Γλώσσα

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 4 Ιανουαρίου 2012
Πέθανε ο πατέρας της Μυκηναϊκής επιγραφικής
Ο Εμετ Μπένετ απεβίωσε σε ηλικία 93 ετών
Πέθανε ο πατέρας της  Μυκηναϊκής επιγραφικής
Ο Εμετ Μπένετ

Αθήνα 

Σε ηλικία 93 ετών πέθανε στο Μάντισον των Ηνωμένων Πολιτειών ο Εμετ Μπένετ, ο οποίος θεωρήθηκε ο πατέρας της Μυκηναϊκής επιγραφικής, αφού ο ρόλος του στην αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β’ υπήρξε καταλυτικός. Στη μονογραφία του «Οι πινακίδες της Πύλου» (1951) ο Μπένετ δημοσίευσε τον πρώτο οριστικό κατάλογο των συμβόλων της Γραμμικής Β κι αυτό αποτέλεσε το πρώτο βήμα για την ανάγνωση κάθε άγνωστης επιγραφής. Δουλεύοντας αρχικά με την Αλις Κόμπερ, η οποία θεωρούνταν ως το θάνατό της το 1950 η διασημότερη επιγραφικός, ο Μπένετ αφιέρωσε τον περισσότερο χρόνο του στην δεκαετία του ΄40 προκειμένου να δημιουργήσει έναν κατάλογο με 80 περίπου χαρακτήρες. Καθένας από αυτούς αντιστοιχούσε σε μία συλλαβή μιας άγνωστης ακόμη γλώσσας.
Η ανάγνωση των πινακίδων της Γραμμικής Β ήρθε ένα χρόνο αργότερα από τον νεαρό τότε _1952 _ αρχιτέκτονα Μάκλ Βέντρις (πέθανε σε δυστύχημα το 1956), αυτός όμως βασίστηκε σ΄ αυτόν τον κατάλογο που συνέθεσε ο Μπένετ. Ετσι χάρη στον Μπένετ, την Κόμπερ και τον Βέντρις η Γραμμική Β θεωρείται τώρα η πρωιμότερη αναγνώσιμη γραφή στην Ευρώπη.
Ο Εμετ Λέσλι Μπένετ ο Νεώτερος γεννήθηκε στην Μινεάπολη το 1918 και σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Σινσινάτι με καθηγητή τον διαπρεπή αρχαιολόγο Κάρλ Μπλέγκεν, ο οποίος είχε πραγματοποιήσει ανασκαφές στην Πύλο φέρνοντας στο φως τα ανάκτορα του Νέστορα. Κατά τη διάρκεια του Β΄Παγκοσμίου πολέμου εργάσθηκε ως αποκρυπτογράφος βοηθώντας στην αποκρυπτογράφηση των ιαπωνικών μηνυμάτων. Και παρ΄ ότι δεν γνώριζε γιαπωνέζικα, όταν του έδιναν κωδικοποιημένα κείμενα, αυτό που έκανε ήταν να αναζητεί διάφορα μοτίβα μέσα σ΄αυτά ώστε να καταλήξει στην αποκωδικοποίησή τους. Ο Μπένετ δίδαξε ως καθηγητής στο Γέιλ και στο Πανεπιστήμιο του Τέξας αλλά περισσότερο κοντά ήταν πάντα με το Πανεπιστήμιο του Ουινσκόνσιν όπου δίδαξε από το 1959 ως το 1988.

ΑΠΟ ΤΟ ΒΗΜΑ

Η Αγγλική γλώσσα έχει 490.000 λέξεις από τις οποίες 41.615 λέξεις. είναι από την Ελληνική γλώσσα.. (βιβλίο Γκίνες) (σιγά μην είναι ΜΟΝΟ τόσες)

Η Ελληνική με την μαθηματική δομή της είναι η γλώσσα της πληροφορικής και της νέας γενιάς των εξελιγμένων υπολογιστών, διότι μόνο σ’ αυτήν δεν …..
υπάρχουν όρια.
(Μπιλ Γκέιτς, Microsoft)

Η Ελληνική και η Κινέζικη. είναι οι μόνες γλώσσες με συνεχή ζώσα παρουσία από τους ίδιους λαούς και…..στον ίδιο χώρο εδώ και 4.000 έτη. Όλες οι γλώσσες θεωρούνται κρυφοελληνικές, με πλούσια δάνεια από τη μητέρα των γλωσσών, την Ελληνική.
(Francisco Adrados, γλωσσολόγος).

Η Ελληνική γλώσσα έχει λέξεις για έννοιες οι οποίες παραμένουν χωρίς απόδοση στις υπόλοιπες γλώσσες, όπωςάμιλλα, θαλπωρή και φιλότιμο Μόνον η Ελληνική γλώσσα ξεχωρίζει τη ζωή από το βίο, την αγάπη από τον έρωτα. Μόνον αυτή διαχωρίζει, διατηρώντας το ίδιο ριζικό θέμα, το ατύχημα από τοδυστύχημα, το συμφέρον από τοενδιαφέρον.

Το εκπληκτικό είναι ότι η ίδια η Ελληνική γλώσσα μας διδάσκει συνεχώς πώς να γράφουμε σωστά. Μέσω της ετυμολογίας, μπορούμε να καταλάβουμε ποιός είναι ο σωστός τρόπος γραφής ακόμα και λέξεων που ποτέ δεν έχουμε δει ή γράψει.

Το «πειρούνι» για παράδειγμα, για κάποιον που έχει βασικές γνώσεις Αρχαίων Ελληνικών, είναι προφανές ότι γράφεται με «ει» και όχι με «ι» όπως πολύ άστοχα το γράφουμε σήμερα. Ο λόγος είναι πολύ απλός, το «πειρούνι» προέρχεται από το ρήμα «πείρω» που σημαίνει τρυπώ-διαπερνώ, ακριβώς επειδή τρυπάμε με αυτό το φαγητό για να το πιάσουμε.

Επίσης η λέξη «συγκεκριμένος» φυσικά και δεν μπορεί να γραφτεί «συγκεκρυμμένος», καθώς προέρχεται από το «κριμένος» (αυτός που έχει δηλαδή κριθεί) και όχι βέβαια από το «κρυμμένος» (αυτός που έχει κρυφτεί). Άρα το να υπάρχουν πολλά γράμματα για τον ίδιο ήχο (π.χ. η, ι, υ, ει, οι κτλ) όχι μόνο δεν θα έπρεπε να μας δυσκολεύει, αλλά αντιθέτως να μας βοηθάει στο να γράφουμε πιο σωστά, εφόσον βέβαια έχουμε μια βασική κατανόηση της γλώσσας μας.

Επιπλέον η ορθογραφία με την σειρά της μας βοηθάει αντίστροφα στην ετυμολογία αλλά και στην ανίχνευση της ιστορική πορείας της κάθε μίας λέξης. Και αυτό που μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε την καθημερινή μας νεοελληνική γλώσσα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, είναι η γνώση των Αρχαίων Ελληνικών.

Είναι πραγματικά συγκλονιστικό συναίσθημα να μιλάς και ταυτόχρονα να συνειδητοποιείς τι ακριβώς λές, ενώ μιλάς και εκστομίζεις την κάθε λέξη ταυτόχρονα να σκέφτεσαι την σημασία της.

Είναι πραγματικά μεγάλο κρίμα να διδάσκονται τα Αρχαία με τέτοιο φρικτό τρόπο στο σχολείο ώστε να σε κάνουν να αντιπαθείς κάτι το τόσο όμορφο και συναρπαστικό.
Η ΣΟΦΙΑ

Στη γλώσσα έχουμε το σημαίνον (την λέξη) και το σημαινόμενο (την έννοια). Στην Ελληνική γλώσσα αυτά τα δύο έχουν πρωτογενή σχέση, καθώς αντίθετα με τις άλλες γλώσσες το σημαίνον δεν είναι μια τυχαία σειρά από γράμματα. Σε μια συνηθισμένη γλώσσα όπως τα Αγγλικά μπορούμε να συμφωνήσουμε όλοι να λέμε το σύννεφο car και το αυτοκίνητο cloud, και από την στιγμή που το συμφωνήσουμε να ισχύει. Στα Ελληνικά κάτι τέτοιο είναι αδύνατον. Γι’ αυτό το λόγο πολλοί διαχωρίζουν τα Ελληνικά σαν «εννοιολογική» γλώσσα από τις υπόλοιπες «σημειολογικές» γλώσσες.

Μάλιστα ο μεγάλος φιλόσοφος και μαθηματικός Βένερ Χάιζενμπεργκ είχε παρατηρήσει αυτή την σημαντική ιδιότητα για την οποία είχε πει «Η θητεία μου στην αρχαία Ελληνική γλώσσα υπήρξε η σπουδαιότερη πνευματική μου άσκηση. Στην γλώσσα αυτή υπάρχει η πληρέστερη αντιστοιχία ανάμεσα στην λέξη και στο εννοιολογικό της περιεχόμενο».

Όπως μας έλεγε και ο Αντισθένης,«Αρχή σοφίας, η των ονομάτων επίσκεψις». Για παράδειγμα ο «άρχων» είναι αυτός που έχει δική του γη (άρα=γή + έχων). Και πραγματικά, ακόμα και στις μέρες μας είναι πολύ σημαντικό να έχει κανείς δική του γη / δικό του σπίτι.

Ο «βοηθός» σημαίνει αυτός που στο κάλεσμα τρέχει. Βοή=φωνή + θέω=τρέχω. Ο Αστήρ είναι το αστέρι, αλλά η ίδια η λέξη μας λέει ότι κινείται, δεν μένει ακίνητο στον ουρανό (α + στήρ από το ίστημι που σημαίνει στέκομαι).

Αυτό που είναι πραγματικά ενδιαφέρον, είναι ότι πολλές φορές η λέξη περιγράφει ιδιότητες της έννοιας την οποίαν εκφράζει, αλλά με τέτοιο τρόπο που εντυπωσιάζει και δίνει τροφή για τη σκέψη.

Για παράδειγμα ο «φθόνος» ετυμολογείται από το ρήμα «φθίνω» που σημαίνει μειώνομαι. Και πραγματικά ο φθόνος σαν συναίσθημα, σιγά-σιγά μας φθίνει και μας καταστρέφει. Μας «φθίνει» – ελαττώνει ως ανθρώπους – και μας φθίνει μέχρι και την υγεία μας. Και, βέβαια, όταν αναφερόμαστε σε κάτι που είναι τόσο πολύ ώστε να μην τελειώνει, πως το λέμε; Μα, φυσικά, «άφθονο».

Έχουμε τη λέξη «ωραίος» που προέρχεται από την «ώρα». Διότι για να είναι κάτι ωραίο, πρέπει να έλθει και στην ώρα του. Ωραίο δεν είναι το φρούτο όταν είναι άγουρο ή σαπισμένο και ωραία γυναίκα δεν είναι κάποια ούτε στα 70 της άλλα ούτε φυσικά και στα 10 της. Ούτε το καλύτερο φαγητό είναι ωραίο όταν είμαστε χορτάτοι, επειδή, σε αυτή την περίπτωση, δεν μπορούμε να το απολαύσουμε.

Ακόμα έχουμε την λέξη «ελευθερία» για την οποία το «Ετυμολογικόν Μέγα» διατείνεται «παρά το ελεύθειν όπου ερά» = το να πηγαίνει κανείς όπου αγαπά . Άρα βάσει της ίδιας της λέξης, ελεύθερος είσαι όταν έχεις τη δυνατότητα να πάς όπου αγαπάς. Πόσο ενδιαφέρουσα ερμηνεία!!!

Το άγαλμα ετυμολογείται από το αγάλλομαι (ευχαριστιέμαι) επειδή όταν βλέπουμε (σε αρχική φάση οι Θεοί) ένα όμορφο αρχαιοελληνικό άγαλμα η ψυχή μας ευχαριστείται, αγάλλεται. Και από το θέαμα αυτό επέρχεται η αγαλλίαση. Αν κάνουμε όμως την ανάλυση της λέξης αυτής θα δούμε ότι είναι σύνθετη από αγάλλομαι + ίαση(=γιατρειά). Άρα, για να συνοψίσουμε, όταν βλέπουμε ένα όμορφο άγαλμα (ή οτιδήποτε όμορφο), η ψυχή μας αγάλλεται και γιατρευόμαστε. Και πραγματικά, γνωρίζουμε όλοι ότι η ψυχική μας κατάσταση συνδέεται άμεσα με τη σωματική μας υγεία.

Παρένθεση: και μια και το έφερε η «κουβέντα», η Ελληνική γλώσσα μας λέει και τι είναι άσχημο. Από το στερητικό «α» και την λέξη σχήμα μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε τι. Για σκεφτείτε το λίγο.

Σε αυτό το σημείο, δεν μπορούμε παρά να σταθούμε στην αντίστοιχη Λατινική λέξη για το άγαλμα (που μόνο Λατινική δεν είναι). Οι Λατίνοι ονόμασαν το άγαλμα, statua από το Ελληνικό «ίστημι» που ήδη αναφέραμε, και το ονόμασαν έτσι επειδή στέκει ακίνητο. Προσέξτε την τεράστια διαφορά σε φιλοσοφία μεταξύ των δύο γλωσσών, αυτό που σημαίνει στα Ελληνικά κάτι τόσο βαθύ εννοιολογικά, για τους Λατίνους είναι απλά ένα ακίνητο πράγμα.

Είναι προφανής η σχέση που έχει η γλώσσα με τη σκέψη του ανθρώπου. Όπως λέει και ο George Orwell στο αθάνατο έργο του «1984», απλή γλώσσα σημαίνει και απλή σκέψη. Εκεί το καθεστώς προσπαθούσε να περιορίσει την γλώσσα για να περιορίσει την σκέψη των ανθρώπων, καταργώντας συνεχώς λέξεις.

«Η γλώσσα και οι κανόνες αυτής αναπτύσσουν την κρίση», έγραφε ο Μιχάι Εμινέσκου, εθνικός ποιητής των Ρουμάνων.

Μια πολύπλοκη γλώσσα αποτελεί μαρτυρία ενός προηγμένου πνευματικά πολιτισμού. Το να μπορείς να μιλάς σωστά σημαίνει ότι ήδη είσαι σε θέση να σκέφτεσαι σωστά, να γεννάς διαρκώς λόγο και όχι να παπαγαλίζεις λέξεις και φράσεις.
Η ΜΟΥΣΙΚΟΤΗΤΑ

Η Ελληνική φωνή κατά την αρχαιότητα ονομαζόταν «αυδή». Η λέξη αυτή δεν είναι τυχαία αφού προέρχεται από το ρήμα «άδω» που σημαίνει τραγουδώ.

Όπως γράφει και ο μεγάλος ποιητής και ακαδημαϊκός Νικηφόρος Βρεττάκος:

«Όταν κάποτε φύγω από τούτο το φώς θα ελιχθώ προς τα πάνω, όπως ένα ποταμάκι που μουρμουρίζει. Κι αν τυχόν κάπου ανάμεσα στους γαλάζιους διαδρόμους συναντήσω αγγέλους, θα τους μιλήσω Ελληνικά, επειδή δεν ξέρουνε γλώσσες. Μιλάνε Μεταξύ τους με μουσική».

Ο γνωστός Γάλλος συγγραφεύς Ζακ Λακαρριέρ επίσης μας περιγράφει την κάτωθι εμπειρία από το ταξίδι του στην Ελλάδα: «Άκουγα αυτούς τους ανθρώπους να συζητούν σε μια γλώσσα που ήταν για μένα αρμονική αλλά και ακατάληπτα μουσική. Αυτό το ταξίδι προς την πατρίδα – μητέρα των εννοιών μας – μου απεκάλυπτε ένα άγνωστο πρόγονο, που μιλούσε μια γλώσσα τόσο μακρινή στο παρελθόν, μα οικεία και μόνο από τους ήχους της. Αισθάνθηκα να τα έχω χαμένα, όπως αν μου είχαν πει ένα βράδυ ότι ο αληθινός μου πατέρας ή η αληθινή μου μάνα δεν ήσαν αυτοί που με είχαν αναστήσει».

Ο διάσημος Έλληνας και διεθνούς φήμης μουσικός Ιάνης Ξενάκης, είχε πολλές φορές τονίσει ότι η μουσικότητα της Ελληνικής είναι εφάμιλλη της συμπαντικής.

Αλλά και ο Γίββων μίλησε για μουσικότατη και γονιμότατη γλώσσα, που δίνει κορμί στις φιλοσοφικές αφαιρέσεις και ψυχή στα αντικείμενα των αισθήσεων. Ας μην ξεχνάμε ότι οι Αρχαίοι Έλληνες δεν χρησιμοποιούσαν ξεχωριστά σύμβολα για νότες, χρησιμοποιούσαν τα ίδια τα γράμματα του αλφαβήτου.

«Οι τόνοι της Ελληνικής γλώσσας είναι μουσικά σημεία που μαζί με τους κανόνες προφυλάττουν από την παραφωνία μια γλώσσα κατ’ εξοχήν μουσική, όπως κάνει η αντίστιξη που διδάσκεται στα ωδεία, ή οι διέσεις και υφέσεις που διορθώνουν τις κακόηχες συγχορδίες», όπως σημειώνει η φιλόλογος και συγγραφεύς Α. Τζιροπούλου-Ευσταθίου.

Είναι γνωστό εξάλλου πως όταν οι Ρωμαίοι πολίτες πρωτάκουσαν στην Ρώμη Έλληνες ρήτορες, συνέρρεαν να θαυμάσουν, ακόμη και όσοι δεν γνώριζαν Ελληνικά, τους ανθρώπους που «ελάλουν ώς αηδόνες».

Δυστυχώς κάπου στην πορεία της Ελληνικής φυλής, η μουσικότητα αυτή (την οποία οι Ιταλοί κατάφεραν και κράτησαν) χάθηκε, προφανώς στα μαύρα χρόνια της Τουρκοκρατίας.

Να τονίσουμε εδώ ότι οι άνθρωποι της επαρχίας, του οποίους συχνά κοροϊδεύουμε για την προφορά τους, είναι πιο κοντά στην Αρχαιοελληνική προφορά από ό,τι εμείς οι άνθρωποι της πόλεως.

