ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΩΑΝΝΑ
Αν φανταστούμε την ερωτική-συντροφική σχέση σαν ένα πυρήνα με ζωή μέσα του
και γύρω του και με έντονη και αδιάκοπη αλληλεπίδραση του μέσα με το γύρω, εύκολα θα διαπιστώσουμε ότι οι πιέσεις που δέχεται τόσο στο εσωτερικό όσο και απ’ έξω αυξάνονται συνεχώς κι ο πυρήνας αυτός συμπιέζεται τρομερά.
Μέσα στον «πυρήνα» υπάρχουν δύο άνθρωποι με συναισθηματικές ανάγκες που δεν καλύπτονται πια επαρκώς από άλλες κοινωνικές σχέσεις (συγγενικές, φιλικές ακόμη και απλά γειτονικές ή επαγγελματικές) και γι’ αυτό «περιμένουν» πάρα πολλά απ’ το σύντροφο τους. Απ’ έξω υπάρχουν επαγγελματικές και οικονομικές πιέσεις και ανασφάλεια, αυξημένες καταναλωτικές ανάγκες, κινητικότητα, δύο ή περισσότερες δουλειές, άγχος που επιβαρύνει τον καθένα χωριστά και αναπόφευκτα πιέζει τη σχέση.
Πάρα πολλές σχέσεις δεν αντέχουν την πίεση και «σπάνε». Αυτό το «σχήμα» είναι ένας τρόπος να δούμε και να εξηγήσουμε κάπως συνοπτικά το τι συμβαίνει και οι άνθρωποι μένουν χωρίς σύντροφο, αλλά φυσικά υπάρχουν και πολλοί επιμέρους λόγοι.
Διαπιστώθηκε σε έρευνες που έγιναν, ότι έχουν αλλάξει οι προσδοκίες των νεώτερων γενεών από τις συντροφικές σχέσεις σε σύγκριση με τις παλιότερες. Πιο συγκεκριμένα, άντρες και γυναίκες γεννημένοι μεταξύ 1916-1945 θεωρούσαν υλιστικές αξίες (παροχή οικονομικής και φυσικής ασφάλειας) πολύ σημαντικές σαν κριτήρια επιλογής συντρόφου.
Για αυτούς που γεννήθηκαν μεταξύ 1945-1991 μπαίνουν σε πρώτη μοίρα αξίες όπως η κατανόηση, η ικανότητα επικοινωνίας, η ελκυστικότητα. Ενώ όμως οι πρώτες είναι πολύ συγκεκριμένες και εύκολα αναγνωρίσιμες, οι δεύτερες είναι δύσκολο να προσδιοριστούν και πολύ εύκολο να μεταβληθούν ή να αμφισβητηθούν. Έτσι λοιπόν μας συμβαίνει τη μια μέρα να πιστεύουμε ότι βρήκαμε τον άνθρωπο που πληροί όλα όσα επιθυμούμε από το σύντροφο μας και την άλλη να αναρωτιόμαστε τι κοινό έχουμε εμείς μ’ αυτό τον άνθρωπο.
Ένας άλλος πολύ σημαντικός παράγοντας που έχει κάνει δύσκολη τόσο τη δημιουργία όσο και τη διατήρηση των σχέσεων είναι η τρομερή σύγχυση που επικρατεί σε σχέση με τους ρόλους των δύο φύλων. Μέσα στον ψυχισμό των ανδρών και των γυναικών διεξάγεται μια πραγματική μάχη μεταξύ παλιών και νέων προτύπων, τα οποία φαίνεται πως στους νέους ανθρώπους και σ’ αυτή την εποχή που διανύουμε είναι εξίσου ισχυρά.
Τι σημαίνει είμαι άντρας/ γυναίκα, τι περιμένω, τι επιθυμώ, τι απαιτώ από τον εαυτό μου και τι από το άλλο φύλο, είμαι τελικά το δυνατό ή το αδύναμο φύλο, θέλω να εξαρτώμαι (συναισθηματικά, κοινωνικά, οικονομικά) ή, θέλω ανεξαρτησία, θέλω να δεσμευτώ ή θέλω ελευθερία, θέλω να φροντίσω ή θέλω να με φροντίσουν, θέλω παιδιά και οικογένεια ή μπορώ και χωρίς αυτά;
Υπό την πίεση όλων αυτών των διλημμάτων οι σχέσεις συχνά μοιάζουν βουνό, φυλακή, άπιαστο όνειρο, ανεπιθύμητος μπελάς ή όλα αυτά μαζί, ανάλογα με την ψυχική κληρονομιά και την ιδιοσυγκρασία του καθένα.
Υπάρχουν άνθρωποι που είναι φτιαγμένοι για να είναι μόνοι;
Είμαστε κοινωνικά ζώα, και μέχρι στιγμής τουλάχιστον δεν έχει αποδειχθεί το αντίθετο. Αυτό σημαίνει ότι ο κανόνας είναι πως (ο καθένας με τον τρόπο του) αποζητάμε τη συντροφικότητα και οι λίγες μάλλον εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα.
Υπάρχουν άνθρωποι που δεν τα καταφέρνουν να κάνουν ή να διατηρήσουν σχέσεις, όχι γιατί «είναι φτιαγμένοι» για να είναι μόνοι αλλά μάλλον γιατί δεν έμαθαν (στα πρώτα χρόνια της ζωής τους) να κάνουν σχέσεις με τρόπο που να ικανοποιούνται τόσο οι ίδιοι όσο και αυτοί με τους οποίους σχετίζονται.
Πώς μπορεί να περνάει καλά κάποιος το διάστημα που είναι μόνος και δεν έχει κάποια σχέση;
Όλα δείχνουν πως το πόσο καλά ή άσχημα νιώθουμε μέσα σε μία κατάσταση δεν εξαρτάται τόσο από τις αντικειμενικές συνθήκες που αντιμετωπίζουμε όσο από τη δική μας υποκειμενική αξιολόγηση της κατάστασης αυτής σε σχέση με τις προσδοκίες μας.
Αν θέλουμε να βρούμε εδώ και τώρα τη σχέση της ζωής μας κι αυτή αργεί, μπορεί να νιώθουμε δυστυχισμένοι, ακόμα κι αν τα περισσότερα πράγματα στη ζωή μας πάνε καλά. Ίσως λοιπόν, ένας τρόπος να περνάμε καλύτερα, έστω και χωρίς σχέση, να είναι το να εκτιμήσουμε περισσότερο αυτά που έχουμε εκείνη τη στιγμή και να ασχοληθούμε περισσότερο με ό,τι καλό έχουν να μας δώσουν αυτά αντί να αισθανόμαστε ελλιπείς επειδή δεν έχουμε σχέση. Άλλωστε όσο πιο καλά καταφέρνει να περνάει κανείς όταν είναι μόνος του, τόσο πιο πολλές πιθανότητες έχει να περνάει καλά και μέσα σε μια σχέση.
Τι μπορεί να κάνει κάποιος που δυσκολεύεται να βρει ταίρι;
Αυτό που σίγουρα δεν πρέπει να κάνει είναι να ζει μέσα στη δυστυχία περιμένοντας ότι μόλις βρει ταίρι θα γίνει ευτυχισμένος, αυτή είναι η σίγουρη συνταγή της αποτυχίας. Καταρχήν να σκέφτεται ότι κάπου ανάμεσα στους τόσους πολλούς ανθρώπους τριγύρω, δεν μπορεί, υπάρχουν σίγουρα περισσότεροι από έναν που θα μπορούσαν να είναι «το ταίρι του» κι ότι κάποια στιγμή θα το βρει!
Απαραίτητο, όπως και για τα περισσότερα πράγματα που μας δυσκολεύουν, είναι να αναθεωρήσουμε ή να χαμηλώσουμε τις προσδοκίες μας. Λέγεται βέβαια εύκολα και γίνεται πολύ δύσκολα αλλά είναι η Νο 1 δυσκολία των ανθρώπων της εποχής μας. Κανένας σύντροφος δεν μπορεί να τα έχει όλα, καμία σχέση να μας προσφέρει τα πάντα και να μας δώσει εγγύηση ζωής. Υπάρχουν όμως πάρα πολλοί που μπορούν να μας δώσουν αρκετά και με κάποιον απ’ αυτούς αξίζει να το προσπαθήσουμε.
Κείμενο: Λουίζα Βογιατζή, Ψυχολόγος
Πηγή: mypsychologist.gr
Κάποτε κλήθηκε ο Ιπποκράτης στα Άβδηρα να εξετάσει για τρέλα τον Δημόκριτο, διότι υπήρχαν παράπονα για αυτόν ότι δεν φέρεται φυσιολογικά, και ότι γελάει με παράξενο τρόπο, κάθε φορά που αντίκριζε ανθρώπους. Ακολουθεί μέρος της «εξέτασης».
Ιπποκράτης: Λέγε στο όνομα των Θεών, μήπως λοιπόν όλος ο κόσμος νοσεί χωρίς να το αντιλαμβάνεται και δε μπορεί να ζητήσει από πουθενά βοήθεια για θεραπεία, γιατί τι θα υπήρχε πέρα από αυτόν;
Δημόκριτος: Υπάρχουν άπειροι κόσμοι Ιπποκράτη και μη παίρνεις για τόσο λίγη και μικρή τη φύση που έχει τόσο πλούτο.
Ιπποκράτης: Αλλά αυτά Δημόκριτε, θα τα διδάξεις άλλη στιγμή πιο κατάλληλη, γιατί τώρα φοβάμαι μήπως και για το άπειρο ακόμη συζητώντας αρχίσεις να γελάς. Τώρα όμως ξέρε πως θα δώσεις λόγο στον κόσμο για το γέλιο σου.
Εκείνος τότε με κοίταξε έντονα και είπε:
«Εσύ νομίζεις πως δύο είναι οι αιτίες του γέλιου μου, τα καλά και τα άσχημα. Εγώ όμως γελώ με ένα μόνο, τον άνθρωπο, τον γεμάτο ανοησία, κενό από οτιδήποτε σωστό, που όλα του τα σχέδια μοιάζουν με του μικρού παιδιού και που υποφέρει τους αβάσταχτους μόχθους χωρίς να υπάρχει καμιά ωφέλεια.
