Διαβάσαμε
Λόγιος, δάσκαλος του δικαίου, θεολόγος και μυστικιστής, με το πνευματικό του έργο έσπασε το φράγμα του χρόνου και της γλώσσας
Κείμενο: ελc team
Email: info@elculture.gr
Στις 17 Δεκεμβρίου 1273 πεθαίνει ο Jalal-Al-Din Rumi, ο σημαντικότερος Πέρσης ποιητής, ιδρυτής του μυστικιστικού τάγματος του Ισλάμ «Σούφι». Λόγιος, δάσκαλος του δικαίου, θεολόγος και μυστικιστής, με το πνευματικό του έργο έσπασε το φράγμα του χρόνου και της γλώσσας.
Ύμνησε την αγάπη πέρα από τη θρησκεία με επίκεντρο τον άνθρωπο και την αγαθότητα των αισθημάτων. Ο Ρουμί έγραψε για πλήθος θεμάτων αλλά ξεχωρίζουν μέχρι σήμερα τα αποφθέγματά του για την αγάπη και τη δύναμή της μέσα στο χρόνο:
1. «Οι εραστές δεν συναντιούνται σε κάποιο σημείο. Βρίσκονται ο ένας μέσα στον άλλο συνεχώς».
2. «Αγάπη είναι να πετάς σε έναν μυστικό ουρανό και να κανείς 100 πέπλα να πέφτουν κάθε στιγμή. Πρώτα απελευθερώσου από τη ζωή. Τέλος, κάνε ένα βήμα χωρίς πόδια».
3. «Ο στόχος σου δεν είναι να αναζητήσεις την αγάπη, αλλά απλώς να αναζητήσεις και να βρεις όλα τα εμπόδια που υπάρχουν μέσα σου και έχεις υψώσει εναντίον της».
4. «Πρέπει να εγκαταλείψεις 1000 μισές αγάπες προκειμένου να έχεις μια ολόκληρη».
5. «Όσες περιγραφές και να χρησιμοποιήσουμε για να εξηγήσουμε την αγάπη, όταν ερωτευόμαστε ντρεπόμαστε για τις ίδιες μας τις λέξεις».
6. «Η αγάπη είναι η γέφυρα ανάμεσα σε εσένα και οτιδήποτε άλλο».
7. «Αν δεν με βρεις μέσα σου, δεν θα με βρεις ποτέ. Διότι βρίσκομαι μαζί σου από την πρώτη στιγμή της ύπαρξής μου».
8. «Οι εξηγήσεις μέσω των λέξεων κάνουν τα πράγματα πιο ξεκάθαρα, αλλά η αγάπη χωρίς εξηγήσεις είναι πιο ξεκάθαρη».
9. «Τα λόγια είναι αδύναμα ως προς την έκφραση της αγάπης».
10. «Μόνο με την καρδιά μπορείς να αγγίξεις τον ουρανό».
11. «Άφησε την ομορφιά αυτού που αγαπάς να γίνει αυτό που κάνεις».
12. «Είμαι δικός σου. Μην με δώσεις πίσω στον εαυτό μου».
13. «Όταν είμαι μαζί σου, μένουμε ξύπνιοι όλη τη νύχτα. Όταν δεν είσαι εδώ, δεν μπορώ να κοιμηθώ. Δοξάζω τον Θεό για τις δυο αυτές ξαγρύπνιες αλλά και για τη διαφορά ανάμεσά τους».
14. «Θέλω να σε κοιτάζω. Γνωρίζω τη φωνή σου. Σε αναγνωρίζω όταν έρχεσαι από τη γωνιά του δρόμου. Νιώθω το άρωμά σου όταν μπαίνω σε ένα δωμάτιο από το οποίο μόλις έχεις φύγει. Γνωρίζω τον τρόπο που ανασηκώνεις τη φτέρνα σου όταν περπατάς, τον τρόπο που γλιστρά το πόδι σου. Μου είναι οικείος ο τρόπος που κλείνεις τα χείλη σου και ύστερα μόλις που τα ανοίγεις και τότε έρχομαι να σε φιλήσω. Θέλω να νιώσω τη χαρά όταν ψιθυρίζεις “κι άλλο”».
15. «Μέσα στο δικό σου φως μαθαίνω να αγαπώ. Μέσα στην ομορφιά σου, μαθαίνω να γράφω ποιήματα. Χορεύεις μέσα στο στήθος μου, εκεί που κανείς δεν σε βλέπει παρά μόνο μερικές φορές εγώ, και τότε αυτό το θέαμα γίνεται τέχνη».
16. «Οι αποχαιρετισμοί αφορούν μόνο εκείνους που αγαπούν με τα μάτια τους. Για όσους αγαπούν με την καρδιά και την ψυχή τους, δεν υπάρχει χωρισμός».
17. «Υπάρχουν δύο είδη ανθρώπων που δεν μένουν ποτέ ικανοποιημένοι – ο εραστής του κόσμου και ο εραστής της γνώσης».
18. «Όπου κι αν βρίσκεσαι και ό,τι κι αν κάνεις, ας γίνεται με αγάπη».
19. «Αφέσου σιωπηλά στην παράξενη έλξη αυτού που αγαπάς πραγματικά. Δεν θα σε οδηγήσει σε λάθη».
20. «Πέρα από την έννοια των σωστών και των λάθος πράξεων, υπάρχει ένα πεδίο. Εκεί θα σε συναντήσω».
πηγή: https://www.elculture.gr
Ο πρωταγωνιστής στο θεραπευτικό περιβάλλον είναι η λεκτική επικοινωνία, αλλά η χρήση της φωτογραφίας στο πλαίσιο αυτό επιτρέπει την εργασία με διαφορετικό τρόπο που δίνει νόημα στο αφηγηματικό περιεχόμενο κυρίως χάρη στην εκφραστική δύναμη και στη συγκεκριμένη γλώσσα που διαθέτει ο ιδιαίτερος κώδικας της φωτογραφίας.
“Η φωτογραφία είναι μια αδύναμη φωνή, αλλά μερικές φορές
μπορεί να προσκαλέσει τις αισθήσεις μας προς τη συνείδηση,
να προκαλέσει συναισθήματα τόσο δυνατά ώστε να λειτουργούν ως καταλύτες της σκέψης”.W.E. Smith 1977
Με τη γέννηση της φωτογραφίας, ο άνθρωπος μπορούσε να κρατήσει εικόνες χωρίς να χρειάζεται να τις παράγει με το χέρι.
Από την προέλευσή της, η φωτογραφία δεν περιορίζεται στο να αποτελεί απλή συλλογή πληροφοριών σε εικόνες, αλλά επιτρέπει την καταγραφή της οπτικής γωνίας του παρατηρητή και επομένως του ατόμου που φωτογραφίζει.
Ο Henri Cartier-Bresson, έγραψε: «για να φωτογραφίσετε, πρέπει να βάλετε το μυαλό, τα μάτια και την καρδιά στην ίδια οπτική γραμμή. Είναι ένας τρόπος ζωής».
Αυτό είναι σωστό. Η φωτογράφηση είναι μια επιλογή, μια γλώσσα, ένας τρόπος επικοινωνίας των συναισθημάτων, των διαθέσεων, των σκέψεων. Ένας τρόπος να σταθείς και να επιβληθείς στον κόσμο.
Το πραγματικό νόημα κάθε φωτογραφίας βρίσκεται πιο πολύ σε ότι οι λεπτομέρειες προκαλούν στον νου και στην καρδιά του κάθε θεατή, παρά στα οπτικά της δεδομένα. Στην ουσία δημιουργούμε οι ίδιοι την σημασία που αποδίδουμε στην φωτογραφία.
Η φωτογραφία είναι άμεση, αλλά ταυτόχρονα αποκτά συνεχώς νέες έννοιες όσο περισσότερο την εξερευνούμε.
Εντός της φωτογραφίας, κρύβονται και αναμιγνύονται περισσότερες έννοιες από ό, τι νομίζουμε όταν την παρατηρούμε, επομένως, η παρατήρηση μιας φωτογραφίας δεν είναι το ίδιο πράγμα με την ανάγνωση της.
Η φωτογραφία δεν είναι μόνο μια εκτύπωση, είναι ένα είδος αυτοπροσωπογραφίας, ένα είδος “καθρέφτη με μνήμη”και περιέχει μια εικόνα που για τον παρατηρητή μπορεί να πάρει ζωή.
Η φωτογραφία κρύβει λοιπόν ένα αμέτρητο δυναμικό όχι μόνο ως εργαλείο για να διευκολύνει και να λειτουργήσει υποστηρικτικά στην επικοινωνία, ειδικά όταν ορισμένα συναισθήματα ή εμπειρίες είναι δύσκολο να εκφραστούν με λέξεις, αλλά και ως εργαλείο ικανό να εκφράσει μεταφορικά σκέψεις και συναισθήματά, καθώς επίσης και ως εργαλείο αυτο-εξερεύνησης του Εαυτού, χρήσιμο για τη βελτίωση της αυτογνωσίας, την ενίσχυση της αυτοεκτίμησης και την αύξηση της συνειδητοποίησης.
