Διαβάσαμε

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 7 Νοεμβρίου 2024

ΜΠΟΛΙΒΑΡ απόσπασμα

Για τους μεγάλους, για τους ελεύθερους,
για τους γενναίους, τους δυνατούς
Αρμόζουν τα λόγια τα μεγάλα, τα ελεύθερα,
τα γενναία, τα δυνατά
Γι’ αυτούς η απόλυτη υποταγή κάθε στοιχείου, η σιγή,
γι’ αυτούς τα δάκρυα, γι’ αυτούς οι φάροι,
κι οι κλάδοι ελιάς, και τα φανάρια
Όπου χοροπηδούνε με το λίκνισμα των καραβιών και
γράφουνε στους σκοτεινούς ορίζοντες των λιμανιών,
[…]
Για ν’ αρματώσουνε καράβι, ν’ ανοιχτούν, να φύγουνε,
Όμοιοι με τραμ που ξεκινάει, άδειο κι ολόφωτο μέσ’ στη
νυχτερινή γαλήνη των μπαχτσέδων,
Μ’ ένα σκοπό του ταξειδιού: π ρ ο ς τ’ ά σ τ ρ α.

Το καράβι του δάσους

Ξέρω ότι
αν είχα
μια φορεσιά
ένα φράκο
χρώματος πράσινο ανοιχτό
με μεγάλα κόκκινα σκοτεινά λουλούδια
Αν στη θέση της
αόρατης
αιολικής άρπας που μου χρησιμεύει
για κεφάλι
είχα μια τετράγωνη πλάκα
πράσινο σαπούνι

Έτσι που ν’ ακουμπά
απαλά
η μια της άκρη
ανάμεσα στους δυο μου ώμους

Αν ήτανε δυνατό
ν’ αντικαταστήσω
τα ιερά σάβανα
της φωνής μου
με την αγάπη
που έχει
μια μεταφυσική μουσική κόρη
για τις μαύρες ομπρέλες της βροχής

Ίσως τότες
μόνο τότες
θα μπορούσα να πω
τα φευγαλέα οράματα
της χαράς
που είδα κάποτες
σαν ήμουνα παιδί
κοιτάζοντας ευλαβικά
μέσα στα στρογγυλά
μάτια
των πουλιών

Το λίκνον ο λύχνος

Πάντοτε αγαπούσα
-με πάθος-
κάθε εκδήλωση της ζωής
όμως δεν μ’ ένοιαζε
ο θάνατος

Τώρα που μ’ άφησες να ξαποσταίνω
πλάι στο λαμπρό φως
των ωραίων ματιών σου
τώρα αγαπώ ακόμη περισσότερο τη ζωή
και δε θα `θελα
να πεθάνω πια
ποτέ