Τον άνθρωπο που χωρίς να γνωρίζει μέτρο στην επιθυμία του πορεύεται ως τα πέρατα της γης και τα έγκατά της που δεν έχουν όρια, λιώνοντας το ασήμι και το χρυσάφι που ποτέ δεν σταματά να αποκτά, πάντα κάνοντας θόρυβο για περισσότερα για να μην πέσει σε λιγότερα και δεν ντρέπεται να ονομάζεται ευτυχισμένος, ενώ σκάβει στα βάθη της γης χρησιμοποιώντας αλυσοδεμένα χέρια, ανθρώπων από τους οποίους σε άλλους υποχωρεί η γη και τους πλακώνει και άλλους ο καταναγκασμός αυτός τους κρατάει χρόνια σε αυτή την κόλαση σαν να ήταν η πατρίδα τους, μαζεύοντας ασήμι και χρυσό, ψάχνοντας ίχνη της σκόνης και ψήγματα, σηκώνοντας εδώ κι εκεί σωρούς από άμμο, ανοίγοντας τις φλέβες της γης, σπάζοντας τους σβώλους και το χώμα για την απόκτηση περιουσίας, κάνοντας τη μητέρα γη εχθρική και άλλοτε θαυμάζοντάς την κι άλλοτε καταπατώντας την, ενώ αυτή είναι πάντοτε η ίδια.
Πόσο γέλιο προκαλεί την επίμοχθη και κρυφή γη να αγαπούν και να υβρίζουν τη φανερή. Άλλοι αγοράζουν σκυλιά, άλλοι άλογα κι άλλοι βάζοντας σύνορα σε μια μεγάλη περιοχή την ονομάζουν ιδιωτική τους περιουσία. Άλλοι πάλι που θέλουν να έχουν στην κατοχή τους μεγάλη έκταση, δεν το μπορούν μόνοι τους. Τότε σπεύδουν να παντρευτούν γυναίκες που ύστερα από λίγο καιρό τις διώχνουν, τις αγαπούν, τις μισούν, κάνουν παιδιά επειδή τα θέλουν κι ύστερα τα διώχνουν τελείως.
Τι είναι αυτή η κενή από περιεχόμενο και αλόγιστη βιασύνη που σε τίποτα δεν διαφέρει από τη μανία;
Πολεμούν τους ομοφύλους τους και δεν επιθυμούν την ησυχία. Στήνουν ενέδρες στους βασιλιάδες, διαπράττουν φόνους, σκάβουν τη γη ζητώντας ασήμι κι όταν το βρουν θέλουν να αγοράσουν γη κι όταν αγοράσουν τη γη πουλούν τους καρπούς της και πουλώντας τους καρπούς της πάλι παίρνουν ασήμι. Πώς βρίσκονται συνέχεια σε μεταβολή, πώς μεταβάλλουν συνέχεια την κατάστασή τους.
Όταν δεν έχουν περιουσία, ποθούν να την αποκτήσουν, όταν την έχουν την κρύβουν, την εξαφανίζουν. Κοροϊδεύω εκείνους που τους συμβαίνουν ατυχίες, γελάω ακόμη περισσότερο με εκείνους που είναι δυστυχισμένοι, γιατί έχουν παραβεί τους νόμους της αλήθειας, φιλονικώντας με έχθρα μεταξύ τους, μαλώνοντας με τ’ αδέρφια τους, τα παιδιά τους, τους συμπολίτες τους, κι όλα τούτα τα κάνουν για ν’ αποκτήσουν πράγματα που κανείς όταν πεθάνει δεν τα εξουσιάζει.
Σκοτώνουν ο ένας τον άλλον, δεν σέβονται τους νόμους, αδιαφορούν για τη δύσκολη κατάσταση των φίλων και της πατρίδας τους, πλουτίζουν με πράγματα ανάξια που δεν έχουν ψυχή, δίνουν όλη την περιουσία τους για να αγοράσουν ανδριάντες, γιατί τους φαίνεται πως τα αγάλματα μιλούν, αλλά τους ανθρώπους που μιλούν λέγοντας την αλήθεια τους μισούν. Ζητούν ότι τους είναι δύσκολο, γιατί όταν κατοικούν στη στεριά ποθούν τη θάλασσα κι όταν μένουν σε νησί ποθούν την ηπειρωτική χώρα κι όλα τα διαστρέφουν με βάση τη δική τους επιθυμία. Φαίνονται πως επαινούν την ανδρεία στον πόλεμο, αλλά κάθε μέρα νικιούνται από την ακολασία, τη φιλαργυρία κι όλα τα άλλα πάθη από τα οποία πάσχουν. Είναι όλοι τους Θερσίτες της ζωής.
Τώρα, όμως, καθώς χάνουν το μυαλό τους και γεμίζουν αλαζονεία για όσα υπάρχουν στη ζωή, σαν αυτά να ήταν πάντα σταθερά, χωρίς να περνά από τον νου τους πόσο άτακτη είναι η πορεία των πραγμάτων, είναι δύσκολο να διδαχτούν. Γιατί θα αρκούσε για να τους φρονηματίσει η μεταβολή των πάντων, που κάνοντας απότομη στροφή μας επιτίθεται και επινοεί κάθε είδους αιφνιδιαστική τροχηλασία.
Αυτοί, όμως, σαν να βάδιζαν σε σταθερό και σίγουρο δρόμο, ξεχνούν τις συμφορές που τους βρίσκουν συνεχώς και με διάφορους τρόπους επιθυμούν αυτά που φέρνουν λύπη, επιζητούν εκείνα που τους βλάπτουν και ρίχνονται σε μεγάλες συμφορές.
Γιατί λοιπόν, Ιπποκράτη, μέμφθηκες το γέλιο μου; Γιατί κανένας δεν γελά με τη δική του ανοησία, αλλά καθένας κοροϊδεύει την ανοησία του άλλου. Το γέλιο μου κατακρίνει την απερισκεψία των ανθρώπων, το ότι δεν έχουν ούτε μάτια ούτε αυτιά.»
Φεύγοντας, έφτασα τους Αβδηρίτες που με περίμεναν στον λόφο απ’ όπου παρακολουθούσαν και τους είπα: Μεγάλη χάρη σας χρωστώ για την πρόσκλησή σας- γιατί είδα τον Δημόκριτο, τον σοφότατο, που διερεύνησε και κατάλαβε την πραγματικότητα της ανθρώπινης φύσης, τον μόνο που έχει τη δύναμη να σωφρονίσει τους ανθρώπους.
Επιστολαί – Ο Ιπποκράτης χαιρετά τον Δαμάγητο
Πηγή: spiritscience
Αντικλείδι , http://antikleidi.com
Στο «As one» (10 Μαρτίου με 24 Απριλίου), 6 Ελληνες καλλιτέχνες παρουσιάζουν περφόρμανς για 7 εβδομάδες, επί 8 ώρες την ημέρα με συνεργάτες το κοινό της Αθήνας.
Ακραία δοκιμασία και για τους καλλιτέχνες, μόνο με αφεψήματα. Επίσης έκαναν αφωνία και μπάνιο γυμνοί στο χιόνι. Ετσι γεννήθηκε η προετοιμασία του πρότζεκτ. Με τιτάνια βούληση ώστε να μπορείς να επαναλαμβάνεις επί μήνες το ίδιο πράγμα.
Γιατί περφόρμανς και γιατί στην Ελλάδα; «Γιατί είμαι από την τέως Γιουγκοσλαβία» είπε η Μαρίνα Αμπράμοβιτς, «Είμαστε γείτονες και αισθάνομαι κατά κάποιο τρόπο σαν να βρίσκομαι στο σπίτι μου, χωρίς όμως τον πόνο του πολέμου». Όσον αφορά στα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα και το θέμα του προσφυγικού, η Μαρίνα Αμπράμοβιτς σημείωσε ότι «η τέχνη μπορεί να αλλάξει τον κόσμο και η λειτουργία του καλλιτέχνη είναι να φέρει οξυγόνο, όπου πάει. Αν το σκεφτείς αυτό η τέχνη είναι συνεισφορά και αν αλλάξουν και συνειδήσεις, η συνεισφορά είναι ακόμα μεγαλύτερη».
Είναι η περφόρμανς τέχνη; Εδώ η Νο1 περφόρμερ στον κόσμο μας άφησε με ένα ερωτηματικό… Ναι θεωρεί την περφόρμανς τέχνη, μόνο που τη βάζει στη δεύτερη θέση. Ως πρώτη όλων των τεχνών, τοποθετεί τη μουσική.
Τι θα κάνει το κοινό
Θα δοκιμάσει τα όρια του, με τη βοήθεια των καλλιτεχνών, υπό τις οδηγίες της 70χρονης πλέον Αμπράμοβιτς.
Θα αποχωριστεί τα υπάρχοντά του, τσάντα και κινητό στην είσοδο, ώστε μετά την ξενάγηση-δοκιμασία, να φτάσει στην τέλεια σωματική και πνευματική εμπειρία.
Θα ακολουθήσει αργό βάδισμα, ώστε να ενεργοποιηθεί η αναπνοή και να ηρεμήσει το πνεύμα.
Θα μετρήσει για ώρες φακές και αυτό θα το κάνει με απόλυτη συγκέντρωση μέχρι τέλους, για να μάθει να λειτουργεί με βούληση και στη ζωή.
Θα φοράει ακουστικά στα αφτιά, που δεν παίζουν τίποτα, ώστε να συγκεντρώνεται στην απόλυτη σιωπή.
Θα κοιτάζεται επί ώρες με τον απέναντι στα μάτια χωρίς να τα πάρει από πάνω του.
Θα ανεβεί με κλειστά μάτια σε μια εξέδρα κατά ομάδες, ώστε το κάθε άτομο να συνειδητοποιήσει ότι είναι με άλλους, αλλά ταυτόχρονα μόνο.
ΣΚΟΤΑΔΙΑ ΠΟΛΛΑ ΜΕΣΑ ΜΟΥ, κύρης πολύς· σε όλη μου τη ζωή απελπισμένα μάχουμαι να μετουσιώσω τα σκοτάδια αυτά και να τα κάμω φως, μια στάλα φως· αγώνας τραχύς, χωρίς έλεος, χωρίς αναπαή, μια στιγμή να κουράζουμουν, να σκόλαζα τον πόλεμο, ήμουν χαμένος· κι αν έβγαινα κάποτε νικητής, τι αγωνία και πόσες λαβωματιές!