Έτσι η σημασία και το συναισθηματικό ‘Μήνυμα¨ εξαρτάται από το ποιος κοιτάζει την φωτογραφία.
Ο πρώτος που εφάρμοσε τη φωτογραφία στην ψυχική υγεία ήταν ο φωτογράφος και ψυχίατρος HughDiamond στο άσυλο του Surrey County Lunatic Asylum από το 1848 έως το 1858. Φωτογράφισε τους ασθενείς στο άσυλο, χρησιμοποιώντας την εικόνα ως διαγνωστικό εργαλείο για τον εντοπισμό διαφορετικών τύπων ψυχικών ασθενειών, και ανακάλυψε ότι όταν οι φωτογραφίες απεδείχθησαν πως είχαν θετικό θεραπευτικό αποτέλεσμα στους ασθενείς.
Εξετάζοντας τις φωτογραφίες τους, οι ασθενείς είχαν επίγνωση της φυσικής τους ταυτότητας και έδιναν περισσότερη προσοχή στην εμφάνισή τους, καθώς συνειδητοποίησαν ότι κάθε φορά που κοίταζαν μια εικόνα όπου αισθάνονταν και φαινόντουσαν καλά αυξανόταν αυτοεκτίμησή τους.
Το 1975, η Judy Weiser, ψυχολόγος και θεραπεύτρια μέσω της τέχνης, έγραψε το πρώτο άρθρο στο οποίο χρησιμοποίησε τον όρο “Φωτοθεραπεία”, δηλ. τη χρήση της φωτογραφίας στη θεραπεία ως μη λεκτικού οργάνου για να ευνοήσει την αφήγηση του εαυτού του και της ιστορίας του ασθενούς.
Το πρώτο διεθνές συνέδριο για τη φωτοθεραπεία πραγματοποιήθηκε το 1979 στις Ηνωμένες Πολιτείες και το 1982 η J. Weiser ίδρυσε το Κέντρο Photo Teraphy Centre στο Βανκούβερ του Καναδά ως αρχείο και χώρο για ψυχοθεραπευτικές φωτογραφικές τεχνικές.
Η Φωτοθεραπεία αποτελεί μια διαδραστική τεχνική συμβουλευτικής που χρησιμοποιεί αλληλεπιδράσεις ασθενών με προσωπικές φωτογραφίες, οικογενειακές και συγχρόνως φωτογραφίες που τραβήχτηκαν από άλλους ή από ασθενείς κατά τη διάρκεια της θεραπείας, προκειμένου να τους βοηθήσουν να ανακτήσουν τη μνήμη και τα κρυμμένα συναισθήματα.
Και από την ψυχαναλυτική προοπτική, με τον Kohut (1970), οι φωτογραφίες χρησιμοποιήθηκαν για να διευκολύνουν τη διαδικασία αξιολόγησης και διάγνωσης και για να διευκρινίσουν τις σημαντικές πτυχές της παιδικής ηλικίας του ασθενούς.
Τι το θεραπευτικό υπάρχει όμως στην φωτογραφία;
Η φωτογραφία επιτρέπει στον άνθρωπο να έρθει σε επαφή με την αντιληπτή πραγματικότητα του με έναν εντελώς νέο τρόπο.
Κοιτάζοντας μια εικόνα από μια αντιληπτική άποψη σημαίνει ότι την βλέπουμε σαν ένα μια σύνθετη φόρμα πλούσια σε μορφές και υπόβαθρο που μπορεί να προκαλέσει άπειρες προοπτικές νοήματος στον παρατηρητή.
Όταν κοιτάζουμε μια εικόνα που μας ανήκει, προσπαθούμε να συνδέσουμε την εικόνα με την εμπειρία.
Μια φωτογραφία που νοείται ως επικοινωνιακό μέσο έχει μια καταλυτική δύναμη να ανακινήσει συναισθήματα και να δημιουργήσει προβολές εννοιών πάνω σε αυτές, που οι συμμετέχοντες συχνά δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν και να εκφράσουν με λέξεις.
Κοιτάζοντας και ξανακοιτάζοντας τις φωτογραφίες, κοιτάζοντας τον εαυτό μας, κοιτάζοντας τους ανθρώπους που είναι ακόμα παρόντες στη ζωή μας και αυτούς που δεν είναι, μας επιτρέπει να εισέλθουμε σε έναν “άλλο” κόσμο που αποτελείται από αναπαραστάσεις, συναισθήματα και ζωντανές εμπειρίες που συχνά δεν υπάρχουν ούτε στις εικόνες που βλέπουμε.
Το να κοιτάμε μια φωτογραφίας μας, μας επιτρέπει να ξαναδούμε τον εαυτό μας και να βιώσουμε τις αναμνήσεις και τις εμπειρίες που προκαλεί η εικόνα.
Από την στιγμή που ερχόμαστε πάντοτε αντιμέτωποι με την πραγματικότητα, κάθε φωτογραφία ενεργοποιεί στον θεατή μια μεγαλοπρεπή προσωπική εικόνα, που χαρακτηρίζεται από την αντίληψη και τη συναισθηματικότητα.
Παραδοσιακά, ο πρωταγωνιστής στο θεραπευτικό περιβάλλον είναι η λεκτική επικοινωνία, αλλά η χρήση της φωτογραφίας στο πλαίσιο αυτό επιτρέπει την εργασία με διαφορετικό τρόπο που δίνει νόημα στο αφηγηματικό περιεχόμενο κυρίως χάρη στην εκφραστική δύναμη και στη συγκεκριμένη γλώσσα που διαθέτει ο ιδιαίτερος κώδικας της φωτογραφίας.
Έτσι στο θεραπευτικό πλαίσιο μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τη φωτογραφία ως μια μεταφορά του τρόπου με τον οποίο ο θεραπευόμενος αντιλαμβάνεται τον κόσμο και πιο συγκεκριμένα τον τρόπο που σχετίζεται με τους άλλους καθώς επίσης και την ίδια του την ύπαρξη.
Η φωτογραφική εικόνα αποτελεί ένα ερέθισμα που δίνει έναυσμα να ξεκινήσει μια φυσική συνομιλία με τον ενδότερο εαυτό.
Αυτό που ενδιαφέρει τον θεραπευτή είναι τι ανακαλεί η φωτογραφία στον θεραπευόμενο ώστε να του επιτρέψει να εισέλθει στον ορθολογικό του κόσμο, αποκαλύπτοντας πιθανά αντιφατικά στοιχεία της αφήγησής του και της ιστορίας του.
Ο θεραπευόμενος φέρνει τις φωτογραφίες στην θεραπεία, επιλέγοντας διαφορετικές εικόνες του εαυτού του και των άλλων με τους οποίους μπορεί να εργαστεί και να συσχετιστεί, δίνοντας σημασία στο επιλεγμένο υλικό.
Μόλις τοποθετηθούν οι φωτογραφίες, αρχίζει μια διαδικασία αναδόμησης του νοήματος μεταξύ του θεραπευόμενου και του θεραπευτή μέσω μιας σειράς ερωτήσεων που εμβαθύνουν στον λόγο για τον οποίο ο ασθενής αποφάσισε να τοποθετήσει τις φωτογραφίες σε αυτή τη συγκεκριμένη θέση και να διευκρινίσει ποιά συναισθήματα προκαλούν σε αυτόν.
Η φωτογραφία τελικά, είναι μια στιγμή, αλλά εκείνη τη στιγμή σίγουρα υπήρξε ένα γεγονός, ένα περιστατικό, μια σχεσιακή διαδικασία.
Κατά την διάρκεια της θεραπευτικής διαδικασίας μέσω της φωτογραφίας ανοίγεται ένα παράθυρο στο ασυνείδητο, προκειμένου να δοθούν λόγια σε αυτήν, για να ξεκινήσει μια αφηγηματική διαδρομή η οποία δεν περιορίζεται μόνο στην απλή παρατήρηση της εικόνας.
Η δύναμη αυτού του εργαλείου έγκειται στην ικανότητά του να σταματήσει τον χρόνο και να επιτρέπει να ασχοληθούμε συναισθηματικά με τις εμπειρίες του συμμετέχοντα.
Σε μια φωτογραφία μπορεί να ξαναζήσουμε το παρελθόν, να αναστοχαστούμε στο παρόν, να φανταστούμε στο μέλλον μας, και αν καθοδηγηθούμε σωστά θα ανακαλύψουμε το προσωπικό σύστημα αξιών τα κριτήρια και προσδοκίες μας ως προς τον εαυτό μας και ως προς τον κόσμο, μέσω της αφήγησης των προσωπικών μας συναισθημάτων που βασίζονται σε φωτογραφίες που εμείς οι ίδιοι επιλέξαμε ή βγάλαμε.
