Ήταν άνθρωποι Πολλοί πολλοί άνθρωποι

Αγκαλιασμένοι Με τα δάχτυλα σφιχτά (Σα χειροπέδες)

Κι όταν σκοτείνιασε Ύστερα μείναν λίγοι άνθρωποι

Κι ύστερα ακόμα πιο λίγοι Όσο σβήναν τα φώτα ένα ένα

Όσο βούλιαζε η νύχτα Κι ύστερα ακόμα πιο λίγοι

Κι οι άλλοι πουλούσαν τα μάτια τους Κι οι άλλοι τούς κλέβαν τα δόντια τους

Κι αυτοί κλειδώναν τα μάτια τους Κι αυτοί καρφώναν τα δόντια τους

Γυρίζοντας στον τοίχο τους καθρέφτες (Όλο και λίγοι πιο λίγοι)

Ώσπου σε μια στιγμή Άνοιξε κάποιος το μαχαίρι Κι έσκισε το πουκάμισό του

Κι είδανε τ’ όνομά του γραμμένο στο στήθος Πάνω ακριβώς στο μέρος της καρδιάς.