ΔΕ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΑΓΝΟΣ· ΜΑΧΟΥΜΑΙ ΝΑ ΓΙΝΩ. Η αρετή για μένα δεν είναι καρπός της φύσης μου, είναι καρπός του αγώνα μου· δε μου την έδωκε ο Θεός, μοχτώ να την καταχτήσω με το σπαθί μου· το άνθος της αρετής για μένα είναι σωρός μετουσιωμένη κοπριά.
ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΠΗΡΕ ΤΕΛΟΣ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΑΥΤΟΣ· ως τώρα δε νικήθηκα ολοκληρωτικά, δε νίκησα ολοκληρωτικά· πάντα αγωνίζουμαι, κι από στιγμή σε στιγμή μπορώ να χαθώ όλος, μπορώ να σωθώ όλος· ακόμα περνώ της Τρίχας το γιοφύρι απάνω από την άβυσσο»
ΑΣΦΑΛΤΑ ΚΑΤΕΧΕΙ Η ΧΩΜΑΤΕΝΙΑ ΑΥΤΗ ΜΗΤΡΑ την αξία του κάθε παιδιού της· κι όσο ανώτερη η ψυχή που έπλασε, τόσο και δυσκολότερη της αναθέτει εντολή: να σώσει τον εαυτό του ή τη ράτσα του ή τον κόσμο· από την πρώτη, τη δεύτερη, την τρίτη εντολή που σου αναθέτει διαβαθμίζεται η ψυχή σου.
ΕΙΝΑΙ ΦΥΣΙΚΟ ΤΟΝ ΑΝΗΦΟΡΟ ΤΟΥΤΟ, που έχει χρέος να πάρει η ψυχή, να τον ξεκρίνει. Κάθε άνθρωπος χαραγμένο βαθύτερα. Απάνω στα χώματα όπου γεννήθηκε. Τα χώματα αυτά που σ’ έπλασαν βρίσκουνται σε μυστική επαφή και συνεννόηση με την ψυχή σου· όπως οι ρίζες ξαποστέλνουν στο δέντρο την κρυφή προσταγή ν’ ανθίσει και να καρπίσει, για να δικαιωθούν οι ρίζες και να φτάσουν στο τέρμα της πορείας τους, όμοια τα πατρικά χώματα αναθέτουν δύσκολες εντολές στις ψυχές που γέννησαν θαρρείς χώματα και ψυχή πως είναι από την ίδια ουσία κι επιχειρούν την ίδια έφοδο· κι η ψυχή είναι μονάχα η ακρότατη νίκη
Η μικρή σκανδιναβική χώρα έχει ένα από τα καλύτερα εκπαιδευτικά συστήματα και αυτό είναι γνωστό. Βασικοί λόγοι είναι το ότι επιμένουν να καλλιεργούν τη συνεργασία αντί τον ανταγωνισμό, να αδιαφορούν για την τυποποίηση, να δίνουν έμφαση στη δημιουργικότητα και την αλληλεπίδραση αντί στην αφομοίωση της ύλης. Η παιδεία είναι δημόσια και δωρεάν, κυρίως χρηματοδοτούμενη από τους δήμους αλλά και το κράτος. Ιδιωτικά σχολεία και φροντιστήρια για τα σχολικά μαθήματα δεν υπάρχουν (εκτός από ελάχιστα εκκλησιαστικά σχολεία), παρέχοντας έτσι ίσες ευκαιρίες μόρφωσης σε όλους. Πρόσφατα η Φινλανδία προχώρησε σε επιπλέον μεταρρυθμίσεις, ώστε να βελτιώσει ακόμα περισσότερο το σύστημά της. Έτσι το νέο της σύστημα βασίζεται σε διαδραστική, πρακτική διδασκαλία που προετοιμάζει καλύτερα τους μαθητές για τον έξω κόσμο. Τα κλασικά τμήματα αντικαταστάθηκαν με ολιγόριθμα τμήματα στα οποία οι μαθητές αλληλεπιδρούν περισσότερο με τον δάσκαλο αλλά και μεταξύ τους, προωθώντας τη συνδυαστική σκέψη και τη σύνδεση μεταξύ θεωρίας και πράξης. Στους Φινλανδούς αρέσει η οργάνωση. Οι αλλαγές ποτέ δεν γίνονται πρόχειρα και βιαστικά, μα έπειτα από μελέτη πολλών ετών. Η φινλανδική εκπαίδευση εφαρμόζει στο σύστημά της τις παρακάτω βασικές γραμμές
ΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ: Η διδασκαλία ξεκινά στα 7 έτη και ολοκληρώνεται στα 19, με τα σχολικά τμήματα να μην ξεπερνούν τα 20 παιδιά. Οι μαθητές δεν φορτώνονται με πολλές εργασίες για το σπίτι αφού το μεγαλύτερο μέρος της μελέτης γίνεται στο σχολείο. Αυτό συμβαίνει διότι για τους Φινλανδούς είναι σημαντικό το να περνούν τα παιδιά χρόνο με την οικογένειά τους. Έτσι το πολύ να χρειαστεί να μελετήσουν μία ώρα την ημέρα εκτός σχολείου. Στο μαθησιακό τους σύστημα, οι τυποποιημένες εξετάσεις δεν είναι τόσο σημαντικές όσο είναι η συνεχής εξέλιξη μέσα στην τάξη. Έτσι κάθε σχολείο μπορεί να τροποποιεί, αν χρειάζεται, το πρόγραμμα ανάλογα με τις κλίσεις και τις ανάγκες των μαθητών. Οι μετανάστες εκπαιδεύονται αρχικά με ένα χρόνο εκμάθησης της γλώσσας και στη συνέχεια ξεκινούν με τα πιο εύκολα μαθήματα όπως οι τέχνες και η φυσική αγωγή.
ΟΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΙ: Οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί της Φινλανδίας είναι νέοι (κάτω των 40 ετών) και κατ’ επέκταση πιο ευέλικτοι σε σχέση με τους νεωτερισμούς και την τεχνολογία. Η συνεργασία μεταξύ τους είναι βασικός παράγοντας εξέλιξης και ενώ δεν αξιολογούνται συχνά από το κράτος, αυτοαξιολογούνται αλλά και αξιολογούνται συχνά από τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς με τους οποίους συνεργάζονται. Το κράτος φροντίζει όμως με τη σειρά του για την επαρκή κατάρτισή τους περίπου κάθε τριετία. Η σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στο κράτος, τους εκπαιδευτικούς και τους γονείς των μαθητών είναι κάτι που τιμούν όλες οι πλευρές με τη σωστή λειτουργία των θεσμών. Η θαυμάσια παιδεία της Φινλαδίας είναι κοινή για όλους αλλά δεν αγαπά τις τυπολατρίες. Αγαπά τη λειτουργικότητα, τη συλλογικότητα αλλά ευνοεί και τα ατομικά ταλέντα του καθενός. Έχει εμπιστοσύνη, υποστήριξη, υπευθυνότητα.
Από DOCTV
Ο τόσο βίαιος Ο τόσο εύθραυστος Ο τόσο τρυφερός Ο τόσο απελπισμένος Αυτός ο έρωτας Ωραίος όπως το φως της ημέρας Και άσχημος όπως ο καιρός». «Όταν έχει άσχημο καιρό Αυτός ο έρωτας ο τόσο αληθινός Αυτός ο έρωτας ο τόσο ωραίος Ο τόσο ευτυχισμένος Ο τόσο χαρούμενος Κι ο τόσο γελοίος Που τρέμει από φόβο σαν ένα παιδί μες στο σκοτάδι Κι ο τόσο βέβαιος για τον εαυτό του Σαν ένας ήρεμος άνδρας στο μέσο της νύχτας». «Αυτός ο έρωτας που φόβιζε τους άλλους Που τους έκανε να μιλούν Που τους έκανε να χλωμιάζουν Αυτός ο έρωτας που τον παραμόνευαν Γιατί τους παραμονεύαμε Ο παγιδευμένος, ο τραυματισμένος, ο ποδοπατημένος, Ο τελειωμένος, ο εκμηδενισμένος, ο ξεχασμένος Επειδή εμείς τον παγιδεύσαμε, τον τραυματίσαμε, Τον ποδοπατήσαμε, τον τελειώσαμε, Τον εκμηδενίσαμε, τον ξεχάσαμε». «Αυτός ο έρωτας ο τόσο πλήρης Ο τόσο ζωντανός ακόμη Κι ο τόσο ηλιόλουστος Είναι ο δικός σου Είναι ο δικός μου Αυτός που υπήρξε Αυτό το κάτι, το πάντα καινούργιο Και που δεν άλλαξε Τόσο αληθινό όσο και ένα φυτό Που τρέμει όσο και ένα πουλί Που είναι τόσο ζεστό, τόσο ζωντανό όσο και το καλοκαίρι». «Μπορούμε και οι δυο να πάμε και να ξανάρθουμε Και μετά να αποκοιμηθούμε Να ξυπνήσουμε, να υποφέρουμε, να γεράσουμε Να αποκοιμηθούμε ξανά Να ονειρευτούμε το θάνατο Να ξυπνήσουμε, να χαμογελάσουμε και να γελάσουμε Και να ξανανιώσουμε». «Ο έρωτάς μας μένει εκεί Ξεροκέφαλος όπως ένας γάιδαρος Ζωντανός όπως ο πόθος Φοβερός όπως η μνήμη Ανόητος όπως οι τύψεις Τρυφερός όπως η ανάμνηση Ψυχρός όπως το μάρμαρο Ωραίος όπως το φως της μέρας Εύθραυστος όπως ένα παιδί». «Μας κοιτάζει χαμογελώντας Και μας μιλά χωρίς να λέει τίποτα Και εγώ τον ακούω τρέμοντας Και κραυγάζω Κραυγάζω για σένα Κραυγάζω για μένα Τον ικετεύω Για σένα, για μένα και για όλους όσους αγαπιούνται Και που αγαπήθηκαν Ναι του κραυγάζω Για σένα, για μένα και για όλους τους άλλους Που δε γνωρίζω». «Μείνε εκεί Εκεί όπου είσαι Εκεί όπου ήσουν άλλοτε Μείνε εκεί Μην κουνιέσαι Μη φεύγεις Εμείς που αγαπηθήκαμε Σε ξεχάσαμε Εσύ μη μας ξεχνάς Δεν είχαμε παρά μόνο εσένα πάνω στη γη Μη μας αφήσεις να γίνουμε ψυχροί Πάντα όλο και πιο μακριά Κι οπουδήποτε Δώσε μας σημάδι ζωής Πολύ πιο αργά στην άκρη ενός δάσους Μέσ’ από το δάσος της μνήμης Φανερώσου ξαφνικά Άπλωσέ μας το χέρι Και σώσε μας
Λάο Τσε είναι ένα από τα σημαντικότερα πρόσωπα της κινέζικης φιλοσοφίας. Σύμφωνα με την κινέζικη παράδοση, έζησε κατά τον 6ο αιώνα π.Χ.
