Διαβάσαμε
Μία νεαρή κοπέλα πήγε στον πατέρα της και του μίλησε για τη ζωή της και πώς τα πράγματα είχαν γίνει πολύ δύσκολα για εκείνη. Δεν ήξερε πώς να φτιάξει την κατάσταση και ήθελε να εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια και να τα παρατήσει . Είχε κουραστεί να προσπαθεί και να παλεύει. Της φαινόταν πως μόλις λυνόταν ένα πρόβλημα, εμφανιζόταν ένα άλλο.
Ο πατέρας της, χωρίς να της πει τίποτα, την πήγε στην κουζίνα. Γέμισε τρεις κατσαρόλες με νερό και τις έβαλε στην ηλεκτρική κουζίνα και τις τρεις. Γρήγορα, τα νερό στις κατσαρόλες άρχισε να βράζει. Τότε, στην πρώτη κατσαρόλα έβαλε καρότα, στη δεύτερη έβαλε αυγά και στην τρί τη έβαλε μερικούς κόκκους καφέ και τα άφησε όλα να βράσουν λίγο χωρίς να πει ούτε μια λέξη.
Περίπου σε είκοσι λεπτά έκλεισε τα τρία μάτια της ηλεκτρικής κουζίνας. Έβγαλε τα καρότα έξω από το νερό και τα έβαλε σ’ ένα μπολ. Έβγαλε έξω τα αυγά και τα έβαλε σ’ ένα μπολ. Μετά έβγαλε έξω τον καφέ και τον έβαλε σε ένα φλιτζάνι. Γυρνώντας στην κόρη του την ρώτησε: «Πες μου τι βλέπεις».
«Καρότα, αυγά και καφέ», του απάντησε η κόρη του. Ο πατέρας της την έφερε πιο κοντά και της ζήτησε να αγγίξει τα καρότα και να του πώς είναι. Εκείνη το έκανε και του είπε ότι ήταν μαλακά. Μετά ο πατέρας ζήτησε από την κόρη του να πάρει ένα αυγό και να το σπάσει και να πει πάλι τι παρατήρησε. Εκείνη αφού έβγαλε τα τσόφλια, είπε ότι παρατήρησε πως το αυγό μέσα ήταν σφιχτό. Στο τέλος, ο πατέρας ζήτησε από την κόρη του να πιει μια γουλιά από τον καφέ. Η κόρη του το έκανε και χαμογέλασε καθώς μύρισε το πλούσιο άρωμα του καφέ. Μετά ρώτησε: «Τι σημαίνουν όλα αυτά μπαμπά»;
Ο πατέρας της τής εξήγησε ότι το καθένα από αυτά τα τρία διαφορετικά πράγματα – τα καρότα, τα αυγά και οι κόκκοι καφέ – είχε αντιμετωπίσει τις ίδιες συνθήκες, δηλαδή το βραστό νερό. Το καθένα, όμως, από αυτά τα τρία, αντέδρασε διαφορετικά: Τα καρότα όταν μπήκαν μέσα στο νερό ήταν δυνατά και σκληρά, αλλά, από τη στιγμή που μπήκαν στο βραστό νερό, μαλάκωσαν και έγιναν αδύναμα. Τα αυγά, ενώ ήταν εύθραυστα με υγρό εσωτερικό, το λεπτό εξωτερικό τσόφλι τους, προστάτεψε το εσωτερικό του κάθε αυγού μετά που μπήκε στο βραστό νερό και το εσωτερικό του σκλήρυνε. Οι κόκκοι του καφέ, όμως, έκαναν κάτι μοναδικό: Μετά που μπήκαν στο βραστό νερό, άλλαξαν το νερό!
«Και τώρα πες μου, ποιο απ’ αυτά είσαι εσύ;» ρώτησε ο πατέρας την κόρη του. «Όταν κάποια δυσκολία χτυπάει την πόρτα σου, πώς αντιδράς; Σαν καρότο, σαν αυγό, ή σαν κόκκος καφέ; Σκέψου το λίγο. Ποιο απ’ αυτά είσαι εσύ; Είσαι το καρότο που φαίνεται σκληρό και δυνατό, αλλά με τον πόνο και τις δυσκολίες λυγίζεις και μαλακώνεις και χάνεις τη δύναμή σου; Είσαι το αυγό που ξεκινάει με μαλακή καρδιά, αλλά αλλάζει με τη θερμότητα; Μήπως έτσι κι εσύ με έναν θάνατο, μ΄ έναν χωρισμό, ή μία άλλη δοκιμασία, σκληραίνει το μέσα σου, η καρδιά σου, κι ενώ το «έξω σου» μοιάζει το ίδιο, μέσα σου έχεις πίκρα και σκληράδα κι έχει σκληρύνει η καρδιά σου; Ή μήπως είσαι σαν τον κόκκο του καφέ; Ο κόκκος του καφέ είναι ο μόνος που εκείνος αλλάζει πραγματικά το καυτό νερό, δηλαδή τις ίδιες τις συνθήκες που του προκαλούν τον πόνο. Όταν το νερό ζεσταίνεται, ο κόκκος απελευθερώνει το άρωμα και τη γεύση του.
Εάν είσαι σαν τους κόκκους του καφέ, όταν τα πράγματα στη ζωή σου δεν πάνε καλά, εσύ έχεις τη δύναμη να αλλάζεις την κατάσταση γύρω σου; Όταν περνάς δοκιμασίες, δυναμώνεις μέσα σου ακόμα πιο πολύ; Πώς αντιμετωπίζεις τις αντιξοότητες; Σαν το καρότο, σαν το αυγό ή σαν τον κόκκο του καφέ;
Ελπίζω στη ζωή σου παιδί μου, να νοιώσεις αρκετή ευτυχία για να σε κάνει γλυκιά, αλλά και αρκετές δοκιμασίες για να σε κάνουν δυνατή, όπως και αρκετό πόνο για να παραμείνεις ανθρώπινη και να σου δώσει αρκετή εσωτερική δύναμη για να σε κάνει ευτυχισμένη. Στους πιο ευτυχισμένους ανθρώπους, δεν τους συμβαίνουν πάντα και τα καλύτερα. Απλώς εκείνοικάνουν το καλύτερο που μπορούν με αυτά που τους συμβαίνουν στη ζωή τους. Ένα λαμπρό αύρ ιο, βασίζεται πάντα πάνω σε ένα σβησμένο χθες, σε ξεχασμένο παρελθόν. Δεν μπορείς να προχωρήσεις στη ζωή αν δεν αφήσεις πίσω σου τις αποτυχίες σου, τα βάσανά σου και τους πόνους σου, αλλά και τις χαρές σου.
