Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 12 Ιανουαρίου 2020

Σε μια έρευνα από το University College του Λονδίνου, οι επιστήμονες απέδειξαν ότι οι επισκέψεις στα μουσεία, στις γκαλερί και στο θέατρο συνδέονταν με περισσότερα χρόνια ζωής. Όσο περισσότερη τέχνη έχουμε στη ζωή μας, τόσο το καλύτερο.

Ήδη γνωρίζουμε ότι οι τέχνες έχουν φανερά θετική επίδραση στην υγεία μας, με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας να ανακηρύττει πρόσφατα ότι οι τέχνες συνεισφέρουν στη διατήρηση της υγείας μας. Με αυτό κατά νου, οι ερευνητές αποφάσισαν να δουν αν οι τέχνες επιδρούν και στην θνησιμότητα.

Συνέλεξαν δεδομένα από πάνω από 6.000 Άγγλους ενήλικες ηλικίας 50 ετών και άνω, οι οποίοι είχαν συμμετάσχει σε μια εθνική μελέτη για τη γήρανση. Εκείνη η μελέτη περιελάμβανε ερωτήσεις για το πόσο συχνά οι συμμετέχοντες πήγαιναν στο θέατρο, σε συναυλίες, σε μουσεία, σε γκαλερί και εκθέσεις. Οι ερωτήσεις επαναλαμβάνονταν ανά κάποια χρόνια.

Αναλύοντας τα υπάρχοντα δεδομένα, οι ερευνητές από το University College του Λονδίνου βρήκαν ότι όσοι ασχολούνται με κάποιο τρόπο με τις τέχνες μόνο μία ή δύο φορές το χρόνο είχαν 14% λιγότερες πιθανότητες να αποβιώσουν κατά τα χρόνια της έρευνας συγκριτικά με όσους δεν είχαν καμία επαφή με την τέχνη.

Και τα ευρήματα δεν σταμάτησαν εκεί: Όσοι ασχολούνται με τις τέχνες ανά κάποιους μήνες ή και περισσότερο παρουσίαζαν ακόμα μικρότερο κίνδυνο θανάτου, με 31% λιγότερες πιθανότητες σε σύγκριση με όσους δεν ασχολούνταν με την τέχνη.

Η σημασία των τεχνών

Η ομάδα εξέτασε άλλες μεταβλητές, όπως οικονομικούς και κοινωνικούς παράγοντες και τα ευρήματά τους δεν επηρεάστηκαν καθόλου. Και αν και αυτή η έρευνα αποτελεί παράδειγμα συσχέτισης, όχι απαραίτητα αιτίας – αποτελέσματος, το βέβαιο είναι ότι μόνο καλό μπορεί να μας προσφέρει η τέχνη.

Επιπλέον, τα ευρήματα τονίζουν άλλο έναν παράγοντα: Οι άνθρωποι που χρειάζονται περισσότερο την τέχνη, όπως όσοι αντιμετωπίζουν κατάθλιψη, έχουν λιγότερες πιθανότητες να την δοκιμάσουν. Ίσως θα έπρεπε λοιπόν να ενισχύουμε ακόμα περισσότερο την συμπερίληψη της τέχνης σε κάθε θεσμό, όπως στο σχολείο, αλλά και στις θεραπείες κάθε είδους.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 7 Ιανουαρίου 2020

Γιά όλα τα ζώα που χάθηκαν στις φωτιές του Αμαζόνιου και της Αυστραλίας.

 

“Είδαμε λοιπόν πως το ζώο στη ζωή μας δεν είναι υποκατάστατο. Πως η σχέση μαζί του είναι μια πρότυπη, αυθεντική, πρωταρχική σχέση, υπαγορευμένη από την ίδια την φύση.

Θα προχωρήσω όμως πάρα πέρα. Όχι μόνο το ζώο δεν είναι υποκατάστατο – αλλά για τον άνθρωπο είναι αναντικατάστατο. Η σύνδεση με αυτό προσφέρει κάτι που δεν μπορεί να το αντλήσουμε από αλλού. Ούτε από την σχέση με άλλον άνθρωπο.

Για τον Μίλαν Κούντερα, στον οποίο χρωστάμε μια από τις βαθύτερες αναλύσεις της ζωοφιλίας (στο μυθιστόρημά του “Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι”) η αγάπη ανάμεσα στο ζώο και τον άνθρωπο είναι ανώτερη από την αγάπη μεταξύ των ανθρώπων.

Και ο Κούντερα αναλύει τα χαρακτηριστικά αυτής της αγάπης. Άδολη, εκούσια, καθαρή, ελεύθερη. Ειδυλλιακή. Η λέξη ειδύλλιο αναφέρεται στον Παράδεισο.

Γιατί το ζώο είναι αναντικατάστατο;

Αρκετά χρόνια πριν από τον Κούντερα είχα γράψει στο Βιβλίο των γάτων: Τα ζώα είναι αυτά που είναι. Καθαρή φύση. Τίμια κοιτάνε, κατάματα. Ο άνθρωπος, έξω από την φύση αναζητά.

To ζώο είναι. Ο άνθρωπος γίνεται. Αν μπορεί.

Το ζώο είναι αναντικατάστατο διότι παρέχει στον άνθρωπο την επαφή με το καθαρό ‘Ον. Μπορείτε να το ονομάσετε φύση ή παράδεισο.

Το ζώο ΕΙΝΑΙ. Απόλυτα, αυθόρμητα, τέλεια. Μια ύπαρξη πλήρης. Ο άνθρωπος, από τότε που γεύτηκε το δέντρο της Γνώσης, δεν είναι πλήρης. Διότι ξέρει πως θα πεθάνει.

Η γνώση του θανάτου και της φθοράς, υπονομεύει το ανθρώπινο ον. Το κάνει αβέβαιο, παροδικό, αμφίβολο.

Δίπλα στον άνθρωπο, το κάθε ζώο είναι ένας βράχος σιγουριάς και τελειότητας.

Ο άνθρωπος, με τη γνώση, αλλοτριώθηκε. Αποξενώθηκε. Δεν βρίσκεται μέσα στη φύση – είναι απέναντι. Δεν κάνει ένα με το παν – είναι άλλος, ξένος.

Το ζώο ανήκει στο παν. Είναι η γέφυρα που μας συνδέει με την ζωή πριν απο τη γνώση. Ίσως και με τη ζωή μετά τη γνώση…

Οι ταπεινοί σκύλοι, οι αθόρυβες γάτες, είναι πρεσβευτές του όντος κοντά μας. Είναι αγγελιοφόροι της άλλης όχθης.

Αν ρωτήσετε τους περισσότερους ζωόφιλους, τι τους ελκύει στα ζώα, θα σας μιλήσουν για την σταθερότητα, την εμπιστοσύνη. Το ζώο, θα σας πουν, δεν σε προδίδει ποτέ.

Γιατί δεν προδίδει ούτε τον εαυτό του. Είναι αυτό που είναι. Ξέρει αυτά που ξέρει, απόλυτα.

Δεν ταλαντεύεται. Δεν παλινδρομεί. Δεν αμφιβάλλει ούτε αμφισβητεί. Δεν έχει άγχος θανάτου ούτε ζωής.

Και η αγάπη του είναι σταθερή και διαυγής. Δεν έχει προϋποθέσεις, ούτε διαθέσεις, ούτε διακυμάνσεις.

Το ζώο είναι και η σταθερότητα μέσα στο χρόνο – η υπέρβαση της ιστορίας.

Πορεύεται δίπλα μας μέσα στην ιστορία αλλά δεν της ανήκει. Ανήκει στη φύση. Η φύση είναι ανιστορική.

Εμείς αλλάζουμε συνέχεια – όμως ένας σκύλος από την Ασσυρία και μια γάτα από την αρχαία Αίγυπτο, είναι ίδιοι με τους σημερινούς.

Το πιο συγκινητικό περιστατικό που έχει ποτέ γραφτεί για συμπεριφορά ζώου, αριθμεί ηλικία τριών χιλιάδων ετών:

Ο ‘Αργος ο σκύλος του Οδυσσέα περίμενε είκοσι χρόνια να δει τον άνθρωπό του για να ξεψυχήσει.

