Ποίηση
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ – ΣΥΝ ΤΟΙΣ ΑΛΛΟΙΣ
Εκδόσεις: ΥΨΙΛΟΝ
Απόσπασμα απο το βιβλίο :
“[…] αναρωτιέται κανείς: για τι παλεύουμε νύχτα μέρα κλεισμένοι στα εργαστήριά μας; Παλεύουμε για ένα τίποτε, που ωστόσο είναι το παν. Είναι οι δημοκρατικοί θεσμοί, που όλα δείχνουν ότι δεν θ’ αντέξουν για πολύ. Είναι η ποιότητα, που γι’ αυτή δεν δίνει κανείς πεντάρα. Είναι η οντότητα του ατόμου, που βαίνει προς την ολική της έκλειψη. Είναι η ανεξαρτησία των μικρών λαών, που έχει καταντήσει ήδη ένα γράμμα νεκρό. Είναι η αμάθεια και το σκότος. Ότι οι λεγόμενοι “πραχτικοί άνθρωποι” -κατά πλειονότητα, οι σημερινοί αστοί- μας κοροϊδεύουν· είναι χαρακτηριστικό. Εκείνοι βλέπουν το τίποτε. Εμείς το παν. Που βρίσκεται η αλήθεια, θα φανεί μια μέρα, όταν δεν θα ‘μαστε πια εδώ. Θα είναι, όμως, εάν αξίζει, το έργο κάποιου απ’ όλους εμάς. Και αυτό θα σώσει την τιμή όλων μας – και της εποχής μας.”
Περιγραφή :
Στο βιβλίο αυτό έχουν συγκεντρωθεί συνεντεύξεις που έδωσε ο Οδυσσέας Ελύτης στη διάρκεια μιας πεντηκονταετίας (1942-1992). Μέσω αυτών, ο αναγνώστης συναντά πολλούς σταθμούς της πρόσφατης ιστορίας της χώρας μας, των καλλιτεχνικών ρευμάτων στην Ευρώπη, του έργου, βεβαίως, του Οδυσσέα Ελύτη, ξαναβρίσκει πολλές σταθερές της σκέψης του, αλλά και της συνεπούς στάσης που τήρησε σε όλη τη διάρκεια της ζωής του.
Ο ποιητής, μέσω των συνεντεύξεων, αναπτύσσει πληθώρα θεμάτων, με τον πιο άμεσο τρόπο, αυτόν του προφορικού λόγου. Ο Ελύτης μιλά γιά την ποίησή του, για την ελληνική γλώσσα, για τη σημασία της φύσης, για τον ρόλο της ποίησης στη ζωή, για την Ελλάδα, για την αντίθεσή του προς όλες τις εξουσίες, καθώς και για ποικίλα άλλα ζητήματα εμπλουτίζοντας με αυτόν τον τρόπο, την παρακαταθήκη τού λόγου του, πολύτιμη για όλους εμάς.
Η συλλογή αυτή των συνεντεύξεων συμπληρώνεται από ένα ηχητικό ντοκουμέντο σε μορφή cd. Πρόκειται για τη συνέντευξη Τύπου που δόθηκε στις 19 Οκτωβρίου 1979, την επόμενη της αναγγελίας της βράβευσης του Οδυσσέα Ελύτη με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Το βιβλίο συμπληρώνουν εκατό φωτογραφίες, χειρόγραφα και σχέδια του ποιητή.
από το Anti-amf blog
Ο Ύπνος των Γενναίων ( Παραλλαγή-Οδ.Ελύτης )
Δίχως μήνες και χρόνοι να λευκαίνουν το γένι τους
με το μάτι εγύριζαν τις εποχές,ν’αποδώσουν στα
πράγματα το αληθινό τους όνομα
Και στο κάθε βρέφος που άνοιγε τα χέρια,ούτε μια ηχώ
μονάχα το μένος της αθωότητας που ολοένα
δυνάμωνε τους καταρράχτες…
Μια σταγόνα καθαρού νερού,σθεναρή πάνω απ΄τα
βάραθρα,την έιπανε Αρετή και της έδωσαν
ενα λιγνό αγορίστικο σώμα.
Όλα μέρα τώρα η μικρή Αρετή κατεβαίνει κι εργάζεται
σκληρά στα μέρη όπου η γη απο άγνοια σήπονταν
κι είχαν οι άνθρωποι ενεξήγητα μελανουργήσει,
Αλλά τις νύχτες καταφεύγει πάντα εκεί ψηλά
στην αγκαλιά του Όρους,καθώς μέσα στα μαλλιαρά
στήθη του Αντρός.
Και η άχνα που ανεβαίνει απτις κοιλάδες,έχουν
να κάνουν πως δεν είναι λέει καπνός,μα η νοσταλγία
που ξεθυμαίνει απο τις χαραμάδες
του ύπνου των ΓΕΝΝΑΙΩΝ.
