Ποίηση
Εκείνος που δεν άντεξε τ’ αστέρια
γνωρίζει τη λεπίδα του κενού και ουρλιάζει.
ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ
Το σκάκι
Έλα να παίξουμε.
Θα σου χαρίσω τη βασίλισσά μου
(Ήταν για μένα μια φορά η αγαπημένη
Τώρα δεν έχω πια αγαπημένη)
Θα σου χαρίσω τους πύργους μου
(Τώρα πια δεν πυροβολώ τους φίλους μου
Έχουν πεθάνει καιρό πριν από μένα)
Κι ο Βασιλιάς αυτός δεν ήτανε ποτέ δικός μου
Κι ύστερα τόσους στρατιώτες τι τους θέλω;
(Τραβάνε μπρος, τυφλοί, χωρίς καν όνειρα)
Όλα, και τ’ άλογά μου θα στα δώσω
Μονάχα ετούτον τον τρελό μου θα κρατήσω
Που ξέρει μόνο σ’ ένα χρώμα να πηγαίνει
Δρασκελώντας τη μια άκρη ως την άλλη
Γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου
Μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά
Αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις.
Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα.
ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
…Κι ήθελε ακόμα πολύ φως να ξημερώσει. Όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα.
ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
…Πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες.
Το θέμα είναι τ ώ ρ α τι λες
Καλά φάγαμε καλά ήπιαμε
Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ Μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας Το θέμα είναι τ ώ ρ α τι λες
ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
«Χρειάζονται οι στρατιώτες για να φυλάνε τα σύνορα
Τα σύνορα χρειάζονται για να υπάρχουνε οι στρατιώτες
Τα σύνορα και οι στρατιώτες για να μην
αφήνουν Να κάνουν τη δουλειά τους
Οι νόμοι του Ήλιου κι η Ποίηση».
ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ, π.Κ. (προ Κω).
«στρατηγέ τι ζητούσες στη Λάρισα
συ ένας Υδραίος;»
ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ (Μπολιβάρ)
«Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος δε θα πάψεις ούτε στιγμή ν’ αγωνίζεσαι για την ειρήνη και το δίκιο.
Θα βγεις στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα ματώσουν απ’ τις φωνές το πρόσωπό σου θα ματώσει απ’ τις σφαίρες –μα ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων
κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζεις την αδικία.
Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή».
ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ
Όλο μου το τραγούδι ένα δέντρο
από το αίμα ποτισμένο των φονιάδων
ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ
«Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.»
Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ
«Φίλε: αν νομίζεις πως δεν ήρθα πάλι αργά,
δείξε μου κάποιο δρόμο
Εσύ που ξέρεις τουλάχιστον πως γυρεύω ένα τίποτα
για να πιστέψω πολύ και να πεθάνω».
Μανολης Αναγνωστακης
Άκου λοιπόν: Είτε φταις είτε όχι: Σαν δε μπορείς άλλο να παλέψεις, θα πεθάνεις. Η θέση μας είναι χειρότερη απ’ όσο νόμιζες. Είναι τέτοια που: Αν δεν καταφέρουμε το αδύνατο δεν έχουμε ελπίδα.
Οι εχθροί μας περιμένουν να κουραστούμε.
Μπερτολντ Μπρεχτ
«Σεσημασμένος είμαι. Έχετε τα γραφικά μου αποτυπώματα
μπορείτε να με αναγνωρίσετε, όχι όμως και να με διαβάσετε ούτε να με διαβείτε. Ποντάρατε στο μαύρο μου και χάσατε
Ποντάρατε στο κόκκινό μου, πάλι χάσατε
κακή ζαριά ήμουνα στα χέρια σας».
ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ, «Έως…»
Μην αμελήσετε.
Πάρτε μαζί σας νερό.
Το μέλλον μας έχει πολύ ξηρασία.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΣΤΣΑΡΟΣ
Ἔχω κάτι σπασμένα φτερά.