Όλοι θέλουν να καταλάβουν τη ζωγραφική. Γιατί δεν προσπαθούν να καταλάβουν το κελάηδημα των πουλιών; Τους αρέσει η νύχτα, ένα λουλούδι, τόσα πράγματα γύρω τους, χωρίς να τα καταλαβαίνουν. Γιατί πρέπει οπωσδήποτε να καταλάβουν τη ζωγραφική; Όλα στη ζωή είναι ένα θαύμα. Είναι θαυμαστό ακόμα και ότι δεν διαλύεται κανείς στο λουτρό σαν κομματάκι ζάχαρης. Δεν «εγκρίνω» ποτέ τίποτα κατά τον ίδιο τρόπο που δεν συμπαθώ ποτέ τίποτα. Αγαπώ ή μισώ. Όταν αγαπώ μια γυναίκα, η κατάστασή μου αυτή τινάζει στον αέρα τα πάντα, ακόμη και την ίδια μου τη ζωγραφική. Κάθε παιδί είναι καλλιτέχνης. Το θέμα είναι πώς θα παραμείνει καλλιτέχνης μεγαλώνοντας. Μου πήρε τέσσερα χρόνια να μάθω να ζωγραφίζω σαν τον Ραφαήλ και μια ολόκληρη ζωή να μάθω να ζωγραφίζω σαν παιδί. Οι κακοί καλλιτέχνες αντιγράφουν. Οι καλοί καλλιτέχνες κλέβουν. Δεν υπάρχει αφηρημένη τέχνη. Πρέπει πάντα να αρχίζεις ζωγραφίζοντας κάτι συγκεκριμένο. Μετά μπορείς να αφαιρέσεις κάθε ίχνος ρεαλισμού. Πάντα κάνω αυτό που δεν μπορώ να κάνω, με σκοπό να διαπιστώσω αν μπορώ να το κάνω. Κάθε θετική αξία έχει την τιμή της σε αρνητικούς όρους. Η ιδιοφυΐα του Αϊνστάιν οδηγεί στη Χιροσίμα. Οι στόχοι μας μπορούν να επιτευχθούν μόνο μέσα από ένα σχέδιο, στο οποίο πρέπει να πιστέψουμε θερμά και πάνω στο οποίο πρέπει να δράσουμε ενεργά. Δεν υπάρχει άλλη διαδρομή προς την επιτυχία. Ποτέ μην επιτρέπετε μια διχοτόμηση να κυβερνά τη ζωή σας, μια διχοτόμηση στην οποία μισείτε ό, τι κάνετε, ώστε να μπορείτε να απολαύσετε τον ελεύθερο χρόνο σας. Ψάξτε για μια κατάσταση στην οποία η δουλειά σας θα σας δώσει τόσο μεγάλη ευτυχία όσο ο ελεύθερος χρόνος σας. Μάθε τους κανόνες σαν επαγγελματίας ώστε να μπορείς να τους παραβαίνεις σαν ερασιτέχνης. Αν είχαμε κουλτούρα, δεν θα είχαμε τόσο έντονη την αίσθηση ότι μας λείπει (ή απλώς θα τη θεωρούσαμε δεδομένη). Αντί γι’ αυτό, βαυκαλιζόμαστε με την ιδέα της κουλτούρας, αλλά αν γνωρίζαμε την αληθινή αξία αυτής της λέξης, θα διαθέταμε και αρκετή κουλτούρα ώστε να μην της δίνουμε και τόσο πολλή σημασία. Ο καλλιτέχνης είναι αποδέκτης συναισθημάτων που προέρχονται από οπουδήποτε: από τον ουρανό, τη γη, από ένα κομμάτι χαρτί, από μια μορφή, από έναν ιστό αράχνης. Μερικές φορές είμαστε πιο ελεύθεροι από ποτέ, τη στιγμή ακριβώς που νιώθουμε πιο ανελεύθεροι από ποτέ. Πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί με την ελευθερία. Τόσο στη ζωγραφική, όσο και αλλού. Μ’ ό,τι κι αν καταπιαστείς, καταλήγεις κάποτε αλυσοδεμένος. Οι καλλιτέχνες δεν μπορούν να μένουν αδιάφοροι μπροστά σε μια διαμάχη κατά την οποία διακυβεύονται οι πιο υψηλές αξίες της ανθρωπότητας και του πολιτισμού». Η επιτυχία είναι επικίνδυνη. Αρχίζει κανείς να αντιγράφει τον εαυτό του, και αυτό είναι χειρότερο από το να αντιγράφεις άλλους. Είναι στείρο. Όλοι ξέρουμε ότι η τέχνη δεν είναι αλήθεια. Η τέχνη είναι ένα ψέμα το οποίο μας μαθαίνει να κατανοούμε την αλήθεια, τουλάχιστον εκείνη την αλήθεια την οποία εμείς (ως άνθρωποι) μπορούμε να κατανοήσουμε. Η τέχνη είναι ένα ψέμα που λέει την αλήθεια Η τέχνη ξεπλένει από την ψυχή τη σκόνη της καθημερινότητας. Πιστεύω μονάχα στη δουλειά. Δεν υπάρχει τέχνη παρά μόνο ύστερα από σκληρή δουλειά, χειρωνακτική και πνευματική. Ένας πίνακας υπάρχει μονάχα γι’ αυτό που είναι και για τίποτε άλλο. Γίνεσαι νέος τελικά στα εξήντα. Δυστυχώς, τότε είναι πολύ αργά πια. Να αναβάλλεις για αύριο μόνο αυτό που είσαι διατεθειμένος να αφήσεις μισοτελειωμένο αν τυχόν πεθάνεις

Από doctv

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 2 Νοεμβρίου 2024

 

Δεν έχεις τι να χάσεις

Καλὰ τὰ βγάζει πέρα ἡ μοναξιὰ
φτωχικὰ ἀλλὰ τίμια.
Ἀλλοῦ κοιμᾶται αὐτὴ
κι ἀλλοῦ τὸ ἐγκρατὲς σκεπτικὸ ἐάν.

Μόνο καμιὰ φορὰ
σὲ πειραματισμοὺς τὴν παρασύρει
ἡ περιέργεια
– ὄφις προγενέστερος
καὶ πιὸ φανατικὸς
ἀπ᾿ τὸν νερόβραστον ἐκεῖνον τῆς μηλέας.

Δοκίμασε τῆς λέει, μὴ φοβᾶσαι
δὲν ἔχεις τί νὰ χάσεις

Προφυλάξεις

Όταν βρέχει δεν παίρνω ομπρέλα.
To θεωρώ δειλία να προφυλάσσομαι από το ξεκάθαρο.
Όταν δε βρέχει, όσο και αν ευτυχεί ο ουρανός όσο κι αν τον πιστεύω
ανοίγω την ομπρέλα μου δεν είναι ξεκάθαρη καιρική συνθήκη η ευτυχία.

