Διαβάσαμε
από την Άσπρη Λέξη
ΑΠΟ ΤΗΝ ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑ
Ο Ύπνος των Γενναίων ( Παραλλαγή-Οδ.Ελύτης )
Δίχως μήνες και χρόνοι να λευκαίνουν το γένι τους
με το μάτι εγύριζαν τις εποχές,ν’αποδώσουν στα
πράγματα το αληθινό τους όνομα
Και στο κάθε βρέφος που άνοιγε τα χέρια,ούτε μια ηχώ
μονάχα το μένος της αθωότητας που ολοένα
δυνάμωνε τους καταρράχτες…
Μια σταγόνα καθαρού νερού,σθεναρή πάνω απ΄τα
βάραθρα,την έιπανε Αρετή και της έδωσαν
ενα λιγνό αγορίστικο σώμα.
Όλα μέρα τώρα η μικρή Αρετή κατεβαίνει κι εργάζεται
σκληρά στα μέρη όπου η γη απο άγνοια σήπονταν
κι είχαν οι άνθρωποι ενεξήγητα μελανουργήσει,
Αλλά τις νύχτες καταφεύγει πάντα εκεί ψηλά
στην αγκαλιά του Όρους,καθώς μέσα στα μαλλιαρά
στήθη του Αντρός.
Και η άχνα που ανεβαίνει απτις κοιλάδες,έχουν
να κάνουν πως δεν είναι λέει καπνός,μα η νοσταλγία
που ξεθυμαίνει απο τις χαραμάδες
του ύπνου των ΓΕΝΝΑΙΩΝ.
Φοβᾶμαι…
Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἑφτὰ χρόνια ἔκαναν πὼς δὲν εἶχαν πάρει χαμπάρι
καὶ μία ὡραία πρωία μεσοῦντος κάποιου Ἰουλίου
βγῆκαν στὶς πλατεῖες μὲ σημαιάκια κραυγάζοντας «δῶστε τὴ χούντα στὸ λαό».
Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ μὲ καταλερωμένη τὴ φωλιὰ
πασχίζουν τώρα νὰ βροῦν λεκέδες στὴ δική σου.
Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ σοῦ κλείναν τὴν πόρτα
μὴν τυχὸν καὶ τοὺς δώσεις κουπόνια καὶ τώρα
τοὺς βλέπεις στὸ Πολυτεχνεῖο νὰ καταθέτουν γαρίφαλα καὶ νὰ δακρύζουν.
Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ γέμιζαν τὶς ταβέρνες
καὶ τὰ σπάζαν στὰ μπουζούκια κάθε βράδυ καὶ τώρα τὰ ξανασπάζουν
ὅταν τοὺς πιάνει τὸ μεράκι τῆς Φαραντούρη καὶ ἔχουν καὶ «ἀπόψεις».
Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἄλλαζαν πεζοδρόμιο ὅταν σὲ συναντοῦσαν
καὶ τώρα σὲ λοιδοροῦν γιατὶ, λέει, δὲν βαδίζεις ἴσιο δρόμο.
Φοβᾶμαι, φοβᾶμαι πολλοὺς ἀνθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ἀκόμη περισσότερο.
Νοέμβρης 1983
| Θεσσαλονίκη, Μέρες του 1969 μ.Χ. | Αναγνωστάκης Μανόλης |
![]() |
| Στην οδό Αιγύπτου ―πρώτη πάροδος δεξιά― Τώρα υψώνεται το μέγαρο της Τράπεζας Συναλλαγών Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως. Και τα παιδάκια δεν μπορούνε πια να παίξουνε από τα τόσα τροχοφόρα που περνούνε. Άλλωστε τα παιδιά μεγάλωσαν, ο καιρός εκείνος πέρασε που ξέρατε Τώρα πια δε γελούν, δεν ψιθυρίζουν μυστικά, δεν εμπιστεύονται, Όσα επιζήσαν, εννοείται, γιατί ήρθανε βαριές αρρώστιες από τότε Πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατιώτες· Θυμούνται τα λόγια του πατέρα: εσύ θα γνωρίσεις καλύτερες μέρες Δεν έχει σημασία τελικά αν δεν τις γνώρισαν, λένε το μάθημα οι ίδιοι στα παιδιά τους Ελπίζοντας πάντοτε πως κάποτε θα σταματήσει η αλυσίδα Ίσως στα παιδιά των παιδιών τους ή στα παιδιά των παιδιών των παιδιών τους. Προς το παρόν, στον παλιό δρόμο που λέγαμε, υψώνεται Η Τράπεζα Συναλλαγών ―εγώ συναλλάσσομαι, εσύ συναλλάσσεσαι αυτός συναλλάσσεται― Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως ―εμείς μεταναστεύουμε, εσείς μεταναστεύετε, αυτοί μεταναστεύουν― Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει, έλεγε κι ο Ποιητής Η Ελλάδα με τα ωραία νησιά, τα ωραία γραφεία, τις ωραίες εκκλησιές Η Ελλάς των Ελλήνων. |
| (από το Ποιήματα 1941-1971, Νεφέλη 2000)
Από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού |
Ομιλία του Γιώργου Σεφέρη κατά την τελετή παραλαβής του Βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας, 11 Δεκεμβρίου 1963
Σαν να το είπε χθές!
Ε, λοιπόν, η Ελλάδα δεν είναι για τα σκουπίδια!
Δεν είμαστε οι Έλληνες διεφθαρμένοι και τεμπέληδες. Χαβαλέδες ήμασταν για πολύ καιρό. Βάλαμε τον αυτόματο πιλότο. Ένας φτωχός λαός, που γνώρισε την αφθονία και παρασύρθηκε γιατί νόμισε πως θα κρατήσει για πάντα. Πίστεψε και στα «ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα» κάποιων αδίστακτων πολιτικάντηδων. Για την ακρίβεια ίσως στην Ελλάδα υπάρχουν λιγότεροι διεφθαρμένοι και τεμπέληδες απ’ ότι σε πολλές άλλες χώρες.
Και τώρα ήρθε η ώρα του λογαριασμού. Είναι μια δύσκολη ώρα, αλλά δεν ήρθε το τέλος.
Όμως, ευτυχώς ακόμα στην Ελλάδα το 15% του πληθυσμού της δεν ζει με κουπόνια.
Ευτυχώς ακόμα στην Ελλάδα, κάθε ελληνόπουλο έχει δωρεάν πρόσβαση στο Πανεπιστήμιο.
Ευτυχώς ακόμα στην Ελλάδα έχουμε ένα, έστω ημιτελές, αλλά έχουμε σύστημα υγείας.
Ευτυχώς ακόμα στην Ελλάδα έχουμε ένα κράτος που έχει μια μεγάλη περιουσία. Άλλα κράτη δεν έχουν τίποτα. Αυτήν βλέπουν και ξερογλύφονται.
Ευτυχώς ακόμα στην Ελλάδα οι γονείς βοηθάνε τα παιδιά τους και εκείνα τους γονείς τους.
Ευτυχώς, η μικρή και φτωχή Ελλάδα δεν ήταν απούσα από καμιά μεγάλη μάχη για την ελευθερία. Και έδινε το είναι της, όταν οι άλλοι είχαν ήδη παραδώσει και την ψυχή και το πνεύμα.
Ευτυχώς ακόμα, η Ελλάδα έχει μέλλον.
Έβλεπα εκείνα τα κορίτσια της Εθνικής Ομάδος Πόλο, να ανεβαίνουν στον Όλυμπο, μες τη «φωλιά του Δράκου», και είπα , πως δεν χάθηκε η ελπίδα. Υπάρχει ακόμα το μέταλλο του νικητή.
Η Ελλάδα έχει μέλλον, γιατί στη μακραίωνα ιστορία της κάθε μεγάλη ήττα και καταστροφή, αντί να την αφανίσει, την ανάσταινε!
Γιατί τα γράφω αυτά; Μου τηλεφώνησαν κάποιοι «φίλοι» απ’ το εξωτερικό και μας ….νεκρολογούσαν! Είναι απ’ τα κοράκια που έχουν στοιχηματίσει στην πτώχευσή μας και ανησυχούν μήπως και χάσουν τα λεφτά τους! Και βιάζονται! Τόσο πολύ θύμωσα που έκλεισα το τηλέφωνο. Ύστερα τους έστειλα το κείμενο που ακολουθεί….
“Ἀνήκω σὲ µία χώρα µικρή.
Ἕνα πέτρινο ἀκρωτήρι στὴ Μεσόγειο, ποὺ δὲν ἔχει ἄλλο ἀγαθὸ παρὰ τὸν ἀγώνα τοῦ λαοῦ, τὴ θάλασσα, καὶ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου.
Εἶναι µικρὸς ὁ τόπος µας, ἀλλὰ ἡ παράδοσή του εἶναι τεράστια καὶ τὸ πράγµα ποὺ τὴ χαρακτηρίζει εἶναι ὅτι µᾶς παραδόθηκε χωρὶς διακοπή.
Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα δὲν ἔπαψε ποτὲ της νὰ µιλιέται. Δέχτηκε τὶς ἀλλοιώσεις ποὺ δέχεται καθετὶ ζωντανό, ἀλλὰ δὲν παρουσιάζει κανένα χάσµα.
Ἄλλο χαρακτηριστικὸ αὐτῆς τῆς παράδοσης εἶναι ἡ ἀγάπη της γιὰ τὴν ἀνθρωπιά, κανόνας της εἶναι ἡ δικαιοσύνη.
Στὴν ἀρχαία τραγωδία, τὴν ὀργανωµένη µὲ τόση ἀκρίβεια, ὁ ἄνθρωπος ποὺ ξεπερνᾶ τὸ µέτρο, πρέπει νὰ τιµωρηθεῖ ἀπὸ τὶς Ἐρινύες.
Ὅσο γιὰ µένα συγκινοῦµαι παρατηρώντας πὼς ἡ συνείδηση τῆς δικαιοσύνης εἶχε τόσο πολὺ διαποτίσει τὴν ἑλληνικὴ ψυχή, ὥστε νὰ γίνει κανόνας τοῦ φυσικοῦκόσµου.
Καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς διδασκάλους µου, τῶν ἀρχῶν τοῦ περασµένου αἰώνα, γράφει: «… θὰ χαθοῦµε γιατί ἀδικήσαµε …».
Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἦταν ἀγράµµατος. Εἶχε µάθει νὰ γράφει στὰ τριάντα πέντε χρόνια τῆς ἡλικίας του. Ἀλλὰ στὴν Ἑλλάδα τῶν ἡµερῶν µας, ἡ προφορικὴπαράδοση πηγαίνει µακριὰ στὰ περασµένα ὅσο καὶ ἡ γραπτή. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ ποίηση.
Εἶναι γιὰ µένα σηµαντικὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Σουηδία θέλησε νὰ τιµήσει καὶ τούτη τὴν ποίηση καὶ ὅλη τὴν ποίηση γενικά, ἀκόµη καὶ ὅταν ἀναβρύζει ἀνάµεσα σ’ἕνα λαὸ περιορισµένο.
Γιατί πιστεύω πὼς τοῦτος ὁ σύγχρονος κόσµος ὅπου ζοῦµε, ὁ τυρρανισµένος ἀπὸ τὸ φόβο καὶ τὴν ἀνησυχία, τὴ χρειάζεται τὴν ποίηση. Ἡ ποίηση ἔχει τὶς ρίζες της στὴν ἀνθρώπινη ἀνάσα – καὶ τί θὰ γινόµασταν ἂν ἡ πνοή µας λιγόστευε;
Εἶναι µία πράξη ἐµπιστοσύνης – κι ἕνας Θεὸς τὸ ξέρει ἂν τὰ δεινά µας δὲν τὰ χρωστᾶµε στὴ στέρηση ἐµπιστοσύνης.
