Ποίηση

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 26 Νοεμβρίου 2023

Όταν στρώνεις το τραπέζι

πριν καθίσεις

να ελέγχεις σχολαστικά

την αντικρινή σου καρέκλα

αν είναι γερή μήπως τρίζει

μήπως χαλάρωσαν οι εγκοπές

μήπως φαγώθηκαν οι αρμοί

αν υποσκάπτει το σκελετό

σκουλήκι

γιατί εκείνος που δεν κάθεται

γίνεται κάθε μέρα όλο και πιο

βαρύς

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 12 Νοεμβρίου 2023

…” Η πιο ανήθικη πράξη είναι η έλλειψη αυτογνωσίας”….

 

” ΙΘΑΚΕΣ”

Δεν αναγκάστηκα να αλλαξοπιστήσω, ούτε χρειάστηκε να προσκυνήσω κατακτητή, δεσπότη ή βασιλιά..

Όμως στον κόσμο λέω τώρα ότι, μόνη κατάφερε η δική μας νιότη, αυτά που ο Οδυσσέας δεν τόλμησε να κάνει….

Γυρνώντας δηλαδή από λιμάνι σε λιμάνι, νες Ιθάκες ιδρύσαμε παντού. Σε Καναδά και Αμερική ως το Περού, σε Αυστραλία,  σ’ Αφρική και σε Ευρώπη, βέβαια πάντα μαζί με κάποια Πηνελόπη.

Όμως αφήσαμε Πόντο και Μικρασία στην φλύαρη του Μεγαλέξανδρου γοργόνα, στις θάλασσες να διαλαλεί την ασυναρτησία, πως τάχα, η σάρισσα, όπλο του Μακεδόνα, ( του Αλεξάνδρου εννοεί το μακρύ δόρυ), δεν έπαψε, ούτε θα πάψει ν’  απειλεί, αυτούς που πάτησαν την Σμύρνη και την Πόλη, και ξερρίζωσαν τις Ιθάκες απ’ την Ανατολή.

“ΟΠΤΑΣΙΕΣ”

Όρμο με όρμο, γύρισα όλο το νησί,μήπως και βρω με ποιό δελφίνι καβάλα πας εσύ, εκεί που θέλαμε μία ημέρα να φτάσουμε μαζί.

Είδα σειρήνες  και γοργόνες ως και αυτήν που είχε πει πως πάντα ο Μεγαλέξανδρος θα βασιλεύει και θα ζεί, φτάνει αυτό να πιστεύει, έστω και μόνο ένα παιδί.

Κουράστηκα να λάμνω ώρες επάνω στο κουπί, χωρίς πια να ελπίζω το μαγικό να βρω ραβδί, έρημο καράβι ξύλο μέσ’ των κυμάτων τη σπατάλη, πήρα του γυρισμού τον δρόμο, όρμο με όρμο πάλι, όταν σε είδα να καλπάζεις μέσα στου ήλιου την χλιδή.

“Η ΔΥΝΑΣΤΕΙΑ ΤΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ”

Ἀναρωτιόταν τ᾿ ἄλογο τοῦ βασιλιᾶ μὲ πόνο,
ποιὰ τάχα θὰ ῾χε τύχη ἂν δὲν ἐζοῦσε ἐκεῖ,
σ᾿ ἐκείνη τὴν ὑγρὴ τοῦ στάβλου φυλακή,
ἀλλ᾿ ἔτρεχε ὁλημερίς, ἐλεύθερο καὶ μόνο,
στοῦ κάμπου τοῦ θεσσαλικοῦ τὴν τρυφερὴ βοσκή,
κι ὕστερα, κάτω ἀπὸ τὸν ἴσκιο τοῦ δροσεροῦ Πηλίου,
ἀγνάντευε τὰ χρώματα στὴ δύση τοῦ ἡλίου…

Αὐτὰ σκεφτόταν τ᾿ ἄλογο, χωρὶς νὰ ξέρει ὅμως,
πὼς πλάι του, ἕνας κένταυρος, ὁ νέος ἱπποκόμος,
τὸν θάνατο σχεδίαζε κάποιου νέου Λαπίθη,
τοῦ βασιλιᾶ, ποὺ Μέθυσος ἀναίτια ἐκλήθη.

Εἶναι λοιπὸν βασιλοκτόνος ἡ ἀρχὴ τοῦ Βασιλείου!
Ὅμως τὸ ἔγκλημα μὲ τὸν καιρὸ τὸ σκέπασε ἡ λήθη·
ποτὲ δὲν τὸ μνημόνευσε βιβλίο τοῦ σχολείου·
(ἡ ἱστορία στὰ παιδιά, χρηστὰ διδάσκει ἤθη).
Κι ἔτσι, ἀρχίζει ἡρωικὰ τὸ ἔνδοξο παραμύθι,
ἀπὸ τοὺς φερομένους ὡς Μακεδόνες βασιλεῖς,
(ἐνῶ στ᾿ ἀλήθεια ἦταν ἀρμενικῆς καταγωγῆς).
Βουλγάρους κατετρόπωσαν καὶ Παυλικιανούς,
τοὺς Πετσενέγους νίκησαν καὶ τοὺς Σαρακηνούς.
Χάρη στὸ ἔργο τὸ δικό τους ἡ αὐτοκρατορία
εἶδε τὰ σύνορά της, σὲ Δύση καὶ σ᾿ Ἀνατολή,
νὰ φτάνουν στὸν Εὐφράτη, στὸν Ἴστρο, στὴν Συρία,
ὡς καὶ στὴν Κάτω Ἰταλία, πέρα ἀπ᾿ τὴν Καλαβρία.

