Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 1 Φεβρουαρίου 2015

Μια πινακίδα σφηνοειδούς γραφής, αποκαλύπτει μουσικό κομμάτι 3.400 ετών.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, αρχαιολόγοι ανακάλυψαν αρκετές πήλινες πινακίδες από τον 14ο αιώνα π.Χ. στην αρχαία συριακή πόλη της Ουγκαρίτ. Ανάμεσα σε αυτές τις πινακίδες σφηνοειδούς γραφής, βρέθηκε και ένας λατρευτικός ύμνος που γράφτηκε πριν από 3.400 χρόνια και είναι το παλαιότερο κομμάτι μουσικής που έχει ανακαλυφθεί μέχρι σήμερα. Το εύρημα είναι πολύ σημαντικό, διότι αποκαλύπτει ότι η μουσική κλίμακα και η αρμονία ήταν γνωστά από πολύ πιο πριν απ’ όσο νομίζαμε και εξελίχθηκαν σε μεγάλο βάθος χρόνου. Η ψηφιακή εκδοχή στην οποία ακούγεται το κομμάτι μπορεί να μην έχει τη γλύκα και το βάθος των φωνών -που ήταν και το αρχικό όργανο των Σουμέριων-, όμως δίνει μια ιδέα της σύνθεσης, της μελωδίας και της αρμονίας του αρχαίου πολιτισμού, αν και ο ρυθμός δεν έχει αποσαφηνιστεί.

 

Σταυρούλα Σωτηροπούλου στις 31 Ιανουαρίου 2015

“Και τι κρατά τάχα το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν;” Όλοι φοβόμαστε. Τα γερατειά, τις ρυτίδες, τη μοναξιά, την αρρώστια, την απόρριψη, τη ματαίωση, την προδοσία, το σκοτάδι, τον αμείλικτο συνοδοιπόρο μας, τον θάνατο.

Όλοι φοβόμαστε. Το αβέβαιο μέλλον, το άγνωστο τοπίο, τους αυθάδεις έρωτες, τα βαθιά νερά, το κρύο σπίτι, τα “τιποτένια ομοιώματα”, τις μέρες που “δεν έχεις πια τι να λογαριάσεις”, που “δεν βρίσκεις καθρέφτες να φωνάξεις τ’ όνομά σου”.
Όλοι φοβόμαστε. Που “δεν προφταίνουμε ν’ αγαπήσουμε έναν άνθρωπο κι ύστερα τον χάνουμε”, που “πλήθος ενέδρες της ζωής παραμονεύουν την πτώση σου”.
Όλοι φοβόμαστε. Τα ανεξόφλητα χρέη, της τράπεζας και της Ιστορίας, τη βαριά σκιά της κληρονομιάς που μας έλαχε, την κοινή γνώμη των κοινών φίλων, τα μάτια των παιδιών μας, που μας κοιτάζουν με δυσπιστία για τα τόσα χρόνια και χρόνια στον τροχό χωρίς το κληροδότημα μιας ουτοπίας.
Όλοι φοβόμαστε. Τα “χαμόγελα των καθαρμάτων”, που πληθαίνουν καιροφυλακτώντας, την υποκρισία στο μάτι του αρπακτικού της διπλανής πόρτας, τη φωνασκία εκείνων που δεν αντέχουν μέσα στους πολλούς, τους σαλταδόρους του καινούργιου τρένου της εξουσίας, την τύχη μας που ίσως ενδίδει πια και τα έργα της ζωής μας, μήπως προκύψουν όλα πλάνες.

Όλοι φοβόμαστε, γιατί ξέρουμε πως οι μόνοι που δεν έχουν ούτε μια άσπρη τρίχα στην ψυχή τους είναι αυτοί που σκοτώθηκαν νωρίς.
Όλοι φοβόμαστε. Και τα μισά απ’ αυτά που φοβόμαστε ότι θα κάνουν οι άλλοι τα έχουμε κάνει κι εμείς. Ή θα τα κάναμε αν μας δινόταν η ευκαιρία.
Όλοι φοβόμαστε. Αλλά ο μοναδικός τρόπος για να διαπιστώσεις “τι κρατά τάχα το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν” είναι να το απλώσεις κι εσύ. Ο μοναδικός τρόπος για να ζήσεις, είναι να ρισκάρεις. Αν έχεις βέβαια κάτι κι εσύ να δώσεις, που σημαίνει ότι έχεις κι εσύ κάτι να χάσεις.
Όλοι φοβόμαστε… “Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους” και ο Ουρανός περιμένει.
“Πρώτα να πιάσω τα χέρια σου
Να ψηλαφήσω το σφυγμό σου
Ύστερα να πάμε μαζί στο δάσος
Ν’ αγκαλιάσουμε τα μεγάλα δέντρα
Πού στον κάθε κορμό έχουμε χαράξει
Εδώ και χρόνια τα ιερά ονόματα
Να τα συλλαβίσουμε μαζί
Να τα μετρήσουμε ένα-ένα
Με τα μάτια ψηλά στον ουρανό σαν προσευχή.
Το δικό μας δάσος δεν το κρύβει ο ουρανός.
Δεν περνούν από ‘δω ξυλοκόποι”.
~ Μανόλης Αναγνωστάκης
_________
Πηγή: avgi.gr
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Κυριακή Ψαρρού στις 30 Ιανουαρίου 2015

Γυαλιστερό κι ωραίο το κουκούλι

Τι κρύβεται κει μέσα αγνοώ

Μ’ ένα ψαλίδι απαλά θα χειρουργήσω

Κλωστή κλωστή να φτιάξω το στιχάριον

Άσπρο ν’ αστράφτει με τον ήλιο

Μαύρο με το φως του φεγγαριού.

Κι ύστερα τίποτα – σιωπή

Αναμονή ως την κατάλληλη στιγμή

Η πεταλούδα σαν θα βγει

Να ‘ναι ψυχή.

από το poiein.gr

Στιχάρι, Αθήνα, Γαβριηλίδης, 2014, σ.15.

Κυριακή Ψαρρού στις 30 Ιανουαρίου 2015

Όλα θελω να τα μουσουδίσω!!

από τη Ρούλα

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 24 Ιανουαρίου 2015

Στις 23 Απριλίου 1944, εν μέσω Κατοχής, οι Ελληνίδες για πρώτη φορά ψήφισαν και ψηφίστηκαν. Βέβαια, η επίσημη καθιέρωση των πολιτικών δικαιωμάτων των γυναικών στη χώρα μας, συνέβη μερικά χρόνια αργότερα, το 1952 όταν κατοχυρώθηκε το δικαίωμά τους στο Σύνταγμα. Αλλά η πρώτη ψήφος είχε ήδη ριφθεί!

 

Η προσπάθεια, όμως, είχε -και εδώ- ξεκινήσει πολύ νωρίτερα. Το 1920 το Σοσιαλεργατικό Κόμμα κατέβηκε στις εκλογές φωνάζοντας, ανάμεσα στα υπόλοιπα προεκλογικά του συνθήματα, «Σφυρί, δρεπάνι και ψήφο στο φουστάνι». Την ίδια περίοδο είχε ξεκινήσει ο οργανωμένος αγώνας για την πολιτική χειραφέτηση της Ελληνίδας και είχε ιδρυθεί ο «Σύνδεσμος για τα δικαιώματα της γυναικός» με πρόεδρο τη Μαρία Νεγρεπόντη και αντιπρόεδρο την Αύρα Θεοδωροπούλου, πρωτοπόρο του γυναικείου κινήματος.

 

Οι συζητήσεις που έγιναν στη Βουλή από το 1920 δεν είχαν θετικό αποτέλεσμα διότι οι γυναίκες θεωρούνταν …ανισόρροπες και άρα αναξιόπιστες για να αποφασίσουν για το μέλλον του έθνους.

 

«…Ορισμένα τινά Ελληνικά θήλεα ζητούν να δοθή ψήφος εις τας γυναίκας. Σχετικώς με το ίδιον τούτο θέμα διαπρεπέστατος επιστήμων είχεν άλλοτε αναπτύξει από του βήματος της Βουλής το επιστημονικώς πασίγνωστον, άλλως τε, γεγονός ότι παν θήλυ διατελεί εις ανισόρροπον και έξαλλον πνευματικήν κατάστασιν ωρισμένας ημέρας εκάστου μηνός… Νεώτεραι και ακριβέστεραι έρευναι καταδείκνυσιν ότι ου μόνον ωρισμένας ημέρας, αλλά δι’ όλου του μηνός τελούσιν άπαντα τα θήλεα εις πνευματικήν και συναισθηματικήν ανισορροπίαν… Επειδή εν τούτοις αι ημέραι αύται, δεν συμπίπτουν ως προς όλα τα θήλεα, είναι αδύνατον να ευρεθή ημέρα πνευματικής ισορροπίας και ψυχικής γαλήνης όλων των θηλέων, ώστε την ευτυχή εκείνην ημέραν να ορίζονται αι εκάστοτε εκλογαί. Η γυναικεία συνεπώς ψήφος είναι πράγμα επικίνδυνον, άρα αποκρουστέον» έγραφε η Εφημερίδα «Νέα Ημέρα» στις 20 Μαρτίου του 1928.

 

To 1934 οι Ελληνίδες ψήφισαν για πρώτη φορά, σε δημοτικές εκλογές. Το δικαίωμα εκχωρήθηκε μόνο σε εγγράμματες Ελληνίδες άνω των 30 ετών και σε όλη τη χώρα ψήφισαν 240 (…) γυναίκες.