Όταν γεννήθηκες εσύ έκλαιγες και όλοι γύρω σου χαμογελούσαν. Ζήσε τη ζωή σου παιδί μου έτσι ώστε στο τέλος, ενώ θα φεύγεις πια από τη ζωή, εσύ να είσαι εκείνη που θα χαμογελάει, ενώ όλοι γύρω σου θα κλαίνε.
(πηγη: Ο Παραμυθάς)
Η γιαγιά…γυρνούσε από την εκκλησία κι έπεϕτα επάνω της, αγκαλιάζοντας την από τη μέση. Ρουϕούσα την μυρωδιά των κεριών και του θυμιατού πάνω στο μαύρο μπουκλέ παλτό. Άνοιγε τότε την τσάντα της, την καλή τη μαύρη, που κρατούσε μόνο σαν ϕορούσε μαζί και τα καλά της μαύρα παπούτσια. Σε γιορτές, επισκέψεις και Κυριακές.
Μέσα σε μια χαρτοπετσέτα προσεκτικά τυλιγμένο είχε πάντα το αντίδωρο και κάποιες ϕορές κι ένα μικρό άσπρο, πλαστικό μπουκαλάκι με αγιασμό… Ξετρελαινόμουν τότε. Έπινα τρεις γουλιές δροσερές και μικρές κι ένιωθα το “καθαρό, άγιο νεράκι” να μου δίνει δύναμη και ϕώτιση, όπως εκείνη μου έλεγε.
Πόση εμπιστοσύνη της είχα…
Μέσα στην σχεδόν άδεια της τσάντα, ένα μαντήλι, το μικρό πορτοϕολάκι με τα ψιλά της κι εκεί στο βάθος… μια καραμέλα. Ροζ μεγάλη και μαλακή. Τυλιγμένη σε λευκό διάϕανο ρυζόχαρτο και μοσχοβολιστή σαν την ίδια την Άνοιξη. Την έβγαζε με ένα αχνό χαμόγελο στα καταπράσινα γατίσια μάτια της. Δεν ήταν ποτέ πληθωρική στις αγκαλιές της. Δεν πολυϕιλούσε, δεν πολυαγκάλιαζε… μα μου έδινε αυτή την καραμέλα με τόση αγάπη που δεν χρειαζόμουν τίποτε παρά μόνο να την κοιτώ. Μέσα από την γλύκα της καραμέλας θαρρείς και περνούσε όλη η λατρεία της για εμένα. Χοροπηδούσα για λίγο τρισευτυχισμένη… και τρώγοντας πάντα πρώτα το αντίδωρο, μύριζα την γλυκιά μυρωδιά της κρατώντας την σϕιχτά στα χέρια μου… Τριαντάϕυλλο…
Την κρατούσα και την κρατούσα. Την ζέσταινα με τα δάχτυλα μου, νιώθοντας αυτή τη υπέροχη γλυκιά αναμονή… κι ύστερα ευλαβικά, άνοιγα το ντελικάτο χαρτάκι που έκανε εκείνο τον λεπτό χαρτένιο ήχο και έκοβα ένα μαλακό κομμάτι. Το άϕηνα να λιώσει στο στόμα μου κι ύστερα ένιωθα τους κριτσανιστούς κόκκους ζάχαρης να γεμίζουν το στόμα μου… κι ήταν σαν η ευτυχία όλη να ήταν μαζεμένη εκείνη την ώρα σε αυτούς τους κόκκους ζάχαρης που έλιωναν αργά στην παιδική μου γλώσσα, κλειδώνοντας για πάντα αυτή την μνήμη στο σώμα μου και στο μυαλό μου…
Μυρωδιά Τριαντάϕυλλου, καραμέλες Τσάρλεστον, Κυριακές μετά την εκκλησία… και γιαγιά! Λατρεμένη, αξέχαστη γιαγιά. Ίσια και λεπτή, με το μαύρο μπουκλέ παλτό, την μαύρη τσάντα περασμένη στον αγκώνα, μια ιδέα μυρωδιάς λεμονιού από την Μυρτώ πάνω στα μαλλιά της, τον λευκό καλοχτενισμένο κότσο και τα ματάκια τα καταπράσινα τα τόσο λαμπερά, γεμάτα με τόση θλίψη… Πάντα την ένιωθα τη θλίψη της αυτή. Γιατί δεν ξέρω, μα με πονούσε, με πονούσε βαθιά κι ήθελα να την κάνω να γελά. Κι εκείνη μου έκανε πάντα το χατήρι. Μια ευτυχία ξέϕρενη, παιδική, που την απλότητα της δεν την βρήκα πουθενά στη ζωή, παρά μόνο στα μάτια των παιδιών μου…
Η μνήμη αυτή ήρθε σαν κύμα, λίγο καιρό πριν, σαν κάποια άλλη αγαπημένη, σε μια της επίσκεψη μου έφερε δώρο, αυτό το μαγικό βαζάκι που έντυσε με fumo και το μεταμόρφωσε.
Το κοίταξα με λαχτάρα σχεδόν παιδική. Ενθουσιάστηκα κι όταν το άνοιξα, γύρισα μέσα σε δευτερόλεπτα, σε εκείνα τα παιδικά πρωινά της Κυριακής να σφίγγω με τα μικρά κοριτσίστικα χέρια μου τη μέση της γιαγιάς και να μυρίζω αυτή την μυρωδιά…
Τριαντάφυλλο…Γιαγιά…
Το βαζάκι άδειασε, μα μέσα του τώρα πια, ανάβω ένα κεράκι που φέγγει στο μαγικό σπιτάκι, σύμβολο της παιδικής μου ασφάλειας και πίσω σπό τα μικρά του παραθυράκια ανάβει ένα μικρό φως.
Μια φλογίτσα για όλες τις μαγικές παιδικές μνήμες, για όλες τις αξέχαστες γιαγιάδες, για όλα τα πρωινά Κυριακής με το αντίδωρο και τις γλυκές καραμέλες Τσάρλεστον.