Εκεί και ο ‘Αργος κείτουνταν τσιμπούρια φορτωμένος

Και τότε, όπως μυρίστηκε κοντά του τον Οδυσσέα

κούνησε λίγο την ουρά, κατέβασε τ’ αυτιά του,

όμως δεν είχε δύναμη να τρέξει πια κοντά του

Και ο σκληρός Οδυσσέας, έτοιμος για εκδίκηση, παραλίγο να προδοθεί. Κλαίει για πρώτη φορά (απομόρξατο δάκρυ). Κι ευθύς ως φεύγει, ο ‘Αργος πεθαίνει.

‘Αργον δ’αυ κατά μοίρα λάβεν μέλανος θανάτοιο

αυτίκ’ιδόντα Οδυσύα εεικοστώ ενιαυτώ.

Μοίρα έχει και ο ‘Αργος. Σαν τους ανθρώπους. Τον μαύρο θάνατο. Περίμενε είκοσι χρόνια. Πέστε μου μετά πως ο σκύλος έρχεται μόνο για το κόκαλο, κι η γάτα για το ψάρι.

Αυτή την σταθερότητα, αυτή την πίστη, σπάνια – η ποτέ – δεν την βρίσκεις σε άνθρωπο. Στο ζώο πάντα. Εκεί ισχύουν νόμοι ενός άλλου κόσμου.

Το κοντινό μας ζώο είναι ό,τι μας απόμεινε από τον παράδεισο. Από την κατάσταση της σιγουριάς, της αθωότητας και της απλότητας που κάποτε εγκαταλείψαμε.

Ήδη οι ψυχίατροι έχουν αποδείξει πως ένας τετράποδος σύντροφος είναι το καλύτερο αντίδοτο στο άγχος της ύπαρξης. Ο άλλος άνθρωπος δεν μπορεί να σας δώσει αυτό το αίσθημα του απόλυτα απλού. Ίσως μόνο ένα βρέφος, που κι αυτό στην αρχή, είναι καθαρή φύση.

Ο Κούντερα έγραψε: “κανένα ανθρώπινο πλάσμα δεν μπορεί να κάνει σε ένα άλλο την δωρεά του ειδυλλίου. Μόνο το ζώο μπορεί, επειδή δεν το έδιωξαν από τον Παράδεισο.”

Να γιατί το ζώο είναι αναντικατάστατο.

Αποτελεί τον ομφάλιο λώρο που μας συνδέει με την αθώα και άδολη ύπαρξη, με τον αρχέγονο εαυτό μας, τις ρίζες μας.

Κι όσο περισσότερο απομακρυνόμαστε από τη φύση, τόσο πιο πολύ θα μας χρειάζονται τα ζώα. Για να εξισορροπούν την αμφιβολία. Να μας βοηθάνε να ξεχνούμε την αλλοτρίωση. Να αποκαθιστούν μέσα μας την αρμονία και την ενότητα.

Από newside

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 7 Ιανουαρίου 2020

Φτάσαμε πάλι σε εκείνη τη γιορτινή περίοδο του χρόνου. Εκείνη που είναι πολύχρωμη, γεμάτη κορδέλες και ζεστή ατμόσφαιρα. Είναι αυτή η περίοδος που η μελαγχολία προσπαθεί να βάψει το γκρίζο της με εκείνο το κόκκινο χρώμα της ζωής.

Μαζί με τα πρώτα αναμένα λαμπάκια, ξεκινά κι εκείνος ο προσωπικός απολογισμός. Αυτός που σου δείχνει τι έχασες και τι κέρδισες μέσα απο τη χρονιά που φτάνει στο τέλος της. Σαν μια ταινία μικρού μήκους τα πρόσωπα που άφησες πίσω και εκείνα που βρήκαν τον τρόπο να μπουν στη καρδιά σου.

Μεγαλώνοντας, μαθαίνουμε πως το παραμύθι του άγιου Βασίλη είναι μόνο για παιδιά. Ενα παραμύθι που τόσο πολύ θα θέλαμε να είναι αληθινό. Να ερχόταν ένας χοντρός καλόκαρδος παππούς να μας φέρει πίσω ό,τι χάσαμε, ό,τι αφήσαμε και μας άφησε, ό,τι θελήσαμε και δεν αποκτήσαμε.

Μάθαμε να νιώθουμε την ευτυχία μόνο αν την μοιραζόμαστε. Μάθαμε να θέλουμε να μας αγαπούν, να απαιτούμε την ευτυχία μέσα απο τα μάτια των άλλων. Μα αλήθεια, εσένα αν δεν σε αγαπήσεις, αν δεν σε συγχωρήσεις, αν δεν σε καταλάβεις, ποιος αλήθεια περιμένεις να το κάνει σε ετούτη τη ζωή;

Θυμήσου λίγο εκείνο το παιδί με τα λαμπερά μάτια που κάποτε ήσουν. ‘Που πίστευες με όλη σου την αγνότητα τον φανταχτερό κόσμο των γιορτών ως την μεγαλύτερη απόδειξη ανταμοιβής της καλοσύνης που δείξαμε όλο τον χρόνο. Εκείνο το παιδί είναι το δικό σου δώρο. Αυτό που κάτω απο κανένα δεντράκι δεν θα βρείς και σε κανένα μαγαζί.

Φέτος, να σ’ αγαπάς λίγο περισσότερο. Να σε ξεκουράζεις ακόμα περισσότερο. Να σε παίρνεις βόλτες σε όμορφα μέρη να γαληνεύει η ψυχή σου και να καθαρίζει απο κάθε αρνητική σκέψη. Φέτος προσπάθησε να βρεις τον χρόνο για σένα.

Εκείνον που πάντα δίνεις στους άλλους. Εκείνον που κλείνεις πίσω απο τσιμεντένια κτήρια κι απρόσωπα γραφεία. Φέτος, πες περισσότερα σ’ αγαπώ σε εκείνους που έμειναν δίπλα σου σε κάθε δυσκολία σου και χάρηκαν πραγματικά με την ευτυχία σου.

Πες όλα εκείνα τα μικρά σ’ αγαπώ που νομίζεις πως εννοούνται. Φώναξέ τα και κάνε τις πιο μεγάλες αγκαλιές στην οικογένειά σου. Αυτήν που πάλι ο χρόνος δεν υπήρχε να καθίσεις μαζί τους μια καθημερινή και να μοιραστείς ολα εκείνα τα μικρά δικά σας νέα. Φέτος να σ’ αγαπάς, να αγαπάς και να μην σταματάς να ελπίζεις. Το αξίζεις.

Από enallaktikidrasi

 
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 6 Ιανουαρίου 2020

Λειτουργία των Θεοφανείων. Έτσι τον ρίχναν και στην πατρίδα μου κι ήταν ένα θέαμα έμορφο και παράξενο.

Εκινούσε η συνοδεία από τη Μητρόπολη. Μπροστά πηγαίνανε τα ξαφτέρουγα και τα μπαϊράκια κι ύστερα πηγαίνανε οι παπάδες με τον Δεσπότη, ντυμένοι με τα χρυσά τα άμφια, παπάδες πολλοί κι αρχιμανδρίτες, γιατί η πολιτεία είχε δώδεκα εκκλησίες και κατά τις επίσημες μέρες στις μικρές ενορίες τελειώνανε γρήγορα τη λειτουργία και πηγαίνανε οι παπάδες στη Μητρόπολη για να γίνει η γιορτή πιο επίσημη. Οι ψαλτάδες ήτανε κι εκείνοι κάμποσοι κι οι πιο καλλίφωνοι, και ψέλνανε με μεγαλοπρέπεια βυζαντινά, δηλαδή ελληνικά. Από πίσω ακολουθούσε λαός πολύς.

fota_protiΣαν φτάνανε στ’ Αγγελή τον Γιαλό, όπως λέγανε κείνη την ακρογιαλιά, ο Δεσπότης με τους παπάδες ανεβαίνανε σε μια μεγάλη σανιδωτή εξέδρα εμορφοσκαρωμένη, για να κάνουνε τον Αγιασμό.

Ο κόσμος έπιανε την ακρογιαλιά κι ανέβαινε ο καθένας όπου έβρισκε, για να μπορεί να βλέπει. Τα σπίτια που ήτανε γύρο, γεμίζανε κόσμο. Οι γυναίκες θυμιάζανε από τα παραθύρια.