 

Το 1979 τα Ηνωμένα Έθνη έκαναν ένα συνέδριο στο οποίο συζητήθηκε η απάλειψη κάθε είδους διάκρισης όσον αφορά στο γυναικείο φύλο και οι αποφάσεις τους τέθηκαν σε ισχύ από τις χώρες-μέλη στις 3 Σεπτεμβρίου του 1981. Αλλά η ιστορία της γυναικείας ψήφου είχε ξεκινήσει πολύ πολύ νωρίτερα, από τις σουφραζέτες και δεν ήταν τόσο εύκολο και απλό να την κερδίσουν.

 

Σουφραζέτες* ενωμένες, ποτέ ηττημένες

 

Στη Γαλλία, στα 1780 και στα 1790, ο Antoine Condorcet, φιλόσοφος και πολιτικός επιστήμονας, και η Olympe de Gouges, συγγραφέας, φεμινίστρια και μια από τις πρώτες ακτιβίστριες διεκδίκησαν το δικαίωμα των γυναικών να συμμετάσχουν στο εκλέγειν. Η Γαλλία ήταν μια χώρα στην οποία οι γυναίκες, από το μεσαίωνα ακόμα, συμμετείχαν στα κοινά εκφέροντας επισήμως γνώμη σε θέματα που αφορούσαν στο δήμο και στην πόλη. Το ίδιο και η Σουηδία. Στην Κορσική οι γυναίκες ψήφιζαν από το 1755 για την κυβέρνησή τους που αποτελείτο από κατοίκους άνω των 25 ετών, ανάμεσα στους οποίους και γυναίκες (ανύπανδρες ή χήρες), -αν και αυτή η ελευθερία καταρρίφθηκε το 1769 που η Γαλλία κατέλαβε το νησί.

 

Το 1756 το πάλλευκο χέρι της Lydia Chaplin Taft  πρώτη γυναικεία ψήφο στην Αμερική και, συγκεκριμένα, στη Μασσαχουσέτη. Οι γυναίκες του Νιου Τζέρσι, επίσης, είχαν το δικαίωμα να ψηφίζουν, τουλάχιστον ώσπου να παντρευτούν και αφού χηρέψουν, μέχρι το 1807 που το έχασαν μαζί με τους έγχρωμους και το ψηφίζειν έγινε αποκλειστικό προνόμιο των λευκών ανδρών.

 

Πρωτοπόρες στο θέμα της ψήφου είχαν σταθεί, περισσότερο από μισό αιώνα πριν, οι γυναίκες της βρετανικής αποικίας της Νέας Ζηλανδίας που έγινε η πρώτη χώρα που έδωσε επισήμως το δικαίωμα ψήφου σε όλες τις ενήλικες γυναίκες τo 1893. Στη γειτονική της βρετανική αποικία, τη Νότια Αυστραλία, τα κατάφεραν δύο, μόλις, χρόνια αργότερα και το 1895 βρέθηκαν και εκείνες στα εκλογικά κέντρα της εποχής -αν και χρειάστηκε να περιμένουν ως το 1919 ώσπου να μπορούν να θέσουν και υποψηφιότητα για να κυβερνήσουν το κράτος τους.

 

Στην -πολιτισμένη κατά τα άλλα- Ευρώπη μέχρι το 1907 καμία χώρα δεν είχε παραχωρήσει εκλογικό δικαίωμα στο ασθενές φύλο και την εκκίνηση έδωσε η Φινλανδία που απέκτησε, επίσης, και 19 γυναίκες στη Βουλή της την ίδια χρονιά. Τα χρόνια που προηγήθηκαν του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ακολούθησαν και άλλες ευρωπαϊκές χώρες: η Νορβηγία το 1913 και η Δανία το 1915 και, κοντά στο τέλος του πολέμου, οι κυρίες του Καναδά, της Σοβιετικής Ρωσίας, της Γερμανίας και της Πολωνίαςσυνωστίστηκαν στις κάλπες. Οι Βρετανίδες άνω των 30 ετών απέκτησαν δικαίωμα ψήφου το 1918, οι Ολλανδές το 1919 και οι Αμερικανίδες, μετά από 80 χρόνια προσπάθειας, το 1920. Ακολούθησαν οι γυναίκες στην Τουρκία που βρέθηκαν στις εκλογικές επάλξεις το 1926 ενώ στη Βρετανία, μέχρι το 1928, κατάφερε το ασθενές φύλο να έχει ισάξια δικαιώματα όσον αφορά στο θέμα των εκλογών, με το ισχυρό -δηλαδή δικαίωμα ψήφου για τους ενήλικες άνω των 21 ετών.

 

Τα Ηνωμένα Έθνη και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα

 

Το 1948 τα Ηνωμένα Έθνη έκαναν την πρώτη τους επίσημη κίνηση προς την κατοχύρωση ίσων δικαιωμάτων για όλους τους ανθρώπους και, σύμφωνα με το άρθρο 21 της Διακήρυξης, «όλοι έχουν το δικαίωμα να συμμετάσχουν στην κυβέρνηση της χώρας τους απ’ ευθείας ή μέσω ελεύθερα εκλεγμένων εκπροσώπων. Η θέληση του λαού πρέπει να είναι η βάση της εξουσίας και της κυβέρνησης και αυτή θα εκφράζεται με περιοδικές και αυθεντικές εκλογικές διαδικασίες στις οποίες θα έχουν ισάξιο δικαίωμα μυστικής ή αντίστοιχης ψήφου όλοι οι πολίτες».

 

Η πιο πρόσφατη χώρα που παραχώρησε δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες είναι το Μπουτάν, το 2008.

 

*σουφραζέτα: από τη γαλλική λέξη suffrage= δικαίωμα ψήφου

 

Πηγή: http://www.queen.gr/SYMBAINEI-STON-KOSMO

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 24 Ιανουαρίου 2015

1η λυκείου. Τμήμα Α4, αίθουσα 1. Διαολεμένα – ατίθασα αγόρια, κορίτσια κοκεταρίες και ένα αγόρι, λίγο διαφορετικό στην όψη από τους υπόλοιπους συνομήλικούς του, κάθεται μόνος του σε μια γωνία. Ο Πέτρος. Μικροκαμωμένος, μελαμψός, αδύνατος –σου ‘δινε την εντύπωση πως αν τον ακουμπήσεις, θα ραγίσει σαν γυαλί – ήσυχος και εσωστρεφής.

 

Στην ώρα του μαθήματος, πάντα σημείωνε (συνέχεια σημείωνε), ποτέ δεν σήκωνε το κεφάλι του να κοιτάξει κανέναν και δη τον/την καθηγητή/ρια, ποτέ δεν είχε παρέα στο θρανίο του. Τα υπόλοιπα αγόρια της τάξης είχαν βρει ”νέο παιχνίδι”: Τον Πέτρο. Στα διαλείμματα είχαν πάψει να βγαίνουν στο προαύλιο (όχι όλοι, αρκετοί όμως) και η μοναδική ενασχόλησή τους ήταν πως θα κάνουν τον Πέτρο να υποφέρει ώστε να γελάσουν οι ίδιοι. Και ‘κείνος το δέχονταν, μην έχοντας επιλογή να αντιδράσει (έτσι θεωρούσε τουλάχιστον). Δεν τους έδιωχνε, δεν τους φώναζε, δεν ζητούσε βοήθεια από κανέναν, παρά μόνο υπέμενε. Συχνά του γέμιζαν την τσάντα του με χιόνι, και στην ώρα του μαθήματος, νερά έτρεχαν από τη σάκα του Πέτρου. Οι καθηγητές τον μάλωναν και τον παρακαλούσαν να μαζέψει τα νερά (συχνά με χαρτομάντιλο). Και εκείνος το έκανε. Χωρίς ποτέ να ”τολμήσει” να πει πως βρέθηκαν τα χιόνια στη τσάντα του. Χωρίς ποτέ, κανείς καθηγητής να έχει την ευφυΐα να τον ρωτήσει. Και έτσι περνούσαν οι ώρες και οι μέρες του Πέτρου στη 1η χρονιά της ζωής του στο Λύκειο. Θα μου πείτε …”γιατί κανείς από εσάς τους υπόλοιπους δεν αντιδρούσε ;”

 

Γιατί κανείς από εμάς τους υπόλοιπους δεν ήθελε να βρεθεί στη θέση του Πέτρου ως αντικαταστάτης του. Γιατί μια φορά που δοκίμασα να καθίσω μαζί του, βρέθηκα με καμένα βιβλία. Γιατί μια φορά που δοκίμασα να του κάνω παρέα στο διάλειμμα, ευγενικά μου ζήτησε να τον αφήσω μόνο.

 

Γιατί σας τα γράφω όλα αυτά;

 

1) Γιατί μια μέρα, περνώντας από το κυλικείο της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ, τον συνάντησα στο προαύλιο χώρο, ρασοντυμένο. Είχε επιλέξει να γίνει μοναχός και φοιτούσε στην εκεί εκκλησιαστική σχολή.

 

2) Γιατί οι επιλογές μας, πολλές φορές, καθορίζονται από παράγοντες που στιγματίζουν τη ψυχή μας.

 

3) Γιατί η ομαδική βία, εντός των σχολείων, κερδίζει έδαφος.