Για εσένα γιαγιά…γιαγιούλα μου αξέχαστη…
Ο παππούς μου ήταν φυσικός. Ήταν και 96 χρονών. Όταν τον ρωτούσαν πόσων χρονών είναι απαντούσε «χοντρικά. λίγο πριν πεθάνω».
Το καλύτερο είναι ότι χαμογελούσε όταν το ‘λεγε. Γνήσια, όχι μ’ αυτό το χαμόγελο-μορφασμό-κάλυμμα τρόμου.
Ο παππούς μου χώρισε από τη γιαγιά μου όταν ήταν 75 χρονών. Όχι γιατί βρήκε γκόμενα αυτός. Όχι επειδή βρήκε γκόμενο η γιαγιά.
Χώρισε γιατί δεν ήθελε να πηγαίνει εκδρομές σε μοναστήρια μαζί της. Σιχαινόταν επίσης τις φίλες της, που αφού γλεντοκόπησαν με συζύγους και εραστές στις Μυκόνους και τα Καζίνα της Ευρώπης, αποφάσισαν να κάνουν πλέον Πάσχα στον πανάγιο τάφο μόνο και μόνο γιατί φοβήθηκαν ότι έχουν πάρει την άγουσα για τον δικό τους τον τάφο.
«Αυτές παιδί μου είναι συνηθισμένες να τα ρυθμίζουν όλα ζητώντας ρουσφέτια από τους βουλευτάδες τους», μου είπε τότε.
«Ε, δεν μπορώ να τις βλέπω να μετατρέπουν και το θεό σε βουλευτή. Ανάβουν κεριά, κάνουν τάματα, φτιάχνουν φανουρόψωμα, φιλάνε οστά και κάρες αγίων, γιατί αυτή τη φορά είναι γιγάντιο το ρουσφέτι: ρετιρέ στον παράδεισο. Καλύτερα μόνος μου.»
Και πράγματι. Έζησε άλλα 20 χρόνια καλύτερα μόνος του. Ο θεός του έδωσε υγεία – ίσως επειδή δεν το ζήτησε φιλώντας στα ξεκούδουνα την κάρα του Αγίου Μηνά. Επισκεύασε και αποσύρθηκε στο σπίτι της μάνας του σ’ ένα χωριό με δέκα σπίτια κάπου στη νότια Πίνδο.
Το πρωί έκανε μια μεγάλη βόλτα στο βουνό και μετά διάβαζε, έφτιαχνε το φαγάκι του και έπαιρνε ένα υπνάκι.
Το απόγευμα πήγαινε στο καφενείο-μπακάλικο-ταβέρνα-πρόχειρο ιατρείο και συναντούσε τους άλλους 16 κατοίκους του χωριού.
Έπιναν το κρασάκι που έφερνε αυτός (είχε τρελές προμήθειες σαββατιανού που ήταν η αδυναμία του), έτρωγαν ομελέτα με αυγά απ’ το κοτέτσι της κυρά Μάγδας και μανιτάρια που μαζεύει ο ανιψιός του Θωμά. Μετά το τρίτο ποτηράκι παίζανε μπιρίμπα ή τάβλι.
Όταν ο παππούς ήταν στα μεγάλα κέφια του τους εξηγούσε τους νόμους που διέπουν τον κόσμο μετά παραδειγμάτων.
Η αντοχή των υλικών λ.χ. εξηγήθηκε με το διαζύγιό του. «Μαλώνεις, μαλώνεις για χρόνια και νομίζεις ότι δεν πειράζει. Τα βρίσκεις και συνεχίζεις.
Όμως η σχέση έχει κουραστεί. Και όταν μια μέρα ξαφνικά χωρίζεις, απορείς αφού δεν έγινε τίποτα σπουδαίο.
Αλλά δεν χρειάζεται να γίνει ένα σπουδαίο. Η καταπόνηση για χρόνια κάποια στιγμή θα φέρει το σπάσιμο.
Έτσι και το πανί που το βλέπει ο ήλιος καθημερινά κάποια στιγμή ξαφνικά θα διαλυθεί».
Μετά γυρνούσε σπίτι του, διάβαζε λίγο ακόμα και πήγαινε για ύπνο. Ήταν ήρεμος κι ευτυχισμένος. Η μόνη με την οποία μιλούσε στην οικογένεια ήμουν εγώ.
Χτες με ειδοποίησε η κυρά Μάγδα ότι δεν είναι καλά. Πέταξα κι έφτασα δίπλα του σε μισή μέρα.
Όταν μπήκα σπίτι του τον βρήκα στο κρεβάτι χάλια αλλά με καθαρές ριγέ μπυτζάμες, τριζάτα σεντόνια, μια κούπα χαμομήλι και ένα βιβλίο στο χέρι.
Χαμογέλασε με όλο του το μούτρο όταν με είδε. Και μετά με μάλωσε που άφησα τις δουλειές μου και ήρθα.
-Τι κάνεις παππού; τον ρώτησα προσπαθώντας να κρύψω άτσαλα την αγωνία μου.
-Προσπαθώ να καταλάβω ποιες από τις 8 άγνωστες διαστάσεις του σύμπαντος είναι η πιο ωραία για να μετεγκατασταθώ, μου είπε και ανέμισε το βιβλίο.
Το πήρα στα χέρια μου. Ήταν ένα βιβλίο που ανέλυε τη θεωρία των υπερχορδών, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της οποίας υπάρχουν, όπως μου εξήγησε, παράλληλα σύμπαντα αόρατα για μας που ζούμε στις τρεις διαστάσεις.
-Σοβαρά τώρα παππού, λες να αληθεύει αυτό; Λες να είμαστε κλεισμένοι σε μια γυάλα σαν ψάρια και να νομίζουμε ότι αυτό είναι όλο, ενώ έξω είναι το σπίτι, η πόλη, ο κόσμος, ο γαλαξίας; Λες να είμαστε κοντόφθαλμοι σαν χρυσόψαρα;
-Θα σου πω σε λίγο μετά λόγου γνώσεως, μου είπε και γέλασε περιπαικτικά. Με ξέρεις εμένα τι ψαχτήρι είμαι.