“Σε μια φωτογραφία υπάρχουν όλες οι εικόνες και έχεις δει, όλα τα βιβλία που έχεις διαβάσει, η μουσική που έχεις ακούσει και όλα τα πρόσωπα που έχεις αγαπήσει”. Ansel Adams.
Συγγραφέας: Αιμιλία Αξιωτίδου, Ψυχοθεραπεύτρια
πηγή-αναδημοσίευση: https://www.psychologynow.gr
Mπορώ να γίνω ευτυχισμένος με τα πιο απλά πράγμαυα
και με τα πιο μικρά..
Και με τα καθημερινότερα των καθημερινών.
Μου φτάνει που οι εβδομάδες έχουν Κυριακές.
Μου φτάνει που τα χρόνια φυλάνε Χριστούγεννα για το τέλος τους.
Που οι χειμώνες έχουν πέτρινα, χιονισμένα σπίτια.
Που ξέρω ν’ ανακαλύπτω τα κρυμμένα πετροράδικα στις κρυψώνες τους.
Μου φτάνει που μ’ αγαπάνε τέσσερις άνθρωποι.
Πολύ…
Μου φτάνει που αγαπάω τέσσερις ανθρώπους.
Πολύ…
Που ξοδεύω τις ανάσες μου μόνο γι’ αυτούς.
Που δεν φοβάμαι να θυμάμαι.
Που δε με νοιάζει να με θυμούνται.
Που μπορώ και κλαίω ακόμα.
Και που τραγουδάω… μερικές φορές…
Που υπάρχουν μουσικές που με συναρπάζουν.
Και ευωδιές που με γοητεύουν…
«Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της, και συ να λείπεις, να ‘ ρχονται οι Άνοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα, και συ να λείπεις, να ‘ ρχονται τα κορίτσια στα παγκάκια του κήπου με χρωματιστά φορέματα, και συ να λείπεις, οι νέοι να κολυμπάνε το μεσημέρι, και συ να λείπεις. Ένα ανθισμένο δέντρο να σκύβει στο νερό, πολλές σημαίες ν’ ανεμίζουν στα μπαλκόνια, και συ να λείπεις. Κι ύστερα ένα κλειδί να στρίβει, η κάμαρα να ‘ ναι σκοτεινή, δυο στόματα να φιλιούνται στον ίσκιο, και συ να λείπεις. Σκέψου δυο χέρια να σφίγγονται, και σένανε να σου λείπουν τα χέρια, δυο κορμιά να παίρνονται, και συ να κοιμάσαι κάτου απ’ το χώμα, και τα κουμπιά του σακακιού σου ν΄ αντέχουν πιότερο από σένα κάτου απ’ το χώμα, κι η σφαίρα η σφηνωμένη στην καρδιά σου να μη λιώνει. Όταν η καρδιά σου, που τόσο αγάπησε τον κόσμο, θα’χει λιώσει. Να λείπεις- δεν είναι τίποτα να λείπεις. Αν έχεις λείψει για ό,τι πρέπει, θα ‘σαι για πάντα μέσα σ’ όλα εκείνα που γι αυτά έχεις λείψει, θα ‘σαι για πάντα μέσα σ’ όλο τον κόσμο…”
**Πώς ο Χου Γι έριξε ένα βέλος στον ήλιο
Σύμφωνα με την κινεζική μυθολογία, ο ουρανός είχε δέκα ήλιους. Κάθε μέρα, η θεά του ήλιου Σίχο επέλεγε έναν από τους ήλιους (που ήταν και γιοι της) και τον έστελνε να διατρέξει τον ουράνιο θόλο με το άρμα της. Εν τω μεταξύ, οι υπόλοιποι εννιά έπαιζαν.
Το σύστημα αυτό λειτουργούσε μια χαρά έως ότου οι ήλιοι βαρέθηκαν. Αποφάσισαν να διατρέξουν τον ουρανό όλοι μαζί, προκειμένου να παραγάγουν τόσο φως και ζέστη ώστε να πάρουν ρεπό μερικές μέρες. Όμως, αυτό ξέρανε τους ποταμούς, έκαψε τη γη και οδήγησε σε ξηρασία.
Ο θεός του ήλιου Ντιτζούν λυπήθηκε τους θνητούς και κάλεσε τον μεγάλο τοξότη Χου Γι. Ο θρύλος λέει ότι ο Χου Γι τόξευσε τους εννέα αλλά δεν σκότωσε τον δέκατο, σώζοντας τη γη από το αιώνιο σκότος. Οι αρχαίοι κινεζικοί θρύλοι λένε ότι ένας δαίμονας έτρωγε τον ήλιο (έκλειψη), κι έτσι ο λαός χτυπούσε τύμπανα για να διώξει τον… ηλιοφάγο. Βέβαια, οι Κινέζοι αστρονόμοι είχαν κατανοήσει απόλυτα τις εκλείψεις από το …720 π.Χ!
**Κυνηγημένος από λύκους
Στην αρχαία νορβηγική μυθολογία, η ηλιακή θεά Σολ ταξιδεύει στον ουρανό κυνηγημένη από το λύκο Σκόελ που θέλει να την καταβροχθίσει (και ο αδερφός του, ο Χάτι, κυνηγά το φεγγάρι τη νύχτα). Λεγόταν ότι οι εκλείψεις ήταν σημάδι πως ο Σκόελ πλησίαζε επικίνδυνα τη Σολ. Για την ακρίβεια, οι Νορβηγοί πίστευαν ότι κάποια μέρα ο ήλιος θα καταβροχθισθεί. Η μυθολογία προέβλεπε μια τεράστια μάχη, το Ράγκναροκ, όπου οι μεγάλοι θεοί θα πέθαιναν και η γη θα πλημμύριζε. Αυτή η αποκαλυπτική σύγκρουση θα σάρωνε τη γη, η οποία θα επανακατοικούταν από ένα ζευγάρι ανθρώπων που θα επιζούσαν από την καταστροφή.
**Ταξιδεύοντας με την ηλιακή βάρκα
Ο Ρα, ο θεός με το κεφάλι γερακιού, είναι μια από τις σημαντικότερες θεότητες στο αιγυπτιακό πάνθεον. Ο θρύλος λέει ότι ο Ρα πλοηγούσε μια βάρκα κατά μήκος του ουρανού κάθε μέρα. Η βάρκα ονομαζόταν Μαντζέτ, που σημαίνει “η βάρκα των εκατομμυρίων ετών”.
Τη νύχτα, ο Ρα επέστρεφε στον κάτω κόσμο, δίνοντας φως στους νεκρούς. Όμως, ήταν ένα επικίνδυνο ταξίδι: ο Απέπ, ο κακός θεός-ερπετό, προσπαθούσε να εμποδίσει τον Ρα, τρώγοντάς τον. Οι ηλιακές εκλείψεις θεωρούνταν επιτυχημένες απόπειρες του Απέπ, όμως ο Ρα πάντα του ξέφευγε..
** Μη βιάζεσαι, Ήλιε!
Ο λαός των Μαορί της Νέας Ζηλανδίας διηγείται μια ιστορία για μια εποχή όπου οι μέρες ήταν πολύ μικρότερες. Ο ήρωας Μάουι συχνά άκουγε τους αδερφούς του να παραπονιούνται για την έλλειψη φωτός, οπότε αποφάσισε να δαμάσει τον ήλιο. Τα αδέρφια του, για να τον βοηθήσουν, του έδωσαν ένα δίχτυ από λινάρι. Τότε, ο Μάουι και τα αδέρφια του ξεκίνησαν για την ανατολή για να βρουν το σπίτι του ήλιου. Κάλυψαν την είσοδο της σπηλιάς του με τα δίχτυα και αλείφτηκαν με πηλό για να προστατευτούν από τη θερμότητά του. Όταν ο ήλιος βγήκε, πιάστηκε στα δίχτυα. Ο Μάουι ξεκίνησε να τον χτυπά, και ο ήλιος κουράστηκε τόσο πολύ που δεν μπορούσε πια να τρέχει στον ουρανό. Έτσι, οι μέρες έγιναν μεγαλύτερες.
** Ζηλιάρης ήλιος
Σύμφωνα με ένα μύθο των ινδιάνων Τσερόκι, ο ήλιος ζήλεψε τον αδερφό του το φεγγάρι επειδή οι άνθρωποι μισόκλειναν τα μάτια κοιτώντας τον ίδιο, ενώ έβλεπαν το φεγγάρι με χαρά και ηρεμία. Ο ήλιος, οργισμένος για τους μορφασμούς που έκαναν οι άνθρωποι όταν τον κοιτούσαν, έμεινε στο κέντρο του ουρανού (όπου ζούσε μια κόρη του) και εξαπέλυσε κύματα ζέστης που σκότωναν τους ανθρώπους.
