Την προσωπική σου ευτυχία δε θα βρεις υλικά να την φτιάξεις. Θα την ανακαλύψεις μόνος σου μέσα στην ξένη χαρά, στο ξένο τραγούδι. Πρέπει να συνηθίσεις να αγαπάς εκείνο που σου λείπει. Να συνηθίσεις να αντέχεις εκείνο που έχεις.
Αλλά τότε… Αν είναι έτσι όπως το λες, πως μπόρεσες, εσύ, χωρίς ευτυχία, να σύρεις ως εδώ την ύπαρξη σου; Σήμερα τελειώνει ένας αιώνας. Μήπως ανακάλυψες μέσα απ΄τα ρούμανια της ζωής, κανένα μονοπάτι που να μπορείς να το περάσεις χωρίς να ξεσκιστείς;
Όχι. Ανακάλυψες, όμως Κάτι άλλο: Τη μέθοδο να δίνεις λίγη ευτυχία στους άλλους. Τα λεξικά δεν τη γράφουν έτσι… Τη λένε μαρτύριο, αλλά ποιος ξέρει; -μπορεί αυτή να είναι η πραγματική- και η μόνη – Ευτυχία.
Μενέλαος Λουντέμης (1912 -22 Ιανουαρίου 1977), κατά κόσμον Δημήτριος (Τάκης) Βαλασιάδης, λογοτέχνης.
πηγη : http://www.thessalonikiartsandculture.gr
- Μέσα στη θλίψη της απέραντης μετριότητας, που μας πνίγει από παντού, παρηγοριέμαι ότι κάπου, σε κάποιο καμαράκι, κάποιοι πεισματάρηδες αγωνίζονται να εξουδετερώσουν τη φθορά.
- Εν λευκώ (1992), «Μικρά έψιλον»
el.wikiquote.org
Ευχαριστούμε την Ελένη!ξεδίπλωσε μπροστά μας την ομορφιά της φωνής της και της ψυχής της… και σαν την κόρη των στίχων του Λουδοβίκου, με τα μάτια χαμηλά…χίλια ρουμπίνια μάς σκόρπισε εκείνη την βραδιά…
“ΤΟ ΡΟΔΙ” ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ
Στέκει μια κόρη
μπρος στα σκαλιά
κι έχει τα μάτια της χαμηλά
Ρίχνει το ρόδι
μες την αυλή
χίλια ρουμπίνια
σκορπά στη γη …
Από την ΒΟΥΛΑ
Ευχαριστώ από καρδιάς όλους τους φίλους της
ανέλιξης για την υπέροχη χθεσινή εκδήλωση!
Στο Λουδοβίκο και την Ελένη
για το υπέροχο ταξίδι στη μαγεία της
μουσικής και της ζωής αφιερώνω:
Σαν τον ήλιο το Θεό ψηλά στον Ψηλορείτη
τους άλιωτους πάγους της ψυχής,
του πόνου, της χαράς κατάφερες να λιώσεις.
Και τότε εγίναν πότε χείμαρρος και πότε
ποταμός που
αντάμωσε και δρόσισε τις πεδιάδες της
ψυχής…..
Από την ΒΕΡΑ
Ενσυναίσθηση: Ο καλύτερος τρόπος να κάνεις
έναν άνθρωπο να νιώσει καλύτερα είναι…
Ο Λουδοβίκος των Ανωγείων και ο συνεργάτης του Μανόλης Μπαρδάνης προσέφεραν φιλικά την μουσική τους στην γιορτή των 20 χρόνων της ΑΝΕΛΙΞΗΣ..
Σας ευχαριστούμε πολύ για την προσφορά σας αυτή!
Σας ευχαριστούμε γιατί μας χαρίσατε απλόχερα στιγμές μοναδικές, γιατί μας κάνατε να τραγουδήσουμε, να κλάψουμε, να γελάσουμε,να ταξιδέψουμε, να θυμηθούμε… Σας ευχαριστούμε γιατί μας χαρίσατε απλόχερα συναίσθημα και πολιτισμό.
