Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Δεκεμβρίου 2019

Σύμφωνα με στοιχεία που συνέλεξε ο Δημήτρης Σταθακόπουλος, δρ. Κοινωνιολογίας της Ιστορίας του Πάντειου Πανεπιστημίου, η ρίζα του ονόματος του κουραμπιέ είναι η εξής:

Qurabiya στα Αζέρικα, kurabiye, στα τούρκικα και φυσικά κουραμπιές στα ελληνικά, που στην κυριολεξία σημαίνει kuru = ξηρό, biye = μπισκότο. Όμως, η ονομασία μπισκότο καθιερώθηκε τον Mεσαίωνα, ετυμολογικά προερχόμενη από το λατινογενές bis-cuit, που σημαίνει ψημένο δύο φορές (στα αρχαία ελληνικά λεγόταν δί-πυρον), ως τεχνική ψησίματος για να μην «χαλάει» εύκολα ο άρτος, κυρίως των στρατιωτών και των ναυτικών.

Στα σύγχρονα ιταλικά, η λέξη είναι biscotto (τo cookies έχει φλαμανδική/ολλανδική προέλευση που πέρασε στην αγγλική γλώσσα). Το λατινικό bis-cuit διαδόθηκε μέσω των Βενετών εμπόρων και στην Ασία, όπου καθιερώθηκε ως παραφθορά της λατινικής λέξης, σε biya/biye, οπότε συνδέθηκε με το δικό τους qura /kuru (ξηρό) και έδωσε τη νέα μικτή (λατινο-ανατολίτικη) λέξη qurabiya/kurabiye, η οποία με αντιδάνεια ξαναγύρισε στη δύση και ελληνοποιημένη πλέον έδωσε το «κουραμπιές» με την έννοια του ξηρού μπισκότου, που διανθίστηκε με αμύγδαλα, ζάχαρη άχνη κ.λπ.

Θεωρείται ότι πρωτοεμφανίστηκε στην Περσία, τον 7ο αιώνα, όταν η ζάχαρη διαδόθηκε στην περιοχή. Την πατρότητα του κουραμπιέ διεκδικεί και ο Λίβανος. Το γλύκισμα είναι διαδεδομένο στην Ελλάδα, την Τουρκία και τις Βαλκανικές χώρες. Ένα είδος κουραμπιέ με την ονομασία Πολβορόν (Polvorón) είναι διαδεδομένο στις ισπανόφωνες χώρες και το νότιο Τέξας.

Τα μελιμακάρονα έχουν ετυμολογικά αρχαιοελληνική προέλευση όσο και αν το μυαλό πάει στο «ιταλικό» μακαρόνι. Στα λεξικά αναφέρεται ότι η λέξη «μακαρόνι» παράγεται από τη μεσαιωνική ελληνική λέξη «μακαρωνία» (επρόκειτο για νεκρώσιμο δείπνο με βάση τα ζυμαρικά, όπου μακάριζαν το νεκρό). Η μακαρωνία με τη σειρά της έρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη «μακαρία», που δεν ήταν άλλο από την ψυχόπιτα, δηλαδή, ένα κομμάτι άρτου, στο σχήμα του σύγχρονου μελομακάρονου, το οποίο το προσέφεραν μετά την κηδεία.

Αργότερα, όταν η μακαρία περιλούστηκε με σιρόπι μελιού ονομάστηκε: μέλι+μακαρία = μελομακάρονο και καθιερώθηκε ως γλύκισμα του 12ημέρου, κυρίως από τους Μικρασιάτες Έλληνες και με το όνομα «φοινίκια». Οι Λατίνοι και αργότερα οι Ιταλοί χρησιμοποιούσαν τη λέξη μακαρωνία ως maccarone που τελικά κατέληξε να σημαίνει το σπαγγέτι. Τέλος, από το μεσαίωνα και μετά στη Γαλλία και την Αγγλία, ένα είδος αμυγδαλωτού μπισκότου ονομάστηκε «macaroon» (το γνωστό σε όλους σήμερα «μακαρόν»).

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Δεκεμβρίου 2019
Η πρώτη εικόνα μιας μαύρης τρύπας, που τράβηξε το διεθνές Τηλεσκόπιο Ορίζοντα Γεγονότων (Event Horizon Telescope-ΕΗΤ), υπήρξε το πιο σημαντικό επιστημονικό επίτευγμα της φετινής χρονιάς, σύμφωνα με το κορυφαίο περιοδικό «Science».
Το «Science», που κάθε χρόνο παραδοσιακά απονέμει διεθνώς τον επίζηλο τίτλο της σπουδαιότερης επιστημονικής ανακάλυψης, τονίζει ότι πρόκειται για «πραγματικά εντυπωσιακό κατόρθωμα ομαδικής εργασίας και τεχνολογίας». Όπως επισημαίνει, κάποτε θεωρείτο αδιανόητο να φωτογραφηθεί άμεσα μια μαύρη τρύπα, καθώς μόνο έμμεσα οι επιστήμονες ήσαν σε θέση να εικάσουν την παρουσία της, μέσω των επιδράσεων στο περιβάλλον της..

Για τους πολυπληθείς αναγνώστες όμως του «Science» η φωτογράφηση της μαύρης τρύπας ήταν το τρίτο σημαντικότερο γεγονός του 2019.

Η «ετυμηγορία του λαού» (πάνω από 34.000 ψήφοι) ήταν ότι το πιο σημαντικό -με διαφορά μάλιστα – ήταν η ανακάλυψη στο Θιβέτ ενός απολιθωμένου κρανίου από ένα κορίτσι Ντενίσοβα, ένα μυστηριώδη πρόγονο του ανθρώπου, του οποίου έως τώρα είχε βρεθεί το 2010 μόνο ένα οστό σε σπήλαιο της Σιβηρίας. Μετά την ανακάλυψη και στο Θιβέτ, που επιβεβαιώθηκε μέσω γενετικής ανάλυσης, φαίνεται πως οι Ντενίσοβα ήσαν αρκετά εξαπλωμένοι στην Ασία πριν περίπου 50.000 χρόνια, παράλληλα με τους Νεάντερταλ.

Στη δεύτερη θέση των προτιμήσεων των αναγνωστών βρέθηκε η ανάπτυξη δύο ελπιδοφόρων φαρμάκων για τον ιό Έμπολα.

Όσον αφορά το ίδιο το «Science», πέρα από την εικόνα της μαύρης τρύπας, αναδεικνύει ως άλλα σημαντικά επιστημονικά επιτεύγματα του 2019 την ανακάλυψη νέων στοιχείων για την κατακλυσμική πτώση του μετεωρίτη στο Γιουκατάν του Μεξικού που εξαφάνισε τους δεινόσαυρους από τη Γη, τη δημιουργία του πρώτου κβαντικού υπολογιστή που είναι πιο ικανός από κάθε συμβατικό υπερ-υπολογιστή (το ορόσημο της λεγόμενης «κβαντικής υπεροχής»), τη φωτογράφιση από το σκάφος New Horizons της NASA του μακρινού ουράνιου σώματος MU69 που βαφτίστηκε πλέον «’Αροκοθ», το πρώτο αποτελεσματικό φάρμακο για τις περισσότερες περιπτώσεις κυστικής ίνωσης, την επικράτηση ενός προγράμματος τεχνητής νοημοσύνης στο πόκερ με αντίπαλους τους καλύτερους επαγγελματίες παίκτες κ.α.

Από το in.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Δεκεμβρίου 2019

Οι άνθρωποι όταν φοβόμαστε για τη ζωή μας, ουρλιάζουμε συνήθως, καλώντας σε βοήθεια. Επιστήμονες απέδειξαν ότι και τα φυτά, όταν βιώνουν στρες, εκπέμπουν υπερηχητικές κραυγές, οι οποίες όμως δεν γίνονται αντιληπτές από εμάς.

Πιο συγκεκριμένα, Ισραηλινοί επιστήμονες δημοσίευσαν μια νέα μελέτη, σύμφωνα με την οποία τα φυτά έχουν αισθήσεις, δηλαδή μυρίζουν, βλέπουν και ακούνε. Αν και σε εμάς φαίνονται σιωπηλά, αυτά έχουν έναν δικό τους κώδικα επικοινωνίας, μια δική τους γλώσσα.

Η έρευνα έγινε από το Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ με επικεφαλής τον Ιτζάκ Καΐτ. Η ερευνητική ομάδα τοποθέτησε ευαίσθητα μικρόφωνα κοντά σε φυτά και συγκεκριμένα σε ντοματιές και φυτά καπνού, τα οποία βίωναν συνθήκες στρες. Τα μικρόφωνά τους κατέγραψαν ξεκάθαρα υπερηχητικά ουρλιαχτά από απόσταση περίπου 10 εκατοστών.

Ο Ιτζάκ Καΐτ δήλωσε ότι τα ευρήματα της ομάδας του μπορούν να αλλάξουν ριζικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο των φυτών, έναν κόσμο σιωπηλό για εμάς.

Οι ήχοι (οι οποίοι βρίσκονται στη γκάμα των 20 έως 100 kilohertz) μπορούν να γίνουν αντιληπτοί σε μερικούς οργανισμούς σε απόσταση έως 5 μέτρα από τα φυτά. Έτσι, οι επιστήμονες θεωρούν ότι οι «φωνές» των φυτών γίνονται αντιληπτές από έντομα, ζώα και φυτά, αλλά όχι από εμάς. Οι άνθρωποι μπορούν να τις ακούσουν μέσω κατάλληλων οργάνων.

