (2009). «Κ» 13+ 1 ποιητικά σχεδιάσματα και επίλογος σε δύο πράξεις. Εκδόσεις – Κέντρο Ευρωπαικών Εκδόσεων Χάρη Πάτση

πηγη : http://animartists.com

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 4 Απριλίου 2015

…Το αγόρι εξακολουθούσε ν’ ακούει την καρδιά του, ενώ προχωρούσαν στην έρημο. Σιγά σιγά έμαθε τις πονηριές και τα κόλπα της, έμαθε να τη δέχεται όπως ήταν. Τότε το αγόρι έπαψε να φοβάται, γιατί ένα απόγευμα η καρδιά του του είπε ότι ήταν ευχαριστημένη.

 

“Μπορεί να διαμαρτύρομαι μερικές φορές”, έλεγε η καρδιά του , “επειδή είμαι μια καρδιά ανθρώπου και οι καρδιές των ανθρώπων είναι έτσι. Φοβούνται να πραγματοποιήσουν τα μεγαλύτερα τους όνειρα επειδή νομίζουν ότι δεν το αξίζουν η ότι δεν θα τα καταφέρουν. Εμείς οι καρδιές πεθαίνουμε από το φόβο μόνο και μόνο που σκεφτόμαστε αγάπες που έφυγαν για πάντα, στιγμές που θα μπορούσαν να είναι καλές και δεν ήταν, θησαυρούς που θα μπορούσαν να είχαν ανακαλυφθεί κ’ όμως έμειναν για πάντα θαμμένοι στην άμμο. Γιατί όταν κάτι τέτοιο συμβαίνει στο τέλος υποφέρουμε πολύ.”

 

-Η καρδιά μου φοβάται τον πόνο, είπε το αγόρι

 

-Πες της ότι ο φόβος του πόνου είναι χειρότερος και από τον ίδιο τον πόνο. Και ότι καμία καρδιά δεν υπέφερε ποτέ όταν ξεκίνησε να αναζητήσει τα όνειρα της, γιατί κάθε στιγμή αναζήτησης είναι μια στιγμή συνάντησης με την αιωνιότητα.”…

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 4 Απριλίου 2015

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ ΜΕ τον σουγιά χαράξαν τον φεγγίτη και μια βραδιά, σαν τα θεριά, σε πήραν απ΄ το σπίτι – Α πα πα πα πα πα! Θεός οΓκάτσος αλλά πολύ αγριεύεσαι, ρε πουλάκι μου. Θες η λιακάδα έξω; Θες ο ήλιος που λάμπει και τα πουλάκια κελαηδούν γλυκά, τσίου τσίου μες στο όζον; Θες που ανήκουμε σε μια γενιά που- με μεγαλειώδη τρόπο- συνδύαζε ανέκαθεν μια χαζοχαρούμενη αφέλεια με ένα στρες μέχρι τα μπούνια;

 

Θες δεν θες, έτσι είχαν τα πράγματα. Παιδικά χρόνια, μέσα στη χούντα τη μαύρη και την άραχλη, μικρά κοριτσάκια πλέκανε μικρά όνειρα με πρωτομαγιάτικες γιρλάντες λουλουδιών. Ενας τεχνικολόρ μικρόκοσμος, κόντρα στον ζόφο των καιρών. Εαρινά μπαλκόνια και βεραντούλες. Στους μπαξέδες και τους ανθισμένους κήπους- σαν άλλοτε «θα στήναμε χορό». Εξω παιάνιζαν τα εμβατήρια. Κόβανε βόλτες των εχθρών τα φουσάτα σαν τον λίβα που καίει τα σπαρτά! Οι συνταγματάρχες αποφάσιζαν και διέταζαν! Ο φόβος ήταν τόσο συμπαγής που τον έκοβες φέτες! Ενα σίχαμα η ζωή μας! Ενα τεράστιο «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» που αναβόσβηνε – ως νέον – μέσα στη βαθύτατη νύχτα αυτού του τόπου.

 

Πρωτομαγιά με τον σουγιά χαράξαν τον φεγγίτη και μια βραδιά, σαν τα θεριά σε πήραν απ΄ το σπίτι Πού το θυμήθηκα ύστερα από τόσα χρόνια; Σαν αναστάσιμη καμπάνα, η δωρική λαλιά της Βίκυς. Ναι, χαρά μου, φυσικά της Μοσχολιού! Υπήρξε άλλη Βίκυ στην Ελλάδα; Σέρνεται ο ήχος της θεάς σαν χαλί κάτω από τα πόδια των αναμνήσεων.

