Διαβάσαμε
Τὸ γέρικο σπουργίτι ὅρµησε νὰ γλιτώσει τὸ παιδί του. Ὅλο του τὸ σωµατάκι σπαρταροῦσε ἀπὸ φρίκη, ἡ φωνούλα του ἀγρίεψε καὶ βράχνιασε, ἦταν ἕτοιµο νὰ πεθάνει, νὰ θυσιαστεῖ!
Σὰν τί πελώριο τέρας νὰ ἔβλεπε τὸ σκυλί! Κι ὅµως δὲν µπόρεσε νὰ κάτσει ἥσυχα – ἥσυχα πάνω στὸ ψηλό του κλαδί, ὅπου ἦταν τόσο ἀσφαλισµένο… Μία δύναµη πιὸ δυνατὴ κι ἀπ’ τὴ θέλησή του τὸ ἔριξε ἀπ’ ἐκεῖ πάνω.
Ὁ Τρεζὸρ (ἔτσι λέγανε τὸ σκυλί) σταµάτησε κι ἔκανε πίσω, καθὼς φαίνεται κι αὐτὸς ἀναγνώρισε τὴ δύναµη. Βιαστικὰ φώναξα τὸ ντροπιασµένο σκυλὶ κι ἔφυγα ἀπ’ αὐτὸν τὸν τόπο, γεµάτος εὐλάβεια.
Ἔτσι ἦταν καὶ µή σᾶς φανεῖ παράξενο. Αἰσθανόµουνα εὐλάβεια µπροστὰ σ’ ἐκεῖνο τὸ µικρὸ ἡρωικὸ πουλί, µπροστὰ στὴ µεγάλη του στοργή.
Ἡ ἀγάπη ἔλεγα, εἶναι πιὸ δυνατὴ κι ἀπ’ τὸ θάνατο καὶ τὸ φόβο τοῦ θανάτου. Μονάχα µ’ αὐτήν, µόνο µὲ τὴν ἀγάπη κρατιέται καὶ κινεῖται ἡ ζωή.
Στέλιος Ράμφος: …όταν υποτάσσεται το αίσθημα σε μια μυθική αντίληψη των πραγμάτων τότε το υποκείμενο παραμένει παιδί. Τότε το υποκείμενο μπορεί να παραμείνει βρέφος και ενώ οι ηλικίες περνάνε και μεγαλώνει, εκείνο παραμένει βρέφος, γιατί; Γιατί πρέπει να ζει τον κόσμο φαντασμαγορικά και όχι ιστορικά, με τις πρωτοβουλίες και την ενεργητικότητα του ανθρώπου που δημιουργεί χρόνο, και όχι, που είναι αντικείμενο ενός φαντασιώδους χρόνου, τέτοιου όπως διαπλάστηκε μέσα από τα ιστορικά δρώμενα. Επομένως κατοχυρώνεται πια τυπικά ένας τρόπος ζωής και λατρείας. Ο χρόνος, αντί να γεννάει, παραλύει και καθηλώνει, εάν δεν στρέφει και προς τα πίσω, στις κουλτούρες οι οποίες ας πούμε ζουν με αυτόν τον χρόνο, και δεν μιλάω πια μόνο για την Ελλάδα σας είπα πριν, Σερβία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Ρωσία, είναι κοινά χαρακτηριστικά. Αυτό λοιπόν το στοιχείο μιας παράξενης ανακυκλώσεως το βλέπουμε και το ζούμε κυριαρχικά στις νοοτροπίες και τις συμπεριφορές των ανθρώπων γιατί ακριβώς αυτός ο μυθικός χρόνος είναι εκείνος που τις καθορίζει. Δεν είναι δηλαδή οι επιλογές πια της δημιουργικότητος, αλλά οι επιλογές μιας προσαρμογής, και μιας ας πούμε συμμορφώσεως, προς μια τυπική χρονικότητα, η οποία από εκεί και πέρα διαμορφώνει τους αντίστοιχους ψυχισμούς. Τα αποτελέσματα, είναι αποτελέσματα τα οποία μπορεί κανείς να εντοπίσει. Τα αποτελέσματα είναι λοιπόν, ότι ο άνθρωπος θέλει να γίνει δημόσιος υπάλληλος εύκολα, ο παθητικός, του αρέσει πολύ πια η δημοσιοϋπαλληλία, επομένως θα φτιάξει αχανές κράτος και θα χωθούν όλοι εκεί περιμένοντας, ας πούμε να επιβιώνουνε με όλα τα προνόμια ενός τέτοιου κράτους. Δεν είναι τυχαίο ότι σε όλες αυτές τις περιοχές οι γραφειοκρατίες με την μια η την άλλη μορφή ήταν κυρίαρχες, η υπαλληλία και η νοοτροπία η υπαλληλική, η απουσία συζητήσεων, ερεύνης επιστημονικής, κτλ, η άθλια παιδεία, ήταν χαρακτηριστικά σ όλες αυτές τις κουλτούρες. Έχουμε λοιπόν τέτοιου είδους χαρακτηριστικά, και βεβαίως έχουμε επίσης μια στενότητα η οποία συνδέει τους ανθρώπους και τη συμπεριφορά τους, με μορφές εντοπιότητος και συντεχνιακής ας πούμε αντιλήψεως, και βεβαίως έχουμε επίσης και μεγάλες παλινδρομήσεις. Όταν η χρονικότητα είναι κυκλική, τότε το πισωγύρισμα και η παλινδρόμηση είναι η πιο εύκολη κίνηση, η πιο κατανοητή χρονικότης. Τώρα ζούμε μια παλινδρόμηση τέτοια, ένα πισωγύρισμα το οποίο όμως καλούμεθα να πληρώσουμε. … Θα πρέπει να φτάσουμε μέσω της παιδείας στη δημιουργία ενός πολίτη, ο οποίος αγαπάει και νοιάζεται, αυτόν τον οποίο δεν γνωρίζει. Με τους όρους αυτούς και με αυτές τις συνθήκες μπορούμε να πούμε πλέον, ότι διεκδικούμε τη ζωή, και αν δεν αφήσουμε τη ζωή, είναι βέβαιο ότι και η ζωή δεν πρόκειται να μας αφήσει.
http://steliosramfosgr.wordpress.com
Στη διάρκεια μιας πυρκαγιάς στο δάσος, όλα τα ζώα τρέχουν για να σωθούν. Υπάρχει όμως ένα πουλί που δεν αντιμετωπίζει με τον ίδιο τρόπο την κατάσταση.
Είναι τo κολιμπρί, το μικρότερο πουλί στον κόσμο (το μήκος του σώματός του είναι περίπου 2,5 εκατοστά.)
Παίρνει μια στάλα νερό στο ράμφος του και πετάει προς τη φωτιά.
«Τι νομίζεις ότι κάνεις; Είσαι τρελός, δεν θα σταματήσεις την φωτιά!», του φωνάζει ένας ελέφαντας.
«Το ξέρω», απαντά το κολιμπρί, «κάνω όμως αυτό που μου αναλογεί».
—–
Μπορεί να νομίζεις ότι εσύ δεν μπορείς να κάνεις πολλά πράγματα για να αλλάξει αυτός ο κόσμος. Κάνεις όμως μεγάλο λάθος. Εσύ μπορείς να αλλάξεις τον κόσμο αλλάζοντας απλά τον εαυτό σου. Κάνε εσύ αυτό που σου αναλογεί και μην έχεις καμία προσδοκία να κάνουν και οι άλλοι το ίδιο. Δεν χρειάζεται να κηρύττεις τίποτα. Απλά γίνε ένα παράδειγμα και ο κόσμος θα ακολουθήσει. Τόσο μεγάλη είναι η δύναμή σου!
by Αντικλείδι
Επιμέλεια Βικτωρία Πολύζου, συμβουλευτική ψυχοθεραπεύτρια,
Το φαινόμενο της παιδικής κακοποίησης έχει πάρει ανησυχητικές διαστάσεις κατά τα τελευταία χρόνια. Πρόκειται για ένα ζήτημα, οι συνέπειες του οποίου έχουν διάρκεια και επηρεάζουν και τη μετέπειτα ζωή του παιδιού, μετατρέποντάς το σε έναν προβληματικό ενήλικο. Δημιουργεί άτομα με έντονα προβλήματα στις προσωπικές τους σχέσεις, τα οποία δυσκολεύονται να αγαπήσουν και να εμπιστευτούν, έχουν τάση προς καταχρήσεις, εμφανίζουν αγχώδεις διαταραχές, προβλήματα προσαρμοστικότητας και κατάθλιψη. Επίσης, οι άνθρωποι που υπέστησαν κακοποίηση όταν ήταν παιδιά ενδέχεται να προβούν οι ίδιοι σε κακοποίηση παιδιών όταν ενηλικιωθούν.
Ένα παιδί που έχει κακοποιηθεί εμφανίζει δυσκολίες προσαρμογής στην καθημερινότητα και προβλήματα συμπεριφοράς. Φοβάται για την ασφάλεια τη δική του και των άλλων και δυσκολεύεται να αναπτύξει το αίσθημα της εμπιστοσύνης προς τους γύρω του. Συχνά εμφανίζει μετατραυματικό στρες, διαταραχές της διάθεσης ή της ανάπτυξης της προσωπικότητας του.
Στο σχολείο απομονώνεται από τους συμμαθητές του και αναπτύσσει το συναίσθημα της ντροπής, έχει τάση μυστικοπάθειας και η επίδοση του πέφτει εξαιτίας της εμφάνισης μαθησιακών διαταραχών. Το παιδί αυτό έχει υψηλά επίπεδα άγχους, νιώθει συνεχώς φόβο και έχει προβλήματα στον ύπνο με συχνούς εφιάλτες. Αισθάνεται ότι δεν υπάρχει καμία ελπίδα., ότι κανείς δεν μπορεί να το βοηθήσει και ότι η κατάσταση δεν πρόκειται να αλλάξει.
Μεγαλώνοντας υπάρχουν πολλά ψυχικά τραύματα και τα παιδιά αυτά αδυνατούν να αναπτύξουν υγιείς διαπροσωπικές σχέσεις. Στο ρόλο τους ως γονείς έχουν και οι ίδιοι προβλήματα και είναι ανεπαρκείς.
