Από τον Μανώλη Μπαρδάνη

Το μαερειό με την θολωτή καμινάδα, τα μπακίρια γυαλισμένα να κρέμονται από πάνω, ένα μικρό τραπεζάκι που το τραβούσαμε στην μέση και στριμωχνόμαστε για να φάμε όλοι μαζί πάντα, και ο αργαλειός στην άκρη. Μια μικρή κρεβατοκάμαρα για τους γονείς και η σάλα μετά. Το σαλόνι μας, αλλά και η κρεβατοκάμαρά μας. Ένας καναπές για τον μικρό μου αδελφό, ένα μπαουλοντίβανο κολλητά στο παράθυρο για μένα κι ένα ντιβάνι στον απέναντι τοίχο για την αδελφή μου, σχηματίζανε ένα μεγάλο Π. Στη μέση της σάλας ένα μεγάλο ξύλινο τετράγωνο τραπέζι από μασίφ ξύλο και τέσσερις καρέκλες.
Στο παράθυρο που κοιμόμουν κρεμόταν ένα υφαντό στόρι, φτιαγμένο στον αργαλειό της μάνας. Στο τελείωμά του σχηματιζόταν οχτώ γωνίες. Στην άκρη τους υπήρχε ραμμένη και από μια μεγάλη κάτασπρη φούντα. Ωσότου κοιμηθώ, μου άρεσε μία-μία να τις κρατάω και να τις χαϊδεύω. Κάποια στιγμή, την ώρα που με έπαιρνε ο ύπνος, τράβηξα μία φούντα. Κόπηκε. Η αίσθηση μαγική. Ηδονική. Σε ελάχιστο χρόνο ξεριζώνω και τις υπόλοιπες, τις κρατάω για λίγο στις χούφτες μου και μετά τις χώνω μέσα στο μπαουλοντίβανο. Η χαρά και η ηδονή ξεπερνούσαν εκείνη την ώρα το φόβο που θα έβγαινε απ την οργή της μάνας, μόλις θα έβλεπε το κατόρθωμά μου. Ήταν χειμώνας. Τα παράθυρα στο χωριό τα έφτιαχναν με το τζαμιλίκι απ έξω και τα παραθυρόφυλλα να κλείνουν από μέσα. Για να μπαίνει φως χωρίς να μπαίνει το κρύο. Τις καθημερινές ξυπνούσαμε αξημέρωτα για να πάμε σχολείο. Η μάνα ήδη είχε ανάψει το τζάκι, είχε αρμέξει τις κατσίκες, είχε κάνει το πρωινό του πατέρα της και το δικό μας και μετά θα μας ξυπνούσε. Δεν άνοιγε το πατζούρι και έτσι τις μέρες που είχαμε σχολείο, δεν είχε πάρει είδηση τη φουντοκαταστροφή που της είχα κάνει. Έλα όμως που ξημέρωσε Σάββατο. Χορτάτος από ύπνο χουζουρεύω γερμένος πλάγια προς το παράθυρο. Ξαφνικά νιώθω τα χέρια της μάνας να τεντώνονται κάθετα με το σώμα μου και να τραβούν το παραθυρόφυλλο. Ξέρω πως έρχεται η καταστροφή. Πως η παντόφλα που θα πέσει στον πισινό μου θα πάει σύννεφο και ψάχνω απεγνωσμένα τρόπους σωτηρίας.
Στο χωριό μου όταν απευθύνεσαι σε κάποιον με το όνομά του, βάζεις μπροστά πάντα το κλητικό άρθρο ώ. Ανάλογα τον λόγο που του απευθύνεσαι, αλλάζει και η προφορά του. Η έντασή και η διάρκεια της εκφοράς του αυξάνονται, όσο αυξάνεται η σοβαρότητα της πράξης που έχει γίνει. Και η δική μου πρέπει να ήταν αρκετά σοβαρή.
- Ω Μανώλη, φώναξε η μάνα μου δύο φορές.
Η πρώτη κράτησε λίγο, με τις συλλαβές ισομερώς μοιρασμένες χρονικά και με τον χαρακτήρα της μεγάλης έκπληξης στην εκφορά, γι αυτό που μόλις είχε δει. Στη δεύτερη όμως το Ω με ξεκούφανε και η διάρκειά του κράτησε έναν αιώνα. Ακόμα και οι συλλαβές του ονόματός μου, μου φάνηκε πως δεν τελείωναν. Συγχρόνως ακούω και το σύρσιμο της παντόφλας στο πάτωμα. Μ ένα απίστευτο πήδημα σηκώνομαι και αρχίζω να γυρίζω γύρω από το τραπέζι. Η μάνα με την παντόφλα υψωμένη στο αριστερό χέρι –ήταν αριστερόχειρας, με κυνηγάει με μανία. Καθ όλη τη διάρκεια του κυνηγητού άκουγα τις κατάρες που έβγαιναν με θυμό απ το στόμα της και οι οποίες όλες απευθυνόταν στην ίδια.
- Καμοχείλη που να μη χαρείς τη μάνα σου
- Που να κοπούν τα χέρια μου που σου ‘στρωσα να κοιμηθείς από κάτω τους.
- Καμοδαύλη που να με νεκροφιλήσεις
- Μα ήντα σου κάνανε οι φούντες και τσοι ξήλωσες εεεεεεεεεεεε;
- Άλι που να με δεις αύριο να με πααίνουνε οι τέσσερις
- Που να ‘θελε μα μη σε κάμω
Συγχρόνως άρχισε να μου βάζει για οδόφραγμα τις καρέκλες και να μου εκσφενδονίζει τις δύο παντόφλες της στο κεφάλι μου και οτιδήποτε άλλο έβρισκε μπροστά της. Όσο ο θυμός της και η μανία της δεν υποχωρούσαν, τόσο καταλάβαινα το τεράστιο μέγεθος της αταξίας που είχα κάνει. Στο τέλος αφού απόειδε πως δεν μπορεί να με πιάσει, εξαντλημένη κάθεται πάνω σε μια καρέκλα. Άρχισε να κλαίει γοερά. Έκλαιγε για την ατυχία της να με έχει παιδί της, για την ώρα που με γέννησε και για το πώς δεν υπάρχει λόγος η ίδια να ζει, μετά απ αυτή την καταστροφή που έκανα. Η αλήθεια είναι πως ένιωσα λίγες ενοχές, αλλά η χαρά μου ήταν μεγάλη που γλίτωνα το ξύλο. Ποτέ μου όμως δεν κατάλαβα ότι πραγματικά είχα διαπράξει ένα έγκλημα, αφού πίστευα πως πολύ εύκολα οι φούντες θα μπορούσαν να ξαναμπούν στη θέση τους.