Τότε κι ὁ Πατριάρχης βρῆκε τὴν εὐκαιρία
θέμα νὰ θέσει στὸν Ποντίφηκα γιὰ τὴ διαδοχὴ
(ἤθελε ν᾿ ἀποκτήσει πιὰ τὴν πρωτοκαθεδρία).
Κι ἔγινε στὴν Χριστιανοσύνη κλυδωνισμὸς καὶ σάλος,
γιὰ τὸ ποιὸς ἀπ᾿ τοὺς δύο θὰ εἶναι ὁ μεγάλος,
ὁ ἕνας οἰκουμενικός, πρωτόθρονος ὁ ἄλλος.

Ὑπὲρ τοῦ Πάπα ἔληξαν οἱ στεῖροι αὐτοὶ ἀγῶνες
μ᾿ ἐκείνη τὴν τετάρτη λατινικὴ σταυροφορία.
Τότε ὅμως ἀπ᾿ τὴν Πόλη εἶχαν ἐκλείψει οἱ Μακεδόνες
κι ἦταν τὸ μεγαλεῖο τους μία ξεχασμένη ἱστορία.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 4 Νοεμβρίου 2023

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

….”Προσπάθησε, κάθε μέρα να θυμάσαι και να πραγματοποιείς τι πιστεύεις.

Κι αν χρειαστεί κάποτε για τη ζωή σου, για το σκοπό της ζωής σου, να ξεχάσεις, να γυρίσεις πλευρό, ν’ ανασάνεις, τότε δοκίμασε να αφεθείς ολότελα, να ζήσεις τυφλός για κάποιο διάστημα. Ίσως η γαλήνη που γυρεύεις να βρίσκεται ακριβώς στην ισορροπία μιας τέτοιας θέσης και μιας τέτοιας άρσης.

Ζήσε ολόκληρος. Γράφω έχοντας μπροστά μου, πλαισιωμένην από το διχαλωτό κορμό μιας οξιάς, την καμπούρα μιας κορυφής του ανατολικού βουνού που σβήνει, δεξιά, στη θάλασσα, και κόβεται λίγο ψηλότερα, αριστερά, από τη δημοσιά που πηγαίνει στη Ζαγορά….

Προσπάθησε, κάθε μέρα να πραγματοποιείς τι πιστεύεις                   «Αυτό που είμαστε, ο Θεός μονάχα μπορεί να το συμπληρώσει.» Διάλογος ανάμεσα στον άνθρωπο (εμένα ο altra cosa) και τον άνθρωπο (ή ένα θεό)˙ αυτή η ακατάπαυτη συναλλαγή με τη θάλασσα, τα βουνά, το φως και τον αέρα. Τα βουνά, το ένα μέσα στο άλλο, είναι σώματα που αγκαλιάζουνται, χύνουνται το ένα μέσα στο άλλο, προχωρούν και σε συμπληρώνουν. Το ίδιο με τη θάλασσα. Αυτό το καταπληκτικό πράγμα γίνεται. Αδύνατο να διατυπώσω καλύτερα τούτη την αποκάλυψη. Από εκεί και πέρα, αν είσαι ή όχι ένα πρόσωπο, δεν έχει καμιά σημασία. Ή: το πρόσωπο δεν είσαι πια εσύ, το πρόσωπο είναι εκεί. Αν μπορείς, το συμπληρώνεις. Αν μπορείς, κάνεις μια πράξη ιερή. Σ’ αυτό το σημείο, ευτυχία ή δυστυχία δε σημαίνουν τίποτε. Είναι μια πάλη που γίνεται σε άλλους τόπους.

Διαστολή της ψυχής μέσα σ’ αυτό τον άλλο κόσμο. “…..

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 4 Νοεμβρίου 2023

Ο Ελύτης δόμησε ολόκληρο το έργο του με άξονα το φως, διαμόρφωσε μία “ηλιακή μεταφυσική” –δεν μιλούμε απλώς για μία φυσική προτίμηση, αλλά για μία πολυσήμαντη έννοια” θα πει σε παλιότερη συνέντευξή της ηΙουλίτα Ηλιοπούλου, η γυναίκα που ερωτεύτηκε, αγάπησε και στάθηκε δίπλα στον Οδυσσέα Ελύτη μέχρι το τέλος της ζωής του. Η καθοριστική σχέση του σπουδαίου ποιητή που

– Πώς ήταν μια τυπική ημέρα στο ποιητικό εργαστήριο του Ελύτη;

Τυπική ηµέρα δεν υπήρχε. Αναζητούσε τη συνέχεια ενός στίχου για πολύ καιρό, µπορεί για δεκαετίες ολόκληρες – δεν ήταν από τους ποιητές που ολοκλήρωναν ένα ποίηµα µέσα σε ένα εύλογο διάστηµα µιας ηµέρας ή µιας εβδοµάδας. Υπήρχαν περίοδοι που δούλευε παράλληλα κείµενα ή συλλογές. Οταν έγραφε, σταµατούσε να διαβάζει και να ζωγραφίζει και αφοσιωνόταν σε αυτό που δούλευε. ∆εν του άρεσε ένα κείµενο που ο ίδιος θεωρούσε ανολοκλήρωτο να παραµένει. Είχε την τόλµη και κατέστρεφε έργα ηµιτελή, εικαστικά, τα πάντα. Με την κυκλοφορία µας ποιητικής συλλογής απαλλασσόταν από χειρόγραφα και δακτυλόγραφα που σχετίζονταν µε αυτήν, παρέχοντας στον εαυτό του την ελευθερία να δει καθαρά το επόµενο βήµα. Σαφώς έγραφε πολύ περισσότερο το βράδυ παρά το πρωί. Οσο και αν στην ποίησή του ένας ουσιαστικός φυσικός και µεταφυσικός άξονας είναι το φως, στη δουλειά του προτιµούσε την ησυχία της νύχτας.

