Κυριακή Ψαρρού στις 9 Ιουνίου 2014
Αυτοκαταστροφικές σκέψεις;
Ήρθε η ώρα να βαδίσουμε ανάποδα τον «δρόμο» (να βαδίσουμε την «λύση» που μας προτείνει ο φόβος). Τώρα… σκεφτόμαστε πως κάνουμε ακριβώς το αντίθετο απ’ αυτό που μας προτείνει ο φόβος μας.
Πώς καταλήγουμε να νιώθουμε μέσα σ’ αυτό το ΥΠΟΘΕΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ;
Καθώς βαδίσαμε δύο αντίθετους δρόμους (δύο επιλογές που οδηγούν σε εκ διαμέτρου διαφορετικές κατευθύνσεις)… η ΨΥΧΗ μας (με αλάνθαστο γνώμονα τα ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ μας & τις σωματικές μας ΑΙΣΘΗΣΕΙΣ)… ανέδειξε το μονοπάτι που χρειαζόμαστε για να την συναντήσουμε. Σε κάθε περίπτωση… η ΨΥΧΗ μας (μέσα από ΕΝΤΟΝΕΣ διλημματικές καταστάσεις)… επιμένει να μας οδηγεί στη μέγιστη ασφάλεια της ΑΥΘυπέρβασης & της χαράς!
από την Αρχοντούλα
Συμπτώματα στην συμπεριφορά μας, από ενοχικά συναισθήματα:

ΥΠΟΧΟΝΔΡΙΑ
ΔΕΙΣΙΔΑΙΜΟΝΙΑ
ΜΑΤΑΙΩΜΕΝΗ ΠΡΟΣΔΟΚΙΑ
ΑΝΑΠΟΦΑΣΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ
Χειριζόμαστε τα ίδια “όπλα”, που χρησιμοποίησαν εναντίον μας όταν ήμαστε παιδιά.
Στο ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟ, διαδραματίζεται η μόνιμη σκηνή της εκδίκησης: «Αφού δεν μου δίνεις σημασία εσύ, δεν θα σου δώσω ούτε κι εγώ».
Όσο δεν παραιτούμαστε & δεν παραδινόμαστε η αγανάκτηση παραμένει.
Η παραίτηση οφείλεται, σε βαθιά κατανόηση του προβλήματος και άρα σε ωριμότητα… ΔΥΣΤΥΧΩΣ πολύ σπάνια.

Read more: http://enallaktikidrasi.com/2014/05/enoxes-pos-epireazoun-ti-sou-xoris-na-to-katalavaineis/#ixzz33klNMl8b

Από την Αρχοντούλα

 

Κυριακή Ψαρρού στις 9 Ιουνίου 2014

Ρωτά η ελευθερία την αγάπη:

-Τα φτερά που σου χάρισα τι τα έκανες και σε βλέπω  να ΄ρχεσαι πάλι με τα πόδια;

-Τα έχω. Αλλά όσες φορές τα χρησιμοποίησα έχασα το δρόμο.

-Κρίμα! Γιατί στα μέρη που αξίζει να πας μόνο με τα φτερά μου μπορείς.

 

από την Εύη

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 7 Ιουνίου 2014

Η λέξη «Έλλην» είναι σύνθετη από το Ελ και το λην. Όπου Ελ είναι ο (θεός) Ήλ – ιος, ο ζωοδότης, ο φωτοδότης. Η κατάληξη της λέξης «ήλ ιος» σημαίνει ότι αυτό το ουράνιο σώμα που δίνει ζωή στη γη, αντλεί το φως του από τον Ελ ή Ηλ, δηλαδή τον Θεό. Ο Ήλιος δεν ήταν Θεός, ήταν αυτός που αντλούσε ή δεχόταν φως από το Θεό και, με τη σειρά του αυτός το έδινε στη γη.

 

Ελ ή Ηλ, όπως: Ηλεία, δηλαδή η χώρα του Ήλιου. Η Ελ υμπία ή Ολυμπία δεν είναι τυχαίο που βρίσκεται στην Ηλεία. Όπως και ο Όλυμπος δεν είναι τυχαίο που βρίσκεται στην Ελ λάδα.

 

Και λην, είναι απαρέμφατο του ρήματος λάω, που σημαίνει βλέπω. Έλ – λην δηλαδή σημαίνει «αυτός που (μπορεί και) βλέπει τον Ήλιο», δηλαδή αυτός που (μπορεί και) βλέπει τον θεό ή «αυτός που ζει σύμφωνα με τις ιδιότητες του Ήλιου», δηλαδή του θεού, είναι ο ευσεβής. Έλλην είναι αυτός που ζει σύμφωνα με τους νόμους (και τις δυνάμεις) του Φωτός και Ελλάνιος είναι αυτός που κατάγεται από τους προγόνους, οι οποίοι ζουν σύμφωνα με τους νόμους του Φωτός ή είναι ο κάτοικος αυτού τούτου του (Ουρανίου) Φωτός.

 

Αυτά, διότι: Ελ (ηλ) ιος είναι αυτός που κατάγεται από το Φως, από το αρχέγονο Φως, από την Πρώτη Δύναμη, εκείνη που δημιούργησε τα πάντα.

 

Έλ λην και Ελ λας. Όπου λας είναι η πέτρα (εξ ου και λατομείο) άρα Ελ –λας σημαίνει «η πέτρα των θεών» ή «ο θρόνος των θεών» ή Ελλάς είναι «ο γήινος τόπος που είναι κατοικία των θεών», όχι μόνο, Ελλάς μπορεί να είναι και «το υλικό σώμα εντός του οποίου κατοικεί το Φως», δηλαδή Ελλάς μπορεί να είναι το σώμα όπου κατοικεί η ψυχή, όπου κατοικεί ο (ενσαρκωμένος) θεός, η ψυχή που έλκει την καταγωγή της από τον Ελ (Ηλ) ιο, είναι «ο άνθρωπος με ψυχή» σε αντίθεση μ’ εκείνο το σώμα που δεν είναι τόπος κατοικίας του Φωτός, δηλαδή της ψυχής. Το λέει ο Ερμής ο Τρισμέγιστος: «Ο άνθρωπος είναι θνητός θεός και ο θεός είναι αθάνατος άνθρωπος».

 

Κατ’ αυτά, Έλληνες είναι εκείνοι που (προ)φέρουν τον Έλληνα Λόγο και δη όχι όσοι ομιλούν, αλλά όσοι αισθάνονται την Ελληνική γλώσσα, όσοι μπορούν να την αποκωδικοποιήσουν και να διεισδύσουν στα άδυτα των αδύτων. Έλληνες, εν τέλει, ΔΕΝ είναι εκείνοι που κατοικούν στην Ελ λάδα, αλλά εκείνοι που (όπου και αν βρίσκονται, σε όποιο σημείο της γης και αν κατοικούν) προ – φέρουν τον Ελληνικό Λόγο, ζουν δηλαδή με βάση τους νόμους του Ήλιου, τους νόμους του Φωτός, τους νόμους του θεού.

 

Από το «λας» βγαίνει και το «λαός». Λαός σημαίνει «πλήθος από πέτρες». Ο Δευκαλίων και η Πύρρα κατά συμβουλήν του Διός μετά τον κατακλυσμό έριχναν πέτρες πίσω τους, οι οποίες μεταμορφώθηκαν σε ανθρώπους κι αυτοί οι άνθρωποι είναι οι πρόγονοι του σημερινού ανθρωπίνου γένους. Μπορεί εύκολα να υποθέσει κανείς, ότι πριν από τον Δευκαλίωνα και την Πύρρα υπήρχε κάποιο πρότερο ανθρώπινο γένος που δεν ιστορήθηκε, μέλη του οποίου ήταν οι πρόγονοί μας, οι διασωθέντες Δευκαλίων και Πύρρα. Λοιπόν, οι πέτρες του Δευκαλίωνα έγιναν άντρες και οι πέτρες της Πύρρας έγιναν γυναίκες. Ίσως η παροιμία «έριξε μαύρη πέτρα πίσω του» να κρατάει από τότε ως ζευγάρι με το μύθο του Δευκαλίωνα και (ίσως) να σημαίνει ακριβώς το αντίθετο της δημιουργίας, δηλαδή το ρημαδιό, έναν τόπο, ένα σπίτι που έμεινε χωρίς τους ανθρώπους του.

 

Συνοπτικά, η λέξη «Έλλην», σημαίνει «αυτός που (μπορεί και) βλέπει τον θεό». Αυτός δηλαδή του οποίου η υψηλή κραδασμική συχνότητα είναι ίδια μ’ εκείνη του Φωτός, άρα του επιτρέπει να «βλέπει» την αντίστοιχη συχνότητα, στην οποία γίνονται ορατοί οι θεοί. Έλλην είναι η εξελιγμένη πνευματικά οντότητα και καθόλου βέβαια ο πολίτης ενός κράτους, το οποίο εντελώς αυθαίρετα και καταχρηστικά ονομάζεται «Ελλάς». Οι ξένοι έχουν δίκιο που το λένε Γραικία ή Ιωνία. Οι πολίτες του κράτους που ονομάζεται «Ελλάς» δεν είναι Έλληνες. «Ελλάς» ήταν κάποτε, πολλές χιλιάδες χρόνια πριν, ήταν τότε που είχαν κάνει τον τόπο αυτό δικό τους τόπο, θρόνο τους, έδρα τους. Ουδεμίαν σχέσιν έχουμε εμείς με εκείνους. Με τους Έλληνες δεν είχαν σχέση ούτε καν οι αρχαίοι πρόγονοί μας, ναι, αυτοί της κλασσικής περιόδου. Ακόμα και τότε ήταν λίγοι Έλληνες ανάμεσά τους. Πάντα ήταν λίγοι οι Έλληνες ανάμεσα στους πολλούς, διότι έργο τους εδώ στη γη δεν ήταν άλλο από την διδαχή και τη διάδοση της Γνώσης. Έλληνες ήταν οι δάσκαλοι. Οι διδάσκαλοι. Αυτό βγαίνει από πολύ συγκεκριμένες αναφορές των αρχαίων κειμένων, που δεν είναι της παρούσης στιγμής.

 

Είναι δύσκολο να το αποδεχτεί αυτό κάποιος σήμερα, επειδή έχει περάσει στο πετσί του το ανιστόρητο και άσοφο εμφύτευμα, εντούτοις έχει μεγάλη φιλοσοφική αξία να εντοπιστεί η αληθινή έννοια της λέξης «Έλλην», διότι είναι αποκαλυπτική της Γνώσης που απωθήθηκε, της Γνώσης που εκοιμήθη για «χίλια χρόνια», όμως δεν πέθανε ποτέ. Η Γνώση, δηλαδή η Μνήμη, θα ενεργοποιηθεί και, εν τέλει, οι άνθρωποι, οι Έλληνες, θα θυμηθούν. Δεν θα θυμηθούν την παλιά τους αυτοκρατορία, καθώς νομίζουν πολλοί, αλλά την ταυτότητα και την αποστολή των όντων που από τον ουρανό κατέβηκαν στη γη για ορισμένο και, φυσικά, ανώτερο σκοπό.

