Αν τοποθετήσετε μια πέτρα κάτω από ένα μικροσκόπιο και την παρατηρήσετε προσεκτικά, θα δείτε ότι ποτέ δεν αλλάζει. Αλλά, αν τοποθετήσετε ένα κοράλλι κάτω απ’ το ίδιο μικροσκόπιο, θα διαπιστώσετε ότι μεγαλώνει κι αλλάζει.
Συμπέρασμα: το κοράλλι είναι ζωντανό, η πέτρα είναι νεκρή.
Πώς θα ξεχωρίσετε ένα ζωντανό λουλούδι από ένα νεκρό;
Ζωντανό θα είναι αυτό που ωριμάζει κα μεγαλώνει.
Η μοναδική απόδειξη ζωής είναι η ωρίμανση!
Το ίδιο ισχύει και στον ψυχολογικό κόσμο. Αν ωριμάζετε, είστε ζωντανοί. Αν δεν ωριμάζετε, είναι πολύ πιθανόν να είστε νεκροί.
Μπορεί να έχετε ως κινητήρια δύναμη περισσότερο την επιθυμία να ωριμάσετε παρά την ανάγκη να διορθώσετε τα ελαττώματά σας.
Αν δέχεστε ότι μπορείτε πάντα να ωριμάζετε, να βελτιώνεστε, να γίνεστε όλο και μεγαλύτεροι, τότε αυτό είναι αρκετό.
Όταν αποφασίσετε ν’ ακινητοποιηθείτε ή να νιώσετε επώδυνα συναισθήματα, έχετε αποφασίσει να μην ωριμάσετε.
Η κινητήρια δύναμη ωρίμανσης σημαίνει μάλλον να χρησιμοποιείτε την ενέργεια της ζωής για μεγαλύτερη ευτυχία παρά να πρέπει να βελτιώνεστε επειδή αμαρτήσατε ή επειδή είστε ελλιπείς.
Αποκορύφωμα της επιλογής της ωρίμανσης, ως κινητήριας δύναμης, είναι η προσωπική κυριαρχία σε κάθε τωρινή στιγμή της ζωής σας.
Κι αυτή η κυριαρχία σημαίνει να είστε εσείς που θ’ αποφασίζετε για τη μοίρα σας· δεν είστε απλά κάποιος που τα βγάζει πέρα, αγωνίζεται ή προσαρμόζεται στον κόσμο.
Αντί γι’ αυτό, διαλέξτε ποιος θα είναι για σας ο κόσμος.
Ο Τζωρτζ Μπέρναρντ Σω το διατυπώνει αυτό στο έργο του «Το επάγγελμα της κ. Γουώρρεν»:
«Οι άνθρωποι πάντα κατηγορούν τις συνθήκες ζωής τους γι’ αυτό που οι ίδιοι είναι. Δεν πιστεύω στις περιστάσεις και τις συνθήκες. Οι άνθρωποι που πετυχαίνουν σ’ αυτό τον κόσμο είναι αυτοί που προχωρούν, διαλέγουν τις συνθήκες και τις περιστάσεις που θέλουν κι όταν δεν τις βρίσκουν τις δημιουργούν».
Όμως να θυμάστε, η αλλαγή του τρόπου που σκέφτεστε, νιώθετε ή ζείτε είναι πιθανή, αλλά ποτέ εύκολη.
Αν στ’ αλήθεια θέλετε να ζείτε ολοκληρωμένα και να ελέγχετε τις προσωπικές σας επιλογές, αν στ’ αλήθεια θέλετε να φτάσετε στην ευτυχία της τωρινής στιγμής, θα πρέπει να είστε το ίδιο αυστηρά προσηλωμένοι και στην προσπάθεια να αποβάλετε τον ηττοπαθή τρόπο σκέψης και στην εκμάθηση οποιουδήποτε δύσκολου εγχειρήματος.
Γουαίην Ντύερ, «Οι περιοχές των σφαλμάτων σας»
O Kαθηγητής Γουέιν Ντάιερ (Wayne W. Dyer, 10 Μαΐου 1940 – 29 Αυγούστου 2015) ήταν δημοφιλής Αμερικανός καθηγητής αυτοβελτίωσης, συγγραφέας και ομιλητής. Το βιβλίο του Οι περιοχές των σφαλμάτων σου – Your Erroneous Zones 1976 έχει πουληθεί σε περισσότερα από 30 εκατομμύρια αντίτυπα και είναι ένα από τα μπεστ σέλερ όλων των εποχών. Λέγεται ότι έχει μεταφέρει ανθρωπιστικές αντιλήψεις στις μάζες.
πηγή : http://www.o-klooun.com
Στην εμπόλεμη Συρία υπάρχουν άνθρωποι που πολεμούν να διασώσουν ότι απομένει από τον πολιτισμό της χώρας. Και φυσικά το κάνουν με κίνδυνο της ζωής τους.
Κατάφεραν με πολύ κόπο να συγκεντρώσουν περίπου 15.000 βιβλία όλων των κατηγοριών και να δημιουργήσουν μια μικρή κοιτίδα πολιτισμού μέσα στην εμπόλεμη ζώνη.
Η βιβλιοθήκη, όταν δεν είναι κλειστή λόγω των βομβαρδισμών λειτουργεί από τις 11:00 το πρωί έως τις 17:00 το απόγευμα και καθημερινά την επισκέπτονται περίπου 25 άτομα. Διαβάζουν συχνά υπό το φως των κεριών καθώς οι διακοπές ρεύματος είναι συνεχείς.
Ένα από τα πιο δημοφιλή βιβλία της βιβλιοθήκης είναι ο «Αλχημιστής» του Πάολο Κοέλιο. Το γεγονός αποδίδεται στο ότι το βιβλίο περιγράφει την «τέλεια απόδραση» για κάποιον που ζει σε μια εμπόλεμη ζώνη.
enlefko.fm
Δείτε την υπέροχη, συγκινητική ταινία κινουμένων σχεδίων μικρού μήκους που έχει προβληθεί σε δεκάδες φεστιβάλ σε όλον τον κόσμο και έχει αποσπάσει πάνω από 50 βραβεία.
Η διάρκειας 4 λεπτών ταινία κινουμένων σχεδίων είναι μία δημιουργία του Jacob Frey, στο πλαίσιο των σπουδών του στο τμήμα Animation, Visual Effects and Digital Postproduction της Filmakademie Baden-Wuerttemberg στο Ludwigsburg της Γερμανίας. Δείτε τη μέχρι το τέλος και θα καταλάβετε γιατί έχει κερδίσει πάνω από 50 βραβεία σε φεστιβάλ κινηματογράφου σε όλον τον κόσμο.
The Present from Jacob Frey on Vimeo.
http://enlefko.fm/blog/video-of-the-day/the-present
Στο «Αλφαβητάρι του Διαβόλου» του ΑΜΠΡΟΟΥΖ ΜΠΙΡΣ, στο λήμμα «ανάγωγος», διαβάζω: «Αυτός που μεγάλωσε, αντί να ανατραφεί».
Ερώτηση: υπάρχει διαφορά μεταξύ των δύο ρημάτων του παραπάνω ορισμού;
Απάντηση: υπάρχει η διαφορά που, θεωρούμε, ότι χωρίζει το ανθρώπινο από το ζωικό βασίλειο. Τα ζωάκια, ας πούμε, απλώς μεγαλώνουν και συνηθίζουν σε καταστάσεις από τον άνθρωπο, εν πολλοίς, οριζόμενες, ενώ εμείς οι άνθρωποι θα έπρεπε να ανατρεφόμαστε, μεγαλώνοντας. Θα έπρεπε, δηλαδή, να έχουμε όλες εκείνες τις προϋποθέσεις – ανθρώπους γύρω μας, αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης, εκπαίδευση, παιδεία (δεν ταυτίζονται οι δύο τελευταίες έννοιες), υγιές πολιτικό σύστημα (τι να σου κάνει η δημοκρατία από μόνη της…) – ώστε, όχι μόνο να προσθέτουμε χρόνια σε άχαρες ζωές, αλλά, προσθέτοντάς τα, αυτά να γίνονται αξιοβίωτα, σεβόμενοι τον εαυτό μας και τους γύρω μας. Άλλωστε, στην ελληνική γλώσσα, άλλο το «ζω» και άλλο το «βιώνω…».