Παρατήρησαν, τὸν περασµένο χρόνο γύρω ἀπὸ τοῦτο τὸ τραπέζι, τὴν πολὺ µεγάλη διαφορὰ ἀνάµεσα στὶς ἀνακαλύψεις τῆς σύγχρονης ἐπιστήµης καὶ στὴλογοτεχνία. παρατήρησαν πὼς ἀνάµεσα σ’ ἕνα ἀρχαῖο ἑλληνικὸ δράµα καὶ ἕνα σηµερινό, ἡ διαφορὰ εἶναι λίγη. Ναί, ἡ συµπεριφορὰ τοῦ ἀνθρώπου δὲ µοιάζει νὰἔχει ἀλλάξει βασικά. Καὶ πρέπει νὰ προσθέσω πὼς νιώθει πάντα τὴν ἀνάγκη ν’ ἀκούσει τούτη τὴν ἀνθρώπινη φωνὴ ποὺ ὀνοµάζουµε ποίηση. Αὐτὴ ἡ φωνὴ ποὺκινδυνεύει νὰ σβήσει κάθε στιγµὴ ἀπὸ στέρηση ἀγάπης καὶ ὁλοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγηµένη, ξέρει ποὺ νὰ ’βρει καταφύγιο, ἀπαρνηµένη, ἔχει τὸ ἔνστικτο νὰ πάει νὰ ριζώσει στοὺς πιὸ ἀπροσδόκητους τόπους. Γι’ αὐτὴ δὲν ὑπάρχουν µεγάλα καὶ µικρὰ µέρη τοῦ κόσµου. Τὸ βασίλειό της εἶναι στὶς καρδιὲς ὅλων τῶν ἀνθρώπων τῆς γῆς. Ἔχει τὴ χάρη ν’ ἀποφεύγει πάντα τὴ συνήθεια, αὐτὴ τὴ βιοµηχανία.
Χρωστῶ τὴν εὐγνωµοσύνη µου στὴ Σουηδικὴ Ἀκαδηµία ποὺ ἔνιωσε αὐτὰ τὰ πράγµατα, ποὺ ἔνιωσε πὼς οἱ γλῶσσες, οἱ λεγόµενες περιορισµένης χρήσης, δὲν πρέπει νὰ καταντοῦν φράχτες ὅπου πνίγεται ὁ παλµὸς τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς, ποὺ ἔγινε ἕνας Ἄρειος Πάγος ἱκανός νὰ κρίνει µὲ ἀλήθεια ἐπίσηµη τὴν ἄδικη µοίρα τῆς ζωῆς, γιὰ νὰ θυµηθῶ τὸν Σέλλεϋ, τὸν ἐµπνευστή, καθώς µᾶς λένε, τοῦ Ἀλφρέδου Νοµπέλ, αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ µπόρεσε νὰ ἐξαγοράσει τὴνἀναπόφευκτη βία µὲ τὴ µεγαλοσύνη τῆς καρδιᾶς του.
Σ’ αὐτὸ τὸν κόσµο, ποὺ ὁλοένα στενεύει, ὁ καθένας µας χρειάζεται ὅλους τούς ἄλλους. Πρέπει ν’ ἀναζητήσουµε τὸν ἄνθρωπο, ὅπου καὶ νὰ βρίσκεται.
Ὅταν στὸ δρόµο τῆς Θήβας, ὁ Οἰδίπους συνάντησε τὴ Σφίγγα, κι αὐτὴ τοῦ ἔθεσε τὸ αἴνιγµά της, ἡ ἀπόκρισή του ἦταν: ὁ ἄνθρωπος. Τούτη ἡ ἁπλὴ λέξη χάλασε τὸ τέρας. Ἔχουµε πολλὰ τέρατα νὰ καταστρέψουµε. Ἂς συλλογιστοῦµε τὴν ἀπόκριση τοῦ Οἰδίποδα.»
Μετά την πρόσφατη ανάρτηση της Κυριακής, που μου έδωσε την ευκαιρία μιας πρώτης γνωριμίας με τον Αργύρη Χιόνη, είχα την ευκαιρία να τον ακούσω να διαβάζει το παρακάτω διήγημα στην εκπομπή του Βασίλη Βασιλικού “Άξιον Εστί” (ΕΤ3), νωρίτερα σήμερα.
Αποφάσισα να αποκτήσω το βιβλίο και να αναρτήσω άλλη μια ιστορία από τα διηγήματά του, που έχουν βραβευτεί με το κρατικό βραβείο διηγήματος 2009.
Αργύρης Χιόνης – Υπήκοοι δίχως βασιλιά
Στον Κώστα Τριπολίτη
Μια μέρα, στα καλά καθούμενα (αλήθεια, πώς τους ήρθε;) τα δέντρα αποφάσισαν ότι τους χρειαζόταν κάποια ανώτερη αρχή. Τίποτε δεν είχαν να χωρίσουν μεταξύ τους· τίποτε δεν διεκδικούσαν το ένα από τ’ άλλο· συναλλαγές, που ήσαν πάντα καθαρές και τίμιες, είχανε μόνο με το χώμα, τη βροχή και τον ήλιο· τι στην ευχή τη θέλανε, λοιπόν, αυτήν την ανώτερη αρχή, αυτήν την εξουσία πάνω απ’ τα κεφάλια τους; Ένιωθαν άραγε κάποια ανασφάλεια; Εϊχανε τάχα έμφυτη κάποιαν ανάγκη γι’ αφοσίωση κι υποταγή; Ποιος ξέρει; Ποιος θα μπορούσε των δέντρων τη σκέψη να διαβάσει;
Τέλος πάντων, όπως και να ‘χει το πράγμα, τα δέντρα ήσαν αποφασισμένα να υποταχθούν σε ένα σκήπτρο. Ξεκίνησαν, λοιπόν, απ’ την ελιά, κι αφού υποκλίθηκαν σεβαστικά μπροστά της, της πρότειναν βασίλισσά τους να τη χρίσουν.
Η ελιά, σαν άκουσε την πρότασή τους, τίναξε με τσαχπινιά τ’ ασημοπράσινα μαλλιά της στον αέρα και τους είπε: “Ελάτε, ρε παιδιά, στα σύγκαλά σας! Θα παρατήσω εγώ το λάδι μου, που το τιμούν ανθρώποι και θεοί, βασίλισσα των δέντρων για να γίνω; Χτυπήστε άλλη πόρτα!”.
Και τα δέντρα χτυπήσανε την πόρτα της συκιάς, κι αφού κι αυτή τα άκουσε, την πιάσανε τα γέλια και τους είπε: “Δεν είμαστε καλά… Θ’ αφήσω εγώ τη γλύκα των καρπών μου, που τέρπει ανθρώπους και θεούς, για να λυγιέμαι και να σειέμαι σαν βασίλισσα πάνω από τ’ άλλα δέντρα; Χτυπήστε άλλη πόρτα!”.
Και χτύπησαν τα δέντρα του κλήματος την πόρτα. “Έλ’ αδερφέ”, του είπανε, “να γίνεις βασιλιάς μας, κι εμείς για σε θα κάνουμε τούμπες και κωλοτούμπες”.
“Αδέρφια, για συνέλθετε!” τους αποκρίθηκε το κλήμα. “Θα παρατήσω εγώ τα σταφυλάκια μου και το κρασί μου, που ευφραίνουνε ανθρώπους και θεούς, για να μου κάνετε εσείς τούμπες και κωλοτούμπες; Κρασί σας δίνω όσο θέλετε, αλλά μακριά από μένα η βασιλεία. Πιείτε μια κούπα, φίλοι μου, και θα με θυμηθείτε· θα νιώσετε οι ίδιοι βασιλιάδες”.
Είδαν κι απόειδανε τα δέντρα και, χωρίς να πιούνε το κρασί του κλήματος, έτσι όπως ήτανε, ξενέρωτα, προστρέξανε στην αγκαθιά.
“Αγκαθιά, κυρ-αγκαθιά”, της είπανε, “νιώθουμε απροστάτευτα, χαμένα κάτω απ’ αυτόν τον άδειο ουρανό. Έλα, σε ικετεύουμε, βασίλισσα να γίνεις και προστάτισσά μας”.
Η αγκαθιά τα κοίταξε με λύπηση, σαν να ‘ταν παλαβά, κι έτσι τους μίλησε: “Ακούστε, εγώ, μετά χαράς, βασίλισσά σας γίνομαι, αλλά, για να σας προστατεύω από τον άδειο ουρανό, πρέπει πολύ μικρά να γίνετε και κάτω από τ’ αγκάθια μου να μπείτε. Εγώ να ψηλώσω δεν μπορώ, αδυνατώ. Η προστασία βέβαια αυτή, προσέξτε με, κοστίζει πόνο και αίμα. Αποφασίστε”.
Τα δέντρα ακούσανε ανατριχιάζοντας τα λόγια της και, τρομοκρατημένα, πισωπάτησαν κι αρχίσαν, μεταξύ τους, ψιθυριστά να διαβουλεύονται. Η διαβούλευση αυτή κράτησε ώρα αρκετή κι όταν τελείωσε, η κουτσουπιά, η θαρραλέα της παρέας, πλησίασε την αγκαθιά και είπε: “Αγκαθιά, κυρ-αγκαθιά, συμπάθα μας, αλλά η ολομέλεια αποφάσισε ότι καλά είμαστε κι έτσι. Αν κοστίζει τόσο ακριβά η προστασία, καλύτερα να μείνουμε απροστάτευτα. Με το συμπάθιο, ε;”.
“Μπα, τι λέτε;” είπε η αγκαθιά, με ένα πονηρό χαμογελάκι. “Έτσι απαλλάσσομαι κι εγώ απ’ όλη αυτήν τη γραφειοκρατία· να διατηρώ Αυλή, αυλικούς, τζουτζέδες, αυλοκόλακες… ξέρετε τώρα… Καλά είμαι όπως είμαι· μου φτάνει η έγνοια για τ’ αγκάθια μου”.
Τα δέντρα υποκλίθηκαν βαθιά, ως παρ’ ολίγον υπήκοοι, μαζέψανε τις ρίζες τους και αποχώρησαν θλιμμένα. Όμως, εκεί που βάδιζαν, αμίλητα, σκυφτά, έκανε στάση, ξαφνικά, η θαρραλέα κουτσουπιά και αναφώνησε: “Μα για σταθείτε, ρε παιδιά· τι μούτρα είν’ αυτά; Πού πάμε; Σε κηδεία; Εγώ, τη μαύρη μου αλήθεια για να πω, δεν τη γουστάρω και πολύ τη βασιλεία, κι αν σας ακολούθησα, ήταν για να μην πείτε πως είμαι διασπαστική. Λέω, λοιπόν, να τα ξεχάσουμε όλ’ αυτά και να κάνουμε ακόμη μιαν επίσκεψη στον φίλο μας, το κλήμα, να μας κεράσει ένα κρασί, ν’ αλλάξουμε λιγάκι κλίμα”.
Έτσι κι έγινε· τα δέντρα συγκεντρώθηκαν γύρω απ’ το κλήμα, που πρόθυμα τα κέρασε κι ένα και δυο και περισσότερα από δυο ποτήρια.
Ήτανε δειλινό, σαν έφτασαν εκεί, κι ώσπου να πιουν τα περισσότερα από δυο ποτήρια, νύχτωσε και, ξαφνικά, η μηλιά, που μέχρι τότε έπινε αμίλητη, κοίταξε ψηλά και φώναξε, με μιλιά λιγάκι αλλοιωμένη: “Κοιτάκθτε, αδέρφια, κοιτάκθτε! Ο ουρανόθ δεν είναι πια κενόθ, δεν είναι άδειοθ, είναι γεμάτοθ άθτρα! Ποτέ δεν έχω κθαναδεί τόθα άθτρα!”. Κι έλεγε την αλήθεια, γιατί, ως γνωστόν, το κρασί έχει την ικανότητα να πολλαπλασιάζει τα άστρα και να σε κάνει να νιώθεις βασιλιάς τους. Ναι, βασιλιάς των άστρων.
Επιμύθιο Ι: Πριν σκύψεις, σκέψου.
Επιμύθιο ΙΙ: Αν θέλεις βασιλιά, ντε και καλά, γίνε υπήκοος του εαυτού σου.
Ο Αργύρης Χιόνης γεννήθηκε το 1943 στην Αθήνα (Σεπόλια) από γονείς νησιώτες, εσωτερικούς μετανάστες. Αφού και ο ίδιος εξέτισε μακράν περίοδον μεταναστεύσεως εις την Εσπερίαν, επέστρεψε στη μητριά πατρίδα το 1992 και εγκαταστάθηκε στο χωριό Θροφαρί της ορεινής Κορινθίας, όπου ζει πλέον καλλιεργώντας τη γη και την ποίηση. (Από το εσώφυλλο του βιβλίου “Το Οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες”, εκδόσεις Κίχλη)
Πού η αγάπη κατοικεί
Αν η σιωπή δε φέρνει αμηχανία
το ναι και τ’ όχι αν το λες
με ίδια ευκολία,
εκεί η αγάπη κατοικεί.
Τα βήματα όταν ακούς
και τα γνωρίζεις
δεμένος μα ελεύθερος βαδίζεις,
εκεί η αγάπη κατοικεί.
