Διαβάσαμε

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 11 Νοεμβρίου 2022

Ότι έχεις μέσα σου παιδιάστικο

Σα θησαυρό να το φυλλάξεις
Τους λογισμούς, τους πόθους σου άλλαξε
Μα αυτό ποτέ να μην τ’ αλλάξεις

‘κι ‘Οποτε της ζωή τα ψεύτικα
κι άσχημα σφίγγουν την καρδιά σου
Μες σ’ ότι φύλλαξες παιδιάστικο
θα βρίσκεις την παρηγοριά σου.

Κι όταν χλωμοφυλλιάσσει η όψη σου
και στα μαλλιά σου πέσουν χιόνια
Μόνο ότι φύλλαξες παιδιάστικο
Θα μείνει απείραχτο απ’τα χρόνια.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 25 Οκτωβρίου 2022

Οι αναμνήσεις μας, σωρό,
που ζούμε πια, στο όνειρο,
χειμώνες, καλοκαίρια,
σε χρώμα κίτρινο, καφέ,
πορτοκαλί του κατιφέ,
μιας και το πράσινο εφέ,
μας ξέφυγε απ’ τα χέρια.
*
Μα, ειν’ ο νους ταξιδευτής,
ακούραστος και γητευτής,
ο χρόνος που περνά,
σε θάλασσα ασημόχρυση,
ταξίδια και μπρούσκο κρασί,
τα όνειρα κερνά.
*
Κι όσο γυρνούν πεισματικά,
ανήλεα κι αμείλικτα
του χρόνου τα γρανάζια,
ένα όνειρο, το πιο πυρό,
κάτω απ’ το φέγγος, τ’ αργυρό
του φεγγαριού, στήνει χορό,
στης μάγισσας τα νάζια.
*
Αλαφιασμένη η καρδιά,
στη νοτισμενη αμμουδιά,
ακούμπησε, τη δίψα της να σβήσει
κι εκεί, γλυκά κι ονειρικά,
στα κύματα νωχελικά,
το άχραντο μυστήριο, να ζήσει.
*
Στην ασημένια ακρογιαλιά,
μέσ’ στην υδάτινη αγκαλιά,
‘κεί, στον ευλογημένο τόπο,
θα γιάνει, αξημέρωτα,
λαβωματιές του έρωτα,
με το λυτρωτικό, δικό της τρόπο.
*
Ξημέρωσε και τ’ όνειρο,
έσμιξε, με το άπειρο,
σε κάποιο ουράνιο λιμάνι,
της κάθε ανοιχτής πληγής
και κάθε αναίτιας φυγής,
τον πόνο, να γλυκάνει.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 23 Οκτωβρίου 2022
Κυνηγέ,
υποπτεύομαι γιατί σκοτώνεις τα πουλιά.
Τα απωθημένα σου φτερά εκδικείσαι.
 
Λυτρώσου.
Όλων μας σχεδόν τα πετάγματα
κάποια τα βρήκε αζύγιαστη
ή ζυγιασμένη σφαίρα.
 
Είτε σκάρτο νερουλό ήτανε το Ικάριο
κερί
είτε γιατί ο ήλιος είναι συνεργάσιμος
μονάχα με τη δύση του
είτε γιατί κατά την απογείωση εξερράγη
εκρηκτικός αντίπαλος.
 
Υπολόγισε τώρα τι φτερά ταπείνωσε
ενός κλουβιού το ύψος ότι τάχα
κελαηδούσαν γήινα καθημερινά
λες και η ανάγκη υπέργεια να κελαηδήσεις
δεν είναι γήινη δεν είναι καθημερινή.
 
Μνημονεύω χώρια, με ευλάβεια προσευχετική
τα αυτοκτόνα εκείνα πετάγματα
με σφαίρα που κρυφά τους επρομήθευσε
του ακατανόητου η μεγάλη γενναιότης
δεδικαίωται:
η νεκροψία όλης αυτής της καντεμιάς
έδειξε πως τα μόνα καλότυχα φτερά
τα είχε η ματαιότης.
 
Ηρέμησε λοιπόν.
Έχω κι εγώ ένα σωρό απωθημένους ουρανούς
μα δε σκοτώνω άστρα.
 
Και αν καμιά φορά από μανία αδέσποτη συμβεί
κάποιο να σημαδέψω
το πολύ να κλείσω τον τραυματία κελαηδισμό του
σ’ ένα κλουβάκι στοίχου φευγαλέο.
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 23 Οκτωβρίου 2022
  1. Αυτοί που έφυγαν ήταν δικοί μας. Μάς έλειψαν.
    Αυτοί που γύρισαν μάς είναι ολότελα άγνωστοι.
    Άλλοτε δε φορούσανε γυαλιά. Τώρα φοράνε.
    Δεν ξέρεις αν υπάρχουν μάτια πίσω απ’ τα γυαλιά τους.
    Θα πρέπει να τους δούμε όταν κοιμούνται,
    την ώρα πού οι βαλίτσες τους ανοιχτές στο διάδρομο
    εκπνέουν τον ξένο αέρα καινούργιων εσώρουχων,
    την ώρα που ανάβει έξω στο δρόμο το μεγάλο φανάρι
    φωτίζοντας τις πόρτες των κλειστών καταστημάτων
    και το αδιάβατο γίνεται προσιτό, γιατί δεν έχεις
    τίποτα πια ν’ αγοράσεις ή να πουλήσεις.
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 23 Οκτωβρίου 2022

Δύο νεαρά παλικάρια Ρατζπούτ ήρθαν στην αυλή του Ακμπάρ ένα πρωί. Ήταν δίδυμα. Καθώς στέκονταν στην αυλή του Ακμπάρ είπαν: «Θέλουμε να καταταγούμε στον στρατό σου. Είμαστε και οι δυο πολύ γενναίοι. Μας χρειάζεσαι;».

Ο Ακμπάρ απάντησε: «Αποκαλείτε τους εαυτούς σας γενναίους, αλλά έχετε κάποιο πιστοποιητικό, κάποια απόδειξη της γενναιότητάς σας; Πώς μπορούμε να πιστέψουμε ότι είστε γενναίοι;».

Άρχισαν να γελάνε και οι δύο και είπαν: «Δεν περιμέναμε ότι ένα άτομο σαν εσένα θα έκανε μια τέτοια ερώτηση. Μπορεί να υπάρξει ποτέ κάποιο πιστοποιητικό για τη γενναιότητα; Μπορεί να υπάρξει κάποια απόδειξη; Και σε ποιον πρέπει να πάει ένας γενναίος άντρας για ένα τέτοιο πιστοποιητικό; Αν ένας άντρας έφερνε ένα τέτοιο πιστοποιητικό, τότε αυτό από μόνο του θα ήταν απόδειξη ότι ο άντρας δεν είναι γενναίος. Θα πάει ένας γενναίος άντρας σε έναν άλλον και θα του ζητήσει ένα πιστοποιητικό που να λέει ότι είναι γενναίος; Θα πάει ένας άντρας με καλό χαρακτήρα σε έναν άλλο και θα του ζητήσει να επιβεβαιώσει γραπτώς ότι είναι ένας άντρας με καλό χαρακτήρα; Αν ο χαρακτήρας από μόνος του δεν είναι απόδειξη, τότε ποιο γράμμα, ποιο πιστοποιητικό, μπορεί να είναι απόδειξη;»

Μετά πρόσθεσαν: «Είμαστε γενναίοι· αυτό μπορούμε να το πούμε. Αν μας δοθεί η ευκαιρία, μπορούμε να σου αποδείξουμε τη γενναιότητά μας. Αλλά δεν έχουμε πιστοποιητικά»

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 23 Οκτωβρίου 2022
Επέστρεψα.
Άγγιξα την κλειδαριά.
Μονομιάς μου θύμισε προς τα που γυρίζει.
Άνοιξα.
Μπήκα μέσα με το δεξί.
Τόσος καιρός πέρασε,
άξιζε μια κίνηση καλορίζικη.
Σκοτάδι,
στωικά καρτερικό,
περίμενε να ξαναεισβάλω.
Μέρα-νύχτα με περίμενε.
Μόνο με μένα, λέει, θά ‘βρισκε
το φως που του αξίζει.
 
Τόσοι ήλιοι εναλλάχτηκαν με τόσα φεγγάρια
πάνω απ’τα πατρογονικά αυτά ντουβάρια.
Στήλη άλατος, δίχως άλας,
μ´ είδαν και ξαφνιάστηκαν.
Δεν τό ‘λεγαν, φαίνεται,
πως θα ξαναεισβάλω.
 
Και τώρα, ξέρεις τι φοβάμαι.
Πως αν τα ζεστάνω και πάλι,
έστω και λίγο,
μονομιάς θα τρέξουν να θέτουν
υποψηφιότητες σοβαρές
για την Ιθάκη μου.
 
Δεν τους έφτανε, βλέπεις,
που τόσα χρόνια ήταν,
κάθε φορά,
η άγκυρά μου.
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 22 Οκτωβρίου 2022

Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα όχι και πολύ μακρινό δάσος κάτω από μια μεγάλη βελανιδιά, ζούσαν δύο μικρά μανιτάρια. άλλο.

μ «Τι όμορφη που είναι αυτή η βελανιδιά και τι τυχεροί που είμαστε που ζούμε από κάτω της!» είπε το μικρότερο από τα δύο.

Μ «Πραγματικά, είναι πανέμορφη.. πόσο θα ήθελα να ζούσα στην κορυφή της και να βλέπω όλο το δάσος από εκεί ψηλά.» ..είπε το μεγαλύτερο.

μ «Το σκέφτομαι κάθε μέρα.. να μπορούσα να πάω εκεί πάνω και να κοιτάζω γύρω γύρω.. πρέπει να έχω απίστευτη θέα. Θα νιώθεις σαν βασιλιάς. Ζηλεύω πολύ την βελανιδιά και πιο πολύ ζηλεύω τα πουλιά που μπορούν να πηγαίνουν εκεί πάνω από αυτά θέλουν! Αχ και να μπορούσα να ανέβω έστω και για λίγο..»

Μ «Ναι.. η αλήθεια είναι αυτή.. σκέψου το αεράκι και φαντάσου πόσο γλυκά θα ακούγεται η φωνή του δάσους.. από την άλλη εδώ που είμαστε, είμαστε καλά προστατευμένοι. Αισθάνομαι πολύ τυχερός που έχουμε αυτή την εξαιρετική βελανιδιά από πάνω μας και που μας προστατεύει και που μπορούμε να ακούμε τις ιστορίες που λένε μεταξύ τους τα φύλλα και τα βελανίδια που πέφτουν. Σκέψου να μην υπήρχε.»

μ «Χαζομάρες.. εντάξει μπορεί να έχεις δίκιο αλλά εγώ θέλω να πάω εκεί πάνω.»

Μ «Προχθές άκουγα δύο βελανίδια, που μόλις είχαν πέσει, να πουν για το πόσο τέλεια ήταν η διαδρομή από εκεί πάνω. Τα άκουσα επίσης να λένε ότι και τι δεν έδωσαν για να ξανανέβουν και να ξαναπέσουν! Γέλασα πάρα πολύ!»

μ «Χαχα! Αχ.. ας μας δόθηκε μια ευκαιρία.. τι καλά που ήταν..» Και με αυτές τις σκέψεις οι ημέρες περνούσαν και η καθημερινότητα των μανιταριών γινόταν όλο και πιο ευφάνταστη. Όλο και περισσότερα βελανίδια έπεφταν και όλο και περισσότερες ιστορίες άκουγαν τα μανιταράκια μας. Μια-δυο φορές μάλιστα έπιασαν και κουβέντα με κάποια βελανίδια που δεν ήταν και τόσο ψιλομύτικα όπως τα υπόλοιπα. Μια μέρα λοιπόν την ώρα που μόλις είχε αρχίσει να σουρουπώνει, από την άκρη της απέναντι πέτρας φάνηκαν δύο τεράστιες κεραίες. Μετά από λίγο φάνηκε ένα τεράστιο σκαθάρι! Ήταν τόσο μεγάλο, όσο σχεδόν και τα δύο μανιτάρια μαζί.

μ «Ωχ!» Είπε το μικρό μανιτάρι. «Αυτό πρέπει να είναι το πιο μεγάλο σκαθάρι που δεν υπήρξε ποτέ! Άραγε θα μπορεί να με βοηθήσει;»

Μ «Τι εννοείς;¨είπε το μεγάλο.

μ «Εννοώ αν θα μπορούσε να με μεταφέρει έστω και για λίγο μέχρι την κορφή της βελανιδιάς!»

Μ «Μην ακούω ανοησίες. Δεν θα φύγεις από εδώ, τις άκουσες;»

μ «Άσε με ήσυχο. Θα κάνω ό,τι θέλω. Ξέρεις ότι η ζωή μας είναι πολύ μικρή και έχουμε μόνο μια ευκαιρία να κάνουμε αυτό που θέλουμε. Ποτέ δεύτερη.»

Μ «Σε παρακαλώ, σοβαρέψου. Μην κάνεις καμιά χαζομάρα. Πρώτη φορά τον βλέπουμε τον τύπο.. ούτε που τον ξέρουμε! Και να σου πω την αλήθεια, δεν τον βλέπω και πολύ της εμπιστοσύνης.»