 

4) Γιατί ακόμη κουβαλώ ενοχές που στα 14 μου, δεν είχα το σθένος να υπερασπιστώ το δικαίωμα του Πέτρου να είναι χαρούμενος.

 

5) Γιατί του χρωστώ μια ”συγγνώμη”.

 

Μαρία Κυριακίδου “ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ” ο κλόουν

 

 

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 24 Ιανουαρίου 2015

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΕΣΥ ΗΛΙΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΦΩΤΙΣΕΙΣ τους σβησμένους ήλιους των άλλων. Δεν υπάρχουν ιδέες, υπάρχουν μονάχα άνθρωποι που κουβαλούν τις ιδέες, κι αυτές παίρνουν το μπόι του ανθρώπου που τις κουβαλάει».

«ΔΕ ΖΥΓΙΑΖΩ, ΔΕ ΜΕΤΡΩ, ΔΕ ΒΟΛΕΥΟΥΜΑΙ! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι…»

«ΝΑ ΜΗΝ ΑΡΝΙΕΣΑΙ ΤΗ ΝΙΟΤΗ ΣΟΥ ΩΣ ΤΑ ΒΑΘΙΑ ΓΕΡΑΜΑΤΑ, να μάχεσαι σε όλη σου τη ζωή να μετουσιώσεις σε κατάκαρπο δέντρο την εφηβική σου άνθηση, αυτός, θαρρώ, είναι ο δρόμος του ολοκληρωμένου ανθρώπου».

«ΕΧΟΥΝ ΝΑ ΠΟΥΝ ΠΩΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΖΩΟ που συλλογιέται το θάνατο. Όχι, σου λέω εγώ. Άνθρωπος είναι το ζώο που συλλογιέται την αθανασία».

 

«ΝΙΩΘΩ ΣΑΝ ΝΑ ΧΤΥΠΑΜΕ ΤΑ ΚΕΦΑΛΙΑ ΜΑΣ στα σίδερα. Πολλά κεφάλια θα σπάσουν. Μα κάποια στιγμή, θα σπάσουν και τα σίδερα».

«ΑΣΤΡΑ, ΠΟΥΛΙΑ, ΣΠΟΡΟΙ, ΟΛΑ ΥΠΑΚΟΥΟΥΝ. Και μόνο ο άνθρωπος σηκώνει κεφάλι και θέλει να παραβεί το νόμο και να μετατρέψει την υπακοή σε ελευτερία. Γι’ αυτό κι απ’ όλα τα πλάσματα του Θεού αυτός μονάχα μπορεί κι αμαρταίνει. Τι θα πει αμαρταίνει; χαλνάει την αρμονία».

«ΔΕ ΖΥΓΙΑΖΩ, ΔΕ ΜΕΤΡΩ, ΔΕ ΒΟΛΕΥΟΥΜΑΙ! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι…»

«ΔΕΝ ΔΙΑΛΕΓΕΙΣ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ. Αυτά διαλέγουν εσένα».

«ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤΑ ΑΝΑΡΙΘΜΗΤΑ, ΕΦΗΜΕΡΑ ΠΡΟΣΩΠΕΙΑ που πήρε ο Θεός στους αιώνες και ξεκρίνω, πίσω από την άπαυτη ροή του, την απόλυτη ενότητα».

«ΠΟΤΕ ΜΗΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕΙΣ ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ Τ’ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, να σπας τα σύνορα! Ν’ αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα μάτια σου».

«ΝΑ ΠΕΘΑΙΝΕΙΣ ΚΑΙ ΝΑ ΛΕΣ: Θάνατος δεν υπάρχει».

«ΕΝΑΣ ΔΡΟΜΟΣ, ΕΝΑΣ ΜΟΝΑΧΑ οδηγάει στον Θεό, ο ανήφορος»

“ΑΝ ΔΕ ΔΕΙ Ο ΘΕΟΣ ΧΕΡΙ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, δε βάζει μήτε κι αυτός το δικό του».

«ΣΚΥΒΩ ΑΠΑΝΩ ΣΤΟ ΜΕΡΜΗΓΚΙ, θωρώ μέσα στο γυαλιστερό μαύρο μάτι του το πρόσωπο του Θεού».

«ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΑΚΑΤΑΛΥΤΗ ΔΥΝΑΜΗ ΠΟΥ μεταμορφώνει την ύλη σε πνέμα. Κάθε άνθρωπος έχει μέσα του ένα κομμάτι από το θεϊκό αυτό στρόβιλο και γι’ αυτό κατορθώνει να μετουσιώνει το ψωμί και το νερό και το κρέας και να το κάνει στοχασμό και πράξη».

«ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΣΟΥ ΧΡΕΟΣ, ΕΚΤΕΛΩΝΤΑΣ ΤΗ ΘΗΤΕΙΑ ΣΟΥ στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους προγόνους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει

[Πηγή: www.doctv.gr]

Κυριακή Ψαρρού στις 21 Ιανουαρίου 2015
  Η Βαγγελίτσα, ένα ορφανό κοριτσάκι, δυσκίνητο, δειλό και περιορισμένων δυνατοτήτων, είναι παραμερισμένη από τους συμμαθητές της, που άλλοτε την κοροϊδεύουν και άλλοτε τη λυπούνται. Η μόνη που επιμένει να βλέπει τη Βαγγελίτσα ίδια με τα άλλα παιδιά είναι η δασκάλα της, που καταβάλλει συνεχώς προσπάθειες για τη βελτίωση της, χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα. Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι ένα ενδιαφέρον τμήμα του διηγήματος «Η Βαγγελίτσα», από το βιβλίο της Έλλης Αλεξίου Σκληροί αγώνες για μικρή ζωή.
image175πρώτος περίπατος που γίνηκε ήτανε σε μιαν αμμουδερή ακρογιαλιά. Άμα φτιάξανε τα παιδιά φούρνους και ψωμιά στην άμμο, και παίξανε κυνηγητό με τα κύματα, καθίσανε αποσταμένα να φάνε. Μόνο η Βαγγελίτσα καθισμένη μακριά από τις άλλες, κατάντικρυ στον ήλιο, που βασίλευε και της χρύσιζε τα ολόξανθα μαλλιά (είχανε φουντώσει με τον αέρα και της σκέπαζαν το πρόσωπο), έτρωγε το ψωμί και τις σταφίδες που είχε χυμένες στην ποδιά της.

—  Γιατί είσαι μόνη σου, Βαγγελίτσα, τη ρώτησε η δασκάλα της, και δεν πας με καμιά παρέα;

—  Δε με θέλουνε, γιατί δεν ξέρω να παίζω και τους τα χαλνώ.

Αυτό το έλεγε φυσικά, δίχως παράπονο. Το ‘ξερε κι εκείνη πως υστερούσε από τις άλλες και το ‘χε πάρει απόφαση. Μόνο η δασκάλα δεν εννοούσε να το πάρει απόφαση και να πάψει να τη βασανίζει. Κι έπρεπε αλήθεια να την αφήσει τη Βαγγελίτσα πια ήσυχη, γιατί για το χατίρι της αδικούσε τ’ άλλα παιδιά, τα πολλά, γι’ αυτήν που ήτανε μια. Πόσες φορές δεν ξόδευε και τη μισή ώρα του μαθήματος για λόγου της!

—  Βγάλε, Βαγγελίτσα, πάνω στο θρανίο σου τέσσερα φασόλια!

—  Τέσσερα, απαντούσε η Βαγγελίτσα από μέσα της και δίχως να σηκώνει το κεφάλι.

—  Πες το δυνατά! Φωναχτά!

Μα η Βαγγελίτσα ακούγοντας τη φωνή της δασκάλας τα ‘χανε και ξεχνούσε τι την ρωτούσε.

—  Τέσσερα, είπαμε. Μέτρα και βγάλε τα! Ένα, δύο…

Αρχινούσε κι έβγαζε, έβγαζε, ξεπερνώντας τα τέσσερα και μετρώντας μηχανικά.

—  Μόνο τέσσερα! Πολλά έβγαλες. Άφησέ τα τώρα αυτά τα τέσσερα κατά μέρος και μέτρησε χώρια άλλα πέντε!

Η Βαγγελίτσα κοίταζε αφηρημένη.

—  Όπως μέτρησες τα τέσσερα, τώρα να μετρήσεις πέντε και να τα βάλεις δίπλα στα τέσσερα.

Τα μετρούσε, πέντε σωστά.

—  Πόσα ήταν τούτα που πρωτοβγάλαμε; Κι έδειχνε η δασκάλα τα τέσσερα.

Μιλιά.

—  Δεν πειράζει. Ξαναμέτρησέ τα και πες μου! Πόσα είναι τούτα; Κι έδειχνε τα πέντε.

Η Βαγγελίτσα κοίταζε πάλι σα χαμένη.

Και δώσ’ του η ιστορία αυτή να ξαναρχινά τρεις και τέσσερις φορές, να θυμώνουνε τα παιδιά, και το περισσότερο ο Πυθαγόρας, που συχνά δεν κρατιότανε ως το τέλος, μόνο σηκωνότανε ορθός και λάβαινε μέρος βοηθώντας τη δασκάλα στη διδασκαλία της:

—  Μα, βρε Βαγγελίτσα, δεν ξέρεις αν είναι τα τέσσερα πιο πολλά από τα πέντε; Για να σου χαρίζανε καραμέλες; Τέσσερις θέλεις να σου χαρίσουνε ή πέντε;

* * *

Όπου μια μέρα τής γίνηκε της δασκάλας εξαιτίας της Βαγγελίτσας σωστή αποκάλυψη. Και να πώς: Η Βαγγελίτσα καθότανε σ’ ένα μικρό, πάντα φρεσκοασπρισμένο σπιτάκι πιο πάνω από το δικό της, που της ήτανε πια οικείο*, γιατί το περνούσε τέσσερις φορές την ημέρα, βρέχει λιάζει*, να πηγαίνει και να γυρίζει από το σκολειό στο σπίτι της.

