Πρέπει, λοιπόν, νά εἴμαστε ἐρωτευμένοι μέ τή ζωή. Νά ζοῦμε τήν ὀμορφιά στήν κορύφωσή της, ἀλλά νά ἔχουμε πάντα ἐντός μας τό ἀναπόφευκτό τοῦ θανάτου. Μέ αὐτό τό δεδομένο ὀφείλουμε νά ζοῦμε τή ζωή μας χωρίς νά τήν εὐτελίζουμε. Γεννιέται τό ἐρώτημα: Ζοῦμε τή ζωή μας ἤ τήν εὐτελίζουμε; Ποῦ στοχεύουν οἱ δραστηριότητές μας; Κινούμαστε γύρω ἀπό ἕνα καί μόνο ἄξονα. Νά ἀποκτήσουμε οἰκονομική ὑπερεπάρκεια γιά νά εἴμαστε σέ θέση νά ἀπολαύσουμε ὅσο περισσότερα ἀγαθά μᾶς προσφέρει ἡ καταναλωτική κοινωνία. Μεταχειριζόμαστε κάθε λογῆς μέσα γιά νά πετύχουμε αὐτή τήν ὑπερεπάρκεια. Ἀκολουθώντας τό χρόνο πού τρέχει, εἴμαστε διαρκῶς ἀγχωμένοι. Δέν μᾶς μένει καιρός γιά στάση καί περισυλλογή. Νά δοῦμε τόν ἑαυτό μας, ἀλλά καί νά κοιτάξουμε τά μάτια τῶν ἄλλων ἀνθρώπων. Ἀδιαφοροῦμε γιά ὅσα ὁ ἄνθρωπος δημιούργησε, τήν ἱστορία του δηλαδή. Δέν πεινοῦμε οὔτε διψοῦμε γιά τήν αἰωνιότητα. Ἡ ζωή μας εἶναι λειψή, περιορισμένη στό τώρα. Εἴμαστε ἀδιάφοροι γιά τό πρίν καί ἀποδιώχνουμε τό μετά, τή συνέχεια δηλαδή τοῦ ἑαυτοῦ μας καί συνεκδοχικά τή συνέχεια τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης.
Εἶπα προηγουμένως πώς ὁ Ἀπρίλης εἶναι σκληρός, γιατί μᾶς ὑποχρεώνει νά ἀναμετρηθοῦμε μέ τό θάνατο. Αὐτή τήν ἀναμέτρηση τήν ἀποφεύγει ὁ ἄνθρωπος. Ἀλλά, εἴτε τό θέλουμε εἴτε ὄχι, ὁ θάνατος ὑπάρχει καί ἡ ἀναμέτρηση μ΄ αὐτόν εἶναι ἀναπόφευκτη. Ἡ ζωή μας τροχιοδρομεῖται μέ κατεύθυνση αὐτή τή βεβαιότητα. Μπορεῖ νά χτίζουμε προκλητικά σπίτια γιά νά μείνουμε ἀθάνατοι. Ἔτσι ὅμως δέν ἀθανατίζουμε τή ζωή μας ἀλλά τή στεγάζουμε ὁριστικά καί τελεσίδικα σ΄ αὐτές τίς ἐπίγειες οἰκοδομές. Ὁ Ἀπρίλης εἶναι σκληρός καί ὡραῖος, ἀλλά ταυτοχρόνως μᾶς θέτει μπροστά σ΄ ἕνα ἀδυσώπητο δίλλημα. Ἤ παίρνουμε τήν ὀμορφιά του σάν κορύφωση ζωῆς τελεσίδικης ἤ ὡς σωκρατική ἀλογόμυγα μᾶς κεντρίζει, ἀκριβῶς στήν ὕψιστη στιγμή, πώς ὑπάρχει ἕνα τέλος, τό ὁποῖον ὅμως μπορεῖ νά εἶναι ἡ ἀρχή, ἡ θύρα πού ὁδηγεῖ στήν αἰωνιότητα. Οἱ ἄλλες ἐποχές δέ θέτουν προκλητικά αὐτό τό δίλημμα. Ἔτσι, οὔτε εἶναι τόσο σκληρές οὔτε τόσο ὡραῖες.
