που μέσ’ στις γλώσσες τις νεκρές μείνανε ζωντανές.
Είναι η ιστορία ήχοι που ξέχασαν τα λόγια
στίχοι που από τυφλούς γράφτηκαν ποιητές
και δάκρυα κεχριμπάρια που έγιναν κομπολόγια
να παίζουνε οι γέροι στις εθνικές γιορτές.
Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μέσα σε ένα πυκνό δάσος μία τριανταφυλλιά. Όλα της τα τριαντάφυλλα ήταν κατακόκκινα. Όλα, εκτός από ένα, αυτό που ήταν στο κέντρο και πιο ψηλά από όλα. Το τριαντάφυλλο αυτό ήτανε μαύρο και λαμπερό. Όποιος περνούσε μπροστά από την τριανταφυλλιά, απορούσε με το διαφορετικό τριαντάφυλλο και το θαύμαζε! Και κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί την πραγματική ιστορία του που ήταν η εξής:
Κάποτε ένα σύννεφο περνούσε πάνω από την τριανταφυλλιά. Ήταν τόσο φορτωμένο με σταγόνες που είχε κατέβει πολύ χαμηλά. Πέρασε λοιπόν και πάνω από την τριανταφυλλιά και εκείνη, χωρίς να το θέλει, τρύπησε το σύννεφο. Εκείνο πόνεσε, τινάχτηκε επάνω και επειδή θύμωσε πολύ με την τριανταφυλλιά της έριξε έναν κεραυνό. Εκεί λοιπόν που χτύπησε ο κεραυνός στην τριανταφυλλιά, έβγαινε μόνο ένα μαύρο τριαντάφυλλο.
Ήταν μεγαλύτερο από τα υπόλοιπα τριαντάφυλλα και είχε μία παράξενη ευωδιά, που θύμιζε μέντα. Έτσι όπως ήτανε ψηλότερο από τα άλλα τριαντάφυλλα, έμενε μοναχό του και ο μόνος φίλος που είχε ήταν ένα έλατο που φύτρωνε κοντά στην τριανταφυλλιά.
Ήταν και το έλατο μονάχο του και βρήκε στο μαύρο τριαντάφυλλο έναν ανέλπιστο φίλο. Έσκυβε κάθε μέρα από πάνω του και έκαναν οι δυο τους την καλύτερη παρέα. Τα υπόλοιπα όμως τριαντάφυλλα ζήλευαν αυτήν τη φιλία. Νόμιζαν πως αν γινόταν κι εκείνα μαύρα, θα μπορούσανε να κάνουνε παρέα με το έλατο και να μοσχοβολούν σαν μέντα. Φώναξαν τότε το σύννεφο και το παρακάλεσαν να τους ρίξει πολλή βροχή. Φώναξαν και τον ήλιο και του ζήτησαν να τους ζεσταίνει με όλη του τη δύναμη. Έτσι και έγινε! Όμως η βροχή από το σύννεφο και η ζεστασιά από τον ήλιο δεν άλλαξε το χρώμα τους. Μαλάκωσε όμως την καρδιά τους και την γέμισε με πολλή αγάπη.
Άπλωσαν τότε τα κλαδιά τους προς τα επάνω και αγκάλιασαν το μαύρο τριαντάφυλλο. Έσκυψε και το έλατο, στήριξε τα λουλούδια τους και τα σήκωσε ψηλά. Και η ευωδιά τους έγινε τόσο δυνατή που έφτασε στα πέρατα της γης!!
Οι άνθρωποι επικοινωνούν μέσω ενός πλούσιου γλωσσικού συστήματος, του οποίου η ανάπτυξη αποτέλεσε μια καθοριστική στιγμή στην εξέλιξη του είδους μας, μια καινοτομία που αναδιαμόρφωσε τον χαρακτήρα της ανθρώπινης κοινωνίας. Πρόκειται για μια ικανότητα που φαίνεται να διαθέτει μόνο το ανθρώπινο είδος. Στα άλλα ζώα η επικοινωνία περιορίζεται σε απλά αναγνωριστικά ή προειδοποιητικά μηνύματα- οι σύνθετες δομές είναι ελάχιστες.
Για παράδειγμα, αν είχε απαιτηθεί από τον Χανς να απαντάει με ολοκληρωμένες προτάσεις, το σόου του θα είχε τελειώσει. Ακόμη και ανάμεσα στα πρωτεύοντα, δεν υπάρχει κανένα είδος που να αποκτά υπό φυσικές συνθήκες πάνω από λίγα σήματα, ή που να τα συνδυάζει με κάπως σύνθετο τρόπο. Ο μέσος άνθρωπος, αντίθετα, γνωρίζει δεκάδες χιλιάδες λέξεις και μπορεί να τις συνδέσει μεταξύ τους ακολουθώντας σύνθετους κανόνες, χωρίς καμία σχεδόν συνειδητή προσπάθεια ή τυπική εκπαίδευση.
Οι επιστήμονες δεν έχουν ακόμα κατανοήσει πώς εξελίχθηκε η γλώσσα. Πολλοί πιστεύουν πως τα παλαιότερα ανθρώπινα είδη, όπως ο Ηomo habilis και ο Ηomo erectus, διέθεταν πρωτόγονα συστήματα επικοινωνίας γλωσσικού ή συμβολικού τύπου. Αλλά η ανάπτυξη της γλώσσας όπως τη γνωρίζουμε πιθανότατα συνέβη μόνο μετά από την εμφάνιση των σύγχρονων ανθρώπων. Ορισμένοι υποστηρίζουν πως η γλώσσα γεννήθηκε πριν από 100.000 χρόνια και άλλοι αργότερα· αλλά η ανάγκη για σύνθετη επικοινωνία σίγουρα έγινε πιο επείγουσα από τη στιγμή που εμφανίστηκαν οι «σύγχρονοι ως προς τη συμπεριφορά» κοινωνικοί άνθρωποι, πριν από 50.000 χρόνια. Έχουμε δει τη σημασία που έχουν για το είδος μας οι κοινωνικές αλληλεπιδράσεις, οι οποίες ασφαλώς συμβαδίζουν με την ανάγκη της επικοινωνίας. Η ανάγκη αυτή είναι τόσο δυνατή ώστε ακόμη και μωρά που είναι κουφά αναπτύσσουν συστήματα χειρονομιών που μοιάζουν με γλώσσα και, αν διδαχθούν τη νοηματική γλώσσα, μιλούν «μωρουδίστικα» χρησιμοποιώντας τα χέρια τους.
Αλλά γιατί ανέπτυξαν οι άνθρωποι τη μη λεκτική επικοινωνία; Μεταξύ των πρώτων που μελέτησαν σοβαρά το θέμα ήταν ένας Άγγλος που παρακινήθηκε από το ενδιαφέρον του για τη θεωρία της εξέλιξης. Κατά τη δική του εκτίμηση, ο ίδιος δεν ήταν καμιά ιδιοφυία. Δεν είχε «ιδιαίτερα γρήγορη αντίληψη ή πνεύμα», ή «τη δύναμη να ακολουθεί μια μακρά και καθαρά αφηρημένη αλληλουχία σκέψεων». Στις συχνές περιπτώσεις που αισθάνομαι κι εγώ το ίδιο, παίρνω κουράγιο ανατρέχοντας στα λόγια αυτά, μια και ο συγκεκριμένος Άγγλος δεν τα κατάφερε και τόσο άσχημα στη ζωή του – ήταν ο Κάρολος Δαρβίνος. Δεκατρία χρόνια μετά την έκδοση της Καταγωγής των ειδών, ο Δαρβίνος εξέδωσε άλλο ένα ριζοσπαστικό βιβλίο με τίτλο Η έκφραση των συγκινήσεων στον άνθρωπο και τα ζώα. Εκεί υποστήριζε ότι τα συναισθήματα -και οι τρόποι με τους οποίους εκφράζονται- συνιστούν ένα πλεονέκτημα για την επιβίωση και δεν είναι αποκλειστικό χαρακτηριστικό του ανθρώπου, αλλά εμφανίζονται σε πολλά είδη. Επομένως, μπορούμε να εντοπίσουμε στοιχεία για τον ρόλο των συναισθημάτων εξετάζοντας τις ομοιότητες και τις διαφορές της μη λεκτικής συναισθηματικής έκφρασης σε πολλά διαφορετικά είδη.
Αν και ο Δαρβίνος δεν θεωρούσε τον εαυτό του ιδιοφυία, πίστευε ωστόσο πως διέθετε μια μεγάλη πνευματική δύναμη: την ικανότητα για προσεκτική και λεπτομερή παρατήρηση. Και πράγματι, μολονότι δεν ήταν ο πρώτος που διατύπωσε την ιδέα για την καθολικότητα των συναισθημάτων και της έκφρασής τους, πέρασε πολλές δεκαετίες μελετώντας σχολαστικά τις σωματικές εκδηλώσεις των διάφορων νοητικών καταστάσεων. Παρακολουθούσε τόσο τους συμπατριώτες του όσο και τους ξένους, ψάχνοντας για πολιτισμικές ομοιότητες και διαφορές. Μελέτησε ακόμη και κατοικίδια ζώα, καθώς και τα ζώα του ζωολογικού κήπου του Λονδίνου. Στο βιβλίο του, ο Δαρβίνος ταξινόμησε σε κατηγορίες πολλές ανθρώπινες εκφράσεις και χειρονομίες που εξέφραζαν συναισθήματα, και διατύπωσε υποθέσεις για την προέλευσή τους.
