Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 9 Σεπτεμβρίου 2017

“Τις πίκρες που ρίχνει ο χρόνος μέσα μου, τις αφαιρεί από τα ποιήματά μου. Γέμισα ρυτίδες, για να μείνω λείος εκεί που κανείς δε θα με θυμάται.

Ένα τριαντάφυλλο που γίνεται ποίηση μπορεί να σε συντρίψει πολύ περισσότερο από μια γροθιά που δεν γίνεται ποίηση.

Μυριάδες λόγια μαραίνονται στα κόκκινα βιβλία, όταν ένα απλό κοριτσάκι πυροβολεί. Καθώς φαίνεται, ακόμη και για ν’ αποτραπούν καθεστώτα -τι θρίαμβος- χρειάζεται η καλή ποιότητα. Μέσα στη θλίψη της απέραντης μετριότητας που μας πνίγει από παντού, παρηγοριέμαι ότι κάπου, σε κάποιο καμαράκι, κάποιοι πεισματάρηδες αγωνίζονται να εξουδετερώσουν τη φθορά.

Μια φωτογραφική μηχανή κρυμμένη μέσα στην κακή ποίηση μας καταδικάζει να ξαναβλέπουμε αυτά που πολλές φορές είδαμε –και να μη βλέπουμε αυτά που δεν είδαμε ποτέ. Σίγουρα η παρατηρητικότητα είναι μεγάλο ελάττωμα για τον ποιητή· που καταντά, στο τέλος, τα σύννεφα να τα παίρνει για σύννεφα…

Μυρωδιά τῶν ποιημάτων: ὑγρό ξύλο στή φωτιά ἤ σάπια φύλλα ἤ ἄδειο δωμάτιο. Κι ἀκόμη: πυρωμένη πέτρα στήν ἥλιο· σταῦλος· ἄλουστα μαλλιά ὡραίας γυναίκας. Καημένε Guerlin!

Προσοχή στη συγκίνηση. Αν είναι γόησσα, δεν παύει να ’ναι και ρουφιάνα.

Μέ τόν ἴδιο τρόπο πού μερικές φορές μιά λέξη (ὄχι κατ’ ἀνάγκην ὡραία ἤ σπάνια) γίνεται ἀφορμή νά ἐπινοήσει κανείς ἕνα ὁλόκληρο στίχο, ἔτσι πού νά μπορέσει αὐτή ἡ λέξη νά βρεῖ τήν ἀκριβή της θέση καί ν’ ἀκτινοβολήσει· ὁ στίχος αὐτός, μέ τή σειρά του, γιά τόν ἴδιο λόγο, γίνεται κάποτε ἀφορμή νά ἐπινοηθεῖ ἕνα ὁλόκληρο ποίημα· πού τό περιεχόμενό του, ἄν γεννήθηκε ἀπό δύο ἤ τρεῖς ταπεινές συλλαβές, ἀπέχει σάν νόημα ἀπ’ αὐτές, ὅσο ἕνας ὁλοκληρωμένος ἄνθρωπος ἀπό τήν ἡδονή μιᾶς στιγμῆς πού ἔγινε καί ἡ αἰτία νά ὑπάρξει.

Τό Ἕνα καί τό Ἀπόλυτο πού συλλαμβάνει ὁ νοῦς μας – εἶναι τά πολλά καί σχετικά τῶν ἄλλων, φτασμένα στήν καθαρότητα τῆς μονάδας …