Όταν ρωτάς πώς, πότε, πού, γιατί;
Η αγάπη εκεί δεν κατοικεί.
Αν ένα βλέμμα δίδεις
κι όμως περισσεύγει
κρυφοκοιτάς πίσω απ’ το τζάμι
όταν φεύγει,
εκεί η αγάπη κατοικεί.
Άμα ρωτάς πώς , πότε , πού ,γιατί;
Η αγάπη εκεί δεν κατοικεί.
Άμα ρωτάς πώς , πότε , πού , γιατί;
ίσως και κει να κατοικεί.
Μα αν δε μπορείς να συγχωρείς
πού μένει η αγάπη δε θα βρεις

| ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ – ΠΡΕΜΙΕΡΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ H πρεμιέρα της παράστασης «Εξέλιξη» θα πραγματοποιηθεί την Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2011. Την ημέρα αυτή θα πραγματοποιηθούν δύο παραστάσεις (ώρες 20:00 και 21:00). Η είσοδος θα είναι ελεύθερη για το κοινό, με δελτία εισόδου τα οποία θα αρχίσουν να διανέμονται στις 19:00 από το ταμείο του Πλανηταρίου (Λεωφ. Συγγρού 387, Π. Φάληρο, είσοδος από οδό Πεντέλης 11). |
«Εξέλιξη» είναι ο τίτλος της νέας ψηφιακής παράστασης που ξεκινά να προβάλλεται από τις 4 Νοεμβρίου 2011, στο Ψηφιακό Πλανητάριο του Ιδρύματος Ευγενίδου. Πρόκειται για μία συναρπαστική σπονδυλωτή 40′ παράσταση με πέντε ενότητες που αφηγούνται την εξελικτική πορεία του Σύμπαντος, των Άστρων, του Πλανήτη μας, των Έμβιων οργανισμών που φιλοξενεί, αλλά και του Ανθρώπινου Πολιτισμού μας!
Επίσης στο πλαίσιο της παράστασης θα φιλοξενηθεί η έκθεση φωτογραφίας της Μαρίας Άντελμαν με θέμα: «Capsule Spaces».
Η «Εξέλιξη» θα μας βοηθήσει να θυμηθούμε ότι το Σύμπαν -αλλά και όλα όσα εμπεριέχει- δεν είναι σταθερά, αιώνια και αμετάβλητα, αντίθετα τα πάντα εξελίσσονται συνεχώς από τότε που «γεννήθηκε» το Σύμπαν, πριν από περίπου 13,7 δισεκατομμύρια χρόνια. Ξεκινώντας την περιπλάνησή μας θα κατανοήσουμε ότι τα Άστρα γεννιούνται βαθιά μέσα σε γιγάντια μοριακά νέφη αερίων και σκόνης και «ενηλικιώνονται» καταναλώνοντας τα πυρηνικά τους καύσιμα, ενώ το είδος των αστρικών “λειψάνων” που θα προκύψουν από τον θάνατό τους εξαρτάται από την αρχική τους μάζα. Θα μάθουμε επίσης ότι ο θάνατος ενός άστρου δεν είναι απλά το τέλος, αλλά μπορεί να είναι και μια νέα αρχή, αφού οι εκρήξεις σουπερνόβα εμπλουτίζουν το Διάστημα με τα βαρύτερα στοιχεία που είχαν συνθέσει στο εσωτερικό τους, για να δώσουν στη συνέχεια το έναυσμα για τη δημιουργία νέων άστρων και νέων πλανητικών συστημάτων.
Στη συνέχεια, η παράσταση μας «γυρίζει» πίσω στο χρόνο, πριν από 4,6 δισεκατομμύρια χρόνια, την περίοδο της γέννησης του Ηλιακού μας Συστήματος και του δικού μας πλανήτη, ο οποίος χάρη στην ασταμάτητη γεωτεκτονική δραστηριότητά του, αναμορφώνει την επιφάνειά του συνεχώς.
Η παράσταση, δηλαδή αυτή είναι μια ιστορία, ο επίλογος της οποίας δεν έχει ακόμη γραφτεί!
Η εντυπωσιακή αυτή ψηφιακή παράσταση, εμπεριέχει μια ακόμη μεγάλη καινοτομία. Κι αυτό γιατί για πρώτη φορά στην Ελλάδα η παράσταση δημιουργήθηκε εξ ολοκλήρου με την βοήθεια ενός λογισμικού (Hive 3D) που εμπνεύστηκαν και υλοποίησαν Έλληνες τεχνικοί της Εταιρείας “Eyelead Software” δικής τους έμπνευσης και υλοποίησης. Με βάση το νέο αυτό λογισμικό δημιουργήθηκαν όλα τα μοντέλα και τα τρισδιάστατα animations της παράστασης, από Έλληνες τεχνικούς και καλλιτέχνες με επικεφαλής τον Ιωσήφ Ψιστάκη.
Την παράσταση υπογράφουν επίσης, ο Παναγιώτης Σιμόπουλος στο Σενάριο και την Σκηνοθεσία, ο Αλέξης Δεληβοριάς στην Συγγραφή της Αφήγησης, ο Τάσος Κατσάρης στη Μουσική Σύνθεση, την Ενορχήστρωση, το Sound Design και την Μείξη του soundtrack, ο Μάνος Κιτσώνας στην Διεύθυνση Παραγωγής και την Τεχνική Επιμέλεια, ο Διονύσης Σιμόπουλος στην Επιστημονική Επιμέλεια και βέβαια οι τεχνικοί του Πλανηταρίου στην επεξεργασία και εγκατάσταση του ψηφιακού περιεχομένου της Παράστασης στα διάφορα συστήματα προβολής του Πλανηταρίου.
«Capsule Spaces». Έκθεση της Μαρίας Άντελμαν
Ταυτόχρονα με την πρεμιέρα της παράστασης, θα πραγματοποιηθούν τα εγκαίνια της έκθεσης φωτογραφίας της Μαρίας Άντελμαν με θέμα: «Capsule Spaces» από την 1η έως τις 22 Νοεμβρίου.
Η έκθεση της Μαρίας Άντελμαν περιλαμβάνει μία νέα σειρά φωτογραφιών από διαστημικά κέντρα της ΝΑΣΑ του 1960 και ’70 (Ames στη Βόρεια Καλιφόρνια, Langley στη Βιρτζίνια και Glenn στο Οχάιο).
Διάρκεια έκθεσης: 1- 22 Νοεμβρίου 2011
Ώρες λειτουργίας καθημερινά: 10.00 – 20.30
Η έκθεση της Μαρίας Άντελμαν περιλαμβάνει μία νέα σειρά φωτογραφιών από διαστημικά κέντρα της ΝΑΣΑ του 1960 και ’70 (Ames στη Βόρεια Καλιφόρνια, Langley στη Βιρτζίνια και Glenn στο Οχάιο). Μέσα από το φακό της Μαρίας Άντελμαν, αποτυπώνονται οι υποβλητικοί χώροι και τα τεχνολογικά «απομεινάρια» του παρελθόντος, τα οποία αποτέλεσαν τότε εφαλτήριο για τη φιλόδοξη εξερεύνηση του διαστήματος και σήμερα σαν «κάψουλες» χώρου και χρόνου περικλείουν τη συλλογική φαντασία και τις αντιλήψεις του σύγχρονου ανθρώπου για το μέλλον του, καθώς και την πίστη σε μια τεχνολογία που θα άνοιγε δρόμους προς το άγνωστο Σύμπαν.
Επιμέλεια: Χάρις Κανελλοπούλου.
Ώρες λειτουργίας της έκθεσης: καθημερινά, 10.00 – 20.30
| ΙΔΡΥΜΑ ΕΥΓΕΝΙΔΟΥ, Νέο Ψηφιακό Πλανητάριο, Λεωφ. Συγγρού 387, 175 64 Π. Φάληρο. Πληροφορίες: Τηλ.: 210 9469600 και http://www.eugenfound.edu.gr |
«Αν και δικτατορίες εξακολουθούν να υπάρχουν και η πολιτική βαρβαρότητα παραμένει σε πολλές χώρες, τα αυταρχικά καθεστώτα, όπως ήταν ο ναζισμός ή ο μπολσεβικισμός, έχουν πεθάνει», διατύπωνε ο εικονοκλάστης ιστορικός Μαρσέλ Γκοσέ, τον περασμένο Δεκέμβριο στο γαλλικό περιοδικό «Τελεραμά», με αφορμή την έκδοση του τρίτου τόμου του έργου του «Η έλευση της Δημοκρατίας».
από τη Βίκυ Τσιώρου
Σε αυτό τον τόμο ο Γκοσέ αναλύει το μπολσεβίκικο, το ιταλικό και το γερμανικό ολιγαρχικό σύστημα που τραυμάτισαν σοβαρά τον 20ό αιώνα και φέρνει στο φως τους μηχανισμούς αυτών των καθεστώτων.
Η δημοσίευση του έργου του προηγήθηκε κατά μερικές εβδομάδες της κατάρρευσης των σκληρών αντιδημοκρατικών καθεστώτων στη Βόρεια Αφρική, και αποκτά επιπλέον ενδιαφέρον.
Ο ιστορικός, αλλά και φιλόσοφος, Μαρσέλ Γκοσέ δίνει μια άλλη διάσταση στο θέμα που μελετά:
«Θεωρώ πως δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τα αυταρχικά καθεστώτα αν δεν λάβουμε υπόψη μας τη φιλοδοξία τους να κάνουν τα πράγματα καλύτερα από ό,τι η δημοκρατία, καταστρέφοντάς την, παράλληλα, βέβαια. Θέλουν να την καταστρέψουν για να υλοποιήσουν, κατά έναν τρόπο, τις υποσχέσεις που κατά τη γνώμη τους αθέτησαν τα δημοκρατικά πολιτεύματα.
Η δημοκρατία υποσχόταν να ενώσει το λαό και την εξουσία και να ξαναδώσει την εξουσία στο λαό. Ωστόσο, στην κρίση του φιλελευθερισμού, στα τέλη του 19ου αιώνα, η απόσταση ανάμεσα στους κυβερνώντες και τους κυβερνώμενους ήταν σημαντική. Και τα ρήγματα ήταν πολλά: ασυμφωνία απόψεων, ανταγωνισμός συμφερόντων, συγκρούσεις δογμάτων και γενικός σκεπτικισμός. Τα αυταρχικά καθεστώτα διαβεβαιώνουν πως θα κάνουν όσα υπόσχονται οι δημοκρατίες αλλά είναι ανίκανες να υλοποιήσουν, δηλαδή θέλουν να δημιουργήσουν μια εξουσία που θα αποκαταστήσει την ενότητα του λαού, που θα είναι η έκφρασή του και το κόμμα η ενσάρκωσή του. Στο σκεπτικισμό της δημοκρατίας αντιπαραθέτουν ένα δόγμα το οποίο υποτίθεται πως συγκεντρώνει όλες τις συλλογικές δραστηριότητες. Βλέπουμε λοιπόν πως η καταστροφή της δημοκρατίας “δικαιολογείται” από την ιδέα πως πρέπει να γίνουν όλα όσα αυτή είναι ανίκανη να πραγματοποιήσει».
Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στα ολοκληρωτικά καθεστώτα και τις δικτατορίες;
«Είναι σημαντική η ερώτηση γιατί τα ολοκληρωτικά καθεστώτα δεν είναι δεσποτισμοί ούτε απλές τυραννίες. Τα αυταρχικά καθεστώτα στηρίζονται στις παραδοσιακού τύπου εξουσίες, την Εκκλησία και το στρατό, όπως το είδαμε -δεν πάει και πολύς καιρός- στη Λατινική Αμερική. Από την άλλη, η βασική τους φιλοδοξία είναι να κρατήσουν τις μάζες εκτός πολιτικής, όπως στην περίπτωση της Πορτογαλίας επί Σαλαζάρ: όσο λιγότερη πολιτική τόσο καλύτερα. Στα ολοκληρωτικά καθεστώτα, αντίθετα, η ιδεολογική νομιμοποίηση είναι πλήρης: όλα πρέπει να συνδέονται με την ιδεολογία -κάτι που έδωσε πολύ γραφικές καταστάσεις, όπως το “μπολσεβίκικο μέτωπο σκακιού” ή τους “κομμουνιστές φίλους περιστεριών”… Μπορεί να ακούγεται παράλογο, αλλά στο πλαίσιο αυτών των καθεστώτων είχε ένα νόημα. Επίσης, η κινητοποίηση των μαζών ήταν σημαντική υπόθεση. Υπήρχε μια πραγματική εμμονή προσάρτησης των μαζών -μέσα από το κόμμα- στο σύστημα της εξουσίας και οι μάζες αυτές παρουσιάζονταν ως θέαμα ώστε η προσάρτησή τους αυτή να γίνει σε όλους φανερή».