Παρατήρησε επίσης πώς εκδηλώνουν τα κατώτερα ζώα τις προθέσεις και τα συναισθήματά τους μέσα από τις εκφράσεις του προσώπου, τη στάση του σώματος και τις χειρονομίες τους. Ο Δαρβίνος υπέθεσε ότι μεγάλο μέρος της μη λεκτικής επικοινωνίας μας μπορεί να είναι ένα εγγενές και αυτόματο κατάλοιπο από προηγούμενες φάσεις της βιολογικής μας εξέλιξης. Για παράδειγμα, μερικές φορές χρησιμοποιούμε το δάγκωμα για να εκφράσουμε τρυφερότητα, όπως κάνουν και άλλα ζώα. Επίσης, χλευάζουμε και εμείς, όπως άλλα πρωτεύοντα, διαστέλλοντας τα ρουθούνια και αποκαλύπτοντας τα δόντια μας.
Μια άλλη έκφραση που μοιραζόμαστε με τα κατώτερα πρωτεύοντα είναι το χαμόγελο. Φανταστείτε πως κάθεστε σε κάποιο δημόσιο χώρο και καταλαβαίνετε ότι κάποιος σας κοιτάζει. Αν ανταποδώσετε το βλέμμα και το άλλο άτομο χαμογελάσει, μάλλον θα νιώσετε καλά για αυτή την ανταλλαγή των βλεμμάτων. Αν όμως το άλλο άτομο εξακολουθήσει να κοιτάζει χωρίς κανένα ίχνος χαμόγελου, θα νιώσετε μάλλον αμήχανα.
Από πού προέρχονται αυτές οι ενστικτώδεις αντιδράσεις; Ανταλλάσσοντας μεταξύ μας το νόμισμα του χαμόγελου, μοιραζόμαστε ένα συναίσθημα που βιώνουν πολλά από τα πρωτεύοντα ξαδέλφια μας. Στις κοινωνίες των άλλων πρωτευόντων εκτός του ανθρώπου, ένα άμεσο βλέμμα είναι επιθετικό σήμα. Συχνά προηγείται μιας επίθεσης και μπορεί, επομένως, και να την προκαλέσει Έτσι, αν μια υποτακτική μαϊμού θελήσει να ελέγξει τις διαθέσεις μιας κυρίαρχης μαϊμούς, θα αποκαλύψει τα δόντια της σε ένδειξη ειρηνικής πρόθεσης. Στη γλώσσα των μαϊμούδων τα γυμνά δόντια σημαίνουν Συγγνώμη για το βλέμμα μου. Ναι, σε κοιτάζω, αλλά δεν σκοπεύω να επιτεθώ, γι ’ αυτό σε ΠΑΡΑΚΑΛΩ, μη μου επιτεθείς εσύ πρώτος. Στους χιμπατζήδες, το χαμόγελο μπορεί επίσης να λειτουργήσει αντίστροφα: ένα κυρίαρχο άτομο μπορεί να χαμογελάσει σε ένα υποτακτικό, λέγοντας αντίστοιχα “Μην ανησυχείς, δεν θα σου επιτεθώ”. Οπότε, όταν περνάτε δίπλα από έναν άγνωστο σε κάποιο διάδρομο και εκείνος σας χαμογελάει στιγμιαία, βιώνετε μια ανταλλαγή που έχει βαθιές ρίζες στην κληρονομιά μας ως πρωτευόντων. Υπάρχουν μάλιστα κάποιες ενδείξεις ότι στους χιμπατζήδες, όπως και στους ανθρώπους, η ανταλλαγή ενός χαμόγελου μπορεί να είναι σημάδι φιλίας.
Μπορεί να νομίζετε ότι ένα χαμόγελο είναι μάλλον ανακριβές βαρόμετρο των αληθινών συναισθημάτων, αφού μπορεί κάλλιστα να είναι προσποιητό. Είναι αλήθεια ότι μπορούμε να επιδείξουμε συνειδητά ένα χαμόγελο ή οποιαδήποτε άλλη έκφραση, χρησιμοποιώντας τους μυς του προσώπου μας με τρόπους στους οποίους έχουμε εξασκηθεί. Σκεφτείτε πώς φέρεστε όταν προσπαθείτε να κάνετε καλή εντύπωση σε ένα κοκτέιλ πάρτυ, ακόμη και αν δεν διασκεδάζετε καθόλου εκεί. Αλλά οι εκφράσεις του προσώπου μας καθορίζονται επίσης υποκατωφλικά, από μυς που δεν τους ελέγχουμε συνειδητά. Κατά συνέπεια, οι αληθινές εκφράσεις μας δεν μπορούν να «πλαστογραφηθούν».
Ο καθένας μπορεί βέβαια να σχηματίσει ένα ψεύτικο χαμόγελο συσπώντας τους μείζονες ζυγωματικούς μυς, που τραβάνε τις γωνίες του στόματος προς τα πάνω, στα μάγουλα. Αλλά το αυθεντικό χαμόγελο απαιτεί και τη σύσπαση ενός πρόσθετου ζεύγους μυών, των σφιγκτήρων των βλεφάρων, που τραβάνε το δέρμα γύρω από το μάτι προς τον οφθαλμικό βολβό, προκαλώντας ένα αποτέλεσμα που μοιάζει με το πόδι της χήνας, αλλά μπορεί να είναι εξαιρετικά ανεπαίσθητο. Το γεγονός αυτό επισημάνθηκε για πρώτη φορά τον 19ο αιώνα από τον Ντυσέν ντε Μπουλόν, έναν Γάλλο νευρολόγο που επηρέασε τον Δαρβίνο και συγκέντρωσε μια μεγάλη συλλογή από φωτογραφίες ανθρώπων που χαμογελούσαν. Για αυτούς τους μυς του χαμόγελου υπάρχουν δυο διαφορετικές νευρικές οδοί: μια εκούσια για τον μείζονα ζυγωματικό μυ και μια ακούσια για τον σφιγκτήρα των βλεφάρων. Συνεπώς, ένας φωτογράφος μπορεί να σας παρακαλέσει να πείτε «cheese» για να ωθήσετε το στόμα σας στη θέση του χαμόγελου, αλλά αν δεν ανήκετε στην κατηγορία των ανθρώπων που πραγματικά ενθουσιάζονται όταν τους ζητούν να πουν τη λέξη «cheese», το χαμόγελό σας δεν θα δείχνει αυθεντικό.
Κοιτάζοντας φωτογραφίες των δύο τύπων χαμόγελου που του είχε δώσει ο Ντυσέν ντε Μπουλόν, ο Δαρβίνος παρατήρησε ότι μολονότι οι άνθρωποι μπορούσαν να αισθανθούν τη διαφορά, για τον ίδιο ήταν πολύ δύσκολο να προσδιορίσει συνειδητά ποια ήταν αυτή, αναφέροντας ότι
«Συχνά με παραξενεύει το γεγονός ότι μπορούμε να αναγνωρίσουμε αμέσως τόσες πολλές αποχρώσεις εκφράσεων χωρίς καμία συνειδητή αναλυτική επεξεργασία από μέρους μας».
Αν και μέχρι πρόσφατα κανείς δεν είχε δώσει ιδιαίτερη προσοχή σε αυτά τα ζητήματα, νεότερες μελέτες δείχνουν ότι, όπως παρατήρησε ο Δαρβίνος, ακόμη και άνθρωποι που δεν είναι εκπαιδευμένοι στην ανάλυση του χαμόγελου έχουν τη διαίσθηση να διακρίνουν ένα πραγματικό από ένα ψεύτικο χαμόγελο όταν τους δοθεί η δυνατότητα να παρατηρήσουν και τις δύο εκδοχές στο ίδιο πρόσωπο. Τα χαμόγελα που αναγνωρίζουμε ενστικτωδώς ως προσποιητά είναι ένας από τους λόγους που οι πωλητές μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, οι πολιτικοί και άλλοι άνθρωποι που χαμογελούν χωρίς να το εννοούν χαρακτηρίζονται συχνά γλοιώδεις. Οι ηθοποιοί της σχολής της «Μεθόδου» προσπαθούν να ξεπεράσουν αυτό το πρόβλημα ασκώντας τον εαυτό τους να βιώνει πραγματικά το συναίσθημα που πρέπει να εκφράσει, ενώ πολλοί επιτυχημένοι πολιτικοί λέγεται πως έχουν την ικανότητα να ανακαλούν στο μυαλό τους αυθεντικά συναισθήματα φιλίας και ενσυναίσθησης όταν μιλούν σε ανθρώπους που δεν γνωρίζουν.
Ο Δαρβίνος συνειδητοποίησε ότι αν οι εκφράσεις μας εξελίχθηκαν παράλληλα με το είδος μας, τότε πολλοί από τους τρόπους με τους οποίους εκφράζουμε τα βασικά συναισθήματα -χαρά, φόβο, θυμό, αηδία, λύπη και έκπληξη-πρέπει να είναι κοινοί ανάμεσα σε ανθρώπους που προέρχονται από διαφορετικούς πολιτισμούς. Και έτσι, το 1867 ετοίμασε ένα ερωτηματολόγιο που κυκλοφόρησε σε ιθαγενείς λαούς και των πέντε ηπείρων, ορισμένοι από τους οποίους είχαν πολύ μικρή επαφή με τους Ευρωπαίους.