Η Ελληνική γλώσσα επιβλήθηκε αβίαστα (στους Λατίνους) και χάρη στην μουσικότητά της.

Όπως γράφει και ο Ρωμαίος Οράτιος «Η Ελληνική φυλή γεννήθηκε ευνοημένη με μία γλώσσα εύηχη, γεμάτη μουσικότητα».

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 15 Νοεμβρίου 2011

Χωρίς όραση, η 96χρονη γαλλίδα ελληνίστρια Ζακλίν ντε Ρομιγύ εξακολουθεί να γράφει για την επικαιρότητα των αρχαίων ελληνικών, δίνοντάς μας σύντομα μαθήματα γλώσσας.
Σε μια εποχή έντονων ανακατατάξεων η 96χρονη Ζακλίν ντε Ρομιγύ εξακολουθεί να είναι η πιο ζωηρή υπέρμαχος μιας υπόθεσης φαινομενικά χαμένης: της διατήρησης των ελληνικών γραμμάτων στα ευρωπαϊκά σχολεία. Η συγκυρία είναι δύσκολη. Πρώτον, τίθεται το ερώτημα πόσες πιθανότητες έχει η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας να επιζήσει στον καιρό της «ψηφιακής επανάστασης» και της διάδοσης του Διαδικτύου. Και σαν να μην έφτανε αυτό, εδώ και μισό αιώνα σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες πλήττει τις κλασικές σπουδές μια ιδιαιτέρως σοβαρή και επικίνδυνη κρίση. Εκδηλώθηκε αντίδραση στην ιδέα ότι τα αρχαία έργα ήταν ανέκαθεν ανώτερα. Υποστηρίχτηκε η άποψη ότι έχουμε «κατακλυστεί από τα ελληνικά!». Δημιουργήθηκαν έριδες που θα μπορούσαν να συνοψιστούν στον τίτλο «Διαμάχη ανάμεσα στους Αρχαίους και στους Σύγχρονους». Σε αυτόν τον αγώνα η μεγάλη κυρία των ελληνικών γραμμάτων προχωρεί για άλλη μία φορά ένα βήμα μπροστά από την εποχή της. Προβλέπει ότι η κρίση θα είναι σύντομη. Και προκειμένου να μην τρέφει κανείς καμία αμφιβολία ως προς αυτό, αφήνει μία ακόμη παρακαταθήκη στους επιγόνους της με το βιβλίοΜαθήματα ελληνικών(γαλλικός τίτλος:Ρetites lecons sur le grec ancien, δηλαδή Σύντομα μαθήματα αρχαίων ελληνικών ), το οποίο έγραψε το 2008 αμέσως μετά τοΡourquoi la Grece? (Γιατί η Ελλάδα;). Αυτή τη φορά απλώς χρειάστηκε τη συνεργασία της πρώην μαθήτριάς της, επίσης ελληνίστριας, Μονίκ Τρεντέ.
 Η συγγραφέας μάς θυμίζει ότι η εν λόγω διαμάχη δεν είχε τη δύναμη να ανακόψει τη διάδοση των ελληνικών, τα οποία συνέχισαν να διδάσκονται όλο και πιο έντονα όχι μόνο στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες αλλά και στον Νέο Κόσμο, ενώ ακόμη πολλά έργα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας αντλούν την έμπνευσή τους από την Ελλάδα. Η Ελλάδα, ο μύθοι της, οι ήρωές της εξακολουθούν να είναι «στη μόδα»… Και αυτό δεν είναι διόλου παράξενο. Με βάση τη σύντομη ιστορική αναδρομή της ντε Ρομιγύ σε αυτό το βιβλίο, στο σημείο που μπορεί να νομίσει κανείς ότι όλα τελειώνουν για την ελληνική γλώσσα, εκεί ακριβώς όλα αρχίζουν. «Συνέβη αυτό όταν το Βυζάντιο, τη μόνη ελπίδα που είχε απομείνει για να διατηρηθεί ζωντανή η ελληνική γλώσσα, έπεσε στα χέρια των Τούρκων. Αντί να πεθάνει η ελληνική γλώσσα μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους, ήταν ακριβώς τότε που πολλοί Ελληνες της Κωνσταντινούπολης μετανάστευσαν στην Ευρώπη, εκδηλώθηκαν κάποιες προσπάθειες αναβίωσης των ελληνικών στη Φλωρεντία, άρχισε ο Ερασμος στο Ρότερνταμ να προτρέπει ολόκληρη την Ευρώπη να μάθει ελληνικά, ήρθε και η ανακάλυψη της τυπογραφίας το 1440 και συνέβαλε καθοριστικά όχι μόνο στη διάδοση των γραμμάτων και στην κυκλοφορία των γλωσσών, αλλά και στην εξάπλωση της διδασκαλίας των ελληνικών (…). Και αν νιώθουμε ότι μπαίνουμε σε έναν νέο Μεσαίωνα, αν οι μελετητές των αρχαίων γλωσσών, που αρχίζουν να σπανίζουν πλέον στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, θυμίζουν αναπόφευκτα τους αντιγραφείς του 13ου αιώνα που με τον ζήλο τους κρατούσαν άσβεστη τη φλόγα στα κελιά των μοναστηριών, μπορούμε τουλάχιστον να ελπίζουμε, καθώς όλα οδεύουν πιο γρήγορα σήμερα από ό,τι στο παρελθόν, ότι η κρίση θα είναι σύντομη και θα παρέλθει γρήγορα».
Η Ζακλίν ντε Ρομιγί μοιάζει να έχει υπόψη της την πολύ σύγχρονη φαινομενολογία των προβλέψεων όταν αποφαίνεται στα Μαθήματα ελληνικών: «Οπως και να ΄χει- και για να παραμείνουμε στην εκπληκτική ιστορία μιας εξελικτικής πορείας που μας οδηγεί από τον 15ο αιώνα π.Χ. μέχρι τον 21ο- το σίγουρο είναι πως σαστίζει κανείς μπροστά στη δύναμη με την οποία διαδόθηκε η ελληνική γλώσσα μέσα από τόσες κρίσεις και αναγεννήσεις». Υπάρχει μια σιωπηρή υπόσχεση σε μια διαδικασία φυσιολογικής ανάπτυξης, την οποία εγγυάται η φύση. Πώς εξηγείται όμως το συγκεκριμένο φαινόμενο; Ο πρώτος λόγος που συνέβαλε καταλυτικά στην εξάπλωση της αρχαίας ελληνικής γλώσσας ανά τους αιώνες ήταν η άρρηκτη σχέση η οποία συνέδεσε τη γλώσσα με τη θαυμαστή ακτινοβολία των έργων που γράφηκαν σε αυτήν. Πέρα από το ότι η Ελλάδα επινόησε διαδοχικά όλα σχεδόν τα λογοτεχνικά είδη, σχεδόν όλους τους μύθους και μεγάλο αριθμό σπουδαίων φιλοσοφικών δογμάτων, η ελληνική γλώσσα δεν αποτελεί μόνο μέσο πρόσβασης στα ίδια τα κείμενα. Είναι εξίσου αλήθεια ότι το ποιόν της ελληνικής γλώσσας διαμόρφωσε το ποιόν των έργων. 
Οπως επιχειρεί να δείξει η συγγραφέας σε αυτό το ύστατο εγχειρίδιο ελληνικών με πλήθος παραδειγμάτων, τα λογοτεχνικά έργα επιβλήθηκαν μέσα στους αιώνες ακολουθώντας μια συνεχή ροή από επινοήσεις που επέτρεπαν στη γλώσσα να ανανεώνεται, προσδίδοντάς της μια αίσθηση γλωσσικής έκφρασης η οποία συνδυάζει ακρίβεια και ομορφιά. Εκπλήσσεται κανείς από την ικανότητα της γλώσσας αυτής να εκφράζει τόσες ποιητικές και φιλοσοφικές ανακαλύψεις, σημειώνει η Ρομιγύ. Το πυκνό αισχύλειο ύφος συνοδεύεται από υποβλητικές παρομοιώσεις και επινοήσεις λέξεων σπάνιας τόλμης: «αργυραμοιβός σωμάτων» ήταν ο θεός του πολέμου Αρης, σαν μικροτραπεζίτης που αντάλλασσε τους νεκρούς όπως ανταλλάσσουμε νομίσματα. Η ευρηματικότητα συνεχίζεται όταν αποκαλεί την ωραία Ελένη «πολυλάνωρ», δηλαδή γυναίκα με πολλούς άντρες, ενώ για το όνομά της σχολιάζει ότι Ελένη σημαίνει «ελένας» (από το ελείν και ναυς), «αυτή που ρημάζει τα καράβια» (Καραβοπνίχτρα). Μάλιστα, η ευφάνταστη υβριστική έκφραση του Αριστοφάνη «κρουνοχυτρολήραιον ει»- λέξη που κατασκεύασε ο ποιητής από τον κρουνό (πηγή), τον χύτρο (τσουκάλι) και το ληρέω (μωρολογώ), για να πει «είσαι ανόητος πολυλογάς»- έχει επιβιώσει, κάτι που πιθανότατα γνώριζε η Ρομιγύ αλλά όχι οι αναγνώστες της, παραλλαγμένη ως τις μέρες μας: «είσαι κρασοκανάτας». ΄
Τα πράγματα σοβαρεύουν όταν έχουμε τη δημιουργία λέξεων ή παραγώγων που επιτρέπουν ακριβέστερη νοηματοδότηση σε ιδέες και νοήματα. «Σήμερα είμαστε σε θέση να αποτιμήσουμε το μέγεθος της αθηναϊκής ευρηματικότητας η οποία, ακριβώς στο κατώφλι του 5ου αιώνα π.Χ., δημιούργησε εντελώς συνειδητά τη λέξη «δημοκρατία». Ο όρος επινοήθηκε ταυτόχρονα με το πολιτικό σύστημα που περιέγραφε και που ίδρυσαν τότε οι Αθηναίοι» γράφει η Ρομιγύ. Την ίδια εποχή γίνεται η διάκριση μεταξύ «ηγεμονίας» και «αυτοκρατορίας», δημοκρατίας και δημαγωγίας, ταξινομούνται οι διάφορες μορφές συγκρότησης μιας πολιτείας. «Ολα αυτά εγγράφονται στον 5ο αιώνα, στον αιώνα της αθηναϊκής ακτινοβολίας, αλλά εγγράφονται πλέον και στις οριστικές κατακτήσεις του πνεύματος και της γλώσσας». Η επινόηση λέξεων και ο εμπλουτισμός του λεξιλογίου πήγαιναν μαζί με την εκλέπτυνση της πολιτικής ανάλυσης. Και παρ΄ όλο που η ελληνική θεωρείται σήμερα νεκρή γλώσσα, μια πλειάδα λέξεων που κατασκευάζονται στη Δύση για να προσδιορίσουν νέες πραγματικότητες είναι ελληνικές- το τηλέφωνο, ο φιλοτελισμός, η ψυχανάλυση. Ακόμη και το όνομα Ευρώπη είναι ελληνικό. Ανήκει στην πριγκίπισσα που ερωτεύεται ο Δίας όταν τη βλέπει να παίζει με τις φίλες της στην παραλία της Σιδώνας. «Είτε μιλάμε για γλώσσα είτε για λογοτεχνία ή για τέχνη, η ελληνική κληρονομιά δεν είναι απλώς μια κληρονομιά κοινή σε όλους τους λαούς της Ευρώπης» καταλήγει η Ρομιγύ. «Είναι ο αρχικός πυρήνας, η “μαγιά” θα λέγαμε της Ευρώπης». Και ακόμη παραπέρα: με τρόπο σταθερό και επίμονο, μέσα από την αρχαία τραγωδία ή την πολιτική επιστήμη, τη μυθολογία ή την ιστορία, το ελληνικό πνεύμα επικεντρώθηκε στην «ανθρώπινη κατάσταση» και όχι στις ιδιαιτερότητες του «ιδιωτεύοντος» ανθρώπου.
«Είναι σίγουρο ότι οι Ελληνες και βίαιοι ήταν, και πολέμους, ακόμα και εμφύλιους, έκαναν. Αυτά είναι τα γεγονότα. Αλλά, όμως, υπάρχουν και τα κείμενα. Κι αυτά εκφράζουν ομόθυμα την άποψη ότι είναι φοβερό να ζει κανείς μέσα στη βία, ότι πρέπει να την ελαττώσουν και να τη σταματήσουν. Ολα τα αρχαία ελληνικά κείμενα που μας έχουν παραδοθεί καταδικάζουν τον πόλεμο με τέτοια δύναμη που παραμένουν μέχρι σήμερα πρότυπα» είπε η αδιαφιλονίκητη μεγάλη κυρία των ελληνικών σπουδών σε παλαιότερη συνέντευξή της στο περιοδικό «Le Ρoint». Για αυτόν τον λόγο έμαθε ελληνικά ο Λουκιανός από τα Σαμόσατα της Συρίας τον 2ο αιώνα μ.Χ., και έγινε τόσο διάσημος συγγραφέας που ενέπνευσε τον Ερασμο στο Ρότερνταμ, τον 15ο αιώνα, ο οποίος βοηθάει τώρα με τη σειρά του τους νεαρούς απογόνους των Γαλατών χιλιόμετρα μακριά από την πατρίδα του να ανακαλύψουν την ελληνική γλώσσα. Κατά τη Ζακλίν ντε Ρομιγύ, η κρίση της εποχής μας αφορά ουσιαστικά στην πραγματικότητα την οργάνωση της εκπαίδευσης διότι, κατά γενική ομολογία, τα ελληνικά απολαμβάνουν την εύνοια των περισσοτέρων μας.
Εκδόσεις Ωκεανίδα
(Πηγή: Το Βήμα)

Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ.Κι ὅμως εἶναι ἑλληνικές· ἐτυμολογική ἐξέταση λέξεων τῆς Ἀγγλικῆς Ἄν σᾶς ρωτήσει κανείς, θέλοντας νά ἐλέγξει τίς ἐτυμολογικές γνώσεις σας στήν Ἀγγλική ἤ στήν Ἑλληνική, ἄν λέξεις ὅπως λ.χ. butter «βούτυρο», paper «χαρτί», church «ἐκκλησία», sketch «σκαρίφημα – θεατρικό σκέτς», bomb «βόμβα», clergy «κληρικός» καί clerk «ὑπάλληλος», chart «χάρτης» καί card «κάρτα», calm «νηνεμία, γαλήνη», pain «πόνος», pirate «πειρατής», diploma «δίπλωμα», chanel «δίαυλος», priest «ἱερέας», buffalo «βουβάλι», monk «μοναχός», bishop «ἐπίσκοπος» κ.α. προέρχονται ἀπό τήν Ἑλληνική ἤ εἶναι ἀμιγῶς ἀγγλικές, μή βιαστεῖτε νά ἀπαντήσετε ὅτι δέν σᾶς φαίνονται ἑλληνικές. Ἡ πραγματικότητα εἶναι ὅτι περνώντας μέσα ἀπό διάφορους, συχνά δαιδαλώδεις καί σκολιούς, γλωσσικούς δρόμους οἱ λέξεις αὐτές ἔφτασαν στήν Ἀγγλική, ἔχοντας ξεκινήσει ἀπό τήν ἑλληνική γλώσσα. Εἶναι δάνειες λέξεις τῆς Ἀγγλικῆς ἀπό τήν Ἑλληνική. Μία ματιά σέ ἔγκυρα λεξικά τῆς Ἀγγλικῆς (Webster, Random House, Longman, Oxford κ.α.) μπορεῖ νά σᾶς πείσει. Τό ἀρχ. ἑλληνικό βούτυρον / βούτυρος (βούς + τυρός), μέσω τοῦ λατιν. butyrum, ἔδωσε τό ἀρχ. ἀγγλ. butere, ἀπ’ ὅπου τό σύγχρονο ἀγγλ. butter (καί τά γερμ. Butter, γαλλ. beurre, ἰταλ. burro κ.α.). Τό ἀρχ. ἑλλην. πάπυρος, πού δήλωσε τήν πρώτη μορφή γραφικῆς ὕλης ἀπό τό ὁμώνυμο φυτό τό ὁποῖο εὐδοκιμοῦσε στήν Αἴγυπτο, ἔδωσε τό ἀγγλ. paper (γαλλ. papier, γερμ. Papier κ.ἄ.) μέσω τοῦ λατιν. papyrum, ἀπ’ ὅπου τό μεσαιων. γαλλ. papier καί τό μεσαιων. ἀγγλ. papir. Πιό σύνθετη εἶναι ἡ προέλευση τῆς λέξης πού δήλωσε στήν Ἀγγλική «τήν ἐκκλησία», τῆς λ. church. Ξεκίνησε ἀπό τό ἑλληνιστ. κυριακόν (δῶμα) «ὁ οἶκος τοῦ Κυρίου» (ἀπό τό Κύριος), τό ὁποῖο, μέσω τοῦ ἀρχ. γερμ. kirihha (ἀπ’ ὅπου τό νέο γερμ. Kirche «ἐκκλησία») καί τῶν ἀρχ. ἀγγλ. cirice καί μεσαιων. ἀγγλ. chirche, ἔδωσε τό νέο ἀγγλ. church. Οἱ ἴδιοι οἱ Ἕλληνες χριστιανοί χρησιμοποίησαν τό ἀρχ. ἐκκλησία (ἐκκλησία τοῦ δήμου «ἡ συγκέντρωση τοῦ λαοῦ / τῶν πολιτῶν ὡς θεσμικό ὄργανο») μέ νέο περιεχόμενο: χῶρος ὅπου συγκεντρώνονται οἱ πιστοί γιά νά λατρεύσουν τόν Θεό (ἐνῶ οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες χρησιμοποιοῦσαν τή λ. ναός, μέ τήν ἀντίληψη ὅτι ἀποτελεῖ χῶρο ὅπου ναίουν, ὅπου κατοικοῦν οἱ θεοί). Ἐνδιαφέρον ἔχει, γιά τίς περιπέτειές της, ἡ λέξη sketch «σκαρίφημα – θεατρικό σκέτς». Ποιός τό φαντάζεται, ἐκ πρώτης ὄψεως, ὅτι προέρχεται ἀπό τήν ἑλλην. λ. σχέδιο; Ἡ ἀρχαία ἑλλ. λ. σχέδιον (ἀπό τό ἀρχ. σχέδιος πού σήμαινε «προσωρινός, αὐτοσχέδιος», προερχόμενη ἀπό τή λ. σχεδόν κι αὐτή ἀπό τό ἔχω), μέσω τοῦ λατιν. schedium, ἔδωσε τό ἰταλ. schizzo, πού πέρασε στά ὀλλανδικά ὡς schets, ἀπό ὅπου τό ἀγγλ. sketch. Τό περίεργο γιά τή ζωή τῶν λέξεων εἶναι ὅτι τό ἑλλην. σχέδιο ἐπανῆλθε στούς νεότερους χρόνους στήν Ἑλληνική, δηλ. ὡς «ἀντιδάνειο» (ὡς δάνειο δανείου!…), μέσα ἀπό δύο ξένες γλῶσσες: ἀπό τήν Ἰταλική ὡς σκίτσο καί ἀπό τήν Ἀγγλική ὡς σκέτς. Ἀνάλογη εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ ἀγγλ. scene «σκηνή». Προέρχεται ἀπό τό ἑλλην. σκηνή, μέσω τοῦ λατιν. scaena / scena. Ἀπό τό ὑποκοριστικό τοῦ λατιν. scene, ἀπό τό scenarium, προῆλθε τό ἰταλ. scenario πού πέρασε σέ διάφορες γλῶσσες (ἀγγλ. scenario, γαλλ. scenario κ.α.) καί ἐπανῆλθε στά Ἑλληνικά ὡς σενάριο (ἀντιδάνειο). Ἀπό τό θέμα σχ- (τοῦ ἔχω, πβ. κατά-σχ-ω, παρά-σχ-ω, σχ-εδόν) πού εἴδαμε καί στό σχέδιο, προῆλθε καί ἡ λ. σχῆμα πού ἔδωσε, μέσω τοῦ λατιν. schema, τό ἀγγλ. scheme. Μία λέξη πού θά ξαφνίαζε ἴσως ὅταν κανείς διαπιστώσει ὅτι εἶναι ἑλληνική, εἶναι ἡ ἀγγλική λ. pain «πόνος». Ἡ λέξη αὐτή προῆλθε ἀπό τήν ἑλλην. λ. ποινή πού σήμαινε ἀρχικά «τιμή αἵματος, ἐκδίκηση (γιά ἔγκλημα)» καί μετά «τιμωρία». Μέσω τοῦ λατ. poena, πού ἔδωσε τό γαλλ. peine (ἀρχικά σήμαινε «τά βασανιστήρια τῶν μαρτύρων τῆς πίστεως»), προῆλθε τό ἀγγλ. pain μέ τή σημ. «πόνος» ὡς ἀπόρροια τῶν πόνων ἀπό τά βασανιστήρια καί ὡς ἐπακόλουθο τῆς τιμωρίας γενικότερα. Ἐξίσου ἴσως θά ξάφνιαζε καί ἡ ἀγγλική λ. calm «κάλμα, νηνεμία». Κι αὐτή προῆλθε ἀπό ἑλληνική λέξη, τό ἀρχ. καῦμα, πού δήλωνε τόν καύσωνα καί τό θέρος, ὁδηγώντας συνεκδοχικά στή σημ. τῆς ἠρεμίας τῆς θάλασσας, τῆς ἔλλειψης δυνατῶν ἀνέμων. Στήν Ἀγγλική ἔφτασε ἡ λέξη ἀπό τό ἰταλ. calma πού ἀνάγεται σέ ὄψιμο λατιν. cauma ἀπό τό καῦμα. Ὅτι ἡ λ. ξαναγύρισε στήν Ἑλληνική μέσω τῆς Ἰταλικῆς ὡς κάλμα, δηλ. ὡς ἀντιδάνειο, εἴδαμε ὅτι ἀποτελεῖ συχνό φαινόμενο. Τό ἀρχ. πειρῶμαι «προσπαθῶ, ἀποπειρῶμαι, τολμῶ» ἔδωσε στή μεταγενέστερη Ἑλληνική τή λ. πειρατής πού προφανῶς θά σήμαινε ἀρχικά αὐτόν πού ἀποτολμᾶ παράτολμα καί παράνομα ἐγχειρήματα. Μέσω τοῦ λατιν. pirata ἡ λ. ἔδωσε τό ἀγγλ. pirate. Στήν ἐκκλησιαστική γλώσσα μία σειρά ἀπό ἀγγλικές λέξεις προέρχονται ἀπό τήν Ἑλληνική, χωρίς αὐτό νά εἶναι ἀμέσως αἰσθητό στόν μή εἰδικό. Τέτοιες εἶναι οἱ ἀγγλικές λέξεις priest, clergy (καί clerc), bishop, monk κ.α. Συγκεκριμένα τό ἑλλην. πρεσβύτερος (ἀρχική σημ. «γεροντότερος») ἔδωσε τό ὄψιμο λατ. presbyter. Ἀπό αὐτό, μέ ὁρισμένες μεταβολές, προῆλθε τό ἀρχ. ἀγγλ. preost καί κατόπιν τό μεσαίων. ἀγγλ. preist, πού ἔδωσε τό νεότ. ἀγγλ. priest. Τό ἑλλην. κληρικός (ἀπό τή λ. κλῆρος) «αὐτός πού τοῦ πέφτει ὁ κλῆρος, πού τοῦ ἀνατίθεται ἕνα ἔργο» ἔδωσε τό ὄψιμο λατιν. clericus ἀπ’ ὅπου τά ἀρχ. ἀγγλ. cleric καί clerc. Ἀπό αὐτά προῆλθε τό ἀγγλ. clerk «λόγιος» – «ὑπάλληλος ἐξουσιοδοτημένος μέ συγκεκριμένο ἔργο» – «ἁπλός ὑπάλληλος». Τό ἀρχ. ἀγγλ. clerc ἔδωσε καί τόν ἐκκλησιαστικό ὅρο clergy «κληρικός, ἱερωμένος». Τό ἑλλην. ἐπίσκοπος εἶναι ἡ λέξη ἀπ’ ὅπου προῆλθε τό ἀγγλ. bishop «ἐπίσκοπος», μέσω τοῦ ὄψιμου λατιν. episcopus, ἀπ’ ὅπου τά ἀρχ. ἀγγλ. bisceop καί μεσαίων. ἀγγλ. bishhop πού προηγήθηκαν τοῦ νεότερου ἀγγλικοῦ bishop. Ὡς πρός τό ἀγγλ. monk «μοναχός» προῆλθε ἀπό τό μεταγεν. ἑλλην. μοναχός μέσω τοῦ ὄψιμου λατιν. monachus, ἀπ’ ὅπου τό ἀρχ. ἀγγλ. munuc καί μετέπειτα τό νεοτ. ἀγγλ. monk. Τό ἀγγλ. chart «χάρτης» ἀλλά καί τό card «κάρτα» προῆλθαν ἀπό τό ἕλλην. χάρτης. Τό bomb «βόμβα» ἀπό τό ἀρχ. ἑλλην. βόμβος. Τό «πολύ ἀμερικάνικο» buffalo ἀπό τό ἑλλην. βούβαλος. Τό ἑλλην. δίπλωμα (ἀπό διπλώνω, διπλοῦς) μέ τή σήμ. «ἐπίσημο ἔγγραφο» ἔδωσε τό diploma καί ἀπό αὐτό τό diplomat «διπλωμάτης» κ.ο.κ. Ὅπως ἔγινε, ἐλπίζω, φανερό, ἕνα πλῆθος ἀπό ξένες λέξεις, ἐν προκειμένω ἀγγλικές, ἕλκουν τήν καταγωγή τους ἀπό τήν ἑλληνική γλώσσα, ἀπευθείας ἤ, πιό συχνά, μέσω τῆς λατινικῆς γλώσσας. Ὅσα γράφονται ἐδῶ δέν δίδονται γιά νά ἀποτελέσουν ἀφορμή κομπασμοῦ ἀλλά ὡς νύξεις γιά γλωσσική αὐτογνωσία καί περίσκεψη, γιά τό πόσα ἔχει κανείς νά κερδίσει ἀπό μία ἐτυμολογική περιδιάβαση στούς δρόμους τῆς γλώσσας μας. ΛΕΞΕΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΓΛΩΣΣΕΣ

Κυριακή Ψαρρού στις 4 Νοεμβρίου 2011

Κι ὅμως εἶναι ἑλληνικές· ἐτυμολογική ἐξέταση λέξεων τῆς Ἀγγλικῆς

Ἄν σᾶς ρωτήσει κανείς, θέλοντας νά ἐλέγξει τίς ἐτυμολογικές γνώσεις σας στήν Ἀγγλική ἤ στήν Ἑλληνική, ἄν λέξεις ὅπως λ.χ. butter «βούτυρο», paper «χαρτί», church «ἐκκλησία», sketch «σκαρίφημα – θεατρικό σκέτς», bomb «βόμβα», clergy «κληρικός» καί clerk «ὑπάλληλος», chart «χάρτης» καί card «κάρτα», calm «νηνεμία, γαλήνη», pain «πόνος», pirate «πειρατής», diploma «δίπλωμα», chanel «δίαυλος», priest «ἱερέας», buffalo «βουβάλι», monk «μοναχός», bishop «ἐπίσκοπος» κ.α. προέρχονται ἀπό τήν Ἑλληνική ἤ εἶναι ἀμιγῶς ἀγγλικές, μή βιαστεῖτε νά ἀπαντήσετε ὅτι δέν σᾶς φαίνονται ἑλληνικές. Ἡ πραγματικότητα εἶναι ὅτι περνώντας μέσα ἀπό διάφορους, συχνά δαιδαλώδεις καί σκολιούς, γλωσσικούς δρόμους οἱ λέξεις αὐτές ἔφτασαν στήν Ἀγγλική, ἔχοντας ξεκινήσει ἀπό τήν ἑλληνική γλώσσα. Εἶναι δάνειες λέξεις τῆς Ἀγγλικῆς ἀπό τήν Ἑλληνική. Μία ματιά σέ ἔγκυρα λεξικά τῆς Ἀγγλικῆς (Webster, Random House, Longman, Oxford κ.α.) μπορεῖ νά σᾶς πείσει.

Τό ἀρχ. ἑλληνικό βούτυρον / βούτυρος (βούς + τυρός), μέσω τοῦ λατιν. butyrum, ἔδωσε τό ἀρχ. ἀγγλ. butere, ἀπ’ ὅπου τό σύγχρονο ἀγγλ. butter (καί τά γερμ. Butter, γαλλ. beurre, ἰταλ. burro κ.α.). Τό ἀρχ. ἑλλην. πάπυρος, πού δήλωσε τήν πρώτη μορφή γραφικῆς ὕλης ἀπό τό ὁμώνυμο φυτό τό ὁποῖο εὐδοκιμοῦσε στήν Αἴγυπτο, ἔδωσε τό ἀγγλ. paper (γαλλ. papier, γερμ. Papier κ.ἄ.) μέσω τοῦ λατιν. papyrum, ἀπ’ ὅπου τό μεσαιων. γαλλ. papier καί τό μεσαιων. ἀγγλ. papir. Πιό σύνθετη εἶναι ἡ προέλευση τῆς λέξης πού δήλωσε στήν Ἀγγλική «τήν ἐκκλησία», τῆς λ. church. Ξεκίνησε ἀπό τό ἑλληνιστ. κυριακόν (δῶμα) «ὁ οἶκος τοῦ Κυρίου» (ἀπό τό Κύριος), τό ὁποῖο, μέσω τοῦ ἀρχ. γερμ. kirihha (ἀπ’ ὅπου τό νέο γερμ. Kirche «ἐκκλησία») καί τῶν ἀρχ. ἀγγλ. cirice καί μεσαιων. ἀγγλ. chirche, ἔδωσε τό νέο ἀγγλ. church. Οἱ ἴδιοι οἱ Ἕλληνες χριστιανοί χρησιμοποίησαν τό ἀρχ. ἐκκλησία (ἐκκλησία τοῦ δήμου «ἡ συγκέντρωση τοῦ λαοῦ / τῶν πολιτῶν ὡς θεσμικό ὄργανο») μέ νέο περιεχόμενο: χῶρος ὅπου συγκεντρώνονται οἱ πιστοί γιά νά λατρεύσουν τόν Θεό (ἐνῶ οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες χρησιμοποιοῦσαν τή λ. ναός, μέ τήν ἀντίληψη ὅτι ἀποτελεῖ χῶρο ὅπου ναίουν, ὅπου κατοικοῦν οἱ θεοί).

Ἐνδιαφέρον ἔχει, γιά τίς περιπέτειές της, ἡ λέξη sketch «σκαρίφημα – θεατρικό σκέτς». Ποιός τό φαντάζεται, ἐκ πρώτης ὄψεως, ὅτι προέρχεται ἀπό τήν ἑλλην. λ. σχέδιο; Ἡ ἀρχαία ἑλλ. λ. σχέδιον (ἀπό τό ἀρχ. σχέδιος πού σήμαινε «προσωρινός, αὐτοσχέδιος», προερχόμενη ἀπό τή λ. σχεδόν κι αὐτή ἀπό τό ἔχω), μέσω τοῦ λατιν. schedium, ἔδωσε τό ἰταλ. schizzo, πού πέρασε στά ὀλλανδικά ὡς schets, ἀπό ὅπου τό ἀγγλ. sketch. Τό περίεργο γιά τή ζωή τῶν λέξεων εἶναι ὅτι τό ἑλλην. σχέδιο ἐπανῆλθε στούς νεότερους χρόνους στήν Ἑλληνική, δηλ. ὡς «ἀντιδάνειο» (ὡς δάνειο δανείου!…), μέσα ἀπό δύο ξένες γλῶσσες: ἀπό τήν Ἰταλική ὡς σκίτσο καί ἀπό τήν Ἀγγλική ὡς σκέτς.
Ἀνάλογη εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ ἀγγλ. scene «σκηνή». Προέρχεται ἀπό τό ἑλλην. σκηνή, μέσω τοῦ λατιν. scaena / scena. Ἀπό τό ὑποκοριστικό τοῦ λατιν. scene, ἀπό τό scenarium, προῆλθε τό ἰταλ. scenario πού πέρασε σέ διάφορες γλῶσσες (ἀγγλ. scenario, γαλλ. scenario κ.α.) καί ἐπανῆλθε στά Ἑλληνικά ὡς σενάριο (ἀντιδάνειο). Ἀπό τό θέμα σχ- (τοῦ ἔχω, πβ. κατά-σχ-ω, παρά-σχ-ω, σχ-εδόν) πού εἴδαμε καί στό σχέδιο, προῆλθε καί ἡ λ. σχῆμα πού ἔδωσε, μέσω τοῦ λατιν. schema, τό ἀγγλ. scheme.

Μία λέξη πού θά ξαφνίαζε ἴσως ὅταν κανείς διαπιστώσει ὅτι εἶναι ἑλληνική, εἶναι ἡ ἀγγλική λ. pain «πόνος». Ἡ λέξη αὐτή προῆλθε ἀπό τήν ἑλλην. λ. ποινή πού σήμαινε ἀρχικά «τιμή αἵματος, ἐκδίκηση (γιά ἔγκλημα)» καί μετά «τιμωρία». Μέσω τοῦ λατ. poena, πού ἔδωσε τό γαλλ. peine (ἀρχικά σήμαινε «τά βασανιστήρια τῶν μαρτύρων τῆς πίστεως»), προῆλθε τό ἀγγλ. pain μέ τή σημ. «πόνος» ὡς ἀπόρροια τῶν πόνων ἀπό τά βασανιστήρια καί ὡς ἐπακόλουθο τῆς τιμωρίας γενικότερα. Ἐξίσου ἴσως θά ξάφνιαζε καί ἡ ἀγγλική λ. calm «κάλμα, νηνεμία».

Κι αὐτή προῆλθε ἀπό ἑλληνική λέξη, τό ἀρχ. καῦμα, πού δήλωνε τόν καύσωνα καί τό θέρος, ὁδηγώντας συνεκδοχικά στή σημ. τῆς ἠρεμίας τῆς θάλασσας, τῆς ἔλλειψης δυνατῶν ἀνέμων. Στήν Ἀγγλική ἔφτασε ἡ λέξη ἀπό τό ἰταλ. calma πού ἀνάγεται σέ ὄψιμο λατιν. cauma ἀπό τό καῦμα. Ὅτι ἡ λ. ξαναγύρισε στήν Ἑλληνική μέσω τῆς Ἰταλικῆς ὡς κάλμα, δηλ. ὡς ἀντιδάνειο, εἴδαμε ὅτι ἀποτελεῖ συχνό φαινόμενο. Τό ἀρχ. πειρῶμαι «προσπαθῶ, ἀποπειρῶμαι, τολμῶ» ἔδωσε στή μεταγενέστερη Ἑλληνική τή λ. πειρατής πού προφανῶς θά σήμαινε ἀρχικά αὐτόν πού ἀποτολμᾶ παράτολμα καί παράνομα ἐγχειρήματα. Μέσω τοῦ λατιν. pirata ἡ λ. ἔδωσε τό ἀγγλ. pirate.

