…»Το έθνος να λυπάστε αν φορεί ένδυμα που δεν το ύφανε.

Ψωμί αν τρώει αλλά όχι απ” τη σοδειά του.

Κρασί αν πίνει, αλλά όχι από το πατητήρι του.

Το έθνος να λυπάστε που δεν υψώνει τη φωνή παρά μονάχα στη πομπή της  κηδείας.

Που δεν συμφιλιώνεται παρά μονάχα μες τα ερείπιά του.

Που δεν επαναστατεί παρά μονάχα σαν βρεθεί ο λαιμός του ανάμεσα στο

σπαθί και την πέτρα.

Το έθνος να λυπάστε που έχει αλεπού για πολιτικό, απατεώνα για

φιλόσοφο, μπαλώματα και απομιμήσεις είναι η τέχνη του.

Το έθνος να λυπάστε που έχει σοφούς από χρόνια βουβαμένους.»

 

Η ΡΟΔΙΑ
Κάποτε, όταν ζούσα στην καρδιά μιας ροδιάς, άκουσα έναν σπόρο της να λέει: «Κάποια μέρα θα γίνω δέντρο, κι ο αγέρας θα τραγουδάει ανάμεσα στα κλώνια μου. Ο ήλιος θα χορεύει πάνω στα φύλλα μου και θα είμαι δυνατό δέντρο κι όμορφο, στις εποχές όλες μέσα».

Ύστερα μίλησε ένας άλλος σπόρος και είπε: «Όταν ήμουν νιος σαν κι εσένα, είχα κι εγώ τέτοιες απόψεις, μα τώρα που μπορώ να μετρώ και να ζυγίζω τα πράγματα, βλέπω ότι οι ελπίδες μου τρέφονταν του κάκου».

Κι ένας τρίτος σπόρος, μίλησε κι αυτός: «Δεν βλέπω τίποτα που να προμαντεύει, για μας, ένα τόσο μεγαλειώδες μέλλον».

Κι ένας τέταρτος είπε: «Όμως τι φενάκη θα “ταν η ζωή μας, χωρίς προοπτικές μεγαλοσύνης».

Είπε ένας πέμπτος: «Γιατί να διαφωνούμε για το τι θα γίνουμε, αφού το τι είμαστε δεν γροικάμε καν».

Μα ένας έκτος απάντησε: «Εκείνο που είμαστε, αυτό θα εξακολουθήσουμε να είμαστε».

Κι ένας έβδομος: «Έχω τόσο ξεκάθαρη ιδέα για το καθετί πως θα γίνει. Μα να μην μπορώ να την ντύσω με λέξεις!».

Κι ένας όγδοος μίλησε -κι ένατος και δέκατος- και σειρά από άλλους, και δεν μπορούσα να βγάλω άκρη πια, από τις φωνές τους.

Κι έτσι, την ίδια εκείνη μέρα, μετακόμισα στην καρδιά μιας κυδωνιάς, εκεί όπου οι σπόροι είναι λιγοστοί και δεν μιλάνε σχεδόν καθόλου.

 

Η ΑΛΛΗ ΓΛΩΣΣΑ
Τρεις μέρες, αφού είχα γεννηθεί, κι όπως ήμουν ξαπλωμένος στη μεταξόστρωτη κούνια μου, θωρώντας με κατάπληκτη δυσαρέσκεια τα του καινούργιου κόσμου, τριγύρνα μου, η μητέρα μου μίλησε στην παραμάνα, λέγοντας: «Πώς τα πάει το παιδί μου;».

Κι η παραμάνα απάντησε: «Καλά τα πάει, κυρία, το τάισα τρεις φορές, και δεν έχω ξαναδεί ποτέ άλλο μωρό τόσο μικρό να “ναι τόσο χαρωπό».

Κι εγώ εξοργίστηκα και φώναξα: «Δεν είν” αλήθεια μητέρα. Το κρεβάτι μου είναι σκληρό, και το γάλα του θηλασμού πικρόγευστο στο στόμα μου. Η μυρωδιά του στήθους μού πνίγει τα ρουθούνια, κι είμαι τρισδυστυχισμένο».

Μα η μητέρα μου δεν κατάλαβε, ούτε κι η παραμάνα. Γιατί η γλώσσα μου ήταν η γλώσσα κείνου του κόσμου απ” όπου είχα έρθει.

