Διαβάσαμε
Είναι άνοιξη. Αφέγγαρη η νύχτα στη μικρή πόλη, χωρίς αστέρια, βιβλικά μαύρη. Πέτρινοι σιωπηλοί δρόμοι και το δάσος καμπούρικο με τους ερωτευμένους, τους λαγούς, αθέατο κατεβαίνει κούτσα-κούτσα ως τη μαύρη-κορόμηλο, μαύρη-κοράκι, την ελαφροκυματούσα θάλασσα με τις ψαρόβαρκες.
ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΥΦΛΑ ΣΑΝ ΤΟΥΣ ΤΥΦΛΟΠΟΝΤΙΚΕΣ (αν κι αυτοί βλέπουν καλά τη νύχτα μεσ’ απ’ τις βελούδινες τρύπες τους, ξεμυτίζοντας), τυφλά σαν τον Καπετάν Γάτο εκεί στη μέση, κοντά στη βρύση και στο ρολόι της πόλης, τα κατάκλειστα μαγαζιά, το Ίδρυμα Κοινής Ωφελείας μαυροφορεμένο στο σκοτάδι. Η νανουρισμένη, βουβαμένη πολιτεία με τους ανθρώπους της κοιμάται τώρα.
Σ…Σ…Σ… ΤΑ ΜΩΡΑ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ, ΟΙ ΓΕΩΡΓΟΙ, ΟΙ ΨΑΡΑΔΕΣ, οι έμποροι, οι συνταξιούχοι, ο τσαγκάρης κοιμάται, ο δάσκαλος, ο ταχυδρόμος, ο ταβερνιάρης, ο νεκροθάφτης, και η ζωηρή του χωριού, ο μέθυσος, η ράφτρα, ο παπάς, ο αστυνόμος, η γυναίκα με τα μύδια και τα παπίσια πόδια και οι ταχτικές νοικοκυρές.
ΤΑ ΝΕΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΤΑ ΜΑΛΑΚΑ ΚΡΕΒΑΤΙΑ γλιστρούν στ’ όνειρό τους ως το δάσος που αντηχεί σαν εκκλησιαστικό όργανο, γλιστρούν με δαχτυλίδια και προικιά κι είναι οι πυγολαμπίδες που κρατούν την ουρά της νύφης.
Τ’ ΑΓΟΡΙΑ ΚΑΝΟΥΝ ΠΟΝΗΡΑ ΟΝΕΙΡΑ, καβαλικεύουν τ’ αδάμαστα άτια της νύχτας ή αλωνίζουν κουρσεμένες θάλασσες. Ανθρακίτης τα σώματα των αλόγων κοιμισμένα στα λιβάδια, οι αγελάδες στους σταύλους, οι σκύλοι στις αυλές μ’ υγρές μουσούδες.
ΚΙ ΟΙ ΓΑΤΕΣ ΛΑΓΟΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ ΣΤΙΣ ΓΩΝΙΕΣ ή με πονηρές δρασκελιές, σαν αστραπή, χώνονται στο σύννεφο το μοναδικό της στέγης. Μπορείς ν’ ακούσεις τη δροσούλα να πέφτει και την πόλη σε σιγή ν’ ανασαίνει.
ΜΟΝΟ ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΟΥ ΜΑΤΙΑ ΜΕΝΟΥΝ ΑΝΟΙΧΤΑ και βλέπουν τη μαύρη πολιτεία βυθισμένη, τυλιγμένη σε ύπνο αργό. Και μόνο εσύ μπορείς ν’ ακούσεις την αόρατη πτώση των άστρων, τη θάλασσα στην πιο σκοτεινή της στιγμή, την πριν απ’ την αυγή.
Απόσπασμα από το βιβλίο του Ντίλαν Τόμας Κάτω από το γαλατόδασος, εκδόσεις [Πηγή: www.doctv.gr]
Μερικοί συγγραφείς μίλησαν γι’ αυτό περισσότερο από άλλους: όπως ο Ησίοδος, οι λυρικοί, ο Αριστοφάνης. Από τον Όμηρο όμως ως τα χορικά των τραγωδιών, αυτή η πλευρά δεν λείπει ποτέ. Πρέπει να το θυμίσουμε έντονα -διότι κατ’ αρχήν αυτό είναι η εκπληκτική γοητεία της ελληνικής λογοτεχνίας, ύστερα διότι μια τέτοια αγάπη για τη ζωή ανυψώνει περισσότερο το τίμημα του πάθους για να την εννοήσουμε, να την κατακτήσουμε και να υψωθούμε από τα συγκεκριμένα αυτά θέλγητρα προς μία σκέψη αρμονική προς αυτά. Η μίξη αυτών των δύο καθιστά την Ελλάδα μοναδική.
Παρά την χρονική απόσταση που μας χωρίζει από την αρχαία Ελλάδα, μπορούμε να πάρουμε μια γεύση διαβάζοντας τα ερωτικά επιγράμματα της Παλατινής Ανθολογίας, μιας συλλογής κειμένων από τον 7ο αι. π.Χ. μέχρι το 600 μ.Χ. Πρόκειται για ποιητικό είδος, κύριο χαρακτηριστικό του οποίου είναι ότι έχει άμεση επαφή με την εμπειρική πραγματικότητα. Είναι συνδεδεμένο με τον σύγχρονο, κυρίως τον καθημερινό άνθρωπο και τις προσωπικές του εμπειρίες.
Ορισμένα από τα ερωτικά επιγράμματα της Ανθολογίας είναι τα ακόλουθα:
Ασκληπιάδης
Εδώ μπροστά σου, λύχνε, η Ηράκλεια τρεις όρκους πήρε η ίδια
πως θα ξανάρθει, αλλά δεν ήρθε. Λύχνε, θεός αν είσαι,
τιμώρησε την άθλια: όταν αρχίζει ερωτικά παιχνίδια
με τον καινούργιο φίλο της, φως μην προσφέρεις, σβήσε!
Ανώνυμο
Αν σώζεις, Κύπρη, ναύτες στα ανοιχτά, η χάρη Σου ας θελήσει,
τώρα και με να σώσει: στη στεριά έχω ναυαγήσει.