μ «Μα τι είναι αυτά που λες! Πόσο κακό μπορεί να είναι ένα σκαθάρι;» ..είπε το μικρότερο και χωρίς να χάσει καιρό φώναξε με όλη του τη δύναμη: «Εε! Σκαθάρι, γειά! Έλα εδώ να σου πω κάτι που θέλω!» Με αργά αλλά σταθερά βήματα το σκαθάρι πλησίασε και το μικρότερο μανιτάρι ξεκίνησε με μεγάλο ενθουσιασμό να του λέει για την επιθυμία του να σκαρφαλώσει επάνω στη βελανιδιά, για το πόσο όμορφο θα είναι το ταξίδι προς τα επάνω και πόσο τέλειο θα είναι το ταξίδι της επιστροφής. Ήταν τόσο πολύ ενθουσιασμένο που δεν μπορούσε να δει το περίεργο βλέμμα και την τρομαχτική άποψη του σκαθαριού. Δεν μπορούσε να διαισθανθεί όλα αυτά που το άλλο μανιτάρι είχε διαισθανθεί.

«Ένταξει.» λέει το σκαθάρι. «Αλλά για να κάνω αυτό, πρέπει κάτι να κερδίσω.»

«Τι θες; Ό,τι θες θα στο δώσω!!»

«Μέσα σου έχεις δύο σπόρια. Αυτά θέλω για να σε ανεβάσω επάνω.» Είπε το σκαθάρι με σταθερή φωνή. Το μεγάλο μανιτάρι ανατρίχιασε.

«Μα αυτό είναι εύκολο!» είπε το μικρό μανιτάρι, χωρίς να σκεφτεί δεύτερη φορά. «Αλλά δεν θα σταθώ και τα δύο τώρα. Θα σου δώσω το ένα όταν φτάσουμε στη μέση και το άλλο όταν φτάσουμε επάνω.» «Εντάξει.» είπε το σκαθάρι. Κι έτσι το μικρό μανιτάρι πιάστηκε από τις κεραίες του σκαθαριού έτοιμος να κάνει το όνειρο του πραγματικότητα.

Το σκαθάρι, λοιπόν, με αργά αλλά σταθερά βήματα τραβήξε το μανιτάρι. Φυσικά δεν τα κατάφερε με την πρώτη φορά. Ο φίλος του προσπαθούσε να κρατήσει κάτω, συγκρατώντας το χώμα με τις μικρές του ρίζες, ελπίζοντας ότι θα καταφέρει να απογοητεύσει οι δύο τους και να τα παρατήσουν. Με την πρώτη προσπάθεια λοιπόν, ίσα ίσα που ανασηκώθηκε λιγάκι το χώμα. Όμως το σκαθάρι, δυστυχώς για τον φίλο μας, ήταν πολύ δυνατό. Με τη δεύτερη προσπάθεια το χώμα αποσύρθηκε αρκετά και λίγο ακόμα ήθελε το μικρό μας μανιτάρι για να βρεθεί έξω από την ζεστασιά του. Λίγες στιγμές πιο μετά το μεγάλο μανιτάρι αισθάνθηκε ένα μικρό πόνο, που το μανιταράκι δεν τον καταλάβαινε. Οι μικρές τους ρίζες βλέπετε είχαν ενωθεί και καθώς το μικρό μας πεταγόταν έξω από το χώμα, αυτές χωρίστηκαν. Για πάντα.

«Έτοιμος!!» φώναξε όλο χαρά το μανιτάρι και το σκαθάρι με τον ίδιο αργό αλλά σταθερό βηματισμό και χωρίς να μιλήσει, άρχισε να προχωράει προς την ρίζα της βελανιδιάς.

«Θα με περιμένεις;» Ρώτησε το μικρό μανιτάρι.

«Ελπίζω. Καλό ταξίδι!» Είπε το άλλο και τα βλέμματα τους διασταυρώθηκαν για τελευταία φορά. Αρκετή ώρα πιο μετά οι ταξιδιώτες είχαν αρχίσει να ανεβαίνουν στον κορμό. Το μικρό μανιτάρι ήταν πλέον τόσο πολύ χαρούμενο. Ζόυσε το όνειρό του. Μόλις είχε βραδιάσει και το φεγγάρι είχε αρχίσει να ρίχνει το φως του πάνω στο μεγάλο δάσος. Λίγες ώρες πιο μετά η ανάβαση έφτανε στη μέση της και οι ψιθήροι από τα βελανίδια πλήθαιναν.

«Τι θέλει εδώ πάνω ένα σκαθάρι με ένα μανιτάρι να κρέμεται από πάνω του. Μα που πάνε;» αναρωτήθηκαν όλα μαζί και σχολιάζανε επικριτικά.

«Ε όχι.. έχει τρελαθεί τελικά ο κόσμος..» είπε ένα αδύνατο και στριφνό βελανίδι, και γύρισε από την άλλη πλευρά να χαρεί λίγο το φως του φεγγαριού. Την επόμενη μέρα ήξερε ότι θα έπεφτε από τη θέση του και θα βρισκόταν κάτω στο χώμα, μέχρι εκείνο να το αγκαλιάσει και σιγά σιγά να γίνει κι αυτό μια μεγάλη βελανιδιά. Το μανιτάρι έβλεπε από ψηλά το σπίτι του, την παλιά του θέση, την πέτρα από όπου είχε εμφανιστεί το σκαθάρι, τον αγαπημένο του φίλο και έτρεμε από τη συγκίνηση που κατάφερνε το ακατόρθωτο.

«Το πρώτο μανιτάρι που έφτασε στην κορυφή της μεγάλης βελανιδιάς!!» Σκεφτόταν. Η ψυχή του έλαμπε. Η ψυχή του έλαμπε αλλά η δύναμη του έφθανε. Τα χέρια του είχαν αρχίσει να κουράζονται και όσο δυνατά και αν κρατούσε τις κεραίες του σκαθαριού, τα αισθανόταν να γλυστράνε. Ο κορμός του και το συμμετρικό του σχήμα είχε αρχίσει να χαλάει. Ξέρετε πόσο ευαίσθητα είναι τα μανιτάρια. Χαλάνε με το παραμικρό. Λίγη ώρα πιο μετά είχε χάσει πολύ δύναμη και πολλούς χυμούς. Φθάνοντας στη μέση της μεγάλης βελανιδιάς και ενώ το φεγγάρι μεσουρανούσε λέει στο σκαθάρι.

«Σκαθάρι σταμάτα για λίγο σ’αυτό το κλαδί. Σε παρακαλώ πολύ. Θα ήθελα να κάνουμε ένα διάλειμμα, κουράστηκα.»

«Θα σταματήσω, αλλά θα μου δώσεις και τα δύο σποράκια, αλλιώς δεν θα συνεχίσω.»

«Εντάξει, πάρ’τα. Σταμάτα όμως, δεν αντέχω ούτε μια στιγμή ακόμα.» Και μόλις το σκαθάρι έκανε στην άκρη και σταμάτησε στο κλαδί, το μανιτάρι μας ελευθερώθηκε και έβγαλε από την κοιλιά του και τα δύο σποράκια, το ανίτι του ονείρου του.

«Πάρτα, όμως σε λίγο θα συνεχίσουμε.» είπε με ξεψυχισμένη φωνή.

«Συνεχίζουμε όποτε θες.» Το φεγγάρι μια κρυβόταν και μια φαινόταν μέσα από τις φυλλωσιές της βελανιδιάς και το χλωμό του φως πλέον έδινε μια μελαγχολική διάθεση στο δάσος. Λίγες στιγμές πιο μετά, το μανιτάρι είπε με φωνή που ίσα ίσα ακουγόταν.

«Σκαθάρι.. πάμε..» Και με το ζόρι ξαναπιάστηκε πάνω του. Δεν πρόλαβε να κάνει μερικά αργά αλλά σταθερά βήματα το σκαθάρι και.. α!

Το μανιταρι γλυστρησε! Το καπέλο του έλαμψε για μια στιγμή, λίγο πριν αρχίσει να χτυπάει από το ένα κλάδι στο άλλο. Τα βελανίδια πάγωσαν και το σούσουρο σταμάτησε άξαφνα καθώς είχε ξεκινήσει η ελεύθερη πορεία προς το τέλος. Χτύπησε στο χώμα, κατρακύλησε και σταμάτησε δίπλα στην πέτρα απ’ όπου το μεσημέρι είχε εμφανιστεί το σκαθάρι. Λίγο πιο κει ο φίλος του, αδύναμος κι αυτός, το κοίταζε με δάκρυα στα μάτια. Το χώμα γύρω του ήταν πλέον σαθρό. Με λίγη προσπάθεια κατάφερε να πεταχτεί έξω και να συρθεί μέχρι τον φίλο του.

«Μην φοβάσαι…τώρα είσαι εδώ, μαζί μου.» του είπε και μαζί τα δύο μανιταράκια, ξαπλωμένα πλέον και όχι όρθια, κοιτούσαν την κορυφή της βελανιδιάς λίγο πριν το φεγγάρι τους δύσει. Εκείνη την ώρα ένα αεράκι φύσηξε στα κλαδιά της βελανιδιάς και μαζί με τη φωνή των βελανιδιών πήρε και τα σπόρια από τις τσέπες του σκαθαριού ρίχνοντάς τα στο έδαφος, λίγο πιο μακριά από τις ρίζες του δέντρου. Κάποιες ημέρες αργότερα δύο μικρά μανιτάρια βγήκαν από το ζεστό χώμα. Οι ρίζες τους ήταν λίγο ενωμένες. Κοίταξαν ψηλά, μέχρι την κορυφή της βελανιδιάς μας, ζήλεψαν τα πουλιά και αναστέναξαν μελαγχολικά όταν σκέφτηκαν πόσο όμορφη θέα έχει από εκεί επάνω.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 12 Ιουνίου 2022

“Ω αιώνιε εσύ ταξιδευτή, άκου μια ιστορία

γιατί είτε είσαι πρίγκιπας μικρός ειτ΄ ένας Οδυσσέας
η Γη θα είναι πάντα στρογγυλή και πάντα θα γυρίζεις
εκεί όπου πρωτάρχισες, στην πρώτη σου ανάσα
μες της μητέρας Γης μήτρα ζεστή, πριν κι απ’ το πρώτο κλάμα
επάνω στον πλανήτη σου, στο θρόνο της αλήθειας

Γιατί τους παγωμένους τους ωκεανούς, τις πύρινες ερήμους
τ’ απόμερα απογέματα, τις τρελαμένες πόλεις
τις λέξεις τις χαρούμενες, τις πληγωμένες μνήμες
στ’ αλήθεια μια σπιθαμή απόσταση όλα τα χωρίζει
κι άμα εσύ το επιθυμείς, ο χρόνος σε ξεχνάει

Άσε λοιπόν το νου σου να διψά, χιλιόμετρα να τρέχει
να υφαίνει με ψευδαίσθηση το θάνατο ότι κλέβει
με σχέδια, όνειρά, στιγμές σε πέτρινα μνημεία
να ξεγλιστράει σαν ληστής απ’ την ακινησία

Και πριν ταξιδέψεις αδερφέ, βυθίσου στην αγκαλιά σου
ένα απομεσήμερο, στο δάσος μιας ηπείρου
κάτω απ’ τον ήλιο το ζεστό, στο απαλό το χώμα
και αν δεις τις πόρτες ανοιχτές διάπλατα να είναι
κλείσε τα μάτια μια στιγμή και νιώσε την ανάσα
και τι ‘ναι αυτό που λαχταρά να λιώσει μέσα σ’ όλα

Κάνε το νου σου σύμμαχο, και χάσου στις αισθήσεις
παλάτια, χρώματα τρελά, φλεγόμενα αστέρια
και μια στάλα από φως Ελληνικό, να κατεβάζει πνεύμα
να πίνει αγάπη η ψυχή μέχρι να ξεδιψάσει
και δες πιά με κρυστάλληνη ματιά πως μέσα σου αιώνια
όλα τα πλούτη κατοικούν στην απαλή σου φύση

Αίρε λοιπόν τα ξάρτια σου και αέρα στα πανιά σου
κι άμα γυρίσεις να με δεις φέρε μια ιστορία
μια ιστορία απ’ αυτές που όλα είναι ένα
λύπη, χαρά και θάνατος από την ίδια ουσία
που ένα ταξίδι αληθινό συμβαίνει στην καρδιά σου
που από ζωή φλεγόμενη παντού είναι και πάντα
κρατώντας απ’ το χέρι ένα παιδί, την ψυχή όλου του κόσμου
γιατί όλα τα ταξίδια μιας ζωής είναι μονάχα ένα ταξίδι”

Aπό τον Ηλία

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 20 Απριλίου 2022

Ο βασιλιάς μιας κοινότητας είχε δέκα άγρια σκυλιά. Τα χρησιμοποιούσε για να βασανίζει και να τρώνε όποιον από τους υπηρέτες του έκανε λάθος. Ένας από τους υπηρέτες έδωσε μια γνώμη που ήταν λάθος, και δεν άρεσε καθόλου στον βασιλιά.

Διέταξε λοιπόν να ρίξουν τον υπηρέτη στα σκυλιά.
Ο υπηρέτης είπε: «Σε υπηρέτησα δέκα χρόνια, και μου το ξεπληρώνεις έτσι; Παρακαλώ δώστε μου δέκα μέρες πριν με πετάξετε σε αυτά τα σκυλιά! ” Ο βασιλιάς συμφώνησε.

