“Ω αιώνιε εσύ ταξιδευτή, άκου μια ιστορία

γιατί είτε είσαι πρίγκιπας μικρός ειτ΄ ένας Οδυσσέας
η Γη θα είναι πάντα στρογγυλή και πάντα θα γυρίζεις
εκεί όπου πρωτάρχισες, στην πρώτη σου ανάσα
μες της μητέρας Γης μήτρα ζεστή, πριν κι απ’ το πρώτο κλάμα
επάνω στον πλανήτη σου, στο θρόνο της αλήθειας

Γιατί τους παγωμένους τους ωκεανούς, τις πύρινες ερήμους
τ’ απόμερα απογέματα, τις τρελαμένες πόλεις
τις λέξεις τις χαρούμενες, τις πληγωμένες μνήμες
στ’ αλήθεια μια σπιθαμή απόσταση όλα τα χωρίζει
κι άμα εσύ το επιθυμείς, ο χρόνος σε ξεχνάει

Άσε λοιπόν το νου σου να διψά, χιλιόμετρα να τρέχει
να υφαίνει με ψευδαίσθηση το θάνατο ότι κλέβει
με σχέδια, όνειρά, στιγμές σε πέτρινα μνημεία
να ξεγλιστράει σαν ληστής απ’ την ακινησία

Και πριν ταξιδέψεις αδερφέ, βυθίσου στην αγκαλιά σου
ένα απομεσήμερο, στο δάσος μιας ηπείρου
κάτω απ’ τον ήλιο το ζεστό, στο απαλό το χώμα
και αν δεις τις πόρτες ανοιχτές διάπλατα να είναι
κλείσε τα μάτια μια στιγμή και νιώσε την ανάσα
και τι ‘ναι αυτό που λαχταρά να λιώσει μέσα σ’ όλα

Κάνε το νου σου σύμμαχο, και χάσου στις αισθήσεις
παλάτια, χρώματα τρελά, φλεγόμενα αστέρια
και μια στάλα από φως Ελληνικό, να κατεβάζει πνεύμα
να πίνει αγάπη η ψυχή μέχρι να ξεδιψάσει
και δες πιά με κρυστάλληνη ματιά πως μέσα σου αιώνια
όλα τα πλούτη κατοικούν στην απαλή σου φύση

Αίρε λοιπόν τα ξάρτια σου και αέρα στα πανιά σου
κι άμα γυρίσεις να με δεις φέρε μια ιστορία
μια ιστορία απ’ αυτές που όλα είναι ένα
λύπη, χαρά και θάνατος από την ίδια ουσία
που ένα ταξίδι αληθινό συμβαίνει στην καρδιά σου
που από ζωή φλεγόμενη παντού είναι και πάντα
κρατώντας απ’ το χέρι ένα παιδί, την ψυχή όλου του κόσμου
γιατί όλα τα ταξίδια μιας ζωής είναι μονάχα ένα ταξίδι”

Aπό τον Ηλία