Μελέαγρος
Να μην ποθώ την Ηλιοδώρα πια η ψυχή μου συμβουλεύει:
τις ζήλειες και τα δάκρυα που έχυσα δεν τα ξεχνάει.
Με πιέζει, αλλά να πάψω πια δύναμη δεν μου περισσεύει.
Η απαίσια! συμβουλεύει αλλά δεν παύει να αγαπάει.
Παρμενίων
Χρυσάφι έδωσε στη Δανάη, ο Δίαςˑ έτσι κι εγώ άλλο τόσο
σε σένα – πιο πολλά απ’ τον Δία δεν μπορώ να δώσω.
Ανώνυμο
Δύο δεινά, πενία κι έρωτας, έπληξανˑ την μια ξέρω
να την παλεύω, του άλλου τη φωτιά δεν υποφέρω.
Μελέαγρος
Ψυχή πυρπολημένη, με όση φλόγα κι αν βρεθείς κοντά της,
θα σου ξεφύγει, Έρωταˑ έχει κι εκείνη τα φτερά της.
Καπίτων
Το κάλλος, αν του λείπει η χάρη, τέρπει μόνο, δεν αδράχνειˑ
όπως το δόλωμα χωρίς αγκίστρι μάταια ψάχνει.
Λουκίλλιος
Ή μη με αφήσεις να αγαπώ, Έρωτα, ή τότε βοήθησέ με
να αγαπηθώ: σβήσε τον πόθο ή πόθο κέρασέ με.
Ρουφίνος
Έρωτα, είσαι θεός, αν όμοια και στους δύο μαζί τοξεύειςˑ
δεν είσαι θεός, αν μοναχά τον ένα σημαδεύεις.
Φιλόδημος
Αγάπησαˑ ποιος όχι; Εξώκειλαˑ σε ποιον αυτά είναι ξένα;
Έρμαιο μανίαςˑ αλλά από πού; όχι θεός η αιτία;
Τώρα μακριά όλα αυτά – τα μαύρα μου μαλλιά ήδη χιονισμένα
πιέζουν και μου προμηνούν τη συνετή ηλικία.
Έπαιξα, όσο ήταν καιρόςˑ τώρα καιρός δεν μου έχει μείνει
– καιρός μου να προσανατολισθώ στη σωφροσύνη.
Πηγή: Παλατινή Ανθολογία, Ερωτικά επιγράμματα, Επιλογή-Εισαγωγή-Μετάφραση-Σχόλια: Ν. Χ. Χουρμουζιάδης, εκδ. Στιγμή, Αθήνα 1999.
α) Χαρούμενος είν’ όποιος αφάνισε
και επιφάνεια και βάθος˙
αυτός δεν πρόκειται να μελαγχολήσει,
γιατί πήγε πέρα κι απ` τις τέσσερις
αριθμητικές πράξεις.
β) Κρίσιμη ζωή σημαίνει πάντοτε
ζωή περισσότερη˙ κανένας
θάνατος δεν μπορεί να τη νικήσει.
*Συμβουλές προς τη Χριστίνα
Αναδημοσίευση από: http://www.monocleread.gr/2018/07/01/nikos-karoyzos-mythikh-kyriakh/
Θά ‘ρθει καιρός πού θ’ ἀλλάξουν τά πράγματα.
Νά τό θυμᾶσαι Μαρία.
Θυμᾶσαι Μαρία στά διαλείμματα ἐκεῖνο τό παιχνίδι
πού τρέχαμε κρατώντας τή σκυτάλη
-μή βλέπεις ἐμένα- μήν κλαῖς. Ἐσύ εἶσ’ ἡ ἐλπίδα
ἄκου, θά ‘ρθει καιρός
πού τά παιδιά θά διαλέγουν γονιούς
δέ θά βγαίνουν στήν τύχη
Δε θά ὑπάρχουνε πόρτες κλειστές
μέ γερμένους ἀπέξω
Καί τή δουλειά
θά τή διαλέγουμε
Δέ θά ‘μαστε ἄλογα νά μάς κοιτᾶνε στά δόντια.
Οἱ ἄνθρωποι –σκέψου!- θά μιλᾶνε μέ χρώματα
κι ἄλλοι μέ νότες
Νά φυλάξεις μοναχά
σέ μιά μεγάλη φιάλη μέ νερό
λέξεις καί ἔννοιες σάν κι αὐτές
ἀπροσάρμοστοι – καταπίεση – μοναξιά – τιμή – κέρδος – ἐξευτελισμός
γιά τό μάθημα τῆς Ἱστορίας.
Εἶναι Μαρία -δέ θέλω νά λέω ψέματα-
δύσκολοι καιροί.
Καί θά’ ρθουνε κι ἄλλοι.
Δέν ξέρω -μήν περιμένεις καί ἀπό μένα πολλά-
τόσα ἔζησα, τόσα ἔμαθα, τόσα λέω
κι ἀπ’ ὅσα διάβασα ἕνα κράτησα καλά:
«Σημασία ἔχει νά παραμένεις άνθρωπος».
Θα τήν αλλάξουμε τή ζωή!
Παρ’ όλα αὐτά Μαρία.
Αναδημοσίευση από: http://www.monocleread.gr/2018/08/11/katerina-gwgou-idiwnymo/
Ηθοποιοί και σαλτιμπάγκοι
περιδιαβαίνουν σα μνηστήρες την Ιθάκη.
Θεοί και άνθρωποι υπακούουν στην Ανάγκη.
Ο χρόνος όλα θα τα καταπιεί.
Λευκά μπαλόνια συνοδεύουν την ψυχή σου
με τ’ όνομά σου και μιαν ευχή.
Έφυγες μόλις τα λουλούδια είπαν ν’ ανθίσουν.
Ο χρόνος όλα θα τα καταπιεί.
Είπαν, δεν πρόλαβες πολλά να ζήσεις,
ίσα που ανέτειλες και βιάστηκες να δύσεις,
σαν πεφταστέρι, που σφραγίζει μιαν ευχή,
ώσπου ο χρόνος όλα να τα καταπιεί.