Όμως, δεν είναι όλες οι κραυγές ίδιες. Οι ισραηλινοί επιστήμονες διαπίστωσαν ότι διαφορετικά είδη φυτών βγάζουν διαφορετικούς ήχους και ότι μάλιστα το ίδιο το φυτό «φωνάζει» με διαφορετικό τρόπο ανάλογα τον λόγο που έχει προκαλέσει το στρες, δηλαδή λόγω λειψυδρίας, κόψιμο φύλλου, φωτιάς κ.λπ. Για παράδειγμα, τα φυτά καπνού που διψούν «κραυγάζουν» σε υψηλότερο τόνο από τα φυτά που τους κόβουν τα φύλλα.

Οι επιστήμονες αναφέρουν ότι οι γεωργοί μπορούν μελλοντικά να χρησιμοποιήσουν μια ανάλογη τεχνολογία, μέσω της οποίας θα μπορούν να «ακούνε» τις καλλιέργειες στα χωράφια τους, κατά πόσο χρειάζονται περισσότερο νερό, κάτι το οποίο είναι ολοένα και πιο αναγκαίο λόγω της κλιματικής αλλαγής.

Άλλοι επιστήμονες και θεωρητικοί αναδεικνύουν πιθανούς περιορισμούς της εκπληκτικής αυτής έρευνας, όπως ότι τα μικρόφωνα μπορεί να κατέγραψαν ήχους άλλης προέλευσης επίσης (όπως του χώματος), κάτι που επηρεάζει τα αποτελέσματα. Σε κάθε περίπτωση, αναμένονται εκ νέου μελέτες και έρευνες πάνω σε αυτή την ανακάλυψη.

enallaktikidrasi

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Δεκεμβρίου 2019

Στὸ Δροσίνη, ποὺ τὸ πρωτάκουσε.

Mέσα σ᾿ ἕνα περιβόλι, γύρω στὸν ἴσκιο μιᾶς φοινικιᾶς,
κάποια γαλανὰ λουλουδάκια, ἐδῶ κατάβαθα,
καὶ κεῖ πιὸ ἀνοιχτά, μιλούσανε.
Πέρασ᾿ ἕνας ποιητής, (ποὺ πέθανε τώρα),
καὶ ρύθμισε τὸ μίλημά τους ἔτσι:

Ὦ Φοινικιά, μᾶς ἔρριξεν ἐδῶ ἕνα χέρι·
τὸ χέρι τό ῾βαλε καταραμένη Μοῖρα;
τὸ πῆγε νοῦς καλοπροαίρετος; Ποιὸς ξέρει!
Ἀπὸ ἑνὸς ὕπνου κάτου τὸν καταποτήρα
ποιὰ ὁρμὴ μᾶς ἄδραξε καὶ ποιὸς μᾶς ἔχει φέρει;
Τάχ᾿ ἀπὸ χαλαστῆ γιὰ τάχ᾿ ἀπὸ Σωτῆρα;
Νά μας ἀσάλευτα στὸν ἴσκιο σου ἀποκάτου·
ὁ ἴσκιος σου εἶναι τῆς ζωῆς ἢ τοῦ θανάτου;

Τὰ καταχώνιαζε ὅλα γύρω τὸ λιοπύρι,
ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ ψάχνανε λαίμαργες ἀκρίδες,
κ᾿ ἦρθε βροχή· καὶ τ᾿ ἄνθια, ποὺ εἶχαν ἀχνογύρει,
ξυπνοῦνε καὶ ποτίζονται δροσοσταλίδες·
κ᾿ ὕστερ᾿ ἀκόμα πιὸ γλαυκὸ τὸ πανηγύρι
τοῦ ξάστερου οὐρανοῦ ξαναρχισμένο τὸ εἶδες·
τρικυμιστὴ μόνο ἡ κορφή σου ἀνάρια ἀνάρια
σταλοβολάει ἁδρὰ βροχομαργαριτάρια.

Λαμποκοπάει ἀνάσταση τὸ περιβόλι,
κάθε πουλὶ ὀνειρεύεται πὼς εἶναι ἀηδόνι,
μονάχα πέφτει ἀπὸ τὰ ὕψη σου σὰ βόλι
τὸ μαργαριταρένιο στάλαμα, καὶ ―ὢ πόνοι―!
ὅλων κορῶνα τοὺς φορεῖ τὸ δροσοβόλι,
ὅλα τὸ γάργαρο νερὸ τὰ μπαλσαμώνει·
γιατί σ᾿ ἐμᾶς ἡ θεία τῶν ὅλων καλωσύνη
γίνεται λάβωμα κι ἀρρώστια καὶ καμίνι;

Πόσο σκληρὰ χτυπάει τὸ βόλι τὸ δικό σου!
Κανέν᾿ αὐτὶ ψηλά, κανένα μάτι ἐμπρός μας.
Ζοῦμε στὸν ἴσκιο σου, ἕνας κόσμος ὁ κορμός σου,
τὸ στέμμα σου οὐρανὸς μὲ τ᾿ ἄστρα· ὁ οὐρανός μας.
Θεὸς ἀλύπητος ἂν εἶσαι, φανερώσου.
Ἂν ὄχι, γνέψε μας, καὶ μία γαλήνη δός μας,
καὶ μὴ σκοτώνῃς μας ἀγάλια ἀγάλια, ἢ δρᾶμε
καὶ ρῖξε μας νεροποντὴ μὲ μιᾶς νὰ πᾶμε!

Σὰν πληρωμὴ εἶν᾿ ὁ πόνος μας καὶ σὰ βρετήκι,
τῆς ἁρμονίας μας σφράγισεν ἡ χρυσὴ βούλλα,
ἐνῷ μᾶς ῾γγίζει ὁ Χάρος, μᾶς θεριεύει ἡ Νίκη,
τρέμομε, χαῖρε, τοῦ ρυθμοῦ ἱερὴ τρεμούλα!
Καταχωμένο ἀνήλιαγο ζῇ τὸ σκουλῆκι
γιὰ νὰ χαρῇ μεταξοφτέρουγη ψυχούλα
μίαν ὥρα τὴν ὡραία ζωή, καὶ νὰ πεθάνῃ.―
―Τὸ χάσμα τῆς πληγῆς γίνεται συντριβάνι.

Τὰ σταχτερά, τὰ διάφανα, τὰ χίλια μύρια
πράσινα, τ᾿ ἀναβρύσματα· καὶ τὰ μαμούδια
καὶ τὰ δετὰ τῆς γῆς· τ᾿ ἀνάερα τρεχαντήρια,
τὰ σκουληκάκια, οἱ μέλισσες, τὰ πεταλούδια,
λουλούδια, ὦ δισκοπότηρα καὶ θυμιατήρια!
Χάιδια τῆς χλόης, παντοῦ φιλιά, τοῦ μούσκλου χνούδια,
τοῦ κάτου κόσμου ἀχός, αἰθέρια μαντολίνα·
στὰ φύλλα μία λαχτάρα, λίγωμα στὰ κρίνα!

Ἄνθια, ὅσα ξέρετε, δὲν ξέρουν τὰ τρυγόνια,
ὡραίων ἐρώτων εἶστ᾿ ἐσεῖς τὰ διαλεμένα,
σαλέματα, φιλιά, ταιριάσματα στὰ κλώνια,
μιᾶς πλάσης εἶναι αὐγὴ τοῦ καθενὸς ἡ γέννα·
τῆς ἡδονῆς καὶ τῆς χαρᾶς τὰ παναιώνια
τὰ ξέρετε, ὦ λιγόζωα σεῖς καὶ ὦ δακρυσμένα!
Ἐμεῖς, ―ὢ τὰ χρυσά της ρίζας σου πλεμάτια!―
μοιάσαμε τὰ στοχαστικὰ καὶ τ᾿ ἄυλα μάτια.

Ἂς εἶστ᾿ ἐσεῖς, ἄπλεροι ἀνθοί, μεστὰ ἀνθοκλάδια,
ἀπὸ τὰ χρυσολούλουδα ὡς τὰ χαμομήλια,
σὰν ἀναμμένα κάρβουνα καὶ σὰν πετράδια,
σὰν τὰ παρθένα μάγουλα καὶ σὰν τὰ χείλια,
σὰ χέρια ἂς γλυκανοίγεστε, γιομάτα ἢ ἄδεια,
χαράματα κι ἂς εἶστε αὐγῆς, βραδιοῦ καντήλια,
τῆς νεράιδας δροσιᾶς ἂς εἶστε τὰ παλάτια·
τὰ μάτια εἴμαστ᾿ ἐμεῖς, εἴμαστ᾿ ἐμεῖς τὰ μάτια.

Σ᾿ ἐμᾶς, μικρά, κόσμο ξανοίγετε μεγάλο,
καὶ σύγνεφ᾿ ἀπὸ ἔγνοιες καὶ καημοὺς λαγκάδια,
καὶ τ᾿ οὐρανοῦ τ᾿ ἀσάλευτο σ᾿ ἐμᾶς, τὸ σάλο
τοῦ πέλαου γύρω στὰ καράβια πρὸς τὰ βράδια,
τὸ δάκρυ ἀκύλιστο, κι ἀξήγητο κάτι ἄλλο…
Ποιᾶς φυλακῆς νά ῾μαστ᾿ ἐμεῖς τὰ συγγενάδια;
Ἦρθε καὶ κλείστη μέσα μας, ―ποιὸς νὰ πιστέψῃ!―
μιὰ κολασμένη καὶ μία θεία· ἡ Σκέψη, ἡ Σκέψη!