Η έρευνα περιλάμβανε ερωτήσεις όπως: «Εκφράζετε την έκπληξη ανοίγοντας διάπλατα τα μάτια και το στόμα και σηκώνοντας τα φρύδια;». Με βάση τις απαντήσεις που πήρε, ο Δαρβίνος συμπέρανε πως «η ίδια νοητική κατάσταση εκφράζεται με αξιοσημείωτη ομοιομορφία σε όλο τον κόσμο». Αλλά η μελέτη του ήταν μεροληπτική, καθώς περιείχε ερωτήσεις όπως η προηγούμενη, που υπέβαλλαν στους ερωτώμενους συγκεκριμένες απαντήσεις. Έτσι, όπως πολλές από τις πρώιμες έρευνες στον τομέα της ψυχολογίας, υποσκελίστηκε από κάποια άλλη ιδέα: ότι οι εκφράσεις του προσώπου είναι επίκτητες συμπεριφορές, που μαθαίνονται στη νηπιακή ηλικία, καθώς το μωρό μιμείται τα άτομα που το φροντίζουν και άλλους από το άμεσο περιβάλλον του. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, ένας σημαντικός αριθμός διαπολιτισμικών ερευνών έχει φέρει στο φως στοιχεία που δείχνουν ότι τελικά ο Δαρβίνος είχε δίκιο.
Στην πρώτη από μια σειρά διάσημων μελετών, ο ψυχολόγος Πωλ Έκμαν ξεκίνησε να δείχνει φωτογραφίες με ανθρώπινες εκφράσεις σε συμμετέχοντες από τη Χιλή, την Αργεντινή, τη Βραζιλία, τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία. Μέσα σε λίγα χρόνια ο Έκμαν και ένας συνεργάτης του κατάφεραν να δείξουν τέτοιες φωτογραφίες σε ανθρώπους από είκοσι μία χώρες. Τα ευρήματά τους ήταν ίδια με του Δαρβίνου, αποδεικνύοντας ότι άνθρωποι από διαφορετικούς πολιτισμούς αντιλαμβάνονταν με παρόμοιο τρόπο το συναισθηματικό νόημα μιας γκάμας εκφράσεων του προσώπου. Από μόνες τους, όμως, τέτοιου είδους μελέτες δεν σημαίνουν απαραίτητα ότι οι συγκεκριμένες εκφράσεις είναι έμφυτες, ή έστω παγκόσμιες.
Οι οπαδοί της θεωρίας των «επίκτητων εκφράσεων» υποστήριζαν πως τα πορίσματα του Έκμαν δεν αποκάλυπταν τίποτα παραπάνω από το γεγονός ότι οι άνθρωποι στις εν λόγω κοινωνίες είχαν όλοι τους παρακολουθήσει την αμερικανική τηλεοπτική σειρά της δεκαετίας του 1960 Gilligan’s Island, ή άλλες ταινίες και τηλεοπτικές εκπομπές. Και έτσι ο Έκμαν αποφάσισε να ταξιδέψει στη Νέα Γουινέα, όπου μόλις είχε ανακαλυφθεί ένας απομονωμένος πληθυσμός με νεολιθικό πολιτισμό. Οι εκεί ιθαγενείς δεν διέθεταν γραπτή γλώσσα και χρησιμοποιούσαν ακόμη λίθινα εργαλεία. Πολύ λίγοι είχαν δει κάποια φωτογραφία, πόσω μάλλον ταινία ή τηλεοπτική εκπομπή. Ο Έκμαν συγκέντρωσε εκατοντάδες συμμετέχοντες από αυτό τον πληθυσμό, που δεν είχαν εκτεθεί ποτέ πριν σε άλλους πολιτισμούς, και με τη βοήθεια ενός μεταφραστή τους έδειξε φωτογραφίες με πρόσωπα Αμερικανών που εξέφραζαν τα βασικά συναισθήματα.
Οι πρωτόγονοι τροφοσυλλέκτες αποδείχθηκαν εξίσου ικανοί με τους εθελοντές από τις είκοσι μία εγγράμματες χώρες στο να αναγνωρίσουν τη χαρά, τον φόβο, τον θυμό, την αηδία, τη λύπη και την έκπληξη στις εκφράσεις του προσώπου ενός Αμερικανού. Οι επιστήμονες έκαναν επίσης μια αντίστροφη έρευνα. Φωτογράφισαν τους γηγενείς της Νέας Γουινέας να παριστάνουν πώς θα αντιδρούσαν αν έβλεπαν το παιδί τους νεκρό ή αν έβρισκαν το κουφάρι ενός γουρουνιού που είχε πεθάνει πριν από πολλές μέρες. Οι εκφράσεις που καταγράφηκαν από τον Έκμαν ήταν σαφέστατα αναγνωρίσιμες.
Αυτή η καθολική ικανότητα των ανθρώπων να δημιουργούν και να αναγνωρίζουν εκφράσεις του προσώπου αρχίζει ταυτόχρονα με τη γέννηση ή λίγο μετά. Έχει παρατηρηθεί πως τα νεαρά βρέφη κάνουν σχεδόν όλες τις μυϊκές κινήσεις του προσώπου που χρησιμοποιούν και οι ενήλικες για να δηλώσουν τα συναισθήματα. Τα βρέφη μπορούν επίσης να ξεχωρίσουν τις διάφορες εκφράσεις σε άλλα πρόσωπα και, όπως οι ενήλικες, να προσαρμόσουν τη συμπεριφορά τους ανάλογα με ό,τι βλέπουν.
Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι τέτοιες συμπεριφορές είναι επίκτητες. Μάλιστα, μικρά παιδιά που έχουν γεννηθεί τυφλά και δεν έχουν δει ποτέ τους ένα κατσούφιασμα ή ένα χαμόγελο εκδηλώνουν τα συναισθήματά τους με μια γκάμα αυθόρμητων εκφράσεων του προσώπου που είναι σχεδόν ίδιες με των παιδιών με φυσιολογική όραση. Ο κατάλογος με τις εκφράσεις του προσώπου φαίνεται πως ανήκει στον βασικό εργοστασιακό εξοπλισμό των ανθρώπων. Και επειδή είναι σε μεγάλο βαθμό ένα έμφυτο, ασυνείδητο κομμάτι της ύπαρξής μας, η εκδήλωση των συναισθημάτων μας είναι κάτι που μας έρχεται φυσικά, ενώ η απόκρυψή τους απαιτεί μεγάλη προσπάθεια.
Mlodinow Leonard. Κάτω από το κατώφλι.
Πυγμαίοι χιμπατζήδες, γνωστοί και ως μπονόμπο, καταγράφηκαν για πρώτη φορά να υιοθετούν μικρά που προέρχονται από άλλες ομάδες, ένα εύρημα που επιβεβαιώνει ότι η ανιδιοτελής αγάπη δεν είναι αποκλειστικά ανθρώπινο συναίσθημα.
Δύο σπάνια περιστατικά υιοθεσίας μικρού από άλλη ομάδα καταγράφηκαν στη ζούγκλα της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κογκό, αναφέρει διεθνής ομάδα ζωολόγων και ψυχολόγων στην επιθεώρηση Scientific Reports.
Οι ερευνητές πέρασαν χρόνια παρακολουθώντας τους μπονόμπο στην περιοχή του Ουάμπα, πριν αναγκαστούν να αποχωρήσουν λόγω της πανδημίας Covid.
Το πρώτο περιστατικό αφορά την Τσίο, ηλικίας 52 έως 57 ετών, η οποία είχε πιθανότατα περάσει την εμμηνόπαυση όταν υιοθέτησε τον τρίχρονο Ρούμπι, μέλος διαφορετικής ομάδας μπονόμο.
Στη δεύτερη περίπτωση, η 18χρονη Μαρί υιοθέτησε τη Φλόρα, περίπου 2,5 ετών, η οποία επίσης δεν ανήκε στην ομάδα.
Η Τσίο και η Μαρί είχαν προηγουμένως αποκτήσει δικά τους παιδιά, και δεν είχαν προηγούμενες επαφές με τα υιοθετημένα μικρά ή τις μητέρες τους, οι οποίες εξαφανίστηκαν μυστηριωδώς και δεν αποκλείεται να είχαν πεθάνει.
Και οι δύο βιντεοσκοπήθηκαν να φροντίζουν τα υιοθετημένα τέκνα τους, να τους δίνουν τροφή και να τα θηλάζουν –έστω και για παρηγοριά, μιας και η Τσίο είναι απίθανο να παρήγαγε γάλα στην ηλικία της.
Τα περιστατικά αποκαλύπτουν ότι οι πλησιέστεροι συγγενείς του ανθρώπου νιώθουν μητρική έλξη για τα βρέφη και δείχνουν ανεκτικότητα σε άτομα που δεν ανήκουν στην ομάδα τους, λένε οι ερευνητές.
«Μεταξύ άγριων ζώων, τα θηλυκά που υιοθετούν ξένα μικρά συνήθως είναι συγγενείς των ορφανών» επισημαίνει η Μαρί Λόρι Πουαρέ, ψυχολόγος του Πανεπιστημίου του Ντέραμ στη Βρετανία.
«Σε άλλες περιπτώσεις, νεαρά θηλυκά υιοθετούν μικρά για να βελτιώσουν τις δικές τους μητρικές συμπεριφορές, κάτι που βελτιώνει την πιθανότητα επιβίωσης για τους βιολογικούς απογόνους τους» προσθέτει.
Με άλλα λόγια, η υιοθεσία στη φύση συχνά δεν έχει εντελώς ανιδιοτελή κίνητρα.
Τα δύο περιστατικά υιοθεσίας μεταξύ των μπονόμπων του Κογκό αποκαλύπτουν τώρα ότι υπάρχουν και εξαιρέσεις, όπως συμβαίνει και στις ανθρώπινες υιοθεσίες.
