Εκείνος που δεν άντεξε τ’ αστέρια                                

γνωρίζει τη λεπίδα του κενού και ουρλιάζει.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

 

Το σκάκι

 Έλα να παίξουμε.

Θα σου χαρίσω τη βασίλισσά μου

(Ήταν για μένα μια φορά η αγαπημένη

Τώρα δεν έχω πια αγαπημένη)

Θα σου χαρίσω τους πύργους μου

(Τώρα πια δεν πυροβολώ τους φίλους μου

Έχουν πεθάνει καιρό πριν από μένα)

Κι ο Βασιλιάς αυτός δεν ήτανε ποτέ δικός μου

Κι ύστερα τόσους στρατιώτες τι τους θέλω;

(Τραβάνε μπρος, τυφλοί, χωρίς καν όνειρα)

Όλα, και τ’ άλογά μου θα στα δώσω

Μονάχα ετούτον τον τρελό μου θα κρατήσω

Που ξέρει μόνο σ’ ένα χρώμα να πηγαίνει

Δρασκελώντας τη μια άκρη ως την άλλη

Γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου

Μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά

Αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις.

 

Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα. 

                                                                                       ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

…Κι ήθελε ακόμα πολύ φως να ξημερώσει. Όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα.
                                                                                                       ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

 

  …Πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες.                          

 

Το θέμα είναι τ ώ ρ α τι λες
Καλά φάγαμε καλά ήπιαμε
Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ Μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας Το θέμα είναι τ ώ ρ α τι λες
                                                                                               ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

«Χρειάζονται οι στρατιώτες για να φυλάνε τα σύνορα

Τα σύνορα χρειάζονται για να υπάρχουνε οι στρατιώτες

Τα σύνορα και οι στρατιώτες για να μην    

αφήνουν Να κάνουν τη δουλειά τους

Οι νόμοι του Ήλιου κι η Ποίηση».

                                                                               ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ  ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ,  π.Κ. (προ Κω).

«στρατηγέ τι ζητούσες στη Λάρισα

συ ένας Υδραίος;»

ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ (Μπολιβάρ)

 

«Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος δε θα πάψεις ούτε στιγμή ν’ αγωνίζεσαι για την ειρήνη και το δίκιο.

Θα βγεις στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα ματώσουν απ’ τις φωνές το πρόσωπό σου θα ματώσει απ’ τις σφαίρες –μα ούτε βήμα πίσω.

Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων

κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζεις την αδικία.

Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή».

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

 

 

Όλο μου το τραγούδι ένα δέντρο            

από το αίμα ποτισμένο των φονιάδων

                                                                                                 ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

 

 

 

«Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.»

Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

 

 

 

 

«Φίλε: αν νομίζεις πως δεν ήρθα πάλι αργά,

δείξε μου κάποιο δρόμο

Εσύ που ξέρεις τουλάχιστον πως γυρεύω ένα τίποτα

 για να πιστέψω πολύ και να πεθάνω».

Μανολης Αναγνωστακης

 

 

 

 

 

Άκου λοιπόν: Είτε φταις είτε όχι: Σαν δε μπορείς άλλο να παλέψεις, θα πεθάνεις. Η θέση μας είναι χειρότερη απ’ όσο νόμιζες. Είναι τέτοια που: Αν δεν καταφέρουμε το αδύνατο δεν έχουμε ελπίδα.

Οι εχθροί μας περιμένουν να κουραστούμε. 

Μπερτολντ Μπρεχτ

 

 

 

 

«Σεσημασμένος είμαι. Έχετε τα γραφικά μου αποτυπώματα

μπορείτε να με αναγνωρίσετε, όχι όμως και να με διαβάσετε ούτε να με διαβείτε.  Ποντάρατε στο μαύρο μου και χάσατε

Ποντάρατε στο κόκκινό μου, πάλι χάσατε

κακή ζαριά ήμουνα στα χέρια σας».

                                                                                            ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ, «Έως…» 

 

 

 

Μην αμελήσετε.  

Πάρτε μαζί σας νερό.

Το μέλλον μας έχει πολύ ξηρασία.

                                                                                                           ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΣΤΣΑΡΟΣ

 

 

 

Ἔχω κάτι σπασμένα φτερά.
Δὲν ξέρω κὰν γιατί μας ἦρθε
τὸ καλοκαίρι αὐτό.
Γιὰ ποιὰν ἀνέλπιστη χαρά,
γιὰ ποιὲς ἀγάπες,
γιὰ ποιὸ ταξίδι ὀνειρευτό.
                                                         Κ.Γ. Καρυωτάκης

 

 

 

“Πάμε μαζί κι ας μας λιθοβολούν

Κι ας μας φωνάζουν αεροβάτες

Φίλε μου όσοι δεν ένιωσαν ποτέ με τι

Σίδερο με τι πέτρες τι αίμα τι φωτιά

Χτίζουμε ονειρευόμαστε και τραγουδάμε!”

                                                                                                           Οδυσσέας Ελύτης.

 

Γυρίζει μόνος

στα χείλη του παντάνασσα σιωπή

συνέχεια των πουλιών τα μαλλιά του.

Ωχρός

με βουλιαγμένα όνειρα κι ανέγγιχτος

νερό τρεχάμενο στα ρείθρα, ωχρός

έλληνας.

Πάντα ο δρόμος μες στα μάτια του

κι η λάμψη απ’ τη φωτιά

που καταλύει

τη νύχτα.

Γυρίζει μόνος

στα χέρια του κλαδί από ελιά

γεμάτος πόνο χάνεται στα δειλινά

αισθάνεται

πως όλα χάθηκαν.

Μην του μιλάτε είναι άνεργος

τα χέρια στις τσέπες του

σαν δυο χειροβομβίδες.

Μην του μιλάτε, δε μιλούν στους καθρέφτες.

Άνθη της λεμονιάς

λουλούδια του ανέμου

στεφάνωσέ τον Άνοιξη

τον κλώθει ο θάνατος.

 

Νίκος Καρούζος Πέντε Ποιήματα Μες Στο Σκοτάδι

 

 

«Κι αυτοί και κείνοι μας πολτοποιήσανε
μας έχουν κάνει –το λαό!–
μια μάζα ευκολομάσητη γλοιώδη
σαν μπάμιες καζανιού».

 

ΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ

 

 

Γέλασε

ο μαύρος κόκορας

όταν του είπαν πως θα τον σφάξουν

όταν όμως ήρθε η ώρα

η κακή του ώρα

έκλαψε ο μαύρος κόκορας

έκλαψε ο μαύρος κόκορας.

 

                                                                        ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ Ο ΜΑΥΡΟΣ ΚΟΚΟΡΑΣ

Εκείνος που δεν άντεξε τ’ αστέρια                                

γνωρίζει τη λεπίδα του κενού και ουρλιάζει.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

 

Ξέφυγα από  τους καρχαρίες

 Και νίκησα τους τίγρεις

 Μ’ έφαγαν όμως

Οι κοριοί.

                                                                                                 Μπέρτολντ Μπρεχτ

Ας μη το κρύβουμε

διψάμε για ουρανό!

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