Σοβαρές επιπτώσεις όμως υπάρχουν και όταν τα παιδιά γίνονται μάρτυρες της κακοποίησης κάποιου άλλου, για παράδειγμα της μητέρας. Τότε είναι πιθανό να πάρουν το ρόλο του «προστάτη», προσπαθώντας να παρέμβουν για να σώσουν αυτόν που κακοποιείται. Αυτό μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους. Με το να εμπλακούν τα ίδια στη βία, με το να αρνούνται να αφήσουν μόνο του το θύμα, με το να το παροτρύνουν να φύγει από το σπίτι για να γλιτώσει.
Σύμφωνα με έρευνες, η κακοποίηση ή η εγκατάλειψη κατά την παιδική ηλικία προκαλεί μόνιμες αλλαγές στη φυσιολογία του αναπτυσσόμενου παιδικού εγκεφάλου. Οι αλλαγές αυτές στη δομή του εγκεφάλου είναι σημαντικές και προκαλούν διάφορα ψυχολογικά καισυναισθηματικά προβλήματα, αλλά και διαταραχές της προσωπικότητας στο κακοποιημένο παιδί κατά την εφηβική του ηλικία και όταν ενηλικιωθεί.
Κατά τα πρώτα χρόνια ενός παιδιού η ανάπτυξη του εγκεφάλου μπορεί να μεταβληθεί από κάποιο παρατεταμένο, σοβαρό ή απρόβλεπτο στρες, περιλαμβανομένης της κακοποίησης. Μια τέτοια μεταβολή στην ανάπτυξη του εγκεφάλου μπορεί με τη σειρά της να επηρεάσει αρνητικά το παιδί, στη σωματική, γνωστική, συναισθηματική και κοινωνική του ανάπτυξη.
Διαφορετικά μέρη του εγκεφάλου αναπτύσσονται από την διέγερση που προκαλεί η δραστηριότητα κάθε περιοχής. Με την πάροδο του χρόνου, ο εγκέφαλος μεγαλώνει και πυκνώνει, φθάνοντας σχεδόν το 90% του ενήλικου μεγέθους κατά τα 3 έτη. Αν η διέγερση και η γαλούχηση λείπει – για παράδειγμα, αν οι γονείς ή φροντιστές είναι εχθρικοί ή αδιάφοροι στο παιδί – η ανάπτυξη του εγκεφάλου του παιδιού μπορεί να διαταραχθεί. Δεδομένου ότι ο εγκέφαλος τείνει να προσαρμόζεται ανάλογα με τα περιβαλλοντικά ερεθίσματα, θα προσαρμοστεί σε ένα αρνητικό περιβάλλον εξίσου εύκολα, όπως θα συνέβαινε σε ένα θετικό.
Το χρόνιο στρες ευαισθητοποιεί τις νευρικές οδούς και υπεραναπτύσσει εκείνες τις περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με την ανησυχία και το φόβο. Ταυτόχρονα, μπορεί να οδηγήσει στην υπανάπτυξη άλλων νευρικών οδών και περιοχών του εγκεφάλου. Οι εγκέφαλοι των παιδιών που δοκιμάζουν στρες – υπό μορφή σωματικής ή σεξουαλικής κακοποίησης ή χρόνιας παραμέλησης – θα στρέψουν τους πόρους τους στην επιβίωση και την απάντηση των απειλών του περιβάλλοντος. Αυτός ο χρόνιος ερεθισμός με την απάντηση του εγκεφάλου στο φόβο οδηγεί κάποιες συγκεκριμένες περιοχές του εγκεφάλου να ενεργοποιούνται συχνότερα. Επομένως αυτές οι περιοχές θα είναι πιθανό να υπεραναπτυχθούν εις βάρος άλλων περιοχών που δεν μπορούν να ενεργοποιηθούν στον ίδιο χρόνο, όπως για παράδειγμα αυτές που ενέχονται στη σύνθετη σκέψη. Το τελικό αποτέλεσμα μπορεί να είναι οι περιοχές του εγκεφάλου που δεν συνδέονται με την απάντηση στο φόβο, να μην είναι «διαθέσιμες» στο παιδί για τη διαδικασία της μάθησης.
Τα αποτελέσματα των εμπειριών στην ανάπτυξη του εγκεφάλου, κατά τη νηπιακή και πρώιμη παιδική ηλικία, δημιουργούν τη βάση για τη μετέπειτα έκφραση της νοημοσύνης, των συναισθημάτων και της προσωπικότητας. Όταν αυτή η πρόωρη εμπειρία είναι πρώτιστα αρνητική, τα παιδιά μπορεί να αναπτύξουν συναισθηματικά, συμπεριφορικά και μαθησιακά προβλήματα που να εμμένουν σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους, ειδικά εάν λείπουν οι στοχοθετημένες παρεμβάσεις.
Για παράδειγμα, παιδιά που έχουν βιώσει χρόνια κακοποίηση και παραμέληση στη διάρκεια των πρώτων χρόνων της ζωής τους, μπορεί να ζουν σε κατάσταση υπερβολικής διέγερσης και διάσχισης ή μπορεί να παρουσιάζουν μόνιμη αίσθηση επικείμενης απειλής. Συγχρόνως, το όφελος από την κοινωνική, συναισθηματική και γνωστική μάθηση μπορεί να ελαττωθεί. Η ικανότητα του να μαθαίνει και να ενσωματώνει νέες πληροφορίες στο σχολείο ή στην παρέα, προϋποθέτει έναν παιδικό εγκέφαλο σε κατάσταση “ήρεμης προσοχής”, μία κατάσταση που ένα κακοποιημένο παιδί σπάνια επιτυγχάνει. Επίσης, τα παιδιά που δεν έχουν αναπτύξει υγιείς συναισθηματικούς δεσμούς με τους φροντιστές τους και οι πρώιμες συναισθηματικές εμπειρίες, λόγω των επιπτώσεων στον εγκέφαλο, δεν δημιούργησαν τις απαραίτητες βάσεις για θετική συναισθηματική ανάπτυξη, μπορεί να έχουν περιορισμένη ικανότητα για ενσυναίσθηση. Η ικανότητα συναίσθησης ενοχών, καθώς και η ενσυναίσθηση, κτίζεται με τα βιώματα. Έτσι, όταν ένα παιδί δεν έχει αισθανθεί συναισθηματικό δέσιμο με κάποιο άτομο, αναμένεται να μη μπορεί στο μέλλον να αισθανθεί ενοχές όταν πληγώνουν ή ακόμη και όταν σκοτώνουν κάποιον.
Επίσης τα παιδιά που βιώνουν ή γίνονται μάρτυρες σωματικής κακοποίησης υποβάλλονται σε αλλαγές στη δομή του εγκεφάλου τους γεγονός που μπορεί να αυξήσει τη προδιάθεση κατάθλιψης και χρήσης ουσιών στα μετέπειτα στάδια της ζωής τους, σύμφωνα με νέες μελέτες.
Στην περίπτωση που η κακοποίηση έχει ήδη συμβεί, υπάρχουν ενδείξεις ότι η άμεση και έγκαιρη παρέμβαση μπορεί να βοηθήσει, ελαχιστοποιώντας τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις αυτής της τραυματικής εμπειρίας στην ανάπτυξη του εγκεφάλου. Ωστόσο, ενώ η έγκαιρη παρέμβαση στα κακοποιημένα παιδιά μπορεί να ελαχιστοποιήσει τις συνέπειες της κακοποίησης και παραμέλησης, είναι πιο ωφέλιμο να αποτραπεί η κακοποίηση πριν εκδηλωθεί. Το κόστος – τόσο σε ατομικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο – επούλωσης των προβλημάτων αυτών των παιδιών είναι πολύ μεγαλύτερο από το κόστος πρόληψης της κακοποίησης και της προώθησης μιας υγιούς ανάπτυξης του εγκεφάλου κατά τα πρώτα χρόνια ζωής.
Η παρέμβαση σε περιπτώσεις κακοποίησης αρχίζει από τη στιγμή που θα γίνει η καταγγελία ή που κάποιος θα απευθυνθεί σε κάποιον ειδικό. Η βασική προτεραιότητα είναι η προστασία του θύματος με κάθε τρόπο, ακόμα και με την απομάκρυνση του από το κακοποιητικό περιβάλλον.
Στην περίπτωση των παιδιών συνήθως προτείνεται νοσηλεία για μερικές μέρες όπου θα γίνουν και όλες οι απαραίτητες εξετάσεις και μετά η ομάδα των ειδικών θα αποφασίσει εάν το παιδί θα γυρίσει σπίτι του ή θα πάει σε ίδρυμα, σε ανάδοχη οικογένεια ή θα δοθεί για υιοθεσία. Σε περίπτωση που το παιδί επιστρέψει σπίτι απαραίτητη είναι η συνεχής επίβλεψη της οικογένειας και η συχνή επανεκτίμηση της κατάστασης. Η κινητοποίηση του κοινωνικού περιβάλλοντος (συγγενείς, γειτονιά, σχολείο, τοπικές υπηρεσίες) μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο στην προστασία του παιδιού. Σε κάθε περίπτωση, η ψυχοθεραπευτική παρέμβαση είναι απαραίτητη για όλα τα εμπλεκόμενα μέλη από έναν έμπειρο σε θέματα κακοποίησης θεραπευτή.
* by enallaktikidrasi.gr
Επειδή η ζωή μας μοιάζει να φυραίνει
μέρα τη μέρα, δε θα πει πως η ζωή
δεν αξίζει τον κόπο.
Επειδή σ’ αγάπησα και σ’ αγαπώ ακόμη
κι ας μην είναι όπως παλιά,
δε θα πει πως πέθανε η αγάπη,
κουράστηκε ίσως, σαν καθετί που ανασαίνει.
Επειδή περνάς δύσκολες μέρες
σκυμμένη σε χαρτιά και γκρεμούς
που δεν κλείνουν, κι εγώ πηδάω
τις νύχτες επί κοντώ λαχανιάζοντας,
δε θα πει πως δεν έχουμε
μοίρα στον ήλιο, έχουμε
τη δική μας μοίρα.