 

 

 

Ας πάμε τώρα στη λέξη «άνθρωπος». Μας είπαν στο Σχολείο ότι η λέξη «άνθρωπος» προέρχεται από το «άνω θρώσκω». Αγνόησαν επιδεικτικά τις άλλες εκδοχές, διότι (για τους σκοπούς τους) χρειάζονταν μία θεολογική ερμηνεία. Και είναι περιττό να καταθέσουμε επιχειρήματα γιατί αυτός ο ισχυρισμός είναι λάθος. Αλλά είναι σημαντικό να παραθέσουμε τα ευρήματα μιας άλλης, όσο και αποκαλυπτικής προσέγγισης:

 

Η λέξη «άνθρωπος» προέρχεται (κατά το Liddel & Scott) από το ανήρ + ωψ (γεν. ωπός, από το ρήμα ορώ) είναι «ο έχων όψιν ή πρόσωπον ανδρός». Ανδρ – ωπός. Όπως πρόσ – ωπον. Δεν είναι homo (χώμα), είναι «αυτός που είναι ανήρ κατά την όψιν» ή ακόμα και «αυτός μόνο – και όχι άλλος – που μπορεί να δει τον άνδρα», όπου ανήρ (άνδρας) είναι «αυτός που δεν είναι νηρός», δηλαδή νεαρός. Και (νηρός, νεαρός) σημαίνει πρόσφατος, ακραιφνής (ακεραιο – φανής, δηλαδή, ακέραιος, καθαρός, ανόθευτος) εξ ου το νηρόν, δηλαδή το νερόν, το ύδωρ, πρόσφατον ή ψυχρόν ύδωρ, άρτι κομισθέν εκ της πηγής, το δροσερό νερό, το φρέσκο νερό, ανήρ επομένως σημαίνει «αυτός που δεν είναι νηρός, δεν είναι νεαρός, δεν είναι νέος, αλλά ενήλιξ, έχων (σεβαστήν) ηλικίαν, αυτός που δεν έχει πλέον ανάγκη από ενσαρκώσεις, έχει ολοκληρώσει την πνευματική του διαδρομή, ο αρχαίος, ο σοφός, ο σεβάσμιος, ο φωτεινός. Δεν είναι ακραιφνής (ακεραιοφανής) δηλαδή δεν φαίνεται ακέραιος, άρα δεν είναι ορατός, αλλά αισθάνεσαι ίσως μία (φωτεινή) σκιά, ένα αερικό, ένα πνεύμα. {Βλ. και Νηρεύς, ο αρχαίος θαλάσσιος άρχοντας (των νηρών, νερών) της Μεσογείου, οι Νηρηίδες, οι κόρες του Νηρέα, οι Νεράιδες (των παραμυθιών) στις πηγές και τα ρυάκια}.

 

Το νηρόν (νερό) αφήνει εκστατικό τον προσεκτικό ιχνευτή, επειδή ως στοιχείο ταυτίζεται με την ουσία της νεότητος. Και, όντως, το νερό είναι μεταγενέστερο (δηλαδή νεότερο) του αντιθέτου του στοιχείου, του πυρός. Η παρατήρηση μπορεί να οδηγεί και στο ότι ο ανήρ (αντίθετο του νηρού, νεαρού) ισούται με το πυρ (αντίθετο του νερού) κατά την εξίσωση: Αν Α = Β και Β = Γ, τότε Α = Γ. Συνεπώς ο ανήρ = πυρ, δηλαδή πυρφόρος, αρχέγονος, θεός. Ανήρ, άνθρωπος, κατ’ επέκταση, σημαίνει «αρχαίος στην όψη» ή «αρχαίος όταν τον βλέπεις» ή «αιώνιος, με το πρόσωπό του σαν τη φωτιά, που μπορείς να τον δεις», δηλαδή αθάνατος, φωτεινός, θεός ή «ομοίωση του θεού». Μπορεί και να σημαίνει «το ον που μπορεί να δει τον Θεό σε αντίθεση με τα άλλα όντα». Δεν είναι homo (χώμα) και τίποτε άλλο. Είναι πολλά άλλα. Εκτός και αν (για να κάνουμε λίγο Αγγλικό χιούμορ) οι Αγγλόφωνοι κάνουν αυτοκριτική ή κρίνουν εξ ιδίων τα αλλότρια…

 

Συνοπτικά πάλι, η λέξη «άνθρωπος», όπως και η λέξη «Έλλην» σημαίνει «αυτός που (μπορεί και) βλέπει τον θεό». Αυτός δηλαδή του οποίου η υψηλή κραδασμική συχνότητα είναι ίδια μ’ εκείνη του Φωτός, άρα του επιτρέπει να «βλέπει» την αντίστοιχη συχνότητα, στην οποία γίνονται ορατοί οι θεοί. Έλλην ή Άνθρωπος είναι η εξελιγμένη πνευματικά οντότητα και καθόλου βέβαια ο πολίτης ενός κράτους, το οποίο εντελώς αυθαίρετα και καταχρηστικά ονομάζεται «Ελλάς».

 

Η ανακάλυψη ότι οι δύο λέξεις «Έλλην» και «Άνθρωπος» (μοναδικά στην Ελληνική Γλώσσα) έχουν ετυμολογικά την ίδια ακριβώς αρχετυπική σημασία, οδηγεί σε νέα περιοχή αναζήτησης, κεντρικό αξίωμα της οποίας είναι ότι ο Έλλην – Άνθρωπος είναι διάφορος του βαρβάρου.

 

Αλλά σε τι συνίσταται άραγε αυτή η διαφορά;

 

Συνίσταται μάλλον στο ότι όλα τα δίποδα όντα ομοιάζουν κατά το σώμα, κατά τη μορφή και κατά το σχήμα, εντούτοις, όλα αυτά τα σώματα δεν είναι πυρφόρα, δεν κατοικεί εντός τους το Φως, το σώμα τους δεν είναι «Ελ λας», άρα δεν είναι όλοι «άνθρ ωποι». Το ανθρώπινο σώμα είναι σκάφανδρο κατάβασης του θεού στο επίπεδο της ύλης, υπάρχουν όμως τέλεια σκάφανδρα που (εντός της ύλης) έγιναν «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» των άλλων, δεν έχουν όμως μέσα τους το πνεύμα, το θεϊκό εκείνο στοιχείο που τα συνδέει με το Σύμπαν. Γι’ αυτό και δεν κατανοούν την Ουσία. Διαχειρίζονται τα δεδομένα, μερικές φορές άριστα, όμως δεν μπορούν να παρακολουθήσουν τη φυσική μεταβολή των δεδομένων. Έτσι, βλέπεις ευφυείς να γίνονται καταγέλαστοι, όταν οι συνθήκες γύρω τους αλλάζουν ξαφνικά…

 

 

 

Το πρώτο συνθετικό της λέξης «άνθρωπος» είναι ίδιο με το πρώτο συνθετικό της λέξης «Ανδρομέδα». Δε μπορεί να είναι τυχαίο κάτι τέτοιο. Ας το διερευνήσουμε:

 

 

 

Η λέξη «Ανδρομέδα» είναι σύνθετη λέξη. Αποτελείται από το ουσιαστικό «ανήρ» (γεν. ανδρός, δηλαδή το πρώτο συνθετικό της λέξης «άνδρ – ωπος» ή «άνθρ – ωπος») και το αρχαίο ρήμα «μέδω», το οποίο σημαίνει: άρχω, κυβερνώ, βασιλεύω, προστατεύω. Μέδων (συναντάται στον Όμηρο), Μεδεών (Δήμος Μεδεώνος, στην Ακαρνανία), Μέδουσα. Πρόσφατα η Επιστήμη ανακάλυψε την «αθάνατη μέδουσα». Η οποία αντί να πεθάνει, ανανεώνει τα κύτταρά της και αρχίζει τη ζωή της από την αρχή…

 

Λοιπόν, «Ανδρο – μέδα» σημαίνει «ο (ουράνιος) τόπος, όπου βασιλεύει ο άνθρωπος». Αυτός ο αρχαίος, ο φωτεινός, ο πύρινος, ο αθάνατος, ο άνθρωπος, είναι Έλ – λην. Πύρινος; Ναι. Όπως και η λέξη «Σείριος», η οποία (κατά το Liddell & Scott) σημαίνει: “Ο κατακαίων, θέριος (καλοκαιρινός) θερμός, όνομα του κυνάστρου, Λατ. Sirius (ίδε κύων V) επειδή ο αστήρ ούτος χαρακτηρίζει την εποχήν της μεγίστης θερμότητος, δηλ. από 12 Αυγούστου μέχρι 12 Σεπτεμβρίου κατά το Ιουλ. Ημερολ.”. Κατακαίων δε, καυτός, μπορεί να είναι ο Σείριος όχι εν τοις πράγμασι, αλλά με την πνευματική έννοια. Εξ ου και ο όρκος του Σωκράτη «μα τον Κύνα».

 

Ελλάνιος, Έλλην, Άνθρωπος, Ανδρομέδα, Σείριος, είναι πέντε λέξεις που σχετίζονται άμεσα μεταξύ τους, έχουν ετυμολογικά την ίδια ρίζα, την ίδια καταγωγή, έχουν μάλλον κοινό παρανομαστή. Η αποκωδικοποίηση αυτών των λέξεων οδηγεί σε μια εντυπωσιακή αποκάλυψη, την οποία θα τολμήσουμε να παραθέσουμε εδώ, αλλά με την συμβατική της ορολογία: Έλλην είναι ο Ελλάνιος, ο Άνθρωπος, ο οποίος ήρθε στη γη από τον γαλαξία της Ανδρομέδας! Αυτό – πέραν των θεωριών – μαρτυρούν οι λέξεις «Άνθρωπος», «Ανδρομέδα», «Έλλην», αλλά και «Σείριος»!

 

Εις επίρρωσιν, παραθέτουμε εδώ ένα διασωθέν απόσπασμα από το έργο του Ερμή του Τρισμέγιστου «περί φύσεως», όπου αναφέρεται το εξής εκπληκτικό: «Δι’ ο τολμητέον ειπείν, τον μεν άνθρωπον είναι θνητόν θεόν, τον δε θεόν αθάνατον άνθρωπον». Αλλά και οι Ορφικοί έλεγαν: «Γης παις ειμί και ουρανού αστερόεντος»…

 

 

 

Ανήρ, ανδρός. Άνδρες. Όμως, άλλο «άνδρες» και άλλο «άρρενες». Ο ανήρ περιέχει και το αρσενικό και το θηλυκό, επειδή η λέξη αυτή εκπροσωπεί κάτι πολύ ευρύτερο από τον προσδιορισμό του φύλου. Όταν ο ρήτωρ έλεγε στους δημόσιους λόγους του «άνδρες Αθηναίοι…» δεν υποβάθμιζε, ούτε υποτιμούσε τις γυναίκες, όπως νομίζουν ορισμένοι, εννοούσε «αρχαίοι, πανάρχαιοι, που σας βλέπω σαν θεούς, απόγονοι των θεών», ήταν ένας αναγνωριστικός τίτλος τιμής που τον απηύθυνε σε άνδρες και γυναίκες εξαιρέτως και ανεξαιρέτως, σε θεούς και θεές, δεν τους ξεχώριζε σε δύο φύλα, δεν θεωρούσε κατώτερες τις γυναίκες, ο τίτλος τιμής ήταν ΕΝΑΣ, ας μην παρασύρονται οι αμφισβητίες από τις πολλές φυσικά σκουριές, οι οποίες (μετά την αρχαία καταστροφή του πλανήτη) επικάθησαν στο πνεύμα και δεν λένε να φύγουν μέχρι και σήμερα.

 

Ο πραγματικός άρα και φυσικός διαχωρισμός σε επίπεδο ρόλων ήταν «άρρενα και θήλεα». Το «ανήρ» δεν αντιπαραβαλλόταν στη «γυνή», αλλά στο «νηρό», δηλαδή το νεαρό. Ήταν η ωριμότητα απέναντι στην ανωριμότητα. Αντανακλούσε τη τέλος των ενσαρκώσεων, δηλαδή την θέωση, απέναντι στην ανάγκη για ενσάρκωση, δηλαδή την πορεία προς την θέωση. Αυτό είναι βέβαιο. Η «γυνή» δεν είχε ούτε ήταν κάτι τι το αντίθετο, επομένως ο «ανήρ» δεν ήταν το αντίθετο, ούτε το συμπλήρωμα της «γυνής». Είναι λάθος αυτό και προφανώς καταχωρείται ως τέτοιο μεταγενέστερα, όταν επικράτησε ο δυισμός και συνέβη αναπόφευκτα η απώλεια της πρωτογένειας των λέξεων.