Δὲν ξέρω κὰν γιατί μας ἦρθε
τὸ καλοκαίρι αὐτό.
Γιὰ ποιὰν ἀνέλπιστη χαρά,
γιὰ ποιὲς ἀγάπες,
γιὰ ποιὸ ταξίδι ὀνειρευτό.
Κ.Γ. Καρυωτάκης
“Πάμε μαζί κι ας μας λιθοβολούν
Κι ας μας φωνάζουν αεροβάτες
Φίλε μου όσοι δεν ένιωσαν ποτέ με τι
Σίδερο με τι πέτρες τι αίμα τι φωτιά
Χτίζουμε ονειρευόμαστε και τραγουδάμε!”
Οδυσσέας Ελύτης.
Γυρίζει μόνος
στα χείλη του παντάνασσα σιωπή
συνέχεια των πουλιών τα μαλλιά του.
Ωχρός
με βουλιαγμένα όνειρα κι ανέγγιχτος
νερό τρεχάμενο στα ρείθρα, ωχρός
έλληνας.
Πάντα ο δρόμος μες στα μάτια του
κι η λάμψη απ’ τη φωτιά
που καταλύει
τη νύχτα.
Γυρίζει μόνος
στα χέρια του κλαδί από ελιά
γεμάτος πόνο χάνεται στα δειλινά
αισθάνεται
πως όλα χάθηκαν.
Μην του μιλάτε είναι άνεργος
τα χέρια στις τσέπες του
σαν δυο χειροβομβίδες.
Μην του μιλάτε, δε μιλούν στους καθρέφτες.
Άνθη της λεμονιάς
λουλούδια του ανέμου
στεφάνωσέ τον Άνοιξη
τον κλώθει ο θάνατος.
Νίκος Καρούζος Πέντε Ποιήματα Μες Στο Σκοτάδι
«Κι αυτοί και κείνοι μας πολτοποιήσανε
μας έχουν κάνει –το λαό!–
μια μάζα ευκολομάσητη γλοιώδη
σαν μπάμιες καζανιού».
ΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
Γέλασε
ο μαύρος κόκορας
όταν του είπαν πως θα τον σφάξουν
όταν όμως ήρθε η ώρα
η κακή του ώρα
έκλαψε ο μαύρος κόκορας
έκλαψε ο μαύρος κόκορας.
ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ Ο ΜΑΥΡΟΣ ΚΟΚΟΡΑΣ
Εκείνος που δεν άντεξε τ’ αστέρια
γνωρίζει τη λεπίδα του κενού και ουρλιάζει.
ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ
Ξέφυγα από τους καρχαρίες
Και νίκησα τους τίγρεις
Μ’ έφαγαν όμως
Οι κοριοί.
Μπέρτολντ Μπρεχτ
Ας μη το κρύβουμε
διψάμε για ουρανό!
ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ
πηγη : http://www.elbi.gr
«Μέτρησα τα χρόνια μου και συνειδητοποίησα,
Ότι μου υπολείπεται λιγότερος χρόνος
Ζωής απ’ ότι έχω ζήσει έως τώρα….
Αισθάνομαι όπως αυτό το παιδάκι που κέρδισε μια σακούλα καραμέλες:
Τις πρώτες τις καταβρόχθισε με λαιμαργία αλλά όταν παρατήρησε ότι
του απέμεναν
λίγες, άρχισε να τις γεύεται με βαθιά απόλαυση.
Δεν έχω πια χρόνο για ατέρμονες συγκεντρώσεις όπου συζητούνται ,
καταστατικά, νόρμες, διαδικασίες και εσωτερικοί κανονισμοί,
γνωρίζοντας ότι δε θα
καταλήξει κανείς πουθενά.
Δεν έχω πια χρόνο για να ανέχομαι παράλογους ανθρώπους που παρά τη
Χρονολογική τους ηλικία, δεν έχουν μεγαλώσει.
Δεν έχω πια χρόνο για να λογομαχώ με μετριότητες.