Εκείνες τις δέκα μέρες, ο υπηρέτης πήγε στον φύλακα που προσέχει τα σκυλιά και του είπε ότι θα ήθελε να εξυπηρετήσει τα σκυλιά για τις επόμενες δέκα ημέρες. Ο φύλακας ήταν μπερδεμένος αλλά συμφώνησε, και ο υπηρέτης άρχισε να ταΐζει τα σκυλιά, να τα καθαρίζει, να τα κάνει μπάνιο και να τους παρέχει κάθε είδους άνεση.

Όταν τελείωσαν οι δέκα ημέρες, ο βασιλιάς διέταξε να ρίξουν τον υπηρέτη στα σκυλιά για την τιμωρία του. Όταν τον έριξαν μέσα, όλοι μείναμε έκπληκτοι βλέποντας τα λυσσασμένα σκυλιά να γλείφουν τα πόδια του υπηρέτη!

Ο βασιλιάς, μπερδεμένος με αυτό που έβλεπε, είπε,
”Τι συνέβη στα σκυλιά μου; ”

Ο υπηρέτης απάντησε, «Υπηρέτησα τα σκυλιά μόνο για δέκα ημέρες, και δεν ξέχασαν την υπηρεσία μου. Κι όμως σε υπηρέτησα για δέκα ολόκληρα χρόνια και τα ξέχασες όλα, στο πρώτο μου λάθος! ”

Ο βασιλιάς κατάλαβε το λάθος του και διέταξε να αφεθεί ελεύθερος ο υπηρέτης.

Αυτή η ανάρτηση είναι ένα μήνυμα προς όλους εκείνους που ξεχνούν τα καλά πράγματα που κάνει κάποιος για αυτούς μόλις το άτομο κάνει ένα λάθος απέναντί τους. Μην ξεχνάς την ιστορία που είναι γεμάτη με καλό εξαιτίας ενός λάθους που δεν σου άρεσε.

Κατερινα Κεστεκιδουā

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 19 Απριλίου 2022

“Έχουμε πάνω από μία ώρα που δοκιμάζουμε παπούτσια. Άσπρα. Αστραφτερά, χαρωπά, ανθισμένα παπούτσια. Πασχαλιάτικα. Παιδικά. Τέσσερα πόδια γεύονται κατά κόρον το «καινούργιο» και το «αλλιώτικο», δοκιμάζοντας και απορρίπτοντας ό,τι δεν τους αρέσει, με το αιτιολογικό, αυτό με στενεύει… αυτό μου είναι μεγάλο… αυτό μου είναι μεγάλο και με στενεύει. Εγώ και ο υπάλληλος έχουμε κυριολεκτικά γονατίσει μπροστά σ’ αυτά τα πόδια, προσπαθώντας να εντοπίσουμε πού κείται το μεγάλο δάχτυλο, πού κείται το ψεύδος.

Κι άξαφνα, μέσα από ένα κουτί, κάνει τη μοιραία εμφάνιση ένα ζευγάρι κόκκινα κοριτσίστικα παπαρουνένια παπούτσια, μ’ ένα κόκκινο παιγνιδιάρικο κουμπάκι στο πλάι, αυτό που πιο πολύ έκαμε την καρδιά μου να σπαρταρήσει, να μικρύνει, να γίνει καρδιά παιδική, να ξανααισθανθεί. Ιπποτικά αμέσως φέρεται ο καιρός, παραμερίζει, για να ‘ρθει μπροστά μία σκονισμένη ιστορία, παλιά, πάλι με παπούτσια, με τα πρώτα παπούτσια που μ’ έκαμαν να κλάψω.

Πάσχα και πάντως μια εποχή που όλα ονομάζονταν «δύσκολα». Τα πράγματα δύσκολα, οι μέρες δύσκολες, η ζωή δύσκολη. Και τότε ακριβώς ήταν που αξίωσα ένα ζευγάρι κόκκινα παπούτσια.
— Θα την πάω στο Μοναστηράκι, στον πατριώτη μου το μαστρο-Κούλη… Θα μας φτιάξει κάτι που να ‘ναι γερό και συφερτικό, ενέδωσε με τα πολλά ο πατέρας.

Θα κόντευε Μεγάλη Βδομάδα που με πήρε ένα απομεσήμερο να πάμε στο μαστρο-Κούλη. Οι νοικοκυρές ανέμιζαν στα παράθυρα, έπλεναν τζάμια. Καθώς τα ‘τριβαν με κομμάτια εφημερίδας, εκείνα έτριζαν, κι άστραφταν σα στα παράθυρα να κρέμονταν κλουβιά με τιτιβίζοντα χελιδόνια, και ήλιοι.

Απερίγραπτο ήταν το πόσο σφιχτά με κρατούσε από το χέρι ο πατέρας μου στις λιγοστές εξόδους μας, στους λιγοστούς περιπάτους μας. Σα να του ‘χα ξεφύγει και να ‘τρεχε χρόνια να με πιάσει. Και σα να με είχε πιάσει μόλις εκείνη τη στιγμή. Όμως, αυτή τη φορά, ήταν τόσο ευχάριστο αυτό το σφίξιμο. Σαν το εύθυμο εκείνο σφίξιμο που σου κάνουν τα καινούργια παπούτσια την πρώτη μέρα.

Αν με ρωτούσε κανείς πώς πήγαμε στο μαγαζί του μαστρο-Κούλη, από πού περάσαμε, εγώ θα του ‘λεγα, περάσαμε… περάσαμε… από κάτι κόκκινα παπούτσια, ύστερα πήραμε ένα μακρύ δρόμο κόκκινα παπούτσια, στρίψαμε μετά από κάτι άλλα κόκκινα παπούτσια, και φτάσαμε!

Μα σα βρέθηκα στο μαγαζί του μαστρο-Κούλη ξέβαψε όλο το κόκκινο χρώμα κι όλη η χαρά από το όραμά μου. Από την πόρτα με πήρε μια χοντρή βαριά μυρουδιά πετσιού και προβιάς, έπεσε μέσα της η αναπνοή μου και πνίγηκε. Χάμω, σκουπίδια, σπάγγοι, καρφάκια, ένας λόφος με λογιώ λογιώ κατσούφικα κοψίδια δέρματα. Μια χοντρή βελόνα, σα μεγάλο καρφί, ανεβοκατέβαινε βαριεστημένη και στριγγλή και γάζωνε ένα εφιαλτικό παπούτσι.

Σα δήμιος εμφανίστηκε ο μαστρο-Κούλης, αναμερίζοντας μιαν αυλαία από κρεμάθες χοντροπάπουτσα, αντρικά τα πιο πολλά, τα κορδόνια τους τρεμούλιασαν σα νευρικά μουστάκια, και κάτω από τη χοντρή λαστιχένια τους σόλα σπαρτάραγε το κακόμοιρο το όνειρο μου. Κι αφού είπανε, χρόνια και ζαμάνια, ψυχρά κι ανάποδα, και αφού τώωωρα η Αργυρούλα, μπήκε στο θέμα πια ό πατέρας μου:
— Και τώρα, μαστρο-Κούλη, ας πάμε στο προκείμενο!
Με τούτο το «προκείμενο» πήρα να ελπίζω. Φαντάστηκα πώς το «προκείμενο» μπορεί να ‘ταν ένας άλλος δρόμος, ένα άλλο μαγαζί, το «καλό» μαγαζί του μαστρο-Κούλη.
— Από δω η κόρη, συνέχισε ο πατέρας μου, ό,τι θυμάται χαίρεται! Της θυμήθηκαν κόκκινα παπούτσια. Έχεις να μας δώσεις τίποτα κατάλληλο;

Και πριν προφτάσω ν’ ακούσω την απάντηση, η πατούσα μου βρέθηκε καθηλωμένη πάνω σ’ ένα βρομόχαρτο, κι από πάνω της ολόκληρος ο μαστρο-Κούλης, όλα τα χοντροπάπουτσα, να τη ζουλάνε μη και ξεφύγει. Πιο απειλητικό, το βάρος της λέξης «μπόλικα! μπόλικα», που σφυροκοπούσε ο πατέρας μου. Ένα κουτσομόλυβο σύρθηκε σαν κατσαρίδα γύρω γύρω της ενώ ο πατριώτης έλεγε:
— θα γίνουν αθάνατα!

Ανησύχησα.
— Δε θέλω αθάνατα, κόκκινα θέλω, ψέλλισα.
— Θέλε! αγρίεψε ο μαστρο-Κούλης, κάτι συνεννοήθηκε ιδιαιτέρως με τον πατέρα μου, και φύγαμε.

Ίσως σου κακοφανεί, μαστρο-Κούλη, αν τύχει και διαβάσεις αυτή την ιστορία, αλλά κι εγώ τι σου χρώσταγα να περάσω μια τόσο μαύρη Λαμπρή; Τι παπούτσια ήταν εκείνα που μου ‘φτιαξες; Κόκκινα δε σου είπα πως θέλω; Γιατί σώνει και καλά μουσταρδιά; Και γιατί τόσο χοντρό λάστιχο, βρε μαστρο-Κούλη; Τάνκς ήμουνα; Κι όλα αυτά καλά. Αμ’ εκείνο το κόκκινο κουμπί, στο Θεό σου, τι το ήθελες και το έμπηξες; Από πού ως πού κόκκινο κουμπί; Α, προτιμούσα να με γελάσεις παρά να με ξεγελάσεις. Έσκασα στο κλάμα.
— Βρε αχάριστο, φώναζε η μάνα μου, κι αν δεν είναι κόκκινο, είναι προς το κόκκινο… Τι παραπάνω θες; Δεν έχει κόκκινα κουμπιά; Άρα κόκκινα είναι.

Αναγκάστηκα να πειστώ. Και τι το περίεργο; Μήπως τώρα που λέμε «αναπνέουμε, άρα ελπίζουμε», το ίδιο δεν είναι; Κι ανήμερα το Πάσχα, στη λειτουργία της Αγάπης, με κρατάει πάλι ο πατέρας μου από το χέρι, κατηφορίζουμε για την εκκλησία. Εγώ με τα κόκκινα κουμπιά μου, αυτός με την κατάνυξη του, Χριστός Ανέστη σιγοψέλνει. Μπορώ να θυμηθώ και το παραμικρό της σκηνής εκείνης, ακόμα και τις στάλες από τα κεριά της Αναστάσεως στα πεζοδρόμια και στα μαρμάρινα σκαλιά, την αυστηρή παλάμη του πατέρα μου που με ζούλαγε ολόκληρη μέσα της, το πρόσεχε μην πέσεις, το δεν καταλαβαίνω γιατί εννοείς να ξεκινάς πάντα με το αριστερό, διόρθωσε το βήμα σου, άλλαξε το βήμα σου.

Τα θυμάμαι όλα, και τους μικρούς μου πήδους κάθε τόσο για να βγει το δεξί μπροστά και να πάει το αριστερό πίσω, όλα, ακόμα και το πόσο μου μύρισαν οι πασχαλιές που αγόραζε μια γυναίκα σκυμμένη στο παράθυρο από έναν πλανόδιο ανθοπώλη. — Άλλαξε το βήμα σου, ξανάπε ο πατέρας μου.

Κι εκείνη τη φορά έγινε το κακό. Πάνω στο πήδημα μπερδεύτηχαν τα πόδια μου, κι είδα το ένα κουμπί να διαγράφει μια κόκκινη τροχιά και να εξαφανίζεται. Τι κλάμα και τι ψάξιμο ήταν εκείνο; Δάκτυλος του Σατανά, δάκτυλος του Σατανά! έτριζε τα δόντια του ο πατέρας μου, καθώς έψαχνε χωρίς αποτέλεσμα, καθώς με άκουγε να κλαίω «ασεβώς». Δεν είμαστε πια για εκκλησία, «χρειάζεται καρδίαν καθαράν», και πήραμε πάλι τον ανήφορο. Μπρος εκείνος, με τα χέρια διπλωμένα πίσω στη μέση, να λέει, με κόλασες! με κόλασες!, πίσω εγώ, σα μονοσάνταλη, να κλαίω, να κλαίω.

Η μάνα μου, άμα άκουσε τι συνέβη, είπε μόνο: — Τι λες… Κάτι τρέχει στα γύφτικα.

Μα καθώς με είδε να πετάω τα παπούτσια και να την ακολουθώ ξυπόλυτη και κλαίγοντας, τα έβαλε με τον πατέρα μου:
— Και συ ευλογημένε, πώς στην ευχή έψαξες; Με τα δικά μου τα μάτια; Ολόκληρο κουμπί!

Αλλά εκείνος είχε κιόλας ριχτεί με όλο του το είναι στην κάθαρση. Είχε πάρει μια Σύνοψη κι έψελνε, μουρμουριστά, μασουλιστά, με λοξό κάπως το κεφάλι και το χέρι κοντά στο στόμα, κάπως σα να εξιστορούσε με συντριβή στο αυτί του Κυρίου το πώς τον «κόλασα».
– Θέλω το ολόκληρο κουμπί μου, έλεγα τώρα εγώ μέσα στους οδυρμούς μου.

– Τι λες εκεί… Κάτι τρέχει στα γύφτικα, επανέλαβε η μάνα μου φουρκισμένη.
Και φορώντας μου τα παπούτσια με το ζόρι, με έσπρωξε βίαια στήν ξώπορτα, να πάω να παίξω.

