Αίσθηση: Οι κόπιτσες στον νηπιακό καβάλο – εκεί που κούμπωνε η ολόσωμη φορμίτσα. Κοφτερή σκληράδα στο κου-ντε-πιέ από το λουστρίνι παπούτσι. Χθές ήταν;
Τρόμος: Άσπρο σκυλί, «λουλού», της κυρίας στο ισόγειο. Με φερμάρει κολλημένον στην εξώπορτα, με ασημένιο τάληρο στη χούφτα. Το τάληρο θρυμματίζει τη τζαμαρία, ένα κομμάτι γυαλί σφηνώνεται στο μπράτσο μου. Ανεξάλειπτα: η ουλή στο μπράτσο και ο τρόμος μπροστά σε αγριεμένο σκυλί.
Γεύση: Με το ένα χέρι κλείνω τη μύτη μου σαν με τσιμπίδα. Στο άλλο κρατάω φέτα πορτοκάλι. Πρέπει να καταπιώ την κουταλιά το μουρουνόλαδο και να χώσω αμέσως στο στόμα μου το πορτοκάλι. Πληρώνω την καθυστέρηση (της αλλαγής των γεύσεων) ως σήμερα.
Προτίμηση: «Ποιο είναι το καλύτερό σου φαγητό;». Η απάντηση συνιστά πρωτίστως επίδειξη ότι έμαθα επιτέλους να προφέρω σωστά το κάπα: «Κοτόπουλο κοκκινιστό». Είναι και η μόνη ανάμνηση της γιαγιάς, δεν έχω άλλη εικόνα της.
Πανικός: Ο θυρωρός της διπλανής πολυκατοικίας, ο Μανώλης, με παίρνει μαζί του στην «Αθήνα». (Ξέρω ότι μένω στην πλατεία Αγάμων – η διάκριση πλατείας Αγάμων και «Αθήνας» μου είναι ακόμα δυσπρόσιτη.) Κόσμος πολύς, χάνω το χέρι του που με κρατούσε. Ο Μανώλης άφαντος κι εγώ για λίγα λεπτά στο κενό ενός πρωτόγνωρου φόβου. Πότε έπαψε να ξεμυτίζει πανικός σε ασυνόδευτη ξενιτειά;
Φιλίες: Στο διπλανό από το σπίτι μας οικόπεδο παίζω μόνος στους λάκκους με τα βροχόνερα. Πλησιάζει δειλά συνομήλικος άγνωστος. – Πώς σε λένε; – Τάκη. Ξεκινάμε ναυμαχίες με πλεούμενα στο νερόλακκο. – Θες να γίνουμε φίλοι; Χαμόγελο συγκατάθεσης. (Ζει άραγε σήμερα ο Τάκης;)
Εντυπωσιασμός: Βυθισμένος σε βαθειά πολυθρόνα ο Καραγάτσης, με ρόμπα φαρδειά, χώνει τη γάτα από τη μασχάλη μέσα στο μανίκι του και τη βγάζει στην παλάμη του φιλική και ναζιάρα. Τον χαζεύω κατάπληκτος.
Φύλο: Ανεβαίνω με την Κατερίνη στην ταράτσα, έχει να μαζέψει τη μπουγάδα. (Εμείς δεν έχουμε υπηρέτρια με μαύρο φουστάνι και άσπρη ποδιά, έχουμε όμως την Κατερίνη που δεν πάει πια σχολείο και βοηθάει τη μητέρα μου στις δουλειές.) Χαζεύω τα στεγνωμένα ρούχα. – Τι είναι αυτό; ρωτάω για κάποιο την Κατερίνη. – Να μη ρωτάς, είσαι μικρός, απαντάει περίεργα θορυβημένη. Όταν κατεβαίνουμε, σπεύδει να δώσει αναφορά στη μητέρα με συνωμοτικά μισόλογα. – Γιατί κάνεις έτσι; της λέει ήρεμα η μητέρα. Και σε μένα: – Αυτό το λέμε σουτιέν, το φοράμε οι γυναίκες για να μας κρατάει το στήθος.
Πράσινο: Το μεγάλο φυλλόδεντρο στην είσοδο του σπιτιού μας. Πρώτα στην Πρωτέως 3. Ύστερα, Σπάρτης 11. Πόσα χρόνια ζει το φυλλόδεντρο;
Κρουστό γαλάζιο: Ο ουρανός της Αθήνας τη μέρα που μπαίνουν οι Γερμανοί. Ένα αεροπλάνο κόβει ράθυμα βόλτες στην ανοιξιάτικη φωτοχυσία.
Κόκκινο: Το πελώριο στα μάτια μου πασχαλινό αυγό, δώρο από τον νονό μου. Έκθαμβος για το σοκολατένιο εύρημα στα σωθικά μου, αναφωνώ: Πω-πω ένας ό-ο-ρας! (Το κάπα ήταν η πιο καθυστερημένη γλωσσική μου κατάκτηση.)
Συλλαβισμός της ζωής, και η φλυαρία της μνήμης στέρηση. Ποιος είναι τελικά ο αληθινός εαυτός μου; Αυτό που ήμουν τότε, αυτό που είμαι σήμερα, αυτό που θα είμαι αύριο αν με προλάβει η άνοια; Πότε και πού σαρκώνεται η υποστατική μου ετερότητα, η υπαρκτική μου ταυτότητα, ο «πυρήνας» ή το «εγώ» μου; Στροβιλιζόμαστε στο κενό, στο αξεδιάλυτο μυστήριο του θανάτου. Μάθαμε τη συγκρότηση του πυρήνα των ατόμων, τα στοιχεία της ύλης των απώτατων γαλαξιών, τη σύνθεση του φωτός, τη δομή του DNA. Και δεν ξέρουμε να ορίσουμε τον ίδιο τον εαυτό μας. Το μόνο που ισχυρίζεσαι κι ο Θεός δεν μεταβάλλει, Κείνο το κάτι ανεξακρίβωτο που υπάρχει, Παρ’ όλα αυτά μέσα στο Μάταιο και στο Τίποτα. Ελύτης έφη.
«ΤΟ ΚΑΘΕ ΠΑΙΔΙ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ. Το πρόβλημα είναι πώς να παραμείνει καλλιτέχνης όταν ενηλικιώνεται» είχε πει ο Πικάσο. Και η πικρή αλήθεια είναι ότι κάνουμε ό,τι μπορούμε για να καυτηριάσουμε τον καλλιτέχνη μέσα στο παιδί. Αντί να ενθαρρύνουμε και να αναπτύσσουμε, αγνοούμε ή ακόμα και διώκουμε τη φαντασία και τη δημιουργικότητα, τα δύο sine qua non της τέχνης. Η ΕΝΘΑΡΡΥΝΣΗ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑΣ και η καλλιέργεια της φαντασίας είναι από τις πιο παραμελημένες πλευρές των σύγχρονων εκπαιδευτικών συστημάτων. Η φαντασία συνδέεται με το ψεύδος και η δημιουργικότητα με την παράβαση κανόνων και την προσβολή ιερών αγελάδων. Τα παιδιά εισέρχονται στο σχολείο προικισμένα με πλούσια φαντασία και αστείρευτη δημιουργικότητα και αποφοιτούν με φαντασίες ατροφικές και δημιουργικές δυνατότητες στραγγαλισμένες.