Θα βρω τρόπο, θα βρω ταχυδρόμο με άδεια κυκλοφορίας μεταξύ συμπάντων και θα σε ειδοποιήσω. Υπόσχεση!
Σκάσαμε στα γέλια και αγκαλιαστήκαμε. Το βράδυ πέθανε ήσυχα στον ύπνο του.
Και ξαφνικά κατάλαβα τι θα πει ακριβώς «θανάτω θάνατον πατήσας» και τον ζήλεψα.
Καλό ταξίδι παππού. Θα χω το νου μου για τον ταχυδρόμο σου.
“Έπρεπε να γεράσω , αγόρι μου, για να μάθω τι είναι ευτυχία.
Τελικά ευτυχία είναι ένα ζευγάρι χέρια, δύο χέρια.
Αυτά που θα σε αγκαλιάσουν, θα σε κρατήσουν, θα σε κοιμήσουν, θα σε
περιποιηθούν, θα σου μαγειρέψουν, θα σε χαιδέψουν και στο τέλος θα σου
κλείσουν τα μάτια.
Τα πολλά χέρια απλά σε κατσιάζουν. Χάσιμο χρόνου. Θα το δείς κι εσύ όσο
μεγαλώνεις. ”
Θανάσης Βέγγος
Το μικρό μου παιδί
Το μικρό μου παιδί
σοβαρή αταξία έκανε πάλι.
Στο πεζούλι του σύμπαντος σκαρφάλωσε
σκούντηξε με το χέρι του
το κρεμασμένο
στον τοίχο τ’ ουρανού
κόκκινο πιάτο,
κι έχυσε όλο το φως επάνω του.
Ο Θεός απόρησε
που είδε τον ήλιο
ντυμένο με ρούχα παιδικά
να κατεβαίνει τρέχοντας
της φαντασίας μου τη σκάλα
και να έρχεται σ’ εμένα.
Κι εγώ κάθομαι τώρα
και μαλώνω αυστηρά
το μικρό μου παιδί
ενώ κλέβω κρυφά
τον χυμένο επάνω του ήλιο.
Κική Δημουλά
—
Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να του χαρίζεις αγκαλιές και χάδια και να τον φροντίζεις. Για να ξέρει τι επιτρέπεται στους άλλους, όχι λιγότερα, και σε αυτούς να δίνει τα πιο πολλά, τα πιο ιδιαίτερα και τα πιο ξεχωριστά.
Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να του προσφέρεις ταξίδια, από αυτά που κάνεις με κλειστά μάτια.
Να τον αφήνεις να ταξιδεύει με όλες του τις αισθήσεις.
Να μυρίζει μυρωδιές, να γεύεται γεύσεις, να βλέπει εικόνες, να αγγίζει σώματα και να ακούει μελωδίες που κανείς δεν μύρισε, δεν γεύτηκε, δεν είδε, δεν άγγιξε και δεν άκουσε… γιατί είναι ο μόνος που κατάφερε να ταξιδέψει ως εκεί.
Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να μην τον σκορπίζεις στα χθες και τα αύριο.
Να τον αφήνεις να απολαμβάνει το τώρα. Μην δίνεις χώρο σε κανένα νοσταλγικό παρελθόν και σε κανένα φοβισμένο μέλλον. Να τον αγαπάς για το «εδώ» του και το «τώρα».
Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να του δίνεις ευκαιρίες και ανάσες . Ευκαιρίες ακατόρθωτες για τους άλλους και ανάσες βαθιές, κοφτές, της έκπληξης και του θάρρους.
Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να τον αφήνεις να παίζει σε γειτονιές με άλλα παιδιά και αν δεν βρίσκεις παιδιά να ψάχνεις να του βρεις για νέες γειτονιές .
Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να του επιτρέπεις να ονειρεύεται και όταν τα όνειρα του παύουν να έχουν χρώμα να του αλλάζεις βλέμματα και όψεις.
Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να μην τον χαραμίζεις σε αγκαλιές που είναι αλλού από το «εκεί» του. Ευκαιριακές και επιφανειακές αγκαλιές να μην του προσφέρεις.
Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να του μαθαίνεις συναισθήματα. Να ξέρει τι είναι πόνος, τι είναι γέλιο, τι είναι ερωτάς και δάκρυ. Και να μάθαίνει να επιλέγει από μόνος του τι θέλει και για τι ψάχνει.
Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να μην τον κουράζεις στις σκέψεις και τα ενδεχόμενα.
Να του χαρίζεις αυθόρμητες στιγμές χωρίς δεύτερες και τρίτες σκέψεις.
Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να μην του σβήνεις τα σημάδια, τις πληγές και τις ρυτίδες.
Γιατί αυτά είναι οι αναμνήσεις που έζησε, οι χαρές και τα πάθη που ένιωσε, οι άνθρωποι που συνάντησε. Όλα αυτά τον έφεραν στο «σήμερα» του.
Μην του τα σβήνεις.
Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να μην του κρατάς μυστικά. Μοιράσου μαζί του την δική σου «αλήθεια». Να του λες τους φόβους σου, τις σκέψεις σου, τους στόχους σου, όλα όσα η καρδιά θα ακούσει και θα σε πάει εκεί που θες.
Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να μην τον βολεύεις σε στριμωγμένες γωνιές και σε καλούπια. Να τον περπατείς σε αλάνες και σε δρόμους που ο αέρας είναι καθαρός και οι άνθρωποι αλητεύουν κάτω από αστέρια και ήλιους.
Να αγαπάς τον εαυτό σου, να του το λες κάθε μέρα πόσο πολύ τον αγαπάς. Να τα ακούει, να το θυμάται για να μπορείς και εσύ να θυμάσαι πως αν δεν αγαπήσεις εσύ τον εαυτό σου, κανένας δε θα βρεθεί να το κάνει για εσένα.
Σε αγαπάς;
Να αγαπάς τον εαυτό σου για να σε Αγαπάς…
ΜΑΡΩ ΒΕΡΛΗ
Όσοι δουλεύουν, φοβούνται μη χάσουν τη δουλειά τους. Όσοι δεν δουλεύουν, φοβούνται μη δεν βρουν ποτέ δουλειά.
Όποιος δεν φοβάται την πείνα, φοβάται το φαγητό. Οι οδηγοί αυτοκινήτων φοβούνται να περπατήσουν και οι πεζοί φοβούνται μην τους πατήσουν τα αυτοκίνητα.