Επειδή πότε είσαι άνθρωπος
και πότε πουλί, φέρνεις στο σπίτι μας
ψωμάκια μικρά της αποδημίας
κι ελπίζουνε τα παιδιά μας
σε καλύτερες μέρες.
Επειδή λες όχι και ναι κι ύστερα όχι
και δεν παραιτείσαι, ντρέπομαι
για τα ίσως, τα μπορεί τα δικά μου,
μα δεν αλλάζω, όπως δεν αλλάζεις κι εσύ,
αν αλλάζαμε θα ‘μαστε πάλι
δυο άγνωστοι και θ’ αρχίζαμε
απ’ το άλφα.
Τώρα ξέρουμε πού πονάς
πού σωπαίνω πότε γίνεται παύση,
διακοπή αίματος και κρυώνουν
τα σώματα, ώσπου μυστικό δυναμό
να φορτίσει πάλι τα μέλη
με δύναμη κι έλξη και δέρμα ζεστό.
Επειδή είναι δύσκολο ν’ αγαπάς
και δυσκολότερο ν’ αγαπάς τον ίδιο άνθρωπο
για καιρό, κάνοντας σχέδια και παιδιά
και καβγάδες, εκδρομές, έρωτα, χρέη
κι αρρώστιες, Χριστούγεννα, Κυριακές
και Δευτέρες, νόστιμα φαγητά
και καμένα, θέλοντας ο καθένας
να ‘ναι ο άλλος γεφύρι και δέντρο
και πηγή, κατά τις περιστάσεις
ή και όλα μαζί στην ανάγκη,
δε θα πει πως εγώ δε μπορώ
να γίνω κάτι απ’ όλα αυτά ή και όλα μαζί,
κι αν είναι να περάσω
μια ζωή στη σκλαβιά –έτσι κι αλλιώς–
ας είμαι, λέω, σκλάβος της αγάπης.
“Θα προτιμούσα να ζήσω όλη μου τη ζωή σε μια τσερκέζικη σκηνή παρά να προσκυνήσω το γερμανικό είδωλο”.
“Το γερμανικό τρόπο πλουτισμού. Δεν είμαι καιρό εδώ κι όμως έχω παρατηρήσει πράγματα που κάνουν την ταταρική μου φύση να αγανακτεί. Μα την αλήθεια μακριά από κάτι τέτοιες αρετές! Χτες περπάτησα καμία δεκαριά χιλιόμετρα στα περίχωρα. Λοιπόν είναι ακριβώς όπως στα ηθικοπλαστικά βιβλία, ξέρετε εκείνα τα μικρά εικονογραφημένα βιβλία που κυκλοφορούν στη Γερμανία: όλα τα σπίτια έχουν τον πατέρα τους, έναν υπερβολικά ενάρετο και τίμιο άνθρωπο, τόσο τίμιο που φοβάται κανείς να τον πλησιάσει.
…..Λοιπόν εδώ η κάθε οικογένεια είναι υποταγμένη, τυφλά υποταγμένη στον πατέρα. Δουλεύουν όλοι σαν τα ζώα και κάνουν οικονομία σαν Εβραίοι. Όταν ο πατέρας συγκεντρώσει κάποιο σημαντικό ποσό, μεταβιβάζει τη δουλειά ή τα κτήματα του στον πρωτότοκο γιο του. Για αυτό αρνιέται να δώσει προίκα στη κόρη του που έτσι καταδικάζεται να μείνει γεροντοκόρη. Ο μικρότερος γιος είναι αναγκασμένος να δουλέψει σκληρά, κι όσα κερδίζει, τα προσθέτει στο κεφάλαιο της οικογένειας που όσο πάει και αυξάνεται. Ναι αυτό γίνεται εδώ, το έχω ερευνήσει. Και το μοναδικό κίνητρο για όλα είναι η τιμιότητα, μια τιμιότητα που φτάνει σε τέτοιο σημείο, ώστε ο μικρότερος γιος φαντάζεται ότι τον εκμεταλλεύονται από τιμιότητα…»
Μια φορά και έναν καιρό, ένας βασιλιάς σκέφτηκε ότι αν ήξερε πάντοτε την κατάλληλη στιγµή για ν’αρχίζει κάτι, αν ήξερε ποιοι είναι οι κατάλληλοι άνθρωποι για ν’ ακούει και ποιοι είναι εκείνοι που θα πρεπε ν’ αποφεύγει και πάνω από όλα αν ήξερε πάντοτε ποιο είναι το σηµαντικότερο πράγµα να κάνει, δε θα αποτύχαινε σε ό,τι επιχειρούσε.
Και όταν του ήρθε αυτή η σκέψη, φρόντισε να διακηρυχθεί σε ολόκληρο το βασίλειό του ότι θα έδινε σπουδαία αµοιβή σ’εκείνον που θα του µάθαινε ποια είναι η κατάλληλη στιγµή για κάθε ενέργεια, ποιοι είναι οι πιο αναγκάιοι άνθρωποι και πως θα µπορούσε να ξέρει ποιό είναι το πιο σπουδαίο πράγµα να κάνει.
Και ήλθαν σοφοί άνθρωποι στο βασιλιά, αλλά όλοι έδωσαν διαφορετικές απαντήσεις στα ερωτήµατα.
Σ’ απάντηση του πρώτου ερωτήµατος, µερικοί είπαν ότι για να ξέρει κανείς την κατάλληλη στιγµή για κάθε ενέργεια, πρέπει να φτιάξει προκαταβολικά ένα πρόγραµµα ηµερών, µηνών και ετών και να το ακολουθήσει πιστά. Μόνον έτσι, είπαν αυτοί, θα µπορούσε να γίνει το κάθε τι στην κατάλληλη στιγµή. Άλλοι δήλωσαν ότι θα ήταν αδύνατο ν’αποφασίσει κανείς εκ των προτέρω την κατάλληλη στιγµή για κάθε ενέργεια, αλλά αν δεν αφήσει τον εαυτό του να απορροφηθεί σε µάταιες ενασχολήσεις, θα µπορούσε πάντοτε να προσέχει τι συµβαίνει και τότε να κάνει ό,τι θα ήταν αναγκαίο. Άλλοι πάλι είπαν, ότι όσο κι αν πρόσεχε ο βασιλιάς ό,τι συµβαίνε, θα ήταν αδύνατο σε έναν άνθρωπο να αποφασίζει σωστά ποια είναι η κατάλληλη στιγµή για κάθε ενέργεια, γι΄ αυτό θα πρεπε να έχει ένα συµβούλιο από σοφούς ανθρώπους, που θα τον βοηθούσαν να καθορίσει την κατάλληλη στιγµή για κάθε τι.
Αλλά πάλι, άλλοι του είπαν ότι υπάρχουν ορισµένα πράγµατα που δε θα µπορούσαν να περιµένουν να εξεταστούν από ένα συµβούλιο και για τα οποία πρέπει κανείς να αποφασίσει αµέσως αν θα τα επιχειρίσει ή όχι. Για να µπορεί να όµως κανείς να το αποφασίσει αυτό, πρέπει να εκ των προτέρω τι πρόκειται να συµβεί. Μόνο µάγοι µπορούν να το κάνουν αυτό και γι’ αυτό, για να ξέρει κανείς την κατάλληλη στιγµή για κάθε ενέργεια, πρέπει να συµβουλεύεται µάγους.
Εξ ίσου ποικίλες ήταν οι απαντήσεις και στο δεύτερο ερώτηµα. Μερικοί είπαν ότι οι άνθρωποι που χρειάζεται περισσότερο ο βασιλιάς είναι οι σύµβουλοί του, άλλοι οι ιερείς, άλλοι οι γιατροί, ενώ άλλοι είπαν ότι πιο αναγκαίοι είναι οι πολεµιστές.
Στο τρίτο ερώτηµα για το ποιά είναι πιο σπουδαία ενασχόληση, µερικοί απάντησαν ότι πιο σπουδαίο πράγµα στο κόσµο είναι οι επιστήµες. Άλλοι είπαν ότι είναι η πολεµική επιδεξιότητα, και άλλοι πάλι ότι είναι η θρησκευτική λατρεία.
Όλες οι απαντήσεις ήταν διαφορετικές και ο βασιλιάς δε συµφώνησε σε καµιά απ’ αυτές και σε καµιά δεν έδωσε σηµασία. Αλλά θέλοντας ακόµη να βρει τις σωστές απαντήσεις, αποφάσισε να συµβουλευτεί έναν ερηµίτη πολύ γνωστό για την σοφία του.
Ο ερηµίτης ζούσε σ’ ένα δάσος απ’ το οποίο δεν αποµακρυνόταν ποτέ και δε δεχόταν παρά τους απλούς ανθρώπους.
Έτσι ο βασιλιάς ντύθηκε απλά ρούχα και πριν φτάσει στο κελί του ερηµίτη, κατέβηκε απ’ τ’ άλογό του, άφησε πίσω τη φρουρά του και πήγε µόνος του. ‘Οταν πλησίασε ο βασιλιάς, ο ερηµίτης έσκαβε τη γη µπροστά στην καλύβα του. Όταν είδε το βασιλιά, τον χαιρέτησε και συνέχισε να σκάβει.
Ο ερηµίτης ήταν άνθρωπος ασθενικός και αδύνατος και κάθε φορά που σφήνωνε την αξίνα του στην γη για να σηκώσει λίγο χώµα, ανάπνεε βαριά.
Ο βασιλιάς τον πλησίασε και του είπε: «Ήρθα σε σένα σοφέ ερηµίτη για να σε ρωτήσω τρία πράγµατα: Πώς θα µάθω να κάνω το κατάλληλο πράγµα στην κατάλληλη στιγµή, ποιοι είναι οι άνθρωποι που χρειάζοµαι περισσότερο και εποµένως ποιους θα πρέπει να προσέχω περισσότερο από τους άλλους και ποιες υποθέσεις είναι πιο σπουδαίες και χρειάζονται περισσότερο προσοχή»;
Ο ερηµίτης άκουσε το βασιλιά, αλλά δεν έδωσε καµιά απάντηση. Μόνο έφτυσε στις παλάµες του και ξανάρχισε το σκάψιµο.
«Είσαι κουρασµένος», είπε ο βασιλιάς, «άσε µε να πάρω την αξίνα και να δουλέψω εγώ λίγο για σένα».