Φοβᾶμαι…
Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἑφτὰ χρόνια ἔκαναν πὼς δὲν εἶχαν πάρει χαμπάρι
καὶ μία ὡραία πρωία μεσοῦντος κάποιου Ἰουλίου
βγῆκαν στὶς πλατεῖες μὲ σημαιάκια κραυγάζοντας «δῶστε τὴ χούντα στὸ λαό».
Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ μὲ καταλερωμένη τὴ φωλιὰ
πασχίζουν τώρα νὰ βροῦν λεκέδες στὴ δική σου.
Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ σοῦ κλείναν τὴν πόρτα
μὴν τυχὸν καὶ τοὺς δώσεις κουπόνια καὶ τώρα
τοὺς βλέπεις στὸ Πολυτεχνεῖο νὰ καταθέτουν γαρίφαλα καὶ νὰ δακρύζουν.
Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ γέμιζαν τὶς ταβέρνες
καὶ τὰ σπάζαν στὰ μπουζούκια κάθε βράδυ καὶ τώρα τὰ ξανασπάζουν
ὅταν τοὺς πιάνει τὸ μεράκι τῆς Φαραντούρη καὶ ἔχουν καὶ «ἀπόψεις».
Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἄλλαζαν πεζοδρόμιο ὅταν σὲ συναντοῦσαν
καὶ τώρα σὲ λοιδοροῦν γιατὶ, λέει, δὲν βαδίζεις ἴσιο δρόμο.
Φοβᾶμαι, φοβᾶμαι πολλοὺς ἀνθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ἀκόμη περισσότερο.
Νοέμβρης 1983
| Θεσσαλονίκη, Μέρες του 1969 μ.Χ. | Αναγνωστάκης Μανόλης |
![]() |
| Στην οδό Αιγύπτου ―πρώτη πάροδος δεξιά― Τώρα υψώνεται το μέγαρο της Τράπεζας Συναλλαγών Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως. Και τα παιδάκια δεν μπορούνε πια να παίξουνε από τα τόσα τροχοφόρα που περνούνε. Άλλωστε τα παιδιά μεγάλωσαν, ο καιρός εκείνος πέρασε που ξέρατε Τώρα πια δε γελούν, δεν ψιθυρίζουν μυστικά, δεν εμπιστεύονται, Όσα επιζήσαν, εννοείται, γιατί ήρθανε βαριές αρρώστιες από τότε Πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατιώτες· Θυμούνται τα λόγια του πατέρα: εσύ θα γνωρίσεις καλύτερες μέρες Δεν έχει σημασία τελικά αν δεν τις γνώρισαν, λένε το μάθημα οι ίδιοι στα παιδιά τους Ελπίζοντας πάντοτε πως κάποτε θα σταματήσει η αλυσίδα Ίσως στα παιδιά των παιδιών τους ή στα παιδιά των παιδιών των παιδιών τους. Προς το παρόν, στον παλιό δρόμο που λέγαμε, υψώνεται Η Τράπεζα Συναλλαγών ―εγώ συναλλάσσομαι, εσύ συναλλάσσεσαι αυτός συναλλάσσεται― Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως ―εμείς μεταναστεύουμε, εσείς μεταναστεύετε, αυτοί μεταναστεύουν― Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει, έλεγε κι ο Ποιητής Η Ελλάδα με τα ωραία νησιά, τα ωραία γραφεία, τις ωραίες εκκλησιές Η Ελλάς των Ελλήνων. |
| (από το Ποιήματα 1941-1971, Νεφέλη 2000)
Από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού |
Πού η αγάπη κατοικεί
Αν η σιωπή δε φέρνει αμηχανία
το ναι και τ’ όχι αν το λες
με ίδια ευκολία,
εκεί η αγάπη κατοικεί.
Τα βήματα όταν ακούς
και τα γνωρίζεις
δεμένος μα ελεύθερος βαδίζεις,
εκεί η αγάπη κατοικεί.
Όταν ρωτάς πώς, πότε, πού, γιατί;
Η αγάπη εκεί δεν κατοικεί.
Αν ένα βλέμμα δίδεις
κι όμως περισσεύγει
κρυφοκοιτάς πίσω απ’ το τζάμι
όταν φεύγει,
εκεί η αγάπη κατοικεί.
Άμα ρωτάς πώς , πότε , πού ,γιατί;
Η αγάπη εκεί δεν κατοικεί.
Άμα ρωτάς πώς , πότε , πού , γιατί;
ίσως και κει να κατοικεί.
Μα αν δε μπορείς να συγχωρείς
πού μένει η αγάπη δε θα βρεις
Η διορία του Νέρωνος
Στίχοι: Κωνσταντίνος Καβάφης
Δεν ανησύχησεν ο Νέρων όταν άκουσε
του Δελφικού Μαντείου τον χρησμό.