Λίγα βήματα πιο πέρα στεκότανε η φιλενάδα μου η Πόπη. Με κοίταζε. Εγώ κόλλησα στον τοίχο, σήκωσα το ‘να μου πόδι, και το ‘κρυψα πίσω από το άλλο. Και στεκόμουνα έτσι.

Και τώρα, γονατισμένη ακόμα, λες και προσκυνούσα, αναπολώντας την τούτην την ανάμνηση, προσπαθώ να καταφέρω τη μικρή ν’ αγοράσει αυτά τα παπούτσια. Τα κόκκινα. – Σου είπα, θέλω γόβα άσπρη!
– Μα τα κόκκινα είναι πιο πρακτικά.
– Δεν τα θέλω για πρακτικά, τα θέλω για ευχαριστήσιμα.

Και αποφασίζω. Και τα άσπρα και τα κόκκινα. Προηγουμένως τα εξετάζω προσεχτικά, δοκιμάζω να ιδώ, είναι καλά στερεωμένο το κουμπάκι τους, μην την ξαναπάθω. «Αθάνατα», βεβαιώνει ο υπάλληλος. Και φεύγω, έχοντας επιτέλους αποκτήσει ένα πραγματικό κόκκινο ζευγάρι παπούτσια, πασχαλιάτικο δώρο στα περασμένα μου.
Σ’ αυτό τον κεντρικό δρόμο, που φράζεις τη μύτη και το στόμα σου να μη σε πνίξουν τα καυσαέρια, είναι τρέλα να ισχυριστείς ότι μυρίζουν πασχαλιές. Και όμως, εμένα μου μύρισαν.”

Aπό το βιβλίο της Κικής Δημουλά «Εκτός σχεδίου»

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Απριλίου 2022

Στον κύκλο της φύσης δεν υπάρχει νίκη ούτε ήττα: υπάρχει κίνηση. Ο χειμώνας μάχεται να επικρατήσει, στο τέλος όμως αναγκάζεται να παραχωρήσει τη νίκη στην άνοιξη, που φέρνει μαζί της λουλούδια και χαρά.

Το καλοκαίρι θέλει να κρατήσουν οι ζεστές του μέρες για πάντα, γιατί είναι πεπεισμένο ότι η ζέστη είναι ευεργετική για τη γη. Τελικά όμως αποδέχεται την άφιξη του φθινοπώρου, που θα επιτρέψει στη γη να ξεκουραστεί.

Η γαζέλα τρώει το χορτάρι και την καταβροχθίζει το λιοντάρι. Το θέμα δεν είναι ποιος είναι ο πιο δυνατός, αλλά πώς μας δείχνει ο Θεός τον κύκλο του θανάτου και της ανάστασης.

Στον κύκλο αυτό δεν  νικητές και ηττημένοι, μονάχα στάδια που πρέπει να ολοκληρωθούν. Όταν το καταλάβει αυτό η καρδιά του ανθρώπου, θα απελευθερωθεί. Θα αποδέχεται χωρίς πόνο τις δύσκολες στιγμές και δε θα αφήνεται να ξεγελαστεί από τις στιγμές της δόξας.

Και τα δύο θα περάσουν. Η μία κατάσταση θα διαδεχτεί την άλλη. Και ο κύκλος θα συνεχιστεί μέχρι να απελευθερωθούμε από τη σάρκα και να συναντηθούμε με τη θεϊκή Ενέργεια.

Έτσι, όταν ο παλαιστής βγει στην αρένα -είτε από δική του επιλογή είτε επειδή τον έστειλε εκεί το μυστηριώδες πεπρωμένο-, ας νιώθει χαρά το πνεύμα του για τη μάχη που θα δώσει. Αν διατηρήσει την αξιοπρέπεια και την τιμή του, δε θα ηττηθεί ποτέ, ακόμα κι αν χάσει τον αγώνα, επειδή η ψυχή του θα είναι άθικτη.

Και δε θα κατηγορήσει κανέναν γι’ αυτό που του συμβαίνει. Από τότε που αγάπησε για πρώτη φορά και τον απέρριψαν κατάλαβε πως αυτό δε σκότωσε την ικανότητα του να αγαπάει.

Ό,τι ισχύει στον έρωτα ισχύει και στον πόλεμο. Όταν χάνουμε μια μάχη ή όλα όσα νομίζαμε πως είχαμε, ζούμε στιγμές δυστυχίας. Όταν όμως οι στιγμές αυτές περνούν, ανακαλύπτουμε μια άγνωστη δύναμη που υπάρχει μέσα στον καθένα από μας, μια δύναμη που μας εκπλήσσει και αυξάνει τον αυτοσεβασμό μας.

Κοιτάζουμε γύρω μας και λέμε στον εαυτό μας: «Επέζησα». Και χαιρόμαστε με τα λόγια μας.

Άλλοι όμως, ακόμα κι αν υποφέρουν από την ήττα και ταπεινώνονται από τις ιστορίες που διαδίδουν γι’ αυτούς οι νικητές, επιτρέπουν στον εαυτό τους να δακρύσει, μα ποτέ δε νιώθουν αυτολύπηση. Ξέρουν απλώς πως η μάχη διακόπηκε και πως τη συγκεκριμένη στιγμή οι ίδιοι βρίσκονται σε μειονεκτική θέση.

Ακούν τους χτύπους της καρδιάς τους. Προσέχουν πως βρίσκονται σε ένταση. Πως φοβούνται. Κάνουν έναν απολογισμό της ζωής τους και ανακαλύπτουν πως, παρά τον τρόμο που αισθάνονται, η πίστη καίει ακόμα στην καρδιά τους και τους ωθεί προς τα εμπρός.

Προσπαθούν να μάθουν πού έχι. Εκμεταλλεύονται τη στιγμή που είναι πεσμένοι κάτω για να ξεκουραστούν, για να γιατρέψουν τις πληγές τους, να ανακαλύψουν νέες στρατηγικές και να εξοπλιστούν καλύτερα.

Και φτάνει μια μέρα που τους χτυπά την πόρτα μια καινούρια μάχη. Ο φόβος υπάρχει ακόμα, όμως πρέπει να δράσουν – αλλιώς θα μείνουν πεσμένοι για πάντα. Σηκώνονται, αντικρίζουν τον αντίπαλο και θυμούνται τον πόνο που έζησαν και δε θέλουν να ξαναζήσουν.

Η προηγούμενη ήττα τούς αναγκάζει να νικήσουν τούτη τη φορά, αφού δε θέλουν να ξαναζήσουν τον ίδιο πόνο.

Κι αν η νίκη δεν έρθει αυτή τη φορά, θα έρθει την επόμενη. Κι αν όχι την επόμενη, τη μεθεπόμενη. Το χειρότερο δεν είναι να πέφτεις, είναι να μη σηκώνεσαι.

Ηττημένος είναι μόνο όποιος παραιτείται. Οι άλλοι είναι όλοι νικητές.

Και θα έρθει η μέρα που οι δύσκολες στιγμές θα είναι μονάχα ιστορίες τις οποίες θα αφηγούνται περήφανοι σε όποιον θέλει να τους ακούσει. Και όλοι θα ακούν με σεβασμό, και θα μάθουν να έχουν τρία σημαντικά πράγματα.

Υπομονή, και να περιμένουν την κατάλληλη στιγμή για να δράσουν.

Σοφία, για να μην αφήσουν την επόμενη ευκαιρία να ξεφύγει.

Και περηφάνια για τις ουλές τους.

Οι ουλές είναι μετάλλια χαραγμένα στη σάρκα τους με φωτιά και σίδερο και θα τρομάζουν τους εχθρούς τους, γιατί θα δείχνουν πως ο άνθρωπος που στέκεται απέναντι τους έχει μεγάλη εμπειρία στη μάχη. Συχνά αυτό μας κάνει να επιζητάμε το διάλογο και να αποφεύγουμε τις συγκρούσεις.

Οι ουλές μιλούν πιο δυνατά από την κόψη του σπαθιού που τις δημιούργησε.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Απριλίου 2022

«Βιογραφικό σε πρώτο προσωπικό

Γεννήθηκα στις 23 Οκτώβρη του ’25, στην Ξάνθη τη διατηρητέα κι όχι την άλλη τη φριχτή που χτίστηκε μεταγενέστερα από τους μεταπολεμικούς της ενδοχώρας μετανάστες.

Η μητέρα μου ήταν από την Αδριανούπολη και ο πατέρας μου απ’ την Κρήτη. Με φέραν το ’31 στην Αθήνα απ’ όπου έλαβα την Αττική παιδεία – όταν ακόμη υπήρχε στον τόπο μας και Αττική και Παιδεία.
Είμαι λοιπόν γέννημα δύο ανθρώπων που δεν συνεργάστηκαν ποτέ, εκτός απ’ την στιγμή που αποφάσισαν την κατασκευή μου. Γι’ αυτό και περιέχω μέσα μου όλες τις δυσκολίες του Θεού και όλες τις αντιθέσεις. Όμως η αστική μου συνείδηση, μαζί με τη θητεία μου την Ευρωπαϊκή, φέραν έν’ αποτέλεσμα εντυπωσιακό. Εγινα τόσο ομαλός, έτσι που οι γύρω μου να φαίνονται ως ανώμαλοι.

Η κατοχική περίοδος μου συνειδητοποίησε πως δεν χρειαζόμουν τα μαθήματα της Μουσικής, γιατί με καθιστούσαν αισθηματικά ανάπηρο και ύπουλα μ’ απομάκρυναν απ’ τους αρχικούς μου στόχους που ήταν: Να διοχετευθώ, να επικοινωνήσω και να εξαφανιστώ. Γι’ αυτό και τα σταμάτησα ευθύς μετά την κατοχή – σαν ήρθε η απελευθέρωση. Δεν σπούδασα σε Ωδείο και συνεπώς δεν μοιάζω φυσιογνωμικά με μέλος του γνωστού Πανελληνίου Μουσικού Συλλόγου.

Ταξίδεψα πολύ. Κι’ αυτό με βοήθησε ν’ αντιληφθώ πώς η βλακεία δεν ήταν μόνο προϊόν του τόπου μας αποκλειστικό, όπως περήφανα αποδεικνύουν συνεχώς οι Έλληνες σωβινιστές και οι ντόπιοι εθνικιστές. Έτσι ενισχύθηκε η έμφυτη ελληνικότητά μου και μίκραινε κατά πολύ ο ενθουσιασμός μου για τους αλλοδαπούς.
Έγραψα μουσική για το Θέατρο, για τον Κινηματογράφο και τον Χορό. Παράλληλα έγραψα πολλά τραγούδια – δύο χιλιάδες μέχρι στιγμής, – μέσ’ απ’ τα οποία ξεχωρίζω όλα όσα περιέχει αυτή μου η συναυλία.

To 1966 βρέθηκα στην Αμερική, και επειδή χρωστούσα στην ελληνική εφορία κάπου τρισήμιση εκατομμύρια δραχμές, αναγκάστηκα να κατοικήσω εκεί ώσπου να τα εξοφλήσω.

Εξόφλησα τα χρέη μου το ’72 κι’ επέστρεψα στην Αθήνα, για να κατασκευάσω το καφενείο με το όνομα «Πολύτροπο». Ήρθε όμως ο τυφώνας που ονομάστηκε «Μεταπολίτευση» με τις σειρήνες των γηπέδων και των σφαιριστηρίων και τους χιλιάδες εκ των υστέρων αντιστασιακούς, που αγανακτισμένοι τραγουδούσαν τραγούδια ενάντια στη Δικτατορία, και που με αναγκάσανε να κλείσω το «Πολύτροπο», μ’ ένα παθητικό περίπου πάλι των τρισήμιση εκατομμυρίων. Μοιραίος αριθμός.
<span;>Κι’ έτσι απ’ το ’75 αρχίζει μια διάσημη «εποχή μου» που θα την λέγαμε, για να την ξεχωρίσουμε η υπαλληλική, και που με κατέστησε πάλι διάσιμο σ’ όλους τους απληροφόρητους συμπατριώτες μου και σ’ όσους πίστεψαν πως τοποθετήθηκα χαρακτηριστικά στις όποιες θέσεις της δημόσιας ζωής. Μέσα σ’ αυτή που λέτε την περίοδο, προσπάθησα ανεπιτυχώς είναι αλήθεια, να πραγματοποιήσω «ακριβές καφενειακές ιδέες» πότε στην ΕΡΤ και πότε στο Υπουργείο Πολιτισμού. Και οι δύο ετούτοι οργανισμοί βαθύτατα διαβρωμένοι και σαθροί από τη γέννησή τους, κατάφεραν ν’ αντισταθούν επιτυχώς ώσπου στο τέλος να με νικήσουν «κατά κράτος». Παρ΄ όλα αυτά, μέσα σε τούτον τον καιρό, γεννήθηκε η φιλελεύθερη έννοια του ΤΡΙΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ και επιβλήθηκε σε ολόκληρο τον τόπο.
Και καταστάλαγμα μέχρι στιγμής του βίου μου είναι:

Α δ ι α φ ο ρ ώ για την δόξα. Με φυλακίζει στα όρια που εκείνη καθορίζει κι’ όχι εγώ.

Π ι σ τ ε ύ ω στο τραγούδι που μας αποκαλύπτει κι όχι σ’ αυτό που μας διασκεδάζει και μας κολακεύει εις τας βιαίως αποκτηθείσας συνήθειές μας.