Στήν ἐκκλησιαστική γλώσσα μία σειρά ἀπό ἀγγλικές λέξεις προέρχονται ἀπό τήν Ἑλληνική, χωρίς αὐτό νά εἶναι ἀμέσως αἰσθητό στόν μή εἰδικό. Τέτοιες εἶναι οἱ ἀγγλικές λέξεις priest, clergy (καί clerc), bishop, monk κ.α. Συγκεκριμένα τό ἑλλην. πρεσβύτερος (ἀρχική σημ. «γεροντότερος») ἔδωσε τό ὄψιμο λατ. presbyter. Ἀπό αὐτό, μέ ὁρισμένες μεταβολές, προῆλθε τό ἀρχ. ἀγγλ. preost καί κατόπιν τό μεσαίων. ἀγγλ. preist, πού ἔδωσε τό νεότ. ἀγγλ. priest. Τό ἑλλην. κληρικός (ἀπό τή λ. κλῆρος) «αὐτός πού τοῦ πέφτει ὁ κλῆρος, πού τοῦ ἀνατίθεται ἕνα ἔργο» ἔδωσε τό ὄψιμο λατιν. clericus ἀπ’ ὅπου τά ἀρχ. ἀγγλ. cleric καί clerc. Ἀπό αὐτά προῆλθε τό ἀγγλ. clerk «λόγιος» – «ὑπάλληλος ἐξουσιοδοτημένος μέ συγκεκριμένο ἔργο» – «ἁπλός ὑπάλληλος». Τό ἀρχ. ἀγγλ. clerc ἔδωσε καί τόν ἐκκλησιαστικό ὅρο clergy «κληρικός, ἱερωμένος». Τό ἑλλην. ἐπίσκοπος εἶναι ἡ λέξη ἀπ’ ὅπου προῆλθε τό ἀγγλ. bishop «ἐπίσκοπος», μέσω τοῦ ὄψιμου λατιν. episcopus, ἀπ’ ὅπου τά ἀρχ. ἀγγλ. bisceop καί μεσαίων. ἀγγλ. bishhop πού προηγήθηκαν τοῦ νεότερου ἀγγλικοῦ bishop. Ὡς πρός τό ἀγγλ. monk «μοναχός» προῆλθε ἀπό τό μεταγεν. ἑλλην. μοναχός μέσω τοῦ ὄψιμου λατιν. monachus, ἀπ’ ὅπου τό ἀρχ. ἀγγλ. munuc καί μετέπειτα τό νεοτ. ἀγγλ. monk. Τό ἀγγλ. chart «χάρτης» ἀλλά καί τό card «κάρτα» προῆλθαν ἀπό τό ἕλλην. χάρτης. Τό bomb «βόμβα» ἀπό τό ἀρχ. ἑλλην. βόμβος. Τό «πολύ ἀμερικάνικο» buffalo ἀπό τό ἑλλην. βούβαλος. Τό ἑλλην. δίπλωμα (ἀπό διπλώνω, διπλοῦς) μέ τή σήμ. «ἐπίσημο ἔγγραφο» ἔδωσε τό diploma καί ἀπό αὐτό τό diplomat «διπλωμάτης» κ.ο.κ.

Ὅπως ἔγινε, ἐλπίζω, φανερό, ἕνα πλῆθος ἀπό ξένες λέξεις, ἐν προκειμένω ἀγγλικές, ἕλκουν τήν καταγωγή τους ἀπό τήν ἑλληνική γλώσσα, ἀπευθείας ἤ, πιό συχνά, μέσω τῆς λατινικῆς γλώσσας. Ὅσα γράφονται ἐδῶ δέν δίδονται γιά νά ἀποτελέσουν ἀφορμή κομπασμοῦ ἀλλά ὡς νύξεις γιά γλωσσική αὐτογνωσία καί περίσκεψη, γιά τό πόσα ἔχει κανείς νά κερδίσει ἀπό μία ἐτυμολογική περιδιάβαση στούς δρόμους τῆς γλώσσας μας.

Κυριακή Ψαρρού στις 4 Νοεμβρίου 2011

«Μέ λές» ἤ «μοῦ λές» ;

“…Τὸ ὅλο θέμα ξεκινᾶ σὲ παλαιότερες ἐποχές, μὲ τὴν κατάργησή τῆς δοτικῆς ὁπότε καὶ γεννιέται ἡ ἀνάγκη νὰ βρεθεῖ νέα λύση ἐκεῖ ποὺ μέχρι πρότινος χρησιμοποιεῖτο ἡ συγκεκριμένη πτώση. Ἔτσι, καθημερινὲς φράσεις ὅπως π.χ. τὸ “λέγεις μοι” παύουν νὰ ὑφίστανται καὶ ἡ γλώσσα ἀναζητᾶ ἕναν νέο τρόπο ἔκφρασης. Στὴν Βόρειο Ἑλλάδα προτιμήθηκε ἡ αἰτιατικὴ ἐνῶ στὴν Νότιο Ἑλλάδα ἡ γενικὴ γιὰ νὰ δώσουν (σὲ νεώτερα ἑλληνικά) “μὲ λές” καὶ “μοῦ λές”, ἀντίστοιχα.

Καὶ οἱ δυὸ αὐτοὶ τύποι εἶναι σωστοὶ καθὼς χρησιμοποιοῦνται κανονικότατα μέσα στοὺς αἰῶνες ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες. Κατὰ μίαν ἄποψη ἡ αἰτιατικὴ εἶναι πιὸ κοντὰ στὴν δοτικὴ ὁπότε, ὅσο παράξενο καὶ νὰ ἀκούγεται, ὁ Βορειοελλαδίτικος τύπος (μὲ λές) θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε πώς εἶναι πιὸ δικαιολογημένος.

Ὁ βασικότερος λόγος ποὺ σήμερα ἡ σύνταξη μὲ γενικὴ θεωρεῖται ὀρθότερη (μοῦ λές) εἶναι μᾶλλον ἐπειδὴ ἡ Νότιος Ἑλλάδα ἀπελευθερώθηκε πρώτη καὶ ἡ γλώσσα ποὺ χρησιμοποιήθηκε στὸ νέο κράτος ἦταν αὐτὴ ποὺ μιλοῦσαν σὲ ἐκεῖνα τὰ μέρη.

Σήμερα, εἰδικὰ μέσω τῶν μέσων μαζικῆς ἐνημέρωσης, ἔχει καθιερωθεῖ γενικότερα ὁ τύπος μὲ τὴν γενική. Τὸ βέβαιο εἶναι πὼς ἔχει περάσει στὸ ὑποσυνείδητό μας ὡς ὁ ὀρθὸς τρόπος, ἂν καὶ αὐτὸ, ὅπως εἴδαμε, δὲν στέκει πραγματικά.

Παρεμπιπτόντως, δυὸ ἀπὸ τοὺς λογοτέχνες ποὺ ἔχουν γράψει μὲ τὸν συγκεκριμένο τρόπο εἶναι ὁ Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης καὶ ὁ Ἀθανάσιος Χριστόπουλος.

Ἂς μὴν ξεχνᾶμε τὸ ἑξῆς σημαντικό: οἱ νοτιοελλαδίτες, ποὺ ἐκφράζουν τή δοτικὴ μέσω γενικῆς λέγοντας “θὰ σοῦ πῶ κάτι”, “θὰ τῆς δώσω κάτι”, στὸν πληθυντικὸ διαπράττουν ἀκριβῶς τὸ “σφάλμα” ποὺ καταλογίζουν στὰ ἐκ Βορρᾶ ἀδέλφια τους, καὶ λένε: “θὰ σᾶς πῶ κάτι”, “θὰ τοὺς δώσω κάτι”. Χρησιμοποιοῦν δηλαδὴ αἰτιατική! Ἑπομένως, καθαρὰ ἀπὸ ἀπόψεως ὁμοιογένειας, τὰ βόρεια ἰδιώματα εἶναι πιὸ συνεπῆ διότι χρησιμοποιοῦν αἰτιατικὴ καὶ στὸν ἑνικὸ καὶ στὸν πληθυντικό…

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 5 Αυγούστου 2011

Ο πιο φωτισμένος περιηγητής του 15ου αιώνα ήταν ο Άγγλος

William Wey του Κολλεγίου του Ήτον, που πραγματοποίησε δύο

ταξίδια στην Ελλάδα το 1458 (πέντε μόλις χρόνια μετά την άλωση

της Πόλης) και το 1462. Καλλιεργημένος, με πνευματικές ανησυχίες,

είναι ο μοντέρνος ταξιδιώτης που οργανώνει τις μετακινήσεις του. Ο

ταξιδιωτικός οδηγός του θα παραμείνει επί αιώνες πολύτιμο

βοήθημα για τον περιηγητή της Ανατολής. Για να διευκολύνει τη

συνεννόηση των περιηγητών κατά τις μετακινήσεις τους παραθέτει

στο οδοιπορικό του μια σειρά από χρήσιμες για τον ξένο ελληνικές

φράσεις και διαλόγους, με λατινικούς χαρακτήρες φυσικά,

μεταφρασμένους στα αγγλικά.

 

Ο Wey παρουσιάζει τους ελληνοαγγλικούς διαλόγους και το

ελληνολατινικό λεξικό του με τη φιλοδοξία, όπως γράφει, όχι μόνο

να προσφέρει ένα πρακτικό μέσο για συνεννόηση με τους Έλληνες,

αλλά και για να διευκολύνει εκείνους που επιθυμούν να

σπουδάσουν την ελληνική γλώσσα.

 

Το αποτέλεσμα ήταν θλιβερό. Καθώς ο Wey αγνοούσε ολότελα την

ελληνική, οι περισσότερες λέξεις παραμορφώθηκαν τόσο πολύ

ώστε κατάντησαν ακατανόητες. Και, φυσικά, οι διάλογοι και το

λεξικό ήταν άχρηστα για τους ξένους επειδή έλειπε ο τονισμός και η

φωνητική αντιστοιχία στην αγγλική.

 

Αλλά το γλωσσάριο του Wey αποτελεί πολύτιμο τεκμήριο. Είναι ο

πρώτος Ευρωπαίος που επιχειρεί να συντάξει βοήθημα για τη

στοιχειώδη εκμάθηση των πιο απαραίτητων στην καθημερινή

επαφή με τους Έλληνες λέξεων και φράσεων. Είναι κυρίως πηγή

για τη γλωσσολογία. Προσφέρει στοιχεία για τη μορφή της λαϊκής

γλώσσας στα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Από το

πρωτόγονο γλωσσάριο του Wey σταχυολογούνται μια σειρά από

λέξεις και φράσεις όπου προηγείται η αγγλική και ακολουθεί η

αντίστοιχη ελληνική με λατινικούς χαρακτήρες καθώς και η

ερμηνεία:

 

Λέξεις – φράσεις          Ελληνικά με λατινικούς χαρακτήρες    Ερμηνεία

anon                           lygora                                                 γλήγορα

bryng me                    fer me                                                 φέρε μου

bryng hether                         fer to do                                             φέρτο δω

bryng heder bryd      fertodo ipsome                                 φέρτο δω το ψωμί

bryng heder wyne     fertodo crasse                                  φέρτο δω το κρασί

bryng heder water    fertodo nero                                      φέρτο δω το νερό

botter                                     foter                                                    βούτυρο

brede                          tonarton                                             τον άρτον

com hethyr                 elado                                                  έλα δω

chese                                     tyry                                                      τυρί

christ mercy               christeleyson                                    Χριστέ ελέησον

cup                              cuppa                                                             κούπα

fysche                         opsaria                                               οψάρια

fyre                             fotia                                                    φωτιά

good morow              calomare                                            καλημέρα

gyff me that                doys me tutt                                       δόσμου τούτο

goothy way                 ame                                                     άμε

god be wyth thy         theos metasana                                θεός μετασένα

god save                    theos zasse                                       θεός σώσοι

good day                    calo porne                                         καλό πουρνό

good eve                   calo spera                                          καλησπέρα

gyf me bryd                doydome ipsome                              δόσμου ψωμί

gose                           papia                                                   πάπια

garlyke                       sorda                                                  σκόρδα

grapis                         stephile                                              σταφύλι

god mercy                  kireleyson                                          Κύριε ελέησον

hennys                       orymga                                               όρνιθα

how moche                posso                                                             πόσο

porke                          grony                                                  γουρούνι

sytte                            catase                                                 κάθησε

sherte                         camisa                                                πουκάμισο

salt                              salase                                                 άλας

schepe                       provatos                                            πρόβατο

tel me the way           ditimo straxa                                      δείξε μου τη στράτα

welcome                     alosertys                                            καλώς ήρθες

with goyd wyl             mitta karas                                         μετά χαράς

what seyst thou         the leys                                              τι λέεις

woman have ye goyd wyne              geneca esse calocrasse                                   γυναίκα έχεις καλό κρασί

wheder goyst thow   poposy                                               πού πας

wilt thou                     thelisalo                                             θέλεις άλλο;

ynonys                        cromydea                                           κρομμύδια

 

“Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα”, Κυριάκου Σιμόπουλου

 

 

Δημήτρης Παναγιωτάκος

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 22 Ιουνίου 2011

Η συμβολή της Αρχαίας Ελληνικής
στον τομέα της Ορολογίας

Με αφορμή, την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εκδήλωση της Ελληνικής Ανθρωπιστικής Εταιρείας με θέμα “Γιατί να διδασκόμαστε Αρχαία Ελληνικά στην εποχή της Παγκοσμιοποίησης; Πολλαπλή χρησιμότητα ή ξεπερασμένη προγονολατρεία;” – η οποία πραγματοποιήθηκε στις 7 Απριλίου 2011, στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών – κάνουμε παρακάτω μια σύντομη επισκόπηση του ρόλου που παίζει η γνώση της Αρχαίας Ελληνικής στην Ορολογία σήμερα.

 

1.   Αρχαίες ρίζες αποτελούν τις βάσεις στη συντριπτική πλειονότητα των λέξεων της σημερινής Ελληνικής Γλώσσας· πλήθος από αρχαία προσφύματα (προθήματα και επιθήματα) απαντούν, αυτούσια ή εξελιγμένα, και συνθέτουν, μαζί με τις ρίζες, τον κορμό των λέξεών της· χιλιάδες αρχαίες λέξεις – ομηρικές και νεότερες – απαντούν αυτούσιες στη σημερινή γλωσσική χρήση. Όλα αυτά τα στοιχεία συνιστούν μια κληρονομημένη λεξιλογική και γενικότερα μορφολογική πραγματικότητα της σημερινής Νεοελληνικής που δείχνει την άρρηκτη σύνδεσή της με την Αρχαία Ελληνική. Η εμβάθυνση στη γνώση της σύνδεσης αυτής, συντελεί στην πληρέστερη διδασκαλία, εκμάθηση και χρήση της σημερινής γλώσσας μας.

2. Σχεδόν όλοι οι μηχανισμοί παραγωγής και σύνθεσης της Αρχαίας Ελληνικής εξακολουθούν να υπάρχουν και να λειτουργούν και στη Νέα Ελληνική και, μαζί με εκείνους που αναπτύχθηκαν στις νεότερες φάσεις της γλώσσας μας, σχηματίζουν έναν πολύτιμο παραγωγικό / αναπτυξιακό γλωσσικό εξοπλισμό που είναι στη διάθεση της Ορολογίας. Σχεδόν πίσω από κάθε απλή λέξη (ουσιαστικό, επίθετο, ρήμα, …) υπάρχει, εν λειτουργία ή εν δυνάμει, ένας μικρός ή μεγάλος αριθμός συγγενικών λέξεων (παράγωγων, σύνθετων, επισύνθετων και παρασύνθετων). Σε πολλές περιπτώσεις αυτά τα συγγενικά πλέγματα είναι πολυπληθέστατα1). Αυτή η αδιαμφισβήτητη παραγωγική πραγματικότητα αποτελεί κληρονομική καταβολή  που επιβεβαιώνει την αδιάσπαστη αλυσίδα της εξέλιξης της Ελληνικής.

3. Στη σημερινή Νεοελληνική χρησιμοποιούνται πολλές αρχαίες γραμματικές μορφές που δίνουν ιδιαίτερη εκφραστικότητα στον ελληνικό λόγο και κακώς θεωρούνται (άψυχα) απολιθώματα. Δύο από αυτές είναι π.χ. η χρήση της δοτικής πτώσης και η χρήση της μετοχής (καί στον καθημερινό λόγο, αλλά πολύ περισσότερο στον επιστημονικό λόγο). Αυτά τα στοιχεία συνιστούν μια γραμματική πραγματικότητα της σημερινής Νεοελληνικής που την συνδέει με την Αρχαία Ελληνική.

4. Η Ορολογία – ως ασχολούμενη με την μελέτη και ανάπτυξη των ειδικών γλωσσών των διάφορων θεματικών πεδίων και την περιγραφή της ειδικής γνώσης του κάθε πεδίου από τις γλώσσες αυτές – όχι μόνο θεωρεί δεδομένες τις προαναφερόμενες τρεις πραγματικότητες (λεξιλογική-μορφολογική, παραγωγική και γραμματική), αλλά βασίζεται πάνω σ’ αυτές και μέσω της ονοματοδότησης των νέων εννοιών προωθεί την ανάπτυξη των ειδικών γλωσσών, η σύνθεση και διάχυση των οποίων σχηματίζει ένα μεγάλο μέρος της γενικής Νεοελληνικής Γλώσσας.

5. Ειδικά για τη σημερινή ορολογική χρήση της μετοχής, στο 5ο Συνέδριο «Ελληνική Γλώσσα και Ορολογία» (Λευκωσία 2005), σε ειδική ανακοίνωση2), καταδείχτηκε η σημαντική χρήση της μετοχής3) όχι μόνο του παθητικού Παρακειμένου – που είναι η μόνη μετοχή που διδάσκει η σημερινή σχολική γραμματική4) – αλλά και του ενεργητικού και παθητικού Ενεστώτα, καθώς και του ενεργητικού και παθητικού Αορίστου.

6. Αλλά και στο 7ο Συνέδριο «Ελληνική Γλώσσα και Ορολογία» (Αθήνα 2009), σε ειδική ανακοίνωση5), με βάση σώμα ελληνικών κειμένων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καταδείχτηκε ότι είναι επίσης σημαντική και η λειτουργική χρήση της μετοχής στον ειδικό ελληνικό λόγο. Η ίδια η πράξη, δηλαδή, δείχνει ότι ο ειδικός / τεχνικός / επιστημονικός λόγος έχει ανάγκη την μετοχή και την χρησιμοποιεί.