Και στις, είκοσι και μία, μέρες της ζωής μου, που βαφτιζόμουν, ο παπάς είπε στην μητέρα μου: «Πρέπει στ” αλήθεια να είσαστε ευτυχισμένη, κυρία, που ο γιος σας γεννήθηκε χριστιανός».

Κι εγώ ξαφνιάστηκα και είπα στον παπά: «Τότε η μάνα σου, στους ουρανούς, πρέπει να “ναι δυστυχισμένη που εσύ δεν γεννήθηκες χριστιανός».

Μα κι ο παπάς, τα ίδια: Δεν κατάλαβε τη γλώσσα μου.

Μετά από εφτά φεγγάρια, ένας μάντης με κοίταξε μια μέρα κι είπε στην μητέρα μου: «Ο γιος σου θα γίνει πολιτικός και μέγας αρχηγέτης».

Κι εγώ έσκουξα: «Αυτή “ναι ψευτοπροφητεία, γιατί εγώ, μουσικός θα γίνω και τίποτα απ” όσα λέει».

Μα ακόμα κι αυτό τον καιρό ήταν η γλώσσα μου ακατάληπτη -κι ήταν μεγάλη η κατάπληξή μου.

Κι ύστερα από τριάντα και τρία χρόνια, που στο μεταξύ η μητέρα μου, κι η παραμάνα μου, κι ο παπάς, είχαν όλοι τους πεθάνει, ο μάντης ζούσε ακόμα. Και χτες τον συναπάντησα κοντά στην πύλη του ναού. Κι όπως μιλούσαμε μου είπε: «Πάντα μου το ΄ξερα πως θα γινόσουν μεγάλος μουσικός. Ακόμα κι από τα γεννοφάσκια σου προφήτεψα και προείπα το μέλλον σου».

Κι εγώ τον πίστεψα, γιατί τώρα πια, έχω κι εγώ λησμονημένη τη γλώσσα εκείνου, τ” αλλουνού του κόσμου.

 

Η ΦΙΛΟΔΟΞΗ ΒΙΟΛΕΤΑ
Υπήρχε μία ωραία κι ευωδιαστή βιολέτα που ζούσε ήσυχα ανάμεσα στους φίλους της και κουνιόταν χαρούμενα ανάμεσα στα άλλα λουλούδια, σ” έναν μοναχικό κήπο. Ένα πρωί, όταν το στέμμα της ήταν στολισμένο με δροσοσταλίδες, σήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε γύρω της. Είδε ένα ψηλό και ωραίο τριαντάφυλλο να στέκεται υπερήφανα και να φτάνει ψηλά στο διάστημα, σαν φλογισμένος πυρσός πάνω σε μία λάμπα από σμαράγδια.

Η βιολέτα άνοιξε τα γαλάζια χείλη της και είπε: «Τι άτυχη που είμαι ανάμεσα σ” αυτά τα λουλούδια και πόσο ταπεινή είναι η θέση που έχω μπροστά τους! Η φύση μ” έπλασε να είμαι κοντή και φτωχιά… Ζω πολύ κοντά στη γη και δεν μπορώ να σηκώσω το κεφάλι μου προς τον γαλάζιο ουρανό ή να στρέψω το πρόσωπό μου στον ήλιο, όπως κάνει το τριαντάφυλλο».

Και το τριαντάφυλλο άκουσε τα λόγια της γειτόνισσάς της. Γέλασε και σχολίασε: «Τι παράξενη είναι η ομιλία σου! Είσαι τυχερή, και όμως δεν μπορείς να καταλάβεις την τύχη σου. Η Φύση σού έδωσε ευωδία και ομορφιά που δεν χάρισε σε κανένα άλλο λουλούδι. Πέταξε αυτές τις σκέψεις και να “σαι ευχαριστημένη, και να θυμάσαι ότι όποιος ταπεινώνεται, θα εξυψωθεί και όποιος εξυψώνει τον εαυτό του θα συντριβεί».

Η βιολέτα απάντησε: «Με παρηγορείς γιατί έχεις αυτό που λαχταρώ… Ζητάς να με πικράνεις με το νόημα ότι είσαι σπουδαία…Πόσο οδυνηρό είναι το κήρυγμα των τυχερών, στην καρδιά των δυστυχισμένων! Και πόσο αυστηρός είναι ο δυνατός όταν είναι σύμβουλος των αδυνάτων».