 

Λοιπόν, η λέξη “άνθρωπος” δεν προέρχεται από το «άνω θρώσκω» (είναι αυθαίρετη και αβάσιμη εντελώς αυτή η ερμηνεία) αλλά από την γενική ή την αιτιατική του “ανήρ + ωψ”. Α + νηρ σημαίνει κατά λέξη “αυτός που δεν είναι νηρός, δηλαδή νεαρός”, δηλαδή ο παλαιός, ο αρχαίος, ανήρ δεν σημαίνει το αρσενικό που είναι σε αντιπαράθεση με το θηλυκό. Η λέξη «ανήρ» (γεν. ανδρός ή ανθρός) περιέχει και το αρσενικό και το θηλυκό, γι’ αυτό και οι αρχαίοι Έλληνες έλεγαν «άνδρες Αθηναίοι», δεν το έκαναν από περιφρόνηση προς τις γυναίκες, όπως νομίζουν οι αδαείς…

 

 

 

Για την λέξη «Έλλην» στην Αγγλική γλώσσα ΔΕΝ υπάρχει αντίστοιχη λέξη. Ας σκεφτούμε πονηρεμένα ότι είναι τουλάχιστον περίεργο. Υπάρχει μόνο η λέξη Greek που περιέργως μεταφράζεται… Έλλην. Από πού και ως πού, θα πεις! Ούτε για την λέξη «Ελλάς» υπάρχει αντίστοιχη Αγγλική λέξη. Υπάρχει μόνο η λέξη Greece. Που, αντίστοιχα, σημαίνουν «Γραικός» και Γραικία». Αν – αντίστοιχα με την Ελλάδα – ήθελαν οι Αγγλόφωνοι να πουν «Έλλην», όπως αντίστοιχα με την Γραικία είπαν «Greek», θα έπρεπε να γράψουν hellene ή heliin ή hallien ή halien ή alien. Λοιπόν, τη λέξη alien ή eilien (όπως τη βρήκαμε στα λεξικά) την κράτησαν για ν’ αποδώσουν μ’ αυτή τη λέξη την έννοια «εξωγήινος». Μια λέξη που προφέρεται κάτι σαν «έλιεν». Alien ή eilien σημαίνει αλλοδαπός, εξωγήινος, άγνωστος, ξενικός. Αλλά ο ήχος αυτής της Αγγλικής λέξης τι σας θυμίζει; Μήπως (μασημένα) … Έλλην;

 

Η λέξη hal-lien της Δύσης έχει την ίδια εννοιολογική σημασία με τη λέξη «λας» (και Λάσσα του Θιβέτ) της Ασίας …

 

Λοιπόν, η Αγγλική λέξη Hell σημαίνει … «κόλαση»! Βάλε τώρα την κατάληξη “as” και θα έχουμε τη λέξη Hellas, η οποία από τα Αγγλικά στα Ελληνικά ερμηνεύεται πλέον κυριολεκτικά ως … «χώρα της κόλασης»! Υπάρχει δε και λέσχη μοτοσικλετιστών στην Καλιφόρνια των ΗΠΑ με τίτλο Hells Angels (οι Άγγελοι της Κόλασης)…

 

Τα «άλιεν» λοιπόν, που κινηματογραφικά αποδόθηκαν με την εξωγήινη γλίτσα, είναι η συκοφαντημένη πρωτογενής έννοια της λέξης «Έλλην». Με τον ίδιο τρόπο το βρώμικο μυαλό κάποιων επινόησε την εξωγήινη γλίτσα «άλιεν», με τον ίδιο ακριβώς τρόπο επινόησε τον Σατανά και τον περιέγραψε ως τραγόμορφο Πάνα, με τον ίδιο τρόπο ταύτισε και το Δία των Ελλήνων με τον Αντίχριστο. Όλα τα όπλα του νικητή για την εξόντωση του Ανδρομέδιου Ανθρώπου, του Έλληνα.

 

Συναφές θέμα είναι η λέξη «Γραικός». Η ετυμολογία της λέξης είναι μάλλον άγνωστη. Πέραν της μυθολογικής, υπάρχουν διάφορες εκδοχές, κυριότερη από τις οποίες είναι εκείνη των Λατίνων, που ονόμασαν Γραικούς τους Έλληνες αποίκους στην αρχαία Ρώμη και κατάγονταν από την πόλη Γραία της Εύβοιας.

 

Δεν θα ήταν όμως άνευ αξίας να επιχειρήσουμε κάποια ετυμολογική προσέγγιση. Κατά τον Αριστοτέλη (στα Μετεωρολογικά του) λέει ότι στην περιοχή της Δωδώνης κατοικούσαν οι Σελλοί, που αποκαλούνταν Γραικοί και τώρα Έλληνες. Φαίνεται ότι η λέξη «Γραικός» είναι αρχαιότερη της λέξης «Έλλην», έχει επομένως σχέση ότι η λέξη «γηραιός» είναι συνώνυμο της λέξης «ανήρ». Τη λέξη «ανήρ» την αναλύσαμε παραπάνω: ο μη νέος, ο παλαιός, ο ειδωλολάτρης, ο κακός άνθρωπος, ο αντίχριστος, ο λωποδύτης, δηλαδή ο παλαιός άνθρωπος, ο παλιάνθρωπος, ο Έλληνας, ο Γραικός. Λοιπόν, γραυς, γραία, γριά. «Γραία» είναι θηλυκό της λέξης «Γέρων». Γήρας. Και «γήρειον», δηλαδή το χνούδι κάποιων λουλουδιών που αποξηραίνεται και το παίρνει ο αέρας. Στα Λατινικά λέγεται «pappus». Εξ ου: Παππούς.

 

Με την προσέγγιση αυτή βρισκόμαστε σε καλό δρόμο. Έχουμε στόχο να βρούμε τη σημασία της λέξης «Γραικός» που σχετίζεται με την λέξη «παππούς», δηλαδή αρχαίος, παλαιός.

 

Οι Γραίαι (γριές) ήταν θυγατέρες του Φόρκυος και της Κητούς και φύλακες των Γοργόνων. «Γραικός» έγινε μετά την σύντμηση της λέξης «γραϊκός» που σημαίνει «αυτός που μοιάζει με γριά». «Γραίκες» είναι «οι των Ελλήνων μητέρες». «Γρέκι» στη λαϊκή γλώσσα των ξωμάχων ακόμα σήμερα είναι το παλιό (συλλογικό, μάλλον) καταφύγιο, όπου μπορείς να κοιμηθείς με ασφάλεια.

 

Υποψιαζόμαστε ότι ο Γραικός είναι αρχαιότερος του Έλληνος, επειδή ο Γραικός δεν βλέπει τον θεό, όπως ο Έλλην. Αυτό μας ειδοποιεί ότι ο θεός σε κάποια ιστορική φάση εμφανίστηκε στον Γραικό και τότε ο Γραικός έγινε Έλλην. Πρόκειται μάλλον για αλλαγή ιδιότητας του ιδίου γένους.

 

Εις επίρρωσιν του ισχυρισμού αυτού έρχεται η αφήγηση του Απολλόδωρου που λέει ότι, όσοι άνθρωποι γεννήθηκαν από τις πέτρες του Δευκαλίωνα και της Πύρρας αρχικώς ονομάζονταν Γραικοί, εν συνεχεία όμως Έλληνες. Ο γνωστός μύθος ότι πρωτότοκος γιος του Δευκαλίωνα ήταν ο Έλλην, φαίνεται να μη μπορεί να εξηγήσει την άλλη εκδοχή του ιδίου μύθου ότι ο Έλλην ήταν γιος του Δία. Ο μύθος λοιπόν ότι ο Έλλην έγινε γενάρχης των Ελλήνων, προσπαθεί να εξηγήσει το ανεξήγητο, χωρίς να το καταφέρνει. Αγνοεί ή απλώς δεν κατανοεί, ότι οι Έλληνες ήταν συνοδοί και όχι υιοί του Διός. Άρα οι Έλληνες δεν έλκουν την καταγωγή τους από τον Δία. Είναι απλά οι συνοδοί του και όμοιοι με αυτόν, υπό την ηγεσία του όμως εκπολίτισαν τους Γραικούς, δηλαδή τους γραϊκούς (ίσον, τους παλαιούς) τους δίδαξαν και τους φώτισαν, τους έδειξαν το δρόμο για ν’ ανέβουν επίπεδο ή, μάλλον, διάσταση.

 

Αν τώρα, οι Γραικοί (όπως διαφαίνεται από την αφήγηση του Απολλόδωρου) απόχτησαν την ιδιότητα του Έλληνα μετά τον Δευκαλίωνα, αυτό σημαίνει ότι οι Έλληνες είναι μετακατακλυσμιαίο και όχι προκατακλυσμιαίο φύλο, όπως οι Γραικοί. Με άλλα λόγια θα μπορούσαμε να πούμε το εξής: «Έλληνες είναι οι φωτισμένοι Γραικοί». Ορισμός που μας υποψιάζει για κάτι ακόμα, ότι: «Έλληνες δεν είναι όλοι οι Γραικοί, αλλά όσοι από αυτούς φωτίστηκαν και ανέβηκαν στην ανώτερη διάσταση, δηλαδή οι πεφωτισμένοι».

 

Στην αναζήτηση αυτή μπορεί να έχει σημασία και η ετυμολογία της λέξης «Έλλοψ». Από τη λέξη αυτή βγαίνει και η λέξη «ελλά», που σημαίνει καθέδρα. Άρα: Ελλάς (ή Ελλανία) είναι «η έδρα των θεών». Ελλοί ή Σελλοί, οι ιερείς της Δωδώνης. Έλληνες ή Ελλάνιοι ή Ελλήνιοι είναι οι κάτοικοι της έδρας των θεών ή, μάλλον, οι απόγονοί τους. Ελλοπία ήταν η χώρα της Δωδώνης. Έλλοψ ήταν υιός του Ίωνος. Έλλοπες ήταν οι «ελλείποντες της οπός, τουτέστιν άφθογγοι, άφωνοι και οι λεπιδωτοί και δασείς και τραχείς».

 

Λοιπόν, αυτοί οι λεπιδωτοί και δασείς και τραχείς ήταν οι πανάρχαιοι Γραικοί, αρχαιότεροι των Ελλήνων. Σε κάποια στιγμή της Ιστορίας έγιναν αποδέκτες της Γνώσης, του φωτός (Ελ ή Ηλ) ή του πυρός του Προμηθέα (Πύρρα) και μετατράπηκαν σε εκείνους που μπορούσαν να δουν τον θεό, μετατράπηκαν δηλαδή σε «Έλ – λην».

 

Οι σημερινοί κάτοικοι της καθέδρας των θεών, της Ελλανίας, δηλαδή της Ελλάδας, δεν είναι Έλληνες, αλλά Γραικοί, διότι δεν βλέπουν τον θεό, δε μπορούν να τον δουν, δεν επικοινωνούν μαζί του, δεν έχουν επαφή με την Ανδρομέδα. Θα γίνουν Έλληνες, όταν συμβεί ξανά εκείνο το υπέροχο που συνέβη κάποτε…

 

 

 

Μέχρι την ανάσταση της Ελληνικής γλώσσας, της Ελληνικής σκέψης, μπορούμε συμβατικά να κρατάμε και να χρησιμοποιούμε τον προσδιορισμό «Έλληνες» εννοώντας ότι είμαστε πολίτες αυτής της χώρας που οι Δυτικοί ονομάζουν Greece (Γραικία) και οι Ανατολικοί Γιουνανιστάν (Ιωνία) κι εμείς μόνο οι σύγχρονοι καλούμε ασεβώς «Ελλάδα», κατ’ ουσίαν υβρίζοντες. Αλλ’ αυτό θα γίνεται μόνο μέχρι εκείνη τη μεγάλη μέρα. Διότι, μετά απ’ αυτήν, η ανθρωπότητα θα μάθει ότι Έλληνες (ή, μάλλον, Ελλάνιοι) είναι οι θεοί που επέστρεψαν στον πλανήτη. Επέστρεψαν; Όχι! Ήταν πάντα εδώ, αλλά δεν τους έβλεπε, δεν τους θυμόταν κανείς, δεν τους ήξερε, διότι αυτοί «μάθαιναν» γράμματα στο «Κρυφό Σχολειό» που δεν διένειμε πτυχία και τίτλους. Τότε λοιπόν οι άνθρωποι θα δουν, θα νοιώσουν τους Έλληνες θεούς, θα θυμηθούν το βασίλειό τους στο Γαλαξία της Ανδρομέδας, την διαγαλαξιακή αυτοκρατορία τους στο διάστημα. Μέχρι τότε… Έλληνες θα είναι «οι μετέχοντες της ημετέρας παιδείας», ακόμα κι αν η παιδεία τους (η παιδεία μας) αυτή είναι το σπληνάντερο και το κοκορέτσι, Έλληνες θα είναι όσοι παίρνουν ένα πιστοποιητικό από τον μαχμουρλή ληξίαρχο ότι γεννήθηκαν στον τόπο αυτό. Μετά όμως… Ε, μετά, Έλληνες θα είναι μονάχα εκείνοι που κάποτε ήταν. Όχι εκείνοι που γεννήθηκαν στον τόπο αυτό, αλλά εκείνοι που γεννήθηκαν στ’ άστρα. Εκείνοι που θα διδάξουν πάλι στην ανθρωπότητα τους Νόμους και τις Αξίες που ξεχάστηκαν.