Διάλογος ανάμεσα σε μένα και σε μένα

Σοῦ εἶπα:
– Λύγισα.
Καὶ εἶπες:
– Μὴ θλίβεσαι.
Ἀπογοητεύσου ἥσυχα.
Ἤρεμα δέξου νὰ κοιτᾷς
σταματημένο τὸ ρολόι.
Λογικὰ ἀπελπίσου
πῶς δὲν εἶναι ξεκούρδιστο,
ὅτι ἔτσι δουλεύει ὁ δικός σου χρόνος.
Κι ἂν αἴφνης τύχει
νὰ σαλέψει κάποιος λεπτοδείκτης,
μὴ ριψοκινδυνέψεις νὰ χαρεῖς.
Ἡ κίνηση αὐτὴ δὲν θά ῾ναι χρόνος.
Θά ῾ναι κάποιων ἐλπίδων ψευδορκίες.
Κατέβα σοβαρή,
νηφάλια αὐτοεκθρονίσου
ἀπὸ τὰ χίλια σου παράθυρα..
Γιὰ ἕνα μήπως τ᾿ ἄνοιξες.
Κι αὐτοξεχάσου εὔχαρις.
Ὅ,τι εἶχες νὰ πεῖς,
γιὰ τὰ φθινόπωρα, τὰ κύκνεια,
τὶς μνῆμες, ὑδροροὲς τῶν ἐρώτων,
τὴν ἀλληλοκτονία τῶν ὠρῶν,
τῶν ἀγαλμάτων τὴν φερεγγυότητα,
ὅ,τι εἶχες νὰ πεῖς
γι᾿ ἀνθώπους ποὺ σιγὰ-σιγὰ λυγίζουν,
τὸ εἶπες.
καὶ τὴν πείθει
νὰ κουλουριάζεται πνιχτὰ
νὰ τρίβεται σὰ γάτα ἀνεπαίσθητη
πάνω στὸν διαθέσιμο ἀέρα
ποῦ ἀφήνεις προσπερνώντας.

Ἀπόλαυση πολὺ μοναχικότερη
ἀπὸ τὴ στέρησή της.

Γεγονότα

Μόνη, ἐντελῶς μόνη,
περπατῶ στὸ δρόμο
καὶ πέφτω πάνω σὲ μεγάλα γεγονότα:
Ὁ ἥλιος σὰν ἐπειγόντως νὰ ἐκλήθη ἀπὸ τὴ Δύση
ἀφήνοντας ἡμιτελὲς τὸ δειλινό…

Σὲ λίγο ἡ νύχτα,
κρατώντας τοὺς ἀμφορεῖς τοῦ μυστηρίου,
τῶν ἰδιοτήτων της ἐπαίρετο,
ὅταν τὸ ρεμβῶδες μάτι της, τὸ φεγγάρι,
ἕνα ἀπρόδεκτο, λαθραῖο σύννεφο, πάτησε
καὶ τὴν τύφλωσε.

Τοῦ ἀτυχήματος τούτου
ἐπωφελήθηκε
κάποιος παράξενος κατάσκοπος
-τὸ μεσονύχτιο ὑποπτεύονται-
τὸ σύμπαν πυροβόλησε
καὶ τὸ ἄφησε ἀκίνητο…

Μετὰ ἀπὸ τέτοια γεγονότα,
τὸ γεγονὸς πὼς εἶμαι πάλι μόνη
παρελείφθη.

Γράμμα

Ὁ ταχυδρόμος,
σέρνοντας στὰ βήματά του τὴν ἐλπίδα μου
μοῦ ῾φερε καὶ σήμερα ἕνα φάκελο
μὲ τὴ σιωπή σου.
Τὸ ὄνομά μου γραμμένο ἀπ᾿ ἔξω μὲ λήθη.
Ἡ διεύθυνσή μου ἕνας ἀνύπαρκτος δρόμος.
Ὅμως ὁ ταχυδρόμος
τὸν βρῆκε ἀποσυρμένο στὴ μορφή μου,
κοιτώντας τὰ παράθυρα ποὺ ἔσκυβαν μαζί μου,
διαβάζοντας τὰ χέρια μου
ποὺ ἔπλαθαν κιόλας μιὰ ἀπάντηση.
Θὰ τὸν ἀνοίξω μὲ τὴν καρτερία μου
καὶ θὰ ξεσηκώσω μὲ τὴ μελαγχολία μου
τ᾿ ἄγραφά σου.
Κι αὔριο θὰ σοῦ ἀπαντήσω
στέλνοντάς σου μιὰ φωτογραφία μου.
Στὸ πέτο θὰ ἔχω σπασμένα τριφύλλια,
στὸ στῆθος σκαμμένο
τὸ μενταγιὸν τῆς συντριβῆς.
Καὶ στ᾿ αὐτιά μου θὰ κρεμάσω-συλλογίσου-
τὴ σιωπή.

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 2 Νοεμβρίου 2024

“Δεν μου ήταν ποτέ δυνατό να συνεννοηθώ με άνθρωπο..

Ούτε μπορούσα να καταλάβω γιατί οι άνθρωποι ήταν τόσο διαφορετικοί από εμένα.

Αυτό βέβαια ήταν πολύ αφελές από τη μεριά μου, αλλά και πολύ χρήσιμο.

Γιατί με είχε σε μια μόνιμη ταραχή, σε μια διαρκή διαμαρτυρία και σ’ ένα πολύ γόνιμο παράπονο…

Από την άλλη, είχα μια ευγένεια η οποία με κατέστρεψε απολύτως!

Εμπόδισε δηλαδή τη ζωή μου να πάρει το δρόμο της.