Και η Φύση άκουσε τη συνομιλία της βιολέτας με το τριαντάφυλλο, πλησίασε και είπε: «Τι σου συνέβη, κόρη μου βιολέτα; Υπήρξες ταπεινή και γλυκιά σε όλες σου τις πράξεις και τα λόγια σου. Μήπως μπήκε η απληστία στην καρδιά σου και μούδιασε τις αισθήσεις σου;».

Με παρακλητική φωνή, η βιολέτα απάντησε σ” αυτή λέγοντας: «Μεγάλη και σπλαχνική μητέρα, γεμάτη αγάπη και συμπάθεια, σε παρακαλώ, με όλη μου την καρδιά και την ψυχή μου, να μου κάνεις τη χάρη και να με αφήσεις να είμαι τριαντάφυλλο για μια μέρα».

Και η Φύση απάντησε: «Δεν ξέρεις τι ζητάς. Δεν αντιλαμβάνεσαι την κρυμμένη συμφορά πίσω από την τυφλή φιλοδοξία σου. Αν ήσουν τριαντάφυλλο θα το μετάνιωνες και το μετάνιωμά σου δεν θα σε ωφελούσε σε τίποτε».

Η βιολέτα επέμεινε: «Κάνε με ψηλό τριαντάφυλλο, γιατί θέλω να σηκώνω το κεφάλι μου ψηλά με καμάρι. Και ασχέτως της τύχης μου, θα είναι δικό μου σφάλμα».

Η Φύση υποχώρησε, λέγοντας: «Α, αμαθής και ανυπότακτη βιολέτα, θα σου κάνω το χατήρι. Αλλά αν πέσει συμφορά σε σένα, το παράπονό σου πρέπει να στραφεί στον εαυτό σου».

Και η Φύση άπλωσε τα μυστηριώδη και μαγικά δάχτυλά της και άγγιξε τις ρίζες τις βιολέτας, που αμέσως έγινε ψηλό τριαντάφυλλο, και υψώθηκε πάνω απ” όλα τα λουλούδια του κήπου.

Το δειλινό, ο ουρανός γέμισε από πυκνά μαύρα σύννεφα και τα μαινόμενα στοιχεία τάραξαν τη σιωπή της ύπαρξης με βροντές και άρχισαν να χτυπούν τον κήπο, εκτοξεύοντας μεγάλη βροχή και δυνατούς ανέμους. Η καταιγίδα έσκισε τα κλαδιά και ξερίζωσε τα φυτά κι έσπασε τα κοτσάνια των δυνατών λουλουδιών, αφήνοντας άθικτα μόνο τα μικρά λουλούδια που φύτρωναν κοντά στη φιλική γη. Εκείνος ο μοναχικός κήπος υπέφερε πολύ από τον εχθρικό ουρανό και όταν ησύχασε η θύελλα και ο ουρανός καθάρισε, όλα τα φυτά καταστράφηκαν και κανένα από αυτά δεν ξέφυγε την οργή της Φύσης, εκτός από τις μικρές βιολέτες που κρύβονταν κοντά στον τοίχο του κήπου.

Αφού σήκωσε το κεφάλι της και είδε την τραγωδία των λουλουδιών και δέντρων, μία από τις νεαρές βιολέτες χαμογέλασε χαρούμενα και είπε στις συντρόφισσές της: «Κοιτάξτε τι έκανε η καταιγίδα στα υπερήφανα λουλούδια!».

Μία άλλη βιολέτα είπε: «Είμαστε μικρές και ζούμε κοντά στη γη, αλλά είμαστε ασφαλείς από την οργή των ουρανών».

Και μία τρίτη πρόσθεσε: «Επειδή έχουμε μικρό ύψος, η καταιγίδα δεν μπορεί να μας υποτάξει».

Εκείνη τη στιγμή η βασίλισσα των βιολετών είδε δίπλα της την αλλαγμένη βιολέτα, πεταμένη στη γη από τη θύελλα και παραμορφωμένη πάνω στη βρεγμένη χλόη σαν αδύναμος στρατιώτης στο πεδίο της μάχης.

Η βασίλισσα των βιολετών σήκωσε το κεφάλι της και φώναξε την οικογένειά της, λέγοντας: «Κοιτάξτε, κόρες μου και σκεφτείτε αυτό που έκανε η Απληστία στη βιολέτα που έγινε υπερήφανο τριαντάφυλλο για μία ώρα. Η ανάμνηση αυτής της σκηνής ας γίνει υπενθύμιση της καλής σας τύχης».