Όλα θα σβήσουν, μα στου Ουρανού τ’ αρχεία
μόνο η αγάπη που’ χεις δώσει θα γραφτεί,
για να φωτίζει τα βράδια μας τα κρύα,
ώσπου ο χρόνος όλα να τα καταπιεί.
Κορίτσια μου γλυκά, εσείς είστε τα ”λουλούδια”, σαν αυτά που προσφέρατε, μαζί με τα μπαλόνια στη Φωτεινούλα, ένα κομμάτι απ’ την ψυχή σας, που πλέον μέσα εκεί θα κατοικεί! Λίγο πιο μεγάλος από σας ήμουν, όταν ξεπροβόδισα τον φίλο μου, τον Κώστα… Μοιάζει σαν τελετή ενηλικίωσης, με την ίδια τη Μοίρα στο ρόλο του τελετάρχη. Διάβασα, (τυχαίο?) οτι αυτή η πανσέληνος ”είναι μια Πανσέληνος Ενηλικίωσης” κι οτι ” η Υλοποίηση των Ονείρων σου, η Υλοποίηση των Ιδανικών σου, θα γίνει μαζί με τον Πόνο σου, μαζί με την Πληγή σου”! Σα να λέει ”προχωρώ μαζί με την πληγή μου”. Όπως είπε κάποτε ο Rumi: ”Η πληγή είναι το σημείο από όπου το Φως μπαίνει μέσα σου”! Όμως η ενηλικίωση, αν και φαίνεται να είναι νόμος της Φύσης, της ζωής, της εξέλιξης, δεν πρέπει εντούτοις να ”θάψει” το ”παιδί” μέσα μας και να κάνει το ”λουλούδι” να μαραθεί. Έχετε πλέον ένα λόγο ακόμα να ζήσετε και ν’ αγωνιστείτε για τα όνειρά σας, στη μνήμη της Φωτεινής!
Mπορώ να γίνω ευτυχισμένος με τα πιο απλά πράγματα
και με τα πιο μικρά..
Και με τα καθημερινότερα των καθημερινών.
Μου φτάνει που οι εβδομάδες έχουν Κυριακές.
Μου φτάνει που τα χρόνια φυλάνε Χριστούγεννα για το τέλος τους.
Που οι χειμώνες έχουν πέτρινα, χιονισμένα σπίτια.
Που ξέρω ν’ ανακαλύπτω τα κρυμμένα πετροράδικα στις κρυψώνες τους.
Μου φτάνει που μ’ αγαπάνε τέσσερις άνθρωποι.
Πολύ…
Μου φτάνει που αγαπάω τέσσερις ανθρώπους.
Πολύ…
Που ξοδεύω τις ανάσες μου μόνο γι’ αυτούς.
Που δεν φοβάμαι να θυμάμαι.
Που δε με νοιάζει να με θυμούνται.
Που μπορώ και κλαίω ακόμα.
Και που τραγουδάω… μερικές φορές…
Που υπάρχουν μουσικές που με συναρπάζουν.
Και ευωδιές που με γοητεύουν…
Οδυσσέας Ελύτης
Όμως, ο καλύτερος φίλους του Φρέντυ ήταν ο Ντάνιελ. Ήταν το μεγαλύτερο φύλλο στο κλωνάρι και φαίνεται ότι βρισκόταν εκεί, πριν απ’ όλα τ’ άλλα φύλλα. Στον Φρέντυ φάνηκε, μάλιστα, ότι ο Ντάνιελ δεν ήταν το πιο παλιό φύλλο, αλλά και το πιο σοφό. Ο Ντάνιελ ήταν αυτός που τους είχε εξηγήσει ότι όλα τα φύλλα αποτελούσαν ένα μέρος του δέντρου. Ήταν ο Ντάνιελ, που τους είχε αποκαλύψει ότι ζούσαν και μεγάλωναν σ’ ένα δημόσιο πάρκο. Κι ακόμα, ο Ντάνιελ τούς είχε πει ότι το δέντρο τους είχε γερές ρίζες, κρυμμένες βαθιά μες στο χώμα. Τους είχε μιλήσει για τα πουλιά που κάθονταν πάνω στα κλαδιά και τιτίβιζαν εκεί τα πρωινά τους τραγούδια. Τους εξήγησε για τον ήλιο, το φεγγάρι, τ’ αστέρια και τις εποχές.
Του Φρέντυ τού άρεσε που ήταν φύλλο. Αγαπούσε το κλωνάρι του, τους ανάλαφρους φυλλωτούς φίλους του, τη θέση του ψηλά στον ουρανό, το θρόισμα που έφερνε ο άνεμος, τις ηλιαχτίδες που τον ζέσταιναν, το φεγγάρι που τον σκέπαζε με απαλές, άσπρες σκιές…
Το καλοκαίρι ήταν ιδιαίτερα όμορφο. Οι μεγάλες θερμές μέρες ήταν απολαυστικές και οι ζεστές νύχτες ήσυχες και ονειρεμένες. Πολλοί άνθρωποι περνούσαν την ώρα τους στο πάρκο, αυτό το καλοκαίρι. Συχνά κάθονταν κάτω από το δέντρο του Φρέντυ. Ο Ντάνιελ εξήγησε στον Φρέντυ ότι, το να προσφέρει τον ίσκιο του στους ανθρώπους, ήταν ένα μέρος από τον σκοπό του.
«Τι είναι σκοπός;» ζήτησε να μάθει ο Φρέντυ.
Ο Φρέντυ συμπαθούσε ιδιαίτερα τους ηλικιωμένους. Κάθονταν πολύ ήσυχα πάνω στο γρασίδι και περνούσαν εκεί την ώρα τους σχεδόν ακίνητοι. Μιλούσαν ψιθυριστά για τα περασμένα. Και τα παιδιά ήταν επίσης διασκεδαστικά, παρόλο που ορισμένες φορές χάραζαν τα ονόματά τους στον κορμό του δέντρου και έσκιζαν τις φλούδες του. Ήταν, ωστόσο, διασκεδαστικό να τα βλέπεις να τρέχουν αδιάκοπα και να γελούν τόσο πολύ.