Υπέμεινα πράγματα τα οποία δεν έπρεπε να υπομείνω, με το αιτιολογικό μιας ευγένειας ότι θα πίκραινα, ότι θα πείραζα, ότι θ’ αναστάτωνα των άλλων τη ζωή”

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 24 Οκτωβρίου 2024

Πατάμε ίδιο χώμα, ίδια γη
και ο αέρας, την ανάσα σου, που φέρνει
δροσίζει της καρδιάς,την πιο βαθιά πληγή
και ότι την πονά, το παρασέρνει.!
*
Του φεγγαριού το χρώμα, το χλωμό
κι ένα ζευγάρι μάτια, βουρκωμένα
παρέα καρτερούνε, ένα γυρισμό
δίπλα στου πλάτανου τα φύλλα,τα πεσμένα.
*
Ανάμεσα στο πάντα και στο τίποτα
ένα αποκούμπι βρίσκει η ψυχή μου,
να ψιθυρίσει αισθήματα ανείπωτα,
που εχθρούς τα έχει κάνει, η λογική μου.!
*
Ευτυχισμένα χρόνια παιδικά,
της αθωότητας ,
σ’ενός βιολιού τους ήχους στροβιλίζουν
και μεις, λαθρεπιβάτες του ονείρου
και της ματαιότητας,
νιώθουμε την αρμύρα των ματιών μας,
που δακρύζουν.!
*
Και αλητεύει μέσ’ στην Πλάτσα
ο καημός με τη ρακή
και ζωντανεύει πάλι
τ’ όνειρό μας,
κι η πεθυμιά, να ανταμώνουμε,
για πάντα ΕΚΕΙ,
που, μοναχοί μας νοιώθουμε,
στον κόσμο τον δικό μας.!!!

Από την Παρασκευή Μπαρδάνη

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 19 Οκτωβρίου 2024

“Ειρήνη είναι ένα ποτήρι ζεστό γάλα και ένα βιβλίο μπροστά στο παιδί που ξυπνάει.”

Γιάννης Ρίτσος

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 13 Οκτωβρίου 2024

Ο αετός, λένε, πως ζει μέχρι και 70 χρόνια. Στη διάρκεια της ζωής του, υφίσταται τη φθορά που επιφέρει ο χρόνος σε όλα τα ζωντανά της φύσης. Έτσι στα μισά της ζωής του, το δυνατό του ράμφος, με το οποίο κατασπάραζε τα θύματά του, κυρτώνει τόσο πολύ, που είναι αδύνατο να φάει.

Τα γαμψά του νύχια, με τα οποία άρπαζε τη λεία του, μακραίνουν τόσο, που αδυνατούν να συγκρατήσουν το βάρος των θηραμάτων του. Και τα φτερά του αδυνατίζουν από την ασιτία, ώστε με δυσκολία μπορεί, πλέον, να πετά.

Ο αετός όμως, δεν είναι απ’ αυτά τα ζωντανά που παραδίνεται περιμένοντας το μοιραίο. Συμμαζεύει όση δύναμη τού έχει απομείνει και πετά στην κορυφή, εκεί που έχει τη φωλιά του. Βρίσκει τη δύναμη να αντέξει τον πόνο και συντρίβει το γερασμένο ράμφος του στο βράχο.

Ύστερα βρίσκει το κουράγιο και την υπομονή να περιμένει, όσο χρόνο χρειαστεί, να φυτρώσει το καινούριο ράμφος του. Τότε, με το καινούριο, πια, ράμφος του, ξεριζώνει τα παλιά ατροφικά του νύχια και περιμένει πάλι, όσο χρειαστεί, ώσπου να φυτρώσουν τα καινούρια νύχια του. Και σαν φυτρώσουν τα νύχια του, απαλλάσσει τα φτερά του από το άχρηστο φορτίο τους, για να φυτρώσουν τα καινούρια του φτερά, που θα του χαρίσουν και πάλι την περηφάνια και το γρήγορο πέταγμα.

Έτσι κατά τη λαϊκή παράδοση, ο αετός πετυχαίνει την αναγέννησή του και ζει περήφανος και δυνατός ως το τέλος της ζωής του!

Κι έτσι περήφανος και δυνατός ζει μέσα στα δημοτικά τραγούδια του λαού μας.
Εάν ο αετός με το ζωικό του ένστικτο κατορθώνει να αναγεννηθεί, ο άνθρωπος με τη δύναμη της λογικής που διαθέτει, δεν θα μπορούσε να επιτύχει το ίδιο αποτέλεσμα;

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 4 Οκτωβρίου 2024

«Λέγεται πως πριν μπει ένα ποτάμι στη θάλασσα
τρέμει από φόβο.
Κοιτάζει πίσω το μονοπάτι όπου πορεύτηκε,
από τις κορυφές των βουνών,
τον μακρύ ελικοειδή δρόμο που διασχίζει δάση και ποτάμια.

