Τὸ γέρικο σπουργίτι ὅρµησε νὰ γλιτώσει τὸ παιδί του. Ὅλο του τὸ σωµατάκι σπαρταροῦσε ἀπὸ φρίκη, ἡ φωνούλα του ἀγρίεψε καὶ βράχνιασε, ἦταν ἕτοιµο νὰ πεθάνει, νὰ θυσιαστεῖ!
Σὰν τί πελώριο τέρας νὰ ἔβλεπε τὸ σκυλί! Κι ὅµως δὲν µπόρεσε νὰ κάτσει ἥσυχα – ἥσυχα πάνω στὸ ψηλό του κλαδί, ὅπου ἦταν τόσο ἀσφαλισµένο… Μία δύναµη πιὸ δυνατὴ κι ἀπ’ τὴ θέλησή του τὸ ἔριξε ἀπ’ ἐκεῖ πάνω.
Ὁ Τρεζὸρ (ἔτσι λέγανε τὸ σκυλί) σταµάτησε κι ἔκανε πίσω, καθὼς φαίνεται κι αὐτὸς ἀναγνώρισε τὴ δύναµη. Βιαστικὰ φώναξα τὸ ντροπιασµένο σκυλὶ κι ἔφυγα ἀπ’ αὐτὸν τὸν τόπο, γεµάτος εὐλάβεια.
Ἔτσι ἦταν καὶ µή σᾶς φανεῖ παράξενο. Αἰσθανόµουνα εὐλάβεια µπροστὰ σ’ ἐκεῖνο τὸ µικρὸ ἡρωικὸ πουλί, µπροστὰ στὴ µεγάλη του στοργή.
Ἡ ἀγάπη ἔλεγα, εἶναι πιὸ δυνατὴ κι ἀπ’ τὸ θάνατο καὶ τὸ φόβο τοῦ θανάτου. Μονάχα µ’ αὐτήν, µόνο µὲ τὴν ἀγάπη κρατιέται καὶ κινεῖται ἡ ζωή.