 

Από agriniovoice

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 7 Ιουνίου 2014

Φαντασία

«Κέντρο της κοινωνίας, όπως και κέντρο της ιστορίας, είναι το ριζικό φαντασιακό της ανθρωπότητας που αυτοανελίσσεται και αυτοαναπτύσσεται”

Για τον Καστοριάδη, η φαντασία είναι το χαρακτηριστικό το οποίο διαφοροποιεί τον άνθρωπο από τα υπόλοιπα ζώα. Ο άνθρωπος δομεί και δομείται όχι βάσει φυσικών σημασιών, δηλαδή των ενστίκτων (όπως συμβαίνει με τα υπόλοιπα ζώα) αλλά βάσει φαντασιακών σημασιών. Το «περιβάλλον» το οποίο δομεί (και δομείται και ο ίδιος σε αυτό) «λειτουργεί» με τρόπο που ικανοποιεί τις ζωτικές του ανάγκες, οι οποίες δεν είναι μόνο οι ενστικτώδεις ανάγκες (τροφή, αναπαραγωγή, μηχανισμοί άμυνας), αλλά κυρίως φαντασιακές δημιουργίες (έρωτας, δόξα, πλούτος, εξουσία).Στην φαντασία οφείλεται η δημιουργία του πολιτισμού, όπως είναι η τέχνη, η φιλοσοφία και η επιστήμη, εκφάνσεις της πνευματικής φαντασιακής ιδιότητας του ανθρώπου, αλλά και της κοινωνίας, καθώς μέσω των θεσμών που είναι φαντασιακά αντικείμενα, οι κοινωνίες συντηρούνται και δι’ αυτών πορεύονται και αλλάζουν. Δεν μπορούμε να αφεθούμε πλήρως στην φαντασία μας, καθώς «δεν θα είχαμε επιβιώσει ως είδος»[2]. Με την δημιουργία των κοινωνιών των θεσμών η φαντασία «οριοθετήθηκε», αλλά και καταστάλθηκε.Η φαντασία, λοιπόν στη σκέψη του Καστοριάδη, συλλαμβάνεται ως μια πρωτογενής δύναμη με κύρια χαρακτηριστικά τον απεριόριστο εγωισμό και τον ναρκισσισμό και έκφανσή της, τη δημιουργία.

Ριζικό και κοινωνικό φαντασιακό

Ο Καστοριάδης συλλαμβάνει την φύση του ανθρώπου με βάση την ικανότητα του να δημιουργεί. Αυτή την ικανότητα του για δημιουργία και αυτοδημιουργία την αναγάγει στην φαντασία και στο φαντασιακό. Δημιουργία νέων μορφών, ανάδυση του καινούριου, μέσω και δια μέσω του ήδη υπάρχοντος. Το ριζικό φαντασιακό ως άτομο είναι ψυχή αλλά και κοινωνία. Υπάρχει μόνο εντός και δια της κοινωνίας, κάνοντας έτσι λόγο μόνο για κοινωνικό άτομο. Έτσι ο Καστοριάδης, εισάγει μια οντολογία του ανθρώπου με βάση την φαντασία και το φαντασιακό, το ριζικό και το κοινωνικό.Το ριζικό φαντασιακό καθορίζεται από την κοινωνία, καθώς στην κοινωνικό-ιστορική δημιουργία συναντώνται έννοιες όπως θεσμοί, ήθη, έθιμα που δεν είναι δοσμένες από έναν εξωγενή παράγοντα αλλά αποτελούν την κοινωνικό-ιστορική εξέλιξη της ανθρωπότητας. Το άτομο κοινωνικοποιείται στο  βαθμό που εσωτερικεύει τους θεσμούς της κοινωνίας, που αποτελεί δομικό της στοιχείο (εκκοινωνισμός της ψυχής). Η φαντασία του καθορίζεται από ένα φαντασιακό, δημιουργία της κοινωνικής θέσμισης, η οποία περιλαμβάνει κοινωνικές φαντασιακές σημασίες που καθορίζουν το φαντασιακό της κοινωνίας, δηλαδή το κοινωνικό φαντασιακό – η θεσμίζουσα κοινωνία. «το ριζικό φαντασιακό είναι ως κοινωνικο-ιστορικό και ως ψυχή/σώμα. Ως κοινωνικό – ιστορικό είναι ανοιχτός ποταμός του ανώνυμου συλλογικού· ως ψυχή/σώμα, είναι ρους παραστασιακός/αισθηματικός/προθεσιακός. Ότι μέσα το κοινωνικό ιστορικό είναι θέση, δημιουργία, οντοπραξία, το καλούμε κοινωνικό φαντασιακό με την πρώτη έννοια του όρου ή θεσμίζουσα κοινωνία. Ότι στην ψυχή/σώμα είναι γι’ αυτή θέση, δημιουργία, οντοπραξία, το καλούμε ριζική φαντασία»[3] .Στη σκέψη του φιλοσόφου, το μάγμα σημασιών διαμορφώνει την ψύχη/σώμα του ατόμου, «Αυτός ο ιστός είναι αυτό που ονομάζω μάγμα των κοινωνικών φαντασιακών σημασιών, που φέρονται από την, και ενσαρκώνονται στην, θέσμιση της δεδομένης κοινωνίας και που όντως ειπείν της δίνουν ζωή»[4]. Αυτό το οποίο «δίνει» η κοινωνία στα «μέλη» της –θεσμοί, θεός, κράτος, έθνος κτλ- και που διαμορφώνει τον ψυχικό κόσμο του ατόμου, αλλά και το άτομο δύναται να αλλοιώσει το μάγμα των κοινωνικών σημασιών.Το μάγμα σημασιών[5] δομείται και αναδομείται συνεχώς με διαφορετική ένταση και αυτή η αλλοίωση είναι εξαιρετικά σπάνια. Όπως προαναφέρθηκε, η φαντασία «περιορίζεται» αλλά και «καταπνίγεται» από το μάγμα των κοινωνικών σημασιών. Η αλλοίωση του θα επιτευχθεί με την απελευθέρωση της ριζικής φαντασίας της ψυχής από την επίδραση του μάγματος σημασιών. Αυτή η πράξη αποτελεί μια διαυγασμένη δραστηριότητα, μια αναστοχαστική λειτουργία του ατόμου και της κοινωνίας, εν τέλει και την αυτογνωσία τους.[6] Ο ίδιος ο Καστοριάδης «αναζήτησε» αυτή την αυτογνωσία σε συλλογικές δραστηριότητες που δύνανται να δημιουργήσουν έναν διαφορετικό τύπο κοινωνίας και έναν διαφορετικό τύπο ανθρώπου μια αυτόνομη ψυχική μονάδα εντός και δια μιας αυτόνομης/αυτοθεσμισμένης κοινωνίας. Στη σκέψη του τέτοιες μορφές ατομικής και συλλογικής διαυγασμένης δραστηριότητας είναι η ψυχανάλυση, η δημοκρατία και η φιλοσοφία .

Δημιουργία

Για τον Καστοριάδη η  δημιουργία ανάγεται στο Χάος, στην Άβυσσο, το Απύθμενο (το Χάος, η Άβυσσος και το Απύθμενο είναι τα συστατικά του είναι, είναι το είναι ). Τη φιλοσοφική διάσταση του Χάους την συναντά για πρώτη φορά στην «Θεογονία» του Ησίοδου και αργότερα στον «Τιμαίο» του Πλάτωνα[7].Για  τον Καστοριάδη χάος είναι η δημιουργία εκ του μηδενός (ex nihilo) και δεν συμβαίνει εν τω μηδενί (in nihilo) ούτε με το μηδέν (cum nihilo). Το ριζικά καινούργιο, η ανάδυση νέας μορφής συντελείται σε ένα ήδη καθορισμένο περιβάλλον, χρησιμοποιεί στοιχεία που υπάρχουν ήδη αλλά αυτή η νέα μορφή είναι εκ του μηδενός δημιουργία. Ο ίδιος γράφει «Και ονομάζω χάος ή άβυσσο αυτόν τον βασικό προσδιορισμό του είναι, που είναι, από την μια μεριά, το ανεξάντλητο του είναι και, από την άλλη η ικανότητα δημιουργίας »[8].Το Χάος λοιπόν είναι το είναι αλλά ταυτόχρονα είναι και κόσμος, αλλά «ο κόσμος της ζωής είναι ο κόσμος του νοήματος»[9] και εισερχόμαστε στην εσώτερη «ζωή», στην ψυχή. Το νόημα που δημιουργεί κάθε έμβιο όν είναι λειτουργικό, μια αλληλουχία με λειτουργικό νόημα που τείνει συνεχώς σε έναν σκοπό π.χ. την αυτοσυντήρηση. Στην ψυχή εξακολουθεί να υφίσταται το νόημα αλλά παύει να είναι λειτουργικό, καθώς η διαφορά έγκειται στο ότι στην ζωή αν υπάρχει νόημα υπάρχει και ταύτιση νοήματος σκοπού, ενώ στην ψυχή δεν υφίσταται η ταύτιση αυτή καθώς για την ψυχή νόημα έχει το φαντασιακό, δηλαδή οι κοινωνικές φαντασιακές σημασίες που ενσταλάζονται στην ψυχή του ατόμου, οι οποίες δημιουργούν και δημιουργούνται εντός και δια αυτής. «Η ανθρωπότητα αναδημιουργεί αυτό από το οποίο αναδύεται. Χάος ψυχικό. Απύθμενο της ριζικής φαντασίας της ψυχής. Άβυσσος  κοινωνική»[10].Η δημιουργία, σύμφωνα με τον ίδιο, ανάγεται και στον χρόνο. Στον ποιητικό-φαντασιακό χρόνο όπως τον ονομάζει και όχι στον συνολιστικό-ταυτιστικό χρόνο. Διακρίνει αρχικά δυο είδη πολλαπλότητας που εκδηλώνονται είτε ως διαφορά είτε ως ετερότητα-δημιουργία. [11] Η πολλαπλότητα ως διαφορά, χαρακτηρίζεται από επανάληψη και καθορισμό, αυτό που ο Καστοριάδης ονομάζει συνολιστικό-ταυτιστικό. Ως ετερότητα, η πολλαπλότητα χαρακτηρίζεται από δημιουργία, ανάδυση νέων μορφών – ειδών, ενταγμένη στα πλαίσια αυτού που ονομάζει ποιητικό-φαντασιακό[12].Κατ’ αυτό τον τρόπο διακρίνει και δύο είδη χρόνου, τον συνολιστικό-ταυτιστικό χρόνο, ο οποίος αποτελεί καθορισμό, και τον ποιητικό-φαντασιακό χρόνο, πηγή της δημιουργίας και καταστροφής. «ο Χρόνος δεν είναι τίποτε – ή είναι δημιουργία»[13]. Κάθε άτομο βιώνει τον χρόνο διαφορετικά, και ποιοτικά και εντατά. Ο χρόνος αποτελεί συστατικό του είναι καθώς το είναι, σύμφωνα με την καστοριαδική σκέψη, είναι δημιουργία και αλλοίωση. «Ως ανάδυση ετερότητας, το είναι αποτελεί δημιουργία του εαυτού του, και δημιουργία του χρόνου ως ετερότητας και του είναι […] Ο χρόνος είναι το είναι εφόσον αποτελεί ετερότητα, δημιουργία, καταστροφή»[14].Ο χρόνος αποκτά οντολογικό χαρακτήρα, άρρηκτα συνδεδεμένος με την ριζική φαντασία της ψυχής[15], αλλά και με το θεσμίζον κοινωνικό φαντασιακό. Η σκέψη του Καστοριάδη απλώνεται στο κοινωνικό φαντασιακό, δηλαδή στην σχέση ατόμου χρόνου, αλλά και κοινωνίας χρόνου. Το άτομο κατά την διαδικασία του εκκοινωνισμού, εσωτερικεύει τον θεσμισμένο από την κοινωνία χρόνο[16]. Το άτομο βιώνει τον κοινωνικό (συνολιστικό-ταυτιστικό) χρόνο, αλλά υπάρχει και ο φαντασιακός κοινωνικός χρόνος, «χρόνος της σημασίας»[17], ο οποίος, δημιουργία της κοινωνίας, δημιουργεί και δημιουργείται εντός και δι’ εαυτής. Η δημιουργία του φαντασιακού χρόνου απαιτεί διαύγαση καθ’ αυτήν και δι’ αυτήν, η συγκρότηση του οποίου πραγματοποιείται δια της κοινωνίας (των φαντασιακών κοινωνικών σημασιών-ο χρόνος είναι συνυπόστατος με τις κοινωνικές φαντασιακές σημασίες) αναφερόμενος στο κείμενο του Θουκυδίδη, για την διαφορά βίωσης του χρόνου, των κοινωνιών της αρχαίας Αθήνας και της αρχαίας Σπάρτης[18].Ο πραγματικός χρόνος είναι πηγή του είναι, είναι πηγή ετερότητας και αλλοίωσης, πηγή του ριζικά νέου μέσα στον παραστασιακό ρου της ψυχής και της κοινωνίας, και μόνο ως τέτοιος πρέπει να λογίζεται, «ως έκρηξη, επιτολή της δημιουργίας»[19].Ο χρόνος ως διάσταση του ριζικού φαντασιακού, αποτελεί επιτολή νέων μορφών-ειδών, στο ιστορικο-κοινωνικό πλαίσιο, αποτελώντας την ετερότητα και την αλλοιωσή τους «και πρωταρχικά και πυρηνικά-δεν είναι παρά μόνο αυτό»[20].Η κοινωνία αποτελεί και η ίδια την «θέσμιση» μιας υπόρρητης χρονικότητας «την οποία κάνει να είναι όντας η ίδια, και η οποία, όντας την κάνει να είναι»[21], «απαιτώντας» μια ρητή θέσμιση του χρόνου, μια βαθύτερη σχέση ταυτιστικού και φαντασιακού-σημασιακού χρόνου, η οποία είναι αναπόφευκτη.