Οι περιπτώσεις της Τσία και της Μαρί «προκαλούν έκπληξη και θαυμασμό, και ίσως μας βοηθούν να εξηγήσουμε τις υιοθεσίες μεταξύ ανθρώπων, οι οποίες δεν εξηγούνται μόνο από τα οφέλη που λαμβάνουν οι θετές μητέρες» λέει ο Πουαρέ.
«Από τα παραδείγματα που βλέπουμε στους μπονόμπο μπορούμε να πούμε ότι η υιοθεσία στον άνθρωπο μπορεί να εξηγηθεί από το ανιδιοτελές ενδιαφέρον για τους άλλους καιτην επιθυμία για παροχή φροντίδας σε άλλους με τους οποίους δεν είχαμε προηγούμενη σχέση».
Τι απέγιναν όμως τα υιοθετημένα μικρά; Οι ερευνητές είναι περίεργοι να μάθουν όταν χαλαρώσουν οι περιορισμοί της πανδημίας και μπορέσουν να επιστρέψουν στο Κογκό.
Μάρτιαι ειδοί
(15 Μαρτίου)
“Αι ειδοί του Μαρτίου”: Δυσοίωνη ημερομηνία, αποφράδα ημέρα.
«Να φοβάσαι τις ειδούς του Μαρτίου»! Είναι η προειδοποίηση του μάντη προς τον Γάιο Ιούλιο Καίσαρα ενόψει της σχεδιαζόμενης δολοφονίας του από τους συγκλητικούς, όπως την παρουσιάζει ο Σαίξπηρ στο έργο του “Ιούλιος Καίσαρ” του 1601.
Η λέξη Ειδοί” προέρχεται από τη ρωμαϊκή λέξη Idus ‘ήμισυ’, μετοχή του ρ. iduo ‘χωρίζω, διαιρώ’ που σημαίνει διαίρεση στη μέση, και στο ρωμαϊκό ημερολόγιο σηματοδοτούσε τη μέση του μήνα. Για τους μήνες Μάρτιο, Μάιο, Οκτώβριο και Ιούλιο οι Ειδοί ήταν στις 15 του μήνα και για τους άλλους μήνες ήταν στις 13. Οι Ειδοί του Μαρτίου ήταν ημέρα γιορτής αφιερωμένη στον θεό του πολέμου Άρη (Mars στα λατινικά, από όπου και το όνομα του μήνα Martius / Μάρτιος).
Σαν σήμερα, 15 Μαρτίου του 44 π.Χ., στις Ειδούς του Μαρτίου, δολοφονήθηκε ο Καίσαρας στη Γερουσία (Curia) από πολλούς συγκλητικούς (με 23 μαχαιριές) υπό την ηγεσία του Κάσσιου και του Βρούτου, από όπου και η γνωστή υποτιθέμενη τελευταία φράση του Καίσαρα: «Και συ τέκνον; Et tu Brute», όπως το γράφει ο Σαίξπηρ.
Την προηγούμενη ημέρα της δολοφονίας, στις 14 του Μαρτίου, σε ένα συμπόσιο που παρευρέθηκε ο Καίσαρας, είχε ερωτηθεί ποιον θάνατο θα προτιμούσε. Ο Ρωμαίος ηγέτης τότε απάντησε: «Έναν απροσδόκητο». Όπως και έγινε…
Η προειδοποίηση του μάντη «Να φοβάσαι τις Ειδούς του Μαρτίου» δεν ήταν η μόνη προειδοποίηση που φαίνεται να δέχθηκε ο Καίσαρας. Ο Πλούταρχος αναφέρει μια σειρά άλλων ενδείξεων, όπως ο ταραγμένος ύπνος με κακά όνειρα της γυναίκας του Καίσαρα, Καλπουρνίας, την προηγούμενη νύχτα, που γι’ αυτόν τον λόγο τον παρακάλεσε να μην πάει στη σύγκλητο και σ’ αυτό συνηγόρησαν οι οιωνοσκόποι τους οποίους κάλεσε ο Καίσαρας (αλλά τον έπεισε για το αντίθετο ένας άλλος συνωμότης, ο Δέκιμος Βρούτος!).
Επίσης, καθώς ο Καίσαρας προχωρούσε προς την Γερουσία, έπρεπε να περάσει μέσα από το πλήθος που τον επευφημούσε και τον θαύμαζε. Μέσα στο πλήθος λοιπόν, πρόσεξε τον μάντη και του είπε ειρωνικά «Είδες, ήρθαν οι Ειδοί του Μαρτίου και δεν έπαθα τίποτα», οπότε ο μάντης του απάντησε «Ήρθαν, αλλά δεν πέρασαν ακόμα»! Στη συνέχεια, μέσα στον κόσμο εμφανίστηκε ο Έλληνας σοφιστής Αρτεμίδωρος ο Κνίδιος, που έδωσε στον Καίσαρα ένα σημείωμα με πληροφορίες για τη συνωμοσία εναντίον του με την προτροπή να το διαβάσει (όπως γράφει ο Πλούταρχος) «μόνος και γρήγορα γιατί περιέχει πράγματα σημαντικά». Όμως, ο Καίσαρας δήλωσε επιδεικτικά: «Ό,τι αφορά τον Καίσαρα έρχεται μετά από τα Δημόσια πράγματα», θεατρινισμός που του κόστισε τη ζωή του. Κατά άλλη εκδοχή, απασχολημένος με το πλήθος ανθρώπων που του εξέφραζαν το θαυμασμό τους ή επιχειρούσαν να του εκθέσουν δικά τους αιτήματα, δεν πρόλαβε να το διαβάσει και μπήκε στη Γερουσία κρατώντας το στο χέρι.
Μετά από λίγο θα έπεφτε νεκρός μέσα στη Σύγκλητο, με 23 μαχαιριές από τα χέρια των συνωμοτών, κάτω από το άγαλμα το Πομπήιου.
Επιφανέστεροι μεταξύ των συνωμοτών ο Γάιος Κάσιος Λογγίνος και ο Μάρκος Ιούνιος Βρούτος.
Ο Καβάφης επιλέγει το συγκεκριμένο συμβάν με τον Αρτεμίδωρο για να παρουσιάσει τη στάση του Ιούλιου Καίσαρα, ο οποίος έχοντας παρασυρθεί από την υπεροψία της αποθέωσης που του προσέφερε ο ρωμαϊκός λαός, δεν δίνει σημασία σ’ εκείνους που επιχειρούν να τον προφυλάξουν. Ο Καίσαρας μέσα στο γενικότερο ενθουσιασμό της καταξίωσής του, θεωρεί εαυτόν υπεράνω κινδύνου και φόβου, γεγονός που δεν του επιτρέπει να λάβει επαρκώς υπόψη του τις προειδοποιήσεις που του γίνονται. Η υπεροψία κι η μέθη της απόλυτης εξουσίας υπονομεύουν τη δυνατότητα του Καίσαρα ν’ αντιληφθεί τον κίνδυνο που τον απειλεί.
Μάρτιαι Ειδοί
Τα μεγαλεία να φοβάσαι, ω ψυχή.
Και τες φιλοδοξίες σου να υπερνικήσεις
αν δεν μπορείς, με δισταγμό και προφυλάξεις
να τες ακολουθείς. Κι όσο εμπροστά προβαίνεις,
τόσο εξεταστική, προσεκτική να είσαι.
Κι όταν θα φθάσεις στην ακμή σου, Καίσαρ πια·
έτσι περιωνύμου ανθρώπου σχήμα όταν λάβεις,
τότε κυρίως πρόσεξε σα βγεις στον δρόμον έξω,
εξουσιαστής περίβλεπτος με συνοδεία,
αν τύχει και πλησιάσει από τον όχλο
κανένας Aρτεμίδωρος, που φέρνει γράμμα,
και λέγει βιαστικά «Διάβασε αμέσως τούτα,
είναι μεγάλα πράγματα που σ’ ενδιαφέρουν»,
μη λείψεις να σταθείς· μη λείψεις ν’ αναβάλεις
κάθε ομιλίαν ή δουλειά· μη λείψεις τους διαφόρους
που χαιρετούν και προσκυνούν να τους παραμερίσεις
(τους βλέπεις πιο αργά)· ας περιμένει ακόμη
κ’ η Σύγκλητος αυτή, κ’ ευθύς να τα γνωρίσεις
τα σοβαρά γραφόμενα του Aρτεμιδώρου.
(κυρ. πηγή: protagon)
Σκυφτοί περάσανε και φύγανε, δειλοί, μ’ έναν ίσκιο στα μάτια
Ούτε ένα μαντίλι ανεμίσανε -ξέραμε το χαιρετισμό τους- Η σκόνη μπήκε στα σπίτια μας από τα πέταλα των αλόγων
Φτάνουνε τόσο μικρές οι εποχές που δεν έχουν τον καιρό να φωτίσουν τη σιωπή μας.
Είναι που όλοι οι χειμώνες περάσανε και διαβαστήκαν όλα τα βιβλία Σαν τις διαβατικές γυναίκες που παραλλάζουνε τ’ όνομα.
Εμείς πιστεύουμε εκεί που ένας άλλος θα τ’ απόδιωχνε σαν ένα όνειρο κακό Σα μια νεροποντή που τον βρήκε στη μέση του κάμπου Σα μια φρικτή περιπέτεια που ξεβιδώνει το λογικό του
Η μνήμη τους είναι το πόδι που νοσταλγεί ο ανάπηρος Είναι η σπασμένη θερμάστρα στο γεναριάτικο δωμάτιο Είναι τα φύλλα που στοιβάζονται και ξεθωριάζουν στο συρτάρι.