Δεν θέλω να βρίσκομαι σε συγκεντρώσεις όπου παρελαύνουν
παραφουσκωμένοι εγωισμοί.
Δεν ανέχομαι τους χειριστικούς και τους καιροσκόπους.
Με ενοχλεί η ζήλια και όσοι προσπαθούν να υποτιμήσουν τους
ικανότερους για να οικειοποιηθούν τη θέση τους, το ταλέντο τους και τα
επιτεύγματα τους.
Μισώ, να είμαι μάρτυρας των ελαττωμάτων που γεννά η μάχη για ένα
Μεγαλοπρεπές αξίωμα.
Οι άνθρωποι δεν συζητούν πια για το περιεχόμενο… μετά βίας για την
Επικεφαλίδα.
Ο χρόνος μου είναι λίγος για να συζητώ για τους τίτλους, τις
επικεφαλίδες.
Θέλω την ουσία, η ψυχή μου βιάζεται…
Μου μένουν λίγες καραμέλες στη σακούλα…
Θέλω να ζήσω δίπλα σε πρόσωπα με ανθρώπινη υπόσταση.
Που μπορούν να γελούν με τα λάθη τους.
Που δεν επαίρονται για το θρίαμβό τους.
Που δε θεωρούν τον εαυτό τους εκλεκτό, πριν από την ώρα τους.
Που δεν αποφεύγουν τις ευθύνες τους.
Που υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια
Και που το μόνο που επιθυμούν είναι να βαδίζουν μαζί με την αλήθεια
και την ειλικρίνεια.
Το ουσιώδες είναι αυτό που αξίζει τον κόπο στη ζωή.
Θέλω να περιτριγυρίζομαι από πρόσωπα που ξέρουν να αγγίζουν την
καρδιά των ανθρώπων….
Άνθρωποι τους οποίους τα σκληρά χτυπήματα της ζωής τους δίδαξαν
πως μεγαλώνει κανείς με απαλά αγγίγματα στην ψυχή.
Ναι, βιάζομαι, αλλά μόνο για να ζήσω με την ένταση που μόνο η
ωριμότητα μπορεί να σου χαρίσει.
Σκοπεύω να μην πάει χαμένη καμία από τις καραμέλες που μου
απομένουν…..
Είμαι σίγουρος ότι ορισμένες θα είναι πιο νόστιμες απ΄ όσες έχω ήδη
φάει.
Σκοπός μου είναι να φτάσω ως το τέλος ικανοποιημένος και σε ειρήνη με
τη συνείδησή μου και τους αγαπημένους μου.
Εύχομαι και ο δικός σου να είναι ο ίδιος γιατί με κάποιον τρόπο θα
φτάσεις κι εσύ….»
«Η συμφορά με βρήκε απροετοίμαστη
Κι ό,τι τα είχα συμφωνήσει με τον εαυτό μου
Έφτιαξα σχέδιο εξοντώσεως των τρελών μου ονείρων
Πολέμησα με λύσσα την επιμονή της μνήμης
Στραγγάλισα το παραμιλητό του υποσεινήδητου
Προσπέρασα αγέρωχα τη μανία της δίνης που σε παρασύρει στην άβυσσο
Έκανα πλαστική στα σημάδια της παραμορφωμένης εφηβείας μου
Κήδεψα μ΄ όλους τους τρόπους το κουφάρι του παίκτη
παρέα με τις νότες του παλιού γνώριμου ήχου
Κι έγινε η ζωή μου δρόμος μονής κατευθύνσεως
Ξάφνου όμως μες΄ στην νύχτα με ξύπνησε η καρδιά σου που χτυπούσε.»