Η δημοκρατία φοβάται να θυμηθεί και η γλώσσα φοβάται να τα πει. Οι πολίτες φοβούνται τους στρατιωτικούς, οι στρατιωτικοί φοβούνται την έλλειψη όπλων, τα όπλα φοβούνται την έλλειψη πολέμων.
Ζούμε στα χρονια του φοβου. Φοβάται η γυναίκα τη βία του άντρα και ο άντρας την άφοβη γυναίκα. Φόβος των κλεφτών, φόβος της αστυνομίας.
Φόβος της πόρτας χωρίς κλειδαριά, του χρόνου χωρίς ρολόγια, του παιδιού χωρίς τηλεόραση, φόβος της νύχτας χωρίς υπνωτικά χάπια και φόβος της ημέρας χωρίς διεγερτικά χάπια.
Φόβος του πλήθους, φόβος της μοναξιάς, φόβος απ’ όσα έγιναν και για όσα θα γίνουν, φόβος του θανάτου, φόβος της ζωής.
*Ο μεγάλος Ουρουγουανός δημοσιογράφος και συγγραφέας έφυγε στις 13 Απριλίου του 2015.
Κυνηγημένος από τις περισσότερες δικτατορίες της Λατινικής Αμερικής υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς του 20ου αιώνα αλλά και σύμβουλος, μαζί με τον Ταρίκ Αλί, στο δίκτυο Telesur.Ο Εδουάρδο Γκαλεάνο ήταν συγγραφέας, χρονικογράφος και δημοσιογράφος. Από τα πιο γνωστά έργα του είναι: Οι ανοιχτές φλέβες της Λατινικής Αμερικής, Μέρες και νύχτες αγάπης και πολέμου, Ένας κόσμος ανάποδα. Ο Γκαλεάνο είναι επίσης θερμός υπερασπιστής των κοινωνικών και πολιτικών ελευθεριών, και ενώνει τη φωνή του με νομπελίστες συγγραφείς όπως οι Gabriel Garcia Marquez, Marco Benedetti, Mayra Montero. Έχει τιμηθεί με το βραβείο Casa de las Americas, το American Book Award και με το Βραβείο για την Πολιτισμική Ελευθερία του Ιδρύματος Λάναν.
πηγη : http://www.o-klooun.com
Εκείνος που δεν άντεξε τ’ αστέρια
γνωρίζει τη λεπίδα του κενού και ουρλιάζει.
ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ
Το σκάκι
Έλα να παίξουμε.
Θα σου χαρίσω τη βασίλισσά μου
(Ήταν για μένα μια φορά η αγαπημένη
Τώρα δεν έχω πια αγαπημένη)
Θα σου χαρίσω τους πύργους μου
(Τώρα πια δεν πυροβολώ τους φίλους μου
Έχουν πεθάνει καιρό πριν από μένα)
Κι ο Βασιλιάς αυτός δεν ήτανε ποτέ δικός μου
Κι ύστερα τόσους στρατιώτες τι τους θέλω;
(Τραβάνε μπρος, τυφλοί, χωρίς καν όνειρα)
Όλα, και τ’ άλογά μου θα στα δώσω
Μονάχα ετούτον τον τρελό μου θα κρατήσω
Που ξέρει μόνο σ’ ένα χρώμα να πηγαίνει
Δρασκελώντας τη μια άκρη ως την άλλη
Γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου
Μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά
Αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις.
Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα.
ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
…Κι ήθελε ακόμα πολύ φως να ξημερώσει. Όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα.
ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
…Πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες.
Το θέμα είναι τ ώ ρ α τι λες
Καλά φάγαμε καλά ήπιαμε
Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ Μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας Το θέμα είναι τ ώ ρ α τι λες
ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
«Χρειάζονται οι στρατιώτες για να φυλάνε τα σύνορα
Τα σύνορα χρειάζονται για να υπάρχουνε οι στρατιώτες
Τα σύνορα και οι στρατιώτες για να μην
αφήνουν Να κάνουν τη δουλειά τους
Οι νόμοι του Ήλιου κι η Ποίηση».
ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ, π.Κ. (προ Κω).
«στρατηγέ τι ζητούσες στη Λάρισα
συ ένας Υδραίος;»
ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ (Μπολιβάρ)
«Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος δε θα πάψεις ούτε στιγμή ν’ αγωνίζεσαι για την ειρήνη και το δίκιο.
Θα βγεις στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα ματώσουν απ’ τις φωνές το πρόσωπό σου θα ματώσει απ’ τις σφαίρες –μα ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων
κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζεις την αδικία.
Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή».
ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ
Όλο μου το τραγούδι ένα δέντρο
από το αίμα ποτισμένο των φονιάδων
ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ
«Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.»
Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ
«Φίλε: αν νομίζεις πως δεν ήρθα πάλι αργά,
δείξε μου κάποιο δρόμο
Εσύ που ξέρεις τουλάχιστον πως γυρεύω ένα τίποτα
για να πιστέψω πολύ και να πεθάνω».
Μανολης Αναγνωστακης
Άκου λοιπόν: Είτε φταις είτε όχι: Σαν δε μπορείς άλλο να παλέψεις, θα πεθάνεις. Η θέση μας είναι χειρότερη απ’ όσο νόμιζες. Είναι τέτοια που: Αν δεν καταφέρουμε το αδύνατο δεν έχουμε ελπίδα.
Οι εχθροί μας περιμένουν να κουραστούμε.
Μπερτολντ Μπρεχτ
«Σεσημασμένος είμαι. Έχετε τα γραφικά μου αποτυπώματα
μπορείτε να με αναγνωρίσετε, όχι όμως και να με διαβάσετε ούτε να με διαβείτε. Ποντάρατε στο μαύρο μου και χάσατε
Ποντάρατε στο κόκκινό μου, πάλι χάσατε
κακή ζαριά ήμουνα στα χέρια σας».
ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ, «Έως…»
Μην αμελήσετε.
Πάρτε μαζί σας νερό.
Το μέλλον μας έχει πολύ ξηρασία.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΣΤΣΑΡΟΣ
Ἔχω κάτι σπασμένα φτερά.
Δὲν ξέρω κὰν γιατί μας ἦρθε
τὸ καλοκαίρι αὐτό.