Πολλοί ιστορικοί τοποθετούν τη ζωή του στον 4ο αιώνα π.Χ. την περίοδο δηλαδή των “εκατό σχολών σκέψης” ενώ άλλοι αμφισβητούν την ιστορική του ύπαρξη. Στον Λάο Τσε αποδίδεται η συγγραφή του Ταοϊστικού έργου Τάο Τε Τσινγκ, κάτι που τον καθιέρωσε ως τον ιδρυτή του Ταοϊσμού.
Το έργο του Λάο Τσε, Τάο Τε Τσινγκ, είναι μια από τις σημαντικότερες πραγματείες της κινέζικης φιλοσοφίας. Καλύπτει πολλές πτυχές της φιλοσοφίας, από την εξατομικευμένη πνευματικότητα, μέχρι διαπροσωπικές δυναμικές και πολιτικές τεχνικές. Ο Λάο Τσε ανέπτυξε την έννοια του “Τάο” που συχνά μεταφράζεται ως “ο δρόμος”, και διεύρυνε τον ορισμό του σε μια αυθύπαρκτη τάξη και κατάσταση του σύμπαντος: ”Ο δρόμος που είναι η φύση”. Υπογράμμισε τη σημασία της “πράξης χωρίς πράξη”.
Ας δούμε όμως μερικές από τις πιο σημαντικές φράσεις του που έχουν καταγραφεί από ιστορικούς.
Το να αγαπιέσαι πολύ από κάποιον σου δίνει δύναμη, ενώ το να αγαπάς πολύ κάποιον σου δίνει θάρρος.
Αυτό που η κάμπια ονομάζει τέλος του κόσμου, η ζωή το λέει πεταλούδα.
Ένα ταξίδι χιλίων χιλιομέτρων αρχίζει με ένα βήμα.
Η αγάπη είναι το πιο δυνατό από όλα τα πάθη, γιατί προσβάλλει ταυτοχρόνως το κεφάλι, την καρδιά και τις αισθήσεις.
Το να ξέρεις τους άλλους είναι ευφυΐα.
Το να ξέρεις τον εαυτό σου είναι σοφία.
Το να κυριαρχείς στους άλλους είναι ισχύς.
Το να κυριαρχείς στον εαυτό σου είναι η πραγματική δύναμη.
Μη στενοχωριέσαι, άφησε τα πράγματα να πάνε μόνα τους. Οι ηλίθιοι και οι κακοί θα νικηθούν στο τέλος.
Αυτός που μιλάει δεν ξέρει. Αυτός που ξέρει δεν μιλάει.
Ό,τι είναι ευέλικτο και τρυφερό ανήκει στο βασίλειο της Ζωής και ό,τι είναι σκληρό και δυνατό ανήκει στο βασίλειο του Θανάτου.
Τα ειλικρινή λόγια δεν είναι ωραία. Τα ωραία λόγια δεν είναι ειλικρινή.
Το να μην κάνεις τίποτα είναι καλύτερο από το να είσαι πολυάσχολος κάνοντας τίποτα.
Στάσου εκεί που αρχίζει το σκοτάδι της ύπαρξης και φώναξε στο κενό. Σίγουρα θα σου απαντήσει.
Όσο πληθαίνουν οι νόμοι, πολλαπλασιάζονται οι παράνομοι.
Το να ξέρεις τους άλλους είναι σοφία. Το να ξέρεις τον εαυτό σου είναι φώτιση.
Αντιμετώπιζε το δύσκολο όσο είναι εύκολο.
Βασικός κανόνας: Δεν πρέπει να αφήνεις κανέναν να σε κοροϊδεύει.
Το να ξέρεις ότι δεν ξέρεις είναι το καλύτερο. Το να υποκρίνεσαι ότι ξέρεις, ενώ δεν ξέρεις, είναι αρρώστια.
Αλλοίμονο σ’εκείνον που αξίζει καλύτερη τύχη και περιμένει να τη λάβει από άνθρωπο,που δεν την αξίζει.
Ο σοφός δεν επιχείρει ποτέ κάτι μεγάλο, γι’ αυτό πετυχαίνει το μεγαλείο.
Η καλοσύνη όταν μιλάς δημιουργεί εμπιστοσύνη.
Η καλοσύνη όταν σκέφτεσαι δημιουργεί βάθος.
Η καλοσύνη όταν δίνεις δημιουργεί αγάπη.
Όποιος έχει στενό νου δεν έχει πλατειά καρδιά.
Αφιέρωσε χρόνο για να ακούσεις αυτό που λέγεται χωρίς λόγια, να υπακούσεις το νόμο που είναι πολύ αδιόρατος για να γραφεί, να λατρέψεις το ασήμαντο και να αγκαλιάσεις το άμορφο.
Ο σοφός δεν κάθεται επάνω στους θησαυρούς του. Όσα περισσότερα δίνει στους άλλους τόσα περισσότερα παίρνει.
Τους μεγάλους ηγέτες ο λαός δεν ξέρει ότι υπάρχουν, τους μικρότερους ηγέτες ο λαός τους αγαπά και τους εγκωμιάζει, τους ακόμα μικρότερους, ο λαός τους φοβάται, τους ακόμα πιο μικρούς, ο λαός τους μισεί.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη δυστυχία από το να είσαι δυσαρεστημένος με την τύχη σου.
Η φύση δεν βιάζεται ποτέ, κι όμως τα πάντα γίνονται στην ώρα τους.
Ο καλός ταξιδευτής δεν έχει σταθερά σχέδια και δεν έχει καμιά πρόθεση να φτάσει κάπου.
Το λασπωμένο νερό καθαρίζει όταν μείνει ακίνητο.
Ένα δοχείο δημιουργείται από ένα σβώλο πηλό με προσεκτική δουλειά, αλλά είναι το κενό μέσα στο δοχείο που το κάνει χρήσιμο.
Η αποτυχία είναι το θεμέλιο της ευτυχίας και το μέσο με το οποίο την πετυχαίνουμε.
Μην αγχώνεσαι και άσε τα πράγματα να πάρουν τον δρόμο τους, και όλοι οι ηλίθιοι και οι κακοί στο τέλος θα ηττηθούν.
| Δεν ήξερεν ο βασιλεύς Κλεομένης, δεν τολμούσε — δεν ήξερε έναν τέτοιον λόγο πώς να πει προς την μητέρα του: ότι απαιτούσε ο Πτολεμαίος για εγγύησιν της συμφωνίας των ν’ αποσταλεί κι αυτή εις Aίγυπτον και να φυλάττεται· λίαν ταπεινωτικόν, ανοίκειον πράγμα. Κι όλο ήρχονταν για να μιλήσει· κι όλο δίσταζε. Κι όλο άρχιζε να λέγει· κι όλο σταματούσε. Μα η υπέροχη γυναίκα τον κατάλαβε Όσο για την ταπείνωσι — μα αδιαφορούσε. |
| (Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984) |
Το «Ἐν Σπάρτη» είναι ένα από τα ποιήματα πολιτικής του Καβάφη, με το οποίο ο ποιητής προβάλλει το ήθος της Κρατησίκλειας κι επιχειρεί να αναδείξει τη μητέρα του βασιλιά της Σπάρτης ως ιδανικό πρότυπο ηγέτη. Η Κρατησίκλεια παρά το γεγονός ότι είναι ήδη σε μεγάλη ηλικία και παρά το γεγονός ότι η μετάβασή της στην Αίγυπτο μπορεί να σημάνει το τέλος της, είναι έτοιμη να θυσιαστεί για τη χώρα της, καθώς θέτει τον εαυτό της στην υπηρεσία του λαού της, όπως άλλωστε θα έπρεπε να κάνει κάθε πραγματικός ηγέτης.
Το πρώτο μέρος του ποιήματος παρουσιάζει τη μεγάλη δυσκολία που έχει ο Κλεομένης να ζητήσει από τη μητέρα του να αφήσει τη χώρα της και να πάει ως όμηρος του Πτολεμαίου στην Αίγυπτο. Ο Καβάφης δεν αναφέρεται στα παιδιά του Κλεομένη, καθώς το ποίημα επικεντρώνεται στην Κρατησίκλεια.
Είναι ιδιαίτερα παραστατικός ο τρόπος με τον οποίο ο ποιητής παρουσιάζει τη διστακτικότητα του Κλεομένη «δεν ήξερε – δεν τολμούσε – δεν ήξερε» και αμέσως πιο κάτω «κι όλο ήρχονταν – κι όλο δίσταζε – κι όλο άρχιζε – κι όλο σταματούσε». Με την εμφατική αυτή παρουσίαση του δισταγμού του Κλεομένη, ο Καβάφης κατορθώνει να τονίσει την ευκολία με την οποία η Κρατησίκλεια αποδέχεται να πάει ως όμηρος του Πτολεμαίου «Καί γέλασε∙ κ’ εἶπε βεβαίως πηαίνει.» Αυτό που για τον Κλεομένη έμοιαζε τόσο δύσκολο να το ζητήσει, για την Κρατησίκλεια είναι πολύ εύκολο να το αποδεχτεί, γιατί είναι δεδομένο για την «υπέροχη γυναίκα» ότι εφόσον η πατρίδα της τη χρειάζεται θα πρέπει να κάνει ό,τι μπορεί. Η Κρατησίκλεια δε σκέφτεται την ταλαιπωρία, τον κίνδυνο ή την ταπείνωση, εκείνο που προέχει είναι το καλό της Σπάρτης και όχι η δικής της άνεση και ασφάλεια. Σε αντίθεση με τους περισσότερους ηγέτες που διαρκώς αναζητούν τρόπους να ωφεληθούν από τα προνόμια που τους διασφαλίζει η εξουσία που διαχειρίζονται, η Κρατησίκλεια σκέφτεται μόνο πώς θα μπορέσει να φανεί χρήσιμη στην πατρίδα της.