Είχε και μια αυλίτσα γεμάτη λουλούδια και εκεί αντίκριζε κάθε μέρα, συμπαθητικό, τυλιγμένο στο μαύρο τσεμπέρι*, το πρόσωπο της μητέρας της Βαγγελίτσας. Όπως ήτανε σκυμμένη στο ράψιμο της, με το ανδρικό σακάκι απλωμένο στην ποδιά —φραγκοράφτισσα* ήτανε— ταρασσότανε στο πέρασμα της δασκάλας και μόλις πρόφτανε να περιμαζέψει ψαλίδια και κουβαρίστρες, για να σηκωθεί και ορθή να απαντήσει στο χαιρετισμό της.

—  Καλημέρα σου, κυρία δασκάλα! Αν πρόφτανε, έκοβε και κανένα κλαράκι βασιλικό ή βάρσαμο* και της το πρόσφερνε, για να τον έχει να τον μυρίζεται.

Την ημέρα λοιπόν εκείνη της αποκάλυψης δεν καθότανε κανείς στην αυλή. Μόνο ο γάτος κοιμότανε ξαπλωμένος στο κατώφλι. Από μέσα όμως από το σπίτι έβγαινε μια φωνή, ένα παιδιάτικο τραγούδι δυνατό και γεμάτο και τόσο γλυκό, που η δασκάλα ξαφνιάστηκε.

Θες να ‘ναι η Βαγγελίτσα; Είπε και έσκυψε το κεφάλι της από την πόρτα να δει ποιος τραγουδεί. Και πραγματικά ήταν εκείνη. Καθισμένη σ’ ένα σκαμνάκι στο κλειστό φύλλο της πόρτας τραγουδούσε η Βαγγελίτσα. Δεν μπορούσε η δασκάλα να πιστέψει ούτε τ’ αυτιά της ούτε τα μάτια της. Αυτό το περίφημο τραγούδι έβγαινε από το λαρύγγι της Βαγγελίτσας! Και να μην το ξέρει τόσον καιρό! Μα μήπως άνοιγε και ποτέ το στόμα της; Για να πει ένα «ναι» έπρεπε όλη η τάξη να της δίνει κουράγιο.

Από κείνη τη μέρα πήρε η Βαγγελίτσα άλλη θέση ανάμεσα στα παιδιά. Δεν ήτανε πια το χειρότερο παιδί, που δεν έχει καμιά χάρη απάνω του. Από τώρα κι έπειτα ξεπερνούσε κι αυτή τις άλλες σε κάτι. Στο μάθημα της ωδικής προσκαλιότανε πάντα πρώτη να πει τη μουσική φράση που διδασκότανε, και γρήγορα επιβλήθηκε.

—  Ποιος θα το τραγουδήσει αυτό πρώτος;

—  Η Βαγγελίτσα! Φώναζαν όλα τα παιδιά μαζί.

Εκείνη σηκωνότανε. Στη φυσιογνωμία της χυνόταν ένα φως, άγνωστο ως τότε, και δυνατά, δίχως να διστάζει, άρχιζε και δεν ελάθευε ποτέ. Μα και τι τραγούδι ήταν εκείνο! Σου άγγιζε τα φύλλα της καρδιάς. Και τα παιδιά, που έχουν διαβολεμένο κριτήριο, φώναζαν μόλις τελείωνε:

— Να χαρείτε, κυρία, αφήσετέ την να το πει άλλη μια φορά!

* της ήτανε οικείο: της ήταν γνωστό, συνηθισμένο * βρέχει λιάζει: και με βροχή και με λιακάδα, καθημερινά * (το) τσεμπέρι:μαντίλι με το οποίο τύλιγαν το κεφάλι τους οι γυναίκες στα χωριά * φραγκοράφτες και φραγκοράφτρες ή φραγκοράφτισσες:έτσι έλεγαν τους επαγγελματίες άντρες και γυναίκες αντίστοιχα, που κατασκεύαζαν ενδυμασίες με ευρωπαϊκό (όπως στις μέρες μας) και όχι παραδοσιακό τρόπο * (το) βάρσαμο: ρετσίνι με ωραία μυρωδιά, που παράγεται από τον κορμό διάφορων δέντρων

ebooks.edu.gr

 

 

Κυριακή Ψαρρού στις 21 Ιανουαρίου 2015

«Το τελευταίο φράγκο
τ’ άλλαξα στο ταξί.
-Πότε φεύγουμε για τη Μασσαλία;-
Τρέχει
το Παρίσι
στο μεταξύ
αποχαιρετώντας με
μ’ όλη του τη μαγεία.
Κύμα του αποχαιρετισμού
έλα
στα μάτια μου υγρό
και με συναισθηματισμό
γέμισέ μου την καρδιά.
Να ζήσω θα ‘θελα
και να πεθάνω
εδώ,
αν δεν υπήρχε
η Μόσχα
να με καρτερά.»

www.itzikas.wordpress.com

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 18 Ιανουαρίου 2015

Γυρίζω από το ταξίδι της ζωής με τη καρδιά γεμάτη δρόμους,

 

ακούραστος προσκυνητής.

 

Είδα σοφούς να απορούνε και απλούς ανθρώπους να απαντούν…

 

για το χορτάρι που ανεβαίνει, ακόμα κι όταν το πατούν.

 

Κάποτε πήγα να λυγίσω κι είδα τον Αλεξανδρινό

 

να δείχνει με το χέρι την Ιθάκη… αβέβαιο προορισμό.

 

Το πιο κουραστικό ταξίδι το κανα μέσα μου βαθιά

 

Βρήκα δε βρήκα εγώ το ξέρω

 

πετώντας πάνω απ’ τη φωτιά.

 

Χωρίς αποσκευές γυρίζω από το ταξίδι μιας ζωής

 

Χωρίς αποσκευές θα φύγω… στο τέλος τούτης της γιορτής»

 

 

 

Κυριακή Ψαρρού στις 18 Ιανουαρίου 2015
Η Ida του Πάβελ Παβλικόφσκι είναι η ταινία της χρονιάς, από τώρα· σφραγίζει την ευρωπαϊκή ευαισθησία όπως την σφράγισε πέρυσι η Grande Belezza του Πάολο Σορεντίνο. Πρόκειται για ταινίες-σπουδές, που μιλούν για την ψυχή των λαών και των ανθρώπων, για την αξεδιάλυτη συνύφανση του ατομικού με το συλλογικό, για το βάρος της μνήμης και της ιστορίας, για την Ευρώπη των νεκρών και των φαντασμάτων.


Στην πολωνική ταινία πρωταγωνιστούν δύο γυναίκες, δύο γενιές, δύο κόσμοι. Η νεαρή δόκιμη μοναχή Αννα, και η ώριμη δικαστίνα Βάντα. Η Αννα είναι η Εβραία Ιντα, ορφανό πολέμου που μεγάλωσε σε μοναστήρι Καθολικών. Η θεία της, αδελφή της μητέρας της, είναι η κομμουνίστρια Κόκκινη Βάντα, πρώην εισαγγελέας, αλκοολική. Η μία πιστεύει, η άλλη όχι. Οι διαφορές σταματούν εδώ. Οι ομοιότητες είναι βαθύτερες: δεν έχουν ρίζες, δεν έχουν οικογένεια, οι ζωές τους ξετυλίγονται πάνω στην έλλειψη, την απουσία, τα θαμμένα μυστικά, τη λήθη. Την παραμονή της κουράς της μοναχής, οι δύο γυναίκες θα ανταμώσουν για πρώτη φορά και θα ξεκινήσουν το μοναδικό κοινό τους ταξίδι, σε αναζήτηση του κοινού τους παρελθόντος. Αναζητούν τους νεκρούς τους, γονείς και παιδιά, τα οστά των δολοφονημένων και χαμένων του Ολοκαυτώματος.

Ολη η ταινία είναι η κάθοδος στον Αδη με τη μορφή ενός road movie στην άχρονη πολωνική ύπαιθρο· σε έναν κάμπο που συμπυκνώνει κάτω από την ακινησία του τον καθολικισμό, τον εβραϊσμό, τη γενοκτονία, τον πόλεμο, τον υπαρκτό σοσιαλισμό, και πάνω απ’ όλα τον ανελέητο, διαρκή αγώνα των ανθρώπων για επιβίωση. Η περιπλάνηση των δύο γυναικών μοιάζει εξωτερικά με τις υπαρξιακές περιπλανήσεις ταινιών του Βέντερς ή του Αντονιόνι, αλλά εδώ το δράμα δεν περιέχει καμία διαφυγή από τη μοίρα, ούτε καν σύγκρουση, το δράμα αντηχεί περισσότερο τις ηθικές και μεταφυσικές δονήσεις του Μπέργκμαν και του Ταρκόφσκι, του Κισλόφσκι και του Ζανούσι.

Στο τέλος του δρόμου υπάρχει πάλι κενό, συν την πικρή επίνοια του ταξιδιού.