“Τα εβδομήντα τρία χρόνια να φοβάται.”
Είχε καιρόν ακόμη να χαρεί.
Τριάντα χρονώ είναι. Πολύ αρκετή
είν’ η διορία που ο θεός τον δίδει
για να φροντίσει για τους μέλλοντας κινδύνους.
Τώρα στην Pώμη θα επιστρέψει κουρασμένος λίγο,
αλλά εξαίσια κουρασμένος από το ταξίδι αυτό,
που ήταν όλο μέρες απολαύσεως —
στα θέατρα, στους κήπους, στα γυμνάσια …
Των πόλεων της Aχαΐας εσπέρες …
A των γυμνών σωμάτων η ηδονή προ πάντων …
Aυτά ο Νέρων. Και στην Ισπανία ο Γάλβας
κρυφά το στράτευμά του συναθροίζει και το ασκεί,
ο γέροντας ο εβδομήντα τριώ χρονώ.
Από το stixoi.info
Τίτος Πατρίκιος, Άτιτλο
Εγώ δεν είμαι μόνο αυτός που βλέπεις, αυτός που ξέρεις
δεν είμαι μόνο αυτός που θα ‘πρεπε να μάθεις.
Κάθε επιφάνεια της σάρκας μου και κάπου τη χρωστάω,
αν σ’ αγγίζω με την άκρη του δαχτύλου μου
σ’ αγγίζουν εκατομμύρια άνθρωποι,
αν σου μιλήσει μια λέξη μου
σου μιλάνε εκατομμύρια άνθρωποι
Αν σ’ αγγίξω με την άκρη του δαχτύλου μου
σ’ αγγίζουν εκατομμύρια άνθρωποι –
θ’ αναγνωρίσεις τ’ άλλα κορμιά που πλάθουν το δικό μου;
θα βρεις τις πατησιές μου μες σε μυριάδες χνάρια;
θα ξεχωρίσεις την κίνησή μου μες στη ροή του πλήθους;
Είμαι κι ό,τι έχω υπάρξει και πια δεν είμαι –
τα πεθαμένα μου κύτταρα, οι πεθαμένες
πράξεις, οι πεθαμένες σκέψεις
γυρνάν τα βράδια να ξεδιψάσουν στο αίμα μου.
Είμαι ό,τι δεν έχω γίνει ακόμα –
μέσα μου σφυροκοπάει η σκαλωσιά του μέλλοντος.
Είμαι ό,τι πρέπει να γίνω –
γύρω μου οι φίλοι απαιτούν οι εχθροί απαγορεύουν.
Μη με γυρέψεις αλλού
μονάχα εδώ να με γυρέψεις
μόνο σε μένα.
Από τη συγκεντρωτική έκδοση Τίτος Πατρίκιος – Ποιήματα, II [1953-1959] (Εκδόσεις Κέδρος, 1998)
Λαμπρινή Κουζέλη / ΒΗΜΑ Πολιτισμός
ΑΠΟΨΕ
Όλη τη νύχτα τα σκυλιά λεπτό δεν κρατήθηκαν.
Σαν ν’ άκουγα τη μάνα να μιλάει με κάποιον.
“Τι θες εδώ;” σαν να τού’λεγε.”Πώς ήρθες;”
Σαν να’ κλαιγε.
Σαν ν’ άκουγα, βαθιά βαθιά το κλάμα του.
Ξύπνησα και κατάλαβα πως είχα ονειρευτεί
ζωντανό τον πατέρα μου.
Πράγματι.
Στη ρίζα της πορτοκαλιάς βρήκα το αποτύπωμα
των παπουτσιών του,
κι ως την αυλόπορτα φλούδες από το πορτοκάλι
που πρέπει να καθάριζε φεύγοντας.
«Πίσω από κάθε οικογένεια ξετυλίγεται μια ιστορία και το ιστορικό της ενσωματώνει τόσο την ελπίδα της όσο και την απόγνωσή της. Όταν επιλέγουμε ένα ταίρι, βαθιά μέσα μας διαισθανόμαστε πως υπάρχει κάτι στην συγχώνευση αυτών των οικογενειακών ιστορικών καθώς και στην εμπλοκή του καθένα μας με αυτά τα ιστορικά, που υπόσχεται και στους δυο μας μια ευκαιρία να μεγαλώσουμε…. Η αντιμετώπιση του εαυτού μας και του ιστορικού μας θα γίνει μερικές φορές τόσο βασανιστική που θα μας φαίνεται πως, αν δεν αλλάξουν τα πράγματα, θα πρέπει ή να εγκαταλείψουμε αυτήν τη σχέση ή να ξανακυλήσουμε σε κάποιες πολύ τρομακτικές εμπειρίες της πρώτης παιδικής μας ηλικίας. Εάν ΕΠΙΒΙΩΣΟΥΜΕ από αυτές τις δοκιμασίες, υπάρχουν τεράστιες δυνατότητες να μας προσφέρει αυτή η σχέση συντροφικότητα και αμοιβαία υποστήριξη»
Napier
Ἡ ἀγάπη
Ἄ! Τί ὠφελεῖ νὰ καρτερᾷς ὄρθιος στὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ
καὶ μὲ τὰ μάτια στοὺς νεκροὺς τοὺς δρόμους στυλωμένα·
ἂν εἶναι νὰ ῾ρθεῖ, θὲ νά᾿ ρθεῖ, δίχως νὰ νιώσεις ἀπὸ ποῦ,
καὶ πίσω σου πλησιάζοντας μὲ βήματα σβησμένα.