Και γιατί, παρακαλώ, «… εμείς οι άνθρωποι θα έπρεπε να ανατρεφόμαστε, μεγαλώνοντας»; Γιατί, πιστεύω, ότι, κυρίως, μεγαλώνουμε και λιγότερο ανατρεφόμαστε. Η κουλτούρα της αγένειας είναι καθεστώς σήμερα, παρά ποτέ. Σε χώρους, άλλοτε «ανυποψίαστους», αλλά και «νεόκοπους», κυριαρχεί. Συχνά, βέβαια, «οχυρώνεται» πίσω από «γλυκανάλατους μορφασμούς» ευγένειας, με τις κτητικές αντωνυμίες του α΄ προσώπου να «δίνουν και να παίρνουν», χωρίς, ωστόσο, να μπορούν, ούτε κατά διάνοια, να φτάσουν στο «ύψος» της γνήσιας, ανθρώπινης συναναστροφής. Μ΄ αυτά και μ΄ αυτά, λοιπόν, φτάσαμε στο σημείο να θεωρείται πλεονέκτημα η επίδειξη κακών τρόπων και αδυναμία η ευγένεια. Τουλάχιστον δύο γενιές Νεοελλήνων «γαλουχήθηκαν» με τη νοοτροπία του «φαίνεσθαι» και του «δήθεν», ενταγμένοι σε κοινωνικές και πολιτικές δομές που «παρασημοφορούσαν» τις ελάσσονες προσπάθειες, που «αμνήστευαν» τις παρεκτροπές και «πριμοδοτούσαν» τους κοινωνικά «αναξιόχρεους».
Τίποτα σ’ αυτήν τη ζωή δεν προκύπτει τυχαία. Η κουλτούρα της αγένειας «κυοφορήθηκε» σε κοινωνική «μήτρα», δεν προέκυψε από «παρθενογένεση». Τώρα, «κραταιή» και «ενήλικη» μάς «κλείνει πονηρά το μάτι». Γνωρίζει ότι ελάχιστα της αντιστεκόμαστε. Έχει μάθει καλά ότι, σχεδόν, τη γουστάρουμε. Έτσι, συνεχίζει τη φθοροποιό της δράση. Γιατί, η ανθρώπινη συνείδηση αλλοιώνεται στην προσπάθειά της να οικειοποιηθεί το ανοίκειο, το ανάρμοστο. Πρόκειται για πορεία προς τα κάτω και όχι άνοδος, εξέλιξη, πρόοδος. Και οι «εχθροί» της; Η επιστροφή στο… μέλλον. Να ξανακοιτάξουμε τους άλλους στα μάτια, χωρίς «παρακαμπτηρίους» και «κυκλωτικές κινήσεις». Κατευθείαν στα μάτια. Να ανατάξουμε την αξία της ανθρώπινης χειρονομίας, ώστε να πάψει, πλέον, ν’ αποτελεί σχήμα λόγου. Κυρίως, όμως, ν’ αποκτήσουμε παιδεία…
_____________
artworks : anna malina
Του Γιώργου Χρυσουδάκη
Πηγή: bibliotheque
Αντικλείδι , http://antikleidi.com
Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, σε είδα να φτιάχνεις για μένα το αγαπημένο μου γλυκό και έμαθα ότι μικρά πράγματα μπορεί να έχουν ξεχωριστή σημασία στη ζωή.
Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, σε παρακολουθούσα και έμαθα τα περισσότερα «μαθήματα ζωής», εφόδια για να γίνω καλύτερο και παραγωγικότερο άτομο όταν μεγαλώσω.
Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, σε είδα να κρεμάς την ζωγραφιά μου στο ψυγείο και αμέσως ήθελα να ζωγραφίσω την επόμενη.
Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, ακόμη και όταν ήσουν θυμωμένη με συμβούλευσες ήρεμα και απλά για να καταλάβω το γιατί και έτσι έμαθα ότι ο διάλογος και η επικοινωνία είναι σημαντικά ακόμη και όταν τα πράγματα είναι δύσκολα.
Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, σε είδα να φτιάχνεις φαγητό για κάποιο φίλο που ήταν άρρωστος και έμαθα ότι όλοι μας πρέπει να νοιαζόμαστε και να φροντίζουμε ο ένας τον άλλο.
Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, σε είδα να φροντίζεις το σπίτι και όσους ζούμε σε αυτό και έμαθα ότι πρέπει να εκτιμάμε ότι μας προσφέρεται.
Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, σε είδα να φροντίζεις ένα αδέσποτο γατάκι και έμαθα ότι είναι καλό να είσαι ευγενικός με τα ζώα.
Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, ένοιωσα ότι νοιαζόσουν και ήθελα να γίνω καλύτερος.
Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, σε είδα να κλαις και έμαθα ότι κάποια πράγματα στη ζωή πληγώνουν αλλά έχεις δικαίωμα να είσαι στενοχωρημένος.
Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, σε είδα να αναλαμβάνεις τις ευθύνες ακόμα και όταν οι καταστάσεις ήταν δύσκολες και έμαθα ότι πρέπει να είμαι υπεύθυνο άτομο.
(Μπορούμε να τυπώσουμε την παρακάτω εικόνα και να θυμόμαστε ότι οι πράξεις μας οι ίδιες είναι το παράδειγμά μας για τους άλλους)
πηγή :
Λέει, να φτιάξουμε τον κόσμο δικαιότερο…
-Δεν είναι εύκολο, του λέω.
Να προσπαθήσουμε, λέει.
– Ωραία, να προσπαθήσουμε, και από πού ν’ αρχίσουμε;
Ν’ αρχίσουμε από τον άνθρωπο, να φτιάξουμε τον άνθρωπο σωστότερο!
– Μα δεν είμαστε Θεοί. Ο άνθρωπος φτιάχτηκε ήδη.
Πας πολύ βαθειά και γίνεσαι μοιρολάτρης, λέει. Ας φτιάξουμε αυτά που μπορούμε, τα πάνω-πάνω, κάτι είναι και αυτό.
– Και ποιά είναι αυτά τα πάνω-πάνω που μπορούμε;
Να γνωρίσει πρώτα τον εαυτό του, και ύστερα να βγει λίγο έξω από το καβούκι του, να δει και τους γύρω του, να δει την ομορφιά των άλλων και το θαύμα του κόσμου, λέει.
– Καλά τα λες, όμως γιατί δεν μπορεί να βγει έξω από το καβούκι του μόνος του;
Διότι νομίζει πως ό,τι πιο ωραίο φτιάχτηκε στον κόσμο είναι αυτός, και πως ο κόσμος γυρίζει γύρω από τον ίδιο! Είναι πεταλούδα ο άνθρωπος και γυρίζει γύρω από το δικό του φως μέχρι να καεί από τις λαθεμένες δικές του επιλογές, λέει.
– Είναι σαν να μου λες ότι είναι παγιδευμένος μέσα στην δική του ομορφιά.
Όχι. Σου λέω ότι είναι παγιδευμένος μέσα στην θωρακισμένη του άγνοια.
– Αν είναι έτσι να του το πούμε, είναι απλό και θα το καταλάβει, λέω.
Νομίζεις ότι είναι απλό. Είναι πιο εύκολο για το άνθρωπο να βγει έξω από τα σύνορα του ηλιακού συστήματος παρά από το συρματόπλεγμα του εαυτού του.
– Κι εγώ που νόμιζα πως ήταν εύκολο. Τι θα κάνουμε, λοιπόν, ρωτάω.
Να του δείξουμε το συμφέρον του, λέει. Μόνο αυτό καταλαβαίνει ο μυωπικός άνθρωπος.
-Και γιατί είναι συμφέρον του να γνωρίσει και την ομορφιά των άλλων και του κόσμου, ρωτάω πάλι.
Για να γλυτώσει από την αόρατη μοναξιά του, λέει.
-Και είναι αυτό το συμφέρον του; Νόμιζα πως θα μου έλεγες ότι θα αποκτήσει πλούτο όταν γνωρίσει και την ομορφιά των άλλων.