Τότε, οι άνθρωποι στράφηκαν στους Μικρούς Ανθρώπους, που, σύμφωνα με τη μυθολογία των Τσερόκι, ήταν μικρόσωμα πλάσματα που ζούσαν στα δάση. Οι Μικροί Άνθρωποι είπαν πως ο ήλιος πρέπει να πεθάνει, οπότε μεταμόρφωσαν έναν άνθρωπο σε κροταλία κι έναν άλλον σε ένα τρομακτικό ερπετό, το Ουκτένα.
Ο κροταλίας έφτασε στο σπίτι της κόρης του ήλιου για να περιμένει το άστρο. Όμως, καθώς περίμενε, η κόρη του ήλιου άνοιξε την πόρτα της. Ο κροταλίας δάγκωσε κατά λάθος αυτήν, σκοτώνοντάς την. Όταν ο ήλιος ήρθε να δει την κόρη του, ανακάλυψε το πτώμα της και άρχισε να κλαίει, πλημμυρίζοντας τη γη.
Οι άνθρωποι, απελπισμένοι στην προσπάθειά τους να ευχαριστήσουν τον ήλιο για να μην κλαίει, προσπάθησαν να φέρουν την κόρη του από τη χώρα των νεκρών, αλλά φυσικά απέτυχαν· ξεκίνησαν λοιπόν να χορεύουν και να παίζουν μουσική – και ο ήλιος ήταν ξανά ευχαριστημένος
ΟΙ ΔΥΟ ΛΥΚΟΙ
Ένα βράδυ ένας γέρος ινδιάνος της φυλής Τσερόκι, μίλησε στον εγγονό του για τη μάχη που γίνεται μέσα στην ψυχή των ανθρώπων και του είπε:
“Γιε μου, η μάχη γίνεται ανάμεσα σε δύο λύκους που έχουμε όλοι μέσα μας.
Ο ένας είναι το Κακό. Είναι ο θυμός, η ζήλια, η θλίψη, η απογοήτευση, η απληστία, η αλαζονεία, η ενοχή, η προσβολή, τα ψέματα, η ματαιοδοξία, η υπεροψία, και το εγώ.
Ο άλλος είναι το Καλό. Είναι η χαρά, η ειρήνη, η αγάπη, η ελπίδα, η ηρεμία, η ταπεινοφροσύνη, η ευγένεια, η φιλανθρωπία, η συμπόνια, η γενναιοδωρία, η αλήθεια, η ευσπλαχνία.”
Ο εγγονός το σκέφτηκε για ένα λεπτό και μετά ρώτησε τον παππού του:
“Και ποιος λύκος νικάει;”
Ο γέρος Ινδιάνος Τσερόκι απάντησε απλά:
“Αυτός που ταΐζεις.”
ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ
Ένας πανάρχαιος μύθος των ινδιάνων Σιου, λέει πως ήρθαν κάποτε στη σκηνή του γέρου μάγου της φυλής, πιασμένοι χέρι χέρι, ο Άγριος Ταύρος, ο πιο γενναίος και τιμημένος νέος πολεμιστής, και το Ψηλό Σύννεφο, η κόρη του αρχηγού, μια από τις ωραιότερες γυναίκες της φυλής.«Αγαπιόμαστε» αρχίζει ο νέος.
«Και θα παντρευτούμε» λέει εκείνη.
«Και αγαπιόμαστε τόσο που φοβόμαστε…»
«Θα θέλαμε κάποιο μαγικό, ένα χαϊμαλί, ένα φυλαχτό…»
«Κάτι που θα μας εγγυάται ότι θα είμαστε για πάντα μαζί.»
«Που θα μας εξασφαλίσει ότι θα είμαστε ο ένας στο πλευρό του άλλου, ώσπου να συναντήσουμε τον Μανιτού, την ημέρα του θανάτου».«Σε παρακαλούμε» ικετεύουν, «πες μας τί μπορούμε να κάνουμε…»
Ο μάγος τους κοιτάζει και συγκινείται που τους βλέπει τόσο νέους, τόσο ερωτευμένους, να λαχταρούν τόσο μια του λέξη.
«Υπάρχει κάτι …» λέει τελικά ο σοφός μάγος μετά από αρκετή ώρα. «Αλλά δεν ξέρω…είναι ένα έργο πολύ δύσκολο και απαιτεί θυσίες.»
«Δεν μας πειράζει» λένε και οι δύο.
«Ό,τι και να’ ναι» επιβεβαιώνει ο Άγριος Ταύρος.«Ωραία» λέει ο μάγος. «Ψηλό Σύννεφο, βλέπεις το βουνό που είναι βόρεια από το χωριό μας ; Πρέπει να το ανέβεις μόνη σου, χωρίς τίποτα άλλο εκτός από ένα δίχτυ και τα χέρια σου, και να κηνυγήσεις το πιο όμορφο και δυνατό γεράκι του βουνού. Αν το πιάσεις, πρέπει να το φέρεις εδώ ζωντανό την τρίτη μέρα μετά την πανσέληνο. Κατάλαβες;»Η νεαρή κοπέλα συγκατανεύει σιωπηλά.
«Κι εσύ Άγριε Ταύρε» συνεχίζει ο μάγος, «πρέπει να ανέβεις το βουνό του κεραυνού, κι όταν φτάσεις στην κορυφή, τον πιο άγριο απ’ όλους τους αετούς, και με τα χέρια σου μόνο κι ένα δίχτυ να τον πιάσεις χωρίς να τον τραυματίσεις και να τον φέρεις μπροστά μου, ζωντανό, την ίδια μέρα που θα έρθει και το Ψηλό Σύννεφο….Πηγαίνετε τώρα.»Οι δυο νέοι κοίτάζονται με τρυφερότητα, κι ύστερα από ένα φευγαλέο χαμόγελο φεύγουν για να εκπληρώσουν την αποστολή που τους ανατέθηκε. Εκείνη πάει προς το βορρά, εκείνος προς το νότο…
Την καθορισμένη ημέρα, μπροστά στη σκηνή του μάγου, περιμένουν οι δυο νέοι, ο καθένας με μια πάνινη τσάντα, που περιέχει το πουλί που του ζητήθηκε.Ο μάγος τους λέει να βγάλουν τα πουλιά από τις τσάντες με μεγάλη προσοχή. Οι νέοι κάνουν αυτό που τους λέει, και παρουσιάζουν στο γέρο για να τα εγκρίνει τα πουλιά που έπιασαν Είναι πανέμορφα, χωρίς αμφιβολία, τα καλύτερα του είδους τους.
«Πετούσαν ψηλά;» ρωτάει ο μάγος.
«Ναι, βέβαια. Κι εμείς, όπως μας ζητήσατε….Και τώρα;» ρωτάει ο νέος. «Θα τα σκοτώσουμε και θα πιούμε την τιμή από το αίμα τους;»
«Όχι» λέει ο γέρος.«Να τα μαγειρέψουμε και να φάμε τη γενναιότητα από το κρέας τους;» προτείνει η νεαρή.
«Όχι» ξαναλέει ο γέρος. «Κάντε ότι σας λέω. Πάρτε τα πουλιά και δέστε τα μεταξύ τους από τα πόδια μ’ αυτές τις δερμάτινες λωρίδες…Αφού τα δέσετε, αφήστε τα να φύγουν, να πετάξουν ελεύθερα.»Ο πολεμιστής και η νεαρή κοπέλα κάνουν ό,τι ακριβώς τους έχει πει ο μάγος, και στο τέλος ελευθερώνουν τα πουλιά.
Ο αετός και το γεράκι προσπαθούν να πετάξουν, αλλά το μόνο που καταφέρνουν είναι να στριφογυρίζουν και να ξαναπέφτουν κάτω. Σε λίγα λεπτά, εκνευρισμένα που δεν καταφέρνουν να πετάξουν, τα πουλιά επιτίθενται με τσιμπήματα το ένα εναντίον του άλλου, μέχρι που πληγώνονται.«Αυτό είναι το μαγικό. Μην ξεχάσετε ποτέ αυτό που είδατε σήμερα. Τώρα, είστε κι εσείς ένας αετός κι ένα γεράκι. Αν δεθείτε ο ένας με τον άλλον, ακόμα κι αν το κάνετε από αγάπη, όχι μόνο θα σέρνεστε στη ζωή σας, αλλά επιπλέον, αργά ή γρήγορα, θα αρχίσετε να πληγώνετε ο ένας τον άλλον. Αν θέλετε η αγάπη σας να κρατήσει για πάντα, να πετάτε μαζί, αλλά ποτέ δεμένοι.»