Θὲ νὰ σοῦ κλείσει ἀπαλά, μὲ τ᾿ ἄσπρα χέρια της τὰ δυό,
τὰ μάτια ποὺ κουράστηκαν στοὺς δρόμους νὰ κοιτᾶνε,
κι ὅταν γελώντας νὰ τῆς πεῖς θὰ σὲ ρωτήσει: «ποιὰ εἶμ᾿ ἐγώ;»
ἀπ᾿ τῆς καρδιᾶς τὸ σκίρτημα θὰ καταλάβεις ποιά ῾ναι.
Δὲν ὠφελεῖ νὰ καρτερᾷς… Ἂν εἶναι νὰ ῾ρθεῖ, θὲ νά ῾ρθεῖ.
Κλειστὰ ὅλα νά ῾ναι, θὰ τὴ δεῖς ἄξαφνα μπρός σου νὰ βρεθεῖ
κι ἀνοίγοντας τὰ μπράτσα της πρώτη θὰ σ᾿ ἀγκαλιάσει.
Εἰδέ, κι ἂν ἔχεις φωτεινό, τὸ σπίτι γιὰ νὰ τὴ δεχθεῖς,
καὶ σὰν φανεῖ τρέξεις σ᾿ αὐτήν, κι ἐμπρὸς στὰ πόδια της συρθεῖς,
ἂν εἶναι νὰ ῾ρθεῖ, θὲ νά ῾ρθεῖ, – ἀλλιῶς θὰ προσπεράσει.
Ὁ Ἥλιος καὶ ὁ Ἀέρας
Ὁ Ἀέρας θύμωσε,
μὲ τὸν Ἥλιο μάλωσε.
Ὁ Ἀέρας ἔλεγε:
– Εἶμαι δυνατότερος!
Καὶ ὁ Ἥλιος ἔλεγε:
– Σὲ περνῶ στὴ δύναμη!
Ἕνας γέρος γεωργὸς
μὲ τὴ μαύρη κάπα του
στὸ χωράφι πήγαινε.
Ὁ Ἀέρας λάλησε:
– Ὅποιος ἔχει δύναμη
παίρνει ἀπὸ τὸν γέροντα
τὴ χονδρὴ τὴν κάπα του!
Φύσησε, ξεφύσησεν,
ἔσκασε στὸ φύσημα,
ἄδικος ὁ κόπος του.
Κρύωσεν ὁ γέροντας
καὶ διπλὰ τυλίχθηκε
στὴ χονδρὴ τὴν κάπα του.
Μὰ κι ὁ Ἥλιος λάλησε:
– Ὅποιος ἔχει δύναμη
παίρνει ἀπὸ τὸ γέροντα
τὴ χονδρὴ τὴν κάπα του!
Ἔφεξεν ὁλόλαμπρος,
καλοσύνη σκόρπισε,
κι ἔβγαλεν ὁ γέροντας
τὴ χονδρὴ τὴν κάπα του.
Πάλι ξαναλάλησε:
– Ἄκουσε καὶ μάθε το,
σὲ περνῶ στὴ δύναμη,
γιατὶ πᾶς μὲ τὸ κακὸ
κι ἐγὼ πάω μὲ τὸ καλό!