Αυτό σου λέω, μόνον που δεν βλέπουμε όλοι τον πλούτο με τον ίδιο τρόπο.
-Δηλαδή, ρωτάω;
Δηλαδή, οι πιο πολλοί αναγνωρίζουν το χρήμα ως μοναδικό πλούτο και μέσα εκεί παγιδεύονται, λέει.
-Πώς παγιδεύονται, αδελφέ; Δεν το καταλαβαίνω. Ο πλούτος του χρήματος ανοίγει πολλούς ορίζοντες.
Ναι, αλλά κλείνει και τον ουσιαστικό ορίζοντα του ζωτικού χρόνου για τον άνθρωπο. Αυτόν τον μοναδικό πλούτο που είναι μια ανεκτίμητη αξία, λέει.
-Και τι να τον κάνει κανείς αυτόν το χρόνο;
Μα σου είπα. Να γνωρίσει τον άγνωστο εαυτό του και μετά τον κόσμο!
-Και δεν υπάρχει χρόνος γι’ αυτό, ρωτάω.
Όχι. Δεσμεύεις όλον τον χρόνο σου για να αποκτήσεις περισσότερο χρήμα και μετά, για να διατηρήσεις όλα όσα απέκτησες με χρήμα. Με τον τρόπο αυτόν, ο φόβος να χάσεις τα όσα απέκτησες γίνεται συνεχώς δυνάστης σου, χωρίς να το βλέπεις, και συνεχίζεις αναλώνεσαι σε λάθος κατεύθυνση.
-Θέλεις να πεις ότι η απληστία είναι αυτή που ροκανίζει το χρόνο μας.
Ναι. Είναι σαν να υπάρχεις για να αποκτάς και εξυπηρετείς μόνον τα υπάρχοντά σου και όχι τον άνθρωπο μέσα σου. Και όταν το καταλάβεις – αν το καταλάβεις – τότε ο χρόνος, ο δικός σου μοναδικός χρόνος, έχει πετάξει μακριά για σένα. Και, δυστυχώς, δεν μπορείς με την περιουσία σου να εξαγοράσεις ούτε ένα δευτερόλεπτο από το χρόνο, που, δυστυχώς, βλέπεις να λιγοστεύει μπροστά σου. Τότε αντιλαμβάνεσαι πως δεύτερη ζωή δεν έχει, που λέει και ο ποιητής. Τότε αντιλαμβάνεσαι πως ξόδεψες πολύ χρόνο να “κατακτήσεις“ τον κόσμο και όχι για να γνωρίσεις τον κόσμο.
-Είναι σαν να μου λες, δηλαδή, ότι ο προσωπικός μας χρόνος είναι η προίκα της ζωής μας!
Καλά το κατάλαβες. Ο προσωπικός μας χρόνος είναι το σημαντικότερο προνόμιο που μας χάρισε η φύση. Αυτός είναι ο πραγματικός πλούτος μας! Ο χρόνος μας!
-Και μ’ αυτόν το πλούτο θα φτιάξουμε τον κόσμο δικαιότερο, ρωτάω.
Μ’ αυτόν τον πλούτο θα φτιάξουμε τον άνθρωπο μέσα μας σωστότερο και τον κόσμο γύρω μας πιο ανθρώπινο, λέει.
– Ίσως να έχει δίκαιο! Όμως, δεν είναι εύκολο, εξακολουθώ να λέω..
__________________________
~ Γιάννης Χαριτάντης, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Πατρών
Πηγή: psychologized.eu
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com
Μαζεύω τα σύνεργά μου: όραση, ακοή, γέψη, όσφρηση, αφή, μυαλό, βράδιασε πια, τελεύει το μεροκάματο, γυρίζω σαν τον τυφλοπόντικα σπίτι μου, στο χώμα. ‘Οχι γιατί κουράστηκα να δουλεύω, δεν κουράστηκα, μα ο ήλιος βασίλεψε.
Ο ήλιος βασίλεψε, θάμπωσαν τα βουνά, οι οροσειρές του μυαλού μου κρατούν ακόμα λίγο φως στην κορφή τους, μα η άγια νύχτα πλακώνει, ανεβαίνει από τη γης, κατεβαίνει από τον ουρανό, και το φως ορκίστηκε να μην παραδοθεί, μα το ξέρει, σωτηρία δεν υπάρχει, δεν θα παραδοθεί, μα θα σβήσει.
Ρίχνω στερνή ματιά γύρα μου, ποιον ν’ αποχαιρετήσω; τι ν’ αποχαιρετήσω; τα βουνά, τη θάλασσα, την καρπισμένη κληματαριά στο μπαλκόνι μου, την αρετή, την αμαρτία, το δροσερό νερό; Μάταια, μάταια, κατεβαίνουν όλα ετούτα μαζί μου στο χώμα.
Σε ποιον να εμπιστευθώ τις χαρές και τις πίκρες μου, τις μυστικές δονκιχώτικες λαχτάρες της νιότης, την τραχιά σύγκρουση αργότερα με το Θεό και με τους ανθρώπους, και τέλος την άγρια περηφάνια που έχουν τα γεράματα που καίγουνται μα αρνιούνται, ως το θάνατο, να γίνουν στάχτη; Σε ποιον να πω πόσες φορές σκαρφαλώνοντας, με τα πόδια, με τα χέρια, τον κακοτράχαλο ανήφορο του Θεού, γλίστρησα κι έπεσα, πόσες φορές σηκώθηκα, όλο αίματα, και ξανάρχισα ν’ ανηφορίζω; Που να βρω μια ψυχή σαρανταπληγιασμένη κι απροσκύνητη, σαν την ψυχή μου, να της ξομολογηθώ;
Σφίγγω ήσυχα, πονετικά, ένα σβώλο κρητικό χώμα στη φούχτα μου, το κρατούσα το χώμα τούτο πάντα μαζί μου, σε όλες μου τις περιπλάνησες, και στις μεγάλες μου αγωνίες το ‘σφιγγα μέσα στη φούχτα μου κι έπαιρνα δύναμη, δύναμη μεγάλη, σα να ‘σφιγγα το χέρι φίλου αγαπημένου. Μα τώρα που βασίλεψε ο ήλιος και το μεροκάματο τέλεψε, τι να την κάμω τη δύναμη; Δεν την έχω ανάγκη πια, κρατώ το χώμα ετούτο της Κρήτης και το σφίγγω με άφραστη γλύκα, τρυφεράδα κι ευγνωμοσύνη, σα να σφίγγω μέσα στη φούχτα μου και ν’ αποχαιρετώ το στήθος γυναίκας αγαπημένης. Αυτό ήμουν αιώνια, αυτό θα είμαι αιώνια, πέρασε αστραπή η στιγμή που στροβιλίστηκες, άγριο χώμα της Κρήτης, κι έγινες αγωνιζόμενος άνθρωπος.
Τι αγώνας, τι αγωνία, τι κυνηγητό του ανθρωποφάγου αόρατου θεριού, τι επικίντυνες ουρανικές και σατανικές δυνάμες η φούχτα τούτη το χώμα ! Ζυμώθηκε μ’ αίμα, δάκρυο και ιδρώτα, γίνηκε λάσπη, γίνηκε άνθρωπος, πήρε τον ανήφορο, να φτάσει -που να φτάσει; Σκαρφάλωνε αγκομαχώντας το σκοτεινό όγκο του Θεού, ‘απλωνε τα χέρια, έψαχνε, έψαχνε και μάχουνταν να βρει το πρόσωπό του.
Κι όταν, τα ολόστερνά ετούτα χρόνια, απελπισμένος πια, ένιωσε πως ο σκοτεινός αυτός όγκος δεν έχει πρόσωπο, τι καινούριος, όλο αναίδεια και τρόμο, αγώνας να πελεκήσει την ακατέργαστη κορφή και να της δώσει πρόσωπο -το πρόσωπό του !
Μα τώρα το μεροκάματο τέλεψε, μαζεύω τα σύνεργά μου. Ας έρθουν άλλοι σβώλοι χώματα να συνεχίσουν τον αγώνα. Είμαστε, εμείς οι θνητοί, το τάγμα των αθανάτων, κόκκινο κοράλλι το αίμα μας, και κτίζουμε απάνω στην άβυσσο ένα νησί.