Από anti-texni.blogspot

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 7 Ιουνίου 2014

Με τον όρο  αναφερόμαστε στο μουσικό είδος που αποτέλεσε εξέλιξη της λαϊκής αμερικανικής μουσικής κατά τον 19ο αιώνα, με αφρικανικές καταβολές. Περιλαμβάνει αρκετά μουσικά είδη που στηρίχτηκαν σε ένα κοινό σκεπτικό κατασκευής, τον μερικό ή και ολικό αυτοσχεδιασμό. Γνώρισε σημαντική ανάπτυξη και διεθνή αναγνωρισιμότητα κατά τη δεκαετία του 1920.

 

Σύμφωνα με τον μελετητή της τζαζ, Γιάννη Λειβαδά: “Κανείς δεν γνωρίζει με ακρίβεια πώς και πότε δημιουργήθηκε. Οι τρόποι εγγραφής της μουσικής, στις αρχές του περασμένου αιώνα δεν ήταν εξελιγμένες και προσβάσιμες στον καθένα, όπως είναι σήμερα. Αυτό που πρέπει να απασχολήσει όλους μας είναι το γεγονός πως η Τζαζ είναι ακόμη ζωντανή. Η Τζαζ εξακολουθεί να υπάρχει και να εξερευνά τον εαυτό της, εξίσου μέσα κι έξω από τα πλαίσια της. Είναι αυτό που ονομάζουμε Δημιουργική Μουσική. Για όλους τους ιστορικούς της, κάθε απόπειρα λακωνικού ορισμού της στάθηκε αδύνατη. Και ίσως να είναι καλύτερα έτσι. Οι περισσότεροι από τους μουσικούς της Τζαζ διαθέτουν παραπάνω από μία γνώμες σχετικά με την μουσική που παίζουν και γράφουν. Η μουσική ανήκει μονίμως στο γίγνεσθαι και αποκτά την δυναμική και τον χαρακτήρα που είναι ικανή να αποκτά ανά πάσα στιγμή. Είτε αναδομώντας μία παλαιότερη σύνθεση είτε δημιουργώντας μία εντελώς καινούργια. Για τους μουσικούς της Τζαζ, όπως και για τους ποιητές ή τους ζωγράφους υφίσταται μία δεδηλωμένη επιδίωξη, ένας συγκεκριμένος στόχος. Η μουσική προς την επίτευξη αυτού του στόχου επιτυγχάνεται προπαντός μέσω της διαίσθησης. Η εμβρίθεια, η επιδεξιότητα και η ζωτικότητα αποτελούν τους στυλοβάτες. Οι απολαβές των ακροατών της Τζαζ, επίσης, απορρέουν από τις ήδη διασαφηνισμένες, επικοινωνιακές εντάσεις. Και ποιος είναι ο στόχος της Τζαζ; Η έκφραση της ειδικής σχέσης που έχει ο μουσικός με τα πράγματα. Στην Τζαζ δεν υπάρχει ούτε υπήρξε γενικότητα, τουλάχιστον από την εμφάνιση του Μπίμποπ κι έπειτα. Υπ’ αυτή την έννοια η Τζαζ δεν μπορεί να θεωρηθεί (τουλάχιστον επί του παρόντος) “popular” μουσική. Ακριβώς επειδή πέρα από την μουσική απόλαυση η Τζαζ καταδεικνύει και επισημαίνει με έναν πολύ ιδιαίτερο και ολοκληρωμένο τρόπο• εμπεριέχει άμεση κριτική και στάση τις οποίες και παραδίδει σε κάθε της μουσική κατάθεση. Ο Τζάζμαν, είτε έχει στήσει γλέντι είτε θρηνεί, φανερώνει εκείνη την ειδική σχέση, και είναι η σχέση η οποία διαφεύγει από τους περισσότερους, η σχέση που στερείται η ανθρωπότητα, ένας μυστικός Ενωτισμός.

 

ΟρισμόςΕπεξεργασία

 

Αν και υπάρχει μεγάλη δυσκολία να οριστεί η Τζαζ στο σύνολό της, ένας ορισμός που διευκρινίζει εν μέρει το περιεχόμενό της είναι ότι πρόκειται για μία μουσική στην οποία ο μουσικός εκτελεί μελωδικές παραλλαγές πάνω σε μία δεδομένη αρμονική βάση και αυτό σε διάλογο με τον ρυθμικό παλμό.

 

Βέβαια, από το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα και μετά, όταν η αβάν γκαρντ της τζαζ απέρριψε το προκαθορισμένο αρμονικό πρότυπο, ο ορισμός αυτός δεν θεωρείται επαρκής για όλα τα είδη της Τζαζ.

 

Ένας σημαντικός συνθέτης και πιανίστας της Τζαζ, ο Τελόνιους Μονκ (Thelonious Monk, 1917) είχε πει:

 

“Η Τζαζ είναι Ελευθερία”

 

Και πράγματι, ο αυξημένος βαθμός αυτοσχεδιασμού που περικλείει το είδος αυτό σε κάθε συστατικό της μουσικής (Μελωδία, Αρμονία, Ρυθμό) μας επιβεβαιώνει το βασικό αυτό πλαίσιο της μουσικής Τζαζ. Εάν στα παραπάνω χαρακτηριστικά προσθέσουμε ότι, αντικειμενικός στόχος κάθε μουσικού της Τζαζ είναι να απελευθερώσει τις μουσικές ιδέες που έχει στο μυαλό του και να τις παίξει στο μουσικό του όργανο ή να τις τραγουδήσει, τότε η έκφραση αυτή του Τελόνιους Μονκ γίνεται ακόμα πιο συγκεκριμένη.

 

Ο μουσικός της τζαζ, ασκείται επίπονα σε γνωστά συστατικά στοιχεία της μουσικής, κοινά για κάθε μουσικό είδος όπως οι Κλίμακες, οι Συγχορδίες, η Μελωδία, ο Ρυθμός, η Αρμονία, ώστε να είναι σε θέση, οι μελωδίες που ακούει με το μυαλό του να κατευθύνουν τα δάχτυλά του, σε μια πραγματικά προσωπική έκφραση, σε ένα διάλογο με τον εαυτό του, τους μουσικούς που τον συνοδεύουν και με το κοινό.

 

Ετυμολογία

 

Η ετυμολογία της λέξης τζαζ παραμένει ανεξιχνίαστη παρόλο που κατά καιρούς επικράτησαν διάφορες γνώμες. Σύμφωνα με μια εκδοχή, η τζαζ πήρε το όνομά της από τον χορευτή Τζάζμπο Μπράουν ενώ μια άλλη υποστηρίζει πως η ονομασία τζαζ προέρχεται από τη συντόμευση του ονόματος κάποιου μουσικού Τσάρλς (Charles, chas, jass, jazz) ή Τζάσπερ.

 

Λέγεται, επίσης, ότι η λέξη τζαζ σχηματίστηκε από το γαλλικό ρήμα jaser (οι λευκοί της Νέας Ορλεάνης μιλούσαν τότε γαλλικά) που σημαίνει φλυαρώ, επειδή η φλυαρία υπονοεί τον αυτοσχεδιασμό..

Η τζαζ εμφανίστηκε ως αναγνωρίσιμο και ξεχωριστό μουσικό είδος περίπου το 1900. Πριν από αυτή τη χρονιά εκτείνεται η προϊστορία της, το χρονικό διάστημα δηλαδή κατά το οποίο συγχωνεύτηκαν όλα τα μουσικά αλλά και κοινωνικά συστατικά της. Για την περίοδο αυτή δεν υπάρχουν πολύ σημαντικές μαρτυρίες.

 

Θεωρείται δεδομένο πως οι καταβολές της τζαζ μουσικής είναι αφρικανικές. Οι έγχρωμοι σκλάβοι, οι οποίοι, προερχόμενοι κατά κύριο λόγο από τη Δυτική Αφρική, μεταφέρθηκαν στο Νότο των Ηνωμένων Πολιτειών, μετέφεραν μέρος των παραδόσεων τους, μεταξύ των οποίων κυρίως λατρευτικά έθιμα αλλά και μουσικά αφρικανικά χαρακτηριστικά, όπως η ρυθμική πολυπλοκότητα και οι αφηρημένες μουσικές κλίμακες. Μεταφέρθηκαν ακόμα ορισμένα είδη τραγουδιού, καθώς και μουσικές φόρμες όπως η πολυφωνία και ο αυτοσχεδιασμός.

 

Στην Αμερική εκείνης της εποχής, καθαρές μορφές αφρικάνικης μουσικής συναντάμε ως επί το πλείστον στην τελετουργική ή θρησκευτική μουσική και στα λαϊκάτραγούδια όπως τα αποκαλούμενα χόλερς. Από αρκετά νωρίς ωστόσο, η μαύρη μουσική έρχεται σε μίξη με “λευκά” στοιχεία και η γέννηση της τζαζ αποτέλεσε τελικά προϊόν αυτής της πρόσμιξης. Στην πραγματικότητα, η τζαζ γεννήθηκε στο σταυροδρόμι της ισπανικής, της γαλλικής και της αγγλοσαξονικής πολιτισμικής παράδοσης. Όλα αυτά τα μουσικά ιδιώματα αναμείχθηκαν και η μαύρη λαϊκή μουσική εξελίχθηκε μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, με την ανάπτυξη παράλληλα του μπλουζτραγουδιού αλλά και την εξέλιξη των περισσότερων θρησκευτικών σπιρίτσουαλς (spirituals).

 

Στο τέλος του 19ου αιώνα, όλες οι διαφορετικές προσμίξεις φαίνεται πως έφτασαν στο σημείο της δημιουργίας του πρώτου αναγνωρίσιμου τζαζ είδους, του ράγκταϊμ). Το ράγκταϊμ ήταν κυρίως μουσική με συνοδεία πιάνου και με χαρακτηριστικό συγκοπτόμενο ρυθμό. Περίπου στα 1900, το ράγκταϊμ αφομοιώθηκε από ένα άλλο μουσικό είδος, το Τιν Παν Άλι. Αυτή η διαδικασία συνεχίστηκε σε όλη τη μετέπειτα εξέλιξη της τζαζ, δηλαδή κάποιο πρωτογενές στιλ τζαζ να ενσωματώνεται στην βιομηχανία της ελαφριάς μουσικής.