Από το μέρος της θάλασσας ήτανε μαζεμένα ίσαμε εκατό καΐκια και βάρκες αμέτρητες, με τις πλώρες γυρισμένες κατά το μέρος που στεκόταν ο Δεσπότης. Έτσι που ήτανε παρατεταγμένα τα καΐκια, μοιάζανε σαν αρμάδα που θα κάνει πόλεμο. Πιο ανοιχτά, κατά το πέλαγο, έβλεπες φουνταρισμένα τα μεγάλα καΐκια, γεμάτα κόσμο κι εκείνα. Άλλα πάλι είχανε περιζωσμένες τις βάρκες που βρισκόντανε γιαλό κι ήτανε κι αυτά γεμάτα κόσμο, προπάντων θαλασσινοί και παιδομάνι.

Σ’ αυτά τα μέρη κάνει πολύ κρύο και τις πιο πολλές φορές οι αντένες των καραβιών ήτανε χιονισμένες, ένα θέαμα πολύ έμορφο. Απάνου στα ξάρτια και στις σκαλιέρες, στις γάμπιες και στα μπαστούνια των καραβιών ήτανε σκαλωμένοι πλήθος θαλασσινοί, μεγάλοι και μικροί. Η θάλασσα ήτανε κοιμισμένη, μπουνάτσα. Κρούσταλλα κρεμόντανε από τα ξάρτια σε πολλά καΐκια. Κρύο τάρταρος.

aibali_andresΣτην κάθε βάρκα από κείνες που είχανε κοντοζυγώσει στη στεριά και περιμένανε να πέσει ο Σταυρός στη θάλασσα, στεκόντανε από ένα δυο νοματέοι απάνω στην πλώρη, ενώ άλλοι δυο ήτανε στα κουπιά. Οι πιο πολλοί ήτανε σαν θερία, χεροδύναμοι, πλαταράδες, χοντρολαίμηδες, μαλλιαρόστηθοι, τα κορμιά τους ήτανε κόκκινα από το κρύο. Τα ποδάρια τους ήτανε γερά και φουσκωμένα σαν αδράχτια. Θαλασσάνθρωποι, γεμιτζήδες, κοντραμπατζήδες, ψημένοι με τ’ αλάτι. Οι πιο πολλοί είχανε ριγμένες στις πλάτες τις γούνες τους για να μην παγώσουνε, ένας-δύο όμως στεκόντανε γυμνοί και κάνανε κάπου κάπου τον σταυρό τους. Μα το μάτι τους ήτανε καρφωμένο στο μέρος που θα ‘ριχνε τον Σταυρό ο Δεσπότης.

Ανάμεσά τους ήτανε ο Κωστής ο Γιωργάρας, ο Στρατής ο Μπεκός, ο Γιωργής ο Σόνιος, ο Δημητρός ο Μπούμπας, ο Πέτρος ο Κλόκας, ο Βασίλης ο Αρναούτης, ο παλαβο-Παρασκευάς κι άλλοι. Σαν να τους βλέπω μπροστά μου.

Σαν σίμωνε λοιπόν η συνοδεία στη θάλασσα κι ακουγόταν από μακριά η ψαλμωδία, γινότανε μεγάλος αλαλαγμός απάνω στις βάρκες. Οι βουτηχτάδες πετούσανε τις γούνες τους κι οι άλλοι τραβούσανε τα κουπιά, για να ‘ναι οι βάρκες τους κοντά στο μέρος που θα ‘πεφτε ο Σταυρός. Άλλοι φωνάζανε από τα ξάρτια, άλλοι μαλώνανε, άλλοι ανεβαίνανε στις κουπαστές για να δούνε.

Τέλος φτάνανε οι στρατιώτες και ταχτοποιούσανε τον κόσμο. Μπροστά πήγαινε ο αξιωματικός ο Τούρκος κι άνοιγε τον δρόμο να περάσει ο Δεσπότης, κι έλεγε: «Γιολ βέριν εφεντιά!» (Κάντε δρόμο στον αφέντη). Ο στρατός αραδιαζότανε σε παράταξη κι οι ψαλτάδες ψέλνανε πολλές φορές «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε». Στο τέλος το ‘ψελνε κι ο Δεσπότης κι έριχνε τον Σταυρό στη θάλασσα.

fota_colour1_mesa

Αλαλαγμός σηκωνότανε μέσα στη θάλασσα. Οι βάρκες και τα καΐκια καργάρανε τα κουπιά και τρακάρανε το ‘να στ’ άλλο. Οι πλώρες χτυπούσανε η μία την άλλη. Κουπιά, κοντάρια, καμάκια, απόχες μπερδευότανε μεταξύ τους. Οι βουτηχτάδες πέφτανε στο νερό κι η θάλασσα άφριζε σαν να παλεύανε σκυλόψαρα. Πολλοί απ’ αυτούς κάνανε ώρα πολλή ν’ ανεβούνε απάνω, παίρνανε μακροβούτι και ψάχνανε στον πάτο να βρούνε τον Σταυρό. Για μια στιγμή φανερωνότανε κανένα κεφάλι και βούλιαζε γρήγορα πριν να το δεις.

Άξαφνα βγήκε ένα κεφάλι με κόκκινα γένια κι ένα χέρι ξενέρισε και βαστούσε τον Σταυρό. Ήτανε ο παλαβο-Παρασκευάς. Με δυο τρεις χεροβολιές κολύμπησε κατά το μέρος του Δεσπότη και σκάλωσε στην αραξιά. Έκανε μετάνοια και φίλησε το χέρι του κι έδωσε τον Σταυρό. Ο Δεσπότης τον πήρε, τον ασπάστηκε και τον έβαλε στον ασημένιο δίσκο κι ύστερα έδωσε τον δίσκο στον Παρασκευά. Οι ψαλτάδες πιάσανε πάλι και ψέλνανε κι ο κόσμος αλάλαζε. Ύστερα η συνοδεία τράβηξε πάλι για την εκκλησιά.

fota_colour2_mesaΟ Παρασκευάς, με τον δίσκο στα χέρια, γύριζε στους μεγάλους καφενέδες και στις ταβέρνες κι έριχνε ο καθένας ό,τι ρεγάλο ήθελε. Τόσες ώρες γυμνός και βρεμένος μήτε κρύωνε μήτε τους ώμους του δεν ανασήκωνε.

Την ώρα που έπεφτε ο Σταυρός στη θάλασσα, όλα τα καΐκια και τα καράβια που ήτανε φουνταρισμένα ανοιχτά στο πέλαγο, γυρίζανε την πλώρη τους κατά την Ανατολή, από κει που ήρθε ο Χριστός στον κόσμο.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 5 Ιανουαρίου 2020

Από την Κυριακή

Αλλά σαν άκουσε που εκλαίγαν η γυναίκες
και για το χάλι του που τον θρηνούσαν,
με ανατολίτικες χειρονομίες η κερά,
κ’ η δούλες με τα ελληνικά τα βαρβαρίζοντα,
η υπερηφάνεια μες στην ψυχή του
σηκώθηκεν, αηδίασε το ιταλικό του αίμα,
και τον εφάνηκαν ξένα κι αδιάφορα
αυτά που ως τότε λάτρευε τυφλά –
όλ’ η παράφορη Αλεξανδρεινή ζωή του –
κ’ είπε «Να μην τον κλαίνε. Δεν ταιριάζουν τέτοια.
Μα να τον εξυμνούνε πρέπει μάλλον,
που εστάθηκε μεγάλος εξουσιαστής,
κι απέκτησε τόσ’ αγαθά και τόσα.
Και τώρα αν έπεσε, δεν πέφτει ταπεινά,
αλλά Ρωμαίος από Ρωμαίο νικημένος”
Κ. Π. Καβάφης

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 5 Ιανουαρίου 2020

Από την Κυριακή

Η αγάπη είναι ο μόνος τόπος όπου το πρόσωπο υπάρχει και όπου, για αυτόν τον λόγο, μπορεί και να εμφανιστεί.

Μαξ Σέλερ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 4 Ιανουαρίου 2020

Το Thomson Reuters Foundation παρουσιάζει 10 γυναίκες από όλο τον κόσμο που πρωτοπόρησαν το 2019 στον δικό τους τομέα.