“ΧΩΡΙΣ ΑΠΟΣΚΕΥΕΣ” ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ
Γυρίζω από το ταξίδι της ζωής με τη καρδιά γεμάτη δρόμους,
ακούραστος προσκυνητής.
Είδα σοφούς να απορούνε και απλούς ανθρώπους να απαντούν…
για το χορτάρι που ανεβαίνει, ακόμα κι όταν το πατούν.
Κάποτε πήγα να λυγίσω κι είδα τον Αλεξανδρινό
να δείχνει με το χέρι την Ιθάκη… αβέβαιο προορισμό.
Το πιο κουραστικό ταξίδι το κανα μέσα μου βαθιά
Βρήκα δε βρήκα εγώ το ξέρω
πετώντας πάνω απ’ τη φωτιά.
Χωρίς αποσκευές γυρίζω από το ταξίδι μιας ζωής
Χωρίς αποσκευές θα φύγω… στο τέλος τούτης της γιορτής»
Συνέντευξη στην Ελένη Γκίκα -Έθνος της Κυριακής
«Γεννήθηκα στις 10 Οκτωβρίου 1967. Μητέρα μου είναι η Κατερίνα Γώγου, ηθοποιός και ποιήτρια. Πατέρας μου είναι ο Παύλος Τάσιος, σκηνοθέτης. Και οι δυο πέθαναν νέοι…..
……..Η ποιητική Μυρτώ
«Η Μυρτώ δε μένει πια εδώ», ποίηση. Εκδόθηκε όπως τα ποιήματα της Κατερίνας, στον «Καστανιώτη». Με ασπρόμαυρο εξώφυλλο και με γράμματα κόκκινα που της αρέσουν πολύ.
«Αυτό το βιβλίο είναι ένα πέρασμα
απ’ το παρελθόν στο μέλλον
μια συνέχεια από το θάνατο στη ζωή
απ’ το ψέμα στην αλήθεια»,
γράφει ιδιοχείρως σ’ ένα οπισθόφυλλο που την αυτοπροσωπογραφεί:
«Η Αλίκη είναι η ψυχή μου που θέλει να ξεφεύγει
απ’ την κόλαση φυλακισμένη 20 χρόνια τώρα.
Καταλαβαίνει πως μόνη της όλο γλείφει τις
πληγές».
«Κι ό,τι γράφω σ’ αυτές τις ρίγες
είναι αλήθεια. Η φαντασία μου παρέμεινε ίδια».
Στις σελίδες της, 31 ποιήματα- εικόνες: «Μη φοβάσαι», «Μη χάνεσαι», «Ρώσικη ρουλέτα», «Άσπρη μέρα», «Ομίχλη», «Στην κηδεία» και «Γεννήθηκα μεγάλη»… «Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων». Η Μυρτώ και τα περάσματα. Η Μυρτώ και όλες της οι σκιές:
«Τώρα είμαι ελεύθερη, μεθυσμένη από ήλιο.
Ζω, ξαναζώ. Νιώθω τις λέξεις που η μια δίπλα
στην άλλη κάνουν προτάσεις ολόκληρες από
ωραίες ή άσχημες εικόνες. Παίζω με τη φωτιά
Διηγούμαι παιδιά ευαίσθητα που δεν άντεξαν
Droga- Alcool, σίγουρα ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή.
Εγώ τα κατάφερα να την κοπανήσω.
Να με. “Η Αλίκη δε μένει πια εδώ”.
Σ’ ένα ταξίδι στη χώρα των θαυμάτων.
Περπατώ με το κεφάλι ψηλά Νίκησα.
Τώρα η ψυχή μου ησύχασε.
Αυτό το βιβλίο το χαρίζω σε όποιον αγωνίζεται
ακόμα γιατί: “LA VITAE BELLA”».
Ναι, η Μυρτώ είναι Εδώ.
http://fractalart.gr/myrto-tasiou/
Ερευνητές του Πανεπιστημίου του Βερμόντ στις ΗΠΑ συνέλεξαν δισεκατομμύρια λέξεις από δέκα διαφορετικές γλώσσες, από υπότιτλους ταινιών στα αραβικά, αναρτήσεις στο Twitter στα κορεατικά, βιβλία της ρωσικής λογοτεχνίας, δικτυακούς τόπους στα κινεζικά και στίχους τραγουδιών στα αγγλικά.