-Ο ίδιος πώς ζούσε στην καθημερινότητά του; Και με ποιο τρόπο μετουσίωνε απλά, καθημερινά πράγματα, σε ποίηση;

Όπως η ποίηση είναι υπέρβαση, άρση των αντιθέσεων, ελεύθερη, συνδυαστική φαντασία, αλλά και τάξη και οριοθέτηση, έτσι και ο ποιητής μπορεί να γίνεται παραγωγός θαυμάτων, αλλά συνάμα είναι και ένας επίμονος καλλιεργητής, με “λογισμό και μ’ όνειρο” οπλισμένος. Ο Ελύτης ζούσε με τάξη και πρόγραμμα, με αφοσίωση στη δουλειά του, πάντα πολύ απλά. Δεχόταν τα ερεθίσματα αναμφίβολα, αλλά ο θεματικός πυρήνας των ποιημάτων του δεν ήταν ανιχνεύσιμος –τις περισσότερες φορές και σε πρώτο επίπεδο– μέσα στην τρέχουσα πραγματικότητα. Μία ιδιαίτερα εσωτερική διαδικασία νοηματοδοτούσε τα θέματά του και τα μετουσίωνε γλωσσικά.

– Υπάρχουν άλλα στοιχεία της καθημερινής ζωής που διαφοροποιούν τον άνθρωπο Ελύτη από τον ποιητή;

Αντιθέτως, υπήρχε εντυπωσιακή συνέπεια ανάµεσα στις αρχές που ανιχνεύει κανείς στο έργο του και στις αρχές που εφάρµοζε στην καθηµερινότητά του. Το ότι εργαζόταν βράδυ ήταν η µόνη αντίφαση, αν µπορεί να τη θεωρήσει κανείς αντίφαση, όπως και το γεγονός ότι ενώ όλη η ποίησή του είναι ανοιχτή στο ύπαιθρο ο ίδιος δεν διενοείτο να γράψει πουθενά αλλού εκτός από το γραφείο του. Σε επίπεδο όµως ηθικών και αισθητικών αρχών δεν υπήρχε καµία ουσιαστική διάσταση. Την ολιγάρκεια που διακηρύσσει στο έργο του, την απόλυτη αντίθεσή του στην αντίληψη της πρακτικής ζωής του συµφέροντος ή του κέρδους, τη δικαιοσύνη ή την αθωότητα, όλα τα έβρισκε κανείς στον τρόπο µε τον οποίο διαχειριζόταν το εικοσιτετράωρό του.

-Πόσο άλλαξε η οπτική σας απέναντί της αφότου “γνωρίσατε” τον Ελύτη;

Τον Ελύτη τον γνώρισα νωρίς στη ζωή μου. Για μένα τότε και τώρα αποτελούσε και αποτελεί την πραγμάτωση της θαυμαστής πληρότητας περιεχομένου και έκφρασης –σας το λέω όπως το εξέφραζα τότε, μαθήτρια.

-Από όσα σας έλεγε κατά καιρούς, ποιο είναι εκείνο που θα κρατούσατε για τη σημερινή εποχή;

Απ’ όσα μας έλεγε, σε όλους, και μας λέει καθημερινά μέσα απ’ το έργο του, ας κλείσουμε με την προτροπή να αναζητήσουμε μες στην πραγματικότητά μας “το βαθύτερο νόημα ενός ταπεινού παραδείσου, που είναι ο αληθινός μας εαυτός, το δίκιο μας, η ελευθερία μας, ο δεύτερος και πραγματικός ηθικός μας ήλιος”.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 22 Οκτωβρίου 2023

Δώδεκα και μισή.

Γρήγορα πέρασεν η ώρα
απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα,
και κάθησα εδώ.

Καθόμουν χωρίς να διαβάζω,
και χωρίς να μιλώ. Με ποιόνα να μιλήσω
κατάμονος μέσα στο σπίτι αυτό.

Το είδωλον του νέου σώματός μου,
απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα,
ήλθε και με ηύρε και με θύμησε
κλειστές κάμαρες αρωματισμένες,
και περασμένην ηδονή – τι τολμηρή ηδονή!

Κ’ επίσης μ’ έφερε στα μάτια εμπρός,
δρόμους που τώρα έγιναν αγνώριστοι,
κέντρα γεμάτα κίνησι που τέλεψαν,
και θέατρα και καφενεία που ήσαν μια φορά.

Το είδωλον του νέου σώματός μου
ήλθε και μ’ έφερε και τα λυπητερά·
πένθη της οικογένειας, χωρισμοί,
αισθήματα δικών μου, αισθήματα
των πεθαμένων τόσο λίγο εκτιμηθέντα.

Δώδεκα και μισή. Πως πέρασεν η ώρα.
Δώδεκα και μισή. Πως πέρασαν τα χρόνια.

(1917)

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 19 Οκτωβρίου 2023

Μοναδικέ μήνα του χρόνου με ωμέγα
και του φθινόπωρου μοναδικέ, με δίχως μι,
της ολοκλήρωσης εσύ, σύμβολο μέγα
και της φυγής της Περσεφόνης, αφορμή.
*
Οκτώβρη μήνα, που γλυκιά μελαγχολία
κυριαρχεί μέσ’ την ψυχή μας
και στο νου,
εσύ, αυτοδίδακτε ζωγράφε, με μαγεία,
βάψτην σε χρώμα πορφυρένιου δειλινού .
*
Της φύσης ξαφνικά, θ’ αλλάξεις χρώμα,
φύλλα απ’ τα δέντρα, σαν ελπίδες
θα σκορπίσουν,
χρωματιστό χαλί θα απλωθούν
στο χώμα
κι εκεί, όσα δεν πρόλαβαν, θα ζήσουν.
*
Με στροβιλίσματα, το ύστατο
“έχε γεια”,
λεν’ οι μικρές παλάμες, που αρνούνται
να πεθάνουν,
το ένα απ’ τ’ άλλο, μια παρηγοριά
ζητούν, μέσ’ στις γωνιές πριν
αποκάνουν.
*
Ρίγη ξυπνούνε οι κροκόπεπλες αυγές,
μα, οι ‘λιοπερίχυτές σου μέρες
θα ζεστάνουν ,
τις ασυμβίβαστες, αντάρτισσες καρδιές,
που ακροβατώντας, καλοκαιρινά όνειρα κάνουν.
*
Τα χελιδόνια, πήραν τους ουρανοδρόμους
κι έχουν για το ταξίδι τους,
όση απαιτείται πείρα,
αχ !!! και να είχαμε κι εμείς φτερά
στους ώμους,
να ψάξουμε την Άνοιξη, πέρα από
τη Μοίρα.