Ε π ι θ υ μ ώ να έχω πολλά χρήματα για να μπορώ να στέλνω «εις τον διάβολον» – πού λένε – κάθε εργασία που δεν με σέβεται. Το ίδιο και τους ανθρώπους.

Πε ρ ι φ ρ ο ν ώ αυτούς που δεν στοχεύουν στην αναθεώρηση και στην πνευματική νεότητα, τους εύκολα «επώνυμους» πολιτικούς και καλλιτέχνες, τους εφησυχασμένους συνομήλικους, την σκοτεινή και ύποπτη δημοσιογραφία την πάσα λογής χυδαιότητα καθώς και κάθε ηλίθιο του καιρού μου.

Aυτό το ρεσιτάλ είναι αποτέλεσμα πολύχρονης συνειδητής προσπάθειας και μελέτη «υψηλού πάθους». Γι’ αυτό και το αφιερώνω στους φίλους μου.

ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ
Μελβούρνη 20 Μαΐου 1980»

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Απριλίου 2022

Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένα νησί στο οποίο ζούσαν όλα τα συναισθήματα. Εκεί ζούσαν η Ευτυχία, η Λύπη, η Γνώση, η Αγάπη και όλα τα άλλα συναισθήματα. Μια μέρα έμαθαν ότι το νησί τους θα βούλιαζε και έτσι όλοι επισκεύασαν τις βάρκες τους και άρχισαν να φεύγουν. Η Αγάπη ήταν η μόνη που έμεινε πίσω. Ήθελε να αντέξει μέχρι την τελευταία στιγμή. Όταν το νησί άρχισε να βυθίζεται, η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια. Βλέπει τον Πλούτο που περνούσε με μια λαμπερή θαλαμηγό. Η Αγάπη τον ρωτάει: «Πλούτε, μπορείς να με πάρεις μαζί σου;» «Όχι, δεν μπορώ» απάντησε ο Πλούτος. «Έχω ασήμι και χρυσάφι στο σκάφος μου και δεν υπάρχει χώρος για σένα». Η Αγάπη τότε αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από την Αλαζονεία που επίσης περνούσε από μπροστά της σε ένα πανέμορφο σκάφος. «Σε παρακαλώ βοήθησέ με» είπε η Αγάπη. «Δεν μπορώ να σε βοηθήσω Αγάπη. Είσαι μούσκεμα και θα μου χαλάσεις το όμορφο σκάφος μου» της απάντησε η Αλαζονεία. Η Λύπη ήταν πιο πέρα και έτσι η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει από αυτή βοήθεια. «Λύπη άφησέ με να έρθω μαζί σου». «Ω Αγάπη, είμαι τόσο λυπημένη που θέλω να μείνω μόνη μου» είπε η Λύπη. Η Ευτυχία πέρασε μπροστά από την Αγάπη αλλά και αυτή δεν της έδωσε σημασία. Ήταν τόσο ευτυχισμένη, που ούτε καν άκουσε την Αγάπη να ζητά βοήθεια. Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή: «Αγάπη, έλα προς τα εδώ! Θα σε πάρω εγώ μαζί μου!». Ήταν ένας πολύ ηλικιωμένος κύριος που η Αγάπη δεν γνώριζε, αλλά ήταν γεμάτη από τέτοια ευγνωμοσύνη, που ξέχασε να ρωτήσει το όνομά του. Όταν έφτασαν στην στεριά ο κύριος έφυγε και πήγε στο δρόμο του. Η Αγάπη γνωρίζοντας πόσα χρωστούσε στον κύριο που τη βοήθησε, ρώτησε την Γνώση: «Γνώση, ποιος με βοήθησε»; «Ο Χρόνος» της απάντησε η Γνώση. «Ο Χρόνος;;» ρώτησε η Αγάπη. «Γιατί με βοήθησε ο Χρόνος;» Τότε η Γνώση χαμογέλασε και με βαθιά σοφία της είπε: «Μόνο ο Χρόνος μπορεί να καταλάβει πόσο μεγάλη σημασία έχει η Αγάπη».

 

Στο βιβλίο της “Γιατί η Ελλάδα;”, παρά το γεγονός ότι αυτά που γράφει έχουν συμβεί πριν από είκοσι πέντε αιώνες, είναι εξαιρετικά επίκαιρα και η ανάγνωσή τους θα έπρεπε να είναι υποχρεωτική για τους Ευρωπαίους αλλά και για τους Έλληνες.

Το βιβλίο εξηγεί πώς η νεαρή Ζακλίν διάβασε στα σχολικά της χρόνια Θουκυδίδη και πώς η εντύπωση που της προκάλεσε ο ένας από τους δύο πατέρες της Ιστορίας (μαζί με τον Ηρόδοτο) κατεύθυνε την κλίση της στη μελέτη της κλασικής Ελλάδας, στην οποία θα αφιέρωνε τη ζωή της. Το δοκίμιο κάνει έναν απολογισμό, με τρόπο σαφή, ψυχαγωγικό και βαθύ –σπάνιος συνδυασμός για ειδικό– εκείνου του θαυμαστού 5ου αιώνα προ Κοινής Εποχής στον οποίο ιστορία, φιλοσοφία, τραγωδία, πολιτική, ρητορική, ιατρική, γλυπτική έφτασαν στο απόγειό τους στην Ελλάδα, και έθεσαν τα θεμέλια γι’ αυτό που τελικά θα ονομαζόταν δυτικός πολιτισμός.

Ακολουθεί απόσπασμα :

“Κατ’ αρχήν κινδυνεύουμε να ξεχάσουμε ότι ο άνθρωπος που εξύμνησαν οι Έλληνες ήταν ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος. Αγαπούσε τη ζωή και τις γιορτές, τα συμπόσια, τον έρωτα, τη δόξα. Μερικοί συγγραφείς μίλησαν γι’ αυτό περισσότερο από άλλους: ό­πως ο Ησίοδος, οι λυρικοί, ο Αριστοφάνης. Από τον Όμηρο όμως ως τα χορικά των τραγωδιών, αυτή η πλευρά δεν λείπει ποτέ. Πρέπει να το θυμίσουμε έντονα -διότι κατ’ αρχήν αυτό είναι η εκπληκτική γοητεία της ελληνικής λογοτεχνίας, υστέρα διότι μια τέ­τοια αγάπη για τη ζωή ανυψώνει περισσότερο το τίμημα του πάθους για να την εννοήσουμε, να την κατακτήσουμε και να υψωθούμε από τα συγκεκριμένα αυτά θέλγητρα προς μία σκέψη αρμονική προς αυτά. Η μίξη αυτών των δύο καθιστά την Ελλάδα μοναδική.

Επιπλέον, ακόμα και αν αποκαταστήσουμε αυτή τη διάσταση – που ηθελημένα αφήσαμε κατά μέρος σε μία μελέτη αφιερωμένη σε ένα μόνο θέμα – διακινδυνεύουμε πάλι να ξεχάσουμε ότι η ανάλυση που περιέχεται στα κείμενα αντιπροσωπεύει μία μόνο όψη της ελληνικής κουλτούρας και του ελληνικού πολιτισμού.

Βεβαίως, η άποψη αυτή είναι η πιο αυθεντική. Διότι κανένας άλλος πολιτισμός δεν είχε τόσο πάθος για την τέχνη του λόγου, της απόδειξης και της ανάλυσης: και αυτό, χωρίς αμφιβολία, πα­ραμένει το πιο αξιοσημείωτο γεγονός του ελληνισμού. Η επιδίωξη όμως της καθολικότητας που μαρτυρούν τα κείμενα, αν είναι τόσο χαρακτηριστική, θα πρέπει να ξαναβρεθεί επίσης στην τέχνη, στη θρησκεία, στη ζωή και στα ήθη.
Θα χρειάζονταν ακόμη πολλά βιβλία για να αποδειχθεί ότι έ­τσι είναι, αν χρησιμοποιήσουμε αναλύσεις πιο αόριστες από αυ­τές που προσφέρουν τα κείμενα: μόνο τα κείμενα μας δείχνουν αυτό που έχουν να πουν χωρίς διφορούμενα. Και όμως μπορούμε να θυμίσουμε ότι, ως προς την τέχνη και τη θρησκεία, έχουν δοθεί σύντομες ενδείξεις όταν το απαιτούσε η ανάπτυξη του θέ­ματος. Και επιβεβαιώνουν το αποτέλεσμα της έρευνας που έγινε εδώ.

Η ελληνική τέχνη είναι κατ’ αρχήν ιδιαίτερα ανθρώπινη. Αρκεί να σκεφτούμε την Αίγυπτο ή την Ινδία για να μετρήσουμε τη δια­φορά. Ακόμα και όταν παριστάνει γίγαντες και τέρατα, πλησιάζει όλο και περισσότερο την ανθρώπινη μορφή. Στις μάχες μεταξύ θεών και γιγάντων μόλις διακρίνουμε τους μεν από τους δε: όλοι μοιάζουν με ανθρώπους (όπως στο διάζωμα του θησαυρού των Σιφνίων στους Δελφούς). Και όταν ένας θεός και ένας άνθρωπος βρίσκονται ο ένας απέναντι στον άλλον, μόλις διακρίνουμε αν ο θεός είναι μεγαλύτερος από τον άνθρωπο: όπως στο διάζωμα του θησαυρού των Αθηναίων, πάντα στους Δελφούς. Η σκέψη μας πηγαίνει στις σχέσεις που έχουν οι ήρωες και οι θεοί στον Όμηρο…
Εξάλλου, η απεικόνιση ανθρώπινων μορφών, ιδιαίτερα κατά την αρχαϊκή εποχή, περιβάλλεται -όπως είδαμε- από μια γενίκευση και από μια συγκράτηση που αποκλείουν τα ατομικά χαρακτηριστικά και τα τονισμένα συναισθήματα. Αν αυτό συμβαίνει από έλλειψη πείρας ή από συνειδητή επιθυμία, δεν έχει σημασία: τα αγάλματα που μας υποδέχονται στα μουσεία έχουν την αγέ­ρωχη περίσκεψη του εξωπραγματικού και μας συγκινούν πολύ περισσότερο.
Τέλος, ο ελληνικός ναός είναι από μόνος του ένα μνημείο με α­πέριττες γραμμές, στο οποίο η γλυπτική κατέχει μια πολύ οριοθετημένη θέση. Βρίσκεται στα μέτρα του ανθρώπου. Δεν έχει ούτε την έπαρση των πυραμίδων ούτε την πληθώρα των γλυπτών του Ανγκόρ*. Είναι ίσως η ιδέα, παραπλανητική από πρώτη άποψη, που εκφράζει ο Περικλής στο Θουκυδίδη όταν δηλώνει: «Φιλοκαλούμεν γαρ μετ’ ευτελείας».
Έτσι, η ίδια επιδίωξη προς το γενικό, το ανθρώπινο, το καθολικό εκφράζεται και στην τέχνη όπως και στη λογοτεχνία.

Όσο για τη θρησκεία, δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε άλλη πιο κοντά στον άνθρωπο. Ο ανθρωπομορφισμός είναι ο κανόνας. Και εάν στις απαρχές υπήρξαν ζώα που ταυτίστηκαν με τους θεούς, από το έπος του Ομήρου έγιναν απλά ευνοούμενα αυτών των θεών. Επιπλέον, οι θεοί είναι ποικίλοι και, εξαιτίας των συνεχών συγκρούσεων μεταξύ τους, ο άνθρωπος καταφεύγει στον ένα ή στον άλλον. Σίγουρα, οι θεοί μπορούν να χτυπούν, και ιδίως ο Δίας, ο βασιλιάς τους. Αλλά οι άνθρωποι, παρ’ ότι το ξέ­ρουν, δεν ζουν μέσα στον τρόμο ούτε στην υποταγή. Οι ποιητές κοροϊδεύουν τους θεούς όταν βρουν την ευκαιρία: εν τούτοις δεν καταποντίζονται στις καταστροφές. Οι άνθρωποι φοβούνται λι­γότερο τους θεούς όσο πιο ελεύθερα επικοινωνούν μαζί τους, ε­φόσον δεν έχουν ούτε δόγμα ούτε κλήρο. Και επιπλέον υπάρχουν οι ενδιάμεσοι και οι δυνατότητες επικοινωνίας -με τους ήρωες, που είναι σχεδόν ημίθεοι, και με τους χρησμούς από τους οποίους μπορούν να ζητήσουν συμβουλή. Αν προσθέσουμε ότι οι θεοί είναι πρόγονοι πολλών οικογενειών και οι προστάτες της μιας ή της άλ­λης πόλης, εκτιμούμε πόσο μειώνεται η απόσταση ανάμεσα στο θείο και στο ανθρώπινο. Το είδαμε όταν μιλήσαμε για τον Όμη­ρο. Αργότερα, οι δοξασίες επέτρεψαν πολύ πιο προσωπικές σχέ­σεις με τη θεότητα. Αυτό παρέμεινε αληθινό ως το τέλος του ελ­ληνισμού και διευκόλυνε, μερικές φορές, τις μεταλλαγές με το χρι­στιανισμό.

Επίσης, αυτοί οι πολλαπλοί θεοί, με τις αρκετά ελαστικές δι­καιοδοσίες, μπερδεύτηκαν στην Ελλάδα με πολλές προσφιλείς δραστηριότητες. Έτσι έγιναν και αυτοί ένα είδος συμβόλων με κα­θολική αξία. Για έναν Έλληνα της κλασικής εποχής, η Αφροδίτη εί­ναι η εικόνα του έρωτα, η Άρτεμις εικόνα της αγνότητας, ο Άρης του πολέμου. Έτσι ξαναβρίσκουμε, όπως αλλού, τη γλώσσα των συμβόλων, κατά την οποία κάθε οντότητα που ανήκει στο μύθο περιέχει μια σημασία πολύ γενική για τον άνθρωπο.