 

Γενέτειρα της τζαζ μουσικής θεωρείται συνήθως η Νέα Ορλεάνη. Αν και οι διάφορες προσμίξεις των ευρωπαϊκών και αφρικανικών στοιχείων γέννησαν διαφορετικές μουσικές φόρμες σε πολλά σημεία της αμερικανικής ηπείρου, η Νέα Ορλεάνη διεκδικεί περισσότερο από κάθε άλλη πόλη τον τίτλο αυτό, κυρίως διότι εκεί η τζαζ ορχήστρα αποτέλεσε μαζικό φαινόμενο, γεγονός που αποτυπώνεται και στην ύπαρξη τουλάχιστον τριάντα ορχηστρών στις αρχές του 1900. Επιπλέον αποτέλεσε τον τόπο γέννησης και δράσης πολλών τζαζ μουσικών, ήδη από το 1870. Η Νέα Ορλεάνη αποτελούσε παράλληλα την μοναδική μεγαλούπολη του αμερικανικού Νότου, αστικό κέντρο, εξαγωγικό λιμάνι αλλά και πρωτεύουσα των φυτειών του Δέλτα του Μισσισιπή. Υποστηρίζεται ακόμα πως το μουσικό είδος που αναπτύχθηκε στη Νέα Ορλεάνη ήταν το πρώτο που έλαβε την ονομασία τζαζ (jazz, νωρίτερα συναντάται και ο όρος jass).

 

Αξίζει να σημειωθεί πως η ανάπτυξη της τζαζ μουσικής στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα δεν υπήρξε τυχαία ή ανεξάρτητη, καθώς σε αυτή τη χρονική περίοδο σημειώθηκαν πολλές επαναστάσεις στις λαϊκές τέχνες. Ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε το αγγλικό μιούζικ χολ που φθάνει στο απόγειο του το 1880καμπαρέ καθώς και το ανδαλουσιανό φλαμένκο, που έκανε την εμφάνιση του περίπου το 1870 στην Ισπανία.

 

ΕξάπλωσηΤζαζ ορχήστρα του 1921

 

Η διάδοση της τζαζ μουσικής στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στη μετανάστευση ή τις περιοδείες πολλών έγχρωμων και μη μουσικών. Οι μουσικοί της Νέας Ορλεάνης είχαν αρχίσει να περιοδεύουν σε ολόκληρη την Αμερική από πολύ νωρίς και σε κάθε τόπο αποτελούσαν ερέθισμα για τους ντόποιους μουσικούς, γεγονός που βοήθησε σημαντικά στην ανάπτυξη και εξέλιξη της τζαζ.

 

Η ανακάλυψη του γραμμοφώνου συντέλεσε επίσης αποφασιστικά στην εξάπλωση του νέου μουσικού είδους. Ο πρώτος τζαζ δίσκος ηχογραφήθηκε το 1917 από την ορχήστρα Original Dixieland Jass Band. Οι δίσκοι της “λευκής” αυτής ορχήστρας προκάλεσαν αίσθηση — αν και κατατάσσονται από πολλούς σε ένα είδος “νόθας” τζαζ, εμπλουτισμένης με εμπορικά μουσικά στοιχεία — και λειτούργησαν ως το ορόσημο της λεγόμενης “εποχής της τζαζ”. Παράλληλα, η μεγάλη αύξηση του έγχρωμου πληθυσμού στις αμερικανικές μεγαλουπόλεις είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση του αποκαλούμενου race record, δηλαδή του δίσκου γραμμοφώνου που προοριζόταν αποκλειστικά για το “μαύρο” κοινό, στον οποίο οφείλεται η βασική ακουστική πληροφόρηση για την πρώιμη τζαζ. Χάρη στην αξιοσημείωτη ανάπτυξη αυτής της ειδικής αγοράς, πολλοί μαύροι καλλιτέχνες είχαν τη δυνατότητα να ηχογραφήσουν αν και η τζαζ δεν περιορίστηκε στις ειδικές αυτές σειρές.

 

Η εμφάνιση του ραδιοφώνου στις αρχές της δεκαετίας του 1920 είχε επίσης συμβολή στη διάδοση της τζαζ. Ο πρώτος ραδιοφωνικός σταθμός στην Αμερική ξεκίνησε να εκπέμπει το 1922 στο Πίτσμπουργκ. Στη δεκαετία του 1920 η τζαζ είχε πλέον διαμορφωθεί σε πανεθνικό αμερικανικό μουσικό ιδίωμα, ενώ στα τέλη της κάνουν την εμφάνισή τους και ευρωπαϊκά μουσικά συγκροτήματα.

Από ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑΠ

 

 

Κυριακή Ψαρρού στις 5 Ιουνίου 2014
 
Ποιό είναι αυτό TΟ ΕΝΑ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΟ πράγμα που δε μπορούμε να κάνουμε;

Καλό θα ήταν να μιλήσουμε με τον εαυτό μας… να βρούμε την Αχίλλειο πτέρνα μας.
Έχει σημασία να ξεκινήσουμε από ένα σημείο… στο οποίο και θα επικεντρωθούμε.
Με το να κάνουμε ΑΥΤΟ που πιστεύουμε πως δε μπορούμε… αυτόματα ανακαλύπτουμε όλα όσα μπορούμε να κάνουμε!
  
 από την Αρχοντούλα
 
Βλέπετε παντού κρυμμένους κινδύνους;
Όταν μάθουμε ΣΥΝΕΙΔΗΤΑ να διακόπτουμε τη ροή των αρνητικών σκέψεων και να φανταζόμαστε ένα θετικό αποτέλεσμα… τότε ανοίγουμε ένα καινούργιο μονοπάτι στον εγκέφαλό μας… ένα μονοπάτι χαράς αντί ανησυχίας!

Read more: http://enallaktikidrasi.com/2014/06/fovaste-synexeia-oti-to-paidi-sas-tha-pathei-kako-pos-na-iremisete/#ixzz33kDKXwoG

 
από την Αρχοντούλα
 
 
 
Κυριακή Ψαρρού στις 5 Ιουνίου 2014

ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ…

ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ…
ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΠΑΡΑ ΝΑ ΤΗΝ ΔΟΚΙΜΑΣΟΥΜΕ ΣΤΗ  ΠΡΑΞΗ !!!

Read more: http://enallaktikidrasi.com/2014/06/etgnomosyni-to-kleidi-tis-eytyxias/#ixzz33YXqAeXn

 
από την Αρχοντούλα
Κυριακή Ψαρρού στις 31 Μαΐου 2014
Τύπος αθλητικός
https://www.youtube.com/watch?v=mRe_J0VTHW4

Στη Χώρα Των Λωτοφάγων (Ο Παππούς)

https://www.youtube.com/watch?v=54_wSLkrwFM

Τ’ αμυγδαλάκι

Δεν υπάρχει!!

από την Εύη

Κυριακή Ψαρρού στις 31 Μαΐου 2014
…Στη μια πλευρά της κριτικής υπάρχει η ψευδαίσθηση της αυταξίας και της ανωτερότητας. Αυτός που κρίνει αισθάνεται ανώτερος, καλύτερος, σωστός και ότι έχει δίκαιο. Στην άλλη πλευρά υπάρχει η χειρότερη μορφή που μπορεί να αποκτήσει η συνήθεια της κριτικής: η αυτοκριτική, η οποία συνδυάζεται με την πεποίθηση ότι οι άλλοι έχουν προσδοκίες από εμάς και άρα δεν μας αποδέχονται όπως είμαστε (αυτό γίνεται μέσω της προβολής του εσωτερικού μας κόσμου στον εξωτερικό). Και οι δύο πλευρές συνήθως συνυπάρχουν στο ίδιο άτομο: όποιος κρίνει τους άλλους πιστεύει ότι και οι άλλοι τον κρίνουν. Όσοι κρίνουν λοιπόν το κάνουν από ανασφάλεια επειδή έχουν υποστεί και οι ίδιοι κριτική που τους πλήγωσε. Αν το έχουμε αυτό υπόψη μας, την επόμενη φορά που κάποιος μας κρίνει δεν θα προσωποποιήσουμε την κριτική του, αλλά θα τον κατανοήσουμε και θα ακούσουμε αυτό που πραγματικά μας λέει: “Νιώθω ανεπαρκής, σε παρακαλώ δείξε κατανόηση”.

όλο το άρθρο εδώ:

http://enallaktikidrasi.com/2014/05/treis-vasikes-aities-agxous-kai-dystyxias/

από την Αρχοντούλα

Κυριακή Ψαρρού στις 31 Μαΐου 2014
Admittedly, when a friend told me that I had to watch this video of a quartet, I thought to myself “how exciting can this possibly be?” Well, I’m glad I watched the video because these four ladies from Germany blew my expectations out of the water! Known as Salut Salon, the quartet are not only great musicians, they are very talented comedians. Watch this video and see for yourself!
Read more at http://www.metaspoon.com/quartet/#HbkoV8JMI7pPbHTc.99
“ΤΟ ΒΙΟΛΙ ΤΟΥΣ” (και κυριολεκτικά… και μεταφορικά)

http://www.metaspoon.com/quartet/

από την Αρχοντούλα

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 30 Μαΐου 2014

“.. Η καρδιά του ανθρώπου είναι ένα κουβάρι κάμπιες…φύσηξε Χριστέ μου να γίνουν πεταλούδες”

Η μοναξιά είναι από χώμα…1. ” Το δικό μου το πολύ πως να χωρέσει στο δικό σου το λίγο! Κι οι δυο μας δυσανασχετούσαμε δικαιολογημένα.

 

Όμως μέσα σ’ αυτό το λίγο σου, σ’ αυτό το περιορισμένο σου, είχα την κακοτυχία να διακρίνω σκιές περαστικές που με πυρπόλησαν. Σκιές του απέραντου. Αυτό που δεν έλεγχες, αυτό που δεν γνώριζες, προσπερνούσε από μια σου έκφραση, από μια σου χειρονομία τυχαία και με καθήλωνε.

 

Δεν περιγράφεται η ματιά, η κίνηση, ο ήχος.

 

Ό,τι κι αν σου πω δεν θα σου μεταδώσω αυτό που μ’ έκανε να σε θέλω έτσι. Το απέραντο είναι άπιαστο, απερίγραπτο, ακαθόριστο. Χιλιάδες να λέω εναντίον σου αμέσως θα παραλύσουν μπροστά στη γρήγορη κίνηση του χεριού σου μόλις σηκωθεί για να φτάσει στα χείλη σου και να δαγκώσεις το μικρό σου νυχάκι σμίγοντας τα φρύδια σα να σκέφτεσαι κάτι δύσκολο.

 

Για μια τέτοια κίνηση, κάποιες ώρες, ένιωθα έτοιμος και τη ζωή μου να δώσω.

 

Για μια τέτοια κίνηση!

 

Σαν σινιάλο άλλων κόσμων ερχόταν προς εμένα κι ανέτρεπε όσα σου καταμαρτυρούσα. Από κατήγορο με μετέτρεπε σε ζητιάνο σου!

 

Για μια τέτοια κίνηση!

 

Δεν θα απορήσω ποτέ ξανά για το τι είναι εκείνο που αλυσοδένει ένα ζευγάρι. Δεν φαίνεται αυτό που αλυσοδένει. Εμείς οι απ’ έξω δεν βλέπουμε τίποτα όμως ένας άντρας κανείς δεν ξέρει τι σινιάλα δέχεται από το βλέμμα μια γυναίκας, απ’ την ανάσα της, από το γέλιο της, από την πιο ανεπαίσθητη χειρονομία της, από το άρωμά της.