Δέκα γλώσσες στο μικροσκόπιο
«Εξετάσαμε δέκα γλώσσες και διαπιστώσαμε ότι σε όλες τις περιπτώσεις οι άνθρωποι χρησιμοποιούν περισσότερες θετικές λέξεις παρά αρνητικές» λέει ο Πίτερ Ντοντς, μέλος της ερευνητικής ομάδας που υπογράφει τη δημοσίευση στην επιθεώρηση PNAS.
Σε καθεμία από τις δέκα γλώσσες που εξετάστηκαν (αγγλικά, ισπανικά, γαλλικά, γερμανικά, βραζιλιάνικα πορτογαλικά, κορεατικά, κινέζικα, ρωσικά, ινδονησιακά και αραβικά) οι ερευνητές αναγνώρισαν τις δέκα χιλιάδες λέξεις που χρησιμοποιούνται πιο συχνά.
Στη συνέχεια, πλήρωσαν εθελοντές να βαθμολογήσουν το συναισθηματικό περιεχόμενο των λέξεων αυτών στη μητρική τους γλώσσα, σε μια κλίμακα από το ένα έως το εννέα. Στην περίπτωση των αγγλικών, για παράδειγμα, η λέξη «γέλιο» βαθμολογήθηκε με 8,50, ενώ η λέξη «τρομοκράτης» με 1,30.
Αν οι άνθρωποι δεν είχαν καμία μεροληψία στη χρήση θετικών και αρνητικών λέξεων, η μέση βαθμολογία των λέξεων θα έπρεπε να βρίσκεται κοντά στη μέση τιμή του 5.
Αυτό όμως δεν ίσχυε σε καμία περίπτωση: και στις δέκα γλώσσες, η μέση βαθμολογία κυμάνθηκε αρκετά πάνω από το 5.
Όταν μάλιστα οι ερευνητές μετέφρασαν αυτές τις λέξεις σε άλλες γλώσσες, η βαθμολογία τους παρέμεινε σταθερή, ένδειξη ότι «το εκτιμώμενο συναισθηματικό περιεχόμενο των λέξεων είναι σταθερό ανάμεσα στις γλώσσες»
Υπήρχαν όμως και διαφοροποιήσεις: τα ισπανικά βρέθηκαν να είναι μακράν η πιο «ευτυχισμένη» γλώσσα, ενώ τη μικρότερη απόκλιση προς τις θετικές λέξεις παρουσιάζουν τα κινέζικα.
Από ΤΟ ΒΗΜΑ
ΜΕΝΟΝΤΑΣ ΔΟΥΛΟΙ ΣΤΗ ΜΙΖΕΡΙΑ της καθημερινότητας, μένουμε δούλοι στο πρόσκαιρο και εφήμερο και φθαρτό του κόσμου τούτου. Κλείνουμε όλη τη θέα της ζωής στις χωματερές εκτάσεις της ρουτίνας, γίνεται όλη η ζωή ένας παχύς χωματόδρομος που τον περνάμε έρποντας.
ΚΑΘΕ ΞΥΠΝΗΜΑ ΟΜΩΣ ΚΑΠΟΙΑΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΧΑΡΑΣ μέσα μας, κάθε γεύση μεθυστική του ιδιαίτερου και ξεχωριστού που υπάρχει στη ζωή, είναι μια γεύση του απόλυτου και γι’ αυτό μια γεύση αιωνιότητας.
Η ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ ΖΕΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ στην κάθε μέρα, στην κάθε ώρα, σαν σύγκριση και σαν νοσταλγία. Ο χαμένος παράδεισος ζει μέσα μας στις στιγμές της μεγάλης χαράς, στο πλησίασμα ενός ανθρώπου, μιας αλήθειας, μιας αγάπης, μιας ομορφιάς.