Θα υπήρχε ο μπολσεβικισμός χωρίς τον Λένιν, ο φασισμός χωρίς τον Μουσολίνι και ο ναζισμός χωρίς τον Χίτλερ;
«Η απάντηση είναι: όχι. Το χαρακτηριστικό της σύγχρονης πολιτικής είναι πως συγκροτείται από τις μάζες, δηλαδή από μεμονωμένα άτομα που όμως επιδιώκουν να ενωθούν σε συλλογικά σχήματα. Για να υλοποιηθεί αυτή η φιλοδοξία, χρειάζεται ένας πυροκροτητής ή ένας καταλύτης που θα είναι ο απόλυτος αρχηγός. Είναι σαφές πως αυτά τα κινήματα βρήκαν την κατάλληλη στιγμή έναν ηγέτη που αντιλαμβανόταν αυτούς τους μηχανισμούς. Αυτοί οι άνθρωποι είχαν ένα πολιτικό ταλέντο εξαιρετικά ιδιαίτερο: μπορούσαν να διακρίνουν τις προσδοκίες των μαζών απέναντι στην πολιτική εξουσία, σε ένα δεδομένο περιβάλλον. Σε μια περίοδο μεγάλης έντασης, ο Χίτλερ κατάφερνε να συγκαλεί, στην κυριολεξία, ορισμένα πνεύματα της πολιτικής που γοήτευαν τα ακροατήριά τους. Ο Στάλιν κέρδισε γιατί ήταν καλύτερος στην πολιτική από τον Τρότσκι». *
ΕΥΡΩΠΗ: ένα επαρχιώτικο παζάρι
«Η Ευρώπη είναι ο άρρωστος του πλανήτη σε θέματα οικονομίας», δήλωνε και πάλι ο Μαρσέλ Γκοσέ, στην αρχή αυτής της χρονιάς, σε μια άλλη συνέντευξή του στο «Journal du Dimanche», μιλώντας για την οικονομική κατάσταση της Ευρώπης.
«Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν έχουν κανένα στρατηγικό όραμα και καμία πολιτική προσαρμοσμένη στην κατάσταση της παγκοσμιοποίησης που βιώνουμε. Η Ευρώπη είναι μια εσωστρεφής κατασκευή, όπου ζούμε μεταξύ μας σε έναν περίεργο επαρχιωτισμό. Η λειτουργία της Ενωσης μοιάζει με μικρο-πάζαρο. Δεν διαπραγματευόμαστε, χρονοτριβούμε χωρίς να αναζητούμε ένα κοινό πλαίσιο. Τη στιγμή που οι οικονομικοί μηχανισμοί συνεχίζουν να λειτουργούν, το ευρωπαϊκό πολιτικό οικοδόμημα καταρρέει. Το ίδιο πολιτικό πρόβλημα παρατηρείται σε κάθε χώρα ξεχωριστά. Μόνο η Γερμανία τα καταφέρνει κάπως».
Για ποιο λόγο;
«Μάλλον για ιστορικούς λόγους. Οι τωρινές οικονομικές δυσκολίες δεν συγκρίνονται με το λογαριασμό που έπρεπε να πληρώσει πριν από δύο δεκαετίες αυτή η χώρα. Για να ξεφύγει από το παρελθόν και να επιτύχει την επανένωση, οι γερμανικές πολιτικές και οικονομικές ελίτ έκαναν τις τελευταίες δεκαετίες αποφασιστικές και γενναίες επιλογές βασιζόμενες σε στρατηγικές διαγνώσεις, έως, παραδείγματος χάριν, να καταφέρουν να αποκτήσουν μια ανταγωνιστικότητα. Η χώρα ξαναβρίσκει το ρόλο της ως μεγάλης βιομηχανικής δύναμης, όπως ήταν στα τέλη του 19ου αιώνα. Ακόμη καλύτερα, βρίσκεται σε θέση να αντεκδικηθεί την Ιστορία. Εργασία, ποιότητα, σοβαρότητα: οι Γερμανοί που άλλαξαν τα πάντα παραμένοντας πιστοί στην ταυτότητά τους δεν έχουν όπως εμείς, οι Γάλλοι, την αίσθηση της στέρησης. Εκείνοι δεν έχουν έναν Ουελμπέκ που προβλέπει πως η χώρα θα γίνει ένα τεράστιο μουσείο όπου όλος ο κόσμος θα είναι άνεργος, γκαρσόνια ή ξεναγοί!»
Γιατί οι ΗΠΑ τα καταφέρνουν καλύτερα από ό,τι η Ευρώπη;
«Οι Αμερικανοί κάνουν λάθη, όμως χάρη σε μια αξιοσημείωτη αυτοκριτική ικανότητα καταφέρνουν στο τέλος να βγαίνουν από το τέλμα. Εχουν συνείδηση των συμφερόντων τους».
Πώς εξηγείτε την αύξηση της ξενοφοβίας και της ισλαμοφοβίας στη Ευρώπη;
«Σε όλη την ήπειρο, η πολιτική τάξη είναι ανίκανη να αντιμετωπίσει το φαινόμενο της μετανάστευσης, που είναι μια τεράστια μεταμόρφωση, ένα πολιτισμικό σοκ ιδιαίτερα δυνατό για τις χώρες που δεν έχουν παράδοση σε αυτόν τον τομέα. Η ηθική αγανάκτηση δεν αποτελεί απάντηση. Οσο μεγαλύτερη είναι η πολιτισμική απόσταση τόσο το πρόβλημα διογκώνεται. Ολα τα μεταναστευτικά κύματα προκάλεσαν την απόρριψη των μεταναστών, ωστόσο το ισλάμ εγείρει ειδικά θέματα: είναι γεγονός ότι υπάρχουν μεγαλύτερες διαφορές μέσα στο ισλάμ, παρά στον πορτογαλικό ή πολωνικό καθολικισμό. Η φαντασίωση μιας μουσουλμανικής εισβολής δυσκολεύει την ένταξη των παιδιών των μεταναστών στις κοινωνίες μας».
Μπορεί η Ευρώπη να βγει από το λήθαργό της;
«Εχουμε ξεπεραστεί όντως από μια ιστορική κατάσταση που δημιουργήσαμε και που δεν αντιλαμβανόμαστε, αλλά δεν είναι τόσο τραγικό. Οι αγορές μάς περικυκλώνουν; Ας εξηγήσουμε τότε στους πολίτες ποιος κινεί τα νήματα, πώς λειτουργεί αυτό το καθημερινό εμπόριο του εθνικού πλούτου με τους τραπεζίτες και τους επενδυτές. Φανερώνοντας τους μηχανισμούς αυτής της αφηρημένης οικονομίας θα δίναμε μια ευκαιρία στους πολίτες να την ελέγχουν».
Ελευθεροτυπία /23.02.11
| Συνολικά Best Sellers του μήνα Σεπτεμβρίου 2011 στον ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗ | |||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
|
|||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
Γιώργος Ιωάννου, “Τα παρατσούκλια”, Η σαρκοφάγος. Πεζογραφήματα, Αθήνα, εκδ. Κέδρος, 1992, σσ. 35-40.
Συνάντησα προχτές στο δρόμο έναν παλιό συμμαθητή μου, φαλακρό πια και σχεδόν γερασμένο, που μου έκανε φριχτά παράπονα, ότι δήθεν τον βλέπω στο δρόμο και δεν τον χαιρετάω. Τον άκουσα για αρκετή ώρα σιωπηλός και μετά βιάστηκα ν’ αναγνωρίσω την ενοχή μου για να τον ξεφορτωθώ μια ώρα αρχύτερα. Σαν χωρίσαμε, άθελά μου πήρα ν’ ανασκαλεύω τα περασμένα. Το αίμα μου φούντωσε. Αυτό το τέρας που είχε τώρα το θράσος να μου κάνει και παράπονα, ήταν ένας απ’ τους μεγαλύτερους διώκτες και βασανιστές μου, όταν ήμασταν μαζί στο σχολείο. Κυρίως αυτός διαλαλούσε τα απειράριθμα παρατσούκλια μου, παριστάνοντας μάλιστα, όσο μπορούσε πιο γελοία, και τον τρόπο που μιλούσα. Η αληθεια είναι: ότι νέα παρατσούκλια δεν μου έβγαζε γιατί δεν ήταν σε θέση, έδειχνε όμως ιδιαίτερο ζήλο για τη διάδοση των ήδη γνωστών. Αυτός επίσης ο ουραγκοτάγκος ήταν που μετέφερνε τα παρατσούκλια του σχολείου στη γειτονιά μου και το αντίστροφο, κι αυτός πάλι με την παρέα του μου τα φώναζαν ακόμα και μέσα στο δρόμο, όταν πήγαινα βόλτα με τους γονείς μου. Νομίζει το χαϊβάνι πως δεν τα θυμάμαι πια ή ότι έχω ψυχή επιπόλαια σαν τη δικιά του. Ξεχνάει όμως ή συγχωρεί ποτέ ένας άνθρωπος με σώες τις φρένες τα βασανιστήρια που του κάνανε; Πώς λοιπόν να ξεχάσω κι εγώ αυτά που τράβηξα απ’ την πρώτη ακόμα τάξη του δημοτικού σχολείου;
Πρώτα πρώτα το άλλο, το παλιό μου επίθετο, ήταν ένα αστείο παρατσούκλι. Και δεν ήταν ανάγκη να το πουν οι άλλοι, έπρεπε κάθε τόσο να το δηλώνω μονάχος μου. Μικρόν ορισμένοι με ξεμονάχιαζαν και μ’ έβαζαν να το επαναλαμβάνω κάνοντας πως δεν το καλάκουσαν. Πεθαίνανε κάθε φορά στα γέλια. Στο σχολείο πάλι, όσο ανέβαινα τις τάξεις, το πράγμα καταντούσε μαρτύριο. Μόλις άρχιζαν να φωνάζουν κατάλογο, σφίγγονταν η καρδιά μου, ίδρωναν τα χέρια μου και μ’ έπιανε τρεμούλα. Στο μεταξύ, ο καθηγητής είχε φωνάξει δυο τρεις φορές το επίθετό μου, ώσπου ν’ ακούσει το άψυχο παρών που έβγαζα, μέσα σε μια τάξη σκασμένη κιόλας στα γέλια. Κάποτε ένας απαίσιος καθηγητής της μουσικής, μεγάλος σπάρος, διέκοψε τον κατάλογο, με πρόσταξε να σηκωθώ και μου έκανε στριμμένα: “Γιατί δε φωνάζεις δυνατά, ρε μπούφε;” Αυτό ήθελαν κι οι άλλοι, τους πετούσε νέα τροφή. Για μεγάλο διάστημα, εκτός από πολλά άλλα, ήμουν και ο “μπούφος” της τάξεως. Οι κακοηθέστεροι προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να το κάνουν γνωστό σ’ ολόκληρο το γυμνάσιο. Επεδίωκαν μάλιστα να διηγούνται το περιστατικό, ενώ βρισκόμουν κάπως κοντά στην παρέα τους για να τ’ ακούω κι εγώ και να σκάω […].
Όταν όμως παίχτηκε κάποτε στο θέατρο μια οπερέτα με τίτλο Οικογένεια Βατραχιάν και γέμισαν οι τοίχοι αφίσες, ολόκληρο το σόι μου έπεσε άρρωστο. Κανένας τους δεν ήθελε να βγει στο δρόμο. Εγώ σχεδόν το χάρηκε γιατί επιτέλους τους έβλεπα κι αυτούς να υποφέρουν απ’ τ’ όνομά μας. Ευτυχώς όμως που έτυχε να είναι καλοκαίρι γιατί αλλιώς εγώ επρόκειτο να τραβήξω τα μαρτύρια των εβραίων στο σχολείο. Και τώρα καμιά φορά ακούω στο ραδιόφωνο την οπερέτα αυτή, που είναι πράγματι πολύ αστεία. Καρφί όμως δεν μου καίγεται. Ακόμα κι επίτηδες να μας το κάνουν, διόλου δεν μ’ ενδιαφέρει. Μακάρια να μπορούσαν να την παίζουν μέρα νύχτα για να ευφραίνομαι.