Ακούοντας τα παιδιά να τραγουδούν στο δρόμο ξένοιαστα Σκεφτόμουν αν αυτό στ’ αλήθεια είναι η προϋπόθεση της γαλήνης Μιας κάποιας ανάπαυλας με μόνη την ευθύνη της αδιαφορίας Ή μήπως όταν οι στρατιώτες επιστρέφουνε με τελευταίαν ελπίδα
Ένα λευκό σεντόνι χωρίς αίμα, όταν ο ταξιδιώτης Ακούει τα μακρυσμένα βήματα του γέρικου πιστού του σκύλου.
Όμως μια μέρα φτάνουν όλα χωρίς την αρμονία της διαλογής Δεν προφταίνουμε ν’ αγαπήσουμε έναν άνθρωπο κι ύστερα τον χάνουμε Πεθαίνει μια μέρα και μαθαίνεις το θάνατό του απ’ τις εφημερίδες Φεύγει -«τέλειωσαν όλα»- κι εσύ δεν έχεις ακόμα γνωρίσει την αρχή Ψάχνεις μια θύμηση μαζί του (…το τελευταίο βράδυ που βρεθήκαμε στο καφενείο Φ…)
Δεν ξέρεις ποιά ζωή σ’ αξίζει και ταξιδεύεις άσκοπα. Α! πώς ψεύτισαν όλα! Αφήσανε στους δρόμους τα χαλάσματα δεν τα προσέχει πια κανείς
Σέρνονται τα παιδιά ξυπόλυτα ούτε που τα γνωρίζουν οι μανάδες Στους τάφους τα λουλούδια μαραθήκανε και τα σαπίζει η βροχή Τα σπίτια χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα Δείχνουνε τις πληγές στα στήθια τους και ζητιανεύουν τα κορίτσια Τα κάρα βούλιαξαν στη λάσπη και πεθάναν οι αμαξάδες Κι οι μαστροποί ποιητές βουβοί τρέμαν τις νύχτες στα κατώφλια.
Μια μέρα φτάνουν όλα χωρίς την αρμονία της διαλογής Αξίζει τέλος να σταθείς τύψη με τύψη Και, Θε μου, πόσος λυρισμός μέσα στο ανέκφραστο Κι είχα μέσα μου ακόμα τόσες εικόνες που ζητούσα Φυλαχτά τόσων πολύτιμων κρυφών αναδρομών
Δεν το ’ξερα πως ήμουν πλασμένος νά ’ρθω μια μέρα Πίσω στα σκονισμένα μονοπάτια να κοιτάξω κατάματα Τη φλεγόμενη πόλη τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους Να κλάψω κι εγώ για τους ανθρώπους που δε γνώρισα Για τις πικρές γυναίκες που δε φίλησα ποτέ μου Για τα σπασμένα χέρια των παιδιών που με κλοτσούσαν
Να κάτσω στην πιο μαύρη πέτρα και να σκεπάσω Το μαραμένο μου πρόσωπο με λιπόσαρκα χέρια Να μάθω ξένα ονόματα και ξένες προσευχές Να κρατήσω σφιχτά στα χέρια μου λίγο χώμα θυσίας. (Πώς θα ζήσουμε με μια κατάμαυρη σκιά στη θύμηση επάνω; Πώς θα κοιμίσουμε τα είκοσι χρόνια μας στη θάλασσα της λησμονιάς;)
Άκουγα πάλι τη φωνή σου όταν γυρνούσα χτες από το πληκτικό νοσοκομείο Ανάμεσα στα βρόμικα πανιά και στα νερά τα μουχλιασμένα Πλήθος ενέδρες της ζωής παραμονεύουν την πτώση σου Τα ξίφη διασταυρώνονται σε ματωμένες αστραπές Ο θάνατος είναι κι αυτός μια περασμένη αφήγηση Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει. «Με μια κατάμαυρη σκιά…».
Κι εγώ σκεφτόμουν Πεδιάδες με μαύρα άλογα και πλοία λευκά στη θάλασσα Κι εγώ σκεφτόμουν μια φευγαλέα μορφή που μου ’χε γνέψει Δεν ξέρω αν σ’ ένα χαμένο μου όνειρο ή στα παιδικά μου χρόνια.
This poem was written in 1869 by Kathleen O’Mara and then reprinted during Spanish Flu 1919 Pandemic.But the author of this poem is the American poet Kitty O’Meara in 2020.
Timeless…. beautiful.
And people stayed at home
And read books
And listened
And they rested
And did exercises
And made art and played
And learned new ways of being
And stopped and listened
More deeply
Someone meditated, someone prayed
Someone met their shadow
And people began to think differently
And people healed.
And in the absence of people who
Lived in ignorant ways
Dangerous, meaningless and heartless,
The earth also began to heal
And when the danger ended and
People found themselves
They grieved for the dead
And made new choices
And dreamed of new visions
And created new ways of living
And completely healed the earth
Just as they were healed.
Φυλακισμένο πουλί
Το ελεύθερο πουλί κάνει άλμα
στην πλάτη του ανέμου
και αιωρείται κατεβαίνοντας
μέχρι την άκρη του ρεύματος
βουτά τα φτερά του
στις πορτοκαλιές ηλιαχτίδες
και τολμά να διεκδικήσει τον ουρανό
Μα ένα πουλί που πηγαινοέρχεται
μες στο στενό κλουβί του
σπάνια μπορεί να δει πέρα
από τα κάγκελα της οργής
τα φτερά του είναι ψαλιδισμένα και
τα πόδια του δεμένα
έτσι ανοίγει το στόμα του και τραγουδά
Το φυλακισμένο πουλί τραγουδά
με έναν φοβισμένο σκοπό
για πράγματα άγνωστα
μα επιθυμητά από καιρό
και η μελωδία του ακούγεται
στο μακρινό βουνό
γιατί το φυλακισμένο πουλί
τραγουδά την ελευθερία
Το ελεύθερο πουλί στοχάζεται άλλο ένα αεράκι
τους αληγείς ανέμους να περνούν απαλά μέσα από δέντρα που στενάζουν
τα παχιά σκουλήκια να το περιμένουν σε ένα λιβάδι καθώς χαράζει
και αποκαλεί τον ουρανό δικό του.
Μα ένα φυλακισμένο πουλί στέκει πάνω από τον τάφο των ονείρων
Η σκιά του ουρλιάζει πάνω στου εφιάλτη την κραυγή
τα φτερά του είναι ψαλιδισμένα και
τα πόδια του δεμένα
έτσι ανοίγει το στόμα του και τραγουδά
Το φυλακισμένο πουλί τραγουδά
με έναν φοβισμένο σκοπό
για πράγματα άγνωστα
μα επιθυμητά από καιρό
και η μελωδία του ακούγεται
στο μακρινό βουνό
γιατί το φυλακισμένο πουλί
τραγουδά την ελευθερία.
Για τα γηρατειά
Όταν με βλέπεις να κάθομαι ήσυχα
Σαν ένας τσουβάλι αφημένο στο ράφι
Τον εαυτό μου αφουγκράζομαι
Η φλυαρία σου πηγαίνει στράφι.
Σταμάτα! Μη με λυπάσαι!
Στοπ! Μη με συμπονάς!
Κατανόηση, ναι, να την έχω
Αλλά και χωρίς αυτήν αντέχω!
Όταν τα κόκαλά μου τρίζουν και πονάνε
Και τα πόδια μου στη σκάλα δεν πάνε
Θα σου ζητήσω μόνο μια χάρη
Στην πολυθρόνα κανείς να μη με βάλει
Κι όταν με βλέπεις να σκοντάφτω
Μη με παρεξηγείς
Κουράστηκα, δεν τεμπελιάζω
Είμαι σχετικά υγιής
Είμαι η ίδια που ήμουνα παλιά
Κάπως λιγότερη ανάσα και πνευμόνια
Λιγότερο σαγόνι και μαλλιά
Μα τυχερή που αναπνέω ακόμα.
Γυναικεία δουλειά
Έχω να κοιτάξω τα παιδιά
Να μαντάρω ρούχα μια αγκαλιά
Το πάτωμα να σφουγγαρίσω
Στα μαγαζιά να πάω να ψωνίσω
Ύστερα το κοτόπουλο να ψήσω
Το μωρό να καθαρίσω
Μια παρέα να τραπεζώσω
Πουκάμισα να σιδερώσω
Τον κήπο να βοτανίσω
Και τα μικρά να ντύσω
Την κονσέρβα να ανοίξω
Το αχούρι να τακτοποιήσω
Τους αρρώστους να γιατροπορέψω
Και τα βαμβάκια να μαζέψω
Λάμψε πάνω μου, ήλιε
Βρέξε με, βροχή
Πέσετε απαλά δροσοσταλίδες
Το μέτωπό μου να δροσιστεί.
Θύελλα, πάρε με από εδώ
Με τον άνεμο τον πιο δυνατό
Άσε με να αιωρούμαι στον ουρανό
Μέχρι να ξεκουραστώ.
Πέσετε απαλά, χιονονιφάδες
Με λευκά παγωμένα
Φιλιά καλύψτε με και
Αφήστε με να κοιμηθώ μια βραδιά.
Ήλιε, βροχή, ανάγλυφε ουρανέ
Βουνό, ωκεανέ, πέτρα και φύλλο
Αστέρι λάμψε, φεγγάρι γέλα
Μόνο εσάς έχω για φίλο.