Όμως, το καλοκαίρι του Φρέντυ πέρασε γρήγορα… Χάθηκε μια νύχτα του Οκτώβρη. Ποτέ ο Φρέντυ δεν είχε νιώσει τόση παγωνιά. Όλα τα φύλλα έτρεμαν από το κρύο. Ήταν σκεπασμένα μ’ ένα στρώμα πάχνης, που γρήγορα έλιωσε κι απόμειναν μουσκεμένα και γεμάτα δροσοσταλίδες που λαμπύριζαν στον πρωινό ήλιο.
«Γιατί βρεθήκαμε ξαφνικά με διαφορετικά χρώματα, αφού είμαστε όλοι στο ίδιο δέντρο;»ρώτησε ο Φρέντυ.
Μια μέρα, ένα πολύ παράξενο πράγμα συνέβηκε. Η ίδια αύρα, το ίδιο αεράκι, που σε άλλη εποχή έκανε τα φύλλα να χορεύουν ανάλαφρα, τώρα τα φυσούσε δυνατά πάνω στο κοτσάνι τους και τα τράνταζε αγρεμένα. Μερικά φύλλα δεν άντεξαν το ανεμόδαρμα, κόπηκαν από τα κλαράκια τους και βρέθηκαν να πετούν ψηλά στον αέρα. Στο τέλος, έπεφταν μαλακά πάνω στη γη.
Όλα τα φύλλα φοβήθηκαν.
«Είναι ακριβώς αυτό που συμβαίνει το φθινόπωρο» τους εξήγησε ο Ντάνιελ.
….”Ποτέ μου δεν επιθύμησα μια ζωή τακτική, με καθορισμένο πρόγραμμα, μια ζωή ρολογιού όπου η σκέψη σταματά με τον ήχο της καμπάνας και όλα είναι ρυθμισμένα εκ των προτέρων για ολόκληρους αιώνες και γενιές. Αυτή η τάξη ταιριάζει ίσως στους περισσότερους, αλλά για το φτωχό παιδί που τρέφεται με ποίηση, όνειρα και χίμαιρες, που σκέφτεται τον έρωτα κι όλες τις σαχλαμάρες, σημαίνει να το ξυπνάς αδιάκοπα απ΄ αυτό το θεσπέσιο όνειρο, να μην του αφήνεις ούτε στιγμή ανάπαυλας, να το πνίγεις φέρνοντάς το πίσω στο δικό μας κόσμο, της ύλης και της λογικής, που του προξενεί φρίκη και αηδία.». «Κι όμως έχω τόσα πράγματα στην ψυχή μου, τόσες δυνάμεις μέσα μου, τόσοι ωκεανοί εξαγριωμένοι και τόσοι έρωτες χτυπιούνται και συνθλίβονται μέσα σ’ αυτή την αδύναμη, την ανήμπορη, την ξεπεσμένη, κουρασμένη, εξαντλημένη καρδιά! Μου λένε να ξαναρχίσω να ζω, να μπερδευτώ με το πλήθος! Μα, πως γίνεται να καρπίσει ξανά το σπασμένο κλαδί; Πως να ξαναπρασινίσει το φύλλο που οι άνεμοι το άρπαξαν και το έσυραν στη σκόνη; Και γιατί τόση πίκρα, ενώ είμαι τόσο νέος; Τι να πω! Ίσως ήταν γραφτό μου να ζήσω έτσι, κουρασμένος προτού καν σηκώσω το φορτίο, λαχανιασμένος προτού καν τρέξω. Διάβασα, εργάστηκα πυρετωδώς μέσα στον ενθουσιασμό μου, έγραψα… Πόσο ευτυχισμένος ήμουν τότε! Πόσο ψηλά εκτοξευόταν η σκέψη μου, μέσα στο παραλήρημά της, σε περιοχές άγνωστες στους ανθρώπους, όπου ούτε κόσμος υπάρχει, ούτε πλανήτες, ούτε ήλιοι, το δικό μου άπειρο ήταν μεγαλύτερο (αν αυτό είναι δυνατόν) από την απεραντοσύνη του θεού και η ποίηση λικνιζόταν και άνοιγε τα φτερά της σε μια ατμόσφαιρα ερωτική, εκστατική, κι έπειτα, έπρεπε να ξανακατέβω από τις θείες αυτές περιοχές προς τις λέξεις – και πως να αποδώσω με λόγια την αρμονία που υψώνεται στην καρδιά του ποιητή και τις σκέψεις ενός γίγαντα που λυγίζουν τις φράσεις, όπως ένα γεμάτο πρησμένο χέρι σχίζει το γάντι που το καλύπτει; Και κει ακόμα, η απογοήτευση, γιατί πατάμε στη γη, σ’ αυτή την παγωμένη γη όπου κάθε ενέργεια αποδυναμώνεται. Από ποια σκαλοπάτια να κατέβεις από το άπειρο στο πεπερασμένο; Πως διαβαθμίζεται η σκέψη και χαμηλώνει χωρίς να σπάσει; Πώς να σμικρύνεις αυτόν τον γίγαντα που αγκαλιάζει το άπειρο; Τότε ζούσα στιγμές θλίψης και απελπισίας, ένιωθα τη δύναμη μου να με συνθλίβει κι αυτήν την αδυναμία που με έκανε να ντρέπομαι -γιατί τα λόγια δεν είναι παρά μακρινή και αδύναμη ηχώ της σκέψης. Καταριόμουν τα πιο αγαπημένα μου όνειρα και τις σιωπηλές ώρες που πέρασα στις παρυφές της δημιουργία. Ένιωθα κάτι κενό και αχόρταγο να με σπαράζει. Κουρασμένος από την ποίηση, όρμηξα στο πεδίο της σκέψης»…..
Όλα περνούν και όλα μένουν αλλά δικό μας είναι το να περνάμε.
Να περνάμε κάνοντας δρόμους, δρόμους πάνω στη θάλασσα.
Ποτέ δεν κυνήγησα τη δόξα, ούτε ν’ αφήσω στη μνήμη των ανθρώπων το τραγούδι μου.
Εγώ αγαπώ τους ανεπαίσθητους κόσμους, τους αβαρείς και αβρούς, σαν σαπουνόφουσκες.
Μ’ αρέσει να τους βλέπω να ζωγραφίζονται από ήλιο και πορφύρα, να πετάνε, κάτω απ’ το γαλανό ουρανό, να πάλλουν, κι αμέσως να σπάνε.