Ο ΑΝΕΜΟΣ
Πριν πάρα πολλά χρόνια, δε θυμάμαι πόσα ακριβώς, σε μια μακρινή χώρα, ζούσε μια φυλή ινδιάνων. Ο αρχηγός της φυλής είχε μια πανέμορφη και νέα κόρη που όλοι θαύμαζαν αλλά κανένας δεν είχε αγγίξει ακόμα. Μια μέρα όπως καθόταν έξω από τη σκηνή του ο μεγάλος αρχηγός, τον επισκέφτηκε ο Άνεμος και του είπε:
Μεγάλε αρχηγέ, αγαπάω την κόρη σου και με αγαπά και εκείνη. Θα μου τη δώσεις να γίνει γυναίκα μου;
Όχι…
…του απάντησε απότομα ο αρχηγός χωρίς να δεχτεί δεύτερη κουβέντα. Την επόμενη μέρα η όμορφη κόρη, προσπάθησε να μιλήσει στον πατέρα της.
Πατέρα, αγαπάω τον Άνεμο. Θα μου επιτρέψεις να πάω μαζί του στο κατάλυμά του και να γίνω γυναίκα του;
Όχι…
…της απάντησε αυστηρά ο αρχηγός.
Δεν σου το επιτρέπω. Όταν ο Άνεμος ήταν παιδί, συνήθιζε να έρχεται στη σκηνήμου μέσα από μικρές χαραμάδες και έσβηνε πάντοτε τη φωτιά που προσπαθούσα με τόσο κόπο να ανάψω. Δε γνωρίζει ούτε να πολεμάει, ούτε να κυνηγάει και δε σου επιτρέπω να γίνεις γυναίκα του.
Και λέγοντας αυτά, ο αρχηγός άρπαξε την κόρη του από το χέρι και την οδήγησε σε ένα πυκνό δάσος από μαύρα έλατα για να την κρύψει από τον Άνεμο.
«Ο Άνεμος ίσως να την έβλεπε αν την έκρυβα μέσα σε ένα πευκοδάσος, όμως δε θα μπορέσει ποτέ να την διακρίνει μέσα σε ένα τόσο πυκνό δάσος από μαύρα έλατα», σκέφτηκε δυνατά.
Όμως ο Άνεμος είχε ήδη γίνει αόρατος και όλη την ώρα που ο αρχηγός μονολογούσε έστεκε εκεί κοντά και άκουγε προσεκτικά κάθε του λέξη. Έτσι όταν ήρθε η επόμενη νύχτα, ο Άνεμος άρχισε να τρέχει γύρω γύρω από το πυκνό μαύρο δάσος μέχρι που βρήκε ένα μικρό κενό και μπόρεσε να εισχωρήσει ανάμεσα από τα δέντρα. Έψαξε αρκετά και παρ’ όλες τις δυσκολίες, στο τέλος κατάφερε να βρει τη νεαρή κοπέλα και να τη βγάλει από το πυκνό δάσος. Δεν επέστρεψαν όμως στον καταυλισμό γιατί φοβήθηκαν ότι οι ινδιάνοι θα έπαιρναν την κόρη και θα την οδηγούσαν στον αρχηγό της φυλής και πατέρα της.
Έτσι, ταξίδεψαν μέσα στο σκοτάδι της νύχτας με κατεύθυνση προς το βορρά και πάνω που άρχισε να χαράζει, βρήκαν μια πολύ όμορφη περιοχή. Εκεί, αποφάσισαν να στήσουν το κατάλυμα που θα στέγαζε τον έρωτα τους. Την ίδια κιόλας νύχτα την πήρε στην αγκαλιά του και την έκανε γυναίκα του. Οι μέρες περνούσαν και το αγαπημένο ζευγάρι απολάμβανε τον έρωτα τους ευτυχισμένοι και κανένας απο τους δύο δε μπορούσε να σκεφτεί πως ο αρχηγός θα μπορούσε να τους εντοπίσει. Όμως ο πατέρας της κοπέλας τους έψαχνε σα μανιασμένος μέχρι που στο τέλος ανακάλυψε το κατάλυμά τους.
Τότε ο Άνεμος έκρυψε τη νεαρή γυναίκα του και έγινε αόρατος, όμως ο μεγάλος Αρχηγός άρχισε να καταστρέφει τα πάντα γύρω του με τα όπλα που είχε φέρει μαζί του και χωρίς να το γνωρίζει κατάφερε ένα δυνατό χτύπημα στο κεφάλι του Άνεμου που τον άφησε αναίσθητο. Όταν μετά από ώρες ο άνεμος ξαναβρήκε τις αισθήσεις του ανακάλυψε πως η γυναίκα του είχε εξαφανιστεί και άρχισε να την ψάχνει. Περιπλανήθηκε σαν τρελός στα δάση της περιοχής και στο τέλος την είδε μέσα σε ένα κανό που οδηγούσε ο πατέρας της στο Μεγάλο-Νερό.
Έλα μαζί μου…
…άρχισε να της φωνάζει με απελπισία. Η κοπέλα κατατρόμαξε και το πρόσωπο της έγινε λευκό σαν το χιόνι, γιατί δεν έβλεπε τίποτα γύρω της, ενώ άκουγε την φωνή του αγαπημένου της να την καλεί απελπισμένα. Ο Άνεμος, μετά το χτύπημα που είχε δεχτεί στο κεφάλι από τον πατέρα της, είχε ξεχάσει πως να μεταμορφώνεται και είχε παραμείνει αόρατος. Ο Άνεμος θύμωσε τόσο πολύ τότε με τον αρχηγό, που φύσηξε με όλη του τη δύναμη πάνω στο κανό.
«Ας αναποδογυρίσει»…σκέφτηκε. «Μπορώ να μεταφέρω τη γυναίκα μου ασφαλή στην ξηρά».
Έτσι το κανό αναποδογύρισε με το φύσημα του ανέμου και ο αρχηγός με την κόρη του πέσανε μέσα στο νερό.
Έλα αγαπημένη μου, πιάσε το χέρι μου
…φώναζε ο άνεμος στην κοπέλα. Μα δε θυμόταν πως ήταν αόρατος και ότι η κοπέλα δε θα μπορούσε να δει το χέρι του. Κι έτσι η κοπέλα άρχισε να βουλιάζει, να βουλιάζει, μέχρι που έφτασε στον πάτο της λίμνης.Και μαζί με αυτήν, πνίγηκε κι ο αρχηγός της φυλής και πατέρας της. Όταν ο Άνεμος κατάλαβε πως η αγαπημένη του έχασε τη ζωή της εξαιτίας του, γέμισε θλίψη και άρχισε να αγριεύει.
Ο άνεμος ποτέ δε φυσούσε τόσο δυνατά και θλιμμένα!
…έλεγαν οι ινδιάνοι μεταξύ τους ενώ προσπαθούσαν να προφυλαχτούν μέσα στις σκηνές τους. Το Μεγάλο Πνεύμα λυπήθηκε την κοπέλα που έχασε τη ζωή της τόσο άδικα πέφτωντας στο νερό και την επόμενη νύχτα την μετέφερε ψηλά στα αστέρια και της έδωσε ένα σπίτι στο φεγγάρι. Η κοπέλα ζει ακόμα εκεί, όμως το πρόσωπό της έμεινε κατάλευκο, όπως ήταν τη στιγμή που τρομαγμένη έπεσε από το κανό. Έτσι τις νύχτες, στο σεληνόφως, κοιτάζει κάτω στη γη, προσπαθώντας να βρει τον αγαπημένο της Άνεμο αλλά δεν ξέρει πως είναι αόρατος. Ο Άνεμος πάλι, δε γνωρίζει πως εκεί ψηλά στο φεγγάρι βρίσκεται η αγαπημένη του γυναίκα που χάθηκε και έτσι περιπλανιέται στα δάση και ψάχνει ανάμεσα στα βράχια των βουνών να τη βρει, όμως ποτέ δε σκέφτεται να κοιτάξει ψηλά στο φεγγάρι …
ΤΟ ΚΑΚΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΛΟ
Μια μέρα, ένα φίδι γλιστρούσε στο δάσος, όταν ξαφνικά ένα δέντρο έπεσε πάνω του και το πλάκωσε. Μάταια το φίδι πάλευε για να ελευθερωθεί. Όσο κι αν προσπάθησε δεν το κατάφερε. Μετά από ώρες που ήταν εκεί εγκλωβισμένο, έτυχε να περνάει ένας ξυλοκόπος που έμενε παραδίπλα σε μια καλύβα και είχε βγει για να κόψει ξύλα. Το φίδι του φώναξε:
Σε παρακαλώ καλέ μου άνθρωπε. Βοήθησέ με να ελευθερωθώ από το δέντρο που με έχει πλακώσει.