Γιὰ ποιὰν ἀνέλπιστη χαρά,
γιὰ ποιὲς ἀγάπες,
γιὰ ποιὸ ταξίδι ὀνειρευτό.
Κ.Γ. Καρυωτάκης
“Πάμε μαζί κι ας μας λιθοβολούν
Κι ας μας φωνάζουν αεροβάτες
Φίλε μου όσοι δεν ένιωσαν ποτέ με τι
Σίδερο με τι πέτρες τι αίμα τι φωτιά
Χτίζουμε ονειρευόμαστε και τραγουδάμε!”
Οδυσσέας Ελύτης.
Γυρίζει μόνος
στα χείλη του παντάνασσα σιωπή
συνέχεια των πουλιών τα μαλλιά του.
Ωχρός
με βουλιαγμένα όνειρα κι ανέγγιχτος
νερό τρεχάμενο στα ρείθρα, ωχρός
έλληνας.
Πάντα ο δρόμος μες στα μάτια του
κι η λάμψη απ’ τη φωτιά
που καταλύει
τη νύχτα.
Γυρίζει μόνος
στα χέρια του κλαδί από ελιά
γεμάτος πόνο χάνεται στα δειλινά
αισθάνεται
πως όλα χάθηκαν.
Μην του μιλάτε είναι άνεργος
τα χέρια στις τσέπες του
σαν δυο χειροβομβίδες.
Μην του μιλάτε, δε μιλούν στους καθρέφτες.
Άνθη της λεμονιάς
λουλούδια του ανέμου
στεφάνωσέ τον Άνοιξη
τον κλώθει ο θάνατος.
Νίκος Καρούζος Πέντε Ποιήματα Μες Στο Σκοτάδι
«Κι αυτοί και κείνοι μας πολτοποιήσανε
μας έχουν κάνει –το λαό!–
μια μάζα ευκολομάσητη γλοιώδη
σαν μπάμιες καζανιού».
ΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
Γέλασε
ο μαύρος κόκορας
όταν του είπαν πως θα τον σφάξουν
όταν όμως ήρθε η ώρα
η κακή του ώρα
έκλαψε ο μαύρος κόκορας
έκλαψε ο μαύρος κόκορας.
ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ Ο ΜΑΥΡΟΣ ΚΟΚΟΡΑΣ
Εκείνος που δεν άντεξε τ’ αστέρια
γνωρίζει τη λεπίδα του κενού και ουρλιάζει.
ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ
Ξέφυγα από τους καρχαρίες
Και νίκησα τους τίγρεις
Μ’ έφαγαν όμως
Οι κοριοί.
Μπέρτολντ Μπρεχτ
Ας μη το κρύβουμε
διψάμε για ουρανό!
ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ
…..”Ο.κάθε άνθρωπος επάνω στον πλανήτη είναι ένα από τα θαύματα αυτού του κόσμου. Ο κάθε ένας από μας είναι ένας ήρωας, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Ο καθένας μας έχει τη δυνατότητα για εξαιρετικά κατορθώματα. Το μόνο που χρειάζεται είναι συνεχή μικρά βήματα προς την κατεύθυνση των ονείρων μας. Όπως το Τάζ Μαχάλ, έτσι και μια ζωή ξέχειλη από θαύματα μπορεί να κτιστεί μέρα με τη μέρα, κομμάτι-κομμάτι. Οι μικρές νίκες οδηγούν σε μεγάλες νίκες. Μικρές, προστιθέμενες αλλαγές και βελτιώσεις σαν αυτές που σου πρότεινα θα εδραιώσουν τελικά θετικές συνήθειες. Οι θετικές συνήθειες θα δημιουργήσουν θετικά αποτελέσματα. Και τα θετικά αποτελέσματα θα σε εμπνεύσουν να επιδιώξεις ακόμη μεγαλύτερη προσωπική αλλαγή. Άρχισε να ζεις την κάθε σου μέρα σαν να ήταν η τελευταία σου. Ξεκινώντας από σήμερα, μάθε περισσότερα, γέλα περισσότερο και κάνε αυτό που αληθινά αγαπάς να κάνεις” …..
ΑΝΑΡΩΤΙΕΜΑΙ ΜΕΡΙΚΕΣ ΦΟΡΕΣ: ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ που σκέφτομαι καθημερινά πως η ζωή μου είναι μία; Όλοι οι υπόλοιποι το ξεχνούν; Ή πιστεύουν πως θα έχουν κι άλλες, πολλές ζωές, για να κερδίσουν τον χρόνο που σπαταλούν; ΜΟΥΤΡΑ. Ν’ ΑΝΤΙΚΡΙΖΕΙΣ ΤΗ ΖΩΗ ΜΕ ΜΟΥΤΡΑ. Τη μέρα, την κάθε σου μέρα. Να περιμένεις την Παρασκευή που θα φέρει το Σάββατο και την Κυριακή για να ζήσεις. Κι ύστερα να μη φτάνει ούτε κι αυτό, να χρειάζεται να περιμένεις τις διακοπές. Και μετά ούτε κι αυτές να είναι αρκετές. Να περιμένεις μεγάλες στιγμές. Να μην τις επιδιώκεις, να τις περιμένεις. Κι ύστερα να λες πως είσαι άτυχος και πως η ζωή ήταν άδικη μαζί σου. ΚΑΙ ΝΑ ΜΗ ΒΛΕΠΕΙΣ ΠΩΣ ΑΚΡΙΒΩΣ ΔΙΠΛΑ ΣΟΥ συμβαίνουν αληθινές δυστυχίες που η ζωή κλήρωσε σε άλλους ανθρώπους. Σ’ εκείνους που δεν το βάζουν κάτω και αγωνίζονται. Και να μη μαθαίνεις από το μάθημά τους. Και να μη νιώθεις καμία φορά ευλογημένος που μπορείς να χαίρεσαι τρία πράγματα στη ζωή σου, την καλή υγεία, δυο φίλους, μια αγάπη, μια δουλειά, μια δραστηριότητα που σε κάνει να αισθάνεσαι ότι δημιουργείς, ότι έχει λόγο η ύπαρξή σου. ΝΑ ΚΛΑΙΓΕΣΑΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΠΟΛΛΑ. Που κι αν τα είχες, θα ήθελες περισσότερα. Να πιστεύεις ότι τα ξέρεις όλα και να μην ακούς. Να μαζεύεις λύπες και απελπισίες, να ξυπνάς κάθε μέρα ακόμη πιο βαρύς. Λες και ο χρόνος σου είναι απεριόριστος. ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΠΡΟΣΠΑΘΩ ΝΑ ΜΠΩ ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΣΟΥ. Κάθε μέρα αποτυγχάνω. Γιατί αγαπάω εκείνους που αγαπούν τη ζωή. Και που η λύπη τους είναι η δύναμή τους. Που κοιτάζουν με μάτια άδολα και αθώα, ακόμα κι αν πέρασε ο χρόνος αδυσώπητος από πάνω τους. Που γνωρίζουν ότι δεν τα ξέρουν όλα, γιατί δεν μαθαίνονται όλα. Που στύβουν το λίγο και βγάζουν το πολύ. Για τους εαυτούς τους και για όσους αγαπούν. Και δεν κουράζονται να αναζητούν την ομορφιά στην κάθε μέρα, στα χαμόγελα των ανθρώπων, στα χάδια των ζώων, σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, σε μια πολύχρωμη μπουγάδα.