Και μπροστά του, βλέπει έναν ωκεανό τόσο απέραντο,
που για να μπει δεν φαίνεται εκεί τίποτα παραπάνω
από το να εξαφανιστεί για πάντα.
Αλλά δεν υπάρχει άλλος δρόμος.
Το ποτάμι δεν μπορεί να πάει πίσω.
Κανείς δεν μπορεί να πάει πίσω.
Είναι αδύνατο στη ζωή να πας πίσω.

Το ποτάμι χρειάζεται να πάρει το ρίσκο να μπει στον ωκεανό
γιατί μόνο τότε ο φόβος θα εξαφανιστεί,
γιατί έτσι εκεί θα ξέρει
ότι δεν πρόκειται να εξαφανιστεί στον ωκεανό,
αλλά να γίνει ο ωκεανός.»

Khalil Gibran

«Ας μου επιτραπεί, παρακαλώ, να μιλήσω στο όνομα της φωτεινότητας και της διαφάνειας. Επειδή οι ιδιότητες αυτές είναι που καθορίσανε τον χώρο μέσα στον οποίο μου ετάχθη να μεγαλώσω και να ζήσω. Και αυτές είναι που ένιωσα, σιγά-σιγά, να ταυτίζονται μέσα μου με την ανάγκη να εκφρασθώ.

Είναι σωστό να προσκομίζει κανείς στην τέχνη αυτά που του υπαγορεύουν η προσωπική του εμπειρία και οι αρετές της γλώσσας του. Πολύ περισσότερο όταν οι καιροί είναι σκοτεινοί και αυτό που του υπαγορεύουν είναι μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ορατότητα.

Δεν μιλώ για τη φυσική ικανότητα να συλλαμβάνει κανείς τ’ αντικείμενα σ’ όλες τους τις λεπτομέρειες, αλλά για τη μεταφορική, να κρατά την ουσία τους και να τα οδηγεί σε μια καθαρότητα τέτοια που να υποδηλώνει συνάμα την μεταφυσική τους σημασιολογία……..

Πού λοιπόν βρίσκεται σε έσχατη ανάλυση η αλήθεια; Στην φθορά και στον θάνατο που διαπιστώνουμε κάθε μέρα γύρω μας ή στη ροπή που μας ωθεί να πιστεύουμε

Είναι φρόνιμο ν’ αποφεύγουμε τις μεγαλεπήβολες εκφράσεις, το ξέρω. Οι κατά καιρούς κοσμολογικές θεωρίες τις χρησιμοποίησαν, ήρθαν σε σύγκρουση, ακμάσανε, πέρασαν.

Η ουσία όμως έμεινε, μένει. Και η ποίηση, που εγείρεται στο σημείον όπου ο ορθολογισμός καταθέτει τα όπλα του για να τ’ αναλάβει εκείνη και να προχωρήσει μέσα στην απαγορευμένη ζώνη, ελέγχεται να είναι ίσια-ίσια εκείνη που προσβάλλεται λιγότερο από τη φθορά. Διασώζει σε καθαρή μορφή τα μόνιμα, τα βιώσιμα στοιχεία που καταντούν δυσδιάκριτα μέσα στο σκότος της συνείδησης όπως τα φύκια μέσα στους βυθούς των θαλασσών.

Να γιατί μας χρειάζεται η διαφάνεια. Για να διακρίνουμε τους κόμπους στο νήμα που μέσ’ από τους αιώνες τεντώνεται και μας βοηθεί να σταθούμε όρθιοι πάνω σ’ αυτή τη γη……..

Λέμε, και το διαπιστώνουμε κάθε μέρα, ότι ζούμε σ’ ένα χάος ηθικό. Κι αυτό, τη στιγμή που ποτέ άλλοτε η κατανομή των στοιχείων της υλικής μας ύπαρξης δεν έγινε με τόσο σύστημα, τόση στρατιωτική θα έλεγα τάξη, τόσον αδυσώπητο έλεγχο.

Η αντίφαση είναι διδακτική. Όταν σε δύο σκέλη το ένα υπερτροφεί, το άλλο ατροφεί. Μια αξιέπαινη ροπή να συνενωθούν σε ενιαία μονάδα οι λαοί της Ευρώπης, προσκόπτει σήμερα στην αδυναμία να συμπέσουν τα ατροφικά και τα υπερτροφικά σκέλη του πολιτισμού μας. Οι αξίες μας, ούτε αυτές δεν αποτελούν μια γλώσσα κοινή…..

Δεν αρκεί να ονειροπολούμε με τους στίχους. Είναι λίγο.

Δεν αρκεί να πολιτικολογούμε. Είναι πολύ.

Κατά βάθος ο υλικός κόσμος είναι απλώς ένας σωρός από υλικά. Θα εξαρτηθεί από το αν είμαστε καλοί ή κακοί αρχιτέκτονες το τελικό αποτέλεσμα. Ο Παράδεισος ή η Κόλαση που θα χτίσουμε.

Εάν η ποίηση παρέχει μια διαβεβαίωση και δη στους καιρούς τους dürftiger, είναι ακριβώς αυτή: ότι η μοίρα μας παρ’ όλ’ αυτά βρίσκεται στα χέρια μας»

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 28 Σεπτεμβρίου 2024

Ευτυχία; Τι είναι αυτό; Στιγμές; Μια ζωή;

Νομίζω ευτυχία είναι μονάχα και το γεγονός πως μου δίνεται η ευκαιρία να συλλογιστώ το νόημα αυτής της λέξης.