1. Ολοκληρώθηκε ο πρώτος περίπατος στο διάστημα από αμιγώς γυναικείο πλήρωμα

Τον Οκτώβριο, μια ομάδα δύο γυναικών από την αμερικανική διαστημική υπηρεσία NASA αποτέλεσαν το πρώτο αμιγώς γυναικείο πλήρωμα που βγήκε στο διάστημα. Και στο παρελθόν υπήρξαν γυναίκες που ‘περπάτησαν’ στο διάστημα αλλά αυτή ήταν η πρώτη φορά που επρόκειτο για μια ομάδα δύο γυναικών.

2. Η πρώτη γυναίκα πιλότος που πέταξε στο ινδικό ναυτικό

Η ανθυποπλοίαρχος Σιβάνγκι έγινε η πρώτη γυναίκα που πέταξε αεροσκάφος στο ινδικό ναυτικό. Οι πρώτες γυναίκες πιλότοι εντάχθηκαν στις τάξεις της πολεμικής αεροπορίας της χώρας πριν από μόλις τρία χρόνια.

3. Οι πρώτες γηγενείς Αμερικανίδες που ορκίστηκαν στο Αμερικανικό Κογκρέσο

Τον Ιανουάριο, η Ντεμπ Χάαλαντ και η Σαρίς Ντέιβιντς ορκίστηκαν βουλευτίνες στην αμερικανική Βουλή των Αντιπροσώπων, σε μια πρωτιά για τις γηγενείς Αμερικανίδες.

4. Το Σουδάν διορίζει την πρώτη γυναίκα επικεφαλής του δικαστικού σώματος

Η δικαστής του Ανώτατου Δικαστηρίου Νέματ Αμπντάλα Χάιρ ορίστηκε επικεφαλής του δικαστικού σώματος της χώρας, η πρώτη γυναίκα που αναλαμβάνει αυτή τη θέση στο μουσουλμανικό αφρικανικό κράτος.

5. Η πρώτη γυναικα πρόεδρος της Σλοβακίας αναλαμβάνει καθήκοντα

Τον Ιούνιο, η δικηγόρος Ζουζάνα Τσαπούτοβα, πρώην ακτιβίστρια κατά της διαφθοράς και υπέρμαχος των δικαιωμάτων της κοινότητας ΛΟΑΤΚΙ γίνεται η πρώτη γυναίκα πρόεδρος της Σλοβακίας.

6. Ο πάπας Φραγκίσκος διορίζει τις πρώτες γυναίκες σε θέσεις ευθύνης στο Βατικανό

Τέσσερις γυναίκες – τρεις μοναχές και μία κοσμική – ορίσθηκαν σύμβουλοι στο συνοδικό γραφείο, που προετοιμάζει τις παγκόσμιες συνόδους των επισκόπων.

7. Η πρώτη βρετανή τζόκεϊ που αγωνίζεται με χιτζάμπ

Η Χαντίγια Μελλάχ έγινε η πρώτη τζόκεϊ που αγωνίζεται σε σημαντική ιπποδρομία φορώντας χιτζάμπ. Και, ακόμη σημαντικότερο, νίκησε στην κούρσα κάνοντας έπειτα λόγο για «παραμυθένια» νίκη.

8. Η πρώτη μαύρη Αφρικανή ανεβαίνει στο Εβερεστ

Επειτα από πολλές απόπειρες, η Νοτιοαφρικανή Σάεϊ Ν΄κούσι Χουμάλο ολοκλήρωσε στην τέταρτη προσπάθεια την αναρρίχηση στην κορυφή και τώρα προετοιμάζεται για τις υπόλοιπες Επτά Κορυφές του κόσμου.

9. Η πρώτη αυτόχθων Μεξικανή υποψήφια για Οσκαρ

Η Γιαλίτζα Απαρίσιο, 26 ετών, έγινε η πρώτη αυτόχθων Μεξικανή υποψήφια για Οσκαρ. Η Απαρίσιο δεν είχε ασχοληθεί ποτέ με την υποκριτική πριν συμμετάσχει στο κάστινγκ για την ταινία «Roma», όπου υποδύεται την υπηρέτρια.

10. Η εφημερίδα Financial Times αποκτά την πρώτη της διευθύντρια

Η Ρούλα Κάλαφ θα αναλάβει την διεύθυνση των FT. Θα είναι η πρώτη διευθύντρια της εμβληματικής οικονομικής εφημερίδας από την ίδρυσή της το 1888. Η Ρούλα Κάλαφ, που γεννήθηκε στον Λίβανο, εργάζεται στην εφημερίδα εδώ και 20 χρόνια.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 26 Δεκεμβρίου 2019

Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη (1896, δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ακρόπολις)

Το βράδυ, αφού ενύκτωσε, επήγε με τόλμην από τας πολλάς σπονδάς και από την ενθύμησιν του κούρκου και έκρουε την θύραν της οικογενείας του. Η θύρα ήτο κλεισμένη έσωθεν.
–Καλησπέρα, κυρα-Παύλαινα, εφώναξεν απ’έξω, χρόνους πολλούς. Πώς πήγε ο γάλος; Βλέπεις, εγώ πάλε;
Ουκ ην φωνή, ουδέ ακρόασις. Όλη η αυλή ήτο ήσυχος. Τα ισόγεια, αι τρώγλαι, τα κοτέτσια της κυρα-Στρατίνας, όλα εκοιμώντο. Ο σκύλος μόνον εγνώρισε τον μαστρο-Παύλον, έγρυξεν ολίγον και πάλιν ησύχασεν.
Υπήρχον εκεί εκτός από το ψυχομέτρι τριων ή τεσσάρων οικογενειών, οπού εκατοικούσαν εις τ’ ανήλια δωμάτια, δύο γίδες, δώδεκα όρνιθες, τέσσαρες γάτοι, δύο ινδιάνοι και πολλά ζεύγη περιστερών. Αι δύο γίδες ανεχάραζαν βαθιά εις το σκεπασμένο μανδράκι τους, αι όρνιθες έκλωζον υποκώφως εις το κοτέτσια τους, τα περιστέρια είχαν μαζωχθή εις τους περιστερώνας περίτρομαα από το κυνήγι, οπού ήρχιζον εναντίον των την νύκτα οι γάτοι. Όλοι αυτοί οι μικροί θόρυβοι ήσαν το ροχάλισμα της αυλής κοιμωμένης.
Πάραυτα ηκούσθη κρότος βημάτων εις το σπίτι.
–Έ, μαστρο-Παύλε, είπε πλησιάσασα η κυρα-Στρατίνα, νάχουμε και καλό ρώτημα… Τί γάλος και γαλίζεις και γυαλίζεις και καλό να μούχης, ασίκη μου; Είδαμε κι επάθαμε να σκεπάσουμε το πράμα, να μη προσβαλθή το σπίτι… Εκείνος που ήτον δικός του ο γάλος, ήλθε μεσάνυκτα κι εφώναζε, έκανε το κακό, και μας φοβέριζεν όλους, κι η φαμίλια σου, επειδής τον είχε κόψει το γάλο, μαθές, και τον είχε βάλει στο τσουκάλι, βρέθηκε στα στενά… κλειδώθηκε μες στην κάμαρα, και δεν ήξευρε τι να κάμη… Είπε και ο κουνιάδος σου.. καλό κελεπούρι ήτανε κι αυτό, μαθές… και επέρασεν η φαμίλια σου όλην την ημέραν κλειδομανταλωμένη μέσα, από φόβον μην ξαναέλθη εκείνος πούχε το γάλο και μας φέρη και την αστυνομία… ήτον φόβος να μην προσβαλθή κι εμένα το σπίτι μου. Άλλη φορά, τέτοιαα αστεία να μην τα κάνης, μαστρο-Παυλάκη. Τέτοια προσβολή να λείπη από το σπίτι μου, εμένα, τ’ ακουσες;
Ο μαστρο-Παύλος ηρώτησε δειλά·
–Τώρα… είναι μέσα η φαμίλια μου;
–Είναι μέσα όλοι τους, κι έχουνε κλειδωμένα καλά, και το φως κατεβασμένο, δια τον φόβο των Ιουδαίων. Κοίταξε, μη σε νοιώση από πουθενά, κείνος ο σκιάς ο κουνιάδος σου, πάλε…
–Είναι μέσα;
–Ή μέσα είναι, ή όπου είναι έφθασε… να, κάπου ακούω τη φωνή του.
Ηκούσθη, τω όντι, μία φωνή εκεί πλησίον, ήτις δεν υπέσχετο καλά δια τον νυκτερινόν επισκέπτην.
–Έ, μαστρο-Παυλίνε, έλεγε, καλός ήταν ο γάλος…
Ποίος ήτον ο ομιλήσας, άδηλον. Ίσως να ήτο ο μαστρο-Δημήτρης ο γείτων. Δυνατόν να ήτο και ο φοβερός γυναικάδελφος του μαστρο–Παύλου.
–Και να μην πάρω κι εγώ ένα μεζέ; παρεπονέθη ως τόσον ο άνθρωπός μας.
Τι σου χρειάζεται ο μεζές, μαστρο-Παυλάκη μου; επανέλαβεν η Στρατίνα. Τα πράματα είναι πολύ σκούρα. Άφσε τα αυτά. Δουλειά, δουλειά! Η δουλειά βγάζει παλληκάρια. Ό,τι έγινε–έγινε, να πας να δουλέψης, να μου φέρης εμένα τα νοίκια μου. Τ’ ακούς;
–Τ’ ακούω.