T᾿ ἀνάστημα ἔχετε, τὸ παίξιμο, τὸ νάζι,
καὶ κάποιο ἀμίλητο περήφανο καμάρι,
καὶ κάποιο μάγεμα ποὺ ρίχνεται κι ἁρπάζει,
κι ἀπ᾿ τὴν πρωτόπλαστη ὀμορφάδα ἔχετε πάρει.
Σὰν εἴδωλα χλωμὰ σᾶς δείχνει τὸ μαράζι,
καὶ τὸ πουλὶ σᾶς δίνει κάποτε τὴ χάρη,
καὶ τὸν ἀέρα μία νεράϊδα ἀνεμοπόδα,
ὢ μὲ τὰ μύρια θεία χαμογέλια, ὢ ρόδα!

Τὸ πρόσταξε θεὸς Ἀπρίλης ἀνθομάλλης·
―ὦ μοσκοβόλισμα, ἄλλαξε καὶ λάμψη γίνε!
Γιὰ τοῦτο ἀμύριστα εἶστε, ρόδα τῆς Βεγγάλης,
ὅλων τῶν ἄλλων ἡ εὐωδιὰ σ᾿ ἐσᾶς φῶς εἶναι.
K᾿ ἐσὺ ποὺ στέκεις, τῶν ἀνθὼν ὡς νὰ εἶσαι ὁ κράλης,
ἀπὸ ποιὸν κόσμο παραστράτισες, ὦ κρῖνε;
Ἀπὸ τῆς εὐωδιᾶς τὴ μάννα, ἀπὸ τ᾿ ἀστέρι
τὸ πιὸ λευκόν;
Ὦ Φοινικιά, κ᾿ ἐμεῖς; Ποιὸς ξέρει!

Τῆς εὐωδιᾶς αἰθεροπόταμο, κρατήσου·
δὲν ἔτρεξες, δὲν πότισες τὴν ἄνθησή μας·
τῆς εὐωδιᾶς εἴπαμε: πάψε τὴν ὁρμή σου,
μὴ χύνεσαι ἀπὸ μᾶς, μὴ γίνεσαι πνοή μας,
βυθίσου μὲς στὰ φυλλοκάρδια μας, καὶ κλείσου
ἀκάτεχη ἀπ᾿ τὸ μύρισμα, μὲς στὴν ψυχή μας·
ψάξε νὰ βρῇς τὴ σκέψη μας, καὶ ὁμάδι ζῆσε.
Ἂς εἶναι ἡ μέλισσα, κ᾿ ἐσὺ τὸ μέλι ἂς εἶσαι!

Ἀπὸ τὸ βιὸς τοῦ ἥλιου ὅλα ἀραδιάστε τὰ ὄξω,
λουλούδια, ὅλα τὰ χρώματα, καὶ στολιστῆτε.
K᾿ εἴπαμε στ᾿ ἀδερφάκια μας: τὸ οὐράνιο τόξο
φορεματάκια κάμετέ το, καὶ ντυθῆτε!
K᾿ εἴπαμε τὸ καθένα μας: «Ψυχή, θὰ διώξω
κάθε λαμπράδα, μήτ᾿ ἡ αὐγή, καὶ ἡ δύση μήτε·
μοῦ φτάνει κάτι ἀπὸ τὴ θάλασσα, κι ἀκόμα
κάτι σὰ γέλιο, ποὺ γελᾷ τὸ οὐράνιο στόμα!»

Σύγνεφο γίνε, μίλα μὲ τ᾿ ἀστραποβόλι,
κορυδαλλός, καὶ λάλησε, Πόθε μεγάλε,
καὶ ὑψώσου πρὸς ἀστέρινο ἄλλο περιβόλι.
Ὅλη τη μουσικὴ μὲς στὴν ἀγάπη βάλε,
καὶ βάλε τῶν παιδιῶν τὴν ἀθῳότητα ὅλη,
καὶ βάλε κι ὅλη σου τὴν ὀμορφιά, καὶ πάλε
θά ῾χῃς τὸν ἴσκιο τῆς ἀγάπης· ὄχι ἐκείνη·
ἐκείνη λάμπει, καίει, φωτίζει καὶ δὲ σβήνει!

Ἀπὸ μία τρίδιπλη ψυχὴ τὸ περιβόλι,
συρτὴ καὶ ριζωτὴ καὶ φτερωμένη, πλέκει
τὸ εἶναι· ἡ κάμπια ὁλόβαθα χτίζει μία πόλη,
καὶ τὸ πουλὶ χτίζει ἕναν ἔρωτα παρέκει
πρὸς τὸν αἰθέρα· καὶ ἡ χλωράδα γύρω σου ὅλη
δὲν ἔχει νόημα, δὲν ὑπάρχει, ἢ γιὰ νὰ στέκῃ
καὶ νὰ εἶναι, ἀκροπρεπίδι σου, στὴ δούλεψή σου·
ὤ! πῶς ὑψώνεται στὸν ἥλιο τὸ κορμί σου!

Δὲ σταματάει κισσός, δὲν κόβει παρακλάδι
τοῦ κορμιοῦ σου χυτὴ κ᾿ ἐλεύτερη τὴ γύμνια·
ὅμως, γυμνή, μὲ ὀνειροΰφαντο μαγνάδι
σκεπάζεις τὰ χλωρὰ τοῦ κήπου στενορρύμια.
Λαμποκοπάει τῆς βασιλείας σου σημάδι
κορῶνα ἀχτίδων ἀπὸ σμάραγδα κι ἀσήμια
κρεμάμενη, τρεμάμενη ἀπὸ τὴν κορφή σου·
ὤ! τί ρυθμὸς ποὺ κυβερνάει τὸ θεῖο κορμί σου!

Ἔτσι δὲν εἶναι ὡραῖο τὸ νέο κυπαρίσσι
λιγώντας αὐροσάλευτο πρὸς τὸν αἰθέρα,
ἔτσι δὲν εἶναι ὡραία ἡ χλοϊσμένη βρύση
ποὺ ψέλνει σὰν ποιητὴς καὶ θρέφει σὰ μητέρα,
ἔτσι δὲν εἶν᾿ ἡ ἀνατολή, δὲν εἶναι ἡ δύση·
ἀπ᾿ τὴν κορφή σου κρέμεται ἄλλου κόσμου μέρα·
ἔτσι ὄμορφη δὲν εἶν᾿ ἡ ἀναπαμένη λίμνη·
στὰ πόδια σου οἱ θεοὶ κ᾿ οἱ θεολάλητοι ὕμνοι!

Ἀγγέλου φάντασμα στὴ σκήτη τοῦ ἐρημίτη,
στῆς νύχτας τὴ σιωπὴ τῆς ἁρμονίας τὸ στόμα,
ἡ σκέψη, ἐκεῖ ποὺ πρωτοστράφτει στοῦ τεχνίτη
τὸν πλατυμέτωπο οὐρανό, καὶ πρὶν ἀκόμα,
ὄνειρο ἀσκλάβωτο κι ἀπάρθενο, εὕρῃ σπίτι
καὶ γίνῃ λόγος, μουσική, μάρμαρο, χρῶμα,
σὰν τὴν ἰδέα σου δὲν εἶναι, καθὼς πέφτει
κι ἀντιχτυπάει στοῦ λογισμοῦ μας τὸν καθρέφτη.

Μέσα σου ρέει τὸ διάφανο, τ᾿ ἀθάνατο αἷμα,
ἢ ὁ χυμὸς ὁ ἀνήμπορος νὰ σὲ ξυπνήσῃ
ἀπό ῾ναν ὕπνο δίχως μίλημα καὶ βλέμμα
σὲ μιᾶς ἀθόλωτης ζωῆς τ᾿ ὡραῖο μεθύσι;
Τὸ στέμμα τῆς κορφῆς σου εἶν᾿ ἕνα ξένο ψέμα
ἢ τὰ μαλλιά σου, ποὺ ἡ πνοὴ σὰν τὰ χτυπήσῃ,
γίνονται λύρες γιὰ νὰ εἰποῦν ὁλόγυρά σου
τὴ συμφωνία τῶν ὅλων καὶ τῆς ὀμορφιᾶς σου;

Μήτε κλαδιά, μήτε μαλλιά. Φτερὰ εἶν᾿ ἐκεῖνα,
καὶ δοκιμάζεις τα καὶ τὰ τρεμοσαλεύεις.
Φτερά; δὲν εἶναι, γίνονται· σὲ τρώει μία πεῖνα,
καὶ σὲ μία πλάση ἀνώτερη νά ῾μπῃς παλεύεις.
Μιὰ πολιτεία, μίαν ἠλιοστάλαχτην Ἀθήνα
δεξιά, ζερβά, μακριά, στὰ ὕψη, ὅλο γυρεύεις,
καὶ στέκεσαι νὰ φύγῃς πρὸς τὰ μισουράνια
πετώντας μὲ τοὺς κύκνους καὶ μὲ τὰ γεράνια.

Λείψανο εἶσαι ἀπὸ νεκρὸ μεγάλο αἰῶνα,
ζωῆς, ποῦ γίνεται, εἶσαι ἡ πρώτη δροσεράδα;
Πότε ἀπὸ μέσα σου κοιτάει, τραβάει ἀγῶνα
γιὰ νὰ χυθῇ στὸ φῶς μία νύφη Ἀμαδρυάδα,
πότε σὰν τελευταῖα ὑψώνεσαι κολῶνα
ναοῦ, ποὺ κάποτ᾿ ἔστεκε σὲ μίαν Ἑλλάδα.
Τέλος ἢ ἀρχή, βραδιὰ ἢ πρωί, σὲ δένει κάτι
μὲ τοὺς ὁρίζοντες ποὺ χάνεται τὸ μάτι.