“Η λέξη ευτυχία είναι σύνθετη από τις λέξεις ευ και τύχη, δηλαδή σημαίνει καλή τύχη, η οποία οδηγεί στην ευδαιμονία και στη μακαριότητα”.

Ευτυχία είναι να κάθεσαι στη φωτιά με τους παππούδες σου και να ακούς παλιές ιστορίες.

Ευτυχία είναι ένα χαμόγελο.

Ευτυχία είναι μια αγκαλιά.

Ευτυχία είναι ένα απλό χάδι στα μαλλιά.

Ευτυχία είναι το βλέμμα σου, όταν με κοιτάς με τόσο καθαρά μάτια..

Ευτυχία είναι το μοίρασμα.

Ευτυχία είναι να μπορείς να δεις τα αστέρια, άλλοι δεν έχουν το δικαίωμα να σηκώσουν τα μάτια τους στον έναστρο ουρανό.

Ευτυχία είναι να ακούω τον ήχο της φωνής σου, απλά να μου λέει ένα καλημέρα..

Ευτυχία είναι το χασμουρητό ενός μωρού.

Ευτυχία είναι να είναι ελεύθερη η σκέψη να κεντήσει.

Ευτυχία είναι να απολαμβάνεις το γαλανό της θάλασσας.

Ευτυχία είναι να αφήνεσαι.

Ευτυχία είναι να μπορείς να μυρίσεις ένα λουλούδι, ακόμη και αν το έκοψες από το διπλανό σπίτι επειδή εσύ δεν φύτεψες τίποτα στον κήπο σου.

Ευτυχία είναι να μπορείς να ονειρεύεσαι.

Ευτυχία είναι να μπορείς να αγαπάς με όλο σου το είναι.

Τελικά περιλαμβάνει τόσα πολλά η λέξη ευτυχία, μπορώ να γράφω για ώρες.

Σου εύχομαι να την έχεις, και να ξέρεις πραγματικά να την εκτιμάς

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Σεπτεμβρίου 2024

Υπάρχει ακόμη η φωτογραφία μου στο τραπέζι σου;

Ξαναδιαβάζεις πότε πότε τα γράμματά μου;

Το μικρό χωριάτικο σπίτι με την κυρτή ξύλινη στέγη είναι πάντοτε γραφικό όπως τότε;

Χτυπάει ακόμη το κουδούνι του σπιτιού τόσο τσιριχτά και σταματάει μετά πάντοτε τρομαγμένο;…

Γαυγίζει πάντοτε ο Ντάκελ Γιούλιους τόσο βραχνά;

Τ’ απογεύματα είναι όπως τότε τόσο σιωπηλά;

Εξακολουθείς να μην έχεις τηλέφωνο;

Έχεις πάντοτε στο μπαλκόνι εκείνη την αιώρα;

Ακούς ακόμη δίσκους με Σούμπερτ στο παλιό γραμμόφωνο;

Υπάρχουν πάντοτε κύβοι ζάχαρης για το τσάϊ;

Η Ιωάννα λέει πάντοτε «Απαγορεύεται να πατάτε στο γρασίδι του κήπου»;

Η θαλάσσια αύρα φυσά το πρωί πάντοτε τόσο δροσερή;

Χαμογελά την νύχτα η Σελήνη τόσο αμήχανη;

Ψάχνεις ποτέ να με βρεις στον δρόμο; …

Είναι ακόμη η φωτογραφία μου στο τραπέζι σου; Είναι ακόμη η φωτογραφία μου…;

Μα αφού εγώ η ίδια την έσκισα! Και μην πιστέψεις ότι μου λείπει η δικιά σου.

Απλά είναι φορές που θέλει κάποιος να μάθει ένα σωρό πράγματα, όταν είναι μόνος, ολομόναχος…

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Σεπτεμβρίου 2024

Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία

Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα

Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία

Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα

Από παιδί βιαζόμουνα, μα τώρα πάω καλιά μου

Μια τσιμινιέρα με όρισε στον κόσμο και σφυρίζει

Το χέρι σου, που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου για μια στιγμή αν με λύγισε, σήμερα δεν με ορίζει

Βαμμένη. Να σε φέγγει κόκκινο φανάρι

Γιομάτη φύκια και ροδάνθη, αμφίβια Μοίρα

Καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι πρώτη φορά, σε μια σπηλιά, στην Αλταμίρα

Σαλτάρει ο γλάρος το δελφίνι να στραβώσει

Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ που μ’ είδες

Στην άμμο πάνω σ’ είχα ανάστροφα ζαβώσει τη νύχτα που θεμέλιωναν τις Πυραμίδες

Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα

Εδώ κοντά σου, χρόνια ασάλευτος να μένω

ως να μου γίνεις Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Σεπτεμβρίου 2024

Νύχτες φθινοπωρινές
κι είν’ ο νους, που αλαργεύει
κι αναμνήσεις μακρινές,
σ’ άλλες εποχές, γυρεύει.!