Από την Παρασκευή Μπαρδάνη

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 7 Οκτωβρίου 2023

Ἐπὶ σκηνῆς
Ἡ θάλασσα- πῶς ἔγινε ἔτσι ἡ θάλασσα;
Ἄργησα χρόνια στὰ βουνὰ-
μὲ τύφλωσαν οἱ πυγολαμπίδες.
Τώρα σὲ τοῦτο τ᾿ ἀκρογιάλι περιμένω
ν᾿ ἀράξει ἕνας ἄνθρωπος
ἕνα ὑπόλειμμα, μιὰ σχεδία.

Μὰ μπορεῖ νὰ κακοφορμίσει ἡ θάλασσα;
Ἕνα δελφίνι τὴν ἔσκισε μία φορὰ
κι ἀκόμη μιὰ φορὰ
ἡ ἄκρη τοῦ φτεροῦ ἑνὸς γλάρου.

Κι ὅμως ἦταν γλυκὸ τὸ κύμα
ὅπου ἔπεφτα παιδὶ καὶ κολυμποῦσα
κι ἀκόμη σὰν ἤμουν παλικάρι
καθὼς ἔψαχνα σχήματα στὰ βότσαλα,
γυρεύοντας ρυθμούς,
μοῦ μίλησε ὁ Θαλασσινὸς Γέρος:
«Ἐγὼ εἶμαι ὁ τόπος σοὺυ
ἴσως νὰ μὴν εἶμαι κανεὶς
ἀλλὰ μπορῶ νὰ γίνω αὐτὸ ποὺ θέλεις

Παντούμ
Τ’ αστέρια κρατούν έναν κόσμο δικό τους
στο πέλαγο σέρνουν φωτιές τα καράβια
ψυχή μου λυτρώσου απ’ τον κρίκο του σκότους
πικρή φλογισμένη που δέεσαι μ’ ευλάβεια.

Στο πέλαγο σέρνουν φωτιές τα καράβια
η νύχτα στενεύει και στέκει σαν ξένη
πικρή φλογισμένη που δέεσαι μ’ ευλάβεια
ψυχή μου γνωρίζεις ποιός νόμος σε δένει.
Η νύχτα στενεύει και στέκει σαν ξένη

στο μαύρο μετάξι τα φώτα έχουν σβήσει
ψυχή μου γνωρίζεις ποιός νόμος σε δένει
και τί θα σου μείνει και τί θα σ’ αφήσει.
Στο μαύρο μετάξι τα φώτα έχουν σβήσει
ακούγουνται μόνο του χρόνου τα σείστρα·

και τί θα σου μείνει και τί θα σ’ αφήσει
αν τύχει κι αστράψει η βουβή πολεμίστρα.
Ακούγουνται μόνο του χρόνου τα σείστρα
μετάλλινη στήλη στου πόνου την άκρη
αν τύχει κι αστράψει η βουβή πολεμίστρα

ούτε όνειρο θά βρεις να δώσει ένα δάκρυ.
Μετάλλινη στήλη στου πόνου την άκρη
ψηλώνει η στιγμή σα μετέωρο λεπίδι
ούτε όνειρο θά βρεις να δώσει ένα δάκρυ
στο πλήθος σου το άυλο που σφίγγει σα φίδι.

Ψηλώνει η στιγμή σα μετέωρο λεπίδι
σαν τί να προσμένει να πέσει η γαλήνη;
στο πλήθος σου το άυλο που σφίγγει σα φίδι
δεν είναι ουρανός μηδέ αγγέλου ευφροσύνη.
Σαν τί να προσμένει να πέσει η γαλήνη;

Σ’ ανθρώπους κλειστούς που μετρούν τον καημό τους
δεν είναι ουρανός μηδέ αγγέλου ευφροσύνη
τ’ αστέρια κρατούν έναν κόσμο δικό τους.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 22 Σεπτεμβρίου 2023

Είμαστε άνθρωποι πικραμένοι. Μεγαλώσαμε και είμαστε πολύ πικραμένοι
Δεν μας παρηγορεί η υγεία: μιά πλήξη πια, υγιείς εμείς μόνο να την ευχόμαστε στους συνανθρώπους.
Δεν μας παρηγορούν τα χρήματα: έχουμε τόσα που μπορούμε και να τα αγοράσουμε.
Δεν μας παρηγορούν ούτε τα σώματα: μας παραδίδονται αφειδώς γιατί το σφρίγος πάντοτε ποθούσε η σοφία.
Είμαστε άνθρωποι πικραμένοι. Μεγαλώσαμε και είμαστε πολύ πικραμένοι.
Αυτό μονάχα μας παρηγορεί.
«Εγώ κοιτάζω το μέλλον μου»

Σε βλέπω τώρα που γερνάς και είσαι η μόνη εναπομείνασα με τις παλιές εκείνες πούδρες που αντιστέκονται με το κουμ-καν της Τρίτης το κολιέ τα σκουλαρίκια του ’50 και μ ου θυμίζεις τις καλές εποχές που όλοι οι δικοί μας ζούσανκαι ρυθμίζατε το μέλλον μου με τόση ασφάλεια ανυποψίαστη. Σε βλέπω και με πιάνει πανικός να, ότι ζεις κι απ’ ώρα σ’ ώρα ότι ραγίζεις και σου το λέω σα να ’φταιγες εσύ και μου απαντάς διώχνε τις μαύρες σκέψεις όλοι κάποια μέρα άντε σινεμαδάκι να ξεσκάσεις κοίταξε το μέλλον σου. Έλα λοιπόν, φύγε κι εσύ λοιπόν φύγε να μείνω μόνος με το μέλλον μου μια και το μόνο μέλλον μου είναι να γίνουν όλα γύρω παρελθόν.
«Πιάνο βυθού”