Ποτέ δεν κυνήγησα τη δόξα. Διαβάτη, τα ίχνη σου είναι μόνο ο δρόμος και τίποτ’ άλλο.
Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος, ο δρόμος γίνεται βαδίζοντας. Βαδίζοντας γίνεται ο δρόμος και γυρίζοντας το βλέμμα πίσω φαίνεται το μονοπάτι που ποτέ δε θα ξαναπατήσεις.
Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος μόνο απόνερα στη θάλασσα
ΤΕΛΕΙΩΜΕΝΑ
Μέσα στον φόβο και στες υποψίες,
με ταραγμένο νου και τρομαγμένα μάτια, λυώνουμε και σχεδιάζουμε
το πώς να κάμουμε για ν’ αποφύγουμε τον βέβαιο τον κίνδυνο που έτσι φρικτά μας απειλεί.
Κι όμως λανθάνουμε, δεν είν’ αυτός στον δρόμο· ψεύτικα ήσαν τα μηνύματα (ή δεν τ’ ακούσαμε ή δεν τα νοιώσαμε καλά).
Άλλη καταστροφή, που δεν την φανταζόμεθαν, εξαφνική, ραγδαία πέφτει επάνω μας, κι ανέτοιμους -πού πια καιρός- μας συνεπαίρνει. [Π
Ήταν άνθρωποι Πολλοί πολλοί άνθρωποι
Αγκαλιασμένοι Με τα δάχτυλα σφιχτά (Σα χειροπέδες)
Κι όταν σκοτείνιασε Ύστερα μείναν λίγοι άνθρωποι
Κι ύστερα ακόμα πιο λίγοι Όσο σβήναν τα φώτα ένα ένα
Όσο βούλιαζε η νύχτα Κι ύστερα ακόμα πιο λίγοι
Κι οι άλλοι πουλούσαν τα μάτια τους Κι οι άλλοι τούς κλέβαν τα δόντια τους
Κι αυτοί κλειδώναν τα μάτια τους Κι αυτοί καρφώναν τα δόντια τους
Γυρίζοντας στον τοίχο τους καθρέφτες (Όλο και λίγοι πιο λίγοι)
Ώσπου σε μια στιγμή Άνοιξε κάποιος το μαχαίρι Κι έσκισε το πουκάμισό του
Κι είδανε τ’ όνομά του γραμμένο στο στήθος Πάνω ακριβώς στο μέρος της καρδιάς.
…”Το έθνος να λυπάστε αν φορεί ένδυμα που δεν το ύφανε.
Ψωμί αν τρώει αλλά όχι απ’ τη σοδειά του.
Κρασί αν πίνει, αλλά όχι από το πατητήρι του.
Το έθνος να λυπάστε που δεν υψώνει τη φωνή παρά μονάχα στη πομπή της κηδείας.
Που δεν συμφιλιώνεται παρά μονάχα μες τα ερείπιά του.
Που δεν επαναστατεί παρά μονάχα σαν βρεθεί ο λαιμός του ανάμεσα στο
σπαθί και την πέτρα.
Το έθνος να λυπάστε που έχει αλεπού για πολιτικό, απατεώνα για
φιλόσοφο, μπαλώματα και απομιμήσεις είναι η τέχνη του.
Το έθνος να λυπάστε που έχει σοφούς από χρόνια βουβαμένους.”
Η ΡΟΔΙΑ
Κάποτε, όταν ζούσα στην καρδιά μιας ροδιάς, άκουσα έναν σπόρο της να λέει: «Κάποια μέρα θα γίνω δέντρο, κι ο αγέρας θα τραγουδάει ανάμεσα στα κλώνια μου. Ο ήλιος θα χορεύει πάνω στα φύλλα μου και θα είμαι δυνατό δέντρο κι όμορφο, στις εποχές όλες μέσα».
Ύστερα μίλησε ένας άλλος σπόρος και είπε: «Όταν ήμουν νιος σαν κι εσένα, είχα κι εγώ τέτοιες απόψεις, μα τώρα που μπορώ να μετρώ και να ζυγίζω τα πράγματα, βλέπω ότι οι ελπίδες μου τρέφονταν του κάκου».
Κι ένας τρίτος σπόρος, μίλησε κι αυτός: «Δεν βλέπω τίποτα που να προμαντεύει, για μας, ένα τόσο μεγαλειώδες μέλλον».
Κι ένας τέταρτος είπε: «Όμως τι φενάκη θα ‘ταν η ζωή μας, χωρίς προοπτικές μεγαλοσύνης».
Είπε ένας πέμπτος: «Γιατί να διαφωνούμε για το τι θα γίνουμε, αφού το τι είμαστε δεν γροικάμε καν».
Μα ένας έκτος απάντησε: «Εκείνο που είμαστε, αυτό θα εξακολουθήσουμε να είμαστε».
Κι ένας έβδομος: «Έχω τόσο ξεκάθαρη ιδέα για το καθετί πως θα γίνει. Μα να μην μπορώ να την ντύσω με λέξεις!».
Κι ένας όγδοος μίλησε -κι ένατος και δέκατος- και σειρά από άλλους, και δεν μπορούσα να βγάλω άκρη πια, από τις φωνές τους.
Κι έτσι, την ίδια εκείνη μέρα, μετακόμισα στην καρδιά μιας κυδωνιάς, εκεί όπου οι σπόροι είναι λιγοστοί και δεν μιλάνε σχεδόν καθόλου.
Η ΑΛΛΗ ΓΛΩΣΣΑ
Τρεις μέρες, αφού είχα γεννηθεί, κι όπως ήμουν ξαπλωμένος στη μεταξόστρωτη κούνια μου, θωρώντας με κατάπληκτη δυσαρέσκεια τα του καινούργιου κόσμου, τριγύρνα μου, η μητέρα μου μίλησε στην παραμάνα, λέγοντας: «Πώς τα πάει το παιδί μου;».
Κι η παραμάνα απάντησε: «Καλά τα πάει, κυρία, το τάισα τρεις φορές, και δεν έχω ξαναδεί ποτέ άλλο μωρό τόσο μικρό να ‘ναι τόσο χαρωπό».