Χτίζεται ο Θεός, έβαλα κι εγώ το δικό μου κόκκινο πετραδάκι, μια στάλα αίμα, να τον στερεώσω, να μη χαθεί, να με στερεώσει, να μη χαθώ, έκαμα το χρέος μου.
Απλώνω το χέρι, φουχτώνω το μάνταλο της γης, ν’ ανοίξω την πόρτα να φύγω, μα κοντοστέκουμαι στο φωτεινό κατώφλι ακόμα λίγο. δύσκολο, πολύ, να ξεκολλήσουν τα μάτια, τ’ αυτιά, τα σπλάχνα από τις πέτρες και τα χόρτα του κόσμου. λες: Είμαι χορτάτος, είμαι ήσυχος, δε θέλω πια τίποτα, τέλεψα το χρέος και φεύγω. μα η καρδιά πιάνεται από τις πέτρες κι από τα χόρτα, αντιστέκεται, παρακαλάει: «Στάσου ακόμα!»
Μάχουμαι να παρηγορήσω την καρδιά μου, να τη συβάσω να πει λεύτερα το ναι. Να μη φύγουμε σα σκλάβοι, δαρμένοι, κλαμένοι, από τη γης, παρά σα βασιλιάδες που έφαγαν, ήπιαν, χόρτασαν, δε θέλουν πια, και σηκώνουνται από το τραπέζι. Μα η καρδιά χτυπάει ακόμα μέσα στα στήθια, αντιστέκεται, φωνάζει: «Στάσου ακόμα!»
Στέκουμαι, ρίχνω στερνή ματιά στο φως, που αντιστεκεται κι αυτό, σαν την καρδιά του ανθρώπου, και παλεύει. Σύννεφα σκέπασαν τον ουρανό, έπεσε απάνω στα χείλια μου μια χλιαρή ψιχάλα, η γης μύρισε. γλυκιά φωνή, μαυλιστικιά, ανεβαίνει από τα χώματα: «’Ελα.. έλα.. έλα…»
Πλήθυνάν οι ψιχάλες. το πρώτο νυχτοπούλι αναστέναξε, κι ο πόνος του κύλησε από τις νυχτομένες φυλλωσιές, γλυκός πολύ, μέσα στο βρεμένο αέρα. Ησυχία, γλύκα μεγάλη, κανένας στο σπίτι. κο έξω τα χωράφια διψούσαν κι έπιναν μ’ ευγνωμοσύνη, με βουβήν ευδαιμονία, το πρωτοβρόχι. ανασηκώνουντανη γης σα μωρό, κατά τον ουρανό, να βυζάξει.
‘Εκλεισα τα μάτια. κρατούσα πάντα το σβώλο το χώμα της Κρήτης κι ο ύπνος με πήρε. Ο ύπνος με πήρε κι είδα όνειρο: Ξημέρωνε, λέει, ζυγαριάζουνταν αποπάνω μου ο Αυγερινός, έτρεμε, έλεγα τώρα θα πέσει. κι έτρεχα, έτρεχα ανάμεσα στα έρημα άνυδρα βουνά, ολομόναχος. Πέρα στην ανατολή πρόβαλε ο ήλιος. δεν ήταν ήλιος, ήταν ένα προύντζινο ταψί γεμάτο κάρβουνα αναμμένα. Ο αέρας χοχλάκιζε. Κάπου κάπου μια σταχτιά πετροπέρδικα πετούσε από το βράχο, χτυπούσε τα φτερά της και κακάριζε, χαχάριζε και με περγελούσε. ένα κοράκι, σ’ ένα αναγύρισμα του βουνού, τινάχτηκε ως με είδε. σίγουρα θα με περίμενε, και με πήρε ξωπίσω σκώντας τα γέλια. Θύμωσα, έσκυψα, πήρα μιαν πέτρα να του την πετάξω. μα το κοράκι είχε αλλάξει κορμί, είχε γίνει ένα γεροντάκι και μου χαμογελούσε.
Τρόμος με κυρίεψε κι άρχισα πάλι να τρέχω. Στρούφιζαν τα βουνά, στρουφίζουμουν κι εγώ μαζί τους. ολοένα οι κύκλοι στένευαν, μ’ έπιασε ζάλη. Χοροπηδούσαν γύρα μου τα βούνα, ένοιωσα ξαφνικά δεν ήταν ετούτα βουνά ήταν τ’ απολιθώματα προκατακλυσμιαίου εγκέφαλου και μαύρος θεόρατος σταυρός ήταν καρφωμένος δεξιά μου, αψηλά, σε μιαν πέτρα, κι απάνω του ένα θεριακωμένο προύντζινο φίδι σταυρωμένο.
Αστραπή έσκισε το μυαλό μου, φώτισε γύρα μου τα βουνά, είδα: Είχα μπει στο φοβερό στροφιχτό φαράγγι που ‘χαν πάρει, τώρα και χιλιάδες χρόνια, οι Εβραίοι, με το Γεχωβά μπροστάρι, φεύγοντας την ευτυχισμένη παχιά γη του Φαραώ. Το φαράγγι ετούτο στάθηκε το πύρινο αργαστήρι όπου, πεινώντας. διψώντας, βλαστημώντας, σφυροκοπήθηκε η ράτσα του Ισραήλ.
Τρόμος με κυρίεψε, τρόμος και χαρά μεγάλη. ακούμπησα σ’ ένα βράχο να καταλαγιάσει το στροβίλισμα του μυαλού μου, ‘εκλεισα τα μάτια, κι ολομεμιάς τα πάντα γύρα μου αφανίστηκαν. ένα ελληνικό ακρογιάλι απλώθηκε μπροστά μου, θάλασσα σκούρα λουλακιά, κόκκινοι βράχοι, κι ανάμεσα στους βράχους η χαμηλή μπασιά κατασκότεινης σπηλιάς. ‘Ενα χέρι τινάχτηκε μέσα από τον αέρα και σφήνωσε στη φούχτα μου ένα δαδί αναμμένο. Κατάλαβα την προσταγή. έκαμα το σταυρό μου, τρύπωξα μέσα στη σπηλιά.
Γύριζα, γύριζα, τσαλαβουτούσα σε μαύρα παγωμένα νερά, κρέμουνταν απάνω από το κεφάλι μου ογροί, γαλάζοι σταλαχτίτες, ασκώνουνταν από τη γης γιγάντιοι πέτρινοι φαλλοί που στραφτάλιζαν και γελούσαν στη δαδίσια αναλαμπή. ‘Ηταν η σπηλιά ετούτη το θηκάρι μεγάλου ποταμού και το ‘χε παρατήσει αδειανό, γιατί άλλαξε, μέσα στους αιώνες πορεία…
Σούριξε το προύντζινο φίδι θυμομένο. άνοιξα τα μάτια, είδα πάλι τα βουνά, το φαράγγι, τους γκρεμούς. η ζάλη είχε κατασταλάξει. τα πάντα ακινήτησαν, φωτίστηκα, κατάλαβα: όμια και τις πυρπολούμενες γύρα μου οροσειρές τις είχε καταστρέψει ο Γεχωβάς για να περάσει. Είχα μπει μέσα στο φοβερό θηκάρι του θεού, ακολουθούσα, πατούσα τ’ αχνάρια του.
-Αυτός είναι ο δρόμος, φώναξα μέσα στ’ όνειρό μου, αυτός είναι ο δρόμος του ανθρώπου, άλλον δεν έχει!
Κι ως τινάχτηκε από τα χείλια μου ο αυθάδης ετούτος λόγος, ανεμοσίφουνας με τύλιξε, φτερούγες άγριες με σήκωσαν, κι ολομεμιάς βρέθηκα στην κορφή του θεοβάδιστου Σινά. Μύριζε ο αγέρας θειάφι, τα χείλια μου μερμήδιζαν, σα να τ’ αγκύλωσαν αρίφνητες, αόρατες σπίθες. Σήκωσα τα βλέφαρα. ποτέ τα μάτια μου, ποτέ τα σπλάχνα μου δε είχαν χαρεί τόσο απάνθρωπο, τόσο αρμονισμένο με την καρδιά μου όραμα, χωρίς νερό, χωρίς δεντρό, χωρίς ανθρώπους. Χωρίς ελπίδα. Εδώ η ψυχή ενός απελπισμένου ή περήφανου ανθρώπου βρίσκει την άκρα ευδαιμονία.