ΕΙΝΑΙ ΣΤΙΓΜΕΣ ΣΤΗ ΖΩΗ, αυτές που κάνουν τη δίψα μας μαρτύριο και που το νιώθουμε καθαρά πως θ’ αρκούσαν, σε μία αέναη παράταση, να μας ξεδιψάσουν για μία αιωνιότητα».
«Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΛΙΓΗ, ΟΧΙ ΧΡΟΝΙΚΑ ΛΙΓΗ, όσο ποιοτικά και ποσοτικά. Είναι τόση μόνο, όσο για να ξυπνάει μέσα μας μια βαθιά, ακόρεστη δίψα. Ό,τι γευόμαστε σε τούτη τη ζωή δεν είναι παρά αρμυρό νερό που μεγαλώνει τη δίψα μας για ένταση και διάρκεια. Μόνο αυτή η λέξη μπορεί να αποδώσει ό,τι ίσαμε τούτη τη στιγμή έχουμε δοκιμάσει στη ζωή: Διψάμε. Ό,τι γευτήκαμε κι ό,τι γευόμαστε είναι λίγο, ασήμαντο, μηδαμινό, μπροστά σ’ αυτό που διψάμε.
ΚΙ Η ΔΙΨΑ ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΠΙΟ ΒΑΣΑΝΙΣΤΙΚΗ, το πιο φοβερό μαρτύριο. Οι στιγμές είναι ελάχιστες που η καρδιά ξεδιψάει για ζωή, το νερό κελαρύζει ελάχιστες στιγμές και μετά στερεύει κι η καρδιά μένει εκεί σκυμμένη καρτερώντας, πιο διψασμένη ύστερα απ’ αυτές τις στιγμές, πιο αχόρταστη, με τα χείλη ανοιχτά και ξεραμένα απ’ τη νοσταλγία.
ΤΙ ΔΙΨΑΜΕ; ΔΙΨΑΜΕ ΕΝΤΑΣΗ, ΔΙΑΡΚΕΙΑ, ΠΟΙΚΙΛΙΑ. Διψάμε το αδιάκοπα καινούργιο. Λαχταράμε τον ίλιγγο της πτώσης, της απροσμέτρητης πτώσης, αλλά και το φτερούγισμα της ανόδου. Κάθε τι ακραίο μας ηλεκτρίζει. Η γη είναι στενή, η ζωή φθαρμένη μέσα στα σχήματα. Ασφυκτιούμε μέσα στα δεσμά του τόπου, του χρόνου και των αισθήσεων.
ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑΣ ΧΩΡΟΣ ΧΩΡΙΣ ΕΚΤΑΣΗ, η ανάγκη για μια απόλυτη διάρκεια κι η λαχτάρα για μια χωρίς όρια απόλαυση. Τα θέλουμε όλα, κι αυτό είναι το πιο βασανιστικό πάθος μεσ’ στη ζωή». [Πηγή: www.doctv.gr]
Οι ανθρώπινες σχέσεις είναι δύσκολες, ενώ οι επαφές είναι εύκολες. Σε αυτό το πλαίσιο, λοιπόν, γεννιέται η έννοια του συνανθρώπου. Ο άνθρωπος γίνεται άνθρωπος μόνο όταν είναι συνάνθρωπος. Γιατί αλλιώς μόνος του δεν μπορεί να ξεκολλήσει και να πάει πιο πέρα. Άρα έχει φτάσει στο όριό του.
Με τον συνάνθρωπο, ο άνθρωπος δεν είναι πια ο ένας, οι άνθρωποι δεν είναι πια οι εμείς. Άρα ξαφνικά γίνονται οι άλλοι και οι άλλοι άλλοι. Τεράστιο θέμα. Τεράστιο θέμα να μην λες από την αρχή ότι είμαι «εγώ». Αυτοί που είναι συνάνθρωποι καταλαβαίνουν πολύ γρήγορα ότι είμαι ο άλλος. Και για τον άλλον, είμαι ο άλλος άλλος.