Το ευτύχημα ήταν πως το γυμνάσιο βρίσκονταν σε άλλη περιφέρεια απ’ το δημοτικό που είχα βγάλει κι έτσι στα παρατσούκλια του γυμνασίου δεν προστέθηκαν κι εκείνα του δημοτικού. Γιατί εκεί πια ήταν που μου είχαν ζεματίσει την ψυχή. Η δασκάλα μας, μια ανεκδιήγητη γκεργκέφω, μόλις με είδε ζαρωμένον στο θρανίο παρατήρησε: “εσύ παιδί μου, κάνεις σαν σκαντζόχοιρος”. Όλα τα παιδιά γέλασαν κι απ’ το πρώτο κιόλας διάλειμμα άρχισαν να μου το φωνάζουν. Η δασκάλα κατευχαριστημένη το επανέλαβε και τη δεύτερη ώρα. Στην αρχή όλοι μου φώναζαν το παρατσούκλι κοροϊδευτικά. Κατόπι, αντί να το ξεχάσουν, το συνήθισαν και το ‘λεγαν χωρίς ιδιαίτερη κακία, σαν ένα οποιοδήποτε όνομα. Εγώ όμως αδύνατο να το συνηθίσω, κάθε μέρα με πλήγωνε πιο βαθιά. Ιδίως όταν παίζαμε ποδόσφαιρο κι ήθελαν να τους δώσω πάσα, τότε το “Σκαντζόχοιρε, Σκαντόχοιρε” αντηχούσε σ’ όλους τους τόνους.
‘Aρχισα να μην παίζω με κανέναν. Έπαιζα μόνος μου στην αυλή μας διάφορα παιχνίδια. Έβρισκα δυο φωλιές μερμήγκια διαφορετικά σε χρώμα και μέγεθος. Επειδή ήμουν πολύ ξανθός, ήθελα η μια φωλιά να έχει ξανθά μερμήγκια. Η άλλη είχε μελαχρινά με μεγάλα ευκίνητα πόδια. Δεν ήταν δύσκολο να βρεθούν. Έπαιρνα τότε ένα απ’ τα ξανθά, που ήταν πιο αδύναμα, και το ‘ριχνα μέσα στην τρύπα της φωλιάς, εκεί όπου έβραζαν τα μαύρα μερμήγκια. Αυτά έζωναν αμέσως το ξανθό, το δάγκωναν από παντού, το τραβολογούσαν, και τελικά, μέσα σ’ ένα συνωστισμό, το ‘σερναν μισοπεθαμένο στη φωλιά τους. “Πάει ο σκαντζόχοιρος”, έλεγα πικραμένος […].
Τα βράδια, συνήθως την ώρα που τρώγαμε, περνούσαν παρέες παρέες τα παιδιά κάτω απ’ το σπίτι και ούρλιαζαν στα σκοτεινά τα διάφορα παρατσούκλια μου. Μέχρι τραγούδια μου είχαν βγάλει. Μόνο εγώ τα άκουγα, οι δικοί μου χαμπάρι δεν είχαν. Μ’ έπιανε τότε σφίξιμο στο στομάχι, χλώμιαζα, κι αφήνοντας το φαγητό στη μέση έτρεχα να κοιμηθώ ή μάλλον να κρυφτώ κάτω απ’ τα στρωσίδια […].
Ήρθε όμως μέρα, που το κακό στο σχολείο παράγινε. Δίπλα μου στο θρανίο καθόταν ένα παιδί, που του είχα ιδιαίτερη αδυναμία. Δε θυμάμαι πια τ’ όνομά του. θυμάμαι όμως που φορούσε ναυτικά, παιδικά ρούχα της μόδας τότε. Ένα πρωί, στο διάλειμμα, η δασκάλα με κάλεσε στο γραφείο. Μέσα περίμενε μια άγνωστή μου κλαμένη γυναίκα, που μόλις μπήκα μ’ αγκάλιασε και με φιλούσε. Κατόπι μου εξήγησε πως ο φίλος μου, λίγο προτού ξεψυχήσει, παραμιλούσε κι έλεγε συνεχώς τ’ όνομά μου. Πάλι καλά που δεν έλεγε κι αυτός το παρατσούκλι μου -όλα να τα περιμένεις.
Στα σαράντα του, η φρικαλέα εκείνη δασκάλα φρόντισε να διορθώσει κάπως τα πράγματα. Είχαν στείλει στο σχολείο φακελάκια με κόλλυβα και γλυκά παξιμάδια. Η κυρία μας, αφού φόρεσε τελετουργικά κάτι μαύρα μανικέτια απ’ τον καρπό ως τον αγκώνα για να μη λερωθεί, είπε μελιστάλαχτα: “Ο σκαντζόχοιρος θα πάρει από δύο, γιατί ήταν φίλος του”. Το χτύπημα ήταν αβάσταχτο. Σηκώθηκα κι έφυγα κλαίγοντας πικρά. Έπεσα στο σπίτι με πυρετό. Δεν ήθελα να ξαναπάω στο σχολείο ούτε να βγω έξω. Μάταια προσπαθούσαν να με πείσουν, ότι παραπονέθηκαν στη δασκάλα, που φυσικά όχι μόνο τ’ αρνήθηκε όλα, μα δήλωσε πως μ’ αγαπούσε ιδιαίτερα.
Τις επόμενες μέρες δεν μ’ έστειλαν σχολείο. Η μάνα μου κάθε πρωί μου φορούσε τα καλά μου, μού ‘βαζε ένα καπέλο, και μ’ έστελνε στο γειτονικό Σέιχ-Σου […].
Αυτό σαν να με γιάτρεψε κάπως. Την άλλη χρονιά με γράψανε σ’ άλλο σχολείο.
Τώρα πια ούτε οι πιο κακόγλωσσοι και φαρμακεροί φίλοι και συνάδελφοί μου τολμούν να μου βγάλουν παρατσούκλι. Το πράγμα σχεδόν με στενοχωρεί. Φαίνεται πως με το πέρασμα του χρόνου η φωνή μου, η μορφή μου, η σκέψη μου, το βάδισμά μου, πήραν επιτέλους να μου ταιριάζουν, ίσως και να διορθώθηκαν, ενώ πρώτα ήταν ίσως πρόωρα και παράταιρα επάνω μου. Με τους περισσότερους όμως απ’ αυτούς συμβαίνει τ’ αντίθετο. Βέβαια, θα έχει παίξει κάποιο ρόλο και το γεγονός πως έχω γίνει εγώ ο ίδιος πια άσος στο να κολλώ παρατσούκλια και κάμποσα που έστειλα συστημένα κάποτε σε ορισμένους απόκοτους και γελοίους, τους ζεμάτισαν τόσο, που δεν ξανάβγαλαν άχνα. Κρίμα που δεν ανακάλυψα την μέθοδο αυτή πιο μπροστά.
Όπως όμως κι αν έχει το πράγμα, τώρα καταλαβαίνω πόσο μαρτύρησα κάποτε απ’ το τίποτε και πόση επίδραση είχαν πάνω σ’ όλη μου τη ζωή εκείνα τα παρατσούκλια.
Από το www.sarantakos.com
Η διορία του Νέρωνος
Στίχοι: Κωνσταντίνος Καβάφης
Δεν ανησύχησεν ο Νέρων όταν άκουσε
του Δελφικού Μαντείου τον χρησμό.
“Τα εβδομήντα τρία χρόνια να φοβάται.”
Είχε καιρόν ακόμη να χαρεί.
Τριάντα χρονώ είναι. Πολύ αρκετή
είν’ η διορία που ο θεός τον δίδει
για να φροντίσει για τους μέλλοντας κινδύνους.
Τώρα στην Pώμη θα επιστρέψει κουρασμένος λίγο,
αλλά εξαίσια κουρασμένος από το ταξίδι αυτό,
που ήταν όλο μέρες απολαύσεως —
στα θέατρα, στους κήπους, στα γυμνάσια …
Των πόλεων της Aχαΐας εσπέρες …
A των γυμνών σωμάτων η ηδονή προ πάντων …
Aυτά ο Νέρων. Και στην Ισπανία ο Γάλβας
κρυφά το στράτευμά του συναθροίζει και το ασκεί,
ο γέροντας ο εβδομήντα τριώ χρονώ.
Από το stixoi.info
Σκηνή από την ταινία «Απόντες» (1996), σε σκηνοθεσία Νίκου Γραμματικού και σενάριο Νίκου Παναγιω τόπουλου, με θέμα την πορεία έξι φίλων από τα μαθητικά χρόνια ως τη στιγμή που ο καθένας τραβάει τον δρόμο του. Τα «Παιδιά του Κάιν» αποτελούν ένα είδος συνέχειας, καθώς οι παλιοί φίλοι ξανανταμώνουν πολλά χρόνια αργότερα
Τι µπορεί να γίνει µε τα χαµένα νιάτα; Τι θα συµβεί όταν µια παρέα παλαιών φίλων οι οποίοι πλησιάζουν τα 50 επιστρέψουν σε ένα νησί του Ιονίου για να θυµηθούν τον τόπο της ενηλικίωσής τους; Τι έχει διατηρηθεί από τη µακρινή εκείνη περίοδο στην τωρινή τους ταυτότητα και ποιο είναι το νήµα (αν υπάρχει τέτοιο νήµα) που εξακολουθεί να συνδέει τις τροχιές τους;
Επιστρέφοντας στο νησί, η Σοφία, ο Πέτρος, η Αντιγόνη, ο Σάκης και η Ειρήνη µοιάζουν περίπου αγνώριστοι. Τις άγραφες πλάκες της νιότης έχουν αντικαταστήσει οι συµπαγείς κοινωνικοί ρόλοι: ο Πέτρος είναι επιτυχηµένος διαφηµιστής µε ισχυρούς πολιτικούς δεσµούς, η Ειρήνη έχει αβγατίσει µε το εµπόριο επίπλων και κρυστάλλων την πατρογονική της περιουσία, η Αντιγόνη έχει κάνει καριέρα ως καλλονή και πανεπιστηµιακός και ο Σάκης ασχολείται επαγγελµατικά µε τη φωτογραφία (µόνο η Σοφία έχει µείνει διορθώτρια τυπογραφικών δοκιµίων).
Οι αυξηµένες υποχρεώσεις και η παρατεταµένη αποµάκρυνση των µελών της πρώην συντροφιάς έχουν µειώσει τη θερµότητα της επαφής µεταξύ τους, απλώνοντας µια πλαδαρή κρούστα σε κάθε τους κίνηση στο νησί. Λόγια αίολα και τυχαία, βαριεστηµένες χειρονοµίες, αλλά και φόβος ή ανασφάλεια όλων απέναντι σε όλους: αυτά είναι τα χαρακτηριστικά που συνοδεύουν τη µικρή οµήγυρη κατά τη διάρκεια της παραµονής της στο σπίτι του Πέτρου (ένα θαύµα βγαλµένο από ένα ρηµάδι), που αποτελεί και την αφορµή της επανεύρεσής τους.
Και ξαφνικά θα αλλάξουν τα πάντα: ο Χρήστος, το αλλοτινό πρότυπο της συντροφιάς, που δουλεύει στο νησί και υπήρξε απ’ ό,τι αποδεικνύεται το µήλον της έριδος ανάµεσα στη Σοφία και στην Αντιγόνη, βουτάει για άγνωστους λόγους στον γκρεµό και εξαφανίζεται στη θάλασσα. Παραπάτησε; Πήδηξε οικειοθελώς; Ή µήπως τον έσπρωξαν;
Τα ερωτήµατα θα µείνουν αναπάντητα µέχρι και την τελευταία σελίδα του καινούργιου µυθιστορήµατος του Νίκου Παναγιωτόπουλου, ο οποίος θα µοιράσει τον αφηγηµατικό του χρόνο σε τρία επίπεδα, που παρεισδύουν συνεχώς το ένα στο εσωτερικό του άλλου: το τέλος της δεκαετίας του 1970, όταν η παρέα θα πάει για πρώτη φορά στο νησί, το 2009, όταν θα επανακάµψει έπειτα από την πρόσκληση του Πέτρου, και το διάστηµα αµέσως µετά την απροσδόκητη πτήση του Χρήστου πάνω από το νερό. Στους τρεις αυτούς χρόνους θα συµπυκνωθεί ολόκληρη η παρελθούσα τριακονταετία, η οποία θα ανοίξει σαν βεντάλια µέσα από το ξεδίπλωµα της ζωής των ηρώων.