Σε ό,τι αφορά άλλωστε το θέμα της ταπείνωσης, η Κρατησίκλεια αδιαφορεί, καθώς μια Σπαρτιάτισσα ποτέ δε θα σκεφτόταν το τίμημα μπροστά στη δυνατότητα που της παρουσιάζεται να βοηθήσει τη χώρα της. Την Κρατησίκλεια καθόλου δεν την απασχολεί αν θα πρέπει να ταπεινωθεί ή ακόμη και να πεθάνει, από τη στιγμή που αυτό θα γίνει προς όφελος της πατρίδας της κι αυτό είναι κάτι που ένας Λαγίδης δεν μπορεί να το κατανοήσει. Η δυναστεία των Πτολεμαίων (ονομάστηκαν Λαγίδες από τον πατέρα του πρώτου Πτολεμαίου τον Λάγο) είχε ιδρυθεί μόλις το 305 π.Χ., γεγονός που σήμαινε ότι δεν είχαν τη μακραίωνη παράδοση της Σπάρτης ούτε τη μεγάλη παράδοση των βασιλικών οικογενειών της, που πάντοτε αφιέρωναν τη ζωή τους στην προστασία και την ευημερία της πατρίδας τους. Ο Λαγίδης μπροστά στην Κρατησίκλεια είναι χθεσινός, δεν μπορεί για κανένα λόγο να καταλάβει τι σημαίνει να υπηρετείς το έθνος σου με κάθε τρόπο, ούτε μπορεί να αντιληφθεί την τιμή που αντλεί ένας Σπαρτιάτης από τη δυνατότητα που του παρέχεται να θυσιαστεί για την πατρίδα του.
Η Κρατησίκλεια αναδεικνύεται ένα από τα ωραιότερα πρότυπα ηγετικής προσωπικότητας στην ποίηση του Καβάφη και με το παράδειγμά της ορίζει την ιδανική στάση κάθε ανθρώπου που έχει την τιμή να ηγείται ενός έθνους.
Αν τοποθετήσετε μια πέτρα κάτω από ένα μικροσκόπιο και την παρατηρήσετε προσεκτικά, θα δείτε ότι ποτέ δεν αλλάζει. Αλλά, αν τοποθετήσετε ένα κοράλλι κάτω απ’ το ίδιο μικροσκόπιο, θα διαπιστώσετε ότι μεγαλώνει κι αλλάζει.
Συμπέρασμα: το κοράλλι είναι ζωντανό, η πέτρα είναι νεκρή.
Πώς θα ξεχωρίσετε ένα ζωντανό λουλούδι από ένα νεκρό;
Ζωντανό θα είναι αυτό που ωριμάζει κα μεγαλώνει.
Η μοναδική απόδειξη ζωής είναι η ωρίμανση!
Το ίδιο ισχύει και στον ψυχολογικό κόσμο. Αν ωριμάζετε, είστε ζωντανοί. Αν δεν ωριμάζετε, είναι πολύ πιθανόν να είστε νεκροί.
Μπορεί να έχετε ως κινητήρια δύναμη περισσότερο την επιθυμία να ωριμάσετε παρά την ανάγκη να διορθώσετε τα ελαττώματά σας.
Αν δέχεστε ότι μπορείτε πάντα να ωριμάζετε, να βελτιώνεστε, να γίνεστε όλο και μεγαλύτεροι, τότε αυτό είναι αρκετό.
Όταν αποφασίσετε ν’ ακινητοποιηθείτε ή να νιώσετε επώδυνα συναισθήματα, έχετε αποφασίσει να μην ωριμάσετε.
Η κινητήρια δύναμη ωρίμανσης σημαίνει μάλλον να χρησιμοποιείτε την ενέργεια της ζωής για μεγαλύτερη ευτυχία παρά να πρέπει να βελτιώνεστε επειδή αμαρτήσατε ή επειδή είστε ελλιπείς.
Αποκορύφωμα της επιλογής της ωρίμανσης, ως κινητήριας δύναμης, είναι η προσωπική κυριαρχία σε κάθε τωρινή στιγμή της ζωής σας.
Κι αυτή η κυριαρχία σημαίνει να είστε εσείς που θ’ αποφασίζετε για τη μοίρα σας· δεν είστε απλά κάποιος που τα βγάζει πέρα, αγωνίζεται ή προσαρμόζεται στον κόσμο.
Αντί γι’ αυτό, διαλέξτε ποιος θα είναι για σας ο κόσμος.
Ο Τζωρτζ Μπέρναρντ Σω το διατυπώνει αυτό στο έργο του «Το επάγγελμα της κ. Γουώρρεν»:
«Οι άνθρωποι πάντα κατηγορούν τις συνθήκες ζωής τους γι’ αυτό που οι ίδιοι είναι. Δεν πιστεύω στις περιστάσεις και τις συνθήκες. Οι άνθρωποι που πετυχαίνουν σ’ αυτό τον κόσμο είναι αυτοί που προχωρούν, διαλέγουν τις συνθήκες και τις περιστάσεις που θέλουν κι όταν δεν τις βρίσκουν τις δημιουργούν».
Όμως να θυμάστε, η αλλαγή του τρόπου που σκέφτεστε, νιώθετε ή ζείτε είναι πιθανή, αλλά ποτέ εύκολη.
Αν στ’ αλήθεια θέλετε να ζείτε ολοκληρωμένα και να ελέγχετε τις προσωπικές σας επιλογές, αν στ’ αλήθεια θέλετε να φτάσετε στην ευτυχία της τωρινής στιγμής, θα πρέπει να είστε το ίδιο αυστηρά προσηλωμένοι και στην προσπάθεια να αποβάλετε τον ηττοπαθή τρόπο σκέψης και στην εκμάθηση οποιουδήποτε δύσκολου εγχειρήματος.
Γουαίην Ντύερ, «Οι περιοχές των σφαλμάτων σας»
O Kαθηγητής Γουέιν Ντάιερ (Wayne W. Dyer, 10 Μαΐου 1940 – 29 Αυγούστου 2015) ήταν δημοφιλής Αμερικανός καθηγητής αυτοβελτίωσης, συγγραφέας και ομιλητής. Το βιβλίο του Οι περιοχές των σφαλμάτων σου – Your Erroneous Zones 1976 έχει πουληθεί σε περισσότερα από 30 εκατομμύρια αντίτυπα και είναι ένα από τα μπεστ σέλερ όλων των εποχών. Λέγεται ότι έχει μεταφέρει ανθρωπιστικές αντιλήψεις στις μάζες.
πηγή : http://www.o-klooun.com
Στην εμπόλεμη Συρία υπάρχουν άνθρωποι που πολεμούν να διασώσουν ότι απομένει από τον πολιτισμό της χώρας. Και φυσικά το κάνουν με κίνδυνο της ζωής τους.
Κατάφεραν με πολύ κόπο να συγκεντρώσουν περίπου 15.000 βιβλία όλων των κατηγοριών και να δημιουργήσουν μια μικρή κοιτίδα πολιτισμού μέσα στην εμπόλεμη ζώνη.
Η βιβλιοθήκη, όταν δεν είναι κλειστή λόγω των βομβαρδισμών λειτουργεί από τις 11:00 το πρωί έως τις 17:00 το απόγευμα και καθημερινά την επισκέπτονται περίπου 25 άτομα. Διαβάζουν συχνά υπό το φως των κεριών καθώς οι διακοπές ρεύματος είναι συνεχείς.
Ένα από τα πιο δημοφιλή βιβλία της βιβλιοθήκης είναι ο «Αλχημιστής» του Πάολο Κοέλιο. Το γεγονός αποδίδεται στο ότι το βιβλίο περιγράφει την «τέλεια απόδραση» για κάποιον που ζει σε μια εμπόλεμη ζώνη.
enlefko.fm
Δείτε την υπέροχη, συγκινητική ταινία κινουμένων σχεδίων μικρού μήκους που έχει προβληθεί σε δεκάδες φεστιβάλ σε όλον τον κόσμο και έχει αποσπάσει πάνω από 50 βραβεία.
Η διάρκειας 4 λεπτών ταινία κινουμένων σχεδίων είναι μία δημιουργία του Jacob Frey, στο πλαίσιο των σπουδών του στο τμήμα Animation, Visual Effects and Digital Postproduction της Filmakademie Baden-Wuerttemberg στο Ludwigsburg της Γερμανίας. Δείτε τη μέχρι το τέλος και θα καταλάβετε γιατί έχει κερδίσει πάνω από 50 βραβεία σε φεστιβάλ κινηματογράφου σε όλον τον κόσμο.
The Present from Jacob Frey on Vimeo.
http://enlefko.fm/blog/video-of-the-day/the-present
Στο «Αλφαβητάρι του Διαβόλου» του ΑΜΠΡΟΟΥΖ ΜΠΙΡΣ, στο λήμμα «ανάγωγος», διαβάζω: «Αυτός που μεγάλωσε, αντί να ανατραφεί».
Ερώτηση: υπάρχει διαφορά μεταξύ των δύο ρημάτων του παραπάνω ορισμού;
Απάντηση: υπάρχει η διαφορά που, θεωρούμε, ότι χωρίζει το ανθρώπινο από το ζωικό βασίλειο. Τα ζωάκια, ας πούμε, απλώς μεγαλώνουν και συνηθίζουν σε καταστάσεις από τον άνθρωπο, εν πολλοίς, οριζόμενες, ενώ εμείς οι άνθρωποι θα έπρεπε να ανατρεφόμαστε, μεγαλώνοντας. Θα έπρεπε, δηλαδή, να έχουμε όλες εκείνες τις προϋποθέσεις – ανθρώπους γύρω μας, αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης, εκπαίδευση, παιδεία (δεν ταυτίζονται οι δύο τελευταίες έννοιες), υγιές πολιτικό σύστημα (τι να σου κάνει η δημοκρατία από μόνη της…) – ώστε, όχι μόνο να προσθέτουμε χρόνια σε άχαρες ζωές, αλλά, προσθέτοντάς τα, αυτά να γίνονται αξιοβίωτα, σεβόμενοι τον εαυτό μας και τους γύρω μας. Άλλωστε, στην ελληνική γλώσσα, άλλο το «ζω» και άλλο το «βιώνω…».
Και γιατί, παρακαλώ, «… εμείς οι άνθρωποι θα έπρεπε να ανατρεφόμαστε, μεγαλώνοντας»; Γιατί, πιστεύω, ότι, κυρίως, μεγαλώνουμε και λιγότερο ανατρεφόμαστε. Η κουλτούρα της αγένειας είναι καθεστώς σήμερα, παρά ποτέ. Σε χώρους, άλλοτε «ανυποψίαστους», αλλά και «νεόκοπους», κυριαρχεί. Συχνά, βέβαια, «οχυρώνεται» πίσω από «γλυκανάλατους μορφασμούς» ευγένειας, με τις κτητικές αντωνυμίες του α΄ προσώπου να «δίνουν και να παίρνουν», χωρίς, ωστόσο, να μπορούν, ούτε κατά διάνοια, να φτάσουν στο «ύψος» της γνήσιας, ανθρώπινης συναναστροφής. Μ΄ αυτά και μ΄ αυτά, λοιπόν, φτάσαμε στο σημείο να θεωρείται πλεονέκτημα η επίδειξη κακών τρόπων και αδυναμία η ευγένεια. Τουλάχιστον δύο γενιές Νεοελλήνων «γαλουχήθηκαν» με τη νοοτροπία του «φαίνεσθαι» και του «δήθεν», ενταγμένοι σε κοινωνικές και πολιτικές δομές που «παρασημοφορούσαν» τις ελάσσονες προσπάθειες, που «αμνήστευαν» τις παρεκτροπές και «πριμοδοτούσαν» τους κοινωνικά «αναξιόχρεους».
Τίποτα σ’ αυτήν τη ζωή δεν προκύπτει τυχαία. Η κουλτούρα της αγένειας «κυοφορήθηκε» σε κοινωνική «μήτρα», δεν προέκυψε από «παρθενογένεση». Τώρα, «κραταιή» και «ενήλικη» μάς «κλείνει πονηρά το μάτι». Γνωρίζει ότι ελάχιστα της αντιστεκόμαστε. Έχει μάθει καλά ότι, σχεδόν, τη γουστάρουμε. Έτσι, συνεχίζει τη φθοροποιό της δράση. Γιατί, η ανθρώπινη συνείδηση αλλοιώνεται στην προσπάθειά της να οικειοποιηθεί το ανοίκειο, το ανάρμοστο. Πρόκειται για πορεία προς τα κάτω και όχι άνοδος, εξέλιξη, πρόοδος. Και οι «εχθροί» της; Η επιστροφή στο… μέλλον. Να ξανακοιτάξουμε τους άλλους στα μάτια, χωρίς «παρακαμπτηρίους» και «κυκλωτικές κινήσεις». Κατευθείαν στα μάτια. Να ανατάξουμε την αξία της ανθρώπινης χειρονομίας, ώστε να πάψει, πλέον, ν’ αποτελεί σχήμα λόγου. Κυρίως, όμως, ν’ αποκτήσουμε παιδεία…
_____________
artworks : anna malina
Του Γιώργου Χρυσουδάκη
Πηγή: bibliotheque
Αντικλείδι , http://antikleidi.com
Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, σε είδα να φτιάχνεις για μένα το αγαπημένο μου γλυκό και έμαθα ότι μικρά πράγματα μπορεί να έχουν ξεχωριστή σημασία στη ζωή.
Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, σε παρακολουθούσα και έμαθα τα περισσότερα «μαθήματα ζωής», εφόδια για να γίνω καλύτερο και παραγωγικότερο άτομο όταν μεγαλώσω.
Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, σε είδα να κρεμάς την ζωγραφιά μου στο ψυγείο και αμέσως ήθελα να ζωγραφίσω την επόμενη.
Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, ακόμη και όταν ήσουν θυμωμένη με συμβούλευσες ήρεμα και απλά για να καταλάβω το γιατί και έτσι έμαθα ότι ο διάλογος και η επικοινωνία είναι σημαντικά ακόμη και όταν τα πράγματα είναι δύσκολα.
Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, σε είδα να φτιάχνεις φαγητό για κάποιο φίλο που ήταν άρρωστος και έμαθα ότι όλοι μας πρέπει να νοιαζόμαστε και να φροντίζουμε ο ένας τον άλλο.
Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, σε είδα να φροντίζεις το σπίτι και όσους ζούμε σε αυτό και έμαθα ότι πρέπει να εκτιμάμε ότι μας προσφέρεται.
Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, σε είδα να φροντίζεις ένα αδέσποτο γατάκι και έμαθα ότι είναι καλό να είσαι ευγενικός με τα ζώα.
Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, ένοιωσα ότι νοιαζόσουν και ήθελα να γίνω καλύτερος.
Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, σε είδα να κλαις και έμαθα ότι κάποια πράγματα στη ζωή πληγώνουν αλλά έχεις δικαίωμα να είσαι στενοχωρημένος.
Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, σε είδα να αναλαμβάνεις τις ευθύνες ακόμα και όταν οι καταστάσεις ήταν δύσκολες και έμαθα ότι πρέπει να είμαι υπεύθυνο άτομο.
(Μπορούμε να τυπώσουμε την παρακάτω εικόνα και να θυμόμαστε ότι οι πράξεις μας οι ίδιες είναι το παράδειγμά μας για τους άλλους)
πηγή :
Λέει, να φτιάξουμε τον κόσμο δικαιότερο…
-Δεν είναι εύκολο, του λέω.
Να προσπαθήσουμε, λέει.
– Ωραία, να προσπαθήσουμε, και από πού ν’ αρχίσουμε;
Ν’ αρχίσουμε από τον άνθρωπο, να φτιάξουμε τον άνθρωπο σωστότερο!
– Μα δεν είμαστε Θεοί. Ο άνθρωπος φτιάχτηκε ήδη.
Πας πολύ βαθειά και γίνεσαι μοιρολάτρης, λέει. Ας φτιάξουμε αυτά που μπορούμε, τα πάνω-πάνω, κάτι είναι και αυτό.
– Και ποιά είναι αυτά τα πάνω-πάνω που μπορούμε;
Να γνωρίσει πρώτα τον εαυτό του, και ύστερα να βγει λίγο έξω από το καβούκι του, να δει και τους γύρω του, να δει την ομορφιά των άλλων και το θαύμα του κόσμου, λέει.
– Καλά τα λες, όμως γιατί δεν μπορεί να βγει έξω από το καβούκι του μόνος του;
Διότι νομίζει πως ό,τι πιο ωραίο φτιάχτηκε στον κόσμο είναι αυτός, και πως ο κόσμος γυρίζει γύρω από τον ίδιο! Είναι πεταλούδα ο άνθρωπος και γυρίζει γύρω από το δικό του φως μέχρι να καεί από τις λαθεμένες δικές του επιλογές, λέει.
– Είναι σαν να μου λες ότι είναι παγιδευμένος μέσα στην δική του ομορφιά.
Όχι. Σου λέω ότι είναι παγιδευμένος μέσα στην θωρακισμένη του άγνοια.
– Αν είναι έτσι να του το πούμε, είναι απλό και θα το καταλάβει, λέω.
Νομίζεις ότι είναι απλό. Είναι πιο εύκολο για το άνθρωπο να βγει έξω από τα σύνορα του ηλιακού συστήματος παρά από το συρματόπλεγμα του εαυτού του.
– Κι εγώ που νόμιζα πως ήταν εύκολο. Τι θα κάνουμε, λοιπόν, ρωτάω.
Να του δείξουμε το συμφέρον του, λέει. Μόνο αυτό καταλαβαίνει ο μυωπικός άνθρωπος.
-Και γιατί είναι συμφέρον του να γνωρίσει και την ομορφιά των άλλων και του κόσμου, ρωτάω πάλι.
Για να γλυτώσει από την αόρατη μοναξιά του, λέει.
-Και είναι αυτό το συμφέρον του; Νόμιζα πως θα μου έλεγες ότι θα αποκτήσει πλούτο όταν γνωρίσει και την ομορφιά των άλλων.
Αυτό σου λέω, μόνον που δεν βλέπουμε όλοι τον πλούτο με τον ίδιο τρόπο.
-Δηλαδή, ρωτάω;
Δηλαδή, οι πιο πολλοί αναγνωρίζουν το χρήμα ως μοναδικό πλούτο και μέσα εκεί παγιδεύονται, λέει.
-Πώς παγιδεύονται, αδελφέ; Δεν το καταλαβαίνω. Ο πλούτος του χρήματος ανοίγει πολλούς ορίζοντες.
Ναι, αλλά κλείνει και τον ουσιαστικό ορίζοντα του ζωτικού χρόνου για τον άνθρωπο. Αυτόν τον μοναδικό πλούτο που είναι μια ανεκτίμητη αξία, λέει.
-Και τι να τον κάνει κανείς αυτόν το χρόνο;
Μα σου είπα. Να γνωρίσει τον άγνωστο εαυτό του και μετά τον κόσμο!
-Και δεν υπάρχει χρόνος γι’ αυτό, ρωτάω.
Όχι. Δεσμεύεις όλον τον χρόνο σου για να αποκτήσεις περισσότερο χρήμα και μετά, για να διατηρήσεις όλα όσα απέκτησες με χρήμα. Με τον τρόπο αυτόν, ο φόβος να χάσεις τα όσα απέκτησες γίνεται συνεχώς δυνάστης σου, χωρίς να το βλέπεις, και συνεχίζεις αναλώνεσαι σε λάθος κατεύθυνση.
-Θέλεις να πεις ότι η απληστία είναι αυτή που ροκανίζει το χρόνο μας.
Ναι. Είναι σαν να υπάρχεις για να αποκτάς και εξυπηρετείς μόνον τα υπάρχοντά σου και όχι τον άνθρωπο μέσα σου. Και όταν το καταλάβεις – αν το καταλάβεις – τότε ο χρόνος, ο δικός σου μοναδικός χρόνος, έχει πετάξει μακριά για σένα. Και, δυστυχώς, δεν μπορείς με την περιουσία σου να εξαγοράσεις ούτε ένα δευτερόλεπτο από το χρόνο, που, δυστυχώς, βλέπεις να λιγοστεύει μπροστά σου. Τότε αντιλαμβάνεσαι πως δεύτερη ζωή δεν έχει, που λέει και ο ποιητής. Τότε αντιλαμβάνεσαι πως ξόδεψες πολύ χρόνο να “κατακτήσεις“ τον κόσμο και όχι για να γνωρίσεις τον κόσμο.
-Είναι σαν να μου λες, δηλαδή, ότι ο προσωπικός μας χρόνος είναι η προίκα της ζωής μας!
Καλά το κατάλαβες. Ο προσωπικός μας χρόνος είναι το σημαντικότερο προνόμιο που μας χάρισε η φύση. Αυτός είναι ο πραγματικός πλούτος μας! Ο χρόνος μας!
-Και μ’ αυτόν το πλούτο θα φτιάξουμε τον κόσμο δικαιότερο, ρωτάω.
Μ’ αυτόν τον πλούτο θα φτιάξουμε τον άνθρωπο μέσα μας σωστότερο και τον κόσμο γύρω μας πιο ανθρώπινο, λέει.
– Ίσως να έχει δίκαιο! Όμως, δεν είναι εύκολο, εξακολουθώ να λέω..
__________________________
~ Γιάννης Χαριτάντης, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Πατρών
Πηγή: psychologized.eu
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com
Μαζεύω τα σύνεργά μου: όραση, ακοή, γέψη, όσφρηση, αφή, μυαλό, βράδιασε πια, τελεύει το μεροκάματο, γυρίζω σαν τον τυφλοπόντικα σπίτι μου, στο χώμα. ‘Οχι γιατί κουράστηκα να δουλεύω, δεν κουράστηκα, μα ο ήλιος βασίλεψε.
Ο ήλιος βασίλεψε, θάμπωσαν τα βουνά, οι οροσειρές του μυαλού μου κρατούν ακόμα λίγο φως στην κορφή τους, μα η άγια νύχτα πλακώνει, ανεβαίνει από τη γης, κατεβαίνει από τον ουρανό, και το φως ορκίστηκε να μην παραδοθεί, μα το ξέρει, σωτηρία δεν υπάρχει, δεν θα παραδοθεί, μα θα σβήσει.
Ρίχνω στερνή ματιά γύρα μου, ποιον ν’ αποχαιρετήσω; τι ν’ αποχαιρετήσω; τα βουνά, τη θάλασσα, την καρπισμένη κληματαριά στο μπαλκόνι μου, την αρετή, την αμαρτία, το δροσερό νερό; Μάταια, μάταια, κατεβαίνουν όλα ετούτα μαζί μου στο χώμα.
Σε ποιον να εμπιστευθώ τις χαρές και τις πίκρες μου, τις μυστικές δονκιχώτικες λαχτάρες της νιότης, την τραχιά σύγκρουση αργότερα με το Θεό και με τους ανθρώπους, και τέλος την άγρια περηφάνια που έχουν τα γεράματα που καίγουνται μα αρνιούνται, ως το θάνατο, να γίνουν στάχτη; Σε ποιον να πω πόσες φορές σκαρφαλώνοντας, με τα πόδια, με τα χέρια, τον κακοτράχαλο ανήφορο του Θεού, γλίστρησα κι έπεσα, πόσες φορές σηκώθηκα, όλο αίματα, και ξανάρχισα ν’ ανηφορίζω; Που να βρω μια ψυχή σαρανταπληγιασμένη κι απροσκύνητη, σαν την ψυχή μου, να της ξομολογηθώ;
Σφίγγω ήσυχα, πονετικά, ένα σβώλο κρητικό χώμα στη φούχτα μου, το κρατούσα το χώμα τούτο πάντα μαζί μου, σε όλες μου τις περιπλάνησες, και στις μεγάλες μου αγωνίες το ‘σφιγγα μέσα στη φούχτα μου κι έπαιρνα δύναμη, δύναμη μεγάλη, σα να ‘σφιγγα το χέρι φίλου αγαπημένου. Μα τώρα που βασίλεψε ο ήλιος και το μεροκάματο τέλεψε, τι να την κάμω τη δύναμη; Δεν την έχω ανάγκη πια, κρατώ το χώμα ετούτο της Κρήτης και το σφίγγω με άφραστη γλύκα, τρυφεράδα κι ευγνωμοσύνη, σα να σφίγγω μέσα στη φούχτα μου και ν’ αποχαιρετώ το στήθος γυναίκας αγαπημένης. Αυτό ήμουν αιώνια, αυτό θα είμαι αιώνια, πέρασε αστραπή η στιγμή που στροβιλίστηκες, άγριο χώμα της Κρήτης, κι έγινες αγωνιζόμενος άνθρωπος.
Τι αγώνας, τι αγωνία, τι κυνηγητό του ανθρωποφάγου αόρατου θεριού, τι επικίντυνες ουρανικές και σατανικές δυνάμες η φούχτα τούτη το χώμα ! Ζυμώθηκε μ’ αίμα, δάκρυο και ιδρώτα, γίνηκε λάσπη, γίνηκε άνθρωπος, πήρε τον ανήφορο, να φτάσει -που να φτάσει; Σκαρφάλωνε αγκομαχώντας το σκοτεινό όγκο του Θεού, ‘απλωνε τα χέρια, έψαχνε, έψαχνε και μάχουνταν να βρει το πρόσωπό του.
Κι όταν, τα ολόστερνά ετούτα χρόνια, απελπισμένος πια, ένιωσε πως ο σκοτεινός αυτός όγκος δεν έχει πρόσωπο, τι καινούριος, όλο αναίδεια και τρόμο, αγώνας να πελεκήσει την ακατέργαστη κορφή και να της δώσει πρόσωπο -το πρόσωπό του !
Μα τώρα το μεροκάματο τέλεψε, μαζεύω τα σύνεργά μου. Ας έρθουν άλλοι σβώλοι χώματα να συνεχίσουν τον αγώνα. Είμαστε, εμείς οι θνητοί, το τάγμα των αθανάτων, κόκκινο κοράλλι το αίμα μας, και κτίζουμε απάνω στην άβυσσο ένα νησί.
Χτίζεται ο Θεός, έβαλα κι εγώ το δικό μου κόκκινο πετραδάκι, μια στάλα αίμα, να τον στερεώσω, να μη χαθεί, να με στερεώσει, να μη χαθώ, έκαμα το χρέος μου.
Απλώνω το χέρι, φουχτώνω το μάνταλο της γης, ν’ ανοίξω την πόρτα να φύγω, μα κοντοστέκουμαι στο φωτεινό κατώφλι ακόμα λίγο. δύσκολο, πολύ, να ξεκολλήσουν τα μάτια, τ’ αυτιά, τα σπλάχνα από τις πέτρες και τα χόρτα του κόσμου. λες: Είμαι χορτάτος, είμαι ήσυχος, δε θέλω πια τίποτα, τέλεψα το χρέος και φεύγω. μα η καρδιά πιάνεται από τις πέτρες κι από τα χόρτα, αντιστέκεται, παρακαλάει: «Στάσου ακόμα!»
Μάχουμαι να παρηγορήσω την καρδιά μου, να τη συβάσω να πει λεύτερα το ναι. Να μη φύγουμε σα σκλάβοι, δαρμένοι, κλαμένοι, από τη γης, παρά σα βασιλιάδες που έφαγαν, ήπιαν, χόρτασαν, δε θέλουν πια, και σηκώνουνται από το τραπέζι. Μα η καρδιά χτυπάει ακόμα μέσα στα στήθια, αντιστέκεται, φωνάζει: «Στάσου ακόμα!»
Στέκουμαι, ρίχνω στερνή ματιά στο φως, που αντιστεκεται κι αυτό, σαν την καρδιά του ανθρώπου, και παλεύει. Σύννεφα σκέπασαν τον ουρανό, έπεσε απάνω στα χείλια μου μια χλιαρή ψιχάλα, η γης μύρισε. γλυκιά φωνή, μαυλιστικιά, ανεβαίνει από τα χώματα: «’Ελα.. έλα.. έλα…»
Πλήθυνάν οι ψιχάλες. το πρώτο νυχτοπούλι αναστέναξε, κι ο πόνος του κύλησε από τις νυχτομένες φυλλωσιές, γλυκός πολύ, μέσα στο βρεμένο αέρα. Ησυχία, γλύκα μεγάλη, κανένας στο σπίτι. κο έξω τα χωράφια διψούσαν κι έπιναν μ’ ευγνωμοσύνη, με βουβήν ευδαιμονία, το πρωτοβρόχι. ανασηκώνουντανη γης σα μωρό, κατά τον ουρανό, να βυζάξει.
‘Εκλεισα τα μάτια. κρατούσα πάντα το σβώλο το χώμα της Κρήτης κι ο ύπνος με πήρε. Ο ύπνος με πήρε κι είδα όνειρο: Ξημέρωνε, λέει, ζυγαριάζουνταν αποπάνω μου ο Αυγερινός, έτρεμε, έλεγα τώρα θα πέσει. κι έτρεχα, έτρεχα ανάμεσα στα έρημα άνυδρα βουνά, ολομόναχος. Πέρα στην ανατολή πρόβαλε ο ήλιος. δεν ήταν ήλιος, ήταν ένα προύντζινο ταψί γεμάτο κάρβουνα αναμμένα. Ο αέρας χοχλάκιζε. Κάπου κάπου μια σταχτιά πετροπέρδικα πετούσε από το βράχο, χτυπούσε τα φτερά της και κακάριζε, χαχάριζε και με περγελούσε. ένα κοράκι, σ’ ένα αναγύρισμα του βουνού, τινάχτηκε ως με είδε. σίγουρα θα με περίμενε, και με πήρε ξωπίσω σκώντας τα γέλια. Θύμωσα, έσκυψα, πήρα μιαν πέτρα να του την πετάξω. μα το κοράκι είχε αλλάξει κορμί, είχε γίνει ένα γεροντάκι και μου χαμογελούσε.
Τρόμος με κυρίεψε κι άρχισα πάλι να τρέχω. Στρούφιζαν τα βουνά, στρουφίζουμουν κι εγώ μαζί τους. ολοένα οι κύκλοι στένευαν, μ’ έπιασε ζάλη. Χοροπηδούσαν γύρα μου τα βούνα, ένοιωσα ξαφνικά δεν ήταν ετούτα βουνά ήταν τ’ απολιθώματα προκατακλυσμιαίου εγκέφαλου και μαύρος θεόρατος σταυρός ήταν καρφωμένος δεξιά μου, αψηλά, σε μιαν πέτρα, κι απάνω του ένα θεριακωμένο προύντζινο φίδι σταυρωμένο.
Αστραπή έσκισε το μυαλό μου, φώτισε γύρα μου τα βουνά, είδα: Είχα μπει στο φοβερό στροφιχτό φαράγγι που ‘χαν πάρει, τώρα και χιλιάδες χρόνια, οι Εβραίοι, με το Γεχωβά μπροστάρι, φεύγοντας την ευτυχισμένη παχιά γη του Φαραώ. Το φαράγγι ετούτο στάθηκε το πύρινο αργαστήρι όπου, πεινώντας. διψώντας, βλαστημώντας, σφυροκοπήθηκε η ράτσα του Ισραήλ.
Τρόμος με κυρίεψε, τρόμος και χαρά μεγάλη. ακούμπησα σ’ ένα βράχο να καταλαγιάσει το στροβίλισμα του μυαλού μου, ‘εκλεισα τα μάτια, κι ολομεμιάς τα πάντα γύρα μου αφανίστηκαν. ένα ελληνικό ακρογιάλι απλώθηκε μπροστά μου, θάλασσα σκούρα λουλακιά, κόκκινοι βράχοι, κι ανάμεσα στους βράχους η χαμηλή μπασιά κατασκότεινης σπηλιάς. ‘Ενα χέρι τινάχτηκε μέσα από τον αέρα και σφήνωσε στη φούχτα μου ένα δαδί αναμμένο. Κατάλαβα την προσταγή. έκαμα το σταυρό μου, τρύπωξα μέσα στη σπηλιά.
Γύριζα, γύριζα, τσαλαβουτούσα σε μαύρα παγωμένα νερά, κρέμουνταν απάνω από το κεφάλι μου ογροί, γαλάζοι σταλαχτίτες, ασκώνουνταν από τη γης γιγάντιοι πέτρινοι φαλλοί που στραφτάλιζαν και γελούσαν στη δαδίσια αναλαμπή. ‘Ηταν η σπηλιά ετούτη το θηκάρι μεγάλου ποταμού και το ‘χε παρατήσει αδειανό, γιατί άλλαξε, μέσα στους αιώνες πορεία…
Σούριξε το προύντζινο φίδι θυμομένο. άνοιξα τα μάτια, είδα πάλι τα βουνά, το φαράγγι, τους γκρεμούς. η ζάλη είχε κατασταλάξει. τα πάντα ακινήτησαν, φωτίστηκα, κατάλαβα: όμια και τις πυρπολούμενες γύρα μου οροσειρές τις είχε καταστρέψει ο Γεχωβάς για να περάσει. Είχα μπει μέσα στο φοβερό θηκάρι του θεού, ακολουθούσα, πατούσα τ’ αχνάρια του.
-Αυτός είναι ο δρόμος, φώναξα μέσα στ’ όνειρό μου, αυτός είναι ο δρόμος του ανθρώπου, άλλον δεν έχει!
Κι ως τινάχτηκε από τα χείλια μου ο αυθάδης ετούτος λόγος, ανεμοσίφουνας με τύλιξε, φτερούγες άγριες με σήκωσαν, κι ολομεμιάς βρέθηκα στην κορφή του θεοβάδιστου Σινά. Μύριζε ο αγέρας θειάφι, τα χείλια μου μερμήδιζαν, σα να τ’ αγκύλωσαν αρίφνητες, αόρατες σπίθες. Σήκωσα τα βλέφαρα. ποτέ τα μάτια μου, ποτέ τα σπλάχνα μου δε είχαν χαρεί τόσο απάνθρωπο, τόσο αρμονισμένο με την καρδιά μου όραμα, χωρίς νερό, χωρίς δεντρό, χωρίς ανθρώπους. Χωρίς ελπίδα. Εδώ η ψυχή ενός απελπισμένου ή περήφανου ανθρώπου βρίσκει την άκρα ευδαιμονία.
Κοίταξα το βράχο όπου στεκόμουν . δυο βαθιές γούβες σκαμμένες στο γρανίτη θα ‘ταν οι πατημασιές του προφήτη με τα κέρατα που περίμενε τον πεινασμένο Λιόντα να προβάλει. Εδώ, στην κορφή του Σινά, δεν του ‘χε δώσει προσταγή να περιμένει; Περίμενε.
Περίμενα κι εγώ. ‘Εσκυβα απάνω από τον γκρεμό, αφουκράζουμουν. άξαφνα, μακριά, μακριά πολύ, κουφοβρόντηξαν πατημασιές. Κάποιος ζύγωνε, και τα βουνά κουνιούνταν. έπαιζαν τα ρουθούνια μου -όλος ο αγέρας μύριζε μπροσταρότραγος. «’Ερχεται! ‘Ερχεται!» μουρμούριζα κι έζωνα σφιχτά τη μέση μου. συντάζουμουν να παλέψω.
Αχ, πόσο την είχα λαχταρίσει τη στιγμή ετούτη! Χωρίς να μπαίνει στη μέση και να με παραπλανάει ο αδιάντροπος ορατός κόσμος, ν’ αντικρίσω, πρόσωπο με πρόσωπο, το λιμασμένο θεριό της ζούγκλας τ’ ουρανού. Τον Αόρατο. Τον Ανερχόταγο. Τον αγαθό Πατέρα που τρώει τα παιδιά του και στάζουν τα χείλια του, τα γένια του, τα νύχια του αίματα.
Θα του μιλήσω θερρετά, θα του πω τον πόνο του ανθρώπου, τον πόνο του πουλιού, του δεντρού και της πέτρας, όλοι πήραμε απόφαση, δε θέμε να πεθάνουμε, κρατώ μιαν αναφορά, την υπόγραψαν όλα τα δέντρα, τα πουλιά, τα θεριά, οι ανθρώποι, δε θέμε, Πατέρα, να μας φας, και δε θα φοβηθώ, θα του τη δώσω.
Μιλούσα, παρακαλούσα, έσφιγγα τη μέση μου κι έτρεμα.
Κι εκεί που περίμενα, σα να μετακουνήθηκαν οι πέτρες κι άκουσα μεγάλη αναπνοή.
«Νά τος… νά τος έφτασε ! ». μουρμούρισα και στράφηκα ανατριχιάζοντας.
Μα δεν ήταν ο Γεχωβάς, δεν ήταν ο Γεχωβάς, ήσουν εσύ Παππού, από το αγαπημένο χώμα της Κρήτης, και στέκοσουν μπροστά μου, άρχοντας αυστηρός, με το σφηνωτό γενάκι το κάτασπρο, με τα στεγνά χείλια τα σφιγμένα, με το εκστατικό μάτι, το γεμάτο φλόγες και φτερούγες, και στα μαλλιά σου περιπλέκουνταν ρίζες από θυμάρι.
Με κοίταξες, κι ως με κοίταξες ένοιωσα πως ο κόσμος ετούτος είναι ένα σύννεφο φορτωμένο αστροπελέκι κι άνεμο, σύνεφο κι η ψυχή του ανθρώπου φορτωμένη αστροπελέκι κι άνεμο, κι από πάνω φυσάει ο θεός και σωτηρία δεν υπάρχει.
Σήκωσα τα μάτια, σε κοίταξα. ‘Eκαμα να σου πω: «Παππού, αλήθεια δεν υπάρχει σωτηρία;» μα η γλώσσα μου είχε κολλήσει στο λαρύγγι μου, έκαμα να σε ζυγώσω, μα τα γόνατά μου λύγισαν.
‘Aπλωσες τότε το χέρι, σα να πνίγομουν κι ήθελες να με σώσεις.
Αρπάχτηκα με λαχτάρα από το χέρι σου, πασαλειμμένο ήταν με πολύχρωμες μπογιές, θαρρείς ζωγράφιζε ακόμα, έκαιγε. ‘Aγγιξα το χέρι σου, πήρα φόρα και δύναμη, μπόρεσα να μιλήσω.
-Παππού αγαπημένε, είπα, δώσ’ μου μιαν προσταγή.
Χαμογέλασε, απίθωσε το χέρι απάνω στο κεφάλι μου. δεν ήταν χέρι, ήταν πολύχρωμη φωτιά. ως τις ρίζεςτου μυαλού μου περεχύθηκε η φλόγα.
-Φτάσε όπου μπορείς παιδί μου…
Η φωνή του βαθιά, σκοτεινή, σα νάβγαινε από το βαθύ λαρύγγι της γης.
‘Εφτασε ως τις ρίζες του μυαλού μου η φωνή του, μα η καρδιά μου δεν τινάχτηκε.
-Παππού, φώναξα τώρα πιο δυνατά, δώσ μου μιαν πιο δύσκολη, πιο κρητικιά προσταγή.
Κι ολομεμιάς, ως να τα πω, μια φλόγα σούριξε ξεσκίζοντας τον αέρα, αφανίστηκε από τα μάτια μου ο αδάμαστος πρόγονος με τις περιπλεγμένες θυμαρόριζες στα μαλλιά του κι απόμεινε στην κορφή του Σινά μια φωνή όρθια, γεμάτη προσταγή, κι ο αέρας έτρεμε:
-Φτάσε όπου δεν μπορείς !…