Ίσως… φταίει η ψυχή,
που, τη σκέψη ξεσηκώνει,
με σιγόντο, τη βροχή
κι ένα, μόνο χελιδόνι.!

Ψάχνει τόπους μακρινούς,
κάποια της, μικρά κομμάτια
και γαλάζιους ουρανούς,
που καθρέφτιζαν, στα μάτια.!

Ένα αστέρι, θα ρωτήσει,
-σε πελάγη ευτυχίας –
άραγε, θα ταξιδέψει ;;;
ή θα βγει, εκτός πορείας.!

Θέλει, κάποια, να γυρέψει,
μουσκεμένα όνειρα,
από δάκρυα, να γιατρέψει
κι από τα λασπόνερα.!

Το τραγούδι της βροχής,
να ακούσει, απ’ τη στέγη,
‘κείνο, της απαντοχής,
που , τα όνειρα διαλέγει.!

Κι όταν, ο δραπέτης νους,
πεθυμιές, μνήμες, γιατρέψει,
ουρανούς εαρινούς,
χορτασμένος, θα γυρέψει.!

Αν ο νους, δεν ταξιδεύει
κι αν, όπου ποθεί, δέ φτάνει
κι αν, αγάπη, δεν ξοδεύει,

είναι…σαν να ‘χει πεθάνει…

Από την Παρασκευή Μπαρδάνη

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 1 Σεπτεμβρίου 2024

Σοῦ εἶπα:
– Λύγισα.
Καὶ εἶπες:
– Μὴ θλίβεσαι.
Ἀπογοητεύσου ἥσυχα.
Ἤρεμα δέξου νὰ κοιτᾷς
σταματημένο τὸ ρολόι.
Λογικὰ ἀπελπίσου
πῶς δὲν εἶναι ξεκούρδιστο,
ὅτι ἔτσι δουλεύει ὁ δικός σου χρόνος.
Κι ἂν αἴφνης τύχει
νὰ σαλέψει κάποιος λεπτοδείκτης,
μὴ ριψοκινδυνέψεις νὰ χαρεῖς.
Ἡ κίνηση αὐτὴ δὲν θά ῾ναι χρόνος.
Θά ῾ναι κάποιων ἐλπίδων ψευδορκίες.
Κατέβα σοβαρή,
νηφάλια αὐτοεκθρονίσου
ἀπὸ τὰ χίλια σου παράθυρα..
Γιὰ ἕνα μήπως τ᾿ ἄνοιξες.
Κι αὐτοξεχάσου εὔχαρις.
Ὅ,τι εἶχες νὰ πεῖς,
γιὰ τὰ φθινόπωρα, τὰ κύκνεια,
τὶς μνῆμες, ὑδροροὲς τῶν ἐρώτων,
τὴν ἀλληλοκτονία τῶν ὠρῶν,
τῶν ἀγαλμάτων τὴν φερεγγυότητα,
ὅ,τι εἶχες νὰ πεῖς
γι᾿ ἀνθώπους ποὺ σιγὰ-σιγὰ λυγίζουν,
τὸ εἶπες.
καὶ τὴν πείθει
νὰ κουλουριάζεται πνιχτὰ
νὰ τρίβεται σὰ γάτα ἀνεπαίσθητη
πάνω στὸν διαθέσιμο ἀέρα
ποῦ ἀφήνεις προσπερνώντας.

Ἀπόλαυση πολὺ μοναχικότερη
ἀπὸ τὴ στέρησή της.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 31 Αυγούστου 2024