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 28 Αυγούστου 2023

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, μπόρεσα να καταλάβω ότι ο συναισθηματικός πόνος και η θλίψη, απλώς με προειδοποιούσαν να μη ζω κόντρα στην αλήθεια μου.
Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε Αυθεντικότητα.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, κατάλαβα σε πόσο δύσκολη θέση ερχόταν κάποιος με το να του επιβάλλω τις επιθυμίες μου, παρότι ήξερα ότι
ούτε ήταν κατάλληλη η στιγμή ούτε ο άνθρωπος ήταν έτοιμος, ακόμα κι αν αυτός ο άνθρωπος ήμουν εγώ.
Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε Αυτοεκτίμηση.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, έπαψα να λαχταρώ μια άλλη ζωή και μπόρεσα να δω ότι τα πάντα γύρω μου με προκαλούσαν να μεγαλώσω.
Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε Ωριμότητα.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, κατάλαβα ότι βρίσκομαι πάντα και σε όλες τις περιστάσεις, την κατάλληλη στιγμή και στο σωστό μέρος και ότι όλα όσα γίνονται είναι σωστά. Από τότε κατάφερα να γαληνέψω.
Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε Αποδοχή.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, έπαψα να στερούμαι τον ελεύθερο χρόνο μου και σταμάτησα να κάνω μεγαλόπνοα σχέδια για το μέλλον.
Σήμερα κάνω μόνο ό,τι με ευχαριστεί και με γεμίζει χαρά, ό,τι αγαπώ και κάνει την καρδιά μου να γελά, με τον δικό μου τρόπο και στους δικούς μου ρυθμούς.
Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε Ειλικρίνεια.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, απελευθερώθηκα από ό,τι δεν ήταν υγιές για μένα. Από φαγητά, άτομα, πράγματα, καταστάσεις και από ό,τι με τραβούσε συνεχώς μακριά από τον ίδιο μου τον εαυτό. Στην αρχή το ονόμαζα “υγιή εγωισμό”.
Αλλά σήμερα ξέρω ότι είναι Αυταγάπη.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, έπαψα να θέλω να έχω πάντα δίκιο. Έτσι έσφαλλα πολύ λιγότερο.
Σήμερα κατάλαβα ότι αυτό το λέμε Απλότητα.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, αρνήθηκα να συνεχίσω να ζω στο παρελθόν και να ανησυχώ για το μέλλον μου. Τώρα ζω περισσότερο τη στιγμή όπου όλα συμβαίνουν.
Έτσι σήμερα, ζω την κάθε μέρα και αυτό το λέω Πληρότητα.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, συνειδητοποίησα ότι η σκέψη μου μπορεί να με κάνει μίζερο και άρρωστο. Όταν όμως επικαλέστηκα τις δυνάμεις της καρδιάς μου, η λογική απέκτησε έναν πολύτιμο σύντροφο.
Αυτή τη σχέση την ονομάζω σήμερα σοφία της καρδιάς.

Δεν υπάρχει λόγος να φοβόμαστε τις αντιπαραθέσεις, τις συγκρούσεις και τα προβλήματα με τον εαυτό μας και τους άλλους γιατί καμιά φορά, ακόμα και τα άστρα εκρήγνυνται και δημιουργούνται νέοι Γαλαξίες.

Σήμερα ξέρω ότι αυτό είναι η ζωή.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 24 Ιουλίου 2023

“ΑΝΕΒΗΚΑΜΕ στα φτερά των χελιδονιών για να κόψουμε
λουλούδια από τον ουρανό.
Δεν έχει ο αγέρας του καλοκαιριού κανένα μυστικό για μας που περπατάμε ξυπόλυτοι στα χόρτα και μιλάμε στα τζιτζίκια τη γλώσσα του ήλιου.
Η φωτιά κάηκε ολόκληρη και γίνηκε πάλι φωτιά.
Φτιάχνουμε λουλουδένια δαχτυλίδια κι αρραβωνιαζόμαστε με τα δέντρα, με τον αέρα, με την πρώτη σιωπή.
Κάθε λιθάρι μας ξέρει όπως εμείς ξέρουμε κάθε αστέρι που κοιμάται στο νερό.
Τα βράδια οι ακακίες περνούν απέξω απ’ τα παράθυρα μας, πηδάνε το ανοιχτό περβάζι μας κι αφήνουν στο ποτήρι ένα κλωνάκι ολάνθιστο.
Φέραμε πάλι στο μεγάλο πράσινο χωράφι τον εύθυμο θεό των αμπελιών, που απ’ τα γένια του στάζουν οι μούστοι, που τα πόδια του μοιάζουν με του τράγου κι όμως το βλέμμα του είναι μαλακό και τρυφερό σαν του Χριστού.