«Ευχαριστώ», είπε ο ερηµίτης και δίνοντας την αξίνα στο βασιλιά κάθησε κάτω στο χώµα. Όταν έσκαψε ο βασιλιάς δύο αυλάκια, σταµάτησε και επανέλαβε τα ερωτήµατά του. Ο ερηµίτης και πάλι δεν απάντησε, αλλά σηκώθηκε, άπλωσε το χέρι του να πάρει την αξίνα και είπε: «Ξεκουράσου τώρα λίγο και άσε µένα να δουλέψω λιγάκι».
Ο βασιλιάς όµως δεν του έδωσε την αξίνα και συνέχισε να σκάβει. Πέρασε µια ώρα και άλλη µια. Ο ήλιος άρχισε να δύει πίσω απ’ τα δέντρα και ο βασιλιάς στο τέλος σφήνωσε την αξίνα στο χώµα και έιπε: «Ήρθα σε σένα σοφέ άνθρωπε για µια απάντηση στα ερωτήµατά µου. Αν δεν µπορείς να µου δώσεις καµιά, πες το µου να γυρίσω στο σπίτι µου».
«Να, κάποιος έρχεται τρέχοντας», είπε ο ερηµίτης. «Ας δούµε ποιος είναι».
Ο βασιλιάς γύρισε και είδε ένα γενειοφόρο άνδρα να έρχεται τρέχοντας από το δάσος, σφίγγοντας µε τα χέρια του το στοµάχι του, απ’ το οποίο έτρεχε ποτάµι το αίµα. Όταν πλησίασε το βασιλιά, έπεσε λιπόθυµος στο χώµα βγάζοντας έναν ελαφρύ αναστεναγµό. Ο βασιλιάς και ο ερηµίτης ξεκούµπωσαν τα ρούχα του. Υπήρξε ένα µεγάλο τραύµα στο στοµάχι του. Ο βασιλιάς το έπλυνε όσο καλλίτερα µπορούσε και το έδεσε µε το µαντήλι του και µε µια πετσέτα που τού δωσε ο ερηµίτης. Αλλά το αίµα δε σταµατούσε να τρέχει και ο βασιλιάς ξανά και ξανά άλλαζε τον επίδεσµο, µουσκεµένο από καυτό αίµα, τον έπλενε και ξανάδενε το τράυµα. Όταν σταµάτησε να τρέχει το αίµα, ο πληγωµένος συνήλθε και ζήτησε κάτι να πιει. Ο βασιλιάς έφερε φρέσκο νερό και του το έδωσε. Στο µεταξύ ο ήλιος έδυσε και άρχισε να κρυώνουν. Έτσι ο βασιλιάς µε τη βοήθεια του ερηµίτη µετέφερε τον πληγωµένο στην καλύβα και τον ξάπλωσε στο κρεβάτι. Όταν ξάπλωσε στο κρεβάτι ο πληγωµένος, έκλεισε τα µάτια του και ησύχασε, αλλά ο βασιλιάς ήταν τόσο κουρασµένος απ’το περπάτηµα και τη δουλεία που έιχε κάνε, που κάθησε στο κατώφλι και τον πήρε και αυτόν ο ύπνος τόσο βαθιά, ώστε κοιµήθηκε συνέχεια όλη την καλοκαιριάτικη νύχτα.
Όταν ξύπνησε το πρωί, πέρασε πολλή ώρα πριν µπορέσει να θυµηθεί που ήταν, ή ποιος ήταν ο άγνωστος γενειαφόρος άνδρας που ήταν ξαπλωµένος στο κρεβάτι και τον κοίταζε έντονα και µε φλογισµένα µάτια.
«Συγχώρεσέ µε», είπε ο γενειαφόρος άνδρας µε µια ασθενική φωνή, όταν είδε ότι ο βασιλιάς είχε ξυπνήσει και τον κοίταζε. «Δε σε ξέρω και δεν έχω τίποτε να σου συγχωρήσω», είπε ο βασιλιάς. «Εσύ δε µε ξέρεις, αλλά εγώ σε ξέρω. Είµαι αυτός ο εχθρός σου που ορκίστηκε να πάρει εκδίκηση από σένα, γιατί εκτέλεσες τον αδελφό του και κατάσχεσες την περιουσία του. Ήξερα πως είχες πάει µόνος σου να δεις τον ερηµίτη και αποφάσισα να σε σκοτώσω στην επιστροφή. Αλλά πέρασε η ηµέρα και δεν γύρισες. Έτσι βγήκα απ’ την ενέδρα µου και έπεσα στους φρουρούς σου και αυτοί µε αναγνώρισαν και µε τραυµάτισαν. Τους ξέφυγα, αλλά θα είχα πεθάνει απ’την αιµορραγία, αν εσύ δεν είχες φροντίσει το τραύµα µου. Εγώ ήθελα να σε σκοτώσω κι εσύ µου έσωσες την ζωή. Τώρα, αν ζήσω, κι αν το θέλεις κι εσύ, θα σε υπηρετήσω σαν ο πιο πιστός σου σκλάβος και θα ζητήσω απ’ τους γιους µου να κάνουν το ίδιο. Συγχώρεσέ µε».
Ο βασιλιάς ήταν πολύ ευχαριστηµένος που είχε συµφιλιωθεί τόσο εύκολα µε τον εχθρό του και που είχε κάνει ένα φίλο και όχι µόνο τον συγχώρεσε, αλλά είπε ότι θα έστελνε τους υπηρέτες του και το προσωπικό του γιατρό να τον φροντίσουν και υποσχέθηκε να του ξαναδώσει την περιουσία του. Αφού έφυγε απ’τον πληγωµένο ο βασιλιάς, πήγε έξω στον εξώστη και κοίταξε τριγύρω να βρει τον ερηµίτη. Ήθελε πριν φύγει, να τον παρακαλέσει ακόµη µια φορά να απαντήσει στα ερωτήµατα που του είχε κάνει. Ο ερηµίτης ήταν έξω γονατισµένος και φύτευε σπόρους στ’ αυλάκια που ‘χαν σκαφτεί την προηγούµενη µέρα.
Ο βασιλιάς τον πλησίασε και του είπε:
«Για τελευταία φορά σε παρακαλώ απάντησε στα ερωτήµατά µου, σοφέ άνθρωπε».
«Μα έχουν ήδη απαντηθεί», είπε ο ερηµίτης, σκύβοντας ακόµα στ’ αδύνατα πόδια του και κοιτάζοντας προς το βασιλιά που στεκόταν µπροστά του.
«Πως απαντήθηκαν; Τι εννοείς;», είπε ο βασιλιάς.
«Δε βλέπεις;», απάντησε ο ερηµίτης. «Αν δεν είχε λυπηθεί χθες την αδυναµία µου και δεν είχες σκάψει για µένα τ’ αυλάκια, αλλά είχες φύγει, αυτός ο άνθρωπος θα σου είχε επιτεθεί και θα είχες µετανοιώσει που δεν έµεινες µαζί µου. Έτσι η πιο σπουδαία στιγµή ήταν όταν έσκαβες τ’αυλάκια, κι εγώ ήµουν ο πιο σπουδαίος άνθρωπος και το να µου κάνεις καλό ήταν η πιο σπουδαία δουλειά. Ύστερα, όταν αυτός ο άνθρωπος ήρθε σε µας, η πιο σπουδαία στιγµή ήταν όταν τον φρόντιζες, γιατί αν δεν είχες δέσει το τραύµα του, θα πέθαινε χωρίς να συµφιλιωθεί µαζί σου. Έτσι αυτό ήταν ο πιο σπουδαίος άνθρωπος και αυτό που έκανες γι’ αυτόν ήταν η πιο σπουδαία δουλειά. Να θυµάσαι λοιπόν: Υπάρχει µόνο µία στιγµή που είναι η πιο σπουδαία, το παρόν. Είναι η πιο σπουδαία στιγµή, γιατί είναι η µόνη πάνω στην οποία έχεις κάποια δύναµη. Ο πιο αναγκαίος άνθρωπος είναι αυτός µαζί µε τον οποίο βρίσκεσαι, γιατί κανένας άνθρωπος δεν ξέρει αν θα έχει ποτέ πάρε- δώσε µε κάποιον άλλο. Και το πιο σπουδαίο πράγµα είναι να του κάνεις καλό, γιατί µόνο γι’αυτό το σκοπό έχεις έλθει σ’αυτόν τον κόσµο!»
Τώρα λοιπόν βλέπεις ότι πρέπει να τρέχεις συνεχώς για να παραµένεις στην ίδια θέση. Αν θέλεις να πας κάπου αλλού θα πρέπει να τρέχεις τουλάχιστον δύο φορές περισσότερο…
Ὁ Λέων Τολστόυ (Лев Николаевич Толстой – Λεβ Νικολάιεβιτς Τολστόυ) ἦταν Ρῶσος συγγραφέας, δοκιμοιογράφος καὶ φιλόσοφος• ἔγραψε τὴν μικρὴ διήγηση «Τὰ τρία ἐρωτήματα» τὸ 1885
by Αντικλείδι , http://antikleidi.wordpress.
by enallaktikidrasi.gr
Αρεσκόμαστε να θεωρούμε πως είμαστε ελεύθεροι στην ελεύθερη αγορά• πως κατανικούμε τις δυνάμεις της διαφήμισης και δεν χειραγωγούμεθα από τις δυνάμεις της αγοράς. Αλλά υπάρχουν ορισμένες νέες κοινωνικές τάσεις -σαν την αναγόρευση του «εργένη» σε καταναλωτή-υπόδειγμα- που μας θέτουν ενώπιον ορισμένων παραδοξοτήτων: αυτό που θεωρούσαμε ριζοσπαστικό -να μείνουμε εργένηδες- ίσως σήμερα να είναι αντιδραστικό.
Όπως μας προειδοποιούσε εδώ και πάνω από μία δεκαετίας ο κοινωνιολόγος Σίγκμουντ Μπάουμαν (Zygmunt Bauman), η μακρόχρονη σχέση, σαν την σταθερή δουλειά, απορρυθμίζεται τάχιστα και αντικαθίσταται από την βραχυχρόνια σχέση, τις πρόσκαιρες διευθετήσεις χωρίς προοπτική δέσμευσης. Είναι πια δύσκολο να είναι μαζί δύο άνθρωποι με πρόσκαιρες δουλειές χωρίς προοπτική επαγγελματικής σταθερότητας. Ο καπιταλισμός πλέον μας θέλει εργένηδες.