Kópakonan:
Ένα άγαλμα της Γυναίκας Φώκιας βρίσκεται στο Mikladagur, στο νησί Kalsoy. Είναι κατασκευασμένο από μπρούτζο και ανοξείδωτο ατσάλι. Το άγαλμα έχει σχεδιαστεί για να αντέχει σε κύματα 13 μέτρων. Στις αρχές του 2015, ένα κύμα 11,5 μέτρων σάρωσε το άγαλμα. Έμεινε σταθερό και δεν προκλήθηκε καμία ζημιά.
Ο θρύλος της Κοπακόναν (η Γυναίκα Φώκια) είναι ένα από τα πιο γνωστά λαϊκά παραμύθια στις Φερόες Νήσους. Οι φώκιες πιστεύεται ότι ήταν πρώην άνθρωποι που αναζητούσαν εθελοντικά τον θάνατο στον ωκεανό. Μια φορά το χρόνο, τη δέκατη τρίτη νύχτα, τους επιτρεπόταν να έρθουν στη στεριά, να γδυθούν και να διασκεδάσουν ως άνθρωποι, χορεύοντας και διασκεδάζοντας.
Ένας νεαρός αγρότης από το χωριό Mikladalur στο βόρειο νησί Kalsoy, αναρωτιέται αν αυτή η ιστορία είναι αληθινή, πήγε και ξάπλωσε στην παραλία ένα δέκατο τρίτο βράδυ. Παρακολουθούσε και είδε τις φώκιες να φτάνουν σε μεγάλο αριθμό, κολυμπούν προς την ακτή. Ανέβηκαν στην παραλία, πέταξαν το δέρμα τους και τα έβαλαν προσεκτικά στα βράχια. Εκχωρημένοι από το δέρμα τους, έμοιαζαν με φυσιολογικούς ανθρώπους. Το νεαρό παλικάρι κοίταξε ένα όμορφο κορίτσι φώκιας τοποθετώντας το δέρμα της κοντά στο σημείο όπου κρυβόταν, και όταν άρχισε ο χορός, ήρθε κρυφά και το έκλεψε.
Ο χορός και τα παιχνίδια κράτησαν όλη τη νύχτα, αλλά μόλις ο ήλιος άρχισε να λάμπει πάνω από τον ορίζοντα, όλες οι φώκιες ήρθαν να πάρουν το δέρμα τους για να επιστρέψουν στη θάλασσα. Το κορίτσι της φώκιας ήταν πολύ αναστατωμένο όταν δεν μπορούσε να βρει το δέρμα της, και τότε ο άντρας εμφανίστηκε να το κρατάει, αλλά δεν της το έδινε πίσω, παρά τις απελπισμένες παρακλήσεις της, οπότε ήταν υποχρεωμένη να πάει μαζί του…
Την κράτησε μαζί του για πολλά χρόνια ως γυναίκα του, και αυτή του γέννησε αρκετά παιδιά, αλλά έπρεπε πάντα να βεβαιώνεται ότι δεν είχε πρόσβαση στο δέρμα της. Το κρατούσε κλειδωμένο σε ένα μπαούλο στο οποίο μόνο αυτός είχε το κλειδί, ένα κλειδί το οποίο κρατούσε συνέχεια σε αλυσίδα δεμένη στη ζώνη του.
Μια μέρα, ενώ ήταν έξω στη θάλασσα για ψάρεμα με τους συντρόφους του, συνειδητοποίησε ότι είχε αφήσει το κλειδί στο σπίτι. Ανακοίνωσε στους συντρόφους του, «Σήμερα θα χάσω τη γυναίκα μου! ’ – και εξήγησε τι είχε συμβεί. Οι άνδρες τράβηξαν τα δίχτυα και τις γραμμές τους και γύρισαν πίσω στην ακτή όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, αλλά όταν έφτασαν στη φάρμα, βρήκαν τα παιδιά ολομόναχα και τη μητέρα τους να λείπει. Ο πατέρας τους ήξερε ότι δεν θα επέστρεφε, καθώς είχε σβήσει τη φωτιά και είχε βάλει στην άκρη όλα τα μαχαίρια, έτσι ώστε τα μικρά να μην μπορούν να κάνουν κακό στους εαυτούς τους αφού είχε φύγει.
Πράγματι, μόλις είχε φτάσει στην ακτή, είχε φορέσει το δέρμα της φώκιας και βούτηξε στο νερό, όπου δίπλα της εμφανίστηκε μια αρσενική φώκια που την αγαπούσε χρόνια πριν και ακόμα την περίμενε. Όταν τα παιδιά της, αυτά που είχε με τον άντρα Mikladalur, αργότερα κατέβηκαν στην παραλία, μια φώκια εμφανιζόταν και κοίταζε προς την ακτή· οι άνθρωποι φυσικά πίστευαν ότι ήταν η μητέρα των παιδιών. Και έτσι πέρασαν τα χρόνια.
Τότε μια μέρα συνέβη οι άνδρες του Mikladalur σχεδίαζαν να κυνηγήσουν φώκιες … Τη νύχτα πριν την αναχώρησή τους, η σύζυγος φώκια του άνδρα εμφανίστηκε στο όνειρο του και του είπε ότι αν πήγαινε για κυνήγι φώκιας στη σπηλιά, θα έπρεπε να σιγουρευτεί ότι δεν σκότωσε τη μεγάλη φώκια που θα ήταν ξαπλωμένη στην είσοδο, για αυτή ήταν ο άντρας της.
Αλλά αυτός δεν άκουσε το μήνυμα στο όνειρο. Μπήκε με τους άλλους στο κυνήγι, και σκότωσαν όλες τις φώκιες …
Το βράδυ, εμφανίστηκε η γυναίκα του φώκια και φώναξε την κατάρα: «Εδώ κείτεται το κεφάλι του συζύγου μου με τα πλατιά ρουθούνια του, το χέρι του Hárek και το πόδι του Fredrik! Τώρα θα υπάρξει εκδίκηση, εκδίκηση για τους άνδρες του Mikladalur, και κάποιοι θα πεθάνουν στη θάλασσα και άλλοι θα πέσουν από τις κορυφές των βουνών, μέχρι να υπάρξουν τόσοι νεκροί που μπορούν να ενώσουν τα χέρια γύρω από τις ακτές του νησιού Kalsoy! »
Όταν είπε αυτά τα λόγια, εξαφανίστηκε και δεν την ξαναείδαν ποτέ. Μέχρι σήμερα, , συμβαίνει κατά καιρούς άνδρες από το χωριό να πνίγονται στη θάλασσα ή να πέφτουν από τις κορυφές των βράχων· .