Όχι. Δεν έχω σκοπό να σε βοηθήσω γιατί πολύ απλά, μετά θα με φας.
Δεν θα σε φάω, πίστεψέ με. Απλά βοήθησέ με να απελευθερωθώ.
Δεν σε πιστεύω…
…απάντησε ο άνθρωπος, αλλά το φίδι συνέχισε να τον παρακαλάει και με πολύ ευγενικό τρόπο κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη του ανθρώπου, ο οποίος έβαλε όλη του την δύναμη και μετακίνσε το δέντρο. Όταν το φίδι ελευθερώθηκε, γύρισε και του είπε:
Καλέ μου άνθρωπε, σε ευχαριστώ για την βοήθεια, αλλά είμαι τόσες ώρες εδώ εγκλωβισμένο και έχω πεθάνει στην πείνα. Δεν αντέχω άλλο, οπότε δεν έχω κι άλλη επιλογή…πρέπει να σε φάω.
Μα τι μου λες; Εγώ σε βοήθησα να ελευθερωθείς κι εσύ μου λες ότι θα με φας; Εξάλλου μου το υποσχέθηκες.
Με βοήθησες και σε ευχαριστώ γι’ αυτό. Δεν ξέρεις όμως ότι το καλό μπορεί να ξεπληρωθεί με κακό;
Τι ανοησίες είναι αυτά που λες;
Φώναξε απελπισμένος ο άνθρωπος και το φίδι του απάντησε:
Κι όμως έχω δίκιο. Αν δεν με πιστεύεις, φώναξε τέσσερα ζώα να ρωτήσουμε την γνώμη τους.
Ο άνθρωπος, χωρίς να χάσει χρόνο έψαξε και βρήκε ένα πούμα, ένα άλογο, ένα ελάφι κι έναν λύκο και τα οδήγησε μπροστά στο φίδι, το οποίο τα ρώτησε ένα-ένα:
Αδερφέ πούμα, νομίζεις πως το καλό μπορεί να ξεπληρωθεί με κακό;
Και βέβαια…
…απάντησε το πούμα!
Αδέρφι άλογο, νομίζεις πως το καλό μπορεί να ξεπληρωθεί με κακό;
Και βέβαια…
Αδέρφι ελάφι, νομίζεις πως το καλό μπορεί να ξεπληρωθεί με κακό;
Και βέβαια…
Ο άνθρωπος, ακούγοντας τις απαντήσεις των πρώτων τριών ζώων, άρχισε να φοβάται. Τελευταίος μίλησε ο λύκος.
Αδερφέ λύκε, νομίζεις πως το καλό μπορεί να ξεπληρωθεί με κακό;
Εγώ δεν ξέρω τι ακριβώς έγινε, οπότε δεν μπορώ να πω αν έχεις δίκιο ή όχι. Άρα και δεν μπορώ να πω αν πρέπει να τον φας. Θα μπορούσα να έχω άποψη αν ήξερα πως ήσουνα πριν. Νομίζω ότι πρέπει να πάρεις την αρχική θέση που είχες ώστε να αποφασίσουμε.
Με τον λύκο συμφώνησαν και τα άλλα ζωά κι έτσι το φίδι ξάπλωσε στο χώμα ενώ ο άνθρωπος κύλησε και πάλι πάνω του το δέντρο. Τότε ο λύκος είπε:
Και τώρα φίδι, μπορείς να μείνεις εδώ. Εμείς φεύγουμε.
Αφού τα ζώα απομακρύνθηκαν με τον άνθρωπο αφήνωντας το φίδι και πάλι εγκλωβισμένο, ο άνθρωπος γύρισε και είπε στον λύκο.
Σε ευχαριστώ αδερφέ μου λύκε. Για να στο ξεπληρώσω, θέλω να έρθεις από το σπίτι μου για να σου δώσω ένα ζευγάρι κοτόπουλα, ως ανταμοιβή.
Όχι φίλε μου. Δεν θα έρθω σπίτι σου. Αν θέλεις, φέρε μου τα κοτόπουλα αύριο το μεσημέρι στο δάσος.
Ο ξυλοκόπος συμφώνησε και γύρισε σπίτι του όπου και διηγήθηκε στην γυναίκα του, τι ακριβώς είχε συμβεί.
Δεν θα δώσεις τίποτα στον λύκο…
…φώναξε έξαλλη η γυναίκα του.
Μα γυναίκα, ο λύκος με βοήθησε. Μου έσωσε την ζωή κι εξάλλου του υποσχέθηκα τα κοτόπουλα.
Σου λέω να μην δώσεις τίποτα στον λύκο. Και μάλιστα, αντί για κοτόπουλα, να βάλεις στον άσκο τα μεγάλα σκυλιά που έχεις, αυτά που ορμάνε και δαγκώνουν τα αφτιά. Αυτά ξέρουν τι να τον κάνουν τον λύκο.
Κι επειδή ο ξυλοκόπος δεν ήθελε να μαλώσει με την γυναίκα του, έκανε ότι του είπε. Την άλλη μέρα, κατά το μεσημέρι, έβαλε στο σάκο τα δύο μεγάλα σκυλιά που είχε, αυτά που δαγκώνουν τα αφτιά και πήγε στο δάσος να συναντήσει τον λύκο. Όταν έφτασε εκεί του είπε:
Αδερφέ λύκε, σου έφερα τα κοτόπουλα.
Ευχαριστώ!
…του απάντησε ο λύκος. Ο άνθρωπος έλυσε τον σάκο και πήδησαν έξω τα σκυλιά, αυτά που δαγκώνουν τα αφτιά και όρμησαν στον λύκο. Μετά από πολή μάχη, ο λύκος κατάφερε να τα ξεφύγει κι ενώ αποιμακρύνονταν φώναξε στον ξυλοκόπο:
Τελικά είχε δίκιο το φίδι. Το καλό, μπορεί να ξεπληρωθεί με κακό!
ΞΙΠΑΣΜΕΝΗ ΝΥΚΤΕΡΙΔΑ
Μια φορά πριν πολλά χρόνια, κάποιο φθινόπωρο, μια νυχτερίδα πετούσε από εδώ κι από εκεί, από κλαδί σε κλαδί, κάνοντας μεγάλη φασαρία γιατί κρύωνε. Ο βασιλιάς των πουλιών, ο αετός, την άκουσε και της φώναξε…
Γιατί κάνεις τόση φασαρία νυχτερίδα μου;
Γιατί κρυώνω!
Γιατί τα υπόλοιπα πουλιά δεν κάνουν τόση φασαρία;
Γιατί αυτά δεν κρυώνουν τόσο πολύ επειδή έχουν πούπουλα. Εγώ δεν έχω ούτε ένα.
Ο αετός αφού σκέφτηκε για λίγο, στην συνέχεια κάλεσε όλα τα πουλιά μπροστά του και τα πρόσταξε να δώσουν στην νυχτερίδα από ένα πούπουλο το καθένα. Όταν η νυχτερίδα στολίστηκε με τα πούπουλα των άλλων πουλιών, έγινε πραγματικά ένα πανέμορφο πουλί. Κάθε πούπουλο είχε διαφορετικό χρώμα κι όταν η νυχτερίδα άπλωνε τα φτερά της, το θέαμα ήταν καταπληκτικό. Η νυχτερίδα το πήρε πολύ πάνω της. Δεν ξαναμίλησε στα άλλα πουλιά και περνούσε την μέρα της θαυμάζοντας την ομορφιά της.
Τα πουλιά πήγαν στον αετό και του παραπονέθηκαν για τη νυχτερίδα που κορδωνότανε συνέχεια για την ομορφιά της, ενώ στην πραγματικότητα οφειλόταν στα πούπουλα των άλλων. Ο αετός τότε έστειλε να φωνάξουνε την νυχτερίδα.
Νυχτερίδα μου, όλα τα πουλιά μου κάνουνε παράπονα για σένα. Λένε πως κορδώνεσαι για τα φτερά, που στην πραγματικότητα είναι δικά τους και δεν μιλάς πια σε κανέναν από καθαρή ξιπασιά. Είναι αλήθεια;
Το λένε από ζήλια γιατί είμαι πολύ πιο ωραία από αυτά. Κοίταξέ με και βγάλε συμπέρασμα και μόνος σου.
…απάντησε η νυχτερίδα ενώ ταυτόχρονα άνοιξε τα φτερά της. Ήταν πράγματι υπέροχη.
Εντάξει…
…είπε ο αετός και συνέχισε λέγοντας…
Τώρα, κάθε πουλί θα πάρει πίσω το πούπουλο που σου χάρισε. Αν στα αλήθεια είσαι όμορφη, τότε δεν τα έχεις ανάγκη όλα αυτά τα πούπουλα.