7. Συνοψίζοντας, από ορολογική θεώρηση, η γνώση της Αρχαίας Ελληνικής – σε επίπεδο λεξιλογίου–μορφολογίας, δημιουργίας νέων λέξεων και γραμματικής – συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό στην σύγχρονη οροδοσία των θεματικών πεδίων και στην βαθύτερη κατανόηση της σύνδεσης όρων και εννοιών.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

1)     Κώστας Βαλεοντής,
Η σύνθεση και παραγωγή στην ελληνική γλώσσα για το σχηματισμό μονολεκτικών σύμπλοκων όρων, 3ο Συνέδριο «Ελληνική Γλώσσα και Ορολογία», Αθήνα 2001

2)     Κώστας Βαλεοντής – Στέλιος Φραγκόπουλος,
Η χρήση της μετοχής των ρημάτων της νεοελληνικής στην οροδοσία / ονοματοδοσία των ειδικών θεματικών πεδίων, 5ο Συνέδριο, Λευκωσία, 2005  (http://www.eleto.gr/download/Conferences/5th%20Conference/5th_04-41-Valeontis-Frangopoulos_V18.pdf )

3)     Για παράδειγμα, στην ορολογία του θεματικού πεδίου <Τηλεπικοινω­νίες> περίπου 6,5 % των όρων περιλαμβάνουν ως συνθετικό μετοχή (κυρίως επιθετική).

4)     Η διδασκόμενη «μετοχή» του ενεργητικού Ενεστώτα (π.χ. λέγοντας, διαβάζοντας, γράφοντας κτλ.) έχει μάλλον τον χαρακτήρα γερουνδίου και όχι μετοχής.

5)     Μιχάλης Καλλέργης – Μαριζέτα Γεωργουλέα,
Τυπική και άτυπη χρήση της μετοχής σε επιλεγμένα μεταφράσματα από όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 7ο Συνέδριο, Αθήνα 2009  (http://www.eleto.gr/download/Conferences/7th%20Conference/7th_19-28-KallergisMi-GeorgouleaMa_Paper2_V03.pdf )

Κώστας Βαλεοντής

 

Αναδημοσίευση από το Ορόγραμμα Αρ. 107  Μάρτιος – Απρίλιος 2011

Το Ορόγραμμα είναι διμηνιαία έκδοση της Ελληνικής Εταιρείας Ορολογίας (ΕΛΕΤΟ) για την αλληλοενημέρωση των μελών της και ευρύτερου κύκλου αποδεκτών για θέματα της Ελληνικής Γλώσσας και Ορολογίας.


Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 22 Μαΐου 2011
 

 
 
ΕΦΑΓΑ ΧΥΛΟΠΙΤΑ
Γύρω στα 1815 υπήρχε κάποιος κομπογιαννίτης, ο Παρθένης Νένιμος, ο οποίος ισχυριζόταν πως είχε βρει το φάρμακο για τους βαρύτατα ερωτευμένους. Επρόκειτο για ένα παρασκεύασμα από σιταρένιο χυλό ψημένο στο φούρνο. Όσοι λοιπόν αγαπούσαν χωρίς ανταπόκριση, θα έλυναν το πρόβλημά τους τρώγοντας αυτή τη θαυματουργή πίτα – και μάλιστα επί τρεις ημέρες, κάθε πρωί, τελείως νηστικοί.
ΜΥΡΙΖΩ ΤΑ ΝΥΧΙΑ ΜΟΥ
Η φράση προέρχεται από την αρχαία τελετουργική συνήθεια, κατά την οποία οι ιέρειες των μαντείων βουτούσαν τα δάχτυλά τους σ’ ένα υγρό με βάση το δαφνέλαιο, τις αναθυμιάσεις του οποίου εισέπνεαν καθώς τα έφερναν κατόπιν κοντά στη μύτη τους και μ’ αυτό τον τρόπο έπεφταν σ’ ένα είδος καταληψίας κατά την οποία προμάντευαν τα μελλούμενα.

ΤΡΩΕΙ ΤΑ ΝΥΧΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑ ΚΑΒΓΑ

Ένα από τα αγαπημένα θεάματα των Ρωμαίων και αργότερα των Βυζαντινών, ήταν η ελεύθερη πάλη.
Οι περισσότεροι από τους παλαιστές, ήταν σκλάβοι, που έβγαιναν από το στίβο με την ελπίδα να νικήσουν και να απ ελευθερωθούν. Στην ελεύθερη αυτή πάλη επιτρέπονταν τα πάντα γροθιές, κλωτσιές, κουτουλιές, ακόμη και το πνίξιμο. Το μόνο που απαγορευόταν αυστηρά ήταν οι γρατζουνιές. Ο παλαιστής έπρεπε να νικήσει τον αντίπαλό του, χωρίς να του προξενήσει την παραμικρή αμυχή με τα νύχια, πράγμα , βέβαια, δυσκολότατο. Γιατί τα νύχια των δυστυχισμένων σκλάβων, που έμεναν συνέχεια μέσα στα κάτεργα, ήταν τεράστια και σκληρά από τις βαριές δουλειές που έκαναν. Γι’ αυτό λίγο προτού βγουν στο στίβο, άρχιζαν να τα κόβουν, όπως μπορούσαν, με τα δόντια τους. Από το γεγονός αυτό βγήκε κι η φράση «τρώει τα νύχια του για καβγά».
ΜΑΛΛΙΑΣΕ Η ΓΛΩΣΣΑ ΜΟΥ
Στη βυζαντινή εποχή υπήρχαν διάφορες τιμωρίες, ανάλογες, βέβαια, με το παράπτωμα. Όταν π.χ. ένας έλεγε πολλά, δηλαδή έλεγε λόγια που δεν έπρεπε να ειπωθούν, τότε τον τιμωρούσαν με έναν τρομερό τρόπο. Του έδιναν ένα ειδικό χόρτο που ήταν υποχρεωμένος με το μάσημα να το κάνει πολτό μέσα στο στόμα του. Το χόρτο, όμως, αυτό ήταν αγκαθωτό, στυφό και αρκετά σκληρό, τόσο που κατά το μάσημα στο στόμα του πρηζόταν και η γλώσσα, το ελατήριο δηλαδή της τιμωρίας του, άνοιγε, μάτωνε και γινόταν ίνες-ίνες, κλωστές-κλωστές, δηλαδή, όπως είναι τα μαλλιά. Από την απάνθρωπη τιμωρία βγήκε και η παροιμιώδης φράση : «μάλλιασε η γλώσσα μου», που τις λέμε μέχρι σήμερα, όταν προσπαθούμε με τα λόγια μας να πείσουμε κάποιον για κάτι και του το λέμε πολλές φορές.
ΜΟΥ ΕΦΥΓΕ ΤΟ ΚΑΦΑΣΙ
Στα Τούρκικα καφάς θα πει κεφάλι, κρανίο. Όταν, λοιπόν, η καρπαζιά, που έριξαν σε κάποιον είναι δυνατή λέμε :» του έφυγε το καφάσι», δηλαδή, του έφυγε το κεφάλι από τη δύναμη του κτυπήματος. Το ίδιο και όταν αντιληφθούμε κάτι σπουδαίο, λέμε :»μου έφυγε το καφάσι» , δηλαδή, μου έφυγε το κεφάλι από τη σπουδαιότητα

ΤΟΥΜΠΕΚΙ
«Τουμπεκί » λέγεται τουρκικά ο καπνός για τον ναργιλέ, που τον κάπνιζαν στα διάφορα καφενεία της παλιάς εποχής. Τον ναργιλέ τον ετοίμαζαν οι «ταμπήδες» των καφε νείων και επειδή αυτοί έπιαναν την κουβέντα κι αργούσαν να  τον πάνε στον

ΧΡΩΣΤΑΕΙ ΤΗΣ ΜΙΧΑΛΟΥΣ

Η λαϊκή έκφραση συνδέεται με τη μετεπαναστατική ζωή στο Ναύπλιο, πρωτεύουσα τότε της Ελλάδας. Συγκεκριμένα, μετά την επανάσταση του 21 υπήρχε στο.
Ναύπλιο μια ταβέρνα που ανήκε σε μια γυναίκα, τη Μιχαλού. Η Μιχαλού είχε το προτέρημα να κάνει «βερεσέδια» αλλά υπό προθεσμία. Μόλις εξαντλείτο η προθεσμία – και η υπομονή της – στόλιζε τους χρεώστες της με «κοσμητικότατα» επίθετα. Όσοι τα άκουγαν, ήξεραν καλά ότι αυτός που δέχεται τις «περιποιήσεις» της «χρωστάει της Μιχαλούς».

 

   

 

 


Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 25 Απριλίου 2011
Όντε θα σ’ αναστορηθώ
ότι δουλειά κι αν κάνω,
ο νους μου διασκορπίζεται
και το μυαλό μου χάνω.Όντε θα σ’ αναστορηθώ
μα τα ξεχνώ σου κι όλα,
ψήνομαι και μαραίνομαι
σαν την κομμένη βιόλα.Όντε θα σ’ αναστορηθώ
κιτρομανταρινιά μου,
ευθύς αναπεταρίζουνε
τα φύλλα τση καρδιάς μου.

Όντε θα σ’ αναστορηθώ
απίδι μου δροσάτο,
σαν τον καλό τον χορευτή
παίζει η καρδιά μου σάλτο.

Όντε θα σ’ αναστορηθώ
ο νους μου χιαχιρντίζει,
με τα πετούμενα πουλιά
ολημερίς γυρίζει.

Όντε θα σ’ αναστορηθώ
το αίμα μου μαργώνει
κι ο νους μου διασκορπίζεται
σαν τ’ άχερα στ’ αλώνι.

Όντε θα σ’ αναστορηθώ
την ώρα απού θερίζω,
με ράπες κι αποκόντυλα
τα μάτια μου σκουπίζω.

Όντε θα σ’ αναστορηθώ
στα όρη που γυρίζω,
ψωμί βαστώ στη βούρια μου
μα δε το γεματίζω.

Όντε θα σ’ αναστορηθώ
με τα θεριά μαλώνω
και με τσι δράκους πολεμώ
και σαν σε δω μερώνω.

Αναστορούμαι που και που
βραδιές που μ’ έχουν κάψει,
που ροζανάραμε μαζί
στου φεγγαριού τη λάμψη.

     
     
     
     
     
     

 

Όντε θα σ’ αναστορηθώ στα όρη απού γυρίζω
με τσι κατσοπρινόφουντες τα μάτια μου σφουγγίζω

Όντε περνά η αγάπη μου γλυκά λαλούν τ’ αηδόνια
κι όλο χαρά τα γιασεμιά πετούν ανθούς και κλώνια

Μες τσι μπαξέδες πορπατώ τα ρόδα τ’ ανθισμένα
μ’ ακόμη δε μου πάντυξε ανθός οσά κι εσένα

Βρήκες καιρό, αρμένιζε, καιρό μην περιμένεις
γιατί ο καιρός τα πράγματα δεν ξέρεις πως τα φέρνει.

∆εν είναι ο έρωτας ανθός, μαζί του για να παίξεις,
μόνο είναι βάτος κι αγκαθιές κι αλλοίμονο σου αν μπλέξεις.

Η υπομονή στον άνθρωπο, αν έχει νου και χάρη,
πουλιέται κι αγοράζεται με το μαργαριτάρι.

Μην βασιστείς στο φίλο σου και πεις το μυστικό σου,
γιατί σε φίλο θα το πει και θα βγει σε κακό σου.
Ψηλά τη χτίζεις τη φωλιά και θα σου γείρει ο κλώνος
και θα σου φύγει το πουλί και θα σου μείνει ο πόνος.

Όταν περνάς το βίο σου, με το να ακούς τους άλλους,
τα αυτιά σου εγαλώνουνε και κάνουνε και κάλους.

Ο γάτος κι ο καλόγερος πολυαγαπούν το ψάρι
κι η παντρεμένη το φιλί κι λεύτερη το χάδι.

Ο λύκος κι αν εγέρασε κι άλλαξε το μαλλί του,
μήδε την γνώμη άλλαξε μήδε την κεφαλή του.

Ο Γρηγόρης εγρηγόρα κι ο Μελέτης εμελέτα ,
και επήρεν ο Γρηγόρης του Μελέτη τη γυναίκα.

Άμα βρέξει ο Απρίλης δυό νερά κι ο Μάης άλλο ένα,
χαρά σε κείνον το ζευγά πούχει πολλά σπαρμένα

Άμα κοπάσουν οι καιροί και πάνε οι μπόρες πίσω
θα ‘ρθω μπαξέ μου με τσ’ ανθούς να σε κορφολογήσω

Δεν ομορφαίνει ο ουρανός άμα δε βγει η Σελήνη
κι εγώ δε γένω α δε ρθει στο λογισμό μου εκείνη

Πολλοί καιροί με δέρνουνε, ομίχλη με σκεπάζει
κι ένα μαχαίρι δίκοπο μες στην καρδιά με σφάζει

Μόν’ όποιος έχει σίδερο μες στης καρδιάς τα βάθη
μπορεί να τ’ αποδυναστεί του χωρισμού τα πάθη

Ώστε να σει την τρίχα μου τσ’ αγάπης σου ο αέρας
θα ‘ν’ έχω τον ερωντικό καημό μιας θυγατέρας

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 25 Απριλίου 2011

1. Δεν είναι ζήτημα απλώς προσωπικό, αλλά μας αφορά όλους (και όχι: απλά). Απλώς = μόνο. Συμπεριφέρεται απλά (=με απλό, ανεπιτήδευτο τρόπο).

2. Η υπόθεση δεν τον αφορά άμεσα (αλλά έμμεσα) (τροπικό επίρρημα). Να παρουσιαστεί αμέσως (και όχι: άμεσα) (χρονικό επίρρημα).

3. Πιθανώς ή πιθανόν, προηγουμένους, συγχρόνως, κυρίως, ολογράφως, ενδεχομένως, αυτοδικαίως, επομένως (και όχι σε-α).

4. 15 Σεπτεμβρίου ή 15 του Σεπτέμβρη (και όχι: 15 Σεπτέμβρη).

5. Το ουσ. λάθος δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως επιθετικός προσδιορισμός: λανθασμένη άποψη (και όχι: λάθος άποψη).

6. Κακώς χρησιμοποιούνται αδόκιμες λέξεις όπως: νεολαίος, πισωγύρισμα, αντιπαλότητα κλπ.

7. Αποφεύγουμε κατάχρηση δημιουργίας ουσ. σε -ποίηση: ελαχιστοποίηση, ανωτατοποίηση κλπ.

8. Πρόσκληση σε συγκέντρωση (και όχι: κάλεσμα σε μάζωξη).

9. Τα προπαροξύτονα ουδ. ουσ. σε -ο κατεβάζουν τον τόνο στην παραλήγουσα στη γεν. εν. και πλ. (πανεπιστημίου, -ίων, πολέμου, θριάμβου) εκτός από τις λαϊκές λέξεις (σίδερου, αλλά: σιδήρου).

10. Καθιερωμένες λέξεις και φράσεις στην καθαρεύουσα δε μεταγλωττίζονται: Μικρά Ασία, Ερυθρά θάλασσα, Μέλας Δρυμός, η Αριστερά, Λευκός Οίκος, βαρύ ύδωρ, εκδοτικός οίκος, χειμερία νάρκη, Μικρά Άρκτος, η μάστιγα (του αιώνα), η πτέρυγα (της Βουλής), κλάδος (της επιστήμης), σινική μελάνη, δαμόκλειος σπάθη κλπ.

11. Διατηρούμε αναλλοίωτες τις τουλάχιστον 2000 αρχαϊστικές φράσεις και λέξεις που χρησιμοποιούμε στο γραπτό (χωρίς να θέτουμε εισαγωγικά) και προφορικό λόγο, όπως: εν πάση περιπτώσει, συν τοις άλλοις, και ούτω καθ΄ εξής, εκ του σύνεγγυς, εν κρύπτω και παραβύστω, χάρμα ιδέσθαι, εν τω μεταξύ, παραδείγματος χάριν, εξ άλλου, εκ των ων ουκ άνευ, αυτός καθ΄ εαυτόν, εκ προοιμίου, τοις μετρητοίς, αφ΄ ενός μεν – αφ΄ ετέρου δε, υπ΄ όψιν, φερ΄ ειπείν, εν γένει, αυθωρεί και παραχρήμα, ειρήσθω εν πάροδο), τύποις, είθισται, τιμής ένεκεν, εφ΄ όρου ζο)ής, εν κατακλείδι, εν μέρει, επί πληρωμή, λίαν καλώς, εν ριπή οφθαλμού, κοινή συναινέσει, αβρόχοις ποσίν, εν γνώσει, εξ αιτίας κλπ. Ορισμένες φράσεις γράφονται στη δημοτική σε μία λέξη: εξαιτίας, εξάλλου, αφενός, υπόψιν κλπ.

12. Η συνάδελφος (και όχι: συναδέλφισσα).

13. Δέσμη μέτρων (και όχι: πακέτο), εκδοχή πολιτικών εξελίξεων (και όχι: σενάριο).

14. Αποφεύγουμε ξένες λέξεις και εκφράσεις, όταν υπάρχουν αντίστοιχες ελληνικές: ρισκάρω (διακινδύνευα)), μοντάρω (συναρμολογώ), καριέρα (σταδιοδρομία), σαμποτάζ (δολιοφθορά), ίματζ (εικόνα, εντύπωση), πρεστίζ (κύρος), γκλάμουρ (σαγήνη, αίγλη), σνόμπαρα (περιφρονώ, υποτιμώ), μίτινγκ (συνάντηση), κουλ (ψύχραιμος), πρες ρουμ (αίθουσα τύπου), πρες κόνφερανς (συνέντευξη τύπου), σπόνσορας (χρηματοδότης, χορηγός), τιμ (ομάδα), πρότζεκτ (έργο, μελέτη), ντιζάιν (σχέδιο), τάιμινγκ (συγχρονισμός) κλπ.

15. Της γραμματέως, της γιατρού, της γυμνασιάρχου.