Κι εγώ εξοργίστηκα και φώναξα: «Δεν είν’ αλήθεια μητέρα. Το κρεβάτι μου είναι σκληρό, και το γάλα του θηλασμού πικρόγευστο στο στόμα μου. Η μυρωδιά του στήθους μού πνίγει τα ρουθούνια, κι είμαι τρισδυστυχισμένο».
Μα η μητέρα μου δεν κατάλαβε, ούτε κι η παραμάνα. Γιατί η γλώσσα μου ήταν η γλώσσα κείνου του κόσμου απ’ όπου είχα έρθει.
Και στις, είκοσι και μία, μέρες της ζωής μου, που βαφτιζόμουν, ο παπάς είπε στην μητέρα μου: «Πρέπει στ’ αλήθεια να είσαστε ευτυχισμένη, κυρία, που ο γιος σας γεννήθηκε χριστιανός».
Κι εγώ ξαφνιάστηκα και είπα στον παπά: «Τότε η μάνα σου, στους ουρανούς, πρέπει να ‘ναι δυστυχισμένη που εσύ δεν γεννήθηκες χριστιανός».
Μα κι ο παπάς, τα ίδια: Δεν κατάλαβε τη γλώσσα μου.
Μετά από εφτά φεγγάρια, ένας μάντης με κοίταξε μια μέρα κι είπε στην μητέρα μου: «Ο γιος σου θα γίνει πολιτικός και μέγας αρχηγέτης».
Κι εγώ έσκουξα: «Αυτή ‘ναι ψευτοπροφητεία, γιατί εγώ, μουσικός θα γίνω και τίποτα απ’ όσα λέει».
Μα ακόμα κι αυτό τον καιρό ήταν η γλώσσα μου ακατάληπτη -κι ήταν μεγάλη η κατάπληξή μου.
Κι ύστερα από τριάντα και τρία χρόνια, που στο μεταξύ η μητέρα μου, κι η παραμάνα μου, κι ο παπάς, είχαν όλοι τους πεθάνει, ο μάντης ζούσε ακόμα. Και χτες τον συναπάντησα κοντά στην πύλη του ναού. Κι όπως μιλούσαμε μου είπε: «Πάντα μου το ΄ξερα πως θα γινόσουν μεγάλος μουσικός. Ακόμα κι από τα γεννοφάσκια σου προφήτεψα και προείπα το μέλλον σου».
Κι εγώ τον πίστεψα, γιατί τώρα πια, έχω κι εγώ λησμονημένη τη γλώσσα εκείνου, τ’ αλλουνού του κόσμου.
Η ΦΙΛΟΔΟΞΗ ΒΙΟΛΕΤΑ
Υπήρχε μία ωραία κι ευωδιαστή βιολέτα που ζούσε ήσυχα ανάμεσα στους φίλους της και κουνιόταν χαρούμενα ανάμεσα στα άλλα λουλούδια, σ’ έναν μοναχικό κήπο. Ένα πρωί, όταν το στέμμα της ήταν στολισμένο με δροσοσταλίδες, σήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε γύρω της. Είδε ένα ψηλό και ωραίο τριαντάφυλλο να στέκεται υπερήφανα και να φτάνει ψηλά στο διάστημα, σαν φλογισμένος πυρσός πάνω σε μία λάμπα από σμαράγδια.
Η βιολέτα άνοιξε τα γαλάζια χείλη της και είπε: «Τι άτυχη που είμαι ανάμεσα σ’ αυτά τα λουλούδια και πόσο ταπεινή είναι η θέση που έχω μπροστά τους! Η φύση μ’ έπλασε να είμαι κοντή και φτωχιά… Ζω πολύ κοντά στη γη και δεν μπορώ να σηκώσω το κεφάλι μου προς τον γαλάζιο ουρανό ή να στρέψω το πρόσωπό μου στον ήλιο, όπως κάνει το τριαντάφυλλο».
Και το τριαντάφυλλο άκουσε τα λόγια της γειτόνισσάς της. Γέλασε και σχολίασε: «Τι παράξενη είναι η ομιλία σου! Είσαι τυχερή, και όμως δεν μπορείς να καταλάβεις την τύχη σου. Η Φύση σού έδωσε ευωδία και ομορφιά που δεν χάρισε σε κανένα άλλο λουλούδι. Πέταξε αυτές τις σκέψεις και να ‘σαι ευχαριστημένη, και να θυμάσαι ότι όποιος ταπεινώνεται, θα εξυψωθεί και όποιος εξυψώνει τον εαυτό του θα συντριβεί».
Η βιολέτα απάντησε: «Με παρηγορείς γιατί έχεις αυτό που λαχταρώ… Ζητάς να με πικράνεις με το νόημα ότι είσαι σπουδαία…Πόσο οδυνηρό είναι το κήρυγμα των τυχερών, στην καρδιά των δυστυχισμένων! Και πόσο αυστηρός είναι ο δυνατός όταν είναι σύμβουλος των αδυνάτων».
Και η Φύση άκουσε τη συνομιλία της βιολέτας με το τριαντάφυλλο, πλησίασε και είπε: «Τι σου συνέβη, κόρη μου βιολέτα; Υπήρξες ταπεινή και γλυκιά σε όλες σου τις πράξεις και τα λόγια σου. Μήπως μπήκε η απληστία στην καρδιά σου και μούδιασε τις αισθήσεις σου;».
Με παρακλητική φωνή, η βιολέτα απάντησε σ’ αυτή λέγοντας: «Μεγάλη και σπλαχνική μητέρα, γεμάτη αγάπη και συμπάθεια, σε παρακαλώ, με όλη μου την καρδιά και την ψυχή μου, να μου κάνεις τη χάρη και να με αφήσεις να είμαι τριαντάφυλλο για μια μέρα».
Και η Φύση απάντησε: «Δεν ξέρεις τι ζητάς. Δεν αντιλαμβάνεσαι την κρυμμένη συμφορά πίσω από την τυφλή φιλοδοξία σου. Αν ήσουν τριαντάφυλλο θα το μετάνιωνες και το μετάνιωμά σου δεν θα σε ωφελούσε σε τίποτε».