Τζένη Σκλαβούνου, 2013 / Τζένη Σκλαβούνου. (2009). «Κ» 13+ 1 ποιητικά σχεδιάσματα και επίλογος σε δύο πράξεις. Εκδόσεις – Κέντρο Ευρωπαικών Εκδόσεων Χάρη Πάτση
πηγη : http://animartists.com
Όμως υπάρχουν ακόμα
λίγοι άνθρωποι
που δεν είναι κόλαση
η ζωή τους
υπάρχει το μικρό πουλί ο κιτρινολαίμης
η Fräulein Ramser
και πάντοτε του ήλιου οι απομείναντες
οι ερωτευμένοι με ήλιο ή με φεγγάρι
ψάξε καλά
βρες τους, Ποιητή!
κατάγραψέ τους προσεχτικά
γιατί όσο παν και λιγοστεύουν
λιγοστεύουν
Ακούστε. Εγώ είμαι ο γκρεμιστής, γιατί είμ’ εγώ κι ο
χτίστης, ο διαλεχτός της άρνησης κι ο ακριβογιός της πίστης.
Και θέλει και το γκρέμισμα νου και καρδιά και χέρι.
Στου μίσους τα μεσάνυχτα τρέμει ενός πόθου αστέρι.
Κι αν είμαι της νυχτιάς βλαστός, του χαλασμού πατέρας,
πάντα κοιτάζω προς το φως το απόμακρο της μέρας.
εγώ ο σεισμός ο αλύπητος, εγώ κι ο ανοιχτομάτης·
του μακρεμένου αγναντευτής, κι ο κλέφτης κι ο απελάτης
και με το καριοφίλι μου και με τ’ απελατίκι
την πολιτεία την κάνω ερμιά, γη χέρσα το χωράφι.
Κάλλιο φυτρώστε, αγκριαγκαθιές, και κάλλιο ουρλιάστε, λύκοι, κάλλιο φουσκώστε, πόταμοι και κάλλιο ανοίχτε τάφοι,
και, δυναμίτη, βρόντηξε και σιγοστάλαξε αίμα,
παρά σε πύργους άρχοντας και σε ναούς το Ψέμα.
Των πρωτογέννητων καιρών η πλάση με τ’ αγρίμια
ξανάρχεται. Καλώς να ρθή. Γκρεμίζω τη ασκήμια.
ΠΗΓΗ : http://www.magikokouti.gr
Γιώργη Παυλόπουλου, Η στάχτη
Φύσαγε ὁ ἀγέρας
ἀνέβαζε τὴ στάχτη τους
τὴν πήγαινε στὸν οὐρανὸ
φοβόταν ἐκείνη φοβόταν
οὐὰ φοβιτσιάρα τῆς φώναζε.
Πάψε τρελέ του ἔλεγε
δὲν εἴμαστε πιὰ στὴ γῆ
δὲν ἔχουμε πιὰ δέρμα
δὲν ἔχουμε μαλλιὰ
δὲν ἔχουμε μήτε μάτια.
Γίναμε στάχτη τῆς ἔλεγε
ὅμως μὲ βλέπεις καὶ σὲ βλέπω
καὶ μένει ἀκόμα ἡ ἀγάπη
ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ γίνει στάχτη
καὶ μένει ἀκόμα ἡ ἀγάπη.
Εἶμαι ἡ στάχτη σου τοῦ ἔλεγε
καὶ εἶσαι ἡ στάχτη μου
μὰ ποῦ ἀνεβαίνουμε ποῦ πᾶμε
κι ὅλο φυσάει κι ὅλο σὲ χάνω
οὐὰ φοβιτσιάρα τῆς φώναζε.
Πάψε τρελέ του ἔλεγε.
πηγη : http://annagelopoulou.blogspot.gr
Ζητώ συγνώμη που δεν απαντώ
Αλλά λάθος δικό μου δεν είναι
Που δεν αντιστοιχώ Σ’ αυτόν που σε ’μένα αγαπάτε.
Ο καθένας μας είναι πολλοί Εγώ είμαι αυτός που νομίζω πως είμαι.