Χτες και προχτές, όλη νύχτα, πασκίζαμε να μετρήσουμε τ’ άστρα.
Και τ’ άστρα είναι τόσα, όση κι η καρδιά μας, κι η καρδιά μας είναι πιο πολύ απ’ τ’ άστρα.
Χτες βράδυ δεν κοιμήθηκαν καθόλου τα παιδιά. Είχανε κλείσει ένα σωρό τζιτζίκια στο κουτί των μολυβιών, και τα τζιτζίκια τραγουδούσαν κάτου απ’ το προσκεφάλι τους ένα τραγούδι που το ξέραν τα παιδιά από πάντα και το ξεχνούσαν με τον ήλιο.
Χρυσά βατράχια κάθονταν στις άκρες των ποδιών χωρίς να βλέπουν στα νερά τη σκιά τους, κι ήτανε σαν αγάλματα μικρά της ερημιάς και της γαλήνης.
Τότε το φεγγάρι σκόνταψε στις ιτιές κι έπεσε στο πυκνό χορτάρι.
Μεγάλο σούσουρο έγινε στα φύλλα.
Τρέξανε τα παιδιά, πήραν στα παχουλά τους χέρια το φεγγάρι κι όλη τη νύχτα παίζανε στον κάμπο.
Τώρα τα χέρια τους είναι χρυσά, τα πόδια τους χρυσά, κι όπου πατούν αφήνουνε κάτι μικρά φεγγάρια στο νοτισμένο χώμα.
Μα, ευτυχώς, οι μεγάλοι δεν ξέρουν πολλά, δεν καλοβλέπουν.
Μονάχα οι μάνες κάτι υποψιάστηκαν.
Γι’ αυτό τα παιδιά κρύβουνε τα χρυσωμένα χέρια τους στις άδειες τσέπες, μην τα μαλώσει η μάνα τους που όλη τη νύχτα παίζανε κρυφά με το φεγγάρι.
Κανένας δεν ξέρει τίποτα για μας όταν μιλάμε σιγά στ’ αυτί μιας πεταλούδας.
Κανένας δεν θυμάται πως μίλησε με την αυγή τότε που τα λουλούδια ξέραν τη φωνή του και τα πουλιά κρατούσανε σημαίες και σάλπιγγες και πέρναγαν σαν μολυβένια στρατιωτάκια στο δρόμο της πρωινής αχτίνας.
Εμείς κάτι θυμόμαστε όταν ανοίγει τα παράθυρα η άνοιξη και τινάζει τα σεντόνια του ύπνου μες στο φως…………..

Τα μεσημέρια που κοιμόνταν οι μεγάλοι, τα παιδιά φεύγαν απ’ τα σπίτια, κυλιόντουσαν στα χόρτα, δαγκώνανε τα φύλλα της
αλυγαριάς κι αγκάλιαζαν τα δέντρα.
Όλο το δάσος μύριζε γυμνή γυναίκα.
Μεγάλες πεταλούδες μαρτυρούσανε τα μυστικά της άνοιξης κι οι σαύρες με τα σμαραγδένια μάτια ολάνοιχτα κρυφάκουγαν περίεργες πίσω απ’ τις πέτρες.
Εμείς δεν βλέπαμε το φράχτη. Παρακαλέσαμε ύστερα τις κάργιες να μην πουν τίποτα της μάνας μας για ότι γίνηκε πίσω απ’ τα δέντρα που στάζαν ρετσίνι.

ΕΙΧΑΜΕ φτιάξει ένα αμάξι με καρυδότσουφλο. Μια κουβαρίστρα βάλαμε για ρόδες. Ζέψαμε δυο μυρμήγκια και φορτώσαμε τριφύλλι.. σε κανέναν μην πεις που πηγαίνουμε.
Ο αντίλαλος του πηγαδιού ακούει κι οι σπηλιές ξαναλέν τη φωνή μας.
Ο ήλιος καίει τις πέτρες κι αχνίζουν κάποιοι καπνοδόχοι αθώρητοι στις άσπρες πολιτείες των χαμομηλιών.
Οι σουσουράδες πήρανε τα ψάθινα καπέλα μας και τα φορέσαν.
Τώρα καθισμένες απάνου στο ψηλό μπαλκόνι της μουριάς μας κοροϊδεύουν. Κι εμείς κοροϊδεύουμε τις σουσουράδες
………………………………………………….Απόσπασμα

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 19 Ιουλίου 2023

Την πρώτη νύχτα πλησιάζουνε
και κλέβουν ένα λουλούδι
από τον κήπο μας
και δε λέμε τίποτα.

Τη δεύτερη μέρα δε κρύβονται
πλέον
περπατούνε στα λουλούδια,
σκοτώνουν το σκυλί μας
και δε λέμε τίποτα.

Ώσπου μια μέρα
– την πιο διάφανη απ’ όλες
μπαίνουν άνετα στο σπίτι μας
ληστεύουν το φεγγάρι μας
γιατί ξέρουνε το φόβο μας
που πνίγει τη φωνή στο λαιμό μας.

Κι επειδή δεν είπαμε τίποτα
πλέον
δεν μπορούμε να πούμε τίποτα.

ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 11 Ιουνίου 2023

Στὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου, χαρίσματα θεϊκά,
Ὁλανοιγμένα νοιώθω δυὸ μάτια μυστικά.

Δὲν τὰ φωτίζει ὁ ἥλιος ποῦ λάμπει γιὰ τὴ γῆ
Καὶ πέρνουν φῶς ἀπ’ ἄλλη πιο καθαρὴ πηγή.

Στὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου, ποῦ πάθη ταπεινὰ
Δὲν ἔχουν τόπο, νοιώθω δυὸ μάτια φωτεινά.

Καὶ βλέπω τὰ κρυμμένα, τ’ ἀθώρητα θωρῶ,
Τὸν ἄνθρωπο, τὴν πλάσι, τ’ ἀστέρια, τὸν καιρό.

Στὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου κ’ ἐκεῖ ποῦ δὲ μπορεῖς
Ποτέ σου νἄμπῃς − νοιώθω δυὸ μάτια ὁλημερίς.

Χεροπιαστὰ ξανοίγω τὰ πλάσματα τοῦ νοῦ
Κ’ ἐπάνω μου σκυμμένους ἀγγέλους τ’ οὐρανοῦ.

Στὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου τὰ μαῦρα − μὴ σκιαχτῇς!
Ὁλανοιγμένα νοιώθω δυὸ μάτια ὁλυνυχτίς.