Κοίταξα το βράχο όπου στεκόμουν . δυο βαθιές γούβες σκαμμένες στο γρανίτη θα ‘ταν οι πατημασιές του προφήτη με τα κέρατα που περίμενε τον πεινασμένο Λιόντα να προβάλει. Εδώ, στην κορφή του Σινά, δεν του ‘χε δώσει προσταγή να περιμένει; Περίμενε.
Περίμενα κι εγώ. ‘Εσκυβα απάνω από τον γκρεμό, αφουκράζουμουν. άξαφνα, μακριά, μακριά πολύ, κουφοβρόντηξαν πατημασιές. Κάποιος ζύγωνε, και τα βουνά κουνιούνταν. έπαιζαν τα ρουθούνια μου -όλος ο αγέρας μύριζε μπροσταρότραγος. «’Ερχεται! ‘Ερχεται!» μουρμούριζα κι έζωνα σφιχτά τη μέση μου. συντάζουμουν να παλέψω.
Αχ, πόσο την είχα λαχταρίσει τη στιγμή ετούτη! Χωρίς να μπαίνει στη μέση και να με παραπλανάει ο αδιάντροπος ορατός κόσμος, ν’ αντικρίσω, πρόσωπο με πρόσωπο, το λιμασμένο θεριό της ζούγκλας τ’ ουρανού. Τον Αόρατο. Τον Ανερχόταγο. Τον αγαθό Πατέρα που τρώει τα παιδιά του και στάζουν τα χείλια του, τα γένια του, τα νύχια του αίματα.
Θα του μιλήσω θερρετά, θα του πω τον πόνο του ανθρώπου, τον πόνο του πουλιού, του δεντρού και της πέτρας, όλοι πήραμε απόφαση, δε θέμε να πεθάνουμε, κρατώ μιαν αναφορά, την υπόγραψαν όλα τα δέντρα, τα πουλιά, τα θεριά, οι ανθρώποι, δε θέμε, Πατέρα, να μας φας, και δε θα φοβηθώ, θα του τη δώσω.
Μιλούσα, παρακαλούσα, έσφιγγα τη μέση μου κι έτρεμα.
Κι εκεί που περίμενα, σα να μετακουνήθηκαν οι πέτρες κι άκουσα μεγάλη αναπνοή.
«Νά τος… νά τος έφτασε ! ». μουρμούρισα και στράφηκα ανατριχιάζοντας.
Μα δεν ήταν ο Γεχωβάς, δεν ήταν ο Γεχωβάς, ήσουν εσύ Παππού, από το αγαπημένο χώμα της Κρήτης, και στέκοσουν μπροστά μου, άρχοντας αυστηρός, με το σφηνωτό γενάκι το κάτασπρο, με τα στεγνά χείλια τα σφιγμένα, με το εκστατικό μάτι, το γεμάτο φλόγες και φτερούγες, και στα μαλλιά σου περιπλέκουνταν ρίζες από θυμάρι.
Με κοίταξες, κι ως με κοίταξες ένοιωσα πως ο κόσμος ετούτος είναι ένα σύννεφο φορτωμένο αστροπελέκι κι άνεμο, σύνεφο κι η ψυχή του ανθρώπου φορτωμένη αστροπελέκι κι άνεμο, κι από πάνω φυσάει ο θεός και σωτηρία δεν υπάρχει.
Σήκωσα τα μάτια, σε κοίταξα. ‘Eκαμα να σου πω: «Παππού, αλήθεια δεν υπάρχει σωτηρία;» μα η γλώσσα μου είχε κολλήσει στο λαρύγγι μου, έκαμα να σε ζυγώσω, μα τα γόνατά μου λύγισαν.
‘Aπλωσες τότε το χέρι, σα να πνίγομουν κι ήθελες να με σώσεις.
Αρπάχτηκα με λαχτάρα από το χέρι σου, πασαλειμμένο ήταν με πολύχρωμες μπογιές, θαρρείς ζωγράφιζε ακόμα, έκαιγε. ‘Aγγιξα το χέρι σου, πήρα φόρα και δύναμη, μπόρεσα να μιλήσω.
-Παππού αγαπημένε, είπα, δώσ’ μου μιαν προσταγή.
Χαμογέλασε, απίθωσε το χέρι απάνω στο κεφάλι μου. δεν ήταν χέρι, ήταν πολύχρωμη φωτιά. ως τις ρίζεςτου μυαλού μου περεχύθηκε η φλόγα.
-Φτάσε όπου μπορείς παιδί μου…
Η φωνή του βαθιά, σκοτεινή, σα νάβγαινε από το βαθύ λαρύγγι της γης.
‘Εφτασε ως τις ρίζες του μυαλού μου η φωνή του, μα η καρδιά μου δεν τινάχτηκε.
-Παππού, φώναξα τώρα πιο δυνατά, δώσ μου μιαν πιο δύσκολη, πιο κρητικιά προσταγή.
Κι ολομεμιάς, ως να τα πω, μια φλόγα σούριξε ξεσκίζοντας τον αέρα, αφανίστηκε από τα μάτια μου ο αδάμαστος πρόγονος με τις περιπλεγμένες θυμαρόριζες στα μαλλιά του κι απόμεινε στην κορφή του Σινά μια φωνή όρθια, γεμάτη προσταγή, κι ο αέρας έτρεμε:
-Φτάσε όπου δεν μπορείς !…
BANK = λατινικά pango από το παγιώ, πήγνυμι. Οι τράπεζες πήραν την ονομασία τους από τα πρώτα ‘τραπέζια’ (πάγκους) της αγοράς. BAR = λατινικά: barra από το μάρα = εργαλείο σιδηρουργού. BOSS = από το πόσσις = ο αφέντης του σπιτιού. BRAVO = λατινικό, από το βραβείο. BROTHER = λατινικά frater από το φράτωρ. CARE = από το καρέζω. COLONIE από το κολώνεια = αποικιακή πόλη. DAY = Οι Κρητικοί έλεγαν την ημέρα ‘δία’. Και: ευδιάθετος = είναι σε καλή μέρα. DISASTER = από το δυσοίωνος + αστήρ DOLLAR = από το τάλλαρον = καλάθι που χρησίμευε ως μονάδα μέτρησης στις ανταλλαγές. π.χ. «δώσε μου 5 τάλλαρα σιτάρι». Παράγωγο είναι το τάλληρο, αλλά και το τελλάρo! DOUBLE = από το διπλούς – διπλός. EXIST = λατινικά ex+sisto από το έξ+ίστημι= εξέχω, προέχω. EXIT = από το έξιτε = εξέλθετε EXCELLENT = Εξ Ελληνων (;) EYES = από το φάεα = μάτια. FATHER = από το πάτερ (πατήρ). FLOWER = λατινικά flos από το φλόος. FOX=Αλεπου απο το Φοξος μακρυκεφαλος! FRAPPER = από το φραγκικό hrappan που προέρχεται από το (F)ραπίζω = κτυπώ ( F= δίγαμμα). GLAMO UR = λατινικό gramo ur από το γραμμάριο. Οι μάγοι παρασκεύαζαν τις συνταγές τους με συστατικά μετρημένα σε γραμμάρια και επειδή η όλη διαδικασία ήταν γοητευτική και με κύρος, το gramou r – glamou r, πήρε την σημερινή έννοια. HEART, CORE = από το κέαρ = καρδιά. HUMOR = από το χυμόρ = χυμός (Στην ευβοϊκή διάλεκτο, όπως αναφέρεται και στον Κρατύλο του Πλάτωνος, το τελικό ‘ ς’ προφέρεται ως ‘ρ’. Π.