16. Αποφεύγουμε ερμηνεύματα αγγλικών λέξεων ελληνικής προελεύσεως που οι αντίστοιχες τους ελληνικές έχουν άλλη σημασία (π.χ. φανταστικός: ο της φαντασίας, τρομερός: ο προξενών τρόμο, και όχι καταπληκτικός, υπέροχος, που σημαίνουν οι αγγλικές fantastic, terrific). Επίσης, δε μεταφράζονται αγγλισμοί: δώσε μου το πιάτο (και όχι: πέρασε μου το πιάτο), απευθείας μετάδοση (και όχι: ζωντανή μετάδοση), κάνω λάθος (και όχι: είμαι λάθος), θα σου ξανατηλεφωνήσω (και όχι: θα σε πάρω) πίσω).

17. Πριν από την έναρξη (και όχι: πριν την έναρξη).

18. Τριάμισι κιλά, τρεισήμισι μέρες.

19. Πτώσεις επιθ. σε -ής/ης: ο/η διεθνής, του/της διεθνούς, τον/τη διεθνή, το διεθνές, τα διεθνή, ο/η συνήθης, του/της συνήθους, τον/την συνήθη, το σύνηθες, τα συνήθη, των συνήθων. Προσοχή (μόνο για αρσ.): Του ευγενούς αγώνα, αλλά: του ευγενή (=αριστοκράτη) (επίθ. το α΄, ουσ. το (Γ). Επιστήμη συγγενούς (επίθ.) κλάδου. Είναι φίλος ενός στενού μου συγγενή (ουσ.).

20. Ο τόνος των προπαροξύτονων επιθ. σε -ος κατεβαίνει στην παραλήγουσα της γεν. εν. και γεν. και αιτ. πλ., όταν αυτά χρησιμοποιούνται ως ουσιαστικά: συμπεριφορά βάρβαρων ανθρώπων, αλλά: οι επιδρομές των βαρβάρων.

21. Ευχαριστούμε όλους όσοι μας συμπαραστάθηκαν (και όχι: όσους, διότι είναι υποκ. στο ρ. που ακολουθεί), ή: ευχαριστούμε όσους …

22. Οι αναδιπλασιασμοί των παθ. μτχ. άλλοτε διατηρούνται και άλλοτε όχι: συγκαλυμμένος, αποκομμένος, διαλυμένος, παραταγμένος, συμφωνημένος, μυημένος κλπ. (και όχι πια: συγκεκαλυμμένος, αποκεκομμένος, διαλελυμένος, παρατεταγμένος, συμπεφωνημένος, μεμυημένος), αλλά μόνο: παρατεταμένος, πεπειραμένος, διακεκριμένος, επιτετραμμένος(=αναπληρωτής πρεσβευτή), καταβεβλημένος, βεβιασμένος, αποδεδειγμένος, δεδηλωμένος, τα πεπραγμένα, η πεπατημένη, αναμεμιγμένος, μεμονωμένος κλπ. Προσοχή: θεωρώ δεδομένη την εκλογή του. Ενήργησα βάσει των δεδομένων που είχα στη διάθεση μου. Αλλά: Είμαι δοσμένος στον αγώνα. Μίλησε με τετριμμένες φράσεις. Αλλά: Φοράει τριμμένα ρούχα κλπ.

23. Ασχολούμαστε, ασχολούμασταν (και όχι: ασχολιόμαστε κλπ. διότι το ρ. είναι ασχολούμαι και όχι ασχολιέμαι).

24. θορυβώδης, ογκώδης, θυελλώδης, ενστικτώδης κλπ. (και όχι: σε -ωδικός).

25. Το σαν χρησιμοποιείται για παρομοίωση και ως σύνδεσμος χρονικός ή αιτιολογικός: Ψηλός σαν κυπαρίσσι. Σαν έρθεις με το καλό. Εσύ σαν συγγενής έπρεπε να επέμβεις. Το ως συνοδεύει κατηγορούμενα: Υπηρετεί ως καθηγητής. Το κατηγορούμενο μπαίνει στην ίδια πτώση με τη λέξη στην οποία αναφέρεται: Η εκλογή του ως καθηγητή (και όχι: ως καθηγητής).

26. Το πάνω και το κάτω στη δημοτική είναι μόνο τοπικά επιρρ. και κακώς μεταγλωττίζονται τα επί και υπό της καθαρεύουσας σε περιπτώσεις όπως οι εξής: Μίλησε πάνω στο θέμα που μας απασχολεί (σωστό: για το θέμα ή επί του θέματος), θα προσπαθήσουμε κάτω) απ΄ αυτές τις συνθήκες (σωστό: με αυτές ή υπ΄ αυτές).

27. Το ρ. προοιωνίζομαι είναι αποθετικό, δηλ. δε διαθέτει ενεργητική φωνή.

28. Ανενημέρωτος (και όχι: ανημέρωτος), κοινολογώ (και όχι: κοινωνιολόγο)), δε θα προετίθεσθε (και όχι: προετίθεσθο), τίθενται (και όχι: τίθονται.), κοινότοπος, κοινοτοπία (και όχι: κοινότυπος, κοινοτυπία), μεγεθύνω, μεγέθυνση (και όχι: μεγενθύνω, μεγένθυση), εμβάθυνση (και όχι: εμβάνθυνση), απαθανατίζω (και όχι: αποθανατίζω), αντεπεξέρχομαι (και όχι: ανταπεξέρχομαι), μελαψός (και όχι: μελαμψός), Οκτώβριος (και όχι: Οκτώμβριος), χειρουργός (και όχι: χειρούργος), παρεισφρέω (και όχι: παρεισφρύω), παρεμπιπτόντως (και όχι: παρεπιπτόντως), έχω απαυδήσει (και όχι: έχω απηυδήσει), λιποβαρής (και όχι: ελλιποβαρής), υποθάλπω, περιθάλπω (και όχι: υποθάλπτω, περιθάλπτω), ακατονόμαστος (και όχι: ακατανόμαστος), αθυρόστομος (και όχι: ανθηρόστομος).

29. Τα ρήματα των προτάσεων που ακολουθούν συντάσσονται με αιτ. και όχι με γεν. Δεν επιδέχεται αναβολή. Δε χρειάζεται περαιτέρω συστάσεις. Διέφυγε την προσοχή μου. Στερούμαι τα απαραίτητα. Απεκδύομαι τις ευθύνες μου.

30. Τα άρθρα τον, την και τα μόρια δεν, μην διατηρούν το ν όταν ακολουθεί λέξη που αρχίζει από φωνήεν, από στιγμιαίο σύμφωνο (κ, π, τ, μπ, ντ, γκ, τσ, τζ) και από τα διπλά ξ, ψ. Το ίδιο συμβαίνει και με την προσ. αντων. την, ενώ η αντων. τον διατηρεί το ν πάντοτε: τον άνθρωπο, την πόλη, το δρόμο, δε φοβάμαι, μην περάσεις, τη βλέπω, τον βλέπω.

31. Οι τύποι της ερωτηματικής αντων. ποιος είναι μονοσύλλαβοι και δεν τονίζονται: ποιες, ποιοι, ποιους κλπ.

32. Οι μτχ. σε -ντας γράφονται με ω όταν αυτό τονίζεται και με ο όταν δεν τονίζεται: κάνοντας, τραβώντας.

33. Γι’ αυτό (και όχι: γιαυτό).

34. Η έγκλιση τόνου στο μονοτονικό διατηρείται: ο άνθρωπός τους.

35. Που (αναφ. αντων.), πού (ερωτημ. επίρρ.), πως (ειδ. σύνδ.), πώς (ερωτημ. επίρρ.): ρώτησα αυτόν που ήταν υπεύθυνος πού μπορούσα να σε βρω. Πώς μπορούσα να πω πως δε σε ξέρω;

36. Μία, μια (=μιά), δύο, δυο (=δυό).

37. Κλητική: κυρία Πρόεδρε (και όχι: κυρία Πρόεδρος).

38. Η αναπληρώτρια διευθύντρια / υπουργός (και όχι: η αναπληρωτής διευθυντής / υπουργός).

39. Δίνω, αλλά: παραδίδω, αναδίδω, αποδίδω κλπ. / δείχνω, αλλά: αναδεικνύω, επιδεικνύω, αποδείκνυα) κλπ. / ρίχνω, αλλά: απορρίπτω, καταρρίπτω, επιρρίπτω κλπ. / λύνω, αλλά: επιλύω, διαλύω κλπ. / στέλνω, αλλά: αποστέλλω, διαστέλλω κλπ. / κλείνω, αλλά: αποκλείω, περικλείω κλπ. / κόβω, αλλά: αποκόπτω, διακόπτω κλπ.

40. Γίνονται όλοι δεκτοί ανεξαρτήτως ηλικίας και φύλου (και όχι: ανεξαρτήτου ηλικίας …).

41. Απολαύει της εμπιστοσύνης (και όχι: απολαμβάνει).

42. Των (πρώην) τριτόκλιτων θηλυκών ουσιαστικών να προτιμάται η γενική σε -έως αντί σε -ης μετά από λόγιες προθέσεις ή λόγιες ή μη λόγιες τυποποιημένες φράσεις: προ της αποφάσεως, υπέρ της λύσεως, περί της σχέσεως, σχέδιο πόλεως, πρώτης τάξεως, οδηγίες χρήσεως, ημερομηνία λήξεως, ομάδα κρούσεως, κρίση συνειδήσεως, χαίρω εκτιμήσεως, πάσης φύσεως, πορεία πλεύσεως, έτος ιδρύσεως κλπ.

43. Δε χρειάζονται εισαγωγικά όταν χρησιμοποιούμε μεταφορική σημασία λέξεων: η ρίζα του προβλήματος, τραβάω την προσοχή (και όχι: η «ρίζα» …, «τραβάω» …) κλπ. Χρησιμοποιούμε εισαγωγικά, εκτός από τις γνωστές περιπτώσεις των αυτολεξεί επαναλαμβανόμενων, των γνωμικών και των τίτλων έργων, ονομάτων πλοίων, ιδρυμάτων κλπ., όταν μια λέξη ή φράση τη λέμε ειρωνικά, εννοώντας την ακριβώς αντίθετη σημασία, η οποία στο γραπτό λόγο δεν μπορεί αλλιώς να αποδοθεί, ενώ, αντίθετα, στον προφορικό η φωνή παίρνει την ανάλογη χροιά: μου επιφύλαξε «θερμή» υποδοχή (δηλ. ψυχρή).

44. Υπέρ το δέον (και όχι: υπέρ του δέοντος).

45. Τα ρ. διαρρέω και λειτουργώ είναι αμετάβατα: διέρρευσε από πολιτικούς κύκλους η πληροφορία ότι… ή: πολιτικοί κύκλοι φρόντισαν να διαρρεύσει η πληροφορία ότι … (και όχι: πολιτικοί κύκλοι διέρρευσαν την πληροφορία ότι …). θα θέσω το μηχάνημα σε λειτουργία (και όχι: θα το λειτουργήσω).

46. Εξελέγην, εξεπλάγην, προήχθης, συνέβη, επλήγη, συνελήφθησαν, διεξήχθησαν κλπ., κατά τους παθ. αορ. β΄ της αρχαίας (και όχι: εκλέχτηκα, εκπλάγηκα, προάχθηκες, συνέβηκε, πλήχτηκε, συλλήφθηκαν, διεξάχθηκαν κλπ).

47. Αυτός καθ΄ εαυτόν, αυτού καθ΄ εαυτόν, αυτόν καθ΄ εαυτόν, αυτοί καθ΄ εαυτούς, αυτών καθ΄ εαυτούς κλπ. (και όχι: αυτού καθ΄ εαυτού, αυτής καθ΄ εαυτής, αυτοί καθ΄ εαυτοί κλπ.).

48. Όσο αφορά το θέμα αυτό (και όχι: όσο αφορά στο θέμα αυτό, διότι αποτελεί μεταγλώττιση της λόγιας σύνταξης: όσον αφορά εις το θέμα αυτό).

49. Όταν, δύο συνήθως, συνεχόμενα επίθετα αποτελούν επιθετικούς προσδιορισμούς ουσιαστικού που ακολουθεί, αλλά το τελευταίο αποδίδει μια ουσιώδη έννοια σ΄ αυτό, δε χωρίζονται μεταξύ τους με κόμμα: ελαφρό δίτροχο μόνιππο, είδος ιταλικού αφρώδους κρασιού, ολόσωμο γυναικείο μαγιό.

50. Τα επίθετα σε -ειος / -ιος που προέρχονται από κύρια ονόματα πραγματικών προσώπων γράφονται με ει (αριστοτέλειος), ενώ αυτά που προέρχονται από τοπωνύμια με ι (μετσόβιο). Όσα προέρχονται από κύρια ονόματα μυθικών προσώπων, μπορούν να γράφονται και με τους δύο τρόπους (απολλώνιος, απολλώνειος).

51. Σε πολλά ρήματα η χρονική αύξηση διατηρείται: ήλεγξα, διηύθυνα, διενήργησα, απέκτησα κλπ. (και όχι: έλεγξα, διεύθυνα κλπ).

52. Ειδωλολατρία, πρωτοπορία κλπ. (και όχι σε -εία), διότι προέρχονται από ουσιαστικά (ειδωλολάτρης κλπ.) και όχι από ρήματα.

53. Προσοχή στις προστακτικές αορίστων: παρήγγειλα ένα ποτό / παράγγειλε μου ένα ποτό, αυτός αντέγραψε τις σημειώσεις / αντίγραψε μου τις σημειώσεις, αυτός απέρριψε την πρόταση του / εσύ απόρριψε την πρόταση του.

54. Οι μέθοδοι αυτές (και όχι: οι μέθοδοι αυτοί).

55. Η φράση «εξ απαλών ονύχων» σημαίνει παιδιόθεν, από την παιδική ηλικία (και όχι: αδρομερώς, ακροθιγώς).

56. Οποιοσδήποτε, οτιδήποτε (και όχι: ο οποιοσδήποτε, το οτιδήποτε).

57. Τέως βασιλιάς: ο μέχρι προ τίνος βασιλιάς. Πρώην βασιλιάς: ο πριν από πολύ καιρό βασιλιάς.

58. Χιλιετία: περίοδος χιλίων ετών. Χιλιετηρίδα: η επέτειος χιλίων ετών.

59. Ο κύριος Κοντολέων, του κ. Κοντολέοντος, η κυρία Κοντολέοντος, της κ. Κοντολέοντος κλπ. (και όχι του κ. Κοντολέων, η κ. Κοντολέων).

60. Συμμετέχω, πρτ. συμμετείχα, μέλλ. εξακολ. θα συμμετέχω όλο το χρόνο στις εκδηλώσεις, μέλλ. στιγμ. Θα συμμετάσχιυ στην εκδήλωση, αόρ. συμμετέσχον, πρκ.-υπρσ. έχω-είχα συμμετάσχει.

61. Δεν αποφάσισα ακόμη, γιατί δεν έχω τα απαιτούμενα στοιχεία (και όχι: Δεν αποφάσισα ακόμη. Και αυτό γιατί…).

62. Ανήκα, ανήκες, ανήκε κλπ. (και όχι: άνηκα, άνηκες, άνηκε κλπ.)

63. Παρατατικός συνηρημένων ρημάτων σε -ούμαι: Σχολική γραμματική δημοτικής: στερούμουν (!), στερούσουν (!), στερούνταν, στερούμασταν, στερούσασταν (!), στερούνταν. Γραμματική καθαρεύουσας: εστερούμην, εστερείσο, εστερείτο, εστερούμεθα, εστερείσθε, εστερούντο. Προτεινόμενη κλίση: (ε)στερούμην, (ε)στερείσο, (ε)στερείτο, στερούμασταν, (ε)στερείσθε, στερούνταν.

64. Ποιούμαι την νήσσαν (κοινώς: κάνω την πάπια) (και όχι: ποιώ την νήσσαν).

65. Το επιχείρημα που προβλήθηκε είναι υπέρ αυτού (και όχι: υπέρ του).

66. Επιταχύνω / προωθώ / επισπεύδω το θέμα / πρόγραμμα κλπ. (και όχι: τρέχω το θέμα / πρόγραμμα).

67. Ορισμένα αφηρημένα ουσιαστικά, όπως: πολιτική, λογική, πρακτική, συμπεριφορά,υποδομή κλπ.δε χρησιμοποιούνται στον πλ.: η πολιτική που θα ακολουθηθεί σε πολλούς τομείς (και όχι:οι πολιτικές που …) κλπ.

68. Δρώμενα= α. τελετουργίες β. όσα παριστάνονται σε θεατρική σκηνή. Τεκταινόμενα= μηχανορραφίες Είναι λανθασμένο το ερμήνευμα: διαδραματιζόμενα (π.χ. τα δρώμενα / τεκταινόμενα της πολιτικής ζωής).

69. Αποτείνομαι, μέλλ. θα αποταθώ (και όχι: αποτανθώ).

70. Χρόνοι συνθέτων του άγω: ενστ. εξάγω, πρτ. εξήγα, μέλλ. εξακολ. κάθε χρόνο θα εξάγω, μέλλ. στιγμ. η χώρα φέτος θα εξαγάγει εσπεριδοειδή, αόρ. εξήγαγα, πρκ.-υπρσ. έχω-είχα εξαγάγει.

71. Χρόνοι των ρημάτων σε -λλω: ενστ. επιβάλλω, πρτ. επέβαλλα, μέλλ. εξακολ. θα καταβάλλω κάθε μήνα το ενοίκιο, μέλλ. στιγμ. θα σου καταβάλω το αντίτιμο (άπαξ), αόρ. επέβαλα, πρκ.-υπρσ. έχω-είχα επιβάλει.

72. Ρήματα που στον αόρ. λήγουν σε -ησα, -ίσα, -υσα, -οισα στο β΄ πλ. πρστ. ενεργ. αόρ. διατηρούν την ορθογραφία της παραλήγουσας: κρατήστε, καθαρίστε, λύστε, αθροίστε.