Ο Παβλικόφσκι μιλώντας για το υπαρξιακό κενό στη Μεσευρώπη του ’60, κατορθώνει να μιλήσει βαθιά και σπαρακτικά για την Ευρώπη του 21ου αιώνα· μάλλον για τη βαριά κληρονομιά του Ευρωπαίου ανθρώπου της νεωτερικότητας, κληρονομιά φρίκης και αναμέτρησης με τα όρια.

Η Ευρώπη της Ida είναι στοιχειωμένη από κρυμμένα οστά, ανεύρετους τάφους, πεισματική αμνησία, ηθική απογύμνωση. Ο αγρότης-φονιάς κουλουριάζεται μες στον φρεσκοσκαμμένο λάκκο, ο θύτης είναι το ίδιο τελειωμένος όσο και τα θύματα. Εχει χαθεί η ιερότητα της ζωής, η ζωή σαν θαύμα.

Η Ιντα ρωτάει τον κούκλο σαξοφωνίστα τι μπορούν να κάνουν μαζί, αφού παίξουν Kολτρέιν σε συναυλίες, αφού παντρευτούν και κάνουν παιδιά. Απλώς, θα ζήσουμε, λέει ο Λις. Η Ιντα, αφιερωμένη του Χριστού, έμπειρη πλέον του θανάτου και της φρίκης, σηκώνεται από το κρεβάτι του παρθενικού έρωτα, φοράει το ράσο της δόκιμης και ακολουθεί την σκολιά οδό. Η κάμερα για πρώτη φορά κινείται σωματικά, και για πρώτη φορά η μουσική που ακούει ο θεατής δεν είναι η μουσική που ακούν οι ήρωες.

Ο Παβλικόφσκι κατορθώνει μια κινηματογραφική αφήγηση λάμπουσα, άρτια, προσωπική, συγκινούσα, χωρίς φορμαλιστική εκζήτηση, αλλά και χωρίς παραχωρήσεις στο τηλεοπτικό γούστο. Τα κάδρα του είναι γεωμετρημένα έτσι ώστε να υπηρετούν ψυχικά πυκνώματα και κενά, να αναδεικνύουν τα πρόσωπα ενώπιον της μοίρας τους· το ασπρόμαυρο είναι στιλπνό και πλούσιο, καταγραφικό και αφαιρετικό μαζί· η φόρμα, παρότι τολμηρή, υπηρετεί και αναδεικνύει, δεν επιδεικνύεται.

Ο Παβλικόφσκι πετυχαίνει μια ευτυχή κράση φόρμας και περιεχομένου, επειδή έχει κάτι να πει· για τη ζωή, τις ζωές των ανθρώπων, για τον πυρήνα της ύπαρξης, εκεί που συμφύρονται η ελπίδα, η αφέλεια, η απάθεια, η ερήμωση. Αν πρέπει να περιγράψουμε με μια λέξη την τέχνη του, θα ήταν: οικονομία. Τίποτε δεν λείπει, τίποτε δεν περισσεύει.

Η Ida –όπως και η Grande Belezza, αλλιώς– είναι αφήγηση για το μεταίχμιο της Ευρώπης, και είναι συναναστροφή με τους νεκρούς. Είναι αποδοχή της πολυπλοκότητας και του χάους, χωρίς κρίσεις και διδάγματα. Οι ζωντανοί συναντούν τις ψυχές των απόντων, αγγίζονται, κι ύστερα αποτραβιούνται. Η Βάντα, άδεια, πικρή, επιλέγει το κενό· η Ιντα δακρύζει, λοξοδρομεί, ωριμάζει σε 82 φιλμικά λεπτά, επιλέγει τον όρκο της αναχώρησης.

www.kathimerini.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Ιανουαρίου 2015

“Αν ο Θεός ξεχνούσε για μια στιγμή ότι είμαι μια μαριονέτα φτιαγμένη από κουρέλια και μου

 

χάριζε ένα κομμάτι ζωή, ίσως δεν θα έλεγα όλα αυτά που σκέφτομαι, αλλά σίγουρα

 

θα σκεφτόμουν όλα αυτά που λέω εδώ

 

Θα έδινα αξία στα πράγματα, όχι γι’ αυτό που αξίζουν, αλλά γι’ αυτό πουσ ημαίνουν.

 

Θα κοιμόμουν λίγο, θα ονειρευόμουν πιο πολύ, γιατί για κάθε λεπτό που κλείνουμε τα μάτια, χάνουμε

 

εξήντα δευτερόλεπτα φως. Θα συνέχιζα όταν οι άλλοι σταματούσαν, θα ξυπνούσα όταν

 

οι άλλοι κοιμόταν. Θα άκουγα όταν οι άλλοι μιλούσαν και πόσο θα απολάμβανα ένα ωραίο παγωτό σοκολάτα

 

Αν ο Θεός μου δώριζε ένα κομμάτι ζωή, θα ντυνόμουν λιτά, θα ξάπλωνα μπρούμυτα στον ήλιο,

 

αφήνοντας ακάλυπτο όχι μόνο το σώμα αλλά και την ψυχή μου.

 

 

 

εξήντα δευτερόλεπτα φως. Θα συνέχιζα όταν οι άλλοι σταματούσαν, θα ξυπνούσα όταν

 

οι άλλοι κοιμόταν. Θα άκουγα όταν οι άλλοι μιλούσαν και πόσο θα απολάμβανα ένα ωραίο παγωτό σοκολάτα

 

Αν ο Θεός μου δώριζε ένα κομμάτι ζωή, θα ντυνόμουν λιτά, θα ξάπλωνα μπρούμυτα στον ήλιο,

 

αφήνοντας ακάλυπτο όχι μόνο το σώμα αλλά και την ψυχή μου.

Θεέ μου, αν μπορούσα, θα έγραφα το μίσος μου πάνω στον πάγο και θα περίμενα να βγει ο ήλιος.

 

Θα ζωγράφιζα μ’ ένα όνειρο του Βαν Γκογκ πάνω στα άστρα ένα ποίημα του

 

Μπενεντέτι κι ένα τραγούδι του Σερράτ θα ήταν η σερενάτα που θα χάριζα στη

 

σελήνη. Θα πότιζα με τα δάκρια μου τα τριαντάφυλλα, για να νοιώσω τον πόνο από

 

τ’ αγκάθια τους και το κοκκινωπό φιλί των πετάλων τους…

 

Θεέ μου, αν είχα ένα κομμάτι ζωή… Δεν θα άφηνα να περάσει ούτε μία μέρα χωρίς να πω στους

 

ανθρώπους ότι αγαπώ, ότι τους αγαπώ. Θα έκανα κάθε άνδρα και γυναίκα να

 

πιστέψουν ότι είναι οι αγαπητοί μου και θα ζούσα ερωτευμένος με τον έρωτα.

 

Στους ανθρώπους θα έδειχνα πόσο λάθος κάνουν να νομίζουν ότι παύουν να ερωτεύονται όταν γερνούν,

 

χωρίς να καταλαβαίνουν ότι γερνούν όταν παύουν να ερωτεύονται!

 

Στο μικρό παιδίθα έδινα φτερά, αλλά θα το άφηνα να μάθει μόνο του να πετάει. Στους γέρους θα

 

έδειχνα ότι το θάνατο δεν τον φέρνουν τα γηρατειά αλλά η λήθη.

 

Έμαθα τόσα πράγματα από σας, τους ανθρώπους… Έμαθα πως όλοι θέλουν να ζήσουν στην κορυφή

 

του βουνού, χωρίς να γνωρίζουν ότι η αληθινή ευτυχία βρίσκεται στον τρόπο που

 

κατεβαίνεις την απόκρημνη πλαγιά. Έμαθα πως όταν το νεογέννητο σφίγγει στη μικρή

 

παλάμη του, για πρώτη φορά, το δάχτυλο του πατέρα του, το αιχμαλωτίζει για πάντα.

 

Έμαθα πως ο άνθρωπος δικαιούται να κοιτά τον άλλον από ψηλά μόνο όταν πρέπει να τον βοηθήσει

 

να σηκωθεί. Είναι τόσα πολλά τα πράγματα που μπόρεσα να μάθω από σας, αλλά δεν

 

θα χρησιμεύσουν αλήθεια πολύ, γιατί όταν θα με κρατούν κλεισμένο μέσα σ’ αυτή τη βαλίτσα, δυστυχώς θα πεθαίνω.

 

Να λες πάντα αυτόπου νιώθεις και να κάνεις πάντα αυτό που σκέφτεσαι. Αν ήξερα ότι σήμερα θα ήταν

 

η τελευταία φορά που θα σ’ έβλεπα να κοιμάσαι, θα σ’ αγκάλιαζα σφιχτά και θα

 

προσευχόμουν στον Κύριο για να μπορέσω να γίνω ο φύλακας της ψυχής σου. Αν ήξερα

 

ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ’ έβλεπα να βγαίνεις απ’ την πόρτα, θα

 

σ’ αγκάλιαζα και θα σου ‘δινα ένα φιλί και θα σε φώναζα ξανά για να σου δώσω κι

 

άλλα. Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα άκουγα τη φωνή σου, θα

 

ηχογραφούσα κάθε σου λέξη για να μπορώ να τις ακούω ξανά και ξανά. Αν ήξερα ότι

 

αυτές θα ήταν οι τελευταίες στιγμές που σ’ έβλεπα, θα έλεγα “σ’ αγαπώ” και δεν

 

θα υπέθετα, ανόητα, ότι το ξέρεις ήδη.