Αυτό ήταν, χωρίς αμφιβολία, ένας από τους λόγους που εξελί­χθηκαν τόσο άνετα οι ανταλλαγές και οι αφομοιώσεις με τις άλλες θρησκείες. Οπωσδήποτε η ελληνική θρησκεία δεν ήταν εθνική. Οι θεοί μπορούσαν να έχουν προνομιακούς δεσμούς με μία πόλη (ό­πως η Αθηνά με την Αθήνα): αυτό δεν τους εμπόδιζε να αναγνω­ρίζονται και να τιμώνται και αλλού -ενδεχομένως και στους βαρ­βάρους. Όταν είχαν άλλα ονόματα, οι Έλληνες έκριναν ότι υπήρ­χε κάποια παραλλαγή και η απόδειξη βρίσκεται στον Ηρόδοτο. Ήταν, γενικά, μία θρησκεία που αποδεχόταν και συγχρόνως γινό­ταν εύκολα αποδεκτή. Ξέρουμε πως ο απόστολος Παύλος βασί­στηκε, όταν βρέθηκε στην Αθήνα, στην ύπαρξη της λατρείας «τω Αγνώστω θεώ». Αλλά, χωρίς να φτάσει ως το Χριστιανισμό, ο Glen Bowersock επέμεινε πρόσφατα στο ρόλο που είχε η ελληνική θρησκεία στην ενοποίηση του όψιμου παγανισμού. Αυτή η κουλ­τούρα, γράφει, «πρόσφερε στη γλώσσα το μύθο και την εικόνα, το μέσον να εκφραστούν οι τοπικές παραδόσεις με τρόπο εύληπτο και πιο καθολικά κατανοητό». Όπως πάντοτε, η άνοδος προς το καθολικό, στο διανοητικό πεδίο, διευκολύνει, πράγματι, το άνοιγ­μα προς το καθολικό, στο επίπεδο των ανθρωπίνων σχέσεων.

Αλλά οι ίδιες αυτές λέξεις τραβούν την προσοχή σε ένα τρίτο κενό, σοβαρότερο, στην ανάπτυξη που παρουσιάζουμε σε τούτο το βιβλίο. Και όμως είχαμε απομακρυθεί για καλά από τις ανθρώ­πινες σχέσεις! Από τις πρώτες σελίδες, με τον Όμηρο, είχαμε επι­σημάνει μία απίθανη διάθεση στην αποδοχή των άλλων -μια έλ­λειψη εθνοκεντρισμού, μια κατανόηση, μια εξαιρετική φιλοφροσύνη όχι μόνο κατά την αρχαϊκή εποχή αλλά σε όλες τις εποχές. Εί­δαμε στη συνέχεια ν’ ανατέλλει με τον Ηρόδοτο μια σπάνια ανε­κτικότητα. Και στις δύο περιπτώσεις υπήρξε ερώτημα επειδή οι συγγραφείς μιλούσαν γι’ αυτό και μάλιστα με επιμονή. Αλλά, στο σύνολο, η έκταση της πνευματικής προσπάθειας που επιτελέ­σθηκε σε έναν αιώνα, έσβησε λίγο πολύ για μας τις ανθρώπινες α­ξίες. Και πώς να μιλήσουμε για έναν πολιτισμό χωρίς ν’ αναφέρουμε εκείνο που πρόσφερε σε αυτόν τον τομέα;

Καθένας γνωρίζει ότι η Ελλάδα πρόσφερε στον κόσμο την τέ­λεια και ιδανική έκφραση της δικαιοσύνης και της ελευθερίας. Και δεν είναι λίγο! Αυτές οι δύο μεγάλες ιδέες προσήλκυσαν και άλλες κατά τη ροή τους. Προκάλεσαν σίγουρα το σεβασμό στους νό­μους (που συναντήσαμε μιλώντας για τη δημοκρατία), καθώς και τη φιλοπατρία και την έννοια της γενναιότητας. Αλλά προκάλε­σαν επίσης την επιθυμία να υποστηρίξουν τους καταπιεζόμενους, να απελευθερώσουν τα θύματα, ακόμα και να ριψοκινδυνεύσουν για την υπεράσπισή τους: είναι ένας από τους τίτλους τιμής που η Αθήνα δεν έπαψε ποτέ να διεκδικεί. Οι δύο αυτές ιδέ­ες συνυφασμένες αποδείχθηκαν ζωογόνες και ευρύτατες. Ήταν ήδη άνοιγμα προς τους άλλους.
Το λαμπρό όμως αυτό ξεκίνημα δεν πρέπει να μας κάνει να ξε­χνάμε εκείνο που, πέρα από το νόμο και τους κανόνες του, προ­χωρούσε προς την ίδια κατεύθυνση πιο διακριτικά.

Ο νόμος, γιατί; Τον συναντήσαμε εδώ στο πολιτικό πλαίσιο της δημοκρατίας: είναι καιρός ν’ ανατρέξουμε λίγο πιο πίσω. Με τους Έλληνες πρέπει πάντα να γίνει αυτή η κίνηση. Τότε εκτιμάμε ότι ο νόμος εσήμαινε γι’ αυτούς, πριν απ’ όλα, το αντίθετο της βίας. Οι Έλληνες δεν έπαψαν να ορθώνονται εναντίον της βίας. Εμίσησαν τον πόλεμο, την αυθαιρεσία, την αταξία. Για τον πόλεμο αυτό είναι γνωστό. Ήδη στον Όμηρο, ο πόλε­μος είναι χώρος του ηρωισμού, αλλά επίσης της οδύνης και του θανάτου. Ο Άρης, ο θεός του πολέμου, προκαλεί φρίκη ακόμα και στο Δία: «Είναι για μένα ο πιο μισητός από όλους τους θεούς, που μένουν στον Όλυμπο, γιατί πάντα του αρέσουν τα μαλώματα και οι πόλεμοι και οι μάχες».

Η καταδίκη του πολέμου διαπερνά πράγματι όλα τα ελληνικά κείμενα. Υπάρχει στον Ηρόδοτο, στον οποίον εμπνέει τη διάσημη φράση: «Διότι κανένας δεν είναι τόσον ανόητος, ώστε να προτι­μά τον πόλεμον από την ειρήνην, αφού κατ’ αυτήν μεν τα παιδιά θάπτουν τον πατέρα, ενώ κατά τον πόλεμον οι πατέρες τα παι­διά». Υπάρχει στον Αισχύλο, στα μεγάλα χορικά της οδύνης και στην εικόνα τη σχετική με τον πόλεμο της Τροίας: «Κι ο Άρης σω­μάτων αργυραμοιβός και ζυγιαστής των κονταριών στη μάχη, στέλνει από την Τροία στους δικούς βαρεία και πικροθρήνητη α­πό την πυρά μονάχη αντίς τον άντρα – βολικά γεμίζοντας ένα λεβέτι με μια φούχτα στάχτη». Βρίσκεται ιδιαίτερα στον Ευριπί­δη με τους φοβερούς μονόλογους των Ικέτιδων όπου ο κήρυκας λέει ότι οι άνθρωποι μέσα στην τρέλα τους «κυνηγάμε πολέμους και σκλαβώνουμε όποιους βρούμε πιο αδύνατους, άντρας τον ά­ντρα, η πόλη την άλλη πόλη». Υπάρχει επίσης στον Αριστο­φάνη. Υπάρχει παντού.

Εξάλλου, το κείμενο του Ευριπίδη που αναφέραμε δείχνει κα­θαρά ότι, πίσω από την καταδίκη του πολέμου για τα δεινά που προκαλεί, οι Έλληνες διέκριναν καθαρά ότι αυτός καθ’ εαυτός ο πόλεμος ήταν απαράδεκτος. Προϋπόθεση του ήταν αποκλειστι­κά η δύναμη. Το σκάνδαλο όμως της κυριαρχίας της δύναμης το εί­χαν αντιληφθεί από τις απαρχές. Ήδη ο Ησίοδος το απεικόνισε στο θαυμάσιο απόλογο με το γεράκι και το αηδόνι που αναφέρ­θηκε στο κεφάλαιο το σχετικό με τον Πίνδαρο.

Η ίδια διαμαρτυρία εμπνέει τον Προμηθέα του Αισχύλου όπου η αυθαιρεσία του Δία εκπροσωπείται από το Κράτος και τη Βία. Ξαναβρίσκεται σε όλες τις αναλύσεις τις σχετικές με την τυραννία και ιδιαίτερα με την τυραννία μεταξύ πόλεων, που είναι ο ιμπε­ριαλισμός: το να κυβερνάς με τη βία σημαίνει να κυβερνάς με εξα­ναγκασμό, αντίθετα προς τη θέληση των ανθρώπων. Ξαναβρί­σκεται στις θεωρητικές και ανελέητες αναλύσεις του Θουκυδίδη (στο διάλογο των Μηλίων, στο 5ο βιβλίο) και στον Πλάτωνα (με τον Καλλικλή στο Γοργία).

Η Ελλάδα ήταν σαν να είχε κινητοποιηθεί εναντίον της βίας και τούτο ενέπνευσε το φλογερό σεβασμό της προς το νόμο. Το συ­ναίσθημα όμως αυτό ερμηνεύτηκε επίσης με ευρύτερες μορφές διότι στη βία αντιτίθεται επίσης η πειθώ.

Με τις αναφορές που είναι συγκεντρωμένες σε τούτο το κε­φάλαιο του συμπεράσματος, ίσως εκπλαγούμε βλέποντας το κεί­μενο να αλλάζει ύφος, ενώ θα περιμέναμε γενικές ιδέες και περι­λήψεις, σχόλια και αναφορές. Είναι σχεδόν αδύνατο να κάνουμε διαφορετικά. Εάν θέλουμε να τονίσουμε, διατρέχοντας έστω βια­στικά, τη σημασία των αξιών που καθόρισε η Ελλάδα και κληρο­δότησε στο δυτικό κόσμο, πρέπει να προσφέρουμε στον ανα­γνώστη κάτι σαν ανθοδέσμη από αυτά τα κείμενα που έθρεψαν τον κόσμο επί αιώνες. Οι αξίες δηλώνουν ότι η απόδειξη είναι δυ­νατή και ότι οι επαληθεύσεις δεν είναι αδικαιολόγητες. Ιδίως με την πληθώρα τους αποδεικνύουν καθαρά ότι πρόκειται για αξίες πολύτιμες για όλους τους ανθρώπους εκείνης της εποχής, ανεξάρτητα από διαφορετικές νοοτροπίες ή λογοτεχνικά είδη. Ίσως αφήσουν στο πέρασμα τους -ποιος ξέρει;- το θάμβος που προ­καλεί ένας ενθουσιασμός φωτεινός, και πάντα λίγο πολύ μεταδο­τικός. Και τέλος μια ανθοδέσμη: τι ωραιότερο να προσφέρει κα­νείς για να αποχωρήσει;

Κλείνοντας αυτή την παρένθεση, πρέπει να σπεύσουμε να συνδέσουμε το νόμο με την πειθώ, η οποία παρεμβαίνει παντού, όπου δεν κυβερνά ο νόμος. Διέπει τις συμφωνίες. Δεν κουράζεται να αντιτίθεται στη βία. Πώς να μη θυμηθούμε ότι όλα τα φονικά και όλες οι εκδικήσεις, που αποτελούν την Ορέστεια του Αισχύ­λου, συντρίβονται πάνω στη δίκαιη ανώτατη εξουσία ενός δικα­στηρίου, και ότι η Αθηνά, τότε, αναλαμβάνει να πείσει τις Ερινύες παρά να τις εξαναγκάσει, θα λέγαμε ότι πρόκειται για ομολογία πίστης του ελληνισμού στο αποκορύφωμα του, όταν η Αθηνά ε­πικαλείται «τη θεία Πειθώ» που δίνει στο λόγο της «τη μαγική γλυκύτητα» (Ευμενίδες 885-886). Και για ν’ απαντήσουμε με αν­θρώπινη γλώσσα στα λόγια της θεάς, θα μπορούσαμε ν’ αναφέ­ρουμε το νεαρό Νεοπτόλεμο του Σοφοκλή που επεδίωκε να πεί­σει το Φιλοκτήτη παρά να τον εξαπατήσει επωφελούμενος από την πλεονεκτική του θέση. Να πείθεις: ήταν το κίνητρο αυτής της δημοκρατίας για την οποία ήταν τόσο υπερήφανοι οι Αθηναίοι, α­φήνοντας τον εξαναγκασμό στους τυράννους.

Θα έλεγε κανείς ότι τα λόγια αυτά δεν ταιριάζουν με τον ιμπε­ριαλισμό, που ήταν μια τυραννία. Αλλά ποιος μας το είπε, αν όχι οι Αθηναίοι, που είχαν συνείδηση αυτής της κατάστασης και ήταν ικανοί να την ελέγχουν με οξυδέρκεια. Ο Θουκυδίδης είπε και ο Ισοκράτης υπερθεμάτισε ότι ο τύραννος και το Κράτος-τύραννος είναι καταδικασμένα να καταστραφούν. Από αυτά τα δύο, απο­κάλυψαν το σχήμα αυτής της «ασθένειας» περιγράφοντας την με μία μορφή γενική που ισχύει για πάντα.