«ΕΙΝΑΙ ΣΚΑΝΔΑΛΩΔΕΣ, ΓΡΑΦΕΙ Ο JOHN WATSON, ότι τα σχολεία παραγεμίζουν τα παιδιά σαν γαλοπούλες με γνώσεις, ενώ αφήνουν τη φαντασία τους να λιμοκτονεί». Σε μια εποχή που η γνώση είναι εύκολα προσβάσιμη και τη θέση «των βιβλίων τσέπης» παίρνουν «βιβλιοθήκες τσέπης» (γιατί τι άλλο είναι οι ηλεκτρονικές συσκευές που επιτρέπουν στον καθένα να κυκλοφορεί με το περιεχόμενο πολλών βιβλιοθηκών στην τσέπη του;) η εκπαίδευση, αντί να εμπνέει και να χαρίζει δημιουργικά φτερά, συνθλίβει και καταθλίβει με τη συσσώρευση γνώσεων το παιδί, ενώ θα έπρεπε να του προσφέρει το εφόδιο της φαντασίας για τη δημιουργική αξιοποίηση αυτών των γνώσεων. ΑΥΤΟ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΕΠΕΙΔΗ Η ΠΑΣΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΕΞΟΥΣΙΑ, θρησκευτική, πολιτική οικονομική, εκπαιδευτική, έχει τη ροπή να θεωρεί αμετάβλητα όσα είναι ρευστά, να μην ανέχεται διαφορετική από την κρατούσα πραγματικότητα, να ανάγει σε υπέρτατες αξίες τη σταθερότητα και την προβλεψιμότητα. Η κάθε εξουσία τότε μόνο αισθάνεται ασφαλής όταν τα πάντα είναι αυστηρά καθορισμένα και οριοθετημένα. ΟΙ ΑΣΚΟΥΝΤΕΣ ΕΞΟΥΣΙΑ ΛΑΤΡΕΥΟΥΝ τη στασιμότητα και φοβούνται καθετί το ρευστό, το αντιφατικό, το μεταβατικό, το υπερβατικό, το μεταβλητό. Εκλαμβάνουν συνεπώς ως απειλή την αντιφατική ματιά, την απείθαρχη εστίαση της φαντασίας και το «εν δυνάμει» της δημιουργικότητας και έχουν κάθε συμφέρον να τα θέτουν υπό διωγμόν. Ο διωγμός όμως της φαντασίας και της δημιουργικότητας όχι μόνον στραγγαλίζει τον καλλιτέχνη μέσα στο παιδί, αλλά απονευρώνει και τον μελλοντικό επιστήμονα δεδομένου του κρίσιμου ρόλου των δύο αυτών παραγόντων στην επιστημονική πρόοδο και καινοτομία.
ΌΣΟ ΟΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ ΕΡΕΥΝΟΥΝ όλο και ευρύτερες εκτάσεις χώρου, όσο ανατέμνουν όλο και μικρότερες μονάδες ύλης, τόσο και πιο δυσδιάκριτη καθίσταται η διαχωριστική γραμμή μεταξύ πραγματικού και φανταστικού. Στην κβαντική φυσική τα συστατικά στοιχεία της πραγματικότητας που μας περιβάλλει, δηλαδή τα άτομα, είναι δυνατόν να υπάρχουν την ίδια στιγμή σε δύο διαφορετικούς χώρους. Ένα σύμπαν γεμάτο «κόκκινους νάνους» και «μαύρες τρύπες» που καταπίνουν αστέρια είναι πιο κοντά στον χώρο τou φανταστικού παρά στην κλασική φυσική. Eξού και το μεταμοντερνιστικό συμπέρασμα ότι «η αλήθεια είναι μύθος και ο μύθος είναι αλήθεια». ΜΟΝΟ ΑΝ ΚΑΤΑΦΕΡΟΥΜΕ ΝΑ ΔΙΑΤΗΡΗΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ μέσα στο παιδί, μόνο αν τονώσουμε τη φαντασία και καλλιεργήσουμε τη δημιουργικότητά του, μόνο αν το μάθουμε, αντί να υπηρετεί, να υπερβαίνει την πραγματικότητα, και πιο πολύ από «γιατί;» να ρωτάει «γιατί όχι;» έχουμε ελπίδα να αποφύγουμε τη στασιμότητα, την αδράνεια και την κοινωνική αποτελμάτωση.
Α3πό DOCTV
Αίσθηση προκάλεσε πριν από λίγες ημέρες στην κοινότητα των παλαιοντολόγων η ανακάλυψη σε ένα νησί της Σκωτίας ευρημάτων που δείχνουν ότι εκεί ζούσαν δεινόσαυροι. Ενδιαφέρον δεν παρουσιάζει μόνο αυτό καθαυτό το γεγονός ότι υπήρχαν δεινόσαυροι σε ένα μακρινό νησί πολύ βόρεια στον παγκόσμιο χάρτη αλλά και το περιβάλλον του νησιού Skye όπου εντοπίστηκαν τα ευρήματα. Στο νησί εκείνη την εποχή υπήρχε μια μεγάλη λιμνοθάλασσα η οποία, σύμφωνα με τους ειδικούς που μελετούν τα ευρήματα, αποτελούσε πόλο έλξης για τους δεινοσαύρους. Από την πρώτη μελέτη των ευρημάτων οι ειδικοί συμπεραίνουν ότι στο νησί ζούσαν σαυρόποδα, στην οικογένεια των οποίων συγκαταλέγονται τα μεγαλύτερα σε μέγεθος είδη δεινοσαύρων, ορισμένα από τα οποία έφταναν σε μήκος τα 40 μέτρα! Αν και οι τεράστιοι αυτοί δεινόσαυροι δεν κολυμπούσαν, εν τούτοις, όπως φαίνεται, αρέσκονταν στο να ζουν σε ένα υγρό περιβάλλον, κάτι που δεν γνώριζαν ως σήμερα οι επιστήμονες. Ας ρίξουμε όμως μια ματιά και σε πρόσφατες ανάλογες ανακαλύψεις δεινοσαύρων που ζούσαν σε περιοχές της Γης που σε πρώτο άκουσμα θα έλεγε κάποιος ότι δεν ήταν και ιδιαίτερα φιλικές για αυτά τα ζώα.
Ο Αρκτικός κύκλος
Τα τελευταία χρόνια επιστήμονες που μελετούν απολιθώματα που είτε είναι επί χρόνια ξεχασμένα σε κάποιο κουτί είτε υπάρχει δυσκολία ή διχογνωμία για την ταυτότητά τους διαπιστώνουν ότι ανήκουν σε άγνωστα ως σήμερα είδη. Ετσι συνέβη και με απολιθώματα που είχαν εντοπιστεί πριν από 25 έτη σε μια περιοχή της Βόρειας Αλάσκας. Διαπιστώθηκε ότι ανήκουν σε ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον άγνωστο είδος δεινοσαύρων.
Ο δεινόσαυρος που έλαβε το όνομα Urgunaaluk kuukpikensis, που σημαίνει «αρχαίο ζώο που βόσκει» στη διάλεκτο της τοπικής φυλής Εσκιμώων Ινούπιατ, είναι ένας δεινόσαυρος που ανήκει στην οικογένεια των αδροσαύρων, που ήταν μεγάλου μεγέθους φυτοφάγα ζώα με χαρακτηριστική… μουσούδα που έμοιαζε με αυτήν της πάπιας. Τα απολιθώματα που μελέτησαν οι επιστήμονες έχουν ηλικία 69 εκατ. ετών, αλλά πιθανώς ο U. kuukpikensis να έχει μεγαλύτερη ηλικία. Ο δεινόσαυρος έφτανε σε μήκος τα 10 μέτρα και την εποχή που ζούσε στην Αλάσκα η περιοχή αυτή είχε πιο θερμό κλίμα και καλυπτόταν από δάση.