73. Ορθογραφία λέξεων: βιοτικός, βίωμα, βιωματικός, βιώσιμος / άμεσος, έμμεσος / εκμεταλλεύομαι, εκμετάλλευση / ωφελώ, (αφέλεια, ωφέλημα, ωφέλιμος, ωφελιμιστής, οφείλω, οφειλή, όφελος, οφειλέτης / επιρροή, επηρεάζω, επήρεια / διάλειμμα, διάλυμα (χημικό), δίλημμα / έλλειψη, έλλειμμα, ελλιπής / εννέα, εννιακόσια, ένατος, ενενήντα / βορράς, βοριάς / υπερηφάνεια, περηφάνια / ποικίλλω, ποικίλος, ποικιλία / γέννηση, γένεση, γενέθλια / αλλιώς, αλλιώτικος, αλλοιώνω, αλλοίωση / αμείβω, αμοιβή / αλείφω, αλοιφή / αναστήλωση, υποστύλωση / δυσφήμηση, διαφήμιση / μέσω, λόγω: το έστειλα μέσω του κοινού μας φίλου, δεν πήγα λόγω της βροχής / ποιο, πιο: δεν ξέρω ποιο είναι πιο καλό / κατάληξη ρ. σε -τε (β΄ πλ. ενεργ. φ.) και -ται (γ΄ εν. παθ. φ.): να μη θεωρείτε αναγκαστικά σωστό ό,τι θεωρείται γενικά αποδεκτό / έδωσα, θα δώσω, δόθηκα, θα δοθώ / σάτιρα, σατιρίζθ3, σατιρικό ποίημα, Σάτυρος (μυθ. ακόλουθος του Διονύσου), σάτυρος (ασελγής), σατυρικός (ο του Σατύρου), σατυρικό δράμα (το αρχαίο λογοτεχνικό είδος) / Κέκροψ, Χέοψ / συνείδηση, συνειδητοποίηση / μήνυμα, μήνυση / κηρύσσω, κήρυγμα / μονώροφος, διώροφος, πολυώροφος / παραλήφθηκε σήμερα το εμπόρευμα (< παραλαμβάνω), παραλείφθηκε μια γραμμή απ΄ το κείμενο (< παραλείπω) / έλεγχος, άγχος, μελαγχολία / ότι, ό,τι: είπε ότι θα πάει, πάρε ό,τι θέλεις / τυραννία, απόρροια, ειλικρίνεια, κοιτάζω, συνεννοούμαι, δεισιδαιμονία, συνδύαζα:), ανακαίνιση, ελάττωμα, πλατειασμός, συνδαιτυμόνας, μεγαλεπήβολος, βεβαρημένος, επανειλημμένος, συνωμοσία, ορκωμοσία, φτώχεια, ώσμωση, διαπίδυση, Ευριπίδης, Θουκυδίδης, Ιάσονας, απόρριμμα, συνημμένος, εισιτήριο, ανταλλάσσω, διακεκριμένος συγκεκριμένος, εγκεκριμένος, καταχώριση, δικλίδα, δουλειά, δωσίλογος, εγχείρηση, διατεθειμένος, εκτεθειμένος, έλκηθρο.

74. Νέα ορθογραφία λέξεων: αβγό, αλίμονο, ανιψιός, αντικρίζω, Αράχοβα, αφήνω, βαθιά, βεζίρης, βρεμένος, βρικόλακας, βρόμα, γαβγίζω, γαρίφαλο, γλιτώνω, γόμα, δυόμισι κλπ., ζήλια, καβγάς, καημένος, καινούριος, καμιά, κόκαλο, κολόνα, κοπέλα, κρεβάτι, Λάρισα, λιμέρι, λιώνω, μακελιό, μακριά, Μανόλης, μαντίλι, μόλος, Μοριάς, μπίρα, Ναβαρίνο, νηστίσιμος, νιώθω, ξίδι, ξιπάζω, παλικάρι, πρίγκιπας, σάκος, σβήνω, σινάφι, σιντριβάνι, σιρίτι, Σλάβος, στάβλος, συγνώμη, συμπάθιο, τάλιρο, τρελός, Τρίκαλα, φιντάνι, φλιτζάνι, φτήνια, χλομός, χνότο, χρεοκοπία. Τα ξένα προσηγορικά και κύρια ονόματα γράφονται με τον απλούστερο τρόπο: τρένο, Σέξπιρ.

75. Να διαβάσετε μέχρι τη σελίδα 69 (και όχι: μέχρι και τη σελίδα 69).

76. Λανθασμένη γενική ή λανθασμένος τονισμός ονομασιών οδών της Αθήνας: λεωφόρος Κηφισιάς (και όχι: Κηφισίας), οδός Μάρνη (και όχι: Μάρνης), οδός Τράλλεων (και όχι: Τραλλέων), οδός Βατάτζη (και όχι: Βατατζή), οδός Κοροίβου (και όχι: Κοροϊβου), οδός Χερσώνος (και όχι: Χέρσωνος), οδός Χάρητος (ο Χάρης, -ητος) (και όχι: Χάριτος), οδός Αλκυονίδων (και όχι: Αλκυονίδων), οδός Ατθίδων (και όχι: Ατθίδων), οδός Σημαχιδών (Σημαχίδαι: αρχαίος αττικός δήμος) (και όχι: Συμμαχιδών).

77. Του Σικάγου, της Νικαράγουας, του Μιλάνου, του Μεξικού, της Καλιφόρνιας, της Ριβιέρας κλπ. (και όχι: του Σικάγο, της Νικαράγουα κλπ.).

78. Η λέξη αυτή απαντά συχνά στον Όμηρο (και όχι: απαντάται).

79. Ορθογραφία μερικών ομόηχων λέξεων: το τείχος, ο τοίχος / έχω κλίση στη μουσική (κλίνω), πήρα κλήση από το δικαστήριο (καλώ) / σύγκλιση απόψεων, σύγκληση συνεδρίου, σύγκλειση δοντιών / ετερόκλιτο ουσιαστικό, ετερόκλητο πλήθος / κλείνω την πόρτα, κλίνω το ρήμα / η εξάρτηση από τα ναρκωτικά (εξαρτώ), η εξάρτυση του στρατιώτη (<εξαρτύω), η εξάρτιση του πλοίου (<εξαρτίζω) / η σορός του θα εκτεθεί σε λαϊκό προσκύνημα, ο σωρός από ξύλα / τι μέλλει γενέσθαι; , δε με μέλει τι θα γίνει / ο στίχος του ποιήματος, να παραταχθείτε σε τρεις στοίχους / φύλλο του δέντρου, το αρσενικό φύλο / ψηλή γυναίκα, ψιλή κυριότητα | κλωστή | φωνή κλπ. / εφορ(ε)ία Οικονομική Αρχαιοτήτων, ευφορία της γης | πνευματική | ψυχική / κόλλημα χαρτιών, νομικό κώλυμα / πολιτικό κόμμα, έπεσε σε κώμα / απευθύνω έκκληση, έκλυση ηθών / σύγχυση νοημάτων (συγχέω), ψυχική σύγχιση (<συγχίζω) / ιωνική φιλοσοφία (Ιωνία), Ιονική Τράπεζα (Ιόνιο) / λιμός (=πείνα), λοιμός (=λοιμώδες νόσημα, πανώλης).

80. Βρέχει επί δικαίους και αδίκους (και όχι: επί δικαίων και αδίκων).

81. Ανέκαθεν (και όχι: από ανέκαθεν), μακρόθεν (και όχι: εκ του μακρόθεν).

82. Επί τούτω (και όχι: επί τούτου).

83. Οι στύλοι του Ολυμπίου Διός (και όχι: οι στήλες).

84. Ορθογραφία ή / και σημασία μερικών παρωνύμων: τεχνικός, τεχνητός / άλλοτε, άλλωστε / πηλήκιο, πηλίκο / παίρνω δώρο, περνώ το δρόμο / βρόχος (=θηλιά), βρόγχος (των πνευμόνων) / εγκύπτει στη μελέτη της φιλοσοφίας, ενσκήπτει κακοκαιρία / κυκλαδικό ειδώλιο, εδώλιο του κατηγορουμένου / τον κατατρέχουν οι εχθροί του, τον κατατρύχουν οι αρρώστιες / κληροδοτώ το σπίτι στο γιο μου, κληρονομώ το σπίτι από τον πατέρα μου / η αυγή υποφώσκει, ο κίνδυνος του πολέμου υποβόσκει / κυκλοφοριακή συμφόρηση σ΄ όλην την πόλη, το κυκλοφορικό σύστημα του ανθρώπινου σώματος / το μείγμα συνίσταται από τα εξής υλικά, συνιστάται η ανάπαυση του ασθενούς / ψυχική οδύνη, (οδίνες (=πόνοι της γέννας) / οι εμπειρίες από τις αποτυχίες μας μάς παρέχουν πολύτιμη πείρα / οι κάτοικοι της υπαίθρου, βγήκα στο ύπαιθρο για να ξεμουδιάσω / απαιτείται η νοσηλεία του σε κλινική, η ασφαλιστική του εταιρία θα καταβάλει τα νοσήλια.

85. Επαναλαμβάνω (και όχι: ξαναεπαναλαμβάνω).

86. Το νομοσχέδιο ψηφίστηκε κατ΄ αρχήν (=στα βασικά σημεία). Κατ΄ αρχάς (=αρχικά) νόμιζα πως ήταν σωστό, αλλά μετά άλλαξα γνώμη.

87. Αψίκορος = αυτός που χορταίνει εύκολα (και όχι: οξύθυμος).

88. Πρέπει να συνεισφέρουν όλοι στον έρανο και δη και οι πλούσιοι (και όχι: και δη οι πλούσιοι).

89. Στο βιβλίο του πραγματεύεται το θέμα των κοινωνικών θεσμών (και όχι: διαπραγματεύεται). Αλλά: Ο Υπουργός Εξωτερικών διαπραγματεύεται τους όρους της ειρήνης.

90. Ο επικεφαλής, του επικεφαλής, τον επικεφαλής, οι επικεφαλής κλπ.

91. Καλύτερος ή πιο καλός (και όχι: πιο καλύτερος).

92. Καμία αλλαγή δεν επέφερε ο νέος κανονισμός, ή: ουδεμία αλλαγή επέφερε ο νέος κανονισμός (και όχι: καμία αλλαγή επέφερε ο … , ή: ουδεμία αλλαγή δεν επέφερε ο …).

93. Ο ευθύς, του ευθύ ή ευθέος (και όχι σε: -ως) κλπ.

94. Τα σύνθετα με προθέσεις ρήματα στον πρτ. και στον αόρ. άλλοτε έχουν εσωτερική συλλαβική αύξηση και άλλοτε όχι: εξέφρασα (και όχι: έκφρασα), εξέφρασαν (και όχι: έκφρασαν) ή: εκφράσανε, συνέθεσα (και όχι: σύνθεσα), συνέθεσαν (και όχι: σύνθεσαν) ή: συνθέσανε, εισέπραξα (και όχι: είσπραξα), εισέπραξαν (και όχι: είσπραξαν) ή: εισπράξανε κλπ., αλλά μόνο: διαχώρισα, μεταβίβαζα, εκφώνησα, εκλιπάρησα κλπ.

95. Ενήργησα στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων μου (και όχι: στα πλαίσια).

96. Στη συνέλευση ζήτησα το λόγο για να διατυπώσω / εκφράσω / εκθέσω την άποψη μου (και όχι: για να τοποθετηθώ).

97. Τα τελευταία γεγονότα φοβάμαι πως θα ανοίξουν τον ασκό του Αιόλου (και όχι: τους ασκούς).

98. Τα ονόματα ελληνικών πόλεων και νομών πρέπει να χρησιμοποιούνται στο λόγιο τύπο τους σε ονομασίες ιδρυμάτων, οργανισμών, κτιρίων κλπ. και σε καθιερωμένες ονομασίες αγροτικών προϊόντων: 1° Πειραματικό Λύκειο Αθηνών, Δήμος Πειραιώς, Πανεπιστήμιο Πατρών, Σταθμός Λαρίσης, νομός Πέλλης, Δημοτική Βιβλιοθήκη Ιωαννίνων, Μητρόπολη Πρεβέζης, Σχολή Εμπορικού Ναυτικού Κεφαλληνίας, πιπεριές Φλωρίνης, ελιές Αμφίσσης, φιστίκια Αιγίνης κλπ.

99. Λάθη στη στρατιωτική ορολογία: η περίπολος (και όχι ουδ.), ο γεμιστήρας, ο τελαμώνας, ο αορτήρας, ο ζωστήρας (και όχι θηλ.), οι λοχίες (και όχι: οι λοχίοι), στρατιώτης προσκεκολλημένος σε άλλη μονάδα (και όχι: προσκωλυόμενος).

100. Ο προβλήτας του λιμανιού (και όχι: η προβλήτα).

Μαρία Ανδρεάδου στις 25 Μαρτίου 2011
Ἓν οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα
ένα ξέρω ,ότι δεν ξέρω τίποτα
ena xserw ,oti den xserw tipota..

“ Τον τελευταίο καιρό έχει αρχίσει να εκδηλώνεται μία τάση να αντικατασταθεί το ελληνικό αλφάβητο από το λατινικό. Η τάση αυτή γίνεται φανερή κυρίως σε κείμενα παραγόμενα από ηλεκτρονικούς υπολογιστές – με χρήστες κρατικές υπηρεσίες ακόμη και Α.Ε.Ι. – σε κείμενα προβαλλόμενα από την τηλεόραση αλλά και από σχετικές προτροπές ξένων ραδιοφωνικών σταθμών. Είναι χαρακτηριστικό ότι η προσπάθεια αυτή, η οποία θα καταφέρη καίριο πλήγμα κατά της ελληνικής σκέψης και όλων των πτυχών του ελληνικού πολιτισμού που εκφράζονται με γραπτά κείμενα, αλλά και των γένει ανθρωπιστικών σπουδών, έφτασε μέχρι ν’ απασχολήση τον Τύπο και ν’ αποτελέση αντικείμενο ερωτήσεων βουλευτών προς τον Υπουργό Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.

Η γλώσσα μας η αρχαιότατη αλλά πάντα σύγχρονη και ζώσα, αυτή η γλώσσα που εμπλούτισε όχι μόνο τη λατινική, αλλά και τις κυριώτερες ευρωπαϊκές γλώσσες, που έχει και οπτικά συνδεθή άρρηκτα με το αλφάβητό της, δεν είναι δυνατό να υποστή μείωση με την κατάργησή του από εμάς τους ίδιους. Είναι αδιανόητο να δεχθούμε ως Έλληνες την μεταμφίεση της γραφής μας με την κατάργηση πολλών γραμμάτων της, που δεν πέρασαν στο λατινικό αλφάβητο, και με την αντικατάστασή τους από άλλα υποτίθεται ηχητικώς παραπλήσια γράμματά του.

Όταν άλλοι λαοί, όπως π.χ. Γάλλοι και Ισπανοί μάχονται ως σήμερα να διατηρήσουν μέχρι τη τελευταία τους λεπτομέρεια τον τρόπο γραφής των κειμένων τους με το δικό τους αλφάβητο, εδώ, με την δικαιολογία της δήθεν διευκόλυνσής μας στην παγκόσμια επικοινωνία, επιχειρείται η αντικατάσταση του ελληνικού αλφαβήτου των 2.500 και πλέον χρόνων με το λατινικό. Ως λαός, που μέσα από το ίδιο αλφάβητο της γλώσσας του μετέδωσε τον πολιτισμό σε όλο των κόσμο, εμείς οι Έλληνες δεν είναι δυνατόν παρά να αρνούμεθα να εγκαταλείψουμε την ιστορική μας γραφή. Όχι μόνο γιατί αχρηστεύεται ένα από τα θεμελιακά στοιχεία του πολιτισμού μας, αποκόβοντάς μας από τις μέχρι σήμερα εκδηλώσεις του, αλλά και γιατί έτσι αγνοείται η σχέση αλφαβήτου και γλώσσας. Μιας γλώσσας, που ο τρόπος της γραπτής της απόδοσης έμεινε αναλλοίωτος επί ολόκληρες χιλιετίες ως σήμερα.

Θεωρούμε α ν ό σ ι α αλλά και α ν ό η τ η κάθε προσπάθεια να αντικατασταθή η ελληνική γραφή στο λίκνο της, εφ’ όσον μάλιστα σε άλλες χώρες ανάλογες απόπειρες μεταβολής του τρόπου γραφής – σε μερικές περιπτώσεις πολύ δυσχερέστερης της ελληνικής – προσέκρουσαν στην καθολική και οργισμένη αντίδραση των λαών των χωρών αυτών. Όπως και επί Ενετών, όταν αυτοί στα μέρη που κυριαρχούσαν προσπάθησαν να αντικαταστήσουν στα ελληνικά κείμενα τους ελληνικούς χαρακτήρες με λατινικούς, έτσι και τώρα θα αντισταθούμε, καλώντας όλους τους συνέλληνες ν’ αντιδράσουν για την πρόρριζα εξαφάνιση των ανίερων αυτών σχεδίων.