 

2. «Πώς ν’ απαλλάξω τη σκέψη μου απ’ τις ερμηνείες των άλλων έτσι που να μη σου λέω «σ’ αγαπώ»,γιατί όσα κάνουμε μιμούνται τις ταινίες,τα διαβάσματα,τα τραγούδια που μας πρωτοδίδαξαν αυτή τη φράση;Να σου λέω «Σ’ ΑΓΑΠΩ»,γιατί ένα αρχέγονο κύμα βγαίνει από βαθιά μου,πρωτοφανές,άγνωστο και λέει έτσι… «

3. «Τα μικρά παιδιά δεν φτιάχνουν μύθους γιατί τα παιδιά ζουν απ’ ευθείας χωρίς διερμηνείς και μεσάζοντες. Η πραγματικότητα των παιδιών είναι τα παραμύθια μας και η παραμυθία μας για το χαμένο παράδεισο στην εξορία μας. Τα παιδιά από μόνα τους ξέρουν. Μπορούν ν’ αποκρυπτογραφούν τα μαγικά σημάδια του κόσμου γιατί την έχουν την καθαρή όραση που συλλαμβάνει τα άφαντα, ενώ εμείς τη χάσαμε με τα χρόνια και με τις γνώσεις. Τα παιδιά είναι σοβαρότερα και συνεπέστερα απ’ τους μεγάλους γι’ αυτό κι εγώ στο παλιό ζαρωμένο παιδί που απέμεινε μέσα μου προστρέχω όταν είναι να αισθανθώ τα πιο σπουδαία. Ένα παιδί από παλιά κι από βαθιά βγαίνει κι αποφασίζει στις εσχατιές της ζωής μας. Υπάρχει ένα παιδί μέσα μου που ξέμεινε, δεν την ξεχνά την ποίηση των πραγμάτων που χρόνια πριν αντίκρυσε και ζει με την αόριστη νοσταλγία της ανικανοποίητο πια και λυπημένο. Γιατί τίποτα δεν συγκρίνεται με την ποίηση των πράγματων στην παιδική ματιά, όλα είναι κατώτερά της από δω κι ύστερα.»

4. «Να υπάρχω μονάχα, να σ’ αγαπώ μονάχα και να μην έχω λόγο κανένα να το δηλώνω. Ούτε την παρουσία μου να μη χρειάζεται να δηλώνω πια. Σ’ αγαπώ τόσο που το ξεχνώ, όπως ξεχνάμε τα αυτονόητα και τα φυσικά. Σ’ αγαπώ τόσο που δεν σε κρίνω και εντελώς σε αποδέχομαι. Γλίτωσα από το μαρτύριο να προσπαθώ συνεχώς να σε διορθώνω. Σ’ αγαπώ τόσο που δεν σε θέλω. Γιατί δεν θες παρά ότι σου λείπει κι εσύ πια δεν μου λείπεις αφού στης αγάπης τον τόπο δεν χωρά η απόσταση. Σ’ αγαπώ κι αγαπώντας σε, σε περιέχω, σε έχω αφού είμαι, είμαι από σένα και μαζί σου κι όπου κι είμαι έρχεσαι.»

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 30 Μαΐου 2014

Ενας βασιλιάς είχε έναν υπηρέτη χαρούμενο και αισιόδοξο. Κάθε πρωί ξυπνούσε τον βασιλιά πηγαίνοντας

του το πρόγευμα, τραγουδούσε χαρούμενα στιχάκια, του έκανε αστείους

μορφασμούς. Στο κεφάτο πρόσωπό του υπήρχε πάντα ένα μεγάλο φωτεινό

χαμόγελο, αλλά και όλη του η ζωή ήταν ήρεμη και ευτυχισμένη. Κάποια μέρα ο

βασιλιάς δεν άντεξε και τον ρώτησε:

 

-Ποιο είναι το μυστικό σου?

 

-Ποιο μυστικό Μεγαλειότατε?

 

-Μην κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις. Ποιό είναι το μυστικό της χαράς σου.

 

Λέγε γρήγορα.

 

-Μα…δεν υπάρχει μυστικό Μεγαλειότατε.

 

-Πως τολμάς να λες ψέματα σ´ εμένα. Έχω κόψει κεφάλια για πολύ μικρότερες

προσβολές, από ένα ψέμα.

 

-Πιστέψτε με Μεγαλειότατε, σας παρακαλώ, δεν σας κρύβω τίποτα. Δεν υπάρχει

κανένα μυστικό.

 

-Και πως τα καταφέρνεις βρε ανόητε και είσαι όλη την μέρα τόσο κεφάτος? Σε

έχω παρακολουθήσει, σε βλέπω. Όλο χαχαχού και αστεία είσαι.-Μα Μεγαλειότατε, η ζωή ήταν τόσο γενναιόδωρη μαζί μου. Η Λαμπροσύνη σας με

τιμά και με έχει στην υπηρεσία της. Με την γυναίκα μου και τα παιδιά μου

μένουμε σ´ ένα ωραίο σπίτι που μας παραχώρησε το παλάτι. Μας προσφέρετε

ρούχα και τροφή για όλους μας, δωρεάν εκπαίδευση στα παιδιά μου, επί πλέον

δε, η Μεγαλειότητα σας μου πληρώνει και ένα μικρό μηνιαίο επίδομα, που

ικανοποιεί τις μικροεπιθυμίες μας. Πως να μην είμαι ευτυχισμένος?

 

-Άκου, ηλίθιες δικαιολογίες έχω χορτάσει από τους συμβούλους μου. Αν δεν

μου πεις το μυστικό της χαράς σου, η υπομονή μου θα εξαντληθεί και μαζί της

και το κεφάλι στους ώμους σου. Είναι αδύνατον να είναι κάποιος ευτυχισμένος

με αυτά που μου παρέθεσες.

 

-Μα Βασιλιά μου σας παρακαλώ πιστέψτε με. Δεν σας κρύβω κάτι. Πως θα

μπορούσα άλλωστε. Δεν υπάρχει μυστικό.

 

-Χάσου από μπροστά μου ηλίθιε, πριν φωνάξω το δήμιο. Γελοίε. Καραγκιόζη.

 

Ο υπηρέτης χαμογέλασε, έκανε μια βαθειά υπόκλιση, και βγήκε από το δωμάτιο.

Τον βασιλιά όμως, δεν τον χωρούσε ο τόπος. Του φαινόταν τόσο παράλογο ο

βαλές του να είναι τόσο ευτυχισμένος, ζώντας σε δανεικό σπίτι, τρώγοντας

από τα περισσεύματα των αυλικών, φορώντας ρούχα από δεύτερο χέρι. Αφού

κατάφερε κάπως να ηρεμήσει, φώναξε τον πιο σοφό σύμβουλό του και του

διηγήθηκε την συζήτηση και την απορία του.

 

-Πες μου γέροντα, γιατί ο άνθρωπος αυτός είναι ευτυχισμένος?

 

-Α, Μεγαλειότατε, επειδή προφανώς βρίσκεται έξω από τον κύκλο.

 

-Έξω από που?

 

-Μα από τον κύκλο.

 

-Γι’ αυτό είναι ευτυχισμένος?

 

-Όχι μεγαλειότατε, γι αυτό δεν είναι δυστυχισμένος.

 

-Δεν καταλαβαίνω γέροντα. Δηλαδή όποιος είναι στον κύκλο είναι δυστυχής?

Εγώ είμαι δυστυχής διότι είμαι μέσα στον κύκλο?

 

-Ακριβώς βασιλιά μου.

 

-Και πως βγήκε?

 

-Δεν μπήκε ποτέ.

 

-Βάλθηκες να με τρελάνεις κι εσύ γέροντα. Τι στην οργή κύκλος είναι αυτός

και γιατί μας προκαλεί θλίψη?

 

-Είναι ο κύκλος του ενενήντα εννέα.

 

-Και πως λειτουργεί αυτός ο διαολόκυκλος?

 

-Μεγαλειότατε είναι δύσκολο να σας τον εξηγήσω με λόγια, μπορώ όμως να σας

τον δείξω στην πράξη.

 

-Δηλαδή τι θα κάνεις?

 

-Αν μου επιτρέψετε θα βάλω τον υπηρέτη σας στον κύκλο.

 

-Πως δηλαδή, θα τον σπρώξεις? είπε ο βασιλιάς κοροϊδευτικά.

 

-Δεν θα χρειαστεί βασιλιά μου. Αν βρει την ευκαιρία θα μπει μόνος του.

 

-Και καλά, όταν μπει δεν θα δει ότι αυτό τον έκανε δυστυχισμένο, ώστε να

βγει κατ´ ευθείαν?

 

-Θα το αντιληφθεί, αλλά δεν θα θέλει να φύγει.

 

-Δηλαδή μου λες ότι θα καταλάβει πως αν μπει στον κύκλο θα δυστυχήσει, αλλά

παρ´ όλα αυτά θα μπει οικιοθελώς και δεν πρόκειται να ξαναβγεί?

 

-Ακριβώς Μεγαλειότατε. Κανένας δεν θέλει να βγει από τον κύκλο του ενενήντα

εννέα. Όσο και αν τον κάνει δυστυχισμένο. Θα μάθεις λοιπόν πως λειτουργεί ο

κύκλος, αλλά εσύ θα χάσεις έναν εξαίρετο υπηρέτη και το παλάτι έναν

χαρούμενο άνθρωπο.

 

-Δεν με νοιάζει. Τι πρέπει να κάνουμε? Πότε ξεκινάμε?

 

-Σήμερα το βράδυ βασιλιά μου. Θα περάσω να σε πάρω. Θα έχεις ετοιμάσει ένα

σακί με ενενήνταεννέα φλουριά. Ούτε ένα περισσότερο, ούτε ένα λιγότερο.

 

Πράγματι, την νύχτα ο σοφός πέρασε να πάρει τον βασιλιά. Πήγαν μαζί στο

σπιτάκι του υπηρέτη, στην άκρη της αυλής του παλατιού, κρύφτηκαν και

περίμεναν να ξημερώσει. Μόλις αχνοφέγγισε και άναψε στο δωμάτιο ένα κερί, ο

σοφός έβαλε στο σακούλι ένα μήνυμα που έλεγε:

 

Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟΣ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ ΒΡΑΒΕΙΟ ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΣΑΙ ΞΕΧΩΡΙΣΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ.

ΑΠΟΛΑΥΣΕ ΤΟΝ. ΜΗΝ ΠΕΙΣ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΠΩΣ ΤΟΝ ΒΡΗΚΕΣ.

 

Έδεσε το σακί στην πόρτα του υπηρέτη, χτύπησε δύο φορές και έτρεξε να

ξανακρυφτεί. Όταν υπηρέτης βγήκε ξαφνιασμένος, ο βασιλιάς παρακολουθούσε

πίσω από έναν θάμνο. Τον είδε να διαβάζει το μήνυμα και να ανοίγει το

πουγκί. Είδε την έκπληξη στο πρόσωπό του, το αρχικό φόβο, την καχύποπτη,

ερευνητική ματιά μήπως ήταν κανένας τριγύρω. Τον είδε να σφίγγει το πουγκί

στην αγκαλιά του, να ανοίγει το πουκάμισο και να το βάζει στο στήθος του,

να χώνεται γρήγορα σπίτι του. Μόλις άκουσαν την κλειδαριά να

διπλοαμπαρώνει, ο βασιλιάς με τον σοφό πλησίασαν στο παράθυρο για να

κατασκοπεύσουν. Ο υπηρέτης είχε ρίξει στο πάτωμα τα πιατικά που ήσαν στο

τραπέζι, αφήνοντας μόνο το κερί. Καθισμένος σε μια καρέκλα άδειαζε το

περιεχόμενο. Τα μάτια ήταν γουρλωμένα, κόντευαν να βγουν έξω από τις κόγχες.

Ήταν φανερό δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που έβλεπε. Ένα βουνό από χρυσά

φλουριά. Ένας θησαυρός. Όλος δικός του. Αυτός που δεν είχε ποτέ ως τώρα

στην ζωή ακουμπήσει έστω ένα χρυσό φλουρί, τώρα είχε ένα μικρό βουνό από

αυτά. Δικά του. Άρχισε να τα χαζεύει και να τα κάνει στίβες. Τα κοίταζε πως

άστραφταν στο φως του κεριού και χαζογελούσε. Τα συγκέντρωνε, τα σκόρπιζε

για να ακούει το κουδούνισμά τους. Και όλο χαμογελούσε. Παίζοντας άρχισε να

τοποθετεί σε στίβες των δέκα. Μια δεκάδα, δύο δεκάδες, τρείς, τέσσερις,

πέντε, έξι…Ταυτόχρονα έκανε και το άθροισμα. Πενήντα, εξήντα, εβδομήντα,

ογδόντα, ενενήντα, εκατ…που είναι το τελευταίο? Ξαναμετρά μία μία τις

στίβες να βρει το λάθος, τίποτα. Τα στήνει σε κολώνες, την μία δίπλα στην

άλλη, μήπως κάποια προεξέχει…Τίποτα. Η τελευταία κολώνα ελλειμματική. Μόνο

εννέα φλουριά. Κοιτάζει ερευνητικά το τραπέζι, σηκώνει το κερί, γυρίζει το

μέσα έξω στο σακούλι…Τίποτα. Γονατίζει και αρχίζει να ψάχνει στο πάτωμα.