«Όσο κι αν κανείς προσέχει όσο κι αν το κυνηγά πάντα, πάντα θα ‘ναι αργά δεύτερη ζωή δεν έχει». (Από Το Παράπονο, του Οδ. Ελύτη)
[Πηγή: www.doctv.gr]
….ΔΥΟ ΦΩΝΕΣ ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΠΑΛΕΥΟΥΝ. O νους: «Γιατί να χανόμαστε κυνηγώντας το αδύνατο;». Μέσα στον ιερό περίβολο των πέντε αιστήσεων χρέος μας ν’ αναγνωρίσουμε τα σύνορα του ανθρώπου. Μα μια άλλη μέσα μου φωνή, ας την πούμε έχτη δύναμη, ας την πούμε καρδιά, αντιστέκεται και φωνάζει: «Όχι! Όχι! Ποτέ μην αναγνωρίσεις τα σύνορα του ανθρώπου! Να σπας τα σύνορα! Ν’ αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα μάτια σου! Να πεθαίνεις και να λες: Θάνατος δεν υπάρχει!» ΔΕ ΖΥΓΙΑΖΩ, ΔΕ ΜΕΤΡΩ, ΔΕ ΒΟΛΕΥΟΜΑΙ! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι. Ρωτώ, ξαναρωτώ χτυπώντας το χάος: Ποιος μας φυτεύει στη γης ετούτη χωρίς να μας ζητήσει την άδεια; Ποιος μας ξεριζώνει από τη γης ετούτη χωρίς να μας ζητήσει την άδεια; ΝΑΙ, ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΓΗΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ, δεν είναι ο άνθρωπος. Έζησε χωρίς αυτά, θα ζήσει χωρίς αυτά. Είναι σπίθες εφήμερες της βίαιης περιστροφής της. ΑΣ ΕΝΩΘΟΥΜΕ, ΑΣ ΠΙΑΣΤΟΥΜΕ ΣΦΙΧΤΑ, ΑΣ ΣΜΙΞΟΥΜΕ ΤΙΣ ΚΑΡΔΙΕΣ ΜΑΣ, ΑΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ, όσο βαστάει ακόμα η θερμοκρασία τούτη της Γης, όσο δεν έρχουνται σεισμοί, κατακλυσμοί, πάγοι, κομήτες να μας εξαφανίσουν, ας δημιουργήσουμε έναν εγκέφαλο και μιαν καρδιά στη Γης, ας δώσουμε ένα νόημα ανθρώπινο στον υπερανθρώπινον αγώνα! Ν’ ΑΓΑΠΑΣ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω. Ν’ αγαπάς τον καθένα ανάλογα με τη συνεισφορά του στον αγώνα. Μη ζητάς φίλους. Να ζητάς συντρόφους! ΝΑ ‘ΣΑΙ ΑΝΗΣΥΧΟΣ, ΑΦΧΑΡΙΣΤΗΤΟΣ, ΑΠΡΟΣΑΡΜΟΣΤΟΣ ΠΑΝΤΑ. Όταν μια συνήθεια καταντήσει βολική, να τη συντρίβεις. Η μεγαλύτερη αμαρτία είναι η ευχαρίστηση. ΠΟΥ ΠΑΜΕ; ΘΑ ΝΙΚΗΣΟΥΜΕ ΠΟΤΕ; Προς τι όλη τούτη η μάχη; Σώπα! Οι πολεμιστές ποτέ δε ρωτούνε! ΣΚΥΒΩ ΚΙ ΑΦΟΥΓΚΡΑΖΟΜΑΙ ΤΗΝ ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΤΟΥΤΗ ΚΡΑΥΓΗ ΣΤΑ ΣΩΘΙΚΑ ΜΟΥ. Αρχίζω και μαντεύω το πρόσωπο του Αρχηγού, ξεκαθαρίζω τη φωνή του, δέχουμαι με χαρά και με τρόμο τις σκληρές εντολές του. Η ΚΡΑΥΓΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΗ ΣΟΥ. Δε μιλάς εσύ, μιλούν αρίφνητοι πρόγονοι με το στόμα σου. ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΛΕΥΤΕΡΟΣ. ΑΟΡΑΤΑ ΜΥΡΙΑΔΕΣ ΧΕΡΙΑ ΚΡΑΤΟΥΝ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΟΥ και τα σαλεύουν. Όταν θυμώνεις, ένας προπάππος αφρίζει στο στόμα σου• όταν αγαπάς, ένας πρόγονος σπηλιώτης μουγκαλιέται• όταν κοιμάσαι, ανοίγουν οι τάφοι μέσα στη μνήμη και γιομώνει βουρκόλακες η κεφαλή σου. ΜΑ ΕΣΥ ΝΑ ΞΕΔΙΑΛΕΓΕΙΣ. Ποιος πρόγονος να γκρεμιστεί πίσω στα τάρταρα του αίματού σου και ποιος ν’ ανηφορίσει πάλι στο φως και στο χώμα. Κάθε σου πράξη αντιχτυπάει σε χιλιάδες μοίρες. Όπως περπατάς, ανοίγεις, δημιουργός την κοίτη όπου θα μπει και θα οδέψει ο ποταμός των απόγονων. ΌΤΑΝ ΦΟΒΑΣΑΙ, Ο ΦΟΒΟΣ ΔΙΑΚΛΑΔΩΝΕΤΑΙ ΣΕ ΑΝΑΡΙΘΜΗΤΕΣ ΓΕΝΕΕΣ και εξευτελίζεις αναρίθμητες ψυχές μπροστά και πίσω σου. Όταν υψώνεσαι σε μια γενναία πράξη, η ράτσα σου αλάκερη υψώνεται και