Οι υπογράφοντες:

1. Αθανασιάδης Τάσος
2. Αλεξόπουλος Καίσαρ
3. Αρτεμιάδης Νικόλαος
4. Βλάχος Άγγελος
5. Βοκοτόπουλος Παναγιώτης
6. Γεωργιάδης Απόστολος
7. Γρόλλιος Κωνσταντίνος
8. Δεσποτόπουλος Κωνσταντίνος
9. Δρακάτος Κωνσταντίνος
10. Ζηζιούλας Ιωάννης Μητροπολίτης Περγάμου
11. Ιακωβίδης Σπυρίδων
12. Καμπανέλλης Ιάκωβος
13. Καμπίτογλου Αλέξανδρος
14. Καμπύλης Αθανάσιος
15. Κονομής Νικόλαος
16. Κοντόπουλος Γεώργιος
17. Κουνάδης Αντώνιος
18. Λαΐου Αγγελική
19. Λιγομενίδης Πάνος
20. Μανούσος Μανούσακας
21. Ματσανιώτης Νικόλος
22. Μητσόπουλος Γεώργιος
23. Μουτσόπουλος Ευάγγελος
24. Μυλωνάς Παύλος
25. Νανόπουλος Δημήτριος
26. Παλλάντιος Μενέλαος
27. Παππάς Ιωάννης
28. Παρισάκης Γεώργιος
29. Πεσαμαζόγλου Ιωάννης
30. Πετράκος Βασίλειος
31. Ρούκουνας Εμμανουήλ
32. Σακελλαρίου Μιχαήλ
33. Σαράντη Γαλάτεια
34. Σκαλκέας Γρηγόριος
35. Στεφανής Κωνσταντίνος
36. Τέτσης Παναγιώτης
37. Τούντας Κωνσταντίνος
38. Τριχόπουλος Δημήτριος
39. Χατζηϊωάννου Θεμιστοκλής
40. Χρήστου Χρύσανθος”

πηγή:Ακαδημία Αθηνών

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 15 Μαρτίου 2011

ΠΡΩΤΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

Πρωτοελληνική ή προϊστορική κοινή ή προδιαλεκτική ονομάζεται συμβατικά η αρχαιότερη μορφή της ελληνικής γλώσσας μετά τη διαφοροποίησή της από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή και πριν τη διαίρεσή της στις μετέπειτα ελληνικές διαλέκτους (Μυκηναϊκή, Δωρική, ΑττικήΙωνική, Αρκαδοκυπριακή κλπ.). Χρονικά τοποθετείται μεταξύ του 20ου και του 16ου π.Χ. αιώνα περίπου. Δεν υπάρχουν καθόλου γραπτά μνημεία της και οι γνώσεις μας γι’ αυτήν βασίζονται σε υποθέσεις γλωσσολόγων με τις μεθόδους της ιστορικοσυγκριτικής γλωσσολογίας. Η επανασύνθεση της πρωτοελληνικής στηρίζεται στις ομοιότητες και τις διαφορές των αρχαίων ελληνικών διαλέκτων μεταξύ τους, με τις άλλες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες και με την (επίσης υποθετικά επανασυντεθειμένη) πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (ΠΙΕ). Πολύτιμη βοήθεια για την επανασύνθεση και τη χρονολόγηση της πρωτοελληνικής προσέφερε η αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β, η οποία μας έδωσε μια εικόνα της αρχαίας ελληνικής 500 χρόνια αρχαιότερα από ό,τι ως τότε γνωρίζαμε.

 

Τόπος και χρόνος της πρωτοελληνικής

Άγνωστο παραμένει το κατά πόσον η «προϊστορική κοινή» ομιλούνταν εντός του σημερινού ελλαδικού χώρου ή εάν η διαφοροποίηση των επιμέρους διαλέκτων της αρχαίας ελληνικής είχε ήδη λάβει χώρα πριν την έλευση και εγκατάσταση των ελληνικών φύλων στον μετέπειτα ευρύτερο ελλαδικό χώρο. Η παλαιότερη θεωρία υποστήριζε ότι οι ελληνικές διάλεκτοι είχαν διαφοροποιηθεί ήδη πριν την έλευση των ελληνικών φύλων, τα οποία ήρθαν στον ελλαδικό χώρο κατά «κύματα» με ορισμένους αιώνες διαφορά, με τελευταίο τους Δωριείςκάθοδος των Δωριέων»). Η έλλειψη όμως αρχαιολογικών ευρημάτων που να επιβεβαιώνουν αλλεπάλληλες εισόδους εχθρικών μεταξύ τους φύλων δημιούργησε αμφιβολίες για την ορθότητα της υπόθεσης αυτής.

Η αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β αποκάλυψε ότι στη Μυκηναϊκή ελληνική είχαν ήδη επέλθει ορισμένοι νεωτερισμοί (φωνητικές μεταβολές), οι οποίοι δεν είχαν επέλθει στη Δωρική και στις Δυτικές διαλέκτους ακόμη και στους κλασικούς χρόνους. Το γεγονός αυτό οδηγεί στην πεποίθηση ότι ήδη τη μυκηναϊκή εποχή υπήρχαν περισσότερες της μιας ελληνικές διάλεκτοι. Έτσι η πρωτοελληνική τοποθετείται σε ακόμη προγενέστερο στάδιο από τους Μυκηναίους, δηλαδή περί τις αρχές της δεύτερης χιλιετίας π.Χ. Από την άλλη οι ομοιότητες της Μυκηναϊκής με τη Δωρική καθιστούν πιο πιθανή την συνύπαρξη των δύο φύλων μέσα στον ελλαδικό χώρο παρά την έλευση των Δωριέων αργότερα από κάποιον μακρινό τόπο.

Χαρακτηριστικά

Τα χαρακτηριστικά της πρωτοελληνικής μπορούν μόνο με υποθέσεις να επανασυντεθούν. Για την επανασύνθεσή τους αφετηρία αποτελούν τα κοινά χαρακτηριστικά μεταξύ των μεταγενέστερων ελληνικών διαλέκτων. Τα χαρακτηριστικά αυτά συγκρίνονται με την επανασυντεθειμένη πρωτοϊνδοευρωπαϊκή γλώσσα και γίνεται προσπάθεια να τοποθετηθούν οι διαφοροποιήσεις της ελληνικής από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή στον χρόνο, Δεν είναι όμως πάντοτε βέβαιο κατά πόσον ένα κοινό χαρακτηριστικό όλων των διαλέκτων ανάγεται στην πρωτοελληνική ή αποτελεί εξέλιξη που επήλθε μετά τη διαφοροποίηση των διαλέκτων αλλά τις επηρέασε σταδιακά όλες

 

 

 

 AΡΧΑΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ
 

Η αρχαία μακεδονική γλώσσα ήταν η γλώσσα των αρχαίων Μακεδόνων, η οποία άνηκε στις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες και ομιλείτο στην Μακεδονία κατά την 1η χιλιετία π.Χ.. Από τον 4ο αιώνα π.Χ. άρχισε να υποχωρεί η χρήση της και τα μακεδονικά σταδιακά αντικαταστάθηκαν από την αττική διάλεκτο.

Η γνώση μας για την συγκεκριμένη γλώσσα είναι ιδιαίτερα περιορισμένη, καθώς δεν έχουν διασωθεί κείμενα αδιαμφισβήτητα γραμμένα στην αρχαία μακεδονική. Υπάρχει βέβαια ένα σώμα αυθεντικών μακεδονικών λέξεων συγκεντρωμένο από αρχαίες πηγές, κυριώς από επιγραφές νομισμάτων καθώς και από το λεξικό του Ησύχιου του 5ου αιώνα π.Χ.. Οι περισσότερες από αυτές τις λέξεις είναι ελληνικές, αλλά ορισμένες δεν ανταποκρίνονται στην στερεότυπη ελληνική φωνολογία. Επίσης, ο κατάδεσμος της Πέλλας, ένα κείμενο που ανακαλύφθηκε στην Πέλλα το 1986 και χρονολογείται στον 4ο αιώνα π.Χ., γραμμένο σε ιδιότυπη δωρική διάλεκτο, θεωρείται από κάποιους επιστήμονες ότι αποτελεί το μόνο κείμενο που είναι γραμμένο στην αυθεντική μακεδονική γλώσσα και χρησιμοποιείται σαν επιχείρημα ότι η μακεδονική ήταν ένα βορειοδυτικό ιδίωμα της δωρικής.

Λόγω λοιπόν της έλλειψης επαρκών πηγών είναι δύσκολο να ταξινομηθεί σαφώς η μακεδονική γλώσσα και υπάρχουν διάφορες προτάσεις ως προς το θέμα αυτό. Έτσι είναι δύσκολο να καθοριστεί αν τα μακεδονικά ήταν μια ελληνική διάλεκτος, μία ξεχωριστή γλώσσα η οποία ήταν στενά συγγενής με την ελληνική, ή μια ανεξάρτητη γλώσσα η οποία είχε επηρρεαστεί από την ελληνική

 

 

 

 

Μαρία Ανδρεάδου στις 14 Μαρτίου 2011

“Greeklish : i nea Elliniki glwsa? Ena arhro grammeno gia to fainomeno tis neas grafis tis ellhnikis ..”

– Άν και η ονομασία Greeklish κατ’ εμέ είναι λάθος , αφού greeklish στην ουσία είναι η μίξη αγγλόφωνων λέξεων στην Ελληνική γλώσσα ,παρ όλα αυτά ,έχει καθιερωθεί αυτός ο όρος και χρησιμοποιείται ευρεία –

Greeklish : Οι περισσότεροι ίσως νομίσατε ότι πρόκειται για μια καινούργια ξένη γλώσσα που δεν γνωρίζετε …το ίδιο αναρωτήθηκα και εγώ όταν πρωτοδιάβασα τα Greeklish .Πρόκειται για τον πλέον διαδεδομένο τρόπο γραπτής -διαδικτυακής και sms -επικοινωνίας των νέων ( και όχι μόνον )

Τι είναι όμως  τα Greeklish ;

Τα Greeklish ( απο τις λέξεις Greek και English ) , είναι ένας τρόπος γραφής της Ελληνικής γλώσσας με Λατινικό αλφάβητο.

Χρησιμοποιούνται στο διαδίκτυο (internet )  ως μέσο επικοινωνίας με mail , IRC ή instant messaging , όπως  και στα sms.Τα Greeklish χρησιμοποιούνται επίσης στα διάφορα δίκτυα κοινωνικής δικτύωσης ( Facebook ) κτλ .

Πως ξεκίνησαν τα Greeklish ;

Τα Greeklish στην ουσία ξεκίνησαν απο την προσπάθεια των χρηστών του διαδικτύου να επικοινωνήσουν μέσω ενός “κοινού κώδικα” ..κοινής γλώσσας ας πούμε ..Στο παρελθόν , ήταν δύσκολη η αναγνώριση των Ελληνικών χαρακτήρων απο τους υπολογιστές.Για να επικοινωνήσουν οι χρήστες μεταξύ τους λοιπόν χρειάζοταν να χρησιμοποιήσουν την Αγγλική γλώσσα ή να δημιουργήσουν μια “δική ” τους ..και έτσι εγένετο τα Greeklish .

Η ιστορία των Greeklish

Υποστηρίζεται ότι η χρήση των Greeklish δεν είναι φαινόμενο της εποχής ,όπως και ότι δεν έχει σχέση αποκλειστικά με το διαδίκτυο.Είναι τακτική που εφαρμόστηκε απο Ελληνικές κοινότητες σε διάφορους τόπους και εποχές .

Σύμφωνα με κείμενο του 1934 απο τον Κώστα Καρθαίο , διανοούμενου της εποχής , διαβάζουμε  : ” Στη Βυζαντινή εποχή ,συναντάμε κείμενα γραμμένα με λατινικούς χαρακτήρες ..Επίσης , στη Κρήτη και στην Κύπρο κατά τον Μεσαίωνα τα λαϊκά τραγούδια γράφονταν με λατινικούς χαρακτήρες. Το 1800 στη Σμύρνη ,πολλά βιβλία τυπώθηκαν με λατικούς χαρακτήρες ..όπως και υπήρξε απόπειρα να εκδοθεί εφημερίδα γραμμένη με λατικούς χαρακτήρες…Οι Λεβαντίνοι της Σμύρνης, που μιλούσαν όλοι ελληνικά αλλά δυσκολεύονταν να μάθουν την απελπιστική ορθογραφία μας, χρησιμοποιούσαν πάντα τους λατινικούς χαρακτήρες για να γράψουν τα ελληνικά. Αργότερα, τους μιμήθηκαν οι Χιώτες και άλλοι έμποροι του εξωτερικού που έγραφαν τα γράμματα και τα τηλεγραφήματά τους στα ελληνικά αλλά με λατινικούς χαρακτήρες. Αυτή η φραγκοχιώτικη γλώσσα χρησιμοποιούνταν και από Ελληνες για να γράψουν σε άλλους Ελληνες που κατοικούσαν στη Σμύρνη, στο Λονδίνο ή αλλού. Αυτός ο τρόπος γραφής εξακολουθούσε να επιβιώνει πολύ αργότερα και τον συναντάμε αρκετά συχνά στα τηλεγραφήματα των Ελλήνων του εξωτερικού “….οι παραπάνω απόψεις του Καρθαίου πάλι , στηρίζονται σε κείμενο του Φώτου Γιοφύλλη στο περιοδικό «Πρωτοπορία» το 1930.

Χαρακτηριστικά , ο Καρθαίος μαζί με άλλους διανοούμενους της εποχής ( Γιοφύλλης ,Μένος Φιλήντας, Δημήτρης Γληνός, Νίκος Χατζηδάκης κα ) έθεσαν θέμα μεταρρύθμισης της γραφής της  Ελληνικής γλώσσας .

Στο περιοδικό “Πρωτοπορία” του 1930 ,δημοσιεύεται κείμενο του Φώτου Γiοφύλλη στα Greeklish :..«Telos, γia na min ta poliloγume, γiati tapame poles fores afta, prepi na parume to latiniko alfavito metariθmizontas to fθogoloγika kata tis anages pu ehi i γlosa mas. Etsi horis n’ agiksome tin orθografia tis arheas elinikis, pu poles tis lekses sozonde sti nea mas, benume sti horia ton politizmenon eθnon, ehume ta dieθnika γramata pu tahi olos o politismenos kosmos, ke pu ta piran tora teleftea ki i Turki».

…..ακολουθεί μια πάυση , ώσπου πολλοί υποστηρίζουν ότι πρώτη σύγχρονη χρήση των Greeklish έγινε από την Ε.Μ.Υ., την Ελληνική Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία, πολλές δεκαετίες πριν και πολύ πριν την ευρεία χρήση του διαδικτύου.Σήμερα τα Greeklish αποτελούν τον πιό διαδεδομένο τρόπο διαδικτυακής γραφής ..


Greeklish και Ορθογραφία – Πως γράφονται όμως τα Greeklish ;

Kάτι το οποίο δεν γνωρίζουμε είναι πως υπάρχει Θεσμοποιημένο σύστημα μεταγραφής από τον ΕΛΟΤ το οποίο χρησιμοποιείται από το Βρεττανικό συμβούλιο, το πρότυπο ISO 8432, αλλά ελάχιστοι το γνωρίζουν και ακόμη λιγότεροι το ακολουθούν συνειδητά. Πράγμα καθόλου παράξενο, καθώς το πρότυπο αυτό δεν διδάσκεται πουθενά.

Έτσι η χρήση των Greeklish έχει καθιερώσει τρεις βασικούς τρόπους μεταγραφής:

α) Φωνητική μεταγραφή: αποδίδει την προφορική γλώσσα και απλοποιεί την ιστορική ελληνική ορθογραφία, π.χ. «ξέρω» ως «ksero» και «χάρη» ως «chari».

β) Οπτική μεταγραφή: αυτή, σε αντίθεση με τη φωνητική, αντιγράφει κατά το δυνατό την ιστορική ορθογραφία. Γνώμονάς της είναι η μορφή των γραμμάτων, που οδηγεί σε κάπως ανορθόδοξες λύσεις, όπως στην απόδοση του «θ» ως «8» ή «0», του «ξ» ως «3», του «η» με το λατινικό «n» κ.τ.λ

γ)  Θεσιακή μεταγραφή: Βασίζεται στη θέση των χαρακτήρων στο πληκτρολόγιο και διαφέρει από το οπτικό σύστημα μόνο σε ορισμένα γράμματα· αποδίδει π.χ. το «ξ» με το λατινικό «j» αντί για «x» ή «3» που συνηθίζονται στο οπτικό σύστημα. Αντίθετα με ό,τι συχνά πιστεύεται, οι περισσότεροι χρήστες ακολουθούν με συνέπεια ένα σύστημα. Οποιος λ.χ. απλοποιεί το «ω» κατά πάσα πιθανότητα απλοποιεί και το «η». Αντίθετα, όποιος μεταγράφει το «ξ» και το «θ» ως «3» και «8», κατά κανόνα ακολουθεί το οπτικό σύστημα και για το «η» και το «ω». Ετσι, μεταγραφές όπως «3erh» (ξερή) και «Ο0wn» (Οθων) έχουν σύστημα, αλλά μεταγραφές όπως «3anthi» (ξανθή) ή «8iriodhs» (θηριώδης) όχι. Ορισμένες λέξεις είναι ιδιαίτερα δύσκολες στη μεταγραφή τους, π.χ. η λέξη «διεύθυνση» μπορεί να αποδοθεί με πάνω από 20 διαφορετικούς τρόπους.

Στην ουσία όμως σχεδόν κανείς δεν χρησιμοποιεί έναν και μόνον τρόπο Greeklish.Οι περισσότεροι χρησιμοποιούν ένα “μικτό” σύστημα , που συνδυάζει και τους τρείς παραπάνω τρόπους Greeklish γραφής.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Είναι τα Greeklish ένα φαινόμενο παροδικό; είναι μόδα; Ήρθαν για να μείνουν; Πολλοί υποστηρίζουν ότι τα Greeklish χρησιμοποιούνται και “βολεύουν” τους ανορθόγραφους ( αφού στα Greeklish δεν υπάρχουν κανόνες ορθογραφίας )

Να μας ανησυχήσει η ύπαρξη στο διαδίκτυο  ιστοσελίδων που μεταφράζουν απο Greeklish σε Ελληνικά και το αντίθετο ;(http://greeklishconverter.vangos.eu/)

Ακόμα και στο facebook έχουν δημιουργηθεί ομάδες υποστήριξης των Greeklish και ομάδες αντίθετες στη χρήση τους …και ατελείωτοι “καυγάδες” έχουν διεξαχθεί μεταξύ των χρηστών ,λαμβάνοντας ενίοτε και “εθνικιστικό” χαρακτήρα..

Πάντως , αν δεχτεί κανείς ότι η χρησιμοποίηση των Greeklish εξυπηρετούσε κάποιον σκοπό επικοινωνίας τα προηγούμενα χρόνια …μεγάλο είναι το ερώτημα που τίθεται στη σύγχρονη Ελλάδα , όπου και διαδικτυακά πλέον η Ελληνική γραμματοσειρά υποστηρίζεται πλήρως ..Ποιός ο λόγος επικοινωνίας σε μια άλλη “καινούργια” γλώσσα ;;

 

 

 

 

 

 



 

 


.