 

Πρωτομαγιά με τον σουγιά… Σε μικρά κοριτσίστικα δωμάτια, κούκλες ασάλευτες άκουγαν τα μυστικά μας. Μουντζουρωμένα τετράδια. Βιβλία με ζωγραφιές στο περιθώριο. Το περιθώριο της σελίδας. Το περιθώριο του αιώνα που περιμέναμε να χτυπήσει το κουδούνι του δεκάλεπτου διαλείμματος. Τα ονόματά μας πλαισιωμένα με μικρές ανόητες καρδούλες. Το αγόρι απέναντι: Του αγοριού απέναντι πείτε του πως το θέλω μεν, ντρέπομαι να του μιλήσω δε…

 

Πρωτομαγιά με τον σουγιά, μαζεύαμε λουλούδια για το στεφάνι. Μιλάμε για μια εποχή που υπήρχαν λουλούδια, υπήρχαν στεφάνια, υπήρχαν εξοχές, υπήρχαν αγροί. Οι συνταγματάρχες δεν είχαν κατορθώσει να ποινικοποιήσουν τη φύση. Αυτό έγινε πολλά χρόνια αργότερα.

 

ΒΑΖΑΜΕ ΤΑ λουλούδια σε μεγάλα καλάθια- τι τρελό φολκλόρ, θυμάμαι, αλήθεια;- και με τη μαμά φτιάχναμε το πρωτομαγιάτικο στεφάνι. Το κρεμάγαμε κι έμενε εκεί μέρες, βδομάδες. (Ακόμα και σήμερα δεν το έχω ψάξει αυτό το έθιμο. Γιατί έπρεπε να μένει τόσες μέρες μετά την Πρωτομαγιά το μαραμένο στεφάνι τούκα προ στην είσοδο;)

 

Πρωτομαγιά με τον σουγιά χαράξαν τον φεγγίτη και μια βραδιά, σαν τα θεριά σε πήραν απ΄ το σπίτι Χρόνια σαν μισοσβησμένη κιμωλία… Απόγευμα Πρωτομαγιάς, τα κορίτσια με τις πλαστικές πασχαλίτσες στα μαλλιά μαζεύονταν στα κοριτσίστικα δωμάτια να μοιραστούν τα «αβυσσαλέα» μυστικά τους. Εκεί, στις παρυφές της δεκαετίας του ΄70, τα παλιά ινδάλματα καλά κρατούν. Η Σίσσυ, η πονεμένη αυτοκράτειρα από τη γενιά της μαμάς. Η Βουγιουκλάκη και ηΚαρέζη. Το προαιώνιο φιλοσοφικό ερώτημα αντιστεκόταν στη φθορά του χρόνου: Αλίκη ή Τζένη;

 

ΟΤΑΝ ΠΑΙΖΑΜΕ κρυφτό, τραγουδούσαμε στη μικρή πλατεία: «Αλίκη Βουγιουκλάκη, Κώστας Κακκαβάς, Τζένη Καρέζη, βγαίνεις και τα φυλάς!». Και στο περίπτερο, ο κυρ Μιχάλης μας έδινε τις σοκολάτες των δυο δραχμών (ναι, μάγκες, υπήρχε ΚΑΙ αυτό το νόμισμα κάποτε). Εσκιζες το ασημόχαρτο και μέσα έβρισκες κάρτες σταρ του σινεμά, ποδοσφαιριστών του συρμού ή την Κρουέλα Ντε Βιλ από τα 101 σκυλιά της Δαλματίας.

 

Πρωτομαγιά με τον σουγιά χαράξαν τον φεγγίτη και μια βραδιά, σαν τα θεριά σε πήραν απ΄ το σπίτι. Τα παλιά. Τα παιδικά. Τα κοριτσάκια που έγιναν γυναίκες. Οι κολλητές που χάθηκαν από τη ζωή μας. Οι φιλενάδες που μοιραστήκαμε μυστικά και ψέματα. Και που αν συναντιόμασταν σήμερα στον δρόμο θα προσπερνούσαμε η μια την άλλη.

 

Γιατί σήμερα αυτή η επωδός; Γιατί σήμερα αυτό το τραγούδι; Ισως, γιατί από εκεί αρχίζουν όλα.

 

Ξεχασμένη παιδική ηλικία. Χαμένο κοριτσίστικο όνειρο. Πρωτομαγιά με τον σουγιά, μου χτύπησες το θυροτηλέφωνο. Εσύ. Που…

 

Νυν και αεί μες στη ζωή σε είχα αραξοβόλι.