Τη δεκαετία του 1960, το να είναι κανείς εργένης θεωρείτο ριζοσπαστική επιλογή, ένα είδος εξέγερσης κατά του αστικού καπιταλιστικού κομφορμισμού. Όπως λέει ο κοινωνιολόγος Ζαν-Κλοντ Κοφμάν (Jean-Claude Kaufmann) η στροφή από τον οικογενειακό στον μοναχικό τρόπο ζωής, ήταν μέρος της «ακατανίκητης επέλασης του ατομισμού». Αλλά αυτή η «απελευθέρωση» χάνει την λάμψη της αν την εντάξουμε στην προοπτική της επικράτησης του καταναλωτισμού.
Σήμερα το να καλούνται οι μάζες να ζουν μοναχικά είναι οικονομικά συμφέρον.
Σύμφωνα με μια έρευνα του Τζιάνγκουο Λιου (Jianguo Liu) του πανεπιστημίου του Μίσιγκαν, οι εργένηδες καταναλώνουν κατά κεφαλήν 38% περισσότερα αγαθά, 42% περισσότερες συσκευασίες, 55% περισσότερο ηλεκτρικό και 61% περισσότερο φυσικό αέριο σε σχέση με ένα νοικοκυριό τεσσάρων ατόμων.
Σύμφωνα με το «γραφείο πληθυσμιακών αναφορών», στις Ηνωμένες Πολιτείες τα μοναχικά άτομα ηλικίας 25-34 ετών πλέον ξεπερνούν τους παντρεμένους κατά 46%. Όσο για τα διαζύγια, είναι μια αναπτυσσόμενη αγορά: κάθε διαλυμένο νοικοκυριό σημαίνει την αγορά δύο αυτοκινήτων, δύο πλυντηρίων, δύο τηλεοράσεων κ.ο.κ. Οι μέρες που η πυρηνική οικογένεια θεωρούνταν ιδεώδης καταναλωτική μονάδα, πέρασαν ανεπιστρεπτί.
Καθώς ο καπιταλισμός βυθίζεται στη στασιμότητα, οι επιχειρήσεις συνειδητοποίησαν δύο ευκαιρίες ανάπτυξης:
– πρώτον, την ανάδυση της αγοράς των μοναχικών και
– δεύτερον, την ενθάρρυνση του διαζυγίου ως απόδειξη ατομικής ελευθερίας.
Αυτό μπορεί να το δει κανείς στην εξέλιξη των διαφημίσεων προϊόντων σαν τα χάμπουργκερ και τις διακοπές, και το πώς απευθύνονται πια σε μοναχικά άτομα, ιδίως μοναχικές γυναίκες. Οι νέες διαφημίσεις της honda ή της citibank ενθαρρύνουν πλέον ανοικτά την «ανακάλυψη» του εαυτού μας και την αναβολή της σύναψης σχέσεων εις βάρος του ζευγαρώματος.
Όπως λέει η Κάθριν Τζάρβι (Catherine Jarvie) οι «ευκαιριακές σχέσεις» στις οποίες «κανένας δεν αναζητά μακροχρόνια δέσμευση», είναι η νέα μόδα, όπως μαρτυρεί η επιτυχία ιστοσελίδων εύρεσης ραντεβού σαν το «ματς». Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι αγγελίες στο «κρέγκλιστ» εκθέτουν τον υποσυνείδητο συσχετισμό μεταξύ καταναλωτισμού και ατομικότητας: «άμα με γαμ… στον καναπέ ΙΚΕΑ μου, στον δίνω για 100 δολάρια».
Η ταύτιση ατόμων και αγαθών επικράτησε ακριβώς τη στιγμή που ο κορεσμός της αγοράς και της κατανάλωσης άρχισαν να παρεμποδίζουν την καπιταλιστική μεγέθυνση. Σε μια περίοδο κορεσμού των αγορών, όταν πλέον έχουμε καταναλώσει ό,τι ήταν δυνατό, ενθαρρυνόμαστε να αντικειμενοποιούμε εαυτούς ως είδη «της αγοράς», που καταναλώνουμε αλλήλους. Ασκούμεθα στην κατανάλωση διαθέσιμων ανθρώπων.
Ο καταναλωτισμός πλέον μας θέλει μοναχικούς, οπότε μας το πουλάει σαν σέξι. Η ειρωνεία είναι πως σήμερα είναι πιο ριζοσπαστικό να επιχειρήσουμε να συνάψουμε μια μακρόχρονη σχέση και να βρούμε μια σταθερή δουλειά -και να προγραμματίζουμε το μέλλον, ακόμα και να επιχειρήσουμε να αποκτήσουμε παιδιά, από το να μείνουμε εργένηδες.
Το ζευγάρωμα και η μακροχρόνια δέσμευση με άλλους σε μια σχέση, εμφανίζεται πλέον ως η μόνη ριζοσπαστική επιλογή ενάντια στις δυνάμεις που θέλουν να μας συρρικνώσουν σε μοναχικούς, αλλοτριωμένους νομάδες σε αναζήτηση ευκαιριακών «δόσεων» από σώματα που εμπεριέχουν την προσωρινότητά τους.
Η λύση: να γίνουμε ριζοσπάστες, να δεσμευτούμε και να απαιτήσουμε την δέσμευση των συντρόφων και των εργοδοτών μας. Να πούμε όχι στις σειρήνες της αγοράς των εργένηδων.
[Toυ συγγραφέα Ewan Morrison, πηγή: ppol.gr]
*Από pentapostagma.gr
Η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο – Arthur Schopenhauer
Δεν υπάρχει γνώμη, όσο παράλογη κι αν είναι που οι άνθρωποι να μην είναι έτοιμοι να την ασπαστούν μόλις πειστούν πως είναι κοινώς αποδεκτή. Το παράδειγμα των άλλων επηρεάζει τόσο τη σκέψη τους όσο και τις πράξεις τους. Είναι σαν πρόβατα που ακολουθούν τον αρχηγό του κοπαδιού όπου τους οδηγήσει. Θα προτιμούσαν να τον ακολουθήσουν στο θάνατο παρά να σκεφτούν από μόνοι τους.
Είναι πολύ περίεργο που η γενική απήχηση μιας γνώμης έχει για τους ανθρώπους τόση βαρύτητα. Η ίδια τους η εμπειρία είναι σε θέση να τους διδάξει πως η αποδοχή μια γνώμης γίνεται ακριτα και είναι αποτέλεσμα μίμησης. Παρόλα αυτά οι ίδιοι δεν το αντιλαμβάνονται ποτέ, καθώς δεν κατέχουν αυτογνωσία . μόνο οι εκλεκτοί σύμφωνα με τον Πλάτωνα : ‘ τις πολλοίς πολλά δοκεί» , που σημαίνει πως ο κόσμος μπορεί να σκέφτεται αμέτρητες ανοησίες, και δεν είναι δυνατό ν ασχοληθούμε με όλες.
Για να μιλήσουμε με σοβαρότητα η γενική απήχηση μιας γνώμης δεν αποτελεί απόδειξη. Στην πραγματικότητα, δεν καθιστά καν πιθανή την ορθότητά της.
Όσοι ισχυρίζονται το αντίθετο πρέπει να λάβουν υπόψη τους τα παρακάτω:
Σε βάθος χρόνου μια κοινώς αποδεκτή γνώμη χάνει την ισχύ της, διαφορετικά θα έπρεπε να αποκαταστήσουμε όλες τις παλαιότερες λανθασμένες απόψεις που κάποτε θεωρούνταν ως κοινά αποδεκτές αλήθειες. Για παράδειγμα θα έπρεπε να επαναφέρουμε το σύστημα του Πτολεμαίου ή να καθιερωθεί ξανά ο καθολικισμός στις προτεσταντικές χώρες.
Το ίδιο αποτέλεσμα έχει και η φυσική απόσταση, αλλιώς μια συναφής κοινώς αποδεκτή γνώμη των υποστηρικτών του βουδισμού, του χριστιανισμού και του Ισλάμ, θα τους έφερνε σε δύσκολη θέση.
Αν εξετάσουμε το θέμα διεξοδικά , θα δούμε πως αυτό που αποκαλούμε κοινώς αποδεκτή γνώμη δεν είναι παρά η γνώμη 2 ή 3 ατόμων. Αν μπορούσαμε να παρακολουθήσουμε την πραγματική διαδικασία γέννησης μιας γνώμης, δεν θα είχαμε γι αυτό την παραμικρή αμφιβολία.
Θα ανακαλύπταμε ότι δεν είναι παρά 2 ή 3 άνθρωποι που δέχτηκαν, προώθησαν και υποστήριξαν την άποψη την 1η φορά, κι ότι οι υπόλοιποι πίστεψαν αφελώς πως οι 2-3 αυτοί άνθρωποι την είχαν εξετάσει εξονυχιστικά προτού τη διαδώσουν. Ύστερα αποδέχτηκαν τη γνώμη αυτοί μερικοί επιπλέον, οι οποίοι ήταν πεπεισμένοι εξαρχής πως οι άνθρωποι που την διέδωσαν είχαν την απαραίτητη κατάρτιση. Στη συνέχεια σ αυτούς βασίστηκαν πολλοί άλλοι , που από οκνηρία προτίμησαν να πιστέψουν κάτι χωρίς δεύτερη σκέψη παρά να κοπιάσουν εξετάζοντας οι ίδιοι το ζήτημα. Έτσι ο αριθμός των νωθρών και εύπιστων υποστηρικτών μεγάλωσε μέρα με τη μέρα. Μόλις η συγκεκριμένη άποψη κέρδισε ευρεία υποστήριξη , οι υπόλοιποι που αποφάσισαν να την ενστερνιστούν απέδωσαν τη μεγάλη της απήχηση στην ορθότητά της . Τότε όσοι είχαν απομείνει αναγκάστηκαν να αποδεχτούν ότι ήταν πλέον κοινώς αποδεκτό, προκειμένου να μην θεωρηθούν ταραξίες που απαρνιούνται τις γενικώς παραδεδεγμένες απόψεις, ή θρασείς , που θεωρούν ότι είναι πιο έξυπνοι απ όλους τους άλλους.
