«Αν και δικτατορίες εξακολουθούν να υπάρχουν και η πολιτική βαρβαρότητα παραμένει σε πολλές χώρες, τα αυταρχικά καθεστώτα, όπως ήταν ο ναζισμός ή ο μπολσεβικισμός, έχουν πεθάνει», διατύπωνε ο εικονοκλάστης ιστορικός Μαρσέλ Γκοσέ, τον περασμένο Δεκέμβριο στο γαλλικό περιοδικό «Τελεραμά», με αφορμή την έκδοση του τρίτου τόμου του έργου του «Η έλευση της Δημοκρατίας».

από τη Βίκυ Τσιώρου

Σε αυτό τον τόμο ο Γκοσέ αναλύει το μπολσεβίκικο, το ιταλικό και το γερμανικό ολιγαρχικό σύστημα που τραυμάτισαν σοβαρά τον 20ό αιώνα και φέρνει στο φως τους μηχανισμούς αυτών των καθεστώτων.

Η δημοσίευση του έργου του προηγήθηκε κατά μερικές εβδομάδες της κατάρρευσης των σκληρών αντιδημοκρατικών καθεστώτων στη Βόρεια Αφρική, και αποκτά επιπλέον ενδιαφέρον.

Ο ιστορικός, αλλά και φιλόσοφος, Μαρσέλ Γκοσέ δίνει μια άλλη διάσταση στο θέμα που μελετά:

«Θεωρώ πως δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τα αυταρχικά καθεστώτα αν δεν λάβουμε υπόψη μας τη φιλοδοξία τους να κάνουν τα πράγματα καλύτερα από ό,τι η δημοκρατία, καταστρέφοντάς την, παράλληλα, βέβαια. Θέλουν να την καταστρέψουν για να υλοποιήσουν, κατά έναν τρόπο, τις υποσχέσεις που κατά τη γνώμη τους αθέτησαν τα δημοκρατικά πολιτεύματα.

Η δημοκρατία υποσχόταν να ενώσει το λαό και την εξουσία και να ξαναδώσει την εξουσία στο λαό. Ωστόσο, στην κρίση του φιλελευθερισμού, στα τέλη του 19ου αιώνα, η απόσταση ανάμεσα στους κυβερνώντες και τους κυβερνώμενους ήταν σημαντική. Και τα ρήγματα ήταν πολλά: ασυμφωνία απόψεων, ανταγωνισμός συμφερόντων, συγκρούσεις δογμάτων και γενικός σκεπτικισμός. Τα αυταρχικά καθεστώτα διαβεβαιώνουν πως θα κάνουν όσα υπόσχονται οι δημοκρατίες αλλά είναι ανίκανες να υλοποιήσουν, δηλαδή θέλουν να δημιουργήσουν μια εξουσία που θα αποκαταστήσει την ενότητα του λαού, που θα είναι η έκφρασή του και το κόμμα η ενσάρκωσή του. Στο σκεπτικισμό της δημοκρατίας αντιπαραθέτουν ένα δόγμα το οποίο υποτίθεται πως συγκεντρώνει όλες τις συλλογικές δραστηριότητες. Βλέπουμε λοιπόν πως η καταστροφή της δημοκρατίας “δικαιολογείται” από την ιδέα πως πρέπει να γίνουν όλα όσα αυτή είναι ανίκανη να πραγματοποιήσει».

Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στα ολοκληρωτικά καθεστώτα και τις δικτατορίες;