αντρειεύει. ΚΟΙΤΑΞΕ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ, ΛΥΠΗΣΟΥ ΤΟΥΣ. Κοίταξε τον εαυτό σου ανάμεσα στους ανθρώπους, λυπήσου τον. Μέσα στο θαμπό σούρουπο της ζωής αγγίζουμε ο ένας τον άλλον, ψαχνόμαστε, ρωτούμε, αφουκραζόμαστε, φωνάζουμε βοήθεια! ΤΡΕΧΟΥΜΕ. ΞΕΡΟΥΜΕ ΠΩΣ ΤΡΕΧΟΥΜΕ ΝΑ ΠΕΘΑΝΟΥΜΕ μα δεν μπορούμε να σταματήσουμε. Τρέχουμε. Μια λαμπάδα κρατούμε και τρέχουμε. Το πρόσωπό μας, μια στιγμή, φωτίζεται. Μα βιαστικά παραδίνουμε τη λαμπάδα στο γιο μας κι ευτύς σβήνουμε, κατεβαίνουμε στον Άδη. Η ΚΑΡΔΙΑ ΣΜΙΓΕΙ Ο,ΤΙ Ο ΝΟΥΣ ΧΩΡΙΖΕΙ, ξεπερνάει την παλαίστρα της ανάγκης και μετουσιώνει το πάλεμα σε αγάπη. ΤΙ ΘΑ ΠΕΙ ΕΥΤΥΧΙΑ; Να ζεις όλες τις δυστυχίες. Τι θα πει φως; Να κοιτάς με αθόλωτο μάτι όλα τα σκοτάδια. …..
πηγη : http://www.elbi.gr
Θυμήθηκα
κάποιο πρωί,που είχα πετύχει
σ’ένα πεύκο ένα κουκούλι
πεταλούδας ,τη στιγμή που έσκαζε
το τσόφλι κι ετοιμάζουνταν η
μέσα ψυχή να προβάλει.
Περίμενα,αργούσε κι εγώ
βιαζόμουν. Έσκυψα τότε απάνω της
κι άρχισα να τη ζεσταίνω με την
ανάσα μου.Τη ζέσταινα ανυπόμονα,
και το θάμα άρχισε να
ξετυλίγεται μπροστά μου, με
γοργό ρυθμό. Το τσόφλι άνοιξε
όλο, η πεταλούδα πρόβαλε. Μα ποτέ
δε θα ξεχάσω τη φρίκη μου,τα
φτερά της έμεναν
σγουρά,αξεδίπλωτα όλο όλο της το
κορμάκι έτρεμε και μάχουνταν να
τα ξετυλίξει. Μα δεν μπορούσε,
μαχόμουν κι εγώ με την ανάσα μου
να την βοηθήσω.Του κάκου ,είχε
ανάγκη από υπομονετικό ωρίμασμα
και ξετύλιγμα μέσα στον ήλιο και
τώρα πια ήταν αργά. Η πνοή μου
είχε ζορίσει την πεταλούδα να
ξεπροβάλει πριν της ώρας,
ζαρωμένη κι εφταμηνίτικη. Βγήκε
αμέστωτη,κουνήθηκε απελπισμένη
και σε λίγο πέθανε στην παλάμη
μου.Το
πουπουλένιο κουφάρι αυτό της
πεταλούδας θαρρώ πως είναι το
μεγαλύτερο βάρος που έχω στη
συνείδησή μου. Και να, σήμερα
κατάλαβα βαθιά..
Είναι θανάσιμο
αμάρτημα να βιάζεις τους
αιώνιους νόμους, έχεις χρέος ν’
ακολουθείς τον αθάνατο ρυθμό μ’
εμπιστοσύνη.
Η μικρή
ετούτη πεταλούδα, που σκότωσα
γιατί παραβιάστηκα να την
αναστήσω,ας ήταν να πετούσε
πάντα μπροστά μου και να μου
δείχνει το δρόμο.Κι έτσι μια
πεταλούδα που πρόωρα πέθανε να
βοηθήσει μιαν αδερφή της,μιαν
ανθρώπινη ψυχή,να μη βιάζεται
και να προφτάσει να ξετυλίξει με
αργό ρυθμό τις φτερούγες!
Κατά τη διάρκεια της Εποχής των Παγετώνων πολλά ζώα πέθαναν λόγω του ψύχους. Βλέποντας αυτό το φαινόμενο, οι σκαντζόχοιροι αποφάσισαν να συγκεντρωθούν όλοι μαζί, κι έτσι μαζεύτηκαν κοντά κοντά να προστατευτούν.
Όμως πλήγωναν ο ένας τον άλλον με τα αγκάθια τους, κι έτσι αποφάσισαν να μείνουν μακριά μεταξύ τους.
Κι άρχισαν πάλι να πεθαίνουν από το κρύο.
Έπρεπε λοιπόν να πάρουν μια απόφαση: ή θα εξαφανιζόντουσαν από τη γη, ή θα αποδέχονταν ο ένας τα αγκάθια του άλλου.
Πολύ σοφά, επέλεξαν να ξαναέρθουν κοντά. Έμαθαν να ζουν με τις μικρές πληγές που προκαλούσε η στενή τους επαφή, γιατί το πιο σημαντικό ήταν η ζεστασιά που λάμβαναν ο ένας από τον άλλο.
Και στο τέλος επέζησαν.
___
Εδω μπορειτε να το δειτε και σε video – animation :
Το δίλημμα του ακανθόχοιρου πρωτοεμφανίζεται στο έργο του Schopenhauer ‘ Parerga und Paralipomena’ και το 1921 στο ‘Group Psychology and the Analysis of the Ego’ του Freud.
πηγη : Αντικλείδι , http://antikleidi.wordpress.com