Όταν μια γνώμη φτάνει σ αυτό το βαθμό αποδοχής η συγκατάνευση αποτελεί πλέον καθήκον. Από το σημείο αυτό και στο εξής οι λίγοι που είναι ικανοί να κρίνουν θα σιωπήσουν. Μιλούν μόνο όσοι είναι παντελώς ανίκανοι να σχηματίσουν οποιαδήποτε γνώμη ή κρίση , αφού παπαγαλίζουν απλώς τις απόψεις των άλλων. Ωστόσο υπερασπίζονται τις συγκεκριμένες απόψεις με υπερβάλλοντα ζήλο και μισαλλοδοξία, καθώς αυτό που απεχθάνονται στους ανθρώπους με διαφορετικό τρόπο από το δικό τους δεν είναι τόσο οι διαφορετικές τους κρίσεις, όσο η τόλμη να θέλουν να σχηματίσουν τη δική τους άποψη. Εν ολίγοις , ελάχιστοι είναι ικανοί να σκεφτούν, όλοι όμως θέλουν να έχουν άποψη. Συνεπώς δεν απομένει παρά να ενστερνιστούν έτοιμες απόψεις άλλων αντί να σχηματίσουν τις δικές τους.
Εφόσον αυτό συμβαίνει, τι αξία έχει μια γνώμη, ακόμη κι αν έχει εκατοντάδες χιλιάδες υποστηρικτές; Δεν είναι περισσότερο τεκμηριωμένη από ένα ιστορικό γεγονός καταγεγραμμένο από 100 ιστορικούς, οι οποίοι αποδεικνύεται πως έχουν αντιγράψει ο ένας από τον άλλο, η άποψη στο τέλος μπορεί ν αποδοθεί σ ένα και μόνο άτομο. Άλλα θα πω εγώ, άλλα εσύ κι άλλα κάποιος άλλος. Δεν πρόκειται για τίποτα περισσότερο από μια σειρά ισχυρισμών.
Άρθουρ Σοπενχάουερ – Η τέχνη να έχεις πάντα δίκιο
www.enallaktikidrasi.gr
“Κάποιες φορές πιστεύω πως κάποιος εκεί ψηλά με έσωσε απο το να είμαι ένας συνηθισμένος άνθρωπος”

Γεννήθηκε με όλα του τα κόκκαλα σπασμένα – με την τέχνη και την επιμονή του όμως έδωσε ένα κορυφαίο μάθημα ζωής.
Δυστυχώς δεν είχε την “τύχη” να γεννηθεί και αυτός όπως σχεδόν όλος ο κόσμος, υγιής, αλλά είχε την θέληση και το πείσμα να γίνει ένας απο τους καλύτερους στο είδος του. Δεν ήθελε ο κόσμος να τον λυπάται για την κατάσταση στην οποία βρισκόταν σε όλη του την ζωή, ήθελε να τον θαυμάζει για την σκληρή δουλειά που έκανε τόσα χρόνια.
Με τη γέννηση του (28 Δεκεμβρίου 1962) προκάλεσε θλίψη στην οικογένεια του αλλά και σε όλη την κοινότητα του Orange της Νότιας Γαλλίας απ’ όπου καταγόταν. Το βρέφος της οικογένειας Petrucciani γεννήθηκε με όλα του τα κόκκαλα σπασμένα. Οι γιατροί αμέσως διέγνωσαν την σπάνια αρρώστια του ατελή οστεογένεση -ή “γυάλινα κόκκαλα” όπως συνηθίζεται να την αποκαλούν.Δυστυχώς τα κακά μαντάτα συνεχίστηκαν αφού οι γιατροί δεν του έδιναν περισσότερα απο 20 χρόνια ζωής.
Μεγάλωσε σε μια ιταλογαλλική, μουσικόφιλη, οικογένεια. Ο πατέρας του Tony, καταγόταν απο την Σικελία της Ιταλίας και η μητέρα του Anne απο την Γαλλία. Ο πατέρας έπαιζε κιθάρα, όπως και ο Phillipe, ο αδερφός του. Ο Louis ο δεύτερος γιος της οικογένειας έπαιζε μπάσο.
Στην ηλικία των τεσσάρων, ο Michel ερωτεύτηκε το πιάνο όταν είδε τον άσσο της Jazz μουσικής Duke Ellington να σολάρει στην τηλεόραση. Άρχισε να ζητάει απο τον πατέρα του να του πάρει ένα πιάνο. Ο πατέρας του, λόγω έλλειψης χρημάτων, του παίρνει ως δώρο τα Χριστούγεννα ενα πιάνο-παιχνίδι. Ο μικρός Michel μόλις άκουσε το πιάνο να παίζει το έσπασε σε μικρά κομμάτια αφού ο ήχος του δεν είχε καμία σχέση με αυτό που είχε ακούσει στην τηλεόραση.
Μέχρι που μια μέρα, ο πατέρας του, Tony, που δούλευε κοντά σε μια βρετανική στρατιωτική βάση είδε στα σκουπίδια τους ένα πιάνο. (“Ήταν μερικοί Βρεττανοί στρατιώτες που από το μεθύσι τους έριχναν μπύρες και ότι άλλοι έβρισκαν μπροστά τους στα πλήκτρα του πιάνου… Για να γλυτώσουν απο την βλακεία που έκαναν το πέταξαν στα σκουπίδια…”, είπε αργότερα.) To πιάνο δεν ήταν σε άριστη κατάσταση αλλά για τον μικρό Michel ήταν οτι έπρεπε για να ξεκινήσει τα πρώτα του βήματα στην μουσική.
Ο Michel δεν ακουλούθησε την “νορμάλ” ζωή που κανουν όλα τα παιδιά. Δεν πήγε καθόλου σχολείο αλλά ασχολήθηκε αμέσως με την μεγάλη του αγάπη. Για 8 χρόνια ακολούθησε αυστηρά προγράμματα κλασσικής μουσικής.
Όταν έγινε 10 ετών άρχισε να παίζει κομμάτια του Bill Evans. Ο σημαντικός αυτός πιανίστας άσκησε μεγάλη επιρροή στον Michel. Μεγάλες επιρροές στην ζωή του ήταν επίσης και οι κλασικοί γίγαντες Bach, Mozart, Ravel και Debussy.
Η πρώτη του μεγάλη εμφάνιση έγινε σε ηλικία μόλις 13 ετών στο φεστιβάλ Jazz της Γαλλικής πόλης Clioucat. Εκείνη την χρονιά (1975) μεγάλος καλεσμένος ήταν ο Clark Terry (τρομπέτα) ο οποίος ζήτησε ενα πιανίστα για να το συνοδεύει μουσικά. Για πιανίστα είχαν καλέσει τον Michel. Όταν ο Clark τον είδε έσκασε στα γέλια, αφού όπως έλεγε αργότερα “σίγουρα μου κάνουν πλάκα”. Όταν κατάλαβε πως δεν επρόκειτο για πλάκα έδωσε στον μικροσκοπικό Μichel, που ήταν μόλις 71 εκατοστά, την ευκαιρία να παίξει για να τον ακούσει. Ο Clark χρειάστηκε μόλις ένα λεπτό για να νιώσει το αστείρευτο ταλέντο του.
Ασχέτως το ότι έπρεπε να τον κουβαλάνε στη σκηνή γιατί δεν μπορούσε να ανεβαίνει σκαλιά, ο Μισέλ στο σανίδι ήταν απίστευτος. Άρχισε να παίζει σε διάφορα φεστιβάλ σε όλη την Γαλλία πάντοτε με την βοήθεια των ξύλινων ποδιών που είχε κατασκευάσει ο πατέρας του για να μπορεί να πατάει τα πετάλια.
Στα 16 μετακομίζει στο Παρίσι, όπου ηχογραφεί πρώτο του άλμπουμ με την ονομασία “flash”.
Αν και το Παρίσι θεωρείται εξαιρετική πόλη για ένα νεαρό που ασχολείται με την Jazz ο Μισέλ τα βρίσκει σκούρα. Τα κόκκαλα του συνεχίζουν να σπάνε συνεχώς και οι πόνοι είναι αφόρητοι. Καταφεύγει για κάποιο διάστημα στα ναρκωτικά, αλλά προτού πάρει τον κατήφορο μετακομίζει στην Αμερική και συγκεκριμένα στην Νέα Υόρκη, πληρώνοντας το εισιτήριο του με ακάλυπτη επιταγή. Οι αρχές του Παρισιού των καταδιώκουν αλλά ο πατέρας του ξεπληρώνει την επιταγή και τον σώζει από περεταίρω μπελάδες.
Στην Νέα Υόρκη γνωρίζει ένα από τους θρύλους της Jazz τον Charles Lloyd. Μαθαίνοντας ότι ο Charles ήταν αυτός που ανακάλυψε τον μεγάλο πιανίστα της δεκαετίας του ’60 Keith Jarett, ενθουσιάζεται. Η συνεργασία τους κράτησε για 5 χρόνια και του απέφερε 3 δίσκους με την δισκογραφική εταιρεία που είχε ο Charles. Το 1982 μετακομίζει στην Καλιφόρνια και σε σόλο που έδωσε στο Kool Jazz Festival εισπράττει διθυραμβικές κριτικές από τα ΜΜΕ της Αμερικής.
Η υγεία του Michel χειροτερεύει αφού τα κόκκαλα του σπάνε όλο και περισσότερο. Το ύψος του μέχρι τα 19 του χρόνια ήταν 95 εκατοστά. Αυτό όμως δεν τον εμποδίζει καθόλου από το να γίνει καλύτερος μουσικός. Προσπαθούσε να ζήσει μια ζωή όπως όλοι οι άνθρωποι. Ο Michel είχε αδυναμία στις γυναίκες. Έζησε μεγάλους έρωτες αλλά έκανε και δύο παιδιά. (Το ένα του παιδί, ο Alexandre, κληρονόμησε την σπάνια αρρώστια του.)