Άλλοι με βλέπουν αλλιώς Και πάλι λάθος κάνουν. Μη με παίρνετε γι’ άλλον
Κι αφήστε με ήσυχο. Αν εγώ δεν θέλω. Να βρω τον εαυτό μου Γιατί οι άλλοι για μένα να ψάχνουν;»
Α’ Στάξε στη λίμνη μόνο μια στάλα κρασί και σβήνει ο ήλιος.
Β’ Στον κάμπο ούτ’ ένα τετράφυλλο τριφύλλι. Ποιος φταίει απ’ τους τρεις;
Γ’ Στον κήπο του μουσείου Άδειες καρέκλες τ’ αγάλματα γύρισαν στ’ άλλο μουσείο.
Δ’ Να ‘ναι η φωνή πεθαμένων φίλων μας ή φωνογράφος;
Ε’ Τα δάχτυλά της στο θαλασσί μαντίλι κοίτα: κοράλλια.
ΣΤ’ Συλλογισμένο το στήθος της βαρύ μες στον καθρέφτη.
Ζ’ Φόρεσα πάλι τη φυλλωσιά του δέντρου κι εσύ βελάζεις.
Η’ Νύχτα, ο αγέρας ο χωρισμός απλώνει και κυματίζει.
Θ’ Νέα μοίρα Γυμνή γυναίκα το ρόδι που έσπασε ήταν γεμάτο αστέρια.
Ι’ Τώρα σηκώνω μια νεκρή πεταλούδα χωρίς φτιασίδι.
ΙΑ’ Πού να μαζεύεις τα χίλια κομματάκια του κάθε ανθρώπου.
ΙΒ’ Άγονος γραμμή Το δοιάκι τι έχει; Η βάρκα γράφει κύκλους κι ούτε ένας γλάρος!
ΙΓ’ Άρρωστη Ερινύς Δεν έχει μάτια τα φίδια που κρατούσε της τρών’ τα χέρια.
ΙΔ’ Τούτη η κολόνα έχει μια τρύπα, βλέπεις την Περσεφόνη;
ΙΕ’ Βουλιάζει ο κόσμος κρατήσου, θα σ’ αφήσει μόνο στον ήλιο.
ΙΣΤ’ Γράφεις το μελάνι λιγόστεψε η θάλασσα πληθαίνει.
…και μαθαίνεις να φτιάχνεις
όλους τους δρόμους σου στο Σήμερα,
γιατί το έδαφος του Αύριο
είναι πολύ ανασφαλές για σχέδια
και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο
να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής.
Και μαθαίνεις ότι, αλήθεια, μπορείς να αντέξεις
και ότι, αλήθεια, έχεις δύναμη
και ότι, αλήθεια, αξίζεις
και μαθαίνεις… μαθαίνεις
…με κάθε αντίο μαθαίνεις
παράνομα
σὲ περιοχὲς ποὺ σὰν ὑπαρκτὲς
δὲν παραδέχονται οἱ ἄλλοι.
Ἐκεῖ σταματῶ καὶ ἐκθέτω
τὸν καταδιωγμένο κόσμο μου,
ἐκεῖ τὸν ἀναπαράγω
μὲ πικρὰ κι ἀπειθάρχητα μέσα,
ἐκεῖ τὸν ἀναθέτω
σ᾿ ἕναν ἥλιο
χωρὶς σχῆμα, χωρὶς φῶς,
ἀμετακίνητο,
προσωπικό μου.
Ἐκεῖ συμβαίνω.Κάποτε, ὅμως,
παύει αὐτό.
Καὶ συστέλλομαι,
κι ἐπανέρχομαι βίαια
(πρὸς καθησυχασμόν)
στὴ νόμιμη καὶ παραδεκτὴ
περιοχὴ
στὴν ἐγκόσμια πίκρα.
Καὶ διαψεύδομαι.
- Μέσα στη θλίψη της απέραντης μετριότητας, που μας πνίγει από παντού, παρηγοριέμαι ότι κάπου, σε κάποιο καμαράκι, κάποιοι πεισματάρηδες αγωνίζονται να εξουδετερώσουν τη φθορά.