Αν οι πέντε φίλοι φτάνουν στο νησί οικονοµικά αποκατεστηµένοι, αλλά ψυχικά κατάκοποι και υπαρξιακά εκκενωµένοι (όσο είναι σε θέση να το συνειδητοποιήσουν και να το κατανοήσουν), είναι γιατί αποτελούν τυπικά προϊόντα του ψεύδους και της διαφθοράς που πότισαν την ελληνική κοινωνία ενόσω πίστευε πως βάδιζε προς τον θρίαµβο της ευρωπαϊκής της αναβάθµισης.
Η απατηλή λάµψη αυτού του θριάµβου έκρυψε όλα τα συµπτώµατα που προοιωνίζονταν τη σηµερινή καταστροφή: τις κοµµατικές και τις επιχειρηµατικές ρεµούλες, την οικογενειοκρατία της κυβερνητικής εξουσίας, την εξωφρενική σπατάλη του δηµόσιου χρήµατος, αλλά και τις θηριωδίες της τουριστικής ανάπτυξης, τις αγριότητες του καταναλωτισµού και την παντί τρόπω υπόθαλψη του ατοµικισµού.
Η Σοφία, ο Πέτρος, η Αντιγόνη, ο Σάκης, η Ειρήνη και ο Χρήστος είναι τα παιδιά του µεταπολιτευτικού Κάιν. Κι όπως τα ίχνη των απογόνων του βιβλικού Κάιν έσβησαν µετά τον Κατακλυσµό, έτσι και οι πρωταγωνιστές του Παναγιωτόπουλου ετοιµάζονται να σβήσουν ξέπνοοι (ακόµα και η εξαφάνιση του Χρήστου ελάχιστα τους απασχολεί) λίγο προτού η εποχή τους αγγίξει τα όριά της.
Το µυθιστόρηµα του Παναγιωτόπουλου αποτελεί µια πυκνή ανατοµία της κρίσης χωρίς να την κατονοµάζει ούτε µία φορά. Ισως επειδή δεν γράφτηκε γι’ αυτήν (αλλά την πέτυχε διάνα), ίσως επειδή δεν χρειάζονται οι κατονοµασίες, ίσως επειδή η λογοτεχνία δεν έχει ανάγκη να επικαιροποιεί στο έπακρο τα πραγµατικά συστατικά της – και όταν δεν το κάνει, βγάζει διαµάντια.
Στα Παιδιά του Κάιν ο συγγραφέας στήνει μια φαινομενικά χαλαρή αφήγηση, με πολυπρόσωπους διαλόγους και έντονη προφορικότητα, αλλά πίσω από τις κουίντες οργανώνει ένα περίπλοκο λογοτεχνικό παιχνίδι. Το μυθιστορηματικό κείμενο σχολιάζει ειρωνικά τον εαυτό του και τη διαδικασία κατασκευής του, καταφεύγοντας στα πιο διαφορετικά τεχνάσματα: πολλαπλές οπτικές γωνίες οι οποίες μεταθέτουν συνεχώς το κέντρο της αλήθειας μέχρι να το καταστήσουν ανεύρετο, κινηματογραφικά κάδρα, μετεγγραφές της δράσης στη γλώσσα του σεναρίου, θεατρίζουσες σκηνές, σκακιστικά ταμπλό, κατάλογοι ονομάτων, μυθιστόρημα μέσα στο μυθιστόρημα, στοιχεία αστυνομικής παρωδίας, αρχαιοελληνικές βωμολοχίες, ρητά λατινικής χρηστομάθειας, αλληλοαντικρουόμενα καθημερινά διώματα. Με τέτοια υλικά ανά χείρας, ο Παναγιωτόπουλος φτιάχνει μιαν εκρηκτική μαύρη κωμωδία, που έχει έναν εσκεμμένα βραδυφλεγή ρυθμό προκειμένου να ενσταλάξει σε μεγάλο βάθος το πικρό της μήνυμα και να αποφύγει το οποιοδήποτε κραυγαλέο αποτέλεσμα.
του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου / ΒΗΜΑ Βιβλίο
Τίτος Πατρίκιος, Άτιτλο
Εγώ δεν είμαι μόνο αυτός που βλέπεις, αυτός που ξέρεις
δεν είμαι μόνο αυτός που θα ‘πρεπε να μάθεις.
Κάθε επιφάνεια της σάρκας μου και κάπου τη χρωστάω,
αν σ’ αγγίζω με την άκρη του δαχτύλου μου
σ’ αγγίζουν εκατομμύρια άνθρωποι,
αν σου μιλήσει μια λέξη μου
σου μιλάνε εκατομμύρια άνθρωποι
Αν σ’ αγγίξω με την άκρη του δαχτύλου μου
σ’ αγγίζουν εκατομμύρια άνθρωποι –
θ’ αναγνωρίσεις τ’ άλλα κορμιά που πλάθουν το δικό μου;
θα βρεις τις πατησιές μου μες σε μυριάδες χνάρια;
θα ξεχωρίσεις την κίνησή μου μες στη ροή του πλήθους;
Είμαι κι ό,τι έχω υπάρξει και πια δεν είμαι –
τα πεθαμένα μου κύτταρα, οι πεθαμένες
πράξεις, οι πεθαμένες σκέψεις
γυρνάν τα βράδια να ξεδιψάσουν στο αίμα μου.
Είμαι ό,τι δεν έχω γίνει ακόμα –
μέσα μου σφυροκοπάει η σκαλωσιά του μέλλοντος.
Είμαι ό,τι πρέπει να γίνω –
γύρω μου οι φίλοι απαιτούν οι εχθροί απαγορεύουν.
Μη με γυρέψεις αλλού
μονάχα εδώ να με γυρέψεις
μόνο σε μένα.
Από τη συγκεντρωτική έκδοση Τίτος Πατρίκιος – Ποιήματα, II [1953-1959] (Εκδόσεις Κέδρος, 1998)
Λαμπρινή Κουζέλη / ΒΗΜΑ Πολιτισμός
Τον έχουν χαρακτηρίσει «Αϊνστάιν της γλωσσολογίας», «Δαρβίνο της εποχής μας» και «κορυφαίο διανοούμενο του κόσμου». Είναι ένας από τους σημαντικότερους ακτιβιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κάτι που του έδωσε και τον χαρακτηρισμό «ο αντιαμερικανός εξτρεμιστής», τον οποίο χρησιμοποιούν κυρίως οι Αμερικανοί. Η θεμελιώδης πλέον «Ιεραρχία Τσόμσκι», την οποία περιέγραψε το 1956, τον έχει καθιερώσει και ως έναν από τους σημαντικότερους γλωσσολόγους όλων των εποχών. Και όμως, παρ’ ότι έχεις όλα αυτά στο μυαλό σου όταν πηγαίνεις να τον συναντήσεις, ο 83χρονος Νόαμ Τσόμσκι είναι τελικά ακόμη πιο επιβλητικός και εντυπωσιακός από τη φήμη του.
Ο Νόαμ, όπως τον αποκαλούν όλοι στο ΜΙΤ, πηγαίνει κάθε ημέρα στο γραφείο του, στο Tμήμα Γλωσσολογίας και Φιλοσοφίας. Εκεί βρεθήκαμε στις 3.00 το μεσημέρι, 15 λεπτά νωρίτερα από το ραντεβού μας. Η Μπεβ Στολ, η βοηθός του, μας άνοιξε την πόρτα του προθαλάμου του γραφείου του. Είναι αυτή που κανονίζει τα πάντα για εκείνον με κάθε λεπτομέρεια: «Σε πέντε λεπτά θα μπείτε στο γραφείο του, ετοιμαστείτε και ο καθηγητής θα είναι μαζί σας στην ώρα του».
Ενα γραφείο γεμάτο βιβλία παντού. Στην τεράστια βιβλιοθήκη όλα είναι τοποθετημένα σε ράφια με γραμμένη από κάτω την κατηγορία στην οποία ανήκουν. Μια κατηγορία, όμως, ενώ έχει ετικέτα, είναι εντελώς κενή από βιβλία: «Intelligence». Σε κεντρικό σημείο υπάρχει μια τεράστια φωτογραφία του Μπέρτραντ Ράσελ και από κάτω γραμμένη η φράση με την οποία ξεκινά η αυτοβιογραφία του και προφανώς εκφράζει και τον Τσόμσκι: «Τρία πάθη, απλά, αλλά κατακλυσμιαία, εξουσιάζουν τη ζωή μου: Η λαχτάρα για αγάπη, η αναζήτηση της γνώσης και η ανυπόφορη θλίψη για τα βάσανα του ανθρώπινου είδους». Καθήσαμε σε ένα τραπέζι στο μέσον του γραφείου του, και ο Τσόμσκι κάθησε ακριβώς δίπλα μας. Ευτυχώς, γιατί εκτός του ότι είναι συναρπαστικό να τον έχεις κυριολεκτικά σε απόσταση αναπνοής, είναι γνωστό ότι μιλάει πάρα πολύ σιγά. Εκτός όλων των άλλων, φημίζεται και για την απίστευτη μνήμη του, θυμάται απλώς τα πάντα, κάτι που δεν το αρνείται και ο ίδιος: «Ναι, θυμάμαι πολλά πράγματα, αλλά μερικές φορές είναι λίγο βασανιστικό, επειδή οι άλλοι συνήθως δεν θυμούνται». Μπορεί με μεγάλη ευκολία να πηγαίνει από το ένα θέμα στο άλλο σαν να «τραβάει» μέσα στο μυαλό του συρτάρια με γνώσεις και πληροφορίες. Ακουγε κάθε ερώτησή μας σκυφτός, κοιτώντας προς τα κάτω, και μόλις τελειώναμε σήκωνε αμέσως το βλέμμα του και έδινε την απάντησή του κοιτώντας μας κατάματα μέχρι τέλους.
Πάντως ο Τσόμσκι έκανε την πρώτη ερώτηση: «Αλήθεια, τι γίνεται στην Ελλάδα; Τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα».
Ετοιμαζόμαστε να καταστρέψουμε την παγκόσμια οικονομία. Ετσι μας λένε. Ομως η Ελλάδα που είναι λιγότερο από το ένα χιλιοστό της παγκόσμιας οικονομίας θα καταστρέψει όλη την υφήλιο; Δεν είναι γελοίο αυτό; «Πιστεύω ότι συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: η Ευρωπαϊκή Eνωση, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το ΔΝΤ ασχολούνται με το να καταστρέψουν την Ελλάδα και υπάρχει σχέδιο για αυτό. Βέβαια, για να είμαστε ειλικρινείς, και η Ελλάδα από μόνη της έχει πολλά εσωτερικά προβλήματα. Αυτά που προτείνει η τρόικα, όμως, κάνει αυτά τα προβλήματα πολύ χειρότερα και αδύνατον να λυθούν. Σχεδιάζουν και προτείνουν πολιτικές οι οποίες δεν οδηγούν στην οικονομική ανάπτυξη και στη λύση του προβλήματος και γι’ αυτό όσο προχωρούν τα μέτρα θα φέρνουν λιγότερη ελπίδα και άρα μεγαλύτερη απελπισία στον κόσμο».
Και τι θα κερδίσουν οι λεγόμενες «αγορές» από την καταστροφή της Ελλάδας; «Ξέρετε, αυτό που ονομάζουν “αγορές”, δεν είναι κάτι ακαθόριστο. Είναι οι μεγάλες τράπεζες σε παγκόσμιο επίπεδο. Γερμανικές, γαλλικές και εμμέσως αμερικανικές τράπεζες. Η τραπεζική κοινότητα, λοιπόν, είναι αυτή που θέλει να αποπληρωθεί. Δεν τους ενδιαφέρει το τίμημα».
Πιστεύετε ότι θα τα καταφέρουν στο τέλος; «Ηδη πληρώνονται εδώ και πολλά χρόνια. Επαιρναν πάντα και παίρνουν ακόμη αυτό που θέλουν, αλλά το τελικό αποτέλεσμα ίσως είναι η καταστροφή της Ελλάδας. Η κατάσταση δεν είναι ανάλογη, αλλά υπάρχουν δύο παραδείγματα χωρών, όπως η Αργεντινή και η Ισλανδία, που δεν υπάκουσαν και πλέον πηγαίνουν καλά. Ωστόσο αυτές οι δύο χώρες είχαν το δικό τους νόμισμα, μπορούσαν να πουν “δεν δεχόμαστε τους νόμους του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος” και είχαν τη δυνατότητα να κινηθούν αλλιώς. Η Ελλάδα δεν μπορεί να κάνει ακριβώς αυτό, αφού δεν έχει το δικό της νόμισμα».