Το αρχικό σύστημα αναφοράς στο εγωιστικό είναι: είμαι εγώ και οι άλλοι. Έχει ενδιαφέρον γιατί είναι εγώ, μοναδικό και οι άλλοι πληθυντικό. Πολύ συχνά όταν έχουμε ανθρώπους που είναι σε μια παρέα στην πραγματικότητα αναζητούν την αναπαραγωγή του εγώ τους.
Γι’ αυτό πολύ συχνά οι άνθρωποι που είναι σε μια παρέα μοιάζουν. Άρα η άλλη έννοια έχει σχέση με την έννοια της ομάδας. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, μπορείτε να φανταστείτε ας πούμε την παρέα από έντεκα τερματοφύλακες, αλλά έντεκα τερματοφύλακες δεν είναι μια ομάδα.
Θα πείτε, γιατί δεν είναι μια ομάδα, αφού είναι έντεκα. Γιατί όταν θα μπουν στο γήπεδο ένας θα είναι τερματοφύλακας. Δεν μπορεί να είναι ούτε καν δύο. Άρα φανταστείτε έντεκα. Σημαίνει πρακτικά ότι σε μια ομάδα δεν αναζητούμε το ίδιο, αλλά αναζητούμε τον άλλον.
Σε αυτήν τη διαδικασία καταλαβαίνουμε ότι μερικά πράγματα δεν μπορούμε να τα κάνουμε χωρίς τον άλλον, γιατί ο άλλος ξέρει να τα κάνει, ενώ εμείς μόνοι μας δεν μπορούμε. Αυτό είναι μια αποδοχή που φαίνεται αρχικά ότι είναι μια αποδοχή ανικανότητας. Ξέρετε ποια είναι η πιο μεγάλη ανικανότητα; Είναι να θεωρείς τον εαυτό σου ικανό για τα πάντα.
Μια ικανότητα είναι να ξέρεις μέχρι που φτάνουν οι ικανότητές σου και αυτό ονομάζεται στρατηγική. Γιατί σκέφτεσαι από πριν αυτό που είσαι. Και έτσι μπορείς να προβλέψεις αν θα ανταπεξέλθεις ή όχι. Αυτή η ικανότητα όταν γίνεται πιο φιλοσοφική μετατρέπεται σε κενότητα.
Η ιδέα είναι ότι όταν νομίζεις ότι μπορείς να κάνεις τα πάντα, συνήθως είσαι κενός, ενώ όταν ξέρεις ότι δεν μπορείς να κάνεις τα πάντα, ανήκεις στην κενότητα και ποντάρεις στους άλλους ότι μαζί θα κάνουμε κάτι.
πηγη : http://nikos-lygeros-poihsh.blogspot.gr/
Είδες ποτέ σου πολιτεία να σηκώνεται ψηλά; Δεμένη από χιλιάδες σπάγγοι ν’ ανεβαίνει στα ουράνια; Ε, λοιπόν, ούτε είδες ούτε θα ματαδείς ένα τέτοιο θάμα. Αρχινούσανε την Καθαρή Δευτέρα -είτανε αντέτι- και συνέχεια την κάθε Κυριακή και σκόλη, ώσαμε των Βαγιών. Από του Χατζηφράγκου τ’ Αλάνι κι από το κάθε δώμα κι από τον κάθε ταρλά του κάθε μαχαλά της πολιτείας, αμολάρανε τσερκένια. Πήχτρα ο ουρανός. Τόσο, που δε βρίσκανε θέση τα πουλιά. […] Ολάκερη τη Μεγάλη Σαρακοστή, κάθε Κυριακή και σκόλη, η πολιτεία ταξίδευε στον ουρανό. Ανέβαινε στα ουράνια και τη βλόγαγε ο Θεός. Δε χώραγε το μυαλό σου πώς μπόραγε να μείνει κολλημένη χάμω στη γης, ύστερ’ από τόσο τράβηγμα στα ύψη. Και όπως κοιτάγαμε όλο ψηλά, τα μάτια μας γεμίζανε ουρανό, ανασαίναμε ουρανό, φαρδαίνανε τα στέρνα μας και κάναμε παρέα με αγγέλοι. Ίδια αγγέλοι κι αρχαγγέλοι κορονίζανε ψηλά. Θα που πεις, κι εδώ, την Καθαρή Δευτέρα, βγαίνουνε κάπου εδώ γύρω κι αμολάρουνε τσερκένια. Είδες όμως ποτέ σου τούτη την πολιτεία ν’ αρμενίζει στα ουράνια; Όχι. Εκεί, ούλα είταν λογαριασμένα με νου και γνώση, το κάθε σοκάκι δεμένο με τον ουρανό. Και χρειαζότανε μεγάλη μαστοριά και τέχνη για ν’ αμολάρεις το τσερκένι σου.», (Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου, Εστία).