Διέθετε μεγάλη σε αριθμό οδόντων οδοντοστοιχία η οποία ήταν ανατομικά σχεδιασμένη για να μπορεί να καταναλώνει εύκολα και γρήγορα μεγάλες ποσότητες φυτών. Την ανακάλυψη έκαναν ερευνητές του Πανεπιστημίου του Μουσείου Αλάσκας και του Πολιτειακού Πανεπιστημίου της Φλόριδας, που εκτιμούν ότι ο δεινόσαυρος ζούσε μεγάλα χρονικά διαστήματα στο αρκτικό σκότος, ενώ πιθανότατα βίωνε και χιονοπτώσεις, δύσκολες συνθήκες στις οποίες όμως είχε καταφέρει να προσαρμοστεί. Η ανακάλυψη δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση «Acta Palaeontologica Polonic».
Ανταρκτική
Μια αναπάντεχη ανακάλυψη έκαναν ερευνητές από την Αργεντινή που εντόπισαν σε ένα νησί της Ανταρκτικής απολιθώματα της μεγαλύτερης σε μέγεθος οικογένειας δεινοσαύρων. Οπως φαίνεται, οι τιτανόσαυροι ζούσαν στην Ανταρκτική πριν από 70 εκατ. έτη, γεγονός που προσφέρει σημαντικές πληροφορίες τόσο για τους δεινοσαύρους όσο και για τις κλιματικές αλλαγές στη Γη. Ερευνητές του ερευνητικού ινστιτούτου Conicet της Αργεντινής πραγματοποίησαν ανασκαφές στο νησί Τζέιμς Ρος, που βρίσκεται στην Ανταρκτική Χερσόνησο, το βορειότερο μέρος της Ανταρκτικής. Εντόπισαν ένα κομμάτι 20 εκατοστών από τη σπονδυλική στήλη ενός τιτανοσαύρου και πιο συγκεκριμένα ενός τιτανοσαύρου lithostrotian. Οι τιτανόσαυροι κινούνταν στα τέσσερα πόδια, είχαν μακρείς λαιμούς και ήταν φυτοφάγοι. Ζούσαν στα τέλη του Κρητιδικού πριν από περίπου 70 εκατομμύρια έτη και ανάμεσα στα είδη τους ήταν και ο αργεντινόσαυρος, που θεωρείται το μεγαλύτερο είδος δεινοσαύρων, με το μήκος του να φτάνει τα 40 μέτρα!
Ο παγιδευμένος
Παλαιοντολόγοι από τις ΗΠΑ ανακάλυψαν στην Τανζανία ένα νέο είδος τιτανοσαύρου. Η ανακάλυψη είναι σημαντική γιατί έχουν εντοπισθεί ελάχιστα απολιθώματα τιτανοσαύρων στην αφρικανική ήπειρο. Επίσης φαίνεται ότι αυτός ο δεινόσαυρος διαθέτει μοναδικά χαρακτηριστικά στον κόσμο των τιτανοσαύρων.
Την ανακάλυψη έκαναν παλαιοντολόγοι του Πανεπιστημίου του Οχάιο σε ένα απόκρημνο σημείο του λεκανοπεδίου Rukwa που βρίσκεται στα νοτιοδυτικά της Τανζανίας. Στη συνέχεια την ανάλυση και μελέτη των ευρημάτων ανέλαβε ομάδα ειδικών διαφόρων ειδικοτήτων (βιολόγοι, καθηγητές ανατομίας κ.ά.) του ιδίου πανεπιστημίου.
Οι ερευνητές ονόμασαν το νέο είδος Rukwatitan bisepultus. Ζούσε πριν από περίπου 100 εκατ. έτη και ήταν μεσαίου μεγέθους τιτανόσαυρος. Ο συγκεκριμένος δεινόσαυρος παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον επειδή, όπως φαίνεται από τις πρώτες μελέτες των απολιθωμάτων, διέθετε ορισμένα χαρακτηριστικά που δεν διέθεταν οι τιτανόσαυροι που ζούσαν σε άλλες περιοχές του πλανήτη.
Οι ερευνητές εικάζουν ότι τα ιδιαίτερα περιβαλλοντικά και μορφολογικά στοιχεία των περιοχών όπου ζούσε αυτός ο δεινόσαυρος επηρέασαν την εξέλιξή του και ανέπτυξε χαρακτηριστικά διαφορετικά από τους υπολοίπους της οικογένειας των τιτανοσαύρων. Ο Rukwatitan bisepultus ζούσε σε μια περιοχή την οποία περιέβαλλαν έρημοι, οροσειρές και μεγάλα κανάλια νερού, με αποτέλεσμα να περιορίζεται η κίνησή του, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να προσαρμοστεί εξελικτικά σε αυτές τις συνθήκες… εγκλωβισμού. Η ανακάλυψη δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση «Vertebrate Paleontology».
Από ΤΟ ΒΗΜΑ
Η Κίνα θα επιτρέψει σε εκατομμύρια πολίτες της που στερούνταν πολιτικών εγγράφων, πρόσωπα που γεννήθηκαν κατά παράβαση της λεγόμενης πολιτικής του ενός παιδιού, να αποκτήσουν ιατρική προστασία και πρόσβαση στην εκπαίδευση.
Περίπου 13 εκατομμύρια «μαύρα παιδιά» (παιδιά χωρίς ταυτότητα), περίπου το 1% του πληθυσμού της χώρας, δεν διαθέτουν μόνιμη άδεια παραμονής, απαραίτητο έγγραφο για έναν πολίτη στην Κίνα.
Ορισμένα είναι ορφανά, όμως στην πλειονότητά τους έχουν γεννηθεί εκτός του πλαισίου της αμφιλεγόμενης πολιτικής περιορισμού των γεννήσεων.
Οι γονείς που έχουν ένα παραπάνω παιδί από τον επιτρεπόμενο αριθμό που προβλέπει ο νόμος θα πρέπει να πληρώσουν βαρύ πρόστιμο προκειμένου να νομιμοποιήσουν το νεογέννητο και να μπορέσει να αποκτήσει έγγραφα.
Όμως η μη καταβολή του προστίμου από φτωχές οικογένειες δημιούργησε πολλά παιδιά χωρίς ταυτότητα, που δεν έχουν πρόσβαση στο σχολείο, δεν μπορούν να εργοδοτηθούν επίσημα και αντιμετωπίζουν εμπόδια στα ταξίδια, μεταξύ άλλων δυσκολιών.
Το Πεκίνο ανακοίνωσε στα τέλη Οκτωβρίου πως όλα τα ζευγάρια θα μπορούν στο εξής να αποκτούν δύο παιδιά, όποια κι αν είναι η κατάστασή τους, και η κυβέρνηση υποσχέθηκε «να επιλύσει πλήρως το πρόβλημα εγγραφής hukou για τα μη καταγεγραμμένα πρόσωπα» στη διάρκεια συνάντησης υπό τον ίδιο τον κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ, σύμφωνα με ανακοίνωση που δημοσιοποίησε το επίσημο πρακτορείο ειδήσεων Νέα Κίνα.
«Η νόμιμη καταγραφή ώστε να μπορούν να αποκτήσουν hukou είναι ένα θεμελιώδες δικαίωμα που ο νόμος αποδίδει στους πολίτες» υπογραμμίζεται στο κείμενο.
«Είναι αναγκαία προϋπόθεση ώστε οι πολίτες να μπορούν να συμμετέχουν στις κοινωνικές δραστηριότητες, να έχουν δικαιώματα και να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους» σύμφωνα με την ίδια πηγή, που διαβεβαιώνει πως «η πολιτική του περιορισμού των γεννήσεων θα αποσυνδεθεί από την εγγραφή για το hukou».
Τοπικές αρχές έχουν ανακοινώσει ήδη την πρόθεσή τους να χορηγήσουν hukou σε πρόσωπα των οποίων οι γονείς δεν έχουν πληρώσει τα πρόστιμα.
