Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 27 Οκτωβρίου 2017

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας αυτοκράτορας, που είχε διαλέξει σαν προσωπικό του σύμβουλο ένα πολύ σοφό γέροντα, που όμως είχε ένα μεγάλο ελάττωμα, συνεχώς επαναλάμβανε, «ότι σου συμβαίνει είναι για το καλό σου, ότι σου συμβαίνει είναι για το καλό σου…». Ο αυτοκράτορας όμως παρόλο που το «ελάττωμα» του σοφού τον εκνεύριζε, τον κρατούσε κοντά του γιατί οι συμβουλές και η σοφία του, τού ήταν πολύ χρήσιμα και γι΄ αυτό το λόγο τον έπαιρνε πάντα μαζί του, ειδικά όταν απομακρυνόταν από το παλάτι. Μια βροχερή μέρα, ο αυτοκράτορας αποφάσισε να καλλωπιστεί και αφού τον έπλυναν οι γυναίκες της αυλής, ζήτησε από τον κουρέα να τον ξυρίσει και να του κάνει μανικιούρ. Την ώρα όμως που ο κουρέας του έκοβε τα νύχια, ακούστηκε ένας κεραυνός τόσο δυνατός που ο αυτοκράτορας και ο κουρέας τρόμαξαν τόσο πολύ που ο κουρέας έκοψε το μικρό δαχτυλάκι του αυτοκράτορα… Κραυγές, πόνου και θυμού κυρίευσαν τον αυτοκράτορα που έπεσε πάνω στον κουρέα με μεγάλη οργή :«Γρήγορα στην φυλακή, ανάξιε, έκοψες το δάχτυλο του αυτοκράτορα, θα σαπίσεις μέσα στην φυλακή για τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής σου!». Τότε επενέβη ο σοφός γέρος και άρχισε πάλι να επαναλαμβάνει : «Ότι σου συμβαίνει είναι για το καλό σου. Ότι σου συμβαίνει είναι για το καλό σου». Ο αυτοκράτορας γεμάτος οργή, φώναξε: «Φτάνει πια, με αυτές τις ανοησίες, σε βαρέθηκα όλα αυτά τα χρόνια και εσύ στην φυλακή, έτσι θα μπορείς ν’ ακούς μόνος σου τις βλακείες σου μέχρι το τέλος της ζωής σου!». Την επόμενη μέρα ο αυτοκράτορας, για να ξεθυμώσει και να χαλαρώσει, αποφάσισε να πάει κυνήγι στο δάσος, βέβαια μόνος του, μια και είχε φυλακίσει τον γέροντα σοφό που συνήθως τον ακολουθούσε παντού. Ενώ βρισκόταν στο δάσος, ξαφνικά τον περικύκλωσαν οι πολεμιστές-αιρετικοί της θεάς Κάλι, τον συνέλαβαν και ήταν πολύ ευτυχισμένοι που βρήκαν ένα θύμα για να το θυσιάσουν στην θεά τους. Ο αυτοκράτορας, φώναξε, ούρλιαξε, παρακάλεσε, αλλά τίποτα. Εκείνοι είχαν αποφασίσει να τον θυσιάσουν στη θεά Κάλι που ήταν η θεά του κακού και γιόρταζε εκείνη τη μέρα. Τον έντυσαν λοιπόν με το ειδικό ράσο, τον άλειψαν με το ιερό τους λάδι, τον έδεσαν στον βωμό και ενώ ο αρχηγός ήταν έτοιμος να του μπήξει το μαχαίρι στην καρδιά, είδε, με τρόμο, πως από το θύμα έλλειπε ένα μέλος, το μικρό του δαχτυλάκι. Βρίζοντας και φτύνοντας τον έλυσε, γιατί δεν επιτρεπόταν να θυσιάσουν κάποιον που δεν ήταν αρτιμελής και έτσι τον άφησαν να φύγει. Ακόμα ζαλισμένος, ο αυτοκράτορας γρήγορα έτρεξε στο παλάτι του και στο δρόμο κατάλαβε τι είχε γίνει. Ο σοφός γέροντας είχε δίκιο και ευτυχώς που σε εκείνο το ατύχημα τού έκοψε ο κουρέας το δάχτυλο και έτσι σώθηκε η ζωή του. Τι σημασία είχε ένα δαχτυλάκι λιγότερο μπροστά στον κίνδυνο που είχε διατρέξει; Καλύτερα ζωντανός και με ένα δάχτυλο λιγότερο παρά νεκρός. Φτάνοντας στο παλάτι ο αυτοκράτορας, πήγε αμέσως στις φυλακές και ελευθέρωσε τον κουρέα και μετά πήγε στον σοφό γέροντα, μπήκε στο κελί τον αγκάλιασε και του είπε: «Φίλε μου, συγχώρεσε με, για το κακό που σου έκανα, τι τυφλός που ήμουνα. Με συνέλαβαν οι αιρετικοί της θεάς Κάλι και ενώ ήταν έτοιμοι να με θυσιάσουν, είδαν πως μου έλειπε το μικρό μου δαχτυλάκι και με άφησαν να φύγω. Είχες δίκιο φίλε μου. Ότι μας συμβαίνει είναι για το καλό μας. Συγχώρεσε με φίλε μου, θα είσαι πάντοτε κοντά μου και όλο το βασίλειο σου ανήκει». Αλλά τώρα πες μου σε παρακαλώ πολύ, εσύ, που σε έβαλα φυλακή, που είναι το καλό που συνέβη σε σένα; Με ηρεμία ο γέροντας κοίταξε τον αυτοκράτορα και του απάντησε: «Βλέπετε, εξοχότατε, εάν δεν με είχατε φυλακίσει, θα σας είχα συνοδέψει, όπως πάντα, στο κυνήγι σας στο δάσος και σε εμένα δεν λείπει κανένα δάχτυλο. Ό,τι μας συμβαίνει είναι για το καλό μας».

[Πηγή: www.doctv.gr]

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 27 Οκτωβρίου 2017

Άγρια των άστρων μουσική
μόλις νυχτώνει με ξυπνάς
Μέσα στην πιο βαθιά σιωπή
έρχεσαι και με τυραννάς

Άγρια των άστρων μουσική

στην ξεχασμένη σου φωτιά
ρίχνονται οι πιο κρυφοί καημοί
ψάχνοντας να ‘βρουν γιατρειά

Μ’ όσα φύγαν, μ’ όσα έχουν πια χαθεί
μ’ ό,τι μέσα μου έχω ως τώρα περισώσει
ξεκινάω κάθε μέρα απ’ την αρχή
τα μετράω και περιμένω να νυχτώσει

Άγρια των άστρων μουσική
μόλις νυχτώνει με ξυπνάς
Μέσα στην πιο βαθιά σιωπή
έρχεσαι και με τυραννάς

Με μεθάς με γελάς με χαϊδεύεις με χτυπάς με πονάς
Στην ανύπαρκτη πατρίδα των ονείρων μ’ οδηγάς
Με μεθάς με γελάς με χαϊδεύεις με χτυπάς με πονάς
Κι όταν φεύγεις το πρωί σαν παιδί με παρατάς

Άγρια των άστρων μουσική
έρχεσαι δίχως να ρωτάς
και μ’ ένα ξαφνικό φιλί
με καταπίνεις, με ρουφάς

Άγρια των άστρων μουσική
στην ξεχασμένη σου φωτιά
ρίχνονται οι πιο κρυφοί καημοί
ψάχνοντας να ‘βρουν γιατρειά

Με μεθάς με γελάς με χαϊδεύεις με χτυπάς με πονάς
Στην ανύπαρκτη πατρίδα των ονείρων μ’ οδηγάς
Με μεθάς με γελάς με χαϊδεύεις με χτυπάς με πονάς
Κι όταν φεύγεις το πρωί σαν παιδί με παρατάς…

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 25 Οκτωβρίου 2017

Η σοφία του να νικάς χωρίς να τσακώνεσαι

Έχετε ακούσει για τις αποτελεσματικές κινήσεις του ψυχολογικού αϊκίντο, δηλαδή των μέσων για την επίλυση οποιουδήποτε προβλήματος χωρίς να τσακώνεστε. – Το ψυχολογικό αϊκίντο μοιάζει με την εξισορρόπηση πάνω σε μια μπάλα- εξισορρόπηση πριν την επιθετικότητα. Ενδώστε για να αποδυναμώσετε την αντίσταση, διδάσκουν οι Βουδιστές. – Μην τσακώνεστε, γιατί θα γίνετε αναπόφευκτα αυτό στο οποίο μάχεστε. Η πολλή δύναμη οδηγεί στα αντίθετα αποτελέσματα. – Μάθετε να ακολουθείτε για να μπορέσετε να οδηγείτε. – Αυτός που σας φωνάζει βρίσκεται σε συναισθηματική φόρτιση πράγμα που σημαίνει, ότι η συνείδηση του δεν λειτουργεί. Είναι αστείο να προσπαθείτε να μιλήσετε σε έναν άνθρωπο που δεν λειτουργεί το μυαλό του. Είναι το ίδιο πράγμα με το να μιλάς σε κάποιον που κοιμάται. Έχετε δει ποτέ κάποιον να φωνάζει σε άλλον άνθρωπο, όταν έχει καλή διάθεση; – Αυτός που φωνάζει σε αντάλλαγμα μοιάζει με το να χτυπάς έναν άνθρωπο που πνίγεται με ένα κουπί. Αυτός ο άνθρωπος πνίγεται στον ίδιο του τον θυμό. Οπότε, δεν χρειάζεται βοήθεια σε αυτό. – Τι κάνουμε, όταν αισθανόμαστε άσχημα; Κατηγορούμε, φωνάζουμε, κλαίμε. Γι’ αυτό όταν κάποιος μας φωνάζει στην πραγματικότητα το κάνει, επειδή αισθάνεται άσχημα. – Ξέρετε πως μπορείτε να βάλετε ένα τέλος στις φωνές τους; Παραμείνετε σιωπηλοί και αφήστε τους να σιγοβράζουν. Μην δίνετε σημασία στις λέξεις τους, γιατί είναι απλά ο πόνος τους. Και πως να κρατήσετε ένα καθαρό πρόσωπο; Επαινώντας ψυχικά τον εαυτό σας! “Μα τι ταλέντο είμαι. Μπορώ να παραμείνω ψύχραιμος ακόμα και με αυτόν τον άνθρωπο!” Η απλή σιωπή έχει την επίδραση του κρύου νερού. Καθώς ο αντίπαλός σας φωνάζει, κοιτάξτε τον με προσοχή και ακούστε τον. Αφήστε τον να ηρεμήσει. – Το να παραμένετε σιωπηλοί, όταν θέλετε πολύ να υποστηρίξετε την άποψή σας είναι δύσκολο έργο, αλλά είναι σίγουρο ότι αξίζει τον κόπο. Αν το καταφέρει ο ένας από τους δυο που εμπλέκονται σε έναν τσακωμό, τότε όλοι οι παρόντες αισθάνονται πιο ψύχραιμοι. [MICHAEL LITWAK] [ TLSTR]

: http://www.awakengr.com

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Οκτωβρίου 2017

Γιαγιά σε ευχαριστώ. Κάποτε με έκανες να πιστεύω ότι σοκολάτα αρκεί για να είμαι ευτυχισμένη.

Γιαγιά σε ευχαριστώ. Μου δίδαξες ότι η αγάπη για κάποιον ξεπερνά τους όποιους περιορισμούς της ηλικίας και δε σταματάει ποτέ να προσφέρει. Τίποτα δεν μπορεί να σε σταματήσει από το να προσφέρεις στον άνθρωπο που αγαπάς, κανένα εμπόδιο, καμία κούραση, τίποτα.

Γιαγιά σε ευχαριστώ. Τα γκρίζα σου μαλλιά δεν με εμπόδισαν , πολλές φορές, να σε βλέπω σαν τον πιο όμορφο άνθρωπο του κόσμου.

Γιαγιά μου και πάλι σε ευχαριστώ. Μου έδειξες ότι οικογένεια είναι ο άνθρωπος που σε φροντίζει και σε αγαπάει.

Γιαγιά σου οφείλω ευγνωμοσύνη γιατί όλη μου η ευτυχία όταν έκανα τα πρώτα μου βήματα στη ζωή εξαργυρωνόταν σε μία καραμέλα, ένα περιποιημένο φαγητό, μία αγκαλιά. Αυτά είχα και όμως αυτά ήταν για μένα ο πλούτος όταν ήμουν παιδί.

Γιαγιά μου σε ευχαριστώ γιατί εσύ και ο παππούς μου δείξατε ότι η αγάπη μένει και αντέχει στο πέρας των χρόνων, όταν ο εγωισμός αρχίσει να περισσεύει , όταν μας νοιάζει περισσότερο το ‘’εμείς’’ και λιγότερο το ‘’εγώ’’.

Γιαγιά μου σε ευχαριστώ… το παιδικό μου χέρι κράτησε το δικό σου και ζήσαμε μαζί πολλές όμορφες και άσχημες στιγμές.. όπως για κάθε παιδί, έτσι και για εμένα , ήσουν η γιαγιά εκείνη που είχε πάντα χρόνο για μας και ήταν έτοιμη να μας αγκαλιάσει πάντα με στοργή.

Ήταν όμως και ο άνθρωπος εκείνος που υπενθύμιζε σε όλα τα μέλη της οικογένειας ότι οι άνθρωποι μεγαλώνουν και κάποτε αναπόφευκτα γερνούν. Και έχουν ανάγκη τη στοργή , την αγάπη, τη βεβαιότητα ότι κάποιος θα είναι εκεί και για αυτούς.

Σε ευχαριστώ γιαγιά.. κάθε μέρα θα σε σκέφτομαι…

 

m.skampardoni@gmail.com

Πηγή CoverPhoto

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Οκτωβρίου 2017

Ρίτσος

Για το παιδί»: «Τα παιδιά θέλουν παπούτσια/ τα παιδιά θέλουν ψωμί/ θέλουνε και φάρμακα/ δούλεψε και συ/ Γέλα κλαίγε κι όλο λέγε/ το παιδί: ζωή./ Τίποτ’ άλλο, Ζωή./ Ζύμωνε στη σκάφη/ πρώτο σου ζυμάρι, πρώτο σου ψωμί/ ένα καλυβάκι μια μικρούλα αυλή/για το παιδί./ Ζύμωνε το χώμα/ με το δάκρυ δάκρυ/ φτιάξε ένα χωμάτινο πουλί/ να πετάει τη νύχτα/ και να κελαηδεί/ για το παιδί./ Τούτη είναι η ζωή μας/ τούτο το μεγάλο, τίποτ’ άλλο/ γέλα κλάψε, πες ό,τι θες/ Το παιδί ζωή: ζωή/ τίποτ’ άλλο.»!

Ειρήνη- Γ. Ρίτσο

Τ’ όνειρο του παιδιού είναι η ειρήνη
Τ’ όνειρο της μάνας είναι η ειρήνη
Τα λόγια της αγάπης κάτω απ’ τα δέντρα
είναι η ειρήνη. Ο πατέρας που γυρνάει τ’ απόβραδο
μ’ ένα φαρδύ χαμόγελο στα μάτια
μ’ ένα ζεμπίλι στα χέρια του γεμάτο φρούτα
και οι σταγόνες του ιδρώτα στο μέτωπό του
είναι όπως οι σταγόνες του σταμνιού
που παγώνει το νερό στο παράθυρο,
είναι η ειρήνη.
Όταν οι ουλές απ’ τις λαβωματιές
κλείνουν στο πρόσωπο του κόσμου
και μες στους λάκκους που ‘καψε η πυρκαγιά
δένει τα πρώτα της μπουμπούκια η ελπίδα
κι οι νεκροί μπορούν να γείρουν στον πλευρό τους
και να κοιμηθούν δίχως παράπονο
ξέροντας πως δεν πήγε το αίμα τους του κάκου,
είναι η ειρήνη.
Ειρήνη είναι η μυρουδιά του φαγητού το βράδυ,
τότε που το σταμάτημα του αυτοκινήτου στο δρόμο
δεν είναι φόβος,
τότε που το χτύπημα στην πόρτα
σημαίνει φίλος,
και το άνοιγμα του παραθύρου κάθε ώρα
σημαίνει ουρανός,
γιορτάζοντας τα μάτια μας
με τις μακρινές καμπάνες των χρωμάτων του,
είναι ειρήνη.
Ειρήνη είναι ένα ποτήρι ζεστό γάλα
κι ένα βιβλίο μπροστά στο παιδί που ξυπνάει,
τότε που τα στάχυα γέρνουν το ‘να στ’ άλλο λέγοντας:
το φως, το φως
και ξεχειλάει η στεφάνη του ορίζοντα φως,
είναι η ειρήνη.
Τότε που οι φυλακές επισκευάζονται να γίνουν βιβλιοθήκες,
τότε που ένα τραγούδι ανεβαίνει από κατώφλι σε κατώφλι τη νύχτα,
τότε που τ’ ανοιξιάτικο φεγγάρι βγαίνει απ’ το σύγνεφο
όπως βγαίνει απ’ το κουρείο της συνοικίας
φρεσκοξυρισμένος ο εργάτης το Σαββατόβραδο,
είναι η ειρήνη.
Τότε που η μέρα που πέρασε,
δεν είναι μια μέρα που χάθηκε,
μα είναι η ρίζα που ανεβάζει τα φύλλα της χαράς μέσα στο βράδυ
κι είναι μια κερδισμένη μέρα κι ένας δίκαιος ύπνος,
που νιώθεις πάλι ο ήλιος να δένει βιαστικά τα κορδόνια του
να κυνηγήσει τη λύπη απ’ τις γωνιές του χρόνου,
είναι η ειρήνη.
Ειρήνη είναι οι θημωνιές των αχτίνων στους κάμπους του καλοκαιριού
είναι τ’ αλφαβητάρι της καλοσύνης στα γόνατα της αυγής.
Όταν λες: αδελφές μου, – όταν λέμε: αύριο θα χτίσουμε.
όταν χτίζουμε και τραγουδάμε,
είναι η ειρήνη.
Η ειρήνη είναι τα σφιγμένα χέρια των ανθρώπων
είναι το ζεστό ψωμί στο τραπέζι του κόσμου
είναι το χαμόγελο της μάνας
Τίποτ’ άλλο δεν είναι η ειρήνη.
Και τ’ αλέτρια που χαράζουν βαθιές αυλακιές σ’ όλη τη γη,
ένα όνομα μονάχα γράφουν:
Ειρήνη.
Τίποτ’ άλλο. Ειρήνη.
Πάνω στις ράγες των στίχων μου
το τραίνο που προχωρεί στο μέλλον
φορτωμένο στάρι και τριαντάφυλλα,
είναι η ειρήνη.
Αδέρφια,
μες στην ειρήνη διάπλατα ανασαίνει όλος ο κόσμος
με όλα τα όνειρά μας
Δώστε τα χέρια αδέρφια μου,
αυτό ‘ναι η ειρήνη.

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 11 Οκτωβρίου 2017

Γερνάω μαμά.

Δεν είμαι πια παιδί.

Και δεν χωράω πια να κρυφτώ.

Πουθενά κι από κανέναν.

 

Δεν κρύβομαι πια για να με βρούνε.

Δεν κρύβομαι όταν κάνω μια ζημιά.

Δεν κρύβομαι όταν φοβάμαι τον μπαμπούλα.

Ούτε έρχομαι πια το βράδυ στο κρεβάτι σας όταν φοβάμαι και όταν βλέπω εφιάλτες.

Κοιτάω τον μπαμπούλα κατάματα πια. Κι ας τον φοβάμαι.

Και πάω στο σαλόνι να καπνίσω ένα τσιγάρο μέχρι να μου περάσει ο φόβος, και μέχρι να ξεχαστούν οι εφιάλτες που πια είναι περισσότεροι από τα όνειρα που κάνω.

Γερνάω μαμά.

Και δεν αλλάζω κάθε βδομάδα φίλες και παρέες.

Δεν βιάζομαι πια να θεωρήσω κάποιον φίλο και δεν γράφω πια στο θρανίο B.F.F.E.

Ίσως γιατί δεν έχω πια θρανίο, αλλά και να είχα δεν θα έγραφα πάνω του, αλλά στην καρδιά μου το «B.F.F.E» , για τους λίγους φίλους που με διάλεξαν και τους διάλεξα.

Γερνάω μαμά.

Και δεν έχω σχολείο αύριο, αλλά δουλειά. Και δεν μπορώ να πω πως «πονάει η κοιλίτσα μου», για να μην πάω.

Μεγάλωσε η κοιλιά μου, δεν είναι πια «κοιλίτσα» βλέπεις , και πρέπει να πάω στη δουλειά. Για να έχω λεφτά, και να πληρώνω μόνη μου, όπως κάνουν οι μεγάλοι.

Γερνάω μαμά.

Και δεν πιστεύω πια σε παραμύθια.

Ούτε σε δράκους και πρίγκιπες.

Μην με ρωτήσεις αν πιστεύω στο «και εμείς καλύτερα», γιατί δεν το πιστεύω. Το ελπίζω.

Γερνάω μαμά.

Και έχω βγάλει μια άσπρη τρίχα.

Και ξέρεις δεν είναι η άσπρη τρίχα που λένε «ευτυχία είναι», γιατί είναι η άσπρη τρίχα που δείχνει τον χρόνο που περνά. Και δεν ξέρω αν αυτός ο χρόνος είναι ευτυχία.

Και έχω και κάποιες ρυτίδες. Και αυτές στην μέση των φρυδιών είναι από την σκέψη και την στεναχώρια, και θυμάμαι να μου λες «μην «συννεφιάζεις», θα κάνεις ρυτίδες», κι εγώ τότε γελούσα γιατί ήμουνα πολύ μικρή για να συνειδητοποιήσω πως αναπόφευκτα θα έχω ρυτίδες.

Και οι άλλες ρυτίδες πλάι από το στόμα είναι από το γέλιο, και θυμάμαι τη γιαγιά να μου λέει «να χαμογελάς, να μη γελάς δυνατά γιατί θα κάνεις ρυτίδες», κι εγώ τότε γελούσα πιο πολύ για να της αποδείξω αυτό που πίστευα, πως εγώ δεν θα κάνω ρυτίδες. Ποτέ.

Γερνάω μαμά.

Και τις ρυτίδες αυτές του γέλιου τις αγαπάω, γιατί μου θυμίζουν πόσο έχω γελάσει στην ζωή μου.

Και τις ρυτίδες αυτές ανάμεσα στα φρύδια δεν θέλω να τις βλέπω, γιατί μου θυμίζουν πόσο έχω «συννεφιάσει» και πόσο έχω σκεφτεί στην ζωή μου.

Γερνάω μαμά.

Και αγόρασα κρέμα ημέρας, κρέμα νυκτός, κρέμα ενυδατική, κρέμα για τα μάτια. Και είναι όλες αχρησιμοποίητες στο ράφι. Μαζί με τα μανταλάκια ντεμακιγιάζ. Κάποιοι θα έλεγαν και μαζί με εμένα.

Γερνάω μαμά.

Και πολλές φορές κουράζομαι να σκέφτομαι, και λέω στον εαυτό μου «γιόλο». Και άλλες φορές κάθομαι και υπεραναλύω την παραμικρή λεπτομέρεια του παραμικρού συμβάντος.

Γερνάω μαμά.

Και μπορώ πιο εύκολα να πω πως φταίω εγώ όταν φταίω, παρά να ρίξω το φταίξιμο στον άλλο. Μπορώ να ζητήσω «συγγνώμη» και ξέρεις καλά πόσο δύσκολα ζητούσα συγγνώμη. Μπορώ να λέω «δεν μπορώ» και «δεν θέλω». Γιατί πλέον θέλω να μην μπορώ.

Γερνάω μαμά.

Και δεν με νοιάζει πια τι θα πει ο κόσμος γιατί θυμήθηκα ότι ποτέ δεν τον ρώτησα κάτι.

Γερνάω μαμά.

Και όταν μου μιλάνε στον πληθυντικό καμιά φορά θυμώνω. Κι όταν με λένε «κυρία» τους απαντάω «βλέπεις καμιά κυρία εδώ;».

Γερνάω μαμά.

Και σκέφτομαι πως μικρή ήθελα να γίνω αστροναύτισσα. Δεν ξέρω τι έγινα τελικά. Αλλά προσπαθώ να γίνω.

Γερνάω μαμά.

Ξέρω πως θα μου πεις «μικρή είσαι ακόμα». Και ξέρω πως θα το πιστεύεις. Γιατί ξέρω πως για εσένα θα είμαι πάντα το «μικρό». Κι είναι παρήγορο που ξέρω πως θα είμαι πάντα το «μικρό».

Γερνάω μαμά.

Και δεν έχω όρεξη για τούρτες και κεράκια. Αλλά ξέρω πως θα μου πάρεις τούρτα και κεράκια, ξέρω πως όσο κι αν δεν μου αρέσουν αυτά, την ώρα που θα σβήνω τα κεράκια θα κάνω την ίδια ευχή που κάνω κάθε χρόνο από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Και ξέρω πως μετά από το σβήσιμο των κεριών θα αφηγηθείς με μαθηματική ακρίβεια τι συνέβη την μέρα που γεννήθηκα.

Γερνάω μαμά.

Και κάθε χρόνος που έρχεται στη ζωή μου είναι κάπως πιο ανάλαφρος γιατί είναι απαλλαγμένος απο «βάρη» και «φορτία» που κάποτε έμοιαζαν σημαντικά αλλά πλέον είναι ανούσια.

Γερνάω μαμά.

Και κάθε χρόνο που μεγαλώνω έμαθα να εκτιμώ αυτά που έχω, και να ελπίζω σε και για όσα θέλω.

Γερνάω μαμά.

Και τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα, αυτό σημαίνει «μεγαλώνω». Δεν ξέρω αν σημαίνει «ωριμάζω», ξέρω πως σημαίνει εξελίσσομαι.

Μεγαλώνω μαμά.

Πηγή: savoirville.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 4 Οκτωβρίου 2017
Να Μάθεις Να Φεύγεις
Από την ασφάλεια τρύπιων αγκαλιών.
Από χειραψίες που σε στοιχειώνουν.
Από την ανάμνηση μιας κάλπικης ευτυχίας.

Να φεύγεις !
Αθόρυβα, σιωπηλά, χωρίς κραυγές, μακρόσυρτους αποχαιρετισμούς.
Να μην παίρνεις τίποτα μαζί, ούτε ενθύμια, ούτε ζακέτες για το δρόμο.
Να τρέχεις μακριά από δήθεν καταφύγια κι ας έχει έξω και χαλάζι.
Να μάθεις να κοιτάς βαθιά στα μάτια όταν λες αντίο κι όχι κάτω ή το άπειρο.
Να εννοείς τις λέξεις σου, μην τις εξευτελίζεις, σε παρακαλώ.
Να μάθεις να κοιτάς την κλεψύδρα, να βλέπεις πως ο χρόνος σου τελείωσε.
Όχι αγκαλιές, γράμματα, αφιερώσεις, κάποτε θα ξανασυναντηθούμε αγάπη μου (όλα τα βράδια και τα τραγούδια δεν θα είναι ποτέ δικά σας).
Αποδέξου το.

Να αποχωρίζεσαι τραγούδια που αγάπησες, μέρη που περπάτησες.
Δεν έχεις τόση περιορισμένη φαντασία όσο νομίζεις.
Μπορείς να φτιάξεις ιστορίες ολοκαίνουριες, με ουρανό κι αλάτι.
Να θυμίζουν λίγο φθινόπωρο, πολύ καλοκαίρι κι εκείνη την απέραντη Άνοιξη.
Να φεύγεις από εκεί που δε σου δίνουν αυτά που χρειάζεσαι.
Από το δυσανάλογο, το μέτριο και το λίγο.
Να απαιτείς αυτό που δίνεις να το παίρνεις πίσω -δεν τους το χρωστάς.
Να μάθεις να σέβεσαι την αγάπη σου, το χρόνο σου και την καρδιά σου.
Μην πιστεύεις αυτά που λένε –η αγάπη δεν είναι ανεξάντλητη, τελειώνει.
Η καρδιά χαλάει, θα τη χτυπάς μια μέρα και δεν θα δουλεύει.
Να καταλάβεις πως οι δεύτερες ευκαιρίες είναι για τους δειλούς
-οι τρίτες για τους γελοίους.
Μην τρέμεις την αντιστοιχία λέξεων-εννοιών,να ονομάζεις σχέση τη σχέση, την κοροϊδία κοροϊδία.
Να μαλώνεις τον εαυτό σου καμιά φορά που κάθεται και κλαψουρίζει
-σαν μωρό κι εσύ κάθεσαι και του δίνεις γλειφιτζούρι μη και σου στεναχωρηθεί το βυζανιάρικο.
Να μάθεις να ψάχνεις για αγάπες που θυμίζουν Καζαμπλάνκα
– όχι συμβάσεις ορισμένου χρόνου
Και να μάθεις να φεύγεις από εκεί που ποτέ πραγματικά δεν υπήρξες.
Να φεύγεις κι ας μοιάζει να σου ξεριζώνουν το παιδί από τη μήτρα.
Να φεύγεις από όσα νόμισες γι’ αληθινά, μήπως φτάσεις κάποτε σ’ αυτά.
 
Μενέλαος Λουντέμης 1906 – 1977
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 19 Σεπτεμβρίου 2017

Ελένη Νίνα

Την μία μέρα έτρεμα.
Την άλλη ανατρίχιαζα.
Μέσα στον φόβο.
Μέσα στον φόβο.
Πέρασε η ζωή μου.
(στίχοι από ποίημα του Μ. Σαχτούρη)

Αφιερωμένο σε όλα τα παιδιά, που μαρτύρησαν και κακοποιήθηκαν από στρατιές ενηλίκων, γονιών, εκπαιδευτικών και άλλων. Αυτή θα ήταν και η μαρτυρία της 18χρονης από την Πετρούπολη, θύμα της παθολογίας της οικογένειάς της. Αυτή θα ήταν η μαρτυρία των παιδιών, που κακοποιήθηκαν στα σπίτια τους, σε οικοτροφεία, σε σχολεία και σε κατ’ οίκον μαθήματα.

Το παραμύθι του κακού λύκου μεταμφιεσμένου σε καλή γιαγιά είναι τόσο πραγματικό! Ας μην ξεχνάμε όμως την αρχή του παραμυθιού. Είναι η μητέρα που έστειλε την 8χρονη κόρη της στο δάσος, παρ’ όλο τού ό,τι γνώριζε την ύπαρξη του λύκου. Πόση φροντίδα και νοιάξιμο για το παιδί! Ευτυχώς, στο παραμύθι, ο πατέρας, που δεν είναι τέρας, σώζει την κόρη του. Στην πραγματικότητα δεν συνέβη έτσι. Δυστυχώς για την 18χρονη ο πατέρας ήταν τέρας.

Η παθολογία έχει βαθιές ρίζες στη ανθρώπινη ύπαρξη. Οι ίδιες οι οικογένειες καταστρέφουν τις λειτουργίες, που είναι αναγκαίες για την ύπαρξή τους. Σε αυτά τα οικογενειακά συστήματα δεν υπάρχουν εμπεδωμένες αξίες και αρχές ικανές να λειτουργήσουν ως φραγμός στην επέκταση της παθολογίας. Έτσι η υγεία είναι προς εξαφάνιση.

Οι άνθρωποι αφήνονται στη βία, κακοποιούν και σκοτώνουν το μέλλον. Τα παιδιά! Και βυθίζονται στην ηθική και ψυχική εξαθλίωση. Όπως λέει ο Theodor Adorno: «Προς τα κάτω, όλο και πιό χαμηλά, όπως οι ζωολογικοί μας πρόγονοι, προτού σταθούν στα πισινά τους πόδια. Και χαμηλότερα και χειρότερα».

Ο δρόμος προς την κόλαση στρώνεται πάνω στον πόνο που προκαλούμε. Πάνω στις στάχτες της ψυχής των παιδιών μας.
Μέσα από την βία, ο άνθρωπος παραμένει στην αθλιότητά του και συγκρούεται συνεχώς όχι με τον θάνατο, αλλά με την δική του ηθική κατάπτωση. Δέσμιος της αθλιότητάς του.

Πάντα συμπρωταγωνιστής στο δράμα είναι ο Αδιάφορος Άνθρωπος. Χρόνια κακοποίησης, χρόνιοι καυγάδες, χρόνιοι ξυλοδαρμοί και βασανισμοί. Πολλοί άκουσαν και είδαν. Κανείς δεν μίλησε. Φαίνεται η σιωπή να είναι το κλειδί, που εγγυάται την ασφάλειά μας. Η τυφλότητα και η κώφωσή μας είναι συγκλονιστικές!

Ο Φ. Νίτσε διέβλεψε, ότι ο πολιτισμός οδεύει προς την κατάσταση του Τελευταίου Ανθρώπου. Ενός αδιάφορου πλάσματος, ανήμπορου να ονειρευτεί, κουρασμένου από την ζωή του, που δεν παίρνει κανένα ρίσκο και καμμία ευθύνη, επιζητώντας μόνον την βολή και την ασφάλειά του. Ο αδιάφορος άνθρωπος ξέρει, αλλά δεν θέλει να ξέρει ότι ξέρει και γι’ αυτό δεν ξέρει. Είναι η υιοθέτηση μιας στάσης, που καταλήγει στον αποκλεισμό της ετερότητας, από το πεδίο των ηθικών ενδιαφερόντων του.

Μία άλλη απειλή σήμερα είναι η ψευδοενασχόληση. Άνθρωποι μιλούν μετά μανίας για αξίες, αρχές, προστασία περιβάλλοντος, ελευθερία, ισότητα και αγάπη. Εμπλέκονται σε ναρκισσιστικές αντιπαραθέσεις και αυτιστικούς διαλόγους, συμμετέχοντας τελικά στην συγκάλυψη του τίποτα, που στην πραγματικότητα πολύ συχνά συμβαίνει. Όταν έρθει η στιγμή να βοηθήσουν ουσιαστικά, τότε αποστρέφουν το βλέμμα, αναβάλλουν και ξεχνάνε.

Πολλές από τις δομές υπολειτουργούν, οι ειδικοί είναι πολυτέλεια, η γραφειοκρατία θριαμβεύει. Το να πάρουμε την ευθύνη και να δράσουμε, ως ενεργοί πολίτες και άνθρωποι, για πολλούς είναι απειλή.

Το δάσος έχει λύκους. Το να στέλνουμε εκεί τα παιδιά μας είναι έγκλημα. Το να κακοποιούμε και να σκοτώνουμε τα παιδιά, σημαίνει ότι δεν θέλουμε να υπάρξει το αύριο. Διάβαζα κάπου έναν κοινωνιολόγο να λέει: «Οι πολιτισμοί δεν πεθαίνουν δολοφονημένοι, αλλά αυτοκτονούν». Ίσως οι άνθρωποι ενέχουν την επιθυμία να εξαφανιστούν… Μία μυστική ρωγμή της ύπαρξης.

Τα εγκλήματα κατά των παιδιών, μου φέρνουν στο νου το νανούρισμα του Taubert:

Κοιμήσου στην καλή γαλήνη.
Κλείσε τα ματάκια.
Άκου πως πέφτει η βροχή.
Άκου πως γαυγίζει το σκυλάκι του γείτονα.
Το σκυλάκι δάγκωσε έναν ζητιάνο.
Ξέσκισε τα ρούχα του.
Ο ζητιάνος τρέχει αιμόφυρτος.
Το σκυλάκι έρχεται και για σένα.
Κοιμήσου στην καλή γαλήνη.
Κλείσε τα ματάκια.

Ας δαμάσουμε τον λύκο μέσα μας. Για χάρη των παιδιών.-

* Η Ελένη Νίνα είναι κλινικός ψυχολόγος και ψυχοθεραπεύτρια.
—

Το παραπάνω κείμενο ήταν αποτέλεσμα αιτήματος της δημοσιογράφου και συμβούλου ανθρωπίνων σχέσεωνΚρυσταλίας Πατούληγια το Tvxs, με σκοπό να απαντηθούν ερωτήματα σχετικά με τις κακοποιήσεις και δολοφονίες παιδιών, όπως τη δολοφονία της 18χρονης από την Πετρούπολη από τον ίδιο τον πατέρα της, την κακοποίηση που υπέστησαν τα παιδιά του ιδρύματος στον Πειραιά επί 5 δεκαετίες, ή για τον δάσκαλο μουσικής που κακοποιούσε τις μαθήτριές του, και πολλά άλλα.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 9 Σεπτεμβρίου 2017

“Τις πίκρες που ρίχνει ο χρόνος μέσα μου, τις αφαιρεί από τα ποιήματά μου. Γέμισα ρυτίδες, για να μείνω λείος εκεί που κανείς δε θα με θυμάται.

Ένα τριαντάφυλλο που γίνεται ποίηση μπορεί να σε συντρίψει πολύ περισσότερο από μια γροθιά που δεν γίνεται ποίηση.

Μυριάδες λόγια μαραίνονται στα κόκκινα βιβλία, όταν ένα απλό κοριτσάκι πυροβολεί. Καθώς φαίνεται, ακόμη και για ν’ αποτραπούν καθεστώτα -τι θρίαμβος- χρειάζεται η καλή ποιότητα. Μέσα στη θλίψη της απέραντης μετριότητας που μας πνίγει από παντού, παρηγοριέμαι ότι κάπου, σε κάποιο καμαράκι, κάποιοι πεισματάρηδες αγωνίζονται να εξουδετερώσουν τη φθορά.

Μια φωτογραφική μηχανή κρυμμένη μέσα στην κακή ποίηση μας καταδικάζει να ξαναβλέπουμε αυτά που πολλές φορές είδαμε –και να μη βλέπουμε αυτά που δεν είδαμε ποτέ. Σίγουρα η παρατηρητικότητα είναι μεγάλο ελάττωμα για τον ποιητή· που καταντά, στο τέλος, τα σύννεφα να τα παίρνει για σύννεφα…

Μυρωδιά τῶν ποιημάτων: ὑγρό ξύλο στή φωτιά ἤ σάπια φύλλα ἤ ἄδειο δωμάτιο. Κι ἀκόμη: πυρωμένη πέτρα στήν ἥλιο· σταῦλος· ἄλουστα μαλλιά ὡραίας γυναίκας. Καημένε Guerlin!

Προσοχή στη συγκίνηση. Αν είναι γόησσα, δεν παύει να ’ναι και ρουφιάνα.

Μέ τόν ἴδιο τρόπο πού μερικές φορές μιά λέξη (ὄχι κατ’ ἀνάγκην ὡραία ἤ σπάνια) γίνεται ἀφορμή νά ἐπινοήσει κανείς ἕνα ὁλόκληρο στίχο, ἔτσι πού νά μπορέσει αὐτή ἡ λέξη νά βρεῖ τήν ἀκριβή της θέση καί ν’ ἀκτινοβολήσει· ὁ στίχος αὐτός, μέ τή σειρά του, γιά τόν ἴδιο λόγο, γίνεται κάποτε ἀφορμή νά ἐπινοηθεῖ ἕνα ὁλόκληρο ποίημα· πού τό περιεχόμενό του, ἄν γεννήθηκε ἀπό δύο ἤ τρεῖς ταπεινές συλλαβές, ἀπέχει σάν νόημα ἀπ’ αὐτές, ὅσο ἕνας ὁλοκληρωμένος ἄνθρωπος ἀπό τήν ἡδονή μιᾶς στιγμῆς πού ἔγινε καί ἡ αἰτία νά ὑπάρξει.

Τό Ἕνα καί τό Ἀπόλυτο πού συλλαμβάνει ὁ νοῦς μας – εἶναι τά πολλά καί σχετικά τῶν ἄλλων, φτασμένα στήν καθαρότητα τῆς μονάδας …

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 5 Σεπτεμβρίου 2017

1. Ο κύρης

  Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ ΣΠΑΝΙΑ ΜΙΛΟΥΣΕ, ΔΕ ΓΕΛΟΥΣΕ, δέ μάλωνε· κάποτε μονάχα έτριζε τα δόντια-του ή έσφιγγε τη γροθιά-του, κι άν τύχαινε να κρατάει κανένα πετραμύγδαλο, έστριβε τα δάχτυλά-του και τό ‘κανε σκόνη. Κάποτε που είδε έναν αγά να στρώνει ένα χριστιανό με σαμάρι και να τον φορτώ­νει σαν γάιδαρο, τόσο τον κυρίεψε το κακό-του, που χίμηξε απά­νω στον Τούρκο, μιά βρισιά ήθελε να ξεστομίσει, μα τα χείλια-του είχαν στρουφίξει, δέν μπόρεσε να βγάλει λόγο ανθρώπινο κι άρχισε να χλιμιντρίζει σαν άλογο· ήμουν εκεί μπροστά-του, παιδί ακόμα, τον κοίταζα και με κυρίεψε τρόμος. Κι ένα μεση­μέρι που γύριζε σπίτι να φάει, άκουσε, σ’ ένα στενό που περνούσε, γυναίκες να σκληρίζουν και πόρτες να σφαλνούν κι ένας μεθυ­σμένος τουρκαλάς είχε βγάλει το γιαταγάνι-του και κυνηγούσε τους χριστιανούς. ‘Ως να δεί τον πατέρα-μου, χύθηκε καταπάνω-του· κάψα, κουρασμένος απο τη δουλειά, δέν είχε κέφι ο πατέρας-μου για καβγάδες· μιά στιγμή του πέρασε απο το νού να στρίψει απο το στενό να φύγει, κανένας δέν τον έβλεπε· μα ντράπηκε. Ξεζώστηκε την ποδιά που φορούσε, τύλιξε τη γροθιά-του, και την ώρα που σήκωνε ο τουρκαλάς απάνω απο το κεφάλι-του το γιαταγάνι, τού ‘δωκε μιά γροθιά στην κοιλιά και τον έστρωσε χάμω· έσκυψε, του ξεγάντζωσε το γιαταγάνι απο τη φούχτα και τράβηξε κατα το σπίτι. Η μητέρα-μου τού ‘φερε πουκάμισο ν’ αλλάξει, είχε γίνει μουσκίδι στον ίδρωτα, κι εγώ, θά ‘μουν ως τριών χρονών, κάθουμουν στον καναπέ και τον κοίταζα· όλο τρίχες ήταν το απανωκόρμι-του, άχνιζε· κι άμα άλλαξε και δροσέρεψε, πέταξε το γιαταγάνι στον καναπέ, δίπλα- μου· στράφηκε στη γυναίκα- του:
—     Σαν μεγαλώσει ο γιός-σου, της είπε, και πάει στο σκολειό, δώσ’-του το να ξύνει το μολύβι-του.
Ποτέ δέ θυμούμαι να μού ‘πε τρυφερό λόγο· μιά φορά μονάχα· ήμασταν στη Νάξο, την επανάσταση, και πήγαινα στη φράγκικη Σχολή, στους φραγκοπαπάδες· είχαμε δώσει εξέτασες κι είχα πάρει κάμποσα βραβεία, μεγάλα, χρυσοδεμένα βιβλία· δέν μπο­ρούσα μόνος-μου να τα σηκώσω, πήρε ο πατέρας-μου τα μισά και γυρίσαμε σπίτι. Σε όλο το δρόμο δέν άνοιξε το στόμα· προσπαθούσε να κρύψει τη χαρά-του που ο γιός-του δέν τον ντρόπιασε· και μονάχα όταν μπήκαμε στο σπίτι, χωρίς να με κοιτάξει:
—   Δέν ντρόπιασες την Κρήτη, είπε με κάποια τρυφεράδα. Μα ευτύς θύμωσε με τον εαυτό-του που προδόθηκε κι έδειξε πως ήταν συγκινημένος, κι όλη τη βραδιά απέφυγε να με κοιτάξει κι ήταν κατσουφιασμένος.
Βαρίσκιωτος, αβάσταχτος. Όταν τύχαινε νά ‘ναι βίζιτες σπίτι, συγγενείς-μας ή γειτόνοι, κι είχαν πιάσει ψιλή κουβέντα και γελούσαν, άν άνοιγε ξαφνικά η πόρτα κι έμπαινε, κόβουνταν η κουβέντα και το γέλιο, κι ένας ίσκιος πλάκωνε το σπίτι. Χαι­ρετούσε με μισό χείλι, κάθουνταν στη συνηθισμένη θέση-του στη γωνιά του καναπέ, πλάι στο παράθυρο της αυλής, χαμή­λωνε τα μάτια, άνοιγε την ταμπακέρα κι έστριβε ένα τσιγάρο, αμίλητος. Ξερόβηχαν οι βίζιτες, κλεφτοκοιτάζουνταν ανήσυχα, και με τρόπο, ύστερα από λίγη ώρα, σηκώνουνταν, πατούσαν στις άκρες των ποδιών τους κι έφευγαν.
2.
Η μάνα
Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΑΓΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ. ΠΩΣ μπόρεσε πενήντα χρόνια, χωρίς να σπάσει η καρδιά-της, να νιώθει πλάι-της την αναπνοή και το χνότο του λιόντα; Είχε την υπομονή, την αντοχή και τη γλύκα της γής.  …………………………………………………………………….
Όταν έλειπε ό κύρης απο το σπίτι, τί γαλήνη ήταν εκείνη, πώς περνούσαν γοργές, ευτυχισμένες οι ώρες στο κλειστό περβολάκι της αυλής-μας! Η κληματαριά απάνω απο το πηγάδι, στη γωνιά της αυλής μιά μεγάλη γαζία και μοσκομύριζε, οι γλά­στρες, ο βασιλικός τριγύρα κι οι κατιφέδες και το αράπικο για­σεμί, κι η μάνα κάθουνταν ομπρός στο παράθυρο κι έπλεχε κάλτσες, καθάριζε χορταρικά, χτένιζε τη μικρή-μου αδερφή ή τη μάθαινε να στραταρίζει… Κι εγώ, κουκουβισμένος σ’ ένα σκαμνάκι, την κοίταζα, άκουγα τους διαβάτες που περνούσαν απόξω απο την κλεισμένη πόρτα, ανάσαινα τη μυρωδιά απο το γιασεμί και το βρεμένο χώμα κι έμπαινε στο κορμί-μου ο κό­σμος, έτριζαν, άνοιγαν τα κόκαλα του κεφαλιού-μου να τον χω­ρέσουν.
Οι ώρες πού περνούσα με τη μητέρα-μου ήταν γεμάτες μυστή­ριο· καθόμασταν ο ένας αντίκρα στον άλλο, εκείνη σε καρέκλα πλάι στο παράθυρο, εγώ στο σκαμνάκι-μου, κι ένιωθα, μέσα στη σιωπή, το στήθος-μου να γεμίζει και να χορταίνει, σαν νά ‘ταν ο αγέρας ανάμεσά-μας γάλα και βύζαινα.
Απο πάνω-μας ήταν η γαζία, κι όταν ήταν ανθισμένη, η αυλή μοσκομύριζε. Αγαπούσα πολύ τα εύωδάτα κίτρινα λουλούδια-της, τά ‘βαζε η μητέρα-μου στις κασέλες και τα σώρουχά-μας, τα σεντόνια-μας, όλη-μου η παιδική ηλικία μύριζε γαζία.
Μιλούσαμε, πολλές ήσυχες κουβέντες, πότε ή μητέρα-μου δηγόταν για τον πατέρα της, για το χωριό που γεννήθηκε, και πότε εγώ της στορούσα τους βίους των αγίων που είχα διαβάσει και ξόμπλιαζα τη ζωή-τους με τη φαντασία-μου· δέ μ’ έφταναν τα μαρτύρια-τους, έβαζα κι από δικού-μου, ωσότου έπαιρναν τη μητέρα-μου τα κλάματα, τη λυπόμουν, κάθιζα στα γόνατα-της, της χάδευα τα μαλλιά και την παρηγορούσα:
— Μπήκαν στον Παράδεισο, μητέρα, μή στενοχωριέσαι, σεριανίζουν κάτω απο ανθισμένα δέντρα, κουβεντιάζουν με τούς αγγέλους και ξέχασαν τα βάσανά-τους. Και κάθε Κυριακή βάζουν χρυσά ρούχα, κόκκινα κασκέτα με φούντες και πάνε να κάμουν βίζιτα στο Θεό.
Κι η μητέρα σφούγγιζε τα δάκρυά-της, με κοίταζε σαν να μου έλεγε: «Αλήθεια λές;» και χαμογελούσε.
Και το καναρίνι, μέσα απο το κλουβί-του, μας άκουγε, σή­κωνε το λαιμό και κελαηδούσε μεθυσμένο, ευχαριστημένο, σαν νά ‘χε κατέβει απο τον Παράδεισο, σαν νά ‘χε αφήσει μιά στιγμή τούς αγίους κι ήρθε στη γής να καλοκαρδίσει τούς ανθρώπους.
Η μητέρα-μου, η γαζία, το καναρίνι, έχουν σμίξει αχώριστα, αθάνατα μέσα στο μυαλό-μου· δέν μπορώ πιά να μυρίσω γαζία, ν’ ακούσω καναρίνι, χωρίς ν’ ανέβει απο το μνήμα-της — απο το σπλάχνο-μου — η μητέρα-μου και να σμίξει με τη μυρωδιά τούτη και με το κελάδημα του καναρινιού.
Ποτέ δέν είχα δεί τη μητέρα-μου να γελάει· χαμογελούσε μόνο, και τα βαθουλά μαύρα μάτια-της κοίταζαν τους ανθρώπους γεμάτα υπομονή και καλοσύνη. Πηγαινόρχουνταν σαν πνέμα αγαθό μέσα στο σπίτι, κι όλα τα πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, σαν νά ‘χαν τα χέρια-της μιά καλοπροαίρετη μαγική δύναμη, που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινή ανάγκη. Μπορεί και νά ‘ναι η νεράιδα, συλλογίζουμουν κοιτάζοντάς-τη σιωπηλά, η νεράιδα που λέν τα παραμύθια, και κινούσε στο παιδικό μυαλό-μου η φαντασία να δουλεύει: μιά νύχτα ο πατέρας-μου, περνώντας απο τον ποταμό, την είδε να χορεύει στο φεγγάρι, χίμηξε, της άρπαξε το κεφαλομάντιλο, κι απο τότε την έφερε σπίτι και την έκαμε γυναίκα-του. Κι ολημέρα τώρα πάει κι έρχεται η μάνα μέσα στο σπίτι και ψάχνει νά βρει το κεφαλομάντιλο, να το ρίξει στα μαλλιά-της, να γίνει πάλι νεράιδα και να φύγει. Την κοίταζα να πηγαινόρχεται, ν’ ανοίγει τα ντουλάπια και τις κασέλες, να ξεσκεπάζει τα πιθάρια, να σκύβει κάτω απο το κρεβάτι, κι έτρεμα μήν τύχει και βρει το μαγικό κεφαλομάντιλό-της και γίνει άφαντη. Η τρομάρα αυτή βάσταξε χρόνια και λάβωσε βαθιά τη νιογέν­νητη ψυχή-μου· κι ακόμα και σήμερα αποκρατάει μέσα-μου, πιό ανομολόγητη, η τρομάρα ετούτη: παρακολουθώ κάθε αγα­πημένο πρόσωπο, κάθε αγαπημένη ιδέα, με αγωνία, γιατί ξέρω πως ζητάει το κεφαλομάντιλό-της να φύγει.
Μονάχα μιά φορά θυμούμαι τη μητέρα-μου να λάμπει παρά­ξενα το μάτι-της, να γελάει και να χαίρεται, σαν όταν θά ‘ταν ανύπαντρη ή αρραβωνιασμένη. Πρωτομαγιά, είχαμε πάει σ’ ένα χωριό, στη Φόδελε, γεμάτο νερά και περβόλια πορτοκαλιές, να κάμει ο πατέρας-μου μιά βάφτιση. Οπόταν, άξαφνα, σφοδρή νεροποντή ξέσπασε, γίνηκε ο ουρανός νερό κι άδειασε απάνω στη γής, κι αυτή κακάριζε, άνοιγε και δέχουνταν τ’ αρσενικά νερά βαθιά στον κόρφο-της. Είχαν μαζευτεί οι προύχοντες του χωριού, με τις γυναίκες-τους και τις κόρες, στο μεγάλο οντά του κουμπάρου, η βροχή κι οι αστραπές έμπαιναν απο τις χαραμάδες της πόρτας και των παραθυριών, ο αέρας μύριζε πορτο­κάλι και χώμα. Και μπαινόβγαιναν τα τραταρίσματα, τα κρασιά, τα ρακιά κι οι μεζέδες, πήρε να βραδιάζει, άναψαν τα λυχνάρια, οι άντρες ήρθαν στο κέφι, οι γυναίκες οι χαμηλοβλεπούσες σήκω­σαν τα μάτια κι άρχισαν να κακαρίζουν σαν τις πέρδικες* κι όξω απο το σπίτι μούγκριζε ακόμα ο Θεός, πλήθαιναν οι βροντές, τα στενά δρομάκια του χωριού είχαν γίνει ποτάμια, κατρακυ­λούσαν οι πέτρες και χαχάριζαν, είχε γίνει ο Θεός νεροποντή κι αγκάλιαζε, πότιζε, κάρπιζε τη γής.
Κι ο κύρης στράφηκε στη μάνα-μου, πρώτη φορά είδα να την κοιτάζει με τρυφεράδα, κι η φωνή-του πρώτη φορά είχε γλυκάνει:
— Μαργή, της είπε, τραγούδηξε.
Της έδινε την άδεια, μπροστά σε τόσους άντρες, να τραγου­δήσει· κι εγώ σηκώθηκα ανταρεμένος· δέν ξέρω γιατί, είχα θυ­μώσει· έκαμα να τρέξω στη μάνα-μου, σαν νά ‘θελα να την προ­στατέψω· μα ο κύρης με άγγιξε με το δάχτυλό-του στον ώμο και με κάθισε κάτω. Κι η μάνα-μου φάνηκε αγνώριστη, γυάλιζε το πρόσωπό-της, σαν να το αγκάλιαζαν όλες οι βροχές κι οι αστρα­πές, σήκωσε το λαιμό, και θυμούμαι τα μακριά κορακάτα μαλλιά της λύθηκαν ξαφνικά, της σκέπασαν τις πλάτες και κατέβηκαν ώς τα γοφιά-της. Κι άρχισε… τί φωνή ήταν εκείνη, βαθιά, γλυ­κιά, λίγο βραχνή, όλο πάθος· μεσόκλεισε τα μάτια-της κατα τον κύρη και  τραγούδησε μιά μαντινάδα. Δέ θα την ξεχάσω ποτέ τη μαντινάδα αυτή· τότε δέν κατάλαβα γιατί την είπε, για ποιόν την είπε· αργότερα, σαν μεγάλωσα, κατάλαβα. Τραγουδούσε με τη γλυκιά, γεμάτη συγκρατημένο πάθος φωνή-της και κοίταζε τον πατέρα:
Θαμάζουμαι όταν περπατείς πώς δέν ανθούν οι ρούγες και πώς δέ γίνεσαι αϊτός με τις χρυσές φτερούγες!
Γύρισα πέρα τα μάτια, να μή βλέπω τον κύρη, να μή βλέπω τη μάνα, πήγα στο παραθύρι κι ακούμπησα το κούτελό-μου στο τζάμι κι έβλεπα τη βροχή να πέφτει και να τρώει τα χώματα.
3.
Τον Αύγουστο ξάπλωναν και στους οψιγιάδες τα σταφύλια, να τα ξεράνει ο ήλιος να γίνουν σταφίδα. Μιά χρονιά είχαμε πάει στο αμπέλι-μας και μέναμε στο εξοχικό-μας σπιτάκι· ο αγέρας μύριζε, η γής καίγουνταν, τα τζιτζίκια καίγουνταν κι αυτά, σαν να κάθουνταν απάνω σε κάρβουνα αναμμένα.
Τη μέρα εκείνη, της Κοίμησης της Παναγιάς, 15 Αυγού­στου, οι εργάτες δέ δούλευαν κι ο πατέρας-μου κάθουνταν στη ρίζα μιάς ελιάς και  κάπνιζε· είχαν έρθει γύρα οι γειτόνοι, πού είχαν απλώσει κι αυτοί τη σταφίδα-τους, κάπνιζαν πλάι στον πατέρα-μου, αμίλητοι. Φαίνουνταν στενοχωρημένοι. Όλοι είχαν καρφώσει τα μάτια σ’ ένα συννεφάκι πού ‘χε προβάλει στον ουρανό, κατασκότεινο, βουβό, και  προχωρούσε. Είχα καθίσει κι εγώ κοντά στον πατέρα-μου και  κοίταζα το σύννεφο· μου άρεσε· σκούρο μολυβί, χνουδάτο, κι ολοένα μεγάλωνε, άλ­λαζε πρόσωπο και  κορμί, πότε σαν γεμάτο ασκί, πότε σαν μαυροφτέρουγο όρνιο και  πότε σαν τον ελέφα που είχα δεί ζωγραφιά· κουνούσε την προβοσκίδα-του κι έψαχνε ν’ αγγίξει κάτω τη γής. Αεράκι χλιαρό φύσηξε, τα φύλλα της ελιάς ανατρίχιασαν. Ένας γείτονας πετάχτηκε όρθιος, άπλωσε το χέρι κατα το σύν­νεφο που προχωρούσε.
—Ανάθεμά-το, μουρμούρισε, ο Θεός να με βγάλει ψεύτη, φέρνει τον κατακλυσμό!
— Δάγκασε τη γλώσσα-σου, τού ‘καμε ένας γέρος θεοφοβού­μενος, δέ θα το αφήσει η Παναγιά· σήμερα είναι της χάρης-της.
Ο πατέρας-μου έγρουξε, μα δέν έβγαλε άχνα· πίστευε στην Παναγιά, μα δέν πίστευε πως η Παναγιά μπορεί να κουμαντάρει τα σύννεφα.
Εκεί που μιλούσαν, ο ουρανός σκεπάστηκε· οι πρώτες στάλες, χοντρές, ζεστές, άρχισαν να πέφτουν. Τα σύννεφα χαμή­λωσαν, κίτρινες βουβές αστραπές καταξέσκιζαν τον ουρανό.
— Παναγιά-μου, φώναξαν οι γειτόνοι, βοήθεια!
Όλοι πετάχτηκαν απάνω, κατασκόρπισαν, καθένας έτρεχε κατα το αμπέλι-του, όπου είχε απλώσει τη σταφίδα της χρονιάς· κι ως έτρεχαν, ολοένα και  σκοτείνιαζε ο αγέρας, κρεμάστηκαν μαύρες πλεξούδες απο τα σύννεφα, ξέσπασε η μπόρα. Γέμισαν τ’ αυλάκια, πήραν να τρέχουν οι   δρόμοι σαν ποταμοί, φωνές ακούστηκαν γοερές απο το κάθε αμπέλι. Άλλοι βλαστημούσαν, άλλοι φώναζαν την Παναγιά να τους λυπηθεί, να βάλει το χέρι-της, και  στο τέλος θρήνος ξέσπασε πίσω απο τις ελιές στο κάθε αμπέλι.
………………………………………………………………
Είχα φτάσει ώς το δρόμο, δέν μπόρεσα να τον περάσω, ήταν ποταμός, και  στάθηκα και  κοίταζα: μαζί με τα νερά κυλούσαν αγκαλιές αγκαλιές τα μεσοξεραμένα σταφύλια, ο μόχτος της χρονιάς, έτρεχαν κατα τη θάλασσα και  χάνουνταν. Ο θρήνος δυνάμωνε, μερικές γυναίκες είχαν χωθεί ώς τα γόνατα μέσα στα νερά και  μάχουνταν να περισώσουν λίγη σταφίδα· άλλες, όρθιες στην άκρα του δρόμου, είχαν βγάλει τις μπολίδες-τους και  συρομαδιούνταν.
Είχα γίνει μουσκίδι ώς το κόκαλο· πήρα δρόμο κατα το σπιτάκι και  μάχουμουν να κρύψω τη χαρά-μου· βιάζουμουν να δώ τί θά ‘κανε ο πατέρας-μου· θά ‘κλαιγε, θα βλαστημούσε, θα φώναζε; Περνώντας απο τον οψιγιά είδα πως όλη-μας η σταφίδα είχε φύγει.
Τον είδα να στέκεται στο κατώφλι, ακίνητος, και  δάγκανε τα μουστάκια-του. Πίσω-του, όρθια, η μητέρα-μου έκλαιγε.
—Πατέρα, φώναξα, πάει η σταφίδα-μας!
—Εμείς δέν πάμε, μου αποκρίθηκε· σώπα!
Ποτέ δέν ξέχασα τη στιγμή ετούτη· θαρρώ μου στάθηκε στις δύσκολες στιγμές της ζωής-μου μεγάλο μάθημα· αναθυμόμουν τον πατέρα-μου ήσυχο, ασάλευτο, να στέκεται στο κα­τώφλι, μήτε βλαστημούσε, μήτε παρακαλούσε, μήτε έκλαιγε· ασάλευτος κοίταζε τον όλεθρο, κι έσωζε, μόνος αυτός, ανάμεσα σε όλους τους γειτόνους, την αξιοπρέπεια του άνθρωπου.
4.
Ποτέ δέν είχα αντικρίσει με τρυφεράδα τον πατέρα-μου· ο φόβος που μου προξενούσε ήταν τόσο μεγάλος, που όλα τ’ άλλα, αγάπη, σεβασμός, οικειότητα, εξαφανίζουνταν. Βαρύς ήταν ο λόγος-του, πιό βαριά η σιωπή-του* σπάνια μιλούσε* κι όταν άνοιγε το στόμα-του, τα λόγια-του ήταν μετρημένα, καλά ζυγια­σμένα, δέν μπορούσες νά βρεις πάτημα να φέρεις αντίλογο· είχε πάντα δίκιο, κι αυτό θαρρείς τον έκανε άτρωτο. Συχνά συλλογίζουμουν: άχ, να μήν είχε δίκιο, ίσως τότε νά ‘κανα κόμπο την καρδιά-μου να του αντιμιλήσω· μα ποτέ δέν έδινε μιά τέτοια αφορμή, κι αυτό δέν μπορούσες ποτέ να το συχωρέσεις. Ένας δρύς ήταν με σκληρό κορμό, με τραχιά φύλλα, με στυφό καρπό, χωρίς κανέναν ανθό· έτρωγε όλη τη δύναμη γύρα-του, και στον ίσκιο-του κάθε άλλο δέντρο κάτσιαζε· όμοια κάτσιαζα κι εγώ στον ίσκιο-του και δέν ήθελα να ζώ κάτω απο την ανάσα-του· παράφορες ανταρσίες ξεσπούσαν μέσα-μου όταν ήμουν νέος, ήμουν έτοιμος να ριχτώ σ’ επικίντυνες περιπέτειες· μα συλλογίζουμουν τον κύρη, κι η καρδιά-μου κιότευε· νά γιατί, αντί να γίνω μεγάλος αγωνιστής στην πράξη, αναγκάστηκα, απο φόβο στον κύρη, να γράφω ό,τι θά ‘θελα να κάμω· το αίμα-μου το είχε καταντήσει μελάνι.
Όταν, ύστερα απο τρείς μέρες, γύρισα στο σπιτάκι της ακρο­γιαλιάς, ένιωθα ανομολόγητη, ανίερη αλάφρωση· ένα βάρος είχε φύγει από πάνω μου, ένας ίσκιος· κόπηκε το μυστικό αόρατο σκοινί που μ’ έδενε με την υποταγή και με το φόβο· μπορούσα τώρα να πώ και να γράψω και να πράξω ό,τι ήθελα, δέν είχα πιά να δώσω λόγο σε κανένα· έφυγε ο κηδεμόνας, αποβασίλεψε το μάτι που έβλεπε και δέ συχωρνούσε, σκίστηκε το δουλοχάρτι· ήμουν τώρα λεύτερος, απελεύτερος.
Πολύ αργά· είχα πιά πάρει ένα δρόμο, δέν τον διάλεξα, αυτός με διάλεξε, είχαν φράξει μπροστά και πίσω-μου όλοι οι άλλοι δρόμοι, είχα βολευτεί σε ορισμένες συνήθειες, σε ορισμένες συμπάθειες κι αντιπάθειες, πολύ αργά πιά να κάμω απότομη στροφή και ν’ αλλάξω μέτωπο μάχης. το δρόμο που πήρα έπρε­πε να τον περάσω όλο, να φτάσω ώς την άκρα· τίποτα άλλο· όμως ένα κέρδος τώρα μεγάλο· είχα αλαφρώσει και μπορούσα πιά να περπατώ άνετα κι όπως εγώ ήθελα: τραγουδώντας, γελών­τας, σταματώντας, παίζοντας· δέν ντρέπουμουν, δέ φοβόμουν πιά κανένα. Στη ζωή-μου ένα μονάχα άνθρωπο φοβήθηκα, τον πατέρα-μου· τώρα ποιό να φοβηθώ; Όταν ήμουν μικρό παιδί, σήκωνα τα μάτια, τον κοίταζα και μου φαίνουνταν γίγας· όσο μεγάλωνα, όλα τα πράματα γύρα-μου μίκραιναν, άνθρωποι, σπί­τια, δέντρα· μονάχα αυτός απόμενε πάντα, όπως τον έβλεπα παιδί, γίγας· πυργώνουνταν μπροστά-μου και μου έκρυβε τον ήλιο. Μάταια απόφευγα να μένω στο πατρικό σπίτι, στη σπηλιά του λιόντα· ρεμπέλευα, ταξίδευα, ρίχνουμουν σε δύσκολες πνεματικές περιπέτειες· πάντα ανάμεσα έμενα και στο φώς ο ίσκιος-του· οδοιπορούσα κάτω από ακατάπαυτη έκλειψη ήλιου.
Σκοτάδια πολλά μέσα-μου, κύρης πολύς· σε όλη-μου τη ζωή απελπισμένα μάχουμαι να μετουσιώσω τα σκοτάδια αυτά και να τα κάμω φώς, μιά στάλα φώς· αγώνας τραχύς, χωρίς έλεος, χωρίς αναπαή, μιά στιγμή να κουράζουμουν, να σκόλαζα τον πόλεμο, ήμουν χαμένος· κι άν έβγαινα κάποτε νικητής, τί αγωνία και πόσες λαβωματιές! Δέ γεννήθηκα αγνός· μάχουμαι να γίνω. Η αρετή για μένα δέν είναι καρπός της φύσης-μου, είναι καρπός του αγώνα-μου· δέ μου την έδωκε ο Θεός, μοχτώ να την καταχτή­σω με το σπαθί-μου· το άνθος της αρετής για μένα είναι σωρός μετουσιωμένη κοπριά.
Ποτέ δέν πήρε τέλος ο πόλεμος αυτός· ώς τώρα δέ νικήθηκα ολοκληρωτικά, δέ νίκησα ολοκληρωτικά· πάντα αγωνίζουμαι, κι απο στιγμή σε στιγμή μπορώ να χαθώ όλος, μπορώ να σωθώ όλος· ακόμα περνώ της Τρίχας το γιοφύρι απάνω απο την άβυσσο.
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 3 Σεπτεμβρίου 2017

«..έχε στο νου σου το παιδί – γιατί αν γλυτώσει το παιδί υπάρχει ελπίδα» τραγούδαγε ο Παύλος Σιδηρόπουλος .
Κι έτσι ένοιωσα διαβάζοντας το παρακάτω μήνυμα : «ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΛΠΙΔΑ»!
Μια έκθεση με «επίκαιρα» μηνύματα: «Ολυμπιακοί Αγώνες δεν σημαίνουν αναβολικά και μίση αλλά φιλία…ειρήν稻
Έλληνας μαθητής της Β’ Γυμνασίου, από τα Γιαννιτσά ήταν ο νικητής του διεθνούς διαγωνισμού έκθεσης της Παγκόσμιας Ταχυδρομικής Ένωσης (UPU). Το θέμα του φετινού διαγωνισμού ήταν «Γράψτε μια επιστολή σε έναν αθλητή ή μια μορφή του αθλητισμού που θαυμάζετε, για να εξηγήσετε τι σημαίνουν για εσάς οι Ολυμπιακοί Αγώνες». Στο διαγωνισμό πήραν μέρος πάνω από ..

1 εκατομμύριο νέοι από 55 χώρες, μέσω των ταχυδρομείων τους και νικητής αναδείχτηκε ο 14χρονος Έλληνας.
«Η σύνθεση είναι πρωτότυπη, πολύ προσωπική και δημιουργική, ενώ αναδεικνύονται έντονα οι Ολυμπιακές αξίες», αναφέρει η διεθνής κριτική επιτροπή επισημαίνοντας τον απλό και δημιουργικό τρόπο γραφής του Μάριου Χατζηδήμου.
Ο νικητής θα βραβευθεί την Παγκόσμια Ημέρα Ταχυδρομείου, δηλ. στις 9 Οκτωβρίου 2012, στην Ντόχα του Κατάρ, στο πλαίσιο του 25ου Παγκόσμιου Συνεδρίου της ΠΤΕ που θα διεξαχθεί με τη συμμετοχή 149 χωρών.
Τον Απρίλιο ο 14χρονος είχε αναδειχτεί νικητής στον αντίστοιχο πανελλήνιο διαγωνισμό και η έκθεση διαβιβάστηκε στο διεθνές γραφείο της Π.Τ.Ε μέσω των ΕΛ.ΤΑ, όπου και έγινε η τελική κρίση των εκθέσεων των μαθητών από όλες τις χώρες.
Ακολουθεί η έκθεση του Μάριου Χατζηδήμου:«

“Κύριο Ρότζερ Φεντερερ,
Tennis sport club of Bussel,
Switzerland.
Αγαπητέ Ρότζερ Φέντερερ,
Είμαι ο Μάριος, ένας από τους χιλιάδες, φαντάζομαι θαυμαστές σου. Ένας μικρός, ασήμαντος Μάριος, μπροστά σ’ έναν γίγαντα του αθλητισμού. Κι ο λόγος που σου γράφω; Για να σ’ ευχαριστήσω… να σ’ ευχαριστήσω, που ξύπνησες μέσα μου την αγάπη για τον αθλητισμό και το τένις!
Χρόνια παρακολουθώ τους αγώνες και τις προσπάθειές σου στα γήπεδα, χειροκροτώ τις νίκες σου και θαυμάζω την επιμονή σου στις δύσκολες στιγμές. Το ανέβασμα σου όμως στο βάθρο του νικητή στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Πεκίνου, ήταν το «σερβίς», για την δική μου είσοδο στο άθλημα.
Άρπαξα την παρατημένη ρακέτα του αδελφού μου και αποφασιστικά μπήκα στο γήπεδο, έτοιμος να νικήσω. Τότε συνειδητοποίησα πόσο διαφορετικό είναι, να βλέπεις την ρακέτα στα χέρια του Φέντερερ από το να προσπαθείς να την κουμαντάρεις στα δικά σου χέρια. Παιδεύτηκα, ίδρωσα, άκουσα δικαιολογημένα τις φωνές του προπονητή μου, όμως δεν τα παράτησα. Η μορφή σου στο βάθρο του Ολυμπιονίκη, με κρατούσε εκεί και συνέχιζα…
Συνέχιζα και ονειρευόμουνα… Κάποια μέρα, κτυπώντας το μπαλάκι, εκ σφενδονίστηκε μαζί και η φαντασία μου, μακριά, πολύ μακριά στον χρόνο και στον τόπο. Βρέθηκα, λέει, εκεί, στην Αρχαία Ολυμπία, στην μεγάλη γιορτή του αθλητισμού, στους πρώτους επίσημους Ολυμπιακούς Αγώνες. 776 π.Χ.- οι κήρυκες γυρνούν όλη την Ελλάδα και αναγγέλλουν το γεγονός. Οι πόλεμοι σταματούν, γιατί ο αθλητισμός ενώνει και συμφιλιώνει τους ανθρώπους, έτσι τουλάχιστον ήταν τότε! Νέοι από κάθε άκρη της χώρας, καταφθάνουν εκεί με λεβέντικη ψυχή και σώμα, για ν’ αγωνισθούν τον «καλόν αγώνα», το «Ευ αγωνίζεσθαι». Τι υπέροχες λέξεις, τι φανταστική ατμόσφαιρα!
Ήσουν κι εσύ, λέει, εκεί. Οι ιστορικές μου γνώσεις σε απορρίπτουν, όμως η φαντασία μου σε θέλει εκεί. Ν’ αγωνίζεσαι και να στεφανώνεσαι με την αγριελιά. Να ποτίζεις με τον ιδρώτα σου, το χώμα της αρχαίας Ολυμπίας και να δοξάζεσαι μαζί με τον Διαγόρα της Ρόδου, τον Πολυδάμα, τον Θεαγένη.
Ναι, είμαι περήφανος, που η δική μου πατρίδα, η Ελλάδα, έθεσε τα θεμέλια του σύγχρονου αθλητισμού. Το αθλητικό πνεύμα, σαρκώθηκε και μορφοποιήθηκε στους αγώνες της αρχαιότητας. Η Ολυμπιακή φλόγα, λαμπρυνόμενη με τις άξιες του Ελληνικού πολιτισμού, φώτισε την οικουμένη. Η αγωνιστικότητα, η ευγενής άμιλλα, ο αυτοέλεγχος, η συνεργασία, μέσ’ από τον αθλητισμό, εμπλούτισαν και όλη την στάση του ανθρώπου απέναντι στην ζωή…
…Στεκόσουν εκεί, στεφανωμένος, ακτινοβολώντας την χαρά της νίκης, όταν σε πλησίασα ντροπ αλά, σου έπιασα το χέρι, σε κοίταξα στα μάτια και σε ρώτησα:
– Πως νοιώθεις, Ρότζερ; Τι σημαίνουν για σένα όλα αυτά;
– Άκου μικρέ μου, μου απάντησες με μια φωνή κρυστάλλινη, που ακόμα αντηχεί στ’ αυτιά μου. «Αγωνίζομαι» σημαίνει «νικώ», να το θυμάσαι αυτό. Η συμμετοχή, ο αγώνας, είναι ήδη μια μεγάλη νίκη, ανεξάρτητα απ’ το τρόπαιο. Νίκη ενάντια στους φόβους, τις ανασφάλειες και τις δυσκολίες του εαυτού σου, ενάντια στον εγωισμό και την φιλαυτία σου. Νίκη υπέρβασης του εαυτού σου. Και κάτι ακόμα: «Νικώ» σημαίνει «Αγαπώ». Αγαπώ τον συναγωνιστή μου, που μου έδωσε την ευκαιρία ν’ αγωνιστώ, τον προπονητή μου, που μου έμαθε τον τρόπω ν’ αγωνίζομαι και να νικώ, τον κόσμο που με στηρίζει στην προσπάθεια και στον δρόμο προς τη νίκη, τον Θεό, που μου χαρίζει την δυνατότητα ν’ αγωνίζομαι και να νικώ!
– Άουτ! Μάριε, συγκεντρώσου επιτέλους στο παιχνίδι! Ήταν η φωνή του προπονητή μου, που με έβγαλε ξαφνικά από την ονειροπόλησή μου. Όμως όχι, εκείνη την ημέρα, δεν ήταν δυνατόν να συγκεντρωθώ σε κανένα παιχνίδι. Ήθελα να διηγηθώ, όλα αυτά που έζησα, στους πρώτους Ολυμπιακούς αγώνες. Όλοι μαζί, ο προπονητής και οι συμπαίκτες μου, γίναμε μια συντροφιά κι αναβαπτισθήκαμε στο πνεύμα των Ολυμπιακών αγώνων. Μιλήσαμε για το περίφημο «Ευ αγωνίζεσθαι», αυτό που οι σύγχρονοι άνθρωποι, μπορούν τέλεια να ερμηνεύσουν ετυμολογικά, όσον όμως αφορά την πράξη, δυσκολεύονται απ ό λίγο έως τραγικά! Στοχεύοντας αποκλειστικά στον πρωταθλητισμό, λούζονται στα βρώμικα κι επικίνδυνα νερά των αναβολικών, θυσιάζοντας στον βωμό της εφήμερης δόξας, την καθαρότητα της ψυχής και του σώματος. Η εξόντωση του αθλητή και η δυσφήμιση των αγώνων, είναι το μόνο αντίτιμο που εισπράττει κανείς από τέτοιες ενέργειες.
Ε, λοιπόν για μένα οι Ολυμπιακοί Αγώνες δεν σημαίνουν, ούτε αναβολικά, ούτε πρωταθλητισμό, ούτε οικονομικά συμφέροντα, οικονομική κρίση, αντιζηλίες και μίση. Σημαίνουν χαρά για την συμμετοχή, «ευ αγωνίζεσθαι», φιλία, ειρήνη και σ’ αυτό το πνεύμα εύχομαι να σταθούν οι φετινοί Ολυμπιακοί Αγώνες.
Σταματώ εδώ την φλυαρία μου, που ίσως σε κούρασε και σου εύχομαι μέσα απ’ την ψυχή μου, σε όλη σου την ζωή, ν’ αγωνίζεσαι, να νικάς και ν’ αγαπάς, όπως ακριβώς εσύ μου δίδαξες. Σ’ ευχαριστώ για άλλη μια φορά και σε περιμένω, εκεί που πρωτοσυναντηθήκαμε… Στην αρχαία Ολυμπία, στην Ελλάδα, στην πατρίδα του πολιτισμού και του αθλητισμού. Στην πανέμορφη και πολυαγαπημένη μου πατρίδα, που όσες δυσκολίες και τρικυμίες κι αν περνά τώρα, « δεν την σκιάζει φοβέρα καμιά», γιατ’ «έχει στο κατάρτι της βιγλάτορα, παντοτινό, τον Ήλιο, τον Ηλιάτορα»!
Με αγάπη και θαυμασμό,
Μάριος Α. Χατζηδήμου»

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 2 Σεπτεμβρίου 2017

Ένας Ινδιάνικος μύθος ανάμεσα στον Άγριο Ταύρο και στο Ψηλό Σύννεφο

Ένας πανάρχαιος μύθος των ινδιάνων Σιου, λέει πως ήρθαν κάποτε στη σκηνή του γέρου μάγου της φυλής, πιασμένοι χέρι χέρι, ο Άγριος Ταύρος, ο πιο γενναίος και τιμημένος νέος πολεμιστής, και το Ψηλό Σύννεφο, η κόρη του αρχηγού, μια από τις ωραιότερες γυναίκες της φυλής.

“Αγαπιόμαστε” αρχίζει ο νέος.

“Και θα παντρευτούμε” λέει εκείνη.

“Και αγαπιόμαστε τόσο που φοβόμαστε…”

“Θα θέλαμε κάποιο μαγικό, ένα χαϊμαλί, ένα φυλαχτό…”

“Κάτι που θα μας εγγυάται ότι θα είμαστε για πάντα μαζί.”

“Που θα μας εξασφαλίσει ότι θα είμαστε ο ένας στο πλευρό του άλλου, ώσπου να συναντήσουμε τον Μανιτού, την ημέρα του θανάτου”.

“Σε παρακαλούμε” ικετεύουν, “πες μας τί μπορούμε να κάνουμε…”

Ο μάγος τους κοιτάζει και συγκινείται που τους βλέπει τόσο νέους, τόσο ερωτευμένους, να λαχταρούν τόσο μια του λέξη.

“Υπάρχει κάτι …” λέει τελικά ο σοφός μάγος μετά από αρκετή ώρα. “Αλλά δεν ξέρω…είναι ένα έργο πολύ δύσκολο και απαιτεί θυσίες.”

“Δεν μας πειράζει” λένε και οι δύο.

“Ό,τι και να’ ναι” επιβεβαιώνει ο Άγριος Ταύρος.

“Ωραία” λέει ο μάγος. “Ψηλό Σύννεφο, βλέπεις το βουνό που είναι βόρεια από το χωριό μας; Πρέπει να το ανέβεις μόνη σου, χωρίς τίποτα άλλο εκτός από ένα δίχτυ και τα χέρια σου, και να κυνηγήσεις το πιο όμορφο και δυνατό γεράκι του βουνού. Αν το πιάσεις, πρέπει να το φέρεις εδώ ζωντανό την τρίτη μέρα μετά την πανσέληνο. Κατάλαβες;”

Η νεαρή κοπέλα συγκατανεύει σιωπηλά.

“Κι εσύ Άγριε Ταύρε” συνεχίζει ο μάγος, “πρέπει να ανέβεις το βουνό του κεραυνού, κι όταν φτάσεις στην κορυφή, τον πιο άγριο απ’ όλους τους αετούς, και με τα χέρια σου μόνο κι ένα δίχτυ να τον πιάσεις χωρίς να τον τραυματίσεις και να τον φέρεις μπροστά μου, ζωντανό, την ίδια μέρα που θα έρθει και το Ψηλό Σύννεφο…. Πηγαίνετε τώρα.”

Οι δυο νέοι κοιτάζονται με τρυφερότητα, κι ύστερα από ένα φευγαλέο χαμόγελο φεύγουν για να εκπληρώσουν την αποστολή που τους ανατέθηκε. Εκείνη πάει προς το βορρά, εκείνος προς το νότο…

Την καθορισμένη ημέρα, μπροστά στη σκηνή του μάγου, περιμένουν οι δυο νέοι, ο καθένας με μια πάνινη τσάντα, που περιέχει το πουλί που του ζητήθηκε.

Ο μάγος τους λέει να βγάλουν τα πουλιά από τις τσάντες με μεγάλη προσοχή. Οι νέοι κάνουν αυτό που τους λέει, και παρουσιάζουν στο γέρο για να τα εγκρίνει τα πουλιά που έπιασαν Είναι πανέμορφα, χωρίς αμφιβολία, τα καλύτερα του είδους τους.

“Πετούσαν ψηλά;” ρωτάει ο μάγος.

“Ναι, βέβαια. Κι εμείς, όπως μας ζητήσατε…. Και τώρα;” ρωτάει ο νέος. “Θα τα σκοτώσουμε και θα πιούμε την τιμή από το αίμα τους;”

“Όχι” λέει ο γέρος.

“Να τα μαγειρέψουμε και να φάμε τη γενναιότητα από το κρέας τους;” προτείνει η νεαρή.

“Όχι” ξαναλέει ο γέρος. “Κάντε ότι σας λέω. Πάρτε τα πουλιά και δέστε τα μεταξύ τους από τα πόδια μ’ αυτές τις δερμάτινες λωρίδες… Αφού τα δέσετε, αφήστε τα να φύγουν, να πετάξουν ελεύθερα.”

Ο πολεμιστής και η νεαρή κοπέλα κάνουν ό,τι ακριβώς τους έχει πει ο μάγος, και στο τέλος ελευθερώνουν τα πουλιά.

Ο αετός και το γεράκι προσπαθούν να πετάξουν, αλλά το μόνο που καταφέρνουν είναι να στριφογυρίζουν και να ξαναπέφτουν κάτω. Σε λίγα λεπτά, εκνευρισμένα που δεν καταφέρνουν να πετάξουν, τα πουλιά επιτίθενται με τσιμπήματα το ένα εναντίον του άλλου, μέχρι που πληγώνονται.

“Αυτό είναι το μαγικό. Μην ξεχάσετε ποτέ αυτό που είδατε σήμερα. Τώρα, είστε κι εσείς ένας αετός κι ένα γεράκι. Αν δεθείτε ο ένας με τον άλλον, ακόμα κι αν το κάνετε από αγάπη, όχι μόνο θα σέρνεστε στη ζωή σας, αλλά επιπλέον, αργά ή γρήγορα, θα αρχίσετε να πληγώνετε ο ένας τον άλλον. Αν θέλετε η αγάπη σας να κρατήσει για πάντα, να πετάτε μαζί, αλλά ποτέ δεμένοι.”

(Είναι από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάι “Ο δρόμος της συνάντησης”.)

Κυριακή Ψαρρού στις 28 Αυγούστου 2017

Η υπέρβαση, ως σχέση με τον Αλλον, δεν είναι εφικτή παρά μονάχα όταν απομακρυνθούμε από την έννοια του «πλησίον» (και του «ομοίου»), όταν δηλαδή ο Αλλος δεν μετέχει στην ίδια ουσία μ’ εμάς (και στις ανάλογες ποιότητες), αλλά εκφράζει το απολύτως διαφορετικό, το απολύτως μακράν, την καθαρή αφαίρεση. Ετσι η «έκταση» του εαυτού δεν αποτελεί μόνο μια έξοδο από το Εγώ αλλά και μια ολοκληρωτική πλήρωση του χάσματος που γεννά η ετερότητα.

http://8apeiro.blogspot.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 24 Μαΐου 2017

Έχετε αναρωτηθεί ποτέ, γιατί κάποιοι άνθρωποι έχουν τα πάντα – επιτυχία, αυτοπεποίθηση, οικονομική άνεση, και συνεχώς βελτιώνονται, ενώ κάποιοι άλλοι αγωνίζονται για να τα “βγάλουν πέρα”, και κατρακυλούν ολοένα προς τα κάτω;

Η διαφορά έγκειται στα βαθιά ριζωμένα μοτίβα σκέψης, τα οποία υπάρχουν στον υποσυνείδητο νου τους και είναι αυτά τα οποία σκέφτονται όλη τη μέρα. Ο συνήθης τρόπος σκέψης λοιπόν και οι πεποιθήσεις μας καθορίζουν το πεπρωμένο μας.

Τι σκέφτεστε τώρα; Τι σκεφτόσασταν τον τελευταίο καιρό; Κάνατε σκέψεις βελτίωσης, επιτυχίας και αφθονίας, ή σκέψεις αμφιβολίας και έλλειψης;

Οι επιτυχημένοι άνθρωποι κρατούν σκέψεις ευδόκιμες, ωφέλιμες, σκέψεις αυτοβελτίωσης και αφθονίας. Οι αποτυχημένοι συνεχίζουν να σκέφτονται στο πόσες φορές έχουν αποτύχει, στο πόσο συχνά αποτυγχάνουν, και, διαρκώς δημιουργούν δικαιολογίες ή/και κατηγορούν άλλους για τις αποτυχίες τους, τοποθετώντας έτσι το υποσυνείδητό τους σε κατάσταση προσμονής περισσότερης αποτυχίας. Ο νους σας, σας φέρνει στο “πιάτο” αυτό που σκέφτεστε όλη την ώρα. Μπορείτε πολύ εύκολα να το παρατηρήσετε στην προσωπική σας ζωή.

Μην κατευθύνετε τον νου σας στη στέρηση, στη ζήλια και σε αυτά που δεν έχετε αυτή τη στιγμή. Μπορείτε να επιλέγετε τις σκέψεις σας και να συγκεντρωθείτε στην προσωπική σας ανάπτυξη και στη δημιουργία ευημερίας για τον εαυτό σας και τους ανθρώπους που είναι γύρω σας. Κάντε σκέψεις επιτυχίας και ευημερίας, καλύτερων προσωπικών και επαγγελματικών σχέσεων, αφθονίας πνευματικών και υλικών αγαθών.

Θυμηθείτε, δημιουργείτε συνεχώς τη ζωή σας μέσω των ίδιων σας των σκέψεων.

Από awaken.gr

….”Είμαι 91 ετών. Τι σημαίνει χρόνος; Ποια είναι η αίσθηση του χρόνου; Εδώ είναι θέμα αριθμών, όχι ρυθμών. Και λέω: «Στα ενενήντα περπατώ, στα εκατό θα φτάσω και τότε μόνο θα σκεφτώ αν πρέπει να γεράσω». Μόνον τα πόδια μου με έχουν κάνει να καταλάβω ότι γέρασα. Βλέπω στον ύπνο μου ότι τρέχω, ότι ανεβαίνω σκαλιά, ότι τρέχω πίσω από λεωφορεία για να τα προλάβω και ξυπνώ και συνειδητοποιώ ότι δεν μπορώ. Το μόνον που μου μένει είναι το μυαλό. Ο χρόνος είναι για μένα οι στιγμές. Δεν υπάρχει χρόνος. Δεν μπορείς να πεις τι θα κάνεις. Η ευτυχία είναι θέμα στιγμών, όχι διαρκείας. Ξέρω ότι τώρα δεν είμαι ερωτεύσιμη, αλλά είμαι ερωτευμένη. Τι θα πει χρόνος; Υπάρχει; Δεν υπάρχει. Είναι ένας αριθμός. Τι είναι τα γηρατειά; Να κάνεις από καθήκον αυτό που πριν έκανες από ευχαρίστηση. Κάποτε από το καράβι πήδαγα από το ψηλό κατάρτι. Ημουν μεγάλη κολυμβήτρια. Ο Σεφέρης γράφει κάπου για τα μπαστούνια, τα μπαστούνια και τα κατάρτια. Τώρα έχω το μπαστούνι. Υπάρχει μια διαφορά. Οταν λες εσύ μυαλό και ψυχή, λέω εγώ μυαλό και καρδιά. Γιατί; Γιατί με την καρδιά ενδιαφέρεσαι για τους άλλους ενώ με την ψυχή, για τον εαυτό σου. Οταν ο Πλάτων γράφει «επιμελείσθαι της ψυχής», δεν το έλεγε για τους άλλους, είναι για τον εαυτό σου. Ενώ με την καρδιά, πάμε για τους άλλους. Εκεί που έχω φτάσει λοιπόν, με ενδιαφέρουν οι άλλοι. Μια μέρα, οι δημοσιογράφοι ρώτησαν τους υπαλλήλους του Πανεπιστημίου: «Τα βγάζει πέρα η πρύτανις;». Κι εκείνοι τους απάντησαν: «Η πρύτανις είναι άνδρας». Κι έρχεται μια μέρα η Σιμόν Βέιλ και ξέρετε τι μου λέει; Οτι πρόκειται να με ανακηρύξουν «άνδρα της χρονιάς»…. Εγώ δεν είμαι υπέρ των γυναικών, είμαι υπέρ του ζευγαριού. Οταν οι δύο είναι μαζί καταφέρνουν να κάνουν κάτι που μπορεί να σε πάει πιο μπροστά. Είτε ένας άνδρας και μια γυναίκα, είτε ομοφυλόφιλοι. Σήμερα η γυναίκα έχει καταφέρει να μπορεί να κερδίσει τη ζωή της. Κι αυτό την έχει κάνει να έχει οικονομική ανεξαρτησία, την έχει κάνει «αυτοδέσποτη», ανεξάρτητη, αυτόνομη, να λέει εσύ κι εγώ, εγώ κι εσύ. Πριν ήταν μόνο εσύ, για τον άνδρα της. Αυτά ως προς τα εφόδιά της. Τώρα τι έχει κάνει με αυτά τα εφόδια, εκείνη ξέρει. Η κάθε μία ξεχωριστά. Δεν μου αρέσουν οι γενικότητες. Παρά την παιδεία, την κατάρτιση, τα οικονομικά οφέλη, εξακολουθεί να υπάρχει ακόμα μεγάλη διαφορά, τεράστια διαφορά, στη Γαλλία τουλάχιστον που ξέρω, ανάμεσα στις γυναίκες και τους άνδρες. Στα ανώτατα συμβούλια των επιχειρήσεων υπάρχει σήμερα ένας παρά πολύ μικρός αριθμός γυναικών. Στο Πανεπιστήμιο, όταν έγινα εγώ πρύτανης ήταν 3% οι γυναίκες καθηγητές και σε ποσοστό 40% οι βοηθοί. Αρχιζαν λοιπόν να λένε ότι δεν μπορείς να είσαι και γυναίκα, και μάνα, και επαγγελματίας, κάτι δεν θα κάνεις καλά. Ενώ έχουν τα πόδια στη γη, οι γυναίκες, δεν έχουν όλες τα μάτια στον ουρανό. Εγώ τα είχα. Οταν αποφασίσεις να κάνεις μια δουλειά, οι άνδρες αναλαμβάνουν τη δουλειά για να πάνε πιο πάνω. Οι γυναίκες, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, παίρνουν τη δουλειά για να την κάνουν καλά. Εχει μεγάλη διαφορά. Είδατε, κάναμε γυναίκα πρύτανη, είπε μια μέρα ο Μιτεράν, ενώ με σύστηνε. Του είπα ότι οι γυναίκες δεν έχουν το δικαίωμα να αποτύχουν. Γιατί αν αποτύχουν θα πάρουν και τις επόμενες στο λαιμό τους. Ακόμα και σήμερα, δεν βλέπετε τι λένε για τις ισχυρές γυναίκες; Θατσερισμός, Μερκελισμός… Τις παρουσιάζουν αντρογυναίκες. Αυτά δεν έχουν αλλάξει, είτε γιατί οι άντρες φοβούνται είτε γιατί έχουν την αλαζονεία ως πρώτη αρετή. Υπάρχουν ίσως κι εκείνες οι γυναίκες που τους το επιτρέπουν. “……

Από bovary.gr