Καὶ χώρα ξαντικρύζω μ’ ἀσύγκριτη ὠμορφιά,
Μακρυὰ ἀπ’ τὴν τρικυμία κι ἀπὸ τὴ συγνεφιά.

Στὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου τὰ πλέον μυστικὰ
Ὁλανοιγμένα νοιώθω δυὸ μάτια ἁρμονικά.

Κι ὅλο μ’ ἐκεῖνα βλέπω μιὰ λύρα μαγική…
Ὠϊμέ! τὰ δάχτυλά μου δὲ φτάνουν ὡς ἐκεῖ.

Στὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου, ποῦ πάθη ταπεινὰ
Δὲν ἔχουν τόπο, βρίσκω δυὸ μάτια φωτεινά.

Καὶ βλέπω ἀγάλια ἀγάλια μπροστά μου νὰ περᾷ
Ὁ κόσμος τῶν ὀνείρων μὲ τὰ χρυσὰ φτερά.

Στὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου δυὸ μάτια μυστικὰ
Τὰ νοιώθω ὁλανοιγμένα, χαρίσματα θεϊκά.

Διαβάζω ‘ς τὸ βιβλίο τῆς φύσεως τὸ τρανὸ
Κάθε σβυστὸ ψηφίο καὶ νόημα σκοτεινό

Στὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου, ‘ς τὰ βάθη τὰ ἱερά,
Ὁλανοιγμένα νοιώθω δυὸ μάτια λαμπερά.

Τὰ περασμένα ἐμπρός μου διαβαίνουνε ξανά,
Καὶ δέχοντ’ ἄλλο σχῆμα καὶ φῶς τὰ τωρινά.

Στὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου τ’ ἀμόλυντα γλυκὰ
Γλυκὰ ἀνοιγμένα νοιώθω δυὸ μάτια μυστικά.

Καὶ δείχνεται τὸ μέλλον ἀκόμα τὸ κρυφτὸ
Στὰ μάτια τῆς ψυχῆς μου ‘σὰν ἀστραπὴ κι αὐτό.

Ἐκεῖ ποῦ ἡ σκύλα ἡ Ἔγνοια δὲν πάει, δὲν ἀλυχτᾷ,
Μέσ’ ‘ςτὴν ψύχή μου κρύβω δυὸ μάτια ὁλανοιχτά.

Μιὰ μέρα τ’ ἄλλα μάτια, ποῦ εἶνε ἀπὸ γῆ πλαστά,
Θὰ λυώσουν μέσ’ ‘ς τὸ μνῆμα μὲ τὸ κορμὶ κλειστά.

Στὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου ποῦ πάθη κοσμικὰ
Δὲν ἔχουν τόπο, νοιώθω δυὸ μάτια μυστικά.

Αὐτὰ δὲ θὰ κλεισθοῦνε ποτέ, δὲ θὰ χαθοῦν,
Ἐλεύθερα μιὰ μέρα γοργὰ θὰ φτερωθοῦν.

Τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μου, τὰ μάτια τὰ θεϊκά,
Ποῦ μέσα μου ἀνοιγμένα τὰ νοιώθω μυστικά,

Ψηλότερ’ ἀπ’ τ’ ἀστέρια, ‘ς τὸν ἕβδομο οὐρανό,
Θὲ ν’ ἀνταμώσουν πάλι τὸ Φῶς τὸ ἀληθινό!

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 11 Ιουνίου 2023

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
Μέρες Γ’ 1934-1940

“Σκέψη του παροδικού που σε παραλύει.
Σπίτια, θάνατοι, χωρισμοί.
Η ζωή του ανθρώπου είναι καμωμένη από καιρούς.

Καιρός να σπείρεις, καιρός να θερίσεις, καιρός της θλίψης, καιρός της χαράς, καιρός της αγάπης, καιρός της μοναξιάς.

Αν το σκεφτείς έτσι, θα μπορέσεις και στη χαμηλότερη στιγμή να στηριχτείς, γιατί κι αυτή θα ανήκει σ’ έναν από τους καιρούς της ζωής σου»

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 4 Ιουνίου 2023

 

Τι όμορφο που είναι να ζεις
να μπορείς να διαβάζεις τον κόσμο
τη ζωή να τη νοιώθεις τραγούδι χαράς
τι όμορφο που είναι να ζεις σαν παιδί
να απορείς και να ζεις.

Κι όμως είναι ν’ απορείς
πως αυτό το ωραίο τραγούδι
πως αυτή η ζωή η γεμάτη χαρά
έχει γίνει σκληρή,
έχει γίνει φτηνή και τόσο πικραμένη
που είναι πονεμένη.

Τι όμορφο που είναι να ζεις
να σου λεν καλημέρα του κόσμου τα χείλη
τη ζωή να την κάνεις τραγούδι αγάπης
τι όμορφο που είναι να ζεις
σαν παιδί να απορείς και να ζεις!

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 19 Μαρτίου 2023

-Άξιον εστί (απόσπασμα)

Τότε είπε και γεννήθηκεν η θάλασσα

Και είδα και θαύμασα

Και στη μέση της έσπειρε κόσμους μικρούς κατ’ εικόνα και ομοίωση μου:

Ίπποι πέτρινοι με τη χαίτη ορθή

και γαλήνιοι αμφορείς

και λοξές δελφινιών ράχες

η Ίος η Σίκινος η Σέριφος η Μήλος

«Κάθε λέξη κι από ‘να χελιδόνι

για να σου φέρνει την άνοιξη μέσα στο θέρος» είπε

Και πολλά τα λιόδεντρα

που να κρησάρουν στα χέρια τους το φως

κι ελαφρό ν’ απλώνεται στον ύπνο σου

και πολλά τα τζιτζίκια

που να μην τα νιώθεις

όπως δε νιώθεις το σφυγμό στο χέρι σου

αλλά λίγο το νερό

για να το ‘χεις Θεό και να κατέχεις τι σημαίνει ο λόγος του

και το δέντρο μονάχο του

χωρίς κοπάδι

για να το κάνεις φίλο σου

και να γνωρίζεις τ’ ακριβό του τ’ όνομα φτενό στα πόδια σου το χώμα

για να μην έχεις πού ν’ απλώσεις ρίζα

και να τραβάς του βάθους ολοένα

και πλατύς επάνου ο ουρανός

για να διαβάζεις μόνος σου την απεραντοσύνη.