χ. σκληρότηρ αντί σκληρότης). I = από το εγώ ή ίω, όπως είναι στην βοιωτική διάλεκτο. ILLUSION = από το λίζει = παίζει. ΙS = από το είς. KARAT = εκ του κεράτιον, (μικρό κέρας για τη στάθμιση βάρους). KISS ME = εκ του κύσον με = φίλησέ με (…είπε ο Οδυσσέας στην Πηνελόπη). LORD = εκ του λάρς. Οι Πελασγικές Ακροπόλεις ονομάζονταν Λάρισσες και ο διοικητής τους λάρς ή λαέρτης. Όπως: Λαέρτης – πατέρας του Οδυσσέα). LOVE = λατινικό: love από το ‘λάFω’. Το δίγαμμα (F) γίνεται ‘αυ’ και ‘ λάF ω’ σημαίνει ”θέλω πολύ”. MARMELADE = λατινικά melimelum από το μελίμηλον = κυδώνι. MATRIX = από το μήτρα. MATURITY = λατινικά: maturus από το μαδαρός= υγρός. MAXIMUM = λατινικά: maximum από το μέγιστος. MAYONNAISE = από την πόλη Mayon, που πήρε το όνομά της από το Μάχων = ελληνικό όνομα και αδελφός του Αννίβα. ME = από το με. MEDICINE = λατινικά :medeor από το μέδομαι, μήδομαι = σκέπτομαι, πράττω επιδέξια. Και μέδω = φροντίζω, μεδέων = προστάτης. MENACE = από το μήνις. MENTOR = από το μέντωρ. MINE = από το Μινώαι (= λιμάνια του Μίνωα, όπου γινόταν εμπόριο μεταλλευμάτων. «Κρητών λιμένες, Μίνωαι καλούμεναι». MINOR = λατινικά: minor από το μινύς = μικρός. Στα επίσημα γεύματα είχαν το μινύθες γραμμάτιον, ένα μικρό κείμενο στο οποίο αναγραφόταν τι περιελάμβανε το γεύμα. Παράγωγο το… menu! MODEL = από το μήδος= σχέδιο (η ίδια ρίζα με τη μόδα (= moda). MOKE = από το μώκος = αυτός που χλευάζει. MONEY = λατινικό: moneta από το μονία = μόνη επωνυμία της Θεάς Ήρας: Ηραμονία. Στο προαύλιο του ναού της Θεάς στη Ρώμη ήταν το νομισματοκοπείο και τα νομίσματα έφεραν την παράστασή της, (monetae). MOTHER = από το μήτερ, μάτηρ, μήτηρ. MOVE = από το ομηρικό αμείβου = κουνήσου! MOW = από το αμάω = θερίζω. NIGHT = από το νύχτα. NO = λατινικό: non, ne εκ του εκ του νη: αρνητικό μόριο ( ”νέ τρώει, νέ πίνει”), ή (νηπενθής = απενθής, νηνεμία = έλλειψη ανέμου. PAUSE = από το παύση. RESISTANCE = από το ρά + ίστημι. RESTAURANT = από το ρά + ίσταμαι = έφαγα και στηλώθηκα. RESTORATION = λατινικά restauro από το ρά+ίστημι, όπου το ρά δείχνει συνάρτηση, ακολουθία, π.χ . ρά-θυμος, και ίστημι = στήνομαι. SERPENT = λατινικά serpo από το έρπω (ερπετό). H δασεία ( ‘) προφέρεται ως σ = σερπετό. SEX = από το έξις. Η λέξη δασύνεται και η δασεία μετατρέπεται σε σίγμα και = s + έξις. SIMPLE = από το απλούς (η λέξη δασύνεται). SPACE = από το σπίζω = εκτείνω διαρκώς. SPONSOR από το σπένδω = προσφέρω (σπονδή). TRANSFER από το τρύω (διαπερνώ) + φέρω. Transatlantic = διαπερνώ τον Ατλαντικό. TURBO = από το τύρβη = κυκλική ταραχώδης κίνηση. YES = από το γέ = βεβαίως. WATER = από το Ύδωρ ΥΔΩΡ (νερό), με το δ να μετατρέπεται σε τ .
Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας
έφευγε ξαναγύριζε και μας έφερνε
ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό
ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο
μέσα στο πρωινό χορτάρι
ένα παράξενο κοχύλι που δοκίμαζε
να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας.
H αγάπη μας δεν ήταν άλλη ψηλαφούσε
σιγά μέσα στα πράγματα που μας τριγύριζαν
να εξηγήσει γιατί δε θέλουμε να πεθάνουμε
με τόσο πάθος.
Kι αν κρατηθήκαμε από λαγόνια κι αν αγκαλιάσαμε
μ’ όλη τη δύναμή μας άλλους αυχένες
κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα
εκείνου του ανθρώπου
κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη
μονάχα αυτός ο βαθύτερος καημός να κρατηθούμε
μέσα στη φυγή.
snhell.gr
Η οικογένεια ως βατήρας
Το σπίτι όπου έζησε το παιδάκι που ήμουν κάποτε, και τα πρόσωπα με τα οποία μοιράστηκα την οικογενειακή μου ζωή υπήρξαν ο βατήρας πάνω στον οποίο πάτησα για να εκτελέσω το άλμα προς την ενήλικη ζωή μου.
Η οικογένεια αποτελεί πάντοτε τον βατήρα, και κάποια στιγμή πρέπει να σταθούμε στην άκρη του και να πραγματοποιήσουμε το άλμα προς τον κόσμο και τη μετέπειτα ζωή.
Αν, καθώς πάω να πηδήξω από τον βατήρα, πιαστώ από κάπου και κρεμαστώ, θα μείνω εκεί να κρέμομαι και δεν θα πραγματοποιήσω το ταξίδι μου ποτέ.
Τι καλά που θα ήταν αν βρίσκαμε το θάρρος να πηδήξουμε από τον βατήρα μ” έναν θεαματικό τρόπο! Αυτό μπορεί να γίνει αν ο βατήρας είναι υγιής. Αν η οικογενειακή σχέση είναι υγιής. Αν το ζευγάρι των γονιών είναι υποστηρικτικό.
Ο βατήρας αυτός πατάει πάνω σε τέσσερα βασικά στηρίγματα, τόσο σημαντικά, που αν δεν είναι στέρεα κανένα παιδάκι δεν μπορεί να περπατήσει πάνω του χωρίς να πέσει.
Το πρώτο στήριγμα είναι η αγάπη
Ένα παιδί που δεν ένιωσε ότι το αγάπησαν οι γονείς του, έχει μια θλιβερή ιστορία: θα του είναι πολύ δύσκολο να αγαπήσει τον εαυτό του. Η αγάπη για τον εαυτό μας μαθαίνεται μέσα από την αγάπη που δεχόμαστε από τους γονείς μας. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να διδαχτούμε και αλλιώς, λέω απλώς ότι αυτός είναι ο καλύτερος τόπος και τρόπος για να το μάθουμε. Και βέβαια, ένα παιδί που δεν αγαπήθηκε δεν μπορεί ούτε το ίδιο να αγαπήσει, κι αν έτσι έχει συμβεί στη ζωή του, τι μπορεί να κάνει αργότερα στις σχέσεις του με τους άλλους;
Ο βατήρας που δεν έχει αυτό το στήριγμα είναι επικίνδυνος. Είναι δύσκολο να βαδίσει κανείς πάνω του. Είναι ένας βατήρας χωρίς ισορροπία.
Το δεύτερο στήριγμα είναι η εκτίμηση
Αν η οικογένεια δεν έχει ένα καλό απόθεμα αυτοεκτίμησης, αν οι γονείς θεωρούν ότι οι ίδιοι είναι ένα τίποτα, τότε και το παιδί θα αισθάνεται ένα τίποτα. Αν προέρχεται κανείς από ένα σπίτι όπου δεν τον εκτιμούν και δεν θεωρούν ότι αξίζει, δυσκολεύεται να πιστέψει ο ίδιος για τον εαυτό του ότι αξίζει. Τα σπίτια με ένα καλό επίπεδο αυτοεκτίμησης διαθέτουν κατάλληλους βατήρες.