Τα επόμενα χρόνια της καριέρας του ο Michel θα συνεργαστεί με τεράστιους καλλιτέχνες της Jazz, όπως οι Al Foster, Dave Holland, Stanley Clarke, Lee Konitz, Joe Lovano, Joe Henderson αλλά και με τον θρυλικό Dizzy Gillespie. Το 1983 η Los Angeles Times θα τον ψηφίσει εώς τον “Jazz Man of the Year” και το Ιταλικό Πολιτιστικό Γραφείο θα του απονέμει το βραβείο του καλύτερου Μουσικού Πιανίστα της Jazz. Οι Γάλλοι θα τον τιμήσουν και αυτοί με την σειρά τους με το υπέρτατο βραβείο της “Prix Django Reinhardt”. Το 1984 το σόλο άλμπουμ του “100 hearts” θα πάρει το βραβείο του καλύτερου άλμπουμ Jazz.
Από το 1986 μέχρι και το 1998 ο Michel θα ταξιδέψει σε όλη την Ευρώπη δίνοντας συναυλίες με μεγάλους μουσικούς.
Λίγο μετά τα 36α γενέθλια του ο Petrucciani αρρώστησε σοβαρά. Άφησε την τελευταία του πνοή στις 6 Ιανουαρίου 1999 στο Μανχάταν. Η είδηση του θανάτου του προκάλεσε θλίψη στον κόσμο της μουσικής.
Ο Petrucciani κατάφερε να νικήσει τα πάθη του, τις αδυναμίες του, αλλά και τα τεράστια προβλήματα υγείας που είχε και ακολούθησε το δικό του όνειρο. Για τους Γάλλους παραμένει ένας εθνικός ήρωας, ένας ήρωας της ίδιας της ζωής, ένα παράδειγμα προς μίμηση όπως είπε κάποτε ο πρώην Γάλλος Πρόεδρος Jacques Chirac.
πηγή : www.lifo.gr / Χρήστος Κυριακού
Πάνω στα τετράδια του σχολείου
Πάνω στην άμμο και το χιόνι
Γράφω τ’ όνομά σου
Πάνω σ΄ όλες τις διαβασμένες σελίδες
Πάνω σ΄ όλες τις λευκές σελίδες
Στην πέτρα το αίμα το χαρτί τη στάχτη
Γράφω τ’ όνομά σου
Πάνω στις χρυσωμένες εικόνες
Στ΄ άρματα των πολεμιστών
Στην κορώνα των βασιλιάδων
Γράφω τ’ όνομά σου
Στη ζούγκλα και την έρημο
Στις φωλιές και τα σπαρτά
Στην ηχώ των παιδικών μου χρόνων
Γράφω τ’ όνομά σου
Πάνω στα θαύματα της νύχτας
Στο άσπρο ψωμί των ημερών
Στις μνηστευμένες εποχές
Πάνω σ΄ όλα τα γαλάζια κουρέλια μου
Στο μουχλιασμένο έλος του ήλιου
Στη ζωντανή λίμνη σελήνη
Γράφω τ’ όνομά σου
Στους αγρούς στον ορίζοντα
Στις φτερούγες των πουλιών
και στο μύλο των ίσκιων
Γράφω τ’ όνομά σου
Σε κάθε φύσημα της αυγής
Στη θάλασσα και τα πλοία
Πάνω στο τρελό βουνό
Γράφω τ’ όνομά σου
Στον αφρό απ΄ τα σύννεφα
Στους ιδρώτες της καταιγίδας
Στην βροχή την πυκνή και ανούσια
Γράφω τ’ όνομά σου
Πάνω στα σχήματα που σπιθίζουν
Στις καμπάνες των χρωμάτων
Πάνω στη φυσική αλήθεια
Γράφω τ’ όνομά σου
Στα μονοπάτια που ξύπνησαν
Στους δρόμους που ξεδιπλώθηκαν
Στις πλατείες που ξεχείλισαν
Γράφω τ’ όνομά σου
Στη λάμπα που ανάβει
Στη λάμπα που σβήνει
Στα ενωμένα μου σπίτια
Γράφω τ’ όνομά σου
Στο φρούτο το κομμένο στα δύο
Του καθρέφτη και της κάμαράς μου
Στο κρεβάτι μου άδειο κοχύλι
Γράφω τ’ όνομά σου
Στο λαίμαργο και τρυφερό σκύλο μου
Στα ορθωμένα αυτιά του
Στο αδέξιο πόδι του
Γράφω τ’ όνομά σου
Στο σκαλοπάτι της πόρτας μου
Στα γνώριμά μου αντικείμενα
στο κύμα της ευλογημένης φωτιάς
Γράφω τ’ όνομά σου
Σε κάθε σάρκα σύμφωνη
Στο μέτωπο των φίλων μου
Σε κάθε χέρι που προσφέρεται
Γράφω τ’ όνομά σου
Στο κρύσταλλο των εκπλήξεων
Στα προσεκτικά χείλια
Πολύ πιο πάνω απ΄ τη σιωπή
Γράφω τ’ όνομά σου
Στα χαλασμένα καταφύγιά μου
Στους γκρεμισμένους μου φάρους
Στους τοίχους της ανίας μου
Γράφω τ’ όνομά σου
Στην απουσία χωρίς πόθο
Στη γυμνή μοναξιά
Στα σκαλιά του θανάτου
Γράφω τ’ όνομά σου
Στην υγεία που ξανάρθε
Στον κίνδυνο που εξαφανίστηκε
Στην ελπίδα χωρίς ανάμνηση
Γράφω τ’ όνομά σου
Και με τη δύναμη της λέξης
Ξαναρχίζω τη ζωή μου
Γεννήθηκα για να σε γνωρίσω
Για να πω τ΄ όνομά σου
Ελευθερία!
Yπὲρ ἢ κατά;
Ἔστω ἀπαντεῖστε μ᾿ ἕνα ναὶ ἢ μ᾿ ἕνα ὄχι.
Τὸ ἔχετε τὸ πρόβλημα σκεφτεῖ
Πιστεύω ἀσφαλῶς πὼς σᾶς βασάνισε
Τὰ πάντα βασανίζουν στὴ ζωὴ
Παιδιὰ γυναῖκες ἔντομα
Βλαβερὰ φυτὰ χαμένες ὦρες
Δύσκολα πάθη χαλασμένα δόντια
Μέτρια φίλμς. Κι αὐτὸ σᾶς βασάνισε ἀσφαλῶς.
Μιλᾶτε ὑπεύθυνα λοιπόν. Ἔστω μὲ ναὶ ἢ ὄχι.
Σὲ σᾶς ἀνήκει ἡ ἀπόφαση.
Δὲ σᾶς ζητοῦμε πιὰ νὰ πάψετε
Τὶς ἀσχολίες σας νὰ διακόψετε τὴ ζωή σας
Τὶς προσφιλεῖς ἐφημερίδες σας· τὶς συζητήσεις
Στὸ κουρεῖο· τὶς Κυριακές σας στὰ γήπεδα.
Μιὰ λέξη μόνο. Ἐμπρὸς λοιπόν:
Εἶστε ὑπὲρ ἢ κατά;
Σκεφθεῖτε το καλά. Θὰ περιμένω.
Σύμφωνα με την αντίληψη της πλειοψηφίας του πληθυσμό, η υγιεινή διατροφή απαιτεί και περισσότερα χρήματα. Όμως μια νέα έρευνα από το USDA έρχεται να αντιστρέψει την πεποίθηση αυτή συγκρίνοντας 4.439 “υγιεινά” και “λιγότερο υγιεινά τρόφιμα”. Βασιζόμενη στο βρώσιμο μέρος της τροφής δηλαδή στο καθαρό βάρος και στην ποσότητα της μερίδας.
Το αποτέλεσμα ήταν πως σε πληθυσμούς με αυξημένο δείκτη παχυσαρκίας, οι άνθρωποι κατανάλωναν λιγότερο υγιεινές τροφές γιατί τις θεωρούσαν και πιο οικονομικές.
Με μια πρώτη ματιά ο καταναλωτής βλέπει την τιμή και μια δεύτερη θα πρέπει να βλέπει το πραγματικό μέρος που θα καταναλώσει για να ικανοποιηθεί.
Δημητριακά βρώμης, λαχανικά, φρούτα, ξηροί καρποί και γαλακτοκομικά με χαμηλά λιπαρά βρέθηκαν να κοστίζουν λιγότερο αναλογικά στην μερίδα από τα πιο πρωτεϊνούχα όπως το άπαχο χοιρινό, το μοσχάρι, το στήθος κοτόπουλο και τον τόνο σε κονσέρβα, και όλα τα προηγούμενα να κοστίζουν ακόμα λιγότερο από τα “λιγότερο υγιεινά τρόφιμα” όπως το παγωτό, το γιαούρτι με χαμηλών λιπαρών με φρούτα, τα ζυμαρικά με τυρί και τα junk food (burger, πίτσες, κρέπες )που είναι πλούσια σε κορεσμένα λιπαρά, ζάχαρη και αλάτι.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα στην καθημερινή διατροφή αποτελεί ή σύγκριση δημητριακών ολικής άλεσης και απλών δημητριακών. Τα δημητριακά ολικής
(δημητριακά πρωινού, ψωμί ολικής, κράκερ ολικής) και η βρώμη με μια πρώτη ματιά τείνουν να είναι πιο ακριβά από τα απλά ραφιναρισμένα δημητριακά, όμως τα πρώτα είναι πιο χορταστικά καθώς έχουν την τάση να αυξάνουν το βάρος τους 2 και 3 φορές σε σχέση με τα απλά δημητριακά, έτσι καταναλώνουμε λιγότερη ποσότητα. Οι μη επεξεργασμένοι ξηροί καρποί περιέχουν αρκετή πρωτεΐνη και αν συνδυαστούν με 1 φρούτο αποτελούν ένα πολύ χορταστικό σνακ σε σύγκριση με μια μπάρα δημητριακών ή μερικά κριτσίνια.
Πολλές φορές οι καταναλωτές είναι επιφυλακτικοί σε σχέση με τις τιμές των φρούτων, όσο όμως και να είναι η διαφορά από τον ένα πάγκο στον επόμενο, αγοράζοντας 6-7 φρούτα για τα απογευματινά σνακ το κόστος πάντα θα είναι πιο χαμηλό από ένα πακέτο με απλές ραφιναρισμένες μπάρες δημητριακών ή μερικά μπισκοτάκια του εμπορίου. Τα λαχανικά μπορεί αρχικά να φαίνονται ακριβά αν συνδυαστούν όμως με κρέας ή όσπρια είναι πιο χορταστικά και η κατανάλωση κρέατος θα είναι σαφώς μικρότερη.