Πήγα στην αγορά των πουλιών
Και αγόρασα πουλιά
Για εσένα
αγάπη μου
Πήγα στην αγορά των λουλουδιών
Και αγόρασα λουλούδια
Για εσένα
αγάπη μου
Πήγα στην αγορά των σιδερικών
Και αγόρασα αλυσίδες
Βαριές αλυσίδες
Για εσένα
αγάπη μου
Και μετά πήγα στην αγορά των σκλάβων
Και σε έψαξα
Αλλά δεν σε βρήκα
αγάπη μου
Ένα εξαιρετικό κείμενο της Χλόης Κουτσουμπέλη
Ας φανταστούμε πως βρισκόμαστε στην ανοιχτή θάλασσα, πως οι τοίχοι αυτής της αίθουσας γίνονται ρευστοί κι εμείς πλέουμε στο πέλαγος και μέσα στην νύχτα ξάφνου ακούγεται ένα τραγούδι, το πιο μυστικό, το πιο απόκρυφο, το πιο σαγηνευτικό, ένα αρχαίο τραγούδι που διασχίζει τον χώρο και το χρόνο, το τραγούδι της φάλαινας…
Ποιος μπορεί να μεταφράσει το τραγούδι της φάλαινας;
Τι ζητά άραγε αυτή η αρσενική καμπουροφάλαινα, τι ψάχνει, τι χρειάζεται, τι θέλει, αναζητά το ταίρι της, προσπαθεί να γοητεύσει, να προσελκύσει, μήπως ονειρεύεται, μήπως πονάει, μήπως ερωτεύεται;
Όλες οι φάλαινες του κοπαδιού μοιράζονται το ίδιο τραγούδι, ίσως η μια αντιγράφει το τραγούδι της άλλης. Τι πληροφορίες άραγε μοιράζονται οι φάλαινες του κοπαδιού, τους άγριους εφιάλτες τους, τα ονειρά τους, τρόπους επιβίωσης, αναγγελία του καθημερινού δείπνου;
Το διαστημόπλοιο Βόγιατζερ εκπέμπει την ηχογράφηση αυτού του τραγουδιού στο διάστημα, ίσως κάποιος μέσα στο αχανές απέραντο σύμπαν μπορεί να βρεθεί να το αποκρυπτογραφήσει…
Ο επικεφαλής σχετικής μελέτης Ryuji Suzuki υπογραμμίζει ότι τόσο οι άνθρωποι όσο και οι φάλαινες επικοινωνούν χρησιμοποιώντας ξεχωριστές μονάδες ήχου που είναι ταξινομημένες σε μια ιεραρχική δομή. “Για παράδειγμα, ένα κείμενο αποτελείται από παραγράφους, οι παράγραφοι αποτελούνται από προτάσεις, οι προτάσεις από λέξεις κτλ,” εξηγεί ο Suzuki”Κάθε στοιχείο βρίσκεται σε διαφορετικό επίπεδο στην ιεραρχία.”Όσον αφορά στο τραγούδι των μεγαπτεροφάλαινων, μια περίοδος αποτελείται από τραγούδια, ένα τραγούδι αποτελείται από ηχητικά μοτίβα, ένα μοτίβο αποτελείται από φράσεις και μια φράση αποτελείται από ηχητικές μονάδες. Αν όλα αυτά τα συνδυάσουμε τότε φαίνεται πως οι φάλαινες έχουν κάτι που μοιάζει να είναι το δικό τους συντακτικό, τη δική τους γραμματική διάταξη των λέξεων μέσα στις προτάσεις.Η γλώσσα του τραγουδιού της φάλαινας είναι μία ξένη γλώσσα. Ποιος μπορεί να την μεταφράσει…
Να μία πρόχειρη προσπάθεια που θα μπορούσε κάποιος να κάνει για παράδειγμα.
Η νύχτα είναι μια φάλαινα. Κυλάει στιλπνή μές στους καπνούς, ξεπροβάλλει αναπάντεχα μές στην ομίχλη, τραγουδάει το μελαγχολικό τραγούδι της σε ξέστρωτα κρεβάτια και μονά παπλώματα.
Ακούσατε λοιπόν μία μετάφραση του τραγουδιού της φάλαινας σε ποιητική γλώσσα.
Γιατί η ποίηση επίσης είναι μία γλώσσα όπως η γλώσσα του τραγουδιού της φάλαινας. Είναι μια ξένη γλώσσα. Με τους δικούς της κανόνες και τους δικούς της φθόγγους, το δικό της συντακτικό και την δική της γραμματική.
Είναι μία ξένη γλώσσα.
Στο διήγημα το”μοιρολόγι της φώκιας” ο Παπαδιαμάντης μας λέει:
Κ᾿ ἡ φώκη, καθὼς εἶχεν ἔλθει ἔξω εἰς τὰ ρηχά, ηὖρε τὸ μικρὸν πνιγμένον σῶμα τῆς πτωχῆς Ἀκριβούλας, καὶ ἤρχισε νὰ τὸ περιτριγυρίζῃ καὶ νὰ τὸ μυρολογᾷ, πρὶν ἀρχίση τὸ ἑσπερινὸν δεῖπνον της.
Τὸ μυρολόγι τῆς φώκης, τὸ ὁποῖον μ ε τ έ φ ρ α σ ε ν εἰς ἀνθρώπινα λόγια εἶς γέρων ψαρᾶς, ἐντριβὴς εἰς τὴν ἄφωνον γλῶσσαν τῶν φωκῶν, ἔλεγε περίπου τὰ ἑξῆς:
Αὐτὴ ἦτον ἡ Ἀκριβούλα
ἡ ἐγγόνα τῆς γρια-Λούκαινας.
Φύκιά ῾ναι τὰ στεφάνια της,
κοχύλια τὰ προικιά της…
Κ᾿ ἡ γριὰ ἀκόμα μυρολογᾷ
τὰ γεννοβόλια της τὰ παλιά.