Η Βιρτζίνια Σατίρ λέει: «Στις καλές οικογένειες, η χύτρα της αυτοεκτίμησης του σπιτιού είναι γεμάτη». Που σημαίνει: οι γονείς πιστεύουν ότι είναι αξιόλογοι άνθρωποι, πιστεύουν ότι τα παιδιά τους αξίζουν, ο μπαμπάς πιστεύει ότι η μαμά αξίζει, η μαμά πιστεύει ότι ο μπαμπάς αξίζει, ο μπαμπάς και η μαμά πιστεύουν ότι έχουν μια οικογένεια που αξίζει, και είναι κι οι δύο υπερήφανοι για την ομάδα που έχουν φτιάξει.
Όταν έρχεται σπίτι το παιδί και λέει: «Τι ωραία που είναι αυτή η οικογένεια!» τότε ξέρουμε πως ο βατήρας είναι γερός.
Όταν έρχεται το παιδί σπίτι και λέει: «Μπορώ να πάω να μείνω στο σπίτι της θείας Μαργαρίτας;»… τότε έχουμε πρόβλημα.
Όταν λέει ο πατέρας στο παιδί: «Γιατί τότε δεν πας να μείνεις με τη θεία σου τη Μαργαρίτα;» πάλι κάτι συμβαίνει.
Το τρίτο στήριγμα είναι οι κανόνες
Στην οικογένεια πρέπει να υπάρχουν κανόνες, με τη μόνη προϋπόθεση ότι δεν θα είναι αυστηροί. Οι κανόνες πρέπει να είναι ευέλικτοι, ελαστικοί, αμφισβητήσιμοι, συζητήσιμοι και διαπραγματεύσιμοι. Πάντως, πρέπει να υπάρχουν. Ακριβώς όπως πιστεύω ότι οι κανόνες στην οικογένεια υπάρχουν για να μπορεί κανείς να τους παραβεί και είναι δική μας υποχρέωση να βάζουμε καινούργιους, πιστεύω και ότι η διαδικασία αυτή πρέπει να βασίζεται σε μια χρονική στιγμή που τα παιδιά έχουν μάθει να μεγαλώνουν και να ωριμάζουν σ” ένα περιβάλλον με ασφάλεια και προστασία.
Αυτό είναι το περιβάλλον της οικογένειας. Οι κανόνες αποτελούν το πλαίσιο ασφάλειας και πρόβλεψης που είναι αναγκαίο για την ανάπτυξη μου. Ένα σπίτι χωρίς κανόνες δημιουργεί έναν βατήρα πάνω στον οποίο το παιδί δεν μπορεί να σταθεί για να κάνει το άλμα του στον κόσμο…
Το τελευταίο στήριγμα είναι η επικοινωνία
Για να μπορέσει να πραγματοποιηθεί το άλμα, είναι αναγκαίο να υπάρχει διαρκής και έντιμη επικοινωνία. Με κανένα άλλο θέμα δεν έχουν ασχοληθεί τόσο πολύ τα εγχειρίδια ψυχολογίας, όσο με αυτό της επικοινωνίας. Να διαβάζετε μαζί σαν ζευγάρι, να κουβεντιάζετε με τα παιδιά σας, να συζητάτε όλοι μεταξύ σας με την τηλεόραση κλειστή… Αυτός είναι ένας τρόπος για να ενισχυθεί η επικοινωνία, όχι όμως ο πιο σημαντικός.
Ουσιαστικό είναι αυτό που ξεκινάει με ερωτήσεις που κάνει κανείς με αληθινό ενδιαφέρον, μέσα από την καρδιά του: Πώς είσαι; Πώς τα πέρασες σήμερα; Θέλεις να κουβεντιάσουμε;
Και σ” αυτό το στήριγμα —αποκλειστικά σ” αυτό το στήριγμα—, στηρίζεται η δυνατότητα επανόρθωσης των υπολοίπων.
Αγάπη, εκτίμηση, κανόνες και επικοινωνία: πάνω σ” αυτόν τον βατήρα στέκεται το παιδί νια να κάνει το άλμα του στη ζωή. Για να βαδίσει, καταρχάς, τον δρόμο της αυτοεξάρτησης και, στη συνέχεια, τον δρόμο της συνάντησης με τους άλλους.
~ Απόσπασμα από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάι «Ο Δρόμος της Συνάντησης» Εκδόσεις OPERA
_________________
Πηγή: enallaktikidrasi.com
H εκπαιδευτική ιστοσελίδα «Open Syllabus Explorer» κατέταξε την «Πολιτεία» του Πλάτωνα στην πρώτη θέση των βιβλίων που έχουν μελετηθεί περισσότερο στα οκτώ κορυφαία πανεπιστήμια των Ηνωμένων Πολιτειών και, σύμφωνα με τις διεθνείς αξιολογήσεις, κορυφαία και του κόσμου. Τα οκτώ κορυφαία πανεπιστήμια συνθέτουν τη λεγόμενη Ivy League της ανώτατης εκπαίδευσης στις ΗΠΑ. Σε αυτήν ανήκουν τα πανεπιστημιακά ιδρύματα του Χάρβαρντ, του Πρίνστον, του Μπράουν, της Πενσυλβάνιας, του Γέιλ, του Κόρνελ, το πανεπιστήμιο Κολούμπια, καθώς και το Ντάρτμουθ Κόλετζ.
Την ίδια στιγμή η «Πολιτεία» είναι το δεύτερο πιο διαβασμένο βιβλίο σε όλα τα αμερικανικά πανεπιστήμια, λίστα στην οποία συμπεριλαμβάνονται δύο ακόμη σημαντικά έργα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας: η «Ηθική» του Αριστοτέλη και η τραγωδία του Σοφοκλή «Οιδίπους Τύραννος».
Οι ερευνητές της ιστοσελίδας κατέληξαν σε αυτό το αποτέλεσμα εξετάζοντας την on line βάση δεδομένων για τα βιβλία που μελετήθηκαν την τελευταία δεκαετία σε πάνω από ένα εκατομμύριο «courses» των αμερικανικών πανεπιστημίων.
Στη σχετική λίστα ακολουθούν η «Σύγκρουση των Πολιτισμών» του Σάμιουελ Χάντιγκτον, το «The Element of style» του Ουίλιαμ Στρανκ, ο «Λεβιάθαν» του Χομπς, ο «Ηγεμόνας» του Μακιαβέλι, η «Δημοκρατία στην Αμερική» του Αλέξις ντε Ντοκβίλ, η «Θεωρία της Δικαιοσύνης» του Τζον Ρόουλς, το «Γράμμα από τη φυλακή του Μπέρμιγχαμ» του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, το «Περί ελευθερίας» του Τζον Στιούαρτ Μιλ και η «Εξέλιξη της συνεργασίας» του Ρόμπερτ Άξελροντ. Το βιβλίο που έχει μελετηθεί περισσότερο σε όλα τα αμερικανικά πανεπιστήμια είναι το «The Element of style» και ακολουθεί η «Πολιτεία» στη δεύτερη θέση, ενώ στην πέμπτη θέση είναι η «Ηθική» του Αριστοτέλη. Σε αυτήν τη λίστα βρίσκεται και το «Κομουνιστικό Μανιφέστο» του Μαρξ (τέταρτη θέση). «Ο Οιδίπους Τύραννος» είναι στην όγδοη θέση, μία πιο πάνω από τον «Φρανκενστάιν» της Μέρι Σέλεϊ.
«Υπάρχουν δύο τρόποι να λάβεις μόρφωση από την Ivy League» σημειώνει η εφημερίδα Ουάσινγκτον Ποστ, παρουσιάζοντας τη μελέτη. «Ο ένας είναι να ξοδέψεις 200.000 δολάρια για να σπουδάσεις σε ένα από τα αμερικανικά πανεπιστήμια που θεωρούνται ανάμεσα στα κορυφαία του κόσμου. Ο άλλος είναι να διαβάσεις τα βιβλία που διδάσκονται στα μαθήματα αυτών των πανεπιστημίων».
Πηγή:lifo.gr
Μετά από λίγο μαθαίνεις
την ανεπαίσθητη διαφορά
ανάμεσα στο να κρατάς το χέρι
και να αλυσοδένεις μια ψυχή.
Και μαθαίνεις πως Αγάπη δε σημαίνει στηρίζομαι
και συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια.
Και αρχίζεις να μαθαίνεις
πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια
και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις.