«Είναι σημαντική η ερώτηση γιατί τα ολοκληρωτικά καθεστώτα δεν είναι δεσποτισμοί ούτε απλές τυραννίες. Τα αυταρχικά καθεστώτα στηρίζονται στις παραδοσιακού τύπου εξουσίες, την Εκκλησία και το στρατό, όπως το είδαμε -δεν πάει και πολύς καιρός- στη Λατινική Αμερική. Από την άλλη, η βασική τους φιλοδοξία είναι να κρατήσουν τις μάζες εκτός πολιτικής, όπως στην περίπτωση της Πορτογαλίας επί Σαλαζάρ: όσο λιγότερη πολιτική τόσο καλύτερα. Στα ολοκληρωτικά καθεστώτα, αντίθετα, η ιδεολογική νομιμοποίηση είναι πλήρης: όλα πρέπει να συνδέονται με την ιδεολογία -κάτι που έδωσε πολύ γραφικές καταστάσεις, όπως το “μπολσεβίκικο μέτωπο σκακιού” ή τους “κομμουνιστές φίλους περιστεριών”… Μπορεί να ακούγεται παράλογο, αλλά στο πλαίσιο αυτών των καθεστώτων είχε ένα νόημα. Επίσης, η κινητοποίηση των μαζών ήταν σημαντική υπόθεση. Υπήρχε μια πραγματική εμμονή προσάρτησης των μαζών -μέσα από το κόμμα- στο σύστημα της εξουσίας και οι μάζες αυτές παρουσιάζονταν ως θέαμα ώστε η προσάρτησή τους αυτή να γίνει σε όλους φανερή».

Θα υπήρχε ο μπολσεβικισμός χωρίς τον Λένιν, ο φασισμός χωρίς τον Μουσολίνι και ο ναζισμός χωρίς τον Χίτλερ;

«Η απάντηση είναι: όχι. Το χαρακτηριστικό της σύγχρονης πολιτικής είναι πως συγκροτείται από τις μάζες, δηλαδή από μεμονωμένα άτομα που όμως επιδιώκουν να ενωθούν σε συλλογικά σχήματα. Για να υλοποιηθεί αυτή η φιλοδοξία, χρειάζεται ένας πυροκροτητής ή ένας καταλύτης που θα είναι ο απόλυτος αρχηγός. Είναι σαφές πως αυτά τα κινήματα βρήκαν την κατάλληλη στιγμή έναν ηγέτη που αντιλαμβανόταν αυτούς τους μηχανισμούς. Αυτοί οι άνθρωποι είχαν ένα πολιτικό ταλέντο εξαιρετικά ιδιαίτερο: μπορούσαν να διακρίνουν τις προσδοκίες των μαζών απέναντι στην πολιτική εξουσία, σε ένα δεδομένο περιβάλλον. Σε μια περίοδο μεγάλης έντασης, ο Χίτλερ κατάφερνε να συγκαλεί, στην κυριολεξία, ορισμένα πνεύματα της πολιτικής που γοήτευαν τα ακροατήριά τους. Ο Στάλιν κέρδισε γιατί ήταν καλύτερος στην πολιτική από τον Τρότσκι». *

ΕΥΡΩΠΗ: ένα επαρχιώτικο παζάρι

«Η Ευρώπη είναι ο άρρωστος του πλανήτη σε θέματα οικονομίας», δήλωνε και πάλι ο Μαρσέλ Γκοσέ, στην αρχή αυτής της χρονιάς, σε μια άλλη συνέντευξή του στο «Journal du Dimanche», μιλώντας για την οικονομική κατάσταση της Ευρώπης.

«Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν έχουν κανένα στρατηγικό όραμα και καμία πολιτική προσαρμοσμένη στην κατάσταση της παγκοσμιοποίησης που βιώνουμε. Η Ευρώπη είναι μια εσωστρεφής κατασκευή, όπου ζούμε μεταξύ μας σε έναν περίεργο επαρχιωτισμό. Η λειτουργία της Ενωσης μοιάζει με μικρο-πάζαρο. Δεν διαπραγματευόμαστε, χρονοτριβούμε χωρίς να αναζητούμε ένα κοινό πλαίσιο. Τη στιγμή που οι οικονομικοί μηχανισμοί συνεχίζουν να λειτουργούν, το ευρωπαϊκό πολιτικό οικοδόμημα καταρρέει. Το ίδιο πολιτικό πρόβλημα παρατηρείται σε κάθε χώρα ξεχωριστά. Μόνο η Γερμανία τα καταφέρνει κάπως».