Σὰν νἄχαν ποτὲ τελειωμὸ
τὰ πάθια κ᾿ οἱ καημοὶ τοῦ κόσμου.
Ο γέρο ψαράς μετάφρασε λοιπόν την άφωνη γλώσσα των φωκών.
Γιατί αν υπάρχει μία γλώσσα που μπορεί να μεταφράζει τους ήχους αλλά και την σιωπή, τις παύσεις και την απουσία, το ανομολόγητο, το άφατο, το άρρητο, το όνομα του Θεού που δεν επιτρέπεται να προφέρουν οι αμύητοι, αυτό είναι η ποίηση. Η ποίηση είναι η μετάφραση της λεπτής ισορροπίας, του τεντωμένου σκοινιού, μίας χιονισμένης απέραντης πεδιάδας.
Πόσες λέξεις έχουν οι Εσκιμώοι για το χιόνι;
Κανούκ; Νιφάδες
Κανεβλουκ: λετπό χιόνι
Νατκουίκ: ανεμόχιονο
Νεβλούκ: χιόνι που κολλάει
Κανικάκ: χιόνι στο χώμα
Μουρουανέκ: μαλακό βαθύ χιόνι στο χώμα
Κετράρ: παγωμένη κρούστα πάνω απ’ το χιόνι
Νουταριούκ: φρέσκο χιόνι
Κουανισκινέκ: χιόνι στο νερό
Κενγκαρούκ: όχθη καλυμμένη με χιόνι
Πίρτα: χιονοθύελλα
Σελαλίρ: χιονοθύελλα με χαλάζι
Πιρελβαγκ: εκτυφλωτική χιονοθύελλα
Είδος χιονιού που τρυπάει το κεφάλι σου και μαστιγώνει την πλάτη σου από τους Εσκιμώους Γιούπικ
Σικούγκ- Ερλουνί; Όταν κάνει τόσο κρύο που αν πετάξεις στον αέρα μία κούπα νερό αυτή θα μεταμορφωθεί σε κρύσταλλο προτού ακουμπήσει στο παγωμένο έδαφος.
΄Όταν χιονίζει στην Ελλάδα, το χιόνι μεταφράζεται με την λέξη χιόνι. Στην Αλάσκα υπάρχουν τόσες διαφορετικές λέξεις με λεπτές αποχρώσεις κρύσταλλου γιατί η ζωή τους εκεί είναι συνέχεια χιονισμένη. Η ίδια η γλώσσα τους λοιπόν πλάτυνε για να χωρέσει όλες αυτές τις διακυμάνσεις σ’ αυτό το φαινόμενο με το οποίο είναι τόσο εξοικειωμένοι.
Το χιόνι γίνεται λέξεις. Η ίδια η γλώσσα κουβαλά ολόκληρη την γεωγραφία της χώρας.
Ο Μπόρχες λέει: Η ομορφιά καραδοκεί. Αν είμαστε ευαίσθητοι, θα την αισθανθούμε μέσα στην ποίηση όλων των γλωσσών.
Αυτή λοιπόν η ήδη μεταφρασμένη γλώσσα, η ποίηση, αυτό το ζουμερό πορτοκάλι, εμπεριέχει μέσα του την σοφία όλου του δέντρου. Ένα ποίημα είναι πολύ πιο περιεκτικό από ότι δείχνει. Όπως και ένα πορτοκάλι που εμπεριέχει μέσα του τον θάνατο των υπολοίπων εννέα ανθών πορτοκαλιάς που ποτέ δεν θα γίνουν καρπός, έτσι και ένα ποίημα εμπεριέχει πολύ περισσότερο από ότι φαίνεται. Αυτό που εμπεριέχει είναι οι ιερές δονήσεις του. Κάτω από τις στενές λέξεις με τα γράμματα γραβάτες το ποίημα κυκλοφορεί ελεύθερο και αβίαστο, σε επαφή με τον ψυχισμό του ποιητή, με το ασυνείδητό του, με το συλλογικό ασυνείδητο, με τον αναγνώστη του. Ένα ποίημα δεν είναι μόνο ένα ποίημα, είναι το πριν και το μετά του χρόνου που γράφτηκε, ένας ωκεανός από ερεθίσματα μυστικά και ανέγγιχτα.
Η λέξη Θεός. Πόσες λέξεις υπάρχουν στην Αγία Γραφή για το πρόσωπο του θεού; Αναφέρω μερικά.