Ο. Ελύτης, «Ο χαρταετός»
Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός.
Τα ύψη μου άρεσαν ακόμη
και όταν έμενα στο προσκέφαλο μου μπρούμυτα
τιμωρημένη ώρες και ώρες.
ένιωθα το δωμάτιο μου ανέβαινε
-δεν ονειρευόμουν- ανέβαινε
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν εκείνο που έβλεπα πως να το πω
κάτι σαν την «ανάμνηση τον μέλλοντος»
όλο δέντρα που έφευγαν βουνά πού άλλαζαν όψη
χωράφια γεωμετρικά με δασάκια σγουρά
σαν εφηβαία – φοβόμουνα και μου άρεσε-
ν’ αγγίζω μόλις τα καμπαναριά
να τους χαϊδεύω τις καμπάνες
σαν όρχεις και να χάνομαι. . .
Άνθρωποι μ’ ελαφρές ομπρέλες περνούσανε λοξά
και μου χαμογελουσανε·
κάποτε μου χτυπούσανε στο τζάμι:
«δεσποινίς» φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν οι «πάνω άνθρωποι» έτσι τους έλεγα
δεν ήταν σαν τους «κάτω»·είχανε γενειάδες
και πολλοί κρατούσανε στο χέρι μια γαρδένια
«μερικοί μισάνοιγαν την μπαλκονόπορτα
και μου ‘βαζαν αλλόκοτους δίσκους στο πικ-άπ.
Ήταν θυμάμαι » Ή Άννέτα με τα σάνταλα»
» Ό Γκέυζερ της Σπιτσβέργης»
το «Φρούτο δεν εδαγκώσαμε Μάης δεν θα μας έρθει»
(ναι θυμάμαι και αλλά)
το ξαναλέω — δεν ονειρευόμουν αίφνης εκείνο
το «Μισάνοιξε το ρούχο σου κι έχω πουλί για σένα»
Μου το ‘χε φέρει ο Ίππότης-ποδηλάτης
μια μέρα πού καθόμουνα κι έκανα πώς εδιάβαζα
το ποδήλατο του με άκρα προσοχή
το ‘χε ακουμπήσει πλάι στο κρεβάτι μου·
υστέρα τράβηξε τον σπάγκο
κι εγώ κολπώνομουν μες στον αέρα
φέγγανε τα χρωματιστά μου εσώρουχα
κοίταζα πόσο διάφανοι γίνονται κείνοι πού αγαπούνε
τροπικά φρούτα και μαντίλια μακρινής ηπείρου·
φοβόμουνα και μου άρεσε το δωμάτιο μου
ή εγώ — δεν το κατάλαβα ποτέ μου.
Είμαι από πορσελάνη καί
το χέρι μου κατάγεται από τους πανάρχαιους Ίνκας
ξεγλιστράω ανάμεσα στις πόρτες
όπως ένας απειροελάχιστος σεισμός
που τον νιώθουν μονάχα οι σκύλοι καί τα νήπια·
δεοντολογικά θα πρέπει να είμαι τέρας
και όμως η εναντίωση αείποτε μ’ έθρεψε
και αυτό εναπόκειται σ’ εκείνους με το μυτερό καπέλο
που συνομιλούν κρυφά με τη μητέρα μου
τις νύχτες να το κρίνουν.