 

Υπάρχει πάντα ένα αύριο και η ζωή μάς δίνει κι άλλες ευκαιρίες για να κάνουμε τα πράγματα όπως

 

πρέπει, αλλά σε περίπτωση που κάνω λάθος και μας μένει μόνο το σήμερα, θα ‘θελα

 

να σου πω πόσο σ’ αγαπώ κι ότι ποτέ δεν θα σε ξεχάσω.

 

Το αύριο δεν το έχει εξασφαλίσει κανείς, είτε νέος είτε γέρος. Σήμερα μπορεί να είναι η

 

τελευταία φορά που βλέπεις τους ανθρώπους που αγαπάς. Γι’ αυτό μην περιμένεις

 

άλλο, κάν’ το σήμερα, γιατί αν το αύριο δεν έρθει ποτέ, θα μετανιώσεις σίγουρα

 

για τη μέρα που δεν βρήκες χρόνο για ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά, ένα φιλί και

 

ήσουν πολύ απασχολημένος για να κάνεις πράξη μια τελευταία τους επιθυμία.

 

 

Κράτα αυτούς που αγαπάς κοντά σου, πες τους ψιθυριστά πόσο πολύ τους χρειάζεσαι,

 

αγάπα τους και φέρσου τους καλά, βρες χρόνο για να τους πεις “συγνώμη”,

 

“συγχώρεσέ με”, “σε παρακαλώ”, “ευχαριστώ” κι όλα τα λόγια αγάπης που ξέρεις.

 

Κανείς δεν θα σε θυμάται για τις κρυφές σου σκέψεις. Ζήτα απ’ τον Κύριο τη δύναμη και τη σοφία

 

για να τις εκφράσεις. Δείξε στους φίλους σου τι σημαίνουν για σένα.

 

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Ιανουαρίου 2015

Ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Λεό Μπουσκάλια «Ο Πατέρας μου», στο οποίο περιγράφει πώς ως μικρό αγόρι από την Ιταλία βιώνει τη διαφορετικότητα στην Αμερική.

 

” Δεν είναι εύκολο να είναι κανείς διαφορετικός, ιδίως όταν είναι παιδί. Η φυσική διαδικασία του μεγαλώματος παρουσιάζει ήδη αρκετά προβλήματα, τα οποία επιτείνονται αν ανακαλύψουμε ότι κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο αποκλίνουμε από το μέσο όρο.

 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η οικογένειά μου ήταν διαφορετική. Οι γονείς μου μιλούσαν λίγα αγγλικά και αυτά με μια βαριά ιταλική προφορά. Το στυλ της ζωής μας ήταν ολοφάνερα διαφορετικό, ένα μικρό κομμάτι Μεσογείου στις ακτές της Αμερικής. Τρώγαμε διαφορετικά εξωτικά φαγητά. Οι συζητήσεις μας ήταν πιο ζωντανές και οι φωνές μας λίγο πιο δυνατές. Οι κινήσεις μας πιο έντονες. Ο κόσμος στον οποίο ζούσαμε ήταν σίγουρα πιο ξένος.

 

Σαν μικρό παιδί, ούτε ήξερα, ούτε με ενδιέφεραν, οι πολλές διαφορές μας. Τα παιδιά, από τη φύση τους, παραδέχονται τα πράγματα όπως είναι, λιγότερο έτοιμα να προσέξουν και πολύ περισσότερο να κρίνουν τις διαφορές ανάμεσα στους ανθρώπους. Εκτός κι” αν έχουν επηρεαστεί από τους μεγάλους. Αυτό, όμως, άλλαξε όταν μπήκα στο Γυμνάσιο και ήμουν πια έφηβος.

 

Εκείνο τον καιρό ο πατέρας και η μητέρα, τους οποίους μέχρι τότε αγαπούσα χωρίς καμιά αμφισβήτηση, ξαφνικά με ενοχλούσαν. Γιατί δεν μπορούσαν να είναι σαν τους άλλους γονείς; Γιατί μιλούσαν με αυτή την αποκαλυπτική προφορά; Γιατί δεν μπορούσα να τρώω κορνφλέικς για πρωινό, αντί για φραντζολάκια και καφέ με γάλα; Γιατί δεν μπορούσα να παίρνω μαζί μου στο σχολείο, για κολατσιό, φυστικοβούτυρο και σάντουιτς με μαρμελάδα, αντί για καλαμαράκια; («Μπλιαξ», έλεγαν τα άλλα παιδιά, «Ο Μπουσκάλια τρώει τα πόδια του χταποδιού!»). Δεν υπήρχε κανένας τρόπος να γλιτώσω από το επώδυνο στίγμα να είμαι Ιταλός και γιος του Τούλιο και της Ρόζας Μπουσκάλια, ακόμη και το όνομά μου έγινε πηγή στενοχώριας για μένα.

 

Ήταν συνηθισμένο εκείνο τον καιρό να μας κολλάνε τις ταμπέλες «μακαρονάς» και «μετανάστης». Ποτέ δεν ήμουν απολύτως σίγουρος για το τι σήμαιναν αυτές οι δυο λέξεις, παρ” όλα αυτά ένιωθα το κεντρί τους. Πρωτόνιωσα αυτόν τον πόνο μια μέρα καθώς έφευγα από το σχολείο. Βρέθηκα ξαφνικά περικυκλωμένος από μια ομάδα παιδιών που μου φώναζαν αυτά τα λόγια.

 

Ένα απ” αυτά τα παιδιά μού πέταξε ένα κέικ. Η κρέμα και η ζάχαρή του έσκασαν πάνω στο πρόσωπο, τα μαλλιά και τα ρούχα μου. «Βρωμομετανάστη», φώναζαν. «Ο πατέρας σου είναι γκάνγκστερ στο Σικάγο και η μητέρα σου μασάει σκόρδα και συ είσαι γιος μακαρονά! Γιατί δεν τα μαζεύετε να πάτε από κει που ήρθατε;»

 

Μου φάνηκε ότι πέρασε μια αιωνιότητα ώσπου να απελευθερωθώ από τον κύκλο τους, αφού είχα φάει αρκετές σπρωξιές και μπουνιές. Ταπεινωμένος και κλαίγοντας έσπασα τον κλοιό και όρμησα σπίτι μου. Καθώς έτρεχα γεμάτος θυμό και πικρία, έκπληκτος και μπερδεμένος, ανακάλυψα ότι δεν είχα κάνει την παραμικρή προσπάθεια να τους ανταποδώσω τα χτυπήματα.

 

Μόλις έφτασα στο σπίτι κλειδώθηκα στο μπάνιο για να μη με δουν. Δεν μπορούσα ν” αντέξω την πιθανότητα να με δουν οι γονείς μου σ” αυτή την έξαλλη κατάσταση. Έπλυνα τις κρέμες που είχαν κολλήσει επάνω μου. Δεν μπορούσα να σταματήσω τα κλάματα και τα δάκρυά μου ανακατεύονταν με το αίμα στο πρόσωπο μου. Δεν μπορούσα να πιστέψω αυτό που μου συνέβη. Όλα φαίνονταν τόσο λάθος κι όμως τελικά ήμουν ανίκανος να κάνω ο,τιδήποτε γι” αυτό.

 

Τελικά ο πατέρας χτύπησε την πόρτα του μπάνιου. «Τι κάνεις εκεί μέσα; τι συμβαίνει;», με ρώτησε. Μόνο αφού εξάντλησε όλη του την ευγένεια και την πειθώ άνοιξα επιτέλους την πόρτα και τον άφησα να μπει.

 

«Τι συνέβη;», με ρώτησε αγκαλιάζοντάς με, «τι έχεις; τι σου συμβαίνει;». Μέσα στα προστατευτικά του χέρια, επέτρεψα στον εαυτό μου την ανακούφιση, που τόσο πολύ χρειαζόμουν. Έκλαψα με λυγμούς χωρίς να μπορώ να σταματήσω. Κάθησε μαζί μου στην άκρη της μπανιέρας και περίμενε ώσπου να ξαναβρώ τον έλεγχο μου. Ένα συντετριμμένο «εγώ» χρειάζεται πολύ περισσότερο χρόνο να γιατρευτεί από μια ανοιγμένη μύτη. «Τώρα πες μου τι συνέβη», μου είπε.

 

Του εξήγησα. Τελείωσα την ιστορία και περίμενα. Περίμενα ότι ο πατέρας μου θα έκανε ένα σχόλιο που θα με γιάτρευε αυτομάτως, ή ότι με μια άμεση ενέργεια θα με γαλήνευε και θα έλυνε το πρόβλημα. Τον φανταζόμουν να φεύγει αμέσως για να βρει τους ψευτοπαλικαράδες που με είχαν πληγώσει ή το λιγότερο για να βρει τους γονείς τους και να ζητήσει την τιμωρία τους. Αλλά ο πατέρας μου δεν κουνήθηκε.

 

«Εντάξει», είπε ήσυχα, «έγινε κι αυτό. Σε βρήκαν και σένα οι άνθρωποι που μας πληγώνουν και μας κάνουν να κλαίμε. Δεν μας ξέρουν κι” όμως μας μισούν. Οι δειλοί, που κάνουν τους δυνατούς μόνο όταν είναι πολλοί και τα βάζουν μαζί μας, γιατί ξέρουν ότι είμαστε λίγοι και δεν είμαστε σε θέση να τους αντιμετωπίσουμε. Ξέρω ότι σε πλήγωσαν, αλλά αυτό που έγινε δεν είχε εσένα σαν στόχο. Εσύ απλώς έτυχε να βρίσκεσαι εκεί. Μπορούσε να συμβεί στον καθένα μας.»