Τα πουλιά ρίχτηκαν στην νυχτερίδα και καθένα άρπαξε το πούπουλο που της είχε δώσει, μέχρι που στο τέλος η νυχτερίδα έμεινε γυμνή όπως και πριν. Η ντροπή της ήταν τόσο μεγάλη που πέταξε μακριά. Κι από τότε πετάει μόνο τη νύχτα!
Κάποτε όταν ζούσα στην καρδιά μιας ροδιάς , άκουσα ένα σπόρο να της λέει :
« Κάποια μέρα θα γίνω δέντρο κι ο αγέρας θα τραγουδάει ανάμεσα στα κλωνιά μου. Ο ήλιος θα χορεύει πάνω στα φύλλα μου και θα΄μαι δυνατό δέντρο κι όμορφο , στις εποχές όλες μέσα.. ».
Ύστερα μίλησε κι άλλος ένας σπόρος και είπε:
«Όταν ήμουν νιος σαν εσένα είχα κι εγώ τέτοιες απόψεις, μα τώρα που μπορώ να μετρώ και να ζυγίζω τα πράγματα, βλέπω ότι οι ελπίδες μου τρέφονται του κάκου. »
Κι ένας τρίτος σπόρος μίλησε κι αυτός: « Δεν βλέπω τίποτα που να προμαντεύει, για εμάς, ένα τόσο μεγαλειώδες μέλλον .»
Κι ένας τέταρτος είπε :
« Όμως τι φενάκη θα΄ταν η ζωή μας χωρίς προοπτικές μεγαλοσύνης ».
Είπε ένας πέμπτος :
« Γιατί να διαφωνούμε για το τι θα γίνουμε, αφού το τι είμαστε δεν ακούμε καν…»
Μα ένας έκτος απάντησε : « Εκείνο που είμαστε αυτό θα εξακολουθήσουμε να είμαστε…»
Κι ένας έβδομος είπε :
« Έχω τόσο ξεκάθαρη ιδέα για το καθετί πως θα γίνει, μα και να μην μπορώ να τη ντύσω με λέξεις !»
Κι ύστερα ένας όγδοος μίλησε κι ένας ένατος και δέκατος και μια σειρά από άλλους και δεν μπορούσα να βγάλω άκρη πια, από τις φωνές τους.
Κι έτσι την ίδια μέρα μετακόμισα στην καρδιά μιας κυδωνιάς , εκεί όπου οι σπόροι είναι λιγοστοί και δεν μιλάνε σχεδόν καθόλου…
Είναι άνοιξη. Αφέγγαρη η νύχτα στη μικρή πόλη, χωρίς αστέρια, βιβλικά μαύρη. Πέτρινοι σιωπηλοί δρόμοι και το δάσος καμπούρικο με τους ερωτευμένους, τους λαγούς, αθέατο κατεβαίνει κούτσα-κούτσα ως τη μαύρη-κορόμηλο, μαύρη-κοράκι, την ελαφροκυματούσα θάλασσα με τις ψαρόβαρκες.
ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΥΦΛΑ ΣΑΝ ΤΟΥΣ ΤΥΦΛΟΠΟΝΤΙΚΕΣ (αν κι αυτοί βλέπουν καλά τη νύχτα μεσ’ απ’ τις βελούδινες τρύπες τους, ξεμυτίζοντας), τυφλά σαν τον Καπετάν Γάτο εκεί στη μέση, κοντά στη βρύση και στο ρολόι της πόλης, τα κατάκλειστα μαγαζιά, το Ίδρυμα Κοινής Ωφελείας μαυροφορεμένο στο σκοτάδι. Η νανουρισμένη, βουβαμένη πολιτεία με τους ανθρώπους της κοιμάται τώρα.
Σ…Σ…Σ… ΤΑ ΜΩΡΑ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ, ΟΙ ΓΕΩΡΓΟΙ, ΟΙ ΨΑΡΑΔΕΣ, οι έμποροι, οι συνταξιούχοι, ο τσαγκάρης κοιμάται, ο δάσκαλος, ο ταχυδρόμος, ο ταβερνιάρης, ο νεκροθάφτης, και η ζωηρή του χωριού, ο μέθυσος, η ράφτρα, ο παπάς, ο αστυνόμος, η γυναίκα με τα μύδια και τα παπίσια πόδια και οι ταχτικές νοικοκυρές.
ΤΑ ΝΕΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΤΑ ΜΑΛΑΚΑ ΚΡΕΒΑΤΙΑ γλιστρούν στ’ όνειρό τους ως το δάσος που αντηχεί σαν εκκλησιαστικό όργανο, γλιστρούν με δαχτυλίδια και προικιά κι είναι οι πυγολαμπίδες που κρατούν την ουρά της νύφης.
Τ’ ΑΓΟΡΙΑ ΚΑΝΟΥΝ ΠΟΝΗΡΑ ΟΝΕΙΡΑ, καβαλικεύουν τ’ αδάμαστα άτια της νύχτας ή αλωνίζουν κουρσεμένες θάλασσες. Ανθρακίτης τα σώματα των αλόγων κοιμισμένα στα λιβάδια, οι αγελάδες στους σταύλους, οι σκύλοι στις αυλές μ’ υγρές μουσούδες.
ΚΙ ΟΙ ΓΑΤΕΣ ΛΑΓΟΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ ΣΤΙΣ ΓΩΝΙΕΣ ή με πονηρές δρασκελιές, σαν αστραπή, χώνονται στο σύννεφο το μοναδικό της στέγης. Μπορείς ν’ ακούσεις τη δροσούλα να πέφτει και την πόλη σε σιγή ν’ ανασαίνει.
ΜΟΝΟ ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΟΥ ΜΑΤΙΑ ΜΕΝΟΥΝ ΑΝΟΙΧΤΑ και βλέπουν τη μαύρη πολιτεία βυθισμένη, τυλιγμένη σε ύπνο αργό. Και μόνο εσύ μπορείς ν’ ακούσεις την αόρατη πτώση των άστρων, τη θάλασσα στην πιο σκοτεινή της στιγμή, την πριν απ’ την αυγή.
Απόσπασμα από το βιβλίο του Ντίλαν Τόμας Κάτω από το γαλατόδασος, εκδόσεις [Πηγή: www.doctv.gr]
Μερικοί συγγραφείς μίλησαν γι’ αυτό περισσότερο από άλλους: όπως ο Ησίοδος, οι λυρικοί, ο Αριστοφάνης. Από τον Όμηρο όμως ως τα χορικά των τραγωδιών, αυτή η πλευρά δεν λείπει ποτέ. Πρέπει να το θυμίσουμε έντονα -διότι κατ’ αρχήν αυτό είναι η εκπληκτική γοητεία της ελληνικής λογοτεχνίας, ύστερα διότι μια τέτοια αγάπη για τη ζωή ανυψώνει περισσότερο το τίμημα του πάθους για να την εννοήσουμε, να την κατακτήσουμε και να υψωθούμε από τα συγκεκριμένα αυτά θέλγητρα προς μία σκέψη αρμονική προς αυτά. Η μίξη αυτών των δύο καθιστά την Ελλάδα μοναδική.
Παρά την χρονική απόσταση που μας χωρίζει από την αρχαία Ελλάδα, μπορούμε να πάρουμε μια γεύση διαβάζοντας τα ερωτικά επιγράμματα της Παλατινής Ανθολογίας, μιας συλλογής κειμένων από τον 7ο αι. π.Χ. μέχρι το 600 μ.Χ. Πρόκειται για ποιητικό είδος, κύριο χαρακτηριστικό του οποίου είναι ότι έχει άμεση επαφή με την εμπειρική πραγματικότητα. Είναι συνδεδεμένο με τον σύγχρονο, κυρίως τον καθημερινό άνθρωπο και τις προσωπικές του εμπειρίες.
Ορισμένα από τα ερωτικά επιγράμματα της Ανθολογίας είναι τα ακόλουθα:
Ασκληπιάδης
Εδώ μπροστά σου, λύχνε, η Ηράκλεια τρεις όρκους πήρε η ίδια
πως θα ξανάρθει, αλλά δεν ήρθε. Λύχνε, θεός αν είσαι,
τιμώρησε την άθλια: όταν αρχίζει ερωτικά παιχνίδια
με τον καινούργιο φίλο της, φως μην προσφέρεις, σβήσε!
Ανώνυμο
Αν σώζεις, Κύπρη, ναύτες στα ανοιχτά, η χάρη Σου ας θελήσει,
τώρα και με να σώσει: στη στεριά έχω ναυαγήσει.
Μελέαγρος
Να μην ποθώ την Ηλιοδώρα πια η ψυχή μου συμβουλεύει:
τις ζήλειες και τα δάκρυα που έχυσα δεν τα ξεχνάει.
Με πιέζει, αλλά να πάψω πια δύναμη δεν μου περισσεύει.
