“.. Η καρδιά του ανθρώπου είναι ένα κουβάρι κάμπιες…φύσηξε Χριστέ μου να γίνουν πεταλούδες”

Η μοναξιά είναι από χώμα…1. ” Το δικό μου το πολύ πως να χωρέσει στο δικό σου το λίγο! Κι οι δυο μας δυσανασχετούσαμε δικαιολογημένα.

 

Όμως μέσα σ’ αυτό το λίγο σου, σ’ αυτό το περιορισμένο σου, είχα την κακοτυχία να διακρίνω σκιές περαστικές που με πυρπόλησαν. Σκιές του απέραντου. Αυτό που δεν έλεγχες, αυτό που δεν γνώριζες, προσπερνούσε από μια σου έκφραση, από μια σου χειρονομία τυχαία και με καθήλωνε.

 

Δεν περιγράφεται η ματιά, η κίνηση, ο ήχος.

 

Ό,τι κι αν σου πω δεν θα σου μεταδώσω αυτό που μ’ έκανε να σε θέλω έτσι. Το απέραντο είναι άπιαστο, απερίγραπτο, ακαθόριστο. Χιλιάδες να λέω εναντίον σου αμέσως θα παραλύσουν μπροστά στη γρήγορη κίνηση του χεριού σου μόλις σηκωθεί για να φτάσει στα χείλη σου και να δαγκώσεις το μικρό σου νυχάκι σμίγοντας τα φρύδια σα να σκέφτεσαι κάτι δύσκολο.

 

Για μια τέτοια κίνηση, κάποιες ώρες, ένιωθα έτοιμος και τη ζωή μου να δώσω.

 

Για μια τέτοια κίνηση!

 

Σαν σινιάλο άλλων κόσμων ερχόταν προς εμένα κι ανέτρεπε όσα σου καταμαρτυρούσα. Από κατήγορο με μετέτρεπε σε ζητιάνο σου!

 

Για μια τέτοια κίνηση!

 

Δεν θα απορήσω ποτέ ξανά για το τι είναι εκείνο που αλυσοδένει ένα ζευγάρι. Δεν φαίνεται αυτό που αλυσοδένει. Εμείς οι απ’ έξω δεν βλέπουμε τίποτα όμως ένας άντρας κανείς δεν ξέρει τι σινιάλα δέχεται από το βλέμμα μια γυναίκας, απ’ την ανάσα της, από το γέλιο της, από την πιο ανεπαίσθητη χειρονομία της, από το άρωμά της.

 

2. «Πώς ν’ απαλλάξω τη σκέψη μου απ’ τις ερμηνείες των άλλων έτσι που να μη σου λέω «σ’ αγαπώ»,γιατί όσα κάνουμε μιμούνται τις ταινίες,τα διαβάσματα,τα τραγούδια που μας πρωτοδίδαξαν αυτή τη φράση;Να σου λέω «Σ’ ΑΓΑΠΩ»,γιατί ένα αρχέγονο κύμα βγαίνει από βαθιά μου,πρωτοφανές,άγνωστο και λέει έτσι… «

3. «Τα μικρά παιδιά δεν φτιάχνουν μύθους γιατί τα παιδιά ζουν απ’ ευθείας χωρίς διερμηνείς και μεσάζοντες. Η πραγματικότητα των παιδιών είναι τα παραμύθια μας και η παραμυθία μας για το χαμένο παράδεισο στην εξορία μας. Τα παιδιά από μόνα τους ξέρουν. Μπορούν ν’ αποκρυπτογραφούν τα μαγικά σημάδια του κόσμου γιατί την έχουν την καθαρή όραση που συλλαμβάνει τα άφαντα, ενώ εμείς τη χάσαμε με τα χρόνια και με τις γνώσεις. Τα παιδιά είναι σοβαρότερα και συνεπέστερα απ’ τους μεγάλους γι’ αυτό κι εγώ στο παλιό ζαρωμένο παιδί που απέμεινε μέσα μου προστρέχω όταν είναι να αισθανθώ τα πιο σπουδαία. Ένα παιδί από παλιά κι από βαθιά βγαίνει κι αποφασίζει στις εσχατιές της ζωής μας. Υπάρχει ένα παιδί μέσα μου που ξέμεινε, δεν την ξεχνά την ποίηση των πραγμάτων που χρόνια πριν αντίκρυσε και ζει με την αόριστη νοσταλγία της ανικανοποίητο πια και λυπημένο. Γιατί τίποτα δεν συγκρίνεται με την ποίηση των πράγματων στην παιδική ματιά, όλα είναι κατώτερά της από δω κι ύστερα.»

4. «Να υπάρχω μονάχα, να σ’ αγαπώ μονάχα και να μην έχω λόγο κανένα να το δηλώνω. Ούτε την παρουσία μου να μη χρειάζεται να δηλώνω πια. Σ’ αγαπώ τόσο που το ξεχνώ, όπως ξεχνάμε τα αυτονόητα και τα φυσικά. Σ’ αγαπώ τόσο που δεν σε κρίνω και εντελώς σε αποδέχομαι. Γλίτωσα από το μαρτύριο να προσπαθώ συνεχώς να σε διορθώνω. Σ’ αγαπώ τόσο που δεν σε θέλω. Γιατί δεν θες παρά ότι σου λείπει κι εσύ πια δεν μου λείπεις αφού στης αγάπης τον τόπο δεν χωρά η απόσταση. Σ’ αγαπώ κι αγαπώντας σε, σε περιέχω, σε έχω αφού είμαι, είμαι από σένα και μαζί σου κι όπου κι είμαι έρχεσαι.»