Ελ, Ελοάχ, Αντόν, Ελ Σαντάι,Ελ Ελυόν,Ελ Ολάμ,Γιαχβέ Ελοχίμ, Αντονάι Γιαχβέ
Γιαχβέ Σαβαώθ,Ελ Ελωέ Ισραήλ, Ελ Καννά Θεός ζηλότυπος
Ελ Ραχούμ (רחוּם אל): Θεός οικτίρμων
Ελ Χαννούν (חנּוּן אל): Θεός ελεήμων
ΧαΕλ ΧαΝεεμάν (הנּאמן האל): ο Θεός ο αξιόπιστος
Ελ γκαντόλ βενορά (ונוֹרא גּדוֹל אל): Θεός μεγάλος και φοβερός
ΧαΕλ χαγκαντόλ χαγκιμπόρ βεχανορά (והנּוֹרא הגּבּר הגּדל האל): ο Θεός ο μεγάλος, ο ισχυρός και ο φοβερός
Και πόσα είναι τα κρυφά του ονόματα σε όλες τις θρησκείες που δεν επιτρέπεται οι πιστοί να προφέρουν; (1)
Στην αρχή του χρόνου
Τότε που οι άνθρωποι και τα ζώα ζούσαν στη Γη
ένας άνθρωπος μπορούσε να γίνει ζώο αν το ήθελε
κι ένα ζώο μπορούσε να γίνει άνθρωπος.
Άνθρωποι και ζώα μιλούσαν την ίδια γλώσσα.
Άλλες φορές ήταν άνθρωποι
Κι άλλες φορές ήταν ζώα
Χωρίς να υπάρχει καμία διαφορά.
Μιλούσαν την ίδια γλώσσα.
Τότε οι λέξεις ήταν ακόμα μαγικές.
Το ανθρώπινο μυαλό είχε μυστηριώδεις δυνάμεις.
Ακόμα και μία τυχαία λέξη
επέφερε αλλόκοτες συνέπειες.
Μπορούσε ξαφνικά να ζωντανέψει
Κι αυτό που ήθελαν να γίνει γινόταν
Αρκεί απλώς να το ονομάτιζαν.
Ετσι όμως ήταν τότε . Edward Field, Magic Words (Εμπνευσμένο από τους Ινούίτ, τους γηγενείς της Αλάσκα).
Είναι σήμερα ακόμα οι λέξεις μαγικές; Ναι και εκπέμπουν ακόμα την δύναμη του ζωντανού χυμού τους.
Επεσε στα χέρια μου τυχαία αυτές τις μέρες η λέξη σ’ αγαπώ σε 40 γλώσσες. Διάβασα δυνατά στον εαυτό μου το σ’ αγαπώ σε όλες αυτές τις γλώσσες. Αρκετές φορές.
Προσπάθησα να νιώσω σε ποια από όλες αυτές τις γλώσσες το σ’αγαπώ είναι αρκετά στρογγυλό, αρκετά κόκκινο, αρκετά τρυφερό, αρκετά δικό μου. Αρκετά ζωντανό ώστε να με συνθλίψει και να με αναστήσει ταυτόχρονα. Κατέληξα ότι η μόνη γλώσσα που το σ’αγαπώ έχει δάχτυλα και μπορεί να χαϊδεύει είναι στα Ελληνικά. Αλλά γιατί είναι η γλώσσα που είναι καταγραμμένη στα κύτταρά μου, είμαι πλασμένη από αυτή και αυτή από μένα.
Η γλώσσα ενός λαού είναι το κορμί του. Αλλοτε ηλιοκαμένο, άλλοτε ζουμερό και καρπερό, πάντα μοναδικό, επάνω του είναι χαραγμένα τα όνειρα του λαού, ο τρόπος που αγαπάει, ο τρόπος που κάνει έρωτα. η σάρκα του. Η ραχοκοκαλιά του. Πάνω Σ’ αυτήν ακούμε τους πρώτους ψίθυρους μέσα από την μεμβριάνη, εκεί που έμβρυα μέσα είμαστε κουλουριασμένοι. Τα πρώτα χάδια, τα πρώτα τρυφερά λόγια, τα ακούμε στην γλώσσα μας, την μητρική. Και την πατρική βεβαίως.
Με αυτήν επικοινωνούμε, θυμώνουμε, φωνάζουμε, βρίζουμε, παρακαλάμε, χτυπάμε, ικετεύουμε, ζητάμε ένα ποτήρι νερό, ζητάμε την άδεια να μιλήσουμε, ζητάμε την αποδοχή και την προσοχή. Σ’ αυτήν την γλώσσα τώρα σας μιλώ.