Το ετοιμοθάνατο τριαντάφυλλο κινήθηκε, μάζεψε τα υπολείμματα της δύναμής του και είπε ήσυχα: «Είστε ευχαριστημένοι και πειθήνιοι βλάκες! Ποτέ δεν φοβήθηκα την καταιγίδα. Χθες, κι εγώ ήμουν ευχαριστημένη και ικανοποιημένη με τη Ζωή, αλλά η Ικανοποίηση ενήργησε σαν εμπόδιο ανάμεσα στην ύπαρξή μου και στην καταιγίδα της Ζωής, που με περιόριζε σε μία αρρωστιάρικη και νωθρή ειρήνη και γαλήνη πνεύματος. Μπορούσα να ζήσω την ίδια ζωή που ζείτε εσείς τώρα, με το να προσκολλείστε από φόβο στη γη… Μπορούσα να περιμένω τον χειμώνα να με τυλίξει με χιόνι και να με παραδώσει στον Χάρο, που θα πάρει σίγουρα όλες τις βιολέτες… Χαίρομαι τώρα γιατί ερεύνησα έξω από τον μικρό κόσμο μου το μυστήριο του Σύμπαντος -κάτι που δεν κάνατε εσείς ακόμη. Μπορούσα να παραβλέψω την Απληστία, που η φύση της είναι ανώτερη από τη δική μου, αλλά καθώς πρόσεχα την ησυχία της νύχτας, άκουσα τον ουράνιο κόσμο να μιλά σ” αυτό τον γήινο κόσμο, λέγοντας: “Η φιλοδοξία πέρα από την ύπαρξη, είναι ο βασικός σκοπός της ζωής μας”. Εκείνη τη στιγμή το πνεύμα μου επαναστάτησε και η καρδιά μου λαχτάρησε μία θέση ανώτερη από την περιορισμένη ύπαρξή μου. Κατάλαβα ότι η άβυσσος δεν μπορεί ν” ακούσει το τραγούδι των άστρων, κι εκείνη τη στιγμή άρχισα να πολεμώ κατά της μικρότητάς μου και να λαχταρώ εκείνο που δεν ανήκε σε μένα, ώσπου η ανυποταξία μου έγινε μεγάλη δύναμη και η λαχτάρα μου δημιουργική θέληση… Η Φύση, που είναι το μεγάλο αντικείμενο των βαθύτερων ονείρων μας, ικανοποίησε την παράκλησή μου και μ” έκανε τριαντάφυλλο με τα μαγικά δάχτυλά της».

Το τριαντάφυλλο έγινε σιωπηλό για μία στιγμή και με αδύνατη φωνή, ανακατεμένη με υπερηφάνεια και κατόρθωμα, είπε: «Έζησα μία ώρα σαν υπερήφανο τριαντάφυλλο. Υπήρξα για ένα διάστημα σαν βασίλισσα. Κοίταξα το Σύμπαν πίσω από τα μάτια του τριαντάφυλλου. Άκουσα τον ψίθυρο του στερεώματος με τ” αυτιά του τριαντάφυλλου και άγγιξα τις πτυχές του ρούχου του Φωτός, με ροδοπέταλα. Υπάρχει κάποιος εδώ, που μπορεί να διεκδικήσει τέτοια τιμή;».

Αφού μίλησε έτσι, χαμήλωσε το κεφάλι του και με πνιγμένη φωνή είπε ασθμαίνοντας: «Θα πεθάνω τώρα, γιατί η ψυχή μου πέτυχε τον σκοπό της. Τελικά, επέκτεινα τις γνώσεις μου ως έναν κόσμο πέρα από το στενό σπήλαιο της γέννησής μου. Αυτό είναι το σχέδιο της Ζωής… Αυτό είναι το μυστικό της Ύπαρξης».

Τότε το τριαντάφυλλο άρχισε να τρέμει, δίπλωσε αργά τα πέταλά του, και πήρε την τελευταία αναπνοή του μ” ένα ουράνιο χαμόγελο πάνω στα χείλη του… Ένα χαμόγελο εκπλήρωσης, ελπίδας και σκοπού στη Ζωή… Ένα χαμόγελο νίκης, ένα χαμόγελο του Θεού.

 

….»Τότε η Αλμήτρα είπε: Μίλησε μας για την Αγάπη.