Από ΤΟ ΒΗΜΑ
Ὁ βιολιστής
Τὸ διήγημα «Ὁ βιολιστής» δημοσιεύτηκε στὸ ἑβδομαδιαῖο περιοδικὸ «Τύπος» καὶ ἐντοπίστηκε στὸ ἀρχεῖο τοῦ δημοσιογράφου καὶ συγγραφέα Μιχ. Χανούση.
Ἦταν ἕνας βιολιστὴς μὲ παρδαλὰ ροῦχα καὶ μὲ ὑψηλὸ σκοῦφο. Στὸ λαιμό του κρατοῦσε σφιγμένο τὸ βιολί του καὶ μὲ τ᾿ ἄλλο χέρι τὸ δοξάρι. Κουρδιζόταν κι ἔπαιζε σὰν ἀληθινὸς βιολιστής.
Κι ὅμως δὲν ἦταν ἀληθινός. Ἦταν ἀπὸ ξύλο. Ἀπὸ ἕνα πολὺ σπάνιο ὅμως ξύλο: τὸ ξύλο τῆς Ἀγάπης. Τί εἶναι αὐτὸ τὸ ξύλο κι ἀπὸ τί δένδρο κόβεται δὲν ξέρω. Ξέρω μόνο πὼς κάθε τί τὸ καμωμένο ἀπὸ τέτοιο ξύλο μπορεῖ ν᾿ ἀγαπήση σὰν ζωντανὸς ἄνθρωπος.
Ὁ βιολιστὴς ἅμα ἦρθε στὸν κόσμο ἐτυλίχθηκε μέσα σὲ χαρτί, ἐκλείσθηκε σὲ χονδρὸ κουτὶ κι ἐστάλη σ᾿ ἕνα ἐμπορικὸ γιὰ νὰ πουληθῆ σὰν νὰ ἦταν σκλάβος ὁ κακόμοιρος.
Ὁ ἔμπορος τὸν ἔβαλε στὴν βιτρίνα. Ἐκεῖ τὸν ἔβλεπαν οἱ διαβάτες καὶ ἔβλεπε κι αὐτός, χωρὶς νὰ καταλαβαίνουν ἐκεῖνοι ὅτι ἦταν κρυμμένη ζωὴ στὸ ἄψυχο ξύλο. Ὁ ἔμπορος κάποτε τὸν ἐκούρδιζε καὶ τότε πιὰ μαζευόταν κόσμος πολύς, πρὸ πάντων παιδιά, κι ἄκουαν μὲ θαυμασμὸ τὴ γλυκειὰ φωνὴ τοῦ βιολιοῦ του. Κι αὐτὴ ἡ φωνὴ εἶχε κάτι ξεχωριστό, κάτι ποὺ ἔφτανε ὡς τὴν καρδιά.
Ὅλο ἐνόμιζαν πὼς ὁ τεχνίτης εἶχε ἐπιτύχει τὴν μηχανή του. Δὲν ἤξεραν πὼς μέσα στὸ ἄψυχο ξύλο ἦταν κρυμμένη ζωή. Δὲν φαντάζονταν πὼς μόλις κουρδιζόταν ἡ μηχανὴ ὁ βιολιστὴς ἔπαιζε τὸ βιολί του μόνος μὲ τὴ δύναμη τῆς ἀγάπης ποὺ εἶχε μέσα του.
Ἀλλὰ δὲν ἔπαιζε γιὰ κείνους ποὺ μαζεύονταν κι ἔχασκαν ἔξω ἀπὸ τὴ βιτρίνα. Οὔτε τοὺς λογάριαζε οὔτε τὸν ἔμελλε. Ἔπαιζε μονάχα γιὰ τὴν ἀγάπη του. Κι ἡ ἀγάπη του ἦταν μία ὡραία κούκλα ὑψηλότερη ἀπὸ ὅλες τὶς ἄλλες, λυγερή, ξεχωριστὴ στὴ χάρη, μὲ κατακόκκινο φόρεμα στηλωμένη ἀντίκρυ του στὴν ἴδια βιτρίνα τοῦ ἐμπορικοῦ.
Ὁ βιολιστὴς αὐτὴν ἀντίκρυσε πρώτη ἅμα βγῆκε στὸ φῶς τῆς ἡμέρας ἀπὸ τὸ χονδρὸ κουτί του καὶ σ᾿ αὐτὴν ἐχάρισε ὅλη τὴν ἀγάπη ποὺ εἶχε μέσα του. Ἄλλος κόσμος δὲν ὑπῆρχε ἐκτὸς τῆς κούκλας. Ἐζοῦσε πιὰ γι᾿ αὐτήν. Ἀλλὰ κι ἐκείνη βέβαια τὸν ἀγαποῦσε. Ἂν δὲν τὸν ἀγαποῦσε, τότε γιατί δὲν ξεκολλοῦσε τὰ μάτια της ἀπὸ πάνω του, τὰ φωτερά της ἐκεῖνα μάτια ποὺ τὸν ἔκαιαν; Ἂν δὲν τὸν ἀγαποῦσε γιατί δὲν ἐγύριζε κἂν νὰ ἰδῆ ἕναν ξανθὸ ἀξιωματικὸ ποὺ ἐπάνω στὸ ξύλινο ἄλογό του καθισμένος εἶχε γυρισμένο τὸ κεφάλι πρὸς τὸ μέρος της ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ τὸν ἔβαλε ἐκεῖ ὁ ἔμπορος; Ἂν δὲν τὸν ἀγαποῦσε, γιατί χαμογελοῦσε ἀπὸ εὐχαρίστηση ὅταν ἔπαιζε τὸ βιολί του, σὰν νὰ καταλάβαινε πὼς μόνο γι᾿ αὐτὴν ἔπαιζε;
Τὸν ἀγαποῦσε, τὸν ἀγαποῦσε. Ὅλα αὐτὰ ἦσαν φανερὰ σημάδια. Ὁ βιολιστὴς ἕνα φόβο εἶχε μέσα στὴν εὐτυχία τῆς ἀγάπης του: μήπως τοὺς χωρίσουν. Πῶς ἦταν δυνατὸν νὰ ζήση χωρὶς αὐτή; Καὶ τί τὴν ἤθελε τὴ ζωή;
Μὰ ἡ τύχη ποὺ προστατεύει ὅλους τοὺς ἐρωτευμένους δὲν ἄφησε ἀπροστάτευτο καὶ τὸν ξύλινο βιολιστή. Μιὰ μέρα, ἐνῶ ἔπαιζε μὲ ὄρεξη τὸ βιολί του, ἐπερνοῦσαν ἀπ᾿ ἔξω ἕνας ἡλικιωμένος κύριος καὶ μία μεσόκοπη κυρία.
-Τί ὡραῖα ποὺ παίζει αὐτός!, εἶπε ὁ κύριος. Μοὔρχεται νὰ τὸν ἀγοράσω τοῦ ἀνεψιοῦ μου.
Τὴν ἴδια στιγμὴ ἡ κυρία ἐκύτταξε τὴν κούκλα.
– Καὶ τί ὡραία ποὺ εἶναι κι αὐτή! Θὰ τὴν πάρω κι ἐγὼ τῆς ἀνεψιᾶς μου.
Γιὰ μία στιγμή, ὁ βιολιστὴς ἐνόμισε πὼς θὰ χωριζόταν πιὰ ἀπὸ τὴν ἀγάπη του καὶ τουρχόταν νὰ σκάση ἀπὸ τὸ κακό του. Ἐνῶ ὅμως τὸν ἐτύλιγε ὁ ἔμπορος στὸ χαρτί, κατάλαβε ἀπὸ τὴν ὁμιλία τῆς κυρίας ὅτι ὁ ἀνεψιὸς καὶ ἡ ἀνεψιὰ ἦσαν ἀδέλφια καὶ ὅτι ὕστερα ἀπὸ λίγες μέρες θὰ βρισκόταν πάλι κοντὰ στὴν ἀγαπημένη του κούκλα.
Ἔκαμε ὑπομονή, μὰ καὶ οἱ δυὸ μέρες, ποὺ ἔμεινε φυλακισμένος μέσα σ᾿ ἕνα σκοτεινὸ ντουλάπι, τοῦ φάνηκαν χρόνοι ἀτέλειωτοι. Συλλογιζόταν τί θὰ γινόταν μόνη ἡ ἀγαπημένη του, πὼς θὰ τὸν ἀναζητοῦσε, πὼς θὰ νόμιζε ὅτι δὲν θὰ τὸν ξανάβλεπε πιὰ καὶ θὰ σπαραζόταν ἀπὸ ἀπελπισία.
Κι ὁ καϋμένος ὁ βιολιστὴς ἐδάκρυζε τόσο πολὺ καὶ τόσο συχνά, ὥστε ὅταν τὸν ἐξετύλιξαν ἀπὸ τὸ χαρτὶ τὴν Πρωτοχρονιὰ ἀπὸ τὰ δάκρυα εἶχαν ξεβάψει τὰ μάτια του.
Βρέθηκε μέσα σὲ μιὰ σάλα φωτισμένη καὶ γεμάτη κόσμο. Τί τὸν ἔμελλε γιὰ τὸν κόσμο; Αὐτὸς ἐκύτταζε μόνο νὰ ἰδῆ ποὺ εἶνε ἡ ἀγάπη του. Κι ὅταν τὸν ἐκούρδισαν, ἔπαιξε μ᾿ ὅλη του τὴ δύναμη γιὰ νὰ τὸν ἀκούσῃ αὐτὴ καὶ νὰ χαρῇ. Τοῦ κάκου ὅμως, τοῦ κάκου! Ἡ ὥρα περνοῦσε κι ἐκείνη δὲν φαινόταν πουθενά. Ἦσαν ἄλλες κοῦκλες ἐκεῖ καθισμένες γύρω στὶς μεγάλες πολυθρόνες, ἀλλὰ καμμιὰ δὲν εἶχε τὴ χάρι τῆς ἀγαπημένης του. Ὁ βιολιστὴς ἄρχισε ν᾿ ἀπελπίζεται, ὅταν ξαφνικὰ πέρα ἐκεῖ πίσω ἀπὸ μία πόρτα τοῦ φάνηκε πὼς εἶδε τὴν ἄκρη ἑνὸς φορέματος καὶ τὸ φόρεμα αὐτὸ ἔμοιαζε πολὺ μ᾿ ἐκεῖνο τὸ κόκκινο ποὺ φοροῦσε ἡ ἀγάπη του. Πῶς, ἦταν λοιπὸν ἐκεῖ καὶ δὲν ἐγύριζε νὰ τὸν δῆ; Τί ἔκανε πίσω ἀπὸ τὴν πόρτα; Μήπως τὸν ἐπερίμενε ἐπίτηδες ἐκεῖ, μακρυὰ ἀπὸ τὸν κόσμο; Ἐπλησίασε σιγὰ-σιγὰ μὲ λαχτάρα, μὲ καρδιοχτύπι. Καὶ τί εἶδε; Τὴν ἀγαπημένη του μαζὶ μὲ τὸν ξανθὸ ἐκεῖνον ἀξιωματικό, ποὺ δὲν ἐγύριζε ἡ ἄπιστη νὰ δῆ ὅταν ἦταν στὴ βιτρίνα τοῦ ἐμπορικοῦ. Καὶ τώρα θὰ κρυφομιλοῦσαν βέβαια οἱ δυὸ γλυκὰ-γλυκὰ ἐκεῖνος ἀπὸ τὸ ἄλογό του κι αὐτὴ στηλωμένη ὀρθὴ στὸν τοῖχο.
Ὁ βιολιστὴς ἄναψε ἀπὸ τὸν θυμό. Χωρὶς νὰ συλλογισθῆ τί κάνει, ἅρπαξε τὸ ξύλινο σπαθὶ ἀπὸ τὴ μέση τοῦ ἀξιωματικοῦ κι ἐπέρασε τὰ ἄπιστα στήθη τῆς κούκλας.
Ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἀνοιχτὴ πληγὴ ἐχύθηκε ξαφνικὰ κάτι ποὺ δὲν ἔμοιζε καθόλου μὲ αἷμα. Ὁ βιολιστὴς μὲ τ᾿ ἀγριεμένα μάτια του τὸ εἶδε καὶ τινάχθηκε πίσω…
– Τί! ἐφώναξε μὲ βραχνὴ φωνή. Καὶ τὴν εἶχα ἀγαπήσει τόσο, κι ἐνόμιζα ὅτι μ᾿ ἀγαποῦσε κι αὐτὴ ἐνῶ δὲν εἶχε μέσα στὰ στήθη της τίποτε ἄλλο ἀπὸ πίτουρα… πίτουρα!
Τὸ πρωί, βρῆκαν πίσω ἀπὸ τὴν πόρτα τὴν ὄμορφη κούκλα μὲ τρυπημένα τὰ στήθη καὶ χυμένα τὰ πίτουρα ἐπάνω στὸ κόκκινο φόρεμα καὶ τὸ σπαθὶ τοῦ ἀξιωματικοῦ πεσμένο κάτω στὸ πάτωμα. Κι ὅταν πῆραν νὰ κουρδίσουν τὸν βιολιστή, εἶδαν πὼς τὸ ξύλο του ἦταν σπασμένο σὲ δυὸ κομμάτια. Ἔρραψαν τὴν πληγὴ τῆς κούκλας, ἐκόλλησαν τὸ σπαθὶ τοῦ ἀξιωματικοῦ, κι ἐπέταξαν στὸ κάρρο τῶν σκουπιδιῶν τὸν ἄχρηστο βιολιστή…
Γεώργιος Δροσίνης
Φωτογραφία : Μαρία Ανδρεάδου
Κύριε, μη μου δίνεις την οδύνη που περιέχω.
Είμαι το διεσταλμένο ρόδο δίχως σεμνότητα,
είμαι ο καρπός που αποστάζει ασύστολα χυμό,
είμαι η θερμότατη καλοκαιρινή μέρα
που αντηχεί το φως, την πυράδα του ήλιου.
Είμαι βαρύς από τον ίδιο τον εαυτό μου,
υποφέρω την έννοια του εαυτού μου,
σε βάρος αισθήσεων υπέρμετρο.
Πολύχρωμο έντομο με έντονο χνούδι χρωμάτων
να πετάξω δεν δύναμαι πια.
Πού ν’ αποθέσω τον εαυτό μου;
Η ζωή πιο ωραία,
ισάξια του θανάτου, με πληρώνει.
Κύριε, μη με παραδίνεις στις δυνάμεις που περιέχω.
Να καταστρέψει η αρμονία
την ηδονή που αναθρώσκει,
να συνθέσω τη γαλήνη.
Τα λόγια μου σπρώχνονται
στα στόματα απ’ το σώμα μου
όπως η ζωή που αναβλύζει απ’ τη γη
στην ορμή απ’ το θερμό φως.
Στους νεκρούς ανάμεσα πέρασα
γεμάτος ζωής προσφορά,
πώς θα μου απαντήσει
η σιωπηλή ζωή;
Έκραξα στους ζωντανούς ανάμεσα,
ποιοι είναι οι επιζώντες
και δεν ακούω ομιλία καμιά;
Με διαπερνούν τα πρόσωπα,
ανόητοι περιπατητές της Κυριακής ημέρας,
άσχημος όχλος.
Περιέχω τον δρόμο με τα βρώμικα χαρτιά,
με τ’ ακατάλληλα σκουπίδια,
κατέχω τη στεκούμενη κατάσταση
της στατικής αηδίας στάσιμης,
μιλώ τα φθαρμένα λόγια της κοινής αντίληψης,
χαμογελώ στα πρόσωπα τα βδελυρά κι αδιάφορα
χωρίζομαι, αποχωρίζομαι, δεν υπάρχω,
βρίσκομαι στην αποσύνθεση.
Ζωή Καρέλλη /Από τη συλλογή Πορεία (1940)
πηγή : http://www.translatum.gr/
Ποιος είναι και πώς
πιο πολύ μονάχος,
παράφορα, απελπισμένα μονάχος,
τώρα εγώ ή εκείνος;
Πίστεψα πως υπάρχω, θα υπάρχω,
όμως πότε υπήρχα δίχως του
και τώρα,
πώς στέκομαι, σε ποιο φως,
ποιος είναι ο δικός μου ακόμα καϋμός;
Ω, πόσο διπλά υποφέρω,
χάνομαι διαρκώς,
όταν Εσύ οδηγός μου δεν είσαι.
Πώς θα δω το πρόσωπό μου,
την ψυχή μου πώς θα παραδεχτώ,
όταν τόσο παλεύω
και δεν μπορώ ν’ αρμοστώ.
«Ότι διά σου αρμόζεται
γυνή τω ανδρί.»
Δεν φαίνεται ακόμα το τραγικό
του απρόσωπου, ούτε κι εγώ
δεν μπορώ να το φανταστώ ακόμα, ακόμα.
Τι θα γίνει που τόσο καλά,
όσα πολλά ξέρω και γνωρίζω καλλίτερα,
πως απ’ το πλευρό του δεν μ’ έβγαλες.
Και λέω πως είμαι ακέραιος άνθρωπος
και μόνος. Δίχως του δεν εγινόμουν
και τώρα είμαι και μπορώ
κι είμαστε ζεύγος χωρισμένο, εκείνος
κι εγώ έχω το δικό μου φως,
εγώ ποτέ, σελήνη,
είπα πως δεν θα βαστώ απ’ τον ήλιο
κι έχω τόσην υπερηφάνεια
που πάω τη δική του να φτάσω
και να ξεπεραστώ, εγώ,
που τώρα μαθαίνομαι και πλήρως
μαθαίνω πως θέλω σ’ εκείνον ν’ αντισταθώ
και δεν θέλω από κείνον τίποτα
να δεχτώ και δε θέλω να περιμένω.
Δεν κλαίω, ούτε τραγούδι ψάλλω.
Μα γίνεται πιο οδυνηρό το δικό μου
ξέσκισμα που τοιμάζω,
για να γνωρίσω τον κόσμο δ’ εμού,
για να πω το λόγο δικό μου,
εγώ που ως τώρα υπήρξα
για να θαυμάζω, να σέβομαι και ν’ αγαπώ,
εγώ πια δεν του ανήκω
και πρέπει μονάχη να είμαι,
εγώ, η άνθρωπος.
(*Ζωή Καρέλλη, Η άνθρωπος, Τα Ποιήματα, ΙΙ, σσ. 123-24)
πηγή : http://tvxs.gr/
Καθώς έβγαινα για άλλη μια φορά,στην κανονική μου ώρα,από τον ανελκυστήρα,
σκεφτόμουν πως η ζωή μου,με τις μέρες της
που γίνονται όλο και πιο όμοιες στις λεπτομέρειες τους,
μοιάζει μ’ εκείνες τις τιμωρίες που επιβάλλονται στους μαθητές ανάλογα με το σφάλμα τους,
να γράψουν δέκα,εκατό η και περισσότερες φόρες την ίδια φράση
που τουλάχιστον εξαιτίας των πολλών επαναλήψεων γίνεται παράλογη,
μόνο που στη δίκη μου περίπτωση
πρόκειται για μια τιμωρία που λέει “όσες φορές αντέξεις”.
logopoihmata.blogspot.gr
(συνομιλια αναμεσα σε πρακτορα κ Αμάντα με θεμα την εξουσια , το εθνος κ την ελευθερια)
πρακτορας: ”εγω διακινδυνευσα τη ζωη μου..”
αμαντα: ”διακινδυνευσες τη ζωη σου αλλα τι αλλο εχεις διακινδυνευσει; Διακινδυνευσες ποτε την αποδοκιμασια των αλλων; Διακινδυνευσες ποτε την οικονομικη σου ασφαλεια; Διακινδυνευσες ποτε μια πεποιθηση σου; Το να διακινδυνεύσει κανείς τη ζωή του δε δείχνει ιδιαιτερο θαρρος. Στη χειροτερη περιπτωση θα τη χασεις,οποτε θα πας στον παραδεισο των ηρωων και ολα θα ειναι μελι γαλα στον αιωνα τον απαντα. Ετσι δεν ειναι; Κερδιζεις την ανταμοιβη σου κ δεν εχεις αλλες συνεπειες.Αυτο δεν ειναι θαρρος.
Πραγματικο θαρρος ειναι να διακινδυνευσεις κατι που μπορει να σε αναγκασει να επανεξετασεις τις σκεψεις σου, και να αλλαξεις, και να επεκτεινεις τη συνειδητοτητα σου.
Πραγματικο θαρρος ειναι να διακινδυνευσεις τα κλισε σου”
www.λεσχη.gr
Κατά που θα κινήσεις;
Πώς θ΄ αντικρίσεις τη ζωή και το θάνατο, την αρετή και το φόβο; Όλη η γενεά καταφεύγει στο στήθος σου και ρωτάει και προσδοκάει με αγωνία.
Έχεις ευθύνη. Δεν κυβερνάς πια μονάχα τη μικρή ασήμαντη ύπαρξη σου.
Είσαι μια ζαριά όπου για μια στιγμή παίζεται η μοίρα του σογιού σου.
Κάθε σου πράξη αντιχτυπάει σε χιλιάδες μοίρες. Όπως περπατάς, ανοίγεις, δημιουργείς την κοίτη όπου θα μπει και θα όδέψει ο ποταμός των απόγονων.
Όταν φοβάσαι, ο φόβος διακλαδώνεται σε αναρίθμητες γενεές και εξευτελίζεις αναρίθμητες ψυχές μπροστά και πίσω σου.
Όταν υψώνεσαι σε μια γενναία πράξη, η ράτσα σου αλάκερη υψώνεται και αντρειεύει.”