Tην αξία τού να διδάσκονται τα παιδιά στο σχολείο την εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας υπογράμμισε η Βυζαντινολόγος- Ιστορικός, Πρόεδρος του ΔΣ του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου των Δελφών και πρώην Πρύτανης της Σορβόννης, Ελένη Γλύκατζη- Αρβελέρ, μιλώντας στη διαδικτυακή διημερίδα «Κτήμα ες αεί:Ελληνική Γλώσσα και Ελληνικός Πολιτισμός παρακαταθήκη 40 αιώνων», που διοργάνωσαν το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας και ομογενειακοί φορείς, στο πλαίσιο του εορτασμού της Παγκόσμιας Ημέρας της Ελληνικής Γλώσσας.
«Διατείνομαι ότι κανείς δεν ξέρει τέλεια ελληνικά», είπε η κ. Αρβελέρ εξηγώντας ότι δεν μπορεί κανείς να έχει μελετήσει «και Σοφοκλή και Όμηρο και Θουκυδίδη και Ξενοφώντα και τις Άγιες Γραφές και τον Μακρυγιάννη, και και και…, άρα φτάνει να λέμε στα παιδιά να αρχίζουν από τη βάση και η βάση είναι ακριβώς η Αλεξανδρινή Κοινή».
«Όποιος δεν καταλαβαίνει το “τη Υπερμάχω” δεν καταλαβαίνει καλά ελληνικά και αν αρχίσουμε από αυτή τη βάση στα σχολειά μας, τα παιδιά θα μάθουν καλύτερα τα ελληνικά», τόνισε η κ. Αρβελέρ, εξηγώντας ότι το Βυζάντιο, ως η αυτοκρατορία του μεγάλου ελληνισμού έθεσε τη βάση της νεοελληνικής γλώσσας, όταν σταδιακά χάθηκε η προτεραιότητα των Λατινικών ως γλώσσα της νομοθεσίας στην αυτοκρατορία και αντικαταστάθηκε από μία αττική γλώσσα «πότε λογία, την οποία χρησιμοποιούσαν οι μεγάλοι ιστορικοί της εποχής και πότε λιτή των θρησκευτικών απλών κειμένων, όπως οι βίοι και θαύματα των Αγίων, κείμενα για να διαβάζει ο πολύς κόσμος».
Προσέθεσε, δε, ότι «δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πρέπει να μαθαίνουμε και κάποια ξένη γλώσσα, για έναν λόγο απλό, για να μην νομίζουμε ότι μόνο οι Έλληνες ανακαλύψανε τα πάντα», διότι «μία ξένη γλώσσα οποιαδήποτε κι αν είναι μιλάει για φόβους, για αγωνίες, για ελπίδες και αγάπες όπως ακριβώς τις ξέρουμε και στα ελληνικά».
«Κοινή Αλεξανδρινή, η πρώτη διεθνής γλώσσα»
Η ακαδημαϊκός μίλησε για την ελληνική γλώσσα ως σύμπτυξη του ευρωπαϊκού πολιτισμού, καθώς «στα ελληνικά εκφέρονται όλες οι ιδέες που είναι οι βασικές ιδέες του πολιτισμού που μας τρέφει σήμερα» και τόνισε ότι ουδέποτε τα ελληνικά μπορεί να θεωρηθούν ως νεκρή γλώσσα, «γι’ αυτό άλλωστε δεν υπάρχουν ελληνογενείς γλώσσες», και «ενώ τα λατινικά έδωσαν γαλλικά, ιταλικά πορτογαλικά , ισπανικά, ρουμανικά, τα ελληνικά έχουν μόνο ντοπιολαλιές, διαλέκτους αλλά όχι γλώσσες ελληνογενείς». Σημείωσε ακόμη πως «τα ελληνικά δεν είναι μόνο μία γλώσσα, είναι σειρά από γλώσσες, είναι τα ελληνικά της αρχαιότητας, της ποίησης, της πεζογραφίας, η αττική γλώσσα και οποιαδήποτε άλλη».
Μιλώντας για την Κοινή Αλεξανδρινή εξήγησε πως «είναι η πρώτη διεθνής γλώσσα, που εκείνη την εποχή σημαίνει τη γλώσσα των λαών της Μεσογείου» και η κοινή ελληνική γλώσσα «αμέσως μετά από τα χρόνια του Αλεξάνδρου είχε γίνει η γνωστή γλώσσα των πολιτισμών».
«Σε αυτή τη γλώσσα έχει μεταφραστεί η Παλαιά Διαθήκη πολύ πριν από τη γέννηση του Χριστού, γιατί οι ελληνόφωνοι Εβραίοι της Αλεξάνδρειας είχαν ξεχάσει την μητρική τους γλώσσα και δεν ξέρανε παρά ελληνικά. Δεν είναι μόνον η Παλαιά Διαθήκη που έχει μεταφραστεί εκεί στα ελληνικά. Είκοσι επτά κώδικες της Καινής Διαθήκης, πλην του κατά Μαθταίον Ευαγγελίου, είναι όλοι γραμμένοι ελληνικά και αν δεν υπήρχε ο ελληνόφωνος ελληνολάτρης Παύλος ο Σαούλ, ο Απόστολος των Εθνών, ίσως δε θα υπήρχε ο χριστιανισμός όπως είναι σήμερα», είπε η κ. Αρβελέρ, υπογραμμίζοντας τον ρόλο της ελληνικής γλώσσας για τη διάδοση του χριστιανισμού.
«Η μακραίωνη ιστορία της ελληνικής γλώσσας»
«Η ελληνική γλώσσα εμπεριέχει μία οικουμενική διάσταση και αξία καθώς είναι κεφαλαιώδους σημασίας για την παγκόσμια σκέψη, τον πολιτισμό και τις επιστήμες», τόνισε ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας Θεόδωρος Θεοδουλίδης, ανοίγοντας τις εργασίες της διαδικτυακής διημερίδας, που περιλαμβάνει στο πρόγραμμά της σαράντα ομιλητές, διακεκριμένοι επιστήμονες και εκπρόσωποι Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων, Ελληνικών Ινστιτούτων, ομογενειακών οργανώσεων και άλλων φορέων από όλο τον κόσμο, που θα αναδείξουν τη μακραίωνη ιστορία της ελληνικής γλώσσας.
«Η ελληνική γλώσσα και ο ελληνικός πολιτισμός αποτελούν έναν θησαυρό, που μας κληροδότησε το ιστορικό παρελθόν μας και μετουσιώνουμε στον πλούτο του παρόντος και του μέλλοντος . Επενδύοντας σε αυτόν τον πλούτο εδραιώνουμε ακόμη περισσότερο την παρουσία μας στο διεθνές γίγνεσθαι», τόνισε στον χαιρετισμό του ο υφυπουργός Εξωτερικών για τον Απόδημο Ελληνισμό, Κώστας Βλάσης.
«Από τις σημαντικότερες κατακτήσεις του ανθρώπου, η γλώσσα διαμορφώνει τα εθνικά χαρακτηριστικά, την πνευματική και πολιτιστική ταυτότητα , την ιστορική και εθνική συνείδηση και μνήμη. Η μακραίωνη παρουσία και διαχρονικότητα της πλούσιας ελληνικής γλώσσας ξεπερνά τους περιορισμούς στην έκφραση, στη σκέψη, στην παιδεία, είναι η κινητήρια δύναμη προς τον δρόμο της μόρφωσης του πολιτισμού της δημοκρατίας και η διαφύλαξη της ελληνικής γλώσσας από την κακοποίηση και τη φθορά απαιτεί ωριμότητα και ετοιμότητα στο σημερινό παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον», υπογράμμισε στον δικό της χαιρετισμό η υφυπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων Ζέττα Μακρή.
Αποσπάσματα.
…..”Άμα πεινάς το ξέρεις. Φωνάζουνε τα σπλάχνα σου. Άμα κρυώνεις, το ίδιο. Άμα αγαπάς, πώς να το καταλάβεις; Γιατί: τι είναι η αγάπη; Κάποιος πήγε να πει κάτι και δεν είπε τίποτα. Είπε πως είναι κάτι σαν φωτιά. Μα είναι; Άλλος είπε πάλι, πως είναι δροσούλα, άλλος σαν δοξαριά. Τι είναι τέλος πάντων…
Κι αν, πάλι, αγάπη είναι κάτι που το λένε «αγάπη», είναι αυτό η αγάπη; Βάλε μια δύση κι ένα βαρκάκι να λιώνει μέσα.
Ομορφιά! Μα αν δεν υπάρχει μάτι να το δει, είναι ομορφιά; Ένα πουλάκι κελαηδά ολομόναχο σ ένα έρημο δάσος…
Αν δεν τ ακούσει κανείς.. είναι κελάηδηγμα;
Κι είναι μπορετό να κελαηδήσει γλυκά ένα ολομόναχο πουλάκι, αν δεν υπάρχει πίσω από κάποιο φύλλο το αυτάκι ενός άλλου πουλιού; Πήγαν κι οι σοφοί να πούνε κάτι πάνω σ αυτό και τα κάνανε θάλασσα. Αυτοί, γι αγάπη!…
Τα μωρά ξέρουν περσσότερα. Ένα λουλούδι είπε: «Αγάπη; Είμαι εγώ».
Τρελαίνεσαι με τέτοια καμώματα. Ένας «Πέρσης» θα πει αυτό είναι «τρίχα».
Ένας βαρκάρης θ αφήσει τα κουπιά και θα σκουπίσει το κούτελο του. Δε θα ξέρει να πει τίποτα. Μπορεί αυτό να είναι αγάπη.
Μα είναι; Ποιος να του το πει; Όσο έχεις κάτι μέσα σου και δε χρειάζεται να το πεις, το έχεις και ησυχάζεις.
Σε καίει… Σε λιώνει… Εσύ το βλέπεις. Κι αντί να βάλεις τα κλάμματα, το ρίχνεις στο τραγούδι. Είσαι μεθυσμένος και δεν έχεις πιει ούτε στάλα! Αυτό το «πράμα» πρέπει να σκάβεις μέσα σου μια λακούβα να το θάβεις, κι ό, τι βρέξει.
Μην το λες πουθενά.
Άστο να σε κάψει. Θα ξέρεις ότι χάνεσαι λίγο λίγο από μια αρρώστια που δεν ξέρεις τ όνομά της. Θα ξέρεις όμως ότι είναι μια αρρώστια, που σε κάνει όμορφο.
Ομορφαίνεις και πεθαίνεις… Κι όταν θα νομίσεις ότι πέθανες… θα χει τελειώσει η αρρώστια. Θα είσαι ζωντανός, μα θα είσαι και άσκημος.
Θα χεις φρικτά ασκημίσει. Αλήθεια… αυτό είναι η αγάπη;
- Όποιος αγαπά δεν μπορεί να το πει. Κι όποιος δεν αγαπά, δεν το ξέρει”….. ———————————————–
…”Σε τρεις μέρες του φερε ένα χαρτί, λίγο πιο χοντρό απ το βαγγέλιο, και του το δωσε. «Το πασπάτεψα από παντού», λέει στο παιδί. «Δε βγαίνει τίποτα. Για πάρ το εσύ, μην πα και σε γνωρίζει και συνεννοηθείτε». Mια μέρα κάθισε και παίδεψε το κεφάλι του. Το ‘βαλε κάτω και το παίδεψε, το ‘πλεξε όπως είδε να κάνουν οι γύφτοι με το καλάθι. Στο τέλος το βρήκε: Θα πιανε φιλία με τα βιβλία. Θα γύρευε να μάθει από κει, αυτά που του κρυβαν οι μεγάλοι πίσω απ τα παραμύθια που λέγανε αυτοί οι μικροί χάρτινοι «παππούδες» που κάθονται στα γόνατά σου και σου λένε τις ιστορίες τους χωρίς καμώματα και παρακάλια.
Μα στο χωριό, που δούλευε παραπαίδι, δεν είχε χαρτοπουλειά. Έπρεπε, λοιπόν, να παρακαλέσει κανένα μπάρμπα απ αυτούς που κατεβαίνανε στην πολιτεία και πουλούσανε το καλαμπόκι τους να του φέρει ένα. Και μια μέρα αυτό έγινε. Έπιασε έναν τέτοιο γερούλη, του βαλε στη χούφτα καναδυό μεταλλίκια και, «σε παρακαλώ», του λέει, «αν βρεις, εκεί που πας, κανένα βιβλίο που να λέει καλές ιστορίες, πάρ το μου.
Ε; Πολύ θα σε περικαλέσω, όμως…». Έβαλε ο παππούς τα μεταλλίκια στην απαλάμη του, τα πασπάτεψε με το δάχτυλο, αναποδογύρισε ένα, για να δει τι έχει από κάτω… έστρωσε με το δάχτυλο τα μουστάκια του… και του τα δωσε πίσω. «Πάρ τα», του λέει. «Αν τα χαρτιά λένε καλά παραμύθια… μου τα λες και μένα και ξεχρεώνουμε. Αν, πάλι, δε λένε, θα σου πάρω ένα αυτί. Ε;…». Το παιδί τρόμαξε.
Ο γέρος τότε έβαλε τα γέλια… «Άιντε, άιντε… Σύχασε…», είπε. «Δε σου παίρνω αυτί, σου παίρνω ένα μεταλλίκι.
Σύμφωνοι;».
Σε τρεις μέρες του φερε ένα χαρτί, λίγο πιο χοντρό απ το βαγγέλιο, και του το δωσε. «Το πασπάτεψα από παντού», λέει στο παιδί. «Δε βγαίνει τίποτα. Για πάρ το εσύ, μην πα και σε γνωρίζει και συνεννοηθείτε». Το παιδί τ άνοιξε τρέμοντας. Ήταν σαν μικρό σπιτάκι, «Ιστορία Σεβάχ του Θαλασσινού» έλεγε το ξώφυλλό του. Αυτό ήταν!
Το παιδί έπεσε πάνου στο βιβλίο με τα μούτρα. Και το διάβαζε, το διάβαζε ολόκληρο το χειμώνα. Το διάβαζε και ξανά το διάβαζε και πάλι το ξαναδιάβαζε, και το μαθε νεράκι. Κείνος ο μπάρμπας, που του το χε φέρει, τ άκουε και τρέμανε τα μουστάκια του.
Όμορφο βιβλίο. Μόνο που είχε μια παραξενιά. Έλεγε την ιστορία του μονάχα σ όποιον ήθελε.
Ώσπου να κλείσει κείνη η χρονιά, είχε καταπιεί κι άλλα καμιά δεκαριά βιβλία.
Μήπως θα λέγαμε ότι απαλλαχτήκαμε από τις έγνοιες και τις διαμάχες; Μήπως θα λέγαμε ότι τελικά καταλαβαίνουμε πώς να είμαστε οι καλύτεροι άνθρωποι που μπορούμε να είμαστε; Θα ήταν υπέροχο να λέγαμε ότι οι πεποιθήσεις μας δεν μας ωθούν πλέον να κάνουμε φρικτά πράγματα. Θα ήταν σπουδαίο να λέγαμε ότι ο νους μας δεν διεξάγει πια τους εσωτερικούς του πολέμους. Θα ήταν ωραίο να λέγαμε ότι οι άνθρωποι έχουν γίνει τόσο σοφοί, ώστε να μην στρέφονται πλέον ο ένας εναντίον του άλλου. Θα ήταν ωραίο να λέγαμε κάτι τέτοιο για το είδος μας ωστόσο δεν μπορούμε τουλάχιστον όχι ακόμα.
Σε έναν ιδανικό κόσμο, οι άνθρωποι τα πηγαίνουν καλά μεταξύ τους προς δικό τους όφελος και προς όφελος της ανθρωπότητας. Σε μια ιδανική κοινότητα, οι άνθρωποι συνεργάζονται για να ευημερήσουν και αισθάνονται ευγνωμοσύνη για την καλή τους τύχη. Εκτιμούν τη ζωή και νοιάζονται για τη γη που τους τρέφει.
Ιδανικά, σέβονται τον εαυτό τους και όλους τους άλλους, Σε μια ιδανική οικογένεια, τα παιδιά γεννιούνται για να νιουν ασφαλή και να τα εκτιμούν. Οι γονείς είναι ικανοί δάσκαλοι και άγρυπνοι προστάτες, Οι ηλικιωμένοι εξακολουθούν να είναι παραγωγικοί. Ομάδες ανθρώπων σχηματίζουν κοινωνίες, φυσι κά, όμως καμία κοινωνία δεν προσπαθεί να υπονομεύσει οποια δήποτε άλλη. Μαζί χτίζουν μεγαλύτερες κοινότητες και μαζί εξασφαλίζουν την ευημερία του κάθε πολίτη.
Σε αυτόν τον κόσμο της φαντασίας μας μπορεί να υπάρχουν ακόμα κυβερνήσεις. Μια ιδανική κυβέρνηση διοικεί μια χώρα με σεβασμό. Οι ηγέτες της είναι συνετοί και διορατικοί. Το καλύτερο δυνατό κογκρέσο είναι εκείνο που νομοθετεί ευσυνείδητα και με συμπόνια. Οι νόμοι του είναι ξεκάθαροι και δίκαιοι και οι κανόνες ισχύουν για όλους.
Σε αυτόν τον ιδανικό κόσμο , οι άνθρωποι είναι επίσης ικα νοί να κυβερνούν τον εαυτό τους δίκαια. Τι σημαίνει να κυβερνούμε τον εαυτό μας; Σημαίνει ότι έχουμε τον έλεγχο των δικών μας σκέψεων και είμαστε υπεύθυνοι για τις δικές μας πράξεις Αρνούμαστε να διασχίζουμε τη ζωή στα τυφλά. Βλέπουμε κάτι ακριβώς όπως είναι και όχι μάλλον όπως προτιμούμε να το βλέπουμε. Δεν επιτρέπουμε στο παρελθόν να ελέγχει το παρόν μας Βλέπουμε την προσωπική μας πραγματικότητα με τον τρόπο που θα την έβλεπε ένας σπουδαίος καλλιτέχνης αποβλέποντας στην ομορφιά και την ισορροπία.
Σε έναν ιδανικό κόσμο , δεν τιμωρούμε επανειλημμένως τον εαυτό μας για ένα λάθος. Δεν υποκύπτουμε στην αυτολύπηση. Δεν χειραγωγούμε συναισθήματα. Δεν κουτσομπολεύουμε , ούτε επιδιώκουμε το μελόδραμα.
Σε έναν ιδανικό κόσμο, δεν έχουμε καμία επιθυμία να κρίνου με ή να κατηγορήσουμε. Δεν μας νικούν οι ενοχές και η ντροπή, ούτε ντροπιάζουμε οποιονδήποτε άλλον. Με άλλα λόγια, κυβερνούμε τον εαυτό μας με τον ίδιο τρόπο που θέλουμε να μας κυβερνούν: με σεβασμό.
Υπάρχουν πολλά ακόμα που θα μπορούσαμε να πούμε για εκείνον τον ιδανικό κόσμο, όμως είναι σημαντικό να αναλογιστούμε γιατί αυτός ο κόσμος δεν υπάρχει στην πραγματικότητα για τους περισσότερους από εμάς.