 

«Μισώ που είμαι Ιταλός», του εξομολογήθηκα θυμωμένα, «θα ήθελα να είμαι ο,τιδήποτε άλλο!».

 

Ο πατέρας μου με κράτησε σφιχτά και η φωνή του ήταν τώρα δυνατή και απειλητική. «Να μη σε ξανακούσω να το λες αυτό ποτέ! Έπρεπε να είσαι περήφανος γι” αυτό που είσαι. Σκέψου λιγάκι ότι η Αμερική ανακαλύφθηκε και πήρε το όνομά της από ένας Ιταλό! Οι Ιταλοί κάνουν γλυκιά μουσική, τραγουδούν υπέροχα, ζωγραφίζουν τους ωραιότερους πίνακες, γράφουν αριστουργήματα και κτίζουν όμορφα κτίρια. Πώς μπορεί να μην είσαι περήφανος που είσαι Ιταλός; Και είσαι ακόμα πιο τυχερός, γιατί είσαι επίσης και Αμερικανός».

 

«Όμως όλ” αυτά δεν τα ξέρουν οι άλλοι», του αντιμίλησα, «θα προτιμούσα να είμαι σαν όλους τους άλλους».

 

«Ε λοιπόν, δεν είσαι! Ο θεός δεν θέλησε να μας κάνει όλους ίδιους. Μας έκανε διαφορετικούς για να μπορεί ο καθένας να είναι ο εαυτός του. Ποτέ να μη φοβάσαι τις διαφορές. Η διαφορά είναι καλό. Θα σου άρεσε να είσαι σαν τα παιδιά που σ” έδειραν και σου φώναζαν αυτά τα πράγματα; Θα σου άρεσε να κάνεις τους άλλους να υποφέρουν και να κλαίνε; Δεν χαίρεσαι που διαφέρεις απ” αυτούς;» Θυμάμαι ότι το επιχείρημά του μου είχε φανεί αδύνατο, αλλά έμεινα σιωπηλός.

«Λοιπόν θα σου άρεσε;», επέμενε ο πατέρας μου, «θα ήθελες να είσαι σαν κι” αυτούς, σαν κι” αυτούς που σε πλήγωσαν;»

 

«Όχι».

 

«Τότε σκούπισε τα δάκρυά σου και να είσαι περήφανος γι” αυτό που είσαι. Μπορείς να είσαι βέβαιος ότι δεν θα είναι αυτή η τελευταία φορά που θα συναντήσεις τέτοιους ανθρώπους. Υπάρχουν παντού. Να τους λυπάσαι, αλλά να μην τους φοβάσαι. Πρέπει να είμαστε δυνατοί και πάντα περήφανοι για το ποιοι και το τι είμαστε, τότε κανείς δεν μπορεί να μας κάνει κακό».

 

Μου σκούπισε τα μάτια, έπλυνε το πρόσωπο μου, και μου είπε: «έλα τώρα, πάμε να πάρουμε λίγο ψωμί με βούτυρο και να το φάμε στον κήπο».

 

Αν και δεν βρήκα την εξήγηση του πατέρα μου πολύ ικανοποιητική, κατά κάποιο τρόπο μ” έκανε να νιώσω καλύτερα. Ίσως το γεγονός ότι με πήρε στην αγκαλιά του, με άκουσε και με αγαπούσε να ήταν αρκετό. Ήμουν ακόμη απογοητευμένος από τους ανθρώπους που είχαν την ικανότητα να είναι τόσο σκληροί, που επέμεναν να χρησιμοποιούν τους άλλους σαν αποδιοπομπαίους τράγους για τις δικές τους ανεπάρκειες, και ακόμη περισσότερο γιατί τους αφήναμε ατιμώρητους.

 

Αργότερα, η εμπειρία μου μού δίδαξε ότι δεν ήμουν μόνος, ότι αυτές οι επώδυνες συγκρούσεις, και ακόμη χειρότερες, είχαν συμβεί και στους Εβραίους φίλους μου, τους Μεξικανούς φίλους μου, τους Μαύρους, τους Καθολικούς, τους Προτεστάντες και τους ανάπηρους φίλους μου.

 

Ο πατέρας μου είχε δίκιο, όταν μου μάθαινε ότι όσο υπάρχει άγνοια θα υπάρχει και αδικία, όσο υπάρχουν αυτοί που ασυνείδητα μισούν τον εαυτό τους θα υπάρχουν και διώξεις. Έτσι είναι δυστυχώς η ζωή, οι αποδιοπομπαίοι τράγοι ανήκουν συνήθως σε μια μειονότητα.

 

Όμως ο πατέρας θεωρούσε σαν τη μεγαλύτερη πρόκληση να μπορείς να αγαπάς τους εχθρούς σου. «Φέρ” τους στο σπίτι Φελίτσε», μου έλεγε, «όταν μας γνωρίσουν δεν θα μπορούν να μην μας αγαπούν».

 

Βεβαίως ο πατέρας μου δεν έλυσε το πρόβλημα της μισαλλοδοξίας, εκείνο το ηλιόλουστο καλιφορνέζικο απόγευμα που τρώγαμε ψωμί με βούτυρο στον κήπο. Αλλά κάτι στην εξήγησή του, στη δύναμη και την αποφασιστικότητά του, συνέχισε πάντα να με βοηθά να δω τη μισαλλοδοξία και τις διακρίσεις όπως πραγματικά είναι: ένα καταφύγιο για την αδυναμία και την άγνοια. Την παραδοχή και την κατανόηση τις περιμένουμε μόνο από τους δυνατούς.

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Ιανουαρίου 2015

Απόσπασμα απο το βιβλίο ….  “Ο κάθε άνθρωπος επάνω στον πλανήτη είναι ένα από τα θαύματα αυτού του κόσμου. Ο κάθε ένας από μας είναι ένας ήρωας, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Ο καθένας μας έχει τη δυνατότητα για εξαιρετικά κατορθώματα. Το μόνο που χρειάζεται είναι συνεχή μικρά βήματα προς την κατεύθυνση των ονείρων μας. Όπως το Τάζ Μαχάλ, έτσι και μια ζωή ξέχειλη από θαύματα μπορεί να κτιστεί μέρα με τη μέρα, κομμάτι-κομμάτι. Οι μικρές νίκες οδηγούν σε μεγάλες νίκες. Μικρές, προστιθέμενες αλλαγές και βελτιώσεις σαν αυτές που σου πρότεινα θα εδραιώσουν τελικά θετικές συνήθειες. Οι θετικές συνήθειες θα δημιουργήσουν θετικά αποτελέσματα. Και τα θετικά αποτελέσματα θα σε εμπνεύσουν να επιδιώξεις ακόμη μεγαλύτερη προσωπική αλλαγή. Άρχισε να ζεις την κάθε σου μέρα σαν να ήταν η τελευταία σου. Ξεκινώντας από σήμερα, μάθε περισσότερα, γέλα περισσότερο και κάνε αυτό που αληθινά αγαπάς να κάνεις”

Σταυρούλα Σωτηροπούλου στις 12 Ιανουαρίου 2015

Απόσπασμα από το μπεστ σέλερ “Βάλσαμο για την ψυχή” Εκδόσεις Διόπτρα.