Κάποτε η φωνή της σάλπιγγας
από τους μακρινούς στρατώνες
με ξετύλιγε σαν σερπαντίνα
και όλοι γύρω μου χειροκροτούσαν
-απίστευτων χρόνων θραύσματα μετέωρα όλα.
Στο λουτρό από δίπλα οι βρύσες ανοιχτές
μπρούμυτα στο προσκέφαλο μου
θωρούσα τις πηγές με το άσπιλο λευκό
πού με πιτσίλιζαν·τι ωραία Θεέ μου τι ωραία
χάμου στο χώμα ποδοπατημένη
να κρατάω ακόμη μες στα μάτια μου
ένα τέτοιο μακρινό του παρελθόντος πένθος.
(Οδυσσέας Ελύτης, Μαρία Νεφέλη)
Ανδρέας Εμπειρίκος, «Οι χαρταετοί»
Σε ορισμένους τόπους ονομάζουν τα χέρια χέρες. Στα Ακρο-
κεραύνεια πετούν γυπαετοί. Στις πανωσιές σουρώνει η θάλασ-
σα και αναγαλλιάζει. Στις ανοικτές πλατείες τα παιδιά πε-
τούν το Μάρτη χρωματιστούς αετούς από χαρτί.
Κόκκινοι, πράσινοι, κίτρινοι και κάποτε γαλάζιοι, οι
Χάρτινοι αετοί λυσίκομοι και με μακριές ουρές, πετούν επάνω
Από την πόλη, όπως επάνω από την φτέρη των υψηλών βου-
νών οπι αετοί.
Εκστατικά υψώνουν τα παιδιά τα χέρια. Δείχνουν τους
χάρτινους κομήτες με τις μακριές ουρές. Ουράνιοι δράκοι
πιο ψηλά τα αεροπλάνα, βροντούν και γράφουν στο στερέω-
μα με άσπρους καπνούς τις λέξεις:
ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΥ.
Είναι η ώρα κάτασπρη, η έκστασις γαλάζια. Η πόλις
αχνίζει από ηδονή. Κουνούν τις χέρες τα παιδιά και, ακόμα,
από τα στόματά των πηδούν σαν πίδακες οι λέξεις:
ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΥ.
Την περαρσμένη Παρασκευή, ο διάσημος Βρετανός καθηγητής Στίβεν Χόκινγκ, σε ομιλία του στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Λονδίνου, έδωσε τη δική του οπτική σχετικά με το μέλλον της ανθρωπότητας αλλά και τη μεγαλύτερη αποτυχία της έως σήμερα.
Σύμφωνα με τον Βρετανό καθηγητή, του οποίου η ζωή έγινε πρόσφατα ταινία (‘The Theory of Everything’), “Εάν μπορούσα να διορθώσω ένα μειονέκτημα της ανθρωπότητας, αυτό θα ήταν η επιθετικότητα, η οποία μπορεί να θεωρείτο πλεονέκτημα για τους ανθρώπους των σπηλαίων, όσον αφορά στην εξεύρεση τροφής, την εξασφάλιση στέγης και ζευγαρώματος για τη διαιώνηση του είδους, αλλά σήμερα απειλεί τους πάντες με εξαφάνιση”.
Στην ομιλία του ο Χόκινγκ τόνισε ότι η επιθετικότητα θα πρέπει να αντικατασταθεί με την συμπόνοια, ειδάλλως θα αποτελέσει κίνδυνο εξαφάνισης του ανθρώπινου πολιτισμού, από έναν ενδεχόμενο πυρηνικό όλεθρο. Μοναδικό αντίδοτο είναι “η ευγένεια και καλοσύνη και η ενσυναίσθηση που μπορούν να φέρουν αγάπη και συνεργασία μεταξύ των ανθρώπων”, συμπλήρωσε.
(Πόσο πολύ συμφωνώ! Η επιθετικότητα θα ήθελα να διορθωθεί και στην καθημερινή μας ζωή και να αντικατασταθεί από “ευγένεια και καλοσύνη και ενσυναίσθηση που μπορούν να φέρουν αγάπη και συνεργασία μεταξύ των ανθρώπων”, Γιάννα)