Κι εκείνος, ύψωσε το κεφάλι του κι αντίκρισε το λαό κι απλώθηκε βαθιά ησυχία.

Και με φωνή μεγάλη είπε: Όταν η αγάπη σε καλεί,
ακολούθησέ την, Μόλο που τα μονοπάτια της είναι τραχιά κι απότομα. Κι όταν τα φτερά της σε αγκαλιάσουν, παραδόσου, μόλο που το σπαθί που είναι κρυμμένο ανάμεσα στις φτερούγες της μπορεί να σε πληγώσει.

Κι όταν σου μιλήσει, πίστεψε την, μ” όλο που η φωνή της μπορεί να διασκορπίσει τα όνειρά σου σαν το βοριά που ερημώνει τον κήπο.

Γιατί όπως η αγάπη σε στεφανώνει, έτσι και θα σε σταυρώσει. Κι όπως είναι για το μεγάλωμα σου, είναι και για το κλάδεμά σου.

Κι όπως ανεβαίνει ως την κορφή σου και χαϊδεύει τα πιο τρυφερά κλαδιά σου που τρεμοσαλεύουν στον ήλιο,

Έτσι κατεβαίνει κι ως τις ρίζες σου και ταράζει την προσκόλληση τους στο χώμα.

Σα δεμάτια σταριού σε μαζεύει κοντά της.

Σε αλωνίζει για να σε ξεσταχυάσει.

Σε κοσκινίζει για να σε λευτερώσει από τα φλούδια σου.

Σε αλέθει για να σε λευκάνει.

Σε ζυμώνει ώσπου να γίνεις απαλός.

Και μετά σε παραδίνει στην ιερή φωτιά της για να γίνεις ιερό ψωμί για του Θεού το άγιο δείπνο.

Όλα αυτά θα σου κάνει η αγάπη για να μπορέσεις να γνωρίσεις τα μυστικά της καρδιάς σου και με τη γνώση αυτή να γίνεις κομμάτι της καρδιάς της ζωής.

Αλλά αν από το φόβο σου, γυρέψεις μόνο την ησυχία της αγάπης και την ευχαρίστηση της αγάπης,

Τότε, θα ήταν καλύτερα για σένα να σκεπάσεις τη γύμνια

σου και να βγεις έξω από το αλώνι της αγάπης. Και να σταθείς στον χωρίς εποχές κόσμο όπου θα γελάς, αλλά όχι με ολάκερο το γέλιο σου και θα κλαις, αλλά όχι με όλα τα δάκρυά σου.

Η αγάπη δε δίνει τίποτα παρά μόνο τον εαυτό της και δεν παίρνει τίποτα παρά από τον εαυτό της. Η αγάπη δεν κατέχει κι ούτε μπορεί να κατέχεται, γιατί η αγάπη αρκείται στην αγάπη.

Όταν αγαπάς, δε θα “πρεπε να λες: «Ο Θεός είναι στην καρδιά μου», αλλά μάλλον «Εγώ βρίσκομαι μέσα στην καρδιά του Θεού».

Και μη πιστέψεις ότι μπορείς να κατευθύνεις την πορεία της αγάπης, γιατί η αγάπη, αν σε βρει άξιο, θα κατευθύνει εκείνη τη δική σου πορεία.

Η αγάπη δεν έχει καμιά άλλη επιθυμία εκτός από την εκπλήρωσή της. Αλλά αν αγαπάς κι είναι ανάγκη να έχεις επιθυμίες, ας είναι αυτές οι επιθυμίες σου: Να λιώσεις και να γίνεις σαν το τρεχούμενο ρυάκι που λέει το τραγούδι του στη νύχτα.

Να γνωρίσεις τον πόνο της πολύ μεγάλης τρυφερότητας.

Να πληγωθείς από την ίδια την ίδια τη γνώση σου της αγάπης. Και να ματώσεις πρόθυμα και χαρούμενα.

Να ξυπνάς την αυγή με καρδιά έτοιμη να πετάξει και να προσφέρεις ευχαριστίες για μια ακόμα μέρα αγάπης. Να αναπαύεσαι το μεσημέρι και να στοχάζεσαι την έκσταση της αγάπης.

Να γυρίζεις σπίτι το σούρουπο με ευγνωμοσύνη στην καρδιά

Και ύστερα να κοιμάσαι με μια προσευχή για την αγάπη που έχεις στην καρδιά σου και μ” έναν ύμνο δοξαστικό στα χείλη σου