ΑΥΤOΣ

ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!

-Το Μονόγραμμα (απόσπασμα)

Σ’ αγαπάω μ’ ακούς;

Κλαίω, πως αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι

κλαίω για τα χρόνια που έρχονται χωρίς εμάς

και τραγουδάω για τα αλλά που πέρασαν, εάν είναι αλήθεια.

Για τα «πίστεψέ με» και τα «μη.»

Μια στον αέρα μια στη μουσική,

εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδάω

κλαίω για το σώμα πού άγγιξα και είδα τον κόσμο.

Έτσι μιλώ για ‘σένα και για ‘μένα..

Επειδή σ’ αγαπάω και στην αγάπη

ξέρω να μπαίνω σαν πανσέληνος

από παντού, για ‘σένα

μέσα στα σεντόνια, να μαδάω λουλούδια κι έχω τη δύναμη.

Αποκοιμισμένο, να φυσάω να σε πηγαίνω παντού,

σ’ έχουν ακούσει τα κύματα πως χαϊδεύεις,

πώς φιλάς, πώς λες ψιθυριστά το «τι» και το «ε.»

Πάντα εμείς το φως κι η σκιά.

Πάντα εσύ τ’ αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτάδι,

πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει.

Το κλειστό παντζούρι εσύ, ο αέρας πού το ανοίγει εγώ.

-Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας (απόσπασμα)

Όμορφη και παράξενη πατρίδα

Ωσάν αυτή που μου ‘λαχε δεν είδα

Ρίχνει να πιάσει ψάρια    πιάνει φτερωτά

Στήνει στη γη καράβι    κήπο στα νερά

Κλαίει φιλεί το χώμα     ξενιτεύεται

Μένει στους πέντε δρόμους     αντρειεύεται

Κάνει να πάρει πέτρα     τηνε παρατά

Κάνει να τη σκαλίσει     βγάνει θάματα

Μπαίνει σ’ ένα βαρκάκι     πιάνει ωκεανούς

Ξεσηκωμούς γυρεύει     θέλει τύραννους

Πέντε μεγάλους βγάνει     πάνω τους βαρεί

Να λείψουν απ’ τη μέση     τους δοξολογεί.

-Ο Μικρός Ναυτίλος (απόσπασμα)

ΜΥΡΙΣΑΙ ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΝ (VIII)

ΓΥΜΝΟΣ, ΙΟΥΛΙΟ ΜΗΝΑ, το καταμεσήμερο. Σ’ ένα στενό κρεβάτι, ανάμεσα σε δυο σεντόνια χοντρά, ντρίλυνα, με το μάγουλο πάνω στο μπράτσο μου που το γλείφω και γεύομαι την αρμύρα του.

Κοιτάζω τον ασβέστη αντικρύ στον τοίχο της μικρής μου κάμαρας. Λίγο πιο ψηλά το ταβάνι με τα δοκάρια. Πιο χαμηλά την κασέλα όπου έχω αποθέσει όλα μου τα υπάρχοντα: δυο παντελόνια, τέσσερα πουκάμισα, κάτι ασπρόρουχα. Δίπλα, η καρέκλα με την πελώρια ψάθα. Χάμου, στ’ άσπρα και μαύρα πλακάκια, τα δυο μου σάνταλα. Έχω στο πλάι μου κι ένα βιβλίο.

Γεννήθηκα για να ‘χω τόσα. Δεν μου λέει τίποτε να παραδοξολογώ. Από το ελάχιστο φτάνεις πιο σύντομα οπουδήποτε. Μόνο που ‘ναι πιο δύσκολο. Κι από το κορίτσι που αγαπάς επίσης φτάνεις, αλλά θέλει να ξέρεις να τ’ αγγίξεις οπόταν η φύση σού υπακούει. Κι από τη φύση – αλλά θέλει να ξέρεις να την αφαιρέσεις την αγκίδα της.

-Μαρία Νεφέλη (απόσπασμα)

Η ΝΕΦΕΛΗ

Μέρα τη μέρα ζω – που ξέρεις αύριο τι ξημερώνει.

Το ‘να μου χέρι τσαλακώνει τα λεφτά και τ’ άλλο μου τα ισιώνει

Βλέπεις χρειάζονται όπλα να μιλάν στα χρόνια μας τα χαώδη

και να ‘μαστε και σύμφωνοι με τα λεγόμενα «εθνικά ιδεώδη».

Τι με κοιτάς εσύ γραφιά που δεν εντύθηκες ποτέ στρατιώτης

η τέχνη του να βγάζεις χρήματα είναι κι αυτή μία πολεμική ιδιότης

Δεν πα’ να ξενυχτάς- να γράφεις χιλιάδες πικρούς στίχους

ή να γεμίζεις με συνθήματα επαναστατικά τους τοίχους

Οι άλλοι πάντα θα σε βλέπουν σαν έναν διανοούμενο

και μόνο εγώ που σ’ αγαπώ: στα όνειρά μου μέσα έναν κρατούμενο.

Έτσι που αν στ’ αλήθεια ο έρωτας είναι καταπώς λεν «κοινός

διαιρέτης»

εγώ θα πρέπει να ‘μαι η Μαρία Νεφέλη κι εσύ φευ

ο Νεφεληγερέτης.

Χαράξου κάπου με οποιονδήποτε τρόπο και μετά πάλι

σβήσου με γενναιοδωρία.