«Για πολλά θαλάσσια είδη, οι προσπάθειες επικοινωνίας καλύπτονται από ήχους που εισήγαγε ο άνθρωπος» λέει στο Associated Press ο Κάρλος Ντουέρτε του Ερευνητικού Κέντρου Ερυθράς Θάλασσας στη Σαουδική Αραβία, επικεφαλής διεθνούς μελέτης που δημοσιεύεται στο κορυφαίο περιοδικό Science.
Η μετα-ανάλυση επανεξέτασε εκατοντάδες δημοσιευμένες μελέτες και μεγάλα σετ δεδομένων για να αποτυπώσει την έκταση του προβλήματος σε όλο τον κόσμο.
Το τραγούδι της μεγάπτερης φάλαινας ακούγεται από απόσταση χιλιάδων χιλιομέτρων (Christopher Michel CC BY 2.0)
Σε αντίθεση με το φως, που διαχέεται γρήγορα μέσα στη θάλασσα, ο ήχος ταξιδεύει πολύ ταχύτερα και πολύ μακρύτερα στο νερό από ό,τι στον αέρα.
Το τραγούδι των μεγάπτερων φαλαινών λέγεται ότι ακούγεται και από την άλλη άκρη του κόσμου.
Ή τουλάχιστον ακουγόταν πριν έρθει η ηχορύπανση από τους κινητήρες των πλοίων, τα ηχοβολιστικά συστήματα σκαφών που αναζητούν υδρογονάνθρακες, τα τρυπάνια γεωτρήσεων και τα έργα υπεράκτιων εγκαταστάσεων.
Οι ισχυροί ήχοι μπορούν να αποπροσανατολίσουν ή να προκαλέσουν κώφωση στα δελφίνια που βρίσκουν το δρόμο τους με σόναρ, είχαν δείξει προηγούμενες μελέτες.
Η κατάσταση επιδεινώνεται από το γεγονός ότι οι ανθρώπινες δραστηριότητες εκπέμπουν κυρίως ήχους χαμηλής συχνότητας, στο φάσμα που χρησιμοποιούν οι περισσότεροι θαλάσσιοι οργανισμοί.
Το πρόβλημα, λέει η ερευνητική ομάδα, δεν έχει προσελκύσει μέχρι σήμερα τη δέουσα προσοχή παρά τις παγκόσμιες διαστάσεις του.
Τα δελφίνια βασίζονται σε βιολογικό σόναρ για επικοινωνία και εύρεση τροφής (Serguei S. Dukachev CC BY-SA 3.0)
Επιστήμονες και κυβερνήσεις θα πρέπει να μελετήσουν πιο προσεκτικά την ηχορύπανση και τις επιπτώσεις της, ιδιαίτερα όσον αφορά τις θαλάσσιες χελώνες, τα θαλασσοπούλια, τις φώκιες και άλλα θηλαστικά.
Οι συντάκτες της μελέτες ζητούν την θέσπιση ενός διεθνούς ρυθμιστικού πλαισίου για τη μέτρηση και διαχείριση της θαλάσσιας ηχορύπανσης.
Δεν είναι όμως μόνο τα μεγάλα θαλάσσια ζώα που απειλούνται. Ακόμα και προνύμφες ψαριών αφουγκράζονται τα νερά για να κατευθυνούν στο κατάλληλο ενδιαίτημα, επισήμανε ο Ντουάρτε.
«Καταπνίξαμε την ηχητική επένδυση του υγιούς ωκεανού και την αντικαταστήσαμε με τους δικούς μας ήχους» είπε στο BBC.
Η Ερυθρά Θάλασσα την οποία μελετά το εργαστήριο του Ντουέρτε είναι ένας από τους πλέον πολυσύχναστους θαλάσσιους διαδρόμους, γεμάτη πλοία που ταξιδεύουν για Ασία, Ευρώπη και Αφρική.
Κάποια ψάρια και ασπόνδυλα πλέον αποφεύγουν τις περιοχές με έντονη ηχορύπανση.
«Πέρυσι, όταν το 60% όλων των ανθρώπων βρίσκονταν σε λόκνταουν, το επίπεδο των ανθρώπινων θορύβων μειώθηκε κατά περίπου 20%» επισήμανε ο καθηγητής στο BBC.
Πολλά είδη έχουν μάθει να αποφεύγουν τα πολυσύχναστα νερά της Ερυθράς Θάλασσας (Reuters)
Χάρη στην ησυχία, φάλαινες και άλλα μεγάλα θαλάσσια θηλαστικά εθεάθησαν και πάλι κοντά στις ακτές, «κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί εδώ και πολλές γενιές» είπε.
Ο ίδιος δήλωσε στο Reuters ότι η ηχορύπανση είναι πολύ πιο εύκολο να αντιμετωπιστεί σε σχέση με άλλες περιβαλλοντικές πληγές όπως η κλιματική αλλαγή και η ρύπανση από πλαστικά.
Για παράδειγμα, οι προπέλες των πλοίων θα μπορούσαν να γίνουν πιο ήσυχες και τα γεωτρύπανα μπορούν να βελτιωθούν ώστε να μην προκαλούν δονήσεις και φυσαλίδες στο νερό.
Και η προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας θα περιόριζε την ανάγκη για σεισμικές έρευνες για υδρογονάνθρακες, μια από τις μείζονες πηγές ηχορύπανσης.
«Από τη στιγμή που θα κατεβάσουμε την ένταση, η απόκριση της θαλάσσιας ζωής είναι ακαριαία και συναρπαστική» είπε ο Ντουέρτε
Από in.gr
Για μένα η Παξινού δεν είναι η μεγάλη τραγωδός της συλλογικής μνήμης. Ήταν και παραμένει η γιαγιά μου. Γιατί η Παξινού μέσα στο σπίτι της δεν είχε τίποτα από το ύφος της «μεγάλης καλλιτέχνιδας». Ήταν μια μεσογειακή, μητρική γιαγιά, που μαγείρευε, καβγάδιζε με τις υπηρέτριες, μάλωνε με την κόρη της (δηλαδή τη μητέρα μου), με χαρτζιλίκωνε κρυφά από τον Μινωτή. Έτρωγε, επίσης κρυφά από τον Μινωτη, όταν της επέβαλλε να κάνει δίαιτα, μου τραγουδούσε, με παραχάιδευε και γενικά μου έκανε όλα τα χατίρια και δεν με μάλωνε ποτέ. Ό,τι κάνει δηλαδή κάθε κλασική Ελληνίδα γιαγιά. Με κακομάθαινε με όλη την επιπολαιότητα, την ξεροκεφαλιά και την απόλυτη στοργή μιας λαϊκής γιαγιάς που το επίκεντρο της ζωής της ήταν η κουζίνα, οι γλάστρες της, τα ψώνια στον μπακάλη, οι λιχουδιές και τα γλυκά. Μια λαϊκή γιαγιά που ξεκαρδιζόταν με τη Γεωργία Βασιλειάδου και ταυτόχρονα δάκρυζε στο άκουσμα ενός λίντερ του Μάλερ. Γι’ αυτό, όποτε μου ζητούν να μιλήσω για την Παξινού, βρίσκομαι σε αμηχανία. Γιατί για μένα ο θρήνος της Εκάβης και τα σάντουιτς που ετοίμαζε για τον θίασο πριν από την πρόβα, και τα χαρτιά στου Λεωνίδα (στο Λυγουριό) ήταν ίσης σημασίας. Είναι βιώματα πέρα από κάθε αξιολόγηση. Αυτή η μέτρια σε ύψος γυναίκα είχε μέσα της μια δαιμονική δύναμη που γέμιζε την ορχήστρα της Επιδαύρου. Μέναμε μαζί –γιατι με έπαιρνε μαζί της πάντα– σε ένα δωμάτιο πάνω από το Μουσείο… Το πρωί μπάνιο, το μεσημέρι στην ταβέρνα και κατά το απόγευμα ετοιμάζαμε σάντουιτς με τυρί και ζαμπόν για όλους και δυο τρία θερμός με καφέ. Η γιαγιά μου ήταν μια απλή Ελληνίδα. Ή μάλλον όλες οι Ελληνίδες μαζί. Μια αρχετυπική, μεσογειακή, γυναικεία παρουσία. Στοργική, τρομερή, τρυφερή, μαινάδα, γλυκιά, αυταρχική, αριστοκρατική, λαϊκή, γήινη, απόκοσμη, αφελής, αινιγματική και την ίδια στιγμή ουράνια. Και είναι χαρακτηριστικό της αυτό που είπε σε κάποια της συνέντευξη: «Κάτι πρέπει να κάνεις στη ζωή σου. Να πληρώσεις για την ύπαρξή σου. Με την ευχή του Θεού βλέπεις τον ήλιο να ανατέλλει. Όταν πεθαίνουμε, πεθαίνουμε μια και καλή και δεν θα ξαναδούμε τον ήλιο. Κοιτάξτε λοιπόν τον ήλιο όσο είναι εκεί και προσπαθήστε να φέρετε το φως και τη ζεστασιά του στην καρδιά σας. Μπορείτε να δώσετε λίγη από αυτή τη ζεστασιά σε κάποιον άλλον κι αυτός σε κάποιον άλλον; Ε, τότε δεν ήρθατε μάταια σε αυτόν τον κόσμο. Έχετε πετύχει κάτι· είναι τόσο απλό. ― Αλέξανδρος Αντωνόπουλος
Από την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