Για ποιο λόγο;

«Μάλλον για ιστορικούς λόγους. Οι τωρινές οικονομικές δυσκολίες δεν συγκρίνονται με το λογαριασμό που έπρεπε να πληρώσει πριν από δύο δεκαετίες αυτή η χώρα. Για να ξεφύγει από το παρελθόν και να επιτύχει την επανένωση, οι γερμανικές πολιτικές και οικονομικές ελίτ έκαναν τις τελευταίες δεκαετίες αποφασιστικές και γενναίες επιλογές βασιζόμενες σε στρατηγικές διαγνώσεις, έως, παραδείγματος χάριν, να καταφέρουν να αποκτήσουν μια ανταγωνιστικότητα. Η χώρα ξαναβρίσκει το ρόλο της ως μεγάλης βιομηχανικής δύναμης, όπως ήταν στα τέλη του 19ου αιώνα. Ακόμη καλύτερα, βρίσκεται σε θέση να αντεκδικηθεί την Ιστορία. Εργασία, ποιότητα, σοβαρότητα: οι Γερμανοί που άλλαξαν τα πάντα παραμένοντας πιστοί στην ταυτότητά τους δεν έχουν όπως εμείς, οι Γάλλοι, την αίσθηση της στέρησης. Εκείνοι δεν έχουν έναν Ουελμπέκ που προβλέπει πως η χώρα θα γίνει ένα τεράστιο μουσείο όπου όλος ο κόσμος θα είναι άνεργος, γκαρσόνια ή ξεναγοί!»

Γιατί οι ΗΠΑ τα καταφέρνουν καλύτερα από ό,τι η Ευρώπη;

«Οι Αμερικανοί κάνουν λάθη, όμως χάρη σε μια αξιοσημείωτη αυτοκριτική ικανότητα καταφέρνουν στο τέλος να βγαίνουν από το τέλμα. Εχουν συνείδηση των συμφερόντων τους».

Πώς εξηγείτε την αύξηση της ξενοφοβίας και της ισλαμοφοβίας στη Ευρώπη;

«Σε όλη την ήπειρο, η πολιτική τάξη είναι ανίκανη να αντιμετωπίσει το φαινόμενο της μετανάστευσης, που είναι μια τεράστια μεταμόρφωση, ένα πολιτισμικό σοκ ιδιαίτερα δυνατό για τις χώρες που δεν έχουν παράδοση σε αυτόν τον τομέα. Η ηθική αγανάκτηση δεν αποτελεί απάντηση. Οσο μεγαλύτερη είναι η πολιτισμική απόσταση τόσο το πρόβλημα διογκώνεται. Ολα τα μεταναστευτικά κύματα προκάλεσαν την απόρριψη των μεταναστών, ωστόσο το ισλάμ εγείρει ειδικά θέματα: είναι γεγονός ότι υπάρχουν μεγαλύτερες διαφορές μέσα στο ισλάμ, παρά στον πορτογαλικό ή πολωνικό καθολικισμό. Η φαντασίωση μιας μουσουλμανικής εισβολής δυσκολεύει την ένταξη των παιδιών των μεταναστών στις κοινωνίες μας».

Μπορεί η Ευρώπη να βγει από το λήθαργό της;

«Εχουμε ξεπεραστεί όντως από μια ιστορική κατάσταση που δημιουργήσαμε και που δεν αντιλαμβανόμαστε, αλλά δεν είναι τόσο τραγικό. Οι αγορές μάς περικυκλώνουν; Ας εξηγήσουμε τότε στους πολίτες ποιος κινεί τα νήματα, πώς λειτουργεί αυτό το καθημερινό εμπόριο του εθνικού πλούτου με τους τραπεζίτες και τους επενδυτές. Φανερώνοντας τους μηχανισμούς αυτής της αφηρημένης οικονομίας θα δίναμε μια ευκαιρία στους πολίτες να την ελέγχουν».

Ελευθεροτυπία /23.02.11