- Εν λευκώ (1992), «Μικρά έψιλον»
el.wikiquote.org
Είδες ποτέ σου πολιτεία να σηκώνεται ψηλά; Δεμένη από χιλιάδες σπάγγοι ν’ ανεβαίνει στα ουράνια; Ε, λοιπόν, ούτε είδες ούτε θα ματαδείς ένα τέτοιο θάμα. Αρχινούσανε την Καθαρή Δευτέρα -είτανε αντέτι- και συνέχεια την κάθε Κυριακή και σκόλη, ώσαμε των Βαγιών. Από του Χατζηφράγκου τ’ Αλάνι κι από το κάθε δώμα κι από τον κάθε ταρλά του κάθε μαχαλά της πολιτείας, αμολάρανε τσερκένια. Πήχτρα ο ουρανός. Τόσο, που δε βρίσκανε θέση τα πουλιά. […] Ολάκερη τη Μεγάλη Σαρακοστή, κάθε Κυριακή και σκόλη, η πολιτεία ταξίδευε στον ουρανό. Ανέβαινε στα ουράνια και τη βλόγαγε ο Θεός. Δε χώραγε το μυαλό σου πώς μπόραγε να μείνει κολλημένη χάμω στη γης, ύστερ’ από τόσο τράβηγμα στα ύψη. Και όπως κοιτάγαμε όλο ψηλά, τα μάτια μας γεμίζανε ουρανό, ανασαίναμε ουρανό, φαρδαίνανε τα στέρνα μας και κάναμε παρέα με αγγέλοι. Ίδια αγγέλοι κι αρχαγγέλοι κορονίζανε ψηλά. Θα που πεις, κι εδώ, την Καθαρή Δευτέρα, βγαίνουνε κάπου εδώ γύρω κι αμολάρουνε τσερκένια. Είδες όμως ποτέ σου τούτη την πολιτεία ν’ αρμενίζει στα ουράνια; Όχι. Εκεί, ούλα είταν λογαριασμένα με νου και γνώση, το κάθε σοκάκι δεμένο με τον ουρανό. Και χρειαζότανε μεγάλη μαστοριά και τέχνη για ν’ αμολάρεις το τσερκένι σου.», (Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου, Εστία).
Ο. Ελύτης, «Ο χαρταετός»
Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός.
Τα ύψη μου άρεσαν ακόμη
και όταν έμενα στο προσκέφαλο μου μπρούμυτα
τιμωρημένη ώρες και ώρες.
ένιωθα το δωμάτιο μου ανέβαινε
-δεν ονειρευόμουν- ανέβαινε
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν εκείνο που έβλεπα πως να το πω
κάτι σαν την «ανάμνηση τον μέλλοντος»
όλο δέντρα που έφευγαν βουνά πού άλλαζαν όψη
χωράφια γεωμετρικά με δασάκια σγουρά
σαν εφηβαία – φοβόμουνα και μου άρεσε-
ν’ αγγίζω μόλις τα καμπαναριά
να τους χαϊδεύω τις καμπάνες
σαν όρχεις και να χάνομαι. . .
Άνθρωποι μ’ ελαφρές ομπρέλες περνούσανε λοξά
και μου χαμογελουσανε·
κάποτε μου χτυπούσανε στο τζάμι:
«δεσποινίς» φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν οι «πάνω άνθρωποι» έτσι τους έλεγα
δεν ήταν σαν τους «κάτω»·είχανε γενειάδες
και πολλοί κρατούσανε στο χέρι μια γαρδένια
«μερικοί μισάνοιγαν την μπαλκονόπορτα
και μου ‘βαζαν αλλόκοτους δίσκους στο πικ-άπ.