Τι γίνεται λοιπόν με την μετάφραση της ποίησης; Αν η ποίηση είναι πορτοκάλι, ένα σοφό ζουμερό πορτοκάλι, ήδη μετάφραση του χιονιού και του τραγουδιού της φάλαινας, τι γίνεται με την μεταφρασμένη ποίηση, αν ήδη ένα ποίημα όπως το Άσμα Ασμάτων, ένα σονέτο της Ελίζαμπεθ Μπάρετ Μπράουνιγκ ή το μεσονύκτι της Σαπφούς έχει τις δικές του δονήσεις που συντονίζονται με την ψυχή μας και την κάνουν να πάλλεται, αν ήδη οι λέξεις είναι ιερές και μαγικές με απίστευτη δύναμη, αν κλείνουν μέσα τους εικόνες και ωκεανούς και θάλασσες και το πρώτο σ’ αγαπώ που πρόφερε ποτέ ο άνθρωπος στον κόσμο, πώς μπορεί αυτό το πορτοκάλι ποίημα να παραμείνει ίδιο αν μεταφραστεί σε μία γλώσσα ξένη προς εμάς; Θα παραμείνει πορτοκάλι;
Υπάρχουν άπειρες απαντήσεις σ’ αυτή την ερώτηση, πολύ περισσότερες από όσες λέξεις έχουν οι Εσκιμώοι για το χιόνι. Μπορεί να γίνει σύκο ή σταφύλι ή ανανάς. Δηλαδή κάτι άλλο τελείως διαφορετικό και ξένο με το αρχικό πορτοκάλι. Να παράγει πια τις δικές του δονήσεις, αυθύπαρκτο, διαφορετικό φρούτο ξένου πια παραδεισένιου Κήπου. Εδώ η απώλεια είναι διακριτή και εμφανής. Όμως αυτό το καινούργιο φρούτο μπορεί να είναι ισάξιο σε γεύση ή και καλύτερο από το παλιό. Αυτού του είδους την μετάφραση ποιημάτων την βρίσκουμε συνήθως από ποιητές οι οποίοι συχνά μπαίνουν στον πειρασμό να δώσουν το δικό τους στίγμα. Εδώ λοιπόν μιλάμε για μετάφραση που δεν είναι πιστή μεν, μπορεί να είναι όμως πολύ γοητευτική. Όμως κάτι χάθηκε ανεπιστρεπτί. Πολλοί λεν για παράδειγμα ότι η μεταγραφή του Ασματος Ασμάτων από τον Σεφέρη δεν ήταν ιδιαίτερα πετυχημένη γιατί έβαλε πολύ από το προσωπικό του ύφος.
‘Άλλοτε το πορτοκάλι με την μετάφραση μπορεί να γίνει μανταρίνι, συγγενικό δηλαδή φρούτο, στην ίδια κατηγορία εσπεριδοειδών. Σ’ αυτή την περίπτωση ο μεταφραστής αποδίδει βασικά χαρακτηριστικά του αρχικού ποιήματος όπως η ομοιοκαταληξία για παράδειγμα ή και ο ρυθμός του στο καινούργιο ποίημα. Όμως πάλι το άρωμα αλλάζει. Και σίγουρα η γεύση του.
Ιδανική μετάφραση της ποίησης δεν υπάρχει. Όπως δεν υπάρχει ιδανική μετάφραση του άηχου και του άφατου σε ποίηση. Όμως αν δεν υπήρχε η μετάφραση, αν δεν υπήρχαν όλοι οι άνθρωποι, οι μεταφραστές που με τρυφερότητα σκύβουν πάνω από κάθε λέξη και προσπαθούν να βρουν την αντίστοιχή της, πολλές φορές ύστερα από ώρες μόχθου για να βρουν με ποια λέξη χιόνι ταιριάζει η λέξη χιόνι στην Αλάσκα, η η λέξη Θεός στην Βίβλο, πόσα λιγότερα μυστήρια και θαύματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας θα μας ήταν άγνωστα αυτή την ώρα σ’ αυτή την αίθουσα;
Ναι λοιπόν στην μετάφραση της ποίησης. Μία μετάφραση που έτσι κι αλλιώς θα είναι δεύτερη γραφή όπως έλεγε ο Ελύτης, δεν θα είναι δηλαδή το αρχικό πορτοκάλι αλλά το καινούργιο φρούτο θα εμπεριέχει ένα μεγάλο μέρος της περιπέτειας του δέντρου από το οποίο προέρχεται το αρχικό, ναι δηλαδή στο καινούργιο ποίημα φρούτο όποιο και νάναι το οποίο όμως μέσα του θα κλείνει ατόφιες τις ρυτίδες του φλοιού της πορτοκαλιάς…
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Να ευχαριστήσω γραπτά εδώ την Πόλυ Χατζημανωλάκη που μου έδωσε την ιδέα και την πρόσβαση στο μπλογκ της σχετικά με το μοιρολόι της φώκιας
Γιώργος Κ.
“αληθινό είναι ότι σπαταλιέται
δίχως εμφανείς λόγους
ό,τι εκσφενδονίζεται στο μηδέν
δίχως ουρές και ίχνη
ό,τι υπάρχει από σύμπτωση
δίχως να καυχιέται γι’ αυτό
δίχως να νοιάζεται αν θα μπορεί
για πάντα να μη καυχιέται γι’ αυτό”
ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΓΓΕΛΑΚΑΣ




