Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 12 Σεπτεμβρίου 2015

.γι αυτό και μέσα σε κάθε ζωή υπάρχει πάντα κάτι πιo βαθύ

απ’ τον εαυτό της – η ζωή των άλλων.

…η μοναξιά είναι τόσο απέραντη

ώστε έρχονται δυο – δυο για να την υπομείνουν.

Στα πρόσωπά τους οι βαθιές ρυτίδες

είναι τ’ αυλάκια που κυλάει ο χρόνος

πέφτοντας αθόρυβα

στην αιωνιότητα.

 

 

…κι είναι περίεργο πόσο ψεύτικα φαίνονται καμιά φορά

τα πιo αληθινά πράγματα…

 

 

Ήθελε να ζήσει

και δεν υπάρχει άλλος τρόπος ζωής, έξω απ’ τη ματαιοδοξία.

Δεν ήξερε,

πως το κλειδί της φυλακής του καθένας το κρατάει στην τσέπη του…

 

 

Γιατί οι γυναίκες έχουν προαιώνιους,

μυστικούς δεσμούς με το αίμα

αίμα της ήβης, αίμα της παρθενιάς, αίμα της γέννησης…

 

 

…οι πράξεις τρέχουν αίμα

απ’ τη δειλία αποκεφαλισμένες…

…αίμα για να γεννηθείς,

αίμα για να πεθάνεις

βαθύ, σα θαύμα, ανθρώπινο αίμα.

 

 

…σε τούτο το πανάθλιο ξενοδοχείο

γινόταν το πανάρχαιο μυστήριο της τιμωρίας και της συγχώρεσης…

Γιατί η ζωή είναι ατελείωτη και μπορεί κανείς να ξαναρχίσει

και δυο φορές – να ξαναρχίζει κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή…

 

“Aύριο”, λες,

και μέσα σ’ αυτήν τη μικρή αναβολή παραμονεύει ολόκληρο

το πελώριο ποτέ.

…τους μιλούσε για την ελπίδα και το μέλλον – κι άλλες

τέτοιες βλασφήμιες.

Kαι τ’ όνομά του ήταν μεγάλο, σαν οποιοδήποτε

ανθρώπινο όνομα.

Mια ζωή, αλήθεια, μπορεί να τελειώσει στη μέση, μια

άλλη να μην αρχίσει ποτέ…

 

A, ναι, με τούτο το μικρό κλειδί κει πάνω στο κομοδίνο

τα κορίτσια κλειδώνουν κάθε βράδυ τις εισπράξεις και

τη μνήμη τους

για να μπορούν να ζουν.

Kαι μόνο εκείνη η γυναίκα, θάρθει η αναπότρεπτη ώρα,

μια νύχτα, που θα νιώσει με τρόμο ξαφνικά,

πως στέρησε τον εαυτό της απ’ την πιο βαθειά, την πιο μεγάλη ερωτική πράξη

μην αφήνοντας έναν άντρα να κλάψει στα πόδια της.

…κι απ’ όλα πιό χειρότερο, όταν όχι η ελπίδα πια, μα κι

αυτός ο ίδιος ο πόνος σου σ’ αφήνει.

Kι όπως αργά, μεσάνυχτα, γυρίζαμε στα σπίτια μας

τρεκλίζοντας, δεν ήμασταν μεθυσμένοι. Γυρίζαμε

βαρειοί απ’ αλήθειες.

Mα να,

που όπως ύστερ’ από καιρό μπαίνει κανείς στο σπίτι που του λήστεψαν, ανοίγουμε δακρύζοντας και

μπαίνουμε

στην Iστορία.

 

Mα πιο πολύ νοιώσαμε την αδυναμία που κρύβεται

πίσω απ’ την κακία.

…είπαμε ψέματα από φόβο

κι ύστερα είπαμε ψέματα, έτσι, απο συνήθεια.

Ή κάποτε είπαμε και την αλήθεια, μα δε μας πίστεψαν.

 

 

 

…σ’ αναζητάω

σαν τον τυφλό που ψάχνει να βρει το πόμολο της πόρτας

σ’ ένα σπίτι πού ‘πιασε φωτιά.

Kι ο άνεργος που γυρίζει αργά, για να χουν όλοι κοιμηθεί

στο σπίτι…

…να λιχνίζει κι ο κίνδυνος την ψυχή μας και να μένει ότι

πιο άγιο και καθαρό.

…νύχτες υψωμένες ως το άπειρο, κι ακόμα ψηλότερα, ως

τον εαυτό μας,

ωριμάζοντας το απίθανο και το οριστικό.

Ήρεμος και απόμακρος, σα μια πράξη που έγινε

και την ακολουθεί η σιωπή.

 

…αν η καλοσύνη είναι το χέρι του Θεού πάνω απ’ τον κόσμο,

η δικαιοσύνη είναι το πρόσωπο του μεγάλου ανθρώπινου πλήθους

μέσα μας.

 

Γιατί ο πόνος, ο απέραντος ανθρώπινος πόνος, σ’ ανασηκώνει

πάνω απ’ τον εαυτό σου…

Kαι τότε καταλαβαίνεις

τους πόνους του απείρου

όταν κοιλοπονούσε τον κόσμο. Kαι τους πόνους της γής

για να γεννήσει ένα στάχυ. Ή τους πόνους ολόκληρης

της αιωνιότητας, για να γεννηθεί κάποτε

ένα τραγούδι.

 

Kαι μέσα στη φωνή μας τρέμαν όλοι οι αιώνιοι χωρισμοί.

…μη μας στερήσεις ποτέ, ω άγια, γλυκειά ζωή

την αγάπη μας για σένα!

Mα τα χέρια τους είναι τυφλά,

σακατεμένα απ’ το βάρος όλων αυτών

που δεν έδωσαν.

 

…άνθρωποι μικρόψυχοι μέσα στις αρετές τους, κι άλλοι

εξαγνισμένοι απ’ τις πελώριες αμαρτίες τους.

 

…κι ο κάθε πόνος μας είναι μια μυστική, πικρή επιστροφή

στην άγια ταπεινότητα των απλών πραγμάτων…

 

Δικές μας απαιτήσεις απ’ τους άλλους,

ενώ μαντεύαμε κι εκείνων τη μικρότητα

και τη δική μας υστεροβουλία.

 

Λόγια που τα προμελετήσαμε, μα που όταν

ήρθε η ώρα

δώσαν τη θέση τους σε μια δειλή σιωπή…

 

…που να πας τότε; πού θα κρυφτείς! Tι την έκανες

την ανεπανάληπτη ζωή σου;

 

Γιατί στο βάθος, μας βασανίζει ανελέητα η απόγνωση

να χουμε κάτι ολότελα δικό μας…

…κι ο εγωισμός,

είναι κι αυτός ένας απελπισμένος τρόπος

να υπάρξεις.

 

Mα όστις απωλέσει την ψυχήν αυτού, με τι θέλει

την αντικαταστήσει;

 

Ω μάνα, Γη!

H σημαία μας είναι αγέρωχη σαν τα φέρετρα

η σημαία μας είναι αναμάρτητη σαν τις μητέρες

η σημαία μας είναι σκληρή σαν το Θεό.

Nάσαι τόσο πρόσκαιρος,

και να κάνεις όνειρα

τόσο αιώνια!

 

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 12 Σεπτεμβρίου 2015

 

Τις πρώτες ενδείξεις για την εμφάνιση βιβλιοθηκών στον ευρύτερο ελληνικό χώρο συνάγουμε από πήλινες πινακίδες της Μινωικής και της Μυκηναϊκής εποχής, που βρέθηκαν σε ανασκαφές. Οι πρώτες αναφορές σε βιβλιοθήκες εμφανίστηκαν στη Μεσοποταμία γύρω στο 3.000 π.Χ. Πρώτες αναφορές σε βιβλιοθήκες

Η έννοια της βιβλιοθήκης ήταν αντιληπτή ως συλλογή εγγράφων θρησκευτικού, εμπορικού, ιδιωτικού, κυβερνητικού, διοικητικού περιεχομένου στα ανάκτορα των βασιλέων, σε σφηνοειδή γραφή. Στην αρχαία Elba της Συρίας ανακαλύφθηκε το κύριο αρχείο του βασιλικού παλατιού (2.300-2.250 π.Χ.) με διοικητικά έγγραφα, καταγραφές και καταλόγους ζώων, καρπών, αγροτικής γης, ονόματα επαγγελμάτων και γεωγραφικών περιοχών. Στη Nippur της Νότιας Μεσοποταμίας βρέθηκαν πινακίδες του 2.000 π.Χ. με κατάλογο λογοτεχνικών έργων των Σουμερίων, οι οποίοι εφηύραν τη σφηνοειδή γραφή.

Στην εποχή των Χετταίων (17ος –13ος αι. π.Χ.) ανακαλύφθηκαν πινακίδες που υποδήλωναν την κυβερνητική δραστηριότητα. Οι κατάλογοι αυτών των βιβλιοθηκών / αρχείων ήταν πιο σύνθετοι από την απλή καταγραφή που έκαναν οι Σουμέριοι στη Nippur. Κατά τον 9ο αι. π.Χ. ο βασιλιάς της Ασσυρίας Ασουρμπανιπάλ (Ashurbanipal) στη Νινευί ιδρύει βιβλιοθήκη με την πρώτη συστηματική συλλογή εγγράφων στη Μέση Ανατολή. Εκεί ανακαλύφθηκε το έπος του Gilgamesh και το Έπος της Δημιουργίας σε σφηνοειδή γραφή, από τα πιο σημαντικά λογοτεχνικά έργα της Μέσης Ανατολής. Από την περιοχή αυτή διασώζονται 20.000 πήλινες πινακίδες.

Την ίδια εποχή στην Αίγυπτο δεν έχουμε ιδιαίτερες αναφορές σε βιβλιοθήκες. Μόνον ο Διόδωρος ο Σικελός τον 1ο αι. π.Χ. αναφέρει ότι επί βασιλείας του Ραμσή Β’ (1.279-1.213 π.Χ.) υπήρχε σε κτήριο μια «ιερή βιβλιοθήκη» που είχε την επιγραφή ψυχής ιατρείον, ένδειξη ότι αποτελούσε τμήμα ναού ή θρησκευτικού κέντρου.

 

Από τις πινακίδες της Κνωσού στην κλασική Ελλάδα

 

Στον ελληνικό κόσμο τα πρώτα δείγματα ύπαρξης βιβλιοθηκών ανάγονται στη Μινωική και Μυκηναϊκή περίοδο (1400-1100 π.Χ.). Πήλινες πινακίδες και λίθινες επιγραφές βρέθηκαν στις ανασκαφές της Κνωσού από το 1950, γραμμένες στη γραμμική Β γραφή, την παλαιότερη ελληνική γραφή.

Στις Μυκήνες και στην Πύλο βρέθηκαν πήλινες πινακίδες σωριασμένες σε δωμάτια των ανακτόρων και άλλες μέσα σε πιθάρια τοποθετημένα σε ράφια. Αντίθετα στην Κνωσό βρέθηκαν διάσπαρτες οι πινακίδες, γεγονός που συμπίπτει με τη θεωρία της καταστροφής του Μινωικού πολιτισμού από σεισμό και επακόλουθη πυρκαϊά.

 

Οι βιβλιοθήκες μέχρι την κλασική περίοδο στην Ελλάδα

Γύρω στα μέσα του 8ου αι. π.Χ. συντελέστηκε στον ελληνικό χώρο ένα σημαντικό γεγονός. Οι Έλληνες δανείστηκαν από τους Φοίνικες το αλφάβητο και το προσάρμοσαν στις ανάγκες τους. Έπρεπε όμως να υπάρξουν σχολεία, δάσκαλοι, βιβλία για την εκμάθηση της γραφής και τη διάδοση της γνώσης. Τα πρώτα δείγματα ύπαρξης συλλογών βιβλίων ήταν οι ιδιωτικές μικρές συλλογές.

 

Οι βιβλιοθήκες στην Αθήνα

 

Ερείπια από κτήρια βιβλιοθηκών δεν έχουμε στην Αθήνα για να αποδείξουμε την ύπαρξή τους. Η εικόνα για τις βιβλιοθήκες βασίζεται στην έρευνα των πηγών από την αρχαία ελληνική και λατινική γραμματεία. Έτσι κατά τον 6ο αι. π.Χ. είχε προετοιμαστεί το έδαφος για να υποδεχθεί μια βιβλιοθήκη. Το πιο παλιό ελληνικό βιβλίο βρέθηκε στον τάφο του Αμπουκίρ στην Αίγυπτο, περιείχε τους Πέρσες του Τιμοθέου και χρονολογείται το 2ο μισό του 4ου αι. π.Χ. Ο αρχαιότερος ελληνικός πάπυρος είναι του Δερβενίου έξω από τη Θεσσαλονίκη που βρέθηκε το 1960 (4ος αι).

Σύμφωνα με τον Aulus Gelius, η Αθήνα είχε δημόσια βιβλιοθήκη γύρω στο 560 π.Χ. Ο τύραννος Πεισίστρατος (605-527 π.Χ.) φέρεται ότι είχε συγκεντρώσει μια συλλογή βιβλίων που αργότερα δώρισε στην Αθήνα και λειτούργησε ως δημόσια βιβλιοθήκη. Ο Gelius αναφέρει επίσης ότι η βιβλιοθήκη αυτή λειτουργούσε μέχρι το 480 π.Χ. όταν ο Ξέρξης κατέλαβε την Αθήνα και μετέφερε τη βιβλιοθήκη ως λάφυρο στην Περσία. Η χώρα αυτή κατακτήθηκε αργότερα από τον βασιλιά Σέλευκο, ο οποίος επανέφερε τα βιβλία στην Αθήνα.

Ο Αθηναίος στο έργο του Δειπνοσοφιστές αναφέρει ότι τον 6ο αι. π.Χ. ο τύραννος Πολυκράτης ο Σάμιος φέρεται να ίδρυσε δημόσια βιβλιοθήκη στη Σάμο με έργα ίσως των φιλοσόφων της Ελεατικής Σχολής, που γράφτηκαν σε παπύρινους κυλίνδρους. Ο Αθήναιος αναφέρει τον αρχαιότερο κατάλογο με ιδρυτές ιδιωτικών και βασιλικών βιβλιοθηκών στον ελληνικό κόσμο, όπου περιλαμβάνονται ονόματα όπως ο Πολυκράτης ο Σάμιος, ο Πεισίστρατος ο τύραννος των Αθηνών, ο Ευκλείδης ο Αθηναίος, ο Νικοκράτης ο Κύπριος, οι βασιλείς της Περγάμου, ο τραγικός ποιητής Ευριπίδης, ο Αριστοτέλης, ο μαθητής του Θεόφραστος και ο Νηλέας. Από τον 5ο αι. π.Χ. εμφανίζονται αρκετές ιδιωτικές βιβλιοθήκες: Πλάτων, Ισοκράτης (436 π.Χ.), αργότερα ο Δημοσθένης (384 π.Χ.), Ζήνων (333 π.Χ.). Κατά τον 5ο αι. π.Χ. οι ενδείξεις για ύπαρξη βιβλιοθηκών εξακολουθούν να είναι ασαφείς.

Ο Πλάτων (427-347 π.Χ.), φιλόσοφος και δάσκαλος του Αριστοτέλη, είχε ιδιωτική βιβλιοθήκη για να τη χρησιμοποιούν οι μαθητές του στην Ακαδημία.

 

Η Βιβλιοθήκη του Αριστοτέλη

 

Ο φιλόσοφος Αριστοτέλης ίδρυσε στην άλλη άκρη της Αθήνας το 325 π.Χ. (έμεινε ανοικτή μέχρι το 425 μ.Χ.) τη σχολή του που αρχικά ονομάστηκε Λύκειον και από τα χρόνια του Θεόφραστου, μαθητή και διαδόχου του στη διεύθυνση της σχολής, ονομάστηκε Περίπατος. Το Λύκειον λειτουργούσε παράλληλα με την Ακαδημία. Στις σχολές αυτές διασώζονται πολλά έργα και παραδόσεις των ίδιων των ιδρυτών τους, αλλά και της παλαιότερης ελληνικής γραμματείας. Έτσι ο Αριστοτέλης κατά τον Στράβωνα δημιούργησε τη μεγαλύτερη ιδιωτική βιβλιοθήκη για την υποστήριξη του διδακτικού προγράμματος του Λυκείου. Ο Αριστοτέλης την ταξινόμησε βασιζόμενος στις δικές του στοχαστικές αρχές. Η βιβλιοθήκη του Αριστοτέλη αποτελούνταν από 400 βιβλία χωρισμένα σε εξωτερικά συγγράμματα, που απευθύνονταν στο ευρύ κοινό, από εσωτερικά ή διδακτικά που περιλάμβαναν τις παραδόσεις του στο Λύκειο (π.χ. Αναλυτικά, Φυσικά, Ηθικά, Όργανον) και από τα ξένα βιβλία που αγόρασε ή απόκτησε από δωρεές για να υποβοηθήσουν το έργο του και της σχολής του.

Μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου ο Αριστοτέλης μετακόμισε στη Χαλκίδα, όπου μάλλον θα πήρε κάποια από τα βιβλία της βιβλιοθήκης του. Τα υπόλοιπα κληρονόμησαν οι μαθητές του Θεόφραστος από τη Λέσβο που συνέχισε τη διδασκαλία στον Περίπατο και Εύδημος που πήγε στη Ρόδο. Ο Θεόφραστος με διαθήκη του κληροδοτεί τη βιβλιοθήκη στον Νηλέα, συμμαθητή του Αριστοτέλη στην Ακαδημία, άτομο χωρίς επιστημονική δραστηριότητα και μεγάλο στην ηλικία. Οι απόγονοι του Νηλέα, φοβούμενοι μήπως ο βασιλιάς της Περγάμου Ευμένης Β’ έπαιρνε κάποια χειρόγραφα όταν έκτιζε τη βιβλιοθήκη του, τα έκρυψαν σε σπηλιά όπου καταστράφηκαν από την υγρασία.

Όταν η Πέργαμος έγινε ρωμαϊκή επαρχία, οι απόγονοι του Νηλέα ξέθαψαν όσα βιβλία του Αριστοτέλη είχαν περισωθεί και τα πούλησαν στον Απελλικώνα από την Τέω (πόλη της Ιωνίας) τον 1ο αι. π.Χ. Εκείνος φρόντισε να γίνουν αντίγραφα για να περισωθούν και να καταστούν προσιτά ξανά στους κύκλους της Ακαδημίας και του Περιπάτου. Όταν το 81 π.Χ. ο Σύλλας κατέλαβε την Αθήνα, ο Απελλικών σκοτώθηκε και ο Σύλλας μετέφερε ως λάφυρο τη συλλογή του στη Ρώμη, που είχε τμήμα των αυθεντικών χειρογράφων του Αριστοτέλη. Στη Ρώμη η βιβλιοθήκη του Αριστοτέλη έπεσε πάλι σε ελληνικά χέρια, στον Τυραννίωνα, μαθητή του Διονυσίου του Θρακός. Ο Φαύστος, γιός του Σύλλα, κληρονόμησε τα βιβλία του Αριστοτέλη και η βιβλιοθήκη του έγινε κέντρο της ρωμαϊκής διανόησης. Ο Φαύστος αργότερα χρεοκόπησε, δημοπρατήθηκαν τα βιβλία και χάθηκαν.

Ο Αθήναιος αναφέρει ότι ο Πτολεμαίος Β’ ο Φιλάδελφος (309-246 π.Χ.) αγόρασε από τον Νηλέα τα βιβλία του Αριστοτέλη και τα έφερε στη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας. Σε κάθε περίπτωση όμως ο Αριστοτέλης εμφανίζεται στην ιστορία ως δημιουργός και ιδιοκτήτης μιας από τις πιο αξιόλογες ιδιωτικές βιβλιοθήκες της εποχής.

 

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 12 Σεπτεμβρίου 2015

Ιστορική θα μπορούσε να χαρακτηριστεί χωρίς υπερβολή η Δευτέρα 10 Αυγούστου αφού εκείνη την ημέρα για πρώτη φορά ο άνθρωπος κατανάλωσε τροφή που είχε δημιουργηθεί σε διαστημικές συνθήκες. Πιο συγκεκριμένα, οι αστροναύτες του Διεθνούς Διαστημικού Σταθμού από εκείνη την ημέρα ξεκίνησαν να συνοδεύουν τα γεύματά τους με μαρούλια που καλλιεργούνται εντός του Σταθμού. Πρόκειται για μια ποικιλία κόκκινου μαρουλιού (romaine), τις μισές ποσότητες του οποίου θα καταναλώσουν οι αστροναύτες και οι υπόλοιπες θα επιστρέψουν στη Γη για αναλύσεις. Τα τελευταία χρόνια έχουν καλλιεργηθεί στον ISS διάφορα φυτά, φρούτα και λαχανικά για να μελετηθεί η ανάπτυξη και εξέλιξή τους στις συνθήκες μηδενικής βαρύτητας. Οι ερευνητές προσπαθούν να διαπιστώσουν αν τα φυτά διαισθάνονται τις αλλαγές στη βαρύτητα και προσαρμόζουν διάφορες παραμέτρους τους, όπως για παράδειγμα τα επίπεδα του ασβεστίου στα κύτταρά τους, οι βιταμίνες και άλλες ουσίες που παίζουν ρόλο στη θρεπτικότητα, στην εμφάνιση και στη γεύση τους. Οι επιστήμονες αναμένουν με μεγάλο ενδιαφέρον τα αποτελέσματα των πειραμάτων αφού μπορεί να αναδειχθούν νέοι τρόποι τόσο για την αποτελεσματικότερη καλλιέργεια φυτών στη Γη όσο και για την καλλιέργεια φυτών σε άλλους πλανήτες, γεγονός που θα διευκολύνει την παρουσία του ανθρώπου εκεί.

 

Σεληνιακά μαρούλια

 

Καλλιέργειες λαχανικών και βοτάνων στη Σελήνη έχει δρομολογήσει η NASA προκειμένου να δει αν θα μπορούσε να ζήσει κάποια στιγμή ο άνθρωπος εκεί καταναλώνοντας… τοπικά προϊόντα. Η αμερικανική διαστημική υπηρεσία σχεδιάζει να στείλει στον φυσικό μας δορυφόρο σπόρους μέσα σε σφραγισμένα δοχεία, τα οποία θα περιέχουν ό,τι χρειάζεται για να ευδοκιμήσουν. Τα δοχεία θα περιλαμβάνουν δέκα σπόρους από βασιλικό και γογγύλια, καθώς και εκατό σπόρους Arabidopsis, ένα μικρό φυτό που συγγενεύει με το λάχανο και το σινάπι. Κατά την προσεδάφιση των δοχείων θα δοθεί το έναυσμα για την απελευθέρωση μιας μικρής δεξαμενής νερού μέσα στο δοχείο και μια ομάδα πίσω στη Γη θα παρακολουθεί τη διαδικασία βλάστησης των σπόρων όταν αυτοί εκτίθενται στη σεληνιακή βαρύτητα και ακτινοβολία.

 

Το ουίσκι

 

Αφού φάνε τα «διαστημικά» εδέσματά τους οι αστροναύτες και οι κάτοικοι αποικιών και βάσεων σε άλλους πλανήτες θα θέλουν να πιουν και κανένα ουισκάκι για να… ξεδώσουν. Σε αυτή την κατεύθυνση η εταιρεία που παράγει το καλύτερο ουίσκι στον κόσμο απέστειλε έξι δείγματα στον Διεθνή Διαστημικό Σταθμό ώστε να μελετηθούν οι συνέπειες της μηδενικής βαρύτητας στην ωρίμαση του ουίσκι. Ανάμεσα στα δείγματα βρίσκεται ένα single malt 21 ετών και ένα που μόλις απεστάχθη. Στόχος φυσικά η δημιουργία ενός νέου ακόμη καλύτερου ουίσκι. Τα δείγματα έστειλε στον ISS στις 16 Αυγούστου η ιαπωνική εταιρεία Suntory, που είναι η αρχαιότερη εταιρεία παραγωγής ουίσκι στην Ιαπωνία και υπεύθυνη για το ουίσκι Yamazaki, που ανακηρύχθηκε πέρυσι το καλύτερο ουίσκι στον κόσμο. Τα πειράματα θα διεξαχθούν στην ιαπωνική εργαστηριακή μονάδα Kibo.

Aπό ΤΟ ΒΗΜΑ

 

 

Μαρία Ανδρεάδου στις 11 Σεπτεμβρίου 2015

πηγή : http://www.antifono.gr

Θεόδωρος Ζιάκας    :   20 + 1 ΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΙΔΕΙΑ

*Ομιλία στο “Σχολείο 2009: Παιδεία και γλώσσα” Πολιτιστικό κια αθλητικό κέντρο Εκπαιδευτηρίων Μαντουλίδη, Θεσσαλονίκη, 16 Μαΐου 2009 : Θ. Ζιάκας: Σύγχρονος Μηδενισμός και παιδεία

Ι
1. Φεύγοντας προς την Εσπερία εγκαταλείψαμε την ελληνική παιδεία για να την αντικαταστήσουμε με τη νεωτερική. Σήμερα ζούμε την κατάρρευση της νεωτερικής παιδείας. Δεν έχουμε πλέον παιδεία ούτε παραδοσιακή ούτε νεωτερική.

 

2. Η κρίση της παιδείας είναι βασική πτυχή της γενικότερης κρίσης του σύγχρονου πολιτισμού. Είναι κρίση δομική, γιατί η εστία της βρίσκεται στην αποσύνθεση του Ατόμου, του ανθρωπολογικού υποκειμένου της νεωτερικότητας.

3.Η σύγκριση της νεωτερικής με την ελληνική παιδεία – της νεωτερικής που την χάσαμε πριν την αποκτήσουμε, με την ελληνική που την είχαμε και την εγκαταλείψαμε- διαυγάζει τον δομικό χαρακτήρα της κρίσης και το διακύβευμά της.

ΙΙ
4. Η σύγχρονη κοινωνία είναι κοινωνία συστημάτων. Τα συστήματα διαμεσολαβούν τις ανθρώπινες σχέσεις με απρόσωπους τυποποιημένους ρόλους, σύμφωνα με το πρότυπο της Μηχανής. Τα συστήματα είναι λογικές μηχανές ενσαρκωμένες σε απρόσωπες κοινωνικές δομές. Το θεμελιώδες ανθρωπολογικό δίπολο είναι εδώ ο κυρίαρχος-μάνατζερ και ο καταναλωτής-χρήστης.

 

5. Ουσιαστική λειτουργία της σημερινής παιδείας είναι η αναπαραγωγή του συστημικού διπόλου διαχειριστή-χρήστη. Σκοπός της είναι η κατασκευή του συστημικού ανθρώπου. Οι λίγοι εκπαιδεύονται για να γίνουν κατασκευαστές και διαχειριστές συστημάτων. Και οι πολλοί για να γίνουν απλοί χρήστες των συστημάτων, υποδιαιρούμενοι σε έχοντες και μη έχοντες θέση στο Σύστημα.

 

6. Το είδος της νοητικής δυνάμεως βάσει της οποίας κατασκευάζονται και συντηρούνται τα συστήματα, είναι η αλγοριθμική-ψηφιακή σκέψη. Η καλλιέργειά της είναι ο κατ’ εξοχήν στόχος της εκπαιδευτικής διαδικασίας στην κοινωνία των συστημάτων. Ο στόχος αυτός υπερκέρασε βαθμιαία, από τον 18ο αιώνα που εγκαινιάστηκε, κάθε παράπλευρο εκπαιδευτικό προσανατολισμό. Πίσω από τη σύγχρονη μονοκαλλιέργεια της μηχανοποιητικής νόησης βρίσκεται ο τεχνολογικός μεσσιανισμός, ο πάγιος μεταφυσικός άξονας του νεωτερικού πολιτισμού.
ΙΙΙ
7. Στον ελληνικό πολιτισμό η παιδεία είχε διαμετρικά αντίθετο νόημα. Αναφερόταν σε μια σφαίρα ζωής που απλώς δεν υφίσταται σήμερα. Αναφερόταν σε μια πολιτεία αδιαμεσολάβητων εμπρόσωπων σχέσεων, όπου οι πολίτες-οπλίτες «μετέχουν κρίσεως και αρχής» και πραγματοποιούν το «μη άρχεσθαι υπό μηδενός». Η παιδεία τους βρισκόταν στους αντίποδες της σύγχρονης αποπροσωποποιητικής / συστημικής παιδείας.

 

8. Ο τύπος ανθρώπου, ο κατάλληλος να είναι μέλος του ελληνικού πολιτειακού σώματος, φτιαχνόταν από μια ειδική παιδεία που στόχο της έχει την Αρετή. Η παιδεία αυτή προικίζει το άτομο με την πίστη στο «ευ ζην» ως «κατ’ αλήθειαν ζην». Το «κατ’ αλήθειαν ζην» συμπίπτει με την αναγωγή της Αρετής σε στόχο ζωής και νόημα βίου. Αποβλέπει στην καλλιέργεια των τριών «μορίων» της ψυχής (επιθυμητικού, παθητικού, νοητικού) προς την κατεύθυνση της σωφροσύνης, της ανδρείας και της φρόνησης, ώστε να δημιουργηθεί το εσωτερικό θεμέλιο της καθολικής ατομικής ελευθερίας: η δικαιοσύνη.

 

9. Σε αντίθεση με τον σύγχρονο κόσμο οι Έλληνες δεν απέδιδαν ιδιαίτερη αξία στη Μηχανή. Το θέμα δεν είναι ότι οι αγνοούσαν την αλγοριθμική σκέψη. Μηχανές και συστήματα ήξεραν να φτιάχνουν. Ο Ήφαιστος ήταν θεός και είχε το εργαστήρι του στον Όλυμπο. Τον τιμούσαν. Θαύμαζαν τα ρομποτικά του επιτεύγματα. Δεν ξεχνούσαν όμως ότι ήταν κουτσός. Και επιπλέον απωθητικά ανέραστος, καθώς ήταν παντρεμένος με τη θεοποιημένη σεξουαλικότητα (την Αφροδίτη), που τον κεράτωνε με τη θεοποιημένη βία (τον Άρη).
10. Η ελληνική παιδεία στοχεύει σε μια άλλη μορφή νόησης που λέγεται Μήτις και είναι η μητέρα της υπέρτατης σοφίας. Η θεά της σοφίας, η Αθηνά, προστάτις του «πολυμήχανου» Οδυσσέα και πολιούχος της κλασικής Αθήνας, είναι κόρη της Μήτιδος. Μήτις λεγόταν η πρώτη γυναίκα του Δία, που την είχε καταπιεί έγκυο ο «πατήρ ανδρών τε θεών τε», για να αποκτήσει την αλάθητη διορατικότητά της. Η κόρη της θα ξεπηδήσει πάνοπλη απ’ το κεφάλι του Δία, μόλις του το ανοίξει ο Ήφαιστος, που καλείται εσπευσμένως να τον απαλλάξει από τις ωδίνες του εγκεφαλικού τοκετού… Όλες οι σχέσεις που ενδιαφέρουν την παιδεία είναι σοφά παρούσες μέσα στο Μύθο.
11. Η Μήτις είναι η συνηρημένη νοητική δύναμη και των τριών μορίων της ψυχής. Ένας τύπος νοήσεως ανοιχτός στην έκπληξη, στο παράλογο και στο ασύλληπτο, ειδικά κατάλληλος για τη χαοτική απροσδιοριστία του ελληνικού πολιτικού πεδίου, του πεδίου της καθολικής ατομικής ελευθερίας. Αντιπροσωπεύοντας τη νόηση σε κατάσταση εγρήγορσης και συνέργειας του συνόλου των καλλιεργημένων ψυχικών δυνάμεων, υπερβαίνει ριζικά τη μηχανοποιητική νόηση, η ανάπτυξη και απόδοση της οποίας προϋποθέτει την ύπνωση των άλλων νοητικών οργάνων. Ο εθισμός στην ύπνωση του επιθυμητικού, του παθητικού και των ανώτερων λειτουργιών του νοητικού, σύμφυτος με την καλλιέργεια της μηχανοποιητικής νόησης, έχει αναχθεί σε βάση της σημερινής παιδείας. Κι αυτό παρά την κοινότοπη πλέον ενοχοποίησή του για την ενδημική ψυχική υπανάπτυξη, ανισορροπία και διαστροφή.

12. Τυπική μορφή στρέβλωσης της μηχανοκρατούμενης ψυχής είναι ο νεοταξικός διαχειριστής των μεγάλων συστημάτων. Στη θέση των ανθρώπων ο τύπος αυτός βλέπει ηλεκτρονικά σύμβολα και με ένα «delete» μπορεί να τους εξαερώνει με τα μη επανδρωμένα υπερσύγχρονα βομβαρδιστικά του. Είναι το τέρας που είδε ο Όμηρος στην Ιλιάδα: «Δράκος οπίσω, λέοντας εμπρός, στη μέσην αίγα, κι ήσαν τα σπλάχνα της φωτιά και φλόγες η πνοή της».

 

ΙV
13. Εδώ υπάρχει ένα κρίσιμο πρόβλημα: Βάση της ελληνικής παιδείας είναι τα ομηρικά έπη. Ο πατέρας και παιδαγωγός των Ελλήνων είναι ο Όμηρος. Όταν ο Όμηρος «λειτουργεί» στην ελληνική ψυχή ο ελληνικός τύπος αναπτύσσεται, για να φθάσει ως την καθολική ελευθερία. Αντίθετα: όταν ο Όμηρος «απομυθοποιείται» κι ο Οδυσσέας προτιμά τον ήρεμο βίο του νοικοκύρη-ιδιώτη ή μετανιώνει πικρά που έφυγε για την Ιθάκη, αντί να παραμείνει με την Καλυψώ να απολαμβάνει αιώνια τα ανεξάντλητα κάλλη της, τότε ο ελληνικός τύπος διαλύεται. Μιλάμε για το σοφιστικό πνεύμα, για το πνεύμα του σχετικισμού, της απληστίας, της ηδονοθηρίας και της ματαιοδοξίας, που αποτελεί τη βάση κάθε εμπράγματου μηδενισμού, παλιού και νέου.

14. Άμεσο προϊόν της αποσύνθεσης, που προκαλεί ο μηδενισμός στις κοινωνίες της ατομικής ελευθερίας, είναι η τυραννία και η τάση μόνιμης υποστροφής στον δεσποτισμό. Κι αυτό παρά τα αναχώματα που μπορεί να ορθώσει η προσφυγή στη Φιλοσοφία και στην Τραγωδία. Ο φιλοσοφικός Λόγος και η από σκηνής διδασκαλία του Τραγικού, δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τον ηρωικό Μύθο, ως μηχανισμό αυτορρύθμισης των παθών. Η πίστη στην αθανασία της ψυχής και το δέος ενώπιον του τραγικού δεν επαρκούν. Η Αρετή δεν μπορεί τελικά να σταθεροποιηθεί στην ψυχή. «Έχουσι γαρ ταραγμόν αι φύσεις βροτών».

15. Τη λύση στο πρόβλημα την έδωσε ο χριστιανισμός εισάγοντας την Αγάπη στην ελληνική ψυχή. Αποδείχτηκε ότι το άτομο της ελευθερίας μπορεί να αποφύγει την κατάρρευση, αν αναθεμελιώσει την προσωπικότητά του στην «άκτιστη» αυτή «ενέργεια». Χάρη στην Αγάπη η Αρετή, η εσωτερίκευση της δικαιοσύνης, η προϋπόθεση για τη βιώσιμη ύπαρξη πολιτικού σώματος ελευθέρων ατόμων, καθίσταται δυνατή, παρά την εξάντληση του γενέθλιου ηρωικού Μύθου.

16. Η σταύρωση του ενσαρκωμένου Λόγου αποκαλύπτει το νόημα του τραγικού και η ανάστασή Του το υπερβαίνει. Δεν σώζεται μόνο η ψυχή αλλά και το σώμα. Δεν λύνεται μόνο το «πολιτικό» πρόβλημα αλλά και το «υπαρκτικό» πρόβλημα. Το Πρόσωπο γίνεται αυταξία και η σωτηρία του υπεσυμπαντικός σκοπός. Εγγράφεται στην αιωνιότητα, υπερβαίνοντας κάθε ιστορική συλλογική μορφή. Είναι στον κόσμο και σώζει τον κόσμο, αλλά δεν ανήκει στον κόσμο. Υπερβαίνει την ενδοκοσμική αντίθεση ατομικού/συλλογικού.

17. Ο λόγος της λύσης, το ευαγγελικό έπος, ενσωματώθηκε έκτοτε στην ελληνική παιδεία, εξασφαλίζοντάς της άλλα χίλια και πλέον χρόνια συμβολής στον πολιτισμό. Η λύση ενσαρκώθηκε κοινωνικά στη δημιουργία ενός δεύτερου συλλογικού σώματος στο εσωτερικό του ελληνικού Κοινού. Ενός σώματος εσχατολογικού-μυστηριακού με διττό «θεραπευτικό» ρόλο: «μεταμορφωτικό» προς τα μέσα και «αντισηπτικό» προς τα έξω. «Φώς του κόσμου» και «άλας της γης». Στη χριστιανική μετεξέλιξη της ελληνικής ψυχής η Μήτις, συστρεφόμενη προς τα έσω και προς τα άνω, γίνεται Νήψις. Νήψη είναι η άγρυπνη και αμερόληπτη εκείνη νοητική δύναμη, που συνοδεύει την «καλή (αγαπητική) αλλοίωση» της ελληνικής ψυχής.

18. Από τη στιγμή όμως που εμφανίστηκε το σοφιστικό-σχετικιστικό πνεύμα ήταν αναπόφευκτο να διαμορφωθεί παράδοση: ο ατομοκρατικός μηδενισμός. Εκπαιδευτικός φορέας του είναι ανά τους αιώνες ο «ασύνθετος» ελληνιστής λόγιος: ο Σοφιστής. Η δεξαμενή αυτή της μισοδημίας, της αυλοκολακείας και των αιρέσεων. Κάποια κρίσιμη ιστορική στιγμή (τον 11ο αι.) ξεφεύγοντας από κάθε έλεγχο, ο μηδενισμός πήρε το πάνω χέρι και καθόρισε την παρακμή και πτώση του οικουμενικού ελληνικού πολιτισμού. Ο μηδενιστικός ατομικισμός αναπαράγεται συνεχώς και μας συνοδεύει ακόμα και στις καλύτερες νεωτερικές μας στιγμές.

 

V
19. Η μοίρα που επιφυλάσσεται στην ατομικότητα, όταν ολοκληρώσει την εξέλιξή της και καταληφθεί από το σχετικιστικό πνεύμα, έπληξε ήδη και το νεωτερικό Άτομο. Με τον υπαρκτικό του χρόνο κομματιασμένο σε ανταλλακτικά συστημάτων, την άλλη όψη της συστημικής ολοκλήρωσης, το νεωτερικό Άτομο βυθίζεται ήδη ανήμπορο στο τέλμα του μηδενισμού: «Στο ένα άκρο του πρόκειται για ένα είδος λαιμαργίας, μια ακόρεστη ζήτηση για περισσότερα, όλο και περισσότερα. Στο άλλο άκρο είναι ένα κράμα εγκατάλειψης, παραίτησης, δειλίας μπροστά στη δυστυχία και τον θάνατο.»

20. Το υποκείμενο της νεωτερικής ατομικής ελευθερίας εκλείπει και η συστημική παιδεία αναπαράγει την έκλειψή του. Οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις υπηρετούν ολοένα και περισσότερο την παραγωγή ανθρωπομηχανών: χιμαιρικών θηρίων στη θέση των διαχειριστών και χαύνων καταναλωτών στη θέση των χρηστών. Όμως το κυρίαρχο ανθρωπολογικό δίπολο έχει πλέον στομώσει. Κι εδώ βρίσκεται η κρυμμένη εστία της σημερινής κρίσης. Η έκλειψη του υποκειμένου περιάγει το Σύστημα σε αδιέξοδο. Επειδή, πιο συγκεκριμένα, είναι αδύνατο να υπάρξει «σύστημα διαχείρισης κρίσεων», που να υποκαθιστά το υποκείμενο, να ελέγχει τα συστήματα και να προλαμβάνει τις «κρίσεις» τους. Οι «κρίσεις» είναι ο τρόπος με τον οποίο εκτονώνεται το χαοτικό δυναμικό που γεννά η γενικευμένη συστημική λοβοτόμηση της κοινωνικής φύσης του ανθρώπου.
Για να υπάρξει διέξοδος χρειάζονται άτομα ικανά να βγαίνουν πάνω από τα συστήματα. Ικανά να πηγαίνουν κόντρα στο συστημικό ρεύμα. Ικανά να λύνουν μέσα κι έξω τους την αντίθεση ελευθερίας – δικαιοσύνης, αντλώντας απ’ «αλλού» το νόημα του προσωπικού τους βίου. Τέτοια Άτομα δεν μπορούν να υπάρξουν αν δεν διδαχθούν τους νόμους της Αγάπης, της Νήψης και της Μήτιδος. Αν δηλαδή δεν μαθητεύσουν στην ελληνική παιδεία.

 

Σταυρούλα Σωτηροπούλου στις 8 Σεπτεμβρίου 2015

Λαθεμένο μου φαινόταν πάντα τ’ όνομα που μας δίναν:
“Μετανάστες”

Θα πει, κείνοι που αφήσαν την πατρίδα τους. Εμείς, ωστόσο,
δε φύγαμε γιατί το θέλαμε,
λεύτερα να διαλέξουμε μιάν άλλη γη. Ούτε
και σε μιάν άλλη χώρα μπήκαμε
να μείνουμε για πάντα εκεί, αν γινόταν.
Εμείς φύγαμε στα κρυφά. Μας κυνήγησαν, μας προγράψανε.
Κι η χώρα που μας δέχτηκε, σπίτι δε θα ‘ναι, μα εξορία.

Έτσι απομένουμε δω πέρα, ασύχαστοι, όσο μπορούμε πιό κοντά
στα σύνορα,
προσμένοντας του γυρισμού τη μέρα, καραδοκώντας το παραμικρό
σημάδι αλλαγής στην άλλην όχθη, πνίγοντας μ’ ερωτήσεις
κάθε νεοφερμένο, χωρίς τίποτα να ξεχνάμε, τίποτα
ν’ απαρνιόμαστε,
χωρίς να συχωράμε τίποτ’ απ’ όσα έγιναν, τίποτα δε συχωράμε.
Α, δε μας ξεγελάει τούτη η τριγύρω σιωπή! Ακούμε ίσαμ’ εδώ
τα ουρλιαχτά που αντιλαλούν απ’ τα στρατόπεδά τους. Εμείς
οι ίδιοι
μοιάζουμε των εγκλημάτων τους απόηχος, που κατάφερε
τα σύνορα να δρασκελίσει. Ο καθένας μας,
περπατώντας μες στο πλήθος με παπούτσια ξεσκισμένα,
μαρτυράει τη ντροπή που τη χώρα μας μολεύει.
Όμως κανένας μας
δε θα μείνει εδώ. Η τελευταία λέξη
δεν ειπώθηκε ακόμα.
********
Μπ. Μπρεχτ, Ποιήματα, 1937 – μτφρ. Μάριος Πλωρίτης, Θεμέλιο
Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 5 Σεπτεμβρίου 2015

…. Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΠΕΡΙΕΡΓΗ καθώς τη ζεις μονάχα μία φορά και την πληρώνεις δέκα. Έχεις μονάχα μία ευκαιρία για να βρεις την ιδανική συνταγή, μα αν την πετύχεις μία φορά σού είναι αρκετή. ΓΙΑ ΝΑ ΜΠΟΡΕΙΣ ΛΟΙΠΟΝ ΝΑ ΠΕΙΣ πως έφτασες στο τέρμα, πως είδες όσα ήθελες και έχεις πια χορτάσει… Πρέπει τουλάχιστον μία φορά να καεί η γλώσσα και η καρδιά σου. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΡΑΤΖΟΥΝΙΣΤΟΥΝ ΤΑ ΓΟΝΑΤΑ μα και τα σχέδιά σου. Πρέπει να αποτύχεις για να επιτύχεις, γιατί όσοι δεν απέτυχαν είναι όσοι ποτέ δεν ρίσκαραν. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΕΥΤΕΙΣ ΛΕΜΟΝΙ ΚΑΙ ΑΛΑΤΙ για να σε γλυκάνει μία σοκολάτα γάλακτος. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΝΩΡΙΣΕΙΣ ΤΟΥΣ ΛΑΘΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ για να εκτιμήσεις την αξία της συντροφιάς, όταν βρεις επιτέλους τους σωστούς. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΧΑΣΕΙΣ το πτυχίο γαλλικών, τη θέση στη σχολή που ονειρευόσουν από παιδί, ή έστω τα κλειδιά με το αγαπημένο σου μπρελόκ. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΛΗΓΩΘΕΙΣ, μα πρέπει και να πληγώσεις. Να αποχωριστείς τον πρώτο σου έρωτα και να βρεις το αέναο πάθος της ζωής σου. Αφού το βρεις, όποιο κι αν είναι, πρέπει ολοκληρωτικά να του δοθείς. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΥΠΝΗΣΕΙΣ ΕΝΑ ΠΡΩΙ και να αναρωτηθείς αν αντέχεις να υπομείνεις την ημέρα που ξεκινάει. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΙΑΦΩΝΗΣΕΙΣ με τους γονείς σου και να επιμείνεις στη θέση σου ακόμη κι αν δεν μιλήσετε για μερικές ημέρες. Να σου κλέψουν πρέπει το πορτοφόλι, τη θέση parking, ή έστω τη σειρά στο ταμείο. Να κρυολογήσεις άσχημα επειδή δεν έβαλες ζακέτα. Να παρακοιμηθείς επειδή ζήτησες πέντε λεπτά ακόμη από το ξυπνητήρι σου. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΙΕΙΣ ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΧΑΣΤΕΙΣ και αντ’ αυτού να θυμηθείς γιατί αξίζει να ζεις. Να έρθει πρέπει η στιγμή που δεν θα ξέρεις τη σωστή απάντηση. Ή ακόμη και η στιγμή που δεν θα έχεις καν απάντηση. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΠΙΛΕΞΕΙΣ το λάθος πακέτο τηλεφωνίας και τη λάθος κίνηση στο σκάκι. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΟΚΙΜΑΣΕΙΣ ένα παντελόνι που δεν σου κουμπώνει και να σου κάνουν δώρο μια μπλούζα δυο νούμερα μεγάλη. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΤΕΙΣ από φίλους, να γελάσεις με κρύα ανέκδοτα και να υπομείνεις βαρετές ταινίες μέχρι εκείνη που ασυναίσθητα θα σε αλλάξει για πάντα. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΧΑΣΕΙΣ στα χαρτιά την ίδια μέρα που θα χάσεις και στην αγάπη. Να μην έχεις ούτε πίτα, ούτε σκύλο. Οι αντοχές σου πρέπει να σε εγκαταλείψουν πριν φτάσεις στη γραμμή του τερματισμού. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ λεωφορείο για τη θάλασσα να απομακρύνεται το πιο ζεστό μεσημέρι του καλοκαιριού. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΒΡΕΙΣ ΕΝΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟ για τον οποίο θα τα παρατούσες όλα και να αναγκαστείς να παρατήσεις την ιδέα του μαζί. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΕΙΣ πως η ζωή σου πήρε έναν δρόμο που δεν διάλεξες εσύ. Να ευχηθείς να ήσουν για μια στιγμή αλλού, σε εκείνο το «εκεί» που τόσο σου έχει λείψει. Να έρθει η μέρα που δεν θα μπορέσεις να παραδεχθείς τα συναισθήματά σου, ούτε καν στον εαυτό σου. ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΣΟΥ να καταρρέει τριγύρω μα και μέσα σου. Πρέπει να συνειδητοποιήσεις πως κάποια όνειρά σου δεν θα πραγματοποιηθούν ποτέ και ακόμη πως ποτέ δεν θα καταφέρεις να τα έχεις όλα. Πρέπει να αναγνωρίσεις, λόγω εμπειρίας και όχι θεωρίας, πως τα ωραιότερα πράγματα στη ζωή δεν είναι πράγματα, αφού επιθυμήσεις κάτι που δεν μπορείς να αγοράσεις. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΧΑΣΕΙΣ ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ πριν βρεις το θάρρος να της εξηγήσεις. ΚΑΙ ΠΡΕΠΕΙ να πεθάνεις μερικές φορές, πριν μπορέσεις πραγματικά να ζήσεις…

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 5 Σεπτεμβρίου 2015

… Εγώ σου έφερα τα συναισθήματα της ντροπής, σου έδειξα όλα τα μειονεκτήματα σου, τις ασχήμιες σου, τις ανοησίες σου, τα δυσάρεστα όλα. Εγώ σου κρέμασα την ταμπέλα «διαφορετικός» όταν σου είπα για πρώτη φορά στο αφτί ότι κάτι δεν πήγαινε εντελώς καλά σ’ εσένα (…).

Είμαι ο απρόσκλητος μουσαφίρης, ο ανεπιθύμητος επισκέπτης, και ωστόσο, είμαι πρώτος που ήρθα κι ο τελευταίος που θα φύγω. Έγινα ισχυρός με τον καιρό ακούγοντας τις συμβουλές των γονιών σου για το πώς να θριαμβεύσεις στη ζωή. Παρατηρώντας τις αντιλήψεις της θρησκείας σου, που σου λέει να τι να κάνεις και τι να μην κάνεις, για να σε δεχτεί ο Θεός στις αγκάλες του. Υποφέροντας απάνθρωπα αστεία των συντρόφων σου στο σχολείο όταν γελούσαν με τις δυσκολίες σου. Υπομένοντας τις ταπεινώσεις από τους ανώτερους σου. Παρατηρώντας την άχαρη μορφή σου στον καθρέφτη και συγκρίνοντας τη μετά με την εικόνα των «διασήμων» που βγαίνουν στην τηλεόραση.

Και τώρα, επιτέλους, έτσι όπως είμαι δυνατός, και για τον απλό λόγο ότι είμαι γυναίκα, ότι είμαι νέγρος, ότι είμαι Εβραίος, ότι είμαι ομοφυλόφιλος, ότι είμαι ανατολίτης, ότι είμαι ανάπηρος, ότι είμαι ψηλός, κοντός ή χοντρός… μπορώ να σε μεταμορφώσω σ’ ένα σωρό σκουπίδια, σε παλιοσίδερα, σε αποδιοπομπαίο τράγο, στον παγκόσμια υπεύθυνο, σ’ έναν καταραμένο μπάσταρδο μιας χρήσης. Γενεές και γενεές ανδρών και γυναικών με υποστηρίζουν .Δεν μπορείς να ξεφύγεις από μένα.

Η θλίψη που προξενώ είναι τόσο ανυπόφορη που για να με αντέξεις πρέπει να με μεταδόσεις στα παιδιά σου, ώστε εκείνα να με περάσουν στα δικά τους παιδιά, στους αιώνες των αιώνων. Για να βοηθήσω εσένα και τους απογόνους σου θα μεταμφιεστώ σε τελειομανία, σε υψηλά ιδανικά, σε αυτοκριτική, σε πατριωτισμό, σε ηθικές αξίες, σε καλές συνήθειες, σε αυτοέλεγχο. Η θλίψη που σου προξενώ είναι τόσο έντονη που αν θελήσεις να με αρνηθείς και, για αυτό, θα προσπαθήσεις να με κρύψεις πίσω από τα πρόσωπα σου, πίσω από τα ναρκωτικά, πίσω από τη μάχη σου για το χρήμα, πίσω από τις νευρώσεις σου, πίσω από την απρόσωπη σεξουαλικότητα σου. Δεν έχει σημασία τι κάνεις, όμως, δεν έχει σημασία που πηγαίνεις.

Εγώ θα είμαι πάντα εκεί, πάντοτε παρών. Γιατί ταξιδεύω μαζί σου μέρα και νύχτα, ακούραστα, δίχως όρια. Εγώ είμαι η βασική αιτία της εξάρτησης, της κτητικότητας, της πίεσης, της ανηθικότητας, του φόβου, της βίας, του εγκλήματος, της τρέλας. Εγώ σου δίδαξα το φόβο της απόρριψης κι εγώ περιόρισα την ύπαρξη σου σ’ αυτό το φόβο. Από εμένα εξαρτάται το αν θα εξακολουθήσεις να είσαι αυτό το άτομο που το γυρεύουν, το λατρεύουν, το χειροκροτούν, ο ευγενικός και ο ευχάριστος που είσαι σήμερα για τους άλλους. Από εμένα εξαρτάσαι, γιατί εγώ είμαι το μπαούλο όπου έχεις κρύψει εκείνα τα πιο δυσάρεστα πράγματα, τα πιο γελοία, τα λιγότερο επιθυμητά κι από σένα τον ίδιο. Χάρη σ’ εμένα έμαθες να συμβιβάζεσαι με αυτά που σου δίνει η ζωή, γιατί τελικά, οτιδήποτε και αν ζήσεις θα είναι πάντοτε παραπάνω απ’ αυτό που νομίζεις ότι αξίζεις. Το μάντεψες, έτσι δεν είναι; Είμαι το συναίσθημα της απόρριψης που νιώθεις για τον ίδιο σου τον εαυτό». Όλα άρχισαν εκείνη τη γκρίζα μέρα που αφέθηκες να πεις περήφανος «ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ !» Και, ντροπιασμένος και φοβισμένος, κατέβασες το κεφάλι κι άλλαξες τα λόγια και τις πράξεις σου με ένα καλό συλλογισμό: «ΕΓΩ ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΗΜΟΥΝ” …

 

Σταυρούλα Σωτηροπούλου στις 1 Σεπτεμβρίου 2015

Πώς κατακτά την επιτυχία ένα παιδί; Ζώντας σε «χρυσό κλουβί» ή μαθαίνοντας από νωρίς να ξανασηκώνεται; Ο Πολ Ταφ, συγγραφέας του βιβλίου «How Children Succeed», εξηγεί ότι είναι προτιμότερο το παιδί σου να έχει αυτοέλεγχο από το να βγάζει IQ 180.
Tο πείραμα είναι παλιό, αλλά πάντα επίκαιρο. Γνωστό ως «marshmallow experiment» (ας το αποδώσουμε ελεύθερα «πείραμα του ζαχαρωτού»), πραγματοποιήθηκε τη δεκαετία του ’60 από τον Γουόλτερ Μίτσελ, ψυχολόγο στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ. Τα παιδιά που κατάφερναν να επιστρατεύσουν αρκετό αυτοέλεγχο ώστε να μην καταβροχθίσουν αμέσως ένα ζαχαρωτό, αλλά να περιμένουν λίγο – και ως επιβράβευση να καταβροχθίσουν δύο ζαχαρωτά – τα πήγαιναν καλύτερα στο σχολείο, ήταν πιο επιμελείς μαθητές και είχαν καλύτερη εξέλιξη ως ενήλικοι. Δεν ήταν πιο έξυπνα, δεν διέθεταν υψηλότερο IQ από άλλα, λίγο πιο λαίμαργα, παιδιά. Είχαν απλώς καλύτερη γνώση της ζωής. Και πετύχαιναν πιο εύκολα σε αυτή, επειδή ακριβώς κατείχαν τη συγκεκριμένη γνώση.
Ενα παιδί με υψηλό σκορ στα τεστ IQ, αλλά «στραβάδι» συναισθηματικά, δεν έχει πολλές ελπίδες να πετύχει στη ζωή του. Αυτό υποστηρίζει στο νέο βιβλίο του με τίτλο «How Children Succeed: Grit, Curiosity, and the Hidden Power of Character» (εκδ. Houghton Mifflin Harcourt) ο Αμερικανός Πολ Ταφ, δημοσιογράφος και «μάχιμος» ερευνητής, ο οποίος, προτού καθήσει να γράψει, έσπευσε, μεταξύ άλλων, να ζήσει από κοντά αληθινές ιστορίες παιδιών από «ζόρικες» γειτονιές του Σικάγου. Η περιέργεια, η επιμονή, ο αυτοέλεγχος, η αυτοπεποίθηση, το ψυχικό σθένος και η αποφασιστικότητα αποδεικνύονται, σύμφωνα με τον Ταφ, πολύ καλύτερη συνταγή επιβίωσης από τα CDs με ακούσματα «Baby Beethoven» και τα ταχύρρυθμα μαθήματα ρωσικών. Οπως εξηγεί ο ίδιος στο BHmagazino: «Αυτό που με συνάρπασε περισσότερο κατά τη διάρκεια της έρευνας είναι τα στοιχεία που περισυνέλεξα σχετικά με τους απόφοιτους πανεπιστημίου και τις μη γνωστικές ικανότητες. Θεωρώ ότι αντιμετωπίζουμε την απόκτηση του πτυχίου σαν υπόθεση καθαρής εξυπνάδας, και όμως οι μελετητές ανακάλυψαν πρόσφατα ότι κάποια γνωρίσματα του χαρακτήρα είναι στην πραγματικότητα καλύτεροι δείκτες από το IQ προκειμένου να προβλέψει κανείς ποιοι είναι τελικά εκείνοι που θα αποφοιτήσουν. Η ανακάλυψη αυτή με γοήτευσε, επειδή αποδεικνύει ότι μπορούμε να βοηθήσουμε τους νέους ανθρώπους να βελτιώσουν τα ισχυρά στοιχεία του χαρακτήρα τους».
H αποτυχία κάνει καλό
Στο βιβλίο του, που μόλις κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ, ο Ταφ συνδυάζει το επιτόπιο ρεπορτάζ με τις παλαιές και νεότερες επιστημονικές έρευνες. Ανάμεσά τους αυτή της Αντζελα Ντάκγουορθ από το Πανεπιστήμιο της Πενσυλβανίας, η οποία μελέτησε ενδελεχώς το ψυχικό σθένος και την αποφασιστικότητα να φέρει κανείς εις πέρας έναν ακαδημαϊκό στόχο. Επινοώντας, μάλιστα, ένα ειδικό ερωτηματολόγιο, διαπίστωσε ότι το υψηλό σκορ στο σθένος και στην αποφασιστικότητα να επιτύχεις κάτι είναι πιο σημαντικός δείκτης ακόμη και εν συγκρίσει με την ίδια τη νοημοσύνη σου.
Ο Ταφ καταθέτει επίσης αυτό που ψυχολόγοι και νευροεπιστήμονες αγωνίζονται τις τελευταίες δεκαετίες να αποδείξουν. Οτι ο χαρακτήρας του παιδιού δομείται επάνω σε αυτό που η δυτική κοινωνία των γρανιτένιων success stories τρέμει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο: την αποτυχία! Εξηγεί πώς παιδιά από όλα τα κοινωνικά στρώματα σήμερα στις ΗΠΑ στερούνται τελικά εμπειρίες ουσιαστικές για την ανάπτυξή τους σε υγιείς ενηλίκους. Από τη μία πλευρά, τα τέκνα των ευκατάστατων οικογενειών «μονωμένα» από οποιαδήποτε αληθινή δυσκολία ή ματαίωση, περνούν τα πρώτα τους χρόνια μέσα σε αποστειρωμένα playrooms με γιγαντιαία λούτρινα δεινοσαυράκια για να φθάσουν σε μια εξίσου εξωραϊσμένη – καθ’ ότι πλήρως ελεγχόμενη – ενηλικίωση. «Αντιλαμβάνομαι την ανάγκη να προστατεύσουμε τα παιδιά μας από κάθε κίνδυνο» λέει ο Ταφ. «Αυτό, όμως, που ανακαλύπτουμε τώρα είναι ότι τελικά, υπερπροστατεύοντας τα παιδιά μας, τους κάνουμε τελικά μεγαλύτερο κακό. Αν δεν τους δώσουμε τη δυνατότητα να αντεπεξέλθουν στις αληθινές προκλήσεις της ζωής, να πέσουν και να ξανασηκωθούν, τότε τους στερούμε την ευκαιρία να αναπτύξουν τον δικό τους χαρακτήρα». Δεν είναι τυχαίο ότι σήμερα στην Αμερική 19χρονοι υποψήφιοι, κατά τη διάρκεια της συνέντευξης που καλούνται να περάσουν για την εισαγωγή τους σε κάποιο πανεπιστήμιο, ζητούν από τους καθηγητές να τηλεφωνήσουν, για καλύτερη ενημέρωση, στους γονείς τους. Δεν είναι, μάλιστα, λίγοι εκείνοι που, ακόμη και σε συνεντεύξεις για την πρόσληψή τους σε μια εταιρεία, εμφανίζονται αγκαζέ με τη μαμά και τον μπαμπά, οι οποίοι είναι, βέβαια, πιο κατάλληλοι να διαπραγματευτούν με το big boss τον μισθό και τις συνθήκες εργασίας.
H οικογένεια ως εταιρεία
Από την άλλη πλευρά, εξηγεί ο Ταφ, τα παιδιά των φτωχών οικογενειών, που έρχονται από πολύ νωρίς αντιμέτωπα με τα αληθινά προβλήματα – από τον υποσιτισμό και την έλλειψη ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης μέχρι τα δυσλειτουργικά σχολεία και τις βυθισμένες στην παραβατικότητα γειτονιές –, δεν θα δεχτούν την υποστήριξη που χρειάζονται για να μετουσιώσουν τις δυσκολίες αυτές σε προσωπικούς «θριάμβους» που χτίζουν χαρακτήρα. Ητοι, τα πλουσιόπαιδα ζουν ισοβίως με ένα επίχρυσο δίχτυ προστασίας και δεν μαθαίνουν ποτέ πώς να διαχειριστούν την αποτυχία. Από την άλλη πλευρά, τα φτωχόπαιδα βιώνουν συχνά τόσο τραυματικά την πτώση, που δεν ξανασηκώνονται ποτέ.
Οπως μας εξηγεί ο συγγραφέας του βιβλίου, την κατάσταση επιδεινώνει ο λεγόμενος «υπεργονεϊσμός» των τελευταίων ετών, αυτή η γονεϊκή μανία – που αφορά και τους γονείς της μεσαίας τάξης – να έχουμε κάθε λεπτό της ζωής των παιδιών κάτω από διαρκή προγραμματισμό, έλεγχο, επίβλεψη και αξιολόγηση (εκτός, βέβαια, από την ώρα που είναι «παρκαρισμένα» μπροστά στην τηλεόραση ή στο PlayStation). Η σύγχρονη οικογένεια λειτουργεί σαν εταιρεία, εστιάζοντας πάνω από όλα στον τομέα της παραγωγικότητας και των σχολικών επιδόσεων. Οπως αναφέρει η ψυχολόγος-παιδοψυχολόγος Αλεξάνδρα Καππάτου: «Στην Ελλάδα τα τελευταία 20 χρόνια οι γονείς έχουμε βάλει τα παιδιά σε μια κούρσα τελειότητας. Τα τρέχουμε από πολύ μικρή ηλικία σε δραστηριότητες, δεν τους αφήνουμε χώρο και χρόνο να παίξουν και να πειραματιστούν. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα τετράχρονο κοριτσάκι, του οποίου η μαμά επέμενε, εκτός από κολύμβηση, μπαλέτο και αγγλικά, να κάνει και μαθήματα κινεζικών. Τους δίνουμε, δηλαδή, ερεθίσματα και γνώση, αλλά δεν κάνουμε τίποτε για να αναπτύξουμε τη συναισθηματική, την ψυχική πλευρά τους, τα γνωρίσματα εκείνα που θα τα βοηθήσουν να διαχειριστούν την απογοήτευση, τη ματαίωση, τη ζωή τους. Υψώνουμε γύρω τους ένα προστατευτικό τείχος, σε πολλά, μάλιστα, επίπεδα. Συχνά, δεν τα αφήνουμε να διαχειριστούν ούτε τις σχέσεις με τους συνομηλίκους τους, αφού και αυτές είναι κατευθυνόμενες από εμάς. Αντιμετωπίζουν κάποιο πρόβλημα με τον δάσκαλο; Πάλι εμείς σπεύδουμε να “καθαρίσουμε”. Πρέπει να μας απασχολήσει σοβαρά, διότι τα παιδιά εμφανίζουν πλέον από πολύ μικρή ηλικία άγχος, κατάθλιψη, διατροφικές διαταραχές».
Ενδεχομένως η κρίση να βοηθήσει προς τη σωστή κατεύθυνση; «Ας δούμε μήπως, αφήνοντας πίσω τα χρόνια των παροχών, καταφέρουμε να γυρίσουμε σε κάποια μοντέλα πιο ουσιαστικής διαπαιδαγώγησης των παιδιών, βοηθώντας τα να δουν διάφορες αποχρώσεις της ζωής, περνώντας τους αξίες και ιδεολογία». Φτάνει, βέβαια, να κατορθώσουμε παράλληλα να αναχαιτίσουμε και το παλιρροϊκό κύμα της κρίσης που φαίνεται να καταργεί κάθε έννοια «επιτυχίας»: «Την τελευταία χρονιά κυρίως παρατηρώ μια έντονη απαισιοδοξία από μέρους των γονέων» επισημαίνει η κυρία Καππάτου. «Τους ακούω όλο και πιο συχνά να λένε “και να σπουδάσει, τι θα κάνει;”. Φοβάμαι πως αν αυτός ο σκεπτικισμός περάσει και στα παιδιά, θα τους μεταφέρει ένα μήνυμα ακυρωτικό, μηδενιστικό, χωρίς καμιά ελπίδα. Και παιδιά και έφηβοι χωρίς ελπίδα δεν μπορούν να προχωρήσουν».
Παπαδημητρίου Λένα
Πηγή: ΤΟ ΒΗΜΑ
by Αντικλείδι.

Μαρία Ανδρεάδου στις 1 Σεπτεμβρίου 2015

πηγή : http://enallaktikidrasi.com

Γράφει: η Ειρήνη Τζελέπη, Συμβουλευτική Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια, Pg.Dipl., MSc., City University, Λονδίνο

Πόσο κοντά και πόσο μακριά αντέχουμε να είμαστε στις σχέσεις μας; Ποια είναι η απόσταση ασφαλείας που έχουμε ανάγκη προκειμένου να λειτουργούμε στις σχέσεις μας; Τι επιτρέπουμε, τι δεχόμαστε, πόσο δενόμαστε; Γιατί είναι δύσκολη μια ισορροπία σε θέματα εγγύτητας και αυτονομίας;

Στις διαπροσωπικές σχέσεις που δημιουργούμε αντιμετωπίζουμε δυσκολίες ή και πιο έντονα προβλήματα που συχνά έχουν να κάνουν με τη δυσκολία διατήρησης μιας ισορροπίας στη σχέση εγγύτητας και αυτονομίας. Κάποιους ανθρώπους τους νιώθουμε απόμακρους και θα θέλαμε να τους πλησιάσουμε περισσότερο και άλλοι μας πνίγουν και θα θέλαμε να πάρουμε μια απόσταση από την αλληλεπίδραση μαζί τους. Οι φίλοι και οι γνωστοί μας λένε βέβαια πολλές φορές τα ίδια και για εμάς… Το πιο δύσκολο πάντως είναι όταν εμείς οι ίδιοι δεν γνωρίζουμε τι θέλουμε και πόσο «κοντά» ή «μακριά» θέλουμε να είμαστε από τους άλλους… Με τους ίδιους ανθρώπους επίσης πότε νιώθουμε ότι «πνιγόμαστε» και πότε ότι είμαστε μόνοι μας και ότι μας εγκαταλείπουν. Ότι δεν ξέρουμε τι θέλουμε και πώς θα μπορούσαμε να είμαστε πιο ευχαριστημένοι…

Είναι σημαντικό πάντως ξεκινώντας μια τέτοια συζήτηση να κατανοήσουμε ότι τέτοιου είδους διλήμματα και συγκρούσεις δεν λειτουργούν συνήθως σε συνειδητό επίπεδο και μπορεί πράγματι ένας άνθρωπος να μην συνειδητοποιεί την αμφιθυμία του και τους λόγους για τους οποίους τη μια στιγμή έρχεται κοντά και την άλλη απομακρύνεται από τους άλλους ανθρώπους. Τους λόγους για τους οποίους οι άλλοι πότε του φαίνονται «κοντά» και πότε «μακριά». Πολλοί άνθρωποι πραγματικά νιώθουν ότι δεν μπορούν να καταλάβουν τον εαυτό τους και το τι θέλουν και βέβαια τότε είναι ακόμη πιο δύσκολο να επικοινωνήσουν και να ταιριάξουν με τους άλλους. Οι ίδιοι πάντως, που βρίσκονται σε αυτή τη θέση, βιώνουν διαρκώς ένα αίσθημα ανικανοποίητου, άγχος και, κυρίως, ντροπή που δεν γνωρίζουν τον εαυτό τους και δεν μπορούν να δημιουργήσουν «φυσιολογικές» σχέσεις όπως όλοι οι άλλοι.

Όταν δύο άνθρωποι συναντιούνται, κυρίως όταν πρόκειται για τη δημιουργία μιας ερωτικής σχέσης, η συνάντηση αυτή λειτουργεί σαν ένα καλούπι, σαν ένα εμπεριέχον δοχείο στο οποίο ο κάθε συμμετέχων τοποθετεί τον εσωτερικό του κόσμο αλλά και τη δυναμική της σχέσης του ζευγαριού. Ο Γιουνγκ είχε περιγράψει το γάμο ως ένα συναισθηματικό εμπεριέχον δοχείο (Γιουνγκ 1925). Στο δοχείο αυτό συναντιούνται ο ατομικός εσωτερικός κόσμος δύο διαφορετικών ανθρώπων και, κυρίως, η φαντασίωση που έχει δημιουργήσει ο καθένας για το τι σημαίνει «κοντά», «μακριά», σχέση, συντροφικότητα, απομόνωση, εγκατάλειψη κοκ.

Η δύναμη της φαντασίωσης είναι συχνά πιο ισχυρή από τη λογική ή την πραγματικότητα. Γιατί αλλιώς πολλά πράγματα θα μας φαινόντουσαν παράξενα και παράλογα. Πώς αλλιώς μπορούμε να εξηγήσουμε στον εαυτό μας το γεγονός ότι εκεί που ξαφνικά είμαστε καλά με έναν άνθρωπο αρχίζουμε και νιώθουμε ότι «μας πνίγει» η παρουσία του, ενώ βέβαια δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο στην πραγματικότητα. «Είσαι απόμακρος άνθρωπος…», «όλο χάνεσαι…», «πνίγομαι, δεν μπορώ άλλο…», «έχω βαρεθεί…», «είσαι γαντζωμένος πάνω μου…», είναι μερικές από τις εκφράσεις που φανερώνουν τέτοιες δυσκολίες.

Και οι φράσεις αυτές είναι σημαντικές καθώς αποτελούν το βασικό σενάριο βάσει του οποίου διαδραματίζεται μια σχέση μέσα στην καθημερινότητά της. Χαρές, λύπες, ευχάριστα γεγονότα μπορεί να μην βιώνονται και να μην αποδίδουν ευχαρίστηση επειδή η ισορροπία «κοντά» και «μακριά» έχει γείρει προς τη δυσαρέσκεια. Ακόμη πιο δύσκολη βέβαια γίνεται η εύρεση μιας τέτοιας ισορροπίας στα πλαίσια μιας συμβίωσης. Πολλοί εκνευρισμοί και συγκρούσεις κρύβουν ακριβώς μια τέτοια διάσταση.

Οι φαντασιώσεις αυτές δημιουργούνται βέβαια από τη νηπιακή ηλικία και από τον τρόπο που μεγαλώνουμε διαμορφώνουμε αυτά τα «φανταστικά σενάρια ζωής» τα οποία όμως μας επηρεάζουν καθοριστικά. Και οι φαντασιώσεις έχουν πιο μεγάλη δύναμη από την πραγματικότητα καθώς καθορίζουν την καθημερινή μας πραγματικότητα και συχνά ζούμε περισσότερο με αυτές παρά με την αλήθεια ή με την πραγματικότητα.

Και μια συντροφική σχέση αποκτά έτσι μια εξελικτική διάσταση καθώς, όπως φαίνεται, θα πρέπει, μέσα στην πορεία του χρόνου, να μπορέσει να αφομοιώσει και να ισορροπήσει εντάσεις και δονήσεις που προκύπτουν από πολλές αντιθέσεις μέσα στη σχέση προκειμένου να επιβιώσει και να επιτύχει τη συνέχειά της. Οι ανάγκες του ενός συντρόφου έρχονται να συσχετιστούν και να αλληλεπιδράσουν με τις ανάγκες του άλλου: η τάση απομάκρυνσης και η τάση συνύπαρξης, η τάση αυτονομίας αλλά και εξάρτησης, διερεύνησης και ασφάλειας, αγάπης και μίσους, ομοιότητας και διαφοροποίησης και, κυρίως, η τάση αμυντικότητας σε σχέση με την τάση ανάπτυξης και εξέλιξης. (Colman 1993b).

Όλα λοιπόν ξεκινούν ουσιαστικά από το πώς ορίζει ο καθένας το «κοντά» και το «μακριά» σε μια σχέση. Γιατί αυτό τον ορισμό, αυτή τη φαντασίωση όπως προαναφέρθηκε, θα φέρει ο καθένας και θα «τοποθετήσει» μέσα στη σχέση. Η σχέση εγγύτητας που αναπτύσσουμε με τους άλλους ανθρώπους διαμορφώνεται από τα πρώτα χρόνια της ζωής μας και καθόλα τα στάδια ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης του ανθρώπου.

Ο τρόπος με τον οποίο ο γονέας που μας φροντίζει καλύπτει τις συναισθηματικές μας ανάγκες είναι καθοριστικός. Ακόμη και από τα πρώτα στάδια του θηλασμού ο τρόπος με τον οποίο η μητέρα μας φροντίζει, μας παρέχει την τροφή και ανταποκρίνεται στις ανάγκες μας ή, σε αντίθετη περίπτωση, ακολουθεί ένα δικό της πρόγραμμα με βάση τις δικές της ανάγκες, είναι σημαντικός. Ακόμη και από αυτή τη διαδικασία δημιουργούμε μια εικόνα, μια αίσθηση για τον κόσμο γύρω μας και το περιβάλλον γίνεται φιλικό ή εχθρικό, μας γεμίζει αμφιθυμία ή τάση να το καταπιούμε για να το καταστρέψουμε… Να εδώ οι πρώτες αισθήσεις, οι πρώτοι ορισμοί του «κοντά» και του «μακριά» στη ζωή μας…

Και προχωρώντας και σε επόμενα στάδια οι εμπειρίες μας μάς διαμορφώνουν και έτσι διαμορφώνονται και οι άμυνές μας στη συναισθηματική εγγύτητα. Εάν, για παράδειγμα, σε μια οικογένεια επικρατεί υπέρμετρη τάση εκλογίκευσης μπορεί, μεγαλώνοντας με αυτό τον τρόπο, να μην έχουμε μάθει να είμαστε σε επαφή με τα συναισθήματά μας και να νιώθουμε ότι η εμπειρία της συναισθηματικής έκφρασης και εγγύτητας μας κατακλύζει και δεν μπορούμε να την διαχειριστούμε.

Ή, μπορεί να έχουμε δημιουργήσει την πεποίθηση ότι όταν ανοιγόμαστε και εμπιστευόμαστε έναν άνθρωπο αυτός θα μας προδώσει. Σημαντικό είναι επίσης το πώς έχουμε βιώσει τη σωματική έκφραση και το χάδι καθώς μεγαλώναμε. Ήταν κάτι που μπορούσε να μας «διαπεράσει» και να μας αγγίξει ψυχικά ή ήταν απλά μια «παραβίαση» στην οποία είχαμε ανάγκη να κλειστούμε και να αμυνθούμε;

Δύο κυρίως φόβοι μπορεί να προκύψουν: ο φόβος της ισοπέδωσης της προσωπικότητας και ο φόβος της εγκατάλειψης. Εάν ένα άτομο έχει μεγαλώσει σε μια οικογένεια στην οποία οι γονείς ήταν ιδιαίτερα καταπιεστικοί και δεν άφηναν περιθώρια ανεξαρτητοποίησης στα παιδιά τους, τότε αυτό το παιδί μεγαλώνοντας, κάθε φορά που θα έρχεται πιο «κοντά» με έναν άλλο άνθρωπο, θα νιώθει άγχος και την τάση να απομακρυνθεί από τη συντροφικότητα. Επίσης, αν κάποιος έχει νιώσει στην παιδική του ηλικία συναισθηματικά εγκαταλελειμμένος από τους γονείς του, μπορεί κάθε φορά που θα απομακρύνεται ο/η σύντροφός του να νιώθει ότι τον/ην εγκαταλείπουν. Κι έτσι να γαντζώνεται από το σύντροφό του. Αυτοί οι δύο άνθρωποι όμως ορίζουν και με πολύ διαφορετικό τρόπο το «κοντά» και το «μακριά» στη σχέση τους.

Στον πυρήνα όμως κάθε τέτοιας ενδοψυχικής συγκρουσιακής κατάστασης, είτε πρόκειται προς την κατεύθυνση της εγγύτητας είτε της απομάκρυνσης, κείτεται πάντα και εντοπίζεται η έντονη επιθυμία για μια σχέση εγγύτητας με ένα σημαντικό πρόσωπο αλλά και ενός αυτόνομου «εγώ» που μπορεί να επιβιώσει μόνο του. Αυτή όμως η επιθυμία και η προσμονή γεννούν άγχος καθώς η εγγύτητα γεννά αυτόματα το φόβο ότι ο σημαντικός «άλλος» θα μας «καταπιεί», θα μας επιβληθεί και θα μας αφομοιώσει κι έτσι θα χάσουμε όχι μόνο την αυτονομία μας αλλά τον ίδιο μας τον εαυτό.

Έτσι, τότε, θέλουμε να απομακρυνθούμε για να καταλαγιάσουμε το άγχος που έχει γεννηθεί, αλλά η απομάκρυνση γεννά τότε το φόβο της εγκατάλειψης και ότι θα χάσουμε τον άλλο και θα μείνουμε μόνοι μας μην μπορώντας πλέον να επιβιώσουμε. Αντιμέτωποι με αυτή τη σύγκρουση αρχίζουμε και νιώθουμε αμφιβολία και έντονη αμφιθυμία για τον ίδιο μας τον εαυτό, για τον άλλο στον οποίο συχνά μεταφέρεται αυτή η σύγκρουση και για τη σχέση. Το άτομο που βιώνει αυτή την αμφιθυμία βρίσκεται στην πολύ δυσάρεστη θέση θα μπορούσε να πει κανείς να βρει έναν τρόπο για να αγαπάει και να μισεί ταυτόχρονα το ίδιο πρόσωπο, και να είναι «κοντά» και «μακριά» ταυτόχρονα. Είναι πράγματι πολύ δύσκολο, εξαντλητικό και ουσιαστικά χωρίς διέξοδο… (Cleavely 1993).

Ο ρόλος των αμυνών

Και δεν είναι μόνο που οι δύο σύντροφοι ξεκινώντας να είναι μαζί φέρουν και τοποθετούν στη σχέση τις φαντασιώσεις τους για το «κοντά» και το «μακριά» αλλά και για το τι σημαίνει μια ισορροπημένη σχέση για τους ίδιους, παράλληλα έχει ο καθένας και τις δικές του άμυνες με τις οποίες καταρχήν επιλέγει σύντροφο αλλά και στη συνέχεια διαχειρίζεται τη σχέση. Με άλλα λόγια και οι άμυνες που έχει ο καθένας ορίζουν επίσης το «κοντά» και το «μακριά».

Ο Daniell (1985) αναφέρει, για παράδειγμα, ότι δεν είναι λίγες οι φορές που ενώ οι δύο σύντροφοι σε συνειδητό επίπεδο επιλέγουν ο ένας τον άλλον για τις «καλές» του πλευρές, συχνά ασυνείδητα επιλέγουν κάποιον με παρόμοιο βαθμό ανωριμότητας. Και, συχνά, όταν αυτά τα ελκυστικά κομμάτια του άλλου δεν είναι πια ελκυστικά αλλά απωθητικά, τότε αποκαλύπτεται ότι αυτά που μας τράβηξαν αρχικά στον άλλον ήταν ουσιαστικά μη επιθυμητά και απεχθή κομμάτια του ίδιου μας του εαυτού.

Συχνά αναφέρεται ότι η εκλογίκευση είναι μια σημαντική άμυνα στη σχέση μεταξύ δύο συντρόφων, η τάση δηλαδή να απομακρύνεται κανείς μέσω της λογικής εξήγησης από τις δυσκολίες αλλά, κυρίως, από τη συναισθηματική εγγύτητα που προκύπτει μέσα στη σχέση, αλλά και η άμυνα της εξιδανίκευσης είναι επίσης σημαντική. Παρόλα αυτά, η ψυχολογική άμυνα της προβολής δημιουργεί ακόμη μεγαλύτερες δυσκολίες και σε ακραίες καταστάσεις μπορεί να προβληθούν τόσο μεγάλα κομμάτια από τη μία προσωπικότητα στην άλλη που η μία να φτωχαίνει και να εκμηδενίζεται τόσο πολύ ενώ η άλλη να έχει επικρατήσει μέσα στη σχέση.

Σε αυτή την περίπτωση, το τι είναι ο καθένας μέσα στη σχέση και το τι έχει προβληθεί από τον ένα στον άλλο μπερδεύονται τόσο πολύ που οι δύο σύντροφοι παύουν να υφίστανται ως αυτόνομες οντότητες. Δημιουργείται πολύ έντονο άγχος προκειμένου να διατηρηθεί μια ισορροπία και σίγουρα επικρατεί μεγάλη σύγχυση γιατί κανείς πια δεν μπορεί να διακρίνει και να ξεκαθαρίσει τίποτα. Πρέπει να πάει πιο «κοντά» ή πιο «μακριά», και πόσο «κοντά» και πόσο «μακριά»; Αυτά τα ζευγάρια βιώνουν μια διαρκή ένταση και δεν μπορούν να εντοπίσουν τι ακριβώς δημιουργεί τόσο μπέρδεμα αλλά και το παρατεταμένο άγχος που βιώνουν (Daines & Perrett 2000).

Ας δούμε όμως ποια προβλήματα μπορεί να προκύψουν στα πλαίσια μιας σχέσης και πώς εκδηλώνονται:

Σχιζοειδικός φόβος εγκόλπωσης και μοναχικότητας

Η ενδοψυχική σύγκρουση του φόβου της εγκόλπωσης και του φόβου της μοναχικότητας δημιουργούν πολύ έντονα προβλήματα στην προσπάθεια δημιουργίας μιας σχέσης εγγύτητας. Ο Guntrip περιγράφει ως σχιζοειδικό συμβιβασμό την περίπτωση που το άτομο καταλήγει να ταλαντεύεται ανάμεσα σε δύο αντικρουόμενους φόβους: το φόβο της απομόνωσης στην ανεξαρτησία με απώλεια του «εγώ» σε ένα κενό εμπειρίας, και το φόβο του δεσίματος, της δέσμευσης ή της φυλάκισης και απορρόφησης στην προσωπικότητα του οποιουδήποτε σημαντικού «άλλου» κατατρέχει για προστασία (Guntrip 1968).

Συχνά μια ψυχική λύση σε αυτές τις περιπτώσεις είναι η αποκοπή από το συναίσθημα και οι δύο σύντροφοι μπορεί, για παράδειγμα, να ζουν μαζί, να συνυπάρχουν κλπ., αλλά να μην συνδέονται συναισθηματικά και να μην νιώθει κανείς γεμάτος και ικανοποιημένος συναισθηματικά μέσα στη σχέση. Ο καθένας κατά βάση νιώθει μόνος και «άδειος» και σαν να μην γνωρίζει τον άλλο σε ψυχικό επίπεδο… Συχνά επίσης εκδηλώνονται προβλήματα στη σεξουαλική δραστηριότητα και αναφέρονται παρακάτω.

Σύγκρουση μεταξύ της ανάγκης για συγχώνευση και της ανάγκης για διαφοροποίηση

Σε πολλές περιπτώσεις συναντούμε σχιζοειδικά στοιχεία που είναι πολύ λιγότερο εμφανή και έντονα αλλά, παρόλα αυτά, εκφράζονται μέσα από μια σύγκρουση μεταξύ της ανάγκης για πιο «κοντά» αλλά και διαφοροποίησης από τον άλλο μέσα στη σχέση. Οι δύο σύντροφοι σε αυτή την περίπτωση μπορεί για παράδειγμα να ρυθμίζουν την κοινή τους ζωή με τέτοιο τρόπο ώστε να εμπεριέχει μια προσπάθεια εξισορρόπησης των φόβων αυτών. Σε αυτές τις περιπτώσεις, για παράδειγμα, συχνά χρησιμοποιούνται ως δικαιολογία οι οικογενειακές υποχρεώσεις ή οι επαγγελματικές και οικονομικές υποχρεώσεις για να δικαιολογήσουν το γεγονός ότι το ζευγάρι δεν βρίσκει αρκετό χρόνο για το ίδιο και για να είναι οι δύο σύντροφοι μαζί.

Κατά βάθος όμως οι παράγοντες αυτοί χρησιμοποιούνται για να «ρυθμίζουν» ουσιαστικά τα επίπεδα εγγύτητας και διαφοροποίησης που χρειάζεται η σχέση. Συχνά επίσης μια εξωσυζυγική σχέση μπορεί να αποτελεί τη «λύση» σε μια τέτοια προσπάθεια εξισορρόπησης και δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις συντρόφων που έχουν ανάγκη να υπάρχει και ένα «τρίτο πρόσωπο» προκειμένου να αντέχουν το φόβο εγγύτητας και συγχώνευσης.

Συναισθηματική εξάρτηση

Εδώ πρόκειται για περιπτώσεις ζευγαριών που, όπως χαρακτηριστικά θα λέγαμε, «μαζί δεν κάνουν και χώρια δεν μπορούν». Στη σχέση αυτή οι δύο σύντροφοι νιώθουν ότι πρέπει να χωρίσουν αλλά ότι δεν μπορούν γιατί ο καθένας νιώθει ότι δεν μπορεί να επιβιώσει συναισθηματικά μόνος του. Δεν πρόκειται ουσιαστικά για τα συναισθήματα που υπάρχουν μεταξύ τους αλλά για ένα αίσθημα ανημποριάς και κενού που βιώνει ο καθένας αν καν φανταστεί τον εαυτό του μόνο του. Έτσι και οι δύο νιώθουν βαθιά δυσαρεστημένοι με τον εαυτό τους και όλο γκρινιάζουν και, ουσιαστικά, η γκρίνια και το παράπονο αφορούν περισσότερο την αίσθηση ανημποριάς που βιώνουν και δεν μπορούν να νιώσουν πιο δυνατοί και να σταθούν στα πόδια τους. Γκρινιάζουν στον άλλο ενώ τους φταίει ο ίδιος τους ο εαυτός.

Η παραμικρή προσπάθεια απομάκρυνσης του άλλου εκλαμβάνεται όχι απλά ως απουσία αλλά ως απειλή. Επικρατεί μια αόρατη απαίτηση να συμφωνούν σε όλα και μπορεί να καταναλώνουν όλη την ημέρα τους στην προσπάθεια να βρουν λύση ακόμη και σε ασήμαντα ζητήματα που προκύπτουν. Τα όρια του καθενός δεν υπάρχουν, έχουν παραβιαστεί, και η κατάσταση θα μπορούσε να πει κανείς μεταφορικά ότι μοιάζει με «σαλάτα» στην οποία βέβαια όλα είναι ανακατεμένα και μπερδεμένα.

Η εκδήλωση σεξουαλικών προβλημάτων

Τα παραπάνω διλήμματα και ερωτηματικά δεν θα μπορούσαν να μην καταλήγουν και να μην αντανακλώνται και στη σεξουαλική ζωή του ζευγαριού που αποτελεί τον καθρέφτη και το θερμόμετρο ουσιαστικά της βαθύτερης δυναμικής του. Γιατί στα πλαίσια της σεξουαλικής δραστηριότητας εκφράζεται η ασυνείδητη πλευρά του εαυτού μας και, παράλληλα, το σεξ αποτελεί ένα σημαντικό πεδίο στο οποίο μπορούμε να διεκδικήσουμε αυτό που επιθυμούμε συναισθηματικά από τη σχέση (επιβεβαίωση, αναγνώριση, σιγουριά).

Πολλά από τα διλήμματα που προαναφέρθηκαν σχετικά με το «κοντά» και «μακριά», τη συγχώνευση και τη διαφοροποίηση μπορεί να εκφράζονται με μια διαφορά σεξουαλικής επιθυμίας ανάμεσα στο ζευγάρι. Για παράδειγμα, ένας σύντροφος μπορεί να επιθυμεί πιο συχνά σεξουαλική επαφή όταν νιώθει ότι ο άλλος απομακρύνεται από κοντά του, ή όταν επιθυμεί επιβεβαίωση ότι είναι επιθυμητός από τον άλλο μέσα στη σχέση. Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα εδώ αποτελεί η περίπτωση που η ερωτική επιθυμία ανάμεσα στους δύο συντρόφους μειώνεται μόλις το ζευγάρι αποφασίσει να προχωρήσει σε βήματα πιο ουσιαστικής δέσμευσης και αποκλειστικότητας. Η «απομάκρυνση» από τη σεξουαλική δραστηριότητα σε αυτή την περίπτωση επιφέρει μια «απόσταση» ανάμεσα στο ζευγάρι απαραίτητη προκειμένου να διατηρηθούν τα όρια εαυτού του καθενός που τώρα έχουν απειληθεί από την προοπτική της μεγαλύτερης δέσμευσης.

Αλλά και άλλα παραδείγματα είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικά (Daines & Perrett 2000): Ένα άτομο μπορεί να βλέπει τις σεξουαλικές σχέσεις απλά σαν μια εμπειρία μην μπορώντας να συνδεθεί με καμία έννοια συναισθήματος ή αγάπης ή ακόμη και με τον ίδιο του τον εαυτό κατά την εμπειρία της σεξουαλικής πράξης. Σε άλλες περιπτώσεις, μπορεί κανείς να νιώθει ότι κατακλύζεται η ύπαρξή του από τη σεξουαλική επαφή με ένα άλλο άτομο και να νιώθει την ανάγκη να απομακρυνθεί/ εξαφανιστεί μετά από μια τέτοια εμπειρία. Η εμπειρία βέβαια σε αυτή την περίπτωση για το άλλο άτομο που την εισπράττει είναι ιδιαίτερα δύσκολη.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, όπως καταλαβαίνουμε, ουσιαστικά δεν επενδύουμε στο άλλο άτομο και δεν του/ ης επιτρέπουμε, από το φόβο της εγγύτητας, να αποτελέσει, μέσα από τη σεξουαλική συνένωση, ένα σημαντικό εσωτερικό αντικείμενο για εμάς. Ο άλλος αποτελεί περισσότερο ένα αντικείμενο ανάγκης παρά επιθυμίας. Ουσιαστικά, το άτομο τελικά δεν μπορεί να συνδέσει το σεξ με το συναίσθημα. Γιατί, πράγματι, η ένωση σεξ και συναισθήματος επιφέρει την απόλυτη εγγύτητα.

Και, τέλος, θα πρέπει να αναφερθούν εδώ ότι και πολλά συμπτώματα σεξουαλικής δυσλειτουργίας που υποκρύπτουν τη δυναμική που προαναφέρθηκε. Για να το κατανοήσουμε αυτό καλύτερα, μπορούμε να φανταστούμε την εικόνα ενός ανθρώπου που ενώ ετοιμάζεται να μπει στην κατάσταση διέγερσης της σεξουαλικής επαφής, η οποία αποτελεί αναμφισβήτητα ένα άνοιγμα σε συναισθηματικό και σωματικό επίπεδο, εκείνος μπαίνει μπερδεμένος, φοβισμένος και ουσιαστικά αμυνόμενος. Η αντιφατική αυτή συναισθηματική κατάσταση είναι φυσικό να δημιουργήσει προβλήματα και, τελικά, την εκδήλωση σεξουαλικής δυσλειτουργίας.

Για παράδειγμα, μια γυναίκα που δεν μπορεί, ή φοβάται να «αφεθεί» συναισθηματικά στη σχέση της με έναν άντρα και δεν εμπιστεύεται γενικότερα τους άντρες μπορεί, κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής, να αρχίσει να χάνει τη διέγερσή της, να αποσπάται εύκολα η προσοχή της, να γίνεται επικριτική, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ολοκληρώσει τη σεξουαλική πράξη.

Ή, ένας άντρας που νιώθει αμφιθυμία για τη σχέση του μπορεί να εκδηλώσει μια στυτική δυσλειτουργία «εξασφαλίζοντας» έτσι ένα πάγωμα της σχέσης και μια συναισθηματική απόσταση από την εκάστοτε σύντροφο μιας και η σχέση δεν μπορεί να ολοκληρωθεί και να προχωρήσει περισσότερο. Τέλος, στο σύμπτωμα της καθυστερημένης εκσπερμάτισης συχνά συναντά κανείς το φόβο του θανάτου και της μοναχικότητας, οπότε μια παρατεταμένη σεξουαλική συνεύρεση διασφαλίζει την εγγύτητα με τη σύντροφο παρατεταμένα.

Κλείνοντας θα πρέπει να τονιστεί ότι είναι δύσκολο να διαχειριστεί κανείς αυτές τις δύσκολες ισορροπίες και μπορεί εύκολα να χαθεί στα μονοπάτια μια ενδοψυχικής σύγκρουσης που δεν οδηγεί κάπου εποικοδομητικά. Είναι σημαντικό, σε τέτοιες διαδικασίες, κύριος οδηγός να είναι το συναίσθημά μας: το πώς νιώθουμε, πώς περνάμε, πώς βιώνουμε τον εαυτό μας και την εξέλιξή του στη ζωή κοκ., και μόνο αυτό μπορεί να μας υποδεικνύει με εμπιστοσύνη αν είμαστε σε ένα δρόμο εποικοδομητικό ή πρέπει κάτι να αναθεωρήσουμε στον εαυτό μας και στη σχέση μας.

Τέλος, αν νιώσουμε ότι έχουμε μπερδευτεί πάρα πολύ και ότι βρισκόμαστε διαρκώς σε μια αμφιταλάντευση και αμφιθυμία που δεν οδηγούν πουθενά, όλα αυτά αποτελούν μια ένδειξη ότι κάπου αλλού έγκειται το πρόβλημα και ότι πρέπει να σταματήσουμε να κοιτάμε το δέντρο και να ασχοληθούμε περισσότερο με το δάσος. Να κάνουμε ένα βήμα αποστασιοποίησης από τα ατελείωτα διλήμματα που γεννά η αμφιθυμία μας για να μπορέσουμε «να δούμε» πιο καθαρά ή και να ζητήσουμε επαγγελματική βοήθεια που θα μας βοηθήσει να αποκτήσουμε μια άλλη οπτική στα πράγματα. Το να πηγαίνουμε μπρος πίσω συνεχώς στις σκέψεις και τις αποφάσεις μας δεν οδηγεί πια κάπου, αυτό το έχουμε κάνει ήδη και έχουμε κουραστεί αρκετά… Ας σταματήσουμε για λίγο, ας κάνουμε ένα βήμα έξω από το φαύλο κύκλο της αμφιθυμίας για να δούμε λίγο πιο καθαρά τα πράγματα…

Βιβλιογραφία:

-Colman W. (1993b). The individual and the couple. In S. Rusczzynski (ed.), Psychotherapy with couples. London: Karnac, pp. 126-41.
-Cleavely E. (1993). Relationships: Interaction, defences and transformation, in S. Rusczzynski (ed.), Psychotherapy with Couples. London: Karnac, pp. 55-69.
-Daines Brian & Perrett Angelina (2000). Psychodynamic Approaches to Sexual Problems. Buckingham & Philadelphia: Open University Press, pp. 72-74.
-Daniell, D. (1985). Marital therapy: The psychodynamic approach, In W. Dryden (ed.), Marital therapy in Britain. London: Ηarper & Row, pp. 169-94.
-Guntrip H. (1968). Schizoid Phenomena, Object Relations and the Self. London: Karnac, pp. 291.
-Jung C.G. (1925). Marriage as a psychological relationship. The collected works of C.G Jung, vol. 17 (1954). London: R.K.P. pp. 189-201.

psychologynet.gr

 

Μαρία Ανδρεάδου στις 30 Αυγούστου 2015

Στο πλακόστρωτο του πίσω δρόμου το φεγγάρι λιμνάζει
σιωπηλό κι ο φίλος μας τα περασμένα αναπολεί.
Τότε που του αρκούσε μια τυχαία συνάντηση
για να μη νιώθει πλέον μόνος.
Τότε, που του άρεσε ν’ αγναντεύει το φεγγάρι
και να ρουφάει της νύχτας τ’ αρώματα.
Μα πιο γλυκό, θυμάται, ήταν το άρωμα της γυναίκας
Που θα συναντούσε, η σύντομη περιπέτεια στην ετοιμόρροπη σκάλα.
Η γαλήνια κάμαρη και η επιθυμία να ζήσει εκεί για πάντα
Γέμιζαν την καρδιά του. Ύστερα, κάτω από το φως του φεγγαριού,
με μεγάλες αργόσυρτες δρασκελιές θα επέστρεφε, ευτυχισμένος.

Εκείνο τον καιρό ήταν ο καλύτερος φίλος του εαυτού του.
Ξυπνούσε το πρωί και σηκωνόταν απ’ το κρεβάτι
ξανασμίγοντας με το κορμί του και τις αναμνήσεις του.
Του άρεσε να βγαίνει έξω στη βροχή ή να την αράζει στον ήλιο
να χαζεύει την κίνηση του δρόμου
και να πιάνει κουβέντα με τους περαστικούς.
Ήταν πεπεισμένος ότι μπορούσε ν’ αλλάζει επάγγελμα κάθε πρωί,
μέχρι την τελευταία ημέρα της ζωής του.
Μετά, αποκαμωμένος, άραζε κάπου για να κάνει το τσιγάρο του.
Τότε, θυμάται, η μεγαλύτερη ικανοποίηση ήταν να είναι μόνος.

Πάει, γέρασε ο φίλος μας, και θα ’θελε ένα σπίτι ζεστό,
θα ’θελε να βγαίνει τις βόλτες του το βραδάκι
και να την αράζει στο πλακόστρωτο χαζεύοντας το φεγγάρι,
αλλά, σα γυρνάει σπίτι, να βρίσκει μια γυναίκα αφοσιωμένη,
μια γυναίκα γαλήνια, να τον περιμένει υπομονετικά.
Πάει, γέρασε ο φίλος μας, και η μοναξιά του ’γινε βάρος.
Οι περαστικοί διαβάτες είναι πάντα οι ίδιοι· ο ήλιος
και η βροχή, απαράλλακτοι· και το χάραμα, έρημος.
Δεν αξίζει τον κόπο να παιδεύεται κανείς πλέον,
και να βγαίνει έξω στη φεγγαράδα, άμα κανείς δεν τον περιμένει,
αλήθεια σας λέω, δεν αξίζει τον κόπο.

(μετάφραση :  Σπύρος Δόικας)  / πηγή : http://yannisstavrou.blogspot.gr

photo Maria Andreadou

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 23 Αυγούστου 2015

Μανόλης Αναγνωστάκης, «Όταν σφυρίζουν τα πλοία…»

 

Θυμάσαι που σου’λεγα : όταν σφυρίζουν τα πλοία μην είσαι στο λιμάνι .

Μα η μέρα που έφευγε ήτανε δικιά μας και δεν θέλαμε ποτέ να την αφήσουμε .

 

Ενα μαντήλι πικρό θα χαιρετά την ανία του γυρισμού

Κι’έβρεχε αλήθεια πολύ κι’ήτανε έρημοι οι δρόμοι

Με μιά λεπτήν ακαθόριση χινοπωριάτικη γεύση

Κλεισμένα παράθυρα κι’οι άνθρωποι τόσο λημονησμένοι

-Γιατί μας άφησαν όλοι ; Γιατί μας άφησαν όλοι ; Κι’έσφιγγα τα χέρια σου

 

Δεν είχε τίποτα τ’αλλόκοτο η κραυγή μου .

 

… Θα φύγουμε κάποτε αθόρυβα και θα πλανηθούμε

Μες στις πολύβοες πολιτείες και στις έρημες θάλασσες

Με μιά επιθυμία φλογισμένη στα χείλια μας

Είναι η αγάπη που γυρέψαμε και μας την αρνήθηκαν

Ξεχνούσες τα δάκρυα , τη χαρά και τη μνήμη μας

Χαιρετώντας λευκά πανιά π’ανεμίζονται .

Ισως δε μένει τίποτ’άλλο παρά αυτό να θυμόμαστε .

Μες στην ψυχή μου σκιρτά το εναγώνιο . Γιατί .

Ρουφώ τον αγέρα της μοναξιάς και της εγκατάλειψης

Χτυπώ τους τοίχους της υγρής φυλακής μου και προσμένω απάντηση

 

Κανείς δεν θ’αγγίξει την έκταση της στοργής και της θλίψης μου .

 

Κι’εσύ περιμένεις ένα γράμμα που δεν έρχεται :

Μιά μακρινή φωνή γυρνά στη μνήμη συ και σβήνει

Κι’ένας καθρέφτης μετρά σκυθρωπός τη μορφή σου

Τη χαμένη μας άγνοια , τα χαμένα φτερά .

 

-Οδυσσέας Ελύτης, «Το τρελοβάπορο»

 

«Βαπόρι στoλισμένo βγαίνει στα βουνά

κι αρχίζει τις μανούβρες «βίρα-μάινα»

Την άγκυρα φουντάρει στις κουκουναριές

φορτώνει φρέσκο αέρα κι απ’ τις δυο μεριές

Είναι από μαύρη πέτρα κι είναι απ’ όνειρο

κι έχει λοστρόμο αθώο ναύτη πονηρό

Από τα βάθη φτάνει τους παλιούς καιρούς

βάσανα ξεφορτώνει κι αναστεναγμούς

Έλα Χριστέ και Κύριε λέω κι απορώ

τέτοιο τρελό βαπόρι τρελοβάπορο

Χρόνους μας ταξιδεύει δε βουλιάξαμε

χίλιους καπεταναίους τους αλλάξαμε

Κατακλυσμούς ποτέ δε λογαριάσαμε

μπήκαμε μεσ’ στα όλα και περάσαμε

Κι έχουμε στο κατάρτι μας βιγλάτορα

παντοτινό τον Ήλιο τον Ηλιάτορα!»

(Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας, «Το τρελοβάπορο»)

 

ARTUR RIMBAUD. «ΤΟ ΜΕΘΥΣΜΕΝΟ ΚΑΡΑΒΙ»

 

Σε Ποταμούς ατάραχους καθώς αργοκατέβαινα,

μ’ αφήκαν αρυμούλκητο οι αγγαρεμένοι ανθρώποι:

Κάποιοι έξαλλοι Ερυθρόδερμοι, γυμνούς αφού τους κάρφωσαν

στα παρδαλά τους ξόανα, τους τόξευαν κατόπι.

 

Έγνοια καμμιά για πλήρωμα δεν είχα εγώ, γεννήματα

φλαμανδικά κι εγγλέζικα μπαμπάκια είχα φορτίο.

Μιά και με τους ανθρώπους μου τελειώσαν τα καθέκαστα,

όπου ’θελα κι οι Ποταμοί μ’ αφήκανε να φύγω.

 

Παιδί εγώ κακοτράχαλο, του κεφαλιού μου κάνοντας,

πέρσυ το μισοχείμωνο ρίχτηκα μες στο σάλο

τον άγριο των παλιρροιών! Και του έκπλου μου οι Χερρσόνησες

δε θα θυμούνται αναβρασμό ποτέ τους πιο μεγάλο.

 

Η καταιγίδα ευλόγησε τις ναυτικές αγρύπνιες μου.

Δέκα νυχτιές, λαφρή φελλό, χωρίς ν’ αποθυμήσω

το ηλίθιο μάτι των φανών, με χόρεψαν τα κύματα

που μοίρα τους ν’ αργοκυλάν από πνιγμένους πίσω.

 

Πράσινο αφρόν ερούφηξεν η πλώρη μου η ελάτινη,

σαν το χυμό ξυνόμηλου παιδί όταν το δαγκώνει,

από κρασιά κι απ’ έμετους μ’ εξέπλυνεν η θάλασσα,

σκορπώντας μου στη μάνητα κι αρπάγες και τιμόνι.

 

Και τότε ήταν που λούστηκα στο γαλατένιο αστρόχυτο

θαλάσσιο ποίημα, τους βυθούς ρουφώντας, που συμβαίνει

κάποτε εκεί, κατάχλωμο κι εκστατικό ναυάγιο,

ένας πνιγμένος σκεφτικός να σιγοκατεβαίνει,

 

όπου τις κυανότητες αιφνίδια χρωματίζοντας,

ντελίρια κι αργοί ρυθμοί, φωτός χρυσοπλημμύρες,

οι πικραμένες του έρωτος εξάψεις συφλογίζονται,

δριμύτερες κι από τ’ αλκοόλ κι απ’ τις πλατιές σας λύρες!

 

Οι ξεσκισμένοι απ’ αστραπές γνωστοί μού είν’ ουρανόθολοι

τα ρέματα κι οι σίφουνες, γνωστό μου και το βράδι

κι η αυγή που σα φτερούγισμα περιστερών είν έξαλλη,

κι είδα όσα νόμισε γνωστά τ’ ανθρώπινο κοπάδι.

 

Την πράσινη ονειρεύτηκα νυχτιά, τα έκθαμβα χιόνια της,

στα μάτια του νερού φιλιών μετάδοση αργοπόρων,

τον κυκλισμό των άρρητων χυμών και την εγρήγορση

τη γαλανή και κίτρινη των ωδικών φωσφόρων.

 

Τον ήλιο είδα κατάστιχτο με φρίκες υπερκόσμιες

ν’ αλλάζει νέφη δυσμικά σε πάγους ιοχρόους,

τα κύματα να στέλνουνε κατάμακρα τα ρίγη τους

καθώς οι αρχαίοι ερμηνευτές της τραγωδίας τους γόους.

 

Μήνες οι φουσκοθαλασσιές να τρων το βράχο αγνάντεψα,

δαμάλινες αφρίζουσες μεγάλες υστερίες,

ξέροντας πως του Ωκεανού το ρύγχος δεν θα δάμαζαν

οι φωτοβηματίζουσες θαλασσινές Μαρίες.

 

Σ’ αφάνταστες εξόκειλα Φλωρίδες που συνταίριαζαν

άνθη με μάτια πάνθηρων, δέρματα των αγρίων

μ’ ουράνια τόξα, χαλινούς που ώς κάτω στον ορίζοντα

τεντώνανε να συγκρατούν πλήθη γλαυκών ποιμνίων.

 

Βρώμικα είδα βαλτόνερα, τεράστια καλαμόκλουβα,

μέσα τους ένα ολάκερο Λεβιάθαν να σαπίζουν,

σφοδρά νεροποντίσματα μέσα σε αγέλες βόνασων,

σ’ αβύσσους καταρραχτικά τα μάκρη να γκρεμίζουν.

 

Ήλιους θαμπούς, πάγους, νερά μαργάρινα, διάπυρους

ουρανούς και ξεβράσματα σε μυχούς κόλπων όπου

τ’ αφανισμένα από κοριούς γιγάντια φίδια πέφτουνε

δυσώδη πάν’ απ’ τα ραιβά ξερόδεντρα του τόπου.

 

Θ’ αποθυμούσα νά ’δειχνα στα παιδιά τα χρυσόψαρα,

τα ωραία τα ψάρια τα ωδικά του γαλανού αυτού πλάτους.

Άνθινοι αφροί κυλήσανε και με κατευοδώσανε

κι άρρητοι ανέμοι κάποτες μού εδώσαν τα φτερά τους.

 

Κι άλλοτε πάλι η θάλασσα, ζωνών και πόλων μάρτυρας,

με του λυγμού της το ρυθμό καθώς γλυκοκυλούσα,

μου ανέβαζεν ανθούς σκιών τίς κίτρινές της μέδουσες

και σα γυναίκα που έπεσε στα γόνατα ηρεμούσα.

 

Χερσόνησος λικνίζοντας στις όχθες μου τις έριδες,

την κόπρο κιτρινόφθαλμων πουλιών που εθορυβούσαν,

κι έλαμνα ενώ κατέβαιναν απ’ τα σχοινιά μου ανάμεσα

πνιγμένοι που το λίκνο τους στα βάθη αποζητούσαν…

 

Λοιπόν, ναυάγιο τέτοιο εγώ, κάτ’ απ’ ορμίσκων πλόκαμους,

σε μοναξιές που εχάθηκεν άπτερου αιθέρα ερήμου,

εγώ που των Χανσεατών τα πλοία κι οι Μονίτορες

το μεθυσμένο από νερό θ’ απόφευγαν σκαρί μου,

 

λεύτερο πια, μενεξελιά φορώντας ομιχλώματα,

εγώ που τους πλινθόχρωμους τρυπούσα ουρανοθόλους,

ήλιου λειχήνες έμπλεο και βλέννες κυανότητας,

είδη πολύ επιθυμητά στους ποιητές σας όλους,

 

πού ’φευγα με μηνοειδείς ηλεχτρικές κατάστιχτο,

τρελή σανίδα ιππόκαμποι που την ακολουθούσαν,

ενώ τους πόντιους ουρανούς, χοάνες φλογερότατες,

οι Ιούλιοι με χτυπήματα ροπάλων εγκρεμούσαν,

 

εγώ, πού ’τρεμα ακούοντας μίλια μακριά να οργάζουνε

τ’ αβυσσαλέα Μάελστρομ κι οι Βεεμώθ κατόπι,

εγώ, ο πολύς ταξιδευτής των γαλανών εκτάσεων,

κατάβαθά μου λαχταρώ τη γηραιάν Ευρώπη.

 

Είδα αστρικά αρχιπέλαγα, νησιά με στερεώματα

παροξυσμών που είν’ ανοιχτοί για κάθε ναύτη δρόμοι:

Σ’ απύθμενες τέτοιες νυχτιές κοιμάσαι κι εξορίζεσαι,

ω σμάρι από χρυσά πουλιά, μελλοντική εσύ ρώμη;

 

Μ’ αλήθεια, εθρήνησα πολύ. Όλες οι αυγές αφόρητες,

πικρός ο ήλιος και φριχτό το κάθε είναι φεγγάρι.

Σε νάρκωση μεθυστική ο αψύς με βύθισε έρωτας.

Να σπάσει πια η καρίνα μου! Το κύμα να με πάρει!

 

Αν της Ευρώπης λαχταρώ κάποια νερά, τα στάσιμα

θαμπά νερά αποθύμησα που ενώ γλυκοβραδιάζει,

με θλίψη αφήνει ένα παιδί σ’ αυτά το καραβάκι του,

τόσο λεπτό, που ωσάν Μαγιού πεταλουδούλα μοιάζει.

 

Δεν το μπορώ πιά, ω κύματα, λουσμένο μες στα θάλπη σας,

τα μπάρκα εγώ του μπαμπακιού να παραβγώ κι ακόμα

σημαίες αλαζονικές ν’ αντιπερνάω και φλάμπουρα

και κάτω από των ποντονιών να κολυμπάω το σκώμμα!

(Μετάφραση: Αλέξανδρος Μπάρας)

 

Γιάννης Σκαρίμπας, «Το πλοίο»

(Ο Τιτανικός)

 

«Εκεί, προς τις γραμμές του Νότιου απείρου

περήφανο ως λικνίζονταν το πλοίο

με δυο γλαρά φουγάρα και ονείρου

φώτα χρυσά – η Κυρία μ’ ένα βιβλίο,

 

στο χέρι εμελαγχόλει… Τι θεία ώρα

στο βαλς που η σάλα αντήχει κι είχεν έβγει

μισή φωτιά η σελήνη!… Και τι φιόρα

οι έξωμες μηλαΐδες και τα ζεύγη,

 

που ωραία στροβιλίζονταν. Η μπάντα

που ανύποπτους σε μέθη αιθέρια αιώρει!

Και η Κυρία – ωωω!… – που εκράτει πάντα

εκείνο το βιβλίο… Το βαπόρι

 

στο πέλαο που αγάλι έκανε κ ρ ά τ ε ι …

Ω η Κυρία, η Κυρία αυτή η μοιραία

με πάντα το βιβλίο – τώρα – ω νάτη –

κρυφά το σκα απ’ την πόρτα κι είν’ ωραία,

 

μα ωχρή… Ενώ το πλοίο πλέει (ή δεν πλέει;)

τον πλοίαρχο κρατεί κι αχνή και κρύα:

«Γροίκησα σαν κάποιο τίναγμα…», του λέει.

– Μα, βέβαια, βυθιζόμεθα Κυρία!…»

(«Ουλαλούμ», εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 2010)

 

Κώστας Καρυωτάκης, [Αλαργινό καράβι]

«Καλό ταξίδι, αλαργινό καράβι μου, στου απείρου

και στης νυχτός την αγκαλιά, με τα χρυσά σου φώτα!

Νάμουν στην πλώρη σου ήθελα, για να κοιτάζω γύρου

σε λιτανεία να περνούν τα ονείρατα τα πρώτα.

Η τρικυμία στο πέλαγος και στη ζωή να παύη,

μακριά μαζί σου φεύγοντας πέτρα να ρίχνω πίσω,

να μου λικνίζης την αιώνια θλίψη μου, καράβι,

δίχως να ξέρω πού με πας και δίχως να γυρίσω !»

(Κ. Καρυωτάκης, «Τελευταίο ταξίδι»)

 

 

 

 

 

 

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 22 Αυγούστου 2015

Τα 51 έργα παρουσιάζουν, μέσα από την προσωπική ματιά του κάθε καλλιτέχνη, απόψεις των λιμανιών, διαφορετικές όψεις της θάλασσας, μεσαιωνικά πλοία που είναι γνωστά από ιστορικούς χάρτες, ή αποκαλύφθηκαν σε ανασκαφές και στιγμές της ζωής των ανθρώπων που εργάζονται στα λιμάνια. Η έκθεση διοργανώνεται στο πλαίσιο του έργου «ΛΙΜΗΝ. Πολιτιστικά Λιμάνια από το Βόρειο Αιγαίο στη Μαύρη Θάλασσα» που υλοποιεί το ΕΚΒΜΜ με χρηματοδότηση από το Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα: «Black Sea Cross Border Cooperation Program». Στόχος του έργου είναι η προβολή και ανάδειξη του βυζαντινού-μεσαιωνικού πολιτισμού που σώζεται στα λιμάνια του Βορείου Αιγαίου και της Μαύρης Θάλασσας καθώς και η καθιέρωση του θεσμού «Πολιτιστικό λιμάνι της Μαύρης Θάλασσας». Στο πλαίσιο του έργου το ΕΚΒΜΜ διοργανώνει εν πλω διεθνές επιστημονικό συμπόσιο με τίτλο: «Πολιτιστικά λιμάνια από το Βόρειο Αιγαίο στη Μαύρη Θάλασσα. Μεσαιωνικά –Σύγχρονα δίκτυα», στη διάρκεια πολιτιστικής κρουαζιέρας. Θα συμμετάσχουν αρχαιολόγοι, ιστορικοί τέχνης, επιστήμονες εξειδικευμένοι στο χώρο του πολιτισμού και του τουρισμού καθώς και εκπρόσωποι διεθνών οργανισμών, πολιτιστικών και τουριστικών φορέων από την Ελλάδα, την Τουρκία, τη Βουλγαρία, την Ουκρανία, τη Γεωργία και τη Ρουμανία. Η έκθεση «Ωδή στη Θάλασσα» θα αποτελέσει την εναρκτήρια εκδήλωση του διεθνούς επιστημονικού συμποσίου. Επικεφαλής και συντονιστής του έργου είναι το Ευρωπαϊκό Κέντρο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων, ενώ στην υλοποίησή του συνεργάζονται επτά φορείς από έξι χώρες (Ελλάδα, Τουρκία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Ουκρανία, Γεωργία), με στόχο τη μελέτη, ανάδειξη και μουσειακή προβολή της μεσαιωνικής πολιτιστικής κληρονομιάς των λιμανιών που περιλαμβάνονται στο έργο. Τα εγκαίνια της έκθεσης θα πραγματοποιηθούν σήμερα, Παρασκευή στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πειραιά στις 19:30. Η έκθεση θα διαρκέσει έως 31 Οκτωβρίου.

 

 

Σταυρούλα Σωτηροπούλου στις 20 Αυγούστου 2015

Υπάρχει μια φυλή στην Αφρική, όπου η ημερομηνία γέννησης ενός παιδιού δεν υπολογίζεται από τη στιγμή που γεννήθηκε , ούτε από τη στιγμή της σύλληψης , αλλά από την ημέρα που το παιδί υπήρξε ως σκέψη στο μυαλό της μητέρας του . Και όταν μια γυναίκα αποφασίζει ότι θα έχει ένα παιδί, πάει και κάθεται κάτω από ένα δέντρο μόνη και ακούει όσο μπορεί να ακούσει το τραγούδι του παιδιού που θέλει να έρθει . Και αφού έχει ακούσει το τραγούδι, πάει πίσω στον άνθρωπο που θα είναι ο πατέρας του παιδιού , και το διδάσκει σ ‘αυτόν . Και στη συνέχεια , όταν κάνουν έρωτα για να συλλάβουν σωματικά το παιδί, τραγουδούν το τραγούδι του παιδιού , ως ένα τρόπο για να το καλέσουν.
Και στη συνέχεια , όταν η μητέρα είναι έγκυος , η μητέρα διδάσκει το τραγούδι του παιδιού στις μαίες και τις ηλικιωμένες γυναίκες του χωριού , έτσι ώστε όταν το παιδί γεννιέται , οι μαίες και οι άνθρωποι γύρω του να τραγουδήσουν το τραγούδι του παιδιού για να το υποδεχθούνε . Και τότε , καθώς το παιδί μεγαλώνει , οι άλλοι κάτοικοι του χωριού διδάσκονται το τραγούδι του παιδιού . Εάν το παιδί πέσει ή όταν πονάει το γόνατο του , κάποιος αρχίζει να του τραγουδά το τραγούδι του. Ή όταν το παιδί κάνει κάτι θαυμάσιο , ή περνά μέσα από τις τελετές της εφηβείας και της ενηλικίωσης, οι κάτοικοι του χωριού τραγουδούν το τραγούδι του για να το τιμήσουν.
Στην αφρικανική φυλή υπάρχει μία άλλη περίσταση κατά την οποία οι κάτοικοι τραγουδούν για το παιδί . Σε οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της ζωής του, κάποιος που διαπράττει ένα έγκλημα ή μια παρεκκλίνουσα κοινωνική πράξη καλείται στο κέντρο του χωριού και οι άνθρωποι στην κοινότητα σχηματίζουν ένα κύκλο γύρω του. Στη συνέχεια, τραγουδούν το τραγούδι του ενόχου.
Η φυλή αναγνωρίζει ότι η διόρθωση της αντικοινωνικής συμπεριφοράς δεν είναι η τιμωρία. Είναι η αγάπη και η ανάμνηση της ταυτότητας. Όταν έχω αναγνωρίσει το δικό μου τραγούδι , δεν έχω καμία επιθυμία ή την ανάγκη να κάνω κάτι που θα βλάψει τον άλλο.
Και το τραγούδι είναι ο τρόπος μέσα από τη ζωή τους. Στο γάμο , τα τραγούδια των νεόνυμφων τραγουδιούνται , μαζί . Και τέλος , όταν αυτό το παιδί είναι ξαπλωμένο στο κρεβάτι , έτοιμο να πεθάνει , όλοι οι κάτοικοι γνωρίζουν το τραγούδι του, και του τραγουδούν – για τελευταία φορά – το τραγούδι του.
Μπορεί να μην έχουμε μεγαλώσει σε μια αφρικανική φυλή που τραγουδάει το τραγούδι μας σε κρίσιμες μεταβάσεις της ζωής μας, αλλά η ζωή πάντα μας υπενθυμίζει πότε είμαστε σε αρμονία με τον εαυτό μας και πότε όχι. Όταν αισθανόμαστε καλά, αυτό που κάνουμε ταιριάζει με το τραγούδι μας ενώ όταν αισθανόμαστε άσχημα, είμαστε σε δυσαρμονία. Στο τέλος , θα αναγνωρίσουμε όλοι μας το τραγούδι μας και θα το τραγουδούμε καλά. Μπορεί να αισθανθούμε λίγο αμήχανα εκείνη τη στιγμή, αλλά έτσι έχουν συμβαίνει πάντα στους σπουδαίους τραγουδιστές. Ας συντονιστούμε με το τραγούδι μας και θα βρούμε το δρόμο για το “σπίτι”.
Από το Κυριακάτικο Σχολείο Μεταναστών
By enallktikidrasi.com.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Αυγούστου 2015

Τι παλιόκαιρος σήμερα… Βρέχει από το πρωί. Δεν ξέρω γιατί, αλλά η νοσταλγία έχει το άρωμα της βροχής…»

 

 

 

«Αυτός ο κόσμος ο κερατάς- μου ‘λεγε μια φορά η φίλη μου η Βιργινία – λες κι είναι καμωμένος μόνο γι’ αυτούς που ξέρουν να καταπατούν. Γι’ αυτούς που στήνουν ταμπέλες. Που κάνουν περιφράξεις και βάζουν μέσα άγρια σκυλιά για φύλακες. Αυτός ο κόσμος ο κερατάς λες κι είναι καμωμένος, μόνο για μπρατσωμένες ψυχές.»

 

 

 

«Τι θα ‘κανα χωρίς εσένα Νανώ… (Μου ‘γραφε κάποτε σ’ ένα σημείωμα). Τι αξία θα είχαν οι ακρογιαλιές της ψυχής μου, αν δεν στεκόσουνα εκεί, να με περιμένεις…»

 

 

 

«Τα κύματα σ’ οδηγούν εκεί που  θέλουν να σε ξεβράσουν. Είναι να μη βρεθεί η ψυχή σου, άδειο κοχύλι, πεταμένη στο θυμό τους. Κάποιοι όμως είναι τυχεροί. Στ’ άδεια κοχύλια της ψυχής τους οι Γοργόνες κρύβουν τα τραγούδια τους. Κάποιοι… δε θα τους βρεις σε κάθε βήμα σου…»

 

«Το πιο όμορφο γαλάζιο της ψυχής μου το ξόδεψα προσπαθώντας να γλυκάνω το βλέμμα της απουσίας.»

 

 

 

«Συμβαίνει κι αυτό. Να ‘χεις ρίξει κάτω τον άλλον κι ύστερα να βγαίνεις στη ράχη του, να χοροπηδάς και να προσπαθείς να τον πείσεις (συχνά τον πείθεις) πως είναι ένοχος, γιατί η ράχη του έχει κόκκαλα και σου πληγώνουν τα βελούδινα ‘’πατουχάκια’’ σου…»

 

 

«Πάνω σ’ ένα ζουμπούλι, ξεψύχησε η Άνοιξη…»

 

 

 

«Αν δεις την ψυχή μου με ματωμένα γόνατα να τρέχει κοντά σου, μην τρομάξεις. Δεν είναι τίποτα καλέ. Από το παιχνίδι είναι. Όλα τ’ απογεύματα της ζωής τα πέρασα παίζοντας κυνηγητό με τα όνειρά μου.»

 

 

 

«Αυτό το ”απόλυτα εντάξει” πάντα με τρόμαζε. Μου δημιουργούσε μια αποστροφή κάτι σαν ναυτία. Κάτι μου ‘λεγε πως η αγάπη δε βολεύεται στην απόλυτη τάξη. Είναι στο λίγο, στο ελάχιστο φάλτσο. Στο αδιόρατα στραβό. Δεν είναι πουκάμισο κολλαριστό η αγάπη. Είναι ρούχο τσαλακωμένο. Φορεμένο. Με τα σημάδια του ιδρώτα να διακρίνονται πάνω του.»

 

«”Να ονειρεύεσαι …” μου ‘λεγε ένας φίλος που μ’ αγαπούσε και με ήξερε καλά.

 

Τα όνειρα, συνήθως προδίδουν.

 

Παραπλανούν.

 

Καμιά φορά και σκοτώνουν.

 

Όμως, δεν γίνεται να ζεις χωρίς να ονειρεύεσαι …

 

Δεν έχει νόημα.

 

Δεν έχει ουσία.

 

Να ονειρεύεσαι!

 

Κοίτα μόνο να ‘χεις σταμπάρει καλά την έξοδο κινδύνου από τα όνειρά σου.

 

Τότε σώζεσαι …

 

Και ποια είναι η έξοδος κινδύνου;

 

Τίποτα δεν είναι στη ζωή, το παν!

 

Έχει και παρακάτω …;

 

Έχει κι άλλο …

 

Προχώρα, λοιπόν, ξεκόλλα!

 

Αυτή είναι η έξοδος κινδύνου!»

 

«Καθένας έχει διαλέξει μόνος του το σταυρό του, άσχετα αν δεν το παραδέχεται, ή αν δεν το συνειδητοποιεί πολλές φορές.»

 

«-Εγώ την τρέλα μου την φοράω καπέλο, μεγάλε. Δεν την αφήνω να μου γίνει θηλιά. Κι όσο για την παράγκα μου, μόλις δω πως πιάνει κοριούς, ανάβω ένα σπίρτο και την καίω. Δεν το ‘χω για τίποτα. ‘’Πόσο κάνει;’’ Λέω στη μοίρα μου. Τι χρωστάω; Τόσο… Μου λέει. Παρ’ τα και δίνε του. Έχω ένα ραντεβουδάκι με την επόμενη μέρα…»

 

 

«Δε φοβήθηκα ποτέ μου τη βροχή. Φοβήθηκα πολλές φορές όμως αυτούς που μου φώναζαν να γυρίζω πίσω για να μου δώσουν μια ομπρέλα. »

 

«-Σκέφτομαι… Σκέφτομαι… Γιατί να μην έχουν οι άνθρωποι ουρά, Νανώ; Μη γελάς. Θα την κουνούσαν όπως τα σκυλιά και θα καταλαβαίναμε από μακριά τις προθέσεις τους. Σου είπα, μη γελάς…»

 

«Άσχετο, αλλά:

 

Ποτέ μου δεν αγάπησα τους θριαμβευτές. Τους τροπαιούχους.

 

Πάντα με φοβίζει το ποδοβολητό των καβαλάρηδων.

 

Αγάπησα τους μοναχικούς. Τους ορειβάτες. Τους κουρασμένους παλιάτσους.

 

Αγάπησα αυτούς που έχουν ένα στυφό χαμόγελο και ψάχνουν ένα ανθισμένο κλαδί, για να ενωθούν ξανά με τη ζωή.

 

Αυτούς που όταν γλιστρήσουν στη λακκούβα με τα λασπόνερα, γελάνε με το χάλι των ποδιών τους.

 

Καθόλου δε λυπάμαι που με πέταξε έξω από τη δεξίωση ο πορτιέρης, γιατί δε φορούσα το κατάλληλο ένδυμα.

 

Λυπάμαι μόνο που σπατάλησα πολύτιμο χρόνο, ψάχνοντας τις λάθος διευθύνσεις, που μου είχαν χώσει στην τσέπη διάφοροι επιτήδειοι.

 

Λυπάμαι μόνο που δεν μπορώ πια να φοράω κατάσαρκα το βλέμμα των ανθρώπων.»

 

 

 

«Θυμάμαι ακόμα εκείνο το γλάρο τον μοναχικό. Πετούσε γρήγορα προς την αντικρινή στεριά, σαν να ήθελε να γλυτώσει από το βλέμμα του Θεού. Θυμάμαι ακόμα εκείνη τη θάλασσα. Τόσο απόλυτα, τόσο αλαζονικά γαλάζια…»

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Αυγούστου 2015

Μια από τις μεγαλύτερες λαχτάρες της ζωής μου στάθηκε πάντα το ταξίδι΄ να δω,ν’αγγίξω άγνωρα χώματα,να μπω να κολυμπήσω σε άγνωρες θάλασσες,να γυρίσω τη γης,να βλέπω,να βλέπω και να μη χορταίνω καινούριες στεριές και θάλασσες κι ανθρώπους κι ιδέες και να τα βλέπω όλα για πρώτη φορά,να τα βλέπω όλα για τελευταία φορά,με μακρόσερτη ματιά,κι έπειτα να σφαλνώ τα μάτια και να νιώθω τα πλούτη να κατασταλάζουν μέσα μου ήσυχα,τρικυμιστά,όπως θέλουν,ωσότου να τα περάσει από την ψιλή κρισάρα ο καιρός,να κατασταλάξει απ’όλες τις χαρές και τις πίκρες το ξαθέρι-τούτη η αλχημεία της καρδιάς είναι,θαρρώ,μια μεγάλη,αντάξια του ανθρώπου ηδονή.

 

 

Και το φως ορκίστηκε να μην παραδοθεί, μα το ξέρει, σωτηρία δεν υπάρχει, δεν θα παραδοθεί, μα θα σβήσει.

 

 

Κάθε άνθρωπος άξιος να λέγεται γιος του ανθρώπου σηκώνει το  σταυρό του κι ανεβαίνει το Γολγοθά του. Πολλοί, οι πιο πολλοί, φτάνουν στο πρώτο, στο δεύτερο σκαλοπάτι, λαχανιάζουν, σωριάζονται στη μέση της πορείας και δε φτάνουν στην κορφή του Γολγοθά –θέλω να πω στην

κορφή του χρέους τους– να σταυρωθούν, ν’ αναστηθούν, και να σώσουν  την ψυχή τους. Λιποψυχούν, φοβούνται να σταυρωθούν, και δεν ξέρουν πως η σταύρωση είναι ο μόνος δρόμος της ανάστασης. Άλλον δεν έχει.

 

 

Δε ζυγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύομαι! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι.

 

Λίγα πράγματα καταλάβαινα από τα καινούρια τούτα συναξάρια, μα καταστάλαζε βαθιά στην ψυχή μου η ουσία. Άνοιγε το μυαλό μου και γέμιζε τώρα μεσαιωνικούς πύργους και ξωτικά τοπία και νησιά μυστηριώδη που μύριζαν μοσκοκάρφι και κανέλα. Έμπαιναν μέσα μου άγριοι, με κόκκινα φτερά, άναβαν πυρές, έψηναν ανθρώπους, χόρευαν, και τα νησιά γύρα τους χαμογελούσαν σα βρέφη. Κι οι καινούριοι ετούτοι άγιοι δε ζητιάνευαν· ό,τι ήθελαν το ’παιρναν με το σπαθί τους· να μπορούσε, λέει, να μπει κανείς έτσι, σαν τους ιππότες τούτους, καβαλάρης στην Παράδεισο! Ήρωας κι άγιος, να ο τέλειος άνθρωπος, συλλογίζουμουν.

 

 

Για να λυτρωθείς, θα πρέπει πρώτα να λυτρωθείς από την ιδέα της λύτρωσης.

 

 

Σε ποιόν να πω πόσες φορές σκαρφαλώνοντας, με τα πόδια, με τα χέρια, τον κακοτράχαλο ανήφορο του Θεού,  γλίστρησα κι έπεσα, πόσες φορές σηκώθηκα, όλο αίματα, και ξανάρχισα ν’ ανηφορίζω; Πού να βρω μιάν ψυχή σαρανταπληγιασμένη κι απροσκύνητη, σαν την ψυχή μου, να της ξομολογηθώ;

 

 

Aὐτὸ θὰ πει ανθρωπος: νὰ πονας, ν’ ἀδικιέσαι, νὰ παλεύεις καὶ νὰ μὴν τὸ βάνεις κάτω.

 

 

Ο δημιουργός παλεύει με ουσία σκληρή, αόρατη, ανώτερη του, κι ο πιο μεγάλος νικητής βγαίνει νικημένος. Για πάντα το πιο βαθύ μας μυστικό, το μόνο που άξιζε να ειπωθεί, μένει ανείπωτο. Δεν υποτάσεται ποτέ αυτό στο υλικό περίγραμμα της τέχνης. Πλαντούμε στην κάθε λέξη, βλέπουμε ένα δέντρο ανθισμένο, έναν ήρωα, μια γυναίκα, το άστρο της αυγής και φωνάζουμε: Αχ! και τίποτ’ άλλο δεν μπορεί να χωρέσει τη χαρά μας. Όταν το Αχ! αυτό θελήσουμε, αναλύοντάς το να το μεταδώσουμε στους ανθρώπους, να το σώσουμε απο την ίδια μας τη φθορά, πως εξευτελίζεται σε λόγια αδιάντροπα, βαμμένα γεμάτα αέρα και φαντασία.

 

 

“Είσαι κατσίκα” έλεγα συχνά στην ψυχή μου και μάχουμουν να γελάσω,για να μην αρχίσω το θρήνο. “Είσαι κατσίκα, κακόμοιρη ψυχή μου. Πεινάς, κι αντί να φας κρέας και ψωμί και να πιεις κρασί, παίρνεις μια κόλλα άσπρο χαρτί και γράφεις: κρέας, ψωμί, κρασί. Και τρως το χαρτί.

 

 

Ο νους βολεύεται, έχει υπομονή, του αρέσει να παίζει μα η καρδιά αγριεύει, δεν καταδέχεται αυτή να παίξει, πλαντάει και χιμάει να ξεσκίσει το δίχτυ της ανάγκης.

 

 

Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβούμαι τίποτα, λυτρώθηκα από το νου κι από την καρδιά, ανέβηκα πιο πάνω, είμαι λεύτερος.

 

 

Δεν υπάρχουν ιδέες – υπάρχουν μονάχα άνθρωποι που κουβαλούν τις ιδέες – κι αυτές παίρνουν το μπόι του ανθρώπου που τους κουβαλάει.

 

 

«Ε κακομοίρη άνθρωπε», είπε δυνατά, «μπορείς να μετακινήσεις βουνά, να κάμεις θάματα, κι εσύ να βουλιάζεις στην κοπριά, στην τεμπελιά και στην απιστία! Θεό έχεις μέσα σου, Θεό κουβαλάς και δεν το ξέρεις – το μαθαίνεις μονάχα την ώρα που πεθαίνεις, μα ‘ναι πολύ αργά. Ας ανασκουμπωθούμε εμείς που το ξέρουμε, ας σύρουμε μπορεί να μας ακούσουν!

 

 

Ερχόμαστε απο μία σκοτεινή άβυσσο. Καταλήγουμε σε μία σκοτεινή άβυσσο. Το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή. Ευθύς ως γεννηθούμε, αρχίζει και η επιστροφή, ταυτόχρονα το ξεκίνημα και ο γυρισμός. Κάθε στιγμή πεθαίνουμε. Γι’ αυτό πολλοί διαλάλησαν. Σκοπός της εφήμερης ζωής είναι η αθανασία.

 

 

Μπας και βρίσκεται στον πάτο της Κόλασης, Κύριε, η πόρτα του Παραδείσου;

 

 

Η καρδιά σμίγει ό,τι ο νους χωρίζει, ξεπερνάει την παλαίστρα της ανάγκης και μετουσιώνει το πάλεμα σε αγάπη.

 

 

Μαζεύω τα σύνεργά μου: Όραση, ακοή, γέψη, όσφρηση, αφή, μυαλό, βράδυασε πια, τελεύει το μεροκάματο, γυρίζω σαν τον τυφλοπόντικα σπίτι μου, στο χώμα. Όχι γιατί κουράστηκα να δουλεύω, δεν κουράστηκα, μα ο ήλιος βασίλεψε.

 

 

Χαρά στο νέο που θαρρεί πως έχει χρέος να ξαναδημιουργήσει τον κόσμο, να τον κάμει πιο σύμφωνο με την αρετή και τη δικαιοσύνη, πιο σύμφωνο με την καρδιά του, αλίμονο σε όποιον αρχίζει τη ζωή του χωρίς παραφροσύνη.

 

 

Πολύ συχνά δεν αντέχει ο άνθρωπος να κρατήσει αλάκερη του την ανθρωποσύνη, κουτσουρεύεται. Πότε θέλει ν’απαλλαχτεί απ’τη ψυχή του, πότε από το σώμα του και τα δύο μαζί να τα χαίρεται του πέφτει βαρύ. Μα εδώ στην Ελλάδα τα δύο αιώνια τούτα χαριτωμένα στοιχεία μπορούν να συγκεραστούν, να πάρει η ψυχή από το σώμα και το σώμα απο την ψυχή και να φιλιώσουν κι έτσι να μπορεί ο άνθρωπος στο Θείο αλώνι της Ελλάδας να ζει και να πορεύεται ακέραιος.

 

 

Μην καταδέχεσαι να ρωτάς: “Θα νικήσουμε; Θα νικηθούμε;” Πολέμα!

 

 

Έχεις ευθύνη. Δεν κυβερνάς πια μονάχα τη μικρή ασήμαντη ύπαρξή σου. Είσαι μια ζαριά όπου για μια στιγμή παίζεται η μοίρα του σογιού σου.

 

 

Ζούμε μόνοι, πεθαίνουμε μόνοι, το ενδιάμεσο φωτεινό σημείο το λέμε ζωή.

 

 

Αν δεν ξεχειλίσει η καρδιά του ανθρώπου από αγάπη ή από θυμό, τίποτα δεν μπορεί να γίνει στον κόσμο.