Ήταν θυμάμαι » Ή Άννέτα με τα σάνταλα»
» Ό Γκέυζερ της Σπιτσβέργης»
το «Φρούτο δεν εδαγκώσαμε Μάης δεν θα μας έρθει»
(ναι θυμάμαι και αλλά)
το ξαναλέω — δεν ονειρευόμουν αίφνης εκείνο
το «Μισάνοιξε το ρούχο σου κι έχω πουλί για σένα»
Μου το ‘χε φέρει ο Ίππότης-ποδηλάτης
μια μέρα πού καθόμουνα κι έκανα πώς εδιάβαζα
το ποδήλατο του με άκρα προσοχή
το ‘χε ακουμπήσει πλάι στο κρεβάτι μου·
υστέρα τράβηξε τον σπάγκο
κι εγώ κολπώνομουν μες στον αέρα
φέγγανε τα χρωματιστά μου εσώρουχα
κοίταζα πόσο διάφανοι γίνονται κείνοι πού αγαπούνε
τροπικά φρούτα και μαντίλια μακρινής ηπείρου·
φοβόμουνα και μου άρεσε το δωμάτιο μου
ή εγώ — δεν το κατάλαβα ποτέ μου.
Είμαι από πορσελάνη καί
το χέρι μου κατάγεται από τους πανάρχαιους Ίνκας
ξεγλιστράω ανάμεσα στις πόρτες
όπως ένας απειροελάχιστος σεισμός
που τον νιώθουν μονάχα οι σκύλοι καί τα νήπια·
δεοντολογικά θα πρέπει να είμαι τέρας
και όμως η εναντίωση αείποτε μ’ έθρεψε
και αυτό εναπόκειται σ’ εκείνους με το μυτερό καπέλο
που συνομιλούν κρυφά με τη μητέρα μου
τις νύχτες να το κρίνουν.
Κάποτε η φωνή της σάλπιγγας
από τους μακρινούς στρατώνες
με ξετύλιγε σαν σερπαντίνα
και όλοι γύρω μου χειροκροτούσαν
-απίστευτων χρόνων θραύσματα μετέωρα όλα.
Στο λουτρό από δίπλα οι βρύσες ανοιχτές
μπρούμυτα στο προσκέφαλο μου
θωρούσα τις πηγές με το άσπιλο λευκό
πού με πιτσίλιζαν·τι ωραία Θεέ μου τι ωραία
χάμου στο χώμα ποδοπατημένη
να κρατάω ακόμη μες στα μάτια μου
ένα τέτοιο μακρινό του παρελθόντος πένθος.
(Οδυσσέας Ελύτης, Μαρία Νεφέλη)
Ανδρέας Εμπειρίκος, «Οι χαρταετοί»
Σε ορισμένους τόπους ονομάζουν τα χέρια χέρες. Στα Ακρο-
κεραύνεια πετούν γυπαετοί. Στις πανωσιές σουρώνει η θάλασ-
σα και αναγαλλιάζει. Στις ανοικτές πλατείες τα παιδιά πε-
τούν το Μάρτη χρωματιστούς αετούς από χαρτί.
Κόκκινοι, πράσινοι, κίτρινοι και κάποτε γαλάζιοι, οι
Χάρτινοι αετοί λυσίκομοι και με μακριές ουρές, πετούν επάνω
Από την πόλη, όπως επάνω από την φτέρη των υψηλών βου-
νών οπι αετοί.
Εκστατικά υψώνουν τα παιδιά τα χέρια. Δείχνουν τους
χάρτινους κομήτες με τις μακριές ουρές. Ουράνιοι δράκοι
πιο ψηλά τα αεροπλάνα, βροντούν και γράφουν στο στερέω-
μα με άσπρους καπνούς τις λέξεις:
ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΥ.
Είναι η ώρα κάτασπρη, η έκστασις γαλάζια. Η πόλις
αχνίζει από ηδονή. Κουνούν τις χέρες τα παιδιά και, ακόμα,
από τα στόματά των πηδούν σαν πίδακες οι λέξεις:
ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΥ.