Πιστεύετε, παρ’ όλα αυτά, ότι μια επιστροφή στη δραχμή θα ήταν καταστρεπτική για εμάς; «Ναι, παρ’ ότι είναι ένα πιθανό σενάριο. Γι’ αυτό πιέζει έτσι το ΔΝΤ, διότι ξέρει ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να επιστρέψει στη δραχμή και συνεπώς γνωρίζει ότι μπορεί να πιέσει. Προσέξτε τον φασισμό του οικονομικού συστήματος. Είναι σαν να μου έχετε δανείσει εσείς χρήματα, με ληστρικά κιόλας επιτόκια, να σας αποπληρώνω για κάποια χρόνια και όταν ξαφνικά δεν μπορώ να σας πληρώσω άλλο, να μου λέτε: “Ωραία, θα πληρώσουν οι φίλοι και οι γείτονες για σένα”. Αυτό είναι το ΔΝΤ. Αν ένας επενδυτής, μια τράπεζα ας πούμε, έχει επενδύσει με ρίσκο σε μια χώρα, και βέβαια πάντα με ληστρικά επιτόκια, και κάποια στιγμή η χώρα δεν μπορεί πλέον να πληρώνει, έρχεται το ΔΝΤ και λέει ότι θα πληρώσουν άλλοι για σένα. Αυτοί, φυσικά, είναι πάντα οι φορολογούμενοι των άλλων χωρών, οι οποίοι δεν πήραν ποτέ το συγκεκριμένο δάνειο. Ολα γίνονται, αρκεί να μη χάσουν οι τράπεζες. Και τελικά να μην έχουν στην ουσία κανένα ρίσκο!».
Συγγνώμη, αλλά πώς το αποκαλείτε αυτό το σύστημα; «Είναι το οικονομικό σύστημα “στυγνή ληστεία”».
Πολύ περιγραφικό όνομα για οικονομικό σύστημα… «Μα δεν είναι καν μυστικό, το λένε και οι ίδιοι! Πριν από μερικά χρόνια ένας υψηλά ιστάμενος του ΔΝΤ το χαρακτήρισε “κοινότητα της πίστωσης και της επιβολής”. Ακριβώς όπως η Μαφία! Οπως οι μαφιόζοι, έχουν και τα λεφτά να σε δανείσουν, αλλά και τον τρόπο να σ’ τα πάρουν πίσω».
Αρα η ανυπακοή και η μη πληρωμή του χρέους μας είναι η πρότασή σας; «Προσέξτε. Η ανυπακοή πολλές φορές θέλει ψυχραιμία και υπομονή. Και κυρίως να βρείτε τον τρόπο που σας ταιριάζει».
Το ίδιο σύστημα, όμως, δεν επιβάλλεται και εδώ στις Ηνωμένες Πολιτείες; «Βεβαίως. Από τα πρώτα χρόνια του Ρίγκαν και ως σήμερα, πάρα πολλές φορές έχουν κληθεί οι αμερικανοί πολίτες να πληρώσουν τα κεφάλαια τραπεζών που χάθηκαν σε επενδυτικά ρίσκα που πήραν οι ίδιες εντός και εκτός ΗΠΑ. Αυτό, προσέξτε, δεν θα συνέβαινε σε ένα καπιταλιστικό σύστημα. Αλλά συμβαίνει στο δικό μας οικονομικό σύστημα, διότι απλώς είναι “γκανγκστερικό”. Μάλιστα υπάρχει και όνομα για αυτό το σύστημα, ο Στίγκλιτζ θα σας έχει μιλήσει φαντάζομαι. Ονομάζεται “πολύ μεγάλο για να αποτύχει”. Αυτό περιγράφει στην ουσία την πολιτική “παροχής εξασφάλισης” από την πλευρά της αμερικανικής κυβέρνησης, η οποία διασφαλίζει στις τράπεζες και στους επενδυτικούς οργανισμούς πως “ό,τι ρίσκο και να πάρετε, όταν το σύστημα καταρρεύσει και δεν θα μπορείτε να πάρετε άλλα λεφτά, θα σας τα δώσουμε εμείς από τα χρήματα των φορολογουμένων”. Παρεμπιπτόντως, το σύστημα καταρρέει κάθε τόσο».
Οι οίκοι αξιολόγησης τι ρόλο παίζουν σε όλα αυτά; «Οι οίκοι αξιολόγησης συμπληρώνουν ιδανικά το “γκανγκστερικό σύστημα”, αφού έχουν συνυπολογίσει, πριν από κάθε επένδυση, ότι αν κάτι δεν πάει καλά στη χώρα στην οποία γίνονται επενδύσεις, τότε θα αναλάβει τα χρέη η εκεί κυβέρνηση, δηλαδή οι φορολογούμενοι. Δηλαδή κάτι το οποίο αποτελεί σκάνδαλο, αυτοί το έχουν συμπεριλάβει στους υπολογισμούς τους! Γι’ αυτό και κάποιοι, πολύ λίγοι, ακόμη και μέσα σε αυτήν την κρίση, τα καταφέρνουν μια χαρά. O ρόλος των οίκων αξιολόγησης ενισχύθηκε από τη δεκαετία του ’70 και μετά, όταν το σύστημα πραγματικά απογειώθηκε και συγκεντρώθηκε τεράστιος πλούτος στα χέρια πολύ λίγων. Ολοι γνωρίζουν ότι οι ΗΠΑ είναι μια χώρα ανισοτήτων, αλλά αυτό που ίσως δεν είναι αντιληπτό είναι ότι ένα πολύ μεγάλο μέρος αυτής της ανισότητας προέρχεται από το ένα τοις χιλίοις του πληθυσμού».
Και εμείς οι πολίτες, όμως, δεν αντιδράσαμε καθόλου και τα αποδεχτήκαμε όλα αυτά που καθορίζουν τη ζωή μας. «Μα δεν τα έχουμε αποδεχτεί! Δεν μας δόθηκε καμία επιλογή και καμία εναλλακτική. Δεν μας ρώτησε κανένας: “Σας αρέσει το ΔΝΤ;”. Εμένα δεν με ρώτησε κανένας, εσάς; Απλώς το σχεδίασαν και μας το επέβαλαν».
Γι’ αυτό η Goldman Sachs, ας πούμε, αν και βασική υπεύθυνη της κρίσης, βγάζει ακόμη τεράστια κέρδη; «Ακριβώς. Αν και είναι βασικοί υπεύθυνοι και από τους αρχιτέκτονες της κρίσης, τα πάνε μια χαρά, με τεράστιους μισθούς και με μπόνους. Αυτό συμβαίνει επειδή απλώς ανήκουν στο σύστημα που προανέφερα. Η Goldman Sachs τώρα είναι πλουσιότερη από ποτέ. Αλλά ο κόσμος δεν εστιάζει σε γεγονότα όπως αυτό, διότι η προπαγάνδα αναζητεί και βρίσκει άλλους “υπεύθυνους” να κατηγορήσει. Κατά τη διάρκεια της κρίσης, όμως, ένα από τα μεγαλύτερα λάθη είναι να στοχοποιείς διάφορες κοινωνικές ομάδες».
Η στοχοποίηση, όμως, συμβαίνει και από τις δύο πλευρές. Και από το κράτος προς κάποιους, αλλά και από τους πολίτες προς κάποιους άλλους. Δεν είναι επικίνδυνο αυτό; Υπάρχει «καλή» στοχοποίηση; «Οχι βέβαια. Προσέξτε τι γίνεται. Από την πλευρά του κράτους έχουμε ορισμένους ιδιαίτερα εύκολους στόχους, όπως είναι για παράδειγμα οι δάσκαλοι και η Παιδεία γενικότερα. Από την πλευρά του πληθυσμού τώρα, έχουμε τον εύκολο στόχο, που είναι οι αλλοδαποί, και στην Ευρώπη εξαπλώνεται ανησυχητικά το φαινόμενο της μετανάστευσης. Στην Ουγγαρία με το νεοφασιστικό κόμμα Τζομπίκ, στην Αγγλία με το Βρετανικό Εθνικό Μέτωπο και την Αγγλική Αμυντική Λίγκα. Και αν σας ακούγεται ανακουφιστικό ότι σε διάφορες χώρες της Ευρώπης τα ακροδεξιά ρατσιστικά κόμματα παίρνουν κάτω από 10%, μην ξεχνάτε ότι το 1928 στη Γερμανία το Ναζιστικό Κόμμα είχε πάρει κάτω από 3%. Πέρυσι βγήκε στη Γερμανία το βιβλίο του Τίλο Σαραζίν “Η Γερμανία καταργεί τον εαυτό της”, στο οποίο ισχυρίζεται ότι οι μετανάστες καταστρέφουν τη χώρα. Εγινε μπεστ σέλερ. Η δε καγκελάριος Μέρκελ, παρ’ ότι καταδίκασε το βιβλίο, δήλωσε ότι η πολυπολιτισμικότητα έχει τελικά αποτύχει. Οι Τούρκοι και οι Αραβες που τους έκαναν εισαγωγή για να κάνουν τη βρώμικη δουλειά “απέτυχαν”, δηλαδή, να γίνουν ξανθοί και γαλανομάτηδες, κανονικοί άριοι…».
Υπάρχει πάντως το παράδοξο σε καιρούς οικονομικής και κοινωνικής ηρεμίας οι άνθρωποι να επιλέγουν τον καπιταλισμό και να θυμούνται όλα τα κακά του σοσιαλισμού. Οταν όμως έρχεται η οικονομική κρίση, τότε βρίζουν τα κακά του καπιταλισμού και μνημονεύουν τα καλά του σοσιαλισμού. Είναι λίγο ανόητο αυτό. Πώς γίνεται να αλλάξει; «Αυτό είναι και το ένα και μοναδικό μήνυμα που πραγματικά έχω να δώσω. Δεν είναι συνταγή και πρέπει ο καθένας να το καταφέρει μόνος του: Χρησιμοποιήστε την κοινή λογική».
Με αυτό που λέτε ελπίζετε να βελτιώσετε τον κόσμο; «Δεν θέλω να βελτιώσω τον κόσμο, θέλω οι άνθρωποι να τον βελτιώσουν».
Ποια είναι η άποψή σας για τον Μπαράκ Ομπάμα; Σας φαίνεται, όπως λένε, να έχει ξεχάσει ότι ο Λευκός Οίκος χτίστηκε από χέρια μαύρων; «Οταν εξελέγη ο Ομπάμα, δεν είχα καμία προσδοκία από αυτόν. Το είχα γράψει και το είχα πει πριν από την εκλογή του. Αυτός ο άνθρωπος δεν είχε καθόλου αρχές. Είναι ένας οπορτουνιστής χωρίς αρχές. Από την άλλη όμως, το να έχουμε μια οικογένεια μαύρων στον Λευκό Οίκο είναι ένα μεγάλο ιστορικό κατόρθωμα. Συμβολίζει σπουδαία πράγματα για την τεράστια ομάδα των Αφροαμερικανών, αλλά κυρίως για την παγκόσμια κουλτούρα και τον πολιτισμό. Το να περιμένεις, πάντως, κάτι από τον Ομπάμα είναι τεράστιο λάθος».
Ολα αυτά τα χρόνια που σας ακούω και σας διαβάζω, μου θυμίζετε ήρωα της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας. «Αλήθεια; Μισό λεπτό να καλύψω τις φτέρνες μου».
Ειλικρινά, μοιάζει σαν να προσπαθείτε να αλλάξετε τη μοίρα που οι ίδιοι οι άνθρωποι έχουν επιλέξει για τον εαυτό τους. Αυτό δεν είναι κάπως μάταιο; Στο τέλος δεν θα είναι έτσι και αλλιώς χαμένη μάχη; «Οχι, δεν την έχουν επιλέξει οι άνθρωποι τη μοίρα τους. Εγώ πάντως δεν την έχω επιλέξει. Εχει όμως σχεδιαστεί. Ο Ανταμ Σμιθ (που έγραψε τον “Πλούτο των εθνών”) δεν ήταν ηλίθιος που έγραψε αυτά που έγραψε».
