Ο Ύπνος των Γενναίων ( Παραλλαγή-Οδ.Ελύτης )
Δίχως μήνες και χρόνοι να λευκαίνουν το γένι τους
με το μάτι εγύριζαν τις εποχές,ν’αποδώσουν στα
πράγματα το αληθινό τους όνομα
Και στο κάθε βρέφος που άνοιγε τα χέρια,ούτε μια ηχώ
μονάχα το μένος της αθωότητας που ολοένα
δυνάμωνε τους καταρράχτες…
Μια σταγόνα καθαρού νερού,σθεναρή πάνω απ΄τα
βάραθρα,την έιπανε Αρετή και της έδωσαν
ενα λιγνό αγορίστικο σώμα.
Όλα μέρα τώρα η μικρή Αρετή κατεβαίνει κι εργάζεται
σκληρά στα μέρη όπου η γη απο άγνοια σήπονταν
κι είχαν οι άνθρωποι ενεξήγητα μελανουργήσει,
Αλλά τις νύχτες καταφεύγει πάντα εκεί ψηλά
στην αγκαλιά του Όρους,καθώς μέσα στα μαλλιαρά
στήθη του Αντρός.
Και η άχνα που ανεβαίνει απτις κοιλάδες,έχουν
να κάνουν πως δεν είναι λέει καπνός,μα η νοσταλγία
που ξεθυμαίνει απο τις χαραμάδες
του ύπνου των ΓΕΝΝΑΙΩΝ.