Ὡσαννὰ χύνουν οἱ βλαστοί σου καὶ τὰ βάγια
καὶ τὸ βασιλικὸ ὡσαννὰ τ᾿ ἀνάστημά σου
πρὸς ἄγνωστου θεοῦ διαβατικοῦ τὰ μάγια,
φανερωμένου πρῶτα πρῶτα στὴ ματιά σου.
Ἐσὺ ὡσαννά, ὡσαννὰ ἀποκρίνονται τὰ πλάγια.
Ὤ! ποιὰ τὰ ὁράματα καὶ ποιὰ τὰ μυστικά σου;
Σφάζει τὰ λυγερὰ λουλούδια καὶ τὰ φύλλα
ἀπὸ καινούργιους οὐρανοὺς ἀνατριχίλα.

K᾿ ἐμεῖς; Ἦρθε ὡς ἐμᾶς τὸ μακρινὸ πουλάκι,
τ᾿ ἀγεράκι μας ἄγγιξε μὲ τὰ φτερά του,
καὶ κονταστάθηκε τὸ βιαστικὸ τὸ ρυάκι,
καὶ τὸ παιδί μας ἔρριξε τ᾿ ἀνάβλεμμά του,
καὶ τὸ περήφανό μας ἔγνεψε ζαμπάκι,
καὶ τὸ φεγγάρι ἦρθε γιὰ μᾶς ὡς ἐδῶ κάτου,
κ᾿ εἶδε καθεὶς τ᾿ ἀπόξω μας, κανεὶς τὰ βάθη·
ὁ κόσμος γλίστρησεν ἀπάνω μας κ᾿ ἐχάθη.

Πορτοκαλλάνθια, τί σᾶς ρώτησαν τ᾿ ἀηδόνια;
Ὁ τζίτζικας τί θέλει ἀπὸ τὰ μεσημέρια;
Κι ὅσα βογγοῦνε σὰν ἀπὸ τὰ καταχθόνια,
κι ὅσα ἀνεβαίνουνε τραγούδια πρὸς τ᾿ ἀστέρια,
τοῦ σαρακιοῦ ἡ φωνή, τ᾿ ἀνήσυχα τριζόνια,
τ᾿ ἀρώματα, οἱ πνοές, τὰ ἕρμα καὶ τὰ ταίρια,
ὅσα πετοῦνε, σέρνονται, λιγιένται, σκύβουν,
κάτι γνωρίζουνε γιὰ σὲ καὶ μᾶς τὸ κρύβουν.

Μέσα μας μιὰ ψυχὴ ἀπὸ μπόρα κι ἀπὸ πίσσα
τὸ πονηρὸ γιὰ σὲ στὸ λογισμό μας βάζει.
Στὴ νυχτερίδα ὅλο γιὰ σὲ μιλοῦσε ἡ κίσσα
κ᾿ ἡ ἀκρίδα τὸ παινεύτηκε μ᾿ ἐσὲ πὼς μοιάζει,
κ᾿ ἡ σφῆκα ηὗρε χαρὰ στὴ σκέπη σου περίσσα,
κι ὁ νυχτοκόρακας μ᾿ ἐσένα ἀναγαλλιάζει·
μιὰ πλάση ―Ἐσὺ ποὺ ἀτάραχη τραβᾶς πρὸς τ᾿ ἄστρα,
παραμονεύει σὲ κακὴ κι ἀναγελάστρα!

Ὦ φυσημένη ἀπ᾿ τὴν καρδιὰ τοῦ πεύκου, Ὑγεία!
Πατᾷς, παντοῦ οἱ καρποὶ στ᾿ ἀγκάθια, στὰ τριφύλλια,
κυλᾷς μὲ τὰ νερά, καὶ λάμπουν τὰ στοιχεῖα,
γιὰ τ᾿ ἄδολο κρασὶ τρυγᾷς τὰ ὡραῖα σταφύλια,
ὅπου σταθῇς, θ᾿ ἀναστηθῇ μία πολιτεία,
πάντα ὁ μαστός σου γάλα ρέει, δροσιὰ τὰ χείλια.
Ὦ μάννα στρογγυλὴ καὶ καρπερὴ καὶ ἀκέρια,
μᾶς λυών᾿ ἡ ἀρρώστια· μοιάσαμε τὰ νεκροκέρια.

Κλαδιά, μαλλιά, φτερά. Ἴσκιοι, ποὺ ἡ θεία της χάρη
παίζει κι ἁπλώνει, πρῶτε, δεύτερε καὶ τρίτε,
ἀπὸ τὸ στοιχειωμένο τὸ σκληρὸ φεγγάρι
―μήτε κλαδιά, μήτε μαλλιά, καὶ φτερὰ μήτε!―
Προψὲς μίαν ὄψη τέταρτην εἴχατε πάρει·
σπαθιά! καὶ καρτερούσατε γιὰ νὰ χυθῆτε.
Νυχτοπετοῦσα πεταλούδα, ἔλεος κᾶμε·
ἀπάνω στὰ φτερά σου πᾶρε μας νὰ πᾶμε!

Ἡ ἀρρώστια μᾶς τυράγνησε μὲ τὴν ἀγρύπνια,
ὦ Φοινικιά, καὶ σὲ εἴδαμε νὰ κρυφογέρνῃς,
οἱ δρακοντιές, τὰ σκυλοβότανα, ὅλα ξύπνια,
νύχτα εἴταν, ἄμοιαστο χορὸ μ᾿ αὐτὰ νὰ σέρνῃς,
καὶ σ᾿ εἴδαμε ὄνειρο βαρὺ στὰ πρωτοΰπνια
μὲ φλόμους καὶ μὲ χαμαιλιοὺς νὰ παραδέρνῃς,
καὶ γύρω σ᾿ ἔπνιγαν ἀζώηρων περιβόλια,
κι ἀπὸ σκληρὲς ἀλόες λαὸς κι ἀπὸ τριβόλια.

K᾿ εἴσουνα, τῆς ζωῆς ὡς νὰ ζητοῦσες φόρο
αἱματοπότιστο, κι ὀλάγρια ἀντιχτύπα
πεῖνα στὸ εἶναι σου, καὶ κάποιο σαρκοβόρο
ηὗρε σ᾿ ἐσὲ καὶ φώλιασε, κ᾿ ἔσκαψε τρῦπα,
κ᾿ ἔγινε σπήλαιο τὸ κορμὶ τὸ φτεροφόρο,
καὶ τῆς κορφῆς σου γιὰ κορφὴ φόρεσες γύπα·
σὰ φλόγες καὶ σὰν κύματα καὶ σὰ λεπίδια
συρμένα ἀπὸ τὴ ρίζα ὡς τὴν κορφή σου φίδια.

Ποιὸς τὸ στοχάστηκε, ποιᾶς Μοίρας εἶναι τάμα,
ἀπὸ τὰ κακομύριστα καὶ τ᾿ ἀπορρίμια
νὰ ὑψώνωνται τὰ ὁλόχλωρα, καὶ ἁγνὸ τὸ θάμα
τοῦ Μάη κι Ἀπρίλη ἀπ᾿ τὴν ἀκάθαρτην ἀσκήμια;
Γι᾿ αὐτὸ γαλάζια μέσα μας καὶ μαῦρα ἀντάμα,
καὶ στὴν ψυχή μας ὠκεανοὶ καὶ στενορρύμια,
κ᾿ ἐκεῖ ποὺ ὁ νοῦς μὲ τὰ ὑπέρτατα παλεύει,
κάτι πανάθλιο μᾶς κρατεῖ καὶ μᾶς μολεύει.

Ἥλιε, τὰ μαῦρα ὀνείρατα πάρ᾿ τα καὶ πνίχ᾿ τα,
θολοὶ εἶν᾿ ἀχνοί, κ᾿ εἶναι κακόπραγα τελώνια.
Θρέψε τὰ ὡραῖα καὶ τ᾿ ἀγαθά, τὰ πάντα δεῖχ᾿ τα,
σὰν ἀχτιδοπαιξίματα καὶ σὰν ἀηδόνια.
K᾿ ἐσύ, φεγγάρι ξάπλωσε στὴν ἄγρια νύχτα
διάφανη σκέπη ἀπὸ καρδιὰ καὶ ψυχοπόνια,
τῆς Καλλονῆς παντοῦ κυμάτισε, ὢ πορφύρα,
κ᾿ ἡ πλάση ἂς γίνῃ ἀγάπη κι ἂς χτυπάῃ σὰ λύρα!

Ξημέρωσε. Τὸ φῶς χίλια σου σπέρνει μάτια,
γιὰ ν᾿ ἀγκαλιάζεις τὰ βουνὰ καὶ τὰ ρουμάνια,
στὰ δέντρα τὶς φωλιές, στὶς χῶρες τὰ παλάτια,
καὶ τὰ καράβια στ᾿ ἀνοιχτὰ καὶ στὰ λιμάνια.
Τὴ νύχτα ὡραῖα ξωτικὰ σὲ ἀχτίδων ἄτια
νὰ σὲ δουλέψουν ἔρχονται ἀπὸ τὰ οὐράνια.
Χέρια φυτρώνει ἡ λεῦκα καὶ στ᾿ ἁπλώνει πλείσια
σὲ νανουρίζουν ἥσυχα τὰ κυπαρίσσια.

Μιλᾷς μὲ τὸν ἀϊτὸ καὶ μὲ τὸν πελεκάνο,
ρουφᾷς τὴ μουσικὴ τοῦ κόσμου στάλα στάλα,
βλέπεις τὰ μακρινά, τὰ γύρω καὶ τ᾿ ἀπάνω,
τ᾿ ἀπέραντα καὶ τ᾿ ἄπιαστα καὶ τὰ μεγάλα,
ἀνταποκρίνεσαι μὲ κάθε ἀεροπλάνο,
μὲ ἀχτίδες, μὲ φτερά, μὲ τὴν παγκόσμια σκάλα.
K᾿ ἐμεῖς γυρτὰ στὴ γῆ, δαρμέν᾿ ἀπὸ μία λύπη,
ἀκούσαμε τῆς γῆς τὸ μέγα καρδιοχτύπι.

Ἀκούσαμε τῆς γῆς τὸ μέγα καρδιοχτύπι.
Νέο τραγούδι ἀφάνταστο ποὺ δὲν εἰπώθῃ,
ἦχος ποὺ τίποτ᾿ ἀπὸ μέσα του δὲ λείπει·
μέσα του ρυάζεται ἄγγελος ποὺ κεραυνώθη,
κι ὅλοι γλυκανασαίνουνε τ᾿ Ἀπρίλη οἱ κῆποι·
κρυφοὶ ἀναπάντεχοι μέσα του κλαῖνε πόθοι,
καὶ τρίζει μία φωτιά, ποὺ κόσμους θὰ χαλάῃ·
κάτι ποὺ μένει ἀξήγητο καὶ σὲ περνάει!

Πές μας τὴ φωτερὴ τ᾿ ἀέρινου ἱστορία,
τοῦ μαύρου θὰ σοῦ ποῦμ᾿ ἐμεῖς τὸ συναξάρι,
κ᾿ ἔλα νὰ τὰ ταιριάσουμε τὰ δυὸ στοιχεῖα,
τὴ δύναμή σου ἐσὺ μὲ τὴ δική μας χάρη.
Στ᾿ ἄφαντα, στὰ μικρά, στ᾿ ἀνήλιαγα, στὰ κρύα
ζοῦν ἕνας κόσμος δουλευτάδες καὶ κουρσάροι,
κ᾿ ἔχουν οἱ δρόμοι καὶ τὰ ἔργα τους καὶ οἱ μέρες
κι ὅσα δὲν ἔχουν τῶν ἀπέραντων οἱ αἰθέρες.

Τὴ ζωή του μᾶς εἶπε τὸ μελισσολόι
κι ἄστραψαν ὡς ἐμᾶς καινούργια νιάτα·
θάματ᾿ ἀνυποψίαστα σκεπάζ᾿ ἡ χλόη,
στὸ πλάϊ μας τὸ μυρμῆγκι ἀνοίγει βαθιὰ στράτα,
μιὰ σαύρα ἀργοσυρμένη μέσ᾿ ἀπὸ κατώι,
χωρῶν, ἐθνῶν, τεχνῶν ἔφερ᾿ ἐδῶ μαντάτα.
Μιὰ πεταλούδα, ποὺ ἔτρεχε γιὰ νὰ παντρέψη
τὰ λουλουδάκια, μᾶς ἐπλάτυνε τὴ σκέψη.

Ἀπάντρευτη, ἄκαρπη, κι ἀξήγητη καὶ ὡραῖα!
Παράξενη εἴταν ὥρα, ποιὸς θὰ τὸ πιστέψη;
Βουλήθη ὁ θεῖος κόσμος, κ᾿ ἔγινεν Ἰδέα,
καὶ στὴ δική μας φανερώθηκε τὴ σκέψη.
Τώρα σ᾿ αἰνίγματα καὶ σὲ σκοτάδια νέα
εἶν᾿ ἕτοιμη ἡ ζωούλα μας γιὰ νὰ μισέψῃ.
―Ὦ Φοινικιά, ἀποκρίσου· νά! φυλάει καρτέρι,
πρὶν πῇς τὸ λόγο τὸν ὑπέρτατο, ἕνα χέρι.

Ὦ Φοινικιά, μᾶς ἔσπειρεν ἐδῶ ἕνα χέρι,
καὶ θὰ ξαναπλωθῇ, καὶ θὰ μᾶς ξερριζώσῃ,
καὶ θὰ πεθάνουμε· τὸ κῦμα καὶ τ᾿ ἀγέρι
καὶ τὸ νερὸ ἀνελεήμονα θὰ μᾶς σαρώσῃ,
καὶ δὲ θὰ κλάψῃ μας τ᾿ ὁλόανθο καλοκαῖρι,
κ᾿ ἡ πλατιὰ πλάση τὸ χαμό μας δὲ θὰ νιώσῃ,
καὶ κάτου ἀπὸ τοῦ ἴσκιου σου τὰ μάγια πάλι
θ᾿ ἀναστηθῇ μοσκόπνοη μιὰ βλάστηση ἄλλη.
Καὶ μήτε θὰ βρεθῇ γιὰ μᾶς κανένα μνῆμα
τοῦ διάβα μας τὸ φάντασμα νὰ συγκρατήσῃ·
μονάχα ὁλόφωτο τριγύρω σου ἕνα ντύμα
μὲ νέα μία λάμψη ἀχάλαστη θὰ σὲ στολίσῃ,
καὶ θὰ εἶναι ἡ σκέψη μας κι ὁ λόγος μας καὶ ἡ ρίμα.
Καὶ θὰ φανῆς ἐσὺ στὴν ξαφνισμένη χτίση
σὰν ἕνα χρυσοπράσινο καινούργιο ἀστέρι.
Καὶ μήτ᾿ ἐσύ, μήτε κανεὶς δὲ θὰ μᾶς ξέρῃ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Δεκεμβρίου 2019

Από την ΚΥΡΙΑΚΗ

 

..κι ειδε καθεὶς τἀ απόξω μας, κανεὶς τὰ βάθη·

ὁ κόσμος εγλίστρησεν απάνω μας κι εχάθη.

Κ . Παλαμας, Φοινικιά

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Δεκεμβρίου 2019

 

Από την ΚΥΡΙΑΚΗ

 

Η πιο έντονη ανάμνηση της ζωής μου, είναι η μάνα μου.

Με ρωτάνε διαρκώς για τη σημαία. Εγώ όμως, ακόμα κι από την ιστορία της σημαίας, θυμάμαι τη μάνα μου. Όταν γυρίζαμε εκείνη την ημέρα στα σπίτια μας, η ώρα ήταν περασμένη, μετά τα μεσάνυχτα. Πάω στο σπίτι και βλέπω τη μάνα μου ένα κουβάρι στα σκαλοπάτια απ’ έξω.

Με περίμενε. Την πλησιάζω και της λέω, «Μάνα!»

Σηκώνεται απότομα, με πιάνει από τον λαιμό, με πάει στην κουζίνα για να μην ακούσουν οι άλλοι και ξυπνήσουν και μου λέει, «Πού ήσουν;»

Τότε εγώ ανοίγω το σακάκι και της δείχνω το κομμάτι της σβάστικας που είχαμε κόψει. Με αγκαλιάζει, με φιλάει και μου λέει, «Πήγαινε κοιμήσου».

Την άλλη μέρα το πρωί, ακούω τον εξής διάλογο: Ο πατριός μου τη ρωτάει, «Πού ήταν χθες το βράδυ ο μεγάλος σου γιος;».

Του απαντάει,
«Ανέβα στην ταράτσα και κοίταξε στην Ακρόπολη».

Ποτέ μου δεν τη ρώτησα πώς το κατάλαβε. Θα το θεωρούσα προσβολή στη νοημοσύνη της.

Αλλά για μένα αυτό ήταν το πιο συγκινητικό συμβάν στην ιστορία μου. Η μάνα μου.

~ Μανώλης Γλέζος

#φιλότιμο #philotimo #filotimo

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Δεκεμβρίου 2019

Aπό την Κυριακή

Επάνω του η Σφιγξ είναι πεσμένη
με δόντια και με νύχια τεντωμένα
και μ’ όλην της ζωής την αγριάδα.
Ο Οιδίπους έπεσε στην πρώτη ορμή της,
τον τρόμαξεν η πρώτη εμφάνισή της —
τέτοια μορφή και τέτοιαν ομιλία
δεν είχε φαντασθή ποτέ έως τότε.
Μα μ’ όλο που ακκουμπά τα δυο του πόδια
το τέρας στου Οιδίποδος το στήθος,
συνήλθε εκείνος γρήγορα — και διόλου
τώρα δεν την φοβάται πια, γιατί έχει
την λύσιν έτοιμη και θα νικήση.
Κι’ όμως δεν χαίρεται γι’ αυτήν την νίκη.
Το βλέμμα του μελαγχολία γεμάτο
την Σφίγγα δεν κυττάζει, βλέπει πέρα
τον δρόμο τον στενό που πάει στας Θήβας,
και που στον Κολωνό θ’ αποτελειώση.
Και καθαρά προαισθάνεται η ψυχή του
που η Σφιγξ εκεί θα τον μιλήση πάλι
με δυσκολώτερα και πιο μεγάλα
αινίγματα που απάντησι δεν έχουν.