Η απαίσια! συμβουλεύει αλλά δεν παύει να αγαπάει.
Παρμενίων
Χρυσάφι έδωσε στη Δανάη, ο Δίαςˑ έτσι κι εγώ άλλο τόσο
σε σένα – πιο πολλά απ’ τον Δία δεν μπορώ να δώσω.
Ανώνυμο
Δύο δεινά, πενία κι έρωτας, έπληξανˑ την μια ξέρω
να την παλεύω, του άλλου τη φωτιά δεν υποφέρω.
Μελέαγρος
Ψυχή πυρπολημένη, με όση φλόγα κι αν βρεθείς κοντά της,
θα σου ξεφύγει, Έρωταˑ έχει κι εκείνη τα φτερά της.
Καπίτων
Το κάλλος, αν του λείπει η χάρη, τέρπει μόνο, δεν αδράχνειˑ
όπως το δόλωμα χωρίς αγκίστρι μάταια ψάχνει.
Λουκίλλιος
Ή μη με αφήσεις να αγαπώ, Έρωτα, ή τότε βοήθησέ με
να αγαπηθώ: σβήσε τον πόθο ή πόθο κέρασέ με.
Ρουφίνος
Έρωτα, είσαι θεός, αν όμοια και στους δύο μαζί τοξεύειςˑ
δεν είσαι θεός, αν μοναχά τον ένα σημαδεύεις.
Φιλόδημος
Αγάπησαˑ ποιος όχι; Εξώκειλαˑ σε ποιον αυτά είναι ξένα;
Έρμαιο μανίαςˑ αλλά από πού; όχι θεός η αιτία;
Τώρα μακριά όλα αυτά – τα μαύρα μου μαλλιά ήδη χιονισμένα
πιέζουν και μου προμηνούν τη συνετή ηλικία.
Έπαιξα, όσο ήταν καιρόςˑ τώρα καιρός δεν μου έχει μείνει
– καιρός μου να προσανατολισθώ στη σωφροσύνη.
Πηγή: Παλατινή Ανθολογία, Ερωτικά επιγράμματα, Επιλογή-Εισαγωγή-Μετάφραση-Σχόλια: Ν. Χ. Χουρμουζιάδης, εκδ. Στιγμή, Αθήνα 1999.
α) Χαρούμενος είν’ όποιος αφάνισε
και επιφάνεια και βάθος˙
αυτός δεν πρόκειται να μελαγχολήσει,
γιατί πήγε πέρα κι απ` τις τέσσερις
αριθμητικές πράξεις.
β) Κρίσιμη ζωή σημαίνει πάντοτε
ζωή περισσότερη˙ κανένας
θάνατος δεν μπορεί να τη νικήσει.
*Συμβουλές προς τη Χριστίνα
Αναδημοσίευση από: http://www.monocleread.gr/2018/07/01/nikos-karoyzos-mythikh-kyriakh/
Θά ‘ρθει καιρός πού θ’ ἀλλάξουν τά πράγματα.
Νά τό θυμᾶσαι Μαρία.
Θυμᾶσαι Μαρία στά διαλείμματα ἐκεῖνο τό παιχνίδι
πού τρέχαμε κρατώντας τή σκυτάλη
-μή βλέπεις ἐμένα- μήν κλαῖς. Ἐσύ εἶσ’ ἡ ἐλπίδα
ἄκου, θά ‘ρθει καιρός
πού τά παιδιά θά διαλέγουν γονιούς
δέ θά βγαίνουν στήν τύχη
Δε θά ὑπάρχουνε πόρτες κλειστές
μέ γερμένους ἀπέξω
Καί τή δουλειά
θά τή διαλέγουμε
Δέ θά ‘μαστε ἄλογα νά μάς κοιτᾶνε στά δόντια.
Οἱ ἄνθρωποι –σκέψου!- θά μιλᾶνε μέ χρώματα
κι ἄλλοι μέ νότες
Νά φυλάξεις μοναχά
σέ μιά μεγάλη φιάλη μέ νερό
λέξεις καί ἔννοιες σάν κι αὐτές
ἀπροσάρμοστοι – καταπίεση – μοναξιά – τιμή – κέρδος – ἐξευτελισμός
γιά τό μάθημα τῆς Ἱστορίας.
Εἶναι Μαρία -δέ θέλω νά λέω ψέματα-
δύσκολοι καιροί.
Καί θά’ ρθουνε κι ἄλλοι.
Δέν ξέρω -μήν περιμένεις καί ἀπό μένα πολλά-
τόσα ἔζησα, τόσα ἔμαθα, τόσα λέω
κι ἀπ’ ὅσα διάβασα ἕνα κράτησα καλά:
«Σημασία ἔχει νά παραμένεις άνθρωπος».
Θα τήν αλλάξουμε τή ζωή!
Παρ’ όλα αὐτά Μαρία.
Αναδημοσίευση από: http://www.monocleread.gr/2018/08/11/katerina-gwgou-idiwnymo/
Ηθοποιοί και σαλτιμπάγκοι
περιδιαβαίνουν σα μνηστήρες την Ιθάκη.
Θεοί και άνθρωποι υπακούουν στην Ανάγκη.
Ο χρόνος όλα θα τα καταπιεί.
Λευκά μπαλόνια συνοδεύουν την ψυχή σου
με τ’ όνομά σου και μιαν ευχή.
Έφυγες μόλις τα λουλούδια είπαν ν’ ανθίσουν.
Ο χρόνος όλα θα τα καταπιεί.
Είπαν, δεν πρόλαβες πολλά να ζήσεις,
ίσα που ανέτειλες και βιάστηκες να δύσεις,
σαν πεφταστέρι, που σφραγίζει μιαν ευχή,
ώσπου ο χρόνος όλα να τα καταπιεί.
Όλα θα σβήσουν, μα στου Ουρανού τ’ αρχεία
μόνο η αγάπη που’ χεις δώσει θα γραφτεί,
για να φωτίζει τα βράδια μας τα κρύα,
ώσπου ο χρόνος όλα να τα καταπιεί.
Κορίτσια μου γλυκά, εσείς είστε τα ”λουλούδια”, σαν αυτά που προσφέρατε, μαζί με τα μπαλόνια στη Φωτεινούλα, ένα κομμάτι απ’ την ψυχή σας, που πλέον μέσα εκεί θα κατοικεί! Λίγο πιο μεγάλος από σας ήμουν, όταν ξεπροβόδισα τον φίλο μου, τον Κώστα… Μοιάζει σαν τελετή ενηλικίωσης, με την ίδια τη Μοίρα στο ρόλο του τελετάρχη. Διάβασα, (τυχαίο?) οτι αυτή η πανσέληνος ”είναι μια Πανσέληνος Ενηλικίωσης” κι οτι ” η Υλοποίηση των Ονείρων σου, η Υλοποίηση των Ιδανικών σου, θα γίνει μαζί με τον Πόνο σου, μαζί με την Πληγή σου”! Σα να λέει ”προχωρώ μαζί με την πληγή μου”. Όπως είπε κάποτε ο Rumi: ”Η πληγή είναι το σημείο από όπου το Φως μπαίνει μέσα σου”! Όμως η ενηλικίωση, αν και φαίνεται να είναι νόμος της Φύσης, της ζωής, της εξέλιξης, δεν πρέπει εντούτοις να ”θάψει” το ”παιδί” μέσα μας και να κάνει το ”λουλούδι” να μαραθεί. Έχετε πλέον ένα λόγο ακόμα να ζήσετε και ν’ αγωνιστείτε για τα όνειρά σας, στη μνήμη της Φωτεινής!
Mπορώ να γίνω ευτυχισμένος με τα πιο απλά πράγματα
και με τα πιο μικρά..
Και με τα καθημερινότερα των καθημερινών.
Μου φτάνει που οι εβδομάδες έχουν Κυριακές.
Μου φτάνει που τα χρόνια φυλάνε Χριστούγεννα για το τέλος τους.
Που οι χειμώνες έχουν πέτρινα, χιονισμένα σπίτια.
Που ξέρω ν’ ανακαλύπτω τα κρυμμένα πετροράδικα στις κρυψώνες τους.
Μου φτάνει που μ’ αγαπάνε τέσσερις άνθρωποι.
Πολύ…
Μου φτάνει που αγαπάω τέσσερις ανθρώπους.
Πολύ…
Που ξοδεύω τις ανάσες μου μόνο γι’ αυτούς.
Που δεν φοβάμαι να θυμάμαι.
Που δε με νοιάζει να με θυμούνται.
Που μπορώ και κλαίω ακόμα.
Και που τραγουδάω… μερικές φορές…
Που υπάρχουν μουσικές που με συναρπάζουν.
Και ευωδιές που με γοητεύουν…
Οδυσσέας Ελύτης