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 5 Σεπτεμβρίου 2017

1. Ο κύρης

  Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ ΣΠΑΝΙΑ ΜΙΛΟΥΣΕ, ΔΕ ΓΕΛΟΥΣΕ, δέ μάλωνε· κάποτε μονάχα έτριζε τα δόντια-του ή έσφιγγε τη γροθιά-του, κι άν τύχαινε να κρατάει κανένα πετραμύγδαλο, έστριβε τα δάχτυλά-του και τό ‘κανε σκόνη. Κάποτε που είδε έναν αγά να στρώνει ένα χριστιανό με σαμάρι και να τον φορτώ­νει σαν γάιδαρο, τόσο τον κυρίεψε το κακό-του, που χίμηξε απά­νω στον Τούρκο, μιά βρισιά ήθελε να ξεστομίσει, μα τα χείλια-του είχαν στρουφίξει, δέν μπόρεσε να βγάλει λόγο ανθρώπινο κι άρχισε να χλιμιντρίζει σαν άλογο· ήμουν εκεί μπροστά-του, παιδί ακόμα, τον κοίταζα και με κυρίεψε τρόμος. Κι ένα μεση­μέρι που γύριζε σπίτι να φάει, άκουσε, σ’ ένα στενό που περνούσε, γυναίκες να σκληρίζουν και πόρτες να σφαλνούν κι ένας μεθυ­σμένος τουρκαλάς είχε βγάλει το γιαταγάνι-του και κυνηγούσε τους χριστιανούς. ‘Ως να δεί τον πατέρα-μου, χύθηκε καταπάνω-του· κάψα, κουρασμένος απο τη δουλειά, δέν είχε κέφι ο πατέρας-μου για καβγάδες· μιά στιγμή του πέρασε απο το νού να στρίψει απο το στενό να φύγει, κανένας δέν τον έβλεπε· μα ντράπηκε. Ξεζώστηκε την ποδιά που φορούσε, τύλιξε τη γροθιά-του, και την ώρα που σήκωνε ο τουρκαλάς απάνω απο το κεφάλι-του το γιαταγάνι, τού ‘δωκε μιά γροθιά στην κοιλιά και τον έστρωσε χάμω· έσκυψε, του ξεγάντζωσε το γιαταγάνι απο τη φούχτα και τράβηξε κατα το σπίτι. Η μητέρα-μου τού ‘φερε πουκάμισο ν’ αλλάξει, είχε γίνει μουσκίδι στον ίδρωτα, κι εγώ, θά ‘μουν ως τριών χρονών, κάθουμουν στον καναπέ και τον κοίταζα· όλο τρίχες ήταν το απανωκόρμι-του, άχνιζε· κι άμα άλλαξε και δροσέρεψε, πέταξε το γιαταγάνι στον καναπέ, δίπλα- μου· στράφηκε στη γυναίκα- του:
—     Σαν μεγαλώσει ο γιός-σου, της είπε, και πάει στο σκολειό, δώσ’-του το να ξύνει το μολύβι-του.
Ποτέ δέ θυμούμαι να μού ‘πε τρυφερό λόγο· μιά φορά μονάχα· ήμασταν στη Νάξο, την επανάσταση, και πήγαινα στη φράγκικη Σχολή, στους φραγκοπαπάδες· είχαμε δώσει εξέτασες κι είχα πάρει κάμποσα βραβεία, μεγάλα, χρυσοδεμένα βιβλία· δέν μπο­ρούσα μόνος-μου να τα σηκώσω, πήρε ο πατέρας-μου τα μισά και γυρίσαμε σπίτι. Σε όλο το δρόμο δέν άνοιξε το στόμα· προσπαθούσε να κρύψει τη χαρά-του που ο γιός-του δέν τον ντρόπιασε· και μονάχα όταν μπήκαμε στο σπίτι, χωρίς να με κοιτάξει:
—   Δέν ντρόπιασες την Κρήτη, είπε με κάποια τρυφεράδα. Μα ευτύς θύμωσε με τον εαυτό-του που προδόθηκε κι έδειξε πως ήταν συγκινημένος, κι όλη τη βραδιά απέφυγε να με κοιτάξει κι ήταν κατσουφιασμένος.
Βαρίσκιωτος, αβάσταχτος. Όταν τύχαινε νά ‘ναι βίζιτες σπίτι, συγγενείς-μας ή γειτόνοι, κι είχαν πιάσει ψιλή κουβέντα και γελούσαν, άν άνοιγε ξαφνικά η πόρτα κι έμπαινε, κόβουνταν η κουβέντα και το γέλιο, κι ένας ίσκιος πλάκωνε το σπίτι. Χαι­ρετούσε με μισό χείλι, κάθουνταν στη συνηθισμένη θέση-του στη γωνιά του καναπέ, πλάι στο παράθυρο της αυλής, χαμή­λωνε τα μάτια, άνοιγε την ταμπακέρα κι έστριβε ένα τσιγάρο, αμίλητος. Ξερόβηχαν οι βίζιτες, κλεφτοκοιτάζουνταν ανήσυχα, και με τρόπο, ύστερα από λίγη ώρα, σηκώνουνταν, πατούσαν στις άκρες των ποδιών τους κι έφευγαν.
2.
Η μάνα
Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΑΓΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ. ΠΩΣ μπόρεσε πενήντα χρόνια, χωρίς να σπάσει η καρδιά-της, να νιώθει πλάι-της την αναπνοή και το χνότο του λιόντα; Είχε την υπομονή, την αντοχή και τη γλύκα της γής.  …………………………………………………………………….
Όταν έλειπε ό κύρης απο το σπίτι, τί γαλήνη ήταν εκείνη, πώς περνούσαν γοργές, ευτυχισμένες οι ώρες στο κλειστό περβολάκι της αυλής-μας! Η κληματαριά απάνω απο το πηγάδι, στη γωνιά της αυλής μιά μεγάλη γαζία και μοσκομύριζε, οι γλά­στρες, ο βασιλικός τριγύρα κι οι κατιφέδες και το αράπικο για­σεμί, κι η μάνα κάθουνταν ομπρός στο παράθυρο κι έπλεχε κάλτσες, καθάριζε χορταρικά, χτένιζε τη μικρή-μου αδερφή ή τη μάθαινε να στραταρίζει… Κι εγώ, κουκουβισμένος σ’ ένα σκαμνάκι, την κοίταζα, άκουγα τους διαβάτες που περνούσαν απόξω απο την κλεισμένη πόρτα, ανάσαινα τη μυρωδιά απο το γιασεμί και το βρεμένο χώμα κι έμπαινε στο κορμί-μου ο κό­σμος, έτριζαν, άνοιγαν τα κόκαλα του κεφαλιού-μου να τον χω­ρέσουν.
Οι ώρες πού περνούσα με τη μητέρα-μου ήταν γεμάτες μυστή­ριο· καθόμασταν ο ένας αντίκρα στον άλλο, εκείνη σε καρέκλα πλάι στο παράθυρο, εγώ στο σκαμνάκι-μου, κι ένιωθα, μέσα στη σιωπή, το στήθος-μου να γεμίζει και να χορταίνει, σαν νά ‘ταν ο αγέρας ανάμεσά-μας γάλα και βύζαινα.
Απο πάνω-μας ήταν η γαζία, κι όταν ήταν ανθισμένη, η αυλή μοσκομύριζε. Αγαπούσα πολύ τα εύωδάτα κίτρινα λουλούδια-της, τά ‘βαζε η μητέρα-μου στις κασέλες και τα σώρουχά-μας, τα σεντόνια-μας, όλη-μου η παιδική ηλικία μύριζε γαζία.
Μιλούσαμε, πολλές ήσυχες κουβέντες, πότε ή μητέρα-μου δηγόταν για τον πατέρα της, για το χωριό που γεννήθηκε, και πότε εγώ της στορούσα τους βίους των αγίων που είχα διαβάσει και ξόμπλιαζα τη ζωή-τους με τη φαντασία-μου· δέ μ’ έφταναν τα μαρτύρια-τους, έβαζα κι από δικού-μου, ωσότου έπαιρναν τη μητέρα-μου τα κλάματα, τη λυπόμουν, κάθιζα στα γόνατα-της, της χάδευα τα μαλλιά και την παρηγορούσα:
— Μπήκαν στον Παράδεισο, μητέρα, μή στενοχωριέσαι, σεριανίζουν κάτω απο ανθισμένα δέντρα, κουβεντιάζουν με τούς αγγέλους και ξέχασαν τα βάσανά-τους. Και κάθε Κυριακή βάζουν χρυσά ρούχα, κόκκινα κασκέτα με φούντες και πάνε να κάμουν βίζιτα στο Θεό.
Κι η μητέρα σφούγγιζε τα δάκρυά-της, με κοίταζε σαν να μου έλεγε: «Αλήθεια λές;» και χαμογελούσε.
Και το καναρίνι, μέσα απο το κλουβί-του, μας άκουγε, σή­κωνε το λαιμό και κελαηδούσε μεθυσμένο, ευχαριστημένο, σαν νά ‘χε κατέβει απο τον Παράδεισο, σαν νά ‘χε αφήσει μιά στιγμή τούς αγίους κι ήρθε στη γής να καλοκαρδίσει τούς ανθρώπους.
Η μητέρα-μου, η γαζία, το καναρίνι, έχουν σμίξει αχώριστα, αθάνατα μέσα στο μυαλό-μου· δέν μπορώ πιά να μυρίσω γαζία, ν’ ακούσω καναρίνι, χωρίς ν’ ανέβει απο το μνήμα-της — απο το σπλάχνο-μου — η μητέρα-μου και να σμίξει με τη μυρωδιά τούτη και με το κελάδημα του καναρινιού.
Ποτέ δέν είχα δεί τη μητέρα-μου να γελάει· χαμογελούσε μόνο, και τα βαθουλά μαύρα μάτια-της κοίταζαν τους ανθρώπους γεμάτα υπομονή και καλοσύνη. Πηγαινόρχουνταν σαν πνέμα αγαθό μέσα στο σπίτι, κι όλα τα πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, σαν νά ‘χαν τα χέρια-της μιά καλοπροαίρετη μαγική δύναμη, που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινή ανάγκη. Μπορεί και νά ‘ναι η νεράιδα, συλλογίζουμουν κοιτάζοντάς-τη σιωπηλά, η νεράιδα που λέν τα παραμύθια, και κινούσε στο παιδικό μυαλό-μου η φαντασία να δουλεύει: μιά νύχτα ο πατέρας-μου, περνώντας απο τον ποταμό, την είδε να χορεύει στο φεγγάρι, χίμηξε, της άρπαξε το κεφαλομάντιλο, κι απο τότε την έφερε σπίτι και την έκαμε γυναίκα-του. Κι ολημέρα τώρα πάει κι έρχεται η μάνα μέσα στο σπίτι και ψάχνει νά βρει το κεφαλομάντιλο, να το ρίξει στα μαλλιά-της, να γίνει πάλι νεράιδα και να φύγει. Την κοίταζα να πηγαινόρχεται, ν’ ανοίγει τα ντουλάπια και τις κασέλες, να ξεσκεπάζει τα πιθάρια, να σκύβει κάτω απο το κρεβάτι, κι έτρεμα μήν τύχει και βρει το μαγικό κεφαλομάντιλό-της και γίνει άφαντη. Η τρομάρα αυτή βάσταξε χρόνια και λάβωσε βαθιά τη νιογέν­νητη ψυχή-μου· κι ακόμα και σήμερα αποκρατάει μέσα-μου, πιό ανομολόγητη, η τρομάρα ετούτη: παρακολουθώ κάθε αγα­πημένο πρόσωπο, κάθε αγαπημένη ιδέα, με αγωνία, γιατί ξέρω πως ζητάει το κεφαλομάντιλό-της να φύγει.
Μονάχα μιά φορά θυμούμαι τη μητέρα-μου να λάμπει παρά­ξενα το μάτι-της, να γελάει και να χαίρεται, σαν όταν θά ‘ταν ανύπαντρη ή αρραβωνιασμένη. Πρωτομαγιά, είχαμε πάει σ’ ένα χωριό, στη Φόδελε, γεμάτο νερά και περβόλια πορτοκαλιές, να κάμει ο πατέρας-μου μιά βάφτιση. Οπόταν, άξαφνα, σφοδρή νεροποντή ξέσπασε, γίνηκε ο ουρανός νερό κι άδειασε απάνω στη γής, κι αυτή κακάριζε, άνοιγε και δέχουνταν τ’ αρσενικά νερά βαθιά στον κόρφο-της. Είχαν μαζευτεί οι προύχοντες του χωριού, με τις γυναίκες-τους και τις κόρες, στο μεγάλο οντά του κουμπάρου, η βροχή κι οι αστραπές έμπαιναν απο τις χαραμάδες της πόρτας και των παραθυριών, ο αέρας μύριζε πορτο­κάλι και χώμα. Και μπαινόβγαιναν τα τραταρίσματα, τα κρασιά, τα ρακιά κι οι μεζέδες, πήρε να βραδιάζει, άναψαν τα λυχνάρια, οι άντρες ήρθαν στο κέφι, οι γυναίκες οι χαμηλοβλεπούσες σήκω­σαν τα μάτια κι άρχισαν να κακαρίζουν σαν τις πέρδικες* κι όξω απο το σπίτι μούγκριζε ακόμα ο Θεός, πλήθαιναν οι βροντές, τα στενά δρομάκια του χωριού είχαν γίνει ποτάμια, κατρακυ­λούσαν οι πέτρες και χαχάριζαν, είχε γίνει ο Θεός νεροποντή κι αγκάλιαζε, πότιζε, κάρπιζε τη γής.
Κι ο κύρης στράφηκε στη μάνα-μου, πρώτη φορά είδα να την κοιτάζει με τρυφεράδα, κι η φωνή-του πρώτη φορά είχε γλυκάνει:
— Μαργή, της είπε, τραγούδηξε.
Της έδινε την άδεια, μπροστά σε τόσους άντρες, να τραγου­δήσει· κι εγώ σηκώθηκα ανταρεμένος· δέν ξέρω γιατί, είχα θυ­μώσει· έκαμα να τρέξω στη μάνα-μου, σαν νά ‘θελα να την προ­στατέψω· μα ο κύρης με άγγιξε με το δάχτυλό-του στον ώμο και με κάθισε κάτω. Κι η μάνα-μου φάνηκε αγνώριστη, γυάλιζε το πρόσωπό-της, σαν να το αγκάλιαζαν όλες οι βροχές κι οι αστρα­πές, σήκωσε το λαιμό, και θυμούμαι τα μακριά κορακάτα μαλλιά της λύθηκαν ξαφνικά, της σκέπασαν τις πλάτες και κατέβηκαν ώς τα γοφιά-της. Κι άρχισε… τί φωνή ήταν εκείνη, βαθιά, γλυ­κιά, λίγο βραχνή, όλο πάθος· μεσόκλεισε τα μάτια-της κατα τον κύρη και  τραγούδησε μιά μαντινάδα. Δέ θα την ξεχάσω ποτέ τη μαντινάδα αυτή· τότε δέν κατάλαβα γιατί την είπε, για ποιόν την είπε· αργότερα, σαν μεγάλωσα, κατάλαβα. Τραγουδούσε με τη γλυκιά, γεμάτη συγκρατημένο πάθος φωνή-της και κοίταζε τον πατέρα:
Θαμάζουμαι όταν περπατείς πώς δέν ανθούν οι ρούγες και πώς δέ γίνεσαι αϊτός με τις χρυσές φτερούγες!
Γύρισα πέρα τα μάτια, να μή βλέπω τον κύρη, να μή βλέπω τη μάνα, πήγα στο παραθύρι κι ακούμπησα το κούτελό-μου στο τζάμι κι έβλεπα τη βροχή να πέφτει και να τρώει τα χώματα.
3.
Τον Αύγουστο ξάπλωναν και στους οψιγιάδες τα σταφύλια, να τα ξεράνει ο ήλιος να γίνουν σταφίδα. Μιά χρονιά είχαμε πάει στο αμπέλι-μας και μέναμε στο εξοχικό-μας σπιτάκι· ο αγέρας μύριζε, η γής καίγουνταν, τα τζιτζίκια καίγουνταν κι αυτά, σαν να κάθουνταν απάνω σε κάρβουνα αναμμένα.
Τη μέρα εκείνη, της Κοίμησης της Παναγιάς, 15 Αυγού­στου, οι εργάτες δέ δούλευαν κι ο πατέρας-μου κάθουνταν στη ρίζα μιάς ελιάς και  κάπνιζε· είχαν έρθει γύρα οι γειτόνοι, πού είχαν απλώσει κι αυτοί τη σταφίδα-τους, κάπνιζαν πλάι στον πατέρα-μου, αμίλητοι. Φαίνουνταν στενοχωρημένοι. Όλοι είχαν καρφώσει τα μάτια σ’ ένα συννεφάκι πού ‘χε προβάλει στον ουρανό, κατασκότεινο, βουβό, και  προχωρούσε. Είχα καθίσει κι εγώ κοντά στον πατέρα-μου και  κοίταζα το σύννεφο· μου άρεσε· σκούρο μολυβί, χνουδάτο, κι ολοένα μεγάλωνε, άλ­λαζε πρόσωπο και  κορμί, πότε σαν γεμάτο ασκί, πότε σαν μαυροφτέρουγο όρνιο και  πότε σαν τον ελέφα που είχα δεί ζωγραφιά· κουνούσε την προβοσκίδα-του κι έψαχνε ν’ αγγίξει κάτω τη γής. Αεράκι χλιαρό φύσηξε, τα φύλλα της ελιάς ανατρίχιασαν. Ένας γείτονας πετάχτηκε όρθιος, άπλωσε το χέρι κατα το σύν­νεφο που προχωρούσε.
—Ανάθεμά-το, μουρμούρισε, ο Θεός να με βγάλει ψεύτη, φέρνει τον κατακλυσμό!
— Δάγκασε τη γλώσσα-σου, τού ‘καμε ένας γέρος θεοφοβού­μενος, δέ θα το αφήσει η Παναγιά· σήμερα είναι της χάρης-της.
Ο πατέρας-μου έγρουξε, μα δέν έβγαλε άχνα· πίστευε στην Παναγιά, μα δέν πίστευε πως η Παναγιά μπορεί να κουμαντάρει τα σύννεφα.
Εκεί που μιλούσαν, ο ουρανός σκεπάστηκε· οι πρώτες στάλες, χοντρές, ζεστές, άρχισαν να πέφτουν. Τα σύννεφα χαμή­λωσαν, κίτρινες βουβές αστραπές καταξέσκιζαν τον ουρανό.
— Παναγιά-μου, φώναξαν οι γειτόνοι, βοήθεια!
Όλοι πετάχτηκαν απάνω, κατασκόρπισαν, καθένας έτρεχε κατα το αμπέλι-του, όπου είχε απλώσει τη σταφίδα της χρονιάς· κι ως έτρεχαν, ολοένα και  σκοτείνιαζε ο αγέρας, κρεμάστηκαν μαύρες πλεξούδες απο τα σύννεφα, ξέσπασε η μπόρα. Γέμισαν τ’ αυλάκια, πήραν να τρέχουν οι   δρόμοι σαν ποταμοί, φωνές ακούστηκαν γοερές απο το κάθε αμπέλι. Άλλοι βλαστημούσαν, άλλοι φώναζαν την Παναγιά να τους λυπηθεί, να βάλει το χέρι-της, και  στο τέλος θρήνος ξέσπασε πίσω απο τις ελιές στο κάθε αμπέλι.
………………………………………………………………
Είχα φτάσει ώς το δρόμο, δέν μπόρεσα να τον περάσω, ήταν ποταμός, και  στάθηκα και  κοίταζα: μαζί με τα νερά κυλούσαν αγκαλιές αγκαλιές τα μεσοξεραμένα σταφύλια, ο μόχτος της χρονιάς, έτρεχαν κατα τη θάλασσα και  χάνουνταν. Ο θρήνος δυνάμωνε, μερικές γυναίκες είχαν χωθεί ώς τα γόνατα μέσα στα νερά και  μάχουνταν να περισώσουν λίγη σταφίδα· άλλες, όρθιες στην άκρα του δρόμου, είχαν βγάλει τις μπολίδες-τους και  συρομαδιούνταν.
Είχα γίνει μουσκίδι ώς το κόκαλο· πήρα δρόμο κατα το σπιτάκι και  μάχουμουν να κρύψω τη χαρά-μου· βιάζουμουν να δώ τί θά ‘κανε ο πατέρας-μου· θά ‘κλαιγε, θα βλαστημούσε, θα φώναζε; Περνώντας απο τον οψιγιά είδα πως όλη-μας η σταφίδα είχε φύγει.
Τον είδα να στέκεται στο κατώφλι, ακίνητος, και  δάγκανε τα μουστάκια-του. Πίσω-του, όρθια, η μητέρα-μου έκλαιγε.
—Πατέρα, φώναξα, πάει η σταφίδα-μας!
—Εμείς δέν πάμε, μου αποκρίθηκε· σώπα!
Ποτέ δέν ξέχασα τη στιγμή ετούτη· θαρρώ μου στάθηκε στις δύσκολες στιγμές της ζωής-μου μεγάλο μάθημα· αναθυμόμουν τον πατέρα-μου ήσυχο, ασάλευτο, να στέκεται στο κα­τώφλι, μήτε βλαστημούσε, μήτε παρακαλούσε, μήτε έκλαιγε· ασάλευτος κοίταζε τον όλεθρο, κι έσωζε, μόνος αυτός, ανάμεσα σε όλους τους γειτόνους, την αξιοπρέπεια του άνθρωπου.
4.
Ποτέ δέν είχα αντικρίσει με τρυφεράδα τον πατέρα-μου· ο φόβος που μου προξενούσε ήταν τόσο μεγάλος, που όλα τ’ άλλα, αγάπη, σεβασμός, οικειότητα, εξαφανίζουνταν. Βαρύς ήταν ο λόγος-του, πιό βαριά η σιωπή-του* σπάνια μιλούσε* κι όταν άνοιγε το στόμα-του, τα λόγια-του ήταν μετρημένα, καλά ζυγια­σμένα, δέν μπορούσες νά βρεις πάτημα να φέρεις αντίλογο· είχε πάντα δίκιο, κι αυτό θαρρείς τον έκανε άτρωτο. Συχνά συλλογίζουμουν: άχ, να μήν είχε δίκιο, ίσως τότε νά ‘κανα κόμπο την καρδιά-μου να του αντιμιλήσω· μα ποτέ δέν έδινε μιά τέτοια αφορμή, κι αυτό δέν μπορούσες ποτέ να το συχωρέσεις. Ένας δρύς ήταν με σκληρό κορμό, με τραχιά φύλλα, με στυφό καρπό, χωρίς κανέναν ανθό· έτρωγε όλη τη δύναμη γύρα-του, και στον ίσκιο-του κάθε άλλο δέντρο κάτσιαζε· όμοια κάτσιαζα κι εγώ στον ίσκιο-του και δέν ήθελα να ζώ κάτω απο την ανάσα-του· παράφορες ανταρσίες ξεσπούσαν μέσα-μου όταν ήμουν νέος, ήμουν έτοιμος να ριχτώ σ’ επικίντυνες περιπέτειες· μα συλλογίζουμουν τον κύρη, κι η καρδιά-μου κιότευε· νά γιατί, αντί να γίνω μεγάλος αγωνιστής στην πράξη, αναγκάστηκα, απο φόβο στον κύρη, να γράφω ό,τι θά ‘θελα να κάμω· το αίμα-μου το είχε καταντήσει μελάνι.
Όταν, ύστερα απο τρείς μέρες, γύρισα στο σπιτάκι της ακρο­γιαλιάς, ένιωθα ανομολόγητη, ανίερη αλάφρωση· ένα βάρος είχε φύγει από πάνω μου, ένας ίσκιος· κόπηκε το μυστικό αόρατο σκοινί που μ’ έδενε με την υποταγή και με το φόβο· μπορούσα τώρα να πώ και να γράψω και να πράξω ό,τι ήθελα, δέν είχα πιά να δώσω λόγο σε κανένα· έφυγε ο κηδεμόνας, αποβασίλεψε το μάτι που έβλεπε και δέ συχωρνούσε, σκίστηκε το δουλοχάρτι· ήμουν τώρα λεύτερος, απελεύτερος.
Πολύ αργά· είχα πιά πάρει ένα δρόμο, δέν τον διάλεξα, αυτός με διάλεξε, είχαν φράξει μπροστά και πίσω-μου όλοι οι άλλοι δρόμοι, είχα βολευτεί σε ορισμένες συνήθειες, σε ορισμένες συμπάθειες κι αντιπάθειες, πολύ αργά πιά να κάμω απότομη στροφή και ν’ αλλάξω μέτωπο μάχης. το δρόμο που πήρα έπρε­πε να τον περάσω όλο, να φτάσω ώς την άκρα· τίποτα άλλο· όμως ένα κέρδος τώρα μεγάλο· είχα αλαφρώσει και μπορούσα πιά να περπατώ άνετα κι όπως εγώ ήθελα: τραγουδώντας, γελών­τας, σταματώντας, παίζοντας· δέν ντρέπουμουν, δέ φοβόμουν πιά κανένα. Στη ζωή-μου ένα μονάχα άνθρωπο φοβήθηκα, τον πατέρα-μου· τώρα ποιό να φοβηθώ; Όταν ήμουν μικρό παιδί, σήκωνα τα μάτια, τον κοίταζα και μου φαίνουνταν γίγας· όσο μεγάλωνα, όλα τα πράματα γύρα-μου μίκραιναν, άνθρωποι, σπί­τια, δέντρα· μονάχα αυτός απόμενε πάντα, όπως τον έβλεπα παιδί, γίγας· πυργώνουνταν μπροστά-μου και μου έκρυβε τον ήλιο. Μάταια απόφευγα να μένω στο πατρικό σπίτι, στη σπηλιά του λιόντα· ρεμπέλευα, ταξίδευα, ρίχνουμουν σε δύσκολες πνεματικές περιπέτειες· πάντα ανάμεσα έμενα και στο φώς ο ίσκιος-του· οδοιπορούσα κάτω από ακατάπαυτη έκλειψη ήλιου.
Σκοτάδια πολλά μέσα-μου, κύρης πολύς· σε όλη-μου τη ζωή απελπισμένα μάχουμαι να μετουσιώσω τα σκοτάδια αυτά και να τα κάμω φώς, μιά στάλα φώς· αγώνας τραχύς, χωρίς έλεος, χωρίς αναπαή, μιά στιγμή να κουράζουμουν, να σκόλαζα τον πόλεμο, ήμουν χαμένος· κι άν έβγαινα κάποτε νικητής, τί αγωνία και πόσες λαβωματιές! Δέ γεννήθηκα αγνός· μάχουμαι να γίνω. Η αρετή για μένα δέν είναι καρπός της φύσης-μου, είναι καρπός του αγώνα-μου· δέ μου την έδωκε ο Θεός, μοχτώ να την καταχτή­σω με το σπαθί-μου· το άνθος της αρετής για μένα είναι σωρός μετουσιωμένη κοπριά.
Ποτέ δέν πήρε τέλος ο πόλεμος αυτός· ώς τώρα δέ νικήθηκα ολοκληρωτικά, δέ νίκησα ολοκληρωτικά· πάντα αγωνίζουμαι, κι απο στιγμή σε στιγμή μπορώ να χαθώ όλος, μπορώ να σωθώ όλος· ακόμα περνώ της Τρίχας το γιοφύρι απάνω απο την άβυσσο.
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 3 Σεπτεμβρίου 2017

«..έχε στο νου σου το παιδί – γιατί αν γλυτώσει το παιδί υπάρχει ελπίδα» τραγούδαγε ο Παύλος Σιδηρόπουλος .
Κι έτσι ένοιωσα διαβάζοντας το παρακάτω μήνυμα : «ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΛΠΙΔΑ»!
Μια έκθεση με «επίκαιρα» μηνύματα: «Ολυμπιακοί Αγώνες δεν σημαίνουν αναβολικά και μίση αλλά φιλία…ειρήν稻
Έλληνας μαθητής της Β’ Γυμνασίου, από τα Γιαννιτσά ήταν ο νικητής του διεθνούς διαγωνισμού έκθεσης της Παγκόσμιας Ταχυδρομικής Ένωσης (UPU). Το θέμα του φετινού διαγωνισμού ήταν «Γράψτε μια επιστολή σε έναν αθλητή ή μια μορφή του αθλητισμού που θαυμάζετε, για να εξηγήσετε τι σημαίνουν για εσάς οι Ολυμπιακοί Αγώνες». Στο διαγωνισμό πήραν μέρος πάνω από ..

1 εκατομμύριο νέοι από 55 χώρες, μέσω των ταχυδρομείων τους και νικητής αναδείχτηκε ο 14χρονος Έλληνας.
«Η σύνθεση είναι πρωτότυπη, πολύ προσωπική και δημιουργική, ενώ αναδεικνύονται έντονα οι Ολυμπιακές αξίες», αναφέρει η διεθνής κριτική επιτροπή επισημαίνοντας τον απλό και δημιουργικό τρόπο γραφής του Μάριου Χατζηδήμου.
Ο νικητής θα βραβευθεί την Παγκόσμια Ημέρα Ταχυδρομείου, δηλ. στις 9 Οκτωβρίου 2012, στην Ντόχα του Κατάρ, στο πλαίσιο του 25ου Παγκόσμιου Συνεδρίου της ΠΤΕ που θα διεξαχθεί με τη συμμετοχή 149 χωρών.
Τον Απρίλιο ο 14χρονος είχε αναδειχτεί νικητής στον αντίστοιχο πανελλήνιο διαγωνισμό και η έκθεση διαβιβάστηκε στο διεθνές γραφείο της Π.Τ.Ε μέσω των ΕΛ.ΤΑ, όπου και έγινε η τελική κρίση των εκθέσεων των μαθητών από όλες τις χώρες.
Ακολουθεί η έκθεση του Μάριου Χατζηδήμου:«

“Κύριο Ρότζερ Φεντερερ,
Tennis sport club of Bussel,
Switzerland.
Αγαπητέ Ρότζερ Φέντερερ,
Είμαι ο Μάριος, ένας από τους χιλιάδες, φαντάζομαι θαυμαστές σου. Ένας μικρός, ασήμαντος Μάριος, μπροστά σ’ έναν γίγαντα του αθλητισμού. Κι ο λόγος που σου γράφω; Για να σ’ ευχαριστήσω… να σ’ ευχαριστήσω, που ξύπνησες μέσα μου την αγάπη για τον αθλητισμό και το τένις!
Χρόνια παρακολουθώ τους αγώνες και τις προσπάθειές σου στα γήπεδα, χειροκροτώ τις νίκες σου και θαυμάζω την επιμονή σου στις δύσκολες στιγμές. Το ανέβασμα σου όμως στο βάθρο του νικητή στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Πεκίνου, ήταν το «σερβίς», για την δική μου είσοδο στο άθλημα.
Άρπαξα την παρατημένη ρακέτα του αδελφού μου και αποφασιστικά μπήκα στο γήπεδο, έτοιμος να νικήσω. Τότε συνειδητοποίησα πόσο διαφορετικό είναι, να βλέπεις την ρακέτα στα χέρια του Φέντερερ από το να προσπαθείς να την κουμαντάρεις στα δικά σου χέρια. Παιδεύτηκα, ίδρωσα, άκουσα δικαιολογημένα τις φωνές του προπονητή μου, όμως δεν τα παράτησα. Η μορφή σου στο βάθρο του Ολυμπιονίκη, με κρατούσε εκεί και συνέχιζα…
Συνέχιζα και ονειρευόμουνα… Κάποια μέρα, κτυπώντας το μπαλάκι, εκ σφενδονίστηκε μαζί και η φαντασία μου, μακριά, πολύ μακριά στον χρόνο και στον τόπο. Βρέθηκα, λέει, εκεί, στην Αρχαία Ολυμπία, στην μεγάλη γιορτή του αθλητισμού, στους πρώτους επίσημους Ολυμπιακούς Αγώνες. 776 π.Χ.- οι κήρυκες γυρνούν όλη την Ελλάδα και αναγγέλλουν το γεγονός. Οι πόλεμοι σταματούν, γιατί ο αθλητισμός ενώνει και συμφιλιώνει τους ανθρώπους, έτσι τουλάχιστον ήταν τότε! Νέοι από κάθε άκρη της χώρας, καταφθάνουν εκεί με λεβέντικη ψυχή και σώμα, για ν’ αγωνισθούν τον «καλόν αγώνα», το «Ευ αγωνίζεσθαι». Τι υπέροχες λέξεις, τι φανταστική ατμόσφαιρα!
Ήσουν κι εσύ, λέει, εκεί. Οι ιστορικές μου γνώσεις σε απορρίπτουν, όμως η φαντασία μου σε θέλει εκεί. Ν’ αγωνίζεσαι και να στεφανώνεσαι με την αγριελιά. Να ποτίζεις με τον ιδρώτα σου, το χώμα της αρχαίας Ολυμπίας και να δοξάζεσαι μαζί με τον Διαγόρα της Ρόδου, τον Πολυδάμα, τον Θεαγένη.
Ναι, είμαι περήφανος, που η δική μου πατρίδα, η Ελλάδα, έθεσε τα θεμέλια του σύγχρονου αθλητισμού. Το αθλητικό πνεύμα, σαρκώθηκε και μορφοποιήθηκε στους αγώνες της αρχαιότητας. Η Ολυμπιακή φλόγα, λαμπρυνόμενη με τις άξιες του Ελληνικού πολιτισμού, φώτισε την οικουμένη. Η αγωνιστικότητα, η ευγενής άμιλλα, ο αυτοέλεγχος, η συνεργασία, μέσ’ από τον αθλητισμό, εμπλούτισαν και όλη την στάση του ανθρώπου απέναντι στην ζωή…
…Στεκόσουν εκεί, στεφανωμένος, ακτινοβολώντας την χαρά της νίκης, όταν σε πλησίασα ντροπ αλά, σου έπιασα το χέρι, σε κοίταξα στα μάτια και σε ρώτησα:
– Πως νοιώθεις, Ρότζερ; Τι σημαίνουν για σένα όλα αυτά;
– Άκου μικρέ μου, μου απάντησες με μια φωνή κρυστάλλινη, που ακόμα αντηχεί στ’ αυτιά μου. «Αγωνίζομαι» σημαίνει «νικώ», να το θυμάσαι αυτό. Η συμμετοχή, ο αγώνας, είναι ήδη μια μεγάλη νίκη, ανεξάρτητα απ’ το τρόπαιο. Νίκη ενάντια στους φόβους, τις ανασφάλειες και τις δυσκολίες του εαυτού σου, ενάντια στον εγωισμό και την φιλαυτία σου. Νίκη υπέρβασης του εαυτού σου. Και κάτι ακόμα: «Νικώ» σημαίνει «Αγαπώ». Αγαπώ τον συναγωνιστή μου, που μου έδωσε την ευκαιρία ν’ αγωνιστώ, τον προπονητή μου, που μου έμαθε τον τρόπω ν’ αγωνίζομαι και να νικώ, τον κόσμο που με στηρίζει στην προσπάθεια και στον δρόμο προς τη νίκη, τον Θεό, που μου χαρίζει την δυνατότητα ν’ αγωνίζομαι και να νικώ!
– Άουτ! Μάριε, συγκεντρώσου επιτέλους στο παιχνίδι! Ήταν η φωνή του προπονητή μου, που με έβγαλε ξαφνικά από την ονειροπόλησή μου. Όμως όχι, εκείνη την ημέρα, δεν ήταν δυνατόν να συγκεντρωθώ σε κανένα παιχνίδι. Ήθελα να διηγηθώ, όλα αυτά που έζησα, στους πρώτους Ολυμπιακούς αγώνες. Όλοι μαζί, ο προπονητής και οι συμπαίκτες μου, γίναμε μια συντροφιά κι αναβαπτισθήκαμε στο πνεύμα των Ολυμπιακών αγώνων. Μιλήσαμε για το περίφημο «Ευ αγωνίζεσθαι», αυτό που οι σύγχρονοι άνθρωποι, μπορούν τέλεια να ερμηνεύσουν ετυμολογικά, όσον όμως αφορά την πράξη, δυσκολεύονται απ ό λίγο έως τραγικά! Στοχεύοντας αποκλειστικά στον πρωταθλητισμό, λούζονται στα βρώμικα κι επικίνδυνα νερά των αναβολικών, θυσιάζοντας στον βωμό της εφήμερης δόξας, την καθαρότητα της ψυχής και του σώματος. Η εξόντωση του αθλητή και η δυσφήμιση των αγώνων, είναι το μόνο αντίτιμο που εισπράττει κανείς από τέτοιες ενέργειες.
Ε, λοιπόν για μένα οι Ολυμπιακοί Αγώνες δεν σημαίνουν, ούτε αναβολικά, ούτε πρωταθλητισμό, ούτε οικονομικά συμφέροντα, οικονομική κρίση, αντιζηλίες και μίση. Σημαίνουν χαρά για την συμμετοχή, «ευ αγωνίζεσθαι», φιλία, ειρήνη και σ’ αυτό το πνεύμα εύχομαι να σταθούν οι φετινοί Ολυμπιακοί Αγώνες.
Σταματώ εδώ την φλυαρία μου, που ίσως σε κούρασε και σου εύχομαι μέσα απ’ την ψυχή μου, σε όλη σου την ζωή, ν’ αγωνίζεσαι, να νικάς και ν’ αγαπάς, όπως ακριβώς εσύ μου δίδαξες. Σ’ ευχαριστώ για άλλη μια φορά και σε περιμένω, εκεί που πρωτοσυναντηθήκαμε… Στην αρχαία Ολυμπία, στην Ελλάδα, στην πατρίδα του πολιτισμού και του αθλητισμού. Στην πανέμορφη και πολυαγαπημένη μου πατρίδα, που όσες δυσκολίες και τρικυμίες κι αν περνά τώρα, « δεν την σκιάζει φοβέρα καμιά», γιατ’ «έχει στο κατάρτι της βιγλάτορα, παντοτινό, τον Ήλιο, τον Ηλιάτορα»!
Με αγάπη και θαυμασμό,
Μάριος Α. Χατζηδήμου»

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 2 Σεπτεμβρίου 2017

Ένας Ινδιάνικος μύθος ανάμεσα στον Άγριο Ταύρο και στο Ψηλό Σύννεφο

Ένας πανάρχαιος μύθος των ινδιάνων Σιου, λέει πως ήρθαν κάποτε στη σκηνή του γέρου μάγου της φυλής, πιασμένοι χέρι χέρι, ο Άγριος Ταύρος, ο πιο γενναίος και τιμημένος νέος πολεμιστής, και το Ψηλό Σύννεφο, η κόρη του αρχηγού, μια από τις ωραιότερες γυναίκες της φυλής.

“Αγαπιόμαστε” αρχίζει ο νέος.

“Και θα παντρευτούμε” λέει εκείνη.

“Και αγαπιόμαστε τόσο που φοβόμαστε…”

“Θα θέλαμε κάποιο μαγικό, ένα χαϊμαλί, ένα φυλαχτό…”

“Κάτι που θα μας εγγυάται ότι θα είμαστε για πάντα μαζί.”

“Που θα μας εξασφαλίσει ότι θα είμαστε ο ένας στο πλευρό του άλλου, ώσπου να συναντήσουμε τον Μανιτού, την ημέρα του θανάτου”.

“Σε παρακαλούμε” ικετεύουν, “πες μας τί μπορούμε να κάνουμε…”

Ο μάγος τους κοιτάζει και συγκινείται που τους βλέπει τόσο νέους, τόσο ερωτευμένους, να λαχταρούν τόσο μια του λέξη.

“Υπάρχει κάτι …” λέει τελικά ο σοφός μάγος μετά από αρκετή ώρα. “Αλλά δεν ξέρω…είναι ένα έργο πολύ δύσκολο και απαιτεί θυσίες.”

“Δεν μας πειράζει” λένε και οι δύο.

“Ό,τι και να’ ναι” επιβεβαιώνει ο Άγριος Ταύρος.

“Ωραία” λέει ο μάγος. “Ψηλό Σύννεφο, βλέπεις το βουνό που είναι βόρεια από το χωριό μας; Πρέπει να το ανέβεις μόνη σου, χωρίς τίποτα άλλο εκτός από ένα δίχτυ και τα χέρια σου, και να κυνηγήσεις το πιο όμορφο και δυνατό γεράκι του βουνού. Αν το πιάσεις, πρέπει να το φέρεις εδώ ζωντανό την τρίτη μέρα μετά την πανσέληνο. Κατάλαβες;”

Η νεαρή κοπέλα συγκατανεύει σιωπηλά.

“Κι εσύ Άγριε Ταύρε” συνεχίζει ο μάγος, “πρέπει να ανέβεις το βουνό του κεραυνού, κι όταν φτάσεις στην κορυφή, τον πιο άγριο απ’ όλους τους αετούς, και με τα χέρια σου μόνο κι ένα δίχτυ να τον πιάσεις χωρίς να τον τραυματίσεις και να τον φέρεις μπροστά μου, ζωντανό, την ίδια μέρα που θα έρθει και το Ψηλό Σύννεφο…. Πηγαίνετε τώρα.”

Οι δυο νέοι κοιτάζονται με τρυφερότητα, κι ύστερα από ένα φευγαλέο χαμόγελο φεύγουν για να εκπληρώσουν την αποστολή που τους ανατέθηκε. Εκείνη πάει προς το βορρά, εκείνος προς το νότο…

Την καθορισμένη ημέρα, μπροστά στη σκηνή του μάγου, περιμένουν οι δυο νέοι, ο καθένας με μια πάνινη τσάντα, που περιέχει το πουλί που του ζητήθηκε.

Ο μάγος τους λέει να βγάλουν τα πουλιά από τις τσάντες με μεγάλη προσοχή. Οι νέοι κάνουν αυτό που τους λέει, και παρουσιάζουν στο γέρο για να τα εγκρίνει τα πουλιά που έπιασαν Είναι πανέμορφα, χωρίς αμφιβολία, τα καλύτερα του είδους τους.

“Πετούσαν ψηλά;” ρωτάει ο μάγος.

“Ναι, βέβαια. Κι εμείς, όπως μας ζητήσατε…. Και τώρα;” ρωτάει ο νέος. “Θα τα σκοτώσουμε και θα πιούμε την τιμή από το αίμα τους;”

“Όχι” λέει ο γέρος.

“Να τα μαγειρέψουμε και να φάμε τη γενναιότητα από το κρέας τους;” προτείνει η νεαρή.

“Όχι” ξαναλέει ο γέρος. “Κάντε ότι σας λέω. Πάρτε τα πουλιά και δέστε τα μεταξύ τους από τα πόδια μ’ αυτές τις δερμάτινες λωρίδες… Αφού τα δέσετε, αφήστε τα να φύγουν, να πετάξουν ελεύθερα.”

Ο πολεμιστής και η νεαρή κοπέλα κάνουν ό,τι ακριβώς τους έχει πει ο μάγος, και στο τέλος ελευθερώνουν τα πουλιά.

Ο αετός και το γεράκι προσπαθούν να πετάξουν, αλλά το μόνο που καταφέρνουν είναι να στριφογυρίζουν και να ξαναπέφτουν κάτω. Σε λίγα λεπτά, εκνευρισμένα που δεν καταφέρνουν να πετάξουν, τα πουλιά επιτίθενται με τσιμπήματα το ένα εναντίον του άλλου, μέχρι που πληγώνονται.

“Αυτό είναι το μαγικό. Μην ξεχάσετε ποτέ αυτό που είδατε σήμερα. Τώρα, είστε κι εσείς ένας αετός κι ένα γεράκι. Αν δεθείτε ο ένας με τον άλλον, ακόμα κι αν το κάνετε από αγάπη, όχι μόνο θα σέρνεστε στη ζωή σας, αλλά επιπλέον, αργά ή γρήγορα, θα αρχίσετε να πληγώνετε ο ένας τον άλλον. Αν θέλετε η αγάπη σας να κρατήσει για πάντα, να πετάτε μαζί, αλλά ποτέ δεμένοι.”

(Είναι από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάι “Ο δρόμος της συνάντησης”.)

Κυριακή Ψαρρού στις 28 Αυγούστου 2017

Η υπέρβαση, ως σχέση με τον Αλλον, δεν είναι εφικτή παρά μονάχα όταν απομακρυνθούμε από την έννοια του «πλησίον» (και του «ομοίου»), όταν δηλαδή ο Αλλος δεν μετέχει στην ίδια ουσία μ’ εμάς (και στις ανάλογες ποιότητες), αλλά εκφράζει το απολύτως διαφορετικό, το απολύτως μακράν, την καθαρή αφαίρεση. Ετσι η «έκταση» του εαυτού δεν αποτελεί μόνο μια έξοδο από το Εγώ αλλά και μια ολοκληρωτική πλήρωση του χάσματος που γεννά η ετερότητα.

http://8apeiro.blogspot.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 24 Μαΐου 2017

Έχετε αναρωτηθεί ποτέ, γιατί κάποιοι άνθρωποι έχουν τα πάντα – επιτυχία, αυτοπεποίθηση, οικονομική άνεση, και συνεχώς βελτιώνονται, ενώ κάποιοι άλλοι αγωνίζονται για να τα “βγάλουν πέρα”, και κατρακυλούν ολοένα προς τα κάτω;

Η διαφορά έγκειται στα βαθιά ριζωμένα μοτίβα σκέψης, τα οποία υπάρχουν στον υποσυνείδητο νου τους και είναι αυτά τα οποία σκέφτονται όλη τη μέρα. Ο συνήθης τρόπος σκέψης λοιπόν και οι πεποιθήσεις μας καθορίζουν το πεπρωμένο μας.

Τι σκέφτεστε τώρα; Τι σκεφτόσασταν τον τελευταίο καιρό; Κάνατε σκέψεις βελτίωσης, επιτυχίας και αφθονίας, ή σκέψεις αμφιβολίας και έλλειψης;

Οι επιτυχημένοι άνθρωποι κρατούν σκέψεις ευδόκιμες, ωφέλιμες, σκέψεις αυτοβελτίωσης και αφθονίας. Οι αποτυχημένοι συνεχίζουν να σκέφτονται στο πόσες φορές έχουν αποτύχει, στο πόσο συχνά αποτυγχάνουν, και, διαρκώς δημιουργούν δικαιολογίες ή/και κατηγορούν άλλους για τις αποτυχίες τους, τοποθετώντας έτσι το υποσυνείδητό τους σε κατάσταση προσμονής περισσότερης αποτυχίας. Ο νους σας, σας φέρνει στο “πιάτο” αυτό που σκέφτεστε όλη την ώρα. Μπορείτε πολύ εύκολα να το παρατηρήσετε στην προσωπική σας ζωή.

Μην κατευθύνετε τον νου σας στη στέρηση, στη ζήλια και σε αυτά που δεν έχετε αυτή τη στιγμή. Μπορείτε να επιλέγετε τις σκέψεις σας και να συγκεντρωθείτε στην προσωπική σας ανάπτυξη και στη δημιουργία ευημερίας για τον εαυτό σας και τους ανθρώπους που είναι γύρω σας. Κάντε σκέψεις επιτυχίας και ευημερίας, καλύτερων προσωπικών και επαγγελματικών σχέσεων, αφθονίας πνευματικών και υλικών αγαθών.

Θυμηθείτε, δημιουργείτε συνεχώς τη ζωή σας μέσω των ίδιων σας των σκέψεων.

Από awaken.gr

….”Είμαι 91 ετών. Τι σημαίνει χρόνος; Ποια είναι η αίσθηση του χρόνου; Εδώ είναι θέμα αριθμών, όχι ρυθμών. Και λέω: «Στα ενενήντα περπατώ, στα εκατό θα φτάσω και τότε μόνο θα σκεφτώ αν πρέπει να γεράσω». Μόνον τα πόδια μου με έχουν κάνει να καταλάβω ότι γέρασα. Βλέπω στον ύπνο μου ότι τρέχω, ότι ανεβαίνω σκαλιά, ότι τρέχω πίσω από λεωφορεία για να τα προλάβω και ξυπνώ και συνειδητοποιώ ότι δεν μπορώ. Το μόνον που μου μένει είναι το μυαλό. Ο χρόνος είναι για μένα οι στιγμές. Δεν υπάρχει χρόνος. Δεν μπορείς να πεις τι θα κάνεις. Η ευτυχία είναι θέμα στιγμών, όχι διαρκείας. Ξέρω ότι τώρα δεν είμαι ερωτεύσιμη, αλλά είμαι ερωτευμένη. Τι θα πει χρόνος; Υπάρχει; Δεν υπάρχει. Είναι ένας αριθμός. Τι είναι τα γηρατειά; Να κάνεις από καθήκον αυτό που πριν έκανες από ευχαρίστηση. Κάποτε από το καράβι πήδαγα από το ψηλό κατάρτι. Ημουν μεγάλη κολυμβήτρια. Ο Σεφέρης γράφει κάπου για τα μπαστούνια, τα μπαστούνια και τα κατάρτια. Τώρα έχω το μπαστούνι. Υπάρχει μια διαφορά. Οταν λες εσύ μυαλό και ψυχή, λέω εγώ μυαλό και καρδιά. Γιατί; Γιατί με την καρδιά ενδιαφέρεσαι για τους άλλους ενώ με την ψυχή, για τον εαυτό σου. Οταν ο Πλάτων γράφει «επιμελείσθαι της ψυχής», δεν το έλεγε για τους άλλους, είναι για τον εαυτό σου. Ενώ με την καρδιά, πάμε για τους άλλους. Εκεί που έχω φτάσει λοιπόν, με ενδιαφέρουν οι άλλοι. Μια μέρα, οι δημοσιογράφοι ρώτησαν τους υπαλλήλους του Πανεπιστημίου: «Τα βγάζει πέρα η πρύτανις;». Κι εκείνοι τους απάντησαν: «Η πρύτανις είναι άνδρας». Κι έρχεται μια μέρα η Σιμόν Βέιλ και ξέρετε τι μου λέει; Οτι πρόκειται να με ανακηρύξουν «άνδρα της χρονιάς»…. Εγώ δεν είμαι υπέρ των γυναικών, είμαι υπέρ του ζευγαριού. Οταν οι δύο είναι μαζί καταφέρνουν να κάνουν κάτι που μπορεί να σε πάει πιο μπροστά. Είτε ένας άνδρας και μια γυναίκα, είτε ομοφυλόφιλοι. Σήμερα η γυναίκα έχει καταφέρει να μπορεί να κερδίσει τη ζωή της. Κι αυτό την έχει κάνει να έχει οικονομική ανεξαρτησία, την έχει κάνει «αυτοδέσποτη», ανεξάρτητη, αυτόνομη, να λέει εσύ κι εγώ, εγώ κι εσύ. Πριν ήταν μόνο εσύ, για τον άνδρα της. Αυτά ως προς τα εφόδιά της. Τώρα τι έχει κάνει με αυτά τα εφόδια, εκείνη ξέρει. Η κάθε μία ξεχωριστά. Δεν μου αρέσουν οι γενικότητες. Παρά την παιδεία, την κατάρτιση, τα οικονομικά οφέλη, εξακολουθεί να υπάρχει ακόμα μεγάλη διαφορά, τεράστια διαφορά, στη Γαλλία τουλάχιστον που ξέρω, ανάμεσα στις γυναίκες και τους άνδρες. Στα ανώτατα συμβούλια των επιχειρήσεων υπάρχει σήμερα ένας παρά πολύ μικρός αριθμός γυναικών. Στο Πανεπιστήμιο, όταν έγινα εγώ πρύτανης ήταν 3% οι γυναίκες καθηγητές και σε ποσοστό 40% οι βοηθοί. Αρχιζαν λοιπόν να λένε ότι δεν μπορείς να είσαι και γυναίκα, και μάνα, και επαγγελματίας, κάτι δεν θα κάνεις καλά. Ενώ έχουν τα πόδια στη γη, οι γυναίκες, δεν έχουν όλες τα μάτια στον ουρανό. Εγώ τα είχα. Οταν αποφασίσεις να κάνεις μια δουλειά, οι άνδρες αναλαμβάνουν τη δουλειά για να πάνε πιο πάνω. Οι γυναίκες, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, παίρνουν τη δουλειά για να την κάνουν καλά. Εχει μεγάλη διαφορά. Είδατε, κάναμε γυναίκα πρύτανη, είπε μια μέρα ο Μιτεράν, ενώ με σύστηνε. Του είπα ότι οι γυναίκες δεν έχουν το δικαίωμα να αποτύχουν. Γιατί αν αποτύχουν θα πάρουν και τις επόμενες στο λαιμό τους. Ακόμα και σήμερα, δεν βλέπετε τι λένε για τις ισχυρές γυναίκες; Θατσερισμός, Μερκελισμός… Τις παρουσιάζουν αντρογυναίκες. Αυτά δεν έχουν αλλάξει, είτε γιατί οι άντρες φοβούνται είτε γιατί έχουν την αλαζονεία ως πρώτη αρετή. Υπάρχουν ίσως κι εκείνες οι γυναίκες που τους το επιτρέπουν. “……

Από bovary.gr

Τι γίνονται τα συναισθήματα που καταπνίγουμε;

Πού πηγαίνουν οι ανάγκες μας που καταπιέζουμε;…

Τι συμβαίνει στα θέλω μας που δεν τολμάμε να εκφράσου

Η απάντηση είναι… κοινή: βυθίζονται στα βάθη του είναι μας, στις αποθήκες του ψυχισμού μας. Όταν αυτές οι αποθήκες γεμίσουν ασφυκτικά τότε τα καταπιεσμένα συναισθήματα, ανάγκες και επιθυμίες μας σπάνε τις πόρτες αυτών των αποθηκών και ξεχύνονται είτε στην ψυχολογική μας κατάσταση είτε στο σώμα μας περιέχοντας ένα κρυφό μήνυμα.

Θυμάστε τότε που σας είχαν πιάσει νευρικά γέλια και που με κόπο καταφέρατε να τα καταπνίξετε πριν σας αντιληφθεί εκείνος που δεν έπρε

Μπορείτε να ανακαλέσετε στη μνήμη σας τις φορές που είχατε κατακλυστεί από πανικό και που μόλις μπορέσατε να κρατήσετε την ψυχραιμία σας και να συγκρατήσετε τις κραυγές σας;

Κι εκείνες τις στιγμές που το κλάμα σας ανέβηκε σαν κόμπος στο λαιμό αλλά καταφέρατε να καταπιείτε τα δάκρυά σας ή τις διαμαρτυρίες σας;

Όλοι έχουμε παρόμοιες στιγμές να θυμηθούμε. Τι έγιναν όμως τα ξεσπάσματα γέλιου που συγκρατήθηκαν, τα δάκρυα που δεν κύλησαν , οι κραυγές που δεν ακούστηκαν; Κι αν το προχωρήσουμε ακόμα περισσότερο, τι να έγιναν άραγε οι βρισιές που δεν ξεστομίστηκαν, οι πόθοι που δεν εκφράστηκαν , τα παράπονα που δεν ειπώθηκαν; Χάθηκαν;

Για την ψυχολογία η απάντηση είναι ένα στρογγυλό όχι. Η φυσική σπεύδει να συνηγορήσει επισημαίνοντας πως τίποτα μα τίποτα δεν χάνεται στη φύση κι άσχετα αν εμείς το ονομάζουμε δάκρυ, γέλιο , σκέψη ή επιθυμία , φως, θερμότητα ή ηλεκτρομαγνητισμό όλα μπορούν να θεωρηθούν ενέργεια. Και η ενέργεια ποτέ δεν χάνεται. Μπορεί όμως να μεταλλαχθεί.

Κάπως έτσι ξεκίνησαν οι μεγάλες ανακαλύψεις της ψυχοσωματικής ιατρικής που επιβεβαιώνει πως συναισθήματα, ανάγκες και επιθυμίες που συγκρούονται μέσα μας ή δεν βρίσκουν τρόπο να ικανοποιηθούν γίνονται τελικά οι μυστικοί συνωμότες που μαζί με τους διάφορους νοσογόνους παράγοντες καταβάλουν το αμυντικό μας σύστημα.

Αν και για μακρύ διάστημα η συντηρητική και υλιστική πτέρυγα των επιστημόνων αρνούνταν να δεχθεί την άμεση σχέση όλων των ασθενειών με την ψυχική μας κατάσταση , η πανάρχαια εμπειρική γνώση των λαών δεν έτρεφε καμιά αμφιβολία για τη σχέση της λύπης με την ασθένεια.

Το θυμωμένο στομάχι

Υπάρχουν σκέψεις που μπορούν να προκαλέσουν πραγματική ηλεκτροχημική θύελλα στον οργανισμό μας. Το βέβαιο είναι πως όσο πιο έντονα τα συναισθήματα, οι ανάγκες και οι επιθυμίες , ιδίως όταν παραμείνουν ανέκφραστες, τόσο βαθύτερα τα αχνάρια που αφήνουν μέσα μας. Κι αν αυτό κρατήσει καιρό αργά ή γρήγορα θα βρουν μια χαραμάδα να ξεγλιστρήσουν, να βγουν στο φως. Είτε ως νεύρωση , είτε ως σωματική ασθένεια.

Ο Ντήπακ Τσόπρα στο βιβλίο του «Κβαντική Θεραπεία» μιλάει για χαρούμενο και λυπημένο στομάχι, για θυμωμένα νεφρά και φοβισμένο αυχένα εξηγώντας πως τα συναισθήματά μας διαποτίζουν κάθε όργανο, μόριο και κύτταρο του σώματός μας.

Όμως , αν οι γιατροί που υιοθετούν την ψυχοσωματική προσέγγιση αναζητούν πίσω από την ασθένεια έναν ψυχικό παράγοντα, οι ασχολούμενοι με τη μεταφυσική πάνε ακόμα πιο πέρα: βλέπουν την ασθένεια όχι σαν ξέσπασμα αλλά σαν ανακούφιση της ψυχής που επιτέλους έχει βρει έναν τρόπο να εκφράσει τις βαθύτερες ανάγκες της.

Η Επανάσταση των Καλόβολων

Συχνά αρνούμαστε να παραδεχθούμε ότι θέλουμε αγάπη και φροντίδα. Τότε αναλαμβάνει ο οργανισμός να «σωματοποιήσει» την ανάγκη μας και μας στέλνει στο κρεβάτι και στην αναγκαστική φροντίδα των άλλων που δεν μπορούμε πλέον να αρνηθούμε. Δεν έχει σημασία αν αυτή τη φροντίδα την προσφέρει ένα αγαπημένο πρόσωπο, ή ένας άγνωστος γιατρός και κάποιες νοσοκόμες.

Στην ουσία έχει εκπληρωθεί το βαθύτερο αίτημα επιστροφής μας σε μια κατάσταση όπου είμαστε απαλλαγμένοι από φροντίδες και αφημένοι στη μέριμνα κάποιου άλλου.

Ένα είδος παλινδρόμησης σε άλλες πιο παιδικές εποχές που εγκαταλείπαμε τον εαυτό μας στα στοργικά χέρια κάποιου μεγάλου. Από εσωτερική σκοπιά η ασθένεια είναι ένας τρόπος να ζητήσουμε αγάπη, να απαλλαγούμε για λίγο από τις ευθύνες, να αποφύγουμε δύσκολες καταστάσεις, να διεκδικήσουμε και… να εκδικηθούμε.

Αυτό το τελευταίο όσο παράξενο κι αν μοιάζει είναι πολύ αληθινό. Συχνά μια ασθένεια έρχεται ως τιμωρία του εαυτού μας ή κάποιου άλλου προς τον οποίο απευθύνουμε το μήνυμα «κοίτα σε τι κατάσταση με έφερες».

Ταυτόχρονα ο ασθενής, μέσα στην ανημποριά του αποκτά ένα είδος εξουσίας που επιτέλους μπορεί να ασκεί προς εκείνους που τον φροντίζουν. Με λίγα λόγια η ασθένεια είναι ένας τρόπος να εξασφαλίζουμε την συχνότερη παρουσία των άλλων κοντά μας. Δεν είναι ίσως ο πιο σοφός. Αλλά είναι μια διέξοδος.

Όπως το συνάχι που συχνά ξεσπάει επειδή πνίξαμε τόσα δάκρυα μέσα μας που στο τέλος ξεχειλίζουν από τη μύτη! Όπως ο καρκίνος, που σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση εμφανίζεται σε άτομα που ήταν πάντα πρόθυμα, εξυπηρετικά και γίνονταν θυσία για τους άλλους ή κυνηγούσαν με μανία την τελειότητα και υπηρετούσαν με αυτοθυσία τις υποχρεώσεις και τα πρέπει τους.

Είτε ως εξυπηρετητές των άλλων είτε ως περφεξιονιστές έθεσαν τον εαυτό %

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 15 Μαΐου 2017

Το όνειρο είναι μια μικρή και κρυμμένη πόρτα στο πιο βαθύ και ιερό σημείο της ψυχής, η οποία ανοίγει σε εκείνη την αρχέγονη νύχτα, που βρισκόταν η ψυχή πολύ πριν υπάρξει το συνειδητό εγώ.

Το μεγαλύτερο βάρος για ένα παιδί είναι να ζήσει την ζωή των γονιών του.

Η μοναξιά δεν προέρχεται από την απουσία ανθρώπων τριγύρω μας, αλλά από την αδυναμία να επικοινωνήσουμε τα πράγματα που θεωρούμε σημαντικά ή να μην εκφράζουμε απόψεις που οι άλλοι θεωρούν απαράδεκτες.

Το όραμά σας θα γίνει σαφές, όταν μπορέσετε να κοιτάξετε μέσα στην καρδιά σας.

Δείξτε μου έναν λογικό άνθρωπο και θα τον θεραπεύσω εγώ για εσάς.

Πολύ συχνά τα χέρια μπορούν να λύσουν ένα μυστήριο που η διάνοια προσπαθεί μάταια να λύσει.

Η λέξη “ευτυχία” θα έχανε τη σημασία της αν δεν την εξισορροπούσε η λύπη.

Η “μαγεία” είναι απλά μια διαφορετική λέξη για έναν ψυχολογικό χαρακτηρισμό. Οι προσωπικότητες μας είναι μέρος του κόσμου γύρω μας και το μυστήριο τους είναι ανεξάντλητο.

Όλοι μοιραζόμαστε ένα μαζικό ασυνείδητο νου, διαμορφωμένο από τις μνήμες και τα πρότυπα συμπεριφοράς σε όλη την ιστορία της ανθρωπότητας. Από εδώ πηγάζουν πράγματα όπως οι αρχέγονοι φόβοι και ο μυστικισμός

Η κατάθλιψη είναι σαν μια μαυροντυμένη γυναίκα. Αν βρεθεί στον δρόμο σας, μην την διώξετε. Προσκαλέστε την μέσα, δώστε της μια θέση, συμπεριφερθείτε της όπως στους φιλοξενούμενους σας και ακούστε αυτά που έχει να σας πει.

Αυτό στο οποίο αντιστέκεστε, επιμένει.

Προσεγγίζουμε το παρελθόν για να μάθουμε τους γονείς μας και το μέλλον για τα παιδιά μας, τα οποία δεν θα δούμε ποτέ, αλλά θέλουμε να φροντίσουμε το μέλλον τους.

Ένας άνθρωπος που δεν έχει περάσει από την κόλαση των παθών του δεν τα έχει ξεπεράσει.

Η αντίληψή σας θα γίνει σαφής, όταν μπορέσετε να δείτε μέσα στην ψυχή σας. Δεν είμαι αυτό που μου συνέβη, είμαι αυτό που επιλέγω να γίνω.

Το να γνωρίσεις τη δική σου σκοτεινή πλευρά είναι ο καλύτερος τρόπος για να αντιμετωπίσεις τη σκοτεινή πλευρά των άλλων.

Ο άνθρωπος χρειάζεται δυσκολίες. Είναι απαραίτητες για την υγεία.

Μην κρατάς κάποιον που θέλει να φύγει, γιατί δεν θα μπορέσεις να γνωρίσεις αυτόν που έρχεται.

Πιστεύουμε ότι έχουμε τον πλήρη έλεγχο της ζωής μας. Κι’ όμως, ένας φίλος μπορεί εύκολα να αποκαλύψει μια πτυχή του ευατού μας που δεν την γνωρίζαμε.

Ό,τι μας ενοχλεί στους άλλους μπορεί να μας βοηθήσει να καταλάβουμε καλύτερα τον εαυτό μας.

Αν είστε ένας ταλαντούχος άνθρωπος, δεν σημαίνει ότι έχετε κερδίσει κάτι. Σημαίνει απλά, ότι έχετε κάτι να δώσετε πίσω.

Η συνάντηση δυο προσωπικοτήτων μοιάζει με την επαφή δυο χημικών ουσιών: και τα δυο στοιχεία μεταμορφώνονται ακόμα και από την πιο μικρή αντίδραση.

 

 

Κυριακή Ψαρρού στις 14 Μαΐου 2017

…Βρισκόμαστε ενώπιον παραδόξου: H θρησκεία που φέρνει τον Θεό ενανθρωπήσαντα εντός της ιστορίας, δεν καταφεύγει σε εμπειρική τεκμηρίωσι της Αναστάσεώς του, επιλέγοντας να την αφήση αμαρτύρητη! Δεν πρόκειται για στάσι τυχαία. Καθώς ο αναστηθείς Χριστός υπάρχει αγνώριστος για τα σωματικά μάτια των μαθητών του, η Ανάστασι επίσης δεν αποτελεί υλικό γεγονός, ώστε να χρειάζεται εξωτερικήν επαλήθευσι. Ο Θεός-Υιός ακολουθεί κι εδώ την παγία τακτική του προκαλώντας – εσχάτη ταπείνωσι! – αμφιβολία και για την επί του θανάτου νίκη του. Οπως δυσφορούσε με τα ίδια του τα θαύματα, όπως υπέστη τα πάθη και τη σταύρωσι για να μην προσφύγη σε υπερφυσική υποστήριξι της θεότητός του, έτσι έπραξε και με την Ανάστασί του: επέλεξε να μην επιβάλη άνωθεν τη θεότητά του, αλλά να την προβάλη ως αλήθεια και βεβαιότητα εντός μας, μαρτυρία της οποίας καταθέτει με την ίδια του την ύπαρξι ο πιστός.

Πλήρης ανατροπή της καθιερωμένης αποδεικτικής διαδικασίας! Το κύρος της ιστορικής αντικειμενικότητος θυσιάζεται στην πίστι. Ο Χριστός θέλησε μάρτυρες της πίστεως και όχι μάρτυρες της φύσεως. Δεν χρειαζόταν συνεπώς να υπάρξη αυτόπτης μάρτυρας για να επιβεβαιώση την Ανάστασι, ούτε σκέφθηκε κάποιος από τους μαθητάς να τον επινοήση. Εάν η απόδειξι προσγειώνη το πνεύμα, η πίστι το ενώνει σε έναν έσχατο σκοπό που μας περιλαμβάνει. Υπ’ αυτή την έννοια η πίστι σώζει. Το θέμα δεν είναι λοιπόν να «αποδειχθή» η Ανάστασι, αλλά η πίστι διά της οποίας αναλαμβάνομε την ευθύνη των επιλογών μας. Σ’ αυτή την ευθύνη παίζεται η δική μας ανάστασι. Θα ήταν καταστροφικό να υπήρχαν μάρτυρες της Αναστάσεως. Αντί της πίστεως, η οποία μας ωθεί να αγαπούμε για ν’ αλλάζουμε, θα είχαμε τη βεβαιότητα του υπερφυσικού και μια ψυχή ρηχότατη. Τουναντίον η αμαρτύρητη Ανάστασι παρακάμπτει την εξωτερική γνώσι της θεότητος του Χριστού και μας καλεί να γίνομε αυτόπτες μάρτυρες ενός φωτεινού δικού μας εαυτού στις σχέσεις του με τους άλλους.

tovima.gr

Κυριακή Ψαρρού στις 14 Μαΐου 2017
…Το ποίημα
μην το καταποντίζεις στα βαθιά πλατάνια
θρέψε το με το χώμα και το βράχο που έχεις.
Τα περισσότερα –
σκάψε στον ίδιο τόπο να τα βρεις.
Ο Γιώργος Σεφέρης συνθέτει ένα ποίημα «εις εαυτόν», για την αξία της αυτογνωσίας, η αλήθεια του οποίου λειτουργεί ως μήνυμα προς κάθε άνθρωπο και φυσικά προς τους ομοτέχνους του. Ο ποιητής αναγνωρίζει πως η πραγματική ουσία του ανθρώπου ενυπάρχει στα απλά πράγματα που συνθέτουν τη ζωή του και πως κάθε άνθρωπος οφείλει να γνωρίσει και να αποδεχτεί αυτό που πραγματικά είναι. Μόνο αν γνωρίσουμε την πραγματική μας υπόσταση, θα μπορέσουμε να αντλήσουμε τις απαντήσεις που γυρεύουμε.
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 11 Μαΐου 2017

Η οικογένεια ως βατήρας

Το σπίτι όπου έζησε το παιδάκι που ήμουν κάποτε, και τα πρόσωπα με τα οποία μοιράστηκα την οικογενειακή μου ζωή υπήρξαν ο βατήρας πάνω στον οποίο πάτησα για να εκτελέσω το άλμα προς την ενήλικη ζωή μου.

Η οικογένεια αποτελεί πάντοτε τον βατήρα, και κάποια στιγμή πρέπει να σταθούμε στην άκρη του και να πραγματοποιήσουμε το άλμα προς τον κόσμο και τη μετέπειτα ζωή.

Αν, καθώς πάω να πηδήξω από τον βατήρα, πιαστώ από κάπου και κρεμαστώ, θα μείνω εκεί να κρέμομαι και δεν θα πραγματοποιήσω το ταξίδι μου ποτέ.

Τι καλά που θα ήταν αν βρίσκαμε το θάρρος να πηδήξουμε από τον βατήρα μ” έναν θεαματικό τρόπο! Αυτό μπορεί να γίνει αν ο βατήρας είναι υγιής. Αν η οικογενειακή σχέση είναι υγιής. Αν το ζευγάρι των γονιών είναι υποστηρικτικό.

Ο βατήρας αυτός πατάει πάνω σε τέσσερα βασικά στηρίγματα, τόσο σημαντικά, που αν δεν είναι στέρεα κανένα παιδάκι δεν μπορεί να περπατήσει πάνω του χωρίς να πέσει.

Το πρώτο στήριγμα είναι η αγάπη

Ένα παιδί που δεν ένιωσε ότι το αγάπησαν οι γονείς του, έχει μια θλιβερή ιστορία: θα του είναι πολύ δύσκολο να αγαπήσει τον εαυτό του. Η αγάπη για τον εαυτό μας μαθαίνεται μέσα από την αγάπη που δεχόμαστε από τους γονείς μας. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να διδαχτούμε και αλλιώς, λέω απλώς ότι αυτός είναι ο καλύτερος τόπος και τρόπος για να το μάθουμε. Και βέβαια, ένα παιδί που δεν αγαπήθηκε δεν μπορεί ούτε το ίδιο να αγαπήσει, κι αν έτσι έχει συμβεί στη ζωή του, τι μπορεί να κάνει αργότερα στις σχέσεις του με τους άλλους;

Ο βατήρας που δεν έχει αυτό το στήριγμα είναι επικίνδυνος. Είναι δύσκολο να βαδίσει κανείς πάνω του. Είναι ένας βατήρας χωρίς ισορροπία.

Το δεύτερο στήριγμα είναι η εκτίμηση

Αν η οικογένεια δεν έχει ένα καλό απόθεμα αυτοεκτίμησης, αν οι γονείς θεωρούν ότι οι ίδιοι είναι ένα τίποτα, τότε και το παιδί θα αισθάνεται ένα τίποτα. Αν προέρχεται κανείς από ένα σπίτι όπου δεν τον εκτιμούν και δεν θεωρούν ότι αξίζει, δυσκολεύεται να πιστέψει ο ίδιος για τον εαυτό του ότι αξίζει. Τα σπίτια με ένα καλό επίπεδο αυτοεκτίμησης διαθέτουν κατάλληλους βατήρες.

Η Βιρτζίνια Σατίρ λέει: «Στις καλές οικογένειες, η χύτρα της αυτοεκτίμησης του σπιτιού είναι γεμάτη». Που σημαίνει: οι γονείς πιστεύουν ότι είναι αξιόλογοι άνθρωποι, πιστεύουν ότι τα παιδιά τους αξίζουν, ο μπαμπάς πιστεύει ότι η μαμά αξίζει, η μαμά πιστεύει ότι ο μπαμπάς αξίζει, ο μπαμπάς και η μαμά πιστεύουν ότι έχουν μια οικογένεια που αξίζει, και είναι κι οι δύο υπερήφανοι για την ομάδα που έχουν φτιάξει.

Όταν έρχεται σπίτι το παιδί και λέει: «Τι ωραία που είναι αυτή η οικογένεια!» τότε ξέρουμε πως ο βατήρας είναι γερός.

Όταν έρχεται το παιδί σπίτι και λέει: «Μπορώ να πάω να μείνω στο σπίτι της θείας Μαργαρίτας;»… τότε έχουμε πρόβλημα.

Όταν λέει ο πατέρας στο παιδί: «Γιατί τότε δεν πας να μείνεις με τη θεία σου τη Μαργαρίτα;» πάλι κάτι συμβαίνει.

Το τρίτο στήριγμα είναι οι κανόνες

Στην οικογένεια πρέπει να υπάρχουν κανόνες, με τη μόνη προϋπόθεση ότι δεν θα είναι αυστηροί. Οι κανόνες πρέπει να είναι ευέλικτοι, ελαστικοί, αμφισβητήσιμοι, συζητήσιμοι και διαπραγματεύσιμοι. Πάντως, πρέπει να υπάρχουν. Ακριβώς όπως πιστεύω ότι οι κανόνες στην οικογένεια υπάρχουν για να μπορεί κανείς να τους παραβεί και είναι δική μας υποχρέωση να βάζουμε καινούργιους, πιστεύω και ότι η διαδικασία αυτή πρέπει να βασίζεται σε μια χρονική στιγμή που τα παιδιά έχουν μάθει να μεγαλώνουν και να ωριμάζουν σ” ένα περιβάλλον με ασφάλεια και προστασία.

Αυτό είναι το περιβάλλον της οικογένειας. Οι κανόνες αποτελούν το πλαίσιο ασφάλειας και πρόβλεψης που είναι αναγκαίο για την ανάπτυξη μου. Ένα σπίτι χωρίς κανόνες δημιουργεί έναν βατήρα πάνω στον οποίο το παιδί δεν μπορεί να σταθεί για να κάνει το άλμα του στον κόσμο…

Το τελευταίο στήριγμα είναι η επικοινωνία

Για να μπορέσει να πραγματοποιηθεί το άλμα, είναι αναγκαίο να υπάρχει διαρκής και έντιμη επικοινωνία. Με κανένα άλλο θέμα δεν έχουν ασχοληθεί τόσο πολύ τα εγχειρίδια ψυχολογίας, όσο με αυτό της επικοινωνίας. Να διαβάζετε μαζί σαν ζευγάρι, να κουβεντιάζετε με τα παιδιά σας, να συζητάτε όλοι μεταξύ σας με την τηλεόραση κλειστή… Αυτός είναι ένας τρόπος για να ενισχυθεί η επικοινωνία, όχι όμως ο πιο σημαντικός.

Ουσιαστικό είναι αυτό που ξεκινάει με ερωτήσεις που κάνει κανείς με αληθινό ενδιαφέρον, μέσα από την καρδιά του: Πώς είσαι; Πώς τα πέρασες σήμερα; Θέλεις να κουβεντιάσουμε;

Και σ” αυτό το στήριγμα —αποκλειστικά σ” αυτό το στήριγμα—, στηρίζεται η δυνατότητα επανόρθωσης των υπολοίπων.

Αγάπη, εκτίμηση, κανόνες και επικοινωνία: πάνω σ” αυτόν τον βατήρα στέκεται το παιδί νια να κάνει το άλμα του στη ζωή. Για να βαδίσει, καταρχάς, τον δρόμο της αυτοεξάρτησης και, στη συνέχεια, τον δρόμο της συνάντησης με

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 10 Μαΐου 2017

hessaloniki Likes χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη παροχή των υπηρεσιών του. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των ι

ΘΕΛΩ…

Θέλω να με ακούς χωρίς να με κρίνεις

Θέλω τη γνώμη σου χωρίς συμβουλές

Θέλω να με εμπιστεύεσαι χωρίς απαιτήσεις…

Θέλω τη βοήθειά σου και όχι να αποφασίζεις για μένα…

Θέλω να με προσέχεις χωρίς να με ακυρώνεις…

Θέλω να με κοιτάς χωρίς να προβάλλεις τον εαυτό σου σε μένα..

Θέλω να με αγκαλιάζεις χωρίς να με κάνεις να ασφυκτιώ…

Θέλω να μου δίνεις ζωντάνια χωρίς να με σπρώχνεις…

Θέλω να με υποστηρίζεις χωρίς να με φορτώνεσαι…

Θέλω να με προστατεύεις χωρίς ψέματα…

Θέλω να με πλησιάζεις χωρίς να εισβάλλεις…

Θέλω να ξέρεις τις πλευρές μου που πιο πολύ σε ενοχλούν..

Να τις αποδέχεσαι και να μην προσπαθείς να τις αλλάξεις…

Θέλω να ξέρεις… πως σήμερα μπορείς να βασίζεσαι πάνω μου…

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 5 Μαΐου 2017

Ν’ αγαπάς τους ανθρώπους που κρατούν γεμάτα ποτήρια στα χέρια τους. Εκείνους που για να ξεδιψάσουν πρέπει να πιουν ολόκληρο το ποτήρι, μέχρι την τελευταία σταγόνα, κι ας αδειάσει. Εκείνους που δεν αφήνουν τα ποτήρια τους μισά από φόβο μήπως και δεν καταφέρουν να τα ξαναγεμίσουν. Εκείνους που αν χρειαζόταν, θα έσκαβαν τη γη με τα χέρια τους για να βρουν νερό και να ξαναγεμίσουν το ποτήρι. Εκείνους που ο μόνος τρόπος για να πιουν μισό ποτήρι νερό, είναι γιατί θέλησαν να το μοιραστούν με κάποιον άλλο. Εκείνους που κάθε φορά που αδειάζουν το ποτήρι τους χαμογελούν με ευχαρίστηση. Εκείνους που ακόμα κι όταν ξέρουν πως πίνουν το τελευταίο τους ποτήρι, αναφωνούν άσπρο πάτο.

Ν’ αγαπάς κι εκείνους που σου λένε καλημέρα με την καρδιά τους, όχι με το μυαλό τους. Εκείνους που αν η ζωή ήταν ρουλέτα θα πόνταραν όλα τους τα λεφτά στην επόμενη μέρα, γιατί πάντα θα νιώθουν πως θα είναι η καλύτερη . Εκείνους που σε παρασύρουν στη χαρά, όχι στη θλίψη. Εκείνους που λένε δεν πειράζει, όχι δε με νοιάζει. Εκείνους που χορεύουν στη βροχή, χωρίς να τους νοιάζει αν θα βραχούν. Εκείνους που ονειρεύονται, χωρίς να χρειάζεται να κλείσουν τα μάτια. Εκείνους που όταν θέλουν κάτι, επιμένουν πως γίνεται. Εκείνους που όταν χαμογελούν, λάμπουν τα μάτια τους. Εκείνους που περπατούν προς τα πίσω μόνο για να πάρουν φόρα. Εκείνους που φτιάχνουν σχέδια στην άμμο κι όταν τα χαλάει το κύμα χαμογελούν, γιατί εκείνοι βλέπουν το σχήμα τους ν’ αλλάζει, όχι να χαλάει.

Ν’ αγαπάς εκείνους που χαμογελούν λίγο παραπάνω. Εκείνους που γίνονται φίλοι με τον ήλιο και φωτίζουν τις μέρες σου. Εκείνους που πιστεύουν πως ο κόσμος μπορεί να γίνει καλύτερος. Εκείνους που ξέρουν πως η ζωή είναι πρεμιέρα, χωρίς πρόβες και δίνουν καθημερινά τον καλύτερο εαυτό τους. Εκείνους που αν τους ρωτήσεις αν είναι ευτυχισμένοι θα απαντήσουν ναι χωρίς δισταγμό. Εκείνους που δεν θεωρούν την υγεία δεδομένη αλλά πολύτιμο δώρο χωρίς εγγύηση και με δυνατότητα επιστροφής. Εκείνους που φτιάχνουν ονειροπαγίδες για να φυλακίζουν τους εφιάλτες. Εκείνους που ανοίγουν διάπλατα τα χέρια για να σ’ αγκαλιάσουν. Εκείνους που βγάζουν τη γλώσσα τους στις δυσκολίες και προχωράνε.

Ο χρόνος που μένει δεν είναι απεριόριστος μα ούτε και αμελητέος. Για κάποιους είναι τρομακτικός. Για κάποιους άλλους απλά σημαντικός. Αυτοί οι άλλοι τον απολαμβάνουν, τον σέβονται, του χαμογελούν, του κλείνουν το μάτι και τον εκμεταλλεύονται. Αυτούς ν’ αγαπάς.

Από dinfo.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 5 Μαΐου 2017

…”Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται, άπαξ, που λένε, σα μια μοναδική ευκαιρία. Τουλάχιστον μ’ αυτή την αυτόνομη μορφή της δεν πρόκειται να ξανα-υπάρξουμε ποτέ. Και μείς τι την κάνουμε ρε, αντί να τη ζήσουμε; Τι την κάνουμε; Τη σέρνουμε από δω κι από κει δολοφονώντας την.

Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις. Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις; Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματος, πώς να οργανώσεις τα συναισθήματα.

Έτσι, μ’ αυτή την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες σα να μας είναι βάρος, και μας είναι βάρος, γιατί δε ζούμε, κατάλαβες; Όλο κοιτάμε το ρολόι, να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ’ την αρχή.

Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που θα τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν “αξίες”, σαν “ηθική”, σαν “πολιτισμό”.

Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να παίξουμε και να χαρούμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να κάνουμε έρωτα, να απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τον διπλανό μας.

Όλα, όλα τα αφήνουμε για το αύριο που δε θα ‘ρθει ποτέ… Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος και δεν πάμε πουθενά αλλού, παρά μόνο στο θάνατο, και εμείς οι μαλάκες, αντί να κλαίμε το δειλινό που χάθηκε άλλη μια μέρα απ’ τη ζωή μας, χαιρόμαστε.

Η κορυφαία πολιτική μάχη

Όταν συνειδητοποίησα ότι δε μπορώ να αλλάξω το σύστημα, άρχισα να αγωνίζομαι να μη με αλλάξει αυτό.

Αγωνίζομαι να μείνω άνθρωπος. Και αυτό είναι η κορυφαία πολιτική μάχη. Να μπορείς να αποφύγεις τη βαρβαρότητα αυτής της εποχής. Να μπορείς να παραμείνεις άνθρωπος με τρυφερότητα. Με το δικό σου βλέμμα.

Η ζωή είναι ένα δώρο που μας δίνεται μία φορά. Οι περισσότεροι άνθρωποι όταν ξημερώνει λένε “άντε να τελειώσει κι αυτή η κωλομέρα”. Και δεν καταλαβαίνουν ότι κάνουν άλλο ένα βήμα προς το θάνατο.

“Τολμάτε ρε!”

Τολμάτε ρε, τολμάτε! Γράψτε αυτό που θέλετε, αυτό που σκέφτεστε. Απορρίψτε τις σκοπιμότητες.

Εγώ έγραφα, κι έγραφα με την ψυχή, κι όταν με είπαν συγγραφέα πρώτη φορά τα ‘χασα! Μα, σοβαρά μιλάτε ρε παιδιά, συγγραφέας; Δεν είχα καμία τέτοια πρόθεση απλά στις παρέες, στον κήπο, τους έλεγα ιστορίες και μου έλεγαν, ρε Χρόνη γιατί δεν τα γράφεις αυτά τα πράγματα; Κι έτσι βγήκε.

Γιατί τα βιώματα ήταν ουσιαστικά. Κατάλαβες; Ζούσαμε. Είχε συνέχεια η ζωή μας, δεν ήταν αυτή η γκρίζα καθημερινότητα, αλλά ήταν μεγάλο κατόρθωμα να παραμείνεις άνθρωπος.

Ήταν πολύ σημαντικό να μπορείς να κοιτάξεις τη μάπα σου το πρωί στον καθρέφτη και να πεις, “είμαστε εντάξει ρε μάγκα, πάμε”.

Ο μόνος δρόμος

Εκείνο που μπορώ να υποστηρίξω το υποστηρίζω: ότι ο μόνος δρόμος, ο οποίος δεν μας οδηγεί σε κανένα λάκκο, σε καμιά λακκούβα, σε κανένα κακό συναπάντημα, είναι ο δρόμος της αγάπης, είναι ο δρόμος της τρυφερότητας, είναι ο δρόμος της κατανόησης, είναι ο δρόμος της υπεράσπισης της διαφορετικότητας του άλλου! Αυτός είναι ο μόνος δρόμος. Αν τον ακολουθήσουμε αυτόν τον δρόμο δεν κινδυνεύουμε. Ούτε εμείς ούτε οι συνάνθρωποί μας.

Να ‘σαι άνθρωπος δημιουργικός και ευαίσθητος. Και να αγαπάς. Να αγαπάς! Να μπορείς να μετατρέπεις κάθε μέρα την αγάπη σε αγαπημένο. Η φρέζα μου που είναι εκεί φυτεμένη την αγαπάω, την βλέπω κάθε πρωί, καταλαβαίνεις; Ή έναν συγκεκριμένο άνθρωπο… Όλα τα άλλα… Παρέες, ρε, μπορείς να κάνεις παρέες; Φιλία. Έρωτα! Κάντε έρωτα, αγαπηθείτε κάντε τις παρέες σας, σκεφτείτε, αναπτύξτε την κριτική σας σκέψη”…