Μερικοί τρόποι για εξοικονόμηση χρημάτων με στόχο την υγιεινή διατροφή είναι:
Ο προγραμματισμός των τροφίμων που θα χρησιμοποιηθούν ως κύρια γεύματα και αλλά και για τα ενδιάμεσα σνακ.
Η κατάψυξη των τροφίμων που περισσεύουν.
Ο συνδυασμός πρωτεϊνούχων τροφών με λαχανικά και δημητριακά ολικής. Π.χ. κρέας με μελιτζάνες ή κολοκυθάκια και ψωμί ολικής άλεσης
Αγορά λαχανικών και φρούτων στην εποχή τους
Καλλιέργεια 3-4 αγαπημένων λαχανικών στον κήπο ή ακόμα σε μεταλλικά κυτία στην βεράντα
Το αποτέλεσμα είναι οι άνθρωποι που ακολουθούν μια υγιεινή διατροφή να έχουν την τάση να καταναλώνουν λιγότερες ποσότητες αφού τρώνε συχνά και χορταστικά γεύματα.
www.diatrofi.gr
Αφιερωμένο στη Γιάννα, στον Γιώργο, τη Κυριακή, τη Σταυρούλα, τη Γιάννα, τη Κατερίνα και σε όλους τους Φίλους της Ανέλιξης .
«Με την ευχή μου, παιδιά μου! Να βρείτε στη ζωή σας έναν άνθρωπο με ίσκιο. Με ακούτε; Έναν άνθρωπο με ίσκιο!», το είπε -έτσι απλά- και γύρισε με προσήλωση στη δουλειά της.
Ήταν αρχές Σεπτέμβρη, αλλά ο ήλιος έκαιγε κι εκείνη καθόταν σ’ ένα ξύλινο καρεκλάκι μπροστά στην εξώπορτα του χαμηλού σπιτιού της, στην πλατεία του χωριού. Είχε στην ποδιά της φασολάκια και τα καθάριζε σχολαστικά.
«Τι εννοείτε να έχει ίσκιο;», τη ρώτησα μερικά δευτερόλεπτα μετά. Εκείνη πέταξε μια χούφτα φασολάκια στη λεκάνη με το νερό και δάγκωσε την άκρη από το φασολάκι που είχε κρατήσει στο χέρι της επίτηδες.
«Πάνε και τα φασολάκια για φέτος. Τελευταία μαγειριά. Άμα τελειώνει ο καιρός τους, κλωστιάζουν. Δεν είναι εκείνο το τρυφερό. Να, δες!», μου πρότεινε την αφάγωτη άκρη, σπάζοντάς τη ταυτόχρονα. Να της έλεγα ότι στην Αθήνα δεν συνηθίζουμε να δαγκώνουμε ωμά τα φασολάκια ούτε όταν είναι τρυφερά; Σε εκείνο το μικρό χωριό των πενήντα κατοίκων, η πραγματικότητα ήταν άλλη. Ήταν αληθινή. Το μάσησα και το άφησα να μου συστηθεί ωμό. Ακόμα δεν μου είχε απαντήσει στην ερώτηση τι εννοούσε: «Άνθρωπο με ίσκιο».
«Δίκιο έχετε», της είπα για τα φασολάκια. Ανάθεμα κι αν είχα καταλάβει. Ήμουν 22 χρονών κι εκείνη 93. Τι μπορεί να ήξερα από ζαρζαβατικά; Η ζωή που θα γνώριζα μόλις άρχιζε. Το θέμα ήταν να μάθω τι εννοούσε, «άνθρωπο με ίσκιο». Αυτό, μάλιστα!
«Τι εννοούσατε πριν, όταν είπατε για άνθρωπο με ίσκιο;», επέστρεψα στο θέμα μου. Στην πραγματικότητα, αν δεν ήταν αυτό στη μέση, ποτέ δεν θα είχα μασουλήσει εκείνο το ωμό φασολάκι.
«Με ίσκιο, πουλί μου. Πώς να στο πω;», αγανακτούσε με τον εαυτό της που δεν έβρισκε έναν πιο εκφραστικό τρόπο και επανέλαβε: «Με ίσκιο! Κατάλαβες;»
Τίποτα δεν είχα καταλάβει. Εκείνο που καταλάβαινα ήταν ότι η φράση αυτή θα με κυνηγούσε μέχρι να την καταλάβω. Και επειδή τα μάγια έπιασαν, δεν ξέχασα ποτέ τη μορφή εκείνης της ζωισμένης γυναίκας. Ολόλευκα μαλλιά, πυκνά και στιλπνά, στόλιζαν τη γονιδιακή της ευλογία. Μια μακριά πλεξούδα, στριφογυρισμένη και στερεωμένη σε κότσο, στη βάση του αυχένα. Τίποτα φλύαρο. Τίποτα φαύλο. Βαθιές και καθαρές ρυτίδες. Ο χρόνος ήταν εκεί, ανάμεσα στην κάθε πτυχή του προσώπου της. Στις μικρές παραμορφώσεις των κλειδώσεων των δακτύλων της. Στην κυρτωμένη ράχη της και στη θαμπάδα των ματιών της. Ο χρόνος ήταν εκεί και, συνεχίζοντας να είναι, θριάμβευε επί της φθοράς. Τα παιδιά της εργάζονταν στην πόλη και τα εγγόνια, που τα είχε μαζί της για το καλοκαίρι, είχαν επιστρέψει ενόψει της επερχόμενης σχολικής χρονιάς. Ο σύζυγος είχε πεθάνει από χρόνια. Είχαν πάθει τα πνευμόνια του στην κατοχή και είχε ευαισθησία, μας είχε πει, συμπληρώνοντας: «Απ’ αυτό πήγε , θεός σχωρέστον!».
Θα ήμασταν πέντε-έξι παιδιά σε εκείνη την εκδρομή και είχαμε καθίσει για καφέ στο μικρό καφενείο του χωριού. Το σπίτι της ήταν ακριβώς δίπλα. Όλα μας τα είχε ρωτήσει, μέχρι να έρθουν οι καφέδες. Από πού ερχόμασταν… Που πηγαίναμε… Αν ξέραμε το χωριό… Μας είχε πει για τις εκτελέσεις που έκαναν οι Γερμανοί , λίγα μέτρα από εκεί που καθόμασταν. Για τα τάγματα ασφαλείας, τους αριστερούς και τον εμφύλιο. Για ένα βράδυ που κρυβόταν στο πηγάδι, λεχώνα ακόμα. Ποτάμι τα λόγια της. Ποτάμι που ξέπλενε τους φόβους, τις αγωνίες, τον πόνο… Όλα τα ξέπλενε ο χρόνος που κυλούσε ορμητικά μπροστά. Τόσο ξένη πια από εκείνη την ίδια, που θαρρούσες πως μιλούσε για μια άλλη γυναίκα και όχι για τον εαυτό της. Ούτε ένα δάκρυ. Ούτε μια παύση συγκίνησης, ένα σπάσιμο της φωνής. Μόνο, που και που, κουνούσε το κεφάλι κοιτάζοντας το χώμα αφηρημένα, με μια έκφραση ανακούφισης.
«Τι να κάνεις;», έλεγε και ξανάλεγε, όταν την ρωτούσα επίμονα πώς ένιωθε για όλα εκείνα τα κινηματογραφικά κομμάτια της ζωής της.
«Τι να κάνεις;», έτσι απλά. Ούτε καν ρητορικά. Τελεσίδικα το έλεγε. Χωρίς δράματα και αυτολύπηση. Χωρίς φταίχτες και αθώους. Το ποτάμι των χρόνων της είχε λειάνει τις αιχμές της κατεβασιάς του. Οι πέτρες του εγωισμού στρογγύλεψαν. Τα βράχια των παθών μίκρυναν. Οι κορμοί και τα ξύλα των ανεκπλήρωτων επιθυμιών παρασύρθηκαν. Τα λόγια της ανέβλυζαν απ’ την πηγή της επίγνωσης και, παρά τα εβδομήντα χρόνια που μας χώριζαν, όλοι γυρίζαμε τις καρέκλες μας προς το μέρος της. Μας ταξίδευαν τα λόγια της. Μας γαλήνευε η σιγουριά της. Τι όμορφα που κατέβαινε το ποτάμι της στη θάλασσα! Ήσυχα. Αγόγγυστα! Όπως ακριβώς καθάριζε τα κλωστιασμένα φασολάκια του Σεπτέμβρη. Τα τελευταία της χρονιάς, όπως είχε πει. Θα μπορούσε και τα τελευταία της ζωής της. Έπειτα από χρόνια, ήμουν σίγουρη πως το είχε σκεφτεί, αλλά δεν το είχε πει ή έτσι μου φάνηκε. Κανείς δεν κατάφερε να βγάλει ούτε μία λέξη από εκείνες που σιγομουρμούριζε που και που, στα ενδιάμεσα των αφηγήσεων. Πότε μάλωνε το μαχαίρι που τις γλιστρούσε και πότε τον ήλιο που τη ζέσταινε. Καμιά φορά, μάλωνε τα χέρια της και τα έλεγε ρημάδια. Σπρώχναμε τις καρέκλες μας όλο και πιο κοντά της. Δεν καταλάβαμε για πότε την κυκλώσαμε, για πότε μπήκαμε στον ίσκιο της.
Φεύγοντας, μας έδωσε από ένα βάζο γλυκό του κουταλιού, σύκο.
«Με την ευχή μου, παιδιά μου. Να βρείτε στη ζωή σας ένα άνθρωπο με ίσκιο. Με ακούτε; Έναν άνθρωπο με ίσκιο!»
«Τι εννοείτε με ίσκιο;», ακόμα ακούω τη φωνή μου να ρωτάει, σχεδόν είκοσι χρόνια μετά.
«Με ίσκιο, πουλί μου. Πώς να στο πω; Με ίσκιο! Κατάλαβες;»
Αν κατάλαβα, λέει;
“Ένας άνθρωπος με ίσκιο” / Κάτια Κισσονέργη