Η βιολέτα επέμεινε: «Κάνε με ψηλό τριαντάφυλλο, γιατί θέλω να σηκώνω το κεφάλι μου ψηλά με καμάρι. Και ασχέτως της τύχης μου, θα είναι δικό μου σφάλμα».
Η Φύση υποχώρησε, λέγοντας: «Α, αμαθής και ανυπότακτη βιολέτα, θα σου κάνω το χατήρι. Αλλά αν πέσει συμφορά σε σένα, το παράπονό σου πρέπει να στραφεί στον εαυτό σου».
Και η Φύση άπλωσε τα μυστηριώδη και μαγικά δάχτυλά της και άγγιξε τις ρίζες τις βιολέτας, που αμέσως έγινε ψηλό τριαντάφυλλο, και υψώθηκε πάνω απ’ όλα τα λουλούδια του κήπου.
Το δειλινό, ο ουρανός γέμισε από πυκνά μαύρα σύννεφα και τα μαινόμενα στοιχεία τάραξαν τη σιωπή της ύπαρξης με βροντές και άρχισαν να χτυπούν τον κήπο, εκτοξεύοντας μεγάλη βροχή και δυνατούς ανέμους. Η καταιγίδα έσκισε τα κλαδιά και ξερίζωσε τα φυτά κι έσπασε τα κοτσάνια των δυνατών λουλουδιών, αφήνοντας άθικτα μόνο τα μικρά λουλούδια που φύτρωναν κοντά στη φιλική γη. Εκείνος ο μοναχικός κήπος υπέφερε πολύ από τον εχθρικό ουρανό και όταν ησύχασε η θύελλα και ο ουρανός καθάρισε, όλα τα φυτά καταστράφηκαν και κανένα από αυτά δεν ξέφυγε την οργή της Φύσης, εκτός από τις μικρές βιολέτες που κρύβονταν κοντά στον τοίχο του κήπου.
Αφού σήκωσε το κεφάλι της και είδε την τραγωδία των λουλουδιών και δέντρων, μία από τις νεαρές βιολέτες χαμογέλασε χαρούμενα και είπε στις συντρόφισσές της: «Κοιτάξτε τι έκανε η καταιγίδα στα υπερήφανα λουλούδια!».
Μία άλλη βιολέτα είπε: «Είμαστε μικρές και ζούμε κοντά στη γη, αλλά είμαστε ασφαλείς από την οργή των ουρανών».
Και μία τρίτη πρόσθεσε: «Επειδή έχουμε μικρό ύψος, η καταιγίδα δεν μπορεί να μας υποτάξει».
Εκείνη τη στιγμή η βασίλισσα των βιολετών είδε δίπλα της την αλλαγμένη βιολέτα, πεταμένη στη γη από τη θύελλα και παραμορφωμένη πάνω στη βρεγμένη χλόη σαν αδύναμος στρατιώτης στο πεδίο της μάχης.
Η βασίλισσα των βιολετών σήκωσε το κεφάλι της και φώναξε την οικογένειά της, λέγοντας: «Κοιτάξτε, κόρες μου και σκεφτείτε αυτό που έκανε η Απληστία στη βιολέτα που έγινε υπερήφανο τριαντάφυλλο για μία ώρα. Η ανάμνηση αυτής της σκηνής ας γίνει υπενθύμιση της καλής σας τύχης».
Το ετοιμοθάνατο τριαντάφυλλο κινήθηκε, μάζεψε τα υπολείμματα της δύναμής του και είπε ήσυχα: «Είστε ευχαριστημένοι και πειθήνιοι βλάκες! Ποτέ δεν φοβήθηκα την καταιγίδα. Χθες, κι εγώ ήμουν ευχαριστημένη και ικανοποιημένη με τη Ζωή, αλλά η Ικανοποίηση ενήργησε σαν εμπόδιο ανάμεσα στην ύπαρξή μου και στην καταιγίδα της Ζωής, που με περιόριζε σε μία αρρωστιάρικη και νωθρή ειρήνη και γαλήνη πνεύματος. Μπορούσα να ζήσω την ίδια ζωή που ζείτε εσείς τώρα, με το να προσκολλείστε από φόβο στη γη… Μπορούσα να περιμένω τον χειμώνα να με τυλίξει με χιόνι και να με παραδώσει στον Χάρο, που θα πάρει σίγουρα όλες τις βιολέτες… Χαίρομαι τώρα γιατί ερεύνησα έξω από τον μικρό κόσμο μου το μυστήριο του Σύμπαντος -κάτι που δεν κάνατε εσείς ακόμη. Μπορούσα να παραβλέψω την Απληστία, που η φύση της είναι ανώτερη από τη δική μου, αλλά καθώς πρόσεχα την ησυχία της νύχτας, άκουσα τον ουράνιο κόσμο να μιλά σ’ αυτό τον γήινο κόσμο, λέγοντας: “Η φιλοδοξία πέρα από την ύπαρξη, είναι ο βασικός σκοπός της ζωής μας”. Εκείνη τη στιγμή το πνεύμα μου επαναστάτησε και η καρδιά μου λαχτάρησε μία θέση ανώτερη από την περιορισμένη ύπαρξή μου. Κατάλαβα ότι η άβυσσος δεν μπορεί ν’ ακούσει το τραγούδι των άστρων, κι εκείνη τη στιγμή άρχισα να πολεμώ κατά της μικρότητάς μου και να λαχταρώ εκείνο που δεν ανήκε σε μένα, ώσπου η ανυποταξία μου έγινε μεγάλη δύναμη και η λαχτάρα μου δημιουργική θέληση… Η Φύση, που είναι το μεγάλο αντικείμενο των βαθύτερων ονείρων μας, ικανοποίησε την παράκλησή μου και μ’ έκανε τριαντάφυλλο με τα μαγικά δάχτυλά της».
Το τριαντάφυλλο έγινε σιωπηλό για μία στιγμή και με αδύνατη φωνή, ανακατεμένη με υπερηφάνεια και κατόρθωμα, είπε: «Έζησα μία ώρα σαν υπερήφανο τριαντάφυλλο. Υπήρξα για ένα διάστημα σαν βασίλισσα. Κοίταξα το Σύμπαν πίσω από τα μάτια του τριαντάφυλλου. Άκουσα τον ψίθυρο του στερεώματος με τ’ αυτιά του τριαντάφυλλου και άγγιξα τις πτυχές του ρούχου του Φωτός, με ροδοπέταλα. Υπάρχει κάποιος εδώ, που μπορεί να διεκδικήσει τέτοια τιμή;».
Αφού μίλησε έτσι, χαμήλωσε το κεφάλι του και με πνιγμένη φωνή είπε ασθμαίνοντας: «Θα πεθάνω τώρα, γιατί η ψυχή μου πέτυχε τον σκοπό της. Τελικά, επέκτεινα τις γνώσεις μου ως έναν κόσμο πέρα από το στενό σπήλαιο της γέννησής μου. Αυτό είναι το σχέδιο της Ζωής… Αυτό είναι το μυστικό της Ύπαρξης».
Τότε το τριαντάφυλλο άρχισε να τρέμει, δίπλωσε αργά τα πέταλά του, και πήρε την τελευταία αναπνοή του μ’ ένα ουράνιο χαμόγελο πάνω στα χείλη του… Ένα χαμόγελο εκπλήρωσης, ελπίδας και σκοπού στη Ζωή… Ένα χαμόγελο νίκης, ένα χαμόγελο του Θεού.
….”Τότε η Αλμήτρα είπε: Μίλησε μας για την Αγάπη.
Κι εκείνος, ύψωσε το κεφάλι του κι αντίκρισε το λαό κι απλώθηκε βαθιά ησυχία.
Και με φωνή μεγάλη είπε: Όταν η αγάπη σε καλεί,
ακολούθησέ την, Μόλο που τα μονοπάτια της είναι τραχιά κι απότομα. Κι όταν τα φτερά της σε αγκαλιάσουν, παραδόσου, μόλο που το σπαθί που είναι κρυμμένο ανάμεσα στις φτερούγες της μπορεί να σε πληγώσει.
Κι όταν σου μιλήσει, πίστεψε την, μ’ όλο που η φωνή της μπορεί να διασκορπίσει τα όνειρά σου σαν το βοριά που ερημώνει τον κήπο.
Γιατί όπως η αγάπη σε στεφανώνει, έτσι και θα σε σταυρώσει. Κι όπως είναι για το μεγάλωμα σου, είναι και για το κλάδεμά σου.
Κι όπως ανεβαίνει ως την κορφή σου και χαϊδεύει τα πιο τρυφερά κλαδιά σου που τρεμοσαλεύουν στον ήλιο,
Έτσι κατεβαίνει κι ως τις ρίζες σου και ταράζει την προσκόλληση τους στο χώμα.
Σα δεμάτια σταριού σε μαζεύει κοντά της.
Σε αλωνίζει για να σε ξεσταχυάσει.
Σε κοσκινίζει για να σε λευτερώσει από τα φλούδια σου.
Σε αλέθει για να σε λευκάνει.
Σε ζυμώνει ώσπου να γίνεις απαλός.
Και μετά σε παραδίνει στην ιερή φωτιά της για να γίνεις ιερό ψωμί για του Θεού το άγιο δείπνο.
Όλα αυτά θα σου κάνει η αγάπη για να μπορέσεις να γνωρίσεις τα μυστικά της καρδιάς σου και με τη γνώση αυτή να γίνεις κομμάτι της καρδιάς της ζωής.
Αλλά αν από το φόβο σου, γυρέψεις μόνο την ησυχία της αγάπης και την ευχαρίστηση της αγάπης,
Τότε, θα ήταν καλύτερα για σένα να σκεπάσεις τη γύμνια
σου και να βγεις έξω από το αλώνι της αγάπης. Και να σταθείς στον χωρίς εποχές κόσμο όπου θα γελάς, αλλά όχι με ολάκερο το γέλιο σου και θα κλαις, αλλά όχι με όλα τα δάκρυά σου.
Η αγάπη δε δίνει τίποτα παρά μόνο τον εαυτό της και δεν παίρνει τίποτα παρά από τον εαυτό της. Η αγάπη δεν κατέχει κι ούτε μπορεί να κατέχεται, γιατί η αγάπη αρκείται στην αγάπη.
Όταν αγαπάς, δε θα ‘πρεπε να λες: “Ο Θεός είναι στην καρδιά μου”, αλλά μάλλον “Εγώ βρίσκομαι μέσα στην καρδιά του Θεού”.
Και μη πιστέψεις ότι μπορείς να κατευθύνεις την πορεία της αγάπης, γιατί η αγάπη, αν σε βρει άξιο, θα κατευθύνει εκείνη τη δική σου πορεία.
Η αγάπη δεν έχει καμιά άλλη επιθυμία εκτός από την εκπλήρωσή της. Αλλά αν αγαπάς κι είναι ανάγκη να έχεις επιθυμίες, ας είναι αυτές οι επιθυμίες σου: Να λιώσεις και να γίνεις σαν το τρεχούμενο ρυάκι που λέει το τραγούδι του στη νύχτα.
Να γνωρίσεις τον πόνο της πολύ μεγάλης τρυφερότητας.
Να πληγωθείς από την ίδια την ίδια τη γνώση σου της αγάπης. Και να ματώσεις πρόθυμα και χαρούμενα.
Να ξυπνάς την αυγή με καρδιά έτοιμη να πετάξει και να προσφέρεις ευχαριστίες για μια ακόμα μέρα αγάπης. Να αναπαύεσαι το μεσημέρι και να στοχάζεσαι την έκσταση της αγάπης.
Να γυρίζεις σπίτι το σούρουπο με ευγνωμοσύνη στην καρδιά
Και ύστερα να κοιμάσαι με μια προσευχή για την αγάπη που έχεις στην καρδιά σου και μ’ έναν ύμνο δοξαστικό στα χείλη σου
Ρώτησαν κάποτε το Ναστραντίν Χότζα:
” Όταν γίνεται ένα καινούργιο φεγγάρι, το παλιό τι το κάνουν;”
Κι αυτός απάντησε:
“Το ψαλιδίζουν και το κάνουν άστρα”