Ασκητική – Νίκος Καζαντζάκης
«Παραμύθια»;… Αϊ λοιπόν θα σας πω κι ένα παραμύθι, για να ξεκουραστείτε! Μια φορά κι έναν καιρό οι κλέφτες της πρώτης πολιτείας του κόσμου, αφού πλουτήνανε αρκετά, αποφασίσανε να ταχτοποιήσουνε τη ζωή τους. Μπλοκάρανε το λοιπόν τους φτωχούς της πολιτείας κι αφού τους μαζώξανε στην πλατέα, τους είπανε: “Ψηλά τα χέρια! Θέλουμε το καλό σας. Δε θα σας πάρουμε τα φκιάρια, τους κασμάδες, τα σκεπάρνια, τα δισάκια και τα ζεμπίλια σας με το ψωμοτύρι, τα τρύπια σας πουκάμισα με τις ψείρες και τις απάτωτες καλύβες σας, που κάνουνε νερά, σα βρέχει. Είσαστε λέφτεροι ! – ψηλά τα χέρια!). Λέφτεροι να ζείτε κατά το κέφι σας, να κερδίζετε, να κάνετε κομπόδεμα, να μεθάτε, να χορέβετε, να γεννοβολάτε και να πεθαίνετε. Εμείς θα σας μαθαίνουμε τις … αλήθειες! Θα σας δώσουμε πλούσια φαντασία κ’ αισθαντική καρδιά. Θα σας δώσουμε κι αθάνατη ψυχή. Κι όποιος από σας του γουστάρει, θα μπορεί να γράφει ποιήματα, να σκαρώνει θεωρίες και να δοξάζεται! Ο κυρίαρχος λαός θα σαστε εσείς! Εμείς μονάχα θα σας κουμαντάρουμε. Θα φροντίζουμε για την ασφάλεια της ζωής, της τιμής και της περιουσίας σας – μ’ ένα λόγο για τη λεφτεριά σας. Σεις θα δουλέβετε, καταπώς θέλετε κι ό,τι θέλετε κι όποτε θέλετε. Εμείς θα σας δίνουμε δουλειά, φτάνει να βρίσκεται, και σεις θα μας δίνετε τα κόπια σας. Και για να μη θαρρέψετε πως σας αδικούμε, θα πλερώνουμε κ’ εμείς το ίδιο δόσιμο στο Κράτος, – στον εαφτό μας!
“Κ’ εσείς κ’ εμείς θα χουμε πάνου από τα κεφάλια μας τους ίδιους θεούς, που θα προστάζουν εσάς να δουλέβετε και να μην τρώτε κ’ εμάς να καθόμαστε και να τρώμε. Κ’ εμείς κ’ εσείς θα χουμε πάνου από τα κεφάλια μας τους ίδιους νόμους, που εμείς θα σας τους δίνουμε κ’ εσείς θα τους ψηφίζετε σα βουλεφτάδες και θαν τους εφαρμόζετε σα δικαστάδες ενάντια στον εαφτό σας. Και για να μην πλακώνουν απ’ άλλες στεριές και θάλασσες κουρσάροι και κλέφτες ν’ αρπάζουνε το υστέρημά σας και να παίρνουνε σκλάβους κ’ εσάς και τις γυναίκες σας και τα παιδιά σας, θα σας αρματώνουμε, θα σας γυμνάζουμε, για να μπορείτε να διαφεντέβετε τους θεούς σας, τον εαφτό σας κ’ εμάς, δηλαδή την πατρίδα. Να σκοτώνεστε εσείς και να ζούμε εμείς. Κι’ επειδή μοναχοί σας δε θα μπορούσατε να σκεφτείτε το συφέρο σας και να φυλάξετε τον εαφτό σας, θα σας αναγκάζουμε με το ζόρι (ψηλά τα χέρια!). Ένα πράμα μοναχά σας απαγορέβουμε: να κλέβει ο ένας τον άλλονε. Γιατί μπορεί να κλέψετε κι εμάς“.
Έτσι λοιπόν ο λαός δούλευε λέφτερα και λέφτερα σκεφτότανε. Και τραγουδούσε χαρούμενα στις ταβέρνες σαν τον κότσυφα στο κλαρί (στο κλουβί!). Κι’ οι σωτήρες τους ξαπλωνόντανε τ’ ανάσκελα σε ζεστά παλάτια το χειμώνα και κάτου απ’ ανθισμένα δέντρα το καλοκαίρι – και σωρό γυναικούλες όμορφες τους ψειρίζανε το σβέρκο και τους χουχουλίζανε το ριζάφτι (πολύ συντελεί!). Κ’ η εφτυχία τους, είτανε δύναμη της πατρίδας κ’ η ξετσιπωσιά τους καθαρμός. Κι αν κάπου βαριεστίζοντας ο λαός τους έδιωχνε, ζητούσε αμέσως άλλους να τόνε κλέβουνε: δεν μπορούσε πια μήτε να ζήσει – μήτε να σκεφτεί χωρίς «σωτήρες».
Γελάτε και με το δίκιο σας, ω άντρες Αθηναίοι. Τέτια παράξενη πολιτεία μήτε γίνηκε μήτε θα γίνει ποτές! Παραμύθι, βλέπετε. Τώρα θα μου ζητάτε κ’ επιμύθιο! Που ναν το βρω;.. Μονάχα σας λέω: “Αλίμονο στον αφτόδουλο πολίτη, που φτασμένος στα έσχατα της απελπισιάς, παραδίνεται για να σωθεί, στο έλεος του Θεού και στους νόμους των κλεφτών“ >>.
(Από την «Αληθινή Απολογία του Σωκράτη» του Κώστα Βάρναλη)
Η φιλοσοφία του Πλάτωνα, αρχαιολογικά ευρήματα και η ιστορία της Αθήνας αποκαλύπτονται με μια βουτιά στο χρόνο. Το νέο Ψηφιακό Μουσείο στην περιοχή της Ακαδημίας Πλάτωνος είναι έτοιμο να υποδεχτεί τους πρώτους επισκέπτες του. Εγκαταστημένο σε νέο κτίριο το μουσείο έχει στόχο να συνδέσει την ιστορία της περιοχής με τον αστικό χώρο του σήμερα, να αναδείξει τα αρχαιολογικά στοιχεία της Ακαδημίας, αλλά και τις φιλοσοφικές ιδέες του Πλάτωνα. Όλα αυτά μέσω πολλαπλών επιπέδων πληροφορίας που συνδυάζουν φυσικά εκθέματα, κείμενα, δίγλωσσες παρουσιάσεις, πολυμέσα και εικόνες. Το κτίριο μοιάζει με «κουτί», μία κατασκευή που ανοίγει, χρησιμοποιείται και ξανακλείνει, τονίζοντας το εφήμερο του χαρακτήρα της αλλά και τον συντονισμό με τον αρχαιολογικό χώρο. Η έκθεση έχει κυκλική φορά προς τα πίσω, καθώς από τη σημερινή γειτονιά, η διαδρομή μάς πηγαίνει στα στάδια της ανακάλυψης του αρχαιολογικού χώρου. Στην πρώτη αίθουσα του Μουσείου γίνεται η γνωριμία με τον Πλάτωνα στην Αθήνα του 4ου π.Χ. αι., η δεύτερη αίθουσα αφιερώνεται στις μεθόδους της φιλοσοφικής του σκέψης, ενώ στην τρίτη βλέπουμε την επίδραση του έργου του μέσα στο χρόνο. Και η έκθεση καταλήγει εκεί απ΄όπου άρχισε: στο παρόν της Ακαδημίας Πλάτωνος.
«Όταν έμαθα ότι η πτήση μου θα καθυστερούσε 4 ώρες, άκουσα την ανακοίνωση: Αν κάποιος στην περιοχή της πύλης 4-Α καταλαβαίνει αραβικά, παρακαλούμε να έρθει αμέσως. Η πύλη 4-Α ήταν η δική μου πύλη. Πήγα αμέσως εκεί. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, ντυμένη με την παραδοσιακή παλαιστινιακή φορεσιά, ακριβώς όπως τη φορούσε και η γιαγιά μου, ήταν κουλουριασμένη στο πάτωμα και θρηνούσε δυνατά. “Βοήθεια”, είπε ο άνθρωπος της υπηρεσίας πτήσης. “Μίλα της. Ποιο είναι το πρόβλημά της; Της είπαμε ότι η πτήση επρόκειτο να καθυστερήσει τέσσερις ώρες και αντέδρασε έτσι”. Έβαλα το χέρι μου γύρω της και της μίλησα διστακτικά. Shu dow-a, shu- biduck habibti, stani stani schway, min fadlick, sho bit se-wee? Τη στιγμή που άκουσε τις λέξεις που ήξερε -όσο και φτωχά διατυπωμένες να ήταν- σταμάτησε να κλαίει. Νόμιζε πως η πτήση μας είχε ακυρωθεί εντελώς. Έπρεπε να είναι στο Ελ Πάσο για κάποια σημαντική ιατρική αγωγή την επόμενη μέρα. Είπα “όχι, όχι, είμαστε μια χαρά, θα φτάσουμε εκεί, μόνο πιο αργά. Ποιος σας περιμένει εκεί; Ας τον καλέσουμε και θα του πω”. Καλέσαμε τον γιο της και μίλησα μαζί του στην αγγλική γλώσσα. Του είπα ότι θα μείνω με τη μητέρα του μέχρι να μπούμε στο αεροπλάνο και πως θα καθίσω δίπλα της. Του μίλησε. Στη συνέχεια μιλήσαμε και με τους άλλους γιους της, μόνο και μόνο για τη διασκέδαση. Ύστερα καλέσαμε τον μπαμπά μου. Μιλήσανε για λίγο στα αραβικά και ανακάλυψαν ότι είχαν δέκα κοινούς φίλους. Τότε σκέφτηκα γιατί να μην καλέσω κάποιους Παλαιστίνιους ποιητές που γνωρίζω και να τους αφήσω να συνομιλήσουν μαζί της; Αυτό πήρε περίπου 2 ώρες. Εκείνη γελούσε πολύ από τότε. Μιλούσε για τη ζωή της. Απαντήσεις. Ερωτήσεις. Είχε τραβήξει ένα σάκο με σπιτικά μπισκότα mamool -με λίγη ζάχαρη και γεμιστά με ξηρούς καρπούς- έξω από την τσάντα και άρχισε να τα προσφέρει σε όλες τις γυναίκες στην πύλη. Προς έκπληξή μου, καμία γυναίκα δεν αρνήθηκε. Ήταν σαν ένα μυστήριο. Η ταξιδιώτισσα από την Αργεντινή, η ταξιδιώτισσα από την Καλιφόρνια, η όμορφη γυναίκα από το Laredo -ήμασταν όλοι καλυμμένοι με την ίδια ζάχαρη άχνη. Και χαμογελούσαμε. Δεν υπάρχουν καλύτερα μπισκότα. Και τότε η αεροπορική μοίρασε δωρεάν -μη αλκοολούχα- ποτά από τα τεράστια ψυγεία της και τα δύο μικρά κορίτσια της πτήσης μας, μία Αφρικανή-Αμερικανίδα και μία Μεξικανή-Αμερικανίδα, άρχισαν να τρέχουν γύρω μας και να μας σερβίρουν χυμό μήλου και λεμονάδα και ήταν καλυμμένες και αυτές με ζάχαρη άχνη. Και παρατήρησα πως η νέα καλύτερή μου φίλή, που τώρα κρατιόμασταν χέρι-χέρι, είχε κάτι που προεξείχε από την τσάντα της: κάποια φάρμακα και ένα φυτό με πράσινα, σαν γούνινα, φύλλα. Η παλιά ταξιδιωτική παράδοση μιας τέτοιας χώρας. Πάντα έχετε μαζί σας ένα φυτό. Πάντα να μένετε ριζωμένοι κάπου. Και κοίταξα τριγύρω στην πύλη της αργοπορίας και της κούρασης και σκέφτηκα: Αυτός είναι ο κόσμος που θέλω να ζήσω. Ο κόσμος της μοιρασιάς. Ούτε ένα άτομο σε αυτή την πύλη, με το που σταμάτησε το κλάμα, δεν φάνηκε να ανησυχεί για κανένα άλλο πρόσωπο. Πήραν τα μπισκότα. Ήθελα να αγκαλιάσω όλες τις άλλες γυναίκες πάρα πολύ. Αυτό μπορεί ακόμα να συμβεί οπουδήποτε. Δεν έχουν χαθεί τα πάντα».
Η Naomi Shihab Nye είναι ποιήτρια, τραγουδοποιός και συγγραφέας. Είναι γεννημένη από Παλαιστίνιο πατέρα και Αμερικανίδα μητέρα. Παρόλο που η ίδια αποκαλεί τον εαυτό της «Περιπλανώμενη ποιήτρια», αναφέρει το Σαν Αντόνιο ως το σπίτι της. Λέει πως μια επίσκεψη στο χωριό της γιαγιάς της, το Sinjil, της άλλαξε τη ζωή. Η Nye κέρδισε το Βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας NSK Neustadt, το 2013. [Πηγή: www.doctv.gr]
Γύμνασμα
Δοκίμαζε, συνέχιζε τα γυμνάσματά σου.
Κοίτα που κ’ η θάλασσα ανακατεύει συνεχώς
ουρανό και φύκια
πασχίζοντας να βρει το σωστό της χρώμα.
Το μαχαίρι
Όπως αργεί τ’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι
έτσι αργούν κ’ οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο.
Στο μεταξύ
όσο δουλεύεις στον τροχό
πρόσεχε μην παρασυρθείς
μην ξιπαστείς
απ΄ την λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων.
Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι.
Με τι μάτια τώρα πια
Βιάστηκες μητέρα να πεθάνεις.
Δεν λέω, είχες αρρωστήσει από φασισμό
κι ήταν λίγο το ψωμί έλειπα κι εγώ στην εξορία
ήτανε λίγος ο ύπνος κι ατέλειωτες οι νύχτες
μα πάλι ποιος ο λόγος να απελπιστείς προτού να κλείσεις 5
τα εξηντατέσσερα
μπορούσες να ‘σφιγγες τα δόντια
έστω κι αυτά τα ψεύτικα τα χρυσά σου δόντια
μπορούσες ν’ αρπαζόσουνα από ‘να φύλλο πράσινο
απ’ τα γυμνά κλαδιά
απ’ τον κορμό 10
μα ναι το ξέρω
γλιστράν τα χέρια κι ο κορμός του χρόνου δεν έχει φλούδα
να πιαστείς
όμως εσύ να τα ‘μπηγες τα νύχια
και να τραβούσες έτσι πεντέξι-δέκα χρόνια
σαν τους μισοπνιγμένους που τους τραβάει ο χείμαρρος 15
κολλημένους στο δοκάρι του γκρεμισμένου τους σπιτιού.
Τι βαραίνουν δέκα χρόνια για να με ξαναδείς
να ξαναδείς ειρηνικότερες ημέρες και να πας
στο παιδικό σου σπίτι με τον φράχτη πνιγμένο ν στα λουλούδια
να ζήσεις μες στη δίκαιη γαλήνη 20
ακούγοντας τον πόλεμο
σαν τον απόμακρο αχό του καταρράχτη
να ‘χεις μια στέγη σίγουρη σαν άστρο
να χωράει το σπίτι μας την καρδιά των ανθρώπων
κι από τη μέσα κάμαρα- 25
όμως εσύ μητέρα βιάστηκες πολύ
και τώρα με τι χέρια να ‘ρθεις και να μ’ αγγίξεις μέσ’
από τη σίτα*
με τι πόδια να ζυγώσεις εδώ που ‘χω τριγύρω μου τις πέτρες
σιγουρεμένες σαν ντουβάρια φυλακής
με τι μάτια τώρα πια να δεις πως μέσα δω χωράει
όλη η καρδιά του αυριανού μας κόσμου 30
τσαλαπατημένη
κι από τον δίπλα θάλαμο ποτίζει η θλίψη
σαν υγρασία σάπιου χόρτου.
poiein.gr και users.sch.gr