Δεν μπορεί τα φλουριά ΕΠΡΕΠΕ να είναι εκατό.

 

-Δεν είναι δυνατόν, μονολογούσε όσο έψαχνε. Κάπου πρέπει να μου

έπεσε…κάπου πρέπει να είναι. Με λήστεψαν! Αλήτες! Κερατάδες! Με κλέψανε!Γονατισμένος κοιτούσε πάνω στο τραπέζι, έβλεπε τις κολώνες με τα φλουριά

και αισθανόταν πως κάτι του είχε διαφύγει. Δεν μπορεί, κάπου έκανε λάθος.

Αδύνατον η μία κολώνα να είναι κουτσή. Αλλά το φλουρί που έλειπε, πουθενά.

Τελικά σαν να το πήρε απόφαση. Ενενήντα εννέα φλουριά, είναι πολλά

λεφτά…συλλογίστηκε. Μπορώ να ζήσω την υπόλοιπη ζωή σαν

άρχοντας…συνέχισε. Αλλά δεν είναι στρογγυλός αριθμός, ρε γαμώτο. Το

εκατό, μάλιστα, είναι στρογγυλός αριθμός. Τώρα μου λείπει ένα.

 

Ο βασιλιάς και ο σοφός σύμβουλος κοιτούσαν από το παράθυρο. Το πρόσωπο του

υπηρέτη δεν ήταν το ίδιο. Ήταν σκεπτικός, σκυθρωπός με χείλη στενά,

τραβηγμένα. Με μάτια μισόκλειστα έξυνε το κεφάλι του. Κάτι σκεπτόταν. Μάζεψε

τα φλουριά στο σακούλι και κοιτάζοντας καχύποπτα ολόγυρα, το έκρυψε

προσεκτικά, όσο πιο αθόρυβα μπορούσε πίσω από ένα σωρό καυσόξυλα. Ύστερα

πήρε χαρτί και μολύβι και κάθισε να κάνει λογαριασμούς.

 

Πόσο καιρό πρέπει να κάνω οικονομίες, ώστε να αποκτήσω και το εκατοστό

φλουρί? Ο υπηρέτης μιλούσε μόνος, παραμιλούσε ασυναίσθητα. Θα βρω και

δεύτερη δουλειά, θα δουλέψω σκληρά για ένα διάστημα, μέχρι να το κερδίσω.

Μετά όμως μεγάλε…άραγμα. Ναι, με εκατό φλουριά, μπορεί ένας άνθρωπος να

μην δουλεύει. Μπορεί να ζει δίχως σκοτούρες. Είσαι πλούσιος! Είσαι

άρχοντας! Δεν υπάρχει λόγος να δουλεύεις. αγόρι μου! Τελείωσε τους

υπολογισμούς του. Αν δούλευε σκληρά κι έβαζε στην άκρη όλο το μηνιάτικο του

και ότι έξτρα χρήματα έπαιρνε, σε πέντε το πολύ έξι χρόνια θα μπορούσε να

αγοράσει ένα χρυσό φλουρί.

 

-Έξι χρόνια είναι πάρα πολλά, μονολόγησε. Θα μπορούσα όμως να βάλω και την

γυναίκα μου να δουλέψει. Κάποια δουλειά θα βρει να κάνει στην πολιτεία. Θα

μπορούσε να καθαρίζει σπίτια. Αλλά κι εγώ, πέντε η ώρα τελειώνω από το

παλάτι. Μπορώ να κάνω το βοηθό σε κανένα μάστορα, δύο τρεις ώρες μέχρι να

νυχτώσει.

 

Ξαναπιάνει το μολύβι και αρχίζει πάλι τους υπολογισμούς. Με την έξτρα

δουλειά τη δική του και την συνεισφορά της γυναίκας του θα μάζευε τα

χρήματα για το φλουρί σε τρία χρόνια. Εξακολουθούσε να είναι πολύς, πολύς

καιρός.

 

Ίσως θα μπορούσαμε να κάνουμε και κάποιες οικονομίες. Να πουλήσουμε ας

πούμε λίγο από το φαγητό. Έτσι κι αλλιώς το πολύ φαί, κακό κάνει. Άσε που

μια και είναι τζάμπα, το ´χουμε παρακάνει. Και τα χειμωνιάτικα παπούτσια. Τι

χρειάζονται? Μπαίνει η Άνοιξη. Έρχονται ζέστες. Και τα επανωφόρια μπορώ να

το πουλήσω. Να πουλήσω…Να πουλήσω…Πρέπει να γίνουν θυσίες. Άλλωστε θα

πιάσουν τόπο. Σε δύο χρονάκια το πολύ θα αγοράσουμε το φλουρί που μας

λείπει και μετά…ποιός μας πιάνει μετά. Θα είμαστε πλούσιοι. Ότι μας

γυαλίζει θα το αγοράζουμε. Αυτό είναι. Δύο χρόνια στο τούνελ και μετά…

 

Ο βασιλιάς και ο σύμβουλος γύρισαν στο παλάτι. Ο υπηρέτης είχε μπει στον

κύκλο του ενενήντα εννέα.

 

Τους μήνες που ακολούθησαν, ο υπηρέτης έβαλε σε εφαρμογή τα σχέδια που είχε

αποφασίσει εκείνο το πρωινό. Δούλευε πολύ, κουραζόταν, κακοκοιμόταν, αλλά

επέμενε στην απόφασή του. Ένα πρωινό, μπήκε με το πρωινό στο δωμάτιο του

βασιλιά, αργός, κακόκεφος, αμίλητος, όπως συνήθιζε τελευταία.

 

-Μα καλά, τί έπαθες εσύ, ρωτά τάχα ανήξερος ο βασιλιάς.

 

-Μια χαρά είμαι Μεγαλειότατε. Θέλετε τίποτε άλλο?

 

-Μέρες έχω να σ´ ακούσω να τραγουδάς. Σου συμβαίνει κάτι?

 

-Αν δεν κάνω λάθος, η δουλειά μου είναι σας σερβίρω και να σας βοηθώ να

ντυθείτε. Δεν κάνω τη δουλειά μου? Την κάνω και μάλιστα άψογα, συνέχισε.

Δεν με προσλάβατε για γελωτοποιό ούτε για τραγουδιστή.

 

Μετά από μερικούς μήνες, ο βασιλιάς έδιωξε τον υπηρέτη από το παλάτι. Δεν

είναι ευχάριστο να περιβάλλεσαι από κακόκεφους, μουρτζούφληδες υπαλλήλους.

 

 

Ο ασπρομάλλης ψυχαναλυτής έκανε μια παύση και κοίταξε προσεκτικά τον ασθενή

του. Προσπάθησε να διαβάσει τα συναισθήματα από την ιστορία στο πρόσωπό

του. Ανακάθισε στην πολυθρόνα του, πήρε το ποτήρι δίπλα του και ρούφηξε μια

μεγάλη γουλιά σακέ. Καθάρισε την φωνή του και συνέχισε: Βλέπεις Ντεμιάν,

εσύ, εγώ και όλοι μας έχουμε εκπαιδευθεί σ´ αυτήν την ηλίθια ιδεολογία.

 

Πάντοτε κάτι μας λείπει για να νιώσουμε ικανοποιημένοι, και δυστυχώς μόνο

αν είσαι ικανοποιημένος μπορείς να απολαύσεις όσα έχεις. Γι αυτό, μάθαμε

πως τάχα η ευτυχία θα έλθει όταν ολοκληρώσουμε αυτό που μας λείπει…Και

επειδή πάντα κάτι λείπει, ξαναγυρίζουμε στην αρχή και δεν απολαμβάνουμε

ποτέ την ζωή…Τι θα συνέβαινε όμως, αν η φώτιση ερχόταν στις ζωές μας και

αντιλαμβανόμαστε, έτσι ξαφνικά, ότι τα ενενήντα εννιά φλουριά μας είναι το

100% του θησαυρού? Ότι δεν μας λείπει τίποτα, κανένας δεν μας έκλεψε

τίποτα, το εκατό δεν είναι καθόλου πιο στρογγυλός αριθμός από το ενενήντα

εννιά? Ότι αυτό, είναι μόνο μια παγίδα, ένα καρότο που έβαλαν μπροστά μας,

για να είμαστε βλάκες, για να σέρνουμε το κάρο,

κουρασμένοι, κακόκεφοι, δυστυχείς και συμβιβασμένοι? Μια παγίδα για να μην

σταματήσουμε ποτέ να σπρώχνουμε και να μείνουν όλα όπως έχουν. Αιωνίως τα

ίδια. Πόσα θα άλλαζαν αν μπορούσαμε να απολαύσουμε τους θησαυρούς μας, έτσι

ακριβώς όπως είναι. Έτσι ακριβώς όπως τους κατέχουμε. Προσοχή όμως Ντεμιάν.

 

Το να παραδεχτείς ότι το ενενηνταεννιά είναι ο θησαυρός, δεν σημαίνει ότι

πρέπει να εγκαταλείψεις τους στόχους σου. Δεν σημαίνει άραγμα, συμβιβασμός

με οτιδήποτε. Γιατί άλλο το να παραδέχεσαι, κι άλλο το να συμβιβάζεσαι.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 30 Μαΐου 2014

 

 

Ο John Kabat-Zinn, δάσκαλος διαλογισμού και συγγραφέας, προτείνει να βλέπουμε τα παιδιά μας ως μικρούς δασκάλους Zen που ζουν σε μικροσκοπικά σώματα και ήρθαν στη ζωή μας για να μας διδάξουν τα μαθήματα που χρειάζεται να μάθουμε. Παραλληλίζει το μεγάλωμά τους με ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα διαλογισμού διάρκειας 18 χρόνων.

 

Είναι Κυριακή μεσημέρι, μετά το φαγητό. Οι τέσσερίς μας καθόμαστε στο μπαλκόνι και πίνουμε καφέ. (Εγώ δηλαδή – οι υπόλοιποι πίνουν νερό…) Η Εβελίνα, παίρνει μια βαθιά ανάσα και λέει «Αχ, τι υπέροχη ζωή!»

 

Με το Βασίλη δε λέμε τίποτα, μόνο κοιταζόμαστε.

 

Η Εβίτα, νιώθει κι εκείνη το ίδιο συναίσθημα ευφορίας – μόνο που δεν ξέρει πώς να το εκφράσει. Σκέφτεται για λίγο και μετά λέει: «Ελάτε παιζά (παιδιά), ας τλαγουδήσουμε το τλαγούδι με την κόψη…» Και αρχίζει και τραγουδάει τον εθνικό ύμνο… «Σε γνωλίζω (γνωρίζω) από την κόψη…»

 

Νομίζω ότι το μάθημα που ήθελαν να μας διδάξουν οι μικροί δάσκαλοι Zen είναι η σημασία της ευγνωμοσύνης. Ο Hans Selye, γιατρός και ερευνητής του stress έλεγε ότι η ευγνωμοσύνη είναι το πιο ευεργετικό από τα ανθρώπινα συναισθήματα.

 

Στο βιβλίο Το Μυστικό λέει: Να είστε ευγνώμονες για όσα έχετε τώρα. Αν αρχίσετε να σκέφτεστε όλα αυτά για τα οποία είστε ευγνώμονες στη ζωή σας, θα διαπιστώσετε κατάπληκτοι πόσες ακόμα σκέψεις ευγνωμοσύνης θα γεννηθούν από τις αρχικές, πόσα ακόμα υπάρχουν για τα οποία αισθάνεστε ευγνώμονες. Πρέπει να κάνετε την αρχή, κι έπειτα ο νόμος της έλξης θα λάβει αυτές τις σκέψεις ευγνωμοσύνης για να σας τις επιστέψει στο πολλαπλάσιο. Θα «κλειδώσετε» στη συχνότητα της ευγνωμοσύνης και όλα τα αγαθά θα γίνουν δικά σας.

 

Μήνυμα ελήφθη. Εγώ αισθάνομαι ευγνώμων και είμαι έτοιμη για το επόμενο μάθημα. Εσείς;

 

Από aspa blog