Η τέταρτη τάξη της Ντόνα έμοιαζε με πολλές άλλες τάξεις που είχα δει στο παρελθόν. Οι μαθητές κάθονταν σε πέντε σειρές θρανίων, με έξι θρανία κάθε σειρά. Η έδρα του δασκάλου ήταν μπροστά κι έβλεπε προς τους μαθητές. Στον πίνακα ανακοινώσεων ήταν γραμμένη η μαθητική εργασία. Από πολλές απόψεις φαινόταν ένα συνηθισμένο, παραδοσιακό δημοτικό σχολείο. Ωστόσο, κάτι έδειχνε διαφορετικό εκείνη τη μέρα που μπήκα μέσα για πρώτη φορά. Κάποια έξαψη φαινόταν να υποβόσκει.
Η Ντόνα ήταν παλιά δασκάλα σε μια μικρή πόλη του Μίτσιγκαν και συμμετείχε εθελοντικά στο πανεθνικό πρόγραμμα επιμόρφωσης του προσωπικού που είχα ξεκινήσει και προωθήσει εγώ ο ίδιος. Η σχετική εκπαίδευση επικεντρωνόταν σε θέματα γλωσσικής έκφρασης που θα έκαναν τους μαθητές να νιώθουν ευχαριστημένοι με τον εαυτό τους και ν’ αναλαμβάνουν την ευθύνη της ζωής τους. Η δουλειά της Ντόνα ήταν να παρευρίσκεται στα μαθήματα και να εποπτεύει την εφαρμογή των όσων διδάσκονταν. Η δική μου δουλειά ήταν να επισκέπτομαι τις τάξεις και να ενθαρρύνω την εφαρμογή.
Κάθισα σε μια άδεια θέση στο πίσω μέρος της τάξης και παρακολουθούσα. Τα παιδιά προσπαθούσαν να κάνουν αυτό που τους είχε ανατεθεί, να συμπληρώσουν μια σελίδα τετραδίου με διάφορες σκέψεις και ιδέες. Η δεκάχρονη μαθήτρια που βρισκόταν δίπλα μου, γέμιζε τη σελίδα της με τη φράση «Δεν Μπορώ».
«Δεν μπορώ να κλοτσήσω ψηλά την μπάλα του ποδοσφαίρου».
«Δεν μπορώ να κάνω διαίρεση με μεγαλύτερους από τριψήφιους αριθμούς».
«Δεν μπορώ να κερδίσω τη συμπάθεια της Ντέμπι».
Η σελίδα της είχε γεμίσει κατά το ήμισυ και δεν έδειχνε πρόθεση να σταματήσει. Συνέχιζε να γράφει με αποφασιστικότητα και επιμονή.
Περπάτησα κατά μήκος του διαδρόμου, ρίχνοντας ματιές στα γραφόμενα των μαθητών. Έγραφαν όλοι προτάσεις που αναφέρονταν σε πράγματα που δεν μπορούσαν να κάνουν.
«Δεν μπορώ να κάνω δέκα κάμψεις ».
«Δεν μπορώ να βάλω καλάθι από την αριστερή άκρη του γηπέδου».
«Δεν μπορώ να φάω μόνο ένα μπισκότο».
Η όλη ιστορία μου άναψε την περιέργεια κι έτσι αποφάσισα να ρωτήσω τη δασκάλα τι συνέβαινε. Όταν την πλησίασα, είδα πως κι αυτή ήταν απασχολημένη γράφοντας κάτι. Θεώρησα καλό να μην τη διακόψω.
«Δεν μπορώ να πείσω τη μητέρα του Τζον να παρευρεθεί στη συνεδρίαση των δασκάλων».
«Δεν μπορώ να πείσω την κόρη μου να βάζει βενζίνη στο αυτοκίνητο».
«Δεν μπορώ να πείσω τον Άλαν να χρησιμοποιεί λόγια κι όχι τις γροθιές του».
Αφού ματαιώθηκε η προσπάθεια μου να μάθω γιατί οι μαθητές και η δασκάλα ασχολούνταν με την αρνητική φράση “Δεν Μπορώ” κι όχι με τη θετική “Μπορώ”, γύρισα στη θέση μου και συνέχισα να παρατηρώ και να περιμένω. Οι μαθητές έγραφαν για αλλά δέκα λεπτά. Μερικοί γέμισαν μια σελίδα και σταμάτησαν. Άλλοι άρχισαν να γράφουν σε δεύτερη.
«Συμπληρώστε την πρόταση που γράφετε και σταματήστε», ήταν η εντολή που έδωσε η Ντόνα για να δηλώσει το τέλος της συγκεκριμένης εργασίας. Μετά, τους είπε να διπλώσουν τις κόλλες τους στη μέση και να τις φέρουν στην έδρα. Όταν οι μαθητές έφτασαν στην έδρα, έβαλαν τις προτάσεις τους με τα “Δεν Μπορώ” σ’ ένα άδειο κουτί παπουτσιών.
‘Οταν τελείωσαν όλα τα γραπτά των μαθητών, η Ντόνα έβαλε και το δικό της. Έκλεισε το κουτί με το καπάκι του, το έβαλε κάτω από τη μασχάλη της και βγαίνοντας από την αίθουσα άρχισε να προχωρεί στο διάδρομο. Οι μαθητές ακολούθησαν τη δασκάλα τους κι εγώ ακολούθησα τους μαθητές.
Στα μισά του διαδρόμου, η πομπή σταμάτησε. Η Ντόνα μπήκε στο δωμάτιο του φύλακα, έψαξε εκεί λίγη ώρα και μετά βγήκε μ’ ένα φτυάρι. Με το φτυάρι στο ένα χέρι και το κουτί των παπουτσιών στο άλλο, οδήγησε τους μαθητές έξω από το σχολείο και τους πήγε στην πιο απόμακρη γωνία της αυλής. Εκεί άρχισαν να σκάβουν.
Επρόκειτο να θάψουν τα “Δεν Μπορώ” τους. Το σκάψιμο πήρε πάνω από δέκα λεπτά, γιατί οι περισσότεροι από τους μαθητές ήθελαν να σκάψουν κι αυτοί. ‘Οταν ο λάκκος κόντευε να φτάσει το ένα μέτρο βάθος, το σκάψιμο σταμάτησε. Το κουτί με τα “Δεν Μπορώ”, τοποθετήθηκε στο βάθος του λάκκου και σκεπάστηκε γρήγορα με χώμα.
Τριάντα ένα δεκάχρονα και εντεκάχρονα παιδιά στάθηκαν γύρω από τον φρεσκοσκαμμένο τάφο. Το καθένα απ’ αυτά είχε τουλάχιστον μια σελίδα με “Δεν Μπορώ” στο κουτί που ήταν θαμμένο σ’ ένα μέτρο βάθος. Το ίδιο και η δασκάλα τους.
Εκείνη τη στιγμή η Ντόνα είπε: «Αγόρια και κορίτσια, παρακαλώ πιαστείτε χέρι χέρι και υποκλιθείτε». Οι μαθητές υπάκουσαν. Σχημάτισαν αμέσως έναν κύκλο γύρω από τον τάφο με τα χέρια τους ενωμένα. Χαμήλωσαν τα κεφάλια και περίμεναν. Η Ντόνα άρχισε να λέει τον επικήδειο.
«Αγαπητοί φίλοι, συγκεντρωθήκαμε όλοι εδώ σήμερα για να τιμήσουμε τη μνήμη του “Δεν Μπορώ”. Όσο βρισκόταν μαζί μας πάνω στη γη άγγιξε τη ζωή του καθενός μας, μερικών πιο πολύ απ’ ότι άλλων. Το όνομα του, δυστυχώς, έχει αναφερθεί σε κάθε δημόσιο κτίριο —σε σχολεία, σε δημαρχεία, στις αίθουσες της Βουλής και, ναι, ακόμα και στο Προεδρικό Μέγαρο.
»Δώσαμε στο “Δεν Μπορώ” ένα τελευταίο τόπο ανάπαυσης και μια ταφόπετρα με επιτύμβια επιγραφή. Μένουν ζωντανά τ’ αδέρφια του: “Μπορώ”, “Θα το κάνω”, και “Ξεκινώ τώρα αμέσως”. Δεν είναι τόσο πολύ γνωστά, όσο το διάσημο αδέρφι τους και σίγουρα δεν είναι ακόμα τόσο δυνατά και ρωμαλέα. Ίσως κάποια μέρα, με τη δική σας βοήθεια, να ασκήσουν μεγαλύτερη επίδραση στον κόσμο. Ας αναπαυτεί το “Δεν Μπορώ” εν ειρήνη και όλοι οι παρόντες ας συνεχίσουν τη ζωή τους, τραβώντας μπροστά χωρίς αυτό. Αμήν».
Καθώς παρακολουθούσα τον επικήδειο, σκεφτόμουν ότι αυτά τα παιδιά δε θα ξεχνούσαν ποτέ αυτήν τη μέρα. Η ενέργεια ήταν συμβολική, μια μεταφορά από τη ζωή. Ήταν μια εμπειρία που θα έμενε στο συνειδητό και στο υποσυνείδητο τους για πάντα.
Η καταγραφή ενός αριθμού “Δεν Μπορώ”, η ταφή και ο επικήδειος ήταν σπουδαία ενέργεια από μέρους της δασκάλας. Και δεν τελείωσε ακόμα. Με το τέλος του επικήδειου πήγε τους μαθητές πίσω στην τάξη όπου είχαν γιορτή.
Γιόρτασαν το θάνατο του “Δεν Μπορώ” με μπισκότα, ποπκόρν και χυμούς φρούτων. Ως μέρος της τελετουργίας, η Ντόνα έκοψε ένα μεγάλο κομμάτι χαρτί, απ’ αυτό που χρησιμοποιούν οι κρεοπώλες και το χρησιμοποίησε σαν ταφόπετρα. Έγραψε πάνω πάνω “Δεν Μπορώ” και στη μέση “Αναπαύσου Eν ειρήνη”. Μετά, πρόσθεσε την ημερομηνία στο κάτω μέρος.
Η χάρτινη ταφόπετρα έμεινε κρεμασμένη στην τάξη της Ντόνα μέχρι το τέλος της σχολικής χρονιάς. Στις σπάνιες περιπτώσεις που ένας μαθητής ξεχνούσε κι έλεγε: “Δεν Μπορώ”, η Ντόνα απλά έδειχνε το “Δεν Μπορώ” στη “χάρτινη ταφόπετρα”. Τότε ο μαθητής θυμόταν πως το “Δεν Μπορώ” είχε πεθάνει κι άλλαζε διατύπωση της πρότασης του.
Δεν ήμουν ένας από τους μαθητές της Ντόνα. Αυτή ήταν μαθήτρια μου. Εκείνη τη μέρα όμως, πήρα απ’ αυτήν ένα μάθημα που δε θα το ξεχάσω ποτέ.
Τώρα, χρόνια μετά, κάθε φορά που ακούω τη φράση “Δεν μπορώ”, έρχεται στο νου μου εκείνη η κηδεία που έκαναν οι μαθητές της τετάρτης δημοτικού. Όπως και οι μαθητές, έτσι κι εγώ, θυμάμαι πως το “Δεν μπορώ” είναι νεκρό.
Chick Moorman
by enallaktikidrasi.com