Και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου
με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα
με τη χάρη μιας γυναίκας
και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού.
Και μαθαίνεις να φτιάχνεις
όλους τους δρόμους σου στο Σήμερα,
γιατί το έδαφος του Αύριο
είναι πολύ ανασφαλές για σχέδια
…και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο
να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής.
Μετά από λίγο καιρό μαθαίνεις…
Πως ακόμα κι η ζέστη του ήλιου
μπορεί να σου κάνει κακό.
Έτσι φτιάχνεις τον κήπο σου εσύ
αντί να περιμένεις κάποιον
να σου φέρει λουλούδια.
Και μαθαίνεις ότι, αλήθεια, μπορείς να αντέξεις
Και ότι, αλήθεια, έχεις δύναμη
Και ότι, αλήθεια, αξίζεις
Και μαθαίνεις… μαθαίνεις
…με κάθε αντίο μαθαίνεις.
~ Jorge Luis Borges, “Μαθαίνεις”
__________________
Πηγή: espejoparaperdedores.blogspot.gr
by Αντικλείδι
(από τη Σταυρούλα)
Δεν ήσουν εδώ… Ήσουν πάλι με τους δράκους σου φίλε!
Κάναμε ποδήλατο μαζί… Αλλά εσύ αλυσσοδεμένος, τους είχες βγάλει
ξανά βόλτα.
Σε άκουσα να λες ότι φοβάσαι το αύριο.
Για το τώρα, αυτή τη στιγμή που ζούμε “μαζί”, ούτε λέξη…
Μου είπες πως έχεις βαρεθεί να περιμένεις.
Αλλά όταν σε ρώτησα να μου περιγράψεις τι; Δεν ήξερες την απάντηση.
Άρχισες πάλι να αοριστολογείς για ιδανικά και χαμένες ευκαιρίες.
Για προσδοκίες και όνειρα που ταΐστηκες απο μικρός.
Για τα παραμύθια που σε γοήτευσαν κι ας είχαν δράκους, γιατί εσύ
εκπαιδεύτηκες πως για να προστατευθείς, αμέσως ΕΠΡΕΠΕ να χτίσεις
το δικό σου φρούριο προστασίας.
Και το δικό σου συγκεκριμένα, ήταν φτιαγμένο απο λεφτά. Πολλά λεφτά!
Κι απο τότε κλεισμένος μέσα στο κάστρο σου περιμένεις να φανούν
οι δράκοι, μάταια αναβάλοντας τη ζωή σου για κάτι απειλητικό
που ΘΑ έρθει.
Και η ζωή σου φεύγει περιμένοντας τους δράκους, με φόβο
μήπως το κάστρο που έφτιαξες για να σε “προστατεύει” αν θα αντέξει
να είναι ασφαλές…
Ώσπου μια θεομηνία, ένας μεγάλος σεισμός, ένας κατακλυσμός σωριάζει μεμιάς το κάστρο σου, και μένεις έρμαιο των δράκων.
Αισθάνεσαι γυμνός. Τρέμεις περιμένοντας απροστάτευτος πια να φανούν
οι δράκοι να σε κατασπαράξουν.
Τι έκπληξη! Απο τότε έχουν περάσει οι μέρες, οι βδομάδες, οι μήνες…
Αλλά κανένας δράκος δεν σου έστειλε ούτε SMS!
Και τότε συνειδητοποιείς, ότι δράκοι ΔΕΝ υπάρχουν.
Υπάρχεις μόνο εσύ και οι φόβοι σου, φίλε.
Και η δύναμη που έχεις παραδώσει στο μυαλό σου για να κατασκευάζει
μια ζωή που νοσταλγεί το χθές και τρέμει το αύριο.
Κι έχεις ξεχάσει την πραγματική ζωή που πηγάζει απο την καρδιά σου.
Αυτή που δεν έχει τίποτα να φοβηθεί, γιατί ξέρει μόνο να αγαπάει και
να προσφέρει.
Με πολλή συμπόνια,
Ο Δράκος σου
Του Bisba : Ο Bisba είναι διαφημιστής και κειμενογράφος. Μαγεύεται απο τον κόσμο των ιδεών και απογειώνεται όταν αυτές υλοποιούνται. Ως αμετανόητος υλιστής, συνειδητοποίησε τη ματαιότητα του “έχω” και ξεκίνησε την αναζήτηση του “είμαι”. Με ή χωρίς ποδήλατο σ΄αυτό το ταξίδι της γνώσης σημασία έχουν οι ιστορίες στη διαδρομή…
πηγή : http://enallaktikidrasi.com
Απαρηγόρητο το βλέμμα.Η ζωή με ρούχα δανεικά.Ψίχουλα η τροφή .Eπιβίωση το νέο της όνομα.Ένα πρωτόγονο, πρωτόγνωρο σκοτάδι απλώνεται.Το φως του κεριού λιγοστό για να φωτίσει τα πρόσωπα.Σκιές.Τα βήματα μικρά, τυφλά, φοβισμένα, τρομοκρατημένα.Δεμένοι στην ανάγκη.Νέος μεσαίωνας χωρίς σπορά αναγέννησης.Απαθείς, αδιάφοροι, συμβιβασμένοι, παρατηρητές εκείνων που ανίερα, ύπουλα, άπληστα, υστερόβουλα απαξιούν κι αξιώνουν, απαιτούν και προστάζουν.Μιλούν για λογαριασμό μου, αποφασίζουν.Άνομοι ,παράνομοι ,θεριά ανήμερα που ζητούν όλο και πιο πολύ όλο και πιο πολλά. Πού είναι ο ουρανός, η γη, η θάλασσά μου; Άλλαξε ρότα ο ήλιος; Πού είναι η ανατολή και πού η δύση;Πού είναι ο άνθρωπος; Πού φυγαδεύθηκε η ελπίδα; Πού κρύφτηκε ο πολιτισμός; Σιωπή απόκοσμη, αλλόκοτη.Πρόσφυγας ή μετανάστης, δούλος, είλωτας ή μέτοικος .Χωρίς την ελευθερία απομένει ένα σώμα δίχως πνεύμα. Νεκρό. Αναζητώ ελεύθερο πολίτη κι ελευθερωτή.Ένας και μόνο άνθρωπος με δύναμη , με σθένος, με όραμα κάπου εδώ, κάπου δίπλα μου ,εντός μου.Αργά δεν είναι.Από τη λήθη στην αλήθεια.Από την επίφαση της ζωής στη ζωή.Πυρήνας της η ελευθερία.Αξίωμα,δικαίωμα και δίκιο.Και πριν από αυτά ιερό καθήκον.”Δε σηκώνει η ψυχή μου σκλάβα γη”
Από Palmografos.com:
Μονάχα με την ποίηση
Δε θα χαθούν ποτέ
Τα μεγάλα ιστιοφόρα της αυγής
Ούτε τα φώτα ούτε η χαρά
Ούτε τα δέντρα ούτε η νύχτα
Μονάχα με την ποίηση
Θα ‘μαστε ακόμα ικανοί
Να βλέπουμε και ν’ αγαπούμε
Να ονομάζουμε τα πράγματα
Με τις πιο καθημερινές λέξεις
Και μ’ ένα βλέμμα να οδηγούμαστε
Σε μιαν αλήθεια οριστική
Μονάχα με την ποίηση
Θα μεγαλώσουνε τα στάχυα
Και τα στήθη των κοριτσιών
Το ποτάμι θ’ απομείνει ποτάμι
Η θάλασσα θάλασσα
Κι ο ουρανός ουρανός
Μονάχα με την ποίηση
Θ’ ανακαλύψουμε ξανά τ’ αστέρια
Μέσα στις καπνοδόχες
Κι όλη τη θλίψη που ενδημεί
Στο βάθος των ματιών
Και θα μπορέσουμε να ξαναβρούμε
Το γενέθλιο χωριό μας
Παραχωμένο μες στα χιόνια
Μονάχα με την ποίηση
Θ’ ανακαλύψουμε ξανά τον έρωτα
Και πατώντας από κλωνί σε κλωνί
Κι από ελπίδα σ’ ελπίδα
Θα εγκαθιδρύσουμε
Την αγνή βασιλεία των φτερών