Ας περάσουμε σε κάτι άλλο που αφορά την Ελλάδα. Πώς εξηγείτε την επιθετική συμπεριφορά της Τουρκίας; «Υπάρχουν πάρα πολλοί ιστορικοί λόγοι για αυτό. Πάντως πιστεύω ότι η Ελλάδα έχει μπει σε ένα παιχνίδι υπερβολικής σπατάλης για όπλα και αυτό έχει προκαλέσει μεγάλα προβλήματα στη χώρα, αφού ο προϋπολογισμός για τους εξοπλισμούς είναι πολύ μεγαλύτερος από όσο θα μπορούσε να αντέξει η οικονομία σας. Σκεφτείτε λίγο πρακτικά. Στην ακραία περίπτωση σοβαρής εμπλοκής μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας, η πιθανότητα να χρησιμοποιηθεί όλος αυτός ο στρατιωτικός εξοπλισμός και να φέρει αποτέλεσμα είναι σχεδόν μηδενική. Διότι απλώς η δύναμη της Τουρκίας είναι πολλαπλάσια ποσοτικά».
Ομως στην ουσία οι ΗΠΑ μάς έχουν υποχρεώσει σε αυτά τα τεράστια έξοδα για εξοπλισμούς. «Φυσικά. Το λατρεύουν αυτό οι ΗΠΑ. Σχεδόν όλη η οικονομία των ΗΠΑ στηρίζεται στους εξοπλισμούς. Σκεφτείτε ότι επί Μπιλ Κλίντον η Τουρκία έγινε αναλογικά ο υπ’ αριθμόν ένα αγοραστής όπλων στον κόσμο μαζί με την Αίγυπτο και το Ισραήλ. Αυτός είναι και ένας πολύ βασικός λόγος για τον οποίο εξοπλίζουμε το Ισραήλ. Εκτός από το ότι το κάνουμε για να ευχαριστήσουμε το ισραηλινό λόμπι, τους εξοπλίζουμε για να τoυς χρησιμoποιήσουμε και ως “διαφημιστικό”, ως “teaser” για άλλες χώρες. Τα όπλα που αγοράζει το Ισραήλ δεν είναι καμία σοβαρή ποσότητα, αλλά μετά έρχεται η Σαουδική Αραβία και λέει ότι θέλει εκατονταπλάσια ποσότητα από τα ίδια όπλα. Αλλά, για να είμαστε δίκαιοι, δεν το κάνουν μόνο οι ΗΠΑ. Το κάνει και η Βρετανία».
Οι μεγάλες δυνάμεις, όμως, γιατί κάνουν εδώ και δεκαετίες τα «στραβά μάτια» στις παρανομίες που έχει διαπράξει η Τουρκία; «Μερικές φρικαλεότητες της Τουρκίας έχουν γίνει και με την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών, όπως αυτές που διέπραξε τη δεκαετία του ’90 στο νοτιοανατολικό της τμήμα εναντίον των Κούρδων, οι οποίοι είναι περίπου το ένα τέταρτο του πληθυσμού της. Μετά η Τουρκία πήρε μέρος και στον πόλεμο εναντίον της τρομοκρατίας».
Οι διανοούμενοι της Ευρώπης, όμως, δεν πολυμιλάνε για όλα αυτά. Τελικά ο διανοούμενος που υπηρετεί τους δυνατούς μπορεί να συνεχίσει να λέγεται έτσι; «Αυτή της Τουρκίας δεν είναι η μόνη περίπτωση, αλλά είναι πολύ ενδεικτική της κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι διανοούμενοι της Δύσης».
Την ένταση που υπάρχει τελευταία μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ πώς την εξηγείτε; «Αυτήν τη φορά η Τουρκία έχει έναν πολύ καλό λόγο, αφού ένα τουρκικό πλοίο δέχθηκε επίθεση σε διεθνή ύδατα και σκοτώθηκαν εννέα Τούρκοι. Αυτό ήταν κανονική πειρατεία. Οι Ισραηλινοί άλλωστε συνηθίζουν να τα κάνουν αυτά από παλιά. Κανένα κράτος δεν θα τη γλίτωνε με αυτά που κάνει το Ισραήλ, αλλά όταν έχεις τις ΗΠΑ από πίσω σου, κάνεις ό,τι θέλεις. Σκοτώθηκαν λοιπόν από τα πυρά των Ισραηλινών εννέα άνθρωποι, από τους οποίους να σημειώσουμε κανένας δεν ήταν αμερικανός πολίτης, και η Τουρκία απαίτησε από το Ισραήλ να ζητήσει συγγνώμη».
Πιστεύετε δηλαδή ότι πίσω από τις κινήσεις τις Τουρκίας κρύβεται και αίσθημα δικαίου; «Οχι. Ξέρετε εσείς να υπάρχει κάποιο κράτος που να είναι κράτος δικαίου; Τα κράτη δεν είναι οργανισμοί ήθους και ηθικής, είναι οργανισμοί ισχύος».
Πιστεύετε ότι θα υπάρξει κάποια στιγμή στο μέλλον ένα κράτος που θα είναι κράτος δικαίου; «Οχι,ποτέ. Εφόσον κάτι είναι κράτος δεν μπορεί να είναι δίκαιο. Βέβαια, φυσικά και υπήρξαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν άνθρωποι που είναι ηθικοί και οι οποίοι προσπαθούν να επιβάλλουν το ήθος τους σε κάποια κομμάτια του κράτους. Αλλά το να περιμένεις από ένα κράτος ισχύος να συμπεριφέρεται δίκαια είναι μάταιο και ανόητο. Τα κράτη ως οργανισμοί λειτουργούν με τις δικές τους αρχές και τα δικά τους συμφέροντα. Ολη η ιστορία των κρατών είναι κάπως έτσι».
Οι λαοί, λοιπόν, κάνουν ένα διαρκές ταξίδι από ελπίδα σε ελπίδα και από όνειρο σε όνειρο, χωρίς αυτό να οδηγεί κάπου καλύτερα; «Οχι, εγώ δεν το βλέπω έτσι. Εγώ το βλέπω περισσότερο σαν το σκαρφάλωμα ενός βουνού με στόχο να κατακτήσεις την κορυφή. Κάθε φορά όμως που φτάνεις στην κορυφή που έχεις βάλει στόχο, ανακαλύπτεις ότι από εκεί φαίνεται μια άλλη, νέα, πέρα από αυτήν που κατέκτησες, και πρέπει να αρχίσεις πάλι το ταξίδι. Τότε όμως δεν πρέπει να ξεχνάς ότι έχεις ήδη κατακτήσει τον προηγούμενο στόχο σου. Νομίζω ότι αυτή είναι όλη η ανθρώπινη Ιστορία, επαναλαμβανόμενες κορυφές, για τις οποίες κάποιοι έχουν παλέψει ώστε να κατακτηθούν. Το πιο φυσιολογικό λοιπόν είναι να βρίσκει ο άνθρωπος μπροστά του ακόμη ψηλότερες κορυφές, τις οποίες δεν γνώριζε από πριν, και θα πρέπει να τις κατακτήσει. Αρα δεν πιστεύω ότι το ταξίδι είναι χωρίς ελπίδα, είναι απλώς μια συνεχής επίτευξη στόχων».
Και το ταξίδι θα υπάρχει έπειτα από κάθε άνθρωπο και έπειτα από κάθε εποχή; «Ακριβώς. Γι’ αυτό σε κάθε εποχή ας κάνει ο άνθρωπος τη δουλειά του, που είναι να κατακτήσει τις κορυφές που του αναλογούν. Δείτε τι συνέβη με τη Λατινική Αμερική. Ηταν επί 500 χρόνια κάτω από φοβερή καταπίεση, κυρίως των Ευρωπαίων και μετά των Αμερικανών. Ολα αυτά τα χρόνια εκατοντάδες προσπάθειες να απελευθερωθούν κατεστάλησαν και πνίγηκαν στο αίμα. Ομως τα τελευταία δέκα χρόνια οι λαοί της Λατινικής Αμερικής έχουν φέρει τα πάνω κάτω. Απελευθέρωσαν τις χώρες τους από τις χούντες και την καταπίεση με τρόπο εντυπωσιακό».
Πιστεύετε ότι μπορεί να συμβεί το ίδιο και με την «Αραβική άνοιξη»; «Εχουν ήδη υπάρξει τεράστιες αλλαγές, οι οποίες πιθανότατα θα είναι μόνιμες. Βέβαια έχουν πολύ δρόμο ακόμη μπροστά τους, αλλά μετρούν ήδη κάποιες σημαντικές επιτυχίες. Μία από αυτές, την οποία φυσικά δεν πολυπροβάλλουν τα δυτικά ΜΜΕ, είναι η δημιουργία πραγματικού εργατικού κινήματος στην Τυνησία και στην Αίγυπτο, χώρες οι οποίες δεν είχαν ποτέ κάτι τέτοιο. Τώρα πλέον είναι δυνατόν ακόμη και σε αυτές τις δύο χώρες να δημιουργήσουν ένα ανεξάρτητο εργατικό συνδικάτο».
Αυτή η απελπισία τού σήμερα πώς μπορεί να αλλάξει και να γίνει ελπίδα; «Δεν ξέρω. Αν γνωρίζετε την απάντηση πείτε τη και σε εμάς. Την έχουμε ανάγκη απεγνωσμένα».
Η εποχή χαρακτηρίζεται από την απουσία σπουδαίων ηγετών, ειδικά στην Ευρώπη, αλλά και αλλού. Είναι άραγε θέμα κακής συγκυρίας ή φυσιολογικό αποτέλεσμα των καιρών; «Δεν πρέπει να ψάχνεις για σπουδαίους ηγέτες. Αν κάνεις εσύ κάτι σημαντικό, θα δημιουργήσεις τη δική σου σπουδαία ηγεσία και δεν θα επιτρέψεις να δημιουργηθεί αυτό που ονομάζεις ανεπαρκή ηγεσία».
Μήπως ένα μεγάλο πρόβλημα είναι ότι οι άνθρωποι συγχέουμε εντελώς τις έννοιες «συνηθισμένο» και «φυσιολογικό» και πλέον πιστεύουμε ότι αυτό που είναι συνηθισμένο στη ζωή μας είναι και το φυσιολογικό; «Σωστό είναι αυτό, πρέπει όμως να καταφέρνεις να διακρίνεις μέσα σου τις αληθινές, τις ειλικρινείς κινητήριες δυνάμεις».
Για εσάς ποιες είναι αυτές οι βασικές κινητήριες δυνάμεις; «Είναι πολλές και γνωρίζω μερικές από αυτές. Για παράδειγμα, η δυστυχία από την οποία υποφέρουν οι άνθρωποι και κυρίως αυτή για την οποία έχω συνυπευθυνότητα. Αυτό είναι βασανιστικό. Ζούμε σε μια ελεύθερη κοινωνία και τα προνόμιά μας σημαίνουν αυτόματα και ευθύνες».
Μοιάζει πάντως στην Ελλάδα οι άνθρωποι να έχουμε υποστεί συλλογική κώφωση: μιλάμε όλοι, ενώ κανένας δεν ακούει κανέναν. Δεν είναι ένα βασικό πρόβλημα αυτό; «Θα σας πω κάτι από τη δική μου πείρα. Η οικογένειά μου ανήκε στην εργατική τάξη και υπήρχαν πολλοί άνεργοι. Αντικειμενικά τότε η κατάσταση ήταν πολύ χειρότερη απ’ ό,τι είναι τώρα. Υποκειμενικά, όμως, τότε ήταν πολύ καλύτερα τα πράγματα ως προς την προοπτική. Τώρα επικρατεί κυρίως μια τεράστια απελπισία σε σχέση με το μέλλον, ενώ τότε κυριαρχούσε η ελπίδα ότι “δεν έχουμε τίποτε, αλλά μπορούμε να κάνουμε πράγματα για ένα καλύτερο αύριο”. Μαζευόμασταν και κουβεντιάζαμε για το πώς θα βελτιώσουμε την κατάσταση για την οικογένειά μας. Αυτό ακριβώς πρέπει να κάνει κάθε μικρή κοινωνική ομάδα και τώρα στην Ελλάδα».
Είναι γνωστό ότι αγαπάτε τη χώρα μας και ότι καλός προφήτης είναι αυτός που αγαπά. Τώρα που κλείνουμε αυτήν τη συζήτηση τι θα προφητεύατε για εμάς; «Σας εύχομαι, μέσα από την καρδιά μου, να έχετε πολλή και καλή τύχη σε αυτούς τους ιδιαίτερα δύσκολους και επίπονους καιρούς, με όλες αυτές τις ισχυρές δυνάμεις που προσπαθούν να συντρίψουν την ελληνική κοινωνία και τη χώρα σας».
* Aυτή η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜagazino στις 16 Οκτωβρίου 2011./ Mάκης Προβατάς