 

Από “ΤΑ ΝΕΑ”

Μαρία Ανδρεάδου στις 1 Απριλίου 2015

«Ένστικτο εδαφικότητας» το ονόμασαν. Όταν απειλείται με διείσδυση ένας ζωτικός, ατομικός σου χώρος, εκλύεται πάντα επιθετικότητα. Όσο πιο στριμωγμένος και ασφυκτικός ο χώρος, τόσο μεγαλύτερη η επιθετικότητα. Οι ηθολόγοι το επιβεβαίωσαν στη συμπεριφορά των ζώων και οι ανθρωπολόγοι στη συμπεριφορά των ανθρώπων. Το κλειστό ίδρυμα της φυλακής υπήρξε ένα κατάλληλο φυσικό εργαστήριο για την πειραματική διερεύνηση του φαινομένου αυτού.

Έτσι κάπως γεννιέται η έχθρα για τον ξένο. Έτσι κάπως προσλαμβάνεται ο «άλλος» ως «εχθρός» έτοιμος να οικειοποιηθεί τον δικό σου χώρο. Και ορθώνονται σύνορα και εκλογικεύονται τα στεγανά. Και εκλύεται μιά ολόκληρη φαντασμαγορία πανικού. Ο χώρος ως προέκταση του εαυτού. Όποιος δεν ανήκει στον μικρόκοσμό μου, υποθάλπτει τον αφανισμό μου. Ας τον κρατήσουμε, λοιπόν, μακριά. Ας υψώσουμε απαραβίαστα οχυρά. Ας είμαστε μονίμως σε επιφυλακή. Ο «άλλος», ο τσιγγάνος, ο πρόσφυγας, ο Εβραίος, γίνεται απειλητικός «άλλος».

Ομογενής-αλλογενής, ομόφυλος – αλλόφυλος είναι οι μοιραίες διακρίσεις που δομούν τον κόσμο μας. Από τα βάθη των αιώνων, από την εποχή του διάχυτου φόβου για τον λεπρό, τον τερατόμορφο, τον μάγο, τον αλχημιστή, το ίδιο παιχνίδι ατέρμονα επαναλαμβάνεται.

Αυτό που άλλαξε στο διάβα των αιώνων, δεν είναι η μάγισσα, αλλά ο περίγυρός της. Στ’ όνομα της «ιερής κοινότητας» εξακολουθεί να συντελείται ο αποκλεισμός του άλλου. Άλλοτε χάριν της Εκκλησίας και της διασφάλισης του αγίου θρησκευτικού συναισθήματος, σήμερα χάριν του έθνους συνήθως και της διασφάλισης μιας αγνής εθνικής ομοιογένειας.

Όσο ασήμαντη κι αν είναι η δύναμή της, η μειονότητα είναι εξ ορισμού ύποπτη και ικανή για κάθε ανίερη οικειοποίηση. Οτιδήποτε αποκλίνει από το πανίσχυρο ιδεώδες της πλειονότητας, μετασχηματίζεται ταχυδακτυλουργικά σε εστία κινδύνου και θανάσιμη απειλή για τον δικό μας χώρο. Έτσι, ο συμπυκνωμένος φόβος σταθερά ελλοχεύει πίσω από την παρουσία του «άλλου».

Κι όμως ο ένας φόβος κρύβει τον άλλον. Για άλλον τρόμο πάντα πρόκειται. Ο τωρινός δεν είναι παρά η μάσκα, το άλλοθι, το προσωπείο του άλλου τρόμου. Ενός βαθύτερου, σχεδόν αβυσσαλέου τρόμου, που έχει να κάνει μ’ ένα ασφυκτικό, μικρό κελί κι ένα κλειστό ίδρυμα υψίστης ασφαλείας. Εκεί είναι η ζωή μας. Ενάντια σ’ αυτόν τον τρόμο οχυρωνόμαστε, χρίζοντας εισβολείς τους «άλλους». Ο θεατός και εντοπίσιμος φόβος, είναι πάντα πιο ανακουφιστικός. Τον Εβραίο μπορείς να τον κάψεις, πώς όμως να πυρπολήσεις το κελί σου; Πώς να μείνεις άστεγος στην παγωνιά; Το κελί πνίγει αλλά και προστατεύει, συνθλίβει αλλά και καθησυχάζει.

Αυτός είναι, όμως, ο τρόπος που ο κόσμος τελειώνει, αυτός είναι ο τρόπος που ο κόσμος τελειώνει όχι μ’ έναν πάταγο, ούτε μ’ ένα λυγμό, όπως θα ‘λεγε ο Έλιοτ, αλλά με μία σιωπή σε ένα λευκό κελί.

Φωτεινή Τσαλίκογλου, Ψυχο-λογικά: Οι παγίδες του αυτονόητου (εκδ. Πλέθρον) – απόσπασμα. Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 15/12/1992.