Πρέπει όμως να προσθέσουμε ότι μετά από μια τέτοια εμπει­ρία και τη σαφή αντίληψη του κακού, οι Έλληνες διέδωσαν επίσης την ιδέα όλων των δυνατών συμφωνιών μεταξύ Κρατών. Και, ό­πως η Αθήνα ήξερε να τα ξεχάσει όλα μετά τον εμφύλιο πόλεμο και να βρει για τη συμφιλίωση των πολιτών ένα υπόδειγμα που δεν ξεπεράστηκε ποτέ, το ίδιο οι Έλληνες ανακάλυψαν τη βασική αρχή για συμφωνίες, διαιτησίες, συνθήκες, συμμαχίες, ομοσπον­δίες και συνομοσπονδίες. Δεν κατάφεραν μεν να ενωθούν αλλά έ­θεσαν τις αρχές, υπέδειξαν τι έπρεπε να αποφευχθεί και ποιοί ή­σαν οι όροι που έπρεπε να τηρηθούν. Κι εδώ επίσης ζούμε από την κληρονομιά τους και από εκείνο που αυτή παρήγαγε.

Ολα αυτά όμως ανήκουν στην κατηγορία των διακανονισμών και του δικαίου. Οι Έλληνες δεν προχώρησαν πέρα από αυτά; Δεν είχαν τίποτα που να τους ωθήσει προς τους άλλους, προς εκείνους με τους οποίους δεν τους συνέδεε καμιά συνθήκη και καμιά γραπτή υποχρέωση; Η Αθήνα μιλούσε για ανοχή στις ιδιωτικές σχέσεις. Αλλά δεν υπήρχε τίποτα που να ξεπερνά αυτό το πλαίσιο;

Και εδώ είναι το θαύμα: Γιατί ο λαός αυτός, που χαιρόταν τη γραπτή διατύπωση και τις σταθερές βάσεις που πρόσφερε σε ό­λους, ανακάλυψε εν τούτοις την ιδέα των άγραφων νόμων για ό­λα όσα υπήρχαν πέρα από τη δικαιοδοσία των νόμων. Οι άγραφοι αυτοί νόμοι είναι γνωστοί από το εγκώμιο του Σοφοκλή στην Αντιγόνη και στον Οιδίποδα Τύραννο. Επιβάλλουν, λόγου χάριν, το σεβασμό προς τους ικέτες και τους κήρυκες, την ταφή των νε­κρών και τη βοήθεια στους καταπιεζόμενους. Αντίθετα όμως με τους γραπτούς νόμους, το σημαντικό είναι ότι αυτοί οι νόμοι είναι παγκόσμιοι. Συχνά τους αποκαλούσαν «κοινούς νόμους των Ελλή­νων». Σε άλλα κείμενα υπάρχει η ιδέα ότι ισχύουν για όλους. Δια­βάζουμε γι’ αυτούς στον Ξενοφώντα ότι «εις κάθε τόπον δια τα ί­δια πράγματα τους παραδέχονται» και καλύτερα στον Ισοκράτη ότι είναι «ένας πατροπαράδοτος νόμος, που όλοι οι άνθρωποι τον τηρούν ανέκαθεν, γιατί νομίζουν, ότι δεν τον εθέσπισαν άνθρωποι παρά τον επέβαλε κάποια ανωτέρα δύναμις». Και ο Αριστο­τέλης προσδιορίζει ότι οι άγραφοι νόμοι αναγνωρίζονται από την κοινή αποδοχή.

Η ελληνική αυτή επινόηση έγινε παγκόσμια: με αυτήν αρχί­ζουν καλύτερες σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Είναι η ώρα που ο ίδιος ο Αριστοτέλης δίνει ξεχωριστή θέση στην ευθύτητα, μία ε­σωτερική διάθεση αρκετά ευέλικτη, δίπλα στη δικαιοσύνη, και στην οποία εκδηλώνονται σχεδόν παντού οι ιδέες της πραότητας, της κατανόησης και της επιείκιας.

Το άνοιγμα προς τους άλλους, που ξεκινούσε με τον αγώνα ε­ναντίον της βίας, ολοκληρώνεται εδώ για να ξεπεράσει όλο μαζί και το πλαίσιο της πόλης, ακόμα και της ίδιας της Ελλάδας και την αυστηρότητα των βασικών απαιτήσεων.

Η Ελλάδα της εποχής εκείνης δεν επινόησε τίποτα το τόσο ά­μεσο και συναισθηματικό όσο η χριστιανική αγάπη που αγκαλιά­ζει όλα τα πλάσματα στο όνομα του χριστιανικού μηνύματος. Αλλά η επιδίωξη της για την καθολικότητα την έκανε να βρει, μέ­σα στην κοινή ιδιότητα των ανθρώπων, την πηγή μιας αδελφικής επικοινωνίας. Όταν ο καθένας συνειδητοποιεί ότι είναι άνθρω­πος, τότε «μπαίνει στη θέση» των άλλων ανθρώπων. Και όπως η παγκοσμιότητα των ιδεών στον Πλάτωνα γίνεται πόλος έλξης και αντικείμενο χαράς ή επιθυμίας, κατά τον ίδιον τρόπο, η παγκο­σμιότητα των ανθρωπίνων καταστάσεων, στην οποία παραπέ­μπει πάντοτε η ελληνική σκέψη, γίνεται πηγή συμπάθειας και α­νεκτικότητας ως προς τους άλλους ανθρώπους.

Αυτό γίνεται αισθητό ήδη από τον 5ο αιώνα. Και μας συγκινεί όταν βλέπουμε στον Αίαντα του Σοφοκλή, τον Οδυσσέα να αρνείται να περιγελάσει τον εχθρό του, ακριβώς επειδή συνειδητά συμ­μερίζεται την κατάσταση του. Το λέει στην Αθηνά χωρίς έμφαση αλλά με πεποίθηση:
«Κανένα εγώ δεν ξέρω. Όμως με πιάνει θλίψη γι’ αυτόν τον έρμο, ας είναι εχθρός μου, που συμφορά φριχτή τον έ­χει ζώσει. Γιατί δε συλλογιέμαι τη δική του μόνο την τύχη, μα και τη δικιά μου, μια και το βλέπω ξάστερα πως άλλο τίπο­τα οι ζωντανοί δεν είμαστε, μονάχα κούφιες σκιές, φαντά­σματα κι αγέρας».
Λίγο αργότερα, ο Μένανδρος θα υπερθεματίσει και σε αυτόν πρέπει να αποδοθεί η ωραία φράση του Τερέντιου: «Είμαι άνθρω­πος και τίποτα το ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο».

Η αναφορά αυτή σε μια κοινή ανθρώπινη μοίρα δεν ήταν ήδη λανθάνουσα στον τρόπο με τον οποίον ο Όμηρος μιλούσε πάντα για τους «θνητούς»;
Οπωσδήποτε, συνετέλεσε, κατά την κλασική εποχή, στην εμ­φάνιση μιας καινούργιας λέξης για μια καινούργια αρετή. Η λέξη φιλανθρωπία, που δεν είχε πάρει ακόμα την έννοια της σημερινής «φιλανθρωπίας», ήταν η αγάπη για τους ανθρώπους, θα μπο­ρούσαμε να πούμε «ανθρωπισμός».
Φτάνουμε, πράγματι, σε μία τελείως διαφορετική σημασία του όρου αυτού. Γιατί έχει πολλές, που όλες προέρχονται από την Ελλάδα. Η λέξη «ανθρωπισμός» σημαίνει προφανώς την ανθρώπι­νη μοίρα, αυτήν που όλοι οι συγγραφείς θέλησαν να προσδιορί­σουν στο έπος, στην τραγωδία, στην ιστορία. Εξάλλου, επειδή η κατάσταση αυτή είναι κοινή σε όλους, η λέξη αποκτά αθροιστική έννοια που σημαίνει το σύνολο των ανθρώπων οι οποίοι συμμετέ­χουν σε αυτή την κατάσταση. Τέλος, επειδή η έννοια αυτής της συλλογικότητας προκαλεί την αλληλεγγύη, η λέξη γίνεται συνώνυ­μη της καλωσύνης για τους ανθρώπους. Ο όρος «απόδειξη αν­θρωπισμού» θυμίζει την αλληλεγγύη και την εφαρμογή της.

Θα θέλαμε να πούμε ότι οι σημασίες αυτές που μεταβιβάστη­καν με τα αρχαία κείμενα είναι παρούσες στην ονομασία που εί­χαν κάποτε οι κλασικές σπουδές όταν τις αποκαλούσαν «ανθρω­πιστικές».

Μπορούμε να πούμε ότι οι Έλληνες τις εφάρμοσαν περισσό­τερο από άλλους λαούς; Ασφαλώς όχι. Παραβίαζαν τους γρα­πτούς και άγραφους νόμους, κατά περίσταση, όπως όλος ο κό­σμος. Είχαν σκλάβους που υπέταξαν με τη βία. Η Αθήνα υπήρξε μία αυτοκρατορία-τυραννία. Και η δημοκρατία ακόμα μετετράπη κάποτε -το λέει ο Αριστοτέλης- σε οχλοκρατία. Η έλλειψη ανοχής πολλαπλασίασε στην πόλη τις δίκες για ασέβεια, θανάτωσαν το Σωκράτη. Υπήρξαν περίοδοι εθνικών αντιθέσεων και εμφυλίων πολέμων όπως και σε μας. Οι Έλληνες όμως ήξεραν τουλάχιστον να πουν τι θα έπρεπε να είναι, να προσδιορίσουν αξίες και καμιά φορά να πεθάνουν γι’ αυτές.

Οπωσδήποτε δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ήταν οι μόνοι που το έκαναν. Οι αξίες που περιγράψαμε εδώ υπήρξαν χωρίς αμφι­βολία και αλλού. Ίσως μια μέρα το μάθουμε, ίσως όχι… Και εδώ α­κόμα, οι Έλληνες είχαν τη μοναδική αυτή τιμή -που απεικονίζει θαυμάσια την κυρίαρχη ιδέα του βιβλίου- να διατυπώσουν τις διάφορες αυτές αξίες, να τις ορίσουν, να προβάλλουν, από αόρι­στες εμπνεύσεις ή παραδόσεις, στις οποίες παραμένουν οι άλλοι, μια εικόνα σαφή, φωτεινή, παγκόσμια, η οποία, ζώντας μέσα στα κείμενα, μπορούσε να επικοινωνεί με τις άλλες ή ακόμα να ενι­σχύεται από αυτές, όταν εκείνες ήταν μόνο συγκεχυμένες και λαν­θάνουσες. Ασφαλώς, πολλοί λαοί θα είχαν παραδεχθεί ότι μια α­δελφή οφείλει να θάψει τον αδελφό της. Οι λαοί όμως αυτοί δεν έ­γραψαν μια Αντιγόνη. Τα αισθήματα αναπτύσσονται σε επαφή με τις λέξεις και τα παραδείγματα, όπως ένα φυτό που δέχεται το φως του ήλιου.

Και το αποτέλεσμα είναι ότι οι λέξεις και αυτά τα παραδείγ­ματα ογκώθηκαν και αυξήθηκαν σε όλους τους λαούς που βρέθηκαν σε άμεση ή έμμεση επαφή με την αρχαία Ελλάδα. Παρά τα μέ­τρα αποκλεισμού των τελευταίων δεκαετιών, η επιρροή συνεχίζε­ται. Μπορεί να μην αναγνωρίζουμε την προέλευση αλλά δεν μπορούμε ν’ αρνηθούμε ότι υπήρξε και ότι έχει συμβάλει σε αυτό που είμαστε.

Είναι περίεργο να διαπιστώνουμε, στη σημερινή εποχή της άρνησης των ελληνικών σπουδών, ότι η επιρροή αυτή εκδηλώνεται με δύο μορφές πολύ διαφορετικές και άνισης σημασίας. Η πρώτη είναι ορατή και φαινομενικά τουλάχιστον πολύ επιφανειακή. Εκφράζεται με τη συνήθεια, με την προσφυγή σε κύρια ονόματα και σε αόριστους μυθολογικούς υπαινιγμούς. Ο μίτος της Αριάδνης, το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα είναι αναμνήσεις ελληνικές. Το ίδιο και οι Ολυμπιακοί αγώνες και ο Μαραθώνιος δρόμος. Η Ευρώπη που σφυρηλατούμε με γρήγορους ρυθμούς έχει ελληνικό όνομα και επικαλείται πρόθυμα μία ηρωίδα που απήγαγε ο Δίας, που ί­σως να μην είναι η σωστή. Όλοι οι θεατές της τηλεόρασης συνεχί­ζουν ν’ ακούν φράσεις όπως: «Η Αριάδνη 5 θα συναντήσει τον Ερμή». Και οι πιο αμαθείς από τους νέους διανοούμενους χρησι­μοποιούν την ελληνική λέξη έρως με περισσότερη διάθεση από την αντίστοιχη γαλλική.
Η συνήθεια αυτή με διασκεδάζει. Δεν βασίζεται σε καμιά σο­βαρή γνώση αλλά παρόλα αυτά είναι αποκαλυπτική. Προϋποθέ­τει, σε μερικές περιπτώσεις, το γεγονός ότι οι ελληνικές λέξεις διατηρούν τη δύναμη και τη λάμψη τους: ο έρως δεν είναι ούτε η φιλία ούτε η αγάπη: ο έρως είναι πραγματικά σαφέστερη έν­νοια από την αγάπη. Συχνότερα, αυτές οι χρήσεις προϋποθέτουν την ακτινοβολία των συμβόλων ακόμα και όταν έχουν απομα­κρυνθεί από το αρχικό τους νόημα και έχουν αποκοπεί από τις ρί­ζες τους: το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα και ο Μαραθώνιος δεν θα ε­πιβίωναν εάν πάρα πολλές γενιές δεν είχαν ακούσει να γίνεται λό­γος γι’ αυτές τις οριακές σκηνές του φονικού και του κατορθώμα­τος. Και τέλος, θα διαπιστώσουμε ότι οι χρήσεις αυτές συνδέονται με την εξέλιξη της διεθνούς ζωής: τα ελληνικά σύμβολα ανήκουν σε όλους ή σε κανένα. Και, όπως σε πολλούς άλλους χώρους, η αρχαία Ελλάδα μας προσφέρει μια γλώσσα για την οποία θα πω, ακόμα μια φορά, ότι είναι οικουμενική.