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 13 Δεκεμβρίου 2019

Από την Μαρία

ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΧΑΔΙ

Φεύγει απ’ τα δάχτυλά μου το χάδι χωρίς λόγο
απ’ τα δάχτυλα μού γλιστρά. Στον άνεμο, καθώς περνά,
το χάδι που πλανιέται χωρίς λόγο και προορισμό,
το χαμένο χάδι… Ποιος θα το μαζέψει;

Μπορούσα ν’ αγαπήσω απόψε με ατέλειωτη ζέση,
μπορούσα ν’ αγαπήσω τον πρώτο που θα τύχαινε να ‘ρθει.
Κανείς δεν έρχεται. Μόνα μένουν τ’ ανθισμένα μονοπάτια.
Το χαμένο χάδι. θα κυλήσει… θα κυλήσει…

Αν στα μάτια σε φιλούν απόψε, ταξιδιώτη,
αν συνταράζει τα κλαδιά ένας γλυκός στεναγμός,
αν σου σφίγγει τα δάχτυλα ένα μικρό χεράκι
που σε πιάνει και σ’ αφήνει, σε κατακτά και φεύγει

Αν δε βλέπεις αυτό το χέρι και το στόμα που σε φιλά
αν είναι το αγέρι που υφαίνει την ψευδαίσθηση του φιλιού
ω. ταξιδιώτη, που το βλέμμα σου. βαθιά μες στον άνεμο,
είναι σαν ουρανός… θα μ’ αναγνωρίσεις;

*Από το βιβλίο “Alfonsina Storni Ποιήματα”, δίγλωσση έκδοση, σε επιλογή και μετάφραση Στέργιου Ντέρτσα, Εκδόσεις Θράκα, 2014.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 1 Δεκεμβρίου 2019

Οι άνθρωποι είμαστε όντα κοινωνικά, γεγονός που σημαίνει πως έχουμε ανάγκη την αλληλεπίδραση με τους άλλους ανθρώπους. Μέσα στη δίνη της καθημερινότητας, ξεχνάμε πόσο μεγάλη αξία έχουν για όλους εμάς οι απλές καθημερινές ενέργειες, οι οποίες όμως περικλείουν μέσα τους την αγάπη για τη ζωή και τους ανθρώπους.

Η ανθρώπινη επαφή, το ίδιο το άγγιγμα, μας απελευθερώνει από το άγχος καθώς όπως έχει διαπιστωθεί, ‘’χτυπάει’’ εκείνο το μέρος του εγκεφάλου το οποίο ευθύνεται για το άγχος εκκρίνοντας ενδορφίνες οι οποίες δρουν αποτρεπτικά απέναντι σε αυτό. Η ευεργετική επίδραση του χαδιού αγγίζει και εκείνο το λεπτό θέμα που αφορά την ίδια την εμπιστοσύνη μας απέναντι στους ανθρώπους, τροφοδοτώντας παράλληλα το ίδιο μας το δέρμα, το οποίο αποτελεί το μεγαλύτερο όργανο του σώματός μας.

Το χάδι, η αγκαλιά, αποβάλλουν από μέσα μας το άγχος, μειώνουν τους παλμούς της καρδιάς και την υψηλή πίεση, καλλιεργούν στον άνθρωπο το αίσθημα της αλληλοβοήθειας και της εμπιστοσύνης στους άλλους ανθρώπους. Πολλοί γονείς δεν προσφέρουν πολλές αγκαλιές στο παιδί τους, διότι θεωρούν πως εκείνο θα εξελιχθεί σε έναν μαλθακό ενήλικα και δε θα αποκτήσει συναισθηματική αντοχή.

Αυτή όμως, είναι μία λανθασμένη συμπεριφορά διότι το παιδί έχει απόλυτη ανάγκη να αισθάνεται ασφάλεια και προστασία, όπως και τη δημιουργία της αίσθησης πως είναι αγαπητό. Γι’ αυτό όσοι είναι γονείς, να αγκαλιάζουν όσο περισσότερο γίνεται τα παιδιά τους. Το χάδι είναι απαραίτητο για την υγιή ανάπτυξη του ανθρώπου, διότι μειώνει μέσα του την εσωτερική ένταση, το θυμό και την έντονη νευρικότητα, επιδρώντας θετικά στην αμυγδαλή που είναι το μέρος του εγκεφάλου το οποίο είναι υπεύθυνο για τα συναισθήματα.

Το χάδι δεν είναι μόνο το ερωτικό. Ακόμα και η πλατωνική αγάπη, τα φιλικά συναισθήματα, μπορούν να εκφραστούν με μία αγκαλιά, ακόμα και ένα απαλό χτύπημα στην πλάτη μπορεί να είναι ιδιαίτερα τονωτικό για την αυτοπεποίθηση και το χτίσιμο της εμπιστοσύνης του ίδιου του ανθρώπου. Δεν είναι τυχαίο πως σε όλες τις μεγάλες αθλητικές και καλλιτεχνικές διοργανώσεις παγκοσμίως, υπάρχει χειραψία μεταξύ των συμμετεχόντων. Παράλληλα, έχει διαπιστωθεί πως σε όσα σχολεία οι εκπαιδευτικοί ενθάρρυναν τα παιδιά στο να αγγίζουν το ένα το άλλο, εκείνα εμφάνιζαν καλύτερες επιδόσεις στα σχολικά μαθήματα.

Όμως, το χάδι δεν περιορίζεται μεταξύ ανθρώπων. Ειδικοί ψυχικής υγείας συνιστούν σε πολλούς θεραπευόμενους, την απόκτηση ενός κατοικίδιου. Το χάδι σε μία γάτα, λειτουργεί εξαιρετικά αγχολυτικά και πολλές φορές η ίδια η άδολη και αληθινή αγάπη που μας παρέχει ένα αθώο πλάσμα, μας ενισχύει την εμπιστοσύνη στον εαυτό και την αξία μας, αποβάλλοντας από μέσα μας την αρνητικότητα.

Το χάδι έρχεται φυσικά και σε συνάρτηση με διάφορες πολιτιστικές, πολιτισμικές, θρησκευτικές και κοινωνικές αντιλήψεις. Ας γνωρίζουμε τα προσωπικά όρια το εκάστοτε ανθρώπου, ώστε να μην αισθανθεί και ο ίδιος παραβίαση του προσωπικού του χώρου – ειδικότερα, αν είναι άτομο το οποίο δε γνωρίζουμε καλά. Ας βάλουμε περισσότερο το άγγιγμα στη ζωή μας. Δεν είναι μέρος της ζωής, αλλά η ίδια η ζωή.

Aπό emallaktikidrasi

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 1 Δεκεμβρίου 2019

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 30 Νοεμβρίου 2019

SΟS: Ποια είναι η ιστορία του διεθνούς σήματος κινδύνου -Τι σημαίνει

Εδώ και περίπου έναν αιώνα, το SOS αποτελεί το διεθνές σήμα κινδύνου. Πολλοί πιστεύουν ότι προέρχεται από τα αρχικά των αγγλικών λέξεων «Save Our Souls» ή «Save Our Ship». Στην πραγματικότητα, επιλέχθηκε επειδή…

Εδώ και περίπου έναν αιώνα, το SOS αποτελεί το διεθνές σήμα κινδύνου. Πολλοί πιστεύουν ότι προέρχεται από τα αρχικά των αγγλικών λέξεων «Save Our Souls» (σώστε τις ψυχές μας) ή «Save Our Ship» (σώστε το πλοίο μας). Στην πραγματικότητα, επιλέχθηκε επειδή ήταν πολύ εύκολο, ακόμη και για τους αμύητους στον κώδικα Μορς, να το χρησιμοποιήσουν ή να το αναγνωρίσουν, έστω και με παρεμβολές. Απαρτίζεται από τρεις συνεχόμενες τελείες, τρεις παύλες και τρεις τελείες (…—…) .

Το πρώτο σήμα κινδύνου ήταν το CQD. Προτάθηκε από τον εφευρέτη του ασυρμάτου Γκουλιέλμο Μαρκόνι και υιοθετήθηκε το 1904. Ωστόσο, δεν χρησιμοποιήθηκε για πολύ. Στο Διεθνές Συνέδριο Ασύρματης Τηλεγραφίας, που διοργανώθηκε στις 22 Νοεμβρίου του 1906 στο Βερολίνο, επικράτησε η γερμανική πρόταση για το SOS.

Επισήμως, η απόφαση αυτή επικυρώθηκε το 1908. Το σήμα κινδύνου CQD συνέχισε να χρησιμοποιείται για λίγα ακόμη χρόνια, κυρίως από τους Βρετανούς που το είχαν προτείνει πρώτοι.  Η πρώτη μεγάλη διάσωση κατόπιν εκπομπής σήματος κινδύνου CQD έγινε το 1909.

Μετά τη σύγκρουση των πλοίων Republic και Florida, το Baltic, που έλαβε το μήνυμα, έσπευσε στην περιοχή και περισυνέλεξε τους 1.500 ναυαγούς. Η πιο γνωστή από τις πρώτες χρήσεις του SOS ήταν στη βύθιση του Τιτανικού, οι ασυρματιστές του οποίου το χρησιμοποίησαν σε συνδυασμό με τον παλιό σήμα κινδύνου

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 24 Νοεμβρίου 2019
Για πολλά ‘πράγματα’ που λέμε περιφραστικά και για πολλές έννοιες για τις οποίες νομίζουμε ότι δεν μπορούμε να τις αποτυπώσουμε με μία και μόνο λέξη, υπάρχει λύση: λεξικό. Ένα καλό λεξικό και θα εκπλαγείς. Υπάρχουν λέξεις σχεδόν για τα πάντα. Από το πώς λέγεται μία συγκεκριμένη τριχούλα στην άκρη του αυτιού σου μέχρι η φοβία που μπορεί να έχεις για τα πληκτρολόγια ή τα τραπέζια.
Συγκεντρώσαμε 15 τέτοιες λέξεις για πράγματα που νόμιζες ότι δεν έχουν όνομα, για καταστάσεις που δεν ήξερες ότι μπορείς να τις κατονομάσεις “λακωνκά”.

Δες 15 απ’ αυτές:

1. Πετριχώρος: Η μυρωδιά που αναδύεται στην ατμόσφαιρα μετά τη βροχή που έχει πέσει στο έδαφος. Προέρχεται από τα σύνθετα ‘πέτρα’ και ‘ιχώρ’, το οποίο σύμφωνα με τη μυθολογία ήταν το αίμα των Ελλήνων θεών.

2. Μεσόφρυο: Οι Άγγλοι το λένε ‘glabella’, κάτι που δεν τους προϊδεάζει για τι πρόκειται, σε αντίθεση με μας, που με το που ακούς τη λέξη, όλο και κάπου πάει το μυαλό σου. Πρόκειται για το μέρος ανάμεσα στα φρύδια, εκεί που μερικοί κάνουν ρυτίδες από το πολύ συνοφρύωμα.

3. Δυσάνια: Κι όμως υπάρχει λέξη για την κατάσταση “δυσκολεύομαι να σηκωθώ απ’ το κρεβάτι μου το πρωί”. Στο εξωτερικό τη λένε και ‘clinomania’.

4. Box tent: Αυτό το τρίποδο τραπεζάκι που βρίσκεις στη μέση της πίτσας, έχει συγκεκριμένη ονομασία και δεν είναι τόσο άχρηστο όσο νομίζεις. Εμποδίζει το πάνω χαρτόνι της συσκευασίας να κολλήσει πάνω στην πίτσα.

5. Lunula: αυτά τα άσπρα μισοφέγγαρα στη βάση του νυχιού σας. Προέρχεται απ’ τη λατινική λέξη που σημαίνει ‘φεγγαράκι’.

6. Κολουμέλλα-Στυλίδα: Το κάτω μέρος της μύτης, το δέρμα που βρίσκεται ανάμεσα στα ρουθούνια. Έρχεται από τη λατινική λέξη ‘columella’ που σημαίνει ‘μικρή κολόνα’.

7. Ακρασία: Η κατάσταση στην οποία βρίσκεται κάποιος που αν και γνωρίζει το καλό, το ηθικό, το σωστό, δεν το πράττει.

8. Τράγος: Όχι αυτός που νομίζεις. Είναι το εσωτερικό μέρος του χόνδρου που υπάρχει πάνω από το κανάλι του αυτιού, κάθετα στον λοβό.

9. Περικαψύλιο: Το πλαστικό ή μεταλλικό κομμάτι στην άκρη του κορδονιού σου έχει όνομα.

10. Vibrissae: Η επιστημονική ονομασία για το μουστάκι μία γάτας.

11. Ullage: Αν ήσουν σομελιέ μπορεί και να την ήξερες αυτή τη λέξη. Έτσι ονομάζεται το κενό σε μία φιάλη κρασιού ανάμεσα στο κρασί και τον φελλό. Το ‘ελλιπές φορτίο’ όπως μεταφράζεται, αυτός ο κενός χώρος αφήνεται γιατί το εμφιαλωμένο κρασί εκτίθεται στις μεταβολές της πίεσης και της θερμοκρασίας, υπάρχει το ενδεχόμενο συστολής και διαστολής.

12. Φωσφονές: Όταν κλείνεις τα μάτια σου κανονικά θα έπρεπε να βλέπεις μόνο ένα μαύρο χρώμα. Πολλές φορές όμως διάφορα χρώματα και μικρές αναλαμπές αναβοσβήνουν. Αυτές λέγονται ‘φωσφονές’.

13. Γείσο ή κορνίζα: Το ξεροψημένο κομμάτι στην άκρη της πίτσας που είναι σκέτο ψωμί και πολλοί το παρατάνε, έχει συγκεκριμένη ονομασία. Οι Ιταλοί το λένε ‘Cornicone’.

14. Χάρτης Snellen: Την επόμενη φορά που θα γυρίσεις απ’ τον οφθαλμίατρο, μην πεις ότι σου “έδειχνε κάτι αριθμούς και γράμματα στον τοίχο, άλλα μεγάλα, άλλα πιο μικρά”. Το εργαλείο αυτό λέγεται ‘Χάρτης Snellen’, προς τιμήν του Ολλανδού οφθαλμίατρου Herman Snellen που το δημιούργησε το 1862.

15. Βρουξισμός: Αντί για ‘τρίξιμο των δοντιών’ (τρεις λέξεις), μπορείς να χρησιμοποιείς τον ‘βρουξισμό’, σημαίνει ακριβώς το ίδιο και δεν σπαταλάς επιπλέον ενέργεια.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 23 Νοεμβρίου 2019

«Όταν πρότεινα τη θεωρία της σχετικότητας, ελάχιστοι με κατάλαβαν.  Και αυτό που θα αποκαλύψω τώρα, θα συγκρουστεί με την παρανόηση και την προκατάληψη του κόσμου. Σου ζητώ να φυλάξεις τα γράμματα για όσο διάστημα χρειαστεί, χρόνια, δεκαετίες, έως ότου η κοινωνία είναι αρκετά προηγμένη για να δεχτεί αυτό που θα εξηγήσω παρακάτω. Υπάρχει μια εξαιρετικά ισχυρή δύναμη που, μέχρι σήμερα, η επιστήμη δεν έχει βρει επίσημη εξήγηση για αυτήν. Είναι μια δύναμη που περιλαμβάνει και διέπει όλους, είναι πίσω από κάθε φαινόμενο που λειτουργεί στο σύμπαν και δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί από εμάς. Αυτή η παγκόσμια δύναμη είναι η ΑΓΑΠΗ.   Η Αγάπη ξεδιπλώνει και αποκαλύπτει. Για την αγάπη ζούμε και πεθαίνουμε. Αγάπη είναι ο Θεός και Θεός είναι η Αγάπη   Όταν οι επιστήμονες ερεύνησαν για μια ενοποιημένη θεωρία του σύμπαντος ξέχασαν την πιο ισχυρή αόρατη δύναμη. Η αγάπη είναι φως, που φωτίζει αυτούς που δίνουν και λαμβάνουν. Η αγάπη είναι βαρύτητα, επειδή κάνει τους ανθρώπους να αισθάνονται έλξη για άλλους. Η αγάπη είναι δύναμη, διότι πολλαπλασιάζει το καλύτερο που έχουμε, και επιτρέπει στην ανθρωπότητα να μην σβήσει στον τυφλό εγωισμό της. Η Αγάπη ξεδιπλώνει και αποκαλύπτει. Για την αγάπη ζούμε και πεθαίνουμε. Αγάπη είναι ο Θεός και Θεός είναι η Αγάπη. Η δύναμη αυτή εξηγεί τα πάντα και δίνει νόημα στη ζωή. Αυτή είναι η μεταβλητή που έχουμε αγνοήσει για πολύ καιρό, ίσως γιατί φοβόμαστε την αγάπη, γιατί είναι η μόνη ενέργεια στο σύμπαν που ο άνθρωπος δεν έχει μάθει να οδηγεί κατά βούληση. Για να δώσω ορατότητα στην αγάπη, έκανα μια απλή αντικατάσταση στην πιο διάσημη εξίσωση μου. Αν αντί για E = mc2, δεχθούμε ότι η ενέργεια για να θεραπεύσει τον κόσμο μπορεί να επιτευχθεί μέσα από την αγάπη όταν πολλαπλασιάζεται με την ταχύτητα του φωτός στο τετράγωνο, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η αγάπη είναι η πιο ισχυρή δύναμη που υπάρχει, διότι δεν έχει όρια.   Αν θέλουμε να σώσουμε τον κόσμο και κάθε ον με αισθήσεις που κατοικεί σε αυτόν, η αγάπη είναι η μία και μοναδική απάντηση   Μετά την αποτυχία της ανθρωπότητας στη χρήση και τον έλεγχο των άλλων δυνάμεων του σύμπαντος, που έχουν στραφεί εναντίον μας, είναι επιτακτική ανάγκη να τραφούμε με ένα άλλο είδος ενέργειας. Αν θέλουμε το είδος μας να επιβιώσει, αν θέλουμε να βρούμε το νόημα της ζωής, αν θέλουμε να σώσουμε τον κόσμο και κάθε ον με αισθήσεις που κατοικεί σε αυτόν , η αγάπη είναι η μία και μοναδική απάντηση. Ίσως δεν είμαστε ακόμη έτοιμοι να κάνουμε μια βόμβα αγάπης, μια συσκευή αρκετά ισχυρή ώστε να καταστρέψει εντελώς το μίσος, τον εγωισμό και την απληστία που καταστρέφουν τον πλανήτη. Ωστόσο, κάθε άτομο φέρει μέσα του μια μικρή αλλά ισχυρή γεννήτρια αγάπης της οποίας η ενέργεια περιμένει να απελευθερωθεί. Όταν μάθουμε να δίνουμε και να λαμβάνουμε αυτή την παγκόσμια ενέργεια, αγαπητή Lieserl, θα έχουμε επιβεβαιώσει ότι η αγάπη κατακτά τα πάντα, είναι σε θέση να ξεπεράσει τα πάντα, γιατί η αγάπη είναι η πεμπτουσία της ζωής. Με λυπεί βαθύτατα που δεν μπόρεσα να εκφράσω ό, τι έχω στην καρδιά μου, που χτυπά για σένα μια ζωή. Ίσως είναι πολύ αργά για να ζητήσω συγγνώμη, αλλά καθώς ο χρόνος είναι σχετικός, πρέπει να σου πω ότι σ’ αγαπώ και πως χάρη σε εσένα έφτασα στην τελική απάντηση.

Ο πατέρας σου, Άλμπερτ Αϊνστάιν»

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 17 Νοεμβρίου 2019

Βάλε στη ζωή σου ανθρώπους που θα αντιλαμβάνονται την αξία σου χωρίς να χρειάζεται να την αποδείξεις. Χωρίς να χρειάζεται να εξηγήσεις, να επενδύσεις, να αναλωθείς.

Αυτός που θα δει την αξία σου και θα τη συνδέσει με τη δική του, χωρίς ζήλια ή ανταγωνισμό, θα θελήσει να σε εντάξει στη ζωή του. Στην καθημερινή του ζωή. Δεν θα είσαι υποχρέωση, αλλά προτεραιότητα. Δε θα χρειαστεί να προσπαθήσεις να ταιριάξεις μαζί του, γιατί απλά θα ταιριάζεις. Αυθόρμητα κι αβίαστα. Η αμοιβαιότητα δεν χτίζεται, ούτε κερδίζεται. Απλά υπάρχει.

Οι άνθρωποι που θα θέλουν να είναι στη ζωή σου κι εσύ στη δική τους δεν θα σε κρίνουν με την πρώτη ευκαιρία, ούτε θα σε περιμένουν στη γωνία για να κάνεις το λάθος. Δεν θα φοβάσαι να μιλήσεις μήπως σε παρεξηγήσουν. Θα νιώθεις μαζί τους άνετα σαν να τους γνώριζες χρόνια. Θα είσαι ο εαυτός σου και θα σου επιτρέπουν να τον ανακαλύπτεις περισσότερο μέσα από τη σχέση σου μαζί τους. Και θα γίνεσαι όλο και καλύτερος γιατί θα αναδεικνύουν το καλύτερο κομμάτι του εαυτού σου.

Σε αυτές τις σχέσεις, το μόνο που μένει είναι να εδραιωθεί η οικειότητα σε υλικά, καθημερινά θέματα. Γιατί στα συναισθηματικά και πνευματικά υπάρχει εξ αρχής. Μοιράζεστε τις ίδιες αξίες, χωρίς να το έχετε προσπαθήσει. Γιατί η ζωή σας τις δίδαξε και πήρατε το μάθημά σας με τον ίδιο τρόπο, ακόμα κι από διαφορετικές εμπειρίες.

Αυτή είναι η κοινή σας μοίρα, κι ας μην τη ζήσατε μαζί. Κι ακόμα κι αν η φάση της ζωής στην οποία βρίσκεστε στο παρόν είναι διαφορετική, η σχέση σας θα εστιάσει στις ομοιότητες κι όχι στις διαφορές σας. Θα σε καταλάβουν επειδή γνωρίζουν ποιος είσαι και τι σημαίνουν για σένα αυτά που περνάς κι ας μην τα έχουν περάσει. Βλέπουν από τα δικά σου μάτια και μαθαίνουν.

Δεν ενοχλούνται από τα ελαττώματα σου. Τα διασκεδάζουν μαζί σου για να σε βοηθήσουν να τα διορθώσεις, όποτε και αν εσύ νιώσεις έτοιμος. Κι όταν έρχονται δυσκολίες στη ζωή σου, είναι εκεί χωρίς να το ζητήσεις. Γιατί γίνονται κομμάτι της δύναμης σου. Και το κομμάτι αυτό δεν είναι άλλο από τον καλό τους λόγο.

Αυτόν που φτάνει να σε σηκώσει από το πάτωμα που έχεις πέσει και να θυμηθείς ότι όσο υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι αξίζει να αγωνίζεσαι. Άνθρωποι που δίνουν χωρίς να ζητήσουν. Άνθρωπο που έχουν περίσσευμα καλοσύνης, γιατί ασχολούνται με το καλό και το κάνουν πράξη.

Αυτοί οι άνθρωποι είναι ο ορισμός του φίλου που γίνεται αδερφός. Δεν είναι ότι δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς αυτούς επειδή τους χρειάζεσαι, αλλά ότι τους επιλέγεις επειδή η ζωή σου είναι πιο όμορφη μαζί τους. Και σε επιλέγουν κι εκείνοι. Είπαμε, η αμοιβαιότητα είναι απαραίτητο συστατικό στην αδελφική φιλία.

Θέλουν να σε βλέπουν καλά για να φωτίζεται κι η δική τους ζωή. Οι δυσκολίες σου είναι και δικές τους, το ίδιο και οι χαρές. Και για σένα το ίδιο. Χωρίς εξάρτηση, χωρίς υπερβολή και ισομοιρασμένα. Δεν μονοπωλούν συζητήσεις ή ενδιαφέρον. Δεν διεκδικούν τον χρόνο σου, γιατί ξέρουν ότι και για σένα είναι προτεραιότητα και θα τους τον αφιερώσεις χωρίς να στο ζητήσουν. Αλλά κι αν βρεθούν στην ανάγκη ξέρουν ότι θα τρέξεις πριν προλάβουν να στο πουν. Θέλει τρέξιμο η φιλία.

Νοιάξιμο. Είναι αυτό το νοιάξιμο που σε αποζημιώνει όταν βλέπεις τη λάμψη στα μάτια του άλλου μόλις νιώσει ότι τον σκέφτηκες πριν προλάβει καν ο ίδιος να σκεφτεί τον εαυτό του. Και κάπως έτσι μέσα από αυτή τη φιλία μαθαίνεις να αγαπάς και τον εαυτό σου.

Μέσα από τους ανθρώπους μαθαίνουμε την αγάπη, το μίσος, το θυμό, την καλοσύνη. Κάνεις μόνος του δεν ευτύχησε, χωρίς καμία αλληλεπίδραση με ανθρώπους. Γι’αυτό φρόντισε τι ανθρώπους θα βάλεις στη ζωή σου. Φύγε από αυτούς που σου βγάζουν σκοτάδι. Κάνεις δεν έμαθε γνωρίζοντας το σκοτάδι. Βάλε ανθρώπους που σου δίνουν φως και αξίζουν την αγάπη σου, για να μαθαίνεις ν’αγαπάς.

 εenallaktiki drasi

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Νοεμβρίου 2019

Στην Αθήνα ένα από τα πέντε Μουσεία Αφής, παγκοσμίως

Ένα Μουσείο που το «Μην αγγίζετε» μετατρέπεται σε «Αγγίξτε για να αισθανθείτε»

Στο διατηρητέο κτήριο της οδού Δοϊράνης 198 στην Καλλιθέα βρίσκεται ένα Μουσείο διαφορετικό από τα υπόλοιπα και το οποίο καλεί τους επισκέπτες να αγγίξουν τα εκθέματά του για να νιώσουν.

Πρόκειται για το Μουσείο Αφής που δημιουργήθηκε με μεράκι και αγάπη για τους ανθρώπους με οπτική αναπηρία, ώστε να έρθουν πιο κοντά στην πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας

Αγάλματα, αγγεία, γλυπτά και χρηστικά αντικείμενα, πιστά αντίγραφα των πρωτοτύπων που εκτίθενται σε Μουσεία της Ελλάδας κοσμούν τους δύο ορόφους του κτηρίου επιδιώκοντας, μέσω της αφής, οι μη βλέποντες να γνωρίσουν μεγάλης πολιτιστικής αξίας έργα από την Κυκλαδική, Μινωική, Γεωμετρική, Αρχαϊκή, Αυστηρού Ρυθμού, Κλασική, Ελληνιστική και Ρωμαϊκή περίοδο.

Το Μουσείο Αφής αποτελεί τμήμα του Φάρου Τυφλών Ελλάδος και ιδρύθηκε το 1984. Το 1988 έλαβε τον έπαινο του Ευρωπαϊκού Μουσείου της χρονιάς ανάμεσα σε 70 άλλα ευρωπαϊκά Μουσεία. Το 2004 άνοιξε τις πόρτες του στο ευρύ κοινό και σήμερα αποτελεί ένα από τα πέντε Μουσεία αφής παγκοσμίως.

Ξεκινώντας κανείς την περιήγησή του στο Μουσείο παρατηρεί ότι τα δωμάτια είναι χωρισμένα και ταξινομημένα ανά θεματικές περιόδους, ώστε τα άτομα με απώλεια όρασης να αποκτήσουν μία ολιστική προσέγγιση ενός έργου τέχνης. Οι επισκέπτες έχουν τη δυνατότητα να ψηλαφίσουν πιστά αντίγραφα της Αφροδίτης της Μήλου, του Ερμή του Πραξιτέλη, του Ηνίοχου των Δελφών, καθώς επίσης και μακέτα του λόφου της Ακρόπολης κατά τον 5ο π.Χ.  αιώνα και άλλα.

Το Μουσείο Αφής διαθέτει και Βυζαντινό τμήμα που αποτελείται από ένα ξυλόγλυπτο τέμπλο, ξυλόγλυπτο επιτάφιο, ξυλόγλυπτες εικόνες, μακέτα βυζαντινού ναού και διάφορα ιερατικά αντικείμενα. Επιπλέον υπάρχει και αίθουσα για την ευαισθητοποίηση του κοινού για τους Ολυμπιακούς και τους Παραολυμπιακούς Αγώνες. Παράλληλα φιλοξενούνται έργα ατόμων με προβλήματα όρασης από το εργαστήρι Κεραμικής και Γλυπτικής του Φάρου Τυφλών της Ελλάδος.

Κάθε μήνα επισκέπτονται το Μουσείο 1.000 άτομα, ενώ πολλές φορές ο αριθμός αυτός αυξάνεται. Η είσοδος για τα άτομα με οπτική αναπηρία είναι δωρεάν, ενώ οι υπόλοιποι επισκέπτες πληρώνουν ένα μικρό αντίτιμο (2 ευρώ) και το ωράριο λειτουργίας είναι 09.00- 14.00 κατόπιν ραντεβού στα τηλέφωνα 210-9415222