Χριστούγεννα

Εάν το Πάσχα είναι η λαμπρότατη του Χριστιανισμού εορτή, τα Χριστούγεννα βεβαίως είναι η γλυκύτατη και συγκινητικωτάτη, και δια τούτο ανέκαθεν εθεωρήθη ως οικογενειακή κατ’ εξοχήν εορτή.
Εν τη Εσπερία δε τα κατ’ αυτήν ανεπτύχθησαν και διετυπώθησαν όντως, ώστε προσέλαβεν ιδιόρρυθμόν τινα τύπον, και ήθη, έθιμα και παραδόσεις ιδιαίτεραι προς αυτήν συνεκροτήθησαν και επ’ αυτής αντεπέδρασαν.
Ολόκληρον φιλολογίαν αποτελούσι τα λεγόμενα Contes de Noël, τα χριστούγεννιάτικα δηλ. παραμύθια, ών τινα εξόχων συγγραφέων έργα είναι ωραιότατα, βιβλιοθήκην δε ολόκληρον δύνανται να γεμίσωσι τα κατ’ έτος εκδιδόμενα Christmas Numbers, τα έκτακτα δηλ. φυλλάδια των εικονογραφημένων περιοδικών, τα δημοσιευόμενα επί τη εορτή των Χριστουγέννων, μετά καλών εικόνων και ποικιλωτάτης τερπνής ύλης.
Ουδέν δε άπορον αν εν τη Δύσει ιδίως ανεπτύχθη η εορτή αύτη, διότι εκ της Δύσεως έχει αν όχι την αρχήν, τουλάχιστον την τάξιν και την σύστασιν.
Γνωστόν ότι πρώτος ο θείος Χρυσόστομος, «ελθόντων τινών από της Δύσεως και απαγγειλάντων», εκανόνισε την εορτήν ταύτην εν τη Ανατολική Εκκλησία, ότε, κατ’ αυτόν τον μήνα Δεκέμβριον τη ιε’, εχειροτονήθη πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, περί τα τέλη του δ’ αιώνος.
Διότι, φαίνεται, έως τότε επεκράτει σύγχυσις, και εωρτάζετο μεν κατά τόπους η Χριστού Γέννησις, αλλ’ ετέλουν την εορτήν άλλοι άλλοτε και δεν συνεφώνουν περί της ημέρας. Η Δυτική Εκκλησία είχεν ορίσει απ’ αρχής την κε’ του Δεκεμβρίου και την ημέραν ταύτην έταξεν εν τη Ανατολή ο ιερός Χρυσόστομος.
Ουχ ήττον όμως η Χριστού Γέννησις ετιμάτο έκπαλαι εν τη Ανατολική Εκκλησία, οι μέγιστοι δε των Πατέρων, οίτινες έζησαν κατά την Δ’ εκατονταετηρίδα, τον χρυσούν εκείνον αιώνα της χριστιανικής Εκκλησίας, ων πολλοί είναι κατά τι αρχαιότεροι του Χρυσορρήμονος διδασκάλου, συνέθεσαν πανηγυρικούς και εγκωμιαστικούς λόγους προς τιμήν της ημέρας. Το δημοτικώτατον εκείνο άσμα, το «Χριστός γεννάται, δοξάσατε, Χριστός εξ ουρανών, απαντήσατε, Χριστός επί γης, υψώθητε», είναι κατά λέξιν ηρανισμένον εκ του πανηγυρικού του ιερού Γρηγορίου του Ναζιανζηνού, του και Θεολόγου επικαλουμένου. Εκ πανηγυρικού λόγου ελήφθη επίσης και το εξαποστειλάριον της εορτής. «Επεσκέψατο ημάς εξ ύψους ο Σωτήρ ημών, ανατολή ανατολών…» Η τελευταία αυτή φράσις, έχει το προνόμιον, ως ήκουσα, να εμπνέη μέγαν ενθουσιασμόν εις τους ατυχήσαντας μεν περί την γλώσσαν, Έλληνας δε την καρδίαν και το φρόνημα αδελφούς ημών της Καισαρείας και Καππαδοκίας, ευλόγως καυχωμένους και λέγοντας ότι «εξ Ανατολής το φως»

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 26 Δεκεμβρίου 2019

ΚΑΘΕ ΓΙΟΡΤΗ Η ΜΟΝΑΞΙΑ
ΝΤΥΝΕΤΑΙ ΤΑ ΚΑΛΑ ΤΗΣ
ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΤΑ ΜΕΤΑΞΩΤΑ
Τ ΑΡΑΧΝΟΥΦΑΝΤΑ ΤΗΣ

ΚΑΘΕΤΑΙ ΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ
ΠΟΛΛΟΥΣ
ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΤΗ ΘΩΡΟΥΝΕ ΔΙΑΛΕΓΕΙ ΕΚΕΙΝΟΥΣ ΤΟΥΣ ΚΑΛΟΥΣ
ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΙΛΟΥΝΕ!

ΚΑΙ ΟΤΑΝ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ

Ο ΧΟΡΟΣ

ΤΟ ΠΕΠΛΟ ΤΗΣ ΦΟΡΑΕΟ

ΤΟΥΣ ΛΕΕΙ ΚΑΤΙ ΤΙΣ ΣΤΟ ΑΥΤΙ

ΚΑΙ ΠΑΕΙ ..

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 26 Δεκεμβρίου 2019

Από τον Μανώλη Μπαρδάνη

Το μαερειό με την θολωτή καμινάδα, τα μπακίρια γυαλισμένα να κρέμονται από πάνω, ένα μικρό τραπεζάκι που το τραβούσαμε στην μέση και στριμωχνόμαστε για να φάμε όλοι μαζί πάντα, και ο αργαλειός στην άκρη. Μια μικρή κρεβατοκάμαρα για τους γονείς και η σάλα μετά. Το σαλόνι μας, αλλά και η κρεβατοκάμαρά μας. Ένας καναπές για τον μικρό μου αδελφό, ένα μπαουλοντίβανο κολλητά στο παράθυρο για μένα κι ένα ντιβάνι στον απέναντι τοίχο για την αδελφή μου, σχηματίζανε ένα μεγάλο Π. Στη μέση της σάλας ένα μεγάλο ξύλινο τετράγωνο τραπέζι από μασίφ ξύλο και τέσσερις καρέκλες.
Στο παράθυρο που κοιμόμουν κρεμόταν ένα υφαντό στόρι, φτιαγμένο στον αργαλειό της μάνας. Στο τελείωμά του σχηματιζόταν οχτώ γωνίες. Στην άκρη τους υπήρχε ραμμένη και από μια μεγάλη κάτασπρη φούντα. Ωσότου κοιμηθώ, μου άρεσε μία-μία να τις κρατάω και να τις χαϊδεύω. Κάποια στιγμή, την ώρα που με έπαιρνε ο ύπνος, τράβηξα μία φούντα. Κόπηκε. Η αίσθηση μαγική. Ηδονική. Σε ελάχιστο χρόνο ξεριζώνω και τις υπόλοιπες, τις κρατάω για λίγο στις χούφτες μου και μετά τις χώνω μέσα στο μπαουλοντίβανο. Η χαρά και η ηδονή ξεπερνούσαν εκείνη την ώρα το φόβο που θα έβγαινε απ την οργή της μάνας, μόλις θα έβλεπε το κατόρθωμά μου. Ήταν χειμώνας. Τα παράθυρα στο χωριό τα έφτιαχναν με το τζαμιλίκι απ έξω και τα παραθυρόφυλλα να κλείνουν από μέσα. Για να μπαίνει φως χωρίς να μπαίνει το κρύο. Τις καθημερινές ξυπνούσαμε αξημέρωτα για να πάμε σχολείο. Η μάνα ήδη είχε ανάψει το τζάκι, είχε αρμέξει τις κατσίκες, είχε κάνει το πρωινό του πατέρα της και το δικό μας και μετά θα μας ξυπνούσε. Δεν άνοιγε το πατζούρι και έτσι τις μέρες που είχαμε σχολείο, δεν είχε πάρει είδηση τη φουντοκαταστροφή που της είχα κάνει. Έλα όμως που ξημέρωσε Σάββατο. Χορτάτος από ύπνο χουζουρεύω γερμένος πλάγια προς το παράθυρο. Ξαφνικά νιώθω τα χέρια της μάνας να τεντώνονται κάθετα με το σώμα μου και να τραβούν το παραθυρόφυλλο. Ξέρω πως έρχεται η καταστροφή. Πως η παντόφλα που θα πέσει στον πισινό μου θα πάει σύννεφο και ψάχνω απεγνωσμένα τρόπους σωτηρίας.
Στο χωριό μου όταν απευθύνεσαι σε κάποιον με το όνομά του, βάζεις μπροστά πάντα το κλητικό άρθρο ώ. Ανάλογα τον λόγο που του απευθύνεσαι, αλλάζει και η προφορά του. Η έντασή και η διάρκεια της εκφοράς του αυξάνονται, όσο αυξάνεται η σοβαρότητα της πράξης που έχει γίνει. Και η δική μου πρέπει να ήταν αρκετά σοβαρή.
– Ω Μανώλη, φώναξε η μάνα μου δύο φορές.
Η πρώτη κράτησε λίγο, με τις συλλαβές ισομερώς μοιρασμένες χρονικά και με τον χαρακτήρα της μεγάλης έκπληξης στην εκφορά, γι αυτό που μόλις είχε δει. Στη δεύτερη όμως το Ω με ξεκούφανε και η διάρκειά του κράτησε έναν αιώνα. Ακόμα και οι συλλαβές του ονόματός μου, μου φάνηκε πως δεν τελείωναν. Συγχρόνως ακούω και το σύρσιμο της παντόφλας στο πάτωμα. Μ ένα απίστευτο πήδημα σηκώνομαι και αρχίζω να γυρίζω γύρω από το τραπέζι. Η μάνα με την παντόφλα υψωμένη στο αριστερό χέρι –ήταν αριστερόχειρας, με κυνηγάει με μανία. Καθ όλη τη διάρκεια του κυνηγητού άκουγα τις κατάρες που έβγαιναν με θυμό απ το στόμα της και οι οποίες όλες απευθυνόταν στην ίδια.
– Καμοχείλη που να μη χαρείς τη μάνα σου
– Που να κοπούν τα χέρια μου που σου ‘στρωσα να κοιμηθείς από κάτω τους.
– Καμοδαύλη που να με νεκροφιλήσεις
– Μα ήντα σου κάνανε οι φούντες και τσοι ξήλωσες εεεεεεεεεεεε;
– Άλι που να με δεις αύριο να με πααίνουνε οι τέσσερις
– Που να ‘θελε μα μη σε κάμω
Συγχρόνως άρχισε να μου βάζει για οδόφραγμα τις καρέκλες και να μου εκσφενδονίζει τις δύο παντόφλες της στο κεφάλι μου και οτιδήποτε άλλο έβρισκε μπροστά της. Όσο ο θυμός της και η μανία της δεν υποχωρούσαν, τόσο καταλάβαινα το τεράστιο μέγεθος της αταξίας που είχα κάνει. Στο τέλος αφού απόειδε πως δεν μπορεί να με πιάσει, εξαντλημένη κάθεται πάνω σε μια καρέκλα. Άρχισε να κλαίει γοερά. Έκλαιγε για την ατυχία της να με έχει παιδί της, για την ώρα που με γέννησε και για το πώς δεν υπάρχει λόγος η ίδια να ζει, μετά απ αυτή την καταστροφή που έκανα. Η αλήθεια είναι πως ένιωσα λίγες ενοχές, αλλά η χαρά μου ήταν μεγάλη που γλίτωνα το ξύλο. Ποτέ μου όμως δεν κατάλαβα ότι πραγματικά είχα διαπράξει ένα έγκλημα, αφού πίστευα πως πολύ εύκολα οι φούντες θα μπορούσαν να ξαναμπούν στη θέση τους.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Δεκεμβρίου 2019

Από την Κυριακή

 

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣΚΟΥΦΊΤΣΑΣ.Η ΕΚΔΟΧΉ ΤΟΥ ΛΎΚΟΥ

Το δάσος ήταν το σπιτικό μου. Ζούσα εκεί και νοιαζόμουν γι’ αυτό.
Προσπαθούσα να το διατηρώ τακτικό και καθαρό.

Κάποτε, μια ηλιόλουστη μέρα, ενώ προσπαθούσα να συμμαζέψω κάτι σκουπίδια που κλασικά παράτησαν δυο εκδρομείς, άκουσα βήματα.
Πήδηξα πίσω από ένα δέντρο και είδα μια μικρή κοπέλα να έρχεται, κρατώντας ένα καλάθι.
Μου φάνηκε ύποπτη από την αρχή, γιατί φορούσε αστεία κατακκόκινα ρούχα και το κεφάλι της ήταν καλυμμένο με κουκούλα σαν να μην ήθελε να την αναγνωρίσουν.

Φυσικά τη σταμάτησα για να ερευνήσω το ζήτημα.
Τη ρώτησα ποια ήταν, από πού ερχόταν κ.τ.λ.
Μου είπε μια ιστορία για κάποια γιαγιά που έμενε λίγο πιο κάτω και της πήγαινε φαγητό.
Βασικά, μπορεί να ήταν και έντιμο άτομο, αλλά βρισκόταν στο δάσος μου και έδειχνε πολύ ύποπτη μ’ αυτά τα ρούχα.
Έτσι αποφάσισα να της δείξω πόσο σοβαρό ήταν να εισβάλλει χωρίς ειδοποίηση, ντυμένη περίεργα.

Την άφησα να συνεχίσει, αλλά έτρεξα πριν από αυτήν στο σπίτι της γιαγιάς της.
Όταν συνάντησα τη συμπαθητική γριούλα της εξήγησα το πρόβλημα μου και συμφώνησε ότι η εγγονή της χρειαζόταν ένα μάθημα.
Η γριούλα δέχτηκε να κρυφτεί ώσπου να τη φωνάξω. Έτσι, κρύφτηκε κάτω από το κρεβάτι.

Όταν έφτασε η Κοκκινοσκουφίτσα, την κάλεσα να μπει στην κρεβατοκάμαρα όπου βρισκόμουν ήδη στο κρεβάτι, ντυμένος γιαγιά.
Το κορίτσι ήρθε και μόλις με είδε είπε κάτι άσχημο για τα μεγάλα μου αυτιά.
Με είχαν προσβάλλει κι άλλοτε, αλλά προσπάθησα να είμαι ευγενικός.
Είπα ότι, ίσως, τα μεγάλα μου αυτιά, μου επέτρεπαν να την ακούω καλύτερα.
Δηλαδή έδειχνα ότι τη συμπαθούσα και ήθελα να πιάνω καλά αυτά που λέει.

Αλλά έκανε άλλο ένα καλαμπούρι, για τα γουρλωτά μου μάτια.
Τώρα καταλαβαίνετε πώς άρχισα να αισθάνομαι γι’ αυτή τη μικρή, που ενώ ήταν γλυκιά ήταν και τόσο κακοήθης.
Παρ’ όλα αυτά, έχω την τακτική να γυρίζω και το άλλο μάγουλο και της είπα ότι τα γουρλωτά μου μάτια με βοηθούν να τη βλέπω καλύτερα.

Η επόμενη προσβολή στ’ αλήθεια με νευρίασε.
Έχω κάποιο κόμπλεξ για τα μεγάλα μου δόντια κι αυτό το κορίτσι έκανε μία προσβλητική παρατήρηση.
Με ρώτησε γιατί έχω τόσο μεγάλα δόντια.
Ξέρω ότι θα έπρεπε να μη χάσω την ψυχραιμία μου, αλλά πήδηξα από το κρεβάτι και της φώναξα πως τα μεγάλα μου δόντια ήταν χρήσιμα για να τη φάω.

Τώρα ας είμαστε ειλικρινείς, κανείς λύκος δεν θα έτρωγε ποτέ ένα κορίτσι, όλοι το ξέρουν αυτό, αλλά αυτό το τρελοκόριτσο άρχισε να τρέχει γύρω-γύρω ουρλιάζοντας κι εγώ προσπαθούσα να το φτάσω για να το ηρεμήσω.
Έβγαλα και τα ρούχα της γιαγιάς, αλλά αυτό φάνηκε να χειροτερεύει τα πράγματα.

Ξαφνικά όμως ανοίγει η πόρτα με δυνατό κρότο και ένας μεγαλόσωμος τύπος στεκόταν μπροστά μου με το τσεκούρι του.
Τον κοίταξα και κατάλαβα ότι είχα βρει το μπελά μου.
Υπήρχε ένα ανοιχτό παράθυρο πίσω μου και την κοπάνησα σφαίρα.

Θα ήθελα να μπορούσα να πω πως εδώ τελειώνει η ιστορία.
Όμως αυτή η γιαγιά ποτέ δεν είπε την αλήθεια.
Σύντομα κυκλοφόρησε η φήμη ότι ήμουν κακός και μοχθηρός.
Όλοι άρχισαν να με αποφεύγουν.
Δεν ξέρω τι έγινε το κακοήθες κοριτσάκι με τα αστεία κόκκινα ρούχα, όμως εγώ δεν πέρασα καλά από τότε.
Έτσι, αποφάσισα να σας γράψω την ιστορία μου, μήπως και σώσω τη φήμη μου, έστω και τώρα.
Και να θυμάστε: μην πιστεύετε κανέναν, αν δεν ακούσετε και την άλλη πλευρά.
Μπορεί να είναι παραμύθι.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Δεκεμβρίου 2019

Από τον Πέτρο

 

Οι Φιλανδοί, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, πρόκειται για έναν από τους πιο χαρούμενους λαούς του κόσμου.

Ωστόσο, μια πόλη που βρίσκεται στο κέντρο της χώρα, η Puolanka, είναι γνωστή για την απαισιοδοξία της.

Η συρρίκνωση του πληθυσμού της πόλης, το χαμηλό βιοτικό επίπεδο σε σύγκριση με άλλες περιοχές της χώρας, αλλά και η έλλειψη πολλών δραστηριοτήτων βρίσκονται στο επίκεντρο των συζητήσεων.

Οι κάτοικοι ξεκίνησαν να εκφράζουν τη δυσαρέσκεια τους με την κατάσταση πριν από μερικά χρόνια, καθώς η πόλη δεν διέθετε κάποια δική της εκδήλωση – ορόσημο, όπως άλλες περιοχές της χώρας.

«Αρχίσαμε να ζηλεύουμε όλες τις άλλες χώρες που είχαν τις δικές τους εκδηλώσεις, κι εμείς δεν είχαμε τίποτα», ανέφερε η κάτοικος της πόλης Ρίτα Νίκανεν μιλώντας στο BBC.

«Κάποιος είπε ότι τίποτα δεν λειτουργεί εδώ, ούτε η απαισιοδοξία. Τότε είπαμε να κάνουμε μία εκδήλωση απαισιοδοξίας», συνέχισε η ίδια.

Συνεταιρισμός απαισιοδοξίας

Οι κάτοικοι λοιπόν αποφάσισαν πριν δέκα χρόνια να φτιάξουν τον δικό τους συνεταιρισμό απαισιοδοξίας, ώστε να συζητούν για τα ζητήματα που τους απασχολούν.

Ένας από τους κατοίκους ανέφερε στο BBC ότι ένα από τα βασικά επιχειρήματα ενάντια στον πεσιμισμό, είναι πως η Puolanka θα χάσει τη φήμη της.

«Μα η απαραίτητη ερώτηση είναι: ποια φήμη;», διερωτήθηκε. Σύμφωνα με τον ίδιο, όποτε η πόλη βρίσκεται στο επίκεντρο, είναι για αρνητικούς λόγους, καθώς η Puolanka βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της κατάταξης στη Φινλανδία σε διάφορους στατιστικούς πίνακες.

«Μπορεί να είμαστε οι χειρότεροι, αλλά είμαστε οι καλύτεροι στη Φιλανδία στο να είμαστε οι χειρότεροι», δήλωσε.

«Όπως είχε πει κάποιος, το χειρότερο πράγμα είναι να πεθάνει κάποιος, χωρίς κανείς να το καταλάβει. Στη Φινλανδία, πολλές πόλεις έχουν πεθάνει και κανείς δεν τις θυμάται πια. Τουλάχιστον εμείς με την απαισιοδοξία κάνουμε τόση φασαρία, που θα μας θυμούνται», σημείωσε.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Δεκεμβρίου 2019

Σύμφωνα με στοιχεία που συνέλεξε ο Δημήτρης Σταθακόπουλος, δρ. Κοινωνιολογίας της Ιστορίας του Πάντειου Πανεπιστημίου, η ρίζα του ονόματος του κουραμπιέ είναι η εξής:

Qurabiya στα Αζέρικα, kurabiye, στα τούρκικα και φυσικά κουραμπιές στα ελληνικά, που στην κυριολεξία σημαίνει kuru = ξηρό, biye = μπισκότο. Όμως, η ονομασία μπισκότο καθιερώθηκε τον Mεσαίωνα, ετυμολογικά προερχόμενη από το λατινογενές bis-cuit, που σημαίνει ψημένο δύο φορές (στα αρχαία ελληνικά λεγόταν δί-πυρον), ως τεχνική ψησίματος για να μην «χαλάει» εύκολα ο άρτος, κυρίως των στρατιωτών και των ναυτικών.

Στα σύγχρονα ιταλικά, η λέξη είναι biscotto (τo cookies έχει φλαμανδική/ολλανδική προέλευση που πέρασε στην αγγλική γλώσσα). Το λατινικό bis-cuit διαδόθηκε μέσω των Βενετών εμπόρων και στην Ασία, όπου καθιερώθηκε ως παραφθορά της λατινικής λέξης, σε biya/biye, οπότε συνδέθηκε με το δικό τους qura /kuru (ξηρό) και έδωσε τη νέα μικτή (λατινο-ανατολίτικη) λέξη qurabiya/kurabiye, η οποία με αντιδάνεια ξαναγύρισε στη δύση και ελληνοποιημένη πλέον έδωσε το «κουραμπιές» με την έννοια του ξηρού μπισκότου, που διανθίστηκε με αμύγδαλα, ζάχαρη άχνη κ.λπ.

Θεωρείται ότι πρωτοεμφανίστηκε στην Περσία, τον 7ο αιώνα, όταν η ζάχαρη διαδόθηκε στην περιοχή. Την πατρότητα του κουραμπιέ διεκδικεί και ο Λίβανος. Το γλύκισμα είναι διαδεδομένο στην Ελλάδα, την Τουρκία και τις Βαλκανικές χώρες. Ένα είδος κουραμπιέ με την ονομασία Πολβορόν (Polvorón) είναι διαδεδομένο στις ισπανόφωνες χώρες και το νότιο Τέξας.

Τα μελιμακάρονα έχουν ετυμολογικά αρχαιοελληνική προέλευση όσο και αν το μυαλό πάει στο «ιταλικό» μακαρόνι. Στα λεξικά αναφέρεται ότι η λέξη «μακαρόνι» παράγεται από τη μεσαιωνική ελληνική λέξη «μακαρωνία» (επρόκειτο για νεκρώσιμο δείπνο με βάση τα ζυμαρικά, όπου μακάριζαν το νεκρό). Η μακαρωνία με τη σειρά της έρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη «μακαρία», που δεν ήταν άλλο από την ψυχόπιτα, δηλαδή, ένα κομμάτι άρτου, στο σχήμα του σύγχρονου μελομακάρονου, το οποίο το προσέφεραν μετά την κηδεία.

Αργότερα, όταν η μακαρία περιλούστηκε με σιρόπι μελιού ονομάστηκε: μέλι+μακαρία = μελομακάρονο και καθιερώθηκε ως γλύκισμα του 12ημέρου, κυρίως από τους Μικρασιάτες Έλληνες και με το όνομα «φοινίκια». Οι Λατίνοι και αργότερα οι Ιταλοί χρησιμοποιούσαν τη λέξη μακαρωνία ως maccarone που τελικά κατέληξε να σημαίνει το σπαγγέτι. Τέλος, από το μεσαίωνα και μετά στη Γαλλία και την Αγγλία, ένα είδος αμυγδαλωτού μπισκότου ονομάστηκε «macaroon» (το γνωστό σε όλους σήμερα «μακαρόν»).

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Δεκεμβρίου 2019
Η πρώτη εικόνα μιας μαύρης τρύπας, που τράβηξε το διεθνές Τηλεσκόπιο Ορίζοντα Γεγονότων (Event Horizon Telescope-ΕΗΤ), υπήρξε το πιο σημαντικό επιστημονικό επίτευγμα της φετινής χρονιάς, σύμφωνα με το κορυφαίο περιοδικό «Science».
Το «Science», που κάθε χρόνο παραδοσιακά απονέμει διεθνώς τον επίζηλο τίτλο της σπουδαιότερης επιστημονικής ανακάλυψης, τονίζει ότι πρόκειται για «πραγματικά εντυπωσιακό κατόρθωμα ομαδικής εργασίας και τεχνολογίας». Όπως επισημαίνει, κάποτε θεωρείτο αδιανόητο να φωτογραφηθεί άμεσα μια μαύρη τρύπα, καθώς μόνο έμμεσα οι επιστήμονες ήσαν σε θέση να εικάσουν την παρουσία της, μέσω των επιδράσεων στο περιβάλλον της..

Για τους πολυπληθείς αναγνώστες όμως του «Science» η φωτογράφηση της μαύρης τρύπας ήταν το τρίτο σημαντικότερο γεγονός του 2019.

Η «ετυμηγορία του λαού» (πάνω από 34.000 ψήφοι) ήταν ότι το πιο σημαντικό -με διαφορά μάλιστα – ήταν η ανακάλυψη στο Θιβέτ ενός απολιθωμένου κρανίου από ένα κορίτσι Ντενίσοβα, ένα μυστηριώδη πρόγονο του ανθρώπου, του οποίου έως τώρα είχε βρεθεί το 2010 μόνο ένα οστό σε σπήλαιο της Σιβηρίας. Μετά την ανακάλυψη και στο Θιβέτ, που επιβεβαιώθηκε μέσω γενετικής ανάλυσης, φαίνεται πως οι Ντενίσοβα ήσαν αρκετά εξαπλωμένοι στην Ασία πριν περίπου 50.000 χρόνια, παράλληλα με τους Νεάντερταλ.

Στη δεύτερη θέση των προτιμήσεων των αναγνωστών βρέθηκε η ανάπτυξη δύο ελπιδοφόρων φαρμάκων για τον ιό Έμπολα.

Όσον αφορά το ίδιο το «Science», πέρα από την εικόνα της μαύρης τρύπας, αναδεικνύει ως άλλα σημαντικά επιστημονικά επιτεύγματα του 2019 την ανακάλυψη νέων στοιχείων για την κατακλυσμική πτώση του μετεωρίτη στο Γιουκατάν του Μεξικού που εξαφάνισε τους δεινόσαυρους από τη Γη, τη δημιουργία του πρώτου κβαντικού υπολογιστή που είναι πιο ικανός από κάθε συμβατικό υπερ-υπολογιστή (το ορόσημο της λεγόμενης «κβαντικής υπεροχής»), τη φωτογράφιση από το σκάφος New Horizons της NASA του μακρινού ουράνιου σώματος MU69 που βαφτίστηκε πλέον «’Αροκοθ», το πρώτο αποτελεσματικό φάρμακο για τις περισσότερες περιπτώσεις κυστικής ίνωσης, την επικράτηση ενός προγράμματος τεχνητής νοημοσύνης στο πόκερ με αντίπαλους τους καλύτερους επαγγελματίες παίκτες κ.α.

Από το in.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Δεκεμβρίου 2019

Οι άνθρωποι όταν φοβόμαστε για τη ζωή μας, ουρλιάζουμε συνήθως, καλώντας σε βοήθεια. Επιστήμονες απέδειξαν ότι και τα φυτά, όταν βιώνουν στρες, εκπέμπουν υπερηχητικές κραυγές, οι οποίες όμως δεν γίνονται αντιληπτές από εμάς.

Πιο συγκεκριμένα, Ισραηλινοί επιστήμονες δημοσίευσαν μια νέα μελέτη, σύμφωνα με την οποία τα φυτά έχουν αισθήσεις, δηλαδή μυρίζουν, βλέπουν και ακούνε. Αν και σε εμάς φαίνονται σιωπηλά, αυτά έχουν έναν δικό τους κώδικα επικοινωνίας, μια δική τους γλώσσα.

Η έρευνα έγινε από το Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ με επικεφαλής τον Ιτζάκ Καΐτ. Η ερευνητική ομάδα τοποθέτησε ευαίσθητα μικρόφωνα κοντά σε φυτά και συγκεκριμένα σε ντοματιές και φυτά καπνού, τα οποία βίωναν συνθήκες στρες. Τα μικρόφωνά τους κατέγραψαν ξεκάθαρα υπερηχητικά ουρλιαχτά από απόσταση περίπου 10 εκατοστών.

Ο Ιτζάκ Καΐτ δήλωσε ότι τα ευρήματα της ομάδας του μπορούν να αλλάξουν ριζικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο των φυτών, έναν κόσμο σιωπηλό για εμάς.

Οι ήχοι (οι οποίοι βρίσκονται στη γκάμα των 20 έως 100 kilohertz) μπορούν να γίνουν αντιληπτοί σε μερικούς οργανισμούς σε απόσταση έως 5 μέτρα από τα φυτά. Έτσι, οι επιστήμονες θεωρούν ότι οι «φωνές» των φυτών γίνονται αντιληπτές από έντομα, ζώα και φυτά, αλλά όχι από εμάς. Οι άνθρωποι μπορούν να τις ακούσουν μέσω κατάλληλων οργάνων.

Όμως, δεν είναι όλες οι κραυγές ίδιες. Οι ισραηλινοί επιστήμονες διαπίστωσαν ότι διαφορετικά είδη φυτών βγάζουν διαφορετικούς ήχους και ότι μάλιστα το ίδιο το φυτό «φωνάζει» με διαφορετικό τρόπο ανάλογα τον λόγο που έχει προκαλέσει το στρες, δηλαδή λόγω λειψυδρίας, κόψιμο φύλλου, φωτιάς κ.λπ. Για παράδειγμα, τα φυτά καπνού που διψούν «κραυγάζουν» σε υψηλότερο τόνο από τα φυτά που τους κόβουν τα φύλλα.

Οι επιστήμονες αναφέρουν ότι οι γεωργοί μπορούν μελλοντικά να χρησιμοποιήσουν μια ανάλογη τεχνολογία, μέσω της οποίας θα μπορούν να «ακούνε» τις καλλιέργειες στα χωράφια τους, κατά πόσο χρειάζονται περισσότερο νερό, κάτι το οποίο είναι ολοένα και πιο αναγκαίο λόγω της κλιματικής αλλαγής.

Άλλοι επιστήμονες και θεωρητικοί αναδεικνύουν πιθανούς περιορισμούς της εκπληκτικής αυτής έρευνας, όπως ότι τα μικρόφωνα μπορεί να κατέγραψαν ήχους άλλης προέλευσης επίσης (όπως του χώματος), κάτι που επηρεάζει τα αποτελέσματα. Σε κάθε περίπτωση, αναμένονται εκ νέου μελέτες και έρευνες πάνω σε αυτή την ανακάλυψη.

enallaktikidrasi