Αλλά, εάν αυτές οι επιβιώσεις με διασκεδάζουν -μικρά παγό­βουνα που επιπλέουν χωρίς προορισμό, χωρίς να γνωρίζει πια κανείς γιατί βρίσκονται εκεί- υπάρχει μια άλλη επιβίωση πολύ πιο βαθειά και αγνοημένη σχεδόν από όλους. Είτε το θέλουμε είτε όχι, δημιουργήθηκε από ιδέες που βιώνουν μέσα μας χωρίς να το ξέ­ρουμε -σαν την καρδιά και το αίμα μας- και οι οποίες, μέσα από ποικίλα ενδιάμεσα προέρχονται από την αρχαία Ελλάδα. Πράγμα­τι, η ελληνική κληρονομιά, εδραιωμένη στην επιδίωξη του καθολι­κού, έγινε το ίδιο το πνεύμα του δικού μας δυτικού πολιτισμού. Η καταδίκη της βίας, η ανεκτικότητα, ο σεβασμός προς τη δικαιοσύ­νη, η αγάπη για την ελευθερία, είναι λίγο πολύ τα συνθήματα αυ­τών που επικαλούνται τη δημοκρατία. Και πίσω από τα συνθή­ματα κρύβονται ολοζώντανες δυνάμεις στις οποίες είναι επικίνδυ­νο σήμερα ν’ αντισταθούμε. Αντίθετα, την εποχή που δημιουργείται η Ευρώπη, νομίζουμε ότι δεν στερείται ενδιαφέροντος ν’ αναγνωρίσουμε αυτή την οφειλή που έχουμε την τάση να την ξεχνά­με.

Όταν βλέπουμε Τσέχους διαφωνούντες να επικαλούνται τα μαθήματα του Θουκυδίδη κατά της τυραννίας, υπάρχει ασφαλώς εκεί μια συμπύκνωση. Και οι περισσότεροι από αυτούς αγνοούν σίγουρα το Θουκυδίδη. Η στάση τους όμως είναι απόλυτα σύμ­φωνη με το δίδαγμα της Ελλάδας και δεν θα ήταν ίσως κατανοητή χωρίς την πρώτη ώθηση που δόθηκε εκεί πριν 25 αιώνες.

Και εδώ μιλάμε για πολιτική. Η ευαισθησία όμως στις χώρες μας, ο τρόπος της σκέψης, η προσπάθεια για διαύγεια, η επιστή­μη, η φιλοσοφία -αυτός ο αγώνας που σχεδόν δεν σταμάτησε πο­τέ από τότε- επαναφέρουν στα πρώτα τολμηρά βήματα της Ελλάδας στους διάφορους αυτούς τομείς.

Αλλά έστω και αν φτάνουνε σήμερα στο σημείο να κόβουμε την επαφή με εκείνη την προνομιακή στιγμή στην ιστορία της αν­θρωπότητας, δεν θα καταστρέψουμε αυτή τη μακρά ωρίμανση, η οποία στην πορεία της μας πρόσφερε τους καρπούς της. Μια τέτοια αποκοπή θα ήταν όμως παράλογη, ένοχη και επι­κίνδυνη. Προσπαθώντας ν’ απαντήσουμε στο ερώτημα «Γιατί η Ελλάδα;»,απαντάμε πάντα λίγο στην πιο πεζή και συνηθισμένη ε­ρώτηση: «Γιατί τα ελληνικά;»

Και σε τελική ανάλυση και σ’ αυτό ακόμα οι Αθηναίοι εκείνης της εποχής είχαν πλήρη συνείδηση του τι έπρατταν και του ρόλου που ήταν άξιοι να διαδραματίσουν. Ο Θουκυδίδης μας λέει, μέσω του Περικλή, ότι η Αθήνα είναι για την Ελλάδα ένα «ζωντανό δί­δαγμα», μία «αγωγή», μία «παίδευσις». Η Αθήνα υπήρξε για τους Έλληνες και οι Έλληνες για όλους εμάς: το γεγονός ότι είχε τόσο έ­ντονη την προαίσθηση, με ενθαρρύνει και με μαγεύει”

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 3 Απριλίου 2022

Στο πέρασμά του, οι άνθρωποι που πίστευαν στο λόγο του έτρεχαν κατά εκατοντάδες να τον ακούσουν, να τον αγγίξουν ή να τον δουν, σίγουρα για μία και μοναδική φορά στη ζωή τους.

Τέσσερις μοναχοί που έμαθαν ότι ο Βούδας θα βρισκόταν στην πόλη Βαάλι, φόρτωσαν τα μουλάρια τους και ξεκίνησαν το ταξίδι που θα διαρκούσε, αν όλα πήγαιναν καλά, κάμποσες εβδομάδες.

Ο ένας δεν ήξερε καλά το δρόμο για το Βαάλι και ακολουθούσε τους άλλους.

Ύστερα από τρεις μέρες πορεία τούς έπιασε μεγάλη καταιγίδα. Οι μοναχοί έτρεξαν ν’ αναζητήσουν καταφύγιο σ’ ένα χωριό, ώσπου να περάσει η καταιγίδα.

Ο τελευταίος, όμως, δεν έφτασε στον οικισμό και αναγκάστηκε να καταφύγει στο σπίτι ενός βοσκού, στα περίχωρα. Ο βοσκός τού πρόσφερε ρούχα, στέγη και φαγητό για να περάσει τη νύχτα.

Το επόμενο πρωί, όταν ο μοναχός ετοιμαζόταν να φύγει, πήγε ν’ αποχαιρετήσει το βοσκό. Όταν πλησίασε στο μαντρί είδε ότι με την καταιγίδα τα πρόβατα είχαν σκορπίσει κι ο βοσκός πάσχιζε να τα συγκεντρώσει.

Ο μοναχός σκέφτηκε ότι οι συνταξιδιώτες του θα έφευγαν την ώρα εκείνη από το χωριό και αν δεν έκανε γρήγορα θα απομακρύνονταν πολύ. Όμως, δεν μπορούσε να συνεχίσει το δρόμο του αφήνοντας το βοσκό στην τύχη του ύστερα από τη φιλοξενία που του είχε προσφέρει. Έτσι αποφάσισε να μείνει, ώσπου και οι δύο κατάφεραν να μαζέψουν πάλι το κοπάδι.

Έτσι πέρασαν τρεις μέρες. Μετά, πήρε πάλι το δρόμο όσο πιο γρήγορα μπορούσε μήπως προλάβει τους συντρόφους του.

Ακολουθώντας τα ίχνη τους, έφτασε σ’ ένα αγρόκτημα για να προμηθευτεί νερό.

Μια γυναίκα τού έδειξε πού ήταν το πηγάδι και ζήτησε συγνώμη που δεν μπορούσε να τον βοηθήσει γιατί δούλευε στη σοδειά… Ενώ ο μοναχός πότιζε τα μουλάρια του και γέμιζε τα ασκιά του με νερό, η γυναίκα τού εξήγησε ότι, μετά το θάνατο του άντρα της, δυσκολεύονταν πολύ εκείνη και τα παιδιά της να μαζέψουν τη σοδειά προτού χαλάσει.

Ο άνθρωπος κατάλαβε ότι η γυναίκα δεν θα τελείωνε τη συγκομιδή εγκαίρως, ήξερε όμως ότι αν έμενε να τη βοηθήσει θα έχανε τα ίχνη και δε θα βρισκόταν στο Βαάλι όταν θα έφτανε στην πόλη ο Βούδας.

«Θα τον δω λίγες μέρες αργότερα» σκέφτηκε, αφού ήξερε ότι ο Βούδας θα έμενε μερικές βδομάδες στο Βαάλι.

Η συγκομιδή πήρε τρεις εβδομάδες, κι όταν τελείωσε η δουλειά, ο μοναχός συνέχισε την πορεία του.

Στο δρόμο έμαθε ότι ο Βούδας δεν βρισκόταν πια στο Βαάλι κι ότι είχε φύγει για ένα άλλο χωριό, βορειότερα.

Ο μοναχός άλλαξε πορεία και τράβηξε προς το άλλο χωριό.

Θα είχε φτάσει εγκαίρως, έστω και μόνο για να τον δει, αν στο δρόμο δεν αναγκαζόταν να σώσει ένα ζευγάρι γερόντια που τους είχε παρασύρει το ποτάμι και δίχως τη βοήθειά του θα είχαν πνιγεί σίγουρα. Όταν οι γέροι συνήλθαν, ξαναπήρε το δρόμο του ξέροντας ότι ο Βούδας θα συνέχιζε το ταξίδι…

Είκοσι χρόνια πέρασε ο μοναχός ακολουθώντας το Βούδα… Κάθε φορά που τον πλησίαζε, κάτι συνέβαινε και καθυστερούσε. Πάντοτε βρισκόταν κάποιος που είχε ανάγκη και, δίχως να το ξέρει, έκανε το μοναχό να χασομερήσει.

Τελικά, έμαθε ότι ο Βούδας είχε αποφασίσει να πάει να πεθάνει στην πόλη όπου γεννήθηκε.

«Αυτή τη φορά» είπε μέσα του, «είναι η τελευταία μου ευκαιρία. Αν δεν θέλω να πεθάνω χωρίς να έχω δει τον Βούδα, δεν μπορώ να αποσπαστώ από την πορεία. Τίποτα τώρα δεν είναι πιο σημαντικό από το να δω το Βούδα προτού πεθάνει. Ύστερα θα έχω χρόνο να βοηθήσω όλους τους άλλους.»

Και με το τελευταίο μουλάρι του και ελάχιστες προμήθειες, ξανατράβηξε το δρόμο του.

Μια μέρα προτού φτάσει στο χωριό έπεσε σχεδόν επάνω σ’ ένα πληγωμένο ελάφι, στη μέση του δρόμου. Το φρόντισε, του έδωσε νερό και κάλυψε τις πληγές του με φρέσκο πηλό. Το ελάφι λαχάνιαζε προσπαθώντας ν’ ανασάνει με δυσκολία, ο αέρας δεν του έφτανε.

«Κάποιος πρέπει να μείνει μαζί του» σκέφτηκε, «για να μπορέσω να συνεχίσω το δρόμο μου.»

Μα δεν υπήρχε κανένας εκεί.

Με μεγάλη τρυφερότητα, έβαλε το ζώο κοντά σε κάτι βράχια για να συνεχίσει την πορεία του. Του άφησε νερό και φαγητό κοντά στο στόμα του και σηκώθηκε να φύγει.

Έκανε μονάχα δύο βήματα όταν κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να παρουσιαστεί μπροστά στο Βούδα γνωρίζοντας, στο βάθος της καρδιάς του, ότι είχε αφήσει μόνο του ένα ανυπεράσπιστο ετοιμοθάνατο…

Έτσι, ξεφόρτωσε το μουλάρι κι έμεινε εκεί να φροντίσει το ζωάκι. Ξενύχτησε δίπλα του σαν να ήταν παιδί. Του έδινε νερό στο στόμα και του έβαζε κρύες κομπρέσες στο μέτωπο.

Τα ξημερώματα, το ελάφι είχε συνέλθει.

Ο μοναχός σηκώθηκε, κάθισε σ’ ένα απόμερο σημείο κι έκλαψε… Τελικά, είχε χάσει και την τελευταία του ευκαιρία.

«Τώρα πια ποτέ δεν θα σε δω» είπε με δυνατή φωνή.

«Μη συνεχίζεις να με ψάχνεις» του είπε μια φωνή πίσω του. «Ήδη με βρήκες.»

Ο μοναχός γύρισε πίσω και είδε το ελάφι να κυκλώνεται από φως και να παίρνει τη στρογγυλεμένη μορφή του Βούδα.

«Θα με έχανες αν με άφηνες να πεθάνω απόψε τη νύχτα, για να έρθεις να με βρεις στο χωριό μου… Κι όσο για το θάνατό μου, μην ανησυχείς. Ο Βούδας δεν μπορεί να πεθάνει όσο υπάρχουν άνθρωποι σαν κι εσένα, που είναι ικανοί να με ακολουθούν για χρόνια, θυσιάζοντας τις επιθυμίες τους για τις ανάγκες των άλλων. Αυτό είναι ο Βούδας